1864.08.05
2.444 στίχοι · 20.295 λέξεις · 196 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 291.
Τῆς 5 Αὐγούστου 1864.
(Τετάρτη)
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης πλήροις τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κατσικαπῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§2ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, προχθὲς, ὅτι ἔγεινε λόγος περὶ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν· ἐῤῥέθη ὑπὸ τοῦ προέδρου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι τοῦ λοιποῦ θέλουν καταχωρεῖσθαι αἱ ἀγορεύσεις ἐν συντόμῳ, ὅσον δυνατὸν περιεκτικῶς, ὁ δὲ Κ. Τρικούπης ἀπήντησεν εἰς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον· ἐπειδὴ καθιερώθη ἀπ’ ἀρχῆς ἡ συνήθεια τοῦ νὰ καταχωρίζωνται ὁπωσοῦν ἐν ἐκτάσει αἱ ἀγορεύσεις, νὰ ἐξακολουθήσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα τοὐλάχιστον τὸ αὐτὸ σύστημα, καὶ φρονῶ ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἀντεῖπεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Τρικούπη· ὥστε ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη παρεδέχθη δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι ἐθεωρήθη πολὺ σπουδαῖον, τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο σήμερον, διότι ἐνῷ ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἀνέπτυξε πολλὰ σπουδαῖα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα καὶ εἰς τὸ μέλλον θέλουν εἶσθαι χρήσιμα, ἡ ἀγόρευσις τούτου δὲν φαίνεται σήμερον ἐνταῦθα, διότι τί λέγουν· «λαβὼν ὕστερον τὸν λόγον ὁ πληρεξούσιος Γ. Ἰω. Ἰακωβάτος, ὑπεστήριξε τὰ ἐν τῇ προηγουμένῃ ἀγορεύσει του ἐκτιθέμενα ἐπιχειρήματα δι’ ἀναπτύξεως σκοπούσης τὴν ἀνασκευὴν τῶν κατ’ αὐτῶν ἀντιταχθέντων, καὶ ἐπέμεινεν εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς τροπολογίας του». Ὁ Κύριος Ἰακωβάτος, οὐ μόνον ἀνέπτυξε τὰ ἐν τῇ προηγουμένῃ του ἀγορεύσει, ἀλλ’ ἔφερε καὶ ἕνα λόγον ἀρκετὰ ἰσχυρὸν καὶ ἀρκετὰ λογικὸν, εἰς τρόπον ὥστε ἔπρεπε νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἀγόρευσις. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Τρικούπη νὰ καταχωρίζεται ὁλόκληρος ἡ ἀγόρευσις, μέχρι συζητήσεως τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, πρέπει νὰ γείνῃ παραδεκτή.
§3ΚΑΛΟΣ. Ὑπάρχουν τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα περιέχουν ὁλοκλήρους τοὺς λόγους τῶν ἀγορευόντων· φρονῶ ὅτι τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ, ἵνα κρίνετε περὶ τῶν λόγων τοῦ Κ. Κατσικαπῆ. Ἄρθρ. 54. «Τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως εἰσὶ διπλᾶ· ά) πιστὴ καὶ λεπτομερὴς ἀφήγησις τῶν λεχθέντων ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῶν συνεδριάσεων, αὐτολεξεὶ γινομένη· βʹ) περιληπτικὴ ἔκθεσις τῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν προταθεισῶν γνωμῶν, καὶ τῶν ἐπ’ αὐτῶν ἀποφάσεων τῆς Συνελεύσεως. Τὰ πρῶτα δημοσιεύονται διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Συνελεύσεως, τὰ δὲ δεύτερα ἀναγινώσκονται κατὰ τὴν ἔναρξιν ἑκάστης συνεδριάσεως.» Παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις ἂν παραδέχηται τὴν γνώμην τοῦ Κ. Κατσικαπῆ· ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§5ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος εἶπεν, ὅτι ἂν ὁ πατριάρχης χειραφετήσῃ τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑπτανήσου, εἶναι τετελεσμένα κατ’ ἐμέ· ὁ Κ. Ἰακωβάτος παραιτεῖται τῆς γνώμης του.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἐμὲ δὲν παρῃτήθη· χθὲς τὸν προσεκάλεσα μετὰ τῶν ἄλλων νὰ συγχωνεύσῃ τὴν πρότασίν του, καὶ δὲν παρεδέχθη. Λοιπὸν τὰ πρακτικὰ ἐγκρίνονται. Εἷς τῶν συναδέλφων μας πληρεξ. Κεφαλληνίας Κ. Βρυώνης ζητεῖ ἕνεκα κατεπειγούσης ἀνάγκης ἄδειαν ἀπουσίας ἑνὸς μηνός.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τῷ χορηγηθῇ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐπεδόθη ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου «Ἁγία Εὐθυμία» τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος, οἱ ὁποῖοι προστρέχουν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ζητοῦν παρ’ αὐτῆς, ὅπως συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἓν δυστύχημα, τὸ ὁποῖον ἔπαθον· δηλ. ἐν καθαρᾷ μεσημβρίᾳ διεδόθη πῦρ εἰς μίαν ἅλωνα καὶ κατέκαυσε πλέον τῶν 130 θημωνιῶν, ἀξίας πολλῶν χιλιάδων δραχ. Εἶναι 40 οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι ἔπαθον ἐκ τοῦ δυστυχήματος τούτου· εἶναι πλέον τῶν 60 ἢ 70 ὑπογραφῶν, παρακαλοῦσι λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν ὅπως συστήσῃ αὐτὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ κἄποιαν πρόνοιαν.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ συστηθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν παρουσιάσθησαν 2 ἢ 3 προτάσεις ἀφορῶσαι τὸ ἑξῆς — τὸ νὰ θεωρηθῶσι διάφοροι ὁδοὶ ὡς ἐθνικαί. Ἡ Συνέλευσις παρέπεμψεν αὐτὰς διὰ τὸ Σάββατον. Μοὶ παρουσιάσθησαν καὶ ἕτεραι· πιστεύω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει παραπέμψει καὶ αὐτὰς εἰς τὴν αὐτὴν ἡμέραν. Μοὶ ἐδόθη παρὰ τοῦ πληρεξουσίου Κ. Χατζερῆ τροπολογία εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ συντάγματος ἀφορῶσα τὴν ἑλλ. ἰθαγένειαν. Μεταῤῥύθμισις τῆς προτάσεως τοῦ πληρεξουσίου Κυρίου Κωνστ. Λομβάρδου. Ἄρθρον 4. Πᾶς Ἕλλην τὸ γένος, ὁπουδήποτε καὶ ἂν γεννηθῇ, λογίζεται πολίτης τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, ἅμα ζητήσας τοῦτο ἐγγράφως καὶ αὐτοπροσώπως παρὰ τῶν σχετικῶν ἀρχῶν, ἐὰν ἀποδείξῃ, εἴτε διὰ διαβατηρίου, εἴτε ἄλλως πως, ὅτι δὲν εἶναι φυγὰς ἕνεκα ἀτιμωτικῆς πράξεως. Ἄλλως δὲ, ὑπόκειται εἰς τὸν μέχρι τοῦδε περὶ προσκτήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας νόμον. Ὁ ὡς ἀνωτέρω τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου προσκτησάμενος δὲν δύναται νὰ λάβῃ Ἑλληνικὸν διαβατήριον, εἰμὴ μετὰ ἑνὸς ἔτους διαμονὴν ἐν τῷ Βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος, οὔτε εἶναι δεκτὸς, ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ, εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν, εἰμὴ εἰς στρατιωτικὴν, ὡς ἁπλοῦς στρατιώτης ἐθελοντής.
Γ. ΧΑΝΤΣΕΡΗΣ.
Θὰ τυπωθῇ καὶ θέλει διανεμηθῆ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν μοὶ ἐζήτησε τὸν λόγον ὅπως ὑποβάλῃ ἓν νομοσχέδιον.
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. ἐξωτερικῶν). Πρὸ χρόνων κατεστάθη τηλεγραφικὴ συγκοινωνία, τὸ δὲ ἐν Ἑλλάδι σχηματισθὲν τηλεγραφικὸν σύρμα συνηνοῦτο μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Εὐρώπης δι’ ὑποβρυχίου κάλου τεθέντος μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Σύρου καὶ μεταξὺ Σύρου καὶ Χίου καὶ ἐκεῖθεν μέχρι τοῦ ἀκρωτηρίου τῆς Αἴνου, ἥτις ὅμως, διότι αἱ φθοραὶ αἱ γενόμεναι εἰς τοὺς ὑποβρυχίους κάλους εἶναι συνήθεις καὶ ἡ διάρκεια αὐτῶν δὲν εἶναι μακρὰ, εἴτε διότι ἡ κατασκευὴ τοῦ ὑποβρυχίου κάλου δὲν ἦτον ἐντελῶς ἀσφαλὴς, ἡ τηλεγραφικὴ συγκοινωνία μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Σύρου πολλάκις ἐπεσκευάσθη διακοπεῖσα, ἡ δὲ μεταξὺ Σύρου καὶ Χίου ἐξέλιπε πρὸ πολλοῦ χρόνου. Ἐντεῦθεν ἡ Ἑλληνικὴ ἐπικράτεια ἔμεινε μεμονωμένη καὶ μὴ συγκοινωνοῦσα μετὰ τῆς Εὐρώπης. Ἡ ἐναέριος τηλεγραφικὴ γραμμὴ τῆς Τουρκίας ἔφθασε μέχρι Θεσσαλονίκης· δὲν ὑπῆρχε δὲ τηλεγραφικὴ γραμμὴ μεταξὺ Θεσσαλονίκης καὶ τῶν ἄλλων μερῶν τῆς Τουρκίας τῶν πρὸς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν ὑπαρχόντων. Μετά τινας προσπαθείας τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἡ ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἐπεξέτεινε τὴν τηλεγραφικὴν γραμμὴν—ἀπὸ Θεσσαλονίκης μέχρι Λαρίσσης, ἡμεῖς δὲ ἀπὸ Λαμίας μέχρι τοῦ χωρίου Σούρπης, καὶ οὕτω συνεδέθημεν μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Εὐρώπης δι’ ἐναερίου γραμμῆς· ἵνα παραδοθῇ δὲ ἡ τηλεγραφικὴ αὕτη γραμμὴ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ κοινοῦ, ἀπαιτεῖται σύμβασις τηλεγραφικὴ νὰ κανονίσῃ τὰ ἀμοιβαῖα δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις. Αἱ διαπραγματεύσεις ἤρχισαν πρὸ πολλοῦ διεκπεραιούμεναι ὑπὸ τῶν ἀλλεπαλλήλων Κυβερνήσεων, σήμερον δὲ ἔφθασαν εἰς τὸ πέρας. Ἵνα δὲ ἀρχίσῃ ἡ συγκοινωνία ἀπαιτεῖται ἡ συναίνεσις τῆς Συνελεύσεως ἵνα περιβληθῇ μὲ τὸ κῦρος τοῦ νόμου· κατὰ συνέπειαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλω τὴν τηλεγραφικὴν ταύτην σύμβασιν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ψηφίζει. «Ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος ἀφ’ ἑνὸς καὶ Τουρκίας ἀφ’ ἑτέρου συνομολογηθεῖσα ἐν Κωνσταντινουπόλει τὴν εἰκοστὴν ἕκτην Ἰουλίου (ἑβδόμην Αὐγούστου) ἐνεστῶτος ἔτος σύμβασις περὶ τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας, συγκειμένη ἐκ δώδεκα ἄρθρων, τῆς ὁποίας τὸ κείμενον ἕπεται, θέλει ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν.» Δὲν ἠξεύρω ἂν νομίζητε ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὸ κείμενον.
§12ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι.
§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περιορίζομαι νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐνδέχεται ἐν Κωνσταντινουπόλει νὰ λάβωσι χώραν γεγονότα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐνδέχεται νὰ ἐπέλθῃ βραδύτης περὶ τὴν ἀνταλλαγὴν καὶ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως, καὶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν βραδύνει ἡ ἐπικύρωσις αὕτη.
§14ΚΑΛΟΣ. Σήμερον θὰ τελειώσωμεν.
§15ΣΧΙΝΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ συζητήσῃ ἀμέσως, τότε πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συζήτησιν.
§17ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἢ τὴν Παρασκευὴν ἢ τὸ Σάββατον, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, Κύριοι, ἂν δὲν παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰ τμήματα, δύναται νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσις, καὶ μετὰ 24 ὥρας νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις· ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς προτάσεως ταύτης, προτείνουν μίαν ἄλλην πρότασιν, νὰ συζητηθῇ σήμερον κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, αἱ προτάσεις τότε συζητοῦνται αὐθημερὸν, ὅταν ὑποστηρίζωνται παρὰ δέκα πληρεξουσίων.
§19ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὴν Παρασκευὴν λοιπόν.
§20ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί ἐκάμαμεν λοιπὸν τὰς ἀποφάσεις μας περὶ συντάγματος;
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχει διαφωνία θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν παραδέχηται τὴν Παρασκευὴν ἢ τὸ Σάββατον.
§22ΖΕΡΒΑΣ. Τὴν Παρασκευὴν εἶναι συζήτησις περὶ τοῦ συντάγματος.
§23Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν Κ. Ζέρβαν. Τοῦτο μόνον παρατηρῶ, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι τόσῳ κατεπεῖγον, ὥστε νὰ προσβληθῶσι σπουδαῖα ἑλληνικὰ συμφέροντα ἂν ἀναβληθῇ ἀπὸ τὴν Παρασκευὴν ἕως τὸ Σάββατον· νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Κ. ὑπουργὸς, καθόσον αἱ ἡμέραι τῆς Δευτέρας Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς προσδιωρίσθησαν διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ συντάγματος, καὶ ἄλλα ζητήματα δὲν πρέπει νὰ παρεμβάλλωνται.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν νὰ συζητηθῇ τὸ Σάββατον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἐγένετο δεκτόν. Ἔχει τὸν λόγον πρῶτος ὁ Κ. Σαρίπολος.
§25ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς Κ. Κ. οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι τὸν λόγον νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, διὰ νὰ μὴν ἀποπλανῶνται, διὰ τὸν λόγον, ὅτι, διὰ τῶν ἀγορεύσεων δὲν δυνάμεθα νὰ φωτισθῶμεν.
