1864.08.21
2.425 στίχοι · 20.208 λέξεις · 204 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 303.
Τῆς 21 Αὐγούστου 1864.
(Παρασκευή).
Ὥρα 11 π. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν ὑπάρχει;
§2ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐλάβομεν τὴν τιμὴν ἀπὸ τὰ τμήματα νὰ διορισθῶμεν 22 μέλη ἐπὶ τοῦ δημοτικοῦ καὶ ἐκλογικοῦ νόμου· δὲν ἐλείψαμεν νὰ συνέλθωμεν καὶ νὰ μοιρασθῶμεν εἰς τρία τμήματα ἐπὶ τοῦ δημοτικοῦ· τὸ μὲν διὰ τὸ διοικητικὸν μέρος, τὸ δὲ διὰ τὸ ἐκλογικὸν, καὶ τὸ τρίτον διὰ τὸ λογιστικόν· τὰ τμήματα αὐτὰ εἰργάσθησαν καὶ δὲν ἔχουν ἄλλην ἀνάγκην, παρὰ νὰ συνέλθουν διὰ νὰ συνδυάσουν τὰς ἰδέας των καὶ νὰ καταρτίσουν τον νόμον· ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἀφῄρεσε τὰς δύο ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, καθ’ ἃς δὲν ἐγίνετο συνεδρίασις, καὶ διάφοροι ἐπιτροπαὶ νὰ ἐργασθῶσιν ἠδύναντο, ὥστε δὲν μένει καμμία ἡμέρα εὔκαιρος διὰ νὰ καταγίνῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ εἰς τὴν περαίωσιν τοῦ ἔργου της. Ἔλαβε τὴν καλοσύνην τὸ Προεδρεῖον νὰ μᾶς προσκαλέσῃ κατ’ αὐτὰς εἰς τὰς 8 μ. μ. τοῦτο καθίσταται ἀδύνατον· ἀφοῦ ἐδῶ ἐργαζόμεθα ἀπὸ τὰς 9 π. μ. μέχρι τῆς 4 μ. μ. δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἐργαζώμεθα τὴν νύκτα, καὶ οὔτε ὁ σκοπὸς ἐκτελεῖται, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ εὐρυχωρίαν, καὶ φῶς ἄφθονον, καὶ ἀνάπαυσιν ὁπωσοῦν, ἀλλὰ καὶ τὸ πνεῦμα καὶ ἡ σὰρξ εἶναι ἀπηυδισμένα· διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν Κ. Πρόεδρον νὰ προσδιορίσῃ μίαν ἡμέραν τῆς ἐρχομένης ἑβδομάδος ἐλευθέραν αὐτῆς, ὅτι εἶναι ἀπαιτούμενον νὰ ἐπεκταθῇ ἡ πρόνοια καὶ δι’ ὅλους, καθόσον ἡ ἐργασία ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον· ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ συνέρχηται, διότι δὲν εἶναι καὶ εὐπρεπὲς νὰ συνέλθωμεν τὴν Κυριακὴν, ὅτε κατ’ αὐτὴν μόνην τὴν ἡμέραν λαμβάνομεν ἄνεσιν· παρακαλῶ λοιπὸν τὸν Κ. Πρόεδρον, νὰ προσδιορίσῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν τοιαύτην ἡμέραν διὰ τὴν ἐρχομένην ἑβδομάδα. Ἔχομεν τὸ ζήτημα τοῦ περὶ δήμων νόμου, καὶ τὸ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου· αὐτὰ συμβαδίζουν μὲ τὸ Σύνταγμα, καὶ χωρὶς αὐτὰ τὸ Σύνταγμα θὰ ᾖναι χάρτης ἄγραφος.
§3ΤΙΝΕΣ. Τὴν Πέμπτην.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐρωτήσω πρῶτον διὰ τὰ πρακτικά. — Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγκρίνονται.
§7ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ χάσωμεν οὐδὲ μισὴν ἡμέραν· ἀρκετὰ ἐμείναμεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀρκετὰ παρετάθη ἡ Συνέλευσις, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν, καὶ νὰ ἐργασθῶμεν ἐπιμόνως, διὰ νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὸ κύριον ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἤλθομεν ἐδῶ· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐργασθοῦν καὶ αἱ ἐπιτροπαί. Τῳόντι τὴν νύκτα εἶναι δύσκολον· ὑπάρχει ὅμως ἡ Κυριακὴ, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἄλλως τε δύνανται μέλη τῆς Συνελεύσεως, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιφορτισμένα ἐργασίαν, νὰ ἀπουσιάσουν (ὤ! ὤ!) μὰ τί ὤ, δύνανται νὰ ἀπουσιάσουν διὰ δύο ὥρας· συνήθως ἡμεῖς ἐδῶ συνερχόμεθα εἰς τὰς 11, 12· λοιπὸν ἀπὸ τὰς 8, 9, 10· νὰ ἐργασθοῦν· ὁ λόγος εἶναι νὰ ἐπιταχύνωμεν τὰ ἔργα, καὶ νὰ μὴ χάνωμεν καιρὸν ἀδίκως· ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἐπιτροπαί· τὴν νύκτα δὲν ὑπάρχει καιρὸς, καὶ ἔπειτα μερικοὶ εἴμεθα καὶ γέροντες, θέλομεν τὰς ἀναπαύσεις μας.
§8Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶσθε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς;
§9ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἶμαι ἐπιτροπῶν.
§10ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀπαιτεῖ, ὡς εἶναι ἑπόμενον, ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας μέλος εἶμαι καὶ ἐγὼ, νὰ φέρῃ ἓν ἔργον ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, εἰ δυνατὸν, ἐντελέστερον. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι διὰ νὰ φέρῃ τοιοῦτον ἔργον, πρέπει νὰ ἔχῃ καιρὸν διὰ νὰ σκέπτηται καὶ συντάττῃ τοὺς νόμους, ἡ σύνταξις τῶν ὁποίων τῇ ἀνετέθη. Διότι ἂν εὐθὺς ἀπὸ τὰς ἡμερησίας ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει συνεδριάσεις μεταβαίνῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν συνεδρίασιν πρὸς συζήτησιν καὶ σύνταξιν τῶν σχεδίων τῶν ἐκλογικῶν νόμων, θὰ ὑπάγῃ νὰ συζητήσῃ ἐκ τοῦ προχείρου. Ἐννοεῖται δὲ ποῖον θέλει εἶσθαι τὸ ἔργον, οὕτω προχείρως ἐργαζομένη. Ἄλλως ποῖος κίνδυνος ἐπίκειται, ἐὰν ἀναβληθῇ ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας ἡ συζήτησις τοῦ πολιτεύματος, καὶ δοθῇ οὕτω καιρὸς εἰς τὴν ἐπιτροπήν σας νὰ ἐργασθῇ; οὐδὲν βεβαίως, εἰμὴ νὰ τελειώσῃ ἡ Συνέλευσις τὰς ἐργασίας της δύο ἡμέρας ἀργότερον, παρὰ ἂν δὲν ἐγένετο ἡ ἀναβολή· ἀλλὰ τὸ κέρδος θέλει εἶσθαι μέγα ἐκ τῆς καταρτίσεως ἐντελεστέρων σχεδίων ἐκλογικῶν νόμων.
§11ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἓν ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, εἶναι οἱ ἐκλογικοὶ νόμοι· καὶ ἀπαιτεῖται μάλιστα, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, αὐτὸ τὸ σχέδιον ὅσον ἔνεστι νὰ ἔλθῃ ταχύτερον· τόσον δὲ περισσότερον, καθόσον ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ ἐκλογικοὶ νόμοι πρέπει νὰ συμβαδίζουν μὲ τὸ Σύνταγμα κατὰ τὴν συζήτησιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, καθὼς καὶ ὁ Κ. Χρηστίδης εἶπεν, ἀπὸ τὰς 7 ἢ 8, 9 ἕως τὰς 11, ἐὰν εὐαρεστῆται νὰ ἐργάζηται ἡ ἐπιτροπὴ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, καὶ ἂν τοὺς δώσωμεν καὶ μίαν ἡμέραν, δὲν παθαίνομεν τίποτε. Τὴν ἐλευσομένην λοιπὸν Τρίτην νὰ ἐργασθῇ, διὰ νὰ ἔλθῃ μίαν ὥραν προτήτερα αὐτὸ τὸ ἔργον τετελεσμένον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ᾖναι ἡ προσεχὴς Τρίτη...
§13ΤΙΝΕΣ. Ἡ Πέμπτη.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ἄλλοι λέγουν τὴν Τρίτην.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Τρίτην.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι...
§17ΤΙΝΕΣ. Μὰ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐρωτήσω· ὁ Κύριος Χρηστίδης ἔκαμεν ἀντίῤῥησιν.
§19ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἐπιμένω.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γείνῃ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως. — Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν νὰ προσδιορισθῇ ἡ προσεχὴς τρίτη ὡς ἡμέρα ἐργασίας τῶν ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν νόμων καὶ τῆς συγχωνεύσεως, καὶ νὰ γείνῃ συνεδρίασις τὴν ἡμέραν ἐκείνην, νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες)· παρεδέχθη. Ὑπεβλήθησαν, Κύριοι, διάφοροι προτάσεις· ὑποβάλλεται πρότασις τοῦ Κυρίου Παντολέοντος, ἀφορῶσα τὴν πρότασιν περὶ κτηματικῆς Τραπέζης. Ὡς πρὸς τὴν περὶ Τραπέζης Σύμβασιν. Ἄρθρον 7. Ὁ τόκος δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ 6% Τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 προνόμιον νὰ περιορισθῇ εἰς 25 ἔτη, ὅσα δηλαδὴ ἔχει καὶ ἡ ὑπάρχουσα τράπεζα. Εἰς τὸ ἄρθρον 15 νὰ προστεθῇ «σύστασις ὑποκαταστήματος τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης καὶ ἐν Σύρῳ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου.» Εἰς τὸ ἄρθρον 16 νὰ προστεθῇ «ὁ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος διορισμὸς τοῦ ὡς ἐν τῷ ἄρθρῳ 20 ἐπιτρόπου.» Ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 αἴτησις γίνεται ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου. Εἰς τὸ ἄρθρον 24 § 3 πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἐπὶ ἐνεχύρῳ διδομένων πολυτίμων πραγμάτων κατὰ τοὺς ὅρους τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἀκινήτων. Εἰς τὸ ἄρθρον 24 § 8 ἡ ἀντωνυμία αὐτοῦ νὰ μεταβληθῇ αὐτῆς διὰ νὰ σημαίνῃ τὴν τράπεζαν καὶ οὐχὶ τὸν μεσεγγυοῦχον. Εἰς τὴν § 10 τοῦ αὐτοῦ 24 ἄρθρου προσθετέον, ὅτι «ὁ μεσεγγυοῦχος ὀφείλει νὰ καλλιεργῇ τὸ κτῆμα ὑπ’ εὐθύνην τῆς Τραπέζης· ἀφαιρουμένων τῶν ἐξόδων, τὸ περίσσευμα τῶν καρπῶν θέλει λογίζεσθαι εἰς τὸ χρέος τοῦ ἰδιοκτήτου.» Εἰς τὴν § 12 προσθετέον «ἡ τράπεζα 6 ἑβδομάδας μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς ἐπιταγῆς εἰς τὸν ἀπόντα εἰς τὸ ἐξωτερικόν.»
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ εἰς τοὺς Κυρίους πληρεξουσίους διὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν αὔριον. Ὁ πληρεξούσιος Κ. Λειβαδᾶς προτείνει τὸ ἑξῆς νομοσχέδιον περὶ κτηματικῆς πιστώσεως, τὸ ὁποῖον ἐνεκρίθη καὶ ἐπεψηφίσθη ἀπὸ τὴν ΙΒʹ. Ἰονικὴν Βουλὴν τῆς Ἑπτανήσου, ὅπως ἡ Συνέλευσις τὸ παραδεχθῆ καὶ τὸ ψηφίσῃ. Ἡ πρότασις αὕτη θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν αὔριον. Πρότασις τοῦ Κυρίου Θεοχάρη καὶ Βαλτινοῦ ἀφορῶσα τὸ 10 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. «Προτείνομεν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ τελευταίου μέρους τοῦ 10 ἄρθρου.» ἤτοι κτλ. Ἡ πρότασις αὕτη θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν. Πρότασις τοῦ πληρεξουσίου Κ. Λειβαδᾶ. «Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ συνταγματικοῦ σχεδίου περιέχει, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη, ἀναλόγως τῆς περιουσίας των. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοιαύτης ἀρχῆς. Εἰς τὸ ἄρθρον 19 τοῦ συνταγματικοῦ σχεδίου προστίθεται. «Ἡ παιδεία ἐν γένει ἐπεκτείνεται εἰς ὅλας τὰς τάξεις καὶ εἰς τὰ πλέον ἀπόκεντρα μέρη τοῦ Κράτους, ἡ δὲ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις θέλει εἶσθαι ὑποχρεωτικὴ, δαπάνῃ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ δήμου. Νομοσχέδιον θέλει ἐπὶ τούτου κανονίσει τὰ περαιτέρω.» Ἡ πρότασις αὕτη θέλει τυπωθῆ, καὶ ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σαριπόλου. «Τὸ 11 ἄρθρον νὰ συνταχθῇ οὕτως· «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι φανερὰ καὶ ἀνωμοτὶ ἄνευ προηγουμένης ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως κτλ. ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ.» Ἡ Πρότασις τοῦ Κ. Καλοῦ. «Πᾶς συνεταιρισμὸς, τοῦ ὁποίου τὰ μέλη συνδέονται δι’ ὅρκου, ἀπαγορεύεται.» Αὗται αἱ δύο προτάσεις θέλουν τυπωθῆ, ἂν δὲν συζητηθῇ σήμερον τὸ σχετικὸν ἄρθρον. Πρότασις, ἀφορῶσα τὸ 10 ἄρθρον τοῦ Κυρίου Πετσάλη. «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίους ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις προαπαιτεῖται ἄδεια τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν τῆς περιφερείας, ἢ τοῦ Δημάρχου, ἢ τοῦ διοικητοῦ τῆς Ἐθνοφυλακῆς.» Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν. Πρότασις τοῦ Κ. Κωνσταντοπούλου, ἀφορῶσα τὸ 12 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. «Προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 12 ἡ ἑξῆς περίοδος. «Οὐδεὶς δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν τὴν νύκτα, ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τῆς πυρκαϊᾶς, τῆς πλημμύρας καὶ τῆς κραυγῆς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ πρὸς βοήθειαν.» Καὶ ἡ πρότασις αὕτη θέλει τυπωθῆ. Πρότασις τοῦ πληρεξουσίου Κ. Μαυρογιάννη. «Θεωρῶν συντελεστικώτατον εἰς τὴν μόρφωσιν καὶ ἠθικοποίησιν τοῦ περιοδικοῦ Τύπου τὸ νὰ φέρῃ ἕκαστον ἄρθρον προσυπογεγραμμένον τὸ ὄνομα τοῦ γράψαντος αὐτὸ, καὶ φρονῶν προσέτι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ὅριόν τι εἰς τὰς αὐθαιρέτους κατασχέσεις τῶν ἐφημερίδων, προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν εἰς τὸ 14 ἄρθρον τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος.» Ἄρθρον 14. «Πᾶς τις δύναται νὰ δημοσιεύῃ προφορικῶς, ἢ ἐγγράφως καὶ διὰ τοῦ Τύπου τοὺς στοχασμούς του. Κατὰ τὴν τελευταίαν ὅμως περίπτωσιν ὀφείλει ἀπαραβάτως ὁ δημοσιεύων οἱονδήποτε ἄρθρον νὰ προσυπογράφῃ αὐτό. Ἡ κατάσχεσις ἐφημερίδων καὶ ἄλλων ἐντύπων διατριβῶν συγχωρεῖται, ἀλλ’ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν πρέπει νὰ ἐκδοθῇ βούλευμα παραπομπῆς.» Καὶ αὐτὴ θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Πρότασις τοῦ Κυρίου Κατσικαπῆ. «Τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος τροπολογεῖται ὡς ἕπεται. Ἄρθρον 16. «Ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάνῃ τοῦ Κράτους, ἡ δὲ δημοτικὴ δαπάνῃ τοῦ δήμου. Ἕκαστος δὲ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συσταίνῃ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα, συμμορφούμενος μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.» Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Πρότασις τοῦ πληρεξουσίου Κ. Λειβαδᾶ. Εἶναι ἐκτεταμένη, καὶ ἡ ἀνάγνωσις εἶναι περιττή· νὰ τυπωθῇ. Πρότασις τοῦ πληρεξουσίου Κυρίου Ἰακωβάτου, ἀφορᾷ δάνεια, ἀφορᾷ διάφορα πράγματα. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἐζήτησε τὸν λόγον νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ κατεπεῖγον.
§22Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ οὐδὲ εἷς νὰ ἐναντιωθῇ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ καταλάβῃ θέσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον (θόρυβος).
§25ΤΙΝΕΣ. Δὲν χρειάζεται συζήτησις.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἰμπορῶ· ἀντιβαίνει εἰς τὸν κανονισμόν. Ἀντικείμενον λοιπὸν τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ 10 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχει ὡς ἀκολούθως. «Ἄρθρ. 10. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ ἀστυνομία. Αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύνανται νὰ ἀπαγορευθῶσιν, ἐὰν ὡς ἐκ τούτου ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν.» Εἶναι τροπολογία τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου, λέγουσα. Μετὰ τὴν λέξιν «ἀόπλως» νὰ προστεθῇ «τηροῦντες πάντοτε τοὺς νόμους τοῦ Κράτους,» μετὰ δὲ τὴν λέξιν «Ἀστυνομία» πρὸς διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως.» Τροπολογία τοῦ Κ. Παντολέοντος. «Προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τῆς φράσεως «μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ ἀστυνομία.» Ὑπεβλήθησαν πρὸ ὀλίγου καὶ αἱ ἑξῆς τροπολογίαι. Τροπολογία τοῦ Κ. Ἀθ. Πετσάλη. Τροπολογία τῶν Κυρίων Θεοχάρη καὶ Βαλτινοῦ. Ἄλλη τροπολογία δὲν ὑπάρχει. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 10 ὁ Κ. Διαμαντόπουλος.
§27ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου. Δὲν θὰ προτείνω νὰ ἐπιψηφισθῶσι συνάμα. Ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ ψηφίσῃ ὅπως θέλῃ· δύναται νὰ τὰ ὑποδιαιρέσῃ, ἀλλὰ τὸ μόνον θέμα τοῦ λόγου μου εἶναι, ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα περικλείουν τὰ δύω ἄρθρα, εἶναι ἀλληλένδετα, καὶ ὅτι οὐδέτερον τούτων δύναται νὰ ὑπάρξῃ χωρισμένον. Παρακαλῶ λοιπὸν μόνον πρὸς γνῶσιν νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. «Ἄρθρον 11. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἄνευ προηγουμένης ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς πάντα σκοπὸν ὑπὸ τοῦ Νόμου μὴ ἀπαγορευόμενον· συνεταιρισμός τις ὅμως δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ διοικητικῶς, ἀλλὰ μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως.» Θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ συνδέσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ 10 ἄρθρου μετὰ τοῦ 11;
§29ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§30ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ζητῶ αὐτό.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁρίστε.
§32ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πολλοῦ, Κύριοι, ἔπαυσα νὰ καταχρῶμαι τῆς ὑπομονῆς ὑμῶν, ἕνεκα συναισθήσεως τῆς ἀδυναμίας τῶν λόγων μου, τὴν ὁποίαν ἐπηύξησεν ὑγεία ἐπισφαλής· ἀλλ’ ἤδη μὴ ἀπαξιώσητε νὰ καταθέσω καὶ ἐγὼ εὐτελῆ χάλικα εἰς τὰ θεμέλια τοῦ μεγάλου ἀνεγειρομένου οἰκοδομήματος. Δὲν ἐσκόπευον νὰ λάβω τὸν λόγον παντάπασι, διότι οὔτε ἱκανοτήτων, οὔτε ῥητόρων στερεῖται ἡ Συνέλευσις, ἀλλ’ αἰσθάνομαι ἤδη τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλλω μόνον ὀλίγας σκέψεις εἰς τὸν πατριωτισμὸν ὑμῶν, τοῦ ὁποίου πρὸ πάντων σήμερον ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλάς. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ κύριον θέμα, ἐπιτρέψατέ μοι, ἐπιεικῶς φερόμενοι, ν’ ἀποκρούσω ἐν ὀλίγοις παραγνώρισίν τινα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν ἐκ πλάνης ἐξέφερεν ἓν μέλος τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ ὁποίου ἄλλως ἀναγνωρίζω καὶ ἐκτιμῶ καὶ σέβομαι τὴν εἰλικρίνειαν. Ἡ παραγνώρισις αὕτη, καὶ μάλιστα εἰς τοιαύτας περιστάσεις, δύναται ἀποτελεσματικῶς νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ὅλην συζήτησιν τοῦ Συντάγματος. Ἀπέδωκεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν κλίσιν ἄκρατον πρὸς τὸ ἐλευθεριάζειν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀγαπᾷ πρὸ πάντων τὴν τάξιν, διότι εἶναι ἔμπορος, γεωργὸς, βιομήχανος. Ἐν μέσῳ τοῦ ἐπαναστατικοῦ σάλου, ἐν ᾧ ἡ κοινωνία ἐκλυδωνίζετο, καὶ ἐν ἐλλείψει πάσης ἰσχυρᾶς ἐξουσίας, τὴν τάξιν διέσωσε μόνον τὸ συντηρητικὸν πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὸν λαὸν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν οὐχὶ ἐν ἐπαναστάσει, ἀλλὰ καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, καθ’ ἣν οἰκτρῶς ἐφενακίζετο, καὶ μόλον τοῦτο ἐπὶ πολὺν χρόνον καρτερικῶς ὑπέφερε, καί τοι βαρυαλγῶν καὶ ἀντιθέτως συκοφαντούμενος ὡς ἀνάλγητος. Πρὶν ἐξετάσητε τὸ παρὸν, σᾶς παρακαλῶ, ἀναδράμετε εἰς μίαν μόνην σκηνὴν τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, καὶ θέλετε ἰδεῖ ἀμέσως τὴν ἐφαρμογὴν εἰς τὸ προκείμενον. Ἐνθυμηθῆτε τὴν ἔξοδον τοῦ Μεσολογγίου, παραστήσατε εἰς τὴν φαντασίαν σας τὰ πειναλέα ἐκεῖνα καὶ γυμνὰ φάσματα, εἰς τὰ κατάξηρα στήθη τῶν ὁποίων μία μόνη φωνὴ διεσώζετο «ἡ ἀγάπη τῆς Πατρίδος». Ἀτενίσατε τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὰ φάσματα ἐκεῖνα καὶ εἰς τὴν ἔρημον γῆν τῆς ὅλης Ἑλλάδος, εἰς τὰ περισσότερα μέρη τῆς ὁποίας οὔτε κλάδος θάμνου ἀπέμεινε διὰ νὰ πλέξῃ τὸν στέφανον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀγῶνος, καὶ τότε μόνον δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε τὴν σημερινὴν κοινωνίαν. Τὴν τέφραν ἐν μικρῷ διαστήματι χρόνου διεδέχθησαν ναυτικὸν πολύτιμον, πόλεις μεγαλοπρεπεῖς, πεδιάδες καλλιεργημέναι, ποίμνια, βιομηχανικὰ καταστήματα, μουσεῖα, πανεπιστήμια. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ ὡραῖον πανόραμα τῆς πατρίδος σας! μὴ φοβεῖσθε ἀνυπάρκτους χρεωκοπίας· ταῦτα πάντα ὀφείλονται εἰς τὸ ἔμφυτον, ἔνστικτον πνεῦμα τῆς τάξεως καὶ τῆς προόδου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καί τοι διεπομένου ὑπὸ πολιτικῆς ἀπαισίας, ἐξυφαινούσης τὸ σάβανον πεπλανημένης ἐξουσίας. Ἀλλὰ πολυχρόνιος πνευματικὸς καὶ σωματικὸς ἀγὼν νέον ἀνοίγει στάδιον καὶ καθιεροῖ τάξιν, τὴν ὁποίαν συνέρχονται νὰ στερεώσωσι καὶ ἐπισφραγίσωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι δύω λαῶν ἀδελφῶν, τῶν ὁποίων τὰ προαιώνια μαρτύρια καὶ ἡ ἐπελθοῦσα ἐπιτυχία κατασταίνουσιν ἤδη ἀξίωμα γόνιμον εἰς τὸ μέλλον τὸ ἀπαράγραφον τῆς ζώσης Ἑλληνικῆς ἐθνικότητος. Ναί, ἐπράξαμεν λάθος· ναί, ὁ ἐγωϊσμὸς, ὁ σαρκοφάγος σκώληξ τῆς πατρίδος ἤγειρεν ἐνίοτε τὴν κεφαλὴν Σατανᾶ, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐν τῇ ἀσθενείᾳ ἡμῶν παρεβλέψαμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Τὴν παροῦσαν μικρὰν Ἑλλάδα ἐθεωρήσαμεν πάντοτε ἰσχυρὸν ἀφήγημα τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, καὶ πολλάκις πρὸς τοῦτο διεκυβεύσαμεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ἀνεξαρτησίαν. Ἀλλ’ ἤδη πρέπον εἶναι νὰ ὑποχωρήσωσιν αἱ ὁρμαὶ ἁπάντων ἡμῶν εἰς τὸ κράτος τῆς ἀταράχου κρίσεως. Οὔτε τὸ δαιμόνιον τοῦ Σωκράτους, οὔτε ἡ περιστερὰ τοῦ Μωάμεθ θὰ ἦναι τὸ κῦρος καὶ ἡ αὐθεντία τοῦ ἔργου μας, ἀλλ’ ὁ κοινωνικὸς λόγος, ὃν θέλει ἀναδείξει ἡ ἐμβριθὴς συζήτησις. Εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος ἂς μὴ ὑπερισχύσῃ ἡ νεκρὰ ἕνωσις σωμάτων καὶ ψήφων· ἡ ἐξουσία εἰς χεῖρας μιᾶς μερίδος ἢ ἄλλης, ἡ ἐλεεινὴ ἐξουσία εἶναι πρόσκαιρος, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι ἀμετάβλητον. Τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11 τυπικὸν μόνον καὶ ἔγγραφον νεωτερισμὸν εἰσάγουν εἰς τὴν κοινωνίαν. Τὰ δικαιώματα ταῦτα ὑπῆρχον ἀνέκαθεν ἐν ἐνεργείᾳ· πολλάκις μὲν κατεδολιεύθησαν, ἀλλ’ οὐδέποτε κατὰ πρόσωπον ἐπολεμήθησαν. Ὑπῆρχον ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ἐπραγματοποιοῦντο εἰς τὰς αἰθούσας τῶν πολιτικῶν καὶ τὰς λέσχας, εἰς τὰ καφενεῖα, ἐν ὑπαίθρῳ, καὶ εἰς ἐθνικὰ συμπόσια. Θέλω ἀποδείξει, ὅτι καὶ ὁ συνεταιρισμὸς ὄχι μόνον ὑπῆρχεν ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι. Ὁ συνεταιρισμὸς ἐμφανίζεται ἀτελῶς καὶ οὐχὶ ὠφελίμως καὶ εἰς τὴν ἀδελφοποιΐαν, ἐμφανίζεται ὑπὸ μορφὴν μυστηριώδη καὶ ἐνόρκως· καὶ μόλον τοῦτο τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια ἐν τῇ ἀνεξαρτησίᾳ αὑτῶν ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἡ ἀδελφοποιΐα δὲν εἶναι ἐπιλήψιμος, μὴ ἀποδειχθέντος ἐν αὐτῇ ἐγκληματικοῦ σκοποῦ. Σχολαστικὸς καὶ λίαν ἁπλοῦς ἄνθρωπος ἤθελον φανῆ, ἐὰν ἐπεχείρουν νὰ σᾶς πείσω, ὅτι τὸ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι εἶναι δικαιώματα τοῦ ἀτόμου. Ἡ σχολὴ μόνον τοῦ Ὄθωνος ἠδύνατο νὰ τὰ διαφιλονεικήσῃ. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐνεδύθη μόνον τὴν συνταγματικὴν χλαμύδα τοῦ 1843. Ἀπὸ τὴν ἐν Καλτεζαῖς Γερουσίαν ἤρχισεν ἡ φωνὴ τοῦ Συντάγματος. Εἰς τὰ ὅπλα καὶ εἰς τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας ἀνετράφησαν οἱ πατέρες μας, καὶ τὴν κληρονομίαν ταύτην διεβίβασαν εἰς ἡμᾶς, οἵτινες διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ἀπεκατεστήσατε κτήματα καὶ ἀνεγείρατε ἐπὶ τῶν ἐρειπίων οἰκίας, διὰ δὲ τῆς ἄλλης διεσώσατε τὴν ἠθικὴν ταύτην κληρονομίαν τῶν πατέρων σας. Βασιλεία κραταιὰ καὶ σεβαστὴ διὰ φιλελευθέρου συντάγματος, εἶναι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἐντολὴ, ἣν παρὰ τοῦ λαοῦ ἐλάβομεν. Εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν δυνάμεων τοῦ λαοῦ ὑπάρχει μόνον τὸ κράτος τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, καὶ εἰς τὸ κράτος τοῦ Γεωργίου ὑπάρχει ἡ τύχη τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Πιστεύω, ὅτι ὅλοι ἔχομεν τὴν διάθεσιν νὰ ἤμεθα εἰς τὸ μέλλον συνταγματικοί· ὁ συνταγματισμὸς, τοὐλάχιστον ἁγνὸς καὶ ἀμόλυντος, δύο ἔτη ὁλόκληρα ἀντηχεῖ εἰς τὸν περίβολον τοῦτον. Ἀλλ’ ὑπῆρχον κατὰ τὸ παρελθὸν παράδοξα πνεύματα εἰς τὴν κοινωνίαν, τὰ ὁποῖα εἶχον μὲν τὴν ἀθώαν ἰδιοτροπίαν νὰ φέρωσι δύω πρόσωπα, καὶ πότε μὲν μὲ τὸ ἓν πρόσωπον ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐξυμνοῦντα τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, καὶ ὠθοῦντα αὐτὸν μέχρις ἐπαναστάσεως, πότε μὲ τὸ ἕτερον πρόσωπον ἀλλαχοῦ ἀναμοχλεύοντα ὡς ἔντομα τὸν ποινικὸν Νόμον, καὶ τὸν χάρτην, ἵνα ἀνακαλύψωσιν ἄρθρα, ὅπως καταστήσωσιν ἐγκλήματα ἐσχάτης προδοσίας τὰς μᾶλλον συντηρητικὰς πράξεις τοῦ λαοῦ. Τὸ ἐμπόριον τῶν ἀθώων τούτων πνευμάτων πρέπει νὰ λείψῃ διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν δικαιωμάτων τούτων εἰς τὸν χάρτην. Πολίτευμα, ὅπερ ἀναγνωρίζει τὴν ἐξάσκησιν τῆς κυριαρχίας καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους, πρέπει ἀναγκαίως νὰ ἐπιτρέψῃ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ ἐξάσκησις τῆς κυριαρχίας ἀποβαίνει ματαία καὶ ἐπιβλαβής. Εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις, εἰς τοὺς δημοσίους συνεταιρισμοὺς μορφοῦται καὶ ἀναπτύσσεται ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ ὑποστηρίζουσα τὴν ἰδέαν καὶ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς ἰδέας. Σύνταγμα, ἐκλογαὶ, ἄνευ κοινῆς γνώμης, εἶναι ψεῦδος, ἀπάτη. Ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ὁ μέγας τῆς κοινωνίας συνεταιρισμὸς, τοῦ ὁποίου ὅμως προηγοῦνται οἱ μικρότεροι συνεταιρισμοί. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ κοινωνία νὰ φθάσῃ διὰ μιᾶς καὶ ἄνευ βαθμίδων εἰς τοιαύτην ἐφεύρεσιν κοινῆς γνώμης; Ἐν Ἀγγλίᾳ κατ’ ἐξοχὴν ὑπάρχει κοινὴ γνώμη, διότι ἡ συνάθροισις καὶ οἱ συνεταιρισμοὶ ἀνέθρεψαν τὸν λαόν. Εἰς τὰς μυστικὰς ἐνεργείας τοῦ ἀτόμου εἰσχωροῦν τὰ ἐγκλήματα, ἡ ἀπάτη, τὸ ψεῦδος, ταῦτα πάντα ἀποκρούονται εἰς τὰς δημοσίους συναθροίσεις καὶ εἰς τοὺς συνεταιρισμούς. Ἀποτέλεσμα τῆς κοινῆς γνώμης εἶναι ἡ ἠθικοποίησις τῆς κοινωνίας, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον περιπαθῶς ἐπιζητοῦν οἱ εὔγλωττοι ῥήτορες τῆς Ἑπτανήσου. Ἄνευ συνεταιρισμοῦ, ἡ κοινωνία οὔτε νὰ συντηρηθῇ πρὸς στιγμὴν δύναται, οὔτε νὰ προοδεύσῃ· ἡ πρόοδος τοῦ πολιτεύματος τοῦ νέου κόσμου ὀφείλεται εἰς τὸν συνεταιρισμόν. Οἱ συνεταιρισμοὶ προήγαγον τὸ ἐμπόριον, τὰς τέχνας, τὰς ἐπιστήμας καὶ αὐτὴν τὴν πολιτικήν. Φαντασθῆτε τὴν κοινωνίαν καταλιπομένην εἰς τὴν ἀτομικὴν ἐνέργειαν, οὐδαμῶς διαφέρει τῆς κοινωνίας τῶν Βεδουίνων. Θέλω σᾶς ἀποδείξει ὁποίαν διαστροφὴν κάμνουν τοῦ συνεταιρισμοῦ οἱ ἐναντιούμενοι εἰς αὐτόν· ἀλλὰ πρὸ τούτου δὲν δύναμαι νὰ παρατρέξω ἐν σιωπῇ οἰκτρὰν ἀντίφασιν, τὴν ὁποίαν ἀπαντῶ εἴς τινας πολιτικοὺς τῆς Συνελεύσεως ταύτης, μεταξὺ τῆς χθεσινῆς καὶ σημερινῆς συνεδριάσεως· ἡ παρέκβασις μικρὰ καὶ ὀλίγων λέξεων, ἀλλ’ ἀναγκαία, ἵνα γνωρίσωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα. Πρεσβεύουν τινες τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου· οὐδεμία προστασία, οὐδεμία κηδεμονία εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὰς τέχνας, εἰς τὴν γεωργίαν· τὰ προϊόντα τῆς βιομηχανίας τοῦ Ἕλληνος ἔφθασαν εἰς τὴν ἀκμήν των, ἀφήσατέ τα καὶ εἰς τὴν τύχην των, διότι δύνανται νὰ συναγωνισθῶσιν ἐλευθέρως πρὸς τὰ προϊόντα τῆς βιομηχανίας ὅλης τῆς Εὐρώπης. Ἀντηχεῖ εἰσέτι ὁ περίβολος οὗτος ἐκ τῶν χθεσινῶν ὕμνων τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ καὶ Κουμουνδούρου, ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου. Ὁ Κύριος Καλλιγᾶς μάλιστα, μεμφόμενος τὰς περὶ Τραπέζης ἐλπίδας μας, μᾶς εἶπεν, ὅτι περικυκλούμεθα ἀπὸ φάσματα, ἀπὸ δαιμόνια, καὶ ἔσπευσε νὰ μᾶς σώσῃ διὰ μιᾶς πνευματικῆς μονομαχίας, νὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τοῦ Μινωταύρου, μονομαχῶν μετ’ αὐτοῦ ὡς ἄλλος Θησεύς. Μᾶς εἶπον, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἀγωνισταὶ ὑπερασπιζόμενοι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, μαχόμεθα ὑπὲρ πατρίδος, ἡ πατρὶς ἔχει ἀνάγκην οὐχὶ μόνον πνευματικῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ ὑλικῆς. Ὡραῖοι λόγοι, μὰ τὴν ἀλήθειαν! ἔθελξαν τὴν καρδίαν μου· ἀνεχώρησα ἀπὸ τὸν περίβολον τοῦτον ὅλος χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, αἵτινες προηγοῦνται καὶ ἀποτελοῦν τὴν βάσιν ὅλων τῶν λοιπῶν ἐλευθεριῶν· (ἐξετάσατε τὴν ἱστορίαν ἂν ὑπάρχῃ ἔθνος, τὸ ὁποῖον πρεσβεύει καὶ πραγματοποιεῖ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου χωρὶς νὰ ἔχῃ εἰς πλήρη ἀνάπτυξιν τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας· Δείξατέ μοι ἕνα συγγραφέα, ὅστις ὑποστηρίζει, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ τὸ ἓν ἄνευ τοῦ ἑτέρου). Ὅταν πρόκηται περὶ πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, παρουσιάζονται παράδοξα ὀνόματα καὶ συστήματα, οὔτε ἱστορικὴν γέννησιν ἔχοντα, οὔτε σχέσιν τινὰ μὲ τὴν κοινωνίαν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἀτόμων, (λυποῦμαι μεγάλως ἄν τις δυσαρεστηθῇ ἐκ τῶν λόγων μου) ὁμιλῶ περὶ συστημάτων ἐν γένει. Παρουσιάζονται ἀκατανόητα συστήματα, συντηρητικῶν, νομιμοφρόνων καὶ ἄλλα παρόμοια. Μᾶς λέγουν ὁ βιομήχανος Ἕλλην ἀνεπτύχθη, ἔγεινεν Ἀχιλλεὺς, ἀλλ’ ὁ πολίτης Ἕλλην εἶναι εἰσέτι μειράκιον, εὑρίσκεται εἰς τὰ σπάργανα, κηδεμονεύσατε καὶ περιστείλατε τὴν ἐνέργειάν του. Τὰ συστήματα ταῦτα ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης ἐχρεωκόπησαν· ἡ κατάταξις τῆς χρεωκοπίας ἐπισήμως ἐνηργήθη εἰς Παρισίους καὶ εἰς Ἀθήνας. Ὁ μέγας κεφαλαιοῦχος, ὁ ἔχων ἀνεξάντλητον κεφάλαιον, εἶναι ἡ πρόοδος τῶν ἀναπτύξεων καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων τῆς ἀνθρωπότητος. Τὸ Πεδεμόντιον πρὶν κατασταθῇ ἀκρόπολις τῆς ἐθνότητος, ὑπῆρχεν ἀκρόπολις τῆς ἐλευθερίας καὶ ἐν αὐτῇ ἀνεφάνη ὁ δαιμόνιος Καβούρ. Καὶ ἡ μικρὰ Ἑλλὰς, ὑπηρετήσασα μαρτυρικῶς τὴν ἀνθρωπότητα ἐν γένει καθ’ ὅλας τὰς ἐποχὰς, νέον ἤδη ἔχει νὰ διατρέξῃ στάδιον διὰ τῆς ἐλευθερίας. Ἡ Ἑλλὰς ποτίζεται εἰς τὰ διαυγῆ νάματα τῆς Βηθλεὲμ, πηγῆς τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας, σημαίαν ἔχει τὸ κοσμοπολιτικὸν αὐτῆς πνεῦμα, καὶ στάδιον τὴν νέαν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἡ θεία Πρόνοια τῇ προσδιορίζει ἐν τῇ παγκοσμίῳ οἰκονομίᾳ. Μὴ περικλείσητε ζωὴν νεαρὰν μὲν, ἀλλ’ εὔκοσμον, τὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος, ἐντὸς τῶν τύπων τῶν δογματιστῶν, οἵτινες οὔτε πόδας, οὔτε χεῖρας ἔχουσιν, ἀλλὰ μόνον ὀδόντας καὶ στόμαχον. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν ἄθλιον πολιτικὸν ἐκεῖνον, ὅστις προτίθεται νὰ κυβερνήσῃ τὴν πατρίδα του, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ἐντελῶς τὴν ἱστορίαν αὑτῆς, χωρὶς νὰ σπουδάζῃ καθεκάστην εἰς τὸν καθρέπτην τοῦτον τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰς ἀρετὰς τοῦ λαοῦ, ὃν πρόκειται νὰ κυβερνήσῃ. Δὲν εἴμεθα οὔτε Ὀστρογότθοι, οὔτε Ἐνετοί, οὔτε Ἀλβανοί. Ἔχομεν ἱστορίαν τὴν ἀρχαιοτέραν παντὸς πολιτισμένου ἔθνους. Διακρίνομεν ἀκαταπαύστως ἐνώπιόν μας ὅλας τὰς ἀρετὰς καὶ τὰ πάθη τῶν προγόνων μας. Ἡ ἀρχαία, ἡ μέση καὶ ἡ νέα Ἑλλὰς καὶ αὐτὴ ἡ μεγάλη ἐπανάστασις οὐδέποτε σπουδαίως ἔπαθον ἀπὸ ἀναρχίαν, ἔπαθον ὅμως ἀείποτε καὶ κατεστράφησαν ἀπὸ ἀδιαφορίαν, ἀπὸ ἀκηδίαν πρὸ τὰ δημόσια καὶ ἀπὸ μαρασμόν. Ἡ ἐπιῤῥοὴ πρὸ πάντων τοῦ κλίματος σύρει τὸν Ἕλληνα εἰς τὸν μαρασμόν, εἰς ἡμᾶς ἀπεδόθησαν τὰ doultia ozia· ἰδοὺ τὸ ἐθνικὸν ἐλάττωμα, ὅπερ πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν διὰ τῆς ἀνατροφῆς. Πρέπει νὰ ἀναθρέψωμεν τὸν λαὸν εἰς τὸν δημόσιον βίον, νὰ στρέψωμεν δὲ τὴν προσοχὴν καὶ ἐνέργειάν του εἰς τὰ δημόσια πράγματα. Ἡ κατάστασις τῆς ἀκηδίας τῆς κοινωνίας, ἤτοι τῆς ἀκηδίας τοῦ ἀληθοῦς λαοῦ, δὲν παρουσιάζει φαινόμενον εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ ἕτερον εἰς τὸν κύκλον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου· εἰς μὲν τὴν κοινωνίαν ἐνισχύονται οἱ εὐάριθμοι αἱ ἀξίαι, οἵτινες ἅς ποτε παρ’ ἄλλων ἀποκινούμενοι προξενοῦσιν ἀνησυχίας, εἰς δὲ τὸν κύκλο τὸν πολιτικὸν ἐνισχύεται ἡ ῥᾳδιουργία, ἡ ἀνικανότης καὶ ἡ ἀκατάπαυστος διαβολή. Ἡ κοινὴ γνώμη ἀδιοργάνιστος καὶ ἀνίσχυρος, οὔτε τοὺς μὲν οὔτε τοὺς δὲ νὰ χαλιναγωγήσῃ δύναται· εἰς τοιαύτην κατάστασιν πᾶν ἠθικὸν στοιχεῖον ἀποσύρεται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Ἐξετάσατε εἰς τὴν ἱστορίαν, ἄν ποτε εὐφυὴς καὶ ἔξοχος ἀνὴρ ἀναφανῇ εἰς τοιαύτην κοινωνικὴν κατάστασιν, τὸ τέλος τῆς καταστάσεως ταύτης εἶναι οἱ σπασμωδικοὶ γογγυσμοὶ τοῦ θανάτου. Δὲν φοβοῦμαι μελλούσας ἀναρχίας, ὁ πατριωτισμὸς ἡμῶν θέλει ἀποκρούσει πᾶν ἀπευκταῖον, τὸ ὁποῖον προσκαίρως δύνατα νὰ συμβῇ, καὶ τὸ ὁποῖον θέλει ἐπισπεύσει τὴν ὁποίαν σᾶς περιγράφω κατάστασιν, λέγω, τὴν ἐπάνοδον τοῦ μαρασμοῦ, διότι ἡ παρελθοῦσα πολιτικὴ τοιαύτην ἐπεδίωκε κατάστασιν. Εἴθε ἡ λήθη νὰ καλύψῃ τοὺς λόγους μου, εἴθε νὰ τοὺς ἐνθυμηθῆτέ ποτε, νὰ εἰπῆτε, ὅτι ἦσαν φαντασιολογίαι, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως ἐπαληθεύσωσι, διότι εἶναι ἀτυχῶς μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἐδιδάχθην εἰς τὸ σχολεῖον τῶν παθημάτων τῆς Ἑλλάδος Εἶναι ἡ λυπηρὰ καὶ ἀτυχὴς εἰκὼν ὅλων τῶν ἀτυχῶν περιόδων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τίς ἡ θεραπεία; Μετὰ πεποιθήσεως φρονῶ, ὅτι ἀπὸ ἡμᾶς ἐξαρτᾶται. Δὲν λέγω, ὅτι τὸ ὄρος πρέπει νὰ κατεδαφισθῇ, ἢ τὸ πεδίον νὰ γίνῃ ὄρος. Διατηρήσατε τὴν γραφικὴν ταύτην ὄψιν τῆς Συνελεύσεως ἂν θέλγῃ τοὺς ὀφθαλμούς. Μετὰ πεποιθήσεως φρονῶ, ὅτι ἄλλον διαγράφομεν βίον, μόλις ἀρχίσωμεν νὰ σκεφθῶμεν ἀφίνοντες τὰς προκαταλήψεις, αἵτινες εἰσὶ μέγα πρόσκομμα πάσης προόδου. Σᾶς ζητῶ συγγνώμην. Δὲν πρόκειται νὰ διδάξω ὑμᾶς τοὺς διδασκάλους μου. Οἱ λόγοι μου εἰσὶν ὑπαγόρευσις σφοδροῦ αἰσθήματος. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Δὲν μοὶ ἀρέσκει ἡ διπλοπροσωπία. Ἂν ἤμεθα διὰ Σύνταγμα, ὅπερ ἐπιζητεῖται παρ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πρέπει νὰ τὸ ἔχωμεν πλῆρες. Μετ’ εὐλαβείας πρέπει νὰ μεταφέρωμεν ἐν αὐτῷ τά τε δικαιώματα τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ λαοῦ. Τὸ Σύνταγμα εἶναι μηχανὴ πολύπλοκος· εἷς μόνον μοχλὸς νὰ μὴ κινῆται σταματᾷ ὁλόκληρον. Ἰδοὺ ἡ αἰτία τῆς ἀποτυχίας τοῦ Συντάγματος τῆς ἑσπερίας Εὐρώπης. Εἶπον, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνετερίζεσθαι εἶναι ἀλληλένδετον, ἡ ἄρνησις τοῦ ἑνὸς ἀναιρεῖ τὸ ἕτερον. Συγχίζουσι τινὲς τὸν συνεταιρισμὸν μὲ τοὺς συλλόγους, ἐνῷ ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἕτερον. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ συνεταιρισμὸς ἄνευ συλλόγων, καὶ σύλλογος ἄνευ συνεταιρισμοῦ. Φαντασθῆτε σύλλογον, εἰς ὃν συνέρχονται ἄνθρωποι μὴ συνδεόμενοι δι’ ἑταιρικοῦ δεσμοῦ, διὰ κοινοῦ σκοποῦ. Συνέρχονται δὲ διὰ νὰ συζητήσωσι τὰς ἰδέας των καὶ νὰ ἐπικρίνωσι τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων, δὲν εἶναι οὔτε πεδινοί, οὔτε ὀρεινοί, εἶναι ἐκλεκτικοί· ἐκλεκτικοὶ ἦσαν καὶ οἱ περισσότεροι τῶν συλλόγων τῆς ἐπαναστάσεως· οὐδεὶς κοινὸς σκοπὸς τοὺς συνέδεεν. Ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου σύλλογος, ἀλλ’ οὐχὶ συνεταιρισμός. Φαντασθῆτε ἀντιθέτως μίαν τυχαίαν συνάθροισιν, οὐχὶ εἰς προσδιωρισμένον μέρο., ἀλλὰ π. χ. εἰς τὴν οἰκίαν ἑνὸς τῶν πολιτῶν συνέρχονται καὶ ἀποφασίζουν μετὰ προηγουμένην διάσκεψιν, πῶς νὰ ὑποστηρίξωσιν ἓν πρόσωπον εἰς τὰς ἐκλογάς, μίαν ἰδέαν, π. χ. τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, ἀναφέρω συνεχῶς τὴν φράσιν ταύτην, διότι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου εἶναι ἰδέα τοῦ συρμοῦ, καὶ ὁ συρμὸς εἰς τοὺς πολιτικούς μας εἶναι ὡς τὰ ψιμμίθια εἰς τὴν φειδωλὴν φύσιν, ἀποφασίζουσι νὰ ὑποστηρίξωσι μίαν ἰδέαν, ἓν πρόσωπον, καταβάλλον κεφάλαια συνιστοῦν ἐφημερίδας· ἰδοὺ πλήρης συνεταιρισμό., ἄνευ τακτικοῦ συλλόγου, ἀλλ’ ἰδοὺ συνάμα ἡ πηγὴ τῶν δόλων καὶ τῶν καταχρήσεων μιᾶς κακῆς ἐξουσίας. Εἰς τὰς συναθροίσεις δύναται νὰ καταδιώξῃ τὸν συνεταιρισμόν, καὶ εἰς τὸν συνεταιρισμὸν τὰς συναθροίσει... Δὲν δύνασθε, δὲν πρέπει κἀνὲν ἀπὸ τὰ δύο ἄρθρα νὰ διαγράψητε· ἀφαιρέσατε ἀμφότερα, ἂν θέλετε, καὶ ἀφήσατε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰ συνταγματικὰ αὐτῆς ἤθη, καὶ τὰ συνταγματικὰ ἤθη εἰς τὴν προστασίαν τῶν δικαστηρίων. Μὴ καταστήσητε τὸ Σύνταγμα χειρότερον τοῦ παρελθόντος. Τινὲς νομίζουν, ὅτι θὰ ὑπάρχουν ἐν Ἑλλάδι τακτικοὶ σύλλογοι. Θὰ ὑπάρχουν καὶ εἶναι εὐχῆς ἔργον νὰ ὑπάρχουν ἐν καιρῷ ἐκλογῶν, καὶ εἰς ἄλλας ὁμοίας περιστάσεις, ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ διατηροῦνται ὑπαρχουσῶν τῶν Βουλῶν, ἐνθυμηθεῖτε, ὅτι οἱ σύλλογοι τῆς ἐπαναστάσεως διελύθησαν, ἅμα συνῆλθεν ἡ Συνέλευσις. Ἀλλὰ τί κακὸν ἐπήγασεν ἐκ τῶν κατὰ καιροὺς συλλόγων; Κατεκρίθησαν πρόσωπά τινα ἀδίκως, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἤμην καὶ ἐγώ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν πρὸς τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι οἱ σύλλογοι δὲν εἰσῆλθον εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, καὶ ὅτι οὐδὲν κακὸν ἐπήγασεν ἐξ αὐτῶν. Τί κακὸν θὰ πηγάσῃ ἂν συστηθῶσιν ἤδη σύλλογοι καὶ ἂν μεταξὺ αὐτῶν ἀναπτυχθῇ συνεταιρισμός; Τὸ πολὺ θὰ συστήσουν μίαν ἐφημερίδα, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὰς ἰδέας των. Δὲν δύναται νὰ πηγάσῃ κακόν, διότι σκέπτονται καὶ ἐνεργοῦσι δημοσίως, ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς ἀστυνομίας, ὑπὸ τὴν ἐπίκρισιν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τοῦ τύπου. Εἰς μικρὰ κράτη, ὡς ἡ Ἑλλάς, οὐδεμία ὑπάρχει ἀναλογία δυνάμεων μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀτόμου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει θέσεις, ὑποτροφίας, βοηθήματα, χωροφύλακας, στρατιώτας, ἀστυνομίας, ἔχει πρὸ πάντων βάρβαρον φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ λαοῦ. Ὁ συνεταιρισμὸς μόνος δύναται ἐν μέρει νὰ φέρῃ εἰς ἰσοῤῥοπίαν τὰς δυνάμεις τῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀτόμου. Πλανᾶται μεγάλως ὁ Κύριος Διομήδης καταφερόμενος κατὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ. Πρὸ ἡμερῶν ἐτύπωσεν ἓν βιβλίον, τὸ ὁποῖον περιέχει μεγάλας ἀληθείας, ὀρθὰς συνταγματικὰς κρίσεις, καὶ ἤθελεν εἶσθαι εὐχῆς ἔργον, ἂν καθεκάστην τοιαῦτα βιβλία ἐξεδίδοντο. Ὁ λαὸς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ μεγάλην ὠφέλειαν. Ἀλλ’ ὅσα ὁ Κύριος Διομήδης λέγει περὶ συλλόγων εἶναι οἰκτρὰ σύγκρισις μεταξὺ συλλόγων καὶ συνεταιρισμῶν, μεταξὺ συνεταιρισμῶν καὶ συλλόγων τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως. Ἠδυνάμην νὰ καταπολεμήσω τὸ βιβλίον τοῦ Κυρίου Διομήδους μὲ τὰς ἰδίας ἀρχάς του, ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ πάθω τὴν τύχην τοῦ Πατρόκλου θελήσαντος νὰ πολεμήσῃ μὲ ξένην πανοπλίαν, μὲ τὴν πανοπλίαν τοῦ Ἀχιλλέως. Ἀρκεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ βιβλίου (ἀναγινώσκει τεμάχιά τινα;) Μὰ τὴν ἀλήθειαν εὑρίσκομαι εἰς ἀμηχανίαν, ἂν τὸ βιβλίον τοῦτο ἀφορᾷ τὴν Ἑλλάδα. Φαντασθῆτε, ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ συστηθοῦν ἑταιρίαι καὶ σύλλογοι διὰ νὰ καταστρέψουν τὰ καθεστῶτα, καὶ νὰ ὑβρίσωσι τὴν θρησκείαν. Ταῦτα εἶναι ἐγκλήματα καὶ δι’ ἐγκλήματα δὲν συσταίνονται σύλλογοι. Ἂν πνεῦμα πονηρὸν καὶ ἐπίβουλον συλλάβῃ τοιούτους σκοποὺς, δὲν συσταίνει συλλόγους, ἀλλ’ ἐκδίδει βιβλίον ἀνώνυμον, μορφώνει συνωμοσίαν. Συνωμοσίαι ὑπάρχουν ὅπου δὲν ὑπάρχουν σύλλογοι καὶ συναθροίσεις. Εἰς τὸ Βέλγιον καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχουν σύλλογοι, ἀλλ’ ὄχι συνωμοσίαι. Ὁ μόνος τρόπος τοῦ νὰ καταστρέψωμεν τὰς συνωμοσίας εἶναι τὸ νὰ προστατεύωμεν τὰς συναθροίσεις καὶ τοὺς συνεταιρισμούς. Αἱ συνωμοσίαι πολλάκις ἄρχονται ἀπὸ ἕνα θεμιτὸν σκοπὸν, ἀλλ’ ἐνεργοῦσαι μυστικῶς ἀποκαλύπτουν ἀνατρεπτικὰ σχέδια. Ταῦτα μόνον προσκαίρως καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τῆς κοινωνίας δύνανται νὰ ἐπιτύχωσι καὶ ὄχι ὅσα ἐξέρχονται ἐκ τῶν θρονείων τῶν ἀπονενοημένων. Ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις στήσῃ τοιοῦτον θρονεῖον· πρὶν τὸ μάθῃ ἡ ἀστυνομία θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ φρενοκομεῖον, καὶ τὸ θρονεῖον του θὰ γίνῃ τέφρα· Ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἡμετέρων καὶ τῶν Συλλόγων τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως; Ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἀνατροπὴν ὅλου τοῦ παρελθόντος καὶ εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς πολιτείας, τῆς κοινωνίας, καὶ τῆς ἐκκλησίας. Μεγάλα συμφέροντα συνεκρούοντο. Πάλη σφοδρὰ ὑπῆρξε μεταξὺ τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς νέας καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Καὶ οἱ Σύλλογοι καὶ ἡ κοινωνία καὶ ὁ τύπος ἐνεπνέοντο ὑπὸ ἀγρίων καὶ σφοδρῶν παθῶν. Τὰ ἐγκλήματα τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ἦσαν ἀποτέλεσμα τῆς καταστάσεως τῆς κοινωνίας καὶ οὐχὶ τῶν Συλλόγων. Οἱ Σύλλογοι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωσιν εἰς ἄλλο σημεῖον, παρὰ τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ κοινωνία. Οἱ Σύλλογοι θὰ ἀντιπροσωπεύσουν τὴν κοινωνίαν. Αἱ ἰδέαι αὐτῶν εἶναι ἰδέαι τῆς κοινωνίας. Ἀλλ’ ὁ Κύριος Διομήδης κάμνει καὶ ἄλλην παρατήρησιν, μᾶς λέγει, τι ἀρκοῦν τὰ ἄρθρα αὐτά; ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ τὰ ματαιώσῃ, δύναται νὰ κάμῃ νόμον, ὥστε νὰ ἀποκλείῃ ὅλα τὰ πολιτικὰ ζητήματα ἀπὸ τοὺς συνεταιρισμούς. Δὲν εἶναι τοιαύτη ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Πράξεις, αἵτινες ἀπαγορεύονται ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον· τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι τιμωροῦνται ἀπὸ τὸν Ποινικὸν Νόμον. Ἀλλὰ, Κύριοι, βεβαίως δύναται νὰ ὑπάρξῃ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἥτις νὰ καταγράψῃ ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἀνώτερον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὑπάρχει τὸ δικαστήριον τῆς κοινῆς γνώμης, τὸ ὁποῖον χθὲς ἐδίωκε καὶ νομοθετικὴν καὶ ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ σήμερον ἐκτελοῦμεν τὴν ἀπόφασίν του. Ὑποστηρίζω τὰ ἄρθρα ὡς ὑπάρχουσιν· οὐδεμία τροποποίησις εἶναι ἀναγκαία. Τὰ ἄρθρα ταῦτα εἶναι συντεταγμένα ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν καὶ σύμφωνα πρὸς τὸ Βελγικὸν καὶ τὸ Δανικὸν Σύνταγμα. Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἀποκρούσω ὅλας τὰς προτεινομένας τροπολογίας. Περιορίζομαι μόνον νὰ ἀποκρούσω μίαν τὴν τοῦ Κυρίου Παντολέοντος, τὴν ὁποίαν τὴν στιγμὴν ταύτην εἶδον. Τὸ 10 ἄρθρον λέγει «αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύνανται νὰ ἀπαγορευθῶσιν, ἐὰν ἐκ τούτου ἐπίκηται κίνδυνος εἰς τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν». Κατὰ τὸν Κ. Παντολέοντα δὲν ἀρκεῖ ἡ τοιαύτη ἀσφάλεια τῶν δικαιωμάτων, ἀπαιτεῖ καὶ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ δημάρχου· ὅσον καταστρεπτικὴ καὶ βλαβερὰ εἶναι ἡ συγκέντρωσις τῆς ἐξουσίας, ἄλλο τόσον ἀποβαίνει ἡ ἀνάθεσις τοῦ αὐτοῦ ἔργου εἰς πολλὰ πρόσωπα, εἰς πολλὰς ἀρχάς. Τὸ σύστημα τοῦτο φέρει εἰς τὴν παραλυσίαν. Παρουσιάζεται μία συνάθροισις, ἐκ τῆς ὁποίας ἀναφύεται κίνδυνος προσκαίρου ἀνησυχίας καὶ ταραχῶν. Ἡ Ἀστυνομία οὐδὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ, ἂν δὲν συνέλθῃ καὶ ἀποφασίσῃ τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον, καὶ δὲν μεταβιβάσῃ ὁ δήμαρχος τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς τὸν Ἀστυνόμον. Δὲν ἔχω ἀνάγκην ἄλλων σχολίων. Συμπεραίνω ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῶν δύω ἄρθρων.
