1864.08.07
2,239 rows · 18,953 words · 159 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 292.
Τῆς 7 Αὐγούστου 1864.
(Παρασκευή.)
Ὥρα 9 π. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Νικόλαος Λούζης ἐζήτησε νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἐπρότεινε νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἥτις ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, καὶ ὅτι δὲν ὑπεστηρίχθη παρὰ 20. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πληρεξούσιος Κύριος Ἄννινος ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§4ΑΝΝΙΝΟΣ. Τὰ πρακτικὰ φέρουν, ἂν δὲν λανθάνω, ὅτι τινὲς Ἑπτανήσιοι ἐπρότειναν ἵνα συστηθῇ εἰς τὴν Βασιλικὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἀναφερθῇ εἰς αὐτὴν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑπτανήσου· περὶ τούτου δὲν λέγει τίποτε, ὅτι δηλαδὴ ἐπεθύμουν οἱ καθυποβαλόντες τὴν πρότασιν ταύτην νὰ προστεθῇ διὰ τὴν χειραφέτησιν τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑπτανήσου, διότι ἡ ἔκφρασις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑπτανήσου, δὲν σημαίνει τίποτε.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ τούτου. Ἰδοὺ τὸ σχετικὸν μέρος τῶν πρακτικῶν, «Ἡ Συνέλευσις μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ συντάγματος, ἐκφράζει τὴν εὐχὴν, ἵνα ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις ἔλθῃ τάχιστα εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκλησίαν τῶν Ἰονίων νήσων.» Τοῦτο εἶναι αὐτοτελὴς πρότασις, δὲν δύναται δὲ ἐνταῦθα νὰ προστεθῇ τίποτε, διότι τὰ πρακτικὰ μνημονεύουν τὰ γεγονότα. Συμφωνήσατε, καὶ ἂν θέλητε, ὑποβάλετε μίαν ἄλλην πρότασιν.
§6ΜΕΤΑΞΑΣ. Δύναται ὅμως ἡ παρατήρησις τοῦ Κυρίου προλαλήσαντος νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§7ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὅτι τὴν εἶπε μόνον τὴν παρατήρησιν, οὐχὶ ὅμως, ὅτι παρεδέχθη.
§8ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Νὰ σημειώσητε καὶ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς ἀπεῤῥίφθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἀποῤῥιφθείσης τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ἰακωβάτου καὶ Λούζη.
§9ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ Κύριος Καλλιγᾶς σημειοῦται εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἠναντιώθη εἰς ἀμφοτέρας τὰς προτάσεις, εἰς τὴν πρότασιν τῶν Κυρίων πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου καὶ τὴν τοῦ Κυρίου Ῥοντίρη. Τὴν πρότασιν τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἀπέκρουσεν, εἶπε μόνον, ὅτι δύναται αὕτη νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρου ψηφίσματος, αὐτὴ ἡ πρότασις παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς διωρθώθη. «Λαβὼν ὕστερον τὸν λόγον ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἐκηρύχθη κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ῥοντίρη καὶ προσέθηκεν, ὅτι ἡ ἑτέρα πρότασις δύναται νὰ διατυπωθῇ εἰς ἰδιαίτερον ψήφισμα, οὐχὶ ὅμως νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα» Ὑπάρχει ἑτέρα ἀντίῤῥησις;
§11ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἐνταῦθα ὁρκίζεται ὁ πληρεξούσιος Κεφαλληνίας Ἰωσὴφ Μομφεράτος.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως μὴ συμβαίνῃ λάθος εἰς τὴν ἐγγραφὴν τῶν αἰτούντων τὸν λόγον, ἐτυπώθη δελτίον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀριθμούς, ὅστις ζητήσει τὸν λόγον λαμβάνει ἕναν ἀριθμόν. Ὑπεβλήθησαν τινὲς προτάσεις. Ἀκούσατε τὴν ἀνάγνωσιν· πρώτη τοῦ Κυρίου Ἀρ. Γλαράκη «Εἷς πολίτην Ἕλληνα τίτλος εὐγενείας ἢ διακρίσεως, οὔτε ἀπονέμεται, οὔτε ἀναγνωρίζεται.» Ἑτέρα τοῦ Κυρίου Χρηστοπούλου καὶ Καλοῦ. «Ἡ Συνέλευσις ἀπέχουσα νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ Συντάγματι τὴν περὶ ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων πρότασιν, ὡς ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, παραπέμπει ταύτην εἰς τὴν σχηματισθεῖσαν ἐπιτροπὴν τῆς ἑνώσεως τῆς νομοθεσίας.» Ἑτέρα τοῦ Κυρίου Σολιώτη περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν Σʹ. καὶ ΣΑʹ. ἐκκλησιαστικῶν νόμων.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σολιώτη, ἀντεκατεστήσατε δι’ αὐτῆς τὴν ἔντυπον;
§14ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Ὅταν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, τότε θέλω ἐκθέσει τὰς ἰδέας μου.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης ἐζήτησε τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν.
§16Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἵνα κάμω μίαν μικρὰν ἐπερώτησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν ὅπως διατάξῃ αὔριον, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ὑπουργοὶ ἀπαντοῦν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, νὰ προσκληθῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ δώσῃ τὰς ἑξῆς διασαφήσεις. Καταγγέλλω τὸν ὑπουργὸν, ὅτι ἐναντίον ῥητοῦ Νόμου προσεκάλεσεν εἰς ἐνέργειαν ἀξιωματικὸν διατελοῦντα εἰς ἀργίαν, χωρὶς νὰ προκαλέσῃ Βασιλικὸν διάταγμα, καὶ δεύτερον, ὅτι διώρισεν ἀνώτερον ἀξιωματικὸν εἰς μὴ νενομισμένην θέσιν. Ἐπειδὴ πρόκειται ὁ ὑπουργὸς νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν πρακτικῶν τῆς μικρᾶς ἀγορεύσεώς μου, καὶ διὰ νὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀπαντήσῃ, ἂν μοὶ ἐπιτρέπῃ ἡ Συνέλευσις, θέλω ἐξηγηθῆ διὰ δύω λέξεων. Κύριοι, συνεπείᾳ τῶν τελευταίων μέτρων, πολλοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ ἐτέθησαν εἰς ἀργίαν, ἐν οἷς καὶ ὁ ταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ Παππαζαφείρης· ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς διατελῶν εἰς ἀργίαν, προσεκλήθη εἰς τὴν Ἐθνοφυλακὴν πρὸς ἐκγύμνασιν, συμπληρόνων τὰς πλήρεις ἀποδοχάς του διὰ τοῦ ἐπιμισθίου, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς χθὲς ἢ προχθὲς διωρίσθη ὑποφρούραρχος Ἀθηνῶν, χωρὶς νὰ προκληθῇ τὸ περὶ τούτου διάταγμα, ἐν ἄλλαις λέξεσι ἀνέλαβεν ἐνεργητικὴν μάχιμον ὑπηρεσίαν, διατελῶν εἰς ἀργίαν, χωρὶς νὰ προκληθῇ τὸ περὶ τούτου Βασιλικὸν Διάταγμα. Δεύτερον, ὁ μέχρι τῆς προχθὲς ἐκτελῶν ἔργα ὑποφρουράρχου ταγματάρχης Κύριος Γούσιος ἀπελύθη τῶν χρεῶν τοῦ ὑποφρουράρχου καὶ ἀνετέθησαν εἰς αὐτὸν χρέη πρωτοφανῆ, ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἐνομοθέτησε θέσιν μὴ νενομοθετημένην, τὸν ἔκαμε εἰδικὸν Πρόεδρον τοῦ ταμείου, θέσεως μὴ ὑπαρχούσης εἰς τοὺς καταστατικοὺς τοῦ στρατοῦ νόμου. Δι’ αὐτὸ προσκαλῶ τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσέλθῃ.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. (Ἐξ ἀριστερῶν) Αὔριον, αὔριον.
§18ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ παραβιάσεως τῶν νόμων, ἀπαιτεῖται αὔριον νὰ προσέλθῃ ὁ Ὑπουργός.
§19ΕΤΕΡΟΙ (Ἐκ δεξιῶν). Τὸ ἄλλο Σάββατον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ὑπάρχει ἀντίῤῥησις θέλω ἐρωτήσει, οἱ παραδεχόμενοι νὰ προσέλθῃ ὁ Ὑπουργὸς καὶ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν γενομένην ἐπερώτησιν αὔριον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα) ὅθεν θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀνάπαλιν· οἱ μὴ παραδεχόμενοι νὰ προσέλθῃ τὸ Σάββατον αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).
§21ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ δὲν διεκρίθη ἡ πλειοψηφία διὰ τῆς δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορίας, θεωρῶ δὲ ὅτι καὶ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖον, διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς προτείνομεν νὰ ἔλθῃ αὔριον, ἐγὼ τοὐλάχιστον.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα.
§23ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὅταν ἔγεινεν ἐπερώτησις ἐπὶ ῥητῇ παραβιάσει τοῦ νόμου, νομίζω, ὅτι ὀφείλει οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς νὰ ἔρχηται ἀμέσως νὰ δίδῃ ἀπάντησιν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἐπέρχεται συμβιβασμὸς, καλῶς, ἄλλως θὰ προχωρήσω εἰς τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν. Δέχεσθε δι’ αὔριον;
§25ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἀμέσως στείλει ἀπόσπασμα πρακτικῶν πρὶν ἐπικυρωθῇ·—Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁ Κ. Διομήδης.
§27ΜΑΚΡΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τακτικὴν τῆς συζητήσεως. Ἔχομεν δύω προσθήκας εἰς τὸ 2 ἄρθρον, αἵτινες ἀφορῶσι τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἀρχιερέων· προχθὲς ὡμίλησαν δύω ἢ τρεῖς, καὶ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅστις εἶπεν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἀμετάβλητον καὶ θεμελιώδη νομοθεσίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν θετικὴν καὶ ὀργανικήν. Τὴν γνώμην ταύτην συμμερίζομαι, οὐχὶ καθὸ γνώμην ἀτομικὴν, ἀλλ’ ὡς γνώμην ἀποῤῥέουσαν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐπιστήμης. Ἐσκέφθην ὅμως, ὅτι ἡ πρότασις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ψήφισμα, καὶ νομίζω, ἐπρόσθεσε νὰ προστεθῇ ἡ ἔκφρασις «ψηφίζει» πρέπει νὰ θεωρήσωμεν λοιπὸν ὡς ψήφισμα τὴν πρότασιν ταύτην ἵνα τακτοποιήσωμεν τὴν ψηφοφορίαν αὐτῆς.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἐπρότεινεν, ἵνα ἡ πρότασις ἡ ὑπογραφεῖσα παρὰ 50 πληρεξουσίων, νὰ μὴ εἰσέλθῃ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ νὰ γείνῃ εἰς ἴδιον ψήφισμα. Θὰ ἐρωτήσω, τὴν δέχεται ἡ Συνέλευσις ἢ ὄχι;
§29ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ συζητήσωμεν πρῶτον τὸ περὶ ἀναβολῆς, διότι ἂν ἡ Συνέλευσις παραδεχθῇ ταύτην, τότε εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις, ἵνα μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν.
§30ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τί ἔγεινε, Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασίς μου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχον κάμει προηγουμένως;
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμέσως· πρὸ τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ, ὁ πληρεξούσιος Ὕδρας Κ. Βουδούρης ἐπρότεινεν ὅπως ἡ ὑποβληθεῖσα παρὰ τῶν πολλῶν πληρεξουσίων πρότασις μετατραπῇ εἰς ἴδιον ψήφισμα καὶ κατετέθη εἰς τὸ Γραφεῖον· ὁ δὲ Κ. Καλλιγᾶς πρέπει νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τὴν πρότασιν ταύτην ἦλθε καὶ ὑπεστήριξε.
§32ΚΑΛΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς, καὶ ἐπ’ αὐτῆς πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις.
§33ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ αὐτὸ ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ, καὶ ἐὰν ὁ Κ. Διομήδης πρόκειται νὰ λαλήσῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας, τότε ζητῶ τὸν λόγον διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἀναβολήν.
§34ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως, Κύριοι, δὲν μένει εἰς τὴν ἐξουσίαν ἑνὸς πληρεξουσίου· οὗτος διὰ μιᾶς προτάσεως δὲν δύναται νὰ διακόψῃ αὐτήν. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, τότε ἢ θὰ ἀποφασίσωμεν, ὅτι θὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ πρότασις τῶν κυρίων πληρεξουσίων, ἢ ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὰ τμήματα, ἢ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ χωριστὸν ψήφισμα, ἢ ὅτι νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· δὲν δύναται ὅμως νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις.
§35ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη, Κύριοι, δὲν εἶναι καθαρὰ ἀναβολή· ἀναβολὴ σημαίνει τὸ ζήτημα νὰ συζητηθῇ ἑτέραν ἡμέραν, ἐνῷ ὅπως φέρεται ἡ πρότασις δὲν ζητεῖται δι’ αὐτῆς ἀναβολὴ, ἀλλὰ νὰ μὴ προστεθῇ ἡ πρότασις αὕτη ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ ν’ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν ἑνὸς ὀργανικοῦ νόμου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν πρότασιν ταύτην, νομίζω, τοῦ Κυρίου Χρηστοπούλου καὶ Καλοῦ, οἱ ἀγορεύοντες πρέπει ν’ ἀποφεύγουν νὰ ὁμιλῶσιν εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ περὶ τῆς ἀναβολῆς. Ἂν ἦναι συμφέρουσα ἡ οὐσία τῆς προτάσεως τοῦ ἐκλέγεσθαι τοὺς ἱερεῖς ὑπὸ τοῦ κλήρου κτλ. εἶναι ζήτημα, ὅπερ δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ, ἀφοῦ ἐτέθη ἡ πρότασις αὐτὴ τῆς ἀναβολῆς.
§37ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν θέλῃ ἡ Συνέλευσις, ἂς ἐξακολουθήσῃ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δίδω τὸν λόγον εἰς τὸν Κ. Διομήδην μόνον ἐπὶ τῶν δύω ζητημάτων τοῦ Ῥοντήρη καὶ Βουδούρη, καὶ τῆς προτάσεως τοῦ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν τῆς συγχωνεύσεως ἐπιτροπήν. Ἂν θέλετε νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἄλλος λόγος.
§39ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§40ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐὰν ὁ Κ. Διομήδης ἔλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν, πιθανὸν νὰ καταντήσῃ εἰς τὴν ἀναβολήν· ἑπομένως πρέπει νὰ δώσητε τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ ὅλων.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἐρωτήσει τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐπιτρέπῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως· οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται σχεδὸν ὅλοι)· ἐγένετο δεκτόν· ἐξακολουθήσατε, Κ. Διομήδη.
§42ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Κύριοι, εἶμαι ἐναντίος εἰς τὰς δύω γενομένας προτάσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ὑπὸ τῶν πολλῶν Κυρίων πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου, καθὼς καὶ ὑπὸ τοῦ Κ. Ῥοντήρη. Προσέτι διαφωνῶ καὶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ὅστις εἶπεν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἀπὸ τοῦδε, ἀλλὰ διὰ ψηφίσματος χωριστοῦ· διότι φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λυθῇ νῦν τὸ ζήτημα, ἀλλὰ μόνον νὰ ὁρισθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἢ δι’ ἄλλου τρόπου, ὅτι θέλει ἐξακολουθήσει ὁ αὐτὸς θεσμὸς εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅστις ἴσχυεν ἄχρι τοῦδε, ἕως οὗ ἀναθεωρηθῇ τὰ καταστατικὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι χρειάζεται μεταῤῥύθμισις τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀλλὰ δὲν νομίζω τὴν σήμερον καλὸν, προκειμένης τῆς συντάξεως τοῦ Συντάγματος, νὰ λύσωμεν τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἐξ ἀπροόπτου, καὶ οὕτως εἰπεῖν ἐξ ἐφόδου. Ἐν τούτοις διὰ νὰ φωτισθῶσι τινὲς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λυθῇ τώρα τὸ ζήτημα, λέγω, ὅτι καὶ αἱ δύω προτάσεις τείνουσιν ἢ συνάδουσι πρὸς τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο τῶν δύω χειρίστων συστημάτων ἐκ τῶν τεσσάρων, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι τὰς σχέσεις τῶν Ἐκκλησιῶν πρὸς τὴν πολιτείαν. Εἶναι τῷ ὄντι τέσσαρα τὰ συστήματα, δι’ ὧν δύνανται νὰ ῥυθμισθῶσιν αἱ σχέσεις τῶν Ἐκκλησιῶν πρὸς τὴν πολιτείαν· δύω δὲ εἶναι τὰ χείριστα πάντων, πρὸς τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνω, ὅτι συνάδει ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ νὰ ἐκλέγωνται οἱ Ἀρχιερεῖς παρὰ τῶν ἱερέων, μὴ ἀπαιτουμένης οὐδεμιᾶς ἐγκρίσεως παρὰ τῆς πολιτείας, δηλαδὴ μὴ ἀναμιγνυομένης τῆς πολιτείας εἰς τὰ τῆς χειροτονίας ὄχι μόνον τῶν Ἀρχιερέων, ἀλλὰ καὶ παντὸς ἀξιωματικοῦ τοῦ κλήρου. Εἶναι πρῶτον τὸ σύστημα τὸ ἐπικρατοῦν εἰς τὸ τοῦ Πάπα κράτος, εἰς τὴν Ἱσπανίαν καὶ εἰς τὴν Πορτογαλλίαν, τὸ στηριζόμενον εἰς τὴν μισαροθρησκείαν, τὸ πιέζον τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν, διότι ἀναγκάζει ἕκαστον πολίτην νὰ πρεσβεύῃ ἐξωτερικῶς τὴν θρησκείαν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ Κυβέρνησις· καὶ διὰ τοῦτο τὸ σύστημα τοῦτο τρέπεται εἰς ἱεροκρατίαν φανερὰν, ἢ εἰς φαινομένην μὲν κοσμοκρατίαν, ἀλλὰ πράγματι ἐπηρεαζομένην ὑπὸ τῆς ἱεροκρατίας, ὅταν οἱ λειτουργοὶ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας ᾖναι συνάμα ἄρχοντες τῆς πολιτείας, ἢ ὅταν μεγάλως ἰσχύωσιν ἐν αὐτῇ. Τὸ δεύτερον σύστημα, τὸ ἀντίθετον, τὸ ὁποῖον ἐπίσης εἶναι κακὸν, ἰσχύει εἰς τὴν Ἀμερικὴν τὴν Βόρειον καὶ εἰς τὸ Βέλγιον, τῆς πλήρους ἀδιαφορίας ἐκ μέρους τῆς πολιτείας ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι εἶναι πάντῃ κεχωρισμέναι ἀπὸ τῆς πολιτείας ὄχι μόνον δογματικῶς, ἀλλὰ καὶ κοσμικῶς, δηλαδὴ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν ἐκδήλωσιν τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων καὶ ἐνεργειῶν. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, πάντες οἱ ὀπαδοὶ θρησκείας τινὸς δύνανται νὰ χειροτονῶσι τοὺς Ἀρχιερεῖς διὰ τῶν ἰδίων ἱερέων, ἢ ἄλλως πως, χωρὶς νὰ δίδωσι λόγον περὶ τούτου εἰς τὴν πολιτείαν, ἥτις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προεξετάζῃ τίνες αἱ εἰσαγόμεναι νέαι θρησκεῖαι. Καὶ τὰ δύω ταῦτα συστήματα καταλήγουν εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ὑπὸ διάφορον ἔποψιν, καὶ κυρίως τὸ δεύτερον, τὸ Ἀμερικανικὸν, ἔχει τὸ μέγα ἐλάττωμα, ὅτι οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβάνει ἡ πολιτεία περὶ τῆς θρησκευτικῆς ἀνατροφῆς τῶν πολιτῶν· τοῦτο ἀφίνεται ὅλως εἰς τὴν φροντίδα καὶ ἐνέργειαν τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα καὶ εἰσάγουσιν οἷα ἐγκρίνουσι θρησκευτικὰ δόγματα εἰς τὴν πολιτείαν καὶ διδάσκουσιν αὐτά. Ἡ ἱστορία δὲ ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ ἄτομα, ἓν ἢ πολλὰ, ὅσον καὶ ἂν προσπαθήσωσι, δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς πολιτείας ν’ ἀναχαιτίσωσι τὴν τάσιν, τὴν ὁποίαν οἱ πολλοὶ ἔχουν πρὸς τὸν ὑλισμὸν καὶ τὴν ἰδιοτέλειαν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν κατακρίνεται μεγάλως τὸ σύστημα τοῦτο, ἐνῷ ἄλλως λογίζεται ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὸ ἐντελέστερον, ὡς ἀναγνωρίζον τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως καὶ ἐξωτερικῶς ἐκδηλουμένης. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σχηματίσῃ νέαν θρησκείαν, χωρὶς ἡ πολιτεία νὰ λαμβάνῃ προηγουμένως γνῶσιν· ἐὰν εὕρῃ 5, 10, 100 ὀπαδοὺς, οὗτοι συνέρχονται καὶ κανονίζουν τὰ τῆς ἐκκλησίας των, μὴ δίδοντες οὐδένα λόγον εἰς τὴν πολιτείαν, ἥτις μένει οὕτως ἀδιάφορος ὡς πρὸς τὸ σπουδαιότατον ἀντικείμενον τῆς πνευματικῆς ἀνατροφῆς τῶν πολιτῶν, ἥτις συνδέεται στενῶς μετὰ τῶν θρησκευτικῶν ἰδεῶν. Καὶ τῷ ὄντι ἡ ἀνατροφὴ τῆς νεολαίας δὲν πρέπει νὰ ὁδηγῆται μόνον ὑπὸ τῶν ἱερέων τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης θρησκείας, διότι ἀντὶ ἀνδρῶν ἱκανῶν νὰ ὑπερασπίσωσι πολιτικῶς καὶ στρατιωτικῶς τὰ γενικὰ τῆς πολιτείας συμφέροντα, δύνανται νὰ σχηματισθοῦν ἀξιόλογοι κληρικοὶ πάντες οἱ πολῖται, καὶ διότι ὑπάρχει κίνδυνος, ἕνεκα τῆς πλήρους ἐλευθερίας, νὰ εἰσαχθῶσιν ὑπὸ τὸ πρόσχημα θρησκευτικῶν κοινοτήτων πολιτικαὶ ἑταιρίαι, καθὼς ἡ τῶν Σενσιμονιστῶν, τῆς ὁποίας ὁ σκοπὸς ἦτον ὅλως πολιτικὸς, καὶ νὰ διαταραχθῇ ἡ δημοσία τάξις ἢ καὶ ν’ ἀνατραπῶσιν οἱ θεσμοὶ τῆς πολιτείας. Τὸ σύστημα, Κύριοι, τὸ παπικὸν ἐννοεῖτε ὁποῖα ἀποτελέσματα φέρει, καὶ ἑπομένως νομίζω περιττὸν πάντα περὶ τούτου λόγον. Ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐξουσία δὲν πρέπει ν’ ἀναμιγνύηται παντάπασιν εἰς τὰ τῶν ἐκκλησιῶν, ἀναγνωρίζομεν, ὅτι θέλομεν νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ κράτει τῷ Ἑλληνικῷ ἄλλο κράτος, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἐνέργειάν του τὴν ἐξωτερικὴν δύναται ἀκωλύτως νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει. Ἀλλὰ δὲν ἀναλογιζόμεθα, ὅτι ἐν τοιαύτῃ τῶν κληρικῶν ἡμῶν ἐλευθερίᾳ τί κίνδυνον τρέχομεν; Ἂν αὔριον ὁ φανατισμὸς, ὑποκινούμενος ἔξωθεν, ἀναδείξῃ ὡς ἀρχιερέα νέον τινὰ Παπουλάκον, ἐκλεγόμενον ὑπὸ πεντήκοντα ἢ ἑκατὸν ἀμαθῶν ἱερέων μιᾶς τινος Ἐπαρχίας, εἰς ποίαν θέσιν θέλομεν εὑρεθῆ; Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐκκλησία, ἥτις νὰ μὴ ὑπόκηται ὑπὸ οὐδεμίαν ἔποψιν εἰς τὴν πολιτείαν. Ἀλλ’ ἵνα γείνω σαφέστερος εἰς τὰς ἰδέας μου, συγχωρήσατε νὰ σᾶς εἴπω δύω λέξεις καὶ περὶ τῶν δύω ἄλλων συστημάτων. Τὸ τρίτον σύστημα εἶναι τὸ ἰσχύον ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1830, τὸ τῆς ἰσότητος πασῶν τῶν θρησκειῶν τῶν γνωστῶν, ἤτοι τῶν ἐγκεκριμένων ὑπὸ τῆς πολιτείας. Πᾶς τις δύναται νὰ πρεσβεύῃ κατ’ ἰδίαν ὅ,τι θέλει· ὅταν ὅμως θέλῃ νὰ ἐπαγγέλληται θρησκείαν τινὰ δημοσίως καὶ νὰ τὴν μεταδώσῃ καὶ εἰς ἄλλους, τότε ἐξ ἀνάγκης ὑποπίπτει ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς πολιτείας, διὰ τὸν ἁπλούστατον αὐτὸν λόγον, δι’ ὃν ὑποπίπτει καὶ πᾶς πολίτης θέλων νὰ ἐξασκήσῃ οἱονδήποτε ἄλλο φυσικὸν αὐτοῦ δικαίωμα. Τὸ σύστημα τοῦτο ἔχει τὸ πλεονέκτημα νὰ μὴ ἐπεμβαίνῃ ἡ πολιτεία εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ τίς ἡ δογματικῶς ὀρθοτέρα θρησκεία, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀναγνωρίζει οὐδεμίαν θρησκείαν ὡς ἐπικρατοῦσαν, οὐδὲ παρέχει ὑπόνοιαν, ὅτι προτιμᾷ ταύτην μᾶλλον ἢ ἐκείνην, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου προστατεύουσα ἡ πολιτεία πάσας τὰς ἐγκεκριμένας θρησκείας, τὰς παρακολουθεῖ καὶ ἐποπτεύει εἰς τὴν ἐξωτερικήν των ἐνέργειαν. Τέταρτον καὶ τελευταῖον σύστημα εἶναι τὸ ἰσχύον παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τοῦ 1844, καθὼς καὶ ἐν Ῥωσσίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ. Τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἔχει πανταχοῦ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ δύνανται ταῦτα νὰ ᾖναι διάφορα, ὡς ἐκ τοῦ δογματικοῦ σχηματισμοῦ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας καὶ ὡς ἐξ ἄλλων καιρικῶν περιστάσεων. Κατ’ αὐτὸ τὸ σύστημα ὑπάρχει μία ἐπικρατοῦσα θρησκεία, ὑπάρχουν δὲ καὶ ἄλλαι ἐγκεκριμέναι ὑπὸ τῆς πολιτείας θρησκεῖαι, αἵτινες ἐνεργοῦσι τὰ τῆς λατρείας των ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς πολιτείας. Ὅθεν, ἐὰν οἱ ἑτεροδοξοῦντες, δηλαδὴ οἱ ὀπαδοὶ τῶν ἄλλων θρησκειῶν, πλὴν τῆς ἐπικρατούσης, καί τοι μειονοψηφοῦντες, ᾖναι πολλοὶ, καὶ ἐντεῦθεν ὑπάρχῃ ἀνταγωνισμὸς θρησκευτικὸς, ὅστις ὑποτρέφει τὸν φανατισμὸν τῶν μὲν, κατὰ τῶν δέ· ἐὰν προσέτι κατὰ τὸ δόγμα τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας ἀρχηγὸς αὐτῆς εἶναι εἴτε ξένος τις ἡγεμὼν, ὡς ὁ Πάπας, εἴτε αὐτὸς οὗτος ὁ Βασιλεὺς, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου μεταβάλλει καὶ τὰ δόγματα τῆς ἐπικρατούσης ἐκκλησίας ἡ πολιτικὴ ἐξουσία, δηλαδὴ ὁ Βασιλεὺς μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου· τότε ἕνεκα τοῦ ἀναπτυσσομένου μεταξὺ τῶν ἑτεροδοξούντων ἰσχυρῶν στρατοπέδων φανατισμοῦ καὶ ἕνεκα τῆς ἰσχύος τῶν λειτουργῶν τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ν’ ἀποβῇ τὸ σύστημα τοῦτο λίαν καταθλιπτικὸν πρὸς τοὺς μειονοψηφοῦντας ἑτεροδόξους, διότι πᾶσα ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἔχει τάσιν πρὸς τὴν μισαλλοθρησκείαν καὶ τὴν καταδίωξιν, καὶ διότι πᾶσα θρησκεία φέρει ἐν ἑαυτῇ τὴν πεποίθησιν, ὅτι μόνον τὸ δόγμα της εἶναι τὸ ὀρθὸν, πᾶν δὲ ἄλλο δόγμα, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένον καὶ ἐπικίνδυνον. Εὐτυχῶς τοιούτους φόβους δὲν παρέχει ἡ ἡμετέρα ὀρθόδοξος ἐκκλησία. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπῆρξε κατάθλιψις μεγάλη ὑπὸ τῆς ἐπικρατούσης Ἀγγλικανικῆς ἐκκλησίας κατὰ τῶν μειονοψηφούντων καθολικῶν. Ἡ Ἰρλανδία, τῆς ὁποίας οἱ πλεῖστοι κάτοικοι εἶναι καθολικοὶ, γνωρίζομεν πόσα ὑπέφερεν, ἀλλ’ ἐν γένει ὑπέφερον πάντες οἱ κατοικοῦντες εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν καθολικοί. Ἐνθυμηθῆτε τὴν βασιλείαν τῆς Ἐλισάβετ, ἥτις ἀποτελεῖ μίαν τῶν λαμπροτέρων ἐποχῶν τῆς Ἀγγλικῆς ἱστορίας. Τότε προήχθησαν αἱ τέχναι καὶ ἐπιστῆμαι, ἀνεπτύχθη μεγάλως καὶ τὸ ναυτικὸν ἐμπόριον τῆς Ἀγγλίας, καὶ ὅμως ἡ θρησκευτικὴ καταδίωξις τῶν καθολικῶν ὑπῆρξεν ἀπηνεστάτη, καὶ ἀποτελεῖ κηλίδα εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας· ἔκτοτε δὲ ἐξηκολούθουν οἱ καταδιωγμοί, ἀποκλειομένων τῶν καθολικῶν ἀπὸ τὰς δημοσίας θέσεις μέχρις ἐσχάτων, ἤτοι μέχρι τοῦ 1829, ὅτε ἤρχισεν ἡ καλουμένη καθολικὴ μεταῤῥύθμισις, καὶ ἐγένοντο δεκτοὶ καὶ οἱ καθολικοὶ εἰς τὰ πλεῖστα ὑπουργήματα. Τὸ Ἀγγλικὸν θρήσκευμα, ὡς ἔχον ἀρχηγὸν τὸν Βασιλέα μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν παρέχει εἰς τοὺς ὀπαδούς του πίστιν ἀκράδαντον περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν δογμάτων του· τοῦτο ἐξηγεῖ καὶ διατὶ οἱ Ἄγγλοι δὲν εἶναι πολὺ προσκεκολλημένοι εἰς τὸ θρήσκευμά των, διότι βλέπουν, ὅτι καὶ τὰ τῆς θρησκείας κανονίζονται ἐγκοσμίως ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως καὶ τὰ περὶ ἐμπορίου καὶ περὶ πολιτικῆς ἀντικείμενα. Κατὰ δὲ τὴν Ῥωμαιοκαθολικὴν θρησκείαν, ἥτις ἀναγνωρίζει ἀρχηγὸν αὑτῆς τὸν Πάπαν, γεννῶνται μεγάλαι δυσχέρειαι, διότι ὁ Πάπας ἀξιῶν, ὅτι εἶναι ἀλάνθαστος, δὲν ἀνέχεται νὰ γίνηται ὑπὸ τῶν κοσμικῶν ἐξουσιῶν ἡ διάκρισις τῶν ὁρίων τῆς πνευματικῆς δικαιοδοσίας του ἀπὸ τῆς κοσμικῆς, διατηρῶν εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐνδίδῃ οἴκοθεν αὐτὸς καὶ μόνος εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ξένων ἡγεμόνων. Ἐκ τούτου δὲ καὶ ἡ ἀένναος σύγκρουσις μεταξὺ Πάπα καὶ τῶν πολιτειῶν, τῶν ὁποίων οἱ πολλοὶ ὑπήκοοι πρεσβεύουν τὸν καθολικισμὸν, διότι οἱ πολλοὶ τῶν ἰδιωτῶν πιστεύουν μᾶλλον εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ Πάπα, παρὰ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν πολιτειῶν, αἵτινες ἕνεκα τούτου ἀναγκάζονται νὰ ἐνδίδωσι χάριν τῆς ἡσυχίας τῆς συνειδήσεως τῶν ὑπηκόων των. Ἐνθυμηθῆτε ὅμως, ὅτι οἱ Γάλλοι, ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτέρων χρόνων, δὲν ἐνέδωκαν εἰς τὰς μεγάλας τοῦ Πάπα ἀξιώσεις. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ Γαλλικὸς κλῆρος τῷ 1682 (νομίζω) διεκήρυξε τὰς καλουμένας Γαλλικανικὰς ἐλευθερίας του, καὶ ὅτι πρὸ τούτου ὁ Λουδοβῖκος Θʹ, ἤτοι ὁ εὐσεβής, ἀντέστη κατὰ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Πάπα, ἐσχάτως δὲ, καὶ διὰ τοῦ Κονκορδάτου τοῦ 1801 περιωρίσθη μεγάλως ἡ Παπικὴ ἐξουσία ἐν Γαλλίᾳ. Ἠξεύρετε, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις προτείνει ὡρισμένα πρόσωπα, τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα, εἰς τὸν Πάπαν, ὅστις μόνον τὸν χειροτονεῖ ἐκκλησιαστικῶς ὡς ἀρχιερέα. Τὸ ὀρθὸν λοιπὸν εἶναι νὰ συμβαδίζωσι παραλλήλως ἡ ἐκκλησία μετὰ τῆς πολιτείας, οὐδέποτε δὲ νὰ ὑπερτερήσῃ καθ’ ὅλα ἡ μία τῆς ἑτέρας. Ἡ ἐκκλησία εἶναι ἀνωτέρα τῆς πολιτείας καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ δόγματα, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξωτερικὴν ὀργάνωσιν καὶ ἐνέργειαν, ἡ ἡμετέρα ἐκκλησία, οὐδέποτε ὑπεστήριξε τὴν ἀξίωσιν νὰ κατάρχῃ τῆς πολιτείας, πρεσβεύουσα τοὐναντίον τὴν ἀρχὴν, τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι.