§26ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (Εἰσηγητής). Μετὰ δέους τινὸς Κύριοι, ἀναβαίνω τὸ βῆμα τοῦτο ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἠκούσθησαν ἀγορεύσεις εὐφραδεῖς, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐλάλησαν ῥήτορες λίαν ἀκριβῶς ἐπιστάμενοι τὰ τῆς ἐκκλησίας· ἀλλὰ μὴν, ἀπὸ τούτου ἐξηνέχθησαν καὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι, πατριωτικοὶ μὲν κατ’ οὐσίαν, ἐξήγαγον ὅμως τῆς τροχιᾶς του τὸ ζήτημα· ὅθεν θέλω προσπαθήσει νὰ ἐπαναφέρω αὐτὸ εἰς τὴν φυσικὴν αὑτοῦ κατάστασιν, ἀποχωρίζων αὐτὸ παντὸς ἐρεθισμοῦ ἐγκοσμίων παθῶν, ὡς ἁρμόζει κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν δύο τούτων πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἄρθρων λίαν σπουδαίων, ἄρθρων οὐσιωδῶν, καθόσον εἰσὶ ταῦτα τὰ μόνα ἄρθρα ἅπερ ἀφορῶσιν οὐ μόνον τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα ἀλλ’ ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν, τὴν ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ ἐκκλησίᾳ καὶ ζῶσαν καὶ κινουμένην· ἀφορῶσι ταῦτα τὸν ἐθνισμὸν ἡμῶν, εἰσὶν ὁ σύνδεσμος ἡμῶν μετὰ τῶν ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξων Ἑλλήνων. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, κατ’ ἐμὴν τοὐλάχιστον γνώμην, νὰ ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα αὐτὸ οἱ ἀγορεύσαντες, εἰμὴ ὑπὸ τὴν πολιτικὴν αὑτοῦ μόνον ἔποψιν, μηδόλως θιγομένου τοῦ θρησκευτικοῦ μέρους, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ἡμῶν ἔχει διάφορον γνώμην. Ἂν ἡ ἐκκλησία παρὰ τοῖς ἄλλοις λαοῖς θεωρῆται ἁπλῶς ὡς σύνοδος τῶν κοινὴν περὶ Θεοῦ ἐχόντων τὴν συνείδησιν, διὰ τὸν Ἑλληνικὸν ὅμως λαὸν ἡ ἐκκλησία εἶναι ἡ σώτειρα τοῦ ἐθνισμοῦ του, ἡ ἐκκλησία εἶναι ἡ κιβωτὸς ἐν ᾗ ὑπάρχουσιν ἀποτεταμιευμέναι πᾶσαι αὐτοῦ αἱ ἐλπίδες· καὶ διὰ τοῦτο Κύριοι, εἰ καὶ πολλάκις ἀφωμοιώθη ἡ ἐκκλησία πρὸς τὴν Κιβωτὸν, οὐδέποτε ὅμως ἡ μεταφορὰ καὶ εἰκὼν αὕτη ἐπηλήθευσε τοσοῦτον ὅσον διὰ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ πραγματικῶς Κύριοι, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ φοβεροῦ κατακλυσμοῦ ἐκείνου, ὅστις κατέστρεψε τὴν αὐτονομίαν τῶν ἀνατολικῶν, ὅστις παρέσυρεν εἰς τὰ ἄγρια κύματά του τὸν θρόνον τῶν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων, ἤθελε πάντως συγκατακλυσθῆ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν, ἂν μὴ, ὡς ἀληθὴς Κιβωτὸς, ἡ ἐκκλησία ἐπέπλεεν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ καὶ ἀχανοῦς πελάγους τῆς βαρβαρότητος καὶ δὲν διέσωζε τὴν Ἑλληνικὴν ἐθνότητα καὶ τὴν θρησκείαν αὐτῆς. Εἰ μὴ ὑπῆρχον οἱ ὀλίγοι ἐκεῖνοι μοναχοὶ, εἰ μὴ διεσώζοντο τὰ ὀλίγα ἐκεῖνα μοναστήρια, ἂν τὸ ὄρος, τὸ ὁποῖον σεμνύνεται καὶ σήμερον διὰ τοῦ ὀνόματος Ἅγιον Ὄρος, καὶ εἶναι τῳόντι καὶ ἔσται διαπαντὸς Ἅγιον, δὲν ὑψοῦτο ὡς ἀπόκρημνος καὶ ἠλίβατος βράχος ὑπερηφάνως βλέπων νὰ συντρίβωνται παρὰ τοὺς πόδας του τὰ κύματα τῆς δυσσεβείας καὶ τῆς βαρβαρότητος, ἂν λέγω, οἱ γενναῖοι οὗτοι στρατιῶται τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ ἐθνισμοῦ, δὲν προσεπάθουν νὰ στερεώσωσι τὸ Ἑλληνικὸν γένος ἐν τῇ πίστει του, ἡ πατρὶς τοῦ Περικλέους καὶ τοῦ Σωκράτους, ἡ γῆ τοῦ Φωτίου καὶ Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου, ἀπὸ τοῦ ἄκρου τοῦ Μαλέα μέχρι τοῦ Ἴστρου, ἀπὸ τοῦ Δυῤῥαχίου μέχρι τῶν παραλίων τῆς Φοινίκης, δὲν ἤθελε παρουσιάζει εἰμὴ τόπον ὅπου ἤθελον συναγελάζεσθαι δύο εἰδῶν κτήνη, τὸ τῶν ἁρπακτικῶν ὀρνέων, καὶ τὸ τῶν φορτηγῶν ζώων, καὶ ἁρπακτικὰ μὲν ὄρνεα ἤθελον εἶσθαι οἱ Τοῦρκοι, φορτηγὰ δὲ οἱ χριστιανοί· ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν ὁ χριστιανισμὸς ἤθελε κἂν διασωθῆ ὑπὸ τοιαύτην πολιτικὴν κατάστασιν, ἀμφιβάλλω ἂν ἡ ἐκκλησία ἤθελέ ποτε ἀναθηλήσει τοσοῦτον λαμπρὰ, τοσοῦτον ἱερὰ, τοσοῦτον σεβαστή· καὶ ἀνέθηλε, διότι ὡς οἱ πάντες τὸ βλέπουσιν, ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐνηγκαλίσθη ἐν τῷ ναυαγίῳ του αὐτὴν τὴν σανίδα. Ἡ σανὶς ὅμως αὕτη δὲν εἶναι μία σανὶς ἣν φθάσας εἰς τὴν γῆν θέλει ἐκρίψει εἰς τὴν παραλίαν, ὄχι ἡ Κιβωτὸς αὕτη τῆς θρησκείας τοῦ Ἕλληνος εἶναι ὁ σωτήρ του, ὡς δὲ τὸ παρελθόν του ἐγκλείει ἐν ἑαυτῇ, οὕτω καὶ τὸ μέλλον του αὕτη περιέχει· ἐσώθημεν δι’ αὐτῆς· αὐτὴ δέχεται ἡμᾶς γεννωμένους εἰς τὴν ἀγκάλην της, αὐτὴ θέλει καὶ μᾶς φέρει μέχρι τοῦ τάφου· αὐτὴ ἐπαρηγόρησεν ἡμᾶς κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς δουλείας ἡμῶν, αὐτὴν λαμπρύνομεν καὶ καλλύνομεν καὶ μεγαλύνομεν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς χαρμονῆς ἡμῶν, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀγαλλιάσεως ἡμῶν, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς νίκης ἡμῶν, ὡς καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θέλει ἀναλάβει τὸ λάβαρον, ἵνα ἀνακηρύξῃ καὶ ἀναστηλώσῃ αὖθις τὸ ἱερὸν «ἐν τούτῳ νίκα», αὐτὴν θέλει ἔχει καὶ δι’ αὐτῆς θέλει νικᾷ πάντοτε ἡ Ἑλλάς. (Εὖγε, εὖγε). Τὰ δόγματα τῆς ἐκκλησίας ταύτης συνεζητήθησαν ἐν ταῖς Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις, τὰ δόγματα αὐτῆς καθιερώθησαν διὰ τοῦ αἵματος τῶν τοσούτων μαρτύρων· τὸ θρησκευτικὸν μέρος λοιπὸν αὐτῆς εἶναι ἀδιάσειστον· διὰ τοῦτο καὶ ὁ χριστιανισμὸς, ὃν αὕτη πρεσβεύει καὶ διδάσκει θέλει εἶσθαι εἰς αἰῶνας αἰώνων εἷς, ὡς μία ἡ ἀλήθεια, καὶ οὐδὲ πύλαι ᾅδου κατισχύσουσιν αὐτοῦ. Ὅτι δὲ, Κύριοι, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἥτις εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐκείνων, οἵτινες οὐδ’ ἐσπούδασαν οὐδ’ ἐνεβάθυνον εἰς τὸν σοφὸν αὐτῆς ὀργανισμὸν, φαίνεται κατατετμημένη καὶ ὡς ἐν ἀναρχίᾳ, διὰ τὸ ἀκέφαλον δῆθεν αὐτῆς, εἶναι ἡ ἀληθὴς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀπόδειξις τρανὴ ἔστω αὕτη. Νομίζει ὁ πλανώμενος ὑπερόριος, ὅτι ἡ δυτικὴ Ἐκκλησία, διὰ τὸ ἔχειν αὐτὴν ὁρατὸν ἀρχηγὸν ἐπὶ τῆς γῆς συντηρεῖται, λανθάνεται ὅμως, διότι ἐν τῇ φιλοδοξίᾳ καὶ φιλαρχίᾳ του καὶ πρὸς κόρεσιν αὐτῆς ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας ταύτης ἄσμενος δέχεται καὶ τοὺς κατὰ δόγμα πολὺ διεστῶτας ἀλλήλων καὶ πρὸς αὐτὸν τοῦτον διαφωνοῦντας· καὶ διὰ τοῦτο ὅσοι ἐξ ὑμῶν, ὡς ἐγὼ, εἴδομεν τὸν Πάπαν ἱερουργοῦντα ἐν Ῥώμῃ, εἴδομεν παρ’ αὐτῷ καὶ Ἀρχιεπισκόπους δογματίζοντας κατὰ τὰ λοιπὰ τὰ δόγματα τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀναγνωρίζοντας δ’ αὐτὸν κεφαλὴν, καὶ διὰ τοῦτο συμπαρισταμένους ὡς ὑποτελεῖς τῷ Πάπᾳ· εἴδομεν παρ’ αὐτῷ καὶ Ἀρχιεπισκόπους Ἀρμενίους, καὶ τοι τὰ τοῦ Νεστορίου καὶ Εὐτυχίου πρεσβεύοντας· εἴδομεν ὡσαύτως καὶ Ἀρχιεπισκόπους Μαρωνίτας, καὶ ὅλας ἐν γένει τὰς αἱρέσεις, καὶ Μονοφυσίτας, καὶ Κόπτας, καὶ εἴ τινας ἄλλους περὶ αὐτὸν, εἴδομεν ἀληθῆ κέντρωνα θρησκείας παριστῶντας. Πάσας τὰς αἱρέσεις δέχεται ὁ Πάπας, καὶ ὅμως κατατολμᾷ νὰ κηρύττηται Ἀρχηγὸς τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, εὐτυχῶς ὅμως προσέθετο καὶ Ῥωμαϊκῆς, ὅπερ τὸν ἀληθῆ τοῦτον κέντρωνα εἰκονίζει διὰ τὸ παράλογον τῆς ἐκφράσεως, διότι ὁ λέγων καθολικὴν ἐννοεῖ τὴν ἐπὶ τὴν οἰκουμένην ἅπασαν ἐκτεινομένην, ἡ δὲ προσθήκη τοῦ ὀνόματος τῆς Ῥώμης τί ἄλλο νὰ σημαίνῃ δύναται, εἰμὴ ὅτι ἡ Ῥώμη εἶναι ἄλλο τι διακεκριμένον καὶ χωριστὸν ἀπὸ τῆς ὅλης οἰκουμένης μέρος; Αἱ πολλαὶ δ’ αὗται καὶ διάφοροι καὶ ἀλλήλαις ἀντιμαχόμεναι αἱρέσεις ἑνοῦνται ὑπὸ τὴν τιάραν τοῦ Πάπα καὶ συνέχονται ἐν ἑνότητι δῆθεν, πάντως ὅμως τοιαύτῃ, οἵᾳ καὶ πολλοὶ λαοὶ διαφόρου ἐθνότητος, καὶ γλώσσης, καὶ θρησκείας ἕκαστος διατελοῦσιν ὑπὸ ἕνα τύραννον. Ἀλλ’ ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν, ἥτις φαίνεται ἑπτακέφαλος, δὲν εἶναι ὅμως ἑπτακέφαλος ὕδρα, ὡς ἐνασμενίζονται νὰ παρασταίνωσιν αὐτὴν οἱ Παπισταὶ, ἀλλ’ εἶναι αἱ ἑπτὰ θρυαλλίδες τῆς ἑπταφώτου μυστικῆς τῆς γραφῆς λυχνίας τῆς φωτιζούσης τὸν ὀρθόδοξον κόσμον, αἱ δ’ ἑπτὰ αὗται θρυαλλίδες ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ στέρνου τῆς αὐτῆς λυχνίας ἀρύονται τὸ ἔλαιον δι’ οὗ τὸ φῶς αὐτῶν τρέφεται. Δὲν εἶναι ἄλλο τὸ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἄλλο τὸ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας, καὶ ἄλλο τὸ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας, καὶ ἄλλο τὸ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, καὶ ἄλλο τὸ τῆς Συνόδου τῆς Ῥωσσίας, καὶ ἄλλο τὸ τῆς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἔστι μία καὶ μόνη ἡ ἐκκλησία ἡμῶν, ὡς εἷς Χριστὸς, μία πίστις, ἓν βάπτισμα. Ἀφοῦ λοιπὸν αἱ ἐκκλησίαι αὗται πάντοτε ἔμειναν, καὶ τῇ εὐδοκίᾳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος θέλουσιν ἐσαεὶ μένει, συνδεδεμέναι ἐν τῷ αὐτῷ δόγματι, διατὶ θέλομεν ἡμεῖς αὐτοὶ, ὅπλα καθ’ ἡμῶν τοῖς πολεμίοις ἡμῶν παρέχοντες, νὰ παραστήσωμεν ὅτι ἐξώκειλεν ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐκηρύχθη αὐτοκέφαλος; Ἡ διαίρεσις τῶν ἐκκλησιῶν εἰς διοικήσεις εἶναι πρᾶγμα ὅλως κοσμικόν, μηδόλως συνδεόμενον μετὰ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ δόγματος τῆς ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς ἐκκλησίας. Ἤκουσα, καὶ δὲν ἐπίστευα νά τὸ ἀκούσω, παρ’ ἀνδρὸς ὅστις πολὺ κάλλιον ἐμοῦ ἐπίσταται τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα, ἤκουσα νὰ ῥηθῇ, ὅτι ἡ ἐκκλησία ἡμῶν ὁμοιάζει πρὸς τὴν τοῦ Λουθήρου καὶ Καλβίνου, διότι εἶναι διοικητικῶς κεχωρισμένη τῆς Μεγάλης ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν, ὅστις ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν θεωρίαν ταύτην, τὰ μέγιστα ἀπατᾶται, διότι ἡ ἐκκλησία εὑρίσκεται ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ εἰμὴ ὑπὸ μίαν τῶν ἑξῆς τεσσάρων καταστάσεων· θέλω δὲ τῷ ἀποδείξει, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Λουθήρου καὶ Καλβίνου. Καὶ δή, μία τῶν καταστάσεων τούτων ἐστὶ τὸ νὰ ᾖ ἡ ἐκκλησία συγκεχυμένη τῇ Πολιτείᾳ, τουτέστιν ἡ πολιτεία ν’ ἀποῤῥοφᾷ τὴν ἐκκλησίαν, αὐτὴ δὲ καὶ μόνη ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ ἐν παντὶ ὑπερέχουσα, νὰ ἔχῃ οὐ μόνον τὸ τοῦ διαῤῥυθμίζειν τὰ κατὰ τὴν ἐξωτερικὴν διοίκησιν τῆς ἐκκλησίας δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ τοῦ ἀποφαίνεσθαι περὶ τὰ δόγματα αὐτῆς προνόμιον· τοιαύτη ἡ κατάστασις τῆς ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην κατ’ αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ δὴ καὶ Ἐραστιανὸν καλούμενον, διεῤῥυθμισμένης ἐκκλησίας τῆς Ἀγγλίας. Ἐκεῖ τὸ Κοινοβούλιον, ἤτοι ὁ Βασιλεὺς καὶ αἱ Βουλαὶ, ἀνακηρύττουσι τὰ δόγματα τῆς ἐκκλησίας, καὶ ὀφείλουσιν οἱ λαοὶ νὰ ὑπακούσωσιν εἰς τὰ νομοθετήματα ταῦτα τοῦ Κοινοβουλίου. Ἑῤῥῖκος ὁ Ηʹ. καὶ τὸ Παρλαμέντον αὐτοῦ, καὶ οἱ διάδοχοι αὐτῶν, διατάττουσιν ἐν τῇ παντοδυναμίᾳ αὐτῶν ὅ,τι ἂν αὐτοῖς δόξῃ περὶ τὴν ἐκκλησίαν. Ἐρωτῶ, τοιαύτη ἆραγέ ἐστιν ἡ κατάστασις ἡμῶν; Δεύτερος δὲ τρόπος τῶν τῆς διοικήσεως τῆς ἐκκλησίας εἶναι, ὅταν ἡ ἐκκλησία καὶ τὸ κράτος διακρίνωνται μὲν, ἀλλὰ τὸ κράτος ὑπόκειται εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ θεωρία αὕτη εἶναι ἡ θεωρία τῶν ἐπισκόπων τῆς Ῥώμης, εἶναι ἡ κατὰ τὸν Μέσον αἰῶνα ἐν τῇ ἑσπερίᾳ Εὐρώπῃ ἐπικρατήσασα, εἶναι τὸ τῶν Παπῶν προσφιλὲς δόγμα, εἶναι τῶν Ἰησουϊτῶν τὸ στεντώρειον κήρυγμα, εἶναι ἡ θεωρεία, τῆς ὁποίας τὴν σημαίαν ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐκράτησεν ὑψηλὰ ὁ περιβόητος Γρηγόριος Ζʹ. ὁ Ἱλδεβράνδος. Τὸ κράτος ὑπόκειται κατ’ αὐτὴν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὡς καὶ τὸ σῶμα ὑπόκειται εἰς τὴν ψυχήν. «Non igitur iujuriosum sibi debet regia dignitas reputare si super hoc apostolico judicio se commitat... Cum enim non humanae constitutioni sed divinae potius innitamur, quia potestas nostra non ex homine sed ex Deo, nullis quis sit sane mentis ignorat.» Ἰδοὺ αὐτοὶ οἱ λόγοι Ἰννοκεντίου τοῦ Γʹ. Ὑπῆρξέ ποτε τοιαύτη ἡ κατάστασις τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς ἡμῶν ἐκκλησίας; Τρίτον δὲ σύστημα· ἐκκλησία καὶ κράτος παντελῶς ἀλλήλων διακεκριμένα· ἕκαστον διαῤῥυθμίζει τὰ καθ’ ἑαυτὸ, τὸ ἓν εἰς τοῦ ἄλλου τὰ ἔργα δὲν ἀναμιγνύεται. Ἡ ἀναρχικὴ αὕτη κατάστασις εἶναι ἡ κατάρχουσα ἐν ταῖς ὁμοσπόνδοις πολιτείαις τῆς Βορείου Ἀμερικῆς. Ἐκεῖ ἡ ἐκκλησία, μηδόλως ὑπὸ τοῦ Κράτους συνεχομένη, κυβερνᾶται καθ’ ἑαυτὴν· ἐκεῖ ἡ πολιτεία καὶ αἱ καθεστηκυῖαι αὐτῆς ἀρχαὶ ὅλως ἀδιάφοροι περὶ τὰ τῆς θρησκείας μένουσιν· ἐκεῖ ἐλευθέρως πᾶσα αἵρεσις ὑψοῖ τὴν κεφαλὴν αὐτῆς, καὶ πᾶσα θρησκεία ἐλευθέρως τὰ δόγματα αὐτῆς ἀναστηλόνει, καὶ πᾶν δόγμα δύναται νὰ συστήσῃ τὴν ἐκκλησίαν του κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ, τὸ δὲ Κράτος δὲν ἀναμιγνύεται διόλου. Εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις ἐδῶ ἐν Ἑλλάδι; Ποῦ δ’ εὑρίσκομεν τὴν τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας κατάστασιν; ἐν τῷ τετάρτῳ συστήματι, ὅπερ βασίζεται εἰς τὸν λόγον αὐτοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν «ἀπόδοτε τὰ τοῦ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ.» Τοῦ Θεοῦ τὸ δικαίωμα εἶναι ἀποκλειστικῶς τῆς δικαιοδοσίας τῆς ἐκκλησίας, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν δύναται ποσῶς νὰ μεταβάλῃ ἡ κοσμικὴ ἐξουσία. Τὰ δὲ τοῦ Καίσαρος, εἶναι τὰ κοσμικὰ, ἡ ἐπιτήρησις δηλονότι τῆς πολιτείας ἐπὶ τῶν τῆς ἐκκλησίας κοσμικῶν πραγμάτων, ἡ ἐποπτεία αὑτῆς ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῆς ἐκκλησίας· εἰς τὰ δόγματα δὲν ἔχει ν’ ἀναμιχθῇ διόλου ἡ πολιτεία. Ἀλλ’ ἵνα μὴ ἐξέλθῃ τῆς ὁδοῦ ἣν διεχάραξε τῇ ἐκκλησίᾳ, ὁ Κύριος εἰπὼν, «πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω», ἡ ἐκκλησία πρέπει νὰ ὑποτάσσηται εἰς τὴν κοσμικὴν ἐξουσίαν κατὰ τὰ ἐγκόσμια αὑτῆς ἔργα, διότι ἄλλως συντρίβεται ἡ ἑνότης τοῦ Κράτους. Εἶναι δὲ τοῦτο ἆρά γε πολιτικὸν δόγμα νέον ἐφευρεθὲν μετὰ τὴν ἡμετέραν ἐπανάστασιν; μὴ γὰρ μόνον ἀπὸ τοῦ 1821 ἀνεκήρυξε πρώτη ἡ Ἑλλὰς, ὅτι ἀνάγκη πολιτικὴ ἀπῄτει τὸν χωρισμὸν, οὐχί ποτε τὸν πνευματικὸν, ἀλλὰ τὸν χωρισμὸν τὸν διοικητικὸν τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς Μεγάλης ἐκκλησίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει; Ὄχι, Κύριοι, θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν μαρτυρίαν ἀνδρὸς, ὅστις ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὑπερεμάχησεν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ἐκκλησίας, ὅστις δικαίως εἰς αἰῶνας αἰώνων θέλει ἀναγορεύεσθαι ὡς ὁ ἥρως τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν γενναιότητα ὀφείλεται τὸ ὅτι δὲν ὑπεδουλώθη ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία εἰς τὴν ὑπερφίαλον τῶν Παπῶν ἀλαζονείαν. Ὅταν ἀναφέρω τὸν Φώτιον, ἂς κλίνῃ παντὸς ὀρθοδόξου ἡ κεφαλὴ ἐνώπιον τοῦ μεγάλου καὶ σεβαστοῦ τούτου ὀνόματος, καὶ τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ ἂς τὰς δεχθῶμεν ὡς ἀληθείας ἀντιῤῥήσεως ἀνεπιδέκτους. Δὲν εἶναι δὲ ὁ Φώτιος ἁπλῶς ὁ δογματίζων ἐν τῇ μυριοβίβλῳ αὑτοῦ καὶ λέγων τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι ὁ Φώτιος ἐπὶ τοῦ πατριαρχικοῦ καθήμενος θρόνου, καὶ τριακοσίους ὀγδοήκοντα τρεῖς ἐπισκόπους τῆς ἐκκλησίας, ἤτοι τὴν ἐν ἔτει 879 ἐν Κωνσταντινουπόλει συγκροτηθεῖσαν Σύνοδον ἔχων περὶ ἑαυτὸν, οἱ ὁποῖοι ὁμοφώνως σὺν αὐτῷ ἀποφαίνονται ταῦτα «ἐπεὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ, καὶ μάλιστα τὰ περὶ τῶν ἐνοριῶν δίκαια ταῖς πολιτικαῖς ἐπικρατείαις καὶ διοικήσεσι συμμεταβάλλεσθαι εἴωθεν.» Ὁ δὲ Φώτιος, καὶ σὺν αὐτῷ ἡ ὁμόφωνος Σύνοδος, ἀποφαίνονται οὕτω, διότι ἐγνώριζον κάλλιον πάντων τῶν νεωτέρων θεολόγων τῆς Ἑλλάδος τὴν κατάστασιν τῆς ἐκκλησίας ἣν ἐκυβέρνων. Ἐγνώριζεν ὁ Φώτιος, ὅτι καίτοι καθήμενος αὐτὸς ἐπὶ τοῦ θρόνου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ Γρηγορίου δὲν ἦτο ὅμως ἡ κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας. Μετ’ ἀπορίας μου δὲ μεγίστης ἤκουσα τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου χλευάζοντος τὴν ῥῆσιν τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος ἀναγράφοντος, ὅτι ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀναγνωρίζει ὡς κεφαλὴν αὑτῆς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ἀλλὰ λέγω τῷ χλευαστῇ τούτῳ, ὅτι ὁ Ἀπόστολος ὅστις ἐξήνεγκε τὴν ῥῆσιν ταύτην εἶναι ὁ Παῦλος, τί δὲ λέγει οὗτος ἐν τῇ πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολῇ αὐτοῦ «ὁ ἀνὴρ κεφαλή ἐστὶ τῆς γυναικὸς, ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας». Ἐπιδέχεται ἀμφιβολίαν ἡ ῥῆσις αὕτη; ὅταν δὲ τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Κυρίου λέγῃ ἡμῖν, ὅτι ὁ Χριστός ἐστὶ κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας, διατί χλευάζει ἡμᾶς ὁ Κ. Ἰακωβάτος, διότι τὴν ῥῆσιν ταύτην τοῦ μεγαλοῤῥήμονος Παύλου μετεχειρίσθημεν ἐν τῇ συντάξει τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος; Ἡ ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως λέγεται μήτηρ τῶν ἐκκλησιῶν, καὶ εἶναι καὶ θέλει εἶσθαι τοιαύτη· ἀλλὰ δὲν εἶναι δι’ ὃν λόγον ἐξήνεγκεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ἀλλὰ διὰ δύο ἄλλους, ὧν ὁ μὲν ἐχώρει ἐπὶ τῶν Βυζαντινῶν, ὅτ’ ἀποσχισθέντος τοῦ Πάπα τῆς μιᾶς καὶ μόνης ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, ἀπέβαλεν ὁ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης ἐπισκοπικὸς θρόνος τὰ πρεσβεῖα τῆς ἀρχιερωσύνης καὶ ὑπεκατέστη εἰς ταῦτα ὁ μετ’ αὐτὸν τῆς πόλεως τοῦ Κωνσταντίνου· ὁ δ’ ἕτερος λόγος, διότι μετὰ τὴν κατάκτησιν Μωάμεθ ὁ Βʹ. προεχειρήσατο ἐθνάρχην καὶ σύμπαντος τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος ἀρχηγὸν, τὸν ἀείμνηστον Γεννάδιον καὶ τοὺς διαδόχους αὐτοῦ. Ἰδοὺ τίνων λόγων ἕνεκεν ἡ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐκκλησία καὶ τῷ τῆς Μεγάλης ὀνόματι σεμνύνεται, καὶ Μήτηρ πασῶν τῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν ἀποκαλεῖται. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα ὅλως παράδοξα ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἐξέφερε· θέλει οὗτος ἡ ἐκκλησία ἡ ὀρθόδοξος νὰ ᾖ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἦτο ἐπὶ τοῦ ἀποστόλου Παύλου· ὄχι, δὲν τὸ θέλω ἐγώ. Ἡ ἐκκλησία τότε ἦτο διωκομένη, ἐγὼ δὲ θέλω τὴν ἐκκλησίαν θριαμβεύουσαν· δὲν θέλω πλέον μάρτυρας, ἱκανὰ τὰ ὑπὲρ αὐτῆς ἐπὶ τοσούτους αἰῶνας χυθέντα αἵματα, ἤδη ἐθριάμβευσεν ἡ ἐκκλησία αὕτη. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ ὀρθοδοξία ἐκάθητο ἐπὶ τοῦ αὐτοκρατορικοῦ τοῦ Βυζαντίου θρόνου, μήπως ὑποβεβλημέναι διετέλουν τῇ πατριαρχικῇ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἕδρᾳ αἱ ἐκκλησίαι αἱ ὀρθόδοξοι πᾶσαι ἀνεξαιρέτως; ἢ μήπως ὁ αὐτοκράτωρ τὰ κοσμικὰ κρατήσας ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἔδωκε τὰ ἐκκλησιαστικὰ εἰς ἄλλον αὐτοκράτορα τὸν Πατριάρχην; Προσερωτῶ δὲ, ὑπῆρχε κἂν Πατριάρχης ἐν Βυζαντίῳ πρὶν ἢ ὁ αὐτοκρατορικὸς θρόνος μετενεχθῇ ἀπὸ τῶν ὄχθων τοῦ Τιβέρεως ἐπὶ τῶν ἀκτῶν τοῦ Βοσπόρου; Μόλις μετὰ ἥμισυν καὶ ἐπέκεινα αἰῶνα ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει δευτέρα οἰκουμενικὴ Σύνοδος, διαταγῇ τοῦ αὐτοκράτορος Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου, τιμῆς χάριν μόνον ἔδωκεν εἰς τὸν Ἐπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως τὴν δευτέραν θέσιν, τιμῆς χάριν λέγω, καὶ λόγῳ πρεσβείων μετὰ τὰ τῆς Ῥώμης· ἰδοὺ αὐταὶ τῆς συνοδικῆς ἀποφάσεως αἱ λέξεις «τὸν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετὰ τὸν τῆς Ῥώμης ἐπίσκοπον, διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν νέαν Ῥώμην». Πότε δ’ ἐγένετο τοῦτο; τῷ 381 Μ. Χ. Ἐπὶ τέσσαρας λοιπὸν περίπου αἰῶνας ποῦ ἦτο αὐτὴ ἡ κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας ἡ ὁρατὴ, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς σήμερον πλάττετε καὶ ἀνακράζεσθε, ὅτι ἔκπαλαι ἦν ἐν τῇ Μητροπόλει τοῦ Βυζαντίου; ὁ Πατριάρχης σήμερον καίτοι εἶναι ἀρχηγὸς τῆς ἐκκλησίας, καίτοι ὑπὸ τοῦ κατακτητοῦ ἐθνάρχης τῶν ὀρθοδόξων ὀνομάζεται, καὶ ἦν καὶ εἶναι, ὡς ἐπίσκοπος, ὑποτελὴς εἰς τὸν θρόνον τοῦ Ἡρακλείας. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἐκείνη ἡ ὑπεροχὴ ἡ μεγάλη, τὴν ὁποίαν ἠθελήσατε νὰ ἐξάρητε; Ὁ Ἡρακλείας εἶναι κατὰ θρόνον ἐπισκοπικὸν ἀνώτερος τοῦ τοῦ Πατριάρχου! μόλις δὲ τὸ 451 ἡ ἐν Χαλκηδόνι τετάρτη οἰκουμενικὴ Σύνοδος, διὰ τοῦ ΚΗ αὐτῆς κανόνος ἐξέτεινε τὴν ἐκκλησιαστικὴν τούτου διοίκησιν ἐπὶ «τοὺς τῆς Ποντικῆς, τῆς Ἀυσανῆς καὶ τῆς Θρακικῆς διοικήσεως μητροπολίτας ΜΟ-ΝΟΥΣ, ἔτι δὲ καὶ τοὺς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἐπισκόπους τῶν προειρημένων διοικήσεων χειροτονεῖσθαι ὑπὸ τοῦ προειρημένου ἁγιωτάτου θρόνου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἁγιωτάτης ἐκκλησίας». Ἠθέλησεν, ὡς ἠκούσατε, νὰ τῷ δώσῃ ἡ Σύνοδος διοίκησίν τινα, διότι δὲν εἶχε πρότερον τοιαύτην, ἀλλὰ καὶ ὁπόση ἐδόθη αὐτῷ τὸ λέγει ῥητῶς αὐτὸς ὁ κανών, τῷ ἐδόθη ἡ διοίκησις τῶν ἐκκλησιῶν τῆς Ἀσιανῆς, τῆς Ποντικῆς καὶ τῆς Θρακικῆς διοικήσεως καὶ τῶν ὑπὸ τοὺς μητροπολίτας τούτων ὡς καὶ τοὺς παρὰ τοῖς βαρβάροις ἐκκλησιῶν. Ἰδοὺ ὅλη καὶ μόνη ἡ κανονικὴ δικαιοδοσία τοῦ Πατριάρχου· ἀλλ’ οὔτε τῆς ἀνατολικῆς Ἰλλυρίας, οὔτε τῆς Μακεδονικῆς, οὔτε τῆς Ἀχαΐας, οὔτε τῆς Αἰγύπτου, οὔτε τῆς Ἀφρικῆς, οὔτε τῆς Ἀνατολῆς, οὔτε ἄλλης τινὸς διοικήσεως ἡ ἐκκλησία ὑπήχθη εἰς τὸν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ δὲ τίτλος τοῦ οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὃν πρῶτος κατὰ τὰ 590 ἔλαβεν Ἰωάννης ὁ Νηστευτὴς, ἵν’ ἀντισταθῇ πρὸς τὴν ἐπαιρομένην ἤδη τῶν Παπῶν ὀφρῦν, ἦν τίτλος κενὸς ὅσον καὶ καινὸς τότε. Εἶπεν ὁ κύριος Ἰακωβάτος, ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφων πρὸς τὰς ἐκκλησίας ἦν τρόπον τινὰ καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἐκκλησιῶν. Διδάσκαλος καὶ ἀπόστολος ναὶ, πλείστων ἐκκλησιῶν ἱδρυτὴς, ναὶ, λέγω ἐγὼ, ἀρχηγὸς ὅμως, ὄχι. Ἐν αὐτῷ δὲ τῷ ἀποστόλῳ Παύλῳ εὑρίσκομεν, ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν ἔταξε τοὺς μὲν Ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ ἐπισκόπους. Οὐδείς, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, οὐδεὶς τῶν Ἀποστόλων, ἐκτὸς τοῦ Ἰακώβου ἐν Ἱεροσολύμοις, ἐγένετο ἐπίσκοπος, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον μητροπολίτης, οὐδεὶς περιωρίσθη νὰ ποιμάνῃ μίαν μόνην ἐκκλησίαν· ἐσύσταινον ναὶ, οἱ ἀπόστολοι τὰς ἐκκλησίας, προὐχείριζον ἐπισκόπους τοὺς Τιμοθέους, καὶ Τίτους, καὶ Πολυκάρπους, ἀλλὰ τὸ ἔργον αὐτῶν τὸ μέγα, ἦν τὸ ἔργον τοῦ εὐαγγελίου, διότι ἦσαν οἵους ἐποίησεν αὐτοὺς ὁ Κύριος, ἁλιεῖς ἀνθρώπων, ἔδει λοιπὸν διὰ τοῦτο νὰ περιφέρωνται μὲ τὸ ἀμφίβληστρον τῆς πίστεως διὰ νὰ περιλάβωσιν ἐν αὐτῷ ὡς οἷόν τε πλείστους πεπλανημένους. Ἐὰν ὁ Παῦλος ἦν ἀρχηγὸς τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἤθελε γράψει πρὸς ἑκάστην ἐκκλησίαν ἰδίᾳ, δὲν ἤθελε γράψει ἐπιστολὰς πρὸς Ἑβραίους, πρὸς Ῥωμαίους, πρὸς Γαλάτας, πρὸς Κολοσσαεῖς, πρὸς Θεσσαλονικεῖς, πρὸς Κορινθίους, κτλ., ἀλλὰ πάσας καὶ ἑκάστην τῶν ἐπιστολῶν αὑτοῦ ἤθελεν, ὡς ὁ Πάπας, γράφει πρὸς τὴν ὑπ’ αὐτὸν ἐκκλησίαν· αὐτὸ δὲ τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἐθεώρει ἑκάστην τῶν ἐκκλησιῶν, πρὸς ἃς ἔγραφε, διοικητικῶς ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῶν ἄλλων. Καὶ ὅτι αἱ ἐκκλησίαι ἦσαν ἀνεξάρτητοι ἀπ’ ἀλλήλων, βεβαιοῖ καὶ ὁ Βαλσαμὼν ὑπὸ τὸν Β κανόνα τῆς Β οἰκουμενικῆς Συνόδου. Δὲν ἐπικαλοῦμαι, ὡς βλέπετε, Κύριε Ἰακωβάτε, δὲν ἐπικαλοῦμαι οὐδεμίαν autorité ἣν νὰ δύνησθε νὰ μοὶ ἀμφισβητήσητε, ἀλλὰ σᾶς φέρω αὐθεντίας εἰς ἃς ὀφείλετε νὰ ὑποκύψητε. Τί λέγει λοιπὸν ὁ Βαλσαμὼν; «Τὸ πάλαι πάντες οἱ τῶν ἐπαρχιῶν Μητροπολῖται αὐτοκέφαλοι ἦσαν καὶ ὑπὸ τῶν οἰκείων Συνόδων ἐχειροτονοῦντο.» Ἐπαναλέγω, ὅτι τὸ χωρίον τοῦτο ἔλαβον ἐκ τοῦ Βαλσαμῶνος εἰς τὸν βʹ. κανόνα τῆς βʹ. Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Πάντες ἄρα οἱ Μητροπολῖται ἦσαν τότε αὐτοκέφαλοι, ἀλλὰ πῶς ὑπετάγησαν; Πῶς ἐγένετο τοῦτο; Κοσμικὸν τὸ πρᾶγμα, κοσμικὸν τὸ πάθημα, ὅπως συμβαίνει καὶ τὴν σήμερον ὁ δήμαρχος τῆς πρωτευούσης νὰ ἔχῃ περισσοτέραν ἔκτασιν δικαιοδοσίας παρὰ τὸν δήμαρχον τοῦ Μενιδίου, οὕτω καὶ ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ῥώμης καὶ ὁ τῆς Ἀλεξανδρείας, ὡς τῶν δύω πρωτίστων τοῦ Κράτους πόλεων, ἐσφετερίσθησαν ἐξουσίαν, ἥτις ἀποστολικῶς δὲν ἀνῆκεν αὐτοῖς, μετ’ αὐτοὺς δὲ καὶ οἱ ἐπίσκοποι οἱ προϊστάμενοι τῶν πρωτευουσῶν τῶν διοικήσεων πόλεων ἀπεμιμήθησαν αὐτοὺς, ὥστε ἕκαστος αὐτῶν καὶ διὰ τὸ μέγεθος τῆς πόλεως, καὶ διὰ τὸν ἀριθμὸν τοῦ ποιμνίου, κατώρθωσαν νὰ ἐκτείνωσιν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὴν δικαιοδοσίαν των ἐπὶ τοὺς μικροτέρους τῶν κωμοπόλεων καὶ χωρίων ἐπισκόπους, ἐξ ὧν τινες ἔτι καὶ σήμερον μικροτέρας ἐπισκοπὰς κατέχοντες καλοῦνται χωρεπίσκοποι. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι οἱ Μητροπολῖται ἀνηγορεύοντο οὐχὶ ὑπὸ ἀρχηγοῦ ἐκκλησιαστικοῦ, οὐχὶ ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἢ ἄλλου τινὸς, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν οἰκείων Συνόδων, τῶν κατὰ τόπους δηλονότι, αἵτινες συνήρχοντο καὶ ἐξέλεγον τοὺς Μητροπολίτας, ὡς ἔτι καὶ νῦν διετηρήθη ἐν Κύπρῳ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην διαίρεσιν, καὶ ἄλλην διάκρισιν ἔκαμεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος, οὐδόλως, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἐκ τῆς Ἁγίας Γραφῆς συναγομένην· οὕτως ὁ Κύριος Ἰακωβάτος εἶπεν, ὅτι ὁ μὲν Παῦλος ἦν ὁ Ἀπόστολος τῆς ἀκροβυστίας καὶ ἔλαβε τὴν κατ’ αὐτὴν ἀποστολὴν, ὁ δὲ Πέτρος ἦν τῆς περιτομῆς, καὶ εἰς αὐτὴν περιωρίσθη· ἐγὼ ὅμως τοὐναντίον βλέπω καὶ τὸν Παῦλον διδάσκοντα ἐν Ἱεροσολύμοις, τῇ πρωτευούσῃ τῆς περιτομῆς, καὶ τὸν Πέτρον τῆς Ἀντιόχειας συσταίνοντα τὴν Ἐκκλησίαν, ἔνθα ἦρχεν ἡ ἀκροβυστία. Ὡσαύτως βλέπω τὸν Παῦλον γράφοντα πρὸς Ἑβραίους, καὶ τὸν Πέτρον γράψαντα δύω ἐπιστολὰς καθολικὰς, ἤτοι πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ χριστιανοὺς, τοὺς τ’ ἐκ τῆς περιτομῆς καὶ τοὺς ἀπὸ τῆς ἀκροβυστίας. Ποῦ λοιπὸν αὐτὴ ἡ διαίρεσις, ἣν ore rotundo διεσάλπισεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος; Ποῦ ποτε ἐν ταῖς πράξεσι τῶν Ἀποστόλων εὑρίσκετε τὸν Πέτρον λέγοντα πρὸς τὸν Παῦλον· λαβὲ σὺ τὴν διοίκησιν αὐτὴν, ἄφες δ’ ἐμοὶ τὴν ἄλλην; Ἐγὼ βλέπω μόνον τὸν Παῦλον ἐπιτιμῶντα τὸν Πέτρον· ὁ Πέτρος μᾶλλον τοῦ Παύλου Ἑβραῖος τὸ φρόνημα καὶ πρεσβύτερος αὐτοῦ τὴν ἡλικίαν, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποβάλῃ ἐντελῶς τὰ ἔθιμα ἐκεῖνα τῆς Ἰουδαϊκῆς θρησκείας, ἐνῷ τοὐναντίον ὁ Παῦλος τὴν φιλοσοφίαν τῶν Ἑλλήνων διδαχθεὶς, καί τοι ἐν τῷ Ἰουδαϊκῷ νόμῳ ἐκτραφεὶς, εἶχε τὸ πνεῦμα πλέον ἐλεύθερον. Βλέπω ἄντικρύ μου τὸν Κύριον Ἰακωβάτον μειδιῶντα εἰρωνικῶς, διότι ἀνέφερον τὴν φιλοσοφίαν τῶν Ἑλλήνων. Ναὶ, Κύριε Ἰακωβάτε, ναὶ, τὴν φιλοσοφίαν τῶν Ἑλλήνων! Σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ν’ ἀναβῆτε εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, ὅπως ἐκεῖ ἀναπνεύσητε τὴν αὔραν τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ παρέλειψε νὰ σᾶς εἴπῃ, ἀπὸ τῆς Ἀκροπόλεως ὅταν καταβῆτε, νὰ σταθῆτε ἐπὶ τὸν ἔρημον ἐκεῖνον βράχον τὸν ὑπὸ τὴν Ἀκρόπολιν, τὸν βράχον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐφ’ οὗ θέλετε ἀκόμη εὑρεῖ τὰ ἴχνη Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Ἐλησμόνησε νὰ σᾶς εἴπῃ ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, ὅταν καταβῆτε ἀπὸ τῆς Ἀκροπόλεως ν’ ἀναζητήσητε παρὰ τὸν βράχον ἐκεῖνον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔστη ὁ Παῦλος, τὸν βωμὸν ὃν εὗρεν ὁ Παῦλος, τὸν βωμὸν ἐφ’ οὗ ἦν ἐπιγεγραμμένον τῷ ἀγνώστῳ Θεῷ, καὶ παρ’ ᾧ ἐκήρυξε τὸν παρὰ τῶν Ἀθηναίων σεβαζόμενον ἄγνωστον ὅμως ἔτι αὐτοῖς Θεόν. Τὸν Θεὸν τοῦτον δὲν εὕρισκον οἱ Ἕλληνες. Ὅταν ὅμως τὸ περὶ τούτου κήρυγμα ἔφερεν ὁ Παῦλος, ἔκαμε τοὺς σοφοὺς νὰ πέσωσι πρὸ τῶν ποδῶν του, καὶ Ἀρεοπαγίτας νὰ ζητήσωσι παρ’ αὐτοῦ τὸ θεῖον βάπτισμα. Ὁ μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἄγνωστος ἐκεῖνος Θεὸς ἐτέρπετο εἰς τὴν αὔραν τῆς ἐλευθερίας τὴν πνέουσαν ἀπὸ τῆς Ἀκροπόλεως, καὶ διὰ τοῦτο ηὐδόκησεν ὥστε ἐνῷ τὰ ἄλλα ἔθνη ἀναγινώσκουσιν εἰς ξένην γλῶσσαν τὸ Εὐαγγέλιον αὐτοῦ, ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, διὰ τὸν μέγαν καὶ ἱερὸν τοῦτον σύνδεσμον τῆς Ἐκκλησίας μετὰ τῆς ἐθνικότητος ἡμῶν, νὰ ἔχωμεν τὴν εὐτυχίαν ν’ ἀναγινώσκωμεν τὰ θεῖα λόγια τοῦ Κυρίου εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Θουκυδίδου (εὖγε, εὖγε). Ἰδοὺ ὁ ὑπερφυὴς σύνδεσμος μεταξὺ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς γλώσσης τῆς Ἑλλάδος· καὶ ἴσως ἴσως διὰ τοῦτο, διότι ἐξελέχθη ὁ λαὸς οὗτος μεταξὺ πάντων τῶν λαῶν τῆς γῆς ἵνα γραφῇ εἰς τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ τὸ πρωτότυπον τῆς Καινῆς Διαθήκης τοῦ Κυρίου, μόνον ὁ λαὸς οὗτος ἐξ ὅλων τῶν λαῶν τῆς γῆς τεσσαράκοντα ἤδη αἰῶνας ζῇ. Ἡ χάρις ὅτι ἡ γλῶσσα αὐτοῦ ὑπῆρξεν ἡ γλῶσσα τῶν ἀποστόλων, διετήρησε τὸν λαὸν τοῦτον. Μὴ συντρίβητε λοιπὸν, Κύριοι, ἐν τῇ ἑλληνόφρονι, ὡς πιστεύω, ἀλλ’ ἄκρᾳ ὑμῶν θρησκευτικῇ ζέσει, τὴν ἅλυσιν τοῦ ἑλληνισμοῦ, τῆς ὁποίας ὁ πρῶτος κρίκος εἶναι ἀποκοντωμένος διὰ μολύβδου ἐπὶ τὴν πέτραν ἐκείνην, ἐφ’ ἧς ᾠκοδόμησεν ὁ Χριστὸς τὴν Ἐκκλησίαν αὐτοῦ. Ναὶ, ναὶ, αὐτὴ ἡ αὔρα τῆς Ἀκροπόλεως, αὐτὰ τὰ δόγματα τῆς φιλοσοφίας τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀσπάζεται ὁ Κύριος καὶ περὶ αὐτῶν ὁ ἀπόστολος αὐτοῦ εἶπεν· «οὗ δὲ τὸ πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερίαν· διότι τὸ πνεῦμα τοῦ Κυρίου, — ἡ ὀρθοδοξία δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ, δὲν πιστεύω ὁ Κ. Ἰακωβάτος νὰ τὸ ἀμφισβητῇ — δὲν ἐλάλησε πρῶτον διὰ τοῦ στόματος τοῦ Ἰησοῦ, τὸ πνεῦμα Κυρίου λελάληκε πρὸ αὐτοῦ, διότι ἐλάλησε διὰ τῶν προφητῶν τῆς Ἰουδαίας, οὐδόλως δ’ ἄπορον ἂν καὶ διὰ τῶν σοφῶν τῶν Ἐθνῶν ἐξεδηλώθη· ἀναμιμνήσκω δ’ ὑμῖν τὸ περὶ τοῦ Πλάτωνος ὑπὸ τῶν πάλαι ῥηθέν. «Τί δ’ ἐστὶ Πλάτων, εἰ μὴ Μωυσῆς Ἀττικίζων;» Τὸ πνεῦμα τοῦ Κυρίου, τὸ ὁποῖον ἐλάλει διὰ τῶν προφητῶν, ἐλάλησε καὶ διὰ τοῦ Πλάτωνος, ἐλάλησε καὶ διὰ τοῦ Σωκράτους, εἰ καὶ μὴ ἐγίνωσκον Αὐτόν. Καὶ ἐλάλησε, διότι πᾶς ἄνθρωπός ἐστι πεπλασμένος κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, ὅστις δ’ ἂν μίαν ἀλήθειαν τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις ἀποκαλύψῃ, οὗτος ὑπὸ Θεοῦ δικαίως θεωρεῖται ἐμπνευσθεὶς, πόσας δ’ ἀληθείας ὁ Θεὸς διὰ τῶν τῆς Ἑλλάδος σοφῶν τοῖς ἀνθρώποις ἐξεδήλωσεν! Θέλει ὁ Κ. Ἰακωβάτος ὅπως οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ἑλλάδος λαμβάνωσι τὴν χειροτονίαν αὑτῶν παρὰ τοῦ Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τίνος Πατριάρχου, Κ. Ἰακωβάτε; Τὴν συνάντησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν μετὰ τῆς Σαμαρείτιδος παρὰ τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ, τὴν γνωρίζετε· τί εἶπεν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς πρὸς τὴν Σαμαρείτιδα; «Πέντε ἄνδρας ἔσχες καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ». Ἐν τῷ Συνοδικῷ τόμῳ, δι’ οὗ ἀνεγνωρίσθη τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, βλέπω ἓξ οἰκουμενικοὺς Πατριάρχας ὑπογεγραμμένους.
§27Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δεκαέξ.
§28ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τόσον χειρότερα δι’ ὑμᾶς, ἀλλ’ ἐγὼ μόνον ἓξ εὑρίσκω. Τίς λοιπὸν τῶν ἓξ τούτων εἶναι ὁ ἀληθὴς ποιμὴν καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας; ἓξ Πατριάρχαι καθεσθέντες ἐπὶ τοῦ θρόνου ἐκείνου ἔζων κατὰ τὸ 1850, καὶ οἱ ἓξ ἀλληλοδιαδόχως ἔλαβον εἰς τὰς χεῖράς των τὴν ποιμαντικὴν ῥάβδον τῆς Ἐκκλησίας, τίς ὅμως τούτων ἐστὶν ὁ νόμιμος; Πέντε ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ! Θέλετε μοὶ εἰπεῖ, ὅτι ὁ τύραννος συνέτριψε τὴν ποιμαντικὴν ῥάβδον ἑκάστου αὐτῶν· συμφωνῶ, δι’ αὐτὸ τοῦτο δὲν θέλω τοιοῦτον ποιμένα, τὸν ὁποῖον ὁ λύκος ἔρχεται καὶ ἁρπάζει ὅταν θέλῃ, ἀλλὰ θέλω ποιμένα, ὃν νὰ φοβῆται ὁ λύκος καὶ φεύγῃ. Ὁ Ποιμὴν, τὸν ὁποῖον ὁ λύκος φοβεῖται, εἶναι ὁ ἐγκαθιδρυμένος διὰ τοῦ Συντάγματος, ἡ αὐτοκέφαλος δηλονότι Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἐκεῖνος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἡ κοσμικὴ ἀρχὴ, — ἀφ’ οὗ τῷ δοθῇ ἡ χειροτονία διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τῶν ἁγίων κατὰ τὰ νενομισμένα, — δὲν δύναται πλέον ν’ ἁρπάσῃ οὐδὲ νὰ συντρίψῃ τὴν ποιμαντικὴν ῥάβδον. Πῶς λοιπὸν θέλετε νὰ ὑποκύψῃ αὖθις ἡ ἐκκλησία αὕτη εἰς ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου ἡ ῥάβδος ἐν τῇ τρεμούσῃ χειρί του δὲν δύναται νὰ διευθύνῃ τὸ ποίμνιον εἰς λειμῶνας εὐθαλεῖς, ἀλλ’ ἀναγκάζεται νὰ τὸ φέρῃ εἰς ἄθλια καὶ ξηρὰ λειβάδια διὰ νὰ τὸ θρέψῃ; Παρῆλθον, θέλετε μοὶ εἰπεῖ, οἱ καιροὶ ἐκεῖνοι. Ὄχι, δὲν τὸ πιστεύω· καὶ ὅταν βλέπω ἕνα Γρηγόριον, ἅγιον μεγαλομάρτυρα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐλευθερίας, ἀπαγχονισθέντα, ὅταν βλέπω τὴν χεῖρα αὐτοῦ ὑπογράφουσαν τὴν καταδίκην τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ἀφορίζουσαν τὸν Κακογεώργιον, τὸν Κακονικόλαον, δηλαδὴ Γρηγόριον τὸν Εὐβοίας, Νεόφυτον τὸν Ταλαντίου, Γερμανὸν τὸν Παλαιῶν Πατρῶν, ὤ! δὲν θέλω νὰ διατρέξω καὶ αὖθις εἰς τὸ μέλλον τὸν αὐτὸν κίνδυνον, δὲν θέλω ὁ Πατριάρχης νὰ δυνηθῇ ποτε πλέον ὡς ἄλλος Βαλαὰμ νὰ καταρασθῇ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μάχονται ἢ θέλουσι πολεμήσει ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας (εὖγε). Ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς σεβαστῆς κεφαλῆς, δὲν τὸ θέλω, ἵνα μὴ καταρωμένη αὐτοὺς πέσῃ καὶ ἐκείνη καὶ πέσῃ θῦμα ὑπὲρ ἐκείνης τῆς ἐκκλησίας ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἀγωνίζονται οἱ ἀφορισθέντες (εὖγε, εὖγε). Φοβοῦμαι λοιπὸν τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο θέλω ἀνεξάρτητον ἀρχηγὸν ἐλευθέρας καὶ αὐτοκεφάλου ἐκκλησίας (εὖγε, εὖγε). Πενθεῖ, λέγετε, ἡ ἐκκλησία διότι ἀπεσκίρτησεν ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἡ Ἑλλάς. Ὄχι Κύριε Ἰακωβάτε, ὄχι δὲν πενθεῖ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀγάλλεται. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐὰν μήτηρ δούλη ἐν δεσμοῖς συνεχομένη καὶ ἔχουσα θυγατέρας πλείους λυπῆται διότι μία τῶν θυγατέρων αὑτῆς δὲν συγκατεκλείσθη μετ’ αὐτῆς ἐν τῇ εἱρκτῇ τῆς δουλείας ἀλλ’ ἀναπνέει τὴν ζείδωρον τῆς ἐλευθερίας αὔραν (εὖγε, εὖγε). Διατὶ, λέγετε, ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος; διότι ἡ μήτηρ ἡ ἐν εἱρκταῖς μετὰ μεγάλης χαρᾶς θέλει ἰδεῖ ἡ νεωτέρα αὐτῆς θυγάτηρ νὰ ῥιφθῇ εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς πρεσβυτέρας, ἐλευθέρας ἤδη ἀδελφῆς αὐτῆς, ἵνα συζῶσι τὰ τέκνα τῆς ἐλεύθερα, ἔστω καὶ νὰ διατελῇ ἔτι ἡ μήτηρ δούλη (εὖγε!) Ἧττον πικρὰ ἀποβαίνει ἡ δουλεία εἰς φιλόστοργον μητέρα ὁρῶσαν ἐλεύθερα τὰ ἑαυτῆς τέκνα. Τὶ δὲ κακὸν εὑρίσκετε ἐν τούτῳ; κατὰ τί δὲ προσκόπτομεν εἰς τοὺς θείους τῆς ἐκκλησίας κανόνας, ἂν ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου συνενωθῇ μετὰ τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ διοικηθῇ ὅπως διοικεῖται ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος; Ἐγελάσατε Κύριε Ἰακωβάτε μὲ τὴν λέξιν αὐτοκέφαλος· καὶ ἐπιμένετε ἀκόμη, μοὶ τὸ λέγουσιν οἱ μορφασμοί σας ταύτην τὴν στιγμὴν, ἀλλὰ λάβετε δι’ ἀγάπην Θεοῦ τοὺς ἁγίους κανόνας καὶ ἴδετε ὅτι ὅλαι αἱ ἐκκλησίαι ἦσαν τὸ πάλαι καὶ ὠνομάζοντο αὐτοκέφαλοι· καὶ ἡ λέξις εἶναι ἐκκλησιαστικὴ, εἶναι καθιερωμένη ἐν τοῖς ἱεροῖς τῆς ἐκκλησίας τεύχεσιν.
§29Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μὲ ἄλλο νόημα.
§30ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν μοὶ ἐξηγήσατε τὴν ἄλλην σημασίαν, οὐδαμοῦ δέ ποτε εὗρον τὴν λέξιν ταύτην σημαίνουσαν ἄλλο παρ’ ὅ,τι καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ὁ Κ. Ἰακωβάτος καὶ ὀλίγοι ἄλλοι ἀπὸ τοῦ ἀδύτου τῆς ἐκκλησίας μετέβησαν εἰς τὸ ὁπλοστάσιον τῶν συνθηκῶν· οὕτως ἐπικαλοῦνται τὴν συνθήκην περὶ τῆς Ἑπτανήσου τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1815 καὶ τὸ σύνταγμα αὐτῆς τοῦ 1817, ἀλλ’ ἡ μὲν συνθήκη ἐκείνη διεῤῥήχθη διὰ τῆς νεωτέρας συνθήκης τοῦ Νοεμβρίου 1863, τὸ δὲ Σύνταγμα τῆς Ἑπτανήσου τοῦ 1817 αὐτόχρημα κατηργήθη. Διὰ βραχέων θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει. Καὶ δὴ πρῶτον, νεωτέρα συνθήκη ὅλως ἐναντία τῇ ἀρχαίᾳ καταργεῖ αὐτὴν, δύο δὲ Συντάγματα Κύριε Ἰακωβάτε, δὲν δύνανται νὰ διέπωσι συγχρόνως μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πολιτείαν, ὅπως οὐδὲ ἐν τῇ ψυχῇ οἱουδήποτε ἀνθρώπου δύνανται δύο θρησκεῖαι νὰ ὑπάρχωσι ταυτοχρόνως. Τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑπτανήσου ὑπῆρχε καὶ ἴσχυεν ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑπτάνησος ἦτο πολιτεία αὐτόνομος, ἐλέγετο τοὐλάχιστον τοιαύτη διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1815, ἀλλ’ ὅτε ἡ Ἑπτάνησος ἔπαυσε τοῦ νὰ ὑπάρχῃ αὐτοτελὴς πολιτεία, ἐξέλιπε καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτῆς. Μειδιᾶτε ὅσον θέλετε Κ. Ἰακωβάτε, δὲν πιστεύω ὅμως καὶ ἐνδομύχως Σας νὰ γελᾶτε, γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσι διαφόρων εἰδῶν γέλωτες, ἐν οἷς καὶ ὁ σαρδώνιος (γέλως). Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος νὰ συναγάγῃ ἀπὸ τοῦ συντάγματος ἐκείνου, εἶναι ἐπιχείρημα μὴ ὑπάρχον, διὰ τοῦτο καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσίν του πλησιάσας αὐτῷ τῷ εἶπον γαλλιστί· vous avez parfaitement bien raisonné sur un très-faux principe, ἤτοι ἐκάματε σκέψεις καὶ συλλογισμοὺς ὀρθοὺς, τὸ κακὸν ὅμως εἶναι, ὅτι ἡ βάσις ὑμῶν εἶναι ὅλως στρεβλὴ, διότι ἐπεκαλέσθητε πολίτευμα μὴ ὑπάρχον καὶ συνθήκην ἀνατραπεῖσαν. Ἡ ἑπτανησιακὴ λεγομένη πολιτεία διεγράφη πλέον ἀπὸ τοῦ χάρτου τῶν πολιτειῶν, δὲν ὑπάρχει πλέον, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ὑπάρχει, ἔστω, ὅτι ἔσχομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀσπασθῶμεν ὑμᾶς ἐνταῦθα· ἐστὲ οἱ πρῶτοι πρὸς οὓς ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς τείνει τὴν χεῖρά της καὶ δέχεται εἰς τὰς ἀγκάλας της, δὲν θὰ ἦσθε βεβαίως οἱ τελευταῖοι. Λοιπὸν ἐλθόντες εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πολιτείαν, θέλετε συμμερισθῆ καὶ τῆς Ἑλλάδος τὰς τύχας, καὶ τὰς τύχας ταύτας ἀποφασίζει ἐν τῷ Συνεδρίῳ τούτῳ τῶν πλειόνων ἡ ψῆφος. Ὅθεν ἐπειδὴ ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὸ δικαίωμα, καὶ τῇ ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ τοῦ Τόμου ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, νὰ διοικῆται ἀφ’ ἑαυτῆς αὐτοκέφαλος, καὶ ὑμεῖς θέλετε γίνει αὐτοκέφαλοι ἑκόντες ἀέκοντες, ἀφοῦ εἶσθε ὡς καὶ ἡμεῖς ὀρθόδοξοι. Καὶ τοῦτο Κύριοι, δὲν θέλει εἶσθαι φαινόμενον νέον· θέλω σᾶς φέρει καὶ ἄλλα παραδείγματα. Ὅταν Ἱερεμίας Β. ὁ Πατριάρχης ἐζητήθη παρὰ Θεοδώρου Ἰωαννίδου τοῦ Τζάρου κατὰ τὰ 1588 ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς αὐτοκέφαλον πατριαρχικὸν θρόνον τὸν τῆς Μόσχας, συνῄνεσεν· ὅταν δὲ ὁ μέγας Πέτρος κατὰ τὰ 1721 πρὸς ἄλλον Ἱερεμίαν πατριάρχην ἀνήγγειλεν, ὅτι τὸ Πατριαρχεῖον Ῥωσσίας κατήργησε τῇ δυνάμει τῆς κοσμικῆς αὑτοῦ ἐξουσίας, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ συνέστησε σύνοδον ἐν Πετρουπόλει, ἀνεγνώρισε καὶ τὴν πρᾶξιν ταύτην ὡς νόμιμον ὁ Πατριάρχης. Μετὰ ταῦτα, ὅτε κατεκτήθη ἡ Ταυρικὴ Χερσόνησος καὶ ἡ Βεσσαραβία, σᾶς ἐρωτῶ Κύριε Ἰακωβάτε, ἐζητήθη πλέον ἔγκρισις τῆς ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ὅπως ὁ ἐπίσκοπος Χερσῶνος καὶ ὁ Θεοδοσιουπόλεως νὰ ὦσιν ἐπίσκοποι τῆς Ῥωσσίας καὶ ὑπόκεινται εἰς τὴν διοικητικὴν τῆς ἐκκλησίας αὐτῆς Σύνοδον; Οὐχὶ βεβαίως· οὐδ’ ἀνάγκη λοιπὸν ἐφίσταται, ὅπως σήμερον ζητήσωμεν ἡμεῖς δεύτερον Τόμον, ἵνα καὶ ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου κηρυχθῇ ἀνεξάρτητος καὶ μετέχουσα τῆς προνομίας τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀρκεῖ δὲ ἡ κοσμικὴ ἀρχὴ ν’ ἀναγγείλῃ πρὸς τὴν ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὅ,τι συνέβη ἐν τῇ πολιτείᾳ, τοὐτέστιν ὅτι ἔπαυσε πλέον ἡ Ἑπτάνησις νὰ ᾖναι πολιτεία λεγομένη αὐτόνομος, καὶ ὅτι ὡς ἡνώθη πολιτικῶς, οὕτω καὶ ἐκκλησιαστικῶς μία ἐγένετο μετὰ τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἀφοῦ λοιπὸν τοσαῦτα σᾶς ἔφερον παραδείγματα ἀπὸ τῶν Βυζαντινῶν χρόνων, καὶ ἐκ τοῦ Ῥωσσικοῦ θεοστηρίκτου θρόνου καὶ τῆς ἐκκλησίας, τῇ ἀληθείᾳ πρέπει νὰ ἦσθε πολὺ σκληροτράχηλος Κ. Ἰακωβάτε, ἂν δὲν κλίνητε τὸν αὐχένα καὶ δὲν παραδεχθῆτε τὰς ἀληθείας ταύτας. Ἡ Ἑλλὰς λοιπὸν ἔκαμεν ὅ,τι οἱ αὐτοκράτορες τῆς Ῥωσσίας, οὗτοι δὲ πάλιν τοὺς τοῦ Βυζαντίου αὐτοκράτορας ἀπεμιμήθησαν. Ἡ Ἑλλὰς λοιπὸν καὶ κατὰ τὸ 1821 καὶ κατὰ τὸ 1833 καὶ κατὰ τὸ 1844 ἠκολούθησε τὸ παράδειγμα Πέτρου τοῦ μεγάλου τῆς Ῥωσσίας, ὁ δὲ μέγας Πέτρος οὐδὲν πλέον ἔπραξεν ἢ ὅ,τι ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανὸς, ὅτε ἀνεκήρυξεν αὐτοκέφαλον τὴν ἐκκλησίαν τῆς πατρίδος του Ἀχρίδος, πρώτην Ἰουστινιανὴν ὀνομάσας αὐτὴν διὰ τῆς ΙΑ. νεαρᾶς αὑτοῦ διατάξεως, ὅ,τι ἐθέσπισεν ὁ αὐτὸς αὐτοκράτωρ ἀσφαλίσας τὸ αὐτοκέφαλον τῆς ἐκκλησίας τῆς ἰδίας μου πατρίδος Κύπρου, ἣν ὠνόμασε νέαν Ἰουστινιανὴν, τὸ δ’ αὐτοκέφαλον αὐτῆς μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων διεσώθη, ἐφ’ ᾧ καὶ σεμνύνεται ἔτι καὶ σήμερον, ἀλλ’ εὔχομαι τῷ Θεῷ νὰ δώσῃ ὅπως παύσῃ τὸ αὐτοκέφαλον τοῦτο καὶ ἑνωθῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος (εὖγε! εὖγε!). Θέλετε δὲ νὰ μάθητε πῶς τὸ αὐτοκέφαλον τοῦτο τῆς Κύπρου διεσώθη; ὁ Ἀντιοχείας ἀντεποιεῖτο δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, καὶ ἐνώπιον τριῶν Συνόδων, τῆς ἐν Ἐφέσῳ τρίτης, τῆς ἐν Χαλκηδόνι τετάρτης καὶ τῆς ἐν Τρούλλῳ Πενθέκτης ἐξηνέχθησαν αἱ αἰτιάσεις τῶν Κυπρίων κατὰ τοῦ Ἀντιοχείας ἐπισκόπου· αἱ δὲ Σύνοδοι δικαιώσασαι τοὺς ἀρχιερεῖς Κύπρου, καὶ αὐτῆς τὸ αὐτοκέφαλον ἀναγνωρίσασαι, οὐχ ἧττον ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἐστὶν ἔργον τοῦ αὐτοκράτορος τὸ ἐκδίδειν διατάγματα περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν διοικήσεων· οἱ δ’ αὐτοκράτορες ἐξέδωκαν τὰ δόγματα περὶ τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Κυπρίων ἐκκλησίας, καὶ ἐκτάκτοις προνομίαις περιέβαλον αὐτὴν, αὐταὶ δὲ καὶ διατηροῦνται μέχρι σήμερον, καὶ ἡ Κυπρίων ἐκκλησία ἀνεξαρτήτως παντὸς ὑπερέχοντος αὐτῆς διακοσμεῖ τὰ καθ’ ἑαυτήν. Ἀλλὰ σκανδαλίζει ὑμᾶς ὁ τρόπος καθ’ ὃν γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀρχιερέων ἐν Ἑλλάδι; ἴσως ἔχετε δίκαιον, ἴσως κἀγὼ δώσω μεθ’ ὑμῶν τὴν ψῆφόν μου ὅπως καταργηθῇ ὁ τρόπος οὗτος, θέλω καὶ ἐγὼ ἡ ἐκκλησία ν’ ἀναβῇ εἰς τοὺς πρώτους αἰῶνας ὡς πρὸς τὴν θερμότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν καθαρότητα τῆς διοικήσεως αὐτῆς. Θέλω καὶ ἐγὼ νὰ διοικηθῇ καὶ σήμερον ὡς ἐκυβερνᾶτο κατὰ τοὺς αἰῶνας ἐκείνους τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν μαρτύρων, ὅτε ἡ μὲν ποιμενικὴ ῥάβδος ἦτο ἐκ ξύλου, οἱ δ’ αὐτὴν φέροντες ἐπίσκοποι ἦσαν ἐκ καθαροῦ χρυσίου, ἐνῷ τὴν σήμερον, φεῦ! ἡ μὲν ῥάβδος εἶναι ὁλόχρυσος, βέβηλοι δὲ πολλάκις ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὴν κρατοῦσιν. Ναὶ, τὴν θέλω τοιαύτην τὴν ἐκκλησίαν, διότι καὶ αὕτη ὡς τὸ ὕδωρ οὐδαμοῦ δύναται νὰ ᾖναι καθαρώτερον ὅσον εἰς τὴν πηγήν του. Ἀνάβητε λοιπὸν εἰς τὴν πηγὴν τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ ἐκεῖ εὑρήσετε τὸν γνήσιον τῆς ἐκλογῆς τρόπον· ἔστω, ἂς παύσῃ ὁ νῦν ἰσχύων ἐν Ἑλλάδι, ὅστις ἔχει ὅλα τ’ ἀτοπήματα πάσης ἐμμέσου ἐκλογῆς. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀνάγκη νὰ θεσμοθετηθῇ τοῦτο ἐν τῷ Συντάγματι; δὲν τὸ πιστεύω. Ὁ νόμος τῆς 10 Ἰουλίου 1852 ὁ κανονίζων τὰ τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι νόμος ἀμετάβλητος, εἶναι τοὐναντίον νόμος μεταβλητὸς, δύνασθε λοιπὸν καὶ αὔριον νὰ τὸν μεταβάλητε, δύνασθε καὶ αὔριον νὰ φέρητε τροπολογίαν εἰς αὐτὸν καὶ νὰ διαῤῥυθμίσητε τὰ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀρχιερέων οὕτως, ὥστε οὐ λόγῳ μόνον ἀλλὰ καὶ πράγματι νὰ ᾖ ὁ ἀρχιερεὺς ὁ ποιμὴν τοῦ λαοῦ, καὶ οὐχὶ ἐπείσακτός τις ξένος διοριζόμενος ὡς ὁ ἔπαρχος καὶ ὁ νομάρχης, καὶ ὅλως ἄγνωστος, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, πρὸς ὃ μέλλει νὰ διοικήσῃ πνευματικῶς ποίμνιον· δὲν ἀντίκειμαι λοιπὸν πρὸς τὴν ἰδέαν ὑμῶν, τὴν ὑποστηρίζω μάλιστα· ἀλλὰ δὲν εἶναι αὕτη κατ’ οὐσίαν διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἐπιφυλάχθητε νὰ ἐγγράψητε αὐτὴν ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συστήματος τῆς Ἑλλάδος, τότε καὶ ἐγὼ ἔσομαι σύμμαχος ὑμῶν, ἂν δὲν μεταπεισθῶ περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης ταύτης ἐκ τῆς γενησομένης πλατυτέρας συζητήσεως, διότι ὁμολογῶ, ὅτι μέχρι τοῦδε τὰ ἐκκλησιαστικὰ δὲν ὑπῆρξαν τὸ κύριον ἔργον μου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἕνεκα τῶν ὀλίγων, ἃ εἶπον ὑμῖν, ἐγενόμην καὶ κάτοχος αὐτῶν, καὶ ὅτι δύναμαι κἀγὼ ν’ ἁμιλληθῶ πρὸς τὸν πάλαι ὡς ἐμὲ κοσμικὸν Ἀμβρόσιον. Παρῆλθεν ὁ καιρὸς ἐκεῖνος, καθ’ ὃν ὁ λαὸς περὶ ἐκλογῆς ἐπισκόπου διαφωνῶν, τὸν πρὸς κατεύνασιν τοῦ θορύβου ἐν τῷ μέσῳ τῆς στάσεως ἐν Μεδιολάνοις ἀναμιχθέντα, περιπαθῶς καὶ ὁμοφώνως προεχειρίσατο ἐπίσκοπον, καὶ ὁ ἐπίσκοπος ἐκεῖνος ἦτο ὁ Ἀμβρόσιος. Τὸ αὐτοκέφαλον λοιπὸν δὲν εἶναι ῥῆξις, τὸ αὐτοκέφαλον δὲν εἶναι διαίρεσις, δὲν εἶναι σχίσμα, καὶ ἀπόδειξις ἔστω, ὅτι ἡ ἑπτάφωτος λυχνία τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας ἐκπέμπει ἐξ ἑκάστου μυξωτῆρος αὐτῆς οὐρανόπεμπτον φῶς, καὶ τὸ φῶς ἐκεῖνο δὲν συγκρούεται μὲ τ’ ἄλλα φῶτα, ἀλλὰ πολλαπλασιάζει καὶ τὴν ἀπ’ ἐκείνων διαδιδομένην λάμψιν. (εὖγε! εὖγε!) Δὲν θέλετε λοιπὸν εὑρεῖ ποτε εἰς οὐδένα κανόνα, εἰς οὐδεμίαν σύνοδον, ὅτι αἱ σύνοδοι κατέστησαν ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ αὐτοκεφάλους θρόνους, ἢ ὅτι αἱ σύνοδοι ὑπέβαλον αὐτοκεφάλους ἐκκλησίας εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν. Τοῦτο ἦτο ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῶν Αὐτοκρατόρων, οἱ ὁποῖοι διῄρουν ἢ ἥνωναν τὰς ἐκκλησίας κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς. Προσέθετο ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ὅτι διὰ τοῦ Συντάγματος ἀνεκηρύξαμεν τὸν Βασιλέα ἀρχηγὸν τῆς ἐκκλησίας. Ὄχι, Κύριε Ἰακωβάτε, ἀπατᾶσθε, προστάτην τῆς ἐκκλησίας, καὶ εἴπομεν καὶ θέλομεν αὐτὸν, διότι αὐτῷ καὶ μόνῳ ἔνεστιν ἡ ἰσχὺς ἵνα προστατεύῃ τῆς ἐκκλησίας καὶ ταῖς δυνάμεσι τοῦ ἔθνους, ὧν στρατηγεῖ, ἀποδιώκῃ ἀπ’ αὐτῆς εἴ τι κακόν. Ἡ ἐκκλησία λοιπὸν εἶναι ὁ νοῦς τῆς πίστεως, ὁ δὲ Βασιλεὺς ὁ βραχίων. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ Βασιλικῷ ὅρκῳ, καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1844, καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ, ὃ ὑπὸ συζήτησιν ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Πολιτεύματος, ὁρκίζεται ὁ Βασιλεὺς, ὅτι θέλει προστατεύει τὴν τῶν Ἑλλήνων ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν· εἶναι λοιπὸν προστάτης ἁπλῶς, οὐδ’ ἐδώκαμεν ἡμεῖς εἰς τὸν Βασιλέα πλήρη τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, ἅπερ εἶχεν ὁ Αὐτοκράτωρ ἐν Βυζαντίῳ, οὐδ’ ἀνεγνωρίσαμεν εἰς τὸν Βασιλέα, τὸν κοσμικὸν ἄρχοντα, τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφαίνηται καὶ περὶ τῶν δογμάτων τῆς ἐκκλησίας, ὡς οἱ εὐσεβεῖς τῆς Κωνσταντινουπόλεως Καίσαρες. Τὰ δύο λοιπὸν ταῦτα τοῦ Συντάγματος ἄρθρα πρέπει νὰ μείνωσιν ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ σχεδίῳ, διότι οὐδὲν αἱρετικὸν, οὐδὲν σχισματικὸν περιέχουσι. Μὴ διαιρῆτε λοιπὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδιαίρετον, καὶ τὸν ἄῤῥαφον χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ, ὅστις συμβολικῶς εἰκονίζει αὐτὴν τὴν ὀρθόδοξον καὶ μόνην ἀληθῆ αὐτοῦ ἐκκλησίαν, μὴ διαῤῥηγνύετε· ἀλλ’ οὐδὲ κλῆρον μὴ βάλλετε ἐπ’ αὐτοῦ τίς αὐτὸν ἄρει! ἄφετέ τον ἄῤῥαφον, διότι τοιοῦτος μένων εἶναι καὶ λαμπρὸς, καὶ ὡραῖος, σχίσμα δὲ οὐδὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐπ’ αὐτοῦ· ἐφόσον μένει ὡς μέχρι τοῦδε διετηρήθη, ἄκρα καὶ περιφέρειαν ἔχει, ῥῆγμα ὅμως οὐδέν. Ἴσως ὅμως πρέπει νὰ γείνῃ μικρά τις τροπολογία εἰς τὸ λεκτικὸν τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· καί τοι φρονῶ, ὅτι καὶ ὡς ἔχει τὸ κείμενον, αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ καὶ ἡ τροπολογία μου, ἐμφαίνει, ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἡ πρότασίς μου σαφέστερον διατυποῖ τὸν νοῦν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου· ἔχει δ’ ὡς ἑξῆς «θρησκεία ἐπικρατοῦσα ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας· πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία εἶναι ἐλευθέρα, καὶ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἀπαγορευομένης πάσης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας, ὡς καὶ τοῦ προσηλυτισμοῦ.» Ὡς βλέπετε Κύριοι, περὶ τὸ λεκτικὸν μόνον εἶναι ἡ διαφορὰ, καὶ διατηρεῖ μὲν ἡ τροπολογία μου τὴν λέξιν ἐπικρατοῦσα, διότι δὲν εὑρίσκω ἄλλην καταλληλοτέραν λέξιν διὰ νὰ ἐκφράσω, ὅτι ἡ ἐκκλησία ἡ ὀρθόδοξος εἶναι ἡ περιλαμβάνουσα ἐν τοῖς στέρνοις αὑτῆς τὸν μείζονα ἀριθμὸν τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἡ λέξις δ’ ἐπικρατοῦσα δὲν θέλει σημαίνει ἐκκλησίαν ἄρχουσαν église dominante, οὐδὲ θρησκείαν πολιτικῶς ὑπερέχουσαν, religion dominante, ἀλλὰ σημαίνει μόνον, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ θρησκεία τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ πρεσβεύῃ ὁ ἀρχηγὸς τῆς πολιτείας, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ γίνωνται αἱ ἐθνικαὶ δημόσιαι τελεταὶ, ἐν ἄλλοις λόγοις, ὅτι εἶναι ἡ θρησκεία κατὰ τὸ δόγμα τῆς ὁποίας τὸ ἔθνος ἐξυμνεῖ τὸν Κύριον, του διὰ τὰ εὐεργετήματα ἃ ἐπεδαψίλευσε καὶ ἐπιδαψιλεύει αὐτῷ, καὶ καθ’ ὃ ἐν ταῖς κακουχίαις του ἐπικαλεῖται τὴν ἀρωγήν του. Μετέβαλον δὲ μίαν λέξιν, τὴν λέξιν ἀνεκτὴ εἰς τὴν λέξιν ἐλευθέρα, διότι ἡ λέξις ἀνεκτὴ δὲν εἶναι κατάλληλος, οὐχὶ διότι ἐπαπειλεῖταί τις κίνδυνος ἐξ αὐτῆς διὰ τὰ ἄλλα θρησκεύματα, τὸ τῆς ἐλευθεροθρησκείας φρόνημα εἶναι τοσοῦτον ἔμφυτον εἰς τὸν Ἕλληνα, ὥστε ὑπερέχει κατὰ τοῦτο πάντα ἄλλον λαὸν ὑπὲρ αὐτὸν προωδευμένον εἰς τὸν πολιτισμὸν, ἀλλὰ διότι νομίζω ἁρμόζον καὶ ἡ λέξις νὰ ἐκφράζῃ ἀκριβέστερον τὸ πρᾶγμα. Ἄλλως τε γραμματικῶς, ὅστις ἀνέχεται, δύναται καὶ νὰ μὴ ἀνέχηται. Αὐτὴν ταύτην τὴν λέξιν εἶχον προτείνει καὶ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτεύματος ἐν τῇ συντακτικῇ Συνελεύσει, κατεπολέμησε δ’ αὐτὴν ὁ Μιραβὼ διὰ τῆς φλογερᾶς ῥητορείας του κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23 Αὐγούστου 1789, ἰδοὺ δ’ αὐταὶ τοῦ Μιραβὼ αἱ λέξεις. «La liberté la plus illimitée de religion est à mes yeux un droit si sacré, que le mot tolérance, qui vondrait l'exprimer, me parait en quelque sorte tyrannique lui-même, puisque l'existence de l'autorité qui a le pouvoir de tolérer attente à la liberté de penser, par cela même, qu'elle tolère, et qu'ainsi elle pourrait ne pas tolérer.» «Ἡ πλέον ἀπεριόριστος θρησκευτικὴ ἐλευθερία εἶναι εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μου ἓν δικαίωμα τόσον ἱερὸν, ὥστε ἡ λέξις ἀνοχὴ, δι’ ἧς θέλουσι νὰ τὸ ἐκφράσωσι, μοὶ φαίνεται καθ’ ἑαυτὴν κἄπως τυραννικὴ, καθόσον αὐτὴ ἡ ὕπαρξις μιᾶς ἐξουσίας ἐχούσης τὸ τοῦ ἀνέχεσθαι δικαίωμα, προσβάλλει αὐτόχρημα τὸ τῆς διανοίας ἐλεύθερον δι’ αὐτῆς τῆς ἀνοχῆς της, διότι δυνατὸν οὕτως αὐτῇ καὶ νὰ μὴ ἀνέχηται.» Ἀφοῦ λοιπὸν ἐν τῇ πολιτείᾳ ἡμῶν οὐδεμία διάκρισις ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ θρησκεύματος μεταξὺ πολιτῶν Ἑλλήνων ὑπάρχει, πάντες δ’ εἰσὶν ἐπίσης δεκτοὶ εἰς τὰς δημοσίας λειτουργίας, τίνος ἕνεκα νὰ μὴ συμφωνῶσι καὶ αἱ λέξεις τοῦ συντάγματος πρὸς τὸ πρᾶγμα; διατί δὲ, ἐνῷ τὸ ἰσήγορον καὶ ἰσόνομον πολιτικῶς ἔχουσι πᾶσαι αἱ θρησκεῖαι νὰ λέγωμεν, ὅτι αἱ ἄλλαι θρησκεῖαί εἰσιν ἀνεκταὶ, ἐνῷ καὶ τούτων οἱ ὀπαδοί εἰσι κατὰ πάντα ἴσοι πολιτικῶς πρὸς τοὺς τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας; ὅταν ἀνεχώμεθά τινα ἁπλῶς, εἰκάζεται, ὅτι δυνάμεθα καὶ νὰ μὴ ἀνεχώμεθα αὐτόν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἡ θρησκεία μόνον εἶναι ἐλευθέρα, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ λατρεία, διότι διαφέρει ἡ θρησκεία τῆς λατρείας, καθόσον ἡ μὲν θρησκεία εἶναι τὸ φρόνημα, τοὐτέστιν ἡ περὶ Θεοῦ νοερὰ καὶ ἀφῃρημένη ἰδέα, λατρεία δ’ εἶναι ἡ δι’ ἐξωτερικῶν τελετῶν συγκεκριμένη τῆς ἰδέας ταύτης παράστασις καὶ ἐνέργεια· καὶ τὸ μὲν τοῦ σκέπτεσθαι περὶ Θεοῦ οὕτως ἢ ἄλλως δικαίωμα, ἅτε θεόσδοτόν τι δώρημα, ἔργον ἐστὶ τῆς ἰδίας ἑκάστου συνειδήσεως, οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀναμιχθῇ περὶ τοῦτο ἡ κοσμικὴ ἐξουσία, ἥτις οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὶ φρονεῖ ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος τῶν πολιτῶν, ἐξ ὑπαμοιβῆς δὲ οὐδεμίαν καὶ ὁ πολίτης ἔχει νὰ ζητήσῃ διὰ τὸ φρόνημά του ἀνοχὴν παρὰ τῆς πολιτείας· ἡ λατρεία ὅμως διαφέρει, ἡ λατρεία εἶναι ἡ φανερὰ καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐκδήλωσις τοῦ ἐσωτερικοῦ φρονήματος, ἀνάγκη δὲ δι’ αὐτὴν νὰ ληφθῇ ἡ ἄδεια τῆς κυβερνώσης τὰ δημόσια ἀρχῆς, διότι ἡ πολιτεία πρέπει νὰ γνωρίζῃ ποῖα δόγματα δημοσίᾳ πρεσβεύονται ἐν τῷ Κράτει, μήπως οἵ τινων τούτων ὀπαδοί, τὰ τῆς λατρείας των τελοῦντες, κώλυμά τι, ἢ καὶ σκάνδαλον τοῖς συμπολίταις αὐτῶν γένωνται· συμφερώτατον λοιπὸν πᾶσι τοῖς πολίταις εἶναι, ἡ πολιτεία νὰ γνωρίζῃ, ὅταν συνέρχωνται πλειότεροι πρὸς ἐκτέλεσιν θρησκευτικῶν τελετῶν, ὁποῖα οὗτοι πρεσβεύουσι δόγματα, τυχὸν μὴ ἐν αὐτοῖς κρύφια δόγματα καὶ ἀνατρεπτικὰ ἐμφιλοχωρῶσιν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ προσηλυτισμοῦ, μεταστήσας τὴν διάταξιν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου, συμφωνοτέραν, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ποινικῆς ἡμῶν νομοθεσίας κατέστησα. Εἷς συνάδελφος ἡμῶν ἠρώτησέ με τί σημαίνει τὸ νὰ προταχθῇ ἡ ἀπαγόρευσις πάσης ἐξωτερικῆς ἐπεμβάσεως, τί δὲ καὶ τὸ νὰ λέγωμεν, ἀπαγορεύεται πᾶς προσηλυτισμός. Σημαίνει, εἶπον ἐγὼ, ὅτι πᾶσαν ἐπέμβασιν ἐξωτερικὴν, ἥτις ἤθελεν ἀποπειραθῆ νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας ὑπὸ ἐξωτερικῆς ἀρχῆς, εἴτε κοσμικῆς, εἴτε ἐκκλησιαστικῆς, καὶ ἰδίως ὑπὸ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἀποκρούει τὸ Σύνταγμα οὕτως, ὥστε οὐδεὶς οὐδαμοῦ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ δύνηται νὰ ἐκδώσῃ διαταγὰς περὶ τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ὡς πρὸς τὸν προσηλυτισμὸν δὲ νομίζω, ὅτι σαφέστερον ἔχει ἡ διάταξις ὡς διατυποῦται ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου, διότι ὁ προσηλυτισμὸς δὲν ἀπαγορεύεται μόνον ἐνεργούμενος κατὰ τῆς ὀρθοδόξου θρησκείας, ἀλλὰ καὶ κατὰ πάσης ἄλλης, εἰς ἀπόδειξιν δὲ φέρω αὐτὸ τὸ ἄρθρον 195 τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν νόμου, ὅπερ αὐτολεξεὶ φέρει ταῦτα· «Μὲ φυλάκισιν τὸ πολὺ ἑνὸς ἔτους τιμωροῦνται ἰδιῶται, οἵτινες ἐμποδίζουσιν ἢ ἀναγκάζουσιν ἄλλον διὰ τῆς βίας ἢ δι’ ἀπειλῶν νὰ πρεσβεύῃ θρησκείαν συγχωρημένην παρὰ τῆς κυβερνήσεως, νὰ παρευρίσκηται εἰς τὰς ἱερουργίας της, νὰ πανηγυρίζῃ θρησκευτικάς τινας ἑορτὰς, καὶ ἰδίως ν’ ἀνοίγῃ ἢ νὰ κλείῃ ἀποθήκας, ἐργαστήρια, ἢ πρατήρια.» Ὁ προσηλυτισμὸς λοιπὸν εἶναι ἀπηγορευμένος διὰ πᾶσαν θρησκείαν. Τὴν δὲ πρότασιν τοῦ Κ. Κοκκίνου, ἀποκρούω, πρῶτον μὲν διότι εἶναι πρότασις νομοθετικὴ κυρίως καὶ οὐχὶ συνταγματικὴ, ὡς τοιαύτη δὲ δὲν πρέπει νὰ εὕρῃ χώραν ἐν τῷ Συντάγματι· δεύτερον δὲ, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Εἰ καὶ αἱ συνθῆκαι τῆς Ἑπτανήσου περὶ αὐτονομίας αὐτῆς διεῤῥήχθησαν, διατελοῦσιν ὅμως ἐν πλήρει ἰσχύϊ αἱ συνθῆκαι περὶ τῆς αὐτονομίας τῆς Ἑλλάδος· ἐν αὐταῖς λοιπὸν εὑρίσκω τὸ πρωτόκολλον τῆς 3ης Φεβρουαρίου 1830, κατὰ τὸ ὁποῖον παραιτεῖται μὲν ἡ Γαλλία ὡς πρὸς τοὺς εἰς τὴν ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα μεταβαίνοντας Δυτικοὺς τῆς δικαιοδοσίας καὶ τῆς προστασίας ἣν ἐνήσκει ὑπὲρ αὐτῶν ἐφόσον ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου διετέλουν, διατηροῦνται ὅμως ἀνέπαφα τὰ ἐκ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀξιώματος δίκαια καὶ προνομίαι τῶν τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας ἀρχιερέων...
§31ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπ’ ἀρχῆς εἴπομεν, ὅτι περὶ πάντων θέλει γίνει ἡ συζήτησις, καὶ ὅταν κλείσῃ, θὰ κλείσῃ διὰ πάντα.
§33ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι αὐτὴ ἡ συνθήκη ἔχει κράτος καὶ ἰσχὺν ἔστω τοῦτο, ὅτι καί τοι ἐν τῷ διατάγματι τῆς 3/15 Ἀπριλίου 1833. «Περὶ ὀργανισμοῦ, σχηματισμοῦ καὶ ἁρμοδιότητος τῆς ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως γραμματείας τῆς ἐπικρατείας, φέρονται ἐν ἄρθρῳ δευτέρῳ, ἐδαφίῳ 3, τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἐξέτασις ὅλων τῶν διαταγμάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν, πρὸ πάντων δὲ τῶν αὐτογράφων, βουλλῶν καὶ πιτακίων τοῦ Πάπα τῆς Ῥώμης, πρὶν γνωστοποιηθῶσιν, ἡ Γραμματεία ὀφείλει νὰ ζητήσῃ τὴν περὶ γνωστοποιήσεως ἄδειαν ἀπὸ τὸν Βασιλέα». Οὐδέποτε ὅμως μέχρι τοῦ νῦν κατωρθώθη νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι ἡ τοιαύτη διάταξις· ἐνῷ δὲ κατὰ νόμον, ὡς βλέπετε, ἡ ἐκκλησία τῆς Ῥώμης ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ καὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀρχιερέων καὶ τὴν δημοσίευσιν τῶν βουλλῶν καὶ πιτακίων τοῦ ἀρχηγοῦντος Πάπα εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς ἐν Ἑλλάδι κοσμικῆς ἀρχῆς, ὅπως περιβληθῶσι παρ’ αὐτῆς τὸ ἐκτελεστὸν, οὐχ ἧττον πώποτε ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐτηρήθη, ὡς ἀείποτε τῶν Δυτικῶν ἐπικαλουμένων κατ’ αὐτῆς τὸ μνησθὲν πρωτόκολον. Ὥστε καὶ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κοκκίνου πρέπει νὰ τὴν ἀφήσωμεν κατὰ μέρος, ὡς πρότασιν δυναμένην νὰ λάβῃ χώραν ἐν νομοθετικῷ ἔργῳ, ἀλλὰ καὶ τοῦτο μετὰ τὴν διομολόγησιν συνθήκης μεταξὺ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Πάπα, συνθήκης δι’ ἧς θέλει ὁρισθῇ καὶ κανονισθῇ ὁ τρόπος καθ’ ὃν θέλουσιν ἐκτελεῖσθαι αἱ διαταγαὶ τῆς Παπικῆς αὐλῆς ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ τῆς Ἑλλάδος, τοιαύτας δὲ συνθήκας, concordats κοινῶς λεγομένας, ἔχουσι καὶ ἄλλα κράτη, μὴ τὴν δυτικὴν πρεσβεύοντα θρησκείαν, τὰ ὁποῖα ἐν τοῖς ἑαυτῶν ὑπηκόοις ἔχουσι καὶ ὑπηκόους τοῦ δυτικοῦ θρησκεύματος, ὡς ἡ Ῥωσσία, Πρωσσία καὶ ἄλλα, ὡς καὶ ἐκ τῶν Δυτικῶν ἡ Γαλλία, ἡ Βαυαρία, καὶ ἄλλα. Τέλος δὲ, Κύριοι, πρὶν ἢ καταβῶ τὸ βῆμα τοῦτο, συγχωρήσατέ μοι νὰ ῥίψω ἐπὶ τοῦ διὰ τῶν λόγων τῶν προαγορευσάντων ἐξαφθέντος ἐν μέσῳ ἡμῶν Ἑλληνικοῦ ἀληθῶς πυρὸς ὀλίγον χῶμα, διότι, ὡς εἶπεν ὁ Κ. Ἰακωβᾶτος, τὸ χῶμα ἦν τὸ μόνον, διὰ τοῦ ὁποίου δυνατὸν ἦν νὰ σβεσθῇ τὸ Ἑλληνικὸν πῦρ, τὸ ὑπὸ τοῦ Καλλινίκου ἐφευρεθέν· ναὶ, δυστυχῶς ἐξήφθη ἐν μέσῳ ἡμῶν τὸ Ἑλληνικὸν τοῦτο πῦρ, πῦρ ὅπερ κινδυνεύῃ νὰ καύσῃ ἡμᾶς, ἂν δὲν ῥίψωμεν ἐπ’ αὐτοῦ χῶμα ὅπως σβέσωμεν αὐτό. Ἠκούσθησαν τραχεῖαι ἐκφράσεις καὶ παρὰ τῶν μὲν, καὶ παρὰ τῶν δὲ, ἠκούσθησαν λέξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀκουσθῶσιν. Ὁμολογοῦμεν ἀδελφοὶ Ἑπτανήσιοι τοὺς ἀγῶνας, οὓς κατεβάλατε, ἀγῶνας τοσούτῳ μᾶλλον ἀξίους τιμῆς καὶ σεβασμοῦ ὅσῳ εἰς τὰ ὄμματα τῆς Ἑσπερίας Εὐρώπης ἐθεωροῦντο ὡς μωρία, ἀλλὰ δὲν ἦσαν μωρία, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἐναργῶς τὸ ἀπέδειξε. Ναὶ, ἀδελφοὶ Ἑπτανήσιοι, καὶ ἡμῶν ἡ καρδία ἀνταπεκρίνετο πρὸς τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας σας, καὶ ἐθαυμάζομεν ὑμᾶς, καὶ ἠλπίζομεν καὶ ἐλέγομεν, ὅτι οἱ ἀγῶνες ὑμῶν πάντως ἤθελον φέρει μίαν ἡμέραν τὴν ποθεινὴν τέλεσιν τῶν εὐχῶν ὑμῶν τε καὶ ἡμῶν. Ναὶ, Κύριοι, ἐπεκροτοῦμεν εἰς τοὺς ἄθλους ὑμῶν καὶ ἐκλαίομεν διὰ τὰ βάσανά σας, καὶ ἐκλαίομεν ἔτι περισσότερον, διότι ᾐσθανόμεθα ὅτι οἰκτραὶ πέδαι συνεῖχον ἡμᾶς, καὶ ὅτι αἱ δυνάμεις ἡμῶν ἦσαν ἀσθενεῖς ὅλως καὶ ἀνεπαρκεῖς καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ χορηγήσωμεν ὑμῖν βοήθειαν ἵνα σώσωμεν ὑμᾶς (Εὖγε! Εὖγε!) Ἐπεριπατήσατε, Κύριε Βαλαωρίτα, μακρὰν καὶ δύσβατον ὁδὸν καὶ ἤλθετε ἐνταῦθα μὲ πτέρνας αἱματωμένας, καὶ δυστυχῶς δὲν ἔχομεν πλάτανον ἀμφιλαφῆ ὅπως ὑπ’ αὐτὸν ξενίσωμεν ὑμᾶς· ὁ πλάτανος φίλε, ζητεῖ γῆν ἐριβώλακα καὶ ἐκτάσεως οὐ μικρᾶς ἵνα ῥίψῃ ῥίζας βαθείας καὶ δυνηθῇ νὰ γίνῃ ὑψικάρηνος· ἐδῶ σᾶς προσφέρομεν ξενίαν ὑπὸ τὴν σκιὰν καλλιφύλλου αἰγείρου, γνωρίζεις δ’ ὦ ἀοιδὲ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ αἴγειρος εἶναι τὸ σύμβολον τῆς ἐλευθερίας, διὸ καὶ καλῶς βλαστάνει καὶ θάλλει ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ τῆς ἐλευθερίας. Ἀναπαύθητε λοιπὸν πρὸς ὀλίγον μεθ’ ἡμῶν ἐνταῦθα, ὅπως νέας λάβητε δυνάμεις, ἀναπαύθητε μεθ’ ἡμῶν ὑπὸ τὴν σκιάν της, ταχέως δὲ, ἂς ἐλπίζωμεν εἰς τὸν Θεὸν, ταχέως θέλει ἔλθει ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἀναλάβει τὴν βακτηρίαν, ὅπως πορευθῶμεν εἰς τὴν χώραν τὴν ἐκτρέφουσαν τοὺς πλατάνους· ἴσως, ἴσως, ἐὰν εὑρίσκετε ἀπὸ τοῦ νῦν ῥεῖθρα δροσερὰ καὶ ἀμφισκίους πλατάνους ἐν τῇ Ἑλλάδι, ἴσως ταῦτα ἤθελον ἀποναρκώσει ὑμᾶς τε καὶ ἡμᾶς καὶ δὲν ἠθέλομεν στρέψει τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν καὶ πρὸς τοὺς περὶ ἡμᾶς δούλους ἀδελφοὺς ἡμῶν, τοὺς ὀρέγοντας ἡμῖν τὰς ἁλυσοδέτους των χεῖρας. (Εὖγε, εὖγε). Ἀλλὰ, Κύριοι, ἠγωνίσθη, ναὶ ἠγωνίσθη καὶ ἡ χώρα αὕτη ἀγῶνας, καὶ ἀγῶνας μάλιστα λίαν αἱματηροὺς, ὑπέστη ἐρημώσεις διὰ νὰ γίνῃ ἐλευθέρα, καὶ τοὺς ἀγῶνας αὐτῆς γινώσκετε, διότι, τὰ πεδία τοῦ Λάλα καὶ τοῦ Πέτα τὸ μαρτυροῦσι, συνηγωνίσθητε μεθ’ ἡμῶν. Ναὶ ἀδελφοὶ, ἡ γῆ αὕτη ἔχει Κλείσοβαν, ἔχει Ῥάχοβαν, ἔχει Βαλτέτζι. Συγχωρήσατέ μοι δὲ νὰ σᾶς ἐνθυμίσω καὶ μίαν νύκτα, ἄνευ τῆς ὁποίας, ἴσως, ἴσως καὶ οἱ πόθοι ὑμῶν καὶ αἱ εὐχαὶ ὑμῶν ἤθελον εἶσθαι καὶ σήμερον, ἴσως δὲ καὶ ἐπὶ μακροὺς ἔτι χρόνους, ὄνειρα, καὶ αἱ ἐλπίδες καὶ αἱ εὐχαὶ ἡμῶν καὶ δεήσεις ἤθελον εἶσθαι οἷαι καὶ αἱ ὑπὸ τοῦ Ὁμήρου παριστάμεναι Λιταί· «χωλαί τε, ῥυσαί τε παραβλῶπές τ’ ὀφθαλμώ»· ὑμεῖς δὲ, δὲν ἠθέλετε δυνηθῆ ποτε νὰ συντρίψητε τοὺς δεσμούς σας, καὶ αἱ ἁλυσόδετοι ὑμῶν χεῖρες ὑψούμεναι ἤθελον αὖθις καταπίπτει βαρεῖαι, διότι κατὰ τὸν μέγαν ποιητήν σας «δὲν εἶν’ εὔκολαις ᾗ θύραις ὅταν ἡ χρεία ταῖς κουρταλῇ» καὶ ὅμως τὰς ἀδαμαντίνους ταύτας πέδας ὑμῶν θείᾳ συνάρσει, συνέτριψε μία μόνη νὺξ, ἡ νὺξ τῆς 10 Ὀκτωβρίου. (Εὖγε, εὖγε). Ἂν ἠγωνίσθητε, ἂν ἐζητήσατε τὴν ἐλευθερίαν, ἡμεῖς σᾶς ἐδώκαμεν τὸ παράδειγμα τῆς ἐλευθερίας καὶ ἐρατεινὴν αὐτὴν κατεστήσαμεν ὑμῖν. Ῥίφθητε λοιπὸν εἰς τὰς ἀγκάλας ἡμῶν, μείνατε μεταξὺ ἡμῶν, ἑνώθητε μεθ’ ἡμῶν, καὶ ὅταν, Κύριοι, ἀναπαυθῆτε ὀλίγον, ὅταν καὶ ἡμεῖς λάβωμεν νέας δυνάμεις, τότε ὢ! τότε θέλομεν σᾶς εἰπεῖ τοὺς στίχους ἐκείνους τοῦ Δάντου, Levami allor, mostrandomi fornito Meglio di lena, ch’ i’ non mi sentia E dissi, va ch’ i’ son forte e ardito.» «Ἐσηκώθην τότε, λέγει ὁ Δάντης, ἐσηκώθην δεικνύων ὅτι ᾐσθανόμην, ὅτι εἶχον ἐν ἐμαυτῷ δύναμιν πλείονα ἧς εἶχον, ὅπως ἐξακολουθήσω τὸν δρόμον μου, καὶ εἶπον τῷ ὁδηγῷ μου προχώρει, ἰδοὺ ἰσχυρός εἰμι καὶ θαῤῥαλέος.» Καὶ θέλομεν δὴ τότε προχωρήσει μεθ’ ὑμῶν, οὐχὶ λέγοντες ὑμῖν «προχώρει σκλάβε», ὡς εἶπεν ὁ Κ. Λομβάρδος, ἀλλὰ φωνοῦντες, προχώρει ἐλεύθερε, καὶ φέρε τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας ὡς παρηγορίαν καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους δούλους ἀδελφούς σου τοὺς στενάζοντας. Οἱ σκλάβοι δὲν προχωροῦσι, διότι ἔχουσι πέδας εἰς τοὺς πόδας, οἱ σκλάβοι μένουσι, διότι ὡς δραπέτης τιμωρεῖται ὁ φυγὰς σκλάβος, οἱ σκλάβοι πίπτουσι, διότι δὲν ἔχουσι τὸ ἀνδρικὸν τῶν ἐλευθέρων θάῤῥος, οἱ σκλάβοι ἀποθνήσκουσιν ἐν τοῖς δεσμοῖς, οἱ ἐλεύθεροι μόνοι βαδίζουσιν ἐπὶ τὰ πρόσω. (Εὖγε εὖγε) Ἄ, Κύριοι, ἂς παύσωσι πλέον αἱ διαιρέσεις, καὶ ὅ,τι ὁ Κύριος ἡμῶν εἶπε πρὸς τοὺς ἀποστόλους Αὑτοῦ, καὶ πρὸς τοὺς πιστοὺς ἐπαναλαμβάνει ἡ ἐκκλησία διὰ τῶν ἀρχιερέων αὑτῆς, ὅταν περιβεβλημένοι οὗτοι πᾶσαν τοῦ ἀξιώματος αὑτῶν τὴν λαμπρότητα καὶ τὸ συμβολικὸν φῶς τοῦ ἀοράτου φωτὸς τῆς Θεότητος ἐν χερσὶ κρατοῦντες ἐπιφωνοῦσι πρὸ τῆς ὡραίας ἱστάμενοι Πύλης «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς,» τοῦτο λέγω καὶ ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς πάντας, ὦ τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης Ἕλληνες Πληρεξούσιοι, οὕτως ἂς λάμψῃ τὸ φῶς τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς φρονήσεως ὑμῶν πρὸς εὐόδωσιν τῶν διαπιστευθέντων ὑμῖν ὑπὸ τοῦ Ἔθνους μεγίστων ἔργων, ὅπως ἴδῃ ὁ κόσμος ὅλος τὰ μεγάλα ὑμῶν ἔργα καὶ δοξάσῃ τὴν πατρίδα, ἥτις ἔχει ὑμᾶς πληρεξουσίους (Εὖγε, εὖγε! ῥαγδαῖα χειροκροτήματα ἐκ τῶν πληρεξουσίων καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§34ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, Κύριε Πρόεδρε.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἡ παρατήρησις νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐφωτίσθη.
§37ΜΑΡΙΝΟΣ. Ὑπάρχουν προτάσεις, κατατεθεῖσαι ἐκ μέρους διαφόρων Ἰονίων πληρεξουσίων. Προτοῦ προβῇ ἡ Συνέλευσις εἰς τὸ νὰ ἀποφανθῇ ἂν ἐφωτίσθη, προτείνω ὅπως δοθῇ καὶ εἰς ἡμᾶς ἡ ἄδεια ν’ ἀναπτύξωμεν τὰς προτάσεις μας, οὐχὶ διὰ μακρῶν συζητήσεων, ἀλλὰ δι’ ἁπλῆς ἀναπτύξεως.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ διασαφίσῃ τὸ ἑξῆς ζήτημα, ἂν μετὰ τὴν παῦσιν τῆς συζητήσεως θὰ ἐπιτρέψῃ ἀνάπτυξιν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο.
§39ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Αἱ προτάσεις ἄρχονται ὡς συνέπειαι τῶν λόγων· δὲν γίνονται προτάσεις ἐπ’ αὐτῶν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τοῦτο ἀνέφερα τοῦτο εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἵνα ἀποφασίσῃ ἐν γνώσει, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ἔκαμα νέαν πρότασιν, πρέπει νὰ τὴν ἀναπτύξω.
§41ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν τῷ ὄντι ἡ Συνέλευσις, κλείουσα τὴν συζήτησιν, ἐννοῇ νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, δὲν ἐννοῶ ἐπ’ ἀληθείας πῶς δύναται νὰ κάμῃ τοιαύτην ἀπόφασιν. Ὑπάρχουν, Κύριε Πρόεδρε, μεταξὺ τῶν τροπολογιῶν τινὲς, αἱ ὁποῖαι οὐδόλως ἀνεπτύχθησαν, καὶ τῶν ὁποίων οἱ εἰσηγηταὶ οὐδόλως ἠκούσθησαν, μεταξὺ τούτων εἶναι καὶ ἡ τοῦ Κυρίου Ἀφεντούλη. Ὁ Κ. Ἀφεντούλης ἔφερε πρότασιν, ἡ ὁποία τροποποιεῖ οὐσιωδῶς τὴν οἰκονομίαν τῶν συζητουμένων δύο ἄρθρων τοῦ συντάγματος· δύναται δὲ νὰ ἔχῃ πρὸς τοῦτο σπουδαίους λόγους. Διατί νὰ μὴν ἀκουσθῇ; Ἕτεραι προτάσεις ἐπίσης σπουδαῖαι οὐδόλως ἀνεπτύχθησαν παρὰ τῶν εἰσηγητῶν. Ἂν λοιπὸν ἡ Συνέλευσις ἐννοῇ ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι ἐφωτίσθη μόνον ὡς πρὸς τὰς τροπολογίας τῶν Κ. Ἰακωβάτου καὶ Λούζη, τὸ ἐννοῶ, διότι ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν παρετάθη πολὺ, παρακαλῶ ὅμως ἐπὶ τῶν ἄλλων τροπολογιῶν νὰ μὴ κλείσῃ ἡ συζήτησις.
§42ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Τότε, Κ. Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι 15–20 τροπολογίαι. Εἰς ἑκάστην τροπολογίαν θὰ γίνῃ μία ἀνάπτυξις, μία ἀπάντησις, μία ἀνταπάντησις, τότε τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ διαρκέσῃ 3–4 ἡμέρας. Νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀποχρώντως ἐξεφράσθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, καὶ χθὲς καὶ προχθές. Ὅτε ἐλάλησα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, φαίνεται ὅτι ὁ ἔντιμος ῥήτωρ Κεφαλληνίας δὲν μὲ ἤκουσε, διότι ἐσυμπέρανε καὶ συμπεραίνει νὰ παραδεχθῇ ἡ Συνέλευσις ἁπλῶς καὶ καθαρῶς τὰ δύο ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, καθὼς συνετάχθησαν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμα. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ τεθῇ πρῶτον τὸ ζήτημα περὶ τῶν δύο ἄρθρων, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὰς προτάσεις τῶν Κυρίων πληρεξουσίων.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν τροπολογιῶν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἔχετε τὸν λόγον.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συγχρόνως δὲ θέλω νὰ προτάξω ὀλίγα τινά, καὶ ὡς πρὸς τὸ κύριον ζήτημα τῶν δύω ἄρθρων. Κύριοι, ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις, καὶ δὲν ἔρχομαι οὔτε νέαν συζήτησιν νὰ προκαλέσω, οὔτε νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εὐγλώττως οἱ πρεσβεύοντες τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας πρεσβεύω καὶ ἐγὼ, εἶπον, ἀποκρούοντες εὐστόχως πολλὰς ἀδίκους καὶ βαρείας προσβολὰς καθ’ ἡμῶν, ὡς κακῶν πολιτῶν, ὡς ἀναξίων πολιτευτῶν, ὡς ἀσεβῶν Χριστιανῶν καὶ ὡς πεπλανημένων ἀνδρῶν. Ἀρνοῦμαι, Κύριοι! εἰς ὅσα οἱ προλαλήσαντες περὶ τούτου εἶπον πρὸς ἀποφυγὴν νέων ἐρεθισμῶν καὶ νέων προσβολῶν, καὶ ἔρχομαι νὰ εἴπω ὀλίγα τινα περὶ τῆς Συνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1843, τῆς ὁποίας καὶ μέλος ἤμην, καὶ ἐνεργητικώτατον μέρος ἔλαβον εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τούτων. Ἄνδρες, Κύριοι! οὐχὶ τυχόντες, ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἶχον δώσει μεγάλας ἀποδείξεις καὶ τῆς πολιτικῆς συνέσεώς των, καὶ τῆς εὐσεβείας των, καὶ τῆς φιλοπατρίας των, ἐπελήφθησαν τῶν ἄρθρων τούτων, καὶ μετὰ πολλὰς καὶ μακρὰς συνεδριάσεις τὰ συνήρμοσαν καθὼς τὰ βλέπετε καὶ ἐκόσμησαν δι’ αὐτῶν τὸ σύνταγμα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τρικούπη! Σᾶς κάμνω τὴν παρατήρησιν ὅτι ἡ συνέλευσις πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ, ἂν θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συζήτησιν.
§47ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κ. Τρικούπης.
§48ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἀπεφάσισεν ἡ συνέλευσις.
§49Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐννοοῦμεν λοιπὸν, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξακολουθεῖ, καὶ ὅτι θέλει ἀπαντήσει καὶ ἕτερος εἰς τὸν Κ. Τρικούπην.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν συνέλευσιν ἂν ἐπιτρέπῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως.
§51ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Γίνεται δεκτή.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄνδρες, Κύριοι! καθὼς εἶπον, οὐχὶ τυχόντες, ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἶχον δώσει πασιφανῆ δείγματα καὶ τῆς πολιτικῆς συνέσεως των καὶ τῆς εὐσεβείας των καὶ τῆς φιλοπατρίας των, ἄνδρες οἵτινες προΐσταντο καθ’ ὅλον τὸν ἀγῶνα τοῦ ἔθνους, αὐτοὶ ἐπελήφθησαν τῶν δύω αὐτῶν ἄρθρων, τὰ συνήρμοσαν καὶ ἐκόσμησαν δι’ αὐτῶν τὸ σύνταγμα, λαβόντες ὑπ’ ὄψιν ἔνθεν μὲν τὰ καθήκοντα ἀνεξαρτήτου κράτους, ἔνθεν δὲ τοὺς κανόνας, τὰς διατάξεις καὶ τὰς παραδόσεις τῆς ἐκκλησίας. Ἡ μεγάλη ἐκκλησία ἠσπάσθη τὸ γεγονὸς τοῦτο, αἱ ὁμόδοξοι ἐκκλησίαι τὸ ἠσπάσθησαν ἐπίσης· εἴκοσι καὶ ἐπέκεινα ἔτη παρῆλθον ἔκτοτε καὶ οὐδεμία φωνὴ ὑψώθη, ὅτι κακῶς ἔγεινεν ὅ,τι ἔγεινεν ἐν τῇ συνελεύσει. Σήμερον μόνον κατὰ πρῶτον ἠκούσθη φωνὴ λέγουσα, ὅτι ἠνομήσαμεν, ὅτι ἠσεβήσαμεν· ἠκούσθη φωνὴ, Κύριοι! ἔχουσα οὐχὶ πρόθεσιν, τὸ ὁμολογῶ, ἀλλὰ ἴσως ἀποτέλεσμα τὴν διατάραξιν τῆς συνειδήσεως τῶν πιστῶν, καὶ τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἐπικρατούσης καλῆς ἁρμονίας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ἐκκλησιῶν. Ἀπατῶνται, Κύριοι, μεγάλην ἀπάτην, ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι ἐν τῷ συντάγματι τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου ἐγράφη κατὰ πρῶτον ἡ ἀνεξαρτησία. Ἡ ἀνεξαρτησία ἐγράφη τὸ 1821· καὶ θέλετε νὰ σᾶς εἴπω ποίαν ἡμέραν; Ἐγράφη κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καθ’ ἣν ὁ μέγας ποιμενάρχης τῶν ὀρθοδόξων λαῶν, ἐξερχόμενος ἀπὸ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἐκρεμάσθη ἁγιάζων καὶ ἁγιαζόμενος, καὶ τρώγων ἀκόμη τὸν ἅγιον ἄρτον, καὶ πίνων ἀκόμη τὸ ἅγιον αἷμα τοῦ Κυρίου! ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐγράφη τὸ δόγμα τῆς ἀνεξαρτησίας· καὶ θέλετε νὰ σᾶς εἴπω ποῦ ἐγράφη; ἐν ταῖς καρδίαις σας· καὶ διὰ ποίας ὕλης ἐγράφη; διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Γρηγορίου. Τοιαύτη ἐγγραφὴ, Κύριοι, εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐξαλειφθῇ; Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, καθὼς προεῖπον. Ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει πολλοὶ τῶν ἐντίμων πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου, καὶ ἰδίως ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος τῆς Ζακύνθου, Κύριος Λομβάρδος, οἱ μὲν δι’ ἀναφορῶν, ὁ δὲ διὰ λόγων, εἶπον, ὅτι παραδέχονται τὸ αὐτοκέφαλον τῆς ἐκκλησίας, πλὴν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ γραφῇ ἐν τῷ συντάγματι, ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀρχιερέων νὰ γίνεται ὑπὸ τῶν ἱερέων κατὰ τὰ νενομισμένα ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ. Μετὰ τὴν ἀγγελίαν ταύτην, Κύριοι! περιττὸν νομίζω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦ αὐτοκεφάλου, ὡς παραδεκτοῦ, καὶ περιορίζομαι μόνον εἰς τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἤθελον οἱ ἔντιμοι οὗτοι πληρεξούσιοι νὰ εἰσάξωσιν, ὃ ἐστὶν, εἰς τὸ νὰ γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀρχιερέων ὑπὸ τοῦ κλήρου. Ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι! δὲν ἀποφαίνομαι οὔτε καταφατικῶς οὔτε ἀποφατικῶς ὡς πρὸς τοῦτο· λέγω μόνον, καὶ τὸ λέγω ἐμφαντικώτατα, ὅτι ὁ ὅρος οὗτος δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐν τῷ συντάγματι. Ὑπάρχουσι, Κύριοι! θεσμοὶ συνταγματικοὶ, ὑπάρχουσι νόμοι ὀργανικοὶ, ὑπάρχουσι ἀναπτύξεις νόμων καὶ διατάξεις νόμων· ἄλλο τὸ μὲν, καὶ ἄλλο τὸ δέ· ἡμεῖς θεσμοθετοῦμεν, Κύριοι, δὲν νομοθετοῦμεν, δὲν ἀναπτύσσομεν νόμους, δὲν γράφομεν διατάξεις, θέτομεν ἀρχὰς, καὶ ἀπειρίαν, Κύριοι, μεγίστην τοῦ πράττειν τὰ δέοντα μὴ δεόντως ἤθελε μᾶς προσάψῃ τις ἂν ἠθέλομεν εἰς τὸ σύνταγμα νὰ γράψωμεν ὅ,τι ἀνήκει, Κύριοι, εἰς τοὺς ὀργανικοὺς νόμους τῆς ἐκκλησίας· ἡ ἐπιθεώρησις δὲ τούτων τῶν νόμων ἀπόκειται εἰς τὰς ἐπερχομένας βουλάς. Ἔσφαλον, νομίζω, σφάλμα μέγα τινὲς τῶν ἀγορευσάντων εἰπόντες, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ διδαχθῶμεν ὑπὸ τῶν Ἑπτανησίων τί πρακτέον· οἱ νόμοι αὐτῶν εἶναι κακοί· ἐνδέχεται, οἱ νόμοι νὰ ᾖναι κακοὶ, ὡς κακοὺς τοὺς στηλίτευσε καὶ ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ζακύνθου, καὶ μάλιστα ἀναθεμάτισε καὶ κατηράσθη καὶ τοὺς πατέρας αὐτῶν· καὶ ὁ μέγας ποιητὴς τῆς χαριτωμένης πατρίδας του, ὁ ἐπιστήθιος φίλος μου, ὁ προώρως ἀφαρπασθεὶς ἀφ’ ἡμῶν, ὁ Σολωμὸς εἶπεν, ὅτι οἱ νόμοι τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὸ μέτωπον γραμμένην ἔχουν ψεύτρα ἐλευθεσιάν· ἀλλὰ, Κύριοι! δὲν εἶναι τάχα δυνατὸν ἐν μέσῳ τούτων τῶν νόμων νὰ εὕρῃ τις καὶ διατάξεις καλάς; ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν δὲν ἀναφύονται κἄποτε καὶ ῥόδα; ἡμεῖς ἔχομεν πρόσφατον ἀπόδειξιν τούτου, ἡ δὲ ἀπόδειξις εἶναι ἡ διὰ κυάμων ἐκλογὴ ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν πληρεξουσίων· τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ἐκλογῆς τὸν ἠσπάσθησαν οἱ πλεῖστοι, ἴσως καὶ ὅλοι οἱ Ἕλληνες· ἐνδεχόμενον νὰ ἀσπασθῶσι καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων, ὅστις ἔχει τὰς ἀρετάς του· ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ τὸ ζήτημα τοῦτον τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ὅταν σὺν Θεῷ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν καταστατικῶν νόμων τῆς συνόδου, καὶ τῶν ὀργανικῶν νόμων τῆς ἐκκλησίας. Ἔρχομαι τώρα Κύριοι, εἰς τὰς τροπολογίας. Τόσον εἶναι τὸ πλῆθος τῶν τροπολογιῶν τούτων ὅσον οὐδέποτε ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν συνέλευσιν ταύτην καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν διάστημα τῆς διαρκείας της, καὶ δυσκόλως νομίζω καὶ αὐτὸς ὁ εὐφυὴς πρόεδρός μας θέλει δυνηθῇ νὰ εὕρῃ μεταξὺ αὐτῶν ποία ἡ πρωτεύουσα, ποία ἡ δευτερεύουσα, καὶ ποία ἡ τριτεύουσα· παρατηρήσατε, Κύριοι, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ πολεμήσαντες τὸ αὐτοκέφαλον τῆς ἐκκλησίας καὶ αὐτοὶ διεφώνησαν πρὸς ἀλλήλους· τί σημαίνει ἡ διαφωνία τῶν ἀνδρῶν τούτων καὶ ἡ τόση πληθὺς, ἡ τόση ἀντίφασις τῶν τροπολογιῶν; σημαίνει, Κύριοι, ὅτι τὸ κείμενον ἔχει καλῶς καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε προσθήκης οὔτε ἀφαιρέσεως (θόρυβος)· προσέξατε, Κύριοι, παρακαλῶ, διότι τὸ κείμενον δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων προτάσεων, τὰς ὁποίας ὁ κανονισμὸς καθυποβάλλει εἰς τροπολογίας, δὲν εἶναι πρότασις ἑνὸς ἢ πολλῶν πληρεξουσίων, δὲν εἶναι οὔτε πρότασις, εἶναι ἀπόφασις ἐθνικῆς συνελεύσεως, εἶναι ἀπόφασις ὅλου τοῦ ἔθνους· τοιαύτης ἀποφάσεως, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἐπιληφθῶμεν εὐλαβῶς· ἡ δὲ συνέλευσις τῆς 3ης Σεπτεμβρίου δὲν εἶναι ὁποία ἔντιμός τις πληρεξούσιος εἶπεν, ὅτι ὠθώνιζεν· ἡ βασιλεία ἐν τῇ συνελεύσει ἐκείνῃ ἦτο μηδὲν, καὶ ἡ συνέλευσις ἦτο τὸ πᾶν, καὶ μακρὰν τοῦ νὰ ὀθωνίζῃ, ἀπέῤῥιψε παρατηρήσεις τοῦ τότε βασιλέως, καθὼς τὸ μαρτυροῦσι τὰ πρακτικά της· ἡ συνέλευσις ἐκείνη, Κύριοι, εἶναι ἀξία πολλοῦ σεβασμοῦ, διότι εἰργάσθη καὶ ἀνεξαρτήτως καὶ ἀνεπηρεάστως, διότι εἶχε εἰς τοὺς κόλπους της τοὺς πρώτους ἄνδρας τῆς πατρίδος, διότι ἐμόχθησεν ὑπὲρ τῆς συνταγματικῆς βασιλείας, καὶ διότι μᾶς μετεβίβασεν ἀπὸ τοῦ δεσποτισμοῦ τὴν εἰς ἐλευθερίαν, καὶ μᾶς ἔστησε τὸ βῆμα τοῦτο, τὴν νέαν Πνύκα, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐξέρχονται εἰς πᾶσαν τὴν γῆν οἱ φθόγγοι ἡμῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα ἡμῶν. Πρέπει εὐλαβῶς νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ κειμένου τούτου, δὲν εἶναι, καθὼς σᾶς εἶπον· πρότασις, δὲν εἶναι γνώμη, εἶναι ἀπόφασις ἐσκεμμένη, ἀπόφασις τῶν πρώτων ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος. Προτείνω λοιπὸν, Κύριοι! ἐπειδὴ ἡ πρότασις αὕτη μοὶ φαίνεται ἀνωτέρα παντὸς κανονισμοῦ νὰ ἀναβάλωμεν ἐξαιρετικῶς τὴν ψήφισιν πάσης τροπολογίας, καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις ἂν ᾖναι, ἢ δὲν ᾖναι παραδεκτὰ τὰ 2 πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ὅπως ἔχουσιν.
§54ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι παραδεκτὰ τὰ δύω ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ὅπως ἔχουν; ἰδοὺ τὸ ἐρώτημα· ὑμεῖς ψηφίσατε τὰ ἄρθρα ἢ ἀποφατικῶς ἢ καταφατικῶς· ἂν καταφατικῶς, ἀποῤῥίπτομεν ὅλας τὰς τροπολογίας καὶ ἀπαλλαττόμεθα καὶ ἡμεῖς, καὶ ἀπαλλάττομεν καὶ τὸ προεδρεῖον ἀπὸ αὐτὴν τὴν συμφόρησιν τῶν τροπολογιῶν· ἂν δὲ ἡ Συνέλευσις ἀποφανθῇ ἀποφατικῶς, τότε ψηφίζομεν τὰς τροπολογίας ταύτας, τὰς ὁποίας, Κύριοι, δὲν συστέλλομαι νὰ εἴπω ὅτι τὰς θεωρῶ τόσα νέφη ἐπισκιάζοντα καθαρὸν καὶ φωτοβόλον ἥλιον. (εὖγε χειροκροτήματα).
§56ΔΗΜ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐρωτήσω τὸν προλαλήσαντα, οἱ παραδεχόμενοι τὰ δύω ἄρθρα, μεταξὺ τῶν ὁποίων συντάττομαι καὶ ἐγὼ, τί θέλουσι κάμει ἂν ἔχωσι τὴν γνώμην ὅτι δύνανται ἢ πρέπει νὰ προσθέσωσι τι εἰς αὐτά;
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ ψηφισθῶσι καθαρῶς τὰ ἄρθρα. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶπον, ὅτι ἄλλο θεσμοὶ συνταγματικοὶ, καὶ ἄλλο ὀργανικοὶ νόμοι. Εἶπον ὅτι ἡμεῖς θεσμοθετοῦμεν, δὲν νομοθετοῦμεν, δὲν ἀναπτύσσομεν νόμους, δὲν γράφομεν νόμους, δὲν γράφομεν διατάξεις, θέτομεν μόνον ἀρχὰς, καὶ ἀρχὴ δὲν εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀρχιερέων.
§58ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐχὴ τοῦ ἔθνους.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ Κ. Τρικούπης, ἐζήτησαν πολλοὶ τὸν λόγον. Ἐγὼ δὲν δύναμαι κατὰ καθῆκον νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Τρικούπη πρὶν ἡ Συνέλευσις ἐπιτρέψῃ νὰ τεθῇ, διότι πρῶτον μὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸν κανονισμόν......
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπα νὰ τὴν ψηφίσωμεν ἐξαιρετικῶς, ὡς ἀνωτέραν παντὸς κανονισμοῦ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἡ σπουδαιότης αὐτὴ τοῦ Συντάγματος μὲ ἀναγκάζει νὰ μείνω πιστότερος εἰς τὸ καθῆκόν μου, διότι καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης παρὰ τῆς Συνελεύσεως ἐψηφίσθησαν, ἐπεσωρεύθησαν προτάσεις πολλαὶ, καὶ μετὰ πολλῆς προσοχῆς πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὸ σύστημα τὸ μὴ ψηφοφορεῖν τὰς προτάσεις, ἀλλὰ τὰ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρα.
§63Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μόνον τὸ θρησκευτικὸν ζήτημα ἐξαιρετικῶς Κύριε Πρόεδρε.
§64Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι πραξικόπημα κοινοβουλευτικόν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πρὶν ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν μοὶ ἐζήτησαν πολλοὶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.
§66ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὴν πρότασίν μας δὲν τὴν συνεζητήσαμεν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν οὕτω πως· ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα· πολλοὶ εἶπον ἐφωτίσθημεν· ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