1864.08.12
1,833 rows · 14,685 words · 216 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 296.
Τῆς 12 Αὐγούστου 1864.
(Τετάρτη)
Ὥρα 9 Π. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνεκρίθησαν. — Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως θέλει εἶσθαι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προεδρείου.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. — Ὑπεβλήθη πρότασις τοῦ Κ. Κυπαρίσση. «Ὁ Πρόεδρος οἱ Ἀντιπρόεδροι καί οἱ Γραμματεῖς, οἵτινες θέλουσιν ἐκλεχθῆ προσεχῶς παρὰ τῆς Συνελεύσεως, θέλουσιν ἐξακολουθήσει μέχρι τῆς λήξεως αὐτῆς τὴν ὑπηρεσίαν των. Ἑπομένως τὸ 1 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τροποποιεῖται ὡς πρὸς τὸ πρῶτον αὐτοῦ ἐδάφιον.» Κατὰ τὸν κανονισμὸν βέβαια θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὰ τμήματα.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, διὰ νὰ σᾶς ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην σας τὴν κατάστασιν τοῦ ζητήματος.
§8ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις νὰ συνεδριάσῃ ἐκτάκτως αὔριον διὰ τὰς ἀρχαιρεσίας της, καὶ ἐπειδὴ πρὸ ἡμερῶν ἐπηρώτησα τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ παρανομίας, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου του, τὸ παρελθὸν δὲ Σάββατον ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις εἰς ἄλλα σπουδαῖα ἀντικείμενα, διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Συνέλευσιν αὔριον νὰ προσέλθῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀπαντήσῃ, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον μίαν τελευταίαν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε, τὴν θεωρῶ ὡς καταστροφὴν ἑνὸς νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαντο αἱ παρελθοῦσαι Βουλαὶ διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῆς στρατιωτικῆς θητείας, ἡ ὁποία τετραετὴς τότε ὑπάρχουσα, ἠλαττώθη εἰς τριετίαν. Ὁ ὑπουργὸς διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου κατέστρεψεν αὐτὸν τὸν νόμον κ’ ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν στρατιώτην μετὰ τὸ τρίτον ἔτος ν’ ἀντικαταστήσῃ κληρωτὸν, ἐναντίον ῥητοῦ νόμου. Κάμνω συγχρόνως καὶ αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν, ὥστε, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἀποφασίσῃ δι’ αὔριον, ν’ ἀπαντήσῃ ὁ ὑπουργὸς καὶ εἰς αὐτήν.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κ’ ἐγὼ, Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω εἰς μίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν μὲ ἔκαμον.
§10ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὔριον γνωρίζετε, ὅτι ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν 9 προσώπων· ἕως οὗ 300 ἄνθρωποι νὰ ψηφοφορήσουν καὶ γείνῃ διαλογὴ διὰ 2700 ὀνόματα, συλλογισθῆτε ἂν ἠμπορῶμεν νὰ μείνωμεν αὔριον.
§11ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐναντίοι τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ· θέλομεν ὁ ὑπουργὸς νὰ μελετήσῃ καλῶς τὴν ἐπερώτησιν, καὶ μίαν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος νὰ ἔλθῃ ν’ ἀπαντήσῃ· εἴπομεν, ὅτι προηγοῦνται αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ ἂν θέλωμεν, τὰς συζητοῦμεν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται λοιπὸν ἡ Συνέλευσις τὴν Τρίτην;
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§14ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν Δευτέραν.
§15ΚΑΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριε Πρόεδρε, πολὺ καλὰ, ὅτι, ὅταν ἔφερεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς τὴν πρότασίν του περὶ τῶν ἐργασιῶν μας, παρουσιάσθη τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ ἐλύθη, ὅτι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν τὰς ἐπερωτήσεις· βλέπω, ὅτι ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἔρχεται πάλιν μὲ τὴν ἔνστασιν, ὅτι ἔχομεν ἡμέρας κανονισμένας πρὸς συζήτησιν τοῦ Συντάγματος.
§16ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Κ. Καλὸς φαίνεται, ὅτι ἔχει πάντοτε διάθεσιν νὰ ὁμιλῇ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος· ἐγὼ λέγω καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἔλθῃ, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἡμέρα τῆς συζητήσεως τοῦ συντάγματος, μοὶ φαίνεται ἂν ἀναβληθῇ 24 ὥρας δὲν εἶναι τίποτε.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Δευτέραν.
§18ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν Τρίτην.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω ἂν θέλῃ τὴν Τρίτην.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἀναγγείλει τοῦτο εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· ἐπίσης μοὶ ἐδόθη κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τροπολογία τοῦ Συντάγματος, ἀφορῶσα τὸ ἄρθρον, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν συζήτησιν ἐλπίζω νὰ εἰσέλθωμεν, τὸ 3ον· εἶναι τοῦ Κ. Λειβαδᾶ. —Ἡ κατάστασις τοῦ ζητήματος, Κύριοι, εἶναι ἡ ἑξῆς· μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν δύω ἄρθρων τοῦ Συντάγματος εἰσῆλθεν ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προτάσεων, αἵτινες ἀφορῶσι προσθήκας· ἀφοῦ ἐξήντλησε τινὰς, εἰσῆλθε μετέπειτα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ῥοντίρη, τροποποιηθείσης ὑπὸ τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, μὴ ἀντιλέξαντος τοῦ προτείναντος, ὡς ἑξῆς· «Εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἀρχιερέων καὶ πάντων τῶν τοῦ κλήρου ἀξιωματικῶν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἀναμιγνύεται παντάπασιν». — Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐγένετο τότε πρότασις ὑπὸ τοῦ Κ. Χρηστοπούλου, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ῥοντίρη παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ληφθῇ καὶ αὕτη ὑπ’ ὄψιν μετὰ τῶν λοιπῶν προτάσεων». Ἡ πρότασις αὕτη ὡς ἀναβλητικὴ εἶχε προταθῆ παρὰ τοῦ Προέδρου νὰ συζητηθῇ πρώτη· τότε ἐπροτάθη κατ’ αὐτῆς τὸ ἀπαράδεκτον, ὅτι παραπεμφθεισῶν τῶν ἄλλων προτάσεων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐννοοῦσεν ἡ Συνέλευσις, ὅτι παραπέμπει καὶ ταύτην. Γενομένης ψηφοφορίας ἀνεδείχθη, ὅτι ἡ γνώμη αὐτὴ, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθή· ἑπομένως θέλομεν ἀρχίσει ἀμέσως τὴν ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως, δηλ. ἐὰν ἡ Συνέλευσις δέχηται νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἀφομοιώσεως.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ἀναστάσεως.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ῥοντίρη παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἀφομοιώσεως, ὅπως ληφθῇ καὶ αὐτὴ ὑπ’ ὄψιν μετὰ τῶν ἄλλων, νὰ ἐγερθῶσι· (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι) Ἐγένετο δεκτόν. Μετὰ τὴν πρότασιν ταύτην ἕπεται νὰ ψηφοφορήσωμεν τὰς προτάσεις τὰς ἀφορώσας τὸν δυτικὸν κλῆρον. Αἱ προτάσεις εἶναι αἱ ἑξῆς· τοῦ Κ. Εὐμορφοπούλου....
§24ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὴν συνεχώνευσε μετὰ τοῦ Κ. Πετσάλη.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις λοιπὸν τοῦ Κ. Πετσάλη ἔχει ὡς ἑξῆς· «Οἱ Ἀρχιεπίσκοποι καὶ Ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς τοῦ καθολικοῦ κλήρου πρέπει νὰ ᾖναι πολῖται Ἕλληνες». Πρὸ ταύτης ὅμως τῆς προτάσεως προηγεῖται ἑτέρα τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, ἔχουσα οὕτως· «Ἡ Συνέλ. ἀπέχουσα πάσης οἱασδήποτε ἐπεμβάσεως ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν μὴ ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»· ὡς ἀναβλητικὴ θέλει προηγηθῆ εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§26ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ὑποστηρίζεται.
§27ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες ἱερεῖς καὶ ἐπίσκοποι τοῦ Πάπα δὲν εἶναι πολῖται Ἕλληνες· δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγραφοῦν πολῖται καὶ νὰ μείνουν εἰς τὰς θέσεις των;
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἔργον ἑρμηνείας, ὁ νόμος δὲν τὸ λέγει βέβαια.
§29ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὁ Κ. Βαλτινὸς ζητεῖ ν’ ἀποφύγῃ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἅπτεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετσάλη ἥτις ἂν καὶ ἀπαιτεῖ μίαν ἰδιότητα διὰ τὸν δυτικὸν κλῆρον, ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἐπεμβαίνει εἰς τὰ δόγματα τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν· νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ ψηφοφορήσωμεν τοῦ Κ. Βαλτινοῦ.
§30ΚΑΛΟΣ. Κἀγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν ταύτην, καθότον τὸ ἄρθρον 3ον τοῦ Συντάγματος λέγει. «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη, ἀναλόγως τῆς περιουσίας των· μόνοι δὲ οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας. Πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτήσουσι τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.» Ἑπομένως εἶναι δημόσιοι λειτουργοὶ αὐτοὶ, καὶ εἶναι ἔργον τῆς ἐκτελεστικῆς Ἐκκλησίας.
§31ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἕως τώρα δὲν ἐθεωρεῖτο λειτουργία δημόσιος ἡ ὑπηρεσία τῶν ξένων Ἐπισκόπων καὶ ἱερέων, διὰ τοῦτο ἐξετέλουν ξένοι αὐτήν. Προκειμένου νὰ καθιερωθῶσιν ἀρχαὶ κοινωφελεῖς καὶ ἐλεύθεραι εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀρχαὶ ἐφαρμοζόμεναι γενικῶς καὶ ἄνευ προνομίων καὶ ἐξαιρέσεων, λέγω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, ἰδίως καθόσον τὸ παρελθὸν μᾶς διδάσκει, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἐγένοντο καταχρήσεις· καὶ ἓν τῶν πρωτίστων καθηκόντων μιᾶς Συνελεύσεως εἶναι ἴσα, ἴσα νὰ διορθωθῶσιν αἱ καταχρήσεις. Ἡ ἀνακαθιέρωσις καὶ ἀναβεβαίωσις δικαιωμάτων πρότερον ὁμολογουμένων, ἐθεωρήθη ἐκ τῆς πρακτικῆς εἰς τὴν σύνταξιν τῶν συνταγμάτων, ὅτι δὲν εἶναι βλάβη, ἀλλὰ ὠφέλεια μεγάλη· ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς προτάσεως τοιαύτης ὁποία ὑπάρχει.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Βαλτινὸς τὶ λέγει;
§33ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§34ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νὰ τεθῇ ὡς ἑρμηνεία εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὄντες καὶ διαμένοντες εἰς Ἑλλάδα, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγράφωνται ὡς πολῖται Ἕλληνες.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδὴ ἅμα ἐγγραφέντες δὲν προσβάλλονται ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου.
§36ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Θεοχάρη ἐννοεῖ τοὺς ὑπάρχοντας μέχρι τοῦδε;
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια.
§38ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐπιτρέπωσιν οἱ κανονισμοὶ τῶν ἐπικρατειῶν ἐκείνων νὰ ᾖναι ξένοι ὑπήκοοι, τότε τὶ γίνεται;
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος πάντων ἐν τῇ γενικότητί της ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνασταλτικὴ τῆς τοῦ Κ. Πετσάλη.
§40ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὸ συμπέρασμά μας εἶναι, ὅτι εἶναι ἄσκοπος ἡ πρότασις αὕτη.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντὶ νὰ κάμνωμεν συζητήσεις, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Συνέλευσις δύναται ν’ ἀποφασίσῃ. Θέλω ἐρωτήσει λοιπὸν ἂν παραδέχηται τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς. «Ἡ Συνέλευσις ἀπέχουσα πάσης οἱασδήποτε ἐπεμβάσεως ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν μὴ ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. «Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἀνίστανται οἱ ὀλιγώτεροι) Ἀπεῤῥίφθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν οὐσιαστικὴν πρότασιν ἔχουσαν ὡς ἑξῆς· «Οἱ Ἀρχιεπίσκοποι καὶ Ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς τοῦ καθολικοῦ Κλήρου πρέπει νὰ ᾖναι πολῖται Ἕλληνες.»
§42ΔΑΓΡΕΣ. Μᾶς θέτετε, Κ. Πρόεδρε, εἰς μίαν δύσκολον θέσιν, νὰ ψηφοφορήσωμεν ὑπὲρ μιᾶς ἀρχῆς καθιερωμένης καὶ ἀνεγνωρισμένης εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶπε καὶ ὁ Κ. Καλὸς, ὅτι οὐδεὶς δημόσιος ὑπάλληλος δύναται νὰ μὴ ᾖναι πολίτης Ἕλλην· λοιπὸν οἱ Ἀρχιερεῖς δὲν εἶναι δημόσιοι λειτουργοί; (θόρυβος).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, θέλω ἐρωτήσει τὴν Συνέλευσιν ἂν παραδέχηται τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν. «Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν, δηλ. ὅτι οἱ Ἀρχιεπίσκοποι, Ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς τοῦ καθολικοῦ κλήρου πρέπει νὰ ὦσι πολῖται Ἕλληνες» νὰ ἐγερθῶσιν. (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι) Ἔγεινε δεκτή.
§44ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Θὰ τεθῇ ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν εἶπον, εἰς τὰ πρακτικά;
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἀμέσως.
§46ΒΛΑΝΤΗΣ. Τί ἐγένετο, Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς;
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινε δεκτή.
§48ΒΛΑΝΤΗΣ. Τουλάχιστον νομίζω, ὅτι εἶναι ἀμφιβολία.
§49Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἂν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἡ διπλωματία θὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ νὰ τὴν ἀνακαλέσωμεν.
§50ΓΛΑΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μὴ ἐπιτρέπετε, Κύριε Πρόεδρε, νέαν συζήτησιν.
§51Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἂς γείνῃ μία ἄλλη ἀπόπειρα.
§52ΣΧΙΝΑΣ. Ἐξεφωνήσατε, Κ. Πρόεδρε, τὸ ἀποτέλεσμα· ἐτελείωσε.
§53ΜΠΟΥΣΚΟΣ. Παρεδέχθη νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα;
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ὡς προσθήκη.— Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ἐπροτάθη νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Συνελεύσεως δὲν ἀφορᾷ τοὺς λειτουργοὺς τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας τοὺς μέχρι τοῦδε, ἐὰν μὴ ὄντες πολῖται Ἕλληνες δηλώσωσιν, ὅτι θέλουσι νὰ ἐγγραφῶσι πολῖται Ἕλληνες. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, θέλει σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ.
§55ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§56ΣΧΙΝΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἐὰν ἔχωσι καὶ τὰ ἄλλα προσόντα τοῦ νόμου.
§57ΒΛΑΝΤΗΣ. Τὰ προσόντα τῆς ἰθαγενείας κτλ.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλως δὲν γίνονται δεκτοὶ, ἐὰν δὲν ἔχωσι καὶ αὐτὰ τὰ προσόντα.
§59Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Κάμνω πρότασιν ὅπως γείνῃ δευτέρα ἀπόπειρα περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τοῦ ζητήματος τοῦ δυτικοῦ· εἶναι ἀμφίβολον.
§60ΠΟΛΛΟΙ. (ἀριστερόθεν) Ἐτελείωσε πλέον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ φέρητε πρότασιν περὶ ἀνακλήσεως, καὶ ἡ Συνέλευσις θέλει τὴν λάβει ὑπ’ ὄψιν. —Εἰσερχόμεθα, Κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Πολλοὶ πληρεξούσιοι ζητοῦσι τὸν λόγον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἡσυχία, Κύριοι. Περὶ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Ἄρθρον 3. Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου, καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των· μόνοι δὲ οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας. Πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτήσουσι τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους. Ἀκούσατε, Κύριοι, τὰς τροπολογίας, αἵτινες ἐπροτάθησαν· ὅλαι διενεμήθησαν καὶ τὰς ἔχετε· εἶναι πρῶτον τοῦ Κ. Κωνϛ. Λομβάρδου, ἡ ὁποία εἶναι συνέχεια τοῦ γʹ. ἄρθρου. Μετὰ τὸ τρίτον ἄρθρον νὰ τεθῇ τὸ ἑπόμενον ὡς ἄρθρον 4. «Πᾶς Ἕλλην ὅπου δήποτε γεννηθεὶς θεωρεῖται καὶ εἶναι πολίτης τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος μόλις, ἐλθὼν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, δηλώσει, ὅτι θὰ ἐγκατασταθῇ εἰς ἕνα τῶν δήμων τοῦ
βασιλείου καὶ ἐγγραφῇ εἰς αὐτόν.»
Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.
Ὁ Κ. Χαντσερῆς...... Μεταῤῥύθμισις τῆς προτάσεως τοῦ πληρεξουσίου Κυρίου Κωνστ. Λομβάρδου. Ἄρθρον 4. Πᾶς Ἕλλην τὸ γένος, ὁπουδήποτε καὶ ἂν γεννηθῇ, λογίζεται πολίτης τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἅμα ζητήσας τοῦτο ἐγγράφως καὶ αὐτοπροσώπως παρὰ τῶν σχετικῶν ἀρχῶν, ἐὰν ἀποδείξῃ, εἴτε διὰ διαβατηρίου, εἴτε ἄλλως πῶς, ὅτι δὲν εἶναι φυγὰς ἕνεκα ἀτιμωτικῆς πράξεως. Ἄλλως δὲ ὑπόκειται εἰς τὸν μέχρι τοῦδε περὶ προσκτήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας νόμον. Ὁ ὡς ἀνωτέρω τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου προσκτησάμενος δὲν δύναται νὰ λάβῃ Ἑλληνικὸν διαβατήριον, εἰμὴ μετὰ ἑνὸς ἔτους διαμονὴν ἐν τῷ Βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος, οὔτε εἶναι δεκτὸς, ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ, εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν, εἰμὴ εἰς στρατιωτικὴν, ὡς ἁπλοῦς στρατιώτης ἐθελοντής.
Γ. ΧΑΝΤΣΕΡΗΣ.
§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συγχωνεύω τὴν ἰδικήν μου εἰς αὐτήν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἡ προτεινομένη παρὰ τοῦ Κ. Σαράβα, ἀφορᾷ τό τε γʹ. ἄρθρον καὶ τὴν ἐπιγραφὴν αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Ἡ προηγουμένη τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπιγραφὴ «περὶ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων» νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς ἐν τῷ συντάγματι τοῦ 1844 ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἐπιγραφῆς «περὶ τοῦ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων». Νὰ μετενεχθῇ δὲ αὐτολεξεὶ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, ἀποβαλλομένου τοῦ περὶ τὰς λέξεις νεωτερισμοῦ ὡς ἀσκόπου καὶ στερημένου πρακτικῆς ἐννοίας. Ὁ Κ. Κυπαρίσσης.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ
Αʹ. Ἡ προηγουμένη τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐπιγραφὴ περὶ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς ἐπιγραφῆς περὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου. Βʹ. Τὸ τρίτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἐφεξῆς· Ἄρθρον Γʹ. Οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των, καὶ εἶναι ἐπίσης δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίους λειτουργίας. Πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτήσουσι τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.
Ὁ ἐξ Ἰθάκης πληρεξούσιος
Π. Δ. ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ.
Ὁ Κ. Γεράσιμος Λειβαδᾶς. Παραδέχομαι τὴν προσθήκην εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον τοῦ συνταγματικοῦ σχεδίου τὴν παρὰ τοῦ Κ. Λομβάρδου προταθεῖσαν, ὡς καὶ εἰς μέρος τὴν ἑτέραν μεταῤῥύθμισιν τῆς ἰδίας προσθήκης παρὰ τοῦ Κ. Γ. Χαντζερῆ. Ὁ πληρεξούσιος Κ. Γλαράκης ἔχει ὡς προσθήκην. Προσθήκη εἰς τὸ 3 ἄρθρον τοῦ σχεδίου. «Εἰς πολίτας Ἕλληνας τίτλοι εὐγενείας ἢ διακρίσεως οὐδ’ ἀπονέμονται οὐδ’ ἀναγνωρίζονται.»
Ὁ πληρεξούσιος
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΓΛΑΡΑΚΗΣ.
Ὁ πληρεξούσιος Κύριος Σταματόπουλος προσθέτει εἰς τὸ γʹ. ἄρθρον. Προσθήκη εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον. Πολίτης Ἕλλην εἶναι καὶ θεωρεῖται πᾶς οἱουδήποτε ἔθνους καὶ θρησκείας, καὶ ὁπουδήποτε γεννηθεὶς, ἅμα ἐλθὼν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐγκατασταθεὶς εἰς ἕνα τῶν δήμων τοῦ Βασιλείου, διαμείνῃ ἐπὶ ἓν ἔτος ἐν αὐτῷ. Ἀθήνησι, τῇ 9 Αὐγούστου 1864.
ΑΛΕΞΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ.