§33ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, συναισθάνομαι, ὅτι ἔρχομαι νὰ ἐπιχειρήσω ἔργον τολμηρὸν κατὰ διττὸν λόγον· πρῶτον προτιθέμενος ν’ ἀντικρούσω τὰς εὐγλώττους ἀναπτύξεις τοῦ ἄρτι καταβάντος τὸ βῆμα, καὶ δεύτερον νὰ ζητήσω τὴν ἀπάλειψιν ἀμφοτέρων τῶν ἄρθρων καὶ τὴν ἀπόῤῥιψιν ὅλων τῶν τροπολογιῶν. Βλέπετε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς ἀναγγέλλω τὴν πρόθεσίν μου, ὅτι δὲν θέλω προϊόντος τοῦ χρόνου νὰ δείξω, ὅτι εἶμαι ἄλλος ἢ ὅστις ἀπ’ ἀρχῆς φαίνομαι, οὔτε νὰ προκαταλάβω οὐδενὸς τὴν εὔνοιαν, οὔτε τὰς χειροκροτήσεις· δὲν ἔρχομαι νὰ κολακεύσω, ἀλλὰ νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ἔρχομαι νὰ ἐξηγήσω τὰς πεποιθήσεις μου· πολλάκις τὸ εἶπα, ὅτι εἴτε νικήσουν αἱ πεποιθήσεις μου, εἴτε δὲν νικήσουν, θέλω εἶσθαι εὐτυχὴς, καθόσον πιστεύω, ὅτι καὶ δι’ ἐσφαλμένων ἰδεῶν, θέλω προκαλέσει τὰς ὀρθάς. Ἤκουσα, ἀνέγνωσα πολλὰ, καὶ εἶδον καί τινα ἀναγόμενα εἰς τὰς συναθροίσεις καὶ εἰς τὰς ἑταιρίας· δὲν εἶμαι ἐντελῶς στερημένος τοιαύτης πείρας· ἔζησα καὶ ἐν δημοκρατίᾳ καὶ ἐν ἀπολύτῳ μοναρχίᾳ, ἔζησα καὶ ἐν συνταγματικῇ· οὐδαμοῦ ἐσχημάτισα τὴν γνώμην, ὅτι τὰ κράτη ὠφελοῦνται ἐκ τῶν θορύβων, ἐκ τῶν συναθροίσεων· οὐδαμοῦ παγιοῦται ἡ τάξις ἐκ τῶν συναθροίσεων τοῦ πλήθους, παρ’ ᾧ δὲν ἰσχύει ὁ λόγος· ὅπου εἶδον στερεωθεῖσαν τὴν τάξιν καὶ τὴν ἐλευθερίαν, ἐκεῖ εὗρον καὶ τὴν ἥσυχον συζήτησιν. Ἡ ἥσυχος συζήτησις, ἡ ἔρευνα ἡ ἀπαθὴς τῶν πραγμάτων, ἡ ἐκτίμησις τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας καὶ πάσης τάξεως δὲν ἔχουν ἀνάγκην, οὔτε τοιούτων συλλόγων, οὔτε τοιούτων συναθροίσεων, οὔτε τοιούτων ἑταιριῶν. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ποίαν σημασίαν ἔχουν αὐταὶ αἱ ἑταιρίαι καὶ αἱ συναθροίσεις. Ἴσως νὰ εἴπω πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον σᾶς φανῇ πρωτότυπον, ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ ἐξηγήσω. Θέλω σᾶς εἰπεῖ, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμά των εἶναι τυραννικόν. Ποῦ νομίζετε, ὅτι ἐνδιαφέρεται ὁ πολιτικὸς ἄνθρωπος περὶ τῆς ὑπάρξεως τοιούτων συλλόγων καὶ ἑταιριῶν; ἐν μόναις ταῖς πρωτευούσαις· οὐδαμοῦ ἀλλοῦ τῆς χώρας γίνεται λόγος περὶ τοιούτων πραγμάτων· εἶναι ἀρχαῖον τῶν Ἑλλήνων ἔθος τὸ νὰ συνέρχωνται εἰς ἐκκλησίας, εἰς ἀγορὰς· οἱ προπάτορες ἡμῶν ἐνδιέτριβον ὅλην τὴν ἡμέραν εἰς τὰς ἀγοράς. Τοιούτων πολιτειῶν, τῶν ὁποίων τὰ ὅρια συνεταυρίζοντο μὲ τὰ ὅρια μιᾶς πόλεως, τὸ ἐννοῶ, ὅτι ὅλοι εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀγορᾷ, ὅτι ὅλοι συμμετέχουν τῶν συζητήσεων αὐτοῦ τοῦ συνασπισμοῦ, ὅστις γίνεται πότε ὑπὲρ τῆς μιᾶς, καὶ πότε ὑπὲρ τῆς ἄλλης ἰδέας, πότε ὑπὲρ τῆς μιᾶς μερίδος, πότε ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου. Ὅλοι εἶναι παρόντες, ὅλοι συμπράττουν, ὅλοι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ φέρουν τὸν λόγον καὶ νὰ ἀντιταχθοῦν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κρίνουν ἄδικον καὶ ἐπισφαλές. Τί συμβαίνει ὅμως εἰς τὴν νεωτέραν ἐποχὴν, ὅτε τὰ κράτη ἔχουν μεγαλείτερα ὅρια; Αἱ πρωτεύουσαι καταδυναστεύουν τὸ λοιπὸν Κράτος, αἱ πρωτεύουσαι τὸ κυριεύουν, καὶ τί φθάνουν νὰ λέγουν; δικαίως τὸ κυριεύουν· ἡ κεφαλὴ εἶναι ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἑδρεύει ὁ νοῦς, ἔξω δὲ εἶναι οἱ πόδες, τὸ σῶμα, τὰ λοιπὰ μέλη, ἀκολουθοῦντα τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἐκδίδουν ὀλίγοι ἐν τῇ πρωτευούσῃ· οἱ ὀλίγοι ἐν ταῖς πρωτευούσαις εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διευθύνουν ὅλον τὸ Κράτος. Καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα παραδείγματα; Ἡ ἱστορία δὲν διδάσκει αὐτό; Δὲν ἠκούσατε ὅτι τὰ Παρίσια ἐδέσποζον τὴν Γαλλίαν ὁλόκληρον; Δὲν τὸ εἴδατε εἰς τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1789; εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ἰουλίου; εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 48; Δὲν τὸ εἴδετε ἐπὶ τῆς αὐτοκρατορίας; Μετεβλήθη δι’ αὐτῆς ὁπωσοῦν ἡ κατάστασις; διὰ τῆς αὐτοκρατορίας τὸ ἀντίθετον ἴσως, ἢ τοὐλάχιστον ἐμετριάοθη ὁ δεσποτισμὸς τῆς πρωτευούσης. Τί εἶναι λοιπὸν αὐτοὶ οἱ σύλλογοι; ἠξεύρετε τί συνέβη μέχρι τῆς ἐνεστώσης ἐπαναστάσεως; ἠκούσατέ ποτε νὰ γείνῃ λόγος ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὅτι ἐκωλύθη ἡ δεῖνα, ἢ δεῖνα συνάθροισις; δὲν συνέρχονται καθ’ ἡμέραν εἰς τὰς ἐπαρχίαις ἐν ὅλοις τοῖς δήμοις, ἐν παντὶ χωρίῳ καὶ συζητοῦν καὶ αἱ κοινότητες καὶ οἱ δημόται τὰ συμφέροντά των; τί γίνεται καθ’ ἑκάστην Κυριακήν; ὁσάκις ὁ καιρὸς τὸ ἐπιτρέπει δὲν συνέρχονται, εἴτε πέριξ τῆς ἐκκλησίας εἴτε ὅπου ἀλλοῦ ἔχουν πλατεῖαν; ποῖος ποτὲ ἐταράχθη, καὶ περὶ τοιούτων συλλόγων; Καὶ νομίζετε, ὅτι περὶ ὅλων τῶν συλλόγων τοῦ κράτους σκέπτονται, μεριμνοῦν περὶ δύο τριῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ, δηλ. περὶ δύο τριῶν ἡφαιστείων κρατήρων. Ὅσοι ἐπιθυμοῦν τοὺς ἡφαιστείους κρατῆρας καὶ νομίζουν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχουν ἰσχυρὸν μοχλὸν, διὰ τὸ ὁποίου νὰ συγκινοῦν τὴν κοινωνίαν, ἐκεῖνοι εὐχαριστοῦνται εἰς τοιούτους δεσμοὺς, διότι λέγουν ὅλη αὐτὴ ἡ κοινωνία δὲν αἰσθάνεται τὰς ἐλευθερίας, τὰ δικαιώματά της· εἰς ἐμὲ, εἰς ὀλίγους, εἰς τοὺς φίλους μου περιορίζεται ὅλη ἡ δύναμις τοῦ αἰσθήματος, ὅλον τὸ ὕψος τοῦ πολιτικοῦ φρονήματος, λοιπὸν πρέπει νὰ ἔχω ἐγὼ, οἱ φίλοι μου, ἡμεῖς οἱ ὀλίγοι, κραταιὸν μοχλὸν, καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ ἀναστατώσωμεν ὁπότε θέλωμεν τὰ πάντα. Δὲν μοὶ φαίνεται ποσῶς, ὅτι τοιαῦτα συστήματα ὑπηρετοῦν τὴν ἐλευθερίαν. Δὲν εὑρίσκω τὴν ἐλευθερίαν, εἰμὴ εἰς τὴν σύμπραξιν ὅλων, ὄχι εἰς τὴν πίεσιν τῶν πολλῶν διὰ τῶν ὀλίγων, ὄχι εἰς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται πολλάκις πρὸς ὀχλαγωγίαν. Μοὶ ἐφάνη παράδοξον, ἐὰν δὲν ἦτο ἡ γοητεία τῆς μελῳδικῆς φωνῆς τοῦ προαγορεύσαντος, διατί δὲν ἀνεμίμνησκε ἕνα ἐξ ἡμῶν, τὸν σεβάσμιον Κ. Χρηστίδην, ὅτι εἶναι διευθυντὴς τοῦ ἀρχαιοτέρου συλλόγου ἐν τῇ πρωτευούσῃ πολιτικῶν συνδιαλέξεων ἐν τῇ οἰκίᾳ του. Σᾶς ἐρωτῶ, αἱ πολιτικαὶ συζητήσεις ἔχουν ἀνάγκην συναθροίσεων πλήθους καὶ συλλόγων τοῦ ὄχλου; ἕκαστος μετὰ τῶν φίλων του δὲν ἔχει τὸν καιρὸν καὶ τὴν ἄνεσιν καὶ τὴν ἐλευθερίαν ν’ ἀνακοινώσῃ τὰς ἰδέας του; κ’ αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε μέχρι τῆς μεταπολιτεύσεως, ποίου οἰκία ἐκλείσθη πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ὅπου συνήρχοντο οἱ πολιτικοί του φίλοι; ἔχω πολλοὺς ἐνταῦθα, μετὰ τῶν ὁποίων συνηρχόμεθα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ μακαρίτου Λόντου, καὶ συνηρχόμεθα κατ’ ἐποχὴν, ὅτε ἐδακτυλοδεικτούμεθα ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, ὅτε ἐφαινόμεθα ὡς ἐχθροὶ, ὄχι μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς δυναστείας· κ’ ἐν τοσούτῳ τακτικῶς συνηρχόμεθα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ μακαρίτου, καὶ οὐδεὶς ποτὲ μᾶς ἐκώλυσεν. Ἐάν τις ἐνόμισεν, ὅτι κακῶς συσταίνεται ἐρχόμενος εἰς αὐτὴν τὴν οἰκίαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐμποδίσθη, τοῦτο δὲν προήρχετο ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἀριθ. 10 καὶ 11, ἀλλ’ ἦτο τῆς προαιρέσεως ἢ ἐκ τῆς ἐλλείψεως πολιτικοῦ θάῤῥους. Οὐδέποτε, λέγει, ἐπεμβαίνει ἡ Κυβέρνησις, ἐκτὸς κυβερνήσεως δεσποτικῆς, ἥτις ἐξασκεῖ πολιτ. ἀστυνομίαν, καὶ ἥτις ἔχει ἄλλα μέσα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπει ὁ ἡμέτερος νόμος· αὐτὸς ὑπὸ τοιαύτην δεσποτικὴν Κυβέρνησιν οὐδαμοῦ κωλύεται ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἰδεῶν ἐν ταῖς οἰκίαις ἡσύχως, ὅπου ὁ λόγος δὲν ἀπαντᾷ τοὺς θορύβους, τὰς ἐπιδεικτικὰς χειροκροτήσεις. Ἂν ἀναλύσητε ὅλον αὐτὸ τὸ ἄρθρον, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἔχει διαφόρους βαθμίδας. Ἰδοὺ τί λέγει· «οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ ἀστυνομία. Αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συνεδριάσεις δύνανται νὰ ἀπαγορευθῶσιν, ἐὰν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκηται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν.» Ἔχομεν λοιπὸν, ὡς βλέπετε, 3 τάξεις ἰδεῶν, ά) τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι ἀόπλως καὶ ἡσύχως ὁπουδήποτε, καὶ κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὸ ἑπόμενον, μάλιστα εἰς ἰδιωτικὰς οἰκίας. βʹ) τοῦ συνέρχεσθαι δημοσίᾳ, ὅπου παρίσταται ἡ ἀστυνομία· καὶ γʹ) τὴν δύναμιν τῆς διαλύσεως τῶν ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεων. Τώρα λέγω, τὸ πρῶτον, τὸ νὰ καθιερωθῇ ἡ προστασία τοῦ νόμου τῆς συνόδου εἰς οἰκίας ἰδιωτικὰς, τὸ θεωρῶ ὅλως ἄσκοπον, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὐδὲν προηγούμενον προκαλεῖ, διότι οὐδὲν παράδειγμα προηγούμενον, οὐδεὶς νόμος, οὐδὲν μέτρον μᾶς κατέδειξεν, ὅτι δύναται ν’ ἀπαγορευθῇ ἐν Ἑλλάδι συνάθροισις ἐν τῇ οἰκίᾳ ἡμῶν· ποῖος ἔχει ἀνάγκην, ὅστις δέχεται τοὺς φίλους του ἐν τῇ οἰκίᾳ του, νὰ ἐρωτήσῃ, εἴτε ἀστυνομίαν, εἴτε ἄλλον, ἢ ποῖος τολμᾷ νὰ ἐρωτήσῃ αὐτὸν ποῖον δέχεται εἰς τὴν οἰκίαν του, ἀφοῦ λέγομεν, ὅτι ἡ οἰκία εἶναι ἄσυλος; Τί ἄλλο εἶναι παρὰ τοῦτο, τὸ νὰ μὴ δύναταί τις νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς ὅ,τι πράττω ἐν τῇ οἰκίᾳ μου; εἴτε λοιπὸν συνέρχονται πολλοὶ, εἴτε ὀλίγοι ἐν τῇ οἰκίᾳ μου, εἰς οὐδένα χρεωστῶ λόγον. Ποῦ εἶναι, Κύριοι, τὸ σπουδαῖον, τῶν δημοσίων συναθροίσεων; Δημόσιαι συναθροίσεις δύνανται νὰ γείνουν εἰς πᾶν δημόσιον κατάστημα· π. χ. ἐν τῷ θεάτρῳ, ἐν τῷ πανεπιστημίῳ, ἐν λυκείῳ τινὶ, ὅπου δήποτε ὑπάρχει εὐμέγεθες κατάστημα, δυνάμενον νὰ περιλάβῃ πολλούς· ἐδῶ ἄρχεται καὶ ὁ κίνδυνος αὐτῶν τῶν δημοσίων συναθροίσεων· ἠξεύρετε πόθεν προέρχεται αὐτὸς ὁ κίνδυνος; ἰδού· ἐάν τις τῳόντι λάβῃ ἐκεῖνα τὰ παραδείγματα τὰ ἀθῶα καὶ ἀγγελικὰ, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ πρὸ ἐμοῦ λαλήσας, ἀνάλογα τῆς εὐγενοῦς ψυχῆς του, βεβαίως πρέπει νὰ εἴπῃ, ὅτι ποτὲ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ κόσμῳ διαφωνία, εἴμεθα ἐν Ἐδέμ. Ἀλλὰ, δυστυχῶς δὲν ἔχουν οὕτω τὰ πράγματα· ὁ πρακτικὸς ἄνθρωπος δὲν κλείει τοὺς ὀφθαλμοὺς, βλέπει πῶς συνήθως σχηματίζονται τοιαῦται συναθροίσεις· αὐταὶ προπαρασκευάζονται· ὅστις θέλει διὰ τοιούτων συναθροίσεων νὰ ἐπιτύχῃ οἱονδήποτε ἀποτέλεσμα, αὐτὸς προειδοποιεῖ τοὺς φίλους του, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μέλλουν νὰ ὑποστηρίξουν τοὺς λόγους του, οἱ ὁποῖοι ἀπ’ ἀρχῆς εἶναι ἐγκάθετοι χειροκροτισταὶ, οἱ ὁποῖοι ἠξεύρουν καὶ ἔχουν προδιατεταγμένον τὶ μέλλουν νὰ πράξουν, καὶ ὁ ἄνθρωπος ὁ καλὸς καὶ δίκαιος, ὁ εἰλικρινὴς, ὅστις βλέπει παντοῦ μόνον τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος του, εὑρίσκει ἐνώπιόν του τοῖχον, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ἔξοχα προτερήματα διὰ νὰ ὑπερνικήσῃ τὰ προδιατεταγμένα· εἶναι σπάνιον πρᾶγμα νὰ κατορθώσῃ τις νὰ εἰσακουσθῇ, μόλις εὑρίσκονται παραδείγματα. Τὸ κινδυνωδέστερον ὅμως εἶναι αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις. Τί εἶναι αὐταὶ αἱ συναθροίσεις; Αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις παντὸς λαοῦ, ὅστις ἔρχεται νὰ ἀκούσῃ 1, 2, 5 ῥήτορας, καὶ τάχα μόνον 5 ῥήτορας ἔχει ἡ κοινωνία, πέντε ἀνθρώπους λοιπὸν ἔχει, οἱ ὁποῖοι νὰ διδάξουν τὰ καλὰ καὶ τὰ συμφέροντα; καὶ ἂν προλάβουν ἀντὶ τῶν πέντε καλῶν πέντε κακοὶ ὑπερεθίζοντες τὰ πνεύματα, καὶ θέτοντες τὸ πῦρ εἰς τὴν πυρίτιδα, νομίζετε, ὅτι καθ’ ἡμέραν ἡ κοινωνία δύναται νὰ ὑποστῇ τοιαύτας ἀποπείρας; Ὅσον στερεὰ καὶ παγία ἂν ὑποτεθῇ Κυβέρνησις, ἥτις δὲν φεύγει τὸν ἔλεγχον, ἥτις μηδὲν ἔχει κακὸν ἐν τῷ νῷ, ἥτις προτίθεται τὰ μέγιστα ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, νομίζετε, ὅτι καί τοι τοιαύτη δύναται καθημέραν νὰ ἀνθέξῃ εἰς τοιαύτας συναθροίσεις προπαρεσκευασμένας, τῶν ὁποίων σκοπὸς εἶναι τὸ φιλοτάραχον, καὶ ἡ ἔξαψις τῶν πνευμάτων, πρὸς φανάτισιν τοῦ λαοῦ, ὠθουμένου ἐκεῖ, ὅπου πλέον οὐδεὶς εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὸν ἀναχαιτίσῃ; Πόσους εἴδαμεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἀφοῦ κινήσουν τὸν λαὸν δύνανται ὅπου καὶ ὁσάκις θέλουν, νὰ θέσουν ὅριον, ὅτι ἐν τῇ χειρὶ αὐτῶν εἶναι, νὰ ἀνάψουν καὶ νὰ σβύσουν, καὶ ἐν τοσούτῳ ἐν τῇ πυρκαϊᾷ, τὴν ὁποίαν ἀνῆψαν, ἐν αὐτῇ κατεκάησαν. Καὶ ἐδῶ προστρέχομεν εἰς τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἐδῶ τὸ ἐπικαλούμεθα, λέγοντες, δὲν ὑπάρχει τάχα ἐν Ἀγγλίᾳ; Μάλιστα, ὑπάρχει, ἀλλὰ ποῦ ἀλλοῦ ὑπάρχει; Θέλω σᾶς εἴπει μετ’ ὀλίγον, καὶ θέλετε παραβάλει ἀμέσως τὰ ἀποτελέσματα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἂν ὑπάρχῃ ἐν Ἀγγλίᾳ, ὑπάρχει καὶ ἀλλαχοῦ, ὑπάρχει καὶ ἐν Ἀμερικῇ, εἶναι τῳόντι ἀρχαῖον τὸ ἔθιμον ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ τιμαριωτισμοῦ, ποῖος ἐδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ τὸν βαρῶνον Ἄγγλον, ἐκ Νορμανδίας καταγόμενον, νὰ συνέλθῃ μετὰ τῶν ὁμοίων του; Οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ, οὔτε ὁ Βασιλεὺς· ὁ Βασιλεὺς ἦτον ἀσθενέστερος· ἐν ὅσῳ ὅμως ἦτον ἀσθενέστερος, δὲν ἠκούσθη ἐκτὸς τῆς Ἀγγλίας τὸ ὄνομα αὐτῆς, ὀλίγον ἠκούσθη, οὔτε ἡ τρίαινα εἶχε περιέλθει εἰς τὰς χεῖρας της· πότε περιῆλθεν ἡ τρίαινα εἰς τὰς χεῖρας τῆς Ἀγγλίας; Ὅταν ἐνίκησε τὸ βασιλικὸν στοιχεῖον, καὶ ἐνίκησε πῶς; ὄχι διὰ τοῦ δεσποτισμοῦ, ὅπως ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ διὰ τῆς συνταγματικῆς πάλης πρὸς θρίαμβον τῆς ἐλευθερίας, ἐνίκησε διὰ τῆς εὑρέσεως τῶν ἀληθῶν ὁρίων τῆς ἐλευθερίας καὶ διὰ τοῦ σεβασμοῦ αὐτῶν τῶν ὁρίων. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπιτρέπεται πᾶσα συνάθροισις, ἀλλὰ πᾶσα συνάθροισις διαλύεται ἅμα ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου καὶ τοῦ Βασιλέως προσκληθῇ πρὸς διάλυσιν· αὐτὰ τὰ δύο, βλέπετε, εὑρίσκονται ἀπόλυτα πρὸς ἄλληλα· ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς συναθροίσεως καὶ τὸ τῆς διαλύσεως, οὐδεὶς δύναται νὰ ζητήσῃ λόγον εἰς τὴν ἀρχὴν, διατὶ διέλυσε; ὅπως λέγουν οἱ Ἄγγλοι ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς κρίσεως λογικοῦ ἀνθρώπου· τί εἶναι ὅμως ἡ κρίσις τοῦ λογικοῦ ἀνθρώπου; Ὑπάρχουν καὶ τύποι διαγεγραμμένοι, ὅτι ἀπαιτεῖται διαταγὴ δημοτικοῦ συμβουλίου, δημάρχου, εἰρηνοδίκου δὲν ἠξεύρω τίνος· ἀλλ’ εἶναι ἁπλῆ, καὶ ἀρκεῖ ἡ σκέψις, ἡ κρίσις περὶ τοῦ κινδύνου, ἡ κρίσις περὶ τοῦ ἐπιφόβου. Ἐν τούτοις καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ συμβαίνουν αἱματηροὶ διαπληκτισμοί, ὡς ἔχετε δεῖγμα τοιαύτης αἱματηρᾶς συμπλοκῆς ἐν ταῖς τελευταίαις ἐφημερίσι τῆς Ἀγγλίας· βλέπετε τί συνέβη ἐν Ἰρλανδίᾳ, ὅπου διατηροῦνται ἀκόμη ἐμπαθεῖς ἀναμνήσεις τῆς ἐποχῆς Γουλιέλμου τοῦ κατακτητοῦ, πολλαὶ καὶ αἱ συμπάθειαι ὑπὲρ τῶν Στουάρδων, ὥστε οἱ μὲν θέλουν νὰ ἑορτάσουν τὸν Κάρολον, οἱ δὲ τὸν Γουλιέλμον. Ἐκ τούτου προῆλθον συναθροίσεις, συμπλοκαὶ αἱματηραί, ἀλλὰ βεβαίως ἐξ αὐτῶν δὲν μέλλει νὰ κλονισθῇ τὸ Ἀγγλικὸν Κράτος, καὶ ὁσαιδήποτε καὶ ἂν γίνουν ταραχαί, εἶναι ἀδιάφορον, τὸ πνεῦμα τοῦ ἔθνους εἶναι εὔρωστον καὶ ἰσχυρότερον παντὸς ἀτοπήματος, οὔτε ὑπάρχει ἄλλο ἔθνος ἐν τοιαύτῃ ὑγείᾳ. Ἀλλ’ ἐντοσούτῳ καὶ ἐκεῖ βλέπετε, ὅτι ἀφίνεται ἡ ἐξουσία ἀπόλυτος καὶ ἀνεξέλεγκτος εἰς τὸ ἔργον τῆς διαλύσεως τῶν συναθροίσεων, διότι εἴτε ὁ Sheri ὁ Εἰρηνοδίκης, εἴτε ἄλλος τις διατάττει τὴν διάλυσιν ἀναγινωσκομένου τοῦ Riot-Act, ὡς ὀνομάζεται, δηλ. τοῦ νόμου περὶ στάσεων· μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν δὲ αὐτοῦ ὅστις ἀτακτήσῃ ὑπόκειται εἰς βαρυτάτην ποινήν· ἠξεύρετε διατὶ προστίθεται καὶ ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ἄλλα πρόσωπα; Διότι ἡ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσκαλέσῃ καὶ τὸν στρατὸν, καὶ νὰ προχωρήσῃ στρατιωτικῶς. Οὐδέποτε ἐν Ἀγγλίᾳ, τὴν ὁποίαν τινὲς πρὸ πάντων ζητοῦν νὰ μιμηθοῦν, καὶ ἐπὶ καλοῦ θέλουν νὰ τὴν μιμηθοῦν, ἐξ ἀγαθοῦ αἰσθήματος, ἐκ φιλελευθέρων προαιρέσεων, οὐδέποτε ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι ἄοπλος ἡ ἐξουσία· τοιαύτη γνώμη ἐν Ἀγγλίᾳ θεωρεῖται αὐτόχρημα ἡ ἀναρχία. Ἡ ἐξουσία, πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ ὅπλα, καὶ ἡ ἐλευθερία πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ μέσα· αὐτὸ ὅμως τὸ νὰ ἔχῃ ἡ ἐξουσία ὅλα τὰ ὅπλα καὶ ἡ ἐλευθερία ὅλα τὰ μέσα, νομίζετε, ὅτι ἕκαστον ἔθνος δύναται νὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ πρόβλημα, νὰ θέσῃ ἐξ ἑνὸς μέρους ὅλα τὰ ὅπλα καὶ ἐξ ἑτέρου ὅλα τὰ μέσα; Ἐὰν ἀφήσητε αὐτὴν τὴν σύγκρουσιν καθ’ ἡμέραν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ, καὶ ἐπὶ τέλους τὸ ἔθνος δύναται νὰ πάθῃ. Δὲν εἶναι λοιπὸν εὔκολον νὰ μιμηθῇ τις τὸ Ἀγγλικὸν παράδειγμα. Παρατηρήσατε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς προσπαθεῖτε διὰ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν νὰ ἀφοπλίσητε τὴν ἐξουσίαν, δηλαδὴ τὴν τάξιν, διότι τὸ νὰ εἴπητε νὰ ἀφοπλίσητε τὴν ἐξουσίαν εἰς τοιαύτην περίστασιν ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ ἀφοπλίσητε τὴν τάξιν. Εἰς τί εἶναι ὀλέθριον νὰ διαλυθῇ σύλλογος, ἢ συνάθροισις; Τί κακὸν μέγιστον προέρχεται ἐκ τῆς διαλύσεώς των; ἁπλῆ ἀναβολή· τάχα ὅλα, ὅσα ἔμελλον ν’ ἀκούσουν ἐν τῷ συλλόγῳ, ἢ νὰ εἴπῃ ὁ ῥήτωρ ἐν αὐτῇ τῇ συναθροίσει, νομίζετε, ὅτι αὐτὰ ταῦτα δὲν φέρονται εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ λαοῦ, ἐπαναλαμβανόμενα ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸν ἄλλον, δὲν διαδίδονται, δὲν κυκλοφοροῦν; Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ζητεῖται· ζητεῖται ἡ ἔκκρηξις τοῦ ἠλεκτρικοῦ σπινθῆρος, εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ ἐπιτυχία, πῶς νὰ γίνῃ ἡ ἔκκρηξις τοῦ ἠλεκτρικοῦ σπινθῆρος, πῶς νὰ ἀναφλεχθοῦν ὅλαι αἱ κεφαλαί, καὶ νὰ προέλθῃ διὰ μιᾶς ἡ τοιαύτη ἔξαψις, ὥστε νὰ μὴ ἀκούηται πλέον, ὀρθὸς λόγος. Ἐν Ἀγγλίᾳ συνέχονται αἱ συναθροίσεις μετὰ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος· ἠξεύρετε κάλλιστα πῶς γίνονται αἱ ἐκλογαί· πρῶτον στηρίζονται εἰς τὴν φανερὰν ψῆφον· διδομένην δι’ ἁπλουστάτου τρόπου παρίσταται ὁ πρῶτος ὑποψήφιος, τὸν ὁποῖον συνιστᾷ ὁ δήμαρχος· ἐὰν ἐλάμβανεν ἐδῶ τοῦτο χώραν θὰ ἔλεγον, πῶς ἡ δημοτικὴ ἐξουσία νὰ συστήσῃ τον ὑποψήφιον; καὶ ἐν τούτοις ἐν Ἀγγλίᾳ τὸν πρῶτον ὑποψήφιον συνιστᾷ ὁ δήμαρχος, ὁ ὑποψήφιος αὐτὸς ἀποτείνει τὸν λόγον πρὸς τὸ κοινόν, καὶ ἂν οὐδεὶς ἀντείπῃ, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἄλλαι πράξεις, οὔτε ψήφου, οὔτε οὐδεμιᾶς ἄλλης βεβαιώσεως· οὗτος ὑπάρχει ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ. Ἐὰν ὅμως ἀναφανῇ καὶ ἄλλος, τότε ἄρχεται ἡ πάλη, τότε ἔρχονται αἱ εὔγλωτοι ἐκεῖναι προσφωνήσεις καὶ ἐξηγήσεις, ἀλλ’ ἐξηγήσεις προγραμμάτων, ἐξηγήσεις πολιτικῶν ἰδεῶν, ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι καθιστοῦν τὸν ὑποψήφιον ὑπόχρεον νὰ τὰς τηρήσῃ· καὶ ἂν δὲν τηρηθοῦν, αὐτὸς πρέπει ἀμέσως νὰ παραιτηθῇ· ἐν Ἀγγλίᾳ μάλιστα δὲν ὑπάρχει παράδειγμά τινος, ὅστις νὰ μὴ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποσχέσεις τοῦ προγράμματός του τοῦ ἐκφωνηθέντος ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, χωρὶς νὰ παραιτηθῇ. Ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἀνετράφη ἐν τοιαύταις συζητήσεσι, δύναται νὰ ὑποστῇ πολλά, διότι δὲν ὑπερισχύει ἡ ὀχλαγωγία, δὲν ὑπάρχει ἐκεῖνο τὸ φιλοτάραχον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον λέγει κάτω ἡ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂς ᾖναι, καὶ ἂν πέσῃ καὶ τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅλα ὁμοῦ, ἐπὶ τῶν ἐρειπίων αὐτῶν ἐγὼ θὰ στήσω τὸν θρίαμβόν μου. Οὐδέποτε θέλετε ἀκούσει ταῦτα ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπὸ καμμίαν μερίδα· καὶ αὐτοὶ οἱ ῥιζοσπάσται, μολονότι θέλουν νὰ ἐξαλείψουν τὸ ἀριστοκρατικὸν σύστημα τῆς Ἀγγλίας, ὅπως ἤθελε καὶ ὁ Βένθαμ, οὐδέποτε ὅμως ὀχλαγωγοῦσιν. Εἰς τὰ 48 ὑπάρχει ἓν καὶ μόνον παράδειγμα, ἂν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη. Δὲν ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ ὄνομα τοῦ κοινωνιστοῦ, τοῦ μοναδικοῦ ἐκείνου....