§43ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Μίαν παρατήρησιν, Κ. Διομήδη, ἐν τῇ πολιτείᾳ δὲν ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἐξουσία παρὰ τὴν διοικητικὴν καὶ ἐκτελεστικήν;
§44ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὅταν λέγω πολιτείαν, ἐννοῶ τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐξουσίαν· εἰς τὴν Ῥωσσίαν π. χ. ὁ αὐτοκράτωρ συγκεντρόνει εἰς ἑαυτὸν καὶ τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅμως ἔχομεν Σύνταγμα, ἡ πολιτικὴ ἐξουσία περιλαμβάνει τὰς Βουλὰς καὶ τὸν Βασιλέα μετὰ τῶν ὑπουργῶν του· δηλαδὴ ἑκάστου ἔθνους ἡ πολιτικὴ ἐξουσία ὁρίζεται ἀπὸ τὸ ἐσωτερικόν του πολίτευμα. Λοιπὸν λέγων πολιτικὴν ἐξουσίαν, ἐννοῶ τὴν νόμιμον ἐξουσίαν παντὸς τόπου, εἴτε συνταγματικὴν εἴτε ἀπόλυτον. Ἐννοῶ λοιπὸν, λέγων πολιτικὴν ἐξουσίαν, τὸ κοσμικὸν στοιχεῖον ἑκάστου ἔθνους, τὸ κυβερνᾷν εἴτε διὰ τοῦ λαοῦ, ὅστις μεταδίδει τὴν ἐξουσίαν του δι’ ἐντολῆς (délégation) εἰς τὰς βουλὰς, εἴτε διὰ μόνου τοῦ Βασιλέως· τὸ στοιχεῖον τοῦτο πρέπει νὰ μετάσχῃ διοικητικῶς εἰς τὸν σχηματισμὸν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ἐμφάνισιν τοῦ κλήρου.
§45ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω διὰ τῆς τροπολογίας μου, ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία κηρύττεται ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν δικαστικήν;
§46ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ συνέρχηται ὁ κλῆρος πρὸς ἐκλογὴν τῶν ἀρχιερέων ἄνευ ἐλαχίστης ἀναμίξεως τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας. Ἰδέτε τί γίνεται καὶ ἐν Ῥωσσίᾳ. Ὑποβάλλονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τρεῖς ὑποψήφιοι διὰ τὴν χηρεύουσαν ἀρχιερατικὴν ἕδραν παρὰ τοῦ κλήρου, δηλαδὴ παρὰ τῆς Συνόδου, ἥτις ἐμφαίνει τὸν ὅλον κλῆρον, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ἡ Σύνοδος διὰ σιωπηρᾶς ἢ ῥητῆς ἐντολῆς (délégation), καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν τριῶν ὑποψηφίων ὁρίζει ὁ αὐτοκράτωρ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ χειροτονηθῇ ὡς ἀρχιερεύς. Ἰδοὺ ἡ ἀνάμιξις τῆς πολιτείας. Τὸ αὐτὸ γίνεται ὑπὸ ἄλλην μορφὴν καὶ ἐν Τουρκίᾳ· διότι ἀφίνων, ὅτι ὁ Πατριάρχης τῆς Κωνσταντινουπόλεως οὐδέποτε δύναται νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἐνεργεῖ πάντῃ ἀνεπηρεάστως καὶ ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τῆς ἐγκοσμίου τουρκικῆς ἐξουσίας, ἀφοῦ γνωρίζομεν πῶς δυστυχῶς χειροτονοῦνται οἱ πολλοὶ τῶν ἀρχιερέων ἐν Τουρκίᾳ καὶ αὐτὸς ὁ Πατριάρχης, ἀναγνωρίζω ὅτι τυπικῶς δὲν ἀναμιγνύεται ὁ Σουλτάνος εἰς τὰ τοῦ Πατριαρχείου. Ποῖοι ὅμως χειροτονοῦσι τοὺς ἀρχιερεῖς ἐν Κωνσταντινουπόλει; Ἡ Σύνοδος μετὰ τῶν παρεπιδημούντων ἐν Κωνσταντινουπόλει μὴ συνοδικῶν ἀρχιερέων. Προΐσταται δὲ καὶ ὁ Πατριάρχης οὐ μόνον ὡς ἐπέχων τόπον μητροπολίτου, καθὼς θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω μετ’ ὀλίγον, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐθνάρχης, δηλαδὴ ὡς πολιτικὴ τοῦ γένους ἐξουσία κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἐκκλησιαστικήν, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι παρευρίσκονται καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν συντεχνιῶν, ἤτοι οἱ προύχοντες τοῦ γένους, οἵτινες καὶ συμπράττουσιν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι καὶ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν λαμβάνει μέρος εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀρχιερέων καὶ τὸ πολιτικὸν στοιχεῖον διὰ τοῦ Πατριάρχου, ὡς ἐθνάρχου, καὶ διὰ τῶν προὐχόντων. Ἂς ἔλθω καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Προτείνονται τρεῖς ὑποψήφιοι· διατὶ τάχα;
§47ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι, εἷς.
§48ΣΕΡΒΟΣ. Ὁ λαὸς ἐκλέγει τοὺς ἱερεῖς, καὶ οἱ ἱερεῖς τὸν ἀρχιερέα.
§49ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐὰν δὲν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ἐκλέγωνται τρεῖς ὑποψήφιοι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ἔχομεν ὅμως παράδειγμα ἑνὸς ἀρχιερέως λαβόντος τὰς πλείονας ψήφους, τὸν ὁποῖον παρηγκώνισεν ἡ Ἀγγλικὴ ἐξουσία, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἐπρότεινε εἰς χειροτονίαν τὸν λαβόντα μετ’ αὐτὸν τὰς περισσοτέρας ψήφους.
§50Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Αὐθαιρέτως.
§51ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον αὐτὸν τὸν ἀρχιερέα, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις, ὁ Πατριάρχης τὸν ἐπεκύρωσεν, ὑμεῖς δὲ τὸν ἐθεωρήσατε νομιμώτατον, ὄχι αἱρετικόν. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν παρατηρῶ, ὅτι ἡ ὀρθόδοξος θρησκεία διατελεῖ εἰς ἰδιαιτέραν θέσιν. Ὑπάρχουσιν ἓξ ἐκκλησίαι, τέσσαρες ὑπὸ τὸν ζυγὸν τὸν τουρκικὸν, μία ἐν Ῥωσσίᾳ καὶ ἕκτη ἡ ἰδική μας. Πᾶσαι δὲ αἱ ἓξ ἀποτελοῦσι τὴν καθόλου ἐκκλησίαν. Συμφέρει λοιπὸν ἡ ἰδική μας ἐκκλησία νὰ μένῃ ὅλως ἐκτὸς καὶ ὑπεράνω τῆς Πολιτείας; Συνάδει ἆρά γε πρὸς τὴν πλατεῖαν πολιτικὴν, τὴν ἀντίθετον τῆς πολιτικῆς τῆς μονώσεως, περὶ ἧς ἐγένετο κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ ὑπάρχῃ τοσαύτη πλατύτης εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας, ἀφοῦ αὕτη συνέχεται καὶ μὲ ἄλλας ὁμοδόξους ἐκκλησίας, αἵτινες διατελοῦν ὑπὸ ἄλλας ξένας κυριαρχίας, δηλαδὴ, οὐ μόνον τὴν τουρκικὴν, ἀλλὰ καὶ ἄλλην μεγάλης τινὸς δυνάμεως, ἐχούσης μεγάλην βαρύτητα εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς ὅλης πολιτικῆς τῆς Εὐρώπης; Πόσα κακὰ δὲν ἔγειναν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴν ἀνάμιξιν καὶ ἐπικράτησιν τοῦ κλήρου εἰς τὰ ἐγκόσμια πράγματα; Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, καὶ κατ’ οὐσίαν τὸ πρᾶγμα. Λέγω ὅτι δὲν εἶναι κανονικὸν νὰ ἐκλέγωνται οἱ ἀρχιερεῖς παρὰ τῶν ἱερέων. Καὶ ἐγὼ, ἂν καὶ μὴ κληρικὸς, ἐνησχολήθην ὡς ἐκ τῶν ἔργων μου εἰς παρόμοια ζητήματα, καὶ ἔχω καὶ τὴν συλλογὴν τῶν κανόνων· δὲν ἠδυνήθην ὅμως νὰ εὕρω συνοδικὸν κανόνα λέγοντα, ὅτι οἱ ἀρχιερεῖς πρέπει νὰ ἐκλέγωνται ὑπὸ τῶν ἱερέων. Τοὐναντίον ὁ κανὼν 13 τῆς ἐν Λαοδικίᾳ Συνόδου παρέχει ἓν ἐναντίον ἐπιχείρημα, διότι λέγει, ὅτι εἰς τὰ περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ἀρχιερέων δὲν πρέπει ν’ ἀναμιγνύηται ὁ ὄχλος· ἂν δὲ δώσωμεν, κατὰ τὴν τότε σημασίαν τῆς λέξεως, τὴν ἔννοιαν, ὅτι εἰς τὸν ὄχλον περιλαμβάνεται πᾶσα ἡ ἐγκόσμιος κοινωνία, δηλαδὴ καὶ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, τότε ὁ κανὼν οὗτος ἀποκλείει πλαγίως καὶ τοὺς ἱερεῖς, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἡ ἰδέα περὶ ἀποκλείσεως τῶν ἁπλῶν ἱερέων ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τῶν ἀρχιερέων συνᾴδει καὶ μὲ τὸ σύστημα τῆς καθόλου ἐκκλησίας ἡμῶν, ἥτις εἶναι ὄχι δημοκρατικὴ, ἀλλὰ μᾶλλον ἀριστοκρατική. Ἀλλὰ ἀδιάφορον ἂν ὁ κανὼν οὗτος ἀποκλείει ἢ ὄχι τοὺς ἱερεῖς. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι δὲν ἔχομεν κανένα κανόνα, λέγοντα νὰ ἐκλέγωνται ὑπὸ τῶν ἱερέων οἱ ἀρχιερεῖς· ὑπάρχει τοὐναντίον ὁ κανὼν 19 τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, ὁ μόνος ὁρίζων τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὅστις λέγει, ὅτι οἱ ἐπίσκοποι χειροτονοῦνται ὑπὸ τῆς Μητροπόλεως, δηλαδὴ ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου, συμπράξει καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἐπισκόπων τῆς μητροπολιτικῆς περιφερείας, ἤτοι τῶν χωρεπισκόπων.
§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὁ λόγος εἶναι περὶ ἐκλογῆς, καὶ ὄχι περὶ χειροτονίας.
§53ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Περὶ ἐκλογῆς λέγει ὁ κανὼν οὗτος, καὶ ἐλανθάσθην εἰς τὴν ἔκφρασιν· λέγει, ὅτι τὸν ἐπίσκοπον τὸν ἐκλέγουν αἱ ψῆφοι τῶν ἀνωτέρων κληρικῶν τῆς Μητροπόλεως· ἐννοεῖ μητροπολίτας, ἔχοντας ὑπὸ τὴν μητροπολιτικὴν περιφέρειαν πολλοὺς ἐπισκόπους, καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ κανόνος παραδειγματίζονται ἐν μέρει καὶ αἱ ἐκλογαὶ τῶν ἀρχιερέων ἐν Κωνσταντινουπόλει. Δηλαδὴ μία μητροπολιτικὴ περιφέρεια ἔχει ἕνα μητροπολίτην καὶ πέντε ἓξ ἐπισκόπους, καὶ ἀποθνήσκει εἷς ἐπίσκοπος· πῶς θέλει συμπληρωθῇ ἡ κενὴ μείνασα ἐπισκοπικὴ ἕδρα; Ὁ κανὼν λέγει, ὅτι θέλουν συντρέξει εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ νέου ἐπισκόπου αἱ ψῆφοι τοῦ μητροπολίτου καὶ αἱ ψῆφοι τῶν χωρεπισκόπων, οἵτινες δύνανται νὰ δώσουν αὐτὰς αὐτοπροσώπως ἢ νὰ τὰς πέμψουν δι’ ἐπιστολῆς.
§54ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπίσκοποι ἦσαν καὶ ὄχι χωρεπίσκοποι.
§55ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐγὼ ἐπὶ τὸ σαφέστερον τοὺς λέγω χωρεπισκόπους.
§56ΣΧΙΝΑΣ. Τί λέγει ὁ κανών; Οἱ διατελοῦντες ἐπίσκοποι ὑπὸ τὸν μητροπολίτην.
§57ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα· συμφωνοῦμεν λοιπὸν εἰς τὰ πράγματα. Αὐτὸ εἶναι τὸ κανονικὸν σύστημα. Δὲν γίνεται ἡ ψηφοφορία ὑπὸ τῶν ἱερέων, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων. Κατὰ προσέγγισιν τοῦ συστήματος τούτου ἐκλέγει καὶ ἡ μεγάλη ἐκκλησία τοὺς ἐπισκόπους, μὲ τὴν διαφορὰν δηλαδὴ, ὅτι δὲν καλοῦνται πάντες οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Τουρκίας ἐπίσκοποι νὰ δίδωσιν ἐγγράφους τὰς ψήφους των, ἀλλὰ τὴν ἐκλογὴν κάμνουν οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει συνοδικοὶ μετὰ τοῦ Πατριάρχου καὶ μετὰ τῶν παρεπιδημούντων ἀρχιερέων τῶν ἐπαρχιῶν. Ὁ πυρὴν δὲ τοῦ συστήματος τούτου ἀνευρίσκεται καὶ εἰς τὸ βάθος τοῦ ἐπικρατοῦντος παρ’ ἡμῖν συστήματος· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἀπαιτεῖται προσέτι καὶ μία τακτικὴ ἔγκρισις ἐκ μέρους τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας· ἀλλ’ ἀφίνω τοῦτο. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐγκατελείφθη καὶ παρ’ ἡμῖν, καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει, εἰς ἀχρηστίαν τὸ νὰ καλῶνται καὶ οἱ ἐν ἐπαρχίαις ἀρχιερεῖς νὰ δίδωσιν αὐτοπροσώπως ἢ δι’ ἐπιστολῆς τὴν ψῆφόν των· κατὰ τ’ ἄλλα πλησιάζομεν εἰς τὸν κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς ἄλλο ζήτημα, ἂν δηλαδὴ ἡ ἐκλογὴ, τὴν ὁποίαν ἔκαμνον οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ ἱερεῖς, ἦτον ὁριστικὴ, ἢ ἂν ἀπῃτεῖτο καὶ ἡ ἔγκρισις τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἂν δηλαδὴ ἠδύνατο αὕτη νὰ θέσῃ τὸ veto. Ὑπάρχει παράδειγμα ἐν Ἑπτανήσῳ ἀρνήσεως ἐκ μέρους τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἐπειδὴ διαφωνοῦν περὶ τούτου οἱ κύριοι Ἑπτανήσιοι, παραλείπω τὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀρκούμενος εἰς τὸ ὅτι τὸ ἐν Ἑπτανήσῳ σύστημα δὲν ἐγκρίνεται ῥητῶς ὑπὸ κανόνος τινὸς. Καὶ διὰ νὰ κόψω τὴν συζήτησιν λέγω, ὅτι καὶ οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐκλεγόμενοι ἀρχιερεῖς νομίμως ἐξελέγοντο, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἐν Ἑλλάδι ἐκλεγόμενοι ἀρχιερεῖς ἦσαν νομιμώτατοι· οὐδὲ δύναταί τις νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς παρανόμως ἐκλεχθέντας τοὺς συντελέσαντας μεγάλως εἰς τοὺς ἀγῶνας ἡμῶν ἀρχιερεῖς, οἷον τὸν Γρηγόριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸν Π. Πατρῶν, τὸν Βρεσθένης, καὶ τὸν νῦν ζῶντα Μαντινείας. Ἀλλὰ συγχωρήσατε νὰ ἐξηγήσω, κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ τὰ ἐν Ἑπτανήσῳ ἄχρι τοῦδε γενόμενα. Αἱ ἑπτὰ νῆσοι εἶναι κεχωρισμέναι ἀπ’ ἀλλήλων κατὰ θάλασσαν, καὶ δὲν ἔχουν κοινὰ ὑλικὰ συμφέροντα, ἀπετέλουν δὲ μᾶλλον ὁμοσπονδίαν ἢ ἄλλως συμπολιτείαν, παρὰ συμπαγές τι κράτος. Προσέτι ἑκάστη νῆσος εἶχε τὸν ἀρχιερέα της, εἴτε μικρὰ εἴτε μεγάλη, ὥστε ἢ ἔπρεπε νὰ ἐκλέγηται ὁ ἐπίσκοπος διὰ τῆς ψήφου ὅλων τῶν ἀρχιερέων τῶν νήσων, τὸ ὁποῖον δὲν ἐσύμφερε εἰς τὸ τοπικὸν πνεῦμα ἑκάστης νήσου, ἢ ἔπρεπε νὰ στέλλωνται οἱ νέοι ἀρχιερεῖς ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἤθελον οὔτε οἱ Ἑπτανήσιοι, οὔτε αἱ κατὰ καιροὺς κοσμικαὶ ἐξουσίαι τῆς Ἑπτανήσου, καὶ διὰ τοὺς λόγους τούτους εὑρέθη οἰκονομία τις, ὁποίας οἰκονομίας καὶ ἄλλας ἔκαμεν ἡ μεγάλη Ἐκκλησία, ἐπικρατήσαντος, συγκαταθέσει τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἐκλέγωνται οἱ ἀρχιερεῖς ἑκάστης νήσου ἀπὸ τοὺς ἰδίους αὐτῆς ἱερεῖς. Τοῦτο δὲν ἔχει τίποτε ἀντικανονικόν· ἀμφιβάλλω ὅμως ἂν ἡ ἐφαρμογή του καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ᾖναι τὴν σήμερον συμφέρουσα· ἴσως μετὰ δέκα, εἴκοσι ἔτη, φανῇ συμφέρουσα. Ὑμεῖς δύνασθε νὰ μείνητε εἰς τὸ σύστημα τὸ ὑμέτερον, καὶ μόνον κατόπιν, ὅταν κατανοήσωμεν ἅπαντες τὰ γενικὰ ἡμῶν ἁπάντων συμφέροντα, σκεπτόμεθα τότε, ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ τὴν πολιτικήν μας κατάστασιν, πῶς νὰ εἰσαγάγωμεν ἓν ὁμοιόμορφον σύστημα δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα· ἀλλὰ τώρα ἐξ ἐφόδου καὶ ἐξ ἀπροόπτου νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα τὸ ἑπτανησιακὸν σύστημα, τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ ἀποβῇ ὀλέθριον. Ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον ἀπαράδεκτος εἶναι ἡ ἀξίωσις τοῦ νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ συντάγματος, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀρχιερέων πρέπει νὰ γίνηται ὑπὸ τῶν ἱερέων. Μόνον περὶ τῶν Ἑπτανησίων δύναται νὰ γείνῃ λόγος, εἴτε διὰ ψηφίσματος, εἴτε διὰ σημειώσεως ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Συνελεύσεως, καὶ τοῦτο τὸ ἐννοῶ κάλλιστα, διότι δὲν πρέπει νὰ διαταραχθῇ ἡ θρησκευτικὴ συνείδησις, ἡ στηριζομένη εἰς ἀρχαῖον ἔθιμον, τῆς Ἑπτανήσου. Ἐν τούτοις ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο δικαιοῦνται μὲν οἱ Κύριοι Ἑπτανήσιοι νὰ μὴ στέργωσιν εἰς τὴν ἀπὸ τοῦδε συγχώνευσίν των πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δικαιούμεθα νὰ μὴ συγχωνευθῶμεν παρ’ αὐτῶν. Ἂς μείνῃ τὸ μέλλον ἐλεύθερον, καὶ αὐτὸ ἂς μᾶς ὁδηγήσῃ περὶ τοῦ πρακτέου. Εἴμεθα ἔθνος αὐτόνομον, ἂς μὴ τὸ λησμονήσωμεν· ἔχομεν ἴδιον Βασιλέα, τοῦ ὁποίου τὰ τέκνα αὔριον θὰ βαπτισθῶσιν εἰς τὴν κοινὴν κολυμβήθραν· ἔχομεν ὑπουργοὺς, βουλευτὰς ἢ καὶ Γερουσιαστὰς Ἕλληνας καὶ οὐχὶ ξένους, καὶ σχεδὸν ἅπαντας ὀρθοδόξους. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ δυσπιστῶμεν εἰς τὸ μέλλον· ἡμεῖς αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες καὶ ὀρθόδοξοι θέλομεν ἀποφασίσει καὶ κατόπιν τί συμφέρει εἰς ἡμᾶς. Συγχαίρω μάλιστα τοὺς κυρίους πληρεξουσίους τῆς Ἑπτανήσου, καὶ τὸ λέγω εἰλικρινέστατα, διὰ τὰ αἰσθήματα τὰ θρησκευτικὰ, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι. Τοῦτο θὰ εἴπῃ, κύριοι, ὅτι ἐρχόμενοι αὔριον ὡς βουλευταὶ θὰ συντελέσουν βεβαίως εἰς τὴν θρησκευτικὴν καὶ ἠθικὴν τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας μόρφωσιν, θὰ συντελέσουν εἰς τὸ νὰ ἐνισχυθῇ τὸ ἠθικὸν στοιχεῖον· Ἀλλὰ μὴ ἤμεθα ἀνυπόμονοι· μὴ φοβώμεθα ἡμᾶς αὐτούς. Ἕλληνες θὰ κανονίσωσι νομοθετικῶς ἐν καιρῷ τὰ διάφορα ἀντικείμενα. Διότι ἂν δὲν ἔχωμεν πίστιν εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, τότε εἶναι ματαία πᾶσα σκέψις καὶ φροντὶς ἡμῶν. Ἐλέχθησάν τινα περὶ δωροδοκίας, τὰ ὁποῖα φρονῶ, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀκουσθῶσιν ἀπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ τούτου βήματος. Δὲν ἔπρεπεν ὑμεῖς, κύριοι, οἱ Ἕλληνες πληρεξούσιοι, νὰ καταγγείλητε δημοσίᾳ τὴν ἐκκλησίαν ἡμῶν· ἡ καταγγελία αὕτη εἶναι ὄχι μόνον σκανδαλώδης, ἀλλὰ καὶ ἄδικος. Ἂν ἔγεινε δωροδοκία τις, εἶναι ἐξαίρεσις, καὶ ὄχι κανών· ἀπεναντίας οἱ νῦν ἀρχιερεῖς μας εἶναι σεβάσμιοι καὶ σχεδὸν πάντες λόγιοι. Ἀλλὰ ἂν ὑπάρχουν καὶ κληρικοὶ ζητοῦντες νὰ ἐξαγοράσουν τὴν ἀρχιερατικὴν ἕδραν διὰ δωροδοκίας, μήπως δὲν θὰ εὕρουν καὶ ἁπλοῦς ἱερεῖς νὰ δωροδοκήσωσι, καὶ δὲν θὰ εἰσαχθῇ ἡ διαφθορὰ εἰς τὸν κατώτερον κλῆρον μας ὡς ἐκ τῆς σπουδαρχίας, ἡ ὁποία θὰ γεννηθῇ ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν τῶν ἀρχιερέων; Οἱ ἱερεῖς μας δὲν ἔχουν μὲν τὴν δέουσαν ἀνατροφὴν, οὔτε παιδείαν, ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν ἀναμιγνύονται εἰς τὰ πολιτικὰ πράγματα. Καὶ ὅμως τώρα ζητοῦμεν νὰ τοὺς βάλωμεν εἰς τὰ κομματικὰ πάθη, δηλαδὴ νὰ ῥᾳδιουργοῦν καὶ αὐτοὶ καὶ νὰ ῥᾳδιουργοῦνται, ὅπως καὶ ἡμεῖς οἱ κοσμικοί. Θὰ γεννηθῇ δὲ καὶ νέον στάδιον ῥᾳδιουργίας καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς πολιτικούς. Ἐγὼ εἶμαι πληρεξούσιος τῶν Σπετσῶν, ἐὰν λοιπὸν ἐρωτήσω τὰ ἴδιά μου τῆς φιλοδοξίας συμφέροντα, καὶ οὐχὶ τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν μου, τὸ ὁποῖον κεῖται βαθύτατα κεκρυμμένον εἰς τὴν καρδίαν μου, ὀφείλω νὰ ῥᾳδιουργήσω καὶ ἀναμιχθῶ, χάριν τῶν φιλοδόξων σκοπῶν μου, ὄχι μόνον εἰς τὰς βουλευτικὰς, τὰς δημοτικὰς καὶ τὰς ἐπαρχιακὰς, διὰ τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον, ἐκλογὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἀρχιερατικάς. Ἀνάγκη λοιπὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ διακρίνω μεταξὺ ὅλων τῶν ἱερέων τῆς ἐπαρχίας Σπετσῶν, τὸν ἔξυπνον ἐκεῖνον ἱερέα ἢ τὸν πλούσιον ἡγούμενον, ὅστις ἔχει πιθανότητα νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὴν μέλλουσαν ἀρχιερατικὴν ἐκλογὴν, καὶ νὰ τὸν προσλάβω ὡς συμπράκτορα εἰς τὰς ῥᾳδιουργίας μου ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει, ὅτι, ὅταν χηρεύσῃ τοῦ ἀρχιερέως ἡ θέσις, νὰ τὸν συνδράμω εἰς τὸ νὰ ἐκλεχθῇ αὐτὸς ἐπίσκοπος. Εἰς τὰ τοιαῦτα λοιπὸν θὰ φέρῃ δυστυχῶς ἡ εἰσαγωγὴ καὶ παρ’ ἡμῖν τοῦ προτεινομένου συστήματος. Ποῦ θὰ ἐνθυμηθῶσιν οἱ ἀγράμματοι τῶν ἐπαρχιῶν μας ἱερεῖς τὸν διακεκριμένον διὰ τὴν παιδείαν του καὶ τὴν εὐλάβειάν του κληρικὸν, ὅστις μένει κεκρυμμένος καὶ ἄγνωστος εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα ἐπαρχίαν. Ὁ ἡμέτερος κλῆρος συνέπραξε πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως εἰς τὸ μέγα ἐθνικὸν ζήτημα, καὶ ἦτον ἀνάγκη νὰ συμπράξῃ, διὰ νὰ βαλσαμώνῃ τὰς πληγάς μας καὶ νὰ διατηρῇ ἄσβεστον τοῦ πατριωτισμοῦ τὸ πῦρ· τὸ αὐτὸ ἔπραξε καὶ ὁ κλῆρος τῆς Ἑπτανήσου, προκειμένου ν’ ἀποτιναχθῇ ὁ ξενικὸς ζυγός. Ἀλλὰ τώρα, Κύριοι, ὅτε εἴμεθα αὐτόνομοι, προσέξατε, πρὸς θεοῦ, νὰ μὴν ἀναμιχθῇ ὁ κλῆρος εἰς τὰ πολιτικά μας πάθη, καὶ ἕνεκα τούτου ἐξαχρειωθῇ· προσέξατε, κύριοι Ἑπτανήσιοι, νὰ μὴν τὸν ἀναμίξητε εἰς τὰς βουλευτικάς σας ἐκλογὰς, διότι θὰ τὸ μετανοήσητε. Προσέτι διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων ὑπὸ τῶν κατ’ ἐπαρχίας ἱερέων θέλει ματαιωθῆ πᾶσα ἐλπὶς τοῦ ν’ ἀνυψωθῶσιν εἰς ἀρχιερατικὰς θέσεις λόγιοι κληρικοὶ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς Τουρκίας. Κατὰ τὸ νέον καταστατικὸν τοῦ Πατριαρχείου ἀποκλείονται τοῦ νὰ γείνουν ἀρχιερεῖς κληρικοὶ μὴ ὄντες ὑπήκοοι Ὀθωμανοί· τώρα δὲ διὰ τοῦ προτεινομένου μέτρου τείνομεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ν’ ἀποκλείσωμεν καὶ ἡμεῖς τοὺς ἐκ τῆς Τουρκίας κληρικούς. Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ μεγάλη πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθῶμεν; ἢ μᾶλλον πρέπει ν’ ἀναζητῶμεν εἰς τὸν ἀρχιερέα προσόντα διακεκριμένης ἱκανότητος καὶ ἀρετῆς, ἢ καὶ δίπλωμα πανεπιστημιακόν; Τοὐναντίον τὸ προτεινόμενον σύστημα δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὸ ἐναντίον ἄκρον, καὶ ἀποκρούω τὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία δύναται νὰ προαγάγῃ τὴν ἀμάθειαν, τὴν ὑποκρισίαν, ἢ τὸν ἐπαρχιωτισμὸν καὶ τὴν ἀγροικότητα.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ Κ. Καλὸς, ὁ ὁποῖος ὅμως ὑπεχώρησεν εἰς τὸν Κ. Σχινᾶν.