Ἄρθρον γʹ. Πρότασις τοῦ Κ. Βλαντῆ. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Γερασίμου Λειβαδᾶ. Διὰ πέμπτον ἄρθρον προσθέτω. «Θεωρῶν τὴν κατεπείγουσαν ἀνάγκην πληθυσμοῦ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει χριστιανικῆς καὶ ἠθικῆς ἀρχῆς, προτείνω ὅτι πᾶς ξένος ἀπὸ οἱονδήποτε ἔθνος, καὶ πρεσβεύων ὁποιανδήποτε ἀνεγνωρισμένην θρησκείαν, θέλει θεωρεῖσθαι ὡς πολίτης Ἕλλην, μόλις ἐρχόμενος ἐν Ἑλλάδι δηλώσῃ εἰς τὰς ἁρμοδίους ἀρχὰς τὴν περὶ τούτου θέλησίν του νὰ διαμένῃ ἐν τῷ κράτει· τῷ ἀπαγορεύεται ὅμως ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη ἡ θέσις τοῦ ὑπουργοῦ.
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Λ. ΛΕΙΒΑΔΑΣ.
§65ΚΑΛΟΣ. Θέλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν· ἡ συζήτησις, καθὼς βλέπω, θὰ περιστραφῇ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν προτάσεων, καὶ οὐχὶ εἰς τὰ καθέκαστα, ὥστε ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν παραδοχὴν μιᾶς προτάσεως, νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμωμεν παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ λεκτικοῦ.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς προβλέπει περὶ αὐτοῦ. Αἱ προτάσεις αὗται βεβαίως θὰ συγχωνευθῶσι, διότι εἰς τὰ πλεῖστα ὁμοιάζουσιν.
§67ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγχωνευθῶσι;
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ φροντίσω. Σᾶς ἀναγγέλλω, Κύριοι, ὅτι ὁ Κ. Λομβάρδος συνεχώνευσε τὴν πρότασίν του εἰς τὴν τοῦ Κ. Χαντσερῆ, ὁ Κ. Βλαντῆς εἰς τὴν τοῦ Κ. Κυπαρίσση. Ἴσως ἦτο δίκαιον οἱ ποιήσαντες προτάσεις καὶ διατηροῦντες αὐτὰς ἀνεξαρτήτους τῶν ἄλλων προτάσεων, νὰ ἔλθουν νὰ εἴπουν ἕκαστος ὀλίγας λέξεις καὶ ὑστερώτερον νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, ὥστε ἕκαστος ἀγορεύων νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα· ἀλλὰ τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ μόνον τότε, ὅταν ὑποσχεθῶσι νὰ εἴπωσι μόνον τὸ διατὶ διαφωνοῦν, νὰ μὴ γείνουν μακρολογίαι. Μία πρότασις μοὶ ἐδόθη ταύτην τὴν στιγμὴν τοῦ Κ. Ζέρβα. «Συνεισφέρει ἕκαστος ἀναλόγως τῆς περιουσίας του, βάσιν ἐχούσης τὴν καθαρὰν παραγωγήν» (Θόρυβος). Ἐὰν λοιπὸν παραδέχηται ἡ Συνέλευσις αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπον, τότε θέλω ἐπιτρέψει εἰς τοὺς ἐπενεγκόντας τροπολογίας ἐπὶ τῆς ἐπιγραφῆς νὰ εἴπουν ὀλίγας λέξεις.
§69ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, σύντομα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, Κύριε Κυπαρίσση.
§71ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 43, Κύριοι, εἶχεν ὡς ἐπιγραφὴν, «Δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων» ἡ ἐπιγραφὴ αὕτη ἐφάνη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβής· καὶ τῷ ὄντι δὲν εἶναι ἀκριβὴς, ὄχι ὅμως διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐκθέτει ἡ ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὅλοι οἱ ὁρισμοὶ οἱ περιεχόμενοι εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅλοι ἀνάγονται εἰς τὸ Δημόσιον Δίκαιον. Ὅταν λοιπὸν ἠθέλομεν εἰπεῖ, ὅτι ἐκεῖναι μόνον εἶναι διατάξεις τοῦ Δημοσίου Δικαίου, τότε ἀποκλείομεν τὰς λοιπὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἀνήκουν εἰς αὐτό· ἐκτὸς τούτου αἱ διατάξεις αὗται δὲν περιέχουν μόνον δικαιώματα, καθὼς εἶπεν ἡ ἐπιτροπή· τὸ νὰ συνεισφέρῃ ἕκαστος ἀναλόγως τῆς περιουσίας του εἰς τὰ δημόσια βάρη, δὲν εἶναι δικαίωμα, εἶναι καθῆκον. Ἀνεπλήρωσα λοιπὸν τὴν ἔλλειψιν ταύτην. Περὶ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων ἐὰν ἔλεγον, τότε δὲν ἐξέφραζον τὴν ἔννοιαν ὅλων ἐκείνων τῶν διατάξεων· ἐκτὸς τούτου δὲν περιέχουν ἐκεῖναι αἱ διατάξεις δικαιώματα μόνον τῶν Ἑλλήνων, περιέχουν δικαιώματα καὶ ἀλλοδαπῶν· π. χ. ὑπάρχει διάταξις λέγουσα, ὅτι ἡ οἰκία ἑκάστου εἶναι ἄσυλος· τοῦτο δὲν σημαίνει ἕκαστος Ἕλλην, καὶ ἂν εὑρεθῇ ἕνας Ἄγγλος, Γάλλος, ἢ ὁποιοσδήποτε κατοικῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῇ τὴν οἰκίαν του ὡς ἄσυλον. Ἐκτὸς τούτου ἄλλη διάταξις λέγει, ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος, ἡ ἐλευθερία οὐχὶ μόνον τοῦ Ἕλληνος ἀλλὰ παντός. Διὰ τοῦτο ἀντὶ τοῦ περὶ ἀτομικῶν δικαιωμάτων, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη ἡ ἐπιτροπὴ, προτείνω νὰ ἐπιγραφῇ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ περὶ δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου. Ἡ ἐπιγραφὴ αὕτη εἶναι ἐπιγραφὴ, ἡ ὁποία συνήθως ὑπάρχει εἰς τὰ Γαλλικὰ συντάγματα. Εἰς τὸ Σύνταγμα τῶν 30 δὲν ἐτέθη, διότι εἶχον ἀποστροφὴν εἰς πᾶν ὅ,τι εἶχε κάμει ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τῆς Γαλλίας. Ἐπειδὴ ἡ declaration εἶχεν αὐτὴν τὴν φράσιν des droits et des devoirs de l’ homme et citoyen, δι’ αὐτὸ ἔβαλον des droits publiques. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἰμποροῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν μίαν ἐπιγραφὴν, ἡ ὁποία ἐκφράζει τὴν ἔννοιαν καὶ δὲν περιέχει κἀμμίαν δημαγωγικὴν ἰδέαν· διὰ τοῦτο ἐτροποποίησα αὐτὴν τὴν ἐπιγραφήν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τροπολογίαν;
§73ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Μάλιστα.
§74ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν θ’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις;
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ σειρὰν θὰ δώσω τὸν λόγον εἰς τοὺς προτείναντας τροπολογίας, καὶ ἔπειτα θ’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις.
§76ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ἐτροποποίησα, Κύριοι, καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Καθὼς ἐνθυμεῖσθε τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶχε τοιουτοτρόπως. «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη, ἀναλόγως τῆς περιουσίας των· μόνον δὲ οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς τὰ δημόσια λειτουργήματα.» Τὸ ἐτροποποίησα τοιουτοτρόπως. «Οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου· συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των, καὶ εἶναι ἐπίσης δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας.» Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον μετέβαλον τὴν φράσιν ἀναλόγως τῆς περιουσίας των· εἶναι πλάσμα, καὶ πλάσμα πολὺ ψηλαφητόν, ἐὰν εἴπῃ τις, ὅτι οἱ Ἕλληνες, ἢ οἱ Ἄγγλοι, ἢ οἱ Γάλλοι συνεισφέρουν ἀναλόγως τῆς περιουσίας των· ὅταν ἕνας πλούσιος ἀγοράζῃ τὸν ἄρτον, δίδει ἓν ἀσήμαντον μέρος τῆς περιουσίας του, ἐνῷ ὁ πτωχὸς, ὁ ὁποῖος ἀγοράζει τὸν ἄρτον δίδει πολλάκις ὅ,τι καὶ ἂν ἔχῃ, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ λείψῃ ἡ τροφὴ τοῦ εἴδους τούτου. Οἱ νεώτεροι συγγραφεῖς ἀποφεύγουν τὴν φράσιν ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι ἓν πλάσμα ψηλαφητὸν, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω νὰ μεταχειρισθῶμεν, selon leur facultès, ἀναλόγως τῶν δυνάμεών του· εἶναι ἕνας δικηγόρος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει περιουσίαν, αἱ δυνάμεις του ὅμως τοῦ ἐπιτρέπουν ν’ ἀγοράζῃ χειρόκτια, νὰ συνεισφέρῃ ἀναλόγως τῶν δυνάμεών του· διὰ τοῦτο ἀντεκατέστησα αὐτὸ ὅπως ἔκαμε τὸ νεώτερον δίκαιον τῆς Γαλλίας. Μετέβαλον καὶ τὸ μέρος «οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοί ....» Ἀκούσατε τὸ ά. ἄρθρον, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὁποία λυπηρὰ ἰδέα γεννᾶται εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὰ αἰσθήματά μας· διότι ἡμεῖς δὲν ἐξιππαζόμεθα· ἀλλ’ ὅταν ἕνας ἄλλος θελήσῃ ν’ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον μας, ἰδοὺ τὶ θὰ εἰπῇ. «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των· μόνοι δὲ οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλα τὰ δημόσια ἐπαγγέλματα.» Τί σημαίνει τοῦτο; Ὅλοι οἱ Ἕλληνες, οἱ πανταχοῦ εὑρισκόμενοι συνεισφέρουν, «μόνον δὲ οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς τὰ δημόσια ἐπαγγέλματα.» Τοιαύτη ἰδέα δὲν ἦτο οὔτε εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου· οὔτε εἰς τὴν σημερινήν· εἶναι μόνον αἱ λέξεις τοιουτοτρόπως, καὶ φαίνεται ἕνας ἐναντιωματικὸς δὲ, ἀλλ’ ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι ὅλοι οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς τὰ δημόσια ἐπαγγέλματα· δὲν συμφέρει δὲ καὶ τὸ μόνοι διότι ὑπάρχουν νόμοι ἐπιτρέποντες νὰ διορίζωνται καὶ ξένοι· π.χ. εἰς τὴν διερμηνευτικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὰ προξενεῖα ἐνδέχεται νὰ μὴ εὑρίσκηται Ἕλλην, ὁ νόμος ἐπιτρέπει εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ διερμηνέα καὶ ἀλλοδαπὸν· ἡ ἔννοια λοιπὸν δὲν εἶναι αὐτή. Διὰ νὰ μὴ γεννᾶται αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία, νὰ λέγῃ, «οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι ἀνεξαιρέτως δεκτοὶ εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας.» Ἡ λέξις δημόσιος ...
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ λεκτικὸν ἀφήσατε.
§78ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Σαράβας ἔχει τροπολογίαν εἰς τὴν ἐπιγραφήν· εἶναι παρών;
§80ΠΟΛΛΟΙ. Τί λέγει ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σαράβα.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ «περὶ τοῦ δημοσίου δικαίου τῶν ἑλλήνων». Ὁ Κ. Λομβάρδος συνεχώνευσεν τὴν πρότασίν του εἰς τὴν τοῦ Κ. Χαντζερῆ. Λοιπὸν ὁ Κ. Χαντζερῆς νὰ ἔλθῃ νὰ ὁμιλήσῃ.
§82ΓΡ. ΧΑΝΤΣΕΡΗΣ. Κύριοι, ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ αἰσθήματος κατεχόμενος, ἀφ’ οὗ καὶ ὁ Κύριος Λομβάρδος, νομίζω τὴν πρότασίν μου ταύτην ὀρθήν. Συγχωρήσατέ μοι νὰ τὴν ἀναγνώσω κατὰ πρῶτον. «Πᾶς Ἕλλην ἐν γένει ὁπουδήποτε καὶ ἂν γεννηθῇ λογίζεται πολίτης τοῦ βασιλείου, ἅμα ζητήσας τοῦτο ἐγγράφως καὶ αὐτοπροσώπως παρὰ τῶν σχετικῶν ἀρχῶν.... καὶ αὐτοπροσώπως, διότι βεβαίως ὁπουδήποτε καὶ ἂν εὑρεθῇ, δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ τοῦτο, διὰ προξενικῆς ἀρχῆς. «Ἐὰν ἀποδείξῃ εἴτε διὰ διαβατηρίου, εἴτε ἄλλως πῶς, ὅτι δὲν εἶναι φυγὰς, ἕνεκα ἀτιμωτικῆς πράξεως.» Συνέβησαν τοιαῦτα καὶ ἄλλοτε κατὰ διαφόρους ἐποχάς· φυγάδες ἦλθον ἐνταῦθα καὶ ἀνέφερον, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ λάβουν τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου καὶ μετὰ ταῦτα ἀνεκαλύφθησαν, ὅτι ἦσαν φυγάδες, ἕνεκα ἀτιμωτικῶν πράξεων. «Ἄλλως δὲ ὑπόκεινται εἰς τὸν μέχρι τοῦδε περὶ προσκτήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας νόμον». Ὁ νόμος οὗτος προβλέπει δύο ἔτη διὰ τοὺς ὁμογενεῖς καὶ τρία διὰ τοὺς μὴ ὁμογενεῖς· κατὰ πόσον ἁρμόζει ἐνταῦθα ἡ φράσις αὕτη νομικῶς, τοῦτο ἀπόκειται εἰς τοὺς νομομαθεῖς νὰ ἐξετάσωσιν, ἐγὼ νομομαθὴς δὲν εἶμαι. Κατωτέρω τί λέγω; «ὁ ὡς ἀνωτέρω τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου προσκτησάμενος δὲν δύναται νὰ λάβῃ Ἑλληνικὸν διαβατήριον εἰμὴ μετὰ ἑνὸς ἔτους διαμονὴν ἐν τῷ βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος». Φυσικὸν εἶναι, ὅτι ἡ κοινωνία τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ γνωρίσῃ τὸν ἄνθρωπον, ἀφοῦ διαμείνῃ ἐπί τινα χρόνον, νὰ ἴδῃ ὁποίας διαγωγῆς εἶναι καὶ νὰ γινώσκῃ πρὸς τίνα δίδωσι τὸ τοιοῦτον διαβατήριον. «Οὔτε εἶναι δεκτὸς ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν». Βεβαίως ἅμα ἔλθῃ τις δὲν εἶναι δίκαιον νὰ γείνῃ πολίτης μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τύχῃ θέσεώς τινος, ὀφείλει νὰ ὑποστῇ βάρη, τὰ ὁποῖα ὑφιστάμεθα καὶ ἡμεῖς, ὀφείλει νὰ δοκιμάσῃ αὐτὸν καὶ γνωρίσῃ ἡ κοινωνία, κατὰ πόσον εἶναι ἱκανὸς καὶ κατὰ πόσον δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ κοινὸν ὄφελος. Λέγω δὲ «εἰμὴ εἰς στρατιωτικὴν ὡς ἁπλοῦς στρατιώτης ἐθελοντής.» Πᾶς τις ἐρχόμενος ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς θέλει ν’ ἀποκτήσῃ ἓν δικαίωμα νὰ λογισθῇ πολίτης τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι ἀνάγκη, εἶναι καὶ δίκαιον νὰ δώσῃ καὶ ἐκεῖνος, νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς ἐθελοντὴς, λέγω νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίαν τινὰ εἰς τὸν δῆμον, εἰς τὸν ὁποῖον θέλει νὰ λάβῃ τὴν τιμὴν νὰ ἐγγραφῇ.
§83ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁμογενὴς ἢ καὶ ἑτερογενής.
§84ΧΑΝΤΖΕΡΗΣ. Περὶ ὁμογενῶν ὁ λόγος. Διότι κατὰ τὸν νόμον τῆς ἀπογραφῆς ἡ μερὶς ἑκάστου δήμου κατ’ ἔτος συμπεριλαμβάνει καὶ τοὺς ἐθελοντὰς, ἐὰν λ. χ. ὁ δῆμος Ἀθηνῶν πρόκηται νὰ δώσῃ 20 κληρωτοὺς καὶ καταγράφωνται ἐθελονταὶ 5, οἱ 5 ἐκπίπτονται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ, ὥστε ὠφελεῖται ὁ δῆμος κατὰ πέντε· νὰ μὴ ᾖναι δι’ ἀντικαταστάτας, διότι ὁ δῆμος τότε δὲν ἔχει ὄφελος· ἐπειδὴ δὲ ἡ τοιαύτη κατάταξις συνέβη ἄλλοτε πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἴσως δὲ καὶ τώρα συμβαίνει, μόλις πατήσωσι τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος τινὲς ἐκ τῶν ὁμογενῶν, τοὺς ἐγγράφει ὁ δῆμος, ὅτι θέλουσι νὰ γείνωσι πολῖται τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὡς δεῖγμα τῆς θελήσεως ταύτης τοῖς λέγουσιν, ὅτι δύνανται νὰ καταταχθῶσιν ὡς ἀντικαταστάται. Τί συνέβη ἄλλοτε; ἔλαβον τὰ χρήματα τῆς ἀντικαταστάσεως καὶ μετ’ ὀλίγον παρεστάθησαν εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Τουρκίας καὶ εἶπον μᾶς ἐπῆραν ἀναγκαστικῶς διὰ στρατιώτας· ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ τοὺς παραιτήσῃ, καὶ νὰ ἀπωλέσῃ καὶ τὰ χρήματά του ὁ πολίτης. Διὰ τοῦτο εἶπον νὰ καταταχθῶσι μόνον ὡς ἐθελονταὶ, διότι ὅστις ζητεῖ δικαίωμα, εἶναι καὶ δικαιότατον νὰ προσφέρῃ καὶ ὑπηρεσίαν τινὰ εἰς τὸν δῆμον, ὅπου θέλει νὰ ἐγγραφῇ.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Λειβαδᾶς συνεχώνευσε τὴν πρότασίν του μετὰ τῆς τοῦ Κ. Σταμοπούλου.
§86ΔΗΜ. ΜΑΚΡΗΣ. Τὸν λόγον ζητῶ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Λομβάρδου.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον κατὰ σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς ὁ Κ. Πετσάλης.
§88ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ ἔχω μίαν πρότασιν· δὲν μοῦ ἐδώσατε τὸν λόγον.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ὁρίστε.
§90ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι! Ἠναγκάσθην νὰ κάμω μίαν πρότασιν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό· «τὸ ἀνάλογον τῆς περιουσίας του βάσιν ἐχούσης τὴν καθαρὰν παραγωγήν.» Προῆλθον εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, διότι καὶ ὡς πολίτης Ἕλλην καὶ ὡς φορολογούμενος καὶ ὡς βουλευτὴς κατά τινας συνόδους, ἡ πεῖρα μοὶ ἀπέδειξεν, ὅτι αἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις οὐδέποτε ἠθέλησαν νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὸν νόμον αὐτὸν τὸν ἀναλλοίωτον τοῦ Συντάγματος, ἐννοοῦντα ἀνάλογον τῆς περιουσίας του. Ἐννοεῖται βεβαίως, ὅτι ἡ περιουσία εἶναι ἕν τι ὑπηρετοῦν, τὸ ὁποῖον προσφέρει εἰς τὸν ἄνθρωπον μίαν οὐσίαν καὶ ζωὴν· παρετηρήθη ὅτι περιουσίαι ἀξίας μεγάλης καὶ παραγωγῆς μεγάλης δὲν συνεισφέρουν εἰς τὸ δημόσιον· περιουσίαι δὲ μικρόταται, περιουσίαι παραγωγὴν ἔχουσαι μικρόν τι ποσὸν, συνεισφέρουν 100πλασίως—π. χ. ἕνας γεωργὸς ἔχων περιουσίαν 1000 δραχ. ἐνίοτε συνεισφέρει εἰς τὸ δημόσιον κατ’ ἔτος 500 δρ. Ἡ Τράπεζα ἔχουσα μίαν περιουσίαν 40 ἑκατομμυρίων συνεισφέρει εἰς τὸ δημόσιον 300 δραχ. κατ’ ἔτος. Ὑπάρχει λοιπὸν ἀναλογία; Διὰ νὰ ὁρισθῇ ἡ περιουσία λέγει ἀναλόγως τῆς περιουσίας. Πῶς θὰ ἠξεύρωμεν τὴν περιουσίαν αὐτὴν, διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸν φόρον; Πρέπει λοιπὸν νὰ λάβωμεν μίαν βάσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁρμωμένη ἡ κατὰ καιροὺς ἐξουσία, νὰ προσδιορίσῃ καὶ τὸν φόρον τὸν ἀνάλογον τῆς περιουσίας. Ἄλλως τε τί σημαίνει ἀναλογία τῆς περιουσίας, ὅταν αὐτὴ δὲν πραγματοποιῆται ἢ δὲν θέλῃ ἡ κυβέρνησις νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ; Πρέπει λοιπὸν διὰ τῆς ἐγγραφῆς ἐντὸς τοῦ Συντάγματος νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένη πάντοτε ἡ κυβέρνησις, ὥστε ἡ ἀνάλογος περιουσία νὰ βεβαιοῦται, καὶ ὄχι κατὰ θέλησιν τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ νὰ βεβαιοῦται νομικῶς. Τί θὰ εἴπῃ ἀναλογία; Ἐὰν ἔχω 100 νὰ πληρώνω δι’ 100, ἐὰν ἔχω 200 νὰ πληρώνω διὰ 200. Πῶς λοιπὸν θὰ προσδιορίσωμεν αὐτὸ τὸ ἀνάλογον; Εἶπον εἶναι ἡ βάσις τῆς καθαρᾶς παραγωγῆς· μία περιουσία, ἡ ὁποία παράγει καθαρὸν εἰσόδημα 6 δραχ. νὰ θεωρῆται 100 δρ. ἀξία.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ Κ. Κατσικαπῆς εἶναι παρών;
§92ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ὑποτροπολογία τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Λομβάρδου (θόρυβος.)