§34ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ὄκουωρ.
§35ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι· κατὰ λάθος μάλιστα παρουσιάσθη καὶ εἰς τὴν Βασίλισσαν παρά τινος τῶν ὑπουργῶν. Ἀπὸ Ὄκ ἀρχίζει, ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι· μοῦ φαίνεται ὅμως νὰ ᾖναι ὁ Ὄκαν· μόνος αὐτὸς ἐδοκίμασε διαδήλωσιν ἐν Λονδίνῳ, σκοπὸν ἔχων ν’ ἀριθμήσῃ τοὺς ὀπαδούς του, καὶ νὰ ἐκτεθῇ κατὰ τῆς κοινωνίας· τοῦτο κατόπιν ἐξ ἀνακρίσεως ἐβεβαιώθη, ὅτι δὲν ἦσαν ἁπλαῖ ἐπιδείξεις ὅ,τι ἔπραττον. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἐπίδειξις κατὰ τὸ προδιατεθειμένον σχέδιον, ἐξήγειρεν ὅλην τὴν πόλιν τοῦ Λονδίνου. Οὐχὶ ἡ ἐθνοφυλακὴ, ἡ ὁποία ἐκεῖ δὲν ἔχει τοιοῦτον ὀργανισμόν, ἀλλ’ ὅλοι οἱ ἔμποροι καὶ οἱ βιομήχανοι συνηθροίσθησαν καὶ εὑρέθησαν ἑκατοντάκις πολυπληθέστεροι, καὶ ἐματαιώθη οὕτω ἡ ἀπόπειρα. Τοῦτο εἶναι τὸ μοναδικὸν παράδειγμα κατὰ τοὺς ἡμετέρους χρόνους. Ἔχομεν εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους παραπλήσιον παράδειγμα ἑνὸς Γόρδωνος, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐκ Σκωτίας, ὁ ὁποῖος ὥπλισεν ἐν τῇ πόλει τοῦ Λονδίνου πολλοὺς, ἐπετέθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τῶν ὑπουργῶν, καὶ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας σχεδὸν ἔμεινε κάτοχος τοῦ Λονδίνου, ἕως ὅτου κατετροπώθη καὶ ἐκρεμάσθη. Βλέπετε, ὅτι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, μολονότι ὑπάρχουν τοιαῦτα ἤθη, τοιοῦτον φρόνημα, τοιοῦτον αἴσθημα, τοιοῦτον σέβας, καὶ ἐκεῖ δύνανται νὰ συμβοῦν παρεκτροπαί· ἀλλὰ πρὸ πάντων σᾶς λέγω, ὅτι αἱ δημόσιοι συναθροίσεις εἰς τοῦτο χρησιμεύουν, εἰς τὸ νὰ καταδείξουν τὸ φρόνημα τοῦ ὑποψηφίου κατὰ τὰς ἐκλογάς, εἰς τὸ νὰ τὸν καταστήσουν ὑπόχρεων νὰ τηρήσῃ τὰς ὑποσχέσεις του, καὶ εἰς τὸ νὰ τὸν καταστήσουν ὑπόχρεων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μὴ τήρησιν αὐτῶν, ἢ ἂν δὲν ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μὴ τήρησιν, νὰ παραιτηθῇ, καὶ νὰ ζητήσῃ ἐκ νέου τὰς ψήφους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συμμερίζονται τὰς γνώμας αὐτοῦ. Τώρα ἐρωτῶ, ἔχομεν σκοπὸν νὰ εἰσάξωμεν τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν; Ἔχομεν σκοπὸν ν’ ἀποκρούσωμεν αὐτήν; Ἂν τὸ δεύτερον, πῶς θέλομεν ἀποσπάσει ἐξ ὅλων τῶν ἐθίμων αὐτὸ τὸ μοναδικὸν τῶν συναθροίσεων, αὐτὸ καὶ μόνον, καὶ νὰ τὸ θέσωμεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς κοινωνίας; Μὴ καὶ αὐτὸ τὸ ἴδιον εὑρεθῇ ἐν ἀπορίᾳ ἐν τῷ μέσῳ ὅλων τῶν λοιπῶν θεσμῶν, ὅλως ἀλλοτρίων, μὴ καὶ αὐτὸ τὸ ἴδιον μᾶς εἴπει, πῶς μὲ ἀφίνετε μόνον; πῶς δὲν μοὶ δίδετε συνοδείαν; πῶς δὲν εὑρίσκετε τρόπον νὰ ᾖναι καὶ ἐγὼ συντελεστικόν; εἰς τί μέλλει τότε νὰ χρησιμεύσῃ, ἐὰν ᾖναι ἄχρηστον εἰς τοὺς ὑποψηφίους, ἐὰν δὲν πρόκειται πανδήμως νὰ ἐκφράσουν οἱ ὑποψήφιοι Βουλευταὶ τὰς πεποιθήσεις αὐτῶν; Τότε λέγω, ὅτι μέλλει νὰ χρησιμεύσῃ μόνον διὰ τὴν ὀχλαγωγίαν, διὰ τὴν ἀναρχίαν, διὰ τὰ σχέδια τῶν ὀλίγων ἐκείνων, οἵτινες ἐννοοῦν τὴν πρωτεύουσαν ὡς κεφαλὴν ὑποτεταγμένου σώματος, ὥστε ἅμα χειραπτάσουν τὴν κεφαλὴν, νὰ ᾖναι κύριοι ὅλου τοῦ σώματος.
§36ΡΗΓΑΣ ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ τὸν παρακαλέσω τὸν ἀγορεύοντα νὰ μὴ παραλείψῃ καὶ ἄλλα τινὰ, διὰ νὰ μᾶς φωτίσῃ· πρῶτον δὲν μᾶς εἶπε περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι ἐν Δανίᾳ· δεύτερον νὰ μᾶς καταδείξῃ ποῖος εἰς τὴν Ἑλλάδα σύλλογος ἐστάθη ἐπικίνδυνος ἢ ποία συνάθροισις;
§37ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ ἔλθω. — Καὶ τῳόντι, Κύριοι, ὁ δημόσιος βίος εἶναι κάμινος, φλογερὰ κάμινος, διὰ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ διέλθῃ τις, διὰ νὰ σχηματισθῇ, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ κάμινος ὅσον φλογερὰ καὶ ἂν ᾖναι, πρέπει νὰ μὴ καταναλώσῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους μέλλει νὰ σχηματίσῃ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν αὐτὸ, ὅτι καταναλίσκει, ὅτι κατατήκει, τότε οὐδεὶς δημόσιος βίος σχηματίζεται, τότε ἀποσύρονται οἱ ἄνθρωποι οἱ εἰλικρινεῖς, οἱ ἄνθρωποι, οἱ βλέποντες βέβαιον τὸ ναυάγιον, ἀποσύρονται τοῦ σκάφους, καὶ τὸ ἐγκαταλιμπάνουν εἰς τοὺς λυμεῶνας, τοὺς τυχοδιώκτας, τὸ ἐγκαταλιμπάνουν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ νομίζουν ἕρμαιον τῆς στιγμῆς, ἕρμαιον τῆς ἐξάψεως τοῦ πλήθους. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν παύω νὰ σέβωμαι τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ ἐνθυμεῖσθε πολλάκις, ἐγὼ αὐτὸς ἐπεκαλέσθην καὶ αὐτὴν, ἐν ὥρᾳ κινδύνου μεγάλου τῆς πατρίδος. Οὐδέποτε ἐδίστασα εἰς τὸ ὑγιὲς πνεῦμα τοῦ λαοῦ, καὶ σᾶς εἶπον ἡσυχάσατε· δὲν φοβοῦμαι τίποτε, ἔχω τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· καὶ οὔτε αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔπαυσα νὰ ἔχω ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτόν. Ἐπειδὴ ὅμως εἰς αὐτὸν ἔχω ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην, δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν δὲν θέλω, ὥστε ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ, ἐν ὁρμῇ τοῦ πάθους, οἱ ὠφελούμενοι ἐκ τῆς ἐπιπολαιότητος ὀλίγων τινῶν, νὰ κάμνουν ἐκδηλώσεις ἐπιπλαστοὺς, καὶ διὰ τοιούτων μέσων νὰ ἐξαπατοῦν καὶ νὰ ἀφαρπάζουν ἐκείνην τὴν ἐξουσίαν, ἥτις εἰς τὸν λαὸν ἀνήκει. Τί νομίζετε, ὅταν ὀλίγοι ἐν τῇ πρωτευούσῃ κατορθόνωσι διὰ τοιούτων θορυβωδῶν ἐκδηλώσεων τοὺς σκοπούς των, νομίζετε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπόφασις τοῦ λαοῦ, ὅτι ὅλος ὁ λαὸς εὑρίσκεται μετ’ αὐτῶν καὶ χειροκροτεῖ καὶ συμπράττει; Οὐδόλως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀποφασίζει ἐν ἀκαρεῖ, καὶ ἐντὸς 5 λεπτῶν τῆς ὥρας· περιμένει, πολλάκις ἔτη περιμένει, καὶ ὅσον βραδύτερον σχηματίζεται ἡ κρίσις του, τόσον εἶναι ἀσφαλεστέρα, τόσον εἶναι δικαιοτέρα. Δὲν εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν διόλου αὐτῶν τῶν ἐξάψεων, αὐτῶν τῶν παροξυσμῶν. Αὐτοὶ οἱ παροξυσμοὶ καὶ αὐταὶ αἱ ἐξάψεις δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ νόσος τῆς κοινωνίας, καὶ ὅσοι ἐργάζονται ὑπὲρ αὐτῶν δὲν ἐργάζονται ἄλλο, εἰμὴ νὰ ὠφεληθοῦν ἐκ τῆς νόσου, ὅπως ὅσοι ζητοῦν νὰ ὠφεληθοῦν καὶ ἐκ τῶν ναυαγίων· λέγω, ὅτι εἶναι δύσκολον, ἵνα μεταφυτευθοῦν αὐτὰ τὰ ἤθη τῶν συναθροίσεων ἐκ τῆς Ἀγγλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὑποθέσατε μίαν στιγμὴν, ὅτι παραδεχόμεθα τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν· ὑποθέσατε, ὅτι παραδεχόμεθα καὶ ἡμεῖς, νὰ παρίστανται τοιουτοτρόπως ὑποψήφιοι ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ, καὶ νὰ ἀπαγγέλλουν τὰ πολιτικάς των γνώμας, καὶ τὰ πολιτικά των σχέδια. Νομίζετε, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην αὐτῆς τῆς διατάξεως, διὰ νὰ ἐπιτρέπηται τὸ τοιοῦτον; νομίζετε, ὅτι αὗται αἱ συναθροίσεις ἐξαρτῶνται μόνον ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου; Θὰ ᾖναι συνέπεια τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον θέλετε παραδεχθῆ, ὁ νόμος περὶ ἐκλογῆς θὰ προβλέψῃ, νὰ καθιερώσετε τί μέλλει νὰ γείνῃ τότε, ἂν ἐπιτρέπεται ἢ δὲν ἐπιτρέπεται ὁ ὑποψήφιος νὰ παρίσταται ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ἢ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ πρὸς αὐτόν; Τί νομίζετε; Ἐμὲ τὸν ἴδιον μὲ ἐκώλυσαν νὰ ὁμιλήσω πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου. Ἔπαθον, καὶ ἠδυνάμην νὰ τὸ ἐπικαλεσθῶ τὸ πάθημά μου, ἠδύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε· σὲ ἐπροστάτευσε νόμος τις ὥστε νὰ μὴ ἐμποδισθῇς ἀπὸ τοῦ νὰ ὁμιλήσῃς μετὰ τῶν ἐκλογέων σου; Βεβαίως, Κύριοι, καὶ αὐτὸς ὁ νόμος ἐὰν ὑπῆρχεν, δὲν ἤθελε μὲ προστατεύσει, καὶ ὅλαι αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν μὲ ἐμπόδισαν νὰ ὁμιλῶ, ἀλλὰ μὲ ἐμπόδισαν νὰ εἰσέλθω εἰς ἓν χωρίον, καὶ τότε ἐννοεῖτε, ἠμποροῦν νὰ ἰσχύουν ὅλαι αἱ διατάξεις περὶ τοῦ λαλεῖν πρὸς τὸν λαὸν εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσαι. Μὲ ἐκράτησαν ἔξω τοῦ χωρίου, καὶ τότε πρὸς ποῖον νὰ ὁμιλήσω ἔξω αὐτοῦ; ἔξω τοῦ χωρίου, δὲν μ’ ἐμπόδισε κανεὶς νὰ ὁμιλήσω (γέλως!) καὶ ὄχι μόνον δὲν μ’ ἐμπόδισαν, ἔχω καὶ μάρτυρας τοῦ πράγματος, μετέβην εἰς ἄλλο χωρίον καὶ συνηθροίσθησαν 400, καὶ τοῖς ὡμίλησα ἐλευθέρως, τοῖς εἶπον τὰς γνώμας μου, τοῖς εἶπον τὰς κρίσεις μου· εἶναι ἐδῶ ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς, ὁ ὁποῖος τὸ ἐνθυμεῖται κάλλιστα. Μοὶ ἀπηγόρευσαν τὸ Μαρκόπουλον, ἀλλ’ ὑπῆγα εἰς Λιόπεσην, ὑπῆγα εἰς Κορωπῆν, καὶ ὡμίλησα πρὸς ὅλους τοὺς χωρικούς, καὶ οὐδεὶς μ’ ἐμπόδισε νὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν εἶχε συμφέρον ἡ Κυβέρνησις νὰ μ’ ἐμποδίσῃ νὰ μὴ ὁμιλῶ· δὲν ὑπῆρχεν ἐκεῖ κάλπη ψηφοδόχος, ἡ Κυβέρνησις κατεῖχε τὴν κάλπην. Τὰ προγράμματά μου ἦσαν γνωστά, τὰ εἶχον τοιχοκολλήσει εἰς τοὺς δρόμους, καὶ εἶχον καὶ τὴν ἀξιέπαινον φροντίδα αἱ ἐφημερίδες νὰ δημοσιεύσουν αὐτὰ καὶ νὰ ἐπαινέσουν τὰς γνώμας μου. Ἔχω ἀρκετὴν λοιπὸν πεῖραν νὰ σᾶς εἴπω τί ὠφελοῦν αὐταὶ αἱ διατάξεις καὶ τί δὲν ὠφελοῦν· εἰμπορῶ ὅμως καὶ νὰ σᾶς εἴπω τί βλάπτουν. Ἀνησυχῶν τῷ ὄντι ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μαντινείας, μὴ σιωπήσω περὶ Δανίας, μὲ εἶπε, διατὶ δὲν ἀναφέρω τὸ παράδειγμα τοῦ Δανικοῦ πολιτεύματος; Δὲν δύναμαι ἀσφαλῶς νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ Δανικοῦ πολιτεύματος. Ἄλλοι ἐπεσκέφθησαν τὴν Δανίαν, ἄλλοι γνωρίζουν κάλλιον ἐμοῦ. Ἴσως δὲν εἶναι ἀκριβῆ ὅσα σᾶς εἶπον, οἱ εἰδότες δύνανται νὰ ἐπιμαρτυρήσουν ἢ νὰ ἀποδοκιμάσουν· ἐκτίθεμαι λοιπὸν εἰς μικρόν τινα κίνδυνον. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα ἐκ πολλῶν ἐφημερίδων καὶ ἐκ πολλῶν διατριβῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγράφησαν περὶ Δανίας, ἡ κακὴ ἔκβασις αὐτοῦ τοῦ πολέμου χρεωστεῖται ἐν μέρει εἰς αὐτὰς τὰς δύω τάξεις τοῦ Δανικοῦ πολιτεύματος· (ὤ! ὤ! ἀριστερόθεν) Ἓν ὤ, δὲν λέγει τίποτε· δὲν λέγει ἄλλο, πλὴν ὅτι, Κύριε, δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην σου· αὐτὸ νομίζω ὅτι ἐκφράζει· καὶ ἐγὼ λέγω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὤ, ἐγὼ τοῖς λέγω ἂ, (γέλωτες). Πῶς, Κύριοι, συνετέλεσαν αὐτοὶ οἱ σύλλογοι, αὗται αἱ ἑταιρίαι, αὗται αἱ συναθροίσεις ἐν ὑπαίθρῳ, πῶς συνετέλεσαν εἰς τὴν κακὴν ἔκβασιν τοῦ πολέμου; Ἐπίεσαν τὴν Κυβέρνησιν· τὴν ἐπίεσαν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἀναγινώσκετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πιέζεται, καὶ ἀναγινώσκετε ὅτι ὁ στρατὸς, τοῦ ὁποίου τὸ αἷμα ποταμηδὸν ἔῤῥευσεν εἰς τὰ πεδία τῆς μάχης, καὶ οὐδαμοῦ ἐφείσθη τῆς ζωῆς του, αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κατέχῃ τὴν πρωτεύουσαν, καὶ διὰ τῶν ὅπλων ἀπειλεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προπαρασκευάζουν ἐκδηλώσεις καὶ συναθροίσεις· καὶ εἰξεύρετε ποῖοι ἐνεργοῦν αὐτὰς τὰς συναθροίσεις, εἴτε ἐν ὑπαίθρῳ, εἴτε ὁπουδήποτε· ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν προκινδυνεύουν τὴν ζωήν των ὑπὲρ τῆς πατρίδος, (εὖγε, εὖγε), οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐπὶ τοῦ ἀσφαλοῦς.....
§38ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἔχυσε καὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς τὸ αἷμά του.
§39ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἔχυσα, οὔτε καυχῶμαι διὰ τοῦτο· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐλευθέραν κρίσιν μου.
§40Κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ. Τὸ ἔχυσεν ὁ Γλαράκης.
§41ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην κἀνεὶς νὰ χύσῃ τὸ αἷμά του διὰ νὰ ἔχῃ ἐλευθέραν κρίσιν. Ἐνῷ, λέγω ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς ἐκεῖνοι ἐκραύγαζον. Ποία εἶναι ἡ αἰτία αὐτοῦ τοῦ πολέμου, τὸ γνωρίζετε κάλλιστα. Ἡ ἀντίθεσις δύω ἐθνικοτήτων· δὲν εἶναι ἄλλο. Τί ἀπαιτοῦν ἐν τῇ πρωτευούσῃ; Ἀπαιτοῦν τὸν δεσποτισμόν· ἀπαιτοῦν νὰ ὑποτάξουν καὶ νὰ πιέσουν τὴν ἐθνικότητα τῶν Γερμανῶν· κάθε Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ὑπηρετεῖ αὐτὸ τὸ σχέδιον, πολεμεῖται, ὑποσκάπτεται, δυσφημεῖται, γίνονται κατ’ αὐτῆς ἐκδηλώσεις, καὶ δὲν ἔχει τὴν τόλμην νὰ πράξῃ ἐλευθέρως κατὰ τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατείας, δὲν ἔχει τὴν τόλμην νὰ πράξῃ ὑποχωρήσεις ἐν ἀνάγκῃ. Ποῖος διστάζει, ὅτι ἐὰν ἐγένοντο ὑποχωρήσεις, δὲν ἤθελε κάμει ἡ Δανία τοιαύτας θυσίας· καὶ ἂν ἦσαν κύριοι μέχρι σήμερον αὐτοὶ οἱ συναθροιζόμενοι, ἔπρεπε νὰ καταστραφῇ ὁλόκληρος ὁ στρατὸς, ἔπρεπε νὰ μείνουν μόνον τὰ τεθρυμματισμένα λείψανα τῶν ταγμάτων, καὶ τότε μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπροκινδύνευσαν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχυσαν οὔτε ρανίδα αἵματος, οἱ ὁποῖοι ἀπήτουν περὶ τοῦ κινδύνου τῶν ἄλλων, τότε μόνον νὰ ἡσυχάσουν πρὸς στιγμὴν καὶ νὰ φιμωθοῦν πρὸς ὥραν, καὶ πάλιν ἀκόμη νὰ σπαράττωνται, πάλιν ν’ ἀσπαίρουν. Τί νομίζητε, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ἔλθωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς στιγμὴν κινδύνου τῆς πατρίδος; ὅτι δὲν θέλομέν ποτε εὑρεθῆ εἰς θέσιν, ὥστε νὰ ὑπερασπίσωμεν τὴν πατρίδα καὶ μὲ τὸν κίνδυνον τῆς ζωῆς μας; Καὶ θέλετε τότε νὰ εὕρητε ὄπισθεν ἡμῶν τοιούτους ἀνθρώπους, σύλλογον τοιούτων θρασυδείλων, ἐν ὑπαίθρῳ συνάθροισιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦν σεῖς μὲν ν’ ἀποθάνητε, ἐκεῖνοι δὲ νὰ κάθηνται ἀβλαβεῖς καὶ νὰ διατάττουν; Ὁμιλοῦν, Κύριοι, περὶ τῶν συλλόγων καὶ τῶν συναθροίσεων ἐν εὐθέτοις χρόνοις, ἐν καιρῷ ἠρεμίας· καὶ τότε λέγουν, ποῖος ὁ κίνδυνος; Βεβαίως οὐδεὶς ὁ κίνδυνος. Ὅταν ὅλοι ἦναι εἰς τὴν ἐξοχὴν, ὅταν ὁ καύσων ᾖναι μέγας, ὅταν ἡ πνὺξ ᾖναι κάμινος φλογερὰ καὶ ὁ ἥλιος κατακόρυφος, οὐδεμίαν φοβοῦμαι συνάθροισιν ἐν ὑπαίθρῳ· ἀλλ’ ὅταν ἔλθουν αἱ στιγμαὶ τῶν κινδύνων, αἱ στιγμαὶ τῶν ἐξάψεων, ὅταν ᾖναι ἰσόπαλα τὰ κόμματα· δυστυχῶς εἶναι τὸ δεινότερον πρόβλημα ἑκάστης κοινωνίας, τὸ ἰσόπαλον τῶν κομμάτων, ὅταν ἔλθουν ἰσόπαλα τὰ κόμματα, τότε εἶναι ἕτοιμα εἰς σύγκρουσιν· καὶ θέλετε παράδειγμα; σᾶς εἶπον, ὅτι ἔζησα ἐν δημοκρατίᾳ καὶ ἐκεῖθεν λαμβάνω τὸ παράδειγμα. Ἀναγνώσατε τί συνέβη ἐσχάτως ἐν Γενεύῃ. Ἀναγνώσατε πόσοι ἐφονεύθησαν, καὶ διατί ἐφονεύθησαν; διότι ἦσαν ἰσόπαλα τὰ κόμματα, διότι ἦσαν ἕτοιμα ἑκάστην στιγμὴν νὰ λάβουν τὰ ὅπλα· ὅταν δὲν ᾖναι ἰσόπαλα τὰ κόμματα, ἡ ἀπόφασις εἶναι προφανὴς, ἐδῶ εἶναι ἡ πλειονοψηφία· θέλεις νὰ παλαίσῃς κατὰ τῆς πλειονοψηφίας; ἔχεις νὰ διατρέξῃς μέγαν κίνδυνον. Ὅταν ὅμως ᾖναι ἰσόπαλα τὰ κόμματα, τότε ἔρχονται οἱ σύλλογοι, τότε σᾶς ἐρωτῶ, τί πράττουν οἱ σύλλογοι ἐν καιρῷ ταραχῶν; ὁ εὔγλωττος προλαλήσας δὲν ὡμίλησε περὶ τῶν καιρῶν τοῦ σάλου, ὡμίλησε περὶ τῶν εὐθέτων χρόνων, καὶ ἐλησμόνησε τί ἦσαν οἱ σύλλογοι ἐν Γαλλικῇ ἐπαναστάσει, ποῖος ἐκύλισεν εἰς τὸ αἷμα τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν. Ὅταν ἤρχοντο ἑκάστην ἑσπέραν καὶ ἐζήτουν κεφαλὰς, ποῖος ἠδύνατο νὰ τὰς ἀρνηθῇ; Ποῖος ἐτόλμα; ὁμιλήσατε! Ὁ ἐνάρετος πολίτης, ὁ ἔξοχος στρατιωτικὸς, ὁ ὁποῖος ᾐσθάνετο τὴν καρδίαν του πάλλουσαν ἐπὶ πατριωτισμῷ, αὐτὸς ὁ Hoche ἔμελλε νὰ φέρῃ εἰς τὴν λαιμητόμον τὴν κεφαλήν του, ἀφοῦ ἔσωσε τὴν Γαλλίαν.
§42ΤΙΝΕΣ. Ἀπέθανε.
§43ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἐκινδύνευσε νὰ λαιμοτομηθῇ, ἐτέθη εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ὑπάρχει ὑποψία ὅτι ἐδηλητηριάσθη· ἀλλ’ ἐτέθη εἰς τὰς φυλακὰς κατηγορούμενος παρὰ τοιούτων συλλόγων. Ὅταν λοιπὸν νομοθετῶ, πρὸ πάντων προβλέπω ποῦ εἶναι αὐτὸς ὁ κίνδυνος· πῶς σώζεται ἡ πατρὶς αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοῦ κινδύνου; ἔπειτα ἐξετάζω νὰ ἱκανοποιήσω ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, ἐκείνας τὰς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας περὶ πολλοῦ ποιοῦνται, ὅσοι νομίζουν, ὅτι πολὺ ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτῶν· ὅσοι δίδουν ἀνωτέραν ἀξίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀληθῶς ἔχουν. Μετὰ ταῦτα ἐρωτῶ, ἐξ αὐτῶν τῶν ἐλευθεριῶν δύναται νὰ πηγάσῃ τὶ καλόν; δύναται νὰ πηγάσῃ τί σπουδαῖον; Τί σπουδαῖον θὰ πηγάσῃ ἐκ τοιούτων ἐν ὑπαίθρῳ τυχαίων συναθροίσεων; Πότε ἠκούσατε, ὅτι ἐν αὐταῖς ταῖς συναθροίσεσιν ἔγειναν τῳόντι σπουδαῖαι συζητήσεις, σοβαραί; ὅτι τῳόντι ἠκούσθη ἐκεῖ ἡ σοβαρὰ, ἡ ὥριμος κρίσις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν; Ὄχι, δὲν ἠκούσθη ποτὲ ἡ σοβαρὰ, ἡ ὥριμος κρίσις· δὲν ἠκούσθη ἄλλο εἰμὴ ὁ λόγος ὁ ἐμπαθὴς, ὁ λόγος ὁ ὁποῖος κινεῖ τὰ πλήθη. Θέλετε νὰ μ’ ἀναφέρητε ὡς παράδειγμα τὸν Ὀκάνελλον; Μάλιστα τὸν παραδέχομαι. Τί ἦτο ὁ Ὀκάνελλος; Ἦτο le grand agitateur, ἦτο ὁ μέγας ταραξίας, καὶ ἔπρεπε νὰ ᾖναι τοιοῦτος διὰ νὰ διασείσῃ τὴν σκληρὰν νομοθεσίαν τῆς Ἀγγλίας τὴν ἐπικειμένην εἰς τὴν Ἰρλανδίαν. Ὁ Ἰρλανδὸς δὲν ἦτο ἴσος ἐνώπιον τοῦ νόμου· ἡ τύχη τοῦ Ἰρλανδοῦ ἦτο ἡ σκληροτέρα παντὸς ἄλλου ἀνθρώπου ἴσως ἐν τῷ κόσμῳ· δὲν ὑπάρχει παράδειγμα πλείονος αὐστηρότητος· αὐτοὶ οἱ ἐλεύθεροι νόμοι τῆς Ἀγγλίας ὅμως ἔδωσαν ἰσχυρὸν μοχλὸν εἰς τὰς χεῖρας ἀνδρὸς, ὅστις εἶχε μεγάλην ἐπιτηδειότητα νὰ τὸν μεταχειρισθῇ. Ἠπείλει, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐνήργει. Ποσάκις ὁ Ὀκάνελλος ἐκήρυξεν, ὅτι μέλλει νὰ ζητήσῃ τὸν χωρισμὸν τῆς Ἰρλανδίας ἀπὸ τῆς Ἀγγλίας; οὐδέποτε τὸ ἔπραξεν· οὐδέποτε τὸ ἐζήτησε· ποσάκις ὁ Ὀκώνελλ ἠπείλει, ὅτι εἰσέρχεται ἐπὶ κεφαλῆς 500 χιλιάδων, ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἀνδρῶν, εἰς Λονδῖνον, πρωτεύουσαν τῆς Ἰρλανδίας. Δὲν τὸ ἔπραξε, δὲν εἰσῆλθεν.
§44Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπρόδωκε.