§59ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι, συντόμως θέλω ἐκθέσει τὴν γνώμην μου περὶ τῶν δύω ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνασχολοῦσι τὴν Συνέλευσιν· πρῶτον τὸ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ῥοντίρη, καὶ δεύτερον τὸ τῆς προτάσεως τῶν ἀδελφῶν Ἑπτανησίων περὶ ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων ὑπὸ τοῦ κλήρου. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην πρότασιν λέγω καὶ παρακαλῶ τὸν Κ. Ῥοντίρην νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ πρότασίς του προέρχεται μὲν βεβαίως ἀπὸ πρόνοιαν καὶ πολιτικὴν καὶ ἐκκλησιαστικὴν, καὶ ἀπὸ εὐθύτητα ἐκλογικὴν, ἀλλ’ ἐὰν ἤθελεν ἐξετάσει τὸ περὶ τούτου μετ’ ἐπιμελείας, ἤθελε παραιτήσει τὴν πρότασιν ταύτην, καθότι ἐμπεριέχεται ὁλόσωμος εἰς τοὺς κανόνας, καὶ ἐπειδὴ λέγομεν καὶ ὅλοι παρεδέχθημεν καὶ ἀπεφασίσαμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς ἐκκλησίας συμφώνως πρὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς νὰ ψηφίσωμεν τὸ νέον καταστατικὸν, τότε ἠμποροῦμεν νὰ ἐκφρασθῶμεν καὶ σαφέστερον περὶ τούτου· ἄλλως τε ἂν μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι μακρὸς ὁ κανὼν, θέλω σᾶς τὸν ἀναγνώσει εὐθύς· κανὼν Γʹ. τῆς Ζʹ. οἰκουμενικῆς συνόδου «Πᾶσαν ψῆφον γινομένην παρὰ ἀρχόντων, ἐπισκόπου ἢ πρεσβυτέρου ἢ διακόνου, ἄκυρον μένειν κατὰ τὸν ἀποστολικὸν κανόνα τὸν λέγοντα· εἴ τις ἐπίσκοπος, κοσμικοῖς ἄρχουσι χρησάμενος, δι’ αὐτῶν ἐγκρατὴς ἐκκλησίας γένηται, καθαιρείσθω καὶ ἀφοριζέσθω καὶ οἱ κοινωνοῦντες αὐτῷ πάντες». Ἔρχομαι, Κύριοι.
§60ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Κ. Σχινᾶ, ἐπειδὴ μὲ προεκαλέσατε, σᾶς ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν. Δέχομαι ὅτι ὁ κανὼν ἐμπεριέχει τὴν πρότασίν μου, ἀλλὰ τὸ σύνταγμα δὲν παρηρμηνεύθη κατόπιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων;
§61ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ σύνταγμα καὶ παρηρμηνεύθη καὶ κατεπατήθη ὑπὸ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, καὶ ὁ καταστατικὸς νόμος εἶναι τρανὴ ἀπόδειξις τούτου. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ σπουδαιότατον ζήτημα, τὸ περὶ ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων ὑπὸ τοῦ κλήρου διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, καθὼς προτείνουσιν οἱ ἀδελφοὶ Ἑπτανήσιοι, κινούμενοι ἴσως ἐξ ἄλλων λόγων εἰς τὰ παρ’ αὐτῶν ἐπιζητούμενα καὶ ἀκόμη ὑποχρεούμενοι ἠθικῶς καὶ ἀπὸ τοὺς λαοὺς τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύουσι καὶ ἀπὸ τὸν κλῆρον εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξωσι τοῦτο. Κύριοι, δὲν θὰ μακρηγορήσω καθὼς ὁ προαγορεύσας, ἀλλὰ θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τούτου, αἱ ὁποῖαι μοὶ φαίνονται πολλὰ σαφεῖς. Εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐκκλησίας γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς, ὅτι οἱ ἀρχιερεῖς ἐξελέγοντο παρὰ τοῦ λαοῦ· μάλιστα δὲ πρῶτος ὁ μικρὸς χριστιανικὸς λαὸς, ὁ τότε ἐν Ἱερουσαλὴμ, ἐξέλεξεν εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἀπολωλότος Ἀποστόλου τὸν Ματθία, στήσασα δύω ὑποψηφίους καὶ διὰ τοῦ κλήρου ἐκλέξας τὸν Ματθία. Κατόπι δὲ ἐπειδὴ ἐπληθύνετο ἡ ἐκκλησία, καὶ ἀταξίαι συνέβαινον εἰς τὴν ἐκλογὴν, αἱ σύνοδοι, ἥ τε πρώτη οἰκουμενικὴ καὶ ἄλλαι μετὰ ταῦτα ὥρισαν ῥητῶς ὅτι κωλύεται τὸ νὰ ἐκλέγωνται οἱ ἀρχιερεῖς ὑπὸ τοῦ πλήθους διὰ κανόνων, ὄχι ἑνὸς, ὃν ἀνέφερεν ὡς μόνον ὁ προαγορεύσας, ἀλλ’ ἓξ κανόνας θέλω ἀναφέρει χωρὶς νὰ τοὺς ἀναγνώσω, καὶ ὅποιος θέλει, ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ σημείωσιν, διότι τὰ περὶ τούτου δὲν εἶναι μυστηριώδη· καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἠμποροῦν νὰ ἐξελέγξουν τὸ ἀκριβεῖς ἢ μὴ τῶν λεγομένων παρὰ τῶν ἀγορευόντων. Οἱ κανόνες εἶναι· ὁ τέταρτος τῆς πρώτης οἰκουμενικῆς συνόδου, ὁ τρίτος τῆς 7 οἰκουμενικῆς, ὁ 19 τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ, ὁ 13 τῆς ἐν Καρθαγένῃ, ὁ 12 καὶ 13 τῆς ἐν Λαοδικείᾳ ....
§62ΜΑΡΙΝΟΣ. Νὰ ἐκλέγωνται οὐχὶ παρὰ τοῦ λαοῦ;
§63ΣΧΙΝΑΣ. Οὐχὶ παρὰ τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ παρὰ τῶν ἐπισκόπων ἑκάστης ἐκκλησιαστικῆς περιφερείας. Τώρα, Κύριοι, δύναταί τις νὰ κάμῃ σκέψεις τινὰς ἐπὶ τούτου. Εὑρίσκομεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀρχιερέων παρὰ τῶν ἱερέων· τοῦτο εἶναι ἐναντίον τῶν κανόνων; ἐγὼ λέγω οὕτω πως· δὲν ὁρίζεται ῥητῶς, δὲν ἐπιβάλλεται παρὰ τῶν κανόνων ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀρχιερέων παρὰ τοῦ κλήρου, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀποτρέπεται, ἐντεῦθεν εἶναι ἡ ἀνοχὴ καὶ οἰκονομία τὴν ὁποίαν ἡ μεγάλη ἐκκλησία, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου, ἔδειξεν ἐπὶ πολὺν χρόνον πρακτικῶς ἀποφαινομένη ὑπὲρ τῆς τοιαύτης ἐκλογῆς, εἰ καὶ πλαγίως, διότι ἐξέδιδε τὰ περὶ χειροτονίας. Ταῦτα, Κύριοι! δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν ἀδελφῶν Ἑπτανησίων, λέγω δὲ, ὅτι ταῦτα δὲν ἀρκοῦν νὰ λέγωνται παρ’ ἑνὸς ἢ δύω τῶν ῥητόρων ἢ παρὰ 30 καὶ 60 καὶ περισσοτέρων· ἀλλ’ εἶναι ἀντικείμενον σκέψεως σπουδαιοτάτης, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ καὶ καιρὸν περισσότερον καὶ ἄλλα τινὰ πρόσωπα καὶ μάλιστα ἐκκλησιαστικὰ, ἀπαιτεῖ τὰ μέλη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, ἀπαιτεῖ λογάδας κληρικοὺς, λογάδας κοσμικοὺς, εἰδήμονας τῶν τοιούτων, ὥστε νὰ κάμουν ἐπὶ σχολῆς σκέψεις τὰς δεούσας, καὶ οὕτω πως νὰ διατυπώσουν μίαν κοινὴν γνώμην περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων ἐνταῦθα τε καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Διὰ τοῦτο, Κύριοι! τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ἐπειδὴ καὶ δὲν εἴμεθα πατέρες τῆς ἐκκλησίας, καθὼς εἶπεν ἀξιόλογα ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Γ. Τυπάλδος Ἰακωβάτος, δὲν δυνάμεθα διὰ μιᾶς καὶ μόνοι νὰ ἀποφασίσωμεν· θὰ ἔλθῃ ὁ καιρὸς ὅτε μετὰ τοῦ κλήρου γενήσεται σκέψις περὶ τούτων καὶ διατυπωθήσονται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αἱ Βουλαὶ πρέπει νὰ ψηφίσωσιν. Λέγω δὲ κυρίως τοῦτον τὸν λόγον ὡς ἰσχυρότατον διὰ νὰ μὴ τεθῇ ἐντὸς τοῦ συντάγματος ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξις κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἀδελφῶν Ἑπτανησίων, διότι ἐντὸς τοῦ συντάγματος ὄχι μόνον, καθὼς εἶπον ἄλλοι, δὲν ἔχει χώραν, καθὸ διάταξις κανονιστικὴ, ἀλλὰ κυρίως, διότι ἀπαιτεῖται ὄχι αὐτοσχεδίως νὰ ἀποφασισθοῦν τὰ περὶ τούτου, ἀλλ’ εἰς ἄλλον καιρὸν καὶ μετὰ σκέψεως πολὺ πυκνοτέρας. Αὕτη εἶναι ἡ περὶ τούτων γνώμη μου· εἰς πολλὰ ἠδυνάμην νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν Κύριον προαγορεύσαντα, ἀλλὰ τὸ πρῶτον μέρος τῆς ὁμιλίας του ἦτο τόσον συγκεχυμένον περὶ διαφορῶν μεταξὺ ἐκκλησίας καὶ πολιτείας, ὥστε νομίζω ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ καὶ ἐγὼ εἰς ὁδοὺς πλάνης ἂν ἤθελον τὸν ἀκολουθήσει. Τὸ περὶ Χωρεπισκόπων, ὅπως τὸ παρέστησεν, εἶναι ὅλως διόλου ἀνύπαρκτον εἰς τοὺς κανόνας, καθὼς ἐπίσης δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἷς μόνον κανὼν ὥρισε τὰ περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπισκόπων· διὰ τοῦτο ἔρχομαι εἰς τὸ συμπέρασμα καὶ παρακαλῶ τοὺς ἀδελφοὺς Ἑπτανησίους νὰ δεχθῶσιν, ὥστε νὰ τεθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι νέον καταστατικὸν διατυπωθησόμενον, καὶ τῇ γνωμοδοτήσει τῆς Ἐκκλησίας ὅλης τῆς Ἑλλάδος, θέλει συμφώνως μὲ τοὺς ἱεροὺς κανόνας διατάξει τὰ περὶ τῆς ἐκκλησίας καὶ ἰδιαιτέρως πρῶτον τὰ περὶ ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων, λαμβανομένου ὑπὸ σκέψιν καὶ τοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ συστήματος τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων ὑπὸ τοῦ κλήρου διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Τοῦτο, νομίζω, ἂν παραδεχθῶμεν, ἐκπληροῦμεν ὅλας τὰς ἐφέσεις, διότι ἡμεῖς δὲν διατεινόμεθα, ὅτι τὰ ἐδῶ πάντα καλῶς ἔχουσιν, ἀλλ’ ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ ψηφισθῇ ὁ καταστατικὸς νόμος, θὰ κανονισθῶσι καὶ τὰ ἐδῶ κανονικώτερα καὶ τὰ ἄλλα θέλουσι συμβιβασθῇ μὲ τὰς ῥητὰς διατάξεις τῶν ἱερῶν κανόνων τῆς ἐκκλησίας· διὰ τοῦτο διετύπωσα τὴν πρότασιν ταύτην, προτείνων ἵνα σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς κατ’ ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ὅτι νέος καταστατικὸς νόμος θέλει ἐκδοθῆ ὑπὸ τῆς πρώτης βουλευτικῆς συνόδου, κανονίζων κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἱερῶν κανόνων, τὰ περὶ ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων καὶ τὰ τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων αὐτῶν τε καὶ τῆς ἱερᾶς Συνόδου ὡς καὶ τὰ τοῦ ἄλλου κλήρου καὶ εἴτε ἄλλο ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τῆς ἐκκλησίας, λαμβανομένου ὑπὸ σκέψιν καὶ τοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπικρατοῦντος ἐθίμου τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων ὑπὸ τοῦ κλήρου διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας.
§64ΜΕΤΑΞΑΣ. Καὶ ἐν τοσούτῳ πῶς θὰ διατελοῦν τὰ ἐν Ἑπτανήσῳ;
§65ΣΧΙΝΑΣ. Ὅπως διατελοῦν τὰ οἰκονομικὰ, τὰ δικαστικὰ, τὰ διοικητικὰ, διότι ἡ ἀφομοίωσις θὰ γίνῃ ἔπειτα.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἐφωτίσθημεν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰσί.....
§68ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§69ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ (θόρυβος).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπω ὅτι ὑπάρχει διάθεσις νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις· διὰ τοῦτο εἶναι καλὸν οἱ ἐγγεγραμμένοι, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσουν, νὰ ὑποχωρήσῃ ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον.
§71ΠΟΛΛΟΙ. Ὅλοι νὰ ὁμιλήσουν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρῶτος ἐγγεγραμμένος εἶναι ὁ Κύριος Ἀθαν. Πετιμεζᾶς.
§73ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν θέλῃ κανεὶς Ἑπτανήσιος, παραχωρῶ τὴν θέσιν μου.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Ὁμιλήσατε.
§75ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ῥοντίρη, καὶ ὑπὲρ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἐπρότεινεν. Ἡ πρότασις τῶν πληρεξουσίων τῆς Ζακύνθου, Κεφαλληνίας, Κερκύρας, Ἰθάκης.....
§76ΤΙΝΕΣ. Τῆς Ἑπτανήσου.
§77Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν λέγω τῆς Ἑπτανήσου, διότι δὲν λέγεται ὁ πληρεξούσιος τῆς Πελοπονήσου, ἀλλὰ λέγεται ὁ πληρεξούσιος τῶν Καλαμῶν. Λοιπὸν πρέπει νὰ παύσῃ τὸ τῆς Ἑπτανήσου.
§78ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα (εὖγε).
§79ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ μετατραπῇ εἰς ψήφισμα. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν φίλον μου Κ. Ῥοντίρην ν’ ἀντικαστήσῃ εἰς τὴν πρότασίν του δύω λέξεις. Λέγει «εἰς τὴν χειροτονίαν τῶν Ἀρχιερέων, καὶ πάντων τῶν τοῦ κλήρου ἀξιωματικῶν, ἡ κοσμικὴ ἐξουσία δὲν ἀναμιγνύεται παντάπασι.» Θὰ τὸν παρακαλέσω ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ εἰς τὴν χειροτονίαν διὰ τῆς λέξεως εἰς τὴν ἐκλογὴν, διότι χειροτονία λέγεται ἡ ἱεροτελεστία, ἡ λαμβάνουσα χώραν ἐν τῷ Ναῷ, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἶναι ἤδη ἐκλελεγμένος ὁ ἀρχιερεύς· καὶ πάντων τῶν τοῦ κλήρου ἀξιωματικῶν ἡ κοσμικὴ ἐξουσία, ἀντὶ τοῦ ἡ κοσμικὴ νὰ εἴπῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἢ ἡ πολιτικὴ ἀρχή. ....... Ὁ λόγος, Κύριοι, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀναχωρῶ διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ῥοντίρη, εἶναι ὁ ἀκόλουθος· καὶ δὲν συμφωνῶ καθόλου μὲ τὸν Κύριον Σχινᾶν, ὅτι, ἐπειδὴ ῥητὸς κανὼν ἀπαγορεύει τὴν ἐπέμβασιν τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἦτο περιττὸν τοῦτο νὰ ὁρισθῇ ῥητῶς ἐν τῷ Συντάγματι· διότι ὁ κανὼν αὐτὸς, Κύριοι, ἦτο πολὺ παλαιότερος τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, καὶ μολαταῦτα ἐπῆλθε καὶ καταστατικὸς νόμος, ἐπῆλθεν ἐκκλησιαστικὸς νόμος ἐν τῇ πολιτείᾳ, διὰ τῶν ὁποίων ἐπετράπη, Κύριοι, φανερὰ ἐπέμβασις, οὐχὶ ἐπέμβασις, ἀλλὰ δέσμευσις τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος· σᾶς ἀναφέρω ἓν κοινότατον παράδειγμα. Ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ χειροτονηθῇ ἱερεύς τις, καὶ ἀποφαίνεται ὅλη ἡ Σύνοδος, ὅτι ὁ ἱερεὺς αὐτὸς ἔχει ὅλα τὰ προσόντα, ἵνα χειροτονηθῇ, καὶ ὁ Βασιλικὸς ἐπίτροπος δὲν ἐγκρίνει τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου, ὁ ἱερεὺς δὲν ἐκλέγεται, καὶ ἰδοὺ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ δεσμεύεται ἀπὸ τὴν πολιτείαν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ λόγος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον παρεκινήθην νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ῥοντήρη, εἶναι, διότι θεωρῶ ἀναγκαῖον αὐτὴ ἡ ῥήτρα νὰ τεθῇ εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον τῆς πολιτείας ἵνα μὴ ἔλθῃ Βουλὴ, ἴσως ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὠνόμασεν ὁ Κ. Λομβάρδος come stati, καὶ μᾶς κάμῃ ἄλλους νόμους· διὰ τοῦτο θέλομεν νὰ τὴν ἔχωμεν δεσμευμένην διὰ τῆς ῥήτρας αὐτῆς· αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἔπεισε νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ῥοντήρη μὲ τὴν ῥητὴν μόνον παρατήρησιν τοῦ ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ δύω λέξεις διὰ τῶν λέξεων, τὰς ὁποίας εἶπον. Δὲν θεωρῶ δὲ καὶ ἐγὼ, Κύριοι, καθόλου κατάλληλον νὰ προστεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ πρότασις τῶν πληρεξουσίων Ζακύνθου, Κεφαλληνίας κτλ. καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος· διότι ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ κανονίζεται ὁ τρόπος τῆς ψηφοφορίας, καὶ τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον νόμου ἰδιαιτέρου· διότι αὔριον, Κύριοι, παρίσταται μία ἀνάγκη μεταβολῆς τοῦ συστήματος τούτου τῆς ψηφοφορίας. Ὑποθέσατε διὰ μίαν στιγμὴν, Κύριοι, ὅτι μετὰ 15–20 ἔτη ἔχομεν κλῆρον τόσον καλὸν, ὥστε δύναται καλλίτερον νὰ ἐξασκήσῃ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας τὰ δικαιώματα αὑτοῦ, ἢ διὰ μυστικῆς· ὑποθέσατε τοιοῦτόν τι· ἂν ὅμως θέσωμεν τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ψηφοφορίας ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν δυνάμεθα πλέον ν’ ἀλλάξωμεν τὸν τρόπον τῆς ψηφοφορίας. Διὰ τοῦτο ἡ πρότασις αὕτη νὰ μετατραπῇ, ὡς εἶπεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, εἰς ψήφισμα, νὰ λάβῃ τὸν χαρακτῆρα ἑνὸς νόμου, καὶ θεωρῶ ἀναγκαῖον, Κύριοι, ἀπὸ τοῦδε, νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, καθόλου μὴ συμφωνῶν μὲ τὸν κύριον Σχινᾶν, ὅστις εἶπεν, ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐνεργουμένης ἐν Ἑπτανήσῳ τῶν Ἀρχιερέων δὲν ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς κανόνας τῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ δὲν ὁρίζεται· οὐχ ἧττον ὅμως, ὁ ἴδιος Κύριος πληρεξούσιος ὑπεστήριξεν ὅτι ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας ἀνεγνώρισεν ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία τὸν τρόπον τοῦτον τῶν Ἀρχιερέων ἐν Ἑπτανήσῳ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ Μ. Ἐκκλησία διὰ τῶν ἐκδόσεων ἐπὶ τῆς χειροτονίας ἔφερε τὸ μέγα πλεονέκτημα, τοῦ ὅτι ὁ κλῆρος τῆς Ἑπτανήσου νὰ θεωρῆται ὡς ὁ ἀληθῶς πνευματικὸς πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ καθόλου δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν ἀπὸ τοῦδε νὰ τὸ παραδεχθῶμεν· καθόλου δὲ μὴ φοβῆσθε τὴν παππαδοκρατίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερεν ὁ Κ. Διομήδης Κυριακοῦ, ἀπωθοῦντες μάλιστα διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τὴν πολιτικὴν ἐπέμβασιν, μὴν φοβῆσθε τὴν παππαδοκρατίαν εἰς αὑτὸν τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων, διότι ἡ πολιτεία ἔχει τὸ μέγιστον μέρος· καὶ ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ μέγιστον μέρος, διότι, οἱ ἱερεῖς ὡς ἐν τῇ πρῴην Ἑλλάδι καὶ ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ γίνονται διὰ ψηφοφορίας, διότι τὶ ἄλλο εἶναι, Κύριοι, ἡ συγκατάθεσις μιᾶς κοινότητος ὑπογραφούσης μίαν ἀναφορὰν καὶ αἴτησιν τοῦ νὰ χειροτονηθῇ ὁ δεῖνα ὡς ἱερεὺς, παρὰ μία ψηφοφορία; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἀρχιερέων ἐκ μέρους τῶν ἱερέων, οἱ ἱερεῖς δὲν χρησιμεύουν παρὰ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὡς ἐκλέκτορες, προερχόμενοι ἐκ τῆς θελήσεως τῆς πολιτείας, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐκ τῆς θελήσεως τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς· βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς παππαδοκρατίας δὲν δύναται νὰ εὕρῃ στήριγμα, δὲν δύναται νὰ εὕρῃ τροφὴν εἰς αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν Ἑπτανήσῳ, διότι ἡ πολιτεία ἔχει τὸ πρῶτον μέρος. Ὁ κύριος Διομήδης Κυριακοῦ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶπεν, ὅτι ἡ ἐκκλησία πρέπει νὰ συμβαδίζῃ μὲ τὴν πολιτικὴν καὶ διανοητικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ εἰς ποῖον ἄλλο σύστημα στηρίζει τὴν ἰδέαν του ὁ Κύριος Διομήδης καλλίτερον, παρὰ εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ, ὅπου, Κύριοι, ὑπάρχει ἔμμεσος ἐκλογὴ τῶν ἀρχιερέων, καὶ οὕτως συμβαδίζει πράγματι ἡ πολιτεία μὲ τὴν ἐκκλησίαν· δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, κἀμμία ἀμφιβολία, ὅτι ὅλοι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ εἴμεθα σύμφωνοι, Κύριοι, διότι τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια· καὶ ὅταν ἡ ἀλήθεια, Κύριοι, παρουσιάζηται ἐνώπιον αὐτῆς οὐδεὶς δύναται νὰ ἀπαντήσῃ· καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀπὸ προχθές, ὅτε ἤρχισεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, οὐδεὶς παρουσιάσθη νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν εἶναι καλὸν, καὶ ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, εἶναι καλλίτερον· κατὰ συνέπειαν λοιπὸν ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης καταφανοῦς, ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης πασιφανοῦς καὶ ἀναντιῤῥήτου ἀληθείας, διατί νὰ διστάζητε καὶ νὰ μετατρέψητε τὴν πρότασιν αὐτὴν εἰς ψήφισμα, καὶ νὰ ψηφίσητε ἀπὸ τοῦδε τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς ἐκλογῆς; διότι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ καταστατικὸν, ἦτο τῆς ἐπεμβάσεως τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα· διότι, Κύριοι, κατὰ τὸ μέγιστον τῶν δικαιωμάτων μας, κατὰ μὲν τὸ πολιτικὸν σύνταγμα, ὅστις ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ μείνῃ δύω, τρία ἔτη, ἀποκτᾷ τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου Ἕλληνος, καὶ δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι· δὲν ἀποστερεῖται οὐδεὶς οἱουδήποτε θρησκεύματος, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν, εἷς Ἑβραῖος νὰ ἔλθῃ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι τοιοῦτοι εἶναι οἱ φιλελεύθεροι νόμοι τῆς πολιτείας· χρώμενοι τοῦ μεγίστου τούτου δικαιώματος, ὡς πρὸς τὰ ἐκκλησιαστικὰ, θέλομεν ἔχει ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐκκλησίας ἕναν Ἑβραῖον! (θόρυβος εἴς τινα θρανία) Τί ταράττεσθε; Κύριοι, ὅταν προσκαλῆτε ἕνα Ἑβραῖον νὰ γείνῃ πληρεξούσιος, δύναται νὰ ἔλθῃ καὶ ὑπουργὸς καὶ πρωθυπουργός. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους λοιπὸν, Κύριοι, ὑποστηρίζω, ἡ μὲν πρότασις τοῦ Κυρίου Ῥοντήρη διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν δύω λέξεων, νὰ ἀπαρτίσῃ μέρος εἰς τὸν τελευταῖον παράγραφον τοῦ συντάγματος, ἡ δὲ πρότασις τῶν πληρεξουσίων Κερκύρας, Κεφαλληνίας κτλ. νὰ μετατραπῇ εἰς ψήφισμα καὶ νὰ ψηφοφορηθῇ, διότι δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς λόγος, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς θέτῃ πρὸς ἀμφιταλάντευσιν.