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κατσικαπῆς προτείνει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Χαντζερῆ, νὰ προστεθῇ δὲ ἡ ἑξῆς φράσις· «ἐὰν μείνῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα 5 δηλ. ἔτη καὶ ἀποκτήσῃ ἀκίνητόν τινα περιουσίαν.»
§94ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Κύριοι, γνωρίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη νὰ ὑποστηρίξω τὴν οὐσίαν τῆς προτάσεως, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι παρὰ πάντων εἶναι παραδεκτή· διότι οἱ τίτλοι κατηργήθησαν, ἀφ’ ὅτου ἤρχισεν Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Προτείνω μόνον νὰ προστεθῇ. Διατί ἠθέλησα νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις αὕτη ἐνῷ ὑπάρχει εἰς τὸ 40 ἄρθρον; Ἡ διάταξις αὕτη περιέχεται εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Βασιλέως· ἑπομένως ἡ διάταξις αὕτη ὅπως ἔχει περιέχει μόνον μίαν ἀπαγόρευσιν πρὸς τὸν Βασιλέα, δηλ. ὅτι διὰ διατάγματος δὲν δύνανται ν’ ἀπονεμηθῶσι τίτλοι ἢ διακρίσεις· ἑπομένως ἐθεώρησα νὰ τεθῇ εἰς τὸ γενικὸν μέρος, ὡς ἀπαγόρευσις· ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ δι’ ἕτερον λόγον ἀκόμη ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν, διότι πρόκειται περὶ ἰσότητος εἰς τὸ γʹ. αὐτὸ ἄρθρον· καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἁρμοδία θέσις εἶναι ἐνταῦθα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Πετσάλης.
§96Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομοθετοῦμεν ἤδη τὸν θεμελιώδη νόμον κατὰ τὸ 1864. Ἡ Συνέλευσις εἶναι πανελλήνιος, συμπεριλαμβάνει τὴν Ἑλλάδα, τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ὅλας τὰς ἄλλας κοινότητας, τὰς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ἔργον αὐτὸ καταλαμβάνετε, ὅτι εἶναι πολλοῦ λόγου ἄξιον, διότι ἀφορᾷ ἀκόμη καὶ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ ἔθνους. Ὄχι μόνον ὁ κανονισμὸς τῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ πᾶν ὅ,τι περιλαμβάνεται ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν τίτλον τῆς λογικότητος, πρέπει νὰ ᾖναι ἐκπεφρασμένον ὀρθῶς. Ὅταν γίνηται μεταβολή τις εἰς νόμον τινά, ἡ μεταβολὴ αὕτη διὰ νὰ ὑπάρχῃ δικαιολογημένη πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ αὐταπόδεικτον, καὶ νὰ μὴν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις σπουδαία καὶ ἔλλογος κατ’ αὐτῆς· διότι, ὅταν τοιαύτη ᾖναι ἡ μεταβολή, ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι προτιμώτερον νὰ μὴ γίνηται, καὶ νὰ μένῃ τὸ πρᾶγμα ὡς προϋπῆρχε, διότι ἔχει ὑπὲρ αὑτοῦ τὸ κῦρος τοῦ χρόνου καὶ τὴν σιωπηλὴν παραδοχήν. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελεν πράξει προτιμώτερον νὰ ἀφιερώσῃ τὰς ἀσχολίας της εἰς οὐσιωδέστερα ἀντικείμενα καὶ εἰς οὐσιωδεστέρας μεταβολάς, ἀλλὰ νομίζουσα, ὅτι καθιστᾷ τὸ ἔργον της τελειότερον καὶ γραμματικῶς, ἠθέλησε νὰ καινοτομήσῃ καὶ ὡς πρὸς τὸν τίτλον. Ἐνῷ δὲ προηγουμένως εἴχομεν τὸν τίτλον «περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων», τίτλον τὸν ὁποῖον ἡ Συνέλευσις τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου παρεδέχθη ἀπὸ τὸν χάρτην τῆς Γαλλίας τοῦ 1814, ὅστις λέγει drois publiques des français, ἡ νῦν ἐπιτροπὴ σοφωτέρα καὶ τῶν συντακτῶν τοῦ χάρτου τῆς Γαλλίας, ἀπεδείχθη λανθανομένη ὡς ἀποφασίσασα περὶ τοῦ τίτλου νὰ καινοτομήσῃ.
§97ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ πλειοψηφία.
§98ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅταν ὁμιλῶ περὶ ἐπιτροπῆς, ὁμιλῶ πάντοτε περὶ τῆς πλειοψηφίας, ἥτις διώρθωσε τὸν παλαιὸν τίτλον, ἀντικαταστήσασα τὸ περὶ ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Ἴσως, Κύριοι, ἀπατῶμαι, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐξεπλάγην πολὺ ἀπὸ αὐτὴν τὴν μεταβολὴν, διότι μοὶ ἐφάνη λίαν καινή. Τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα ἐξετάζει ἡ φιλοσοφία καὶ τὸ φυσικὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον παρὰ Ῥωμαίοις ἦτο τὸ διεθνὲς δίκαιον (jus gentium)· διότι οἱ Ῥωμαῖοι φυσικὸν δίκαιον ἠννόουν τὸ κοινὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους καὶ εἰς τὰ ζῶα, τὸ δὲ ἀφορῶν τοὺς ἀνθρώπους ὠνόμαζον διεθνές· ἀλλὰ τὸ ἄτομον εἰς πολιτικὴν κοινωνίαν δὲν εἶναι πλέον ἄτομον, ἀλλὰ πολίτης. Οἱ Ῥωμαῖοι, οἵτινες, ὡς σᾶς εἶπον, παρεδέχθησαν τὸ διεθνὲς δίκαιον κοινὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ εἰς τὰ ζῶα, δὲν τὸ ἐφήρμοζον εἰς τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἐξετάζει ὁ κοινωνικὸς νόμος, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας καὶ συνηθείας, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ὁ ἄνθρωπος, ἐρχόμενος εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, ὅπου συνῄνεσε ν’ ἀποβάλῃ μέρος τῆς φυσικῆς του ἐλευθερίας, ὅπως διατηρήσῃ τὸ ὑπόλοιπον. Ἀφίνοντες κατὰ μέρος τὰς σχολαστικὰς ὀνομασίας, λέγομεν ὅτι, ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα προβλέπει καὶ κανονίζει ἡ κοινωνία, τὰ πηγάζοντα ἀπὸ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τοῦ ἀνθρώπου, τοσοῦτον μᾶλλον, ὅσον ὅταν ἡμεῖς θελήσωμεν νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν λογικὴν φύσιν αὐτοῦ καὶ ἐξ αὐτῆς νὰ παράξωμεν τὰ ἐν τῇ πολιτικῇ καταστάσει δικαιώματά του, πολὺ πιθανῶς, ἐξετάζοντες τὴν ἀρχέγονον ἱστορίαν του, νὰ μὴ εὕρωμεν ὁμοιομόρφως αὐτὰ ἐννοούμενα καὶ ἐφαρμοζόμενα εἰς τὴν ὑποθετικὴν ταύτην κατάστασίν του. Τούτων ἕνεκεν, ὅταν ὁ ὁ Νομοθέτης προσκαλῆται νὰ ἐκδώσῃ Νόμον καὶ νὰ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον δικαιώματα, τὰ δικαιώματα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἕτερον λόγον παρὰ τὸν πηγάζοντα ἀπὸ τὰς σχέσεις του ἐν τῇ πολιτικῇ κοινωνίᾳ, ὅπου παύει νὰ ᾖναι ἄτομον καὶ γίνεται πολίτης· ἑπομένως δὲν δυνάμεθα ἐκ τῆς ἰδέας τοῦ ἀτόμου νὰ χαρακτηρίσωμεν τὰ σημαντικώτερα τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ κοινωνικῇ καταστάσει αὐτοῦ, τὰς συνταγματικὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας καθιεροῖ ὁ θεμελιώδης Νόμος. Καταχρηστικῶς πάλιν ἠθέλαμεν ὀνομάσει ἀτομικὸν δίκαιον αὐτὸ τὸ ἀστικὸν, ἂν καὶ τοῦτο δὲν κάμνει ἄλλο, παρὰ νὰ ἐξετάζῃ τὰς σχέσεις τοῦ πολίτου πρὸς πολίτην, τὸ ἰδικόν μου καὶ τὸ ἰδικόν σου, meum et tuum, διότι καὶ αἱ σχέσεις αὗται ἤθελον εἶσθαι μηδὲν ἄνευ τοῦ κύρους, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς αὐτὰς ἡ πολιτικὴ κοινωνία. Ὁ προέχων ἄρα χαρακτὴρ καὶ ἐπ’ αὐτῶν εἶναι ὁ τὸν ὁποῖον δίδει ἡ πολιτικὴ κοινωνία. Κυριολεκτικῶς δικαιώματα ἀτομικὰ δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν ὑποθετικὴν αὐτοῦ. Ἄλλως τε αἱ σχέσεις αὗται εἰσὶ Δημόσιαι καὶ ἡ ἐπιγραφὴ ὅπως ὑπῆρχε πρότερον ἦτο σύμφωνος μὲ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτῶν, καὶ ἀπορῶ, πῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέκλεισε τὴν ὀρθοτέραν τῶν ἰδεῶν καὶ ἠθέλησε νὰ παραδεχθῇ ἰδέαν, ἥτις δὲν ἐμφαίνει τίποτε εἰς τὴν πολιτικὴν ὀνοματοθεσίαν τῶν ἐθνῶν. Ὁ πρῶτος λόγος, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ δίδει, ὅτι ὁ τίτλος ὅπως ὑπῆρχεν ἦτο ἀτελὴς, στηρίζεται εἰς τοῦτο, ὅτι τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸν τίτλον, εἶναι δικαιώματα, ἅτινα, σύμφωνα ὄντα μὲ τὴν λογικὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου, ἡ κοινωνία ἀναγνωρίζουσα καὶ καθιεροῦσα αὐτὰ δὲν πράττει ἄλλο εἰμὴ νὰ τὰ ἀναγράψῃ. Ὁ λόγος οὗτος πολὺ καλὸς νὰ λέγηται εἰς τὰ βιβλία, ἀλλὰ πρακτικῶς δὲν ἔχει ἀξίαν εἰμὴ ἐφ’ ὅσον, τὸ νὰ ᾖναι οἱ Νόμοι σύμφωνοι πρὸς τὴν λογικὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου, ὑπάρχει καθῆκον εἰς ἕκαστον νομοθέτην νὰ τὸ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὰς πράξεις του, ἀλλὰ δὲν δίδει τὸ κῦρος εἰς αὐτὰς, ἄλλως τε τότε ὅλους τοὺς Νόμους ἐν γένει ὡς συμφώνους μὲ αὐτὸ τὸ προσὸν ἔπρεπε νὰ ὀνομάζωμεν ἀτομικὰ δικαιώματα. Δὲν εἶναι ἄρα βάσιμος ὁ πρῶτος λόγος, ὃν προτείνουν ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς. Ὁ ἕτερος λόγος, ὃν προτείνουσιν, εἶναι ὁ ἑξῆς· ὅτι ἐντὸς τοῦ τίτλου αὐτοῦ γίνεται λόγος περὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν οὐ μόνον τοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ξένους. Βεβαίως, ἂν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἦτο ὀρθὸν, ἡ μεταβολὴ ἐδικαιολογεῖτο, διότι ὁ τίτλος, ὡς ὑπῆρχε πρότερον, ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ προσόντος τοῦ πολίτου, ἐνῷ ὑπὸ τὸν νέον τίτλον συμπεριλαμβάνονται πολῖται καὶ ξένοι, ἅπαντες ὡς ἄτομα θεωρούμενοι. Νομίζω, ὅτι ἐλανθάσθη ἡ ἐπιτροπὴ, ἐξαπατηθεῖσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Πρῶτον ἐν γένει ἡ νομοθεσία παντὸς Κράτους δὲν ἐκτείνεται πέραν τῶν ὁρίων αὐτοῦ καὶ πέραν τῶν ὑπηκόων του, διότι ἕκαστον Κράτος ἔχει ἐξουσίαν νὰ νομοθετῇ δι’ ἑαυτὸ μόνον· οὕτως οἱ Ῥωμαῖοι συμφώνως πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην ὥρισαν τὸ ἀστικὸν δίκαιον, ὅτι εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ τῶν ῥωμαίων λαὸς εἰς ἑαυτὸν ἐσύστησεν· «jus civile est quod populus romanus in se constituit». Διὰ τοῦ ὁρισμοῦ αὐτοῦ ῥητῶς ἀπεκλείσθη ὁ ξένος, διότι αἱ τότε ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ πολιτισμοῦ ἐπικρατοῦσαι ἰδέαι ἐθεώρουν σχεδὸν ὡς ἐχθροὺς τοὺς μὴ συμπεριλαμβανομένους ἐντὸς τοῦ ῥωμαϊκοῦ ἔθνους, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἠδύναντο ἐντελῶς νὰ ἀποκλείσωσι τὴν μετὰ τῶν ξένων ἐπιμιξίαν, παρεδέχθησαν ἓν εἶδος διεθνοῦς δικαίου, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοζον εἰς τοὺς ξένους. Ὁ ῥωμαϊκὸς νόμος, ὁ περιοριζόμενος ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ῥωμαϊκῆς ἐπικρατείας, ὑπὸ τὸ ὄνομα ἀστυκὸς νόμος, συμπεριελάμβανεν οὐ μόνον τὸ ἀστυκὸν δίκαιον τῶν Ῥωμαίων, ἀλλὰ καὶ τὸ δημόσιον. Ἐὰν μετὰ ταῦτα διὰ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν σχέσεων μεταξὺ ἐθνῶν οἱ ξένοι ἔγειναν συγκοινωνοὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἑνὸς ἔθνους παρέχουν εἰς τοὺς κατοίκους τῆς χώρας του, εἰς τὰ μέλη τοῦ ἔθνους τούτου, ὡς προεῖπον, τοῦτο ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῶν προόδων τοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλά, Κύριοι, ἡ νομοθεσία, ἡ ὁποία γίνεται εἰς ἕκαστον Κράτος, δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν εἰμὴ μόνον τὸν πολίτην. Ὅτι δὲ τὸ νὰ ὠφελῶνται καὶ οἱ ξένοι ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ἐγχωρίου νόμου δὲν εἶναι λόγος δυνάμενος νὰ μεταβάλῃ τὴν φύσιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τὸν χαρακτῆρά των, δυνάμεθα νὰ τὸ εὕρωμεν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἱστορίαν, ὅτε ἐπὶ Ἰωάννου τοῦ ἀκτήμονος ἔγεινεν ὁ μέγας Χάρτης. Τὸ ἔθνος αὐτὸ ἐσυμφώνησε τότε μὲ τὸν Βασιλέα του καὶ περὶ τῶν ξένων ἐμπόρων ἐν καιρῷ πολέμου νὰ ἔχωσι δικαιώματά τινα, διότι τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἐξετίμησε τὴν ὠφέλειαν τοῦ ἐμπορίου. Καὶ τῷ ὄντι, διότι ἔγεινεν ἡ πολιτικὴ αὕτη συνθήκη μεταξὺ ἔθνους καὶ Βασιλέως, ἐν ᾗ περιελήφθησαν καὶ δικαιώματα ἀφορῶντα τοὺς ξένους, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ χάρτης ἐκεῖνος ἤλλαξε χαρακτῆρα καὶ δὲν ἦτον Σύνταγμα πολιτικὸν τῶν Ἄγγλων, ὡς μελῶν τῆς Ἀγγλικῆς κοινωνίας. Κύριοι, ἀπὸ πολλὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος αἰῶνος ἤρχισαν νὰ φαίνωνται, δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν, ὅτι εἰς οὐδενὸς ἔθνους τὸν νοῦν ἐπῆλθε νὰ παραδεχθῇ τοιοῦτον τίτλον, ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ ἐκαινοτόμησεν. Τὸ σύνταγμα τοῦ 1791 τῆς Γαλλίας ἔχει τὸν ἑξῆς τίτλον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε καὶ ὁ Κ. Κυπαρίσσης, «declaration des droits et des devoirs de l'homme et du citoyen,» περὶ δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου. Τοῦτον παρεδέχθη καὶ τὸ Συμβατήριον (convention), ἀλλὰ ἠξεύρετε, διατί; Διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐκτὸς τοῦ Ἀγγλικοῦ, εἰς οὐδὲν ἕτερον Κράτος ἐθεωρήθη ὁ ἄνθρωπος ὡς ἔχων δικαιώματα· ὁ ἄνθρωπος ἦτο πρᾶγμα, διότι ὁ δεσποτισμὸς ἐπεσκίαζεν ὅλον τὸν λοιπὸν κόσμον. Ἦλθεν ἡ ἐπανάστασις αὕτη, ἥτις ἔφερεν ἀναγκαίως ἀντίδρασιν κατὰ τῶν ἐπικρατησασῶν ἐπὶ τοσούτους αἰῶνας ἐσφαλμένων ἰδεῶν· ἐνόμισεν, ὅτι δίδει μεγαλειτέραν ἰσχὺν εἰς τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ κοινωνία καθιεροῖ, ἐὰν τὰ προσονομάσῃ καὶ φυσικά. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὑπῆρχεν ἡ μανία τῶν θεωρητικῶν συστημάτων· ἠξεύρετε, ὅτι ἡ Γαλλία τότε δημιουργοῦσα δημοκρατίαν, ἐνεπνεύσθη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Ῥωμαϊκῆς ἀρχαιότητος, ἀλλ’ ὅταν μετὰ τὴν 18 Βρυμέρου ἔγεινε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1799 ἀφῆκε κατὰ μέρος τὴν ἐπιγραφὴν αὐτὴν καὶ ἐπέγραψε τὸν τίτλον «de droits des citoyens», περὶ δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, διότι ἤρχιζεν ἡ πραγματικότης ν’ ἀντικαθιστᾷ τὰς ματαίας θεωρίας. Κατὰ τὸ 1814 ὡς προεῖπον, ὁ Χάρτης μετέβαλεν αὐτὸν τὸν τίτλον, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθῇ καὶ ἀπὸ τὴν ἰδέαν. Ἐνταῦθα ὁ προλαλήσας φίλος μου Κ. Κυπαρίσσης δὲν εἶχε δίκαιον λέγων, ὅτι ἴσως ἀπὸ ἀντιπάθειαν πρὸς τὴν Δημοκρατίαν ἔγεινεν ἡ μεταβολὴ τοῦ τίτλου, διότι ἡ Δημοκρατία πρὸ πολλοῦ εἶχε κοιμηθῆ εἰς τὴν Γαλλίαν, πρὸ τοῦ 1814 προηγήθη ἡ αὐτοκρατορία. Μ’ ὅλον τοῦτο καὶ ἡ 18 Βρυμέρου ἦτο ἐπίσης ἔργον τοῦ Ναπολέοντος, δὲν ἤθελον ἄρα οἱ συντάκται τοῦ Χάρτου νὰ παραδεχθῶσι τίτλον, ὁ ὁποῖος ἐφάνη, ὅτι εἶχε παραδεχθῆ ὑπὸ τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀνδρός. Ἀλλά, Κύριοι, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Οἱ Ἄγγλοι εἶναι πρακτικώτεροι πάντων τῶν λοιπῶν· δύω φορὰς τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συμφωνήσῃ περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ πρὸς τοὺς Βασιλεῖς του, μίαν φορὰν ἐπὶ Καρόλου δευτέρου, καὶ τὴν ἄλλην φορὰν ἐπὶ Γουλιέλμου τρίτου· καὶ ἐπὶ τῶν δύω ἐποχῶν συνέταξε νόμον, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ Βασιλέως· πῶς ἐπέγραψε τὸν νόμον; Δὲν εἶπεν οὔτε φυσικὰ, οὔτε δημόσια τὰ προτεινόμενα δίκαια, ἀλλ’ ὠνόμασεν ἁπλῶς αὐτὰ, τὸ μὲν πρῶτον αἴτησις δικαιωμάτων, petition of rights, τὸ δὲ δεύτερον νόμον περὶ δικαιωμάτων, bill of wrights. Ἀκολούθως πάλιν, ὅτε τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προστρέξῃ εἰς τὸ Ἁννόβερ καὶ νὰ λάβῃ ἀπ’ ἐκεῖ ἕνα κλάδον τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, κλάδον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφαίνετο περιλαμβανόμενος ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ νόμου περὶ δικαιωμάτων, περὶ οὗ ἀνέφερον, τότε πάλιν, καθιεροῦντες νέα δικαιώματα εἰς τὸν θρόνον, ἔκαμον ἄλλον νόμον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεκεφαλαίωσαν τὰ αὐτὰ δικαιώματα τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τοὺς προλαβόντας νόμους, διότι, τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, οἱ Ἄγγλοι δὲν θεωροῦν αὐτὸ ἐπιβλαβὲς, ὁσάκις πρόκειται περὶ δικαιωμάτων σημαντικῶν, νὰ τὰ καθιεροῦν ἐπαναλαμβάνοντες. Ἡ ἐπανάληψις θεωρεῖται ὡς νέα ἐγγύησις. Πῶς λοιπὸν νομίζετε ὠνόμασαν τὸν τίτλον τοῦ νέου αὐτοῦ νόμου; bill of setllement, νόμον περὶ ἀποκαταστάσεως, ἤτοι περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ θρόνου, ἐντὸς δὲ αὐτοῦ συμπεριλαμβάνονται καὶ ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου. Αἱ λέξεις λοιπὸν εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ νὰ δηλώσωσι τὸ πρᾶγμα· ὅταν τὸ πρᾶγμα ὑπάρχῃ δῆλον ἀπ’ αὐτὸν τὸν νόμον, περιττὰ καθίστανται τὰ ἐπίθετα. Τέλος πάντων αὐτὸν τὸν τίτλον δὲν τὸν εὑρίσκω εἰς κἀνὲν Σύνταγμα τοῦ κόσμου, τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ἡ ἐπιτροπή μας. Ἀνεθεώρησα καὶ τὰ συντάγματα τῆς Γερμανίας, ὅπως εὕρω μεταξὺ αὐτῶν τοιοῦτον τίτλον, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ σοφώτερα τῆς ἐπιτροπῆς ἡμῶν παρουσιάζονται· διότι τινὰ ἐξ αὐτῶν ἐπιγράφουν τὸν τίτλον «γενικαὶ διατάξεις», τινὰ δὲ ἕτερα «γενικοὶ νόμοι». Δὲν ὑπάρχει δὲ εἰς κᾀμμίαν τῶν ἐπιγραφῶν αὐτῶν ἡ ἰδέα τῆς ἀτομικότητος. Καὶ τὶ σημαίνει τοιαύτη λέξις; Τὸ αὐθύπαρκτον, ὅπερ εὑρίσκεται ἐν τῇ φύσει σχετισμένον, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα δὲν κανονίζει τὰς σχέσεις αὐτάς, ἀλλὰ τὰς ἐν τῇ πολιτικῇ κοινωνίᾳ. Ἡ κατάστασις τῆς φύσεως εἶναι κατάστασις, ἥτις πράγματι ἴσως δὲν ὑπῆρξε ποτὲ, ἐκεῖ βεβαίως ἐπὶ τῆς ἀπομονώσεως θὰ εὕρωμεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ἄλλα δικαιώματα, ἀλλ’ ὅταν μεταφέρωμεν αὐτὸν εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅπου ἐναποθέτει ἐν κοινῷ μέρος τῆς ἐλευθερίας του διὰ νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ ὑπόλοιπον, ἐκεῖ παύει νὰ ᾖναι ἄτομον, εἶναι πολίτης, ὁ χαρακτηρισμὸς δὲ τῶν νέων σχέσεων αὐτοῦ πρέπει νὰ προέρχηται ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς κοινωνίας. Νόμοι περὶ ἀτόμων δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν κοινωνίαν, τίτλος τοιοῦτος δὲν ἐδόθη ποτὲ εἰς νόμους κοινωνικούς. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν ὅ,τι ὑπάρχει καὶ παρὰ τοῖς Ἄγγλοις· δὲν ἔχουν διατάξεις δημοσίου ἢ ἀστικοῦ δικαίου, δὲν ἔχουν, εἰμὴ νόμον, τὸν ὁποῖον ὀνομάζουν κοινὸν νόμον, Commun law. Εἰς αὐτὸν ὑπάγονται ὅλαι αἱ σχέσεις καὶ ὅλα τὰ δικαιώματα τῶν εἰς κοινωνίαν ἡνωμένων πολιτῶν. Τὸ πρῶτον τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐσυμφώνησε τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος πρὸς τοὺς Βασιλεῖς του, εἶναι ἡ διατήρησις τοῦ κοινοῦ νόμου. Αἱ διακρίσεις μεταξὺ δικαιωμάτων, αἱ ἐφευρεθεῖσαι εἰς ἄλλα ἔθνη, πιστεύω, ὅτι ἐφευρέθησαν μᾶλλον πρὸς ζημίαν τῶν κοινωνιῶν, ἢ πρὸς ὠφέλειαν, καὶ τοῦτο τὸ ἐξάγω ἀπὸ τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ τοῦ ἔθνους· διότι τὸ ἔθνος αὐτὸ ἐπιμόνως ἀπέκρουσε τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον, τὸ εἰσάγον τὰς διακρίσεις, μὴ ὑπαρχούσης δὲ παρ’ αὐτοῖς τῆς διακρίσεως μεταξὺ δημοσίων δικαιωμάτων καὶ ἀστικῶν ἢ ἰδιωτικῶν, ὅλα τὰ δικαιώματα ὑποβάλλονται ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν δικαστηρίων. Δὲν ὑπάρχει δικαίωμα συνταγματικὸν ἢ πολιτικὸν ὁποιονδήποτε ἢ ἰδιωτικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀντικείμενον αἰτήσεως ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Εἶμαι λοιπὸν, Κύριοι, ἐναντίος τῆς μεταβολῆς· πᾶσαν ἄλλην μεταβολὴν δέχομαι, ἐκτὸς αὐτῆς, διότι τὴν θεωρῶ σόλοικον λογικῶς. Ἠμποροῦσεν ἡ ἐπιτροπὴ, καλλίτερον πράττουσα, νὰ ἐπιγράψῃ τὸν τίτλον «περὶ προσωπικῶν ἀσφαλειῶν ἢ ἐγγυήσεων· διότι τὶ ἄλλο εἶναι, ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, παρὰ ἀσφάλεια τῆς κοινωνίας καὶ τῶν ἀτόμων; Εἰς αὐτὰ τὰ πρῶτα ἄρθρα συμπεριλαμβάνονται αἱ ἐγγυήσεις περὶ τῶν προσώπων, ἄρα οὐδόλως ἤθελεν εἶναι κακὸς τίτλος τοιοῦτος. Ἡ λέξις ἐγγύησις εἶναι προσφυεστάτη, ὡς ἐκφράζουσα σαφῶς τὴν ἰδέαν ἄνευ ἀμφιβολιῶν καὶ παρεξηγήσεων. Ἐπαναλαμβάνω νὰ ἀναπτύξω ἀκόμη μίαν ἰδέαν καὶ τελειόνω, διότι νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν. Ἐὰν αἱ ἐγγυήσεις αὐταί, αἱ ὑπάρχουσαι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, χορηγῶνται καὶ πρὸς τοὺς ξένους, πόθεν πηγάζει τοῦτο; Ἐκ τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ, ἐκ τῶν ἀμοιβαίων ἐμπορικῶν σχέσεων μεταξὺ ἐθνῶν καὶ ἐκ τῆς ὠφελείας, ἥτις πηγάζει εἰς τὰ διάφορα ἔθνη διὰ τῆς συγκοινωνίας ταύτης. Ἕν ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ προΐσταται τοῦ πολιτισμοῦ, δύναται νὰ παραχωρῇ εἰς πολίτας ξένων κρατῶν τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι του παραχωροῦν εἰς τοὺς ἰδικούς του, ἐκτὸς μόνον ὅσα ἀφοροῦν κυρίως τὸν πολίτην εἰς τὴν μετοχήν του ἐπὶ τῆς διευθύνσεως τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας. Ἐν τούτοις τὸ διεθνὲς δίκαιον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ ἔθνος τοῦτο νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀμοιβαιότητα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι οὐδέποτε λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν εἰς τὰς συντάξεις τῶν νόμων, ὅτι θὰ ὠφεληθῇ καὶ ὁ ξένος. Ὅλαι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται, ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται, δημιουργοῦνται διὰ τοὺς πολίτας τοῦ Κράτους. Ἀπαραβίαστος ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία· οὐδεὶς ὑπάρχει δοῦλος ἐντὸς τοῦ Κράτους· δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὁ νομοθέτης, νομοθετῶν οὕτω, τοὺς μαύρους τῆς Ἀμερικῆς, θέλει νὰ καθιερώσῃ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἐντὸς τοῦ ἰδίου Κράτους, διότι ὑπῆρξαν ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἐδόξασαν ὡς δικαίωμα ἀνθρώπινον τὴν δουλείαν. Λοιπὸν, Κύριοι, τελειόνω καὶ προτείνω ἵνα διατηρηθῇ ὁ τίτλος, ὅπως προϋπῆρχεν, ἢ νὰ δεχθῶμεν τὸν τίτλον τοῦ Συντάγματος τοῦ Γαλλικοῦ τοῦ 1799, «περὶ δικαιωμάτων τοῦ πολίτου,» ἢ νὰ δεχθῶμεν «περὶ προσωπικῶν ἐγγυήσεων», ἢ ἂν θέλητε καὶ «περὶ δικαιωμάτων» ἁπλῶς.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ποῖον ἀπὸ ὅλα θέλετε;
§100ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ λέγω νὰ μείνῃ τὸ παλαιὸν, ἀλλ’ ἐὰν τὸ εὑρίσκουν ἀτελὲς, ἂς ἐκλέξουν μεταξὺ τῶν τεσσάρων.
§101ΙΑΛΕΜΟΣ. Πᾶν ἄλλο, Κύριοι, ἐπερίμενα νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ φίλος μου Κ. Πετσάλης, παρὰ τὸν τίτλον «δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων.» Καθὼς ἐνθυμεῖσθε, σᾶς ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὸ Σύνταγμα τοῦ 14 καὶ 30 τῆς Γαλλίας. Τὸ Σύνταγμα τῶν 14 εἶχε τῷ ὄντι ἐπὶ κεφαλῆς τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων αὐτὴν τὴν λέξιν, droit publique de francais, ἀλλ’ ἡ φράσις αὕτη εἶχε σημασίαν τινὰ, τὴν ὁποίαν δὲν ἐνθυμήθη δυστυχῶς ὁ Κ. Πετσάλης. Ὁ Λουδοβῖκος ΙΗʹ. παρεχώρησεν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, δὲν τὸ ἐψήφισε μετ’ ἄλλων, δὲν τὸ συνωμολόγησε μὲ κανένα, ἀλλὰ τὸ ἐχορήγησεν, ἔκαμε μίαν παραχώρησιν τοῦ θείου δικαίου, τὸ ὁποῖον κατεῖχε· θέσας δὲ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν δικαιωμάτων τούτων «τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν Γάλλων», ἠνόει τὸ ἑξῆς, ὅτι ὅλαι αἱ ἄλλαι σχέσεις αἱ κανονιζόμεναι ἐν τῷ συντάγματι ἐκείνῳ, πηγάζουσιν ἀπὸ τοῦ ἡγεμόνος, ὅτι ὁ ἡγεμὼν κανονίζει τὰς σχέσεις τῶν τριῶν ἐξουσιῶν, ὅτι εἰς τὰ δικαιώματα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὀνομάζουσι δημόσιον δίκαιον, καὶ, Κύριοι, ἐκ τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων δὲν ἀναγνωρίζει τίποτε εἰς τοὺς Γάλλους, μόνον αὐτὰ θεωρεῖ δημόσιον δίκαιον τῶν Γάλλων. Ἐπομένως ἡ φράσις ἐκείνη εἶχεν αὐτὸν τὸν σκοπὸν, νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι ὅλαι αἱ σχέσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ σήμερον καὶ πάντοτε ἐθεωροῦντο δημόσιον δίκαιον, διότι καὶ αἱ διατάξεις αἱ κανονίζουσαι τὰς σχέσεις τῶν τριῶν ἐξουσιῶν, τὰ καθήκοντα τῆς Βασιλείας, καὶ τὰ δικαιώματα τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων, ὀνομάζονται δημόσιον δίκαιον, ὁ Λουδοβῖκος ΙΗʹ. ἤθελε μὲ αὐτὸν τὸν ὅρον νὰ δείξῃ, ὅτι αὐτὸ παραχωρεῖ καὶ τίποτε ἄλλο. Ἡ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας ἐγὼ βέβαια δὲν εἶμαι συνήγορος, διότι αὐτὴ εἶναι εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὴν, φρονῶ, ὅτι πολὺ καλῶς ἔθεσε τὸν τίτλον τοῦτον, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ σημερινὴ πολιτικὴ ἐπιστήμη διευθύνει ὅλας τὰς ἐρεύνας, ὅλην της τὴν προσοχὴν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων· διότι, Κύριοι, μέχρι τοῦδε ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ὅλαι αἱ φράσεις αἱ ὡραῖαι καὶ ἂν ἀνεγράφοντο ὑπ’ αὐτὸν τὸν τίτλον, ἔμενον δυστυχῶς φράσεις κεναί. Ὅλη ἡ προσοχὴ ἐδίδετο, καθὼς ἠξεύρετε οἱ περισσότεροι οἱ σπουδάσαντες τὴν σύγχρονον Γαλλικὴν ἱστορίαν, ὅλη ἡ προσοχὴ τῶν Γάλλων τῶν δημοσιογράφων τῆς ἀρχαιοτέρας ἐποχῆς, αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι, ἤθελον κάπου νὰ διευθύνουν τὴν ἐνέργειάν των, ὅλη διευθύνετο εἰς τὸ νὰ κανονισθοῦν προσηκόντως αἱ σχέσεις τῶν τριῶν ἐξουσιῶν, τῆς νομοθετικῆς, τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς δικαστικῆς· τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα ἐθεωροῦντο ὡς εἷς στολισμὸς, τρόπον τινὰ, τῶν Συνταγμάτων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀπὸ τὸ 1851, ἀπὸ τῆς νέας Γαλλικῆς Αὐτοκρατορίας, ἔκτοτε ἤρχισε νὰ δίδηται μεγάλη προσοχὴ εἰς τὴν χρῆσιν καὶ ἐξάσκησιν τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων· ἐνόμισαν οἱ Γάλλοι, ὅτι διὰ τῆς ἐξασκήσεως ταύτης κάπως δύνανται νὰ ἀναπληρώσωσι τὰς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσιν, ἐπέστησαν τὴν προσοχήν των εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τούτων, ἥτις γίνεται ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ καὶ Ἀμερικῇ. Ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, φαίνεται, τὴν μεγάλην προσοχὴν, ἥτις ἐδόθη εἰς τὰ ἀτομικὰ ταῦτα δικαιώματα, τῶν ὁποίων ἡ χρῆσις καὶ ἐξάσκησις εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἐγγύησις τῆς προόδου καὶ τῆς ἐλευθερίας. Ἀλλὰ λέγων τις ἀτομικὰ δικαιώματα, καὶ θέτων ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἄρθρων καὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τὸν τίτλον τοῦτον, βεβαίως ἀποκλείει ἄλλα ἀτομικὰ δικαιώματα, διότι δὲν εἶναι μόνον αὐτὰ τὰ ὁριζόμενα ἐν τῷ Συντάγματι· Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ὅσον ἡ πρώτη εἶναι περιοριστικὴ, καὶ ἔχει ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες πρέπει ἀκριβῶς νὰ γνωρίζωμεν, καὶ τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν, ὅσον λοιπὸν ἡ πρώτη ἔκφρασις «δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων», δὲν εἶναι κατάλληλος, ἄλλο τόσον φρονῶ, ὅτι καὶ αὐτὴ ἐπίσης εἶναι ἀνακριβής. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κυπαρίσση ἀνταποκρίνεται καλλίτερον εἰς τὸν σκοπὸν τῶν διατάξεων καὶ τῶν ἄρθρων τῶν εὑρισκομένων ὑπὸ τὸν τίτλον τοῦτον. Ἀλλὰ μετὰ πολλῆς συστολῆς ἤθελον ὑποστηρίξει τὸν τίτλον αὐτὸν, διότι δυστυχῶς ἡ ἐπωνυμία τοῦ δημαγωγοῦ ἀποδίδεται εὐκόλως εἰς ἐκείνους, ὅσοι θέλουν νὰ φέρουν εἰς τὸ μέσον ἀναμνήσεις τῆς Γαλλικῆς ἱστορίας· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Κ. Κυπαρίσσης, ἄνθρωπος μὴ ἀναρχικὸς, ἐπρότεινε τὸν τίτλον τοῦτον, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τὸν ὑποστηρίξω, καὶ μὲ τὸν κίνδυνον νὰ παρασταθῶ ὡς δημαγωγὸς καὶ ἀναρχικός.
§102ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριοι! Ὅσοι ὑπῆρξαν ὀπαδοὶ τοῦ δόγματος, ὅτι ἡ πολιτικὴ κοινωνία ἀπονέμει τὰ δικαιώματα εἰς τὸ ἄτομον, αὐτοὶ ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζουσι, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι τὸ ἄτομον ἔχει ἴδια δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν τοῦ χορηγεῖ ἡ πολιτεία. Οἱ ὀπαδοὶ τοῦ δόγματος τούτου περιπίπτουσιν εἰς αὐτὸ τὸ σφάλμα, διότι συγχύζουσι δύω διάφορα διακεκριμένα πράγματα· ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἄτομον νὰ ἔχῃ δικαιώματα ἐξησφαλισμένα παρὰ ἐν τῇ πολιτικῇ κοινωνίᾳ, νομίζουν, ὅτι ἡ ἀσφάλισις αὐτὴ, τὴν ὁποίαν τὰ ἄτομα λαμβάνουσιν ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα ἀπὸ τὴν πολιτικὴν κοινωνίαν, ὅτι εἶναι χαρακτὴρ τῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ δὲν ἐσυλλογίσθησαν ποῖον στοιχεῖον εἶναι προγενέστερον, τὸ ἄτομον ἢ ἡ πολιτεία. Καὶ δὲν συλλογίζονται, ὅτι ἡ πολιτεία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τῆς προϋπάρξεως τοῦ ἀτόμου. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ ἄτομον καὶ ἡ πολιτεία ὡς πρὸς τὴν γένεσίν των δὲν ἔχουσι δύω διαφόρους ἐποχὰς, ἀλλ’ εἶναι σύγχρονα· ὁ ἄνθρωπος ἐγεννήθη πάντοτε ἐντὸς τῆς πολιτικῆς κοινωνίας, διότι, ἅμα εἶχεν ὅμοιόν του, εἶχε καὶ πολιτείαν. Εἶναι λοιπὸν πλέον δυνατὸν νὰ νομίζῃ τις, ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ἄνθρωπος συμφυῆ μὲ τὴν λογικὴν του φύσιν, τὰ τὴν προσωπώτητα αὐτοῦ ἀπαρτίζοντα, ἤτοι τὰ δικαιώματα, ἅπερ ἔλαβεν ἀπὸ τὴν χεῖρα τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὰ δημιουργεῖ ἡ πολιτεία καὶ τὰ δίδει εἰς τὸ ἄτομον; Ὁ ἄνθρωπος ἐκ τῆς λογικῆς αὐτοῦ φύσεως φέρει δικαιώματα, καὶ μὲ αὐτὰ τὰ δικαιώματα γεννᾶται εἰς τὴν πολιτείαν, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ πλάστης τοῦ ἔδωκεν· ἀφοῦ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς καὶ βέβαιον, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ πολιτεία χορηγεῖ αὐτὰ, ἀλλ’ ὅτι αὐτὰ εἶναι δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου ἔμφυτα, ἀπόλυτα, πρωτότυπα. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἰδέα ἐπηρέασε τὰς σκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν ἐξήτασεν ἐὰν τοῦτο ᾖναι δημόσιον ἢ ἐκεῖνο ἀστικὸν Δίκαιον, ἀλλ’ εἶδεν, ὅτι αὐτὰ τὰ δικαιώματα ὑπάρχουσιν εἰς τὴν λογικὴν φύσιν ἑκάστου ἀνθρώπου· εἴτε Ἕλλην εἶναι, εἴτε ξένος, φέρει ἐν ἑαυτῷ ταῦτα. Ἀλλὰ διὰ νὰ καταδείξωμεν τὸ σφάλμα τοῦ διϊσχυρισμοῦ τῶν ἐναντίων, ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν κατὰ τύπους τοὐλάχιστον ἔχωσι δίκαιον. Ἐρωτῶ τοὺς Κυρίους· Δημόσιον Δίκαιον εἶναι μόνον αὐτὰ τὰ δίκαια, τὰ ὁποῖα διαγράφονται ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου τοῦ πολιτεύματος; βεβαίως ὄχι. Δημόσιον Δίκαιον εἶναι ὅλαι αἱ σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ συντήρησιν τῆς κοινωνίας, εἰς τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τὰ μέλη αὐτῆς, καὶ πρὸς τὰς ξένας πολιτείας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον Δημόσιον Δίκαιον δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ κεφάλαιον τὸ ἐν τῷ πολιτεύματι, ἀλλὰ ὁλόκληρον τὸ πολίτευμα, τὸ Ποινικὸν, τὸ Διοικητικὸν, τὸ Διεθνὲς Δίκαιον καὶ τόσα ἄλλα. Λοιπὸν, Κύριοι, εἰς αὐτὸ περιλαμβάνονται ὅλα αὐτὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραιτήτως Δημόσια Δίκαια; Ὄχι βεβαίως. Δὲν ἔχετε λοιπὸν δίκαιον νὰ πολεμῆτε τὴν ἐπιγραφήν. Ἤθελεν εἶσθαι μάλιστα ὀρθότερον νὰ ἐπιγραφῇ ἀνθρώπινα ἢ προσωπικὰ δικαιώματα, διότι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ λέξις ἀτομικὰ δικαιώματα ἐκφράζει κἄτι τι μὴ ὀρθὸν, διότι παριστᾷ, ὅτι τὸ ἄτομον δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς κοινωνίας, ἐνῷ δὲν εἶναι τοῦτο λογικὸν, διότι ἡ πολιτεία γεννᾶται ἐκ τῆς συνυπάρξεως καὶ δύο μόνων ἀτόμων· καὶ τὸ δίκαιον ἐγεννήθη ποῦ; ἀπὸ τὴν συνύπαρξιν καὶ τὴν λογικὴν αὐτὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου· ὅπου ὑπάρχουσι δύω ἄτομα, ἐκεῖ ὑπάρχει δίκαιον, διότι τὰ δικαιώματα τοῦ ἑνὸς ἀτόμου ἅμα συναπαντήσωσι τὸν κύκλον τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἄλλου, θὰ τὸ ἀναγκάσουν νὰ καταλάβῃ, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ἕτερον ἔχει τὰ αὐτὰ δίκαια. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὸν τίτλον ὅπως ἔχει, ἢ τοὐλάχιστον, ἂν θὰ μεταβληθῇ, νὰ μεταβληθῇ ἡ λέξις εἰς ἀνθρώπινα δικαιώματα.