§45ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰξεύρετε τί ἐπρόδωκε; τὰς κακὰς θεωρίας, τὴν ἀναρχίαν, τὰς ἐπρόδωκε τοιουτοτρόπως, ὥστε δὲν ἀφῆκε νὰ εἰσχωρήσουν ἐν τῇ Ἰρλανδίᾳ, καὶ ὅταν εἶδεν ἡ Ἀγγλία ὅλας τὰς ἐγγυήσεις τῆς τάξεως, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀντιστῇ κατὰ τῆς εὐγλωτίας ἀνδρὸς, ὅστις ὑπερησπίζετο τὰ δικαιώματα τῆς ἀνθρωπότητος. Ἔπαινος πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς πάντα, ὁ ὁποῖος εἰξεύρει τοιουτοτρόπως νὰ μεταχειρισθῇ τοὺς πολιτικοὺς θεσμοὺς, ὥστε νὰ προδίδῃ τὰ συμφέροντα τῆς ἀναρχίας. Εἶναι σπάνιον, λέγω, νὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος τοιαύτην ἐξασκῶν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ πλήθους, μαγικὴν ἐπιῤῥοήν· ὁ λόγος τοῦ Ὀλανέλλου ἦτον ὁ λόγος ὅλων τῶν Ἰρλανδῶν, ὁ λόγος 8 ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων. Ἡ φωνή του ἦτο φωνὴ 8 ἑκατομμυρίων Ἰρλανδῶν. Εἶναι μοναδικὸν ἴσως παράδειγμα ἐν τῷ κόσμῳ· οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ καυχηθῇ ὅτι ἔγεινε κύριος τῆς καρδίας ὅλου τοῦ ἔθνους του, καὶ ἔθνους τόσον πολυπληθοῦς, ἔθνους τόσον πολυπαθοῦς, ἔχοντος τοσαύτας ἀξιώσεις, τοσαύτας ἀπαιτήσεις. Ὅλα τὰ ὑπέφερε, καὶ ἐθεώρει τὸν λόγον τοῦ Ὀκανέλλου ὡς λόγον παρήγορον, ὡς βάλσαμον ἐπὶ τῶν πληγῶν του· καὶ οὐδέποτε ὑπερέβαινε τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον ὁ Ὀκάνελλος ἔθετε, διότι ἔβλεπε ὅτι βαδίζει μετὰ περισκέψεως· καὶ ἐνῷ ἐξ ἑνὸς μέρους, ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου βαρέως ὕβριζε τὴν Ἀγγλικὴν ἀριστοκρατίαν, λέγων κατ’ αὐτῆς λέξεις, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἐῤῥέθησαν καθ’ ὁποιασδήποτε τάξεως τῆς ἀνθρωπότητος, δὲν ἐξῆπτεν ἐν τούτοις τὰ πλήθη εἰς στάσιν, οὔτε ἔθετε τὰ ὅπλα ἐν χερσὶν αὐτῶν, ἀνάπτων ἐμφύλιον πόλεμον, ὥστε νὰ κρημνίσῃ τὴν πατρίδα του εἰς τὴν ἄβυσσον τῆς καταστροφῆς. Τὴν ἐκράτησε· δὲν ἔπαυσεν ὅμως μαχόμενος κατὰ τῶν προνομίων τῆς Ἀγγλίας διὰ τοῦ λόγου, ἕως ὅτου αὐτὰ ἔπεσαν πρὸ τῶν ποδῶν του, καὶ συνετρίβησαν. Εἶναι τῷ ὄντι σπανιώτατον, Κύριοι, νὰ ᾖναι εἰς τοιοῦτον βαθμὸν Κύριος αὑτὸς ἑαυτοῦ ὁ πολιτικὸς ἄνθρωπος, ἐνῷ ἐξασκῇ ἀπεριόριστον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν ὁμοίων του, εἶναι σπάνιον τῳόντι. Ὑπάρχουν πολλοὶ ἄνθρωποι μεγάλων γνώσεων, ἰδεῶν φιλελευθέρων, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐξασκοῦν, εἰμὴ ἐπὶ 4, 5 ἀτόμων, οὐδεμίαν ἐξασκοῦν δύναμιν ἐπὶ τοῦ πλήθους. Εἶναι δῶρον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποκτᾶται διὰ τρόπου γνωστοῦ, διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος διδάσκεται· πολλαὶ περιστάσεις πρέπει νὰ συντρέξουν διὰ νὰ καρποφορήσῃ τὸ δῶρον τοῦτο, ἐξ ὧν νὰ καταδειχθῇ, ὅτι αὐτὸς ὁ ἔξοχος πολίτης ἔχει ἐν ἑαυτῷ τὸ ἀπόῤῥητον ὅλης τῆς κοινωνίας, καὶ αὐτὸ τὸ ἀπόῤῥητον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐν ἑαυτῷ ὅλης τῆς κοινωνίας, μολονότι καθ’ ἡμέραν δὲν τὸ καταβιβάζει εἰς τὰς ἀγυιάς, οὐχ ἧττον τὸ διατηρεῖ. Τὸ νὰ γεννηθῇ λοιπὸν τοιαύτη σχέσις ἐμπιστοσύνης, νομίζετε, ὅτι εἶναι πρᾶγμα τυχαῖον; Ἐὰν ὅμως συμβῇ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ ᾖναι φιλόδοξος — δὲν εἶναι σπάνιον, Κύριοι, ὅταν ἔχῃ τις τοιαῦτα δῶρα νὰ ᾖναι φιλόδοξος—ἐὰν τύχῃ τῳόντι νὰ ᾖναι φιλόδοξος, ποίαν χρῆσιν νομίζετε θὰ κάμῃ; Νομίζετε θὰ ὑποφέρῃ αὐτοὺς τοὺς φραγμοὺς, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ διασκεδάσῃ ὁποίαν στιγμὴν θέλει, καὶ οἱ ὁποῖοι πίπτουν ἐνώπιόν του ὡς φάσματα; Νομίζετε, ὅτι θὰ σεβασθῇ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα φαίνονται μεγάλα καὶ δεινὰ διὰ τοὺς ἀδυνάτους, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἐνώπιον τοῦ προνομιούχου τούτου ἀνθρώπου εἶναι ἱστὸς ἀράχνης.
§46Δ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος, Κ. Πρόεδρε· εἶναι ἐκτὸς τοῦ ζητήματος (θόρυβος).
§47ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εὑρίσκομαι πλησίον τοῦ ζητήματος, οὐχὶ ἐντὸς ἐκείνων τῶν ὁρίων, ἐντὸς τῶν ὁποίων τῳόντι ἐπραγματεύθη εὐστοχώτατα ὁ ἔντιμος πληρεξ. Σπετσῶν· καὶ ἐπειδὴ τὰ ἐπραγματεύθη εὐστοχώτατα, νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ τὰ συμπληρώσω, καὶ νὰ τὰ συμπληρώσω παριστάνων, ὅτι δὲν πρέπει τις ἐντὸς τοῦ συντάγματος εὐκόλως καὶ ἐπιπολαίως νὰ καταθέτῃ τὰ σπέρματα τοιούτων μελλουσῶν ταραχῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὰ καταθέτῃ ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς καταθέσεως τοιούτων σπερμάτων, οὐδὲ ὑπάρχει ἀνάγκη εἰς τὸν δημόσιον βίον τοῦ νὰ καθιερωθοῦν τοιοῦτοι καὶ τοιοῦτοι σύλλογοι, καὶ τοιαῦται συναθροίσεις. Αὐταὶ αἱ τοιαῦται συναθροίσεις δύνανται νὰ ᾖναι ἀναγκαῖαι· πότε; εἰς ἔθνος τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ ζυγὸν δουλείας ἢ προστασίας ὅπως ἐν Ἰρλανδίᾳ. Τὸ ἐννοῶ διὰ νὰ πολεμηθῇ ἐντὸς τοῦ κράτους, τὸ ὁποῖον περιέχει ἐν ἑαυτῷ πολλὰς ἐθνικότητας, ὑπὸ τὴν πίεσιν τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ἡ μία ἐθνικότης ἐπὶ τῆς ἄλλης. Καὶ βλέπετε, ὅτι καὶ τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐν Δανίᾳ. Ὑπάρχουν πολλαὶ ἐθνικότητες καὶ ἤθελεν ἡ μία νὰ μεταχειρισθῇ μέσα καταθλιπτικὰ κατὰ τῆς ἄλλης ἢ τἀνάπαλιν, καὶ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ἦσαν αὐτοὶ οἱ σύλλογοι· ἤθελον νὰ καταβάλουν τὴν ἄλλην ἐθνικότητα. Διὰ τοιούτων ἐπιδράσεων, διὰ τοιούτων συζητήσεων φθάνουν εἰς σημεῖον, ὥστε δημοσίως νὰ ἐνεργοῦν, ἄνευ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, συναθροίσεις τοιαύτας, ὅπως τὰς ἤθελον ἴσως καὶ αἱ Κυβερνήσεις. Ἡ Κυβέρνησις ἐφαίνετο ἀνεύθυνος, καὶ ἐφαίνετο ὅτι ἐνέδιδεν ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης. Μέχρι τινὸς λοιπὸν ἦτο χρήσιμος ἡ ἐνέργειά των, ἀλλ’ ἔρχεται ἡ στιγμὴ, καὶ δυστυχῶς καλύπτεται μὲ πένθος ἡ πατρὶς διὰ τοιούτους θεσμούς· καὶ ἂν ἐρωτήσῃ τις, ἦτο μεγαλειτέρα ἡ ὠφέλεια, ἢ μεγαλειτέρα ἡ βλάβη, ἀφίνω ἕκαστον νὰ τὸ κρίνῃ. Τί ἀνάγκην εἶχε νὰ πιέζῃ ἡ μία τὴν ἄλλην ἐθνικότητα ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ Κράτους; Δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν ἀφήσῃ ν’ ἀναπτυχθῇ ἐλευθέρως; Λέγω λοιπὸν συμπεραίνων, ὅτι τοιοῦτοι σύλλογοι ἐν τόπῳ δημοσίῳ, ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις οὐχὶ σύλλογοι, συναθροίσεις ἐν τόπῳ δημοσίῳ, ἐν ὑπαίθρῳ, καὶ σύλλογοι ἕτεροι, περὶ τῶν ὁποίων θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ λάβω τὸν λόγον κατόπιν ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ εἰδικοῦ ἄρθρου, τοιαῦτα μέσα, λέγω, δὲν συντελοῦν ποσῶς πρὸς στερέωσιν τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, ἀλλὰ χρησιμεύουν μόνον εἰς τὸ νὰ γεννᾶται ὀχλαγωγικὴ κίνησις ἐν τῇ πρωτευούσῃ, νὰ ἐξάπτωνται τὰ πάθη, καὶ διὰ τῆς ἐξάψεως νὰ ἐπιβάλλωνται γνῶμαι εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας, αἵτινες καταπληττόμεναι λέγουν, τὸ εἶπεν ὁ δεῖνα σύλλογος, τὸ εἶπεν ὁ ἄλλος, καὶ οὕτω νὰ ἐπικρατῇ ἡ θέλησις τῶν ὀλίγων ἐπὶ τῆς θελήσεως τῶν πολλῶν. Ἐνῷ οὐδένα βλέπω κίνδυνον ἐκ τῆς ἐξαλείψεως τῶν ἄρθρων 10 καὶ πολλοὺς δὲ ἐκ τῆς καθιερώσεως τοιούτων διατάξεων γνωματεύω τὴν ἐξάλειψιν αὐτῶν καὶ τὴν ἀπόῤῥιψιν ὅλων τῶν τροπολογιῶν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Σαρίπολος.
§49Τ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Διευθυντὴς Ἀστυνομίας). Συνιστῶμεν εἰς τοὺς ἀγορεύοντας συντομίαν.
§50ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Βλέπω, ὅτι ἀπὸ τοῦδε ἤρχισε νὰ ἐνδιαφέρηται ὁ Κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, περὶ τῆς συντομίας τοῦ λόγου.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μήπως ἡ Συνέλευσις θέλει νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 5 λεπτὰ τῆς ὥρας;
§52ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτὰ.
§53ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. (Εἰσηγητής). Ἔναυλοι ἔτι εἰσὶν εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν οἱ εὐφραδεῖς λόγοι τοῦ Κ. Καλλιγᾶ εἰπόντος, ἀνάβηθι εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, ἵνα ἀναπνεύσῃς ἀέρα ἐλευθερίας. Τίς ὅμως ἤθελέ ποτε πιστεύσει, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν καὶ ὑπὸ τὴν ἀπὸ τοῦ ἑκατομπέδου μέχρι τοῦ τόπου ἐν ᾧ συνεδριάζομεν ἐκπεμπομένην σκιὰν, αὐτὸς οὗτος ἤθελεν ἐκφέρει ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ βήματος λόγους ἀπολυτισμοῦ ὄζοντας, παραδείγματα δουλοφροσύνης ἐνδεικνύοντα; (χειροκροτήματα). Ὁ ἔντιμος καὶ τριττῶς συνάδελφός μου, παρεγνώρισε δύο μεγάλα ἀξιώματα τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης, τὸ μὲν, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος, ὅθεν ἢ ἔχετε τὴν ἐλευθερίαν πλήρη, τελείαν, ἢ ἔχετε τμήματα ἐλευθερίας, οἷα συντρίμματά τινα πολυτιμοτάτου πράγματος ἄχρηστα ὅλως, ἔχετε τὸ πτῶμα τῆς ἐλευθερίας, ἀλλ’ οὐχὶ αὐτὴν τὴν θεὰν ἐλευθερίαν. Ἡ ἐλευθερία πρέπει, ὡς καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς δηλοῖ, πρέπει νὰ ἐνασκῆται ὑφ’ ὅλας αὐτῆς τὰς φάσεις ἀπολύτως καὶ ἀκωλύτως, ἅμα δὲ δὲν ἔχητε εἰμὴ μίαν τινὰ τῶν φάσεων τῆς ἐλευθερίας οὐχὶ δὲ πάσας, δὲν ἔχετε τὸ φῶς, αὐτῆς πλῆρες. Καὶ ἄλλοτε τὸ εἶπον, καὶ πάλιν τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἡ Συνέλευσις αὕτη δὲν ἔχει προορισμὸν νὰ δημιουργήσῃ ἐλευθερίας καὶ κατὰ τὴν ἑαυτῆς βούλησιν τὴν μὲν νὰ δώσῃ τὴν δὲ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τῷ ἔθνει, τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι φοβερὰ βλασφημία! ἀλλ’ ἔχει ἐντολὴν, ὅπως τὰς ἀπὸ τῆς θεοσδότου ἐλευθερίας ἐνεργείας, τὰς φυσικὰς, μεταβάλῃ εἰς ἐννόμους, ἤτοι ἐντολὴν ἔχει νὰ διαγράψῃ τὰ ὅρια τῆς ἐνεργείας τῆς ἐλευθερίας ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, καὶ, ἐγγράψασα αὐτὰς ἐν τῷ Συντάγματι, νὰ τὰς περιβάλῃ διὰ τοῦ κύρους καὶ τῆς ἐγγυήσεως, ἣν μόνη ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία δύναται νὰ δώσῃ. Θέλω ἐπανέλθει εἰς τοῦτο. Θέτω δὲ καὶ τὴν ἑτέραν ἀρχὴν, καὶ τὸ ἕτερον θεώρημα, οὗ ἐμνήσθην ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, καθόσον ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς μου θέλει καταδειχθῇ, ὡς ἐλπίζω, ἡ ἀμφοτέρων τούτων ἀλήθεια. Ἡ ἑτέρα λοιπὸν ἀρχὴ εἶναι, ὅτι τὸ ἀγαθὸν πολίτευμα δὲν ἐκτιμᾶται ἀναλόγως τοῦ καλοῦ τὸ ὁποῖον παράγει, ἀλλ’ ἐκ τοῦ κακοῦ τὸ ὁποῖον ἐμποδίζει· ἀμφότερα ταῦτα, Κύριοι, θέλω σᾶς ἀναπτύξει. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν ἐγγράψασα τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν ἐνέγραψε νέας ἐλευθερίας, ἀλλ’ ἁπλῶς παρέστησεν ἐνέργειάν τινα τῆς ἐλευθερίας ὑπὸ μίαν ἄλλην φάσιν φανερωτέραν· ἐνέργειαν, ἥτις ὑπῆρχε μὲν καὶ ἐν τῷ προτέρῳ πολιτεύματι, οὐχὶ ὅμως τόσον διαῤῥήδην ἐκπεφρασμένη, ἀλλὰ διελάνθανέ πως, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμίαν εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτῆς ἐγγύησιν, καὶ ἡ παραβίασις αὐτῆς καὶ πιθανὴ καὶ εὔκολος ἦτο. Ἄλλως τε, ἔχουσα ἡ ἐπιτροπὴ ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἐκ τῆς ἐλλείψεως ταύτης συνέβησαν δυστυχήματα εἰς ἄλλα ἔθνη —ἡ ἀντανάκλασις, μάλιστα τῶν ὁποίων ἔφθασε καὶ μέχρις ἡμῶν,—ὁποῖαι δ’ ὠφέλειαι προσδοκῶνται διὰ τοὺς ἀκωλύτως χρωμένους ταύτῃ λαοὺς, ἐν τῷ σχεδίῳ ἐνέγραψεν αὐτὴν, ἵνα ὦσι βέβαια καὶ τὰ ἐκ ταύτης δικαιώματα, μηδεὶς δέ ποτε κατατολμήσῃ νὰ περιορίσῃ αὐτά. Καὶ παρέστησε μὲν ὑμῖν ὁ προαγορεύσας ταραχὰς, καὶ κινδύνους, καὶ ἀναστατώσεις, καὶ θορύβους, καὶ ἐξεγέρσεις παθῶν, καὶ ἀναφλέξεις καμίνων· ἐδὼ στέκω· καὶ τὶ ἄλλο εἶναι ἡ ἐλευθερία εἰμὴ κάμινος τῆς ψυχῆς τὰ ἐν αὐτῇ πάθη καθαρίζουσα, καὶ πᾶν μὲν ὅ,τι ἐν αὐτοῖς φαῦλον κατακαίουσα ὅ,τι, δ’ ἁγνὸν εἰς καθαρὸν χρυσίον μεταβάλλουσα; (εὖγε) Ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ κινοῦσα τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας, τίς δὲ μὴ ἄφρων ἐπιχειρεῖ νὰ σταματήσῃ τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας; Μὴ πρὸς Θεοῦ, Κύριε Καλλιγᾶ, μὴ θελήσητε νὰ σταματήσητε τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας τῆς Ἑλλάδος, διότι θέλετε φέρει τὸν θάνατον εἰς τὸ σῶμα αὐτῆς. Ὅτι δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐνυπῆρχε καὶ ἐν τῷ προτέρῳ Συντάγματι, ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις· τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 λέγει, «ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι.» Πῶς ὅμως ἔσται δυνατὸν τόσοι ἄνθρωποι νὰ συνεννοηθῶσι μεταξύ των, καὶ αἱ γνῶμαι αὐτῶν νὰ συνταυτισθῶσιν εἰς μίαν κοινὴν γνώμην, ἥτις νὰ ἐκδηλωθῇ διὰ τῆς ἀναφορᾶς, ἂν μὴ συνέλθωσιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ, καὶ συσκεφθῶσι, καὶ συζητήσωσιν; Ἡ δ’ ἐπιτροπὴ τοῦ πολιτεύματος οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν, εἰμὴ νὰ σύρῃ τὸ παραπέτασμα καὶ φέρῃ τὴν διάταξιν εἰς φῶς. Αἱ συναθροίσεις, τοῦτο φοβεῖται ὁ Κ. Καλλιγᾶς, σκοποῦσι νὰ κάμωσι τὴν δύναμιν ὅλην νὰ συῤῥεύσῃ εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἡ δὲ πρωτεύουσα νὰ κατάρχῃ τοῦ κράτους, καὶ ν’ ἀποφασίζῃ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ περὶ τῆς τύχης τοῦ κράτους. Ἄδικον ἆρά γε, παντελῶς ἄδικον τοῦτο; Ἀφοῦ καὶ ὁ Θεὸς ἐν τῇ κεφαλῇ ἔθετο τὰς κυριωτέρας καὶ εὐγενεστέρας τῶν αἰσθήσεων τοῦ ἀνθρώπου, καὶ διὰ τῶν αἰσθήσεων τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ κυβερνᾶται τὸ σῶμα, δύνανται εὐλόγως οἱ πόδες νὰ κατακρίνωσι τὴν κεφαλήν, διότι ἔλαβε μεγαλείτερα δῶρα; Αἱ πρωτεύουσαι πανταχοῦ ἀποφασίζουσι περὶ τῆς τύχης τοῦ κράτους, διότι καὶ τῶν ἐπαρχιῶν οἱ κράτιστοι ἐν αὐταῖς τὰς συνόδους ποιοῦνται, καὶ ἐν αὐταῖς καὶ ἡ διανοητικὴ ἀνάπτυξις τελειοτέρα, καὶ ἡ ὑλικὴ δύναμις μείζων· καὶ ὅμως ἔχομεν τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου, ἥτις ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι πάντοτε ἡ πρωτεύουσα, ἥτις ἀποφασίζει περὶ τῆς τύχης τοῦ Κράτους, καθότι ἡ ἐπανάστασις αὕτη ἤρξατο ἀπὸ τοῦ ἀπωτάτου σημείου τῆς ἐπικρατείας καὶ τὸ κίνημα διεδόθη πανταχοῦ, ὡσεὶ ἦτο ὑπόνομός τις ἐκ πυρίτιδος καθ’ ἅπαν τὸ κράτος ἐκτεινομένη. Ἀλλ’ ἀπηγόρευσέ τίς ποτε, λέγει, τὰς συναθροίσεις, παρεκώλυσε τίς ποτε αὐτάς; καὶ ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὸν Κ. Χρηστίδην καὶ ἑαυτὸν, προσθεὶς, ὅτι συνῆγον ἐν ταῖς αἰθούσαις αὐτῶν τοὺς φίλους καὶ συνεσκέπτοντο περὶ τῶν δημοσίων. Ἀλλὰ ποίαν ἐπιῤῥοὴν ἔσχον ἆρά γε οἱ δύο οὗτοι πολῖται ἐπὶ τοῦ δημοσίου πνεύματος; τὴν ἐνέργειαν τοῦ Κ. Χρηστίδου ᾐσθανόμεθα μόνον ἐν τῇ Γερουσίᾳ, καὶ ἐκ ταύτης ἴσως προῆλθέ τι καλὸν, ἀλλὰ τὴν ἐκ τῆς οἰκίας τοῦ Κ. Καλλιγᾶ οὔτ’ ἐγὼ, οὔτ’ ἄλλος τις ἐξ ὑμῶν τὴν ᾐσθάνθη, καὶ ἂν ἡ μετριοφροσύνη τοῦ Κ. Καλλιγᾶ δὲν μᾶς τὴν ἔλεγε, καὶ ἡμεῖς, καὶ τὸ ἔθνος ὅλον, καὶ ἡ ἱστορία ἤθελον τὴν ἀγνοεῖ (εὖγε εὖγε). Ἄλλο ὅμως πειστικώτερον ἴσως παράδειγμα, καί τοι οἰκεῖον, θέλω φέρει ὑμῖν εἰς ἀπόδειξιν τῆς ἀνάγκης νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν τῷ πολιτεύματι τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11. Ὅτ’ ἐπαύθην ἀπὸ τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ ἐξουσία δὲν μοὶ ἐπέτρεψε νὰ συναγάγω περὶ ἐμὲ τοὺς μαθητάς μου καὶ ἄλλους φιλομαθεῖς νέους καὶ διδάσκω αὐτοῖς τὸ Συνταγματικὸν δίκαιον, ὅπερ μέχρι τῆς ἀπολύσεώς μου αὐτὴ ἡ ἐξουσία ἐπέτρεπέ μοι ἐπὶ ἓξ ὅλα ἔτη, ἢ μᾶλλον ἐντεταλμένον με εἶχε, νὰ ἑρμηνεύω ἐπισήμως ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου, ὥστε οὔτε τὴν πρόφασιν ὅτι ἤμην ἀδόκιμος νὰ προτείνῃ ἠδύνατο, οὐδ’ ὅτι αἱ ἀρχαί μου, γνωσταὶ πρὸ πολλοῦ, ἦσαν ἀνατρεπτικαί. Τὸ ἐμὸν παράδειγμα ἐπικρατέστερον τοῦ ὑμετέρου Κ. Καλλιγᾶ νομίζω εἶναι, διότι τὸ ἐμὸν ἀπέβλεπε εἰς τὴν ἀποτροπὴν τοῦ ἐπικειμένου τῇ πολιτείᾳ κακοῦ ἐκ τῆς ἑκάστοτε παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀπόδειξις τούτου, ὅτι ἔκτοτε ἡ τυραννία ἤρχισε νὰ προβαίνῃ ἀπὸ βαθμίδος εἰς βαθμίδα, ἕως ὅτου ἔφθασεν εἰς τὸν κολοφῶνα, ἐκεῖθεν δ’ ἐκρημνίσθη εἰς τὸ βάραθρον. (εὖγε εὖγε!) Φοβεῖσθε τοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ τὰς συναθροίσεις, διότι προκαλοῦσι, λέγετε, τὰς ἐπαναστάσεις, διατὶ ὅμως δὲν ῥίπτετε ἓν βλέμμα, οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς φλεγμαινούσης δημοκρατίας ἀπὸ τοῦ 1789 καὶ ἐφεξῆς, ὅτε τοῦ ὅλου κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος ἡ ἀνατροπὴ ἐγίνετο, ὅτε συνέβαινον αἱ ὠδῖνες ἐξ ὧν ὁ νεώτατος πολιτισμὸς παρήχθη, ὠδῖνες, ἃς ἀδύνατον ἦν νὰ προλάβῃ οἱαδήποτε ἀνθρωπίνη δύναμις, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς ἱστορίας τῆς Γαλλίας κατὰ πολὺ τῆς πρώτης ὁμαλωτέρας, τῆς ἐποχῆς λέγω τοῦ 1848, ὅτε ἐμποδίσθη ἡ ἔκφρασις τῶν συλλόγων καὶ τῶν συναθροίσεων, διότι εἰς τὰ πολιτικὰ συμπόσια, ἃ ἐδόθησαν, ὄχι μόνον κωλύματα παρενεβλήθησαν ὑπὸ τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ καὶ οἱ μετασχόντες αὐτῶν βουλευταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου ἀπεδοκιμάσθησαν, ὅπως ἴδητε ὅτι πολλαὶ δὲν παρῆλθον ἡμέραι καὶ ἐξεῤῥάγη ἡ ἐπανάστασις, καὶ ἀνέτρεψε τὸν θρόνον ὅστις ἐφαίνετο ἐπὶ στερεωτάτης βάσεως ἱδρυμένος; Ἆ! Κύριε Καλλιγᾶ, τὸ πῦρ ὅταν ᾖναι φανερὸν θερμαίνει, ὅταν ὅμως ὑφέρπῃ, οἷά τις ὑπόνομος, ἀνατρέπει· μὴ ἀφίνετε λοιπὸν αὐτὸ νὰ βόσκῃ λαθραίως ἐν ὑπονόμῳ, διότι πάντως θέλει φέρει εἰς ἔκρηξιν· εἰς τοὐμφανὲς ὅμως ὅταν καίῃ δύναταί τις νὰ διευθύνῃ τὴν φλόγα αὐτοῦ· ἐν τῷ φανερῷ τὸ πῦρ θερμαίνει καὶ φωτίζει, οὐδεὶς δὲ κίνδυνος πυρκαϊᾶς, ἀρκεῖ μικρὰ προσοχὴ εἰς πρόληψιν αὐτῆς. (εὖγε! εὖγε)! Ἐν πάσῃ πολιτείᾳ ὑπάρχει ἀντιπολίτευσις, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις αὕτη εἶναι ὡς ζέοντος ὕδατος ἀτμὸς, μὴ λοιπὸν κατακλείσητε πανταχόθεν τὸν ζέοντα λέβητα, διότι πάντως θέλει προέλθει ἔκρηξις, ἄφετε ἔξοδον εἰς τὸν ἀτμὸν, μὴ κλείσητε τὴν δικλίδα τῆς ἀσφαλείας τῆς πολιτείας. Εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι οὐδεὶς ἐμπόδισεν αὐτὸν νὰ ἔχῃ συναθροίσεις ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ οἰκίᾳ, ἴσως διότι ἐθεώρει ἡ ἐξουσία ἀκινδύνους πνεύματος καὶ εἰρωνείας καὶ σκαλαθυρμάτων ἀκαδημίας τὰς ἐν οἴκῳ τοῦ Κ. Καλλιγᾶ συναθροίσεις, τίνος ὅμως ἕνεκα τὰ δικαιώματα ταῦτα νὰ θέλῃ μόνον ὑπὲρ ἑαυτοῦ, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ αὐτῶν τὴν χρῆσιν καὶ ἑτέροις πρὸς σπουδαιότερα σκοποῦσιν; Ἄ! Κύριε Καλλιγᾶ, πολὺ καλῶς γνωρίζετε ὅτι τῇ γελωτοποιίᾳ καὶ τῇ κωμῳδίᾳ οὐ μόνον ἐπιτρέπεται πλήρης ἐλευθερία ἐν ταῖς ἀπολύτοις μοναρχίαις, ἀλλὰ καὶ ἐμψύχωσις δίδεται αὐταῖς, τῆς σπουδαιολογίας μόνον τὰ στόματα φιμοῦνται. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἆρά γε εἰς ἥττονα θέσιν τὴν σήμερον ἢ ὅτι ἡ Ἀγγλία πρὸ δύο ἢ τριῶν αἰώνων; ἦτο δ’ ἆράγε συγκεχωρημένον ὑμῖν Κ. Καλλιγᾶ, νὰ ἐκφέρητε μίαν ἱστορικὴν βλασφημίαν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐν Ἀγγλίᾳ πρὸ τοῦ μεγάλου χάρτου ἦτο ἀσθενὴς, οἱ δὲ Βαρῶνοι ἰσχυροί; λέγω ὅτι τοῦτο εἶναι μία ἱστορικὴ βλασφημία, διότι καταβεβλημένη μὲν ἐκεῖ ἦτο ἡ ἐλευθερία, πᾶσα δ’ ἡ δύναμις ὑπῆρχεν εἰς τὴν βασιλείαν, ἣν ἡ Νορμανδικὴ κατάκτησις ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην βασιλείαν ἰσχυρὰν ἀνίδρυσεν, οἱ δὲ Νορμανδοὶ βαρῶνοι ἀσθενεῖς ὄντες, ὡς ἔχοντες τὴν καταγωγὴν ὅλως ξένην, εἶχον ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίζωνται ὑπὸ τῶν ἰθαγενῶν τιμαριωτικῶς αὐτοῖς ὑποτελῶν, ὅπως βαθμηδὸν ἐνισχυθῶσιν· οὕτω δ’ ὁ σύνδεσμος μεταξὺ τοῦ Βαρώνου καὶ τοῦ ὑπηκόου ἀνέπτυσσεν ἀνεπαισθήτως τὴν ἐλευθερίαν, ἐν τῇ ἀμοιβαίᾳ πρὸς ἀλλήλους πίστει καὶ φιλίᾳ, μάλιστα δ’ ἐν τῷ κοινῷ συμφέροντι. Οὕτως ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔνθεν μὲν Βασιλεὺς πανσθενὴς τὸ πρῶτον, ἀπέβαλλε ἐπὶ δύο συνεχεῖς αἰῶνας ἑκάστοτε τῆς ἑαυτοῦ ἰσχύος, ἑτέρωθεν δὲ ἡ δύναμις τῶν Βαρώνων, κατὰ τὸ αὐτὸ τοῦ χρόνου διάστημα, ἀνεπτύσσετο καὶ ἐξηπλοῦτο μέχρι τῶν φοβερῶν χρόνων τῶν Τουδόρων, οἵτινες ἐπειράθησαν νὰ πνίξωσι τὴν ἐλευθερίαν, ὅπως καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἱδρύσωσι τὴν ἀνὰ πᾶσαν τὴν λοιπὴν Εὐρώπην ἐπικρατήσασαν παμβασιλείαν· ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία ἦτο ἤδη ἀσφαλῶς περιχαρακωμένη ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ δ’ ἀνάγκη τῆς ἀμοιβαίας ὑποστηρίξεως τῶν δύο Βουλῶν, πρὸς τὴν ἰδίαν ἑκάστης αὐτῶν σωτηρίαν, ἐγένετο ἡ αἰτία ἵνα ἡ ἀριστοκρατία τῆς Ἀγγλίας διατηρηθῇ ἀπαραμείωτον φέρουσα τὸν χαρακτῆρα ἀγαθῆς καὶ λαοφιλοῦς ἀριστοκρατίας, διότι πάντοτε ὑπῆρξε συνδεδεμένη μετὰ τοῦ λαοῦ, ἐξ οὗ ἀποῤῥέει καὶ εἰς ὃν ἐπανέρχεται, διότι καὶ τὰ ὑστερογενῆ τοῦ Λόρδου τέκνα ἐπανέρχονται εἰς τὸν λαὸν, καὶ ὁ υἱὸς ἀνδρὸς ἐκ τοῦ λαοῦ δύναται νὰ περιβληθῇ τὴν ἰκτειδῆ πορφύραν τοῦ Λόρδου. Ἰδοὺ Κύριε Καλλιγᾶ, διὰ τί, — ἡ δὲ ἱστορία τοῖς λόγοις μου ἐπιμαρτυρεῖ, — αἱ ἐλευθερίαι ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχουσιν ἰσχυραί. Ἡ ἀνικανότης τῶν ἀναξίων ἀπογόνων τοῦ ἐκ Νορμανδίας Γουλιέλμου τοῦ Κατακτητοῦ, καὶ ἰδίως ἡ Ἰωάννου τοῦ Ἀκτήμονος ἀβέλτερος τυραννία, ἔκαμαν, ὥστε οἱ Βαρῶνοι νὰ ἁρπάσωσι τὸν μέγαν χάρτην, καὶ εἰκοσιπέντε φύλακας αὐτοῦ νὰ διορίσωσι. Ἔφερεν ἔτι ὑμῖν τὸ παράδειγμα τῆς Ἰρλανδίας· καὶ ἐνταῦθα ἄλλην μεγίστην πολιτικὴν βλασφημίαν ἐξέφερεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς Μετὰ τὴν μάχην τῆς Βοΰνης ἡ Ἰρλανδία ὑπέπεσεν εἰς ἐπαχθέστατον ζυγὸν, πολὺ ἐπαχθέστερον ἐκείνου, ὅστις ἐβάρυνεν ἐπ’ αὐτὴν ἀπὸ Ἐῤῥίκου τοῦ Βʹ, ἰδίως μάλιστα ἀπὸ τῶν Τουδόρων καὶ τῆς διασχίσεως τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἡ ἀτυχὴς Ἰρλανδία ἤθελε πάντως μείνει εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον ἐὰν ἐπ’ ἐσχάτων ἡ μεγάλη φωνὴ τοῦ Ὀκονέλλου δὲν ἐχρᾶτο τῇ ἐλευθερία τῇ Ἀγγλικῇ καὶ δὲν συνῆγε τὰς μεγάλας καὶ καταπληκτικὰς ἐκείνας συναθροίσεις, ὅπως καταστήσῃ αὐτὴν ἰσοπολίτιδα πρὸς τὴν Ἀγγλίαν· ἂν δὲ ἡ Ἰρλανδία καὶ σήμερον συνταράστεται, δὲν συνταράσσεται ὅμως διὰ πολιτικὸν λόγον, ἀλλὰ διὰ θρησκευτικὸν, καὶ οὐδόλως ἔξεστιν ὑμῖν νὰ συγχίζητε τὰ θρησκευτικὰ μετὰ τῶν πολιτικῶν, ἐνῷ τὰ θρησκευτικὰ ἄλλον τε λόγον τοῦ εἶναι, καὶ δριμύτητα μείζονα τῶν πολιτικῶν παθῶν ἔχουσιν. Ἐπειδὴ δ’ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω λόγους τινὰς τοῦ Βένθαμ, ὅστις ἐπέρχεταί μοι κατὰ νοῦν πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι οὗτος θεωρεῖ τὰ δικαιώματα ταῦτα ὡς τὸ γνώρισμα τῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν. Ὁ Βένθαμ λοιπὸν παραβάλλων τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὴν δουλείαν τῆς Τουρκίας λέγει ὅτι, ἐν μὲν τῇ Ἀγγλίᾳ ἡ κοινὴ γνώμη ἐκφράζεται διὰ συναθροίσεων καὶ ἀναφορῶν, ἐν δὲ τῇ Κωνσταντινουπόλει καὶ λοιπῇ Τουρκίᾳ ἐκδηλοῦται διὰ πυρκαϊῶν. Εἰ δὲ δὲν πείθουσιν ὑμᾶς οἱ πρακτικοὶ οὗτος λόγοι τοῦ Βένθαμ, ὡς πρὸς τὴν διαφορὰν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἐλευθέρας ἐκδηλώσεως τοῦ φρονήματος καὶ τῆς καταπνηκτικῆς αὐθαιρεσίας, σκέφθητε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς λογικῆς. Ἐπειδὴ καὶ αὐτοῦ τοῦ δούλου τὸ φρονεῖν, ὅπερ καὶ τὸ βέλτιστον τῆς ψυχῆς μέρος, οὐδέποτε νὰ δουλωθῇ παντελῶς δύναται, μένει δ’ αὐτόδικον καὶ ἐλεύθερον, ἕπεται ὅτι τότε ἐξεγείρεται ἀτίθασσος κατὰ τοῦ χειρωσαμένου αὐτὸν, ὅταν δὲν δύναται ἐλευθέρως νὰ ἐκδηλώσῃ τὸ φρόνημά του, ὅταν ὅμως ἕκαστος δύναται νὰ ἐκφέρῃ τὸ φρόνημά του εἰς τὸ φανερὸν, οὐδὲν βυσσοδομεύει ἐν ἑαυτῷ κακὸν, ὅταν δὲ τοὐναντίον ὁπωσδήποτε κωλύεται νὰ ἐκφράσῃ τὸ φρόνημά του, ἀναγκάζεται ν’ ἀντισταθῇ, διότι φυσικὸν εἶναι εἰς τὸν ἄνθρωπον ν’ ἀνθίσταται κατὰ παντὸς τείνοντος νὰ καταστείλῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τῶν δυνάμεών του. (εὖγε, εὖγε). Κατὰ τὴν περιοδείαν του ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἐπεσκέφθη καὶ τὴν Κιμβρικὴν Χερσόνησον· αἱ συναθροίσεις, εἶπεν, ἔφερον ἐκεῖ τὸν ὄλεθρον τῆς Δανίας. Ὄχι, Κύριε Καλλιγᾶ, ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον δύναται μάλιστα ἡ Δανία τὴν σήμερον νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπε καὶ Φραγκίσκος ὁ Αʹ. ἡττηθεὶς ὑπὸ Καρόλου τοῦ Εʹ. εἰς τὴν μάχην τῆς Παυίας, tout est perdu fors l’ honneur ὤλετο τὸ πᾶν πλὴν τῆς τιμῆς, καὶ τοῦτο μέγα διὰ τὸν μὴ ὑπολογίζοντα τὴν τιμὴν πρὸς χρήματα! ἡ Δανία καὶ ἡττηθεῖσα ἔσωσε τὴ τιμήν της, καὶ τὴν ἔσωσε, διότι τὸν πόλεμον ἤθελε τὸ Ἔθνος· οὕτω δὲ τὸ μικρὸν ἐκεῖνο ἀλλ’ ἀνδρεῖο Ἔθνος τῶν Δανῶν, εἰς οὐδὲν τὴν σμικρότητά του πρὸς τοῦ ἐχθροῦ τὸ μέγεθος λογισάμενον, ἔκρινε καλὸν νὰ πολεμήσῃ πρὸς τὸν Γερμανὸν γίγαντα· καὶ τῇ ἀληθείᾳ ἂν προῆλθε τιμή τις ἐκ τῆς πάλης ταύτης, ἡ τιμὴ εἶναι πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἡττηθέντος ἀσθενοῦς ἀλλὰ μεγαλόφρονος Ἔθνους, ἡ δ’ ἀτιμία ὅλη διὰ τὰ κολοσσιαῖα ἐκεῖνα ἔθνη, τὰ ὁποῖα δὲν ᾐσχύνθησαν νὰ ἐπιπέσωσι λάθρα κατ’ αὐτοῦ (εὖγε, εὖγε). Ὡς πομφόλυγες λοιπὸν διεῤῥάγησαν τὰ ἀπὸ τῆς ἱστορίας ἀρυσθέντα ἐπιχειρήματα τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ· ὡς δὲ εἴδετε, Κύριοι, μόνοις τοῖς ὑπ’ αὐτοῦ δοθεῖσι παραδείγμασιν ἐχρησάμην ὅλως ἐναντία, συμπεράσματα τῶν ἐκείνου ἐξ αὐτῶν συναγαγών. Φέρε δὴ ἐξετάσωμεν ἤδη αὐτὰ τὰ ἄρθρα ἵνα ἴδωμεν ἂν ἐν αὐτοῖς ὑπάρχῃ ὁ κίνδυνος τὸν ὁποῖον φοβεῖται ὁ ἔντιμος συνάδελφος μας, καὶ ἂν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος ἀληθῶς δὲν ἐστάθμισεν ἀκριβῶς πᾶσαν διάταξιν τοῦ ἄρθρου καὶ πᾶσαν λέξιν αὐτοῦ δὲν ἐξωνύχισεν, ὥστε ἡ μὲν χρῆσις αὐτοῦ νὰ ᾖ ὠφέλιμος, ἡ δὲ κατάχρησις ἀδύνατος. Ἀλλὰ, Κύριοι, μίαν μικρὰν ἔτι παρέκβασιν θέλω κάμει· δὲν ἐδίστασεν ἡ ἐπιτροπὴ ν’ ἀναγράψῃ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συναιτερίζεσθαι, οὐχὶ διότι εὑροῦσα τὴν διάταξιν ἐν τῷ πολιτεύματι τῆς Δανίας μετέγραψεν αὐτὴν, ἀλλὰ κατὰ μείζονα λόγον, διότι καὶ ἐκεῖ εὗρε τοιαύτην. Γνωρίζετε, Κύριε Καλλιγᾶ, τὴν ἱστορίαν τῆς Δανίας; γνωρίζετε ὅτι ἡ Δανία κατὰ τὸ 1660 ἔκαμε μίαν ἐπανάστασιν; πρὸς ἀνάκτησιν ἐλευθερίας ἴσως; οὐχὶ, ἀλλ’ ἐπανάστασιν τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε νὰ καταλύσῃ ὅσας ἀνέγραψεν αὐτῇ τὸ πάλαι πολίτευμά της ἐλευθερίας, νὰ δώσῃ δὲ τὴν πλήρη καὶ ἀπόλυτον ἐξουσίαν εἰς τὸν Ἡγεμόνα της, καὶ νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτὸν νὰ ὁρκισθῇ, ὅτι καὶ αὐτὸς καὶ οἱ διάδοχοί του νὰ μὴ δύνωνται νὰ παραιτηθῶσι τῆς ἀπολύτου ἐξουσίας· καὶ ὅμως εὑρέθη ὁ εὐσεβῶς ἐπίορκος Βασιλεὺς Φριδερῖκος ὁ Ζʹ. ὅστις παραλαβὼν καὶ ἔχων τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν, παρῃτήθη αὐτῆς, καὶ motu proprio, ἰδίᾳ ὁρμῇ, παρεχώρησε λίαν φιλελεύθερον πολίτευμα, τὸν χάρτην τῆς 5 Ἰουνίου 1849, ἑπόμενον λοιπὸν ἦν ὅπως ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς συμφωνήσῃ πρὸς τὰς παρατηρήσεις μου προεισηγηθέντος τὰ ἄρθρα ταῦτα καὶ ἰσχυρισθέντος, ὅτι ἂν ἡ Δανία μόλις ἐξερχομένη οὐχὶ χθεσινοῦ, ἀλλ’ ἀρχαίου, καὶ αἰωνίου, καὶ τελειοτάτου δεσποτισμοῦ, ἐκρίθη ἀξία τοσαύτης ἐλευθερίας, ἣν ἀνεγνώριζον αὐτῇ τὰ ἄρθρα 92 καὶ 93 τοῦ ἑαυτῆς πολιτεύματος, οὐχὶ ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐν Συνελεύσει ἐθνικῇ συνταχθέντος, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ τέως ἀπολύτου Βασιλέως χορηγηθέντος, διατί ἡ Ἑλλάς, ἥτις εἶναι ἐλευθέρα πολιτεία πρὸ ἡμίσεως αἰῶνος νὰ μὴ ἐνασκῇ ἴσας ἐλευθερίας; (εὖγε, εὖγε). Σταθμίσατε νῦν τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου, «οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως,» ἄρα ἅμα ὑπὸ τὸν τρόπον τοῦτον δὲν γίνῃ ἡ συνάθροισις, γίνεται παρὰ τὸ Σύνταγμα. Καὶ φόβους μὲν μεγάλους ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἐξέφρασεν, ὅτι δύνανται δηλ. νὰ συμβῶσι συμπλοκαὶ καὶ φόνοι, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ ἐνόπλων σύνοδος ἀπαγορεύεται, πῶς θέλουσι φονευθῆ; διὰ τῶν λόγων ἴσως; ἀλλὰ τὸ μέσον τοῦτο νὰ φοβῆσθε πρέπει διὰ τὰ σοφίσματα ὑμῶν ἔντιμε συνάδελφε, διότι τῳόντι ὁ λόγος σκοτόνει τὰ σοφίσματα, δὲν ἀφαιρεῖ ὅμως καὶ τὴν ζωὴν τοῦ σοφιστοῦ, ἴσως δ’ ἀφίνει αὐτῷ τὴν ζωὴν πρὸς ταλαιπωρίαν ἢ διόρθωσίν του. (εὖγε, εὖγε). «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως.» Ἰδοὺ ἡ θεμελιώδης διάταξις τοῦ ἄρθρου, ἐν ᾗ καὶ πᾶσα τοῦ δικαιώματος τούτου ἡ οἰκονομία, τὸ μόνον ἐπιτετραμμένον ὅπλον εἶναι ὁ λόγος, διότι εἰς τὰς συναθροίσεις πρέπει πάντοτε νὰ κατάρχῃ ὁ ὀρθὸς λόγος, καὶ οὐχὶ ἡ ὑλικὴ δύναμις, ἔστι δὲ πολὺ τῆς ὑλικῆς δυνάμεως ἰσχυρότερος ὁ λόγος· ἀκούσατε τί εἶπεν ὁ Pascal περὶ τοῦ ἀνθρώπου «καὶ ἂν σύμπασα ἡ δημιουργία ἐπιπέσῃ ἐπ’ αὐτὸν καὶ τὸν συντρίψῃ, ὁ ἄνθρωπος ὅμως εἶναι ὂν εὐγενέστερον τῆς συντριψάσης αὐτὸν δημιουργίας, διότι αἰσθάνεται ὅτι ἀποθνήσκει, καὶ τὴν ἄλογον συντρίβουσαν αὐτὸν δύναμιν ἐννοεῖ, διότι ἐν τῇ κεφαλῇ του ὑπάρχει κἄτι τι τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἐν ὅλῃ τῇ λοιπῇ δημιουργίᾳ.» Ἐκεῖνο λοιπὸν τὸ κἄτι τι θέλομεν ἐλεύθερον ὅπως διαδίδηται ἐλευθέρως, διότι ἐκεῖνο τὸ κἄτι τι εἶναι ἐκ Θεοῦ προωρισμένον νὰ κατάρξῃ τῆς δημιουργίας ὅλης καὶ ὡς ταπεινὴν θεραπαινίδα νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τοῦ νοὸς τὰς ἐνεργείας. Καὶ ὑμεῖς μὲν Κ. Καλλιγᾶ, τὸ κἄτι τι τοῦτο φοβεῖσθε, ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ φοβοῦμαι, τὸ προκαλῶ μάλιστα, ὡς τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς (εὖγε! εὖγε!). Ἂν τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ ἀνθρώπου ἐμφωλεύοντα πάθη εἰσὶν ὁ ἄνεμος ὅστις ὠθεῖ τὸ πλοῖον τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς, κατὰ τὴν θαυμασίαν τοῦ Μίλτωνος εἰκόνα, ὁ ὀρθὸς ὅμως λόγος εἶναι ἡ πυξίς. Ὅθεν ὡς ἄνευ πυξίδος ἀκατόρθωτος ἡ ὁδοιπορία ἐν τῷ πελάγει, οὕτω καὶ ἄνευ ἀνέμου ἐμφυσῶντος εἰς τὰ ἱστία καὶ ὠθοῦντος τὸ πλοῖον πρὸς τὰ πρόσω. Ἡ ἄκρα γαλήνη καὶ νηνεμία προκαλεῖ τὴν ναυτίασιν τοῖς ναυτιλλομένοις. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν ἡ συνάθροισις γίνεται ἐν περιωρισμένῳ μέρει ἡ δ’ εἴσοδος εἰς μόνους τοὺς ὑπὸ τοῦ συγκαλοῦντος ὀνομαστὶ κεκλημένους ἀνοίγεται, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναμιχθῇ· ὅταν ὅμως ἡ εἴσοδος ᾖναι ἐλευθέρα τῷ βουλομένῳ, τότε καὶ ἡ ἀστυνομία ἔχει τὸ δικαίωμα, τὸ καθῆκον μάλιστα, τοῦ παρίστασθαι, πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως καὶ εὐκοσμίας. Τὰς δ’ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις οὐδεὶς ἡμῶν διενοήθη ν’ ἀφήσῃ πάντῃ ἐλευθέρας ἐν καιρῷ καθ’ ὃν, φλεγμαινούσης τῆς πολιτείας, μεγάλοι καὶ σπουδαῖοι κίνδυνοι δύνανται ν’ ἀπειλῶσι τὴν κοινωνίαν. Τότε ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ν’ ἀπαγορεύσῃ αὐτὰς, τὴν νόμιμον ὑπέχουσα αὕτη εὐθύνην ἂν καταχρασθῇ τῆς τοιαύτης τοῦ κωλύειν ἢ διαλύειν ἀδείας. Ἡ πλειονοψηφία δὲ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ πολιτεύματος καθιερώσασα τὸ ἐλεύθερον τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι ἄνευ προηγουμένης ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε κατὰ νοῦν τὸ νὰ καταργηθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος τὸ ἄρθρον 212 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῖ τοὺς πολίτας νὰ ζητῶσι πρὶν ἢ συνεταιρισθῶσι τῆς ἀρχῆς τὴν ἄδειαν, ἀρχῆς ἄλλως τε αὐθαιρέτως δυναμένης ν’ ἀρνηθῇ αὐτὴν καὶ νὰ ἐμποδίζῃ τὰς τοιαύτας συναθροίσεις. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, Κύριε Καλλιγᾶ, ἔπρεπε νὰ μὴ διαλάθῃ ὑμᾶς, συγκρίνοντες δ’ αὐτὸ πρὸς τὸ ἀντίστοιχον τοῦ ποινικοῦ τῆς Γαλλίας νόμου, ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι πολὺ τούτου ἐπιεικέστερον εἶναι τὸ ὑπὸ τὴν παμβασιλείαν τοῦ Ναπολέοντος διέπον τὰς αὐτὰς περιπτώσεις ἐν Γαλλίᾳ· διότι ἐκεῖ μὲν ἡ τῆς Κυβερνήσεως ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται εἰμὴ ἂν ἐκτὸς τῶν συνοίκων εἴκοσιν ἐξωτερικὰ πρόσωπα προτίθενται νὰ συνέρχωνται ἐπὶ τὸ αὐτὸ, ἐδῶ ὅμως τὸ ἄρθρον 212 εἶναι ὅλως ἀόριστον, λέγον ὅταν πολλοὶ ἀλλ’ ὑπὸ τὴν φράσιν, πολλοὶ δύνανται νὰ ἐννοηθῶσιν ἀπὸ τῶν δύο καὶ ἀνωτέρω· πιστεύω δέ, ὅτι ἐν τῇ πείρᾳ ἣν ἐκτήσασθε ἐν τῇ δικηγορίᾳ, ὡς καὶ ἐγὼ, ἐπείσθητε ὁποίαν κατάχρησιν τοῦ ἄρθρου 212 ἐποιήσατο ἡ ἐκπεσοῦσα ἐξουσία, καὶ ὁπόσον εἰς τὰς θελήσεις αὐτῆς πειθήνια εὗρε τὰ δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ ταῦτα λοιπὸν Κύριοι, ἂν ἡ Συνέλευσις ψηφίσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν 10 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, πᾶσα συνάθροισις ἐν οἰκίᾳ ἰδιωτικῇ γενομένη ἔσται ἀνεξέλεγκτος, ἐκεῖ οὐ μόνον οὐδόλως ἔσται ἀναγκαία ἡ προηγουμένη τῆς Κυβερνήσεως ἄδεια, ἀλλὰ καὶ οὐδὲ τὸ παράπαν θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρασταθῇ ἡ Ἀστυνομία· οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἄσυλον τοῦ πολίτου, αὐτὸ δὲ τὸ ἄσυλον τῆς οἰκίας τοῦ πολίτου τὸ θέλομεν ἀληθὲς, ὄχι ψευδὲς, δὲν θέλομεν νὰ χορηγῇ ὁ νόμος ἀφορμὴν εἰς σοφίσματα πρὸς περιορισμὸν αὐτοῦ. Μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται, ἡ ἀστυνομία. Ἀλλ’ ἐνίσταται ὁ προαγορεύσας, διότι πρὸς τῆς Ἀγγλίας τὰ ἤθη δὲν ἐμορφώθησαν εἰσέτι τὰ ἡμέτερα. Καὶ τοῦτο μὲν ἀληθὲς, παραλογίζεται ὅμως ὁ ἀξιῶν ὅτι δύναται νὰ γίνῃ τις ἀνὴρ τέλειος χωρὶς ἀπὸ τῆς παιδικῆς νὰ διέλθῃ ἡλικίας. Οὐδὲ ἄνθρωπος, οὐδὲ ἔθνος ποτὲ ἐβάδισαν ἀπροσκόπτως τὰ πρῶτα αὐτῶν βήματα, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ποτε ἔμαθε νὰ βαδίζῃ ἐλεύθερος, ἂν μὴ βαδίσῃ μόνος. Πιστεύω ὅτι καὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς καταλαμβάνει τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ἂν ὅμως ἡ τίτθη αὐτοῦ ἐπέμενε παραλόγως μέχρι τῆς ἡλικίας ἣν νῦν ἔχει νὰ μὴ ἀφήσῃ αὐτὸν νὰ βαδίσῃ ἄνευ ὑπομασχαλίδων, ἀμφιβάλλω, ἂν σήμερον ἀφεθεὶς ἐλεύθερος κατὰ πρῶτον δὲν ἤθελε πέσῃ καὶ συντρίψῃ τὴν κεφαλήν του (γέλως)· Ἐπέσατε πρώτην καὶ δευτέραν φορὰν, Κ. Καλλιγᾶ, ἀλλ’ ἐμάθετε τοὐλάχιστον νὰ περιπατῆτε μόνος σας. Εἶπον δ’ ὑμῖν Κύριοι, ὅτι εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις ἐλεύθερον ἔχει τὸ παρίστασθαι ἡ ἀστυνομία, ἡ δ’ ἀστυνομία, ἐννοεῖται, ὅτι θέλει παρίστασθαι ἐκεῖ διὰ νὰ κάμῃ κἄτι τι, τοῦτο δὲ εἶναι τὸ νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν· κάμετε δ’ ἕνα νόμον, ὅτι ἅμα ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐνταῦθα, ἢ ἄλλος ὑπάλληλος ἀντ’ αὐτοῦ, ἐν δὲ τὰς ἐπαρχίας ὁ δήμαρχος, παρουσιασθῇ καὶ εἴπῃ «ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου διαλύθητε», ὅστις ἀπειθήσῃ νὰ τιμωρῆται· τοῦτο τὸ δέχομαι, διότι θέλων τὴν ἐλευθερίαν θέλω καὶ τὴν κοσμίαν καὶ σώφρονα ἐνάσκησιν αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο, ὃ εἴπατε, Κύριε Καλλιγᾶ ὅτι εἰς στιγμὰς, καθ’ ἃς εἶναι ἐξηγερμένα τὰ πολιτικὰ πάθη, δὲν ἰσχύει ἡ φωνὴ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, δὲν ἀποδέχομαι ὡς ἀληθές· ἴσως ὅμως ἔχετέ πως δίκαιον, διότι δὲν ἐλάβετε πεῖραν τῆς ὀρθοφροσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι τὴν 12 Ὀκτωβρίου ἦσθε κεκλεισμένος ἐν τῇ οἰκίᾳ σας. Ἐγὼ ὅμως ἔλαβον πεῖραν αὐτῆς, καὶ ἐγκαυχῶμαι ἐπὶ τῷ φρονήματι τοῦ Ἕλληνος, ὅτι ἅμα ἕνα λόγον εἶπον πρὸς τὸν λαὸν, καὶ τὴν φιλοτιμίαν αὐτοῦ ἐξήγειρα, ἐμπόδισα τὴν διαρπαγὴν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, πρὸ τῆς ὁποίας ὑπὸ φαύλων δημαγωγῶν ἐξηγερμένον πλῆθος, ἐκ τρισχιλίων περίπου ἀνδρῶν τῆς ἐσχάτης κοινωνικῆς τάξεως, συνέθλα τὰς πύλας αὐτῆς· παρουσιασθεὶς δὲ ἐγὼ παρέστησα τὸ ἀνάξιον τῆς πράξεως, ὅτι πάσης ἀρχῆς τὰ ἀρχεῖα ἐθνική εἰσι περιουσία εἰπὼν καὶ ὅτι ἡ διαρπαγὴ αὐτῆς εἶναι καθαρὰ ἀνομία, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐγένετο πρὸς καταβολὴν τοῦ κράτους τῆς ἀνομίας οὐχὶ δὲ πρὸς ὑπερκορύφωσιν αὐτῆς. Καὶ ὁ λαὸς ἐκεῖνος ζητωκραυγάσας ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως διελύθη ἐν ἡσυχίᾳ. Ὅμοιόν τι καὶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Κ. Σίμου συνέβη μοι, ἐκεῖ οἰκτρότερον τὸ θέαμα, μανιῶδες πλῆθος συνωθεῖτο περὶ τὴν θύραν, ὅπως εἰσελθὸν κατασφάξῃ αὐτὸν, καὶ ὅμως ἅμα τοῖς εἶπον, ὅτι τὴν μέχρι ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἀναίμακτον ἐπανάστασιν δὲν ἔπρεπε νὰ μιάνωσι δι’ αἵματος, καὶ τὸν Κ. Σῖμον ἀφῆκαν ἥσυχον, καὶ τῆς οἰκίας αὐτοῦ ἀπῆλθον. (Ἀλήθεια, ἀλήθεια, εὖγε! εὖγε!). Λαὸς λοιπὸν, ὅστις ὑπὸ τῆς ἐπαναστατικῆς θέρμης κατεχόμενος τοιοῦτος ἐδείχθη πρὸς τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐθεώρει ὡς συνένοχον τῆς πορείας τῆς πεσούσης δυναστείας, καὶ πρὸς τὸ λαομίσητον ὄργανον αὐτῆς, τὴν ἀστυνομίαν, τοσοῦτον ἐπιεικὴς ἐγένετο, καὶ εἰς τὴν φωνὴν τοῦ ὀρθοῦ λόγου πειθήνιος ἔκλινε, καὶ μὲ ἠσπάζετο ἅμα μοῦ ἤκουσεν, ὁ λαὸς ἐκεῖνος εἶναι ἀνάξιος ἐλευθερίας; (ὄχι! ὄχι!).
§54ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§55ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. «Αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύνανται ν’ ἀπαγορευθῶσιν· ἐὰν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν». Ἰδοὺ μεμετρημέναι πᾶσαι αἱ λέξεις τῆς ἐπιτροπῆς· κινδυνεύει ἡ δημοσία ἀσφάλεια; συμφέρει νὰ μὴ γίνῃ ἡ συνάθροισις; καὶ τὸ Σύνταγμα τὸ λέγει καὶ ὁ νόμος, ὅστις θέλει κανονίσει τὸ περὶ συναθροίσεων, θέλει τὸ ἀναπτύξει. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι αἱ συναθροίσεις μένουσαι ἐλεύθεραι θέλουσι μεταβληθῆ πραγματικῶς εἰς βαθύῤῥουν ποταμὸν ἐλευθερίας, ὅστις θέλει ἀρδεύσει τὴν χερσωθεῖσαν γῆν τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν ἀπὸ εἴκοσι καὶ πλέον αἰώνων ἔπαυσε ν’ ἀρδεύῃ. Μὴ ξηράνητε λοιπὸν τὴν πηγὴν ἐξ ἧς ὁ ποταμὸς οὗτος ἐκρέει, διότι, ἂν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος προώδευσέ ποτε, προώδευσε διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐλευθέρων αὑτοῦ φρονημάτων καὶ θεσμῶν, ἐδουλώθη δὲ, ἅμα τὸ φρόνημα ἐξέλιπε καὶ οἱ θεσμοὶ κατεπατήθησαν. Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, Κ. Καλλιγᾶ, διὰ ταῦτα, ἃ εἶπον, ὅτι ἐγὼ, ὅστις ὑπερασπίζομαι τοσοῦτον τὴν ἐλευθερίαν, θέλω τὴν ἐξουσίαν ἀδύνατον· ὄχι, ἡ ἐλευθερία εἶναι πλήρης, τότε μόνον ὅταν καὶ ἡ ἐξουσία ᾖναι ἰσχυρὰ, διότι ἡ ἐξουσία ἐν ἐλευθέρᾳ καὶ αὐτονόμῳ πολιτείᾳ δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ ἡ δέσμη τῆς ἐλευθέρας κοινῆς τοῦ ἔθνους θελήσεως· ὅστις θέλει τὴν ἐλευθερίαν, θέλει βεβαίως νὰ ἔχῃ παρ’ αὑτῇ καὶ μίαν ἐξουσίαν ἰσχυρὰν, ἥτις νὰ προλαμβάνῃ πᾶσαν κακόβουλον ἐνέργειαν, εἴτε συμπολίτου, εἴτε ξένου, εἴτε καθεστηκυίας τινὸς ἀρχῆς, κατὰ τῆς κοινῆς καὶ ἑνὸς ἑκάστου ἐλευθερίας· ὥστε ὡς βλέπετέ εἰσι λίαν εὐσυμβίβαστα τὰ δύο ταῦτα πράγματα.