§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Πολεμῶ, Κύριοι, ἀμφοτέρας τὰς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεις, τὴν μὲν τοῦ Κυρίου Ῥοντίρη κατ’ οὐσίαν, τὴν δὲ τῶν πληρεξουσίων Ζακύνθου καὶ Κεφαλληνίας καὶ λοιπῶν, κατὰ τὴν τάσιν αὐτῆς εἰς τὸ ν’ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ Συντάγματος, ἢ εἰς τὸ νὰ ὑποχρεωθῇ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ὁ νομοθέτης νὰ παραδεχθῇ ἀπὸ τοῦδε ὡρισμένην τινὰ βάσιν νέου καταστατικοῦ νόμου, τῆς ἐκκλησίας. Δὲν θὰ σᾶς ἀναπτύξω, Κύριοι, τὰ διάφορα συστήματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιστήμη καθιεροῖ, ὁρίζουσα τὴν σχέσιν τῆς ἐκκλησίας πρὸς τὴν πολιτείαν· τὰ συστήματα ταῦτα ἠκούσατε ἤδη διὰ μακρῶν ἀναπτυχθέντα ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ τὸν ἔντιμον καθηγητὴν τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Συνέλευσιν νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι παραδεχομένη τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ῥοντίρη, καταστρέφει ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐδημιούργησεν. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Ῥοντίρη οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ ἄρνησις τῶν δύο πρώτων ἄρθρων, τὰ ὁποῖα παρεδέχθητε. Ποῖον τῷ ὄντι πνεῦμα ἐνέπνευσε τὴν Συνέλευσιν ψηφίσασαν τὰ ἄρθρα ταῦτα; Καὶ ποῖον ἄλλο, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ποῖον ἄλλο, εἰμὴ ὅτι ἡ Ἀνατολικὴ ἐκκλησία διατελεῖ ἐν τῇ πολιτείᾳ, μὴ δυναμένη νὰ ᾖναι ἴση, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ὑπερτέρα ταύτης; Ὅλος δὲ ὁ βίος τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας εἶναι ζῶσα μαρτυρία τούτου· ἔχω ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ σᾶς φέρω ἱστορικὰ παραδείγματα; Τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ Ἀνατολικὴ ἐκκλησία, πιστὴ μείνασα εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ θεμελιωτοῦ αὐτῆς, οὐδαμοῦ, οὐδέποτε συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ τεθῇ ὑπεράνω τῆς πολιτείας; οὐδέποτε τὴν ὤθησεν ἡ κοσμικὴ κενοδοξία, ὥστε νὰ θέσῃ ἀπέναντι αὐτῆς τὴν ὑδρόγειον σφαῖραν, νὰ χαράξῃ ἐπ’ αὐτῆς γραμμὴν καὶ νὰ δώσῃ τὸ μὲν ἓν μέρος εἰς τοῦτον, τὸ δὲ ἄλλο εἰς ἐκεῖνον τὸν ἡγεμόνα, ἀλλ’ ἔζησεν ὑποτασσομένη ἀείποτε εἰς τὴν πολιτείαν, κατά τινας δὲ μάλιστα ἐποχὰς ὑποτασσομένη ὑπερμέτρως. Αὐτὸς ὁ λόγος, λόγος ἰσχυρὸς, προέδρευσεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν, ὅταν παρεδέχθημεν τὰ δύω πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ἐννοήσαμεν τοὐτέστι καθιεροῦντες τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας, νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ ἐκκλησία ἀκολουθεῖ τὴν πολιτείαν καὶ ζῇ ἐν αὐτῇ· ἐπειδὴ δὲ ἡ πολιτεία ἀνεκτήσατο τὴν κοσμικὴν ἀνεξαρτησίαν της, ἀναγκαίως ἡ ἐκκλησία πρέπει νὰ τὴν ἀκολουθήσῃ, κηρυττομένη καὶ αὕτη αὐτοκέφαλος. Ἰδοὺ τὸ πνεῦμα τῶν δύω ἄρθρων.
§81ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί ὅμως σᾶς ζητοῦν τώρα νὰ πράξητε; Νὰ καθιερώσητε τὴν ἐναντίαν ἀρχήν! νὰ διαιρέσητε τὴν ἐκκλησίαν ἀπὸ τῆς πολιτείας, καὶ δημιουργοῦντες κράτος ἐν κράτει, νὰ κηρύξητε τὴν ἐκκλησίαν ἐντελῶς ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς! Καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως ταύτης ἐψήφισεν ὑπὲρ τῶν δύω πρώτων ἄρθρων!
§83ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Κ. Μίληση, τὰ δικαστήρια περιλαμβάνονται εἰς τὴν πολιτικὴν ἀρχήν;
§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὰ δικαστήρια καὶ αἱ βουλαὶ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ συναποτελοῦν τὴν πολιτείαν· δὲν ἐννοῶ λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἔνστασιν, τὴν ὁποίαν ἀδιακόπως διακωδωνίζετε. Ἐν ὀνόματι, Κύριοι, τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ἐκκλησίας, ὑπέβαλον τὴν πρότασιν ταύτην. Ἀλλ’ ἂν μὲν ἐννοοῦν τὴν πνευματικὴν ἀνεξαρτησίαν, αὕτη καθιερώθη ἤδη ῥητῶς ὑπὸ τοῦ 2 ἄρθρου· ἂν δὲ τὴν διοικητικὴν, δὲν βλέπουν, ὅτι διαιροῦν οὕτως ἀποτόμως τὴν ἐκκλησίαν ἀπὸ τῆς πολιτείας; Αἰσθάνονται, ὅτι καταστρέφουν ὅλον τὸν βίον, ὅλας τὰς παραδόσεις τῆς ἐκκλησίας, ὅτι ἀνατρέπουν τὴν σχέσιν αὐτῆς πρὸς τὴν πολιτείαν, σχέσιν διὰ μακρῶν αἰώνων κανονισθεῖσαν καὶ ἑδραιωθεῖσαν; Ἀλλ’ ὄχι· ἡ ἀνεξαρτησία τῆς ἐκκλησίας εἶναι ἁπλοῦν πρόσχημα, ὄπισθεν αὐτῆς ἐνεργεῖ ἡ μανία τῆς ἀπολύτου ἀποκεντρώσεως. Ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐκκλησίας ἀφοπλίζουν, ἐξασθενοῦν καὶ παραλύουν τὴν ἐξουσίαν ἕως οὗ τὴν καταντήσουν φάσμα ἢ σκιάν. Τότε ἡ ἐλευθερία θὰ ἀνιδρυθῇ καὶ θὰ ἀκμάσῃ. Ὁποία σύγχυσις ἰδεῶν! Καταχρήσεις, δωροδοκίας ἐξέθηκαν ἐπιδεικτικῶς, ὡς νὰ ἐπεδείκνυον ἀρετὰς τῆς πατρίδος. Δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω τὸ βάσιμον τῶν τοιούτων καταχρήσεων. Λέγω μόνον, ὅτι αὗται τίποτε δὲν ἀποδεικνύουν κατὰ τῆς ὀρθότητος τῶν θεσμῶν. Αἱ καταχρήσεις, Κύριοι, εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καὶ ἀτελείας, παρακολουθούσης τὴν ἐφαρμογὴν παντὸς ἀνθρωπίνου θεσμοῦ, πλανᾶσθε δὲ ἂν νομίζητε, ὅτι διὰ τοῦ συστήματός σας θὰ λείψουν αἱ καταχρήσεις· τοὐναντίον μάλιστα ἀνυψοῦντες τὴν ἐκκλησίαν εἰς κράτος ἐν κράτει, εἰσάγοντες εἰς τὸ σῶμα αὐτῆς τὸ πνεῦμα τῆς διαιρέσεως, τοῦ κομματισμοῦ καὶ τοῦ φατριασμοῦ, θέλετε αὐξήσει βεβαίως ἀντὶ νὰ ἐλαττώσητε τὰς καταχρήσεις. Τὰ ὀλίγα ταῦτα ἀρκοῦν διὰ νὰ καταδείξουν τὴν φύσιν τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ῥοντίρη. Ἔρχομαι τώρα, Κύριοι, εἰς τὴν ἄλλην πρότασιν· ταύτην οὔτε πολεμῶ κατ’ οὐσίαν, οὔτε ὅμως ἀποδέχομαι, ὡς μόνην ὀρθήν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ νὰ ἐκλέγωνται οἱ ἐπίσκοποι ὑπὸ τῶν ἱερέων τῆς ἐπισκοπῆς, εἶναι μᾶλλον σύμφωνον μὲ τοὺς κανόνας τῆς ἐκκλησίας, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀναντίῤῥητον, ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τοῦ χριστιανισμοῦ οἱ ἐπίσκοποι ἐξελέγοντο ὑπό τε τῶν λαϊκῶν καὶ ὑπὸ τῶν κληρικῶν, καὶ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο περιωρίσθη κατόπιν εἰς μόνον τὸν κλῆρον διὰ τὰς καταχρήσεις καὶ τὰ ἀτοπήματα τοῦ ὄχλου, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον χώραν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπισκόπων· ὁ ὄχλος διῃρεῖτο εἰς δύω φατριαστικὰ στρατόπεδα, ἐντεῦθεν δὲ οὐ μόνον ἡ ἐκλογὴ καθίστατο ταραχώδης καὶ ἐμπαθὴς, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀποτυχοῦσα φατρία διέκειτο πάντοτε δυσμενῶς πρὸς τὸν ἐκλεχθέντα ἐπίσκοπον. Ἰδοὺ ὁ μόνος λόγος, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τὴν ἐκκλησίαν νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπισκόπων εἰς μόνον τὸν κλῆρον. Κατόπιν δὲ, ὅταν τὰ αὐτὰ ἀτοπήματα ἀνεφάνησαν καὶ ἐν τῷ περιωρισμένῳ τούτῳ κύκλῳ τῆς ἐκλογῆς, ἡ ὑπερτάτη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ἀνέλαβε μόνη τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἔχομεν σήμερον δύω διαφόρους τρόπους ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων, ὑπὸ τῶν ἱερέων τῆς ἐπισκοπῆς, ἢ ὑπὸ τῆς ὑπερτάτης ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς. Ἀμφότεροι δὲ οἱ τρόποι οὗτοι, ἔχοντες τὴν πηγὴν των εἰς πολιτικοὺς λόγους, εἶναι ἐπίσης νόμιμοι καὶ κανονικοὶ, καὶ οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη νὰ θεωρήσῃ ὡς αἱρετικοὺς τοὺς ἐπισκόπους τοὺς ἐκλεχθέντας κατὰ τοῦτον ἢ κατ’ ἐκεῖνον τὸν τρόπον. Τὸ ζήτημα λοιπὸν προδήλως δὲν εἶναι θρησκευτικὸν, ἀλλὰ καθαρῶς πολιτικὸν, καὶ ὁ νομοθέτης δύναται νὰ τὸ λύσῃ συμβιβάζων φρονίμως τὰ διεστῶτα. Ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι, ὅτι τώρα δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος τόπος καὶ χρόνος διὰ νὰ λυθῇ τοιοῦτον ζήτημα· δὲν πρόκειται τῳόντι νὰ συνταχθῇ νέος καταστατικὸς νόμος, κανονίζων τὰ τῆς ἐκκλησίας. Διατὶ λοιπὸν θέλετε νὰ δεσμεύσητε ἀπὸ τοῦδε τὸν νομοθέτην, προδιαγράφοντες τὴν πορείαν τῆς ἐνεργείας του; Πόθεν δῆλον, ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς, τὸν ὁποῖον σεῖς ὑποστηρίζετε, εἶναι ὁ ὀρθότερος, καὶ ζητεῖτε μάλιστα νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Συντάγματι μίαν ὀργανικὴν καθαρῶς διάταξιν ὡς ἀρχὴν τοῦ δικαίου ἀΐδιον, ἀναλλοίωτον, οἵα εἶναι ἡ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἢ τοῦ ἀπαραβιάστου τῆς ἰδιοκτησίας κτλ. Τί λοιπὸν πρέπει νὰ πράξωμεν; Ἀκούσατε, Κύριοι· ἔχομεν ἐξ ἑνὸς τὴν ἀξίωσιν τῶν ἀδελφῶν Ἑπτανησίων τοῦ νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ σύστημά των, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἔζησαν τοσοῦτον χρόνον, καὶ τὸ ὁποῖον θεωροῦν ὀρθότερον· ἔχομεν ἐξ ἄλλου τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ ἡμέτερον σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς ἐζήσαμεν τόσον χρόνον, καὶ τὸ ὁποῖον θεωροῦν τινες ὀρθότερον. Ἂς μὴ λύσωμεν λοιπὸν τώρα τὸ ζήτημα, ἀφοῦ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ἔργον μας, ἂς ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸν νομοθέτην, ὅταν συντάξῃ νέον καταστατικὸν νόμον, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἓν σύστημα καὶ τὸ ἄλλο, νὰ κρίνῃ αὐτὰ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ὅ,τι πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ. Τὸ νὰ ἔχητε ὅμως τὴν ἀξίωσιν νὰ θέσητε ἁπλουστάτην ὀργανικὴν διάταξιν, καὶ ταύτην ἀμφισβητουμένην, ὡς θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὸ νὰ δεσμεύσητε τὸν νομοθέτην ὑποχρεοῦντες αὐτὸν δι’ ἑνὸς ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ παράρτημα τοῦ Συντάγματος, ἢ καὶ διὰ τῆς ἁπλῆς σημειώσεως ἐν τοῖς πρακτικοῖς, νὰ δεχθῇ ἀπὸ τοῦδε ὡρισμένην βάσιν τοῦ νέου καταστατικοῦ νόμου, σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι τοιαύτη ἀξίωσις δὲν εἶναι διόλου σπουδαία· ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκδοθῇ νέος καταστατικὸς νόμος τῆς ἐκκλησίας, διότι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ὑπάρχων ἔχει πολλὰ σφάλματα, ἐπαναλαμβάνω ὅμως νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ δεσμεύσητε τὸν νομοθέτην, περιορίζοντες οὕτως ἢ ἄλλως τὰς βάσεις τοῦ νόμου τούτου· ὑποχρεώσατε αὐτὸν ἁπλῶς νὰ ἐκδώσῃ τάχιστα νέον καταστατικὸν νόμον τῆς ἐκκλησίας καὶ οὐδὲν πλέον. Προτείνω λοιπὸν νὰ γείνῃ μνεία ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ἡ Συνέλευσις εὔχεται, ἢ ἀξιοῖ, ἢ διατάσσει, ὅπως θέλετε, ὥστε ὁ νομοθέτης νὰ ἐκδώσῃ ὅσον τάχιστα νέον καταστατικὸν τῆς ἐκκλησίας νόμον, σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνας, τὰς παραδόσεις, καὶ τὰ ἤθη τῆς ἐκκλησίας ταύτης καὶ μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας.
§85ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Θέλω πραγματευθῆ μετὰ πολλῆς συντομίας τὸ προκείμενον ζήτημα. Οὔτε ἐγὼ, Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὴν ἰδέαν τοῦ Κυρίου Ῥοντήρη ὡς πρὸς τὴν ἐγγραφὴν ἐν τῷ Συντάγματι τῆς τελείας ἀπαγορεύσεως πάσης ἀναμίξεως τῆς πολιτείας εἰς τὰ τῆς ἐκκλησίας. Ὑποστηρίζω ὅμως τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ περὶ τῆς ἐν ἰδιαιτέρῳ ψηφίσματι διατυπώσεως τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων, ὅπως ἐπροτάθη ὑπὸ τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου. Ἡ γνώμη τοῦ Κυρίου Ῥοντήρη ἤθελεν ἔχει τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα πολὺ ἐπιτηδείως ὑπέβαλεν εἰς τὴν σκέψιν ἡμῶν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος Κύριος Μίλησης· ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, Κύριοι, δὲν δυνάμεθα τὴν πρότασιν ταύτην νὰ δεχθῶμεν, διότι, ἵνα δεχθῶμεν αὐτὴν, ἔπρεπε ν’ ἀσπασθῶμεν θάτερον τῶν δύο συστημάτων, ἢ τὸ τοῦ χωρισμοῦ καὶ τῆς τελείας ἀδιαφορίας τῆς πολιτείας ὡς πρὸς τὴν ἐκκλησίαν, ἢ τὸ τῆς ὑπεροχῆς τῆς ἐκκλησίας ἐπὶ τῆς πολιτείας. Τὸ πρῶτον, ἤτοι τὸ τοῦ χωρισμοῦ καὶ τῆς τελείας ἀδιαφορίας τῆς πολιτείας πρὸς τὴν ἐκκλησίαν τὸ ἐν τῇ Ὁμοσπονδίᾳ τῆς Ἀμερικῆς ἐπικρατοῦν σύστημα· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ τὰ ἀποτελέσματα ἀπεδείχθησαν ἐναντία τῆς προαιρέσεως καὶ τῆς διανοίας, ἀφ’ ὧν ἐκινήθησαν οἱ μεγάλοι θεμελιωταὶ τοῦ Συντάγματος τῆς Ὁμοσπονδίας νὰ ψηφίσωσιν ὅσα περὶ θρησκείας ἐψήφισαν. Ἐκεῖ ἡ πολιτεία ἀποτίθεται πάσης ἀρχῆς, πάσης ἐξουσίας, ἵνα μείνῃ θεατὴς ἀδιάφορος καὶ ἀδρανὴς τῶν φαινομένων τοῦ θρησκευτικοῦ βίου, ὁποιασδήποτε φύσεως καὶ ἂν ὦσι, καὶ εἰς ὁποιανδήποτε ἀπότομον καὶ τραχεῖαν διατύπωσιν φθάσωσιν. Ὑπὸ τῆς τελείας ἀποχῆς τῆς πολιτείας ἀπὸ πᾶσαν ἀνάμιξιν εἰς τὸν ἐκκλησιαστικὸν βίον, καταναγκάζεται σήμερον ἡ πολιτεία τῆς Ἀμερικῆς νὰ μένῃ ἀδιάφορος, ἀπαθὴς καὶ ἀνίσχυρος θεατὴς τῶν λυπηρῶν φαινομένων τοῦ Μορμονισμοῦ. Βεβαίως εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐννοεῖ νὰ ὁδηγήσῃ τὴν πολιτείαν τῆς Ἑλλάδος. Μᾶς μένει λοιπὸν, Κύριοι, τὸ ἀντίθετον σημεῖον, τὸ σύστημα τῆς ὑπεροχῆς τῆς ἐκκλησίας, ἐπὶ τῆς πολιτείας· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι οὔτε εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον ἐννοεῖ νὰ καταλήξῃ ὁ ἀξιότιμος Κ. Ῥοντήρης, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον ἡμεῖς οἱ ἄλλοι. Μᾶς μένει λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης τὸ σύστημα τῆς λογικῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας. Καὶ βεβαίως Κύριοι, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην πολλὰ δύνανται νὰ λεχθῶσιν ἐναντίον τοῦ καταστατικοῦ νόμου τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τὸ σύστημα τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας ἀπαιτεῖ, ἵνα ὁ θρησκευτικὸς βίος διατελῇ ἐλεύθερος ἐν τῇ πολιτείᾳ· τὸ σύστημα τοῦτο δὲν παρέχει εἰς τὴν πολιτείαν μέσα ἐπεμβάσεως, ἀλλ’ ὑπερασπίσεως μόνον κατὰ τῶν ἐνδεχομένων ἐπιδρομῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας. Ὑπῆρχε καταστατικὸς νόμος, ἀποδεικνύων δυστυχῶς τὴν πολιτικὴν κυβέρνησιν κυρίαν τῆς ἐκκλησίας, ἐν ᾧ ἡ διοίκησις τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων πρέπει νὰ τελῆται ἐλευθέρως ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας, χωρὶς ἡ πολιτεία νὰ ἐμποδίζῃ τὴν διαδήλωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ βίου. Λέγω δὲ, ὅτι κατὰ τὸν ὑπάρχοντα καταστατικὸν νόμον ἡ πολιτεία κυβερνᾷ τὴν ἐκκλησίαν, διότι μεταξὺ τῶν ὑποψηφίων, τοὺς ὁποίους ἡ Σύνοδος ὑποβάλλει διὰ τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ βασιλέως, ὑπάρχουσι τρεῖς, καὶ ἐξ αὐτῶν ἐκλέγει ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ ὅν τινα βούλεται. Βλέπετε λοιπὸν Κύριοι, ὅτι ἡ ψῆφος τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἔχει εἴτε ὑπὸ τοῦ κλήρου τῶν κατωτέρων βαθμῶν ἐκφερομένη, εἴτε ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρου διαδηλουμένη, δὲν φέρει τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ ἐλευθερία ἀπαιτεῖ νὰ φέρῃ μεθ’ ἑαυτῆς· βλέπετε, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ λαμβάνει τὸ ἀρεστὸν αὐτῇ πρόσωπον καὶ αὐτὸν ἀποδεικνύει ἀρχηγὸν τῆς ἐπισκοπῆς. Καταντῶμεν μὲ ἄλλους λόγους, ὄχι εἰς τὸ σύστημα τῆς ἀνατολικῆς ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον ἡ ἐλευθερία ἐν τοῖς νεωτέροις χρόνοις διεκδικεῖ, ἀλλ’ εἰς τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος Κ. Καλλιγᾶς ὠνόμασε τὸ σύστημα τοῦ κανονικοῦ δικαίου τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐκκλησίας· καὶ πραγματικῶς εἰς τὸ δίκαιον τοῦτο ἀπαντᾷ τις τὰ ἀρεστὰ τῷ Βασιλεῖ πρόσωπα (personae gratae regi). Τὸ σύστημα τοῦτο ἡ ἀνατολικὴ ἐκκλησία δὲν τὸ γνωρίζει, οἱ κανόνες δὲν τὸ γινώσκουσιν, οὐδὲ ἡ ἐλευθερία ἐν τοῖς νεωτέροις χρόνοις τὸ παραδέχεται· ὅπως οἱ κανόνες τὸ ἀποδοκιμάζουσιν, οὕτω καὶ ἡ ἐλευθερία τὸ ἀποκηρύττει. Ἀλλὰ Κύριοι, ἡ ἀληθὴς ἐλευθερία ἀπαιτεῖ τὴν κανονικὴν συμβίωσιν τῆς πολιτείας μετὰ τῆς ἐκκλησίας· ἐπιτρέπει εἰς τὴν πολιτείαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἡ ἐκκλησία διανύει τὴν ἐγκόσμιον αὐτῆς ὕπαρξιν, ἐπιτρέπει λέγω μέσα ὑπερασπίσεως καὶ καθαρᾶς ἀμύνης ἐναντίον τῶν ἐχθρικῶν τῆς ἐκκλησίας πράξεων, ὁσάκις αὕτη λησμονοῦσα τὴν ἀποστολήν της, ἤθελε ζητήσει ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ ἐγκόσμια πράγματα. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ νομοθεσία τῆς Ἑπτανήσου, ἐπὶ τῆς ὁποίας εὐγλώττως οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου εἵλκυσαν τὴν προσοχήν μας......
§86ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀκόμη δὲν ἔλαβε κανεὶς τὸν λόγον.
§87ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐκ τῶν προηγουμένων συζητήσεων. Ἡ νομοθεσία, λέγω, αὕτη καθιεροῦσα τὸ σύστημα τῆς ἐλευθέρας ὑπὸ τοῦ κλήρου ἐκλογῆς τῶν ἐπισκόπων, ἐπιτρέπει ὅμως τῇ πολιτικῇ ἀρχῇ μίαν ψῆφον ἀρνησικυρίας, τὴν λεγομένην negativa, ἐναντίον ταῦ προσώπου, τοῦ ὁποίου ὁ βίος ἤθελεν εἶσθαι ἀσυμβίβαστος μὲ τὰ εὔλογα τῆς πολιτείας δικαιώματα. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ὅλως διάφορον. Τὸ σύστημα λοιπὸν τοῦτο δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, ὄχι τόσον διότι τὸ ἔχει ἡ Ἑπτάνησος, ἀλλὰ κυρίως, διότι συνάδει πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας. Φρονῶ δὲ ἐξ ἑτέρου, Κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Καλλιγᾶ, τοῦ νὰ γείνῃ ἴδιον ψήφισμα περὶ τοῦ νόμου, ὅστις θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ ὁρίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων, ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦτο δύναται νὰ περιλάβῃ ἐν ἑαυτῷ ἀκινδύνως τὴν ἀρχὴν, ὅτι εἰς τὴν ἐκλογὴν ταύτην θέλει συντρέχει ἡ ψῆφος τοῦ κλήρου, δηλαδὴ καὶ τοῦ κατωτέρου. Δὲν παραγνωρίζω, Κύριοι, τοὺς κινδύνους, οἵτινες ἔγκεινται εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξέθεσεν ὁ Κ. Διομήδης. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τοὺς κινδύνους τούτους δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν, ὅταν καθιερώσωμεν ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ κλήρου δὲν θέλει ἀρκεῖ μόνον νὰ ἀποδείξῃ τὸν ἀρχιερέα, χωρὶς εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ὑποψηφίου νὰ συντρέχῃ ἡ ὕπαρξις ὡρισμένων προσόντων, τοιούτων, ὁποῖα ἡ πρόοδος τῶν φώτων μεταξὺ τοῦ κλήρου, καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ αἰῶνος ἀπαιτεῖ ἀπὸ τοὺς λειτουργοὺς πάσης ἐκκλησίας, καὶ πρὸ πάντων τῆς Ἀνατολικῆς, ἥτις τοὺς μεγαλειτέρους τῶν θριάμβων αὐτῆς ἦρεν πολεμοῦσα διὰ τῶν ὅπλων τοῦ πνεύματος...
§88ΣΧΙΝΑΣ. Τὰ περιέχουσιν οἱ κανόνες.
§89ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται ἀπὸ τοὺς κανόνας, τὰ γινώσκω, Κ. Σχινᾶ, ὡς καὶ ὑμεῖς, καὶ μολοντοῦτο δὲν δύνασθε νὰ μοῦ ἀρνηθῆτε, ὅτι μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀνέβησαν τὰς ἐπισκοπικὰς ἕδρας δὲν ὑπάρχουσι πρόσωπα ἔχοντα κατὰ τὴν ἰδέαν ὑμῶν τὰ προσόντα τὰ ἀπαιτούμενα.
§90ΣΧΙΝΑΣ. Τί πταίει ἡ νομοθεσία;
§91ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Πρέπει τὰ προσόντα ταῦτα νὰ διατυπωθῶσι σαφέστατα, νὰ περιβληθῶσι χιτῶνα νομικώτερον· δὲν πρέπει νὰ μένωσι κύριοι τῆς ἐφαρμογῆς καὶ ἑρμηνείας αὐτῶν αἱ ψῆφοι τῆς ἱερᾶς συνόδου.