§103ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, Κύριε Πρόεδρε, ἐφωτίσθημεν.
§104ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ ἐπιγραφῇ περὶ προσωπικῶν δικαιωμάτων.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε, Κύριοι, τὰς διαφόρους τροπολογίας· εἶναι αἱ ἑξῆς· ἡ τοῦ Κ. Σαράβα, προτείνοντος τὴν παλαιὰν ἐπιγραφὴν «Περὶ τοῦ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων». Ἡ τοῦ Κυπαρίσση «Περὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τῶν ἀνθρώπων». Ἡ τοῦ Πετσάλη «Περὶ προσωπικῶν ἀξιώσεων». ἡ τοῦ Σαριπόλου «Περὶ προσωπικῶν δικαιωμάτων». Ὁ Κ. Μαυρομαρᾶς;
§106ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Προτείνει νὰ τεθῇ «Περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου».
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν παραδέχηται τὴν μεταβολὴν τῆς ἐπιγραφῆς εἰς τὸ «Περὶ τοῦ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων»· Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται πολλοὶ) Ὑπάρχει ἀμφιβολία· θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀνάπαλιν. Καθήσατε, Κύριοι, παρακαλῶ διὰ νὰ διακριθῇ τὸ ἀποτέλεσμα.
§108ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἐρωτήσητε ἐκ νέου, Κ. Πρόεδρε, καὶ ὄχι τὸ ἀνάπαλιν, διότι προσῆλθον καὶ ἄλλοι.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλω παρακαλέσει νὰ ἐγερθῶσιν ἐκεῖνοι, ὅσοι παραδέχονται νὰ γείνῃ οὕτω πως ἡ μεταβολή. «Περὶ τοῦ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων». Οἱ παραδεχόμενοι νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ μεταβολὴ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Ἔγεινε δεκτή. Λοιπὸν ἄρχεται ἡ συζήτησις τοῦ 3 ἄρθρου· ὁ ἐγγραφεὶς εἶναι ὁ Κ. Πετσάλης.
§110ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ Κύριος Κυπαρίσσης νὰ μὴ ἀσπασθῶ τὰς θεωρητικὰς οἰκονομικὰς ἰδέας του· πολλοῦ γε διαφέρω αὐτῶν, διότι καὶ αἱ δυνάμεις, περὶ ὧν ἐλάλησεν, εἶναι περιουσία, μάλιστα οἰκονομικῶς εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι παράγουν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος, ἐν ᾧ τὰ ἄλλα, τὰ χρήματα, τὰ κεφάλαια δὲν κάμνουν ἄλλο, παρὰ νὰ προσθέτουν. Τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερε τοῦ πτωχοῦ, ὅστις ἀγοράζει τὸν ἄρτον, ἦτον ὅλως ἀπροσφυὲς· ὁ πτωχὸς δὲν φορολογεῖται, εἰμὴ ὅταν φορολογῶνται καὶ οἱ λοιποὶ καὶ ἀναλόγως τῶν μέσων. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι οἱ Ἕλληνες συνεισφέρουν εἰς τὰ δημόσια βάρη τῆς πολιτείας ἀναλόγως τῆς περιουσίας των· μετεχειρίσθη λέξιν γενικὴν καὶ περιληπτικὴν, εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ὁποίας συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ κεφάλαια ἐν γένει τά τε παραγωγικὰ καὶ τὰ ἀπαράγωγα, τὰ κινητὰ καὶ τὰ ἀκίνητα, τὰ χρηματικὰ καὶ τὰ σωματικά. Εἰς τὸ Σύνταγμα ὁ νόμος ἔθεσε τὴν ἀρχὴν καὶ ἀφῆκε τὸν νομοθέτην μετὰ ταῦτα, ὅταν πρόκηται νὰ κανονίσῃ τοὺς φόρους, ἐκ τῆς γενικῆς αὐτῆς πηγῆς ν’ ἀντλήσῃ καὶ νὰ θέσῃ μίαν οἱανδήποτε ἄλλην μερικωτέραν ἀρχήν. Θέλει νὰ φορολογήσῃ μόνον τὴν τάξιν τῶν ἰδιοκτητῶν; Τότε ἐπιβάλλει φόρους ἐγγείους. Θέλει νὰ φορολογήσῃ καὶ τὴν τάξιν τῶν μὴ ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ τῶν ἐχόντων κεφάλαια κινητὰ, χρήματα, καὶ ἄλλας ἀξίας κινητάς; Τότε παραδέχεται ὅ, τι παρεδέχθη εἰς τὴν Ἀγγλίαν, δηλ. νὰ φορολογῆται ἡ πρόσοδος ἑκάστου, ὑπολογιζομένη ἐπὶ τῆς περιουσίας του. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους φόρους τοὺς ἐμμέσους, τοὺς ὁποίους πληρόνουν οἱ πάντες, ἕκαστος δὲν πληρόνει, παρὰ ἀναλόγως τῆς καταναλώσεως, τὴν ὁποίαν κάμνει. Εἷς, ὅστις ἔχει πολλὰ, δαπανᾷ πολλὰ καὶ συνεισφέρει διὰ τῶν ἐμμέσων φόρων περισσότερα. Ἐὰν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν στατιστικὴν ὅλων τῶν μερῶν τοῦ Κόσμου, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ὁ πτωχὸς λαὸς πάντοτε συνεισφέρει εἰς τὸ Κράτος τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τῶν εἰσπράξεων παρ’ ὅ,τι αἱ πλούσιαι καὶ εὔποροι τάξεις τῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχει εἰς τοῦτο δικαιοσύνη, εἶναι, ὅτι ἕκαστος συνεισφέρει καθ’ ὅσον ἔχει, ἢ καταναλίσκει. Εἷς, ὅστις ἔχει ἀρκετὰ, πίνει μίαν ὀκὰν οἴνου, ἕτερος ὅστις ἔχει ὀλιγώτερα πίνει 10 λεπτῶν, πάντες κατὰ τὰς δυνάμεις των, κατὰ τὴν περιουσίαν των συνεισφέρουν τόσον ἐπὶ ἀμέσων ὅσον καὶ ἐπὶ ἐμμέσων φόρων. Ἡ περίπτωσις ἄρα, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ Κ. Κυπαρίσσης, εἶναι διόλου χωρὶς ἀναφορὰν εἰς τὸ προκείμενον καὶ δὲν χρησιμεύει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παρ’ αὐτοῦ προτεινομένην μεταβολὴν τοῦ νόμου. Πολλαὶ λεπτολογίαι ἐμπεριέχονται εἰς τοὺς Γάλλους συγγραφεῖς καὶ δὲν ἔχω κᾀμμίαν ὑπόληψιν εἰς αὐτοὺς, ὄχι διὰ κᾀνένα ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι ἔχουν τὸν ἐγωϊσμὸν, ὅτι δύνανται πάντοτε νὰ κάμνουν ἀνακαλύψεις. Γεγονότα πολλοῦ λόγου ἄξια καὶ μεγάλης σημασίας πολιτικῆς, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν χώραν πλησίον αὐτῶν, καταντοῦν, ὥστε νὰ τὰ ἀγνοοῦν καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν των καὶ νὰ μὴ θέλουν νὰ τὰ γνωρίζουν, διότι θέλουν νὰ παραδέχωνται πάντες τὰς ἰδέας των. Ὅταν ἄρα περιορίζῃ τις τὴν πηγὴν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θέλει ν’ ἀντλῇ γνώσεις καὶ θέλει νὰ εἴπῃ πολλὰ, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γείνῃ καὶ σχολαστικός. Ἡ λέξις περιουσία, καθὼς εἶπον, εἶναι ἡ μόνη κατάλληλος, ἡ μόνη ὀρθή. Ἡ παρὰ τοῦ Κ. Κυπαρίσση προτιμωμένη, ἤτοι ἀντὶ τῆς λέξεως περιουσίας αἱ λέξεις δυνάμεις (facultès).
§111ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. .... (θόρυβος).
§112ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λυποῦμαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς διαφωνίαν μὲ τοὺς ἐντίμους φίλους μου Κ. Κυπαρίσσην, καὶ Κ. Παντολέοντα, τοὺς ὁποίους ὑπέρ ποτε ἐκτιμῶ, ἀλλ’ ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν πεποίθησίν μου ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ἡ δὲ Συνέλευσις εἶναι κυρία νὰ παραδεχθῇ ὁποιανδήποτε γνώμην εὑρίσκει ὀρθοτέραν· λέγω δὲ ἀκολούθως, ὅτι καὶ τὸ λεξικὸν τῶν διαφόρων γλωσσῶν δὲν προσφέρεται ἀμοιβαίως τόσον εὐκόλως εἰς τὴν ἔκφρασιν πασῶν τῶν ἐννοιῶν. Πολλάκις εἰς λέξιν ἀπηρχαιωμένην συνήθεια δίδει τὴν ἔννοιαν· εἰς τοὺς Γάλλους διὰ τῆς λέξεως δυνάμεις (facultès) ἠμπορεῖ νὰ ἐννοῶνται τὰ πλεῖστα, δὲν κάμνουν διάκρισιν μεταξὺ φυσικῶν δυνάμεων, καὶ διανοητικῶν· ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς, καὶ ἐγὼ εἶμαι Ἕλλην, ἀνατραφεὶς εἰς αὐτὴν τὴν γλῶσσαν, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ἡ λέξεις δυνάμεις, ἐμφαίνουσα μᾶλλον τὰς δυνάμεις τοῦ νοὸς, δὲν ἀναπληροῖ εἰς τὴν κεφαλήν μου τὴν σημασίαν τῆς λέξεως περιουσία· οἱ ξένοι ἠμποροῦσαν νὰ μεταχειρισθοῦν καὶ οἱασδήποτε φράσεις, ἀλλ’ οἱ ὅροι των αὐτοὶ εἰς ἡμᾶς εἶναι ξένοι, ξενίζουν· ὡς μὴ ἐκφράζοντες δὲ ἐντελῶς τὴν ἔννοιαν, εἶναι ἀποῤῥιπτέοι. Δὲν βλέπω ποῖον εἶναι τὸ σφάλμα εἰς αὐτὴν τὴν λέξιν, καὶ ἐπεθύμουν οἱ Κύριοι, οἱ ἐκφράζοντες καὶ διατυποῦντες ῥητὴν κατηγορίαν κατ’ αὐτῆς, νὰ ἠδύναντο σαφέστερον νὰ ἐννοηθῶσιν. Ποῖον εἶναι τὸ ἐλλεῖπον ἢ τὸ περισσεῦον εἰς τὴν ὑπάρχουσαν λέξιν ἐν τῷ κειμένῳ, ἤτοι τὸ μεῖον ἢ τὸ πλέον; Πρέπει ν’ ἀποδείξητε εἴτε τὸ ἓν, εἴτε τὸ ἕτερον, ἀλλὰ δὲν θέλετε δυνηθῆ, ἐκτὸς ἐὰν θέλητε, νὰ σοφίζεσθε. Βλέπετε, ὅτι ἀκόμη καὶ οἱ ἀρχαιότεροι νόμοι, οἱ Ῥωμαϊκοὶ, πραγματευόμενοι περὶ κληρονομίας, μετεχειρίσθησαν τὴν ἰδίαν λέξιν, τὴν λέξιν περιουσίαν. Ἡ λέξις περιουσία περιλαμβάνει τὰ πάντα, τίποτε δὲν ἀποκλείει· τόσον δὲ περισσότερον, σᾶς εἶπον, εἶναι κατάλληλος καὶ προσφυὴς ἡ λέξις αὕτη, ὅσον δὲν φέρει κᾀνένα περιορισμὸν εἰς τὸν νομοθέτην, ὅπου θέλει νὰ ἀντλήσῃ φόρους ἀπὸ ὁποιανδήποτε τῶν διαφόρων κατηγοριῶν, τῶν ἀποτελουσῶν τὴν περιουσίαν. Ἐὰν μεταχειρισθῶμεν τὴν ἄλλην λέξιν, θέλει εἶσθαι μόνον περιορισμός. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἄλλην διόρθωσιν τοῦ Κυρίου Κυπαρίση. Περὶ τῶν γραμματικῶν διορθώσεων δὲν θέλω ὁμιλήσει· δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ εἴπω, τὰ εὖ κείμενα μὴ κινεῖτε. Ἡ λογικὴ καὶ ἡ γραμματικὴ ἐφηρμόσθησαν ἐντελῶς εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843. Πολλοὶ σπουδαῖοι ἄνδρες ἦσαν ἐκεῖ, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἰσεχώρησεν ἀμάθεια ἢ σολοικισμὸς ὡς πρὸς τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν ἔκφρασιν τῆς ἰδέας. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἑτέραν μεταβολὴν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ Κ. Κυπαρίσσης, ἤτοι ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ἐναντιωματικὸν δὲ, ἐγὼ λέγω ὅτι ἔχει ἔννοιαν μεγάλην, μεγίστην ἔννοιαν ὁ σύνδεσμος δὲ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843, τὴν ὁποίαν ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ Κ. Κυπαρίσσης νὰ τὸν εἴπω, ὅτι δὲν ἠννόησε. Πραγματικῶς ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ κάμῃ ἀντίθεσιν ἐνταῦθα· αἱ ἀντιθέσεις γραμματικῶς γίνονται πολλάκις, ὅταν θέλωμεν νὰ ἐκφράσωμεν ζωηρότερον τὴν ἰδέαν· εἶναι πλήρης ἡ γλῶσσα τοιούτων παραδειγμάτων. Ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας καὶ μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἀκόμη εἰς τὰ διάφορα ἔθνη ἐθεώρουν ἀδιάφορον τὸ δικαίωμα τοῦ λαμβάνειν λειτουργίας δημοσίας καὶ ξένοι· εἰσεπήδουν διὰ προστασιῶν εἰς τὰς δημοσίας θέσεις μιᾶς πολιτείας καὶ ξένοι πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου ὡς καὶ τῶν ἐλευθεριῶν του· χωρὶς νὰ ὑπάγω μακρύτερον, ἀλλὰ περιοριζόμενος ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, λέγω, ὅτι πρὸ ὀλίγων χρόνων ἐνταῦθα οἱ ξένοι κατεῖχον δημοσίας θέσεις. Αὐτὴ ἡ ἀντίθεσις λοιπὸν ἔχει τοιαύτην ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προσέξῃ τις καλῶς εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ τὴν ἐννοήσῃ. Διὰ τοῦ ἐναντιωματικοῦ αὐτοῦ συνδέσμου θέλομεν νὰ δώσωμεν μεγαλετέραν δύναμιν, νὰ εἴπωμεν, ὅ,τι ἐγίνετο εἰς τὸ παρελθόν, νὰ μὴ γίνεται εἰς τὸ μέλλον. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§114ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Εἶναι προσωπικὸν, λέγει, ὅτι δὲν ἠννόησα.
§115ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι προσωπικὸν τοῦτο. — Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἀκούσατε, Κύριοι, πῶς ἔθεσα τὰ ζητήματα. Εἰς τὰς τροπολογίας τὰς προταθείσας γίνεται λόγος ἰδίως περὶ δύω ἀντικειμένων· πρῶτον τίς ἐστὶν πολίτης Ἕλλην. Ὅπως ἐνθυμεῖσθε, εἰς τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἐκεῖ ἀνατίθεται ὁ ὁρισμὸς οὗτος εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους· αἱ τροπολογίαι ἐννοοῦν νὰ εἰσάξουν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος τὸν ὁρισμὸν τοῦτον. Αἱ προτάσεις εἶναι κυρίως δύω· κατὰ τὴν μίαν πρότασιν εἶναι πολίτης Ἕλλην, πᾶς Ἕλλην τὸ γένος, ἅμα ζητήσει νὰ ἐγγραφῇ εἰς Δῆμόν τινα· δύω δὲ ἐξαιρέσεις περιέχει ἡ πρότασις αὕτη· πρῶτον ἐὰν δὲν ᾖναι φυγὰς ἕνεκα πράξεως ἀτιμωτικῆς· καὶ δευτέρα ἐξαίρεσις τῆς αὐτῆς προτάσεως, ὅτι εἶναι πολίτης Ἕλλην, δὲν δύναται ὅμως ἐπὶ ἓν ἔτος νὰ λάβῃ Ἑλληνικὸν διαβατήριον. Δευτέρα πρότασις εἶναι, ὅτι πολίτης Ἕλλην εἶναι πᾶς ὁποιουδήποτε ἔθνους, καὶ ὁποιασδήποτε θρησκείας ἐὰν ἐγγραφῇ εἰς Δῆμόν τινα καὶ ἐγκατασταθῇ, ἀλλὰ μετὰ ἓν ἔτος. Λοιπὸν τὸ πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι αὐτό· τί ἐστὶ πολίτης Ἕλλην· τὸ δεύτερον ἀντικείμενον εἶναι, πότε ὁ πολίτης Ἕλλην εἶναι δεκτὸς εἰς τὰ δημόσια λειτουργήματα· κατὰ τὴν πρώτην τροπολογίαν μετὰ διαμονὴν ἐν Ἑλλάδι ἑνὸς ἔτους κατὰ τὸν Κ. Χαντσερῆν· κατὰ τὴν ἄλλην τροπολογίαν ὁ πολίτης Ἕλλην δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ διαμείνῃ, ἀλλ’ εἶναι δεκτὸς ἀμέσως, τοῦ Κ. Σταματοπούλου. Τρίτη μετὰ πέντε ἔτη καὶ ἀφοῦ ἀποκτήσῃ ἀκίνητον περιουσίαν, τοῦ Κ. Κατσικαπῆ. Τώρα, πρὶν ἐρωτήσω περὶ τῆς οὐσίας, θέλω ἐρωτήσει τὸ ἑξῆς· θὰ ὁρισθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦτο ἢ θ’ ἀνατεθῇ τὸ ἔργον τοῦτο εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν; Οἱ παραδεχόμενοι νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ συντάγματος ὁ ὁρισμὸς τοῦ πολίτου Ἕλληνος παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἀφ’ ὅσων ἀντελήφθην δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 3 κᾀμμία ἄλλη τροπολογία, κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ φέρωμεν εὐθὺς τὸ ἄρθρον εἰς ψηφοφορίαν, μόνον μὲ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὑπάρχει προσθήκη ὑπὸ τοῦ Κ. Γλαράκη.
§117ΛΟΥΖΗΣ. Μὰ εἶναι ἡ προσθήκη τοῦ Κ. Λομβάρδου.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν ὁρισμὸν τοῦ πολίτου Ἕλληνος......
§119ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πάει κατευόδιον.
§120ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὰ ἔγειναν ὁλοκαύτωμα.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Λομβάρδου καὶ τοῦ Κυρίου Χαντσερῆ δὲν ἔχει παρὰ μόνον αὐτὰ τὰ δύω ζητήματα. Τίς ἐστὶ Ἕλλην, καὶ πότε ὁ Ἕλλην εἶναι δεκτὸς εἰς τὰ δημόσια λειτουργήματα· καὶ τοῦτο ἀπεῤῥίφθη.
§122Δ. ΜΑΚΡΗΣ. Ἀναδέχομαι ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λομβάρδου, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ σημαντικωτέρα βάσις τοῦ πολιτεύματος.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ πρότασίς σας ἀφορᾷ ζήτημα ἀποφασισθὲν, δηλ. τὸν ὁρισμὸν τοῦ πολίτου ἕλληνος, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ φέρητε τροπολογίαν.
§124ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Κατὰ τὴν ἐδικήν μου τροπολογίαν δὲν εἴπομεν, ὅτι μόνον οἱ πολῖται ἕλληνες εἶναι δεκτοί.
§125ΠΟΛΛΟΙ. Ἐτελείωσεν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ μὴ βιάζησθε· δὲν εἶναι νόμος, τὸν ὁποῖον ἠμποροῦμεν νὰ μεταβάλλωμεν, εἶναι Σύνταγμα.
§127ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Λοιπὸν λέγω, νὰ μεταβληθῇ τοιουτοτρόπως· «οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι ἀνεξαιρέτως δεκτοί·» ὄχι μὲ τὸ μόνον, διότι κατά τινας νόμους ἠμποροῦν καὶ μὴ Ἕλληνες νὰ διορισθοῦν εἰς δημόσιον ὑπηρεσίαν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε, Κύριοι· μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νεωτερισμοῦ αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἤθελον νὰ εἰσάξουν, νὰ δώσουν τὸν ὁρισμὸν τοῦ πολίτου Ἕλληνος, μένει ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Κυπαρίσση, ὁ ὁποῖος οὕτω πῶς εἶχε τροπολογήσει αὐτὴν, «οἱ πολῖται Ἕλληνες ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των καὶ εἶναι ἐπίσης δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίους λειτουργίας.» Λοιπὸν, λέγει, ὅτι οἱ πολῖται ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς δημόσιον ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ δὲν ἀποκλείει καὶ τοὺς ἄλλους.
§129ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὁ Κ. Κυπαρίσσης δὲν διέκρινε διὰ τί ἐν ἀρχῇ τὸ ἄρθρον λέγει, οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι, κατωτέρω δὲ, λέγει· μόνοι δὲ οἱ πολῖται Ἕλληνες· ἡ διαφορὰ εἶναι σπουδαία. Οἱ Ἕλληνες, λέγει, εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, Ἕλληνας δ’ ἐνταῦθα ἐννοεῖτε ἔχοντας τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν· ἀλλὰ πάντες οὗτοι δὲν εἶναι καὶ ἐνεργοὶ πολῖται, τοὺς δ’ ἐνεργοὺς μόνον πολίτας καλεῖ τὸ Σύνταγμα εἰς τὰς δημοσίας λειτουργίας. Ὀρθῶς λοιπὸν τὸ ἄρθρον ἐν ἀρχῇ λέγει, οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον του νόμου· δηλαδὴ εἴτε μέγας εἶναι ὁ Ἕλλην, εἴτε μικρὸς, εἴτε πλούσιος, εἴτε πτωχὸς, εἴτε ἐκλογεὺς, εἴτε μὴ, ἐνώπιον τοῦ νόμου εἶναι ἴσος πρὸς οἱονδήποτε συμπολίτην του, διότι δύναται νὰ διεκδικήσῃ ἐπίσης τὰ δίκαιά του, ὅπως ὁ πλουσιώτερος, ὁ ἰσχυρότερος, ὁ εὐδαιμονέστερος. Μετὰ ταῦτα δὲ ὅταν ἔρχηται νὰ κανονίσῃ ποία ἡ ἱκανότης τῶν μελλόντων νὰ λάβωσι δημοσίαν λειτουργίαν, λέγει, «οἱ πολῖται Ἕλληνες».
§130ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, μίαν διασάφησιν· αἱ προτάσεις αὗται δὲν ἔχουν ὁρισμὸν, περὶ τοῦ ποῖος ἐστὶν Ἕλλην, δὲν ὁρίζουν τὰ προσόντα τοῦ πολίτου Ἕλληνος. Ἀλλ’ εἶναι προσθήκη εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος περὶ τοῦ Ἕλληνος· «πᾶς Ἕλλην ὅπου δήποτε γεννηθεὶς θεωρεῖται καὶ εἶναι πολίτης τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, μόλις ἐλθὼν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι δηλώσῃ, ὅτι θὰ ἐγκατασταθῇ εἰς ἕνα τῶν δήμων τοῦ Βασιλείου καὶ ἐγγραφῇ εἰς αὐτόν». Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν ἐγὼ νὰ ὁρίσω ἐδῶ ποῖος εἶναι πολίτης Ἕλλην.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ αὐτὸ λέγετε. Τὸ Σύνταγμα λέγει, πολίτης εἶναι, ὅστις ἀποκτήσει εἴτε ἀπέκτησε· σεῖς λέγετε, ὅτι ἅμα ἔλθῃ καὶ δηλώσῃ.
§132ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον, πρέπει νὰ γείνῃ διασάφησις εἰς τὸ πρακτικὸν, ἄλλως νὰ μεταβληθῇ, ἐὰν θὰ παραδεχθῆτε τὴν γνώμην τοῦ Κ. Κυπαρίσση. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Κυπαρίσση ὑπὸ 10;
§134ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον σᾶς εἶναι γνωστόν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 3 ἄρθρον τοῦ σχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται ἅπαντες σχεδόν). Ἐγένετο δεκτόν. Ὑπάρχει, ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ μία προσθήκη εἰς τὸ 3 ἄρθρον ὑπὸ τοῦ Κ. Γλαράκη, ὅστις ἀνέπτυξεν αὐτὴν, ἔχουσαν οὕτω.
§136ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ πρώτη ἔκφρασις εἰς πάντα Ἕλληνα, ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ τὸ δεύτερον κῶλον εἰς δημόσιον ὑπηρεσίαν, νὰ τεθῇ «τίτλος δὲ εὐγενείας ἢ διακρίσεως οὔτε ἀπονέμεται, οὔτ’ ἀναγνωρίζεται ἀπονεμόμενος παρὰ ξένου Κράτους εἰς πολίτας Ἕλληνας.»
§137Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ εἰς χωριστὸν ἄρθρον, διότι ἡμεῖς τὸ θεωροῦμεν ἀρχὴν καθιερωμένην. Εἶναι ἀρχὴ τοῦ δημοσίου δικαίου θέλουσα τὴν ἰσότητα καὶ μὴ ἀναγνωρίζουσα τοὺς τίτλους.
§138ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ γείνῃ ἰδιαίτερον ἄρθρον.
§139ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν καὶ λέγω, ὅτι πρέπει τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν του, ἤτοι ὡς ἄρθρον 40, τοῦτο δὲ, διότι πάσης διατάξεως τὸν νοῦν πρέπει ν’ ἀναζητῶμεν εἰς τὴν ἱστορικὴν πηγὴν της. Κατὰ τὸ δημόσιον δίκαιον ἁπάσης τῆς Εὐρώπης, ὁ Βασιλεὺς θεωρεῖται ὡς ἡ πηγὴ τῆς εὐγενείας· κατὰ συνέπειαν, τὸ Ἑλληνικὸν πολίτευμα δὲν ἀναγνωρίζει εἰς τὸν Βασιλέα τὸ ἰδιάζον τοῦτο προσὸν, ὅπερ ἐνυπάρχει τῷ στέμματι ἐν τῇ ἑσπερίᾳ Εὐρώπῃ, οὐδέποτε δ’ ὑπῆρξεν, οὐδ’ ὑπάρξει κατὰ τὸ δημόσιον τῆς Ἑλλάδος δίκαιον. Καὶ ἀδιάφορον μὲν ἴσως τὸ ποῦ καταταχθήσεται ἡ διάταξις, λογικώτερον ὅμως ἐνόμισεν ἡ ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος ἐπιτροπὴ νὰ τὸ ἀφήσῃ εἰς ἣν ἦτο θέσιν ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1844. Τώρα ἐὰν τὸ καταχωρήσητε ἐνταῦθα, ἴσως πρέπει νὰ τὸ ἐπαναλάβητε πάλιν ἐν τοῖς περὶ τοῦ Βασιλέως· ὁ σκοπός μας ποῖος εἶναι; νὰ καταχωρηθῇ ὡς ἀρχὴ θεμελιώδης τοῦ Συντάγματος μόνον, δὲν ὑπάρχει δὲ ὁ κίνδυνος, ὃν τινες ὑποδεικνύουσιν, ὅτι δύναται νὰ ἐξαχθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ὅτι διὰ Βασιλικοῦ μὲν διατάγματος δὲν δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ πλάσῃ εὐγένειαν, διὰ νόμου δὲ ναί.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε, παρακαλῶ.
§141ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Καθιερώθη ἐν ἄρθρ. 3 ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος, καὶ αἱ δυνάμεις αὐτῆς, δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ οὐδεμία διαφορὰ κοινωνικὴ, οὐδεμία εὐγένεια νὰ ὑπάρξῃ δύναται.
§142ΚΑΛΟΣ. Κύριοι. Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν τὰ δικαιώματα προήρχοντο ἄνωθεν καὶ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ μετέβαινον εἰς τὰ πρόσωπα· σήμερον καθιερώθησαν ἄλλα δικαιώματα καὶ δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ Βασιλέως ν’ ἀπονέμῃ βαθμούς, εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐδόθη ἀπὸ τὸν λαόν· δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον περιέχει τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν. Ἐὰν τὸ ἀφήσητε ὅπως ἔχει εἰς τὸ 40 ἄρθρον θὰ εἴπῃ, ὅτι αὔριον μία Βουλὴ δύναται διὰ νόμου ν’ ἀπονείμῃ βαθμούς.
§143ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νόμος γίνεται ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως; (θόρυβος).
§144Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον κατόπιν τοῦ Κ. Σαριπόλου, διὰ ν’ ἀντικρούσω ὅ,τι ὁ Κ. Σαρίπολος εἶπεν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Κ. Καλὸς ὡμίλησεν ἐναντίον τοῦ Κ. Σαριπόλου, εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μετὰ τοῦ Κ. Γλαράκη, διὰ τοὺς λόγους, οἵτινες ἐξετέθησαν, καὶ διότι ὑπάρχει μία κατάστασις τοιαύτη, ὥστε πρέπει ῥητῶς νὰ εἴπωμεν καὶ κατὰ συνέπειαν τῆς ἑνώσεως, ὅτι καταργοῦνται ὅλοι οἱ τίτλοι καὶ αἱ διακρίσεις.
§145ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα!
§146ΔΑΓΡΕΣ. Κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ Κυρίου Καλοῦ δύνανται ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος διὰ Νόμου νὰ μεταβληθῶσι.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπροσέξατε· λέγει τὸ ἄρθρον τεσσαρακοστόν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ χορηγῇ τίτλους εὐγενείας καὶ διακρίσεως, ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία.
§148ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Καὶ ποῖος θὰ κυρώσῃ; (θόρυβος).
§149ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καταργοῦνται καὶ οἱ ὑπάρχοντες τίτλοι τῆς εὐγενείας ἐν Ἑπτανήσῳ; (θόρυβος). Τί θορυβεῖτε; Ὡσὰν ἐγὼ νὰ εἶχον τίτλον εὐγενείας· ἰδοὺ διὰ τί κάμνω τὴν παρατήρησιν, διότι ταύτην τὴν στιγμὴν μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις ἀπὸ ἀνθρώπους γνωρίμους, ὅτι οἱ τίτλοι ὅπου ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν εἶναι τίτλοι ἐπὶ ψιλῷ ὀνόματι, εἶναι τίτλοι συνδεόμενοι καὶ μὲ μισθοδοσίας.
§150ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§151ΛΟΥΖΗΣ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔχετε λάθος (θόρυβος παρατεταμένος).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι, θὰ διακόψω τὴν Συνεδρίασιν, διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 3 λεπτά.
§153ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν μισθοδοτοῦνται ἢ μὴ, λέγω μόνον, ὅτι ἂν τοιοῦτόν τι ὑπάρχῃ, πρέπει νὰ παύσῃ.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε σύμφωνος λοιπὸν μὲ τοὺς ἄλλους· καθήσατε, Κύριοι, νὰ ψηφοφορήσητε. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Γλαράκη. «Εἰς πολίτην Ἕλληνα τίτλος εὐγενείας ἢ διακρίσεως οὐδὲ ἀπονέμεται, οὐδὲ διακρίνεται, οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται πάντες). Ἐγένετο δεκτόν.
§155ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἂν ἡ Συνέλευσις εὐαρεστῆται, ἤθελον τὴν παρακαλέσει νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι πᾶς Ἕλλην, ὅστις κάμνει χρῆσιν τίτλου εὐγενείας, στερεῖται τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων (θόρυβος μέγας).
§156ΠΟΛΛΟΙ. (ἐξ ἀριστερῶν) Ἐρωτήσατε τὴν Συνέλευσιν. (πάντες θορυβοῦσι).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πᾶσα τροπολογία, ἐν καιρῷ διδομένη, γίνεται ἀντικείμενον καὶ συζητήσεως καὶ ψηφφορίας. Μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν ὅμως τοῦ ἑνὸς ἀντικειμένου, ἐρχομένη πρότασις, ἔστω καὶ συγγενὴς, δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ εἰμὴ ὡς αὐτοτελὴς πρότασις ἀκολουθοῦσα τὴν τάξιν τοῦ κανονισμοῦ, ἰδοὺ τί μοὶ ἐδόθη. «Πᾶς πολίτης ἀντιποιούμενος τίτλον εὐγενείας ἀποβάλλει τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου.»
§158ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ εἶπον νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ· κατὰ συνέπειαν δὲν ἐπιδέχεται ἄλλην συζήτησιν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Βαλτινὸς θέλει νὰ σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικά. Ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου χρεωστῶ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ ἂν τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τί σημασίαν ἔχει; δὲν θέλω ἀφήσει τὴν Συνέλευσιν νὰ κάμῃ ἕνα non sens.
§160ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἶναι ἐπεξήγησις.
§161ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ προτείνουν, Κύριοι, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα νὰ θεωρηθῇ παρὰ τῆς Συνελεύσεως ὡς ἐπεξήγησις τοῦ ἀποφασισθέντος τρίτου ἐδαφίου, καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Πολλοὶ ἐνταῦθα ζητοῦσι τὸν λόγον.
§163ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἔχει κἀμμίαν ὑποχρέωσιν, διότι πᾶν ὅ,τι εἶναι εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν θεωρεῖται οὔτε ὡς νόμος, οὔτε ὡς ὑποχρεωτικὴ διάταξις.
§164ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν δύναται οὔτε εἰς συζήτησιν νὰ ἔλθῃ ἡ πρότασις τοῦ Κυρ. Βαλτινοῦ, εἶναι καθαρὰ ποινὴ, ὡς τοιαύτη δὲ λογικῶς δὲν δύναται εἰμὴ δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς νὰ ἐπιβληθῇ. Ἄλλως τε καὶ ὁ ποινικὸς ἡμῶν νόμος περιέχει διάταξιν κατὰ τῶν διὰ ψευδῶν παραστάσεων καὶ ἀντιποιήσεων ξένων τίτλων καὶ βαθμῶν ἐξαπατώντων καὶ ζημιούντων τοὺς συμπολίτας των. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ εἶναι ἀξία νὰ καταταχθῇ ἐν ταῖς μᾶλλον δρακοντείοις διατάξεσιν, ἃς ποτε ἀνθρωπίνη κεφαλὴ ἐγέννησε.
§165ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ὅταν ἐνθυμῶμαι τὰς δρακοντείους διατάξεις, τὰς ὁποίας ποτὲ ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Βάλτου Κ. Βαλτινὸς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Συνέλευσιν περὶ ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους, κατὰ διαφόρους βαθμοὺς, ἐπὶ τέλους ἤθελε καὶ νὰ ἀνασκολοπίσῃ, δὲν μοὶ φαίνεται παράδοξον, ἂν σήμερον θέλῃ νὰ διώξῃ καὶ φάσμα διὰ ποινῆς, ὡς ζητεῖ διὰ παντὸς τρόπου ἡ ποινὴ αὕτη νὰ καταγνωσθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως εἴτε νὰ καταχωρηθῇ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, εἴτε ἐντὸς τῶν πρακτικῶν. Λέγω δὲ, ὅτι θέλει νὰ τιμωρήσῃ φάσμα, διότι τί ἄλλο εἶναι ἐντὸς Κράτους ἡ ἁπλῆ χρῆσις τίτλου εὐγενείας μὴ ἀναγνωριζομένης, τί ἄλλο εἶναι παρὰ ἁπλοῦν φάσμα, μωρία, παραφροσύνη; (θόρυβος). Δὲν ἠξεύρω σεῖς, ὁ ὁποῖος μὲ διακόπτετε καὶ θορυβεῖτε, ἂν ἦσθε ἰατρός. Ἠκούσατε ὅμως τὴν παραφροσύνην νὰ ἰατρεύουν διὰ τῆς ποινῆς; (γέλως). Τί σημασίαν ἔχει ἡ χρῆσις τίτλου μὴ ἀναγνωριζομένου; Ἔπειτα ἂν ἀντιποιηθῇ τις τίτλον ἢ ἀξίωμα, δὲν ὑπάρχει ὁ ποινικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπαγγέλλει τὴν τιμωρίαν ἀναλογίζων τὴν ποινὴν πρὸς τὴν πρᾶξιν; ἀφίνει εἰς τὸν δικαστὴν νὰ διαγνώσῃ περὶ τοῦ καταλογισμοῦ καὶ περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς χρήσεως τοῦ τίτλου. Ἡ χρῆσις τίτλου δύναται νὰ ἔχῃ διαφόρους αἰτίας, νομίζετε, ὅτι ἡ χρῆσις πάντοτε ἔχει τὸν αὐτὸν ἀξιοτιμώρητον χαρακτῆρα; Ὑποθέσατε ὅτι φίλος τις γράφει πρὸς φίλον ἐπιστολὴν ἐν πάσῃ οἰκειότητι, καὶ εἰς τὴν ὑπογραφὴν προσθέτει πρὸς ἀστεϊσμὸν καὶ τὸν τίτλον τοῦ Κόμητος, εἶναι τὸ αὐτὸ πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττει ὁ ἀντιποιούμενος τὸν τίτλον διὰ νὰ κερδήσῃ τὴν καρδίαν πλουσίας ἐχούσης μεγάλην προῖκα, ἢ εἶναι τὸ αὐτὸ πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος λαμβάνει τὸν τίτλον διὰ νὰ περιέρχηται τὴν Εὐρώπην καὶ νὰ γίνηται δεκτὸς εἰς μεγάλους κύκλους, ἢ νὰ εἰσάγηται εἰς τὰς αὐλάς· ὅλα νομίζετε, ὅτι εἶναι τὸ αὐτό; θὰ μὲ εἴπητε ὅτι εὐτραπελείας χάριν ἅμα ἤθελεν ἀστειευόμενός τις νὰ γράψῃ πρὸς τὸν φίλον του, ὅτι εἶναι Κόμης, διὰ τῆς προσθέσεως ταύτης ὅπως διατυποῦται εἶναι καλὸν νὰ στερῆται τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων; νομίζετε μικρὰν τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων; δὲν δίδετε κᾀμμίαν ἀξίαν, εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα· ἂν ἐδίδετε τὴν ἐλαχίστην ἀξίαν βεβαίως δὲν ἠθέλατε ἀπαγγείλει τὴν ἀνωτάτην ποινὴν, εἰς μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν δὲν ἀποδεικνύει τίποτε, δὲν βλάπτει τὴν ἐπικράτειαν. Ἠξεύρετε τί βλέπω; βλέπω τὸν φθόνον, διὰ τὶ π. χ. νὰ λέγωνται τινὲς ἐν Ἑλλάδι Πρίγκιπες καὶ ἐν ὑπηρεσίᾳ μάλιστα τῆς Ἑλλάδος διατελοῦντες, ἐνῷ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν τοὺς ἀποκαλεῖ πρίγκιπας· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπω, ὅτι ἐξάγει τὸν μέγαν ἐρεθισμὸν, εἶναι ὁ φθόνος, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη εἰς τὴν καρδίαν σας.
§166ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Δὲν φθονοῦμεν τοὺς τρελλούς.
§167ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔχω τὴν τόλμην νὰ ἀπαντήσω εἰς πᾶν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν συμμερίζομαι. Ὅταν δὲν συμμερίζωμαι αἴσθημα, τὸ προσβάλλω διὰ τοῦ λόγου, καὶ τὸ ὀνομάζω διὰ τοῦ κυρίου ὀνόματος, τὸ ὀνομάζω λοιπὸν φθόνον.
§168ΜΑΚΡΗΣ. Εἶναι περιφρόνησις.