§56ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§57ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ συμπληρώσω τὰς ἐξηγήσεις καὶ ἐπὶ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον, ἀκούω ὅμως τινῶν νὰ λέγωσιν, ὅτι θέλει γίνει ἰδιαιτέρα συζήτησις.
§58ΚΑΛΟΣ. Ὄχι μαζύ.
§59ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὀλίγα τινὰ ἔχω ἔτι νὰ εἴπω περὶ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου, διότι δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ αὐτὴ ἡ σποραδικὴ καὶ ἀκανονίστως γινομένη συνάθροισις νὰ γίνηται περιοδικῶς καὶ πρός τινα μᾶλλον ὡρισμένον σκοπόν. «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἄνευ προηγουμένης ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως», ἐνταῦθα, Κύριοι, ἄλλα τε μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐγὼ συμφωνοῦμεν νὰ προστεθῇ ἡ προσθήκη τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ὑμῖν ἤδη διὰ τοῦ Κ. Προέδρου, δηλαδὴ μετὰ τὰς λέξεις «τοῦ συνεταιρίζεσθαι» νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς «φανερὰ καὶ ἀνωμοτὶ» τουτέστιν ἄνευ ὅρκου τινὸς, τὸ δὲ λοιπὸν ἄρθρον νὰ μείνῃ ὡς ἐν τῷ σχεδίῳ· «ἄνευ προηγουμένης ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς πάντα σκοπὸν ὑπὸ τοῦ νόμου μὴ ἀπαγορευόμενον». Ποῦ λοιπὸν Κ. Καλλιγᾶ, βλέπετε ὅτι δύναται νὰ κινδυνεύσῃ ἡ πολιτεία ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου; διότι βεβαίως σκοπὸς μὴ ἀπαγορευόμενος ὑπὸ τοῦ νόμου δὲν εἶναί ποτε ὁ πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ τῶν δι’ αὐτοῦ ἐγκαθιδρυμένων ἀρχῶν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ὁ κίνδυνος, πρὸς ὃν δειλιᾶτε, διότι πάντως τοιοῦτος σκοπὸς ἀπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ Νόμου. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἐξαρτῶμαι ἀπὸ τῆς αὐθαιρεσίας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ μὴ δύναμαι ἄνευ τῆς ἀδείας αὐτῆς νὰ συνεταιρισθῶ διὰ νὰ σκεφθῶ μετὰ τῶν ὁμοφρονούντων μοι, ποίους, φέρ’ εἰπεῖν νὰ ὑποδείξωμεν βουλευτάς, ἐννοεῖτε ὁποίαν δύναμιν ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τῶν πολιτῶν, ὁποῖον δ’ ὄγκον ἰσχύος προσθέτετε εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὴν φύσει πρὸς τὸ αὐθαίρετον ἀποκλίνουσαν, καὶ μάλιστα παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἐπεκράτησεν ἡ κακὴ ἕξις νὰ ὑποδεικνύῃ ἡ ἐξουσία ὑποψηφίους βουλευτὰς εἰς τοὺς ἐκλογεῖς; Νὰ μὴ ἔχωμεν λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποδείξωμεν καὶ ἡμεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν ἡμετέραν κρίσιν, εἰσὶν ὑπὲρ τοὺς ὑποψηφίους τῆς ἐξουσίας ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ; Ὁ τοιοῦτος σκοπὸς πάντως δὲν εἶναι ἀπηγορευμένος ὑπὸ τοῦ νόμου, οὐδ’ ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀντίκειται ὅμως εἰς τὰ συμφέροντα τῆς ἐξουσίας, τοῦτο δὲ καὶ μόνον ἀρκεῖ ἂν μὴ ἐξασφαλίσητε τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ τοῦ Συντάγματος, νὰ σᾶς τὸ ἀρνηθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἐξουσία. Καὶ, Κύριε Καλλιγᾶ, νομίζετε ὅτι, δὲν ἦτο προτιμότερον ἀντὶ νὰ περιέρχησθε τὰ χωρία καὶ νὰ σκορπίζητε ἐν αὐτοῖς, ὥς τις ἔμπορος ὀρβιετάνης, τὰς προκηρύξεις σας, τὸ νὰ ἔρχηται μία ἑταιρία ἐκλογικὴ, ἥτις νὰ ὑποδείξῃ ὑμᾶς ὑποψήφιον, ὡς τῆς ἐλευθερίας λιγύφθογγον ἀγορητὴν; δὲν νομίζετε, λέγω, τοῦτο προτιμότερον καὶ κανονικώτερον μέσον πρὸς καταστροφὴν τοῦ διεφθαρμένου ἐκείνου συστήματος τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων, καὶ τῆς συναφοῦς μὲ τοῦτο πολλῆς καὶ ποικίλης διαφθορᾶς ἐκείνης, ἥτις ὤθησε τὸ ἔθνος εἰς ἐπανάστασιν καὶ τὸ ἔφερε παρὰ τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου; Τέλος Κύριοι, διὰ τῆς τελευταίας διατάξεως τοῦ 11 ἄρθρου θέλομεν νὰ θέσωμεν τὸν συνεταιρισμὸν ὑπὸ τὴν προστασίαν ἐκείνης τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν καὶ προχθὲς ἀνεγράψαμεν ἐν ἄρθρῳ 5 ὡς τὴν εὐσταθῆ προστάτιδα τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου. Δὲν θέλομεν ἡ ἐξουσία ἡ ἐκτελεστικὴ, ἥτις, εἰθισμένη νὰ ποιῆται χρῆσιν τῶν ὑλικῶν μέσων, σπανίως θέλει ἀντιτάξει ἠθικὰς δυνάμεις κατὰ τῆς ὅλως ἠθικῆς δυνάμεως τῆς ἰδέας, δὲν θέλομεν αὕτη νὰ δεσμεύῃ ἡμᾶς, θέλομεν εἰς τὴν ἠθικὴν δύναμιν ἠθικὴ ἄλλη ν’ ἀντιτάττηται δύναμις· ἡ δ’ ἠθικὴ αὕτη δύναμις εἰσὶ τὰ δικαστήρια.
§60ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, Κύριε Σαρίπολε.
§61ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι ἐξακολουθήσατε Κ. Σαρίπολε.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὸν Κ. Σαρίπολον νὰ συμπεράνῃ δὲν ἠμπορῶ νὰ διακόψω τὴν ἀγόρευσίν του ἐν τῷ μέσῳ.
§63ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Εἴχετε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε τοῦ Κ. Καλλιγᾶ ἐπὶ 1 καὶ ½ ὥραν καὶ δὲν ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε καὶ ἐμοῦ ἐπὶ ἡμίσειαν μόνον; Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ματαιότητα νὰ διδάσκω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, οὐδὲ τὴν μωρίαν νὰ ἐπαναλαμβάνω ἀπ’ αὐτοῦ τὸ σύγγραμμά μου, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἀντικρούω τὰ σοφίσματα τῶν ἀνθρώπων διὰ τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Διὰ δικαστικῆς λοιπὸν ἀποφάσεως μόνον δύναται νὰ διαλυθῇ συνεταιρισμός τις, κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ὑμῶν. Συγκεφαλαιῶν λοιπὸν Κύριοι Πληρεξούσιοι, προτείνω ὑμῖν ἐξ ὀνόματος τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὦ ὁ εἰσηγητὴς, ὅπως ἐπιψηφίσητε ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ σχεδίῳ τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11, μὴ στερήσητε τὴν χώραν ἧς ἔστε οἱ ἀντιπρόσωποι, μὴ στερήσητε αὐτὴν τῆς ὅλης ἐλευθερίας· ἡ πατρὶς τῆς ἐλευθερίας δικαιοῦται ν’ ἀναλάβῃ πλήρη καὶ ἀρτίαν τὴν πεφιλημένην αὐτῆς θυγατέρα· τὴν γῆν, ἥτις ἐδοξάσθη διὰ τῆς ἐλευθερίας, ἥτις ὑπὸ τοῦ πόθου τῆς ἐλευθερίας φλεγομένη συνέτριψε καὶ τῶν τυράννων τὰς ἁλύσεις, καὶ τὰ δεσμὰ τῆς διανοίας, μὴ στερήσητε ἀνοσίως τοῦ μέσου δι’ οὗ ἡ διάνοια διαδίδεται καὶ μεγαλύνεται ὁ ἄνθρωπος· τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλευθέρως συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι εἶναι αὐτὴ τοῦ ἀνθρώπου ἡ κοινωνικότης. Ἀναλογίσθητε, ὅτι εἰ μὴ ἐπετρέποντο κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ συνεταιρισμὸς καὶ αἱ συναθροίσεις, οὔτε ὁ συνεταιρισμὸς τῶν ἀποστόλων ἤθελε μορφωθῆ, οὔτε αἱ συναθροίσεις τοῦ λαοῦ ἤθελον συνάγεσθαι, ὅπως ἀπὸ τῶν θείων αὐτοῦ χειλέων ἐξενεχθῇ πρὸς τὰ πλήθη τὸ οὐράνιον τοῦ Εὐαγγελίου δίδαγμα. Ἀναλογίσθητε, ὅτι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἑλλάδι, οὔτε ὁ Σωκράτης ἤθελε διδάξει τὴν ἀρετὴν, οὔτε ὁ Πλάτων ἤθελε δυνηθῆ νὰ συστήσῃ τὴν ἀκαδημίαν του, οὐδ’ ὁ Ἀριστοτέλης, οὐδ’ ὁ Κιτιεὺς Ζήνων, οὐδ’ οἱ ἄλλοι σοφοὶ τὰς σχολάς των, οὐδ’ αἱ πολλαὶ καὶ ποικίλαι τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας αἱρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα ν’ ἀπελευθερώσωσι τὸν νοῦν τοῦ Ἕλληνος καὶ νὰ τὸν καταστήσωσι τοσοῦτον ὑπέρτερον καὶ τῶν συγχρόνων καὶ τῶν μελλόντων αἰώνων, ἤθελον ἀναπτυχθῆ. Ἐὰν ὁ Φειδίας καὶ ὁ Ἰκτῖνος δὲν εἶχον τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἀποπνέει ἡ γῆ αὕτη, Ἄ! Κύριε Καλλιγᾶ, ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἴσως ἔχει κακοζήλους τινὰς ἀπομιμήσεις συγκεκολλημένων τὰ μέλη ξοάνων τῆς Αἰγύπτου, καὶ τοὺς βαρεῖς καὶ κακοτέχνους ναοὺς τῆς Ἰνδίας, πάντως ὅμως δὲν ἠθέλομεν ἔχει οὔτε Παρθενῶνα οὔτε Πλάτωνα (ῥαγδαῖα χειροκροτήματα ἐκ τῶν Πληρεξουσίων καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§64ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν Κύριε Πρόεδρε.
§65ΜΙΛΗΣΗΣ. Παραστήσατε, Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἀκροατήριον, ὅτι συμμετέχον εἰς τὰς ἐπιδοκιμασίας τῆς Συνελεύσεως, συνηγορεῖ ἰσχυρῶς κατὰ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸ ἀκροατήριον τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, κατὰ τὰς ὁποίας δύνανται μόνον νὰ παρευρίσκωνται, ἀλλ’ οὔτε νὰ ἐπιδοκιμάζωσιν, οὔτε νὰ ἀποδοκιμάζωσι. Θὰ ἐρωτήσω, Κύριοι, τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐφωτίσθη. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἐφωτίσθησαν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι). Παρεδέχθη.
§67ΛΟΥΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν ἁπλῆν ἐρώτησιν θὰ κάμω εἰς τοὺς συντάξαντας τὸ ἄρθρον, νὰ μοῦ δώσουν μίαν πληροφορίαν...
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατέ με νὰ θέσω τὰ ζητήματα καὶ κατόπιν ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ θέματος. Τὸ ἄρθρον, Κύριοι, τὸ ἀναγινώσκω καὶ πάλιν· «Ἄρθρον 10. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ ἀστυνομία· αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύνανται νὰ ἀπαγορευθῶσιν ἐὰν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν»· τροπολογίαι ὑπάρχουν ἡ τοῦ Κυρίου Παπαδιαμαντοπούλου ἔχουσα ὡς ἑξῆς «μετὰ τὴν λέξιν ἀόπλως νὰ προστεθῇ» τηροῦντες πάντοτε τοὺς νόμους τοῦ Κράτους· μετὰ δὲ τὴν λέξιν ἀστυνομία «πρὸς διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως». Ὁ Κ. Παντολέων προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τῆς φράσεως «μόνον εἰς τὰς δημοσίας συνεδριάσεις δύνανται νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία». — Τροπολογία τοῦ Κ. Βλαντῆ καὶ Θεοχάρη, προτείνουσα τὴν ἀπάλειψιν τοῦ βʹ. μέρους τοῦ ἄρθρου «αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύνανται νὰ ἀπαγορευθῶσιν, ἐὰν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν.» — Εἶχεν ὑποβάλει ὁ Κ. Πετσάλης μίαν τροπολογίαν, ἀλλὰ μοὶ ἐγνωστοποίησε πρὸ μικροῦ ὅτι τὴν ἀποσύρει.
§69ΚΑΛΟΣ. Ἔχω ἐγὼ τὴν ἕνωσιν τῶν 2 ἄρθρων.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀφήσωμεν ἓν πρὸς ἓν, κατόπιν εἰς τὴν σύνταξιν βλέπομεν. Ἔχομεν λοιπὸν, Κύριοι, τρεῖς τροπολογίας· θὰ ἐρωτήσω ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν....
§71ΤΙΝΕΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἀρχήν.
§72ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ ἐπολέμησα τὴν ἀρχήν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἐπολέμησε τὴν ἀρχήν. Λοιπὸν πρῶτον θὰ ἐρωτήσω περὶ τῆς ἀρχῆς.
§74ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 20).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Λούζης ἐζήτησε τὸν λόγον νὰ κάμῃ μίαν παρατήρησιν· ἐπιτρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ ὁμιλήσῃ;
§76ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§77ΛΟΥΖΗΣ. Ἤθελα μόνον νὰ ἐρωτήσω τοὺς συντάξαντας τὸ ἄρθρον τί ἐννοοῦσι εἰς αὐτὸ τὸ δεύτερον κῶλον τοῦ πρώτου μέρους «μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ ἀστυνομία».
§78ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι εἰς τὰς οἰκίας τὰς ἰδιωτικάς.
§79ΛΟΥΖΗΣ. Δηλαδὴ ἀπ’ ἀρχῆς καὶ μέχρι τέλους, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης;
§80ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πάντοτε, καθὼς εἰς τὰ καφφενεῖα εἰς τὰς λέσχας εἰς τὰ ξενοδοχεῖα.
§81ΛΟΥΖΗΣ. Δὲν κάμνομεν Σύνταγμα περὶ καφφενείων.
§82ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παντοῦ ὅπου δημοσίως δύνανται νὰ συνέρχωνται ἄνθρωποι, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ στολὴ τοῦ χωροφύλακος,
§83ΛΟΥΖΗΣ. Ἐδῶ τὸ ἄρθρον διακρίνει συναθροίσεις ἐν ὑπαίθρῳ καὶ εἰς ἰδιωτικὰς οἰκίας καὶ εἰς δημοσίας οἰκίας· τώρα δημοσία οἰκία δύναται νὰ ᾖναι μιᾶς ἑταιρίας, ἥτις ἔχει ἕνα ὡρισμένον σκοπὸν, καὶ ἥτις κάμνει ἐκεῖ τὸ συμβούλιον, καὶ δὲν ἀνέχεται νὰ ᾖναι παροῦσα ἡ ἀστυνομία ἄνευ ἀνάγκης. Ἔχομεν, Κύριοι, τόσα παραδείγματα ἐπὶ τοῦτο· δύναται ἡ ἀστυνομία ἡ ἰδία νὰ προκαλέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρία δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ κάμῃ. Ἐδῶ ἀντεγράφη ἀπὸ τὸ Δανικὸν, ἀλλ’ ἄλλως ἐννοοῦσιν εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ Δανίαν τὴν παρεύρεσιν τῆς Ἀστυνομίας· οὐδέποτε ἄνευ ἀνάγκης παρίσταται ἡ ἀστυνομία· ἀλλὰ γίνεται μία ὀχλαγωγία εἰς αὐτὴν τὴν συνάθροισιν; Ἐπίκειται ἕνας κίνδυνος; τότε παρουσιάζεται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως καὶ διαλύει τὴν συνάθροισιν.
§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Συγχέετε τὸ ἄρθρον τοῦτο μὲ τὸ ἑπόμενον.
§85ΛΟΥΖΗΣ. Ὁμιλῶ διὰ τὸ πρῶτον, καὶ θέλω νὰ διασαφηνισθῇ.
§86ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ Κ. Λούζης ἔχει ὑπερβολικοὺς φόβους, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ Κ. Λούζης ἀναγνωρίζει ἀναγκαίαν τὴν παρέμβασιν τῆς ἀστυνομίας· τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν, καθὼς ἡ ἰδιωτικὴ οἰκία ᾖναι ἄσυλος, δηλαδὴ ἀπρόσιτος εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, τοιουτοτρόπως καὶ τὰ λοιπὰ μέρη, ὅσα δὲν εἶναι ἰδιωτικαὶ οἰκίαι. Ὅλα ἑπομένως δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἰδιωτικὰ, καὶ αὐτὰ εἶναι ἀπρόσιτα εἰς τὴν Ἀστυνομίαν. Τὸ νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι προσιτὰ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι θεωροῦμεν ἀναγκαίαν τὴν παράστασιν τῆς Ἀστυνομίας, ἀλλ’ ὅτι ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης δύναται ἡ Ἀστυνομία νὰ παρευρεθῇ.
§87ΛΟΥΖΗΣ. Ἄ! μάλιστα· ἀπαιτεῖται αὐτὴ ἡ διασάφησις.
§88ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Λούζη, σᾶς ὑπενθυμίζω τὴν τροπολογίαν τὴν ἰδικήν μου, καθ’ ἣν μετὰ τὸ «Ἀστυνομία» προστίθεται «πρὸς διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως».
§89ΛΟΥΖΗΣ. Νομίζω ἀνεπαρκῆ πρὸς τὸν σκοπόν μας αὐτὴν τὴν μεταῤῥύθμισιν· διὰ τοῦτο ἤθελα νὰ μοὶ δώσῃ μίαν πληροφορίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συντάξασα τὸ ἄρθρον.
§90ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἐγὼ νὰ σᾶς δώσω. Τρεῖς περιστάσεις ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπή· πρῶτον τὸν σκοπὸν φίλων νὰ συνέλθουν καὶ νὰ συσκεφθοῦν περὶ ἑνὸς ὁποιουδήποτε ἀντικειμένου εἰς μίαν τῶν ἰδιωτικῶν οἰκιῶν, καθ’ ἣν ἡ Ἀστυνομία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέρχηται. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ὑπάγονται καὶ αἱ συναθροίσεις τοῦ συλλόγου, καὶ ἄλλων τοιούτων, ὅπου ἔχουν ἰδιαίτερον σκοπὸν καὶ ὑπάρχουν καὶ ὡρισμένα πρόσωπα· δεύτερον διὰ τὰς κοινὰς συναθροίσεις, ὡς ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εἰς τὸ δεῖνα σχολεῖον, καὶ εἰς ἄλλα καταστήματα δημόσια ἢ μέρη, ὡς καὶ οἰκίας ἀκόμη ἰδιωτικὰς, ὅπου εἰδοποιοῦνται οἱ πάντες νὰ ἔλθουν, καὶ ὅπου ἡ Ἀστυνομία δύναται νὰ εἰσέρχηται. Καὶ τρίτον, τὰς ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις, ὅπου ἡ Ἀστυνομία καὶ νὰ παρευρίσκηται δύναται ἄνευ τῆς παραμικρᾶς ἐπεμβάσεως, καὶ νὰ προσέχῃ δεόντως ὑπὲρ τῆς μὴ διαταράξεως τῆς κοινῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως. Λοιπὸν ἐννοοῦμεν, ὅπου συμφωνοῦν ὡρισμένα πρόσωπα, ἐκεῖ δὲν εἰμπορεῖ ἡ Ἀστυνομία νὰ εἰσέλθῃ.
§91ΛΟΥΖΗΣ. Δὲν τὸ λέγει ὅμως τὸ ἄρθρον.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ἥτις εἶναι καὶ ἀπωτέρω, ἥτις τείνει εἰς τὴν ἀπάλειψιν ὁλοκλήρου τοῦ 10 ἄρθρου. Ζητεῖτε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
§93ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι· δι’ ἀναστάσεως.
§94ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἐζητήσαμεν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, Κ. Πρόεδρε.
§95ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν ἐγειρόμενοι). Μάλιστα, μάλιστα.
§96ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ἀλλ’ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, Κ. Πρόεδρε, εἶναι περιττὴ ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε λοιπὸν εἰς τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν;
§98ΠΟΛΛΟΙ. (ἀριστερόθεν). Μάλιστα.
§99ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπιμένομεν εἰς τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, Κ. Πρόεδρε, εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλλιγᾶ ὑποστηρίζεται· ἂν δὲν ὑποστηρίζεται τότε δι’ ἀναστάσεως.
§100ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν ἐγειρόμενοι). Ὑποστηρίζομεν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, τοῦ νὰ διαγραφῇ, ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 10, λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι; Ἄρχεται ἡ κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ψηφοφορία.
§102ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οἱ λέγοντες ναί, δὲν ἐννοεῖται, ὅτι δὲν παραδέχονται τὴν ἀρχὴν τοῦ συνεταιρισμοῦ.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι βέβαια.
§104ΠΟΛΛΟΙ (ἀμφοτέροθεν ἐγειρόμενοι). Ὅλοι, ὅλοι τὸ παραδεχόμεθα τὸ ἄρθρον, Κ. Πρόεδρε.
§105ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, Κ. Πρόεδρε.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε νὰ ἐννοηθῶμεν. Παρατηρῶ, ὅτι οἱ μέχρι τοῦδε ζητοῦντες τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν παραιτοῦνται.
§107ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐμπρός· οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Ἐξακολουθεῖ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Καταλάβετε τὰς ἕδρας σας, διὰ ν’ ἀκούσητε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας περὶ τῶν διαφόρων τροπολογιῶν. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 237, 210 εἶπον ὄχι, 25 εἶπον ναί, καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον, ἄρα ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλλιγᾶ περὶ ἀπαλείψεως ἀπεῤῥίφθη.
§109ΜΑΡΙΝΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς θέσεως τῶν ζητημάτων νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§111ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀναγγείλατε τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν προτείνω.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον εἰς τὰς ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις, λέγει ὁ Κ. Λομβάρδος, δύναται νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία· τὸ ἐν ὑπαίθρῳ προστίθεται.
§113ΔΡΟΣΟΣ. Ἀφοῦ ἤρχισαν αἱ ψηφοφορίαι, δὲν εἰμποροῦν νὰ δοθῶσι πλέον τροπολογίαι.
§114ΜΑΡΙΝΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἰπῶ ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, καθήσατε παρακαλῶ· περικυκλοῦτε τοὺς στενογράφους αἰωνίως.
§116ΜΑΡΙΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος εἶναι ἀνάγκη διαστολῆς, διότι νομίζω ὅτι ἡ συσσώρευσις, ἥτις ἔγεινεν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου πολλῶν προτάσεων, ἐγέννησε πολλοὺς δισταγμούς, διότι ὑπάρχουν τινὲς, οἵτινες παραδέχονται μίαν τῶν προτάσεων, δὲν παραδέχονται τὴν ἄλλην. Τὸ ἄρθρον ἔχει οὕτως «Οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως», μία πρότασις, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς βεβαίως δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑπάρχει ἐπὶ τῆς τραπέζης μία τροπολογία, μία προσθήκη τοὐτέστι, ἥτις κατ’ ἐμὲ εἶναι ὀρθοτάτη. Εἶναι πρότασις τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου, λέγουσα οὕτως, νὰ προστεθῇ «μετὰ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως», «τηροῦντες πάντοτε τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.»
§117ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§118ΜΑΡΙΝΟΣ. Τὸ πρῶτον μέρος αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ὀφείλει νὰ χωρισθῇ τοῦ ἑπομένου.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχω.
§120ΜΑΡΙΝΟΣ. Ὁ Κ. Πρόεδρος ἴσως θὰ κρίνῃ κατάλληλον νὰ χωρίσῃ.....
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα κατὰ κῶλον θέλω ὑποβάλει τὴν πρότασιν.
§122ΜΑΡΙΝΟΣ. Ἐπέρχεται τὸ δεύτερον «Μόνον εἰς τὰς δημοσίους συναθροίσεις δύναται νὰ παρασταθῇ ἡ Ἀστυνομία» καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ἐξεύρω ποίαν ἄλλην πρότασιν ἔχει ὁ Κ. Καλλιγᾶς. Ἐπομένως εἶναι πρότασις περὶ ἀπαλείψεως, εἶναι τοῦ Κ. Λομβάρδου, περὶ τοῦ ἐν ὑπαίθρῳ· εἶναι καὶ ἄλλαι· ἐπομένως ἡ ἰδέα μου εἶναι νὰ χωρισθῇ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ δευτέρου, διότι τὸ δεύτερον ἐγέννησε δισταγμοὺς εἰς πολλούς.
§123ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἡ πρότασίς μου περὶ ἀπαλείψεως τοῦ τελευταίου κώλου, εἶναι ἡ ἀπωτέρω.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον πραγματικῶς περιέχει διαφόρους αὐτοτελεῖς ἰδέας, καὶ ἐπειδὴ αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, ἀφορῶσι πολλὰς, ὄχι ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον, ἀλλ’ ἡ μὲν τὴν μίαν ἰδέαν, ἡ δὲ τὴν ἄλλην, δι’ αὐτὸ νομίζω, καθὼς παρετήρησε καὶ ὁ προαγορεύσας, ὅτι αἱ τροπολογίαι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι κατὰ τὴν σειρὰν τῶν περιόδων, εἰς τὰς ὁποίας ἀνάγονται. Ἡ τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου, πραγματικῶς τροπολογία ἀνάγεται εἰς τὸ ά. κῶλον τῆς ά. περιόδου. «πρὸς διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως». —Ὁ Κ. Παντολέων προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τῆς φράσεως «μόνον εἰς τὰς δημοσίας συνεδριάσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία». — Τροπολογία τοῦ Κ. Βαλτινοῦ καὶ Θεοχάρη, προτείνουσα τὴν ἀπάλειψιν τοῦ βʹ. μέρους τοῦ ἄρθρου «αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύνανται νὰ ἀπαγορευθῶσιν, ἐὰν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκηται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν». —Εἶχεν ὑποβάλει ὁ Κ. Πετσάλης μίαν τροπολογίαν, ἀλλὰ μοὶ ἐγνωστοποίησε πρὸ μικροῦ, ὅτι τὴν ἀποσύρει.
§125ΚΑΛΟΣ. Ἔχω ἐγὼ τὴν ἕνωσιν τῶν 2 ἄρθρων.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀφήσωμεν ἓν πρὸς ἕν· κατόπιν εἰς τὴν σύνταξιν βλέπομεν.— Ἔχομεν λοιπὸν, Κύριοι, 3 τροπολογίας. Θὰ ἐρωτήσω ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν.
§127ΤΙΝΕΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἀρχήν.
§128ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ ἐπολέμησα τὴν ἀρχήν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἐπολέμησε τὴν ἀρχὴν, λοιπὸν πρῶτον θὰ ἐρωτήσω περὶ τῆς ἀρχῆς.
§130ΠΟΛΛΟΙ. (Ἀριστερόθεν) δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς εἴκοσι).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Λούζης ἐζήτησε τὸν λόγον νὰ κάμῃ μίαν παρατήρησιν· ἐπιτρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ ὁμιλήσῃ;
§132ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§133ΛΟΥΖΗΣ. Ἤθελα μόνον νὰ ἐρωτήσω τοὺς συντάξαντας τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὶ ἐννοοῦσιν εἰς αὐτὸ τὸ δεύτερον κῶλον τοῦ πρώτου μέρους «μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία».
§134ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι εἰς τὰς οἰκίας τὰς ἰδιωτικάς.
§135ΛΟΥΖΗΣ. Δηλαδὴ ἀκωλύτως ἀπ’ ἀρχῆς καὶ μέχρι τέλους, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης;
§136ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πάντοτε, καθὼς καὶ τὰ Καφφενεῖα καὶ τὰς Λέσχας καὶ τὰ Ξενοδοχεῖα.
§137ΛΟΥΖΗΣ. Δὲν κάμνομεν Σύνταγμα περὶ Καφφενείων.
§138ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παντοῦ, ὅπου δημοσίως δύνανται νὰ συνέρχωνται ἄνθρωποι, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ στολὴ τοῦ Χωροφύλακος.
§139ΛΟΥΖΗΣ. Ἐδῶ τὸ ἄρθρον διακρίνει συναθροίσεις ἐν ὑπαίθρῳ, καὶ εἰς ἰδιωτικὰς οἰκίας, καὶ εἰς δημοσίας οἰκίας. Τώρα δημόσιαι οἰκίαι δύνανται νὰ ᾖναι μιᾶς ἑταιρίας, ἥτις ἔχει ἕνα ὡρισμένον σκοπὸν, καὶ ἥτις κάμνει.
§140ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἀφ’ οὗ ἅπαξ ἐγένετο μία ψηφοφορία, ἡ ὁποία ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου, τώρα δὲν δύναται πλέον νὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους· διότι ἂν ἀρχίσουν νὰ γίνωνται τροπολογίαι, ἡ μία νὰ λέγῃ ὅτι ἀπαγορεύονται αἱ συναθροίσεις αἱ ἰδιαίτεραι, ἄλλη ἀπαγορεύονται αἱ ἐν ὑπαίθρῳ, καὶ ἄλλη τὸ ἄλλο, δύναται τὸ ἄρθρον ν’ ἀπαλειφθῇ, ἐνῷ ἐψηφίσαμεν νὰ μὴ ἀπαλειφθῇ (θόρυβος)· λέγω, ὅτι πᾶσα τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, τότε μόνον δύναται—μὰ δὲν προσέχετε, Κ. Πρόεδρε, καὶ ἀφορᾷ ὑμᾶς,—λέγω, ὅτι πᾶσα τροπολογία μὲ τὴν ψηφοφορίαν, ἡ ὁποία ἔγεινε, δὲν εἰμπορεῖ νὰ περιστραφῇ εἰμὴ μόνον ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰ προληπτικὰ μέτρα. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ καθιεροῖ τὰς συναθροίσεις, ὡς πρὸς αὐτὸ δὲν εἰμπορεῖ πλέον νὰ γίνῃ κᾀμμία τροπολογία. Ἡ οὐσία τοῦ ἄρθρου εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι· αὐτὸ ἔγεινε δεκτὸν, διότι ἀπεῤῥίφθη τὸ περὶ ἀπαλείψεως· ὡς πρὸς τὰ ἄλλα μέρη εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ μεταβολή· ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ὅμως δὲν εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ κἀμμία ψηφοφορία.
§141Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, πρόκειται περὶ λογικῆς, περὶ κανόνων λογικῆς, τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Συνέλευσις, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον διὰ ν’ ἀντικρούσω τὸν προλαλήσαντα. Νομίζω, ὅτι ἡ πρώτη ψηφοφορία, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν, ἀφοροῦσεν ἓν ζήτημα γενικὸν, τὴν ἀπάλειψιν ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου· εἷς, ὁ ὁποῖος ἤθελε τὴν διατήρησιν ἑνὸς μέρους τοῦ ἄρθρου, δὲν ἠμποροῦσε νὰ ψηφοφορήσῃ ὑπὲρ τῆς ὁλοκλήρου ἀπαλείψεως· τώρα λοιπὸν πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα. Διαιρεῖται εἰς τρία μέρη τὸ ἄρθρον· τρεῖς ψηφοφορίαι πρέπει νὰ γίνουν, διότι εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δέχονται τὸ πρῶτον καὶ ἀποκρούουν τὰ δύο δεύτερα· εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δέχονται τὸ δεύτερον, καὶ ἀποκρούουν τὰ δύο ἄλλα, καὶ οὕτω καθεξῆς.
§142ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§143ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις, ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι αἴτιος τῆς τροπολογίας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν βλέπω ὅτι πολλοὶ ἀσπάζονται. Δὲν θέλω δὲ οὔτε οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν ἐν ἀγνοίᾳ ν’ ἀποδώσουν εἰς ἐμὲ ὅ,τι ἀποκρούω, οὔτε οἱ μὴ παραδεχόμενοι ν’ ἀποῤῥίψουν αὐτὴν, ὑπονοοῦντες, ὅ,τι ἐγὼ δὲν ἐννοῶ. Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ, δύω λέξεις νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω, ὅπως ἐγὼ ἐννοῶ τὴν τροπολογίαν.
§144ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§145ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ τροπολογία δὲν εἶναι τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπεννόησα ἐγώ· τὴν προσθήκην αὐτὴν ἀπήντησα, καθὼς τὴν ἀπήντησαν πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, εἰς τὸ Βελγικὸν σύνταγμα. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι ἐνόμισα, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ κράτους,» ἐνόμισα, λέγω, ὅτι τοῦτο λέγων ἐκφράζω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα, διὰ περισσοτέρων λέξεων θέλει νὰ ἐκφράσῃ. Ἐπειδὴ ὅμως βλέπω ἤδη, πρὶν ψηφισθῇ ἀκόμη, παρεξηγουμένας αὐτὰς τὰς ὀλίγας λέξεις, δι’ αὐτὸ, ἐὰν ἡ Συνέλευσις θέλῃ, ἐκφράζω τί ἤθελον ἐγὼ νὰ εἴπω. Ἤθελον νὰ εἴπω ὅ,τι τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα λέγει. Τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα ἐκφράζεται οὕτω πῶς. «Οἱ Βέλγοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ κράτους, οἵτινες δύνανται νὰ κανονίσωσι τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου». Τί προσθέτει ὅμως; «Χωρὶς ὅμως νὰ ὑποβάλλωσιν αὐτὸ εἰς προηγουμένην ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως». Τὰ τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος εἶναι τῆς προσθήκης μου μία ἐξήγησις· δίδει δηλαδὴ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως δίδει τὸ δικαίωμα καὶ καὶ ἐπειδὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰμπορεῖ νὰ νομίσῃ ὅτι δύναται καὶ ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀπαιτήσῃ, διὰ τοῦτο ἔρχεται τὸ Βελγικὸν σύνταγμα, προσθέτον ἀκόμη εἰς τὸ «κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους» καὶ ταῦτα, «οἵτινες δύνανται μὲν νὰ κανονίσωσι τὸ τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου, χωρὶς ὅμως νὰ ὑποβάλλωσιν αὐτὸ εἰς προηγουμένην ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως». Τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα ἐσκόπει νὰ ἐξασφαλίσῃ μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ δύναται ὁ πολίτης νὰ συνέρχηται ἐλευθέρως, νὰ συσκέπτεται περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, καὶ ἰδίως περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου του, χωρὶς ποτὲ νὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ παραλόγως νὰ τὴν ἀρνηθῇ· ἐνόμισεν ὅμως ἀναγκαῖον νὰ προσθέσῃ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ κανονίσῃ, πῶς πρέπει νὰ γίνωνται αἱ συναθροίσεις. Λοιπόν, ἐὰν θέλητε νὰ προσθέσωμεν καὶ ἡμεῖς τοῦτο, τότε τὴν τροπολογίαν μου αὐτὴν τὴν συμπληρῶ ὅπως τὸ Σύνταγμα τοῦ Βελγίου ἔχει.
§146ΜΙΛΗΣΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν προαγορεύσαντα, διότι ἐξήγησε σαφέστατα τὴν ἰδέαν μου πολεμοῦσαν τὴν ἰδικήν του. Ἐὰν παρατηρήσητε, Κύριοι, ὅλα τὰ Συντάγματα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι δὲν γίνεται ποτε ἐν αὐτοῖς λόγος περὶ νόμων τηρητέων, ἐκτὸς ἂν ἢ ὑπάρχουν ἤδη τοιοῦτοι νόμοι κανονίζοντες τὴν χρῆσιν τοῦ ἀναγραφομένου δικαιώματος, ἢ ἐννοῇ ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος νὰ ὑποχρεώσῃ τὰς Βουλὰς εἰς τὸ νὰ ἐκδώσωσι τοιούτους νόμους, προορίζων καὶ γενικήν τινα βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ στηριχθῶσιν αἱ Βουλαί. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς τὸ Βέλγιον προσετέθη ἡ ἔκφρασις τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους· καὶ διατί; Διότι ἠννόησεν ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ Βελγίου νὰ ὑποχρεώσῃ τὰς Βουλὰς εἰς τὸ νὰ ἐκδώσουν νόμον περὶ τούτου ὀργανικόν, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπροσδιώρισε συγχρόνως καὶ ποίαν βάσιν ὀφείλει ἡ Βουλὴ ν’ ἀκολουθήσῃ θέτουσα τὸν νόμον τοῦτον. Διὰ τοῦτο, Κ. Πρόεδρε, γίνεται μνεία ἐν τῷ Βελγ. Συντάγματι περὶ νόμων τηρηθησομένων ἀπὸ τοὺς συνερχομένους πολίτας. Ἓν τῶν δύο λοιπόν, ἢ θὰ δεχθῶμεν καὶ ἡμεῖς τὸ σύστημα τοῦτο, τουτέστι, ἢ θὰ ὑποχρεώσωμεν τὰς Βουλὰς νὰ θέσωσι νόμον ὀργανικὸν, κανονίζοντα τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι, προορίζοντες συγχρόνως καὶ τὴν βάσιν τοῦ νόμου τούτου, ὅπως τὴν προορίζει ὁ νομοθέτης τοῦ Βελγίου, ἢ δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν τὸ παράπαν μνείαν περὶ τῶν τηρητέων νόμων. Ὅπως ὅμως εἶναι διατυπωμένη ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου, ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχει τὴν παραμικρὰν ἔννοιαν. Τὸ Σύνταγμα ἀναφέρει εἰς τὸ 14 ἄρθρον περὶ νόμου τηρηθησομένου· διατί; διότι ὑπάρχει ἤδη ὀργανικὸς νόμος περὶ τύπου, καὶ εἰς τοῦτον ἀναφέρονται, δίδοντες τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκφράζειν διὰ τύπου τὰς ἰδέας· ὥστε, ἐπαναλαμβάνω, ἢ πρέπει νὰ μὴ γίνῃ μνεία διόλου περὶ νόμων, ἢ πρέπει νὰ γίνῃ μνεία τούτων ἀπαραλλάκτως ὅπως καὶ εἰς τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα.
§147ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ Κ. Παπαδιαμαντόπουλος καταστρέφει ὅλην τὴν οἰκονομίαν τοῦ ἄρθρου, διότι τότε κατὰ τὸν κείμενον νόμον δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ συνέρχηται κανένας Ἕλλην. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει παντάπασι νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν (θόρυβος).
§148ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ὁ Κ. Μίλησης ὑπέβαλε γνώμην σύμφωνον μὲ τὴν γνώμην τοῦ προαγορεύσαντος Κ. Μαρίνου, κατὰ τὴν ὁποίαν προτείνεται ὡς δέκατον ἄρθρον ἡ ἐγγραφὴ τῶν διατάξεων τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὡς ἑξῆς, «οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως, συμμορφούμενοι πρὸς τοὺς νόμους, οἵτινες δύνανται νὰ κανονίσωσι τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, χωρὶς νὰ ὑποβάλουν αὐτὸ εἰς τὴν προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἔγκρισιν».
§149ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§150Ρ. ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύω λέξεις. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμιζεν ὅτι ἀρκεῖ ὁ περιορισμὸς τοῦ ἡσύχως καὶ ἄνευ ὅπλων· καὶ τοῦτο ἦτο καὶ εἰς τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἰξεύρω τὸ Βέλγιον ποίους νόμους ἔχει, καὶ ποίας ἀνάγκας. Οἱ Ἕλληνες συνερχόμενοι ἡσύχως καὶ ἀόπλως νὰ συσκεφθοῦν διὰ τὸ βαρὺ μιᾶς φορολογίας, διὰ τὸ βαρὺ μιᾶς νομοθεσίας, ἐπειδὴ ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν πραγμάτων, νὰ παρακαλέσωμεν τὴν ἐξουσίαν καὶ τὰς Βουλὰς, πρέπει νὰ ἤμεθα ἐλεύθεροι, ὅπου ἴδωμεν κανὲν πρᾶγμα βαρὺ νὰ τὸ παρατηρήσωμεν. Εἴπαμεν λοιπὸν ἡμεῖς «τηροῦντες τοὺς νόμους·» δὲν εἰμπορεῖς νὰ εἴπῃς τίποτε παραπάνω· ἀρκεῖ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ ἡσύχως καὶ ἀόπλως.
§151ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου.
§152ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Τὴν δεχόμεθα ἡμεῖς· ἀλλ’ ὅπως εἶναι εἰς τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα. (Θόρυβος).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀσπάζονται ἄλλοι. Ἰδοὺ ἡ πρότασις. «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως, συμμορφούμενοι πρὸς τοὺς νόμους, οἵτινες δύνανται νὰ κανονίσωσι τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, χωρὶς νὰ τὸ ὑποβάλλωσιν εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἔγκρισιν.» Λοιπὸν ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω εἰς ψηφοφορίαν, εἶναι ἡ ἑξῆς....
§154ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Πρότασις μὴ ὑποβληθεῖσα ἐν καιρῷ τῆς συζητήσεως, δὲν εἰμπορεῖ νὰ ᾖναι δεκτή. (Θόρυβος).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ, Κύριοί μου, ἀποῤῥίψατέ την.
§156ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἰμπορεῖ νὰ ψηφοφορηθῇ.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ Κυρίου Παπαδιαμαντοπούλου, τὴν ὁποίαν ἀσπάζονται ἄλλοι.
§158ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Εἶναι τοῦ Κ. Μαρίνου καὶ ἡ ἐδική μου.
§159ΚΑΛΟΣ. Τότε πρέπει νὰ τὴν ἀσπασθοῦν ὅπως ἔχει.
§160ΤΙΝΕΣ. Ὅπως τὴν ἀνέπτυξε. (Θόρυβος).
§161ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ὁ Κύριος Παπαδιαμαντόπουλος ἐξήγησε....
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν σᾶς ἔδωσα τὸν λόγον· ἀφήσατε νὰ ἐξηγηθῶ καὶ ἐγώ. Ὁ Κ. Παπαδιαμαντόπουλος, διὰ τῆς προτάσεώς του ἐξέθεσε μίαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἀόριστος, καὶ ἡ ὁποία, ἐὰν θέλετε εἰμπορεῖ νὰ φθάσῃ εἰς ἕνα μεγαλείτερον περιοσμὸν τοῦ συνέρχεσθαι, ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔρχεται διὰ τῆς ἐπεξηγήσεως τῆς προτάσεώς του.
§163ΤΙΝΕΣ. Μὰ κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφοφορηθῇ.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν πρόκηται περὶ συντάγματος, ἂς ἤμεθα ὀλίγον πλέον ἐλεύθεροι εἰς τὰς κρίσεις μας. Λοιπὸν ἡ πρότασις εἶναι. «Συμμορφούμενοι πρὸς τοὺς νόμους, οἵτινες δύνανται νὰ κανονίσωσι τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, χωρὶς νὰ τὸ ὑποβάλουν εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἔγκρισιν.»
§165ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου λέγει...
§167ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὴν ἀπέσυρα.
§168ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τῆς τροπολογίας· ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἐναντία τῆς λογικῆς· ὁ Κ. Παπαδιαμαντόπουλος ἀνέβη καὶ ἐξήγησε τὴν τροπολογίαν του· μᾶς εἶπε μάλιστα, ἐγὼ τὴν τροπολογῶ κατὰ τὸν τρόπον τοῦ Βελγίου (Θόρυβος).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡ διαφωνία καθὼς βλέπω, ἐπειδὴ ἐπιμένετε καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ, δὲν εἰμπορεῖ νὰ λυθῇ παρὰ διὰ μιᾶς ψηφοφορίας, ἐὰν πρέπῃ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§170ΚΑΛΟΣ. Πᾶς ἔχει τὸ δικαίωμα πρότασιν ὑποβληθεῖσαν παρ’ ἄλλου νὰ τὴν υἱοθετήσῃ, ἀλλ’ ὅπως ἔχει.
§171ΤΙΝΕΣ. Ὅπως τὴν ἀνέπτυξε.
§172ΕΠ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸν Κ. Κόκκινον, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὴν πρότασιν αὐτὴν, θέλω εἴπει δύω λέξεις, διότι ἴσως τὴν ἀποσύρει. Γνωρίζετε ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι θὰ συντελέσουν πρὸς ἐφαρμογὴν μιᾶς διατάξεως τοῦ Συντάγματος· ἀλλὰ περιορίζεται μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν οὐσίαν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κοκκίνου, ἡ ὁποία εἶναι μετάφρασις τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, τίποτε δὲν προσθέτει εἰς τὴν ἐξουσίαν τὴν νομοθετικὴν, οὔτε κἂν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκδώσῃ νόμον· δύναται, λέγει. Τώρα δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἀπὸ τὸ ὅτι τὸ ἔθνος τῶν Βέλγων ἀπεφάσισε κἄτι τι, ἐὰν κρίνωμεν ὅτι εἶναι περιττόν. Νομίζει ὁ Κ. Κόκκινος ὅτι ἐὰν τὸ πρῶτον κῶλον μένῃ ὅπως ἔχει, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται μεθαύριον κρατοῦσα τὴν οὐσίαν νὰ κανονίσῃ ὅπως θέλει; δύναται. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχει καμμίαν πραγματικὴν ἀξίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου. Ἐὰν θέλῃ νὰ τὴν ἀποσύρῃ, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν σφάλλει, δὲν θὰ παραβιάσῃ τὸ φρόνημά του.
§173ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν τὴν ἀποσύρῃ ὁ Κ. Κόκκινος, τὴν δέχομαι ἐγώ.
§174ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Δὲν τὴν ἀποσύρω.
§175ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν εἰς τοὺς προτείναντας τὸ ἀπαράδεκτον. Ἡ πρότασις εἶχε τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἦτον ἐκκρεμής. Λέγουν, ἠδύνασθε νὰ τὴν υἱοθετήσητε, ἀλλὰ τοιαύτην ὁποία ἦτο. Εἰς τοῦτο λέγω, ὅτι ἴσως ἠμποροῦσαν νὰ τὸ ὑποστηρίξουν, ἐὰν δὲν ἐζήτει ὁ Κ. Παπαδιαμαντόπουλος ν’ ἀναπτύξῃ τὴν πρότασίν του, καὶ δι’ αὐτῆς νὰ προκαλέσῃ μίαν συζήτησιν πρὸς φωτισμὸν τῆς Συνελεύσεως, καὶ διὰ τῆς συζητήσεως ἕπεται πάντοτε ὅτι προκύπτουν προτάσεις· διότι αἱ συζητήσεις πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν γίνονται, ὥστε νὰ μὴ δημευθῇ ποτὲ ἡ ψῆφος, νὰ μένῃ ἐλευθέρα. Ἡ πρότασις λοιπὸν δύναται νὰ ὑποστῇ πᾶσαν τροπολογίαν. Ὅσα δὲ εἶπαν πρὸς τὸν Κ. Κόκκινον, πιστεύω, ὅτι οὔτε τὸν Κ. Κόκκινον θὰ πείσουν, οὔτε οὐδένα.
§176ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Πᾶς προτείνων τροπολογίαν ὀφείλει νὰ τὴν ἀναπτύξῃ, διότι βεβαίως διάνοιά τις ὑπάρχει ἐν αὐτῇ· διὰ νὰ τὴν ἀναπτύξῃ δὲ ἁρμόδιος καιρὸς εἶναι ὁ πρὸ τῆς ψηφοφορίας. Ἅμα ὅμως τὸ Σῶμα ἐφωτίσθη, καὶ προέβη εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ συζητηθέντος ἀντικειμένου, οὐδενὶ ἐπιτρέπεται πλέον νὰ φέρῃ οἱανδήποτε τροπολογίαν. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη αὐτόχρημα πρέπει ν’ ἀποκρουσθῇ ὡς ἀπαράδεκτος. Ἄλλως δὲ, εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα κινδυνεύομεν νὰ περιέλθωμεν; Εἰς ἐκεῖνο πάντως τὸ νὰ καταχωρίσωμεν ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ τροπολογίας πρὸς ἀλλήλας ἀντιφασκούσας. Ὁ Κ. Κόκκινος εἶχε βεβαίως τὸ δικαίωμα πρὶν ἢ ἡ Συνέλευσις ἀποφανθῇ ὅτι ἐφωτίσθη ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης, νὰ σχηματίσῃ μίαν τροπολογίαν, καὶ νὰ ἐπιμείνῃ νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου διὰ ν’ ἀναπτύξῃ αὐτὴν, καὶ ἴσως ἤθελε μεταβάλει τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως· ἀλλ’ ἀφοῦ 205 ψῆφοι ἀπέκρουσαν τὴν γνώμην τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, θέλετε οἱ 25 τῆς μειονοψηφίας νὰ ὑποβάλητε ἄλλην πρότασιν, δι’ ἧς πλαγίως νὰ φθάσητε εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα; τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὸν κανονισμὸν καὶ εἰς τὴν καλὴν πίστιν, δι’ ὃ καὶ πολεμῶ τὴν ὅλως ἀντικοινοβουλευτικὴν ταύτην τακτικὴν ὑμῶν.
§177ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν παρεδέχθη καὶ ἠκολούθησεν ἡ Συνέλευσις, ἀφ’ ἧς ἤρχισε τὸ Σύνταγμα, εἶναι ν’ ἀναγινώσκηται τὸ ἄρθρον, ν’ ἀναγινώσκωνται ὅλαι αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὸ ἄρθρον, νὰ δίδηται κατόπιν ὁ λόγος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ τὸν λάβωσιν, ἡ δὲ συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον, νὰ θεωρῆται ὡς συζήτησις ἀφορῶσα καὶ τὰς τροπολογίας. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Συνέλευσις εἶναι ἐν γνώσει τῶν τροπολογιῶν, ὅταν ἀπεφάνθη ὅτι ἐφωτίσθη, θεωρεῖται ὅτι ἐφωτίσθη καὶ ὡς πρὸς τὰς τροπολογίας, καὶ τώρα πρέπει καὶ αἱ τροπολογίαι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ψῆφόν σας. Ὑπάρχει ἡ πρότασις τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου, λέγουσα «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους» Θέλετε νὰ ὑποβάλω ταύτην εἰς ψηφοφορίαν;
§179ΠΟΛΛΟΙ. Τοῦ Κ. Κοκκίνου.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν αὐτὴν εἰς ψηφοφορίαν θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν πρέπῃ νὰ ὑποβληθῇ ἢ ὄχι, διότι ὑπάρχουν ἀμφισβητήσεις. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν, ὅτι δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ψηφοφορίαν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Θὰ θέσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη ὡς ἀπαράδεκτος. Ὑποβάλλω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Παππαδιαμαντοπούλου ὡς διετυπώθη κατὰ πρῶτον.
§181ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τὴν ἀπεσύραμεν.
§182ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Τὴν παραδεχόμεθα ἡμεῖς.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς, «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους»· οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Θὰ θέσω τὸ ἀντίθετον.
§184ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§185ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἅπαξ ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία δι’ ἀναστάσεως (θόρυβος) πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἀντίθετον δι’ ἀναστάσεως πάλιν (θόρυβος).
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καθιερωμένον, ὅτι, κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, καὶ μέχρις ὅτου τὸ Προεδρεῖον ἀπαγγείλῃ τὸ ἀποτέλεσμα, δύνανται οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι νὰ ζητήσωσι τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴν ἐπιμένωσιν, ὅσοι τὴν ἐζήτησαν.
§187ΠΟΛΛΟΙ. (ἐξ ἀριστερῶν ἐγειρόμενοι). Εἴμεθα ὑπὲρ τοὺς 20. Ἐπιμένομεν.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου, λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 237, 145 εἶπον ναὶ, 88 εἶπον ὄχι, εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Τὸ πρῶτον λοιπὸν κῶλον τοῦ πρώτου ἄρθρου μένει ὅπως ἔχει. Ἐρχόμεθα εἰς τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὸ δεύτερον κῶλον......
§190ΠΟΛΛΟΙ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι· ἔχομεν δύο τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὸ δεύτερον κῶλον τοῦ πρώτου μέρους. Ἡ πρώτη εἶναι τοῦ Κ. Παντολέοντος, ὁ ὁποῖος προτείνει, «μόνον εἰς τὰς δημοσίους συναθροίσεις νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία». Ὑπάρχει τοῦ Κ. Θεοχάρη καὶ τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, οἵτινες προτείνουσι τὴν καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπάλειψιν τοῦ δευτέρου μέρους.
§192ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἡμεῖς, Κύριε Πρόεδρε, ἐννοοῦμεν, ὅτι μόνον ἀπὸ τὸ 10 ἄρθρον. Εἰς τὰς δημοσίους συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία, νὰ μείνῃ ἕως ἐκεῖ, καὶ τότε ἡ λέξις δημοσία συνεδρίασις περιλαμβάνει καὶ τὰς ἐν ὑπαίθρῳ, καὶ πᾶσαν ἄλλην. Λέγομεν δὲ, ὅτι ἀρκετὴ ἐξασφάλισις εἶναι τοῦ νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία, καθ’ ὅτι ὑποπτευόμεθα, ὅτι, ἂν γίνῃ δεκτὸν ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον, μία Κυβέρνησις θέλει ἀφίνει νὰ συνέρχωνται οἱ φίλοι της καὶ νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς ἐχθρούς της.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ Κ. Λομβάρδου, ὁ ὁποῖος προτείνει «μόνον εἰς τὰς ἐν ὑπαίθρῳ συνεδριάσεις νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία».
§194ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἐννοεῖ, λοιπὸν ὁ Κ. Λομβάρδος, ὅτι εἰς τὰς ἄλλας συνεδριάσεις θὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖράς της ἡ ἐξουσία; ἐννοεῖ, ὅτι ἂν εἰς ἕνα εὐρύχωρον σπῆτι ἢ ἄλλο τι κατάστημα προσκληθῶσι 1000 ἢ 2000 ἄνθρωποι διὰ πολιτικὸν σκοπὸν, ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ παρευρεθῇ ἡ Ἀστυνομία; Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ, καὶ νὰ μοὶ δοθῇ κατόπιν ὁ λόγος.
§195ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐννοῶ, ὅτι μέσα εἰς ἕνα σπῆτι δύνανται νὰ συνέλθουν ὅσοι θέλουν, ἕως ὅτου δὲν γίνῃ ταραχὴ ἢ κᾀμμία συμπλοκὴ, δὲν δύναται νὰ παρευρεθῇ ἡ Ἀστυνομία. Λέγω δὲ εἰς τὰς δημοσίας συνεδριάσεις, διότι ὡς δημόσια μέρη θεωρῶ καὶ τὰς λέσχας, ἔλαβον δὲ παράδειγμα ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον, ὅπου εἰς τὴν Λέσχην ἐγένετο συζήτησις περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου αὐτῆς, καὶ κατήντησε πολιτικὸν ζήτημα, καὶ πολλάκις συνέτεινε τοῦτο, ὅπως διακριθῶσι πολιτικαὶ ἐπιῤῥοαί. Λέγω λοιπὸν, ὅτι καὶ ἡ Ἀστυνομία εἰς τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ ἐκτὸς ἂν συμβῇ τις συμπλοκή.
§196ΜΙΛΗΣΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§197ΚΑΛΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσεν ὁ Κ. Λομβάρδος, ἔκλεισεν ἡ συζήτησις.
§198ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δὲν μοῦ δοθῇ ὁ λόγος, ἐγὼ διαμαρτύρομαι.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Παππαδιαμαντοπούλου, ὁ ὁποῖος ζητεῖ νὰ προστεθῇ μετὰ τὸ τέλος «πρὸς διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως». Ὑπάρχει καὶ ἡ τοῦ Κ. Παντολέοντος, ὁ ὁποῖος προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τοῦ δευτέρου κώλου, τοῦ δευτέρου μέρους.
§200ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑποστηρίζεται.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θεωρεῖται ὡς ἀποῤῥιφθεῖσα. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν λοιπὸν τὴν τοῦ Κ. Λομβάρδου, προτείνοντος νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «ἐν ὑπαίθρῳ» (θόρυβος).
§202ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διατί ἡ τόση σπουδή; μίαν μόνην λέξιν. Τὸ κείμενον, Κ. Πρόεδρε, διακρίνει καθαρῶς τὰς δημοσίας ἀπὸ τὰς ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις· καὶ διὰ μὲν τὰς δημοσίας, αἵτινες δύνανται νὰ γείνουν ἢ ἐν ἰδιωτικῇ οἰκίᾳ ἢ ἐν δημοσίῳ καταστήματι, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἀστυνομίαν νὰ παρευρίσκεται, διὰ δὲ τὰς ἐν ὑπαίθρῳ δίδει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ τὰς διαλύῃ, ἂν ᾖναι ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν δημ. τάξιν. Τί ὀρθότερον τούτου, Κ. Πρόεδρε; Εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν συνετῶν, τῶν πραγματικῶν ἐλευθεριῶν (θόρυβος). Θορυβεῖτε σεῖς οἱ θέλοντες μόνην τὴν ἐλευθερίαν τῶν θορύβων. Δὲν θέλω ὅμως ν’ ἀφοπλίσω τὴν ἐξουσίαν, διότι ἡ ἀληθὴς ἐλευθερία δὲν συμβιβάζεται ποτὲ μὲ ἀσθενῆ ἐξουσίαν· ἂν ἡ ἐξουσία ᾖναι ἄοπλος, ἀσθενὴς, καχεκτικὴ, φθισικὴ θὰ ᾖναι καὶ ἡ ἐλευθερία σας. Διὰ τοῦτο, Κύριε Πρόεδρε, σᾶς ἐξορκίζω, μὴ τρέχωμεν οὕτω τυφλῶς. Δημοσία συνάθροισις, εἰς ἣν δὲν δύναται νὰ παρίσταται ἡ ἀστυνομία εἶναι ἡ στάσις ἀσυνέτως νομιμοποιουμένη. Μὴ πρὸς Θεοῦ, Κύριοι· ἢ ἀφήσατε τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, ἢ ψηφίσατε τὴν ἀπάλειψίν του. Προτιμώτερον νὰ χαθῇ ἓν δικαίωμα, παρὰ νὰ νομιμοποιηθῇ ἡ διηνεκὴς στάσις. (Ζωηρὰ συγκίνησις).
§203ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσεν ὁ Κ. Λομβάρδος, δὲν βλέπω διαφορὰν μεταξὺ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Παλαμήδη καὶ ἡμῶν· καὶ ἐπειδὴ ἡ πρότασις, ἥτις φέρεται ἐξ ἀπροόπτου, δύναται νὰ ὑποπέσῃ εἰς λάθος, νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸ κείμενον. Ὁ Κ. Παλαμήδης διῄρεσε τὰς συναθροίσεις εἰς κοινὰς, καὶ ἐν ὑπαίθρῳ, δὲν λέγω δημοσίας, διὰ νὰ καταστήσω φανερώτερον τὸ πρᾶγμα. Αἱ κοιναὶ δύνανται καὶ ἐν ὑπαίθρῳ, διότι δύνανται νὰ γίνωσι καὶ ὑπὸ στέγην. Ἐννοῶ λοιπὸν καὶ ἐκεῖ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εἴσοδος τῆς Ἀστυνομίας (θόρυβος).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «ἐν ὑπαίθρῳ» νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λομβάρδου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Παππαδιαμαντοπούλου, ἡ ὁποία λέγει «πρὸς διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον μένει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν ἅπαντες). Παρεδέχθη. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 4 καὶ ¼.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς, Γ. Πετρούλιας. Σ. Λογιωτατίδης.