§92ΣΧΙΝΑΣ. Εἶναι ὁ Βαλσαμών.
§93ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ μοῦ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἐν καιρῷ τοῦ Βαλσαμῶνος δὲν ὑπῆρχον πανεπιστήμια, καὶ φρονῶ, ὅτι, ἂν ζητήσωμεν πτυχίον πανεπιστημίων, εἴτε θεολογικῆς σχολῆς, εἴτε ἐν ἐλλείψει τοιούτου τῆς φιλοσοφικῆς, δὲν θέλετε καὶ σεῖς ἀρνηθῆ, ὅτι τοὐλάχιστον ὁ μέγας ἐκεῖνος διδάσκαλος τῆς ἐκκλησίας ὁ Βαλσαμὼν, ἂν σήμερον ἔζη ἤθελε συμφωνήσει μὲ ἡμᾶς. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὅταν θέσωμεν εἰς τὸν νόμον ὡς βάσιν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀρχιερέων ὀφείλει νὰ περιστρέφεται ἐντὸς ὡρισμένων ὁρίων, τόσον τῶν ὑποδεικνυομένων ἀπὸ τοὺς κανόνας τῆς ἐκκλησίας, ὅσον κ’ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἡ νεωτέρα πολιτεία, ὅλα τὰ ἔθνη ἐπιδοκιμάζουσιν, ὅτι οὕτω δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τοὺς κινδύνους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εὐγλώττως σᾶς ὑπέδειξεν ὁ Κ. Διομήδης.
§94ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Διδάκτορες δὲν ὑπάρχουν.
§95ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι διδάκτορες τῆς θεολογίας καὶ προλύται, ἐκεῖ ν’ ἀπαιτῆται τοῦτο· ὅπου ὅμως τυχόν τις ἐσπούδασεν εἰς πανεπιστήμια, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπονέμουσι τὸν τίτλον τοῦ διδάκτορος τῆς θεολογίας, εἰμὴ εἰς διακεκριμένους θεολόγους καὶ προβεβηκότας τὴν ἡλικίαν, ὅπως εἶναι τινὰ τῆς Γερμανίας, ἐκεῖ δὲν ἀπαιτεῖται πτυχίον τοιοῦτον, ἀλλὰ τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς. Βεβαίω, ἐννοῶ, ὅτι διὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῶν ἐκλογῶν θέλουσι γείνει ἐξαιρέσεις τοῦ κανόνος, καὶ ὅτι διὰ μιᾶς δὲν δύναταί τις νὰ ἐπιβάλῃ τὰ προσόντα ταῦτα· ἀλλὰ ταῦτα πρέπει νὰ ᾖναι ὁ σκοπὸς, πρὸς τὸν ὁποῖον ὁ νομοθέτης πρέπει νὰ τείνῃ, καὶ ἐν τῇ ἀρχῇ τοὐλάχιστον πρέπει νὰ προτιμᾶται ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει τὰ προσόντα, καὶ μόνον ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ δύναται ἡ ἐκκλησία νὰ καταβαίνῃ χαμηλότερα. (θόρυβος) Καὶ ὁ βίος ὁ ἱερὸς εἶναι προϊὸν τῆς παιδείας, ἥτις εἶναι ἀχώριστος ἀπὸ τὴν ἠθικήν· καὶ ἀπόδειξις, Κύριοι, ὁ κλῆρος τῆς Ῥωσσίας, ὅστις, διότι εἶναι πεπαιδευμένος εἶναι καὶ ἐνάρετος· ὁ γαλλικὸς κλῆρος, ὅστις διὰ τὴν ἀνωτέραν αὑτοῦ παιδείαν ἐν τῇ δυτικῇ ἐκκλησίᾳ, εἶναι ἀνώτερος τοῦ κλήρου τῆς Ἰταλίας, Αὐστρίας καὶ ἄλλων μερῶν. Φρονῶ λοιπὸν Κύριοι, ὅτι δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν πάσῃ πεποιθήσει καὶ νὰ ψηφίσῃ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, συμβιβάζων αὐτὴν μὲ τὴν συνδρομὴν τῆς ἐκλογῆς ὑπὸ τοῦ κατωτέρου κλήρου καὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν προσόντων εἰς τὸν ὑποψήφιον διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἀρχιερέως.
§96ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ εἴπω πολλὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι ἀρκούντως ἀνεπτύχθη· χαίρω πολὺ, ὅτι οἱ τελευταῖον ἀγορεύσαντες Μίλησης καὶ Κόκκινος ἔθεσαν τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἀληθῆ αὑτοῦ θέσιν· δὲν εἶναι ζήτημα θρησκευτικὸν· οἱ προλαλήσαντες βαθεῖς θεολόγοι, Κύριοι Σχινᾶς καὶ Διομήδης, ἐνῷ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου των μᾶς ἔφεραν ὅλας τὰς περιγραφὰς ὅλων τῶν διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν συστημάτων, συμπεραίνοντες μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα θρησκευτικόν. Εἶναι ὀρθοδοξότατοι ἀνατολικοὶ χριστιανοὶ καὶ οἱ ἐκλέγοντες τοὺς Ἀρχιερεῖς κατὰ τὸ σύστημα τῆς ἐδῶ Ἑλλάδος, καὶ οἱ ἐκλέγοντες τοὺς Ἀρχιερεῖς κατὰ τὸ σύστημα τῶν Ἰονίων νήσων· δὲν εἶναι ζήτημα λοιπὸν θρησκευτικὸν, εἶναι ζήτημα πολιτικὸν, ζήτημα ἐλευθερίας. Καὶ ὁ Κ. Μίλησης, ὅστις τόσον καλῶς ἔθεσε τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς ζήτημα ἐλευθερίας, μᾶς ἔκαμε προσεκτικοὺς, ὅτι ἂν θελήσωμεν νὰ παραδεχθῶμεν τὰς ὑπὸ συζήτησιν εὑρισκομένας προτάσεις, θὰ καταστρέψωμεν ὅ,τι ἕως τώρα ἐκάμομεν, τὰ δύο ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν. Κάμνω προσεκτικὸν τὸν Κύριον Μίλησην εἰς τοῦτο.
§97ΜΙΛΗΣΗΣ. Μόνον διὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ῥοντήρη εἶπον τοῦτο.
§98ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν ἡ πρότασίς μας ἂν γείνῃ δεκτὴ, δὲν καταστρέφομεν ὅ,τι ἐκάμομεν ἕως τώρα. Συμφωνῶ μὲ τὸν Κ. Μίλησην εἰς τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μὲ χρησιμεύσει ὡς ἀντεπιχείρημα εἰς τοὺς λόγους του, ἐὰν ἤθελεν εἶναι, ὡς ἐγὼ τὸ ἠννόησα· ἀλλὰ τώρα βιάζομαι νὰ τὸ παραδεχθῶ εἰς ὑποστήριξιν ἰδικήν μου, ὅτι ἡ ἀνατολικὴ ἐκκλησία παρέπεται πάντοτε τῇ πολιτείᾳ· ἐγὼ λέγω κἄτι τι περισσότερον, ὅτι ἡ ἀνατολικὴ ἐκκλησία συνέχεται τῇ πολιτείᾳ ὄχι ὑπὸ τὴν ἔποψιν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν οἱ ἀγορεύσαντες νὰ παρατηρήσουν, ἀλλὰ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ ἀνατολικὴ ἐκκλησία ἐτήρησε, τηρεῖ καὶ θέλει τηρήσει ὅλας τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀνεξαρτησίας. Ἡ ἀνατολικὴ ἐκκλησία συνέχεται διὰ τούτου καὶ δὲν ἀντιπράττει τῇ πολιτείᾳ· καθῆκον ὅμως ἡμῶν εἶναι νὰ μὴ θέσωμεν τὴν πολιτείαν εἰς ἀντίδρασιν πρὸς τὴν ἐκκλησίαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συντάξωμεν Σύνταγμα συγκεντρωτικὸν, κἀγὼ σᾶς λέγω δὲν ἤθελεν εἶναι μέγα κακὸν, ἕως ὅτου ἤθελε διατηρηθῆ τὸ σύστημα τοῦτο, ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἐκκλησίαν ὑπὸ τὰς διατυπώσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται· ἀλλ’ ἐνῷ πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν πολίτευμα ἀποκεντρώσεως, ἐνῷ πρόκειται νὰ θέσωμεν τὰς βάσεις τῆς ἐλευθερίας, ν’ ἀφήσωμεν τὸν κλῆρον, μέρος τῆς πολιτείας, ὑπὸ τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον τόσον πιέζεται, δὲν εἶναι ὡς νὰ θέσωμεν τὸ μέρος αὐτὸ τῆς πολιτείας εἰς ἀντίδρασιν πρὸς τὸ ἄλλο; δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ θέσωμεν τὸν κλῆρον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσπαθήσῃ ν’ ἀντιδράσῃ μὲ κάθε μέσον πρὸς τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὁλονὲν προσπαθοῦμεν νὰ καθιερώσωμεν;
§99ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ὄχι!
§100ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Παντολέοντος...
§101ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Δὲν ἐπεμβαίνει εἰς τὰ κοσμικὰ ἡ ἐκκλησία.
§102ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πάει καλά. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῇ πρώην ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, ὅλους ἤκουσα νὰ τὸ κατακρίνουν ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματά του, ὅλους ἤκουσα νὰ λέγουν, ὅτι ἔφερε καρποὺς κακούς.
§103ΤΙΝΕΣ. Ὄχι! ὄχι!
§104ΕΤΕΡΟΙ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι!
§105ΖΕΡΒΑΣ. Ἐδῶ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἔφερε καλόν.
§106ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε.
§107ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ ὅπου εἶναι ἀναγκαία ἡ διακοπή· ἰδοὺ ὅπου ὑπάρχει μία διαφωνία, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐδῶ, τὸ νομοθετημένον παρὰ τοῦ ὑπάρχοντος καταστατικοῦ νόμου, ὅτι εἶναι καλόν· ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι εἶναι κακόν· ἐξ ἐναντίας εἶναι μία ἄλλη ἰδέα, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καθιερωμένον εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους εἶναι καλλίτερον, διότι συμφωνεῖ μὲ τὴν ἐλευθερίαν, ἐκφράζει περισσότερον τὰ δικαιώματα τῆς πολιτείας· τὸ δικαίωμα τῆς πολιτείας εἶναι νὰ ζητῇ νὰ μὴ ἔχῃ ἐντὸς τῶν σπλάγχνων της αἴτια, τὰ ὁποῖα ὑποκινοῦν εἰς ἀντίδρασιν κατὰ συστήματος, τὸ ὁποῖον προσπαθοῦμεν νὰ καθιερώσωμεν· ἐλπίζω, ὅτι μία πλειοψηφία θέλει εἶσθαι, ἥτις θέλει παραδεχθῆ ὡς ἀναγκαίαν τὴν τήρησιν τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς· νομίζω, ὅτι μία πλειοψηφία θέλει εὑρεθῆ, ἥτις θὰ παραδεχθῇ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καταχωρήσωμεν τοῦτο εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι δὲν εἶναι, Κύριοί μου, αὐτὴ ἡ διάταξις, καθὼς τὴν ὠνόμασαν, ὀργανική· ἐμπεριέχει ἀρχὴν ἀΐδιον, ἀρχὴν γενικὴν, ὅτι ὁ κλῆρος πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ τοὺς προϊσταμένους του, καὶ τόσον περισσότερον ὑποχρεούμεθα νὰ τὸ καταχωρήσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, καθόσον ἔχομεν ἐνώπιόν μας τὰ κακὰ συστήματα τοῦ παρελθόντος, τὰ ὁποῖα προσκαλούμεθα ἡμεῖς νὰ θεραπεύσωμεν, καὶ ὄχι οἱ μεθ’ ἡμᾶς. Ὅσοι λοιπὸν παραδεχόμεθα αὐτὴν τὴν γνώμην, θέλει εὕρουν καλὸν νὰ ὑποστηρίξουν τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξ ἐναντίας φανερωθῇ, ὅτι μία πλειοψηφία ἀντίθετος ὑπάρχει εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι δηλ. — καὶ πῶς ἄλλως νὰ τὸ ὀνομάσω; οἱ πρώην ἐλεύθεροι Ἕλληνες παραδέχονται, ὅτι νὰ γείνῃ μνεία τώρα αὐτῆς τῆς διατάξεως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τηρήσωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα, διότι εἶναι καλλίτερον τὸ σύστημα τοῦ ἐκλέγεσθαι τοὺς ἀρχιερεῖς ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ τοῦτο κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἐκλογὴ ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ, σεβόμεθα τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλὰ τοὺς παρακαλοῦμεν νὰ σεβασθοῦν καὶ τὴν ἡμετέραν, νὰ μὴ θελήσουν νὰ πιέσουν τὰς πεποιθήσεις μας, τὰς συνειδήσεις μας· διότι ναὶ μὲν, δὲν εἶναι ζήτημα καθαρῶς θρησκευτικὸν, εἶναι ζήτημα πολιτικὸν, ζήτημα ἐλευθερίας, ἀλλὰ ζήτημα ἐλευθερίας ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγγίζουσι τὰ ὅρια τῆς θρησκευτικῆς πεποιθήσεως. Τοὺς παρακαλοῦμεν λοιπὸν νὰ σεβασθοῦν τὰς πεποιθήσεις μας· κάμετε μίαν διάταξιν, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε νὰ ἐπιτρέψητε, νὰ ἐφαρμόσητε τὰς διατάξεις τὰς ἀποβλεπούσας τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀρχιερέων ἕως ὅτου λογικῶς καὶ ἡμεῖς πείσωμεν ὑμᾶς, ἢ ὑμεῖς ἡμᾶς· ἔχω πεποίθησιν, ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ ἔλθωμεν εἰς ἕνα συμβιβασμόν· ναὶ μάλιστα, θὰ ἔλθῃ ὀγλήγωρα· ἀλλὰ τώρα αὐτὸν τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰς ἡμετέρας πεποιθήσεις φυλάξατε. Δὲν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν ἂν θὰ ἐπέμβῃ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀρχιερέων, διότι κἀγὼ παραδέχομαι, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτηρῶμεν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸν τρόπον μόνον τῆς ἐκλογῆς, ὅτι οἱ ἀρχιερεῖς θὰ ἐκλέγωνται παρὰ τοῦ ἀνωτέρου καὶ κατωτέρου κλήρου διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Α. Ζαΐμης). Ζητεῖτε νὰ τὸ καταστήσωμεν νόμον· νὰ εἴπωμεν, πῶς, κατὰ πόσον καὶ ποῦ πρέπει νὰ κανονισθῇ ἡ ἐπέμβασις τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας, ἢ περισσότερα· τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον τῶν ἐρχομένων βουλευτικῶν Σωμάτων. Ἐπιμένω, Κύριοι, νὰ μὴ γείνῃ τοῦτο, καθότι φοβοῦμαι, καὶ τὰ παρελθόντα μᾶς δικαιολογοῦν, ὅτι ἂν τώρα, ὅτε ἑδρεύει ἡ κυρίαρχος Συνέλευσις, δὲν ληφθῶσι μέτρα περὶ τούτου, ἐρχομένου ἑνὸς νέου σώματος, τὸ ὁποῖον ποτὲ δὲν παραδέχομαι, ὅτι θὰ ᾖναι σῶμα κομεστάδων, διότι τότε ἤθελον εἴπει, ἂς φύγωμεν νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας, ἐρχομένου λέγω, σώματος, τὸ ὁποῖον ἤθελε νομοθετήσει νομοθετήματα καταστρέφοντα τὰς πεποιθήσεις τῶν Ἰονίων, δὲν ἤθελεν εἶσθαι τόσον εὔκολον νὰ ἴδωμεν ἀνατρεπόμενα ὅλα διὰ τοῦτο κάμετε ὅπως ἀγαπᾶτε, ἀλλὰ σεβασθῆτε καὶ τὴν γνώμην τὴν ἡμετέραν, ἀσφαλίσατέ μας διὰ μιᾶς διατάξεως, εἴτε δι’ ἑνὸς ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον θὰ δηλώσητε, ὅτι θέλει ἀποτελέσει μέρος ὁλοκληρωτικὸν τοῦ Συντάγματος. Ὡς πρὸς ἡμᾶς θέλομεν νὰ θεωρηθῇ μέρος τοῦ Συντάγματος καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸν τύπον τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ κλήρου, διότι καὶ ὁ ἱερεὺς, Κύριοι, εἶναι πολίτης, καὶ ἂν θέλητε τὴν ἐλευθερίαν νὰ τὴν κάμητε νὰ ῥίψῃ ῥίζας βαθείας εἰς τὸ ἔδαφος αὐτὸ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν εἰς τὸν κόσμον ἐβλάστησε, πρέπει νὰ τὴν ἀφήσητε πλήρη, πρέπει νὰ τὴν διαχύσητε εἰς ὅλας τὰς τάξεις καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄτομα τῆς κοινωνίας, δὲν πρέπει ν’ ἀφήσητε ἔξω, ἐπαναλέγω, μίαν τάξιν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ τὰ ῥίψητε, θὰ ἀντενεργήσουν, καὶ θὰ ἀντενεργήσουν δικαιολογημένως κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ κάμητε.
§108ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἔντιμοι συνάδελφοι, Πληρεξούσιοι τοῦ Ἔθνους, προχθὲς ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ ν’ ἀντικρούσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν 2 πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ν’ ἀντικρούσω, λέγω, τοὺς λόγους τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, τοῦ Κ. Λούζη καὶ τοῦ Κ. Λομβάρδου· ἀλλὰ τὰ νῦν δὲν δύναμαι, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐπεραιώθη, καὶ δὲν πρόκειται ἄλλο, εἰμὴ περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων, ἐὰν θὰ γίνηται παρὰ τοῦ κλήρου ἢ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ. Ἐὰν εἶχον τὸν λόγον δι’ ὅσα ὁ Κύριος Ἰακωβάτος εἶπεν, ἤθελον τῷ ἀντιτείνει, ὅτι ἡ Συνθήκη τῆς 2/14 Νοεμβρίου δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἰσχὺν, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ὅρους εἰς τὸ ἐλεύθερον Κράτος τῆς Ἑλλάδος, ὅπως διευθετήσῃ τὰ ἐκκλησιαστικά. Ἡ συνθήκη αὕτη νὰ ὑποστηρίζηται ἐπὶ τοῦ ἐπαράτου Συντάγματος τῶν 1817, τὸ ὁποῖον ἐδέσμευσε πολιτικά, ἀστικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ τῆς Ἑπτανήσου δικαιώματα!
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιλήφθητι, Κύριε Ἄννινε, ὅλων τῶν ζητημάτων.
§110ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἠμποροῦσαν αἱ Δυνάμεις νὰ μᾶς ἐπιβάλωσιν ὡς πρὸς τὰ ἐξωτερικά, οὐδέ ποτε ὅμως εἰς τὸ ἐσωτερικόν μας νὰ ἐπέμβωσιν· ἡ συνθήκη τῆς 2/11 Νοεμβρίου, ἀναφερομένη εἰς τὸ Σύνταγμα τῶν 17, λέγει, νὰ διατηρήσῃ ἡ Ἑπτάνησος τὰ προνόμια, ἃ εἶχεν εἰς τὰ ἐκκλησιαστικά, ἄρα εἶναι ἓν δῶρον, ὅπου ἤθελον αἱ Δυνάμεις νὰ κάμουν εἰς τὴν Ἑπτάνησον· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἦτο δῶρον, ἦτο δῶρον φαῦλον. Ἡ διπλωματία ἐκ τοῦ πρώτου πρωτοκόλλου, ὃ διεχάραξε διὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, ἔῤῥιψε τὸν σπόρον τῆς Ὁμοσπονδίας, διότι διὰ τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ πρωτοκόλλου αὐτοῦ λέγει, ἀφοῦ ἐρωτηθῶσιν οἱ Ἑπτανήσιοι καὶ ἀποφανθῶσι νομοτύπως, (διότι πολλάκις ἀπεφάνθησαν χωρὶς νὰ ἐρωτηθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο εἶπεν ἀφοῦ νομοτύπως ἐρωτηθῶσι,) καὶ συγκατατεθῶσιν αἱ Δυνάμεις αἱ ὑπογράψασαι τὴν συνθήκην τοῦ 1815 διὰ τὴν ἕνωσιν, τότε ὁ Ἀρχιγραμματεὺς τῆς Α. Μ. τῆς Μεγάλης Βρεττανίας θέλει συστήσει εἰς τὴν Ἰόνιον Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιχορηγῇ ἐτησίως εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Γεώργιον Αʹ. 10,000 λίρας στερλίνας. Ἰδοὺ ὁ σπόρος τῆς Ὁμοσπονδίας, καθότι, ἅμα ἀπεφαίνοντο οἱ Ἰόνιοι ὡς πρὸς τὴν ἕνωσιν, ποῦ Ἰόνιος Κυβέρνησις ὅπως γένῃ ἡ σύστασις; ποῦ Ἰόνιον Ταμεῖον ὅπως ἐκπληρῇ; ἐνῷ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑπτανήσου συνεχωνεύετο μὲ ἐκείνην τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἐπίσης καὶ τὸ ταμεῖον τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὸ γενικὸν ταμεῖον τοῦ κράτους. Ἡ διπλωματία δὲν ἤθελε νὰ εἴπῃ καθαρὰ «θέλω αὐτὰ τὰ 2 ἀσθενῆ κράτη νὰ ἑνωθῶσιν Ὁμοσπονδιακῶς, καθότι ἤθελεν εἶσθαι εἰς ἀντίφασιν μὲ τὰς ἀρχὰς τῶν ἐθνικοτήτων, ἃς διεχάραξεν εἰς τὴν συνθήκην τῶν 56, διὰ τῆς ὁποίας ῥητῶς λέγει, «κάθε λαὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκλέγῃ ὁποιανδήποτε Κυβέρνησιν θέλει·» ἄρα ἀφοῦ αὕτη ἡ ἀρχὴ ἐτέθη, ἦτον εἰς ἀντίφασιν ἡ διπλωματία νὰ εἴπῃ, «Τὰ 2 ταῦτα μικρὰ κράτη, τὰ ὁποῖα πρὸ τόσου καιροῦ λακτίζουν, ἵνα ἑνωθῶσιν, ἐγὼ νὰ εἴπω νὰ ἑνωθῶσιν Ὁμοσπονδιακῶς». Δὲν ἦτο τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς διπλωματίας, καὶ διὰ τοῦτο ἔθεσε τὸν σπόρον καὶ ἤλπιζεν, ὅτι παρὰ τῆς Ἰονίου Βουλῆς αὐτὸς ὁ σπόρος ἤθελε καλλιεργηθῆ καὶ καρποφορήσει· ἀλλ’ ἐλανθάσθη ἤδη ἡ διπλωματία (Εὖγε). Ἦτο περιττὸν, Κύριοι, νὰ διαλυθῇ ἡ δωδεκάτη Βουλὴ διὰ ν’ ἀποφανθῇ μία ἄλλη ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, διότι καὶ ἡ ἐννάτη καὶ ἡ ἑνδεκάτη καὶ ἡ δωδεκάτη αὐτὸ ἀπεφάνθησαν. Διὰ τί νὰ διαλυθῇ ἡ ΙΒʹ. Βουλὴ, καὶ νὰ ἐκλεχθῇ ἡ ΙΓʹ.; διότι ἤλπιζεν ἡ διπλωματία νὰ μὴ ἐκλεχθῶσιν ἄνδρες, οἵτινες θὰ ὑπεστήριζον τὴν ὁλοσχερῆ, τὴν ἀπόλυτον ἕνωσιν. Ἀφοῦ ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον αὐτὸ, εἶπον, δὲν εἶναι καιρὸς πλέον ἐγὼ καὶ ὁ ἀδελφός μου, νὰ μείνωμεν ἄεργοι εἰς τὰ σοβαρὰ γεγονότα τῆς πατρίδος μας· πρέπει ἀμφότεροι νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομὴν τῆς πατρίδος, καὶ ἂν αὕτη μᾶς ἐκλέξῃ, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ ἐκεῖ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἀπόλυτον ἕνωσιν· καθ’ ὅτι, ἐὰν ἡ ἀπόλυτος ἕνωσις δὲν ἐψηφίζετο, ἤθελεν εἶσθαι ζημιῶδες διὰ τὴν Ἑπτάνησον, καταστρεπτικὸν διὰ τὸ Βασίλειον, καὶ διὰ τὸ μέλλον μας ὀλέθριον (εὖγε). Τοῦτο, ἔντιμοι συνάδελφοι, τὸ ἐπετύχομεν, ἡ Βουλὴ τῆς Ἑπτανήσου ἀπεφάνθη καὶ εἶπε, θέλω νὰ ᾖμαι ἡνωμένη μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἐσαεὶ, ἐν μιᾷ καὶ ἀδιαιρέτῳ πολιτείᾳ. Ὅταν αὐτὸ ἐπετύχομεν, ἀδιάφορον ὑπὸ ποίου σκήπτρου καὶ ἂν βασιλεύηται ἡ Ἑλλάς, ἡμεῖς θέλει εἴμεθα ἀδέλφια, πάντοτε ἡνωμένοι, διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς ΙΓʹ. Βουλῆς (εὖγε εὖγε). Ἀφ’ οὗ ἡ διπλωματία δὲν ἠμπόρεσε νὰ ἐπιτύχῃ ἀμφιβολίας εἰς τὸ ψήφισμα τῆς Ἑπτανήσου, (θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει καθαρῶς, ὅτι αὐτὴ ἦτον ἡ τάσις της, νὰ ἤμεθα κεχωρισμένοι) ἀφοῦ εἶδε, λέγω, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ μᾶς ἀπατήσῃ, διότι ἐψηφίσαμεν τὴν ἀπόλυτον ἕνωσιν, διὰ τῆς Συνθήκης τῆς 2/14 Νοεμβρίου ἔῤῥιψε τὸν σπόρον οὐχὶ πλέον τῆς ὁμοσπονδίας, ἀλλὰ κἄτι χειρότερον, καθ’ ὅτι διεκήρυξε τὴν Ἑπτάνησον οὐδετέραν χώραν μὲ ἰδιαιτέραν σημαίαν, ἀγκαλὰ καὶ καθαρῶς δὲν τὸ εἶπεν, ὡς ὁ Κ. Δεληγιάννης εἰς τὴν ἀλληλογραφίαν του ἔγραφεν εἰς τὸν ἔντιμον Κ. Τρικούπην, ναὶ μὲν δὲν λέγεται ῥητῶς, νὰ ἔχῃ ἡ Ἑπτάνησος ἰδιαιτέραν σημαίαν, ἀλλὰ πῶς θὰ διεκρίνοντο τὰ πλοῖα τὰ Ἰονικὰ, ἀφοῦ αὐτὰ θὰ ἐχαίροντο ἰδιαίτερα προνόμια; καὶ ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ Κ. Δεληγιάννη. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅπου, ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν ἀπεφασίσαμεν τὴν διχοτομίαν μας, ἤθελε νὰ τὸ πράξῃ ἡ διπλωματία· καὶ εἰς τὴν συνθήκην τῆς 2/14 Νοεμβρίου καθαρῶς φαίνεται, ὅτι ἤθελε νὰ ἤμεθα κεχωρισμένοι. Εἰς τὸ ἄκουσμα αὐτὸ τῆς συνθήκης τῶν 2/14 Νοεμβρίου κατεθορυβήθητε, ἀδελφοὶ Ἕλληνες, κατεθορυβήθημεν καὶ ἡμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι· δὲν ἔμεινεν ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἑπτανήσου ὀκνηρά· ἐπιτροπὴ ἐστάλη εἰς Κέρκυραν, συνηντήθησαν μετὰ τῶν συναδέλφων των, καὶ συνέταξαν παράστασιν εἰς τὸν Τρισέβαστον Βασιλέα ἡμῶν, καὶ διαμαρτύρησιν. Αὐτὴ ἡ παράστασις, διὰ τῶν διπλωματικῶν ἐνεργειῶν τοῦ Σ. ἡμῶν Ἄνακτος καὶ τῇ μεσολαβήσει Αὐτοῦ, ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα, καθ’ ὅτι εἰς τὴν συνθήκην τῆς 17 Μαρτίου διωρθώθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔγεινεν εἰς τὴν 2/14 Νοεμβρίου. Ἡ Ἑπτάνησος πλέον δὲν εἶναι οὐδετέρα, εἰμὴ μόνον ἡ Κέρκυρα καὶ οἱ Παξοί· ἀλλ’ εἶναι μία οὐδετερότης, ἡ ὁποία μᾶλλον μᾶς συμφέρει, διότι εἶναι οὐδετερότης διὰ τὰς ξένας Δυνάμεις· καθ’ ὅτι ἐν ᾧ μὲ τὴν συνθήκην τῶν 2/14 Νοεμβρίου τὸ Βασίλειον δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ στρατὸν καὶ πλοῖα εἰς τὴν Ἑπτάνησον, μὲ τὴν Συνθήκην τῆς 17 Μαρτίου, ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ καὶ στρατοὺς καὶ πλοῖα ὅσα θέλει· ἑπομένως ἤρθη ἡ οὐδετερότης, ἤρθη ἡ Ὁμοσπονδία. Ἀλλ’ ἡ διπλωματία καλῶς σκεπτομένη ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, καὶ ἐπιθυμοῦσα νὰ μᾶς ἔχῃ ὁπωσοῦν κεχωρισμένους, ἔθεσε τὸ 4 ἄρθρον εἰς τὴν Συνθήκην τῆς 17 Μαρτίου ὡς πρὸς τὰ θρησκευτικά. Ἐὰν δὲν ἐπέτυχον (εἶπεν ἴσως) νὰ τοὺς ἔχω κεχωρισμένους πολιτικῶς, νὰ τοὺς χωρίσω ἐκκλησιαστικῶς.
§111ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν οὐσίαν.
§112ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἔντιμοι συνάδελφοι, ἐκ τοῦ βήματος τούτου δὲν θέλω λαλήσει ψεῦδος, πάντοτε τὴν ἀλήθειαν θέλω ἀκολουθήσει δι’ ἱστορικῶν γεγονότων· ἡ πατρίς μου διὰ τοῦτο μὲ ἀπέστειλε.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα (εὖγε).
§114ΑΝΝΙΝΟΣ. Εἴδετε, συνάδελφοι, ἄλλοι μὲν ὑποστηρίζουσι τὴν διὰ τοῦ κλήρου ἐκλογὴν τῶν Ἀρχιερέων, ἥτις εἶναι καὶ ἡ ἀληθῶς σύμφωνος μὲ τοὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας· ἄλλοι δὲ ὑποστηρίζουσι τὴν ἐκλογὴν διὰ τοῦ ὑπουργοῦ. Ἡ πρώην ἐλευθέρα μερὶς θέλει τὰ καθεστῶτα, ὡς ἔχουσι, νὰ διατηρήσῃ, ἡμεῖς ἡ τελευταία μερὶς ἡ εἰσερχομένη εἰς τὸν περίβολον τοῦ Πανελληνίου, θέλομεν νὰ διατηρήσωμεν ἐκεῖνο, ὃ εἴχομεν ἐσχάτως, σύμφωνα μὲ τὸν ὑπάρχοντα Νόμον καί τοι οὐχὶ κατ’ ἀκρίβειαν τελεσθέν. Ἰδοὺ εὐθὺς ἡ διχόνοια· ἰδοὺ ἡ διπλωματία· ἐπέτυχε ῥίψασα αὐτὸν τὸν σπόρον, ὅστις μᾶς ἔφερεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν τοῦ νὰ διχογνωμῶμεν. Εἴμεθα ἀδύνατοι, ναὶ, τὸ γνωρίζομεν, ἀλλ’ ἐὰν ὁμογνωμῶμεν, δὲν εἶναι δύναμις ὑλικὴ νὰ ἐπιβάλῃ ἐφ’ ἡμῶν. Ἐὰν ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀξιοπρέπειάν μας, θὰ ἤμεθα σεβαστοὶ παρὰ πάντων τῶν δυνατῶν. Ἐπανέρχομαι εἰς τὰ τοῦ Κ. Ἰακωβάτου. Δὲν εἶχον δικαίωμα οἱ διπλωμάται νὰ συντάξουν συνθήκην, καὶ νὰ μᾶς ἐπιβάλωσιν ὅρους ὡς πρὸς τὸ ἐσωτερικόν μας πῶς θὰ διοργανισθῶμεν, καὶ μάλιστα εἰς τὸ ἀντικείμενον τὸ θρησκευτικὸν, εἰς τὸ ἀντικείμενον τὸ τῆς συνειδήσεως. Αὐτὸ οὐδέποτε ἔγεινεν, οὔτε εἰς τὸν Μεσαιῶνα, πόσον μᾶλλον εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν τῶν φώτων! Ἔῤῥιψε τὸν σπόρον, ἀλλ’ ὅ,τι θελήσωμεν ἡμεῖς νὰ κάμωμεν, εἴμεθα κυρίαρχος λαὸς, εἴμεθα ἐντὸς τοῦ δικαιώματός μας, καὶ οὐδεμία δύναμις δύναται νὰ εἴπῃ — σεῖς κακῶς ἐπράξατε εἰς τὸ ἐσωτερικόν σας. Ἄρα ἡ συνθήκη ἐξ ἑνὸς τῆς 17 Μαρτίου, καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1817 ἀφ’ ἑτέρου, οὐδὲν ἰσχύουσιν ἀπέναντι ἡμῶν· ἤλπιζον, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι —πρέπει νὰ τὸ εἴπω— ἤλπιζον, ἐδῶ ἐρχόμενοι νὰ κατακρίνουν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτυραννήθημεν ἐπὶ τόσα ἔτη, καὶ νὰ βλέπω ἐδῶ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοὺς, οἵτινες καὶ ἐν μέρει ἔπαθον δυνάμει αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, νὰ τὸ ἐκθειάζουν! ἄ! σᾶς βεβαιῶ φρίκην μὲ προξενεῖ (εὖγε).
§115ΜΑΡΙΝΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λέγητε οἱ ἀντιπρόσωποι· δύω ἠγόρευσαν.
§116ΑΝΝΙΝΟΣ. Αὐτὰ ὡς πρὸς τὸν Κ. Ἰακωβάτον. Ὁ Κ. Λούζης, εἶπεν, ὅτι, ὅταν συνετάχθη τὸ Σύνταγμα τῶν 17, φαίνεται, ὅτι θεία πρόνοια ἐνέπνευσε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, καὶ ὡς ἐκ θαύματος συνέταξαν τὰ περὶ ἐκκλησίας ἄρθρα. Κύριε Λούζη, ὅταν συνετάχθη τὸ Σύνταγμα αὐτὸ, ἤτουν ἢ ἀγέννητος ἢ νήπιον (γέλωτες). Ἐγὼ εἶχον ἡλικίαν, καὶ ἡλικίαν ἀρκετὴν, διὰ νὰ διακρατήσω τὰ ὅσα οἱ ἡλικιωμένοι καὶ διακεκριμένοι ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔλεγον· καὶ θέλεις νὰ μάθῃς ποῖον ἦτο τὸ θαῦμα, Κ. Λούζη; Ἄκουσον! Ἅμα ἡ προστασία, (φίλοι συνάδελφοι, σᾶς περικαλῶ, ὅταν ὁμιλῶ διὰ προστασίαν νὰ μὴ ἐννοήσητέ ποτε διὰ τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ σέβομαι διὰ τὸν πατριωτισμόν του, διὰ τὴν πρόοδόν του, διὰ τὰ φιλανθρωπικά του αἰσθήματα (εὖγε), διὰ τὸν πολιτισμόν του, δι’ ὅλα ἐν γένει, ὅσα χαρακτηρίζουν ἓν φιλελεύθερον ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ σέβομαι, καὶ μοὶ εἶναι ἐγκεχαραγμένα εἰς τὴν καρδίαν μου, ὡς εἶναι ἐγκεχαραγμένα καὶ εἰς τὴν καρδίαν παντὸς Ἕλληνος, τὰ ὀνόματα τῶν εὐεργετῶν, τοὺς ὁποίους ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους (εὖγε) Γκίλφορτ, Κάνιγκα, Γουλιέλμον 4ον, Ἄστιγγα καὶ τόσους ἄλλους....
§117ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Βύρωνα.
§118ΑΝΝΙΝΟΣ. Μπάϋρων — Εὐγνωμοσύνην καὶ εὐγνωμοσύνην ἄπειρον θὰ ἔχωμεν πάντοτε εἰς τὰς καρδίας μας ἅπαντες οἱ Ἕλληνες διὰ τὸ εὐγενὲς Ἀγγλικὸν ἔθνος· ἀλλ’ ἄλλο Ἀγγλικὸν ἔθνος, καὶ ἄλλο Ἀγγλικὴ πολιτικὴ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἄλλο προστασία (εὖγε·) κατὰ τὰ 1815, καθ’ ἣν ἐποχὴν, ἀφ’ οὗ αἱ Δυνάμεις κατέστρεψαν τὸν δαίμονα τοῦ πολέμου, λέγω τὸν μεγαλοφυῆ Ναπολέοντα, εἰς τὸ Οὐατερλὼ, καὶ ὅπου τότε αἱ Δυνάμεις συνήχθησαν εἰς τὰ Παρίσια, ὅπως ἐπανορθώσωσι τὰ τῆς Εὐρώπης, ἐνθυμήθησαν καὶ τοὺς ἑπτὰ ἡμῶν σκοπέλους, ἐνῷ ἠσχολοῦντο ὑπὲρ τῶν μεγάλων ἐπικρατειῶν, ἐνεθυμήθησαν καὶ ἡμᾶς· καὶ χάριν τίνος, Κύριοι, μᾶς ἐνεθυμήθησαν; χάριν τοῦ ἀειμνήστου Καποδιστρίου, ὅστις τότε ἦτον ὁ πρωθυπουργὸς τοῦ Ἀλεξάνδρου, ὁ ὁποῖος τότε ἠδύνατο τὰ πάντα εἰς τὰ Παρίσσια· διὰ τῆς συμβουλῆς τοῦ Καποδιστρίου ἀνεγνωρίσθη ἡ συνθήκη τῶν 1800,—καὶ ἐκείνη ἦτον ὡς ἐκ θαύματος γενομένη—νὰ συνενωθῶσιν ὁ Παῦλος ὁ Δεσπότης τῆς Ῥωσσίας, καὶ ποῖος ἄλλος; ὁ Σουλτάνος, νὰ κηρύξωσι μίαν Δημοκρατίαν ἀνεξάρτητον ἀπέναντι τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν τότε ἐπίεζεν ὁ Σουλτάνος. Τοῦτο εἶναι ἓν θαῦμα, Κ. Λούζη. Αὐτὴν τὴν συνθήκην τὴν διεκράτησαν, καὶ μᾶς ἐκήρυξαν εἰς τὴν συνθήκην τῶν 15 κράτος ἐλεύθερον καὶ ἀνεξάρτητον, ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Μ. Βρεττανίας, μὲ τὸ καθῆκον τῆς Ἀγγλίας νὰ στέλλῃ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἕνα Λόρδον Μέγαν Ἁρμοστήν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, Κύριοι, Λόρδοι εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὅπου ἀπαρτίζουν τὴν ὑψηλὴν τάξιν, καὶ δι’ ἐκείνους ἐννοοῦσεν ὁ Καποδίστριας, καὶ δι’ ἐκείνους ἐννοοῦσε καὶ ἡ συνθήκη τοῦ 15· καὶ ἂν ἡ Ἀγγλία ἤθελε μᾶς στείλει ἀπὸ ἐκείνην τὴν τάξιν, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν διοικηθῆ τόσον κακῶς, ὡς ἐδιοικήθημεν, διότι εἰς αὐτὴν τὴν τάξιν καὶ γενναιότης καὶ φιλανθρωπία ὑπάρχει. Ἐστάλη κατὰ πρῶτον ὁ Κ. Μεΐτλανδ μὲ ἕνα μέγαν στόλον, μὲ ἀρκετοὺς στρατιώτας, καὶ μὲ τὴν ἀξίαν τοῦ νὰ ᾖναι ὁ ἀρχηγὸς ὅλων τῶν ἐν τῇ μεσογείῳ δυνάμεων τῆς μεγάλης Βρετανίας, καὶ μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ᾖναι ὁ Κυβερνήτης τῆς Μελίτης· ἄρα μὲ ὅλην τὴν πομπὴν καὶ μὲ ὅλην τὴν ἐξουσίαν τῆς τότε μεγάλης Βρεττανίας. Ἅμα ἀπεβιβάσθη εἰς Κέρκυραν, καὶ εὐθὺς διαγγέλματα ἔστειλεν εἰς τὴν τότε Γερουσίαν τῆς Ἰονίου πολιτείας· Γερουσίαν, τὴν ὁποίαν εὗρον οἱ αὐτοκρατορικοὶ τῶν Γάλλων, καὶ τὴν ἐσεβάσθησαν, καὶ μετ’ αὐτῆς συνεκυβέρνησαν· αὐτὰ τὰ διαγγέλματα ἡ Γερουσία τὰ ἀντέκρουσεν εὐσεβάστως, ἀλλὰ θαῤῥαλέως. Τὴν Γερουσίαν αὐτὴν τὴν ἄλλην ἡμέραν ὁ Λόρδος μέγας Ἁρμοστὴς ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος τὴν διαλύει! καὶ τὴν διαλύει διακηρύττων τὰ μέλη αὐτῆς ὡς διεφθαρμένα καὶ ἀνίκανα. Ἰδοὺ λοιπὸν, Κ. Λομβάρδε, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν πάντοτε οἱ κομεστάδες εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλὰ καὶ ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτε ἐδέχθησαν τὴν προστασίαν εὑρέθησαν ἄνθρωποι μὲ χαρακτῆρα.
§119ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὡμίλησα ἀπὸ τοῦ 17 καὶ κάτω.
§120ΑΝΝΙΝΟΣ. Εἰς αὐτὴν τὴν Γερουσίαν ἦτον ὁ Ἱππότης Μαρίνος Μεταξᾶς Ἀγγελάτος ἐκ Κεφαλληνίας, ὁ Κόμης Διονύσιος Ῥώμας ἐκ Ζακύνθου, ὁ Κύριος Στεφανίτσης ἐκ Λευκάδος, ὁ Κόμης Σορδίνας ἐκ Κερκύρας καὶ ἄλλοι. Καὶ τόσον ἦτον ἀληθὲς, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ἄνδρες δὲν ἦσαν ἀνίκανοι καὶ διεφθαρμένοι, ὅπου μετ’ ὀλίγον καιρὸν τὸν Ἱππότην Μεταξᾶν τὸν διώρισε δικαστὴν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας. Ὅταν μία Κυβέρνησις κηρύσσῃ ἓν ἄτομον ὡς ἀνίκανον καὶ διεφθαρμένον, δὲν τὸ ἀναβιβάζει εἰς τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ, ὅπου ἔτι μᾶλλον ἡ ἱκανότης καὶ ἡ τιμιότης πρέπει νὰ ὑπάρχουν εἰς τὸ ἄτομον, ὡς καὶ τῷ ὄντι ὑπῆρχον. Ἰδοὺ λοιπὸν ἀπόδειξις, ὅτι, οὔτε ἀνίκανοι ἦσαν, οὔτε διεφθαρμένοι· δὲν ἦσαν κομεστᾶται, ὅπως εἶπεν ὁ Κ. Λομβάρδος, καθότι δὲν ἔκλιναν τὸ γόνυ. Δὲν διετήρησεν ὁ Κ. Μεΐτλανδ τὴν πορείαν, ὅπου τοῦ ὑπηγόρευεν ἡ συνθήκη τῶν 15, δηλ. νὰ προκηρύξῃ, ὅπως ἐκλεχθῶσιν οἱ ἀντιπρόσωποι σύμφωνα μὲ τὰ καθεστῶτα, καὶ αὐτὸς νὰ διευθύνῃ τὴν πρώτην τακτικὴν Συνέλευσιν εἰς Κέρκυραν, ὅπως συντάξῃ τὸ πολίτευμα. Ἐξῆλθεν ὁ Κ. Μεΐτλανδ τῶν δικαιωμάτων του, καὶ περιεφέρετο ἀπὸ νήσου εἰς νῆσον, ζητῶν νὰ εὕρῃ ἄνδρας ἵνα ὑποχωρήσωσιν εἰς ὅσα αὐτὸς προεσχεδίαζε διὰ τὴν Ἑπτάνησον. Εὑρέθησαν ἄνθρωποι, Κύριοι, οἵτινες ἀντέστησαν διὰ τοῦ λόγου εἰς τὴν γνώμην τοῦ Κ. Μεΐτλανδ. Ἡ μικρὰ Ἰθάκη ἔδωσε καὶ αὐτὴ ἕνα ἄνδρα, τὸν Πήλλικα, ὅστις εἶπεν εἰς τὸν Μεΐτλανδ, «ἐὰν μὲ θέλῃς νὰ συνεργασθῶ εἰς τὸ Σύνταγμα, πρέπει ν’ ἀφήσῃς πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὸν λαὸν νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του, καὶ τότε εἶμαι ἕτοιμος, ἀλλὰ, καθὼς σὺ θέλεις, δὲν λαμβάνω μέρος.» Αὐτὸ εἶπε καὶ ὁ Παναγῆς Μεταξᾶς Λυσσέως ἐκ Κεφαλληνίας, ἀνὴρ πεπαιδευμένος, δίκαιος, καὶ ἀκραιφνοῦς πατριωτισμοῦ, ὡς ἐπίσης ὁ Ἀντώνιος ὁ Μαρτινέγκος, ὅστις ἦτον ἄνθρωπος μὲ κατάστασιν, καὶ μὲ ἐπιῤῥοὴν εἰς Ζάκυνθον, ἀπήντησεν εἰς τὸν Μεΐτλανδ ναὶ μὲν ἐλευθέρως, ὡς οἱ ἄλλοι, ἀλλ’ ἀποτόμως· ταράττεται ὁ Μεΐτλανδ διὰ τὸ ἀνεξάρτητον τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, καὶ σκέπτεται νὰ τὸν παιδεύσῃ· ἀπέρχεται εἰς Κέρκυραν, καὶ εὐθὺς στέλλει μίαν φρεγάδαν εἰς Ζάκυνθον καὶ διὰ νυκτὸς περικυκλοῦται τὸ σπῆτι τοῦ ἀτυχοῦς Μαρτινέγκου παρὰ τῶν χωροφυλάκων, καὶ παρ’ ὅλης τῆς ἐκεῖσε φρουρᾶς τῶν Ἄγγλων, καὶ ἡ φρεγάδα στήνει τὰ τηλεβόλα ἅπαντα κατὰ τῆς πόλεως· εἰσέρχεται ὁ ἀστυνόμος μετὰ χωροφυλάκων εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Μαρτινέγκου, τὸν ὁποῖον εὑρίσκει εἰς ἓν δωμάτιον, καὶ τὸν ἀφαρπάζει. Ὁ ἀτυχὴς Μαρτινέγκος, ὁ ἀγαθὸς πατριώτης δὲν ἠδυνήθη ἄλλο νὰ κάμῃ πρὶν ἐξέλθῃ τῆς οἰκίας του, εἰμὴ νὰ δώσῃ πρὸς τὸν Βολτέραν τὴν κλεῖδα τοῦ ταμείου του, καὶ νὰ τῷ εἴπῃ, «ἄνοιξε τὸ ταμεῖόν μου, πάρε ὅσα χρήματα θέλεις, πήγαινε εἰς Λονδῖνον, διὰ νὰ μοῦ γλυτώσῃς τὴν ζωήν.» Δέσμιος μεταφέρεται ὁ Μαρτινέγκος εἰς Κέρκυραν· ὁ δὲ Κ. Μέϊντλανδ τὸν στέλλει εἰς Βίδον, καὶ ἀκολούθως διορίζει μίαν δικαστικὴν ἐπιτροπὴν, οὐχὶ ἐκ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ἔκτακτον, σύμμικτον ἐξ Ἄγγλων καὶ Ἰονίων ὅπως τὸν δικάσῃ. Κατηγορήθη, ὅτι πηγαινάμενος ὁ πρωτοπαππᾶς Γαρντζώνης εἰς τὸ χωρίον Σκουλικάδο, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε κτήματα καὶ ὁ Μαρτινέγκος, ὅτι οἱ χωρικοὶ τὸν ἐλιθοβόλησαν· τί πρὸς τοῦτο; ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ Μαρτινέγκος παρεκίνησε τοὺς χωρικοὺς νὰ πράξωσι τοῦτο; ὄχι. Κατηγορήθη, ὅτι εἶχε τὴν εἰκόνα τοῦ τότε Γεωργίου Γʹ. εἰς ἀνοίκειον θέσιν, καὶ τὴν τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ Ναπολέοντος εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς ὑποδοχῆς· τί πρὸς τοῦτο; πολλαὶ ἄλλαι τοιαῦται κατηγορίαι τοῦ ἐδόθησαν· καὶ εὑρέθησαν δικασταὶ, Κύριοι, κατὰ δυστυχίαν καὶ Ἰόνιοι, καὶ ὑπέγραψαν τὴν ἀπόφασιν, ἥτις τὸν κατεδίκαζεν εἰς θάνατον δι’ αὐτὰ τὰ ἁπλούστατα ἐλλείμματα, καὶ ἂν ἦσαν ἀληθῆ! καὶ οὗτος εἶναι εἷς τῶν πρώτων ἀληθῶς Ἐθνομαρτύρων. Ὁ Βολτέρας ἠδυνήθη νὰ λάβῃ τὴν χάριτα ἀπὸ τὴν Α. Μ. τῇ συμβουλῇ τοῦ φιλέλληνος Γουλιέλμου Δʹ. ἐλαττωθείσης τῆς θανατικῆς αὐτοῦ ποινῆς εἰς 10 ἐτῶν δεσμὰ εἰς τὸ φρούριον τῆς Λευκάδος· ὅθεν καὶ ἐτρελλάθη ἕνεκα τοῦ ἀδίκου καὶ παρανόμου κατατρεγμοῦ· ἀπ’ ἐκεῖ τὸν μετεβίβασαν εἰς τὴν Ἰταλίαν πρὸς θεραπείαν του, ἀλλ’ εἰς μάτην· φρενήρη τὸν μετέφερον εἰς Ζάκυνθον, ὅπου ἀπεβίωσεν. Ἔπειτα ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Μαρτινέγκου, ὅλοι οἱ προὔχοντες τῆς Ἑπτανήσου κατετρόμαξαν, καὶ ἂν δὲν ἐνέδιδον, ἡ ἰδία τύχη τοὺς περιέμενε. Καὶ τὸ νὰ δίδῃ, Κύριοι, τις τὴν ζωήν του μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος του εἶναι ὀρθὸν, τὸ νὰ δίδῃ ὅμως τὴν ζωήν του δωρεὰν, εἶναι μωρία. Ἐξέλεξε μετὰ ταῦτα ὁ Μέϊντλανδ τοὺς προκαταρκτικοὺς συμβούλους ἐξ ἀνδρῶν ἐχόντων ἐπιῤῥοὴν οἰκογενειακὴν, καὶ πλούτου, ἀποποιουμένων τῶν ἀνδρῶν τῆς παιδείας. Τὸ προκαταρκτικὸν συμβούλιον ἐκεῖνο αὐτὸς τὸ ἐπενόησε· καθότι ἡ συνθήκη τῶν Παρισίων τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν τοῦ τὸ ἔδωκε. Καὶ τί εἶπε, Κύριοι, αὐτοῦ τοῦ προκαταρκτικοῦ Συμβουλίου εἰς τὸν πρῶτόν του λόγον; «οὕτω πως ἐγὼ ἑρμηνεύω τὴν συνθήκην τῶν Παρισίων, καὶ ὅστις ἐξ ὑμῶν ἔχει ἄλλας δοξασίας δύναται νὰ τὰς διατηρήσῃ διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἐγὼ δὲν θέλω συζητήσει μετ’ αὐτοῦ», ἄρα ἐν ἄλλαις λέξεσι τοῖς ἔλεγε, «σᾶς ἐπιβάλλω τὴν γνώμην μου». Τὸ προκαταρκτικὸν συμβούλιον διὰ διαταγῆς τοῦ Μεϊτλάνδου ἔδωσε διπλοῦν κατάλογον ὑποψηφίων, καὶ ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἑπτανήσου ἔφερεν εἰς Κέρκυραν τοὺς ὑποψηφίους του διὰ νὰ συντάξωσι τὸ πολίτευμα. Μάθετε, ἀδέλφιά μου, μάθετε πῶς ἔγεινεν ἐκεῖνο τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ ἐλεεινολογήσητε τοὺς ἀδελφούς σας καὶ οὐχὶ νὰ τοὺς καταρᾶσθε, καὶ οὐχὶ νὰ τοὺς ἀναθεματίζητε. Πάντες οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου συνήχθησαν εἰς Κέρκυραν, καὶ ἅμα ἡ πολιτικὴ τοῦ Μέϊντλαδ ἔμαθεν, ὅτι οἱ πληρεξούσιοι αὐτοὶ δὲν ἤθελον ἐνδώσει εἰς ὅσα εἶχε ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτῶν, τί τεκταίνεται; Μετὰ 2 ἡμέρας προσποιεῖται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνεκάλυψε ἐπαναστατικὴν συνωμοσίαν εἰς Κέρκυραν διακλαδιζομένην εἰς ὅλην τὴν Ἑπτάνησον κατὰ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ ὑπὲρ τῆς Ῥωσσίας, συναινέσει τῆς Γαλλίας. Ἤθελεν εἶσθαι μωρία νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι διὰ τῶν ὅπλων ἡ Ἑπτάνησος ἠδύνατο ν’ ἀπαλλαχθῇ τοῦ ζυγοῦ τῆς Μ. Βρεττανίας, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὁ Μέϊντλανδ ἐπενόησε, ὅτι ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ συνωμοσία κατὰ τῆς Κυβερνήσεώς του, (θόρυβος εἰς πολλὰ θρανία ἐκ δεξιῶν ὑπό τινων λεγόντων «εἰς τὸ θέμα, περιττὰ αὐτά». Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, κύριοι, πιστεύω, ὅτι ἔχει περισσότερον συμφέρον νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον του καὶ ν’ ἀπέλθῃ, μάθετε, ὅτι ἐγὼ καὶ ὁ ἀδελφός μου εἴμεθα οἱ μόνοι εἰς τὴν οἰκίαν μας, καὶ τὰ πράγματά μας εἶναι εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ξένων, καὶ ἔχομεν συμφέρον ν’ ἀναχωρήσωμεν τάχιστα· εἶναι ὅμως μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μάθητε.
§121ΠΟΛΛΟΙ. (ἐξ Ἀριστερῶν). Ἐξακολουθήσατε, εὐχαρίστως σὲ ἀκούομεν.
§122ΑΝΝΙΝΟΣ. Μετὰ τὸ μεσονύκτιον μιᾶς τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, εἶδον οἱ πολῖται τὰ τηλεβόλα ἅπαντα τοῦ παρευρισκομένου μεγάλου Ἀγγλικοῦ στόλου ἐν τῷ λιμένι Κερκύρας, ἅπαντα γεμάτα καὶ ἔχοντα ἕνα φανὸν εἰς πᾶσαν ὀπὴν τηλεβόλου, ὡς ἐπίσης καὶ τὰ τῶν φρουρίων, πλήρη καὶ αὐτὰ καὶ γυρισμένα, ὡς ἐκεῖνα τῶν πλοίων, κατὰ τῆς πόλεως, οἱ πυροβολισταὶ ἅπαντες μὲ τὴν θρυαλλίδα εἰς τὴν χεῖρα, τόσον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὰ φρούρια καὶ εἰς τὰ πλοῖα, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι, οἵτινες ἦσαν εἰς τὰς ἐλαφρὰς κανονοστοιχίας, μετακομισθείσας εἰς τὴν πλατεῖαν μὲ τὰ περισσότερα στρατεύματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν συγκεντρωμένα εἰς τὴν πλατεῖαν αὐτὴν· ἄλλα δὲ περιεπόλουν εἰς ὅλην τὴν πόλιν. Περιεκυκλώθησαν τὰ προξενεῖα τῆς Ῥωσσίας καὶ τὸ τῆς Γαλλίας, περιεκυκλώθησαν αἱ οἰκίαι τῶν προὐχόντων τῆς Κερκύρας, Καποδιστρίου, Χαλκιοπούλου, Μουσοξύδου κλπ. Τί τρέχει; λέγει ἐρωτῶν ὁ εἷς τὸν ἄλλον; ἀνεκάλυψεν ἡ Κυβέρνησις συνωμοσίαν κατὰ τῆς προστασίας τῆς Ἀγγλίας. Τὴν αὐτὴν νύκτα μὲ τὴν τρομερὰν προετοιμασίαν αὐτὴν ὁ τότε Ἄνκης, ὅστις ἦτο γραμματεὺς τοῦ Μέϊτλανδ, περιεφέρετο μὲ τὸ Σύνταγμα ἀνὰ χεῖρας ἀπὸ οἴκου εἰς οἶκον, καὶ εὑρίσκων τοὺς πληρεξουσίους τῆς Ἑπτανήσου ἐντρόμους, ὑπογράψετε, τοὺς ἔλεγε· καθότι, ἂν δὲν ὑπογράψητε, θέλει ὑποθέσει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶσθε συμμέτοχοι αὐτῆς τῆς συνωμοσίας, καὶ ἑπομένως ἡ ζωή σας εἰς κίνδυνον, καὶ ὁ καθεὶς ἐξ αὐτῶν χωρὶς νὰ θέλῃ, ἐντρόμως ἔθετε τὴν ὑπογραφήν του. Οὕτω πως, ἔντιμοι συνάδελφοι, ἄνευ ἀναγνώσεως, ἄνευ συζητήσεως, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὑπεγράφη τὸ πολυθρύλλητον καὶ ἐπάρατον ἐκεῖνο Σύνταγμα τῶν 1817, τὸ ὁποῖον ἐδέσμευσε τὴν Ἑπτάνησον πολιτικῶς, θρησκευτικῶς, δικαστικῶς καὶ ἀστικῶς! Καὶ θέλετε νὰ μάθετε, Κύριοι, πῶς ἀνεφάνη εἰς τὸ δημόσιον, ὅτι ἐκείνη ἡ συνωμοσία ἦτο πλαστή; ἀκούσατε· τὴν αὐτὴν νύκτα, εἰς ἣν ἐγένοντο αἱ τοιαῦται ἀποτρόπαιαι σκηναὶ ἐν Κερκύρᾳ ἐστάλησαν δημόσια πλοῖα εἰς τὰς λοιπὰς νήσους φέροντα διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς διοικητὰς αὐτῶν, ὅπως φυλακίσωσι πρόσωπα καὶ κατασχέσωσι καὶ τὰ ἔγγραφα αὐτῶν· εἰς Κεφαλληνίαν διετάχθη ἡ προφυλάκισις τοῦ Σάββα Ἀννίνου, τοῦ πατρός μου, καὶ τοῦ Ἰωάννου Λοβέρδου, ὡς καὶ ἡ κατάσχεσις τῶν ἐγγράφων των. Ὁ διοικητὴς, ἀφοῦ διέταξε τὰ δέοντα, ἀπήντησεν εἰς τὸν Ἁρμοστὴν, ὅτι τὴν διαταγὴν ἐξετέλεσε κατὰ τοῦ Ἰωάννου Λοβέρδου, προφυλακίζων αὐτὸν καὶ κατέσχον τὰ ἔγγραφά του· ἀλλὰ κατὰ τοῦ Σάββα Ἀννίνου δὲν ἠδυνήθη, καθότι αὐτὸς εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὰ 1812, ἐνῷ εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς Ἑπτανησιακῆς συνωμοσίας, ὃ εἶχεν ἀνὰ χεῖρας ἡ Κυβέρνησις, ὑπογεγραμμένον κατὰ τὰ 1817, ὑπῆρχε καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Σάββα Ἀννίνου, ὅστις εἶχεν ἐκλείψει ἀπὸ τῆς ζωῆς 5 ἔτη προτήτερα. Τοῦτο τὸ γεγονὸς ἀπέδειξεν ἀναμφιλέκτως, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἦτο πλαστογραφημένον· καὶ ὁ Ἁρμοστὴς, ὅπως δικαιολογηθῇ, διέταξεν ἀνάκρισιν κατὰ τοῦ πλαστογραφήσαντος Λεπενιώτου, ὅστις ἦτο γραφεὺς εἰς τὸ σπουδαστήριον τοῦ Στάμου Χαλικιοπούλου, ἀνὴρ ὑψηλῆς περιωπῆς καὶ πεπαιδευμένος εἶχεν ἀλληλογραφίαν μὲ πολλοὺς Ἑπτανησίους ἐκ τῶν ἐπιστολῶν τῶν ὁποίων ἀφωμοιώθη ἡ ὑπογραφὴ των εἰς τὸ τῆς συνωμοσίας ἔγγραφον, καὶ ἐπειδὴ εἷς ἐξ αὐτῶν ἦτο θανὼν, ἦλθεν εἰς φῶς ἡ ἀποτρόπαιος μηχανοῤῥαφία, ἥτις ἔδωσε χώραν εἰς τὸ πραξικόπημα τῆς δεσμεύσεως τῆς Ἑπτανήσου, διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Συντάγματος, ἐν μέσῳ τοῦ τρόμου καὶ τοῦ φόβου. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ποῖος ἄνθρωπος ἠδύνατο νὰ ἀνθέξῃ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν; μὅλα τοῦτα ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εὑρέθησαν δύω· καὶ ἀρκεῖ ὅπου εὑρέθησαν δύω καὶ εἶπον· «εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ χύσωμεν τὸ αἷμά μας, ἀλλὰ νὰ μὴ ὑποβληθῶμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ συνείδησίς μας δὲν θέλει», καὶ οὗτοι ἦσαν ὁ Ἀναστάσιος Κασιμάτης τῆς Κερκύρας, καὶ ὁ Παῦλος Γκεντιλίνης τῆς Κεφαλληνίας. (Εὖγε). Ὁ Ἀναστάσιος ὁ Κασιμάτης, ὅστις ἔπειτα ἀπὸ μῆνας βλέπων καὶ ἐκεῖνος, ὅτι τέλος πάντων τὸ Σύνταγμα ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, ὑπεχρεώθη καὶ ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του· τὸν δὲ Παῦλον Γκεντιλίνην, τὶ μετεχειρίσθη ὁ Μέϊτλανδ ἵνα τὸν βιάσῃ νὰ ὑπογράψῃ; ὑπεχρέωσε τὸν πατέρα του νὰ τοῦ γράψῃ, ὅτι, ἂν δὲν ὑπογράψῃς τὸ Σύνταγμα, «σὲ καταρῶμαι, σὲ ἐξωκληρίζω». Ἐρωτῶ, Κύριοι, ὅταν τεθῇ ἕνας υἱὸς εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, καὶ βλέπει, ὅτι μὴ ὑπογράφων δὲν ὠφελεῖται ἡ πατρὶς, τὶ θέλει κάμει; ὑπέγραψε, καὶ ὅμως ἀντέστη εἰς τὴν ἀρχὴν. Ὁ δὲ Κασιμάτης ἔγεινε Βουλευτὴς εἰς τὸ πρῶτον καὶ εἰς τὸ δεύτερον κοινοβούλιον, καὶ ὅμως ὁ Μέϊτλανδ, τοῦ ὁποίου ἠρνήθη ὁ Κασιμάτης τὴν ὑπογραφὴν τὸν ἐσέβετο περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους, διότι τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος θέλει νὰ τῷ ὑπακούωσι, ἀλλ’ ὅταν εὑρίσκῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν δικαιολογημένην τὴν σέβεται. Ὁ Κασιμάτης, Κύριοι, ἦτο Βουλευτὴς ὡς εἶπον, εἰς τὸ Αʹ. καὶ Βʹ. κοινοβούλιον, καὶ δὲν ἠθέλησέ ποτε νὰ λάβῃ μισθὸν, λέγων, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ δὲν πρέπει νὰ πληρώνηται, καὶ συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ· οἱ ἄλλοι συνάδελφοι τὸν ἔλεγον τρελλὸν, ἀλλ’ αὐτὸς οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ πληρωθῇ. Ὁ Μέϊτλανδ εἶχε ἀνάγκην νὰ λάβῃ συνεργοὺς, καὶ ἐκάλεσε τὸν εἰς ἄκρον πεπαιδευμένον Ἐμμανουὴλ Θεοτόκην ἐκ Κερκύρας, ἵνα τὸν συνδράμῃ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Πολιτεύματος· ὁ Ἐμμανουὴλ Θεοτόκης εἶπεν εἰς τὸν Μέϊτλανδ, «ἐνδίδω νὰ κάμῃς ὅ,τι θέλεις, φθάνει νὰ διατηρηθῇ ἀνέπαφον τὸ Ἐκκλησιαστικὸν μέρος»· ὁ Μέϊτλανδ, ὅστις ἐγνώρισεν, ὅτι ἀφοῦ δεσμεύσῃ πολιτικῶς, ἀκολούθως ἦτον εὔκολον νὰ δεσμεύσῃ καὶ Ἐκκλησιαστικῶς, εἶπεν εἰς τὸν Θεοτόκην, «ἄφησέ με νὰ κάμω ὅ,τι θέλω εἰς τὸ πολιτικὸν μέρος, καὶ κάμετε καὶ ἐσεῖς ὅπως θέλετε εἰς τὸ θρησκευτικόν»· καὶ ἰδοὺ τὸ θαῦμα, Κύριε Λούζη! Τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον Κοινοβούλιον, Κύριοι, ἦτο Κωμεστάδες.
§123ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, muti, βωβοί.
§124ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἀλλὰ ἀπὸ τὸ τρίτον Κοινοβούλιον, καί τοι τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, Κ. Λομβάρδε, ὁ Ἑπτανήσιος λαὸς ἐγνώρισεν ὅτι ἤρχισεν ἡ ἀντιπολίτευσις.
§125ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἤρχισεν ἀπὸ τὸ πρῶτον.
§126ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἐὰν ἤρχιζεν ἀπὸ τὸ πρῶτον, δὲν ἦτο βωβοὶ, ὡς εἶπες· ἡ ἀντιπολίτευσις σποραδικῶς οὐδέποτε ἐξέλειψεν ἀπὸ τὰς ψυχὰς τῶν Ἑπτανησίων, εἰς δὲ τὸ τρίτον ἤρχισεν σοβαρῶς διακριθέντων καὶ τῶν συμπατριωτῶν σου αὐτῶν Κούρζουλα, Ῥώμα, Μπούλτσου, καὶ Τζαρλαμπᾶ Λευκαδίου καὶ ἄλλων, (θόρυβος). Μὴ διακόπτετε, Κύριοι! Εἰς τὸ τρίτον Κοινοβούλιον καίτοι ἦσαν αἱ θύραι κεκλεισμέναι, ἡμεῖς γινώσκομεν, ὅτι ἠγέρθη ἡ ἀντιπολίτευσις, καὶ ὁ τότε ἁρμοστὴς Ἄδαμ τί ἐμήνυσεν εἰς αὐτοὺς τοὺς πατριώτας; ὅτι δὲν εἶναι πλέον δεκτοὶ εἰς τὸ παλάτιον (θόρυβος). Εἶναι ἀλήθεια, Κύριοι. Εἰς αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἔπρεπε νὰ γείνῃ μία καλογραία, ἥτις ἦτο συγγενὴς τοῦ Ἄδαμ,—καθότι ἡ σύζυγος τοῦ Ἄδαμ ἦτο Κερκυραία,—εἰς τὴν Μονὴν τῶν ἁγίων Θεοδώρων, ἔξω τῆς πόλεως Κερκύρας, καὶ ὁ Ἄδαμ προσεκάλεσε τὴν Γερουσίαν καὶ ὅλους τοὺς ἀνωτέρους ἐπαγγελματίας, ὅπως παρασταθῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν πομπώδη τελετήν· εἰσέρχεται καὶ ὁ Κ. Μποῦλτσος εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὁ δὲ ὑπασπιστὴς, τῇ διαταγῇ τοῦ Ἄδαμ, πηγαίνει εἰς τὸν Μποῦλτσον καὶ τοῦ λέγει νὰ ἐξέλθῃ, ὁ δὲ Μποῦλτσος ἀπαντᾷ βροντώδει τῇ φωνῇ εἰς τὸν ὑπασπιστήν· «ἐκ τῆς ἐκκλησίας τῶν ὀρθοδόξων οὐδεὶς δύναται νὰ ἐκβάλλῃ ὀρθόδοξον, καὶ ἐγὼ μένω». Ἐκ τούτου, Κύριοι, δύνασθε νὰ στοχασθῆτε, ὁποία ἦτο ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν παρ’ ἡμῖν ἡ προστασία ἤθελε νὰ ἐξασκῇ, ἀφοῦ καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἤθελε νὰ μὴν εἰσέλθῃ οὐδεὶς τῶν ἀντιπολιτευομένων. Κατὰ τὰ 1833, ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς εἰσήρχετο εἰς ἄλλο στάδιον διὰ τῆς ἐλεύσεως τοῦ τότε Βασιλέως της.
§127ΔΑΓΡΕΣ. Εἴμεθα ἀκόμη εἰς τὰ 1833.
§128ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε!
§129ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἀνήκει εἰς ὅλους, ἡ Συνέλευσις μόνον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ, ὅτι ἐφωτίσθη, ἀλλὰ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ ἐκεῖνον, ὅστις ὁμιλεῖ. — Τότε ἡ προστασία κατεῖδε, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ στείλῃ τὸν ἕνα ἀπὸ τοὺς πλέον φιλελευθέρους γόνους της, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑπτανήσου συμπαραβάλλεται μετ’ ἐκείνης τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ ἴδωσιν ἴσως οἱ Ἕλληνες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑπτανήσου ἦτο καλλιτέρα ἐκείνης, ὅπου ἦτο ἐδῶ· ὁ Κ. Νούγγεντ τότε ἐξέρχεται τῶν στενῶν ὁρίων τοῦ συντάγματος, καὶ ἀντὶ νὰ κηρύξῃ διπλοῦν κατάλογον Βουλευτῶν, οἵτινες ὀφείλουν νὰ ἀπαρτίσωσι τὴν τετάρτην Βουλὴν, ὠνομάτισεν ἀπ’ ἐναντίας τριπλοῦν κατάλογον· εἰς αὐτὸν τὸν τριπλοῦν κατάλογον εὑρέθησαν ἄνδρες φιλελεύθεροι καὶ μὲ πατριωτισμὸν, καὶ εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Κερκύρας, ὑπεστήριξαν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος των· ἡ προστασία δὲν ἠδυνήθη νὰ προβῇ, ὡς προέβη μὲ τὰ ἄλλα κοινοβούλια, καὶ ἑπομένως μόλις μίαν Σύνοδον τὴν ἄφησε νὰ τελειώσῃ καὶ ἀκολούθως τὴν διέλυσε, ἐπὶ προφάσει, ὅτι τὴν διαλύει οὐχὶ δι’ ἑαυτὴν ἀλλ’ ἕνεκα τῆς Γερουσίας· τοιαύτη δὲν ἦτο ἡ ἀληθὴς αἰτία, ἀλλ’ ἦτο αἰτία προσπεποιημένη. Ἡ Γερουσία κατὰ πρώτην καὶ τελευταίαν φορὰν εὑρέθη διχογνωμοῦσα, ἡ Κυβέρνησις ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ, αὕτη ἦτο μία ἀντιπολίτευσις, Κύριοι, προσποιουμένη διὰ νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ, ἥτις καὶ διελύθη· ἐδόθη τότε ὁ διπλοῦς κατάλογος τῶν ὑποψηφίων καὶ πᾶσα προσπάθεια ἐγένετο, ὅπως οἱ ἀντιπολιτευόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν μὴ εἰσέλθωσιν, καὶ ἐν μέρει τὸ ἐπέτυχεν, ἐν μέρει δὲ ὄχι. Εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Κερκύρας ἄνδρες μὲ πατριωτισμὸν, μὲ αὐταπάρνησιν, δύω τῶν ὁποίων εἶναι παρόντες, ὁ ἀδελφός μου Ἰωάννης Ἄννινος καὶ ὁ Διονύσιος Μεταξᾶς Σαντορίνης, οἵτινες ἐμπόδισαν πολλὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἤθελεν ὁ Ἁρμοστὴς νὰ εἰσάξῃ εἰς τὴν Ἰόνιον πολιτείαν, ἀντικρούοντες αὐτὰ ὡς ἀποτρόπαια· καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑπτανήσου ἦτο οὐχὶ κομεστάδες. Καὶ τὴν Εʹ. Βουλὴν μόλις δύω συνόδους νὰ κάμῃ τὴν ἄφησε, καὶ διέλυσε καὶ αὐτὴν· ἀπεκατέστη ἡ ἕκτη καὶ μόλις 30 ἡμέρας διήρκεσε, τὴν ἀνέβαλεν ἐπὶ ἓξ μῆνας καὶ ἀκολούθως τὴν διέλυσε· καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ΣΤʹ. ὑπῆρχον ἄνδρες ἀνεξάρτητοι καὶ μὲ αὐταπάρνησιν· εἶχεν εἰς τὸν κόλπον της καὶ τὸν Κύριον Μουστοξύδην. Ἐπὶ τέλους ἦλθε καὶ ἡ Ζʹ. ἡ ὁποία ἦτον κομεστάδες. Κατὰ τὰ 1848, ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ δαυλὸς τῆς ἐπαναστάσεως ἐσυνδαύλιζε, καὶ ἤναπτεν ὅλην τὴν Εὐρώπην, ἔπρεπε νὰ φανῇ, ὅτι καὶ ἡ Ἀγγλία ἦτο ἡ προστάτις τῶν ἐλευθεριῶν εἰς τὴν Ἑπτάνησον διὰ νὰ δύναται ἡ πολιτική της νὰ ἔχῃ ἰσχὺν καὶ εἰς τὰ ἄλλα κράτη· καὶ τότε αἴφνης προσκαλεῖ τὴν Ηʹ. βουλὴν διὰ νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸ Σύνταγμα, ὅπως δοθῇ ἡ ἐλευθέρα ἐκλογὴ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας καὶ νὰ συντάξῃ καὶ τὸν ἐκλογικὸν νόμον· ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ὅστις ἐγένετο εἰς τὰ 1848 παρὰ τῆς Ηʹ. βουλῆς, εἶναι ἀριστούργημα βουλευτικὸν· καὶ διατί; διότι δὲν ἐπεμβῆκε διόλου ὁ Ἁρμοστὴς εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, εἶπεν εἰς τοὺς Βουλευτὰς «κάμετε ὅπως θέλετε·» καὶ ἐποίησαν ἕνα ἐκλογικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος προβλέπει τὰ πάντα διὰ τὴν ἐλευθέραν ἐκλογὴν παρὰ τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ μόλις ἐδόθησαν αὗται αἱ ἐλευθερίαι καὶ εὐθὺς ἐσκέφθη ἡ προστασία πῶς νὰ τὰς καταστρέψῃ· ἐκλήθη ἡ ἐννάτη βουλὴ, ἡ μειονοψηφία τῆς ὁποίας ἐκήρυξε διὰ ψηφίσματος τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος.
§130ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἦτο παμψηφεί.
§131ΜΑΡΙΝΟΣ. Ἡ πρώτη εὐχὴ ἐξεφράσθη παρ’ ὅλης τῆς βουλῆς· μὴ μᾶς ἀδικεῖτε.
§132ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἡ μειονοψηφία ὑπέγραψε τὸ ψήφισμα τῆς ἑνώσεως, ἡ δὲ Βουλὴ παρεδέχετο, ἐὰν, πρὶν τελειώσῃ ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ, δὲν ἀνεβάλλετο· ἀκολούθως διελύθη ἡ βουλὴ μετὰ τὰς πρώτας συνεδριάσεις αὐτῆς· καὶ θέλουσα ἡ προστασία νὰ μορφώσῃ τὴν Ιʹ., τί ἔκαμεν, ἀδελφοὶ, εἰς τὴν Ἑπτάνησον; διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως ἔγειναν αἱ ἐκλογαὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν, καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς Κεφαλληνίαν διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς λόγχης· εἰς δύω καταστήματα ἔγειναν αἱ ἐκλογαὶ, ἀπόσπασμα στρατιωτῶν ἀπ’ ἔξω τοῦ ἑνὸς καταστήματος, ἀπόσπασμα στρατιωτῶν ἀπ’ ἔξω τοῦ ἄλλου, ἄλλο ἀπόσπασμα στρατιωτῶν περιεφέρετο ἀπὸ τὸ μὲν εἰς τὸ δὲ, καὶ ἕτοιμα τὰ τηλεβόλα πλήρη, καὶ ἕτοιμοι οἱ πυροβολισταί· διασκορπισμένοι οἱ σκοποὶ οἱ ἀγγλικοὶ ἦσαν εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν περιφέρειαν, καὶ μαζὺ μὲ τὸν σκοπὸν τὸν ἄγγλον εἷς χωροφύλαξ διὰ νὰ λέγῃ εἰς τὸν ἄγγλον νὰ μὴν ἐπιτρέπῃ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ εἷς μὲ τὸν ἄλλον, ἐὰν ἦσαν ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ ὅταν συνήρχοντο δύω ἢ τρεῖς νὰ συνομιλήσουν, ὁ ἄγγλος στρατιώτης ἐπέμβαινε διὰ τῆς λόγχης ἐν μέσῳ αὐτῶν, καὶ ἐχώριζε, λέγων «ἔξω ἀπὸ ἐδῶ, δὲν εἶναι συγχωρημένον νὰ μένητε.» Ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς καταμετρήσεως τῶν ψήφων· εἶδεν ἡ κυβέρνησις ὅτι μὲ ὅλα τὰ βίαια μέσα, ἃ μετεχειρίσθη, καὶ μὲ τὴν δεκακαλπίαν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν διέταξεν ἐναντίον τοῦ νόμου, (διότι ὁ νόμος λέγει, ὁ κάθε ὑποψήφιος ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν κάλπην του, καὶ ἕκαστος ἐκλογεὺς ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ εἰς ἁπάσας τὰς κάλπας) ὁ τότε Ἔπαρχος διώρισε νὰ τεθῶσιν αἱ κάλπαι αἱ κυβερνητικαὶ εἰς τὴν πρώτην σειρὰν, καὶ αἱ κάλπαι τῶν ἀντιπολιτευομένων εἰς τὴν δευτέραν· ὁ Ἔπαρχος εἶπεν εἰς πάντας τοὺς ὑπαλλήλους ἂν θέλητε νὰ διατηρήσητε τὰς θέσεις σας, πρέπει νὰ ψηφίσητε μόνον εἰς τὰς δέκα κάλπας τῶν κυβερνητικῶν καὶ νὰ ἀπέχητε ἀπ’ ἐκείνας τῶν ἀντιπολιτευομένων, καὶ τὸ αὐτὸ ἔγεινε καὶ μὲ ὅλους ἐκείνους, οἵτινες ἐθήρευον θέσιν, καὶ μὲ ἐκείνους, οἵτινες ἦσαν προσκολλημένοι εἴτε διὰ συγγενείας, εἴτε διὰ πολιτικῶν σκοπῶν μὲ αὐτὸν καὶ ὑποψηφίους του. Ἀλλὰ μ’ ὅλον ὅτι ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν αὗται αἱ παρανομίαι, μολαταῦτα κατενόησε ἡ κυβέρνησις, ὅτι εἰς τὰς κάλπας τῶν ὑποψηφίων της δὲν εἶχε πλειονοψηφίαν διότι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐβιάζοντο νὰ ψηφίσωσι ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς των μόνον τὰς 10 κάλπας, ἀντὶ νὰ δίδωσι τὴν ψῆφόν των εἰς τὸ ναὶ, τὴν ἔδιδον εἰς τὸ ὄχι· κ’ ἑπομένως τὴν πλειονοψηφίαν τὴν εἶχον οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ ἀπόδειξις τούτου ἦτο ὁ τρόπος τῆς διαλογῆς, καθότι εἰς τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ καταμετρηθῶσιν αἱ ψῆφοι, τί ἔγεινε; δὲν ἀφέθησαν ἐλεύθεροι οἱ πολῖται, ὡς ὁ ἐκλογικὸς νόμος λέγει, «20 ἐκλογεῖς νὰ δύνανται νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὴν καταμέτρησιν,» ἀλλὰ πάντας τοὺς ἐξώρισαν, καὶ εἰσέρχονται οἱ στρατιῶται μὲ τα πυρόβολα πλήρη καὶ τὴν λόγχην ἐπ’ αὐτῶν καὶ περιτριγυρίζουν τὴν θέσιν, ὅπου ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ καταμέτρησις, καὶ ὅπως ἐσύμφερε τὰ εἶπον, ὅσα ἤθελον, εἰς τὸ «ναὶ», καὶ ὅσα εἰς τὸ «ὄχι!» τοῦτο εἶναι ἱστορικὸν γεγονός. Προχθὲς, Κύριε Λομβάρδε, θέλοντες νὰ ὁμιλήσητε διὰ τὸ Σύνταγμα καὶ διὰ τοὺς κοινοβουλευτικούς μας νόμους, σᾶς ἐξέφυγεν εἷς λόγος, ὅστις κατεπλήγωσε, σᾶς βεβαιόνω, τὴν καρδίαν μου· διότι, καί τοι μὴ ἔχων οὐδένα ἐκ τῶν συντακτῶν, ἢ τῶν βουλευτῶν, συγγενῆ κατ’ οὐδένα λόγον, μολαταῦτα ἦσαν ἅπαντες συμπατριῶταί μας· καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνεγνώρισα τὸ καθῆκον νὰ ἔλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, ὅπως τοὺς ἐξιλεώσω. Καὶ δεδόσθω, ἔντιμε συνάδελφε, (τοῦ ὁποίου τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν ἐνέργειαν ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεώς μας ἐγὼ ἐκτιμῶ) ὅτι εἶχον ἀληθείας οἱ λόγοι σας, μολαταῦτα παρεξετράπητε, ἀναθεματίσαντες ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἐλεεινολογήσητε· καὶ ἐὰν ἦσαν ἄξιοι ἀναθεματίσεως, δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ στόμα ὑμῶν τὸ ἀνάθεμα αὐτό· διότι ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἀναθεματίζωμεν ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῶν περιστάσεων καλοῦνται εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ γενικὸν συμφέρον τοῦ ἔθνους, ἔπρεπε νὰ ἀναθεματίσωμεν τότε καὶ τὸν Γρηγόριον, ὅστις ὑπέγραψε τὸν ἀφορισμὸν κατ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ εὐλογοῦσε καὶ ἦτο συμμέτοχος αὐτῶν· καὶ μολαταῦτα ὑπέγραψε, Κ. Λομβάρδε, τὸν ἀφορισμόν, τὸν ὁποῖον ἐξέδωκε δημοσίως, ἀλλὰ μετὰ δύο ἡμέρας, ἔπειτα ἀπὸ τὸ μεσονύκτιον, εἰσῆλθεν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον μὲ τοὺς Συνοδικοὺς, καὶ μὲ τὸ φῶς τῆς μόνης κανδύλας ἐπὶ τοῦ Ἁγίου Ἄρτου ἔκαμεν εὐλογητὸν, παρόντων καὶ τῶν συνοδικῶν τῶν ὑπογραψάντων τὸν ἀφορισμὸν, καὶ μὲ τὴν εὐχὴν, τὴν ὁποίαν διορίζει ἡ ἐκκλ., ἔλυσε τὸν ἀφορισμόν. Ἄρα, Κ. Ἰακωβάτε, ἄλλος ὁ Πατριάρχης ἐξωτερικῶς, καὶ ἄλλος ἐσωτερικῶς· ὁ Πατριάρχης ὁ ἐσωτερικὸς εἶναι Ἕλλην, ὁ ἐξωτερικὸς εἶναι δοῦλος, φιλότουρκος, διότι δὲν δύναται νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὰς θελήσεις τοῦ Ῥεῒζ Ἐφέντη, ἢ τοῦ τυχόντος Πρέσβεως, ὅστις ἔχει τὴν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν Πύλην. Ἐὰν ἡμεῖς, ἔντιμοι συνάδελφοι, τῆς τελευταίας εἰσερχομένης μερίδος, εὑρίσκαμεν τὴν Ἑλλάδα εἰσέτι εἰς τὸ κῦρος τοῦ Πατριάρχου, δηλ. νὰ ἐξασκῇ δικαιώματα διοικήσεως εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὠφείλαμεν νὰ τὴν συμβουλεύσωμεν νὰ ἐξέλθῃ ἀπ’ αὐτὴν τὴν δεινὴν θέσιν (εὖγε, εὖγε)· ἀπ’ ἐναντίας εὑρίσκοντες αὐτὴν ἐλευθέραν, αὐτοκέφαλον, καὶ ἡμεῖς νὰ τὴν συμβουλεύσωμεν νὰ ὀπισθοδρομήσῃ ὄχι, Κύριοι, ποτέ. Ὁ Ἕλλην προοδεύει, δὲν ὀπισθοπορεῖ· (εὖγε, εὖγε). Πνευματικῶς, Κύριοι, ὁ Πατριάρχης, εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκκλησίας· παρ’ αὐτοῦ λαμβάνομεν τὸ μύρον, ὁ Μητροπολίτης τὸν μνημονεύει· τοῦτο εἶναι καθῆκον· ἀλλὰ διοικητικῶς ποτὲ, διότι τότε ἠθέλομεν ὑποτάξει τὴν ἐκκλησίαν εἰς τὸν Ῥεῒζ Ἐφέντην. Τὰ 1821 ἔδραξαν οἱ ἀδελφοί μας τὰ ὅπλα, καὶ ἀντέστησαν διὰ πολλὰ ἔτη κατὰ τῆς τυραννίας τοῦ ξένου· καὶ τώρα δὲν ἀναγνωρίζομεν τὰ ἔργα ἐκείνων; ἀλλὰ τοὺς λέγομεν· ἤλθομεν νὰ διορθώσωμεν... παρασιωπῶ τὰς λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξέφυγον παρὰ τῶν συναδέλφων μας (χειροκροτήματα). Ἀναγνωρίσατε, ἔντιμοι συνάδελφοι, τῆς τελευταίας μερίδος, εἰσερχόμενοι εἰς τὸ Πανελλήνιον, ἀναγνωρίσατε τὰ ἔνδοξα ἔργα τοῦ ἔθνους ἐκείνου, καὶ προσφέρατε εὐχαριστίας εἰς τὸ ἔθνος αὐτὸ, εὐγνωμοσύνην αἰωνίαν, διότι τοῦτο ἔγεινεν ὁ μοχλὸς, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ ἡμεῖς εἰσήλθομεν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον (χειροκροτήσεις). Ἡμέρα ἀγαλλιάσεως! νὰ εἰσέλθωμεν! νὰ ἀναπνεύσωμεν ἀέρα ἐλευθερίας! ἀνεξαρτησίας! τὸ πολυτιμώτερον δῶρον, τὸ ὁποῖον ὁ μεγαλοδύναμος Θεὸς δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὸ τέκνον του! Ἂς ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι οἱ Ἕλληνες, οἱ πρῶτοι ἐλεύθεροι, ὑπῆρξαν καὶ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ, οἱ ἥρωες τοῦ Ἔθνους. Οἱ στρατιωτικοὶ ἔχυνον τὸ αἷμά των ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, οἱ δὲ πολιτικοὶ ἐποδηγετοῦσαν τὸ ἔθνος, καὶ διὰ τῶν συνδρομῶν τῶν πολιτικῶν αὐτῶν ἀνδρῶν ἔγειναν τὰ συντάγματα ἐκεῖνα, καὶ ἡ ὀργανικὴ Κυβέρνησις τῆς τότε μόλις ἀναφανείσης Ἑλλάδος· ὥστε διὰ τῶν ἔργων τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ἐσυστήθη, φίλοι μου, ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν Εὐρώπην, διότι οἱ διπλωμάται εἶπον, «ἄρα δὲν εἶναι κλεφτουριὰ, εἶναι ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει τὴν ἀξιοπρέπειάν του, καὶ δράττει τὰ ὅπλα, ὄχι διὰ νὰ διάγῃ ἀναρχικῶς, ἀλλ’ ἵνα κάμῃ Κυβέρνησιν, νὰ διοικῆται ὑπὸ νόμων·» καὶ ταῦτα ὀφείλονται καὶ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ εἰς τοὺς πολιτικούς· καὶ ἡμεῖς εὐγνωμοσύνην ἄπειρον εἰς πάντας χρεωστοῦμεν, διότι πάντες συνήργησαν, ὅπως καὶ ἡμεῖς τὴν σήμερον παρ’ αὐτοῖς εὑρισκώμεθα.
§133ΤΙΝΕΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος.
§134Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Τὴν ἀγαλλίασιν αὐτὴν τῆς καρδίας μου κατεπίκραναν ῥήσεις τινὲς τῶν συναδέλφων μου, αἱ ὁποῖαι ἤθελον νὰ μὴ ὑπάρχουν εἰς τὰ πρακτικά· εἰς τὰς δημηγορίας τῶν συναδέλφων μου, ἃς εἴπω τῶν Ἑπτανησίων, ἀπεκρίθη ὁ Κ. Καλλιγᾶς· ἤλπιζα παρ’ αὐτοῦ τοῦ σοφοῦ ἀνδρὸς νὰ ῥίψῃ ὕδωρ εἰς τὸ πῦρ, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἔῤῥιψεν ἔλαιον. Ἤλθομεν λοιπὸν εἰς τὸν περίβολον τοῦ Πανελληνίου διὰ νὰ ἐξελέγξωμεν ὁ εἷς τὰς πράξεις τοῦ ἄλλου; Ὄχι! Ἤλθομεν διὰ νὰ ἐναγκαλισθῶμεν πάντες, νὰ συνεργασθῶμεν, καὶ ὁ εἷς νὰ δώσῃ τὴν χεῖρα εἰς τὸν ἄλλον, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ πολιτεία μας, ἥτις εὑρίσκεται, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, εἰς μεγάλους κινδύνους· καὶ ἂν ἡμεῖς δὲν συναισθανθῶμεν τὸν κίνδυνον αὐτὸν, ἀπολλύμεθα. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν ἐτέθησαν τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα τὰ πομπώδη εἰς τὸ Σύνταγμα, περὶ θρησκείας, ἂς ἴδωμεν τὰ ἀκόλουθα. Ἡ ἐκκλησία εἰς τὴν πολιτείαν μας....
§135ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε, Πρόεδρε....
§136ΠΟΛΛΟΙ. Ἡσυχία, μὴ διακόπτετε (θόρυβος).
§137ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ, Κ. Πρόεδρε, ἡ Συνέλευσις ἂν θέλῃ νὰ ἀκούσῃ τὰς ἐνστάσεις τοῦ Κυρίου Δαγρὲ (θόρυβος ἀριστερόθεν).
§138ΠΟΛΛΟΙ. Θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν· νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ῥήτωρ.
§139ΘΕΟΦΙΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν τὸν ἀκούουν.... (θόρυβος)
§140ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸν κηρύττω ψεύστην (θόρυβος).
§141ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν του, Κύριε Πρόεδρε· (θόρυβος).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι.
§143Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἔντιμοι συνάδελφοι, σεῖς διὰ τὴν ἐλευθερίαν πολλὰ ἐθυσιάσατε· σεῖς πρόπερσυ ἐκάμετε μίαν μεταπολίτευσιν, διὰ ποῖον σκοπόν; διὰ τὴν ἐλευθερίαν. (εὖγε, εὖγε). Ἀφοῦ εἰς τὴν Συνέλευσιν δὲν ἀφίνετε ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, τί θὰ σκεφθῇ ὁ ξένος κόσμος ὅτι ἐπιδιώκετε; ἐλευθερίαν ἢ τυραννίαν; Ὅταν μία πλειονοψηφία εἰς τὴν Συνέλευσιν ᾖναι σύμφωνος, καὶ θέλῃ νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου ἀπὸ τὸν μὲν, ἢ τὸν δὲ, τότε δὲν εἶναι πλέον ἐλευθερία. Κάθε πληρεξούσιος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναβαίνῃ τὸ βῆμα· ὅστις δὲν θέλει νὰ τὸν ἀκούσῃ, ἀπέρχεται· ἀλλὰ δὲν δύναται οὐδεὶς νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον. Εὐθὺς, Κύριοι, μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ περιφήμου ἐκείνου πολιτεύματος τῶν 1817, ἡ αὐτὴ Συνταγματικὴ Συνέλευσις διὰ μιᾶς προκηρύξεως τοῦ Μέϊτλανδ ἀπὸ συντακτικῆς κατέστη καὶ βουλευτικὴ, χωρὶς νὰ γείνουν ἄλλαι ἐκλογαί. Διὰ τῆς Ζʹ. πράξεως τοῦ αὐτοῦ Κοινοβουλίου 1819, γενομένης εἰς τὸ φαινόμενον, ὅπως μὴ χειροτονῶνται οἱ ἱερεῖς παρ’ ἐπαρχίας, καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς νὰ χειροτονοῦν τοὺς ἱερεῖς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν των, τοὺς ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ μυστηρίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδικαιοῦτο ν’ ἀφαιρέσῃ ἡ ξενικὴ ἐξουσία, διότι αὐτὸ ἦτο δικαίωμα τοῦ Ἀρχιερέως. Διὰ τῆς ΛΑʹ. πράξεως τοῦ Βʹ. Κοινοβουλίου, τῆς 7 Μαρτίου 1825, ἀφαιρεῖ τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς νὰ ἐπεμβαίνωσιν εἰς τὰς μονάς· ὅταν ἡ προστασία ἦλθεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, αἱ μοναὶ ἐδιοικοῦντο ἀφ’ ἑαυτῶν, ὁ Ἀρχιερεὺς διώριζε τοὺς ἡγουμένους, καὶ εἰς τὸν Ἀρχιερέα αἱ μοναὶ ἔδιδον κατὰ τὴν δύναμίν των κανονικὰ, καὶ μὲ αὐτὰ, σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνας τῆς ἐκκλησίας διετηροῦντο οἱ Ἀρχιερεῖς· ἅμα ἦλθεν ἡ προστασία, εὐθὺς ἀφῄρεσε τὴν ἐξουσίαν τῶν Ἀρχιερέων ἀπὸ τὰς μονὰς, καὶ τὴν δίδει εἰς τὴν πολιτικὴν ἀρχήν· ἔκαμε τότε ἓν πολιτικὸν δικαστήριον διὰ τὰς ἱερατικὰς ὑποθέσεις, καὶ τὸ δικαστήριον αὐτὸ διώριζε τοὺς ἡγουμένους, καὶ ἐλάμβανε λογοδοσίαν παρ’ αὐτῶν. Ὁ Ἀρχιερεὺς ἐτέθη ὑπὸ μισθὸν ἐναντίον τοῦ ῥητοῦ τοῦ εὐαγγελίου «ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς κτλ». Ἀλλὰ τότε ποῖος ἦτο ὁ μισθὸς τοῦ τότε μόνου Μητροπολίτου τῆς Ἑπτανήσου; 30 τάλληρα τὸν μῆνα· ἄρα ἔκαμε τὸν λογαριασμὸν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὰ κανονικὰ τὰ ὁποῖα ἐλάμβανεν ὁ Ἀρχιερεὺς, θὰ ἦσαν ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ 30 τάλληρα, καὶ τῷ ὄντι ἦσαν ὀλιγώτερα. Διὰ δὲ τῆς ΛΑʹ. κοινοβουλευτικῆς πράξεως τοῦ Βʹ. Κοινοβουλίου διωρίσθησαν 300 λίραι στερλίναι κατ’ ἔτος διὰ μισθοδοσίαν τῶν Ἀρχιερέων! Ἀπεβίωσεν ὁ Μητροπολίτης Κεφαλληνίας, καὶ ὠνομάσθη εἷς τοποτηρητὴς, ὁ Παπᾶ Παναγῆς Μακρῆς· ὁ Μέϊτλανδ ἦλθεν εἰς ἐπίσκεψιν τῆς νήσου αὐτῆς· ὁ τοποτηρητὴς τῆς ἐκκλησίας ὑπῆγε νὰ τὸν ἐπισκεφθῇ· ἅμα εἰσέρχεται εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς ὑποδοχῆς, ὁ τότε Ἔπαρχος λέγει εἰς τὸν ἱερέα Μακρῆν νὰ φιλήσῃ τὴν χεῖρα τοῦ Μέϊτλανδ, καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκκλησίας τὴν ἠσπάσθη!......
§144ΣΟΛΩΜΟΣ. Τοῦ τὸ ἐπέβαλεν ὁ ἴδιος.
§145Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Διατὶ ὁ Μέϊτλανδ ἀπῄτησε νὰ τοῦ φιλήσῃ τὸ χέρι; ὄχι διὰ νὰ φανῇ, ὅτι φέρει τὸν σεβασμὸν εἰς ἀρχηγὸν τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ ἡ ἐκκλησία ὀφείλει νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς θελήσεις του. Καὶ αὐτὸς ὁ ἱερεὺς μετ’ ὀλίγον ἔγεινε καὶ μητροπολίτης· καὶ πῶς; ὄχι διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἱερέων, ἀλλ’ ὁ Μέϊτλανδ διέταξε τὴν Γερουσίαν, καὶ ἡ Γερουσία γράφει εἰς τὴν Πρεσβείαν εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ ὁ πρέσβυς εἰς τὸν Ῥεῒζ ἐφέντην, καὶ ὁ Ῥεῒζ ἐφέντης εἰς τὸν Πατριάρχην, καὶ ὁ Πατριάρχης συντάττει τὴν ἔκδοσιν διὰ τὸν ἀρχιερέα αὐτὸν ἄνευ ἐκλογῆς· οὕτω πῶς ἔγεινε καὶ ὁ Γαρντζώνης εἰς Ζάκυνθον. Πότε ἀνελάβομεν τὴν ἐλευθέραν ἐκλογὴν τοῦ κλήρου διὰ τοὺς Ἀρχιερεῖς μας; ἐκείνην τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐσύμφερε ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ φιλελεύθερον σύστημα τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑπτανήσου, εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν εἶχε τοὺς φιλελευθέρους ἄνδρας, εἰς τοὺς ὁποίους συνηριθμεῖτο καὶ ὁ Μουστοξύδης καὶ οἱ παρόντες Ἄννινος καὶ Μεταξᾶς Σαντορίνης, οἵτινες συνέταξαν τὸ βούλευμα ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ κλῆρος ἐκλέγει τοὺς ἐπισκόπους. Ἀλλ’ ἠθέλησεν ἡ Προστασία νὰ διατηρήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μὴ ἐπικυρώνῃ τὸν ὑποψήφιον ἂν δὲν τῆς ἀρέσῃ. Κατόπιν, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἡ προστασία εἰς τὸν κλῆρον τῆς Ἑπτανήσου, ἀκριβῶς τὸ ἐξετέλεσεν; Ἀποθνήσκει ὁ Παρθένιος Μητροπολίτης Κεφαλληνίας, ἀνοίγει ὁ συναγωνισμὸς διὰ τὴν ὑποψηφιότητα τοῦ Μητροπολίτου, καὶ συναγωνίζονται τρεῖς ὑποψήφιοι, ὁ σοφὸς Κ. Τυπάλδος, ὁ Κόντε Παΐσιος Μεταξᾶς, καὶ ὁ Σπυρίδων Κοντομίχαλος. (Ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἕδραν ὁ Πρόεδρος Κ. Δεληγεώργης). Ὅλα τὰ μέσα ὅσα εἶχεν εἰς τὰς χεῖράς της ἡ προστασία μετεχειρίσθη ὅπως μὴ ἐξέλθῃ ὁ Τυπάλδος. Ὁ Μεταξᾶς εἶδεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὸν πόλεμον, ὃς τοῦ ἐγένετο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔδωκε τὰς ψήφους του εἰς τὸν Τυπάλδον, ὅστις ἀνεδείχθη πλειοψηφῶν μὲ ὅλας τὰς ῥαδιουργίας κατ’ αὐτοῦ. Ἡ ἐφορατικὴ ἐπιτροπὴ ἦτον ὁ ἔπαρχος, ὁ γραμματεὺς, ὁ εἰσαγγελεὺς τῆς νήσου καὶ ἱερεῖς. Ὁ τοποτηρητὴς Ἄγγλος ἔξω τῆς ἐκκλησίας, ἔνθα ἐγίνετο ἡ ἐκλογὴ, ἐπηρέαζε, καὶ μολοντοῦτο οὐδὲν ἴσχυσεν ἀπέναντι τοῦ κλήρου τῆς Κεφαλληνίας, καί τοι δὲν ἦτο πεπαιδευμένος. Ἡ Γερουσία τὶ ἔπραξεν; ἐσεβάσθη τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν τοῦ κλήρου τῆς Κεφαλληνίας; ἄπαγε· ἀκυρώνει τὴν ἐκλογὴν τῶν ἱερέων ὑπὲρ τοῦ Τυπάλδου. Τότε ὤφειλε ν’ ἀνοίξῃ ἕνα ἄλλον συναγωνισμὸν καὶ νὰ γείνῃ νέα ψηφοφορία· τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ διὰ μέσου τοῦ Ἁρμοστοῦ καὶ τοῦ πρέσβεως Κωνσταντινουπόλεως συσταίνει, μέσον τοῦ Ῥεῒζ–Ἐφέντη, εἰς τὸν Πατριάρχην νὰ ἐπικυρωθῇ ἱερεὺς Σπυρίδων Κοντομίχαλος, ὁ δεύτερος λαβὼν τὰς πλείονας ψήφους εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ὡς καὶ ἔγεινε, καὶ ὅστις εἶναι ὁ νῦν Μητροπολίτης, (κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδὲν παράπονον, διότι ἐπαξίως ἑδρεύει ἐπὶ τοῦ θρόνου, καὶ χριστιανὸς ἄριστος, καὶ ἀνεξάρτητος εἶναι)· χωρὶς ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, Κύριε Ἰακωβάτε, νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἔλαβεν αὐτὸς τὴν πλειονοψηφίαν ἢ οὔ, συντάττει τὰς ἐκδόσεις ὑπὲρ τοῦ δευτέρου πλειοψηφήσαντος. Ἄρα ποῦ εἶναι ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ἑπτανήσου; (εὖγε). Ἐὰν ἐγίνοντο καὶ ἐδῶ καταχρήσεις, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν καταχρήσεις ἀείποτε ἔγειναν, καὶ ἡμεῖς, ὡς εἰλικρινεῖς ἀδελφοὶ, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἀδελφοὺς μας καὶ τὰς ἐδικάς μας καταχρήσεις (εὖγε)· ὄχι ἅμα εἰσερχόμεθα ἐδῶ νὰ τοὺς εἴπωμεν, τὰ πάντα εὑρίσκομεν κακά· οὐδέν τι τέλειον εἰς τὸν κόσμον, εἷς τέλειος ὁ Θεὸς, τὰ ἀνθρώπινα ἅπαντα ἀτελῆ (εὖγε)· καὶ πιθανὸν καὶ οἱ ἀδελφοί μας νὰ ἔχουν ἀτελείας, καὶ πρέπει ἡμεῖς μετ’ αὐτῶν συμβουλευόμενοι, καὶ συντρέχοντες, τὰ ἀτελῆ νὰ διορθώσωμεν χωρὶς νὰ τοὺς ἐξελέγξωμεν, διότι, ὡς εἶπον, οὐδὲν τέλειον εἰς τὸν κόσμον. Ἠθέλησα νὰ ἐξετάσω καὶ ἔμαθον, ὅτι εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος οἱ Ἡγούμενοι παρὰ τῶν μοναχῶν ἐκλέγονται, καὶ οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ἐπεμβαίνει· τοῦτο δὲν ἐγίνετο παρ’ ἡμῖν· οἱ Ἡγούμενοι ἐξελέγοντο κατ’ εὐθεῖαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς εἶπον κατ’ ἀρχὰς, ὅτι οἱ Ἡγούμενοι ἐλάμβανον τὴν διαχείρισιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τίνος ἔδιδον λογαριασμόν; τοῦ κατὰ καιρὸν Ἀρχιτελώνου, ὅστις ἦτον Ἄγγλος. Ἀρχιμανδρίται λοιπὸν τῆς Ἑπτανήσου ἦσαν οἱ Ἄγγλοι. Ὁ Ἡγούμενος ἔπρεπε νὰ εὑρίσκῃ αὐτὸν τὸν Ἀρχιμανδρίτην, νὰ τοῦ λέγῃ, ὅτι χρειάζεται κερὶ καὶ λιβάνι διὰ τὴν ἐκκλησίαν, ἢ ψωμὶ καὶ ἄλλα διὰ τοὺς μοναχούς. Ἐκατήντησεν ἡ πλουσία μονὴ τοῦ ἁγίου Γερασίμου, ἥτις ἠδύνατο νὰ θρέψῃ ὑπὲρ τοὺς 1,000 ἄνδρας, ἐκατήντησαν, λέγω, οἱ μοναχοὶ νὰ μὴ ἔχωσι τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Κατήντησαν αἱ μοναὶ τῆς Ἑπτανήσου νὰ εἰσέρχηται ὁ πιστὸς καὶ νὰ μὴ ἔχωσι νὰ τοῦ δώσουν τίποτε, ἐνῷ πρὶν ἢ ἡ προστασία βάλῃ τὴν χεῖρά της, αἱ μοναὶ ἦσαν τὸ ξενοδοχεῖον τῶν πτωχῶν χριστιανῶν. Δὲν τὴν ἤρκεσε τὴν προστασίαν ὡς ἐκεῖ, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ ἐπέμβῃ καὶ εἰς τὰς ἐκκλησίας τῶν ἐνοριῶν μας· διὰ μιᾶς κοινοβουλευτικῆς πράξεως ὑπεχρέονε τοὺς ἐπιτρόπους τῶν ἐκκλησιῶν· δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐδῶ ἔχητε τοιαύτας ἐνορίας.
§146ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§147ΑΝΝΙΝΟΣ. Συνέρχονται πολλοὶ καὶ κάμνουν μίαν ἐκκλησίαν καὶ ἐκείνη εἶναι ἀδελφότης, καὶ αὐτὴ ἡ ἐκκλησία τῶν ἀδελφῶν ἐκείνων προικίζεται παρὰ τῶν ἰδίων μὲ κτήματα. Οἱ ἀδελφοὶ τῆς ἐκκλησίας ὁρίζουν τοὺς ἐπιτρόπους, καὶ αὐτοὶ διαχειρίζονται τὰ τῆς ἐκκλησίας. Ἠθέλησε καὶ εἰς τοῦτο νὰ ἐπέμβῃ ἡ προστασία, καὶ διὰ μιᾶς κοινοβουλευτικῆς πράξεως, ὡς εἶπον, ὑπεχρέωνε τοὺς ἐπιτρόπους νὰ δίδουν λογοδοσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο μᾶς ἤγγιζε κατ’ εὐθεῖαν· ἤθελε καταντήσει ὁ ἐπίτροπος νὰ πηγαίνῃ εἰς τὸν Ἄγγλον Ἀρχιμανδρίτην,— εἶπον ποῖος ἦτο —καὶ νὰ τοῦ λέγῃ χρειάζεται κηρὶ ἢ χρειάζεται λιβάνι, καὶ αὐτὸς νὰ τοῦ ἀπαντᾷ, πολλὰ ἔξοδα ἐκάμετε εἰς φωταψίας καὶ λιβάνι, περιττὰ αὐτά· πῶς ἡμεῖς δὲν ἐξοδεύομεν εἰς τέτοια; καὶ βαθμηδὸν βαθμηδὸν ἀνεπαισθήτως νὰ καταντήσωμεν διαμαρτυρούμενοι χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν. Αὐτὴ ἡ Κοινοβουλευτικὴ πρᾶξις δὲν ἐξετελέσθη, καὶ διὰ τί, Κύριοι; διότι ἅπας ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου εἶπε, δὲν τὴν ἐκτελῶ. Προσεκλήθησαν οἱ ἐπίτροποι τῶν ἐκκλησιῶν τῆς πόλεως παρὰ τῆς ἀστυνομίας, ὅπως ὑποχρεωθῶσι νὰ δώσωσι λογαριασμόν. Οἱ ἐπίτροποι ἀπήντησαν, ὅτι δὲν δίδουν, διότι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐπ’ αὐτῶν τῶν κτημάτων τῶν ἰδιαιτέρων ἐκκλησιῶν, καὶ ἡμεῖς λογοδοσίαν θὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἐπερχομένους ἐπιτρόπους, ὅπου ἡ ἀδελφότης θὰ ἐκλέξῃ. «Παιδεύεσθε, ταῖς ἔλεγεν ὁ ἀστυνόμος, ὁ νόμος εἶναι ῥητός, παιδεύεσθε.» — «Ἕτοιμοι εἴμεθα, ἔχεις δεσμωτήρια, στεῖλέ μας, κλεῖσέ μας, ἀλλὰ λογοδοσίαν δὲν δίδομεν, δὲν ὑποτάσσομεν τὴν ἐκκλησίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ἐκκλησίας ἡμῶν». Καὶ τοὺς χωρικοὺς, Κύριοι, ἀπεπειράθησαν νὰ ὑποχρεώσουν νὰ δώσουν λογοδοσίαν εἰς τὸν Ἄγγλον Ἀρχιτελώνην, ἀλλὰ ἀπέτυχον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔμειναν αἱ ἐκκλησίαι ἡμῶν αὐτοκέφαλοι. Σὺν τοῖς ἄλλοις ἐπροτείνατε ὅπως καὶ ὁ γάμος καὶ τὸ διαζύγιον ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Ἀρχιερέων.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐψηφίσθη, Κύριε!
§149ΑΝΝΙΝΟΣ. Τὸ ἠξεύρω.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ συζητούμενον ζήτημα εἶναι αὐτὸ, περὶ οὗ ὡμιλούσατε πρίν.
§151ΑΝΝΙΝΟΣ. Μάθετε ὅμως, ἀδελφοί μου, ὅτι ὁ Ἀρχιερεὺς δὲν ἦτον ὁ ἱεροδικαστὴς ἐπὶ τῶν διαζυγίων, ἀλλὰ τυπικῶς μόνον ἔθετε τὴν ὑπογραφήν του.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε, ἐὰν θὰ ὁμιλήσητε περὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, ἐὰν οἱ Ἀρχιερεῖς πρέπει νὰ ἔχουν τὸ διαζύγιον ἢ ὄχι, εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§153ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ τὸν ἀφήσητε ν’ ἀκούσωμεν, διότι λέγει τὴν ἀλήθειαν.
§154ΑΝΝΙΝΟΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν διὰ μιᾶς κοινοβουλευτικῆς πράξεως καθιέρωσεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἱεροδικαστήρια καὶ ἱεροεφετεῖα παράλογος· ἡ πρᾶξις αὕτη, ἱεροδικαστικὰ ἐφετεῖα, διότι ὁ ἱεροδικαστὴς ὀφείλει νὰ δικάσῃ πνευματικῶς ἐν συνειδήσει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἥτις τοῦ παρουσιάζεται, καὶ δὲν δύναται ἑπομένως εἰς τὴν ἀπόφασίν του νὰ εἴπῃ καὶ τοὺς πνευματικοὺς λόγους. Ὁ ἱεροεφέτης δικάζει ἐπὶ τῶν λόγων τῆς ἀποφάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχουσιν οἱ πνευματικοὶ λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν τὸν ἱεροεφέτην, καὶ ὁ Ἱεροεφέτης ἀκυροῖ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πρωτοδικείου, διότι δὲν εὑρίσκει λόγους ἀρκοῦντας, τοὺς λόγους ἐκείνους, οὓς ὁ ἱεροπρωτοδίκης πνευματικῶς ἐγίνωσκεν. Αὐτὰ, Κ. Ἰακωβάτε, καὶ Λούζη, δὲν ἦτον ἐκλαΐκευσις τῆς ἐκκλησίας; ἱεροδικαστήρια! καὶ ποῖος ἦτον ὁ ἱεροδικαστής; ὁ ἀρχιερεύς; Ἄπαγε τῆς βλασφημίας! εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔδωσαν τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκλέγῃ αὐτὸς τρεῖς νομικοὺς συμβούλους καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν τριῶν, ἡ Γερουσία νὰ προσδιορίζῃ ἕνα, ἀλλ’ ἀκολούθως εἶδον, ὅτι δὲν ἐσύμφερε καὶ τοῦτο, καὶ διέταξαν μὲ μίαν ἄλλην Κοινοβουλευτικὴν πρᾶξιν, ὅπως ὁ Εἰσαγγελεὺς διὰ πᾶσαν Νῆσον νὰ ᾖναι καὶ ὁ διευθύνων τὸ δικόγραφον τῶν ἱεροδικαστηρίων, καὶ ὅσα ὁ Εἰσαγγελεὺς διέταττεν, ἁπλῶς ὁ Ἀρχιερεὺς τὴν ὑπογραφήν του ἔθετε· ποῦ ἦτον ἡ ἀνεξαρτησία τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑπτανήσου;
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνιστῶ πολὺ εἰς τὸν ἀγορεύοντα νὰ συντέμνῃ τὸν λόγον του ἄνευ βλάβης τῆς οὐσίας.
§156ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἀφ’ ὅσα λοιπὸν, Κύριοί μου, διὰ νὰ τελειώσω, ἀφ’ ὅσα δικαιώματα δίδουν οἱ ἀποστολικοὶ καὶ οἱ συνοδικοὶ κανόνες εἰς τοὺς Ἀρχιερεῖς, αὐτὰ ἀφῄρεσαν ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς τῆς Ἑπτανήσου, καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἐκραυγάζομεν πάντοτε, καὶ ἐπεθυμήσαμεν τὴν στιγμὴν νὰ συνενωθῶμεν μὲ τοὺς ἀδελφούς μας, καὶ νὰ τοὺς εἴπωμεν, ἂς διορθώσωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ πολιτικὰ ἐνταῦθα καὶ ἐκεῖσε. (εὖγε). Τὸ σοβαρὸν τῆς ὑποθέσεως ἴσως μὲ ἔκαμε καὶ παρεξετράπην.
§157ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι διόλου.
§158ΑΝΝΙΝΟΣ. Καὶ κατεχράσθην τῆς ὑπομονῆς σας, καὶ σᾶς εὐγνωμονῶ ἐξ ὅλης καρδίας διὰ τὴν ὑπομονὴν, ἣν ἐλάβετε νὰ μὲ ἀκούσητε εἰς ὑποθέσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὑμεῖς δὲν ἐγινώσκετε, καὶ ἐγὼ εἶχον καθῆκον, εἶχον ἐντολὴν νὰ σᾶς εἴπω. Ἐὰν δὲν ἠκούσατε παρ’ ἐμοῦ, οὔτε εὐγλωττίαν, οὔτε μεταφορὰς ῥητορικὰς, οὔτε τετορνευμένας λέξεις Ἑλληνικὰς, τοῦτο ἴσως δὲν πειράζει διότι, ὡς ἠδυνήθην, οὕτω πως σᾶς τὰ ἐξέθεσα (ὡραῖα, ὡραῖα). Τὴν ἀλήθειαν ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω, καὶ αὐτὴν σᾶς εἶπον, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἀείποτε θέλει ἀκούσετε παρ’ ἐμοῦ ἢ τὴν ἀλήθειαν (εὖγε, χειροκροτήματα).
§159ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 3 καὶ ¼ Μ. Μ.
Ὁ Πρόεδρος
Ε. ΔΗΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Σ. Γρίβας, Α. Νικολαΐδης.