§169ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ οὕτω πως τὸ χαρακτηρίζω, καὶ δὲν θὰ μοὶ ἐπιβάλλητε σεῖς πῶς νὰ τὸ χαρακτηρίσω, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ποσῶς δὲν ἐκτιμῶ αὐτὴν τὴν μεγάλην ἀνησυχίαν νὰ μὴ δύναται νὰ ὑποφέρῃ νὰ ἀντιποιῆται ἄλλος τὸ μηδέν· δὲν εἶναι ἢ φθόνος. Πῶς θέλετε ἐπὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει, νὰ ἐπιβάλλωμεν ποινήν; Νομίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχουν ποινικαὶ διατάξεις εἰς ἕτερα κράτη; Ὑπάρχουν καὶ ἐν Γαλλίᾳ· καὶ ἐσχάτως ἐνομοθετήθη τοιαύτη ποινή. Ὑποθέσατε, ὅτι τις δὲν εἶναι εὐγενὴς, κατάγεται ἐκ χωρικῶν, τοῦ ἐκεντήθη δὲ ἰδέα νὰ ὀνομάζηται βαρῶνος, π. χ. ἐγὼ εἶμαι υἱὸς ναύτου, καὶ θέλω νὰ ὀνομάζωμαι Κόντε Καλλιγᾶς, δὲν ἠξεύρω ποῖος μὲ εἶπεν, ὅτι εἶμαι ὑποδηματοποιὸς. (Ὁ Κ. Γ. Τυπάλδος Ἰακωβάτος ἐκρηγνύεται εἰς γέλωτα). Ἐγὼ θέλω νὰ ὀνομάζωμαι Κόντε Καλλιγᾶς, θὰ μὲ τιμωρήσητε λοιπὸν ἴσα μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀντιποιεῖται τὸν τίτλον διὰ συμφέρον, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ, ὁ ὁποῖος πρώτην φορὰν ἀκούει περὶ ποινικοῦ δικαίου; ὁ ὁποῖος πρώτην φορὰν εὑρίσκεται εἰς Συνέλευσιν καὶ δίδει ψῆφον περὶ ποινικοῦ δικαίου; αὐτὸ εἶναι δρακόντειος Νόμος. Τί ἄλλο εἶναι ὁ δρακόντειος Νόμος παρὰ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τιμωρεῖ τὰ πάντα μὲ τὴν αὐτὴν ποινὴν, διὰ τῆς ποινῆς τοῦ αἵματος; Κύριε Βαλτινὲ, δὲν ἐσυμβουλεύεσθε κανένα φίλον σας διὰ νὰ σᾶς εἴπῃ πῶς τιμωροῦνται τὰ τοιαῦτα; Ὅταν ὑπάρχῃ μικρὰ κουφότης, ἁπλῆ κενοδοξία, θέλετε αὐτὴν τὴν κενοδοξίαν νὰ τὴν τιμωρήσητε ὅπως τὴν κακὴν προαίρεσιν; Ὑποθέσατε νέον 15 ἐτῶν, 18 ἐτῶν, τοῦ ὁποίου ἀποθνήσκει ὁ πατὴρ, ἄλλοτε κόμης· αὐτὸς ὁ νέος δὲν γνωρίζει τὸν κόσμον, πρώτην φορὰν εἰσέρχεται εἰς αὐτὸν, πρώτην φορὰν εὑρίσκεται pater familias καὶ ἔχει τὸν καπνὸν τῆς νεότητος, καὶ ἔτυχε νὰ ᾖναι ἀριστοκρατικὸς καπνός· ἕτεροι καταλαμβάνονται ἀπὸ Δημοκρατικοὺς καπνούς· καπνοὶ καὶ οἱ μὲν, καπνοὶ καὶ οἱ δὲ, (γέλως). Λοιπὸν, Κύριοι, εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν κατελήφθη ἀπὸ τὸν καπνὸν τῆς ἀριστοκρατίας, θέλει νὰ ὀνομάζηται κόμης (γέλως). Καθήσατε λοιπὸν τώρα, δικάσατε· θέτω δικαστὴν τὸν Κύριον Βαλτινόν· ἤθελε καταδικάσει, ἤθελε στερήσει τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων; Ἂς θέσῃ τὴν χεῖρά του εἰς τὴν καρδίαν. Ὅτε ἔκαμε τὴν πρότασιν δὲν ἐσυλλογίσθη φαίνεται τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι μέχρι τίνος φθάνουν· ὁ Κ. Βαλτινὸς θέλων νὰ ἐξαλείψῃ τοὺς τίτλους εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οὔτε ἴχνος νὰ μὴ ὑπάρξῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπιβάλλει τὴν αὐστηροτέραν τιμωρίαν καὶ, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ νὰ τιμωρήσῃ, νομίζω, ὅτι θέλει συντριβῆ ἡ καρδία του, ἐγὼ θεωρῶ ἄνθρωπον τὸν Κύριον Βαλτινὸν καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ Κ. Βαλτινὸς θέλει ἀναθεματίσει τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔφερε τὴν πρότασιν.
§170ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἀρχόμενος τοῦ λόγου του ἔκαμε χρῆσιν τοῦ ὀνόματός μου. Ἂς ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ ἰδικοῦ του. Ἀφ’ ὅτου ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἐῤῥίφθη εἰς τὴν πολιτικὴν, ἀπέδειξεν εἰς τὸ πανελλήνιον, κατὰ τὴν ἰδέαν τῶν πλείστων, ὅτι εἶναι ἀνίκανος πολιτικὸς καὶ ἠθέλησε νὰ μετατραπῇ εἰς γελωτοποιόν (θόρυβος). Πολὺ πιθανὸν, Κύριοι, καὶ βεβαίως δὲν ἔχω τὰς γνώσεις τὰς νομικὰς τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ, ἀλλὰ πιστεύω, καὶ ὀφείλετε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἔχομεν ἴσον τοὐλάχιστον τὸ αἴσθημα τοῦ Ἕλληνος. Τί ἠθέλησε διὰ τῆς ἀνασκευῆς τῆς προτάσεώς μου νὰ ἀποδείξῃ; ὑπάρχοντας τοὺς τίτλους, τῶν ὁποίων τινὲς κάμνουσι χρῆσιν· τί ἄλλο σᾶς εἶπε, Κύριοι, διὰ τῆς ὁμιλίας του ἢ ὅτι ἀκυροῦται καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ πρόσθετον ἄρθρον τοῦ Κυρίου Γλαράκη, διότι λέγει, ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε τὴν ἀδυναμίαν, ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε τὴν ἰδέαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν καὶ ἐπιθυμοῦσι νὰ γράφωνται πρίγκιπες; Εἶπε πρὸς τούτοις· ἀπὸ αἴσθημα φθόνου παρεσύρθησαν ὅσοι θέλουσι πραγματικῶς δρακοντείως νὰ πολεμήσωσι τὰς ἰδέας ταύτας. Λοιπὸν ἡμεῖς σᾶς λέγομεν, ὄχι ἀπὸ αἴσθημα φθόνου, ἀλλὰ ἀπὸ αἴσθημα Ἑλληνικὸν, οἱ Ἕλληνες πάντοτε ὑπῆρξαν ἴσοι. Οἱ τίτλοι διατηρούμενοι συνεπιφέρουν ὡς ἀποτέλεσμα τὸ νὰ διαιρῶσι τὸ ἔθνος εἰς Ἀριστοκρατίαν καὶ Δημοκρατίαν. Δύναται, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις, παρασυρομένη ἀπὸ οἱονδήποτε αἴσθημα, νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν, τὸ Ἑλληνικὸν ὅμως ἔθνος πέποιθα, ὅτι πάντοτε θέλει εἶσθαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Κάμετε ὅ,τι θέλετε.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Διομήδης.
§172ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Κύριοι! Δὲν ἤθελον ἐπιμείνει νὰ ὁμιλήσω, οὐδ’ ἐνόμιζον νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Συνέλευσις τόσην ὥραν εἰς τοιοῦτον ἀντικείμενον· φρονῶ, ὅτι σκιαμαχοῦμεν, διότι δὲν ἦτον ἀναγκαία αὕτη ἡ προσθήκη, ἥτις ἐγένετο εἰς τὸ ἄρθρον κατὰ πρότασιν τοῦ Κ. Γλαράκη. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπῆρχεν ἡ εὐγένεια, ἀλλὰ κατόπιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1830 τὴν κατήργησαν κατ’ οὐσίαν καὶ διετηρήθησαν κατὰ τύπους μόνον οἱ τίτλοι. Τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα τῶν 1814, καὶ μάλιστα τῶν 1830 λέγει, ὅτι διατηροῦνται μόνον οἱ τίτλοι, ἀλλ’ ἄνευ συνεπειῶν· διὰ τοῦτο εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπῆρχον ἐπὶ Λουδοβίκου Κόμητες καὶ Βαρῶνοι χωρὶς σημασίαν, διότι τὸ Σύνταγμα τὸ ἐπέτρεπε. Παρ’ ἡμῖν ὅμως τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 δὲν ἐπέτρεψέ ποτε τίτλους εὐγενείας· ὑπάρχει τοὐναντίον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἀναγνωρίζει ὁ Βασιλεὺς τὰ παράσημα τῶν ξένων ὑπηκόων, δὲν λέγει ὅμως περὶ τίτλων εἰδικῶς, καὶ μάλιστα περὶ τίτλων, τοὺς ὁποίους νὰ φέρουν Ἕλληνες. Ἄρα, ἐν ὅσῳ διάταξις τοῦ Συντάγματος δὲν ἐπιτρέπει τίτλους εὐγενείας, οἱ τίτλοι οὗτοι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φέρωνται παρ’ Ἑλλήνων. Ἄρα καὶ ἄνευ τῆς προσθήκης τοῦ Κ. Γλαράκη δὲν ἐπιτρέπονται οἱ τίτλοι. Ἀλλ’ ἡ προτεινομένη αὐστηρότης τῶν ποινῶν εἶναι ἀδικαιολόγητος· τινὲς Ἕλληνες διετέλεσαν ἡγεμόνες εἰς Δακίαν καὶ Μολδαυίαν· τὸ ἀξίωμα τοῦτο μετέτρεψαν καταχρηστικῶς εἰς τίτλον, καὶ ἡ Εὐρώπη ἀποκαλεῖ τοὺς ἡγεμόνας τούτους princes. Ἀλλὰ περὶ τούτου κἀνεὶς δὲν γίνεται οὐδαμοῦ λόγος· ἀλλὰ καλὸν ἔγεινε καὶ ἐτέθη τοιαύτη πρότασις. Ὑπάρχει λοιπὸν κἀμμία ἀμφιβολία; Ἀλλὰ διακωδωνίζουν εἰς τὰ ὦτά μας, ὅτι ὑπάρχουν τινὲς, οἱ ὁποῖοι λέγονται Κόντιδες. Ἀφήσαμεν τοὺς Ἑπτανησίους, διότι δὲν δυσπιστοῦμεν, καὶ δὲν πρέπει νὰ δυσπιστῶμεν εἰς αὐτοὺς, διότι ἑκουσίως ἀσπαζόμενοι τὴν νεωτέραν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, θεωροῦν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ τίτλος, καὶ φοβούμεθα μερικοὺς προνομιούχους κατὰ φαντασίαν, διότι εἰς τὴν Εὐρώπην εἶναί τινες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καταγωγῆς εὐγενοῦς· ἐὰν λοιπὸν τὸν ὀνομάσῃ ἐκεῖ ἕνας Γάλλος, Κ. Κόντε, ἐχάθη ὁ κόσμος; (Θόρυβος).
§173ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλομεν ν’ ἀκούσωμεν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι, παρακαλῶ.
§175ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸν τίτλον τοῦτον τὸν παρέλαβον καταχρηστικῶς καί τινες τῶν υἱῶν των, ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἀπέναντι ἡμῶν αὐτῶν οὐδέποτε ὑπεγράφησαν ὡς πρίγκηπες· ἔχουν τινὲς ἐπισκεπτήρια εἰς τὰ βαλάντιά των μὲ τὸν τίτλον τοῦ prince, ἀλλὰ τὸν μεταχειρίζονται εἰς ξένους· αὐτὸ εἶναι μία ματαιότης. Ὅταν οἱ Κύριοι Ἑπτανήσιοι συνῄνεσαν ἤδη ὁμοφώνως εἰς τὴν κατάργησιν τῶν τίτλων των, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καὶ ἱστορικὰς σημασίας, ἀμφιβάλλετε πλέον, ὅτι οἱ ἄλλοι Ἕλληνες δὲν θὰ τολμήσουν πλέον νὰ μεταχειρισθοῦν τὸν τοῦ πρίγκηπος; Ἀλλὰ καὶ ἄλλως δὲν ἔχομεν τὸν νόμον τὸν ποινικὸν, ὅστις τιμωρεῖ τὴν παράνομον χρῆσιν τίτλων; Πρὸς τί λοιπὸν αὐτὴ ὅλη ἡ συζήτησις; Αἰσθανόμεθα κἀμμίαν ἀμφιβολίαν;
§176ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετὰ, ἐφωτίσθημεν, Κ. Πρόεδρε.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ Κ. Βαλτινὸς εἶπε τὸ ἑξῆς. «Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς ἑρμηνεία τοῦ § 2 τοῦ ἄρθρου 3, ὅτι πᾶς πολίτης Ἕλλην.......» Θέλω ἐρωτήσει τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν θέλῃ νὰ σημειωθῇ ὡς ἐπεξήγησις.
§178ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§179ΑΝΝΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝ. Χρεωστῶ νὰ κάμω μίαν ἐξήγησιν ἀτομικὴν, διότι ὁ Κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς ὡμίλησε περὶ εὐγενείας τῆς πατρίδος μου, ἰδίως τοῦ Κ. Ντέτζιμα, καὶ εἶναι ἐσφαλμένον· τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν αὐτὴ ἡ οἰκογένεια, ὡς νομίζει, ἀπὸ τὴν πληρωμὴν εἰς τὸ δημόσιον, δὲν εἶναι ἔτσι· ἐγὼ θέλω νὰ ἀντισταθῶ εἰς τὸν Κύριον, διότι τὸν βλέπω εἰς ἓν πραγματικὸν λάθος. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον προνόμια δὲν ὑπάρχουν παρὰ μιᾶς μόνης οἰκογενείας τοῦ Ντέτζιμα.
§180ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι καὶ πολλαὶ ἄλλαι οἰκογένειαι (θόρυβος).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι περισσότεραι ἀπὸ 10 ἡμέρας, ὅπου εἰσῆλθον οἱ ἐξ Ἑπτανήσου πληρεξούσιοι· δὲν γνωρίζουν καλῶς τὸν κανονισμὸν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιτρέπω νὰ ὁμιλῶσιν· ὅταν κἀνεὶς ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἄλλους ζητήσῃ, δὲν τοῦ τὸ ἐπιτρέπω βέβαια. Ἀλλὰ σᾶς κάμνω τὴν παρατήρησιν, Κ. Ἄννινε.
§182Ι. ΑΝΝΙΝΟΣ. Τὸ λέγω τοῦτο, νὰ μὴ νομίζουν, ὅτι ἐγὼ θέλω ἐναντιωθῇ.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκεῖ λοιπὸν τοῦτο.
§184ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, ἀρκετὰ εἶναι.
§185ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μίαν διασάφησιν, Κύριε Πρόεδρε.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος;
§187ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα. Μεταξὺ τῶν τίτλων τῆς εὐγενείας, ἐκτὸς τοῦ Κόντε, τοῦ Πρίγκηπος....
§188ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν Κ. Πρόεδρον νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ μίαν ἀπορίαν. Ἐδώσατε τὸν λόγον εἰς τὸν Κ. Λομβάρδον ἐπὶ τοῦ θέματος· ἀλλὰ ἠρωτήσατε τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐπιθυμῇ νὰ σταματήσῃ τὴν συζήτησιν, καὶ ἑπομένως ἤλθομεν εἰς τὸ θέμα.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι φωνάζουν, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν, καὶ μὲ θεωροῦν μάλιστα παρὰ πολὺ ἀνεκτικόν· θέλετε νὰ τὴν ἐρωτήσω ἐκ νέου; Ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις;
§190ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, προσέξατε. Ὅσοι παραδέχονται νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα ὡς ἐπεξήγησις τοῦ § 2 τοῦ ἄρθρου 3 νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ 4 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 4. Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος· οὐδεὶς καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται ἢ ἄλλως πως περιορίζεται, εἰμὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει. Ὁ Κ. Σαρίπολος ἔχει τὸν λόγον.
§192ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ἄλλος.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτεῖσθε;
§194ΠΟΛΛΟΙ. Τί θὰ εἰπῇ; ὅλοι τὸ παραδεχόμεθα ὡς ἔχει.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει πρότασις μήτε τροπολογία, μήτε ἀντίῤῥησις.
§196ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ Κ. Πετσάλης ἔχει ἓν ἄρθρον.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπῆρχεν ἓν ἄρθρον ἢ τροπολογία αὐτοῦ ἢ παρεμπίπτον ἄρθρον μεταξὺ τοῦ 4 καὶ 5 ἄρθρου, ἀλλὰ μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ μεταφέρει εἰς τὸ 6 ἄρθρον· λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ 4 ἄρθρον ὡς ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ νὰ ἐγερθῶσι. (ἀνίστανται σχεδὸν ὅλοι) Ἔγεινε δεκτόν. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 5, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 5. Ἐξαιρουμένου τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ ᾐτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως· ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν, ὅστις ὀφείλει ἐντὸς τὸ πολὺ τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς του εἴτε ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν, εἴτε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως· παρελθουσῶν τῶν τριῶν ἡμερῶν χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως, πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἄλλος ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος, εἴτε πολιτικὸς ὑπάλληλος εἶναι, εἴτε στρατιωτικὸς, ὀφείλει ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν παραχρῆμα· οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει.
§198ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει. Ὁ Κ. Καλαμίδας ἀναβαίνει ἐπὶ τοῦ βήματος.
§200ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ αὐτῆς τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναπτύξῃ ὁ Κ. Καλαμίδας, διότι ἀφ’ οὗ παρεδέχθημεν μέχρι τοῦδε τὸ σύστημα αὐτὸ, νὰ ἀναπτύσσῃ ἕκαστος τὴν τροπολογίαν του ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἐννοεῖται βεβαίως, ὅτι καὶ ὁ Κ. Καλαμίδας ἔχει τὸ αὐτὸ δικαίωμα νὰ ἀναπτύξῃ τὴν τροπολογίαν του. Ἀλλὰ προχθὲς μοὶ φαίνεται, ὅτι κατὰ πρότασιν ἢ κατὰ παρατήρησιν ὑμῶν ἔκαμον καὶ ἐγὼ ἐπίσης λόγον, Κ. Πρόεδρε, ὅτι πᾶσα τροπολογία θεωρεῖται ἐπίσης ὡς πρότασις, καὶ ὅταν δὲν ὑποστηρίζηται ἢ δὲν ᾖναι ὑπογεγραμμένη ἀπὸ δέκα, οὐδὲ κἂν λόγος νὰ γίνηται, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὰς περιπλοκάς.
§201ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς κάμνω τὴν παρατήρησιν, Κ. Πετιμεζᾶ, ὅτι ὅλα ἔχουσιν, ὅπως τὰ εἴπετε, ἐκτὸς ἑνὸς μόνου, ὅτι μόνον διὰ νὰ ψηφοφορηθῇ, ἀπαιτεῖται ἡ ὑποστήριξις τῶν 10.
§203ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Φέρω λοιπὸν ὡς πρότασιν, ὅτι καὶ διὰ νὰ συζητηθῇ ἀκόμη, πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ 10· διότι θεωρῶ, ὅτι ὅταν μία τροπολογία δὲν ὑποστηρίζεται ὑπὸ δέκα, δὲν εἶναι ἀξία νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ κᾂν.
§204ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Δὲν ἔπρεπεν ἴσως νὰ λάβω ἐγὼ τὸν λόγον ἐπὶ ἑνὸς τόσον σπουδαίου ζητήματος, τῆς προσωπικῆς τοῦ πολίτου ἐλευθερίας, ἀπέναντι τόσων σοφῶν καὶ νομομαθῶν ῥητόρων, παρακαθημένων ἐν τῷ σεμνῷ τούτῳ σκηνώματι· ἀλλ’ ἐπειδὴ μετὰ πολλῶν ἄλλων ἔπαθον πολλὰ ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν δύο τελευταίων Κυβερνήσεων τοῦ Ὄθωνος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀφήσω τὰς θεωρίας εἰς τοὺς νομομαθεῖς, καὶ νὰ σᾶς λαλήσω μὲ τὴν γλῶσσαν τῆς καρδίας, μὲ τὴν γλῶσσαν τῶν παθημάτων, μὲ τὴν γλῶσσαν τῆς πείρας. Δὲν ἔχω, Κύριοι, ἀνάγκην νὰ εἴπω πολλὰ, διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη ἀπαραίτητος, νὰ ἀσφαλίσωμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὴν προσωπικὴν τοῦ πολίτου ἐλευθερίαν. Πάντες ἐστὲ πρὸς τοῦτο σύμφωνοι, καὶ ὅσοι μάλιστα ἐξ ὑμῶν ἐλάβετε τὴν λυπηρὰν πεῖραν τῶν παρανόμων συλλήψεων καὶ φυλακίσεων, καὶ ἔτι μᾶλλον τῶν κατέργων καὶ τῶν ἐξοριῶν, ἔχετε ἀναμφιβόλως ἄκρατον τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐξασφαλίσητε καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ τὰ τέκνα, σας καὶ τοὺς συμπολίτας σας τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέλλον. Ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπιθυμίας ὁρμωμένη καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, περιέλαβεν ἐν τοῖς ἄρθροις 5 καὶ 6 διατάξεις τινὰς, ἀσφαλιζούσας ὁπωσοῦν τὴν προσωπικὴν τοῦ πολίτου ἐλευθερίαν. Ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, δὲν περιέβαλεν αὐτὰς μ’ ὅλην τὴν ἀπαιτουμένην κύρωσιν. Ἐξηγοῦμαι. Μετέφερεν ἐκ τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος τὴν φράσιν «ἄνευ ᾐτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος», χωρὶς διὰ νέων τινῶν συμπληρώσεων νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἀνακριτὴν νὰ ἐννοήσῃ τί σημαίνει ἡ λέξις «ᾐτιολογημένον». Ἐπιθυμεῖτε, Κύριοι, νὰ μάθητε πῶς οἱ ἀνακριταὶ τοῦ παρελθόντος ᾐτιολόγουν τὰ ἐντάλματά των; Ἀκούσατε τὸ ἐκδοθὲν κατ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ Λεωνίδα Βούλγαρη, καὶ κρίνατε ἂν τοιαῦτα ἐντάλματα διαφέρωσι κατά τι τῶν ἐκδιδομένων πρὸ τοῦ Συντάγματος. «Ἐν ὀνόματι τοῦ Νόμου καὶ τοῦ Βασιλέως. Ὁ παρὰ τοῖς ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδίκαις ἀνακριτὴς. Ἐπειδὴ ὁ Κ. Καλαμίδας καὶ ὁ Λεωνίδας Βούλγαρης κατηγοροῦνται δι’ ἔγκλημα καθοσιώσεως. Ἐπειδὴ ἡ πρᾶξις αὕτη τῶν κατηγορουμένων χαρακτηρίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς κακούργημα, προβλέπεται δὲ καὶ τιμωρεῖται ὑπὸ τῶν ἄρθρ. 123 καὶ 57 τοῦ ποιν. νόμου. Δυνάμει τῶν ἄρθρων 209, 210 καὶ 214 τῆς ποιν. Δικονομίας ἐντελλόμεθα τὴν σύλληψιν τῶν εἰρημένων Κ. Καλαμίδα καὶ Λ. Βούλγαρη καὶ τὴν ἐνώπιόν μας προσαγωγὴν αὐτῶν. Ἀνατιθέμεθα δὲ τὴν ἐκτέλεσιν εἰς τὸν παρ’ αὐτοῖς κύριον εἰσαγγελέα. Ἐν Ἀθήναις τὴν 16 Μαΐου 1861. Ὁ ἀνακριτὴς, Ν. Δ. ΣΠΕΤΣΕΡΟΠΟΥΛΟΣ.» Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι κᾀμμίαν αἰτιολογίαν δὲν φέρει, οἵαν ἐνόει ἡ Συνέλευσις τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου, ἀλλ’ ἀναφέρει μόνον τὰ ὀνόματα τῶν κατηγορουμένων, καὶ τὰ ἄρθρα τῆς ποιν. δικονομίας καὶ τοῦ ποιν. νόμου, ἀπαραλλάκτως ὡς ἐγίνετο καὶ πρὸ τοῦ Συντάγματος, διότι οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι. Ἐνταῦθα ὅμως, Κύριοι, θὰ μοὶ συγχωρήσητε νὰ κάμω μίαν μικρὰν παρέκβασιν. Λέγει ὁ ἔντιμος ἀνακριτὴς Σπετσερόπουλος, ὅτι κατηγοροῦνται δι’ ἔγκλημα καθοσιώσεως κτλ. Ὡς πρὸς ἐμὲ οὐλάχιστον, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἀνακριτὴς ὑπέγραφε τὸ ἔνταλμά του καὶ ἐπὶ 37 ὅλας ἡμέρας οὐδεμία ὑπῆρχε κατηγορία καὶ ἐδέησε νὰ μετακαλέσῃ ἐκ Πατρῶν ἐνταῦθα ὁ ἀνακριτὴς τὸν κατάσκοπον Ἀναστάσιον Στριφτόμπουλαν....
§205ΛΟΥΖΗΣ. Ἔχετε τὴν ἀπόδειξιν;
§206ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Μάλιστα, τὴν ἔχω ἐδῶ.
§207ΛΟΥΖΗΣ. Αὐτὸ εἶναι φρικτόν!
§208ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Οὐδεμία ὑπῆρχε, λέγω, κατηγορία ἐπὶ 37 ὅλας ἡμέρας· διὰ νὰ δικαιολογήσωσι δὲ ὁ τότε Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Ἀνακριτὴς τὴν παράνομον σύλληψιν καὶ φυλάκισίν μου, ἐδέησε νὰ μετακαλέσωσιν ἐνταῦθα ἐκ Πατρῶν τὸν Στριφτόμπολαν, ὅστις ἦτο κατάσκοπος τῆς Αὐλῆς καὶ τοῦ Μουντζουρίδου, καὶ νὰ τὸν πειθαναγκάσῃ νὰ ὑπογράψῃ κατ’ ἐμοῦ κατηγορίαν· τὸν ἐπειθανάγκασε δὲ, ἀφ’ οὗ τῷ ἔδωκε 500 δραχμὰς, καὶ συγχρόνως ἐνήργησε νὰ διορισθῇ αὐτὸς μὲν δημαστυνόμος Πατρῶν, ὁ δὲ υἱός του δασονόμος Καλαβρύτων. Κατωτέρω ἀναφέρει τὸ ἔνταλμα «Ἐντελλόμεθα τὴν σύλληψιν τῶν εἰρημένων Κ. Καλαμίδα καὶ Λεων. Βούλγαρη καὶ τὴν ἐνώπιόν μας προσαγωγὴν αὐτῶν. Καὶ ἐνταῦθα ψεύδεται, Κύριοι, ἀναιδῶς, διότι ἀντὶ νὰ προσαχθῶ ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, προσήχθην ἐνώπιον τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν, συνδευόμενος μὲ ἔνταλμα φυλακίσεως ὅλως ἔκτακτον εἰς τὰ χρονικὰ τῶν δικαστηρίων, τὸ ὁποῖον ἀκούσατε. Κύριε Ἐπιστάτα! «Δεχθῆτε καὶ κρατήσατε εἰς τὰς φυλακὰς τὸν ὑπόδικον Κ. Καλαμίδαν μέχρι νεωτέρας διαταγῆς. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 16 Μαΐου 1864.
Ὁ ἀνακριτὴς
Δ. Ν. ΣΠΕΤΣΕΡΟΠΟΥΛΟΣ».
Μὲ ὅμοιον ἔνταλμα φυλακίσεως παρέπεμψεν ὁ ἀνακριτὴς καὶ τὸν ὁμόδικόν μου Λ. Βούλγαρην εἰς τὸν Μενδρεσέ.
§209ΛΟΥΖΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς Ἀκροπόλεως!
§210ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, Κύριοι, ὅτι μὲ τοιαῦτα ἐντάλματα παρέπεμπεν ὁ νέος τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων Σπετσιάλης εἰς τὰς φυλακὰς καὶ τοὺς ἄλλους πολίτας, ἀκούσατε ποίου ἄλλου εἴδους ἐντάλματα ἐξέδιδε· «Κ. Ἐπιστάτα. Ὁ Κένταυρος νὰ μείνῃ ἐλεύθερος· νὰ δεχθῆτε δὲ καὶ κρατήσητε εἰς χωριστὸν δωμάτιον τὸν Δούμαν. Ἐν Ἀθήναις τὴν 28 Μαΐου 1861.
Ὁ ἀνακριτὴς
Ν. Δ. ΣΠΕΤΣΕΡΟΠΟΥΛΟΣ.»
Ἀλλὰ καὶ ἀφ’ οὗ οὕτω συνελαμβανόμεθα, τοὐλάχιστον ἀνεκρινόμεθα ἐγκαίρως; Ὄχι, Κύριοι! οἱ μὲν ἀνεκρινόμεθα μετὰ 5 καὶ 10 ἡμέρας, οἱ δὲ καὶ μετὰ πλειοτέρας· τὰ δὲ τακτικὰ ἐντάλματα ἐξεδίδοντο μετὰ 30 καὶ 40 ἡμέρας. Ἰδοὺ τὸ ἰδικόν μου· φέρει ἡμερομηνίαν 21 Ἰουνίου, ἐν ᾧ τὴν 16 Μαΐου καθείρχθην εἰς τὰς φυλακάς· τοὐτέστιν ἐξεδόθη μετὰ 37 ὅλας ἡμέρας. Ἰδοὺ, Κύριε Λούζη, ἡ ἀπόδειξις, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, ὅτι ἔχω ἐδῶ.
§211ΛΟΥΖΗΣ. Αὐτὰ εἶναι φρικτὰ πράγματα!
§212ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Οὕτως ἐφήρμοζον τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους τὰ αἰσχρὰ ὄργανα τῆς πεσούσης ἐξουσίας ἐν γνώσει καὶ αὐτῆς, καὶ συνομολογεῖτε ἀναμφιβόλως πάντες, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς των πρῶτοι αὐτοὶ κατήνεγκον τὸν καιριώτερον κτύπον κατὰ τῆς δυναστείας ἐκείνης, ἣν μετὰ τοσαύτης ὑπηρέτουν ἀφοσιώσεως, καὶ ἣν εἶδον οἰκτρῶς πίπτουσαν ἔμπροσθεν τῆς δικαίας τοῦ ἔθνους ἀγανακτήσεως. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προκείμενον. Φρονῶ, Κύριοι, καὶ νομίζω, ὅτι συμφωνεῖτε καὶ ὑμεῖς· φρονῶ, λέγω, ὅτι διὰ τῆς λέξεως «ᾐτιολογημένον» ἐνόει ἡ Συνέλευσις τῆς 3 7βρίου νὰ ἐκτίθενται ἐν τῷ ἐντάλματι τῆς τε συλλήψεως καὶ φυλακίσεως ἀκριβῶς αἱ κατὰ τῶν κατηγορουμένων καταθέσεις τῶν μαρτύρων, καὶ ἐμβριθεῖς σκέψεις τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐξ ὧν πείθεται νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα. Ἄλλως τε, Κύριοι, καὶ ἡμεῖς σήμερον, καθιεροῦντες διὰ τοῦ ἄρθρου 101 τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος τὴν αἰτιολογίαν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἐννοοῦμεν βεβαίως νὰ περιέχῃ ἑκάστη αὐτῶν ἀκριβὲς ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως, ἐμβριθὲς διασκεπτικὸν τοῦ δικαστηρίου καὶ ἐπὶ τέλους σαφὲς διατακτικόν. Διὰ ταῦτα ἐνόμισα καλὸν νὰ προτείνω τὴν συμπλήρωσιν τοῦ κειμένου τοῦ σχεδίου διὰ τῆς ἑπομένης προσθήκης· μετὰ τὴν λέξιν «ἐντάλματος» «στηριζομένου εἰς καταθέσεις δύω τοὐλάχιστον μαρτύρων, περιέχοντος τὰ ὀνόματα αὐτῶν καὶ κοινοποιουμένου εἰς τὸν συλλαμβανόμενον κατὰ τὴν στιγμὴν κλπ.» Ἐνταῦθα θὰ μοὶ εἴπωσιν ἴσως τινὲς, καὶ μάλιστα οἱ νομικοὶ, ὅτι καθιερῶ τὴν διπλῆν μαρτυρίαν. Μάλιστα, Κύριοι· εἷς μάρτυς οὐδεὶς μάρτυς, ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι ποινικολόγοι. Καὶ ἀληθῶς, ὅταν δὲν ᾖναι συγκεχωρημένον εἰς ἕνα μόνον νὰ κατηγορῇ ἕνα ἢ πλειοτέρους συμπολίτας του, ἐγείρεται μέγας φραγμὸς κατὰ τῆς συκοφαντίας. Ἀπόδειξις δ’ ὅτι οὐδεμία κατηγορία πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς μίαν καὶ μόνην μαρτυρίαν, εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἴσως μέχρι τοῦδε παράδειγμα νὰ καταδικασθῇ τις συνεπείᾳ μιᾶς μόνης μαρτυρίας· καὶ ὅταν τοῦτο δὲν ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, δὲν ἐννοῶ διὰ τὶ νὰ καθιεροῦται ἐν τῇ νομοθεσίᾳ. Ἐὰν, Κύριοι, ὅτε οἱ Μουντζουρίδαι καὶ οἱ Σπετσερόπουλοι ἐπλήρουν τὰς φυλακὰς ἀπὸ πολίτας, καὶ μὴ ἔχοντες φυλακὰς, καθίστων τοιαύτας πολλὰς ἰδιωτικὰς οἰκίας, ἦτο γνωστὸν, ὅτι μόνοι κατήγοροι τῶν πολιτῶν ἐκείνων ἦσαν οἱ τότε γνωστοὶ κατάσκοποι τῆς Αὐλῆς καὶ τοῦ Μουντζουρίδου, οἱ κατάσκοποι, Στριφτόμπολας, Σκουπίτσας καὶ Γενίσαρλης, ἤθελε φρίξει ὁ κόσμος ὅλος, ἀναλογιζόμενος, ὅτι μία καὶ μόνη μαρτυρία, καὶ μαρτυρία κατασκόπου, ἤρκεσεν εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ ὁλόκληρον τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν ἀληθὲς δεσμωτήριον. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο τῆς τροπολογίας μου δὲν ἐπιμένω, Κύριοι, διότι, ὡς μὲ ἐπληροφόρησε νομομαθὴς φίλος μου, ἀπὸ ἓξ ἤδη αἰώνων καθιερώθη ἀπὸ ὅλα τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη τὸ σήμερον ἐν ἰσχύϊ μαρτυρικὸν σύστημα· τοὐτέστιν ἀφίνουσιν ἐλεύθερον τὸν δικαστὴν νὰ σχηματίζῃ τὴν πεποίθησίν του ἔκ τε τῶν προσωπικῶν ἰδιοτήτων τοῦ μάρτυρος, καὶ ἐκ τῶν ἄλλων περιστατικῶν, ἅτινα συντρέχουσιν εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῆς πράξεως. Θέλετε ὅμως παρατηρήσει, Κύριοι, ὅτι ἀναγνωρίζω καὶ τὴν φανερὰν ἀνάκρισιν, ἀπαιτῶν νὰ σημειῶνται ἐν τῷ ἐντάλματι τῆς συλλήψεως τὰ ὀνόματα τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας. Τὸ ἔπραξα, Κύριοι, διότι εἶχον σκοπὸν νὰ ἐπιδώσω καὶ ἐπιδίδω ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς τὸν Κ. Πρόεδρον πρότασιν, δι’ ἧς προτείνω νὰ προστεθῇ ὑπὸ τὸ ἄρθρον 99 ἰδιαίτερον ἄρθρον ἔχον οὕτως· «Ἡ ἐπὶ πταισμάτων, πλημμελημάτων καὶ κακουργημάτων ἀνάκρισις εἶναι φανερά.» Ἐὰν, Κύριοι, ἡ φανερὰ ἀνάκρισις ἔχῃ τι τὸ πλημμελὲς, ἔχει ὅμως τὸ μέγιστον πλεονέκτημα τοῦ νὰ μὴ συγχωρῇ εἰς τὴν συκοφαντίαν καὶ τὴν κατασκοπίαν νὰ ἐκτείνωσι τὰ ἐπίβουλα δίκτυά των κατὰ τῆς ἀθῳότητος· ἔχει τὸ πλεονέκτημα νὰ γνωρίζῃ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὁ κατηγορούμενος τὸν κατήγορόν του, καὶ νὰ δύναται ν’ ἀποκρούῃ ἀμέσως τὰς ψευδεῖς παραστάσεις, ἐὰν ἔχῃ ἀποχρῶντας πρὸς τοῦτο λόγους· ἔχει τέλος πάντων τὸ πλεονέκτημα τοῦ νὰ ἠθικοποιῇ τοὺς πολίτας, ἀσκοῦσα αὐτοὺς εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τῆς τροπολογίας μου δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε, ἀρκούμενος εἰς ὅσα εἶπον ἐπὶ τῆς προλαβούσης, διότι ἀφορᾷ καὶ αὐτὴ τὴν αἰτιολογίαν τοῦ ἐντάλματος τῆς φυλακίσεως· παρατηρῶ δὲ μόνον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ φράσις «ἐπίσης ᾐτιολογημένον καὶ» καὶ νὰ μείνῃ τὸ ἑπόμενον μέρος· «περιέχον ἐν συνόψει τὸ ἐξαγόμενον τῆς προανακρίσεως καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ὑπὲρ καὶ κατὰ μαρτύρων·» διότι, τὸ νὰ ᾖναι ᾐτιολογημένον ἀναφέρεται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου, καὶ ἑπομένως ἡ ἀπαλειφομένη ἤδη φράσις θεωρεῖται περιττή. Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν τρίτην § τῆς τροπολογίας μου, ἡ ὁποία εἶναι καὶ σπουδαιοτάτη. «Οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων θεωροῦνται αὐτοδικαίως πεπαυμένοι τῆς θέσεώς των, καὶ προσέτι τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει. Πᾶς δὲ Πρόεδρος, ἢ Εἰσαγγελεὺς ἐφετῶν, ἢ πλημμελειοδικῶν, πᾶς ἀνακριτικὸς κατὰ νόμον ὑπάλληλος, ὡς καὶ πᾶς ἀξιωματικὸς τῆς Ἐθνοφυλακῆς, προσκαλούμενος ὑπὸ τοῦ κρατουμένου, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν ἀποφυλακίζῃ ἐν ὀνόματι τοῦ Συντάγματος. Πᾶσα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀντίστασις θεωρεῖται ὡς ἀντίτασις κατὰ τῆς ἀρχῆς, καταδιώκεται δὲ καὶ τιμωρεῖται κατὰ τὰς σχετικὰς τοῦ ποιν. νόμου διατάξεις.» Ἐὰν, Κύριοι, ἔχωμεν σκοπὸν ἀμετάτρεπτον νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἐντελῶς τὴν προσωπικὴν τοῦ πολίτου ἐλευθερίαν, διατί δὲν λαμβάνομεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς πλήρη μέτρα; Σκοπὸς ἡμῶν δὲν εἶναι νὰ καταστήσωμεν πάντη ἀδύνατον τὴν παράνομον σύλληψιν, φυλάκισιν καὶ κατακράτησιν τοῦ πολίτου; Διατί λοιπὸν δὲν λαμβάνομεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ὅσα τὴν καθιστῶσι τοιαύτην; Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἀπηγορευμένον εἶναι ὑπὸ τῆς ἐν ἰσχύϊ νομοθεσίας μας καὶ νὰ συλλαμβάνηται, καὶ νὰ φυλακίζηται, καὶ νὰ κατακρατῆται παρανόμως ὁ πολίτης, καὶ ὅτι σπουδαῖαι τιμωρίαι εἶναι προσδιωρισμέναι πρὸς τοῦτο· ἀλλ’ ὅταν παραβάτης τῶν νόμων ᾖναι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, εὑρίσκεται καὶ ὑπάλληλος ἕτοιμος ν’ ἀποδεχθῇ καὶ ἐκπληρώσῃ τὰς παρανόμους διαταγάς της. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἢ ἀρνεῖται τὴν εἰς δίκην παραπομπὴν τοῦ παραβάτου ὑπαλλήλου ἢ ἐνεργεῖ παρὰ τοῖς δικαστηρίοις, ὥστε νὰ ἀθωωθῇ, καὶ ἰδοὺ, ὅτι ματαιοῦται ὅλως ἡ ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει καταδίωξις τοῦ παραβάτου ὑπαλλήλου ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· ὅταν ὅμως ὁ παραβάτης ὑπάλληλος γνωρίζῃ ἐκ προοιμίων, ὅτι ἡ παράνομος ἑνὸς πολίτου κατακράτησις συνεπάγει αὐτοδικαίως τὴν παῦσίν του, καὶ ὅτι ἄλλοι ἀνώτεροι αὐτοῦ ὑπάλληλοι εἶναι κεκλημένοι ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ τὸν ἀποφυλακίσωσιν, οὐδὲ μίαν στιγμὴν δύναται νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν παράνομον αὐτοῦ κατακράτησιν.
§213ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρήσατε, εἶναι πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον. Ἡ σημαντικωτέρα κατ’ ἐμὲ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους, τὸ μοναδικὸν, τὸ θεμελιῶδες συζητεῖται, ἐνῷ ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι πλήρης, εἶναι ἠραιωμένη.
§214ΤΙΝΕΣ. Δὲν πειράζει.
§215ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ χαρίζω ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἐὰν μοῦ ἀφήσουν μόνον αὐτό.
§216ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Παρασκευήν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 2 καὶ 20.
Ὁ Πρόεδρος,
Ν. ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Α. Νικολαΐδης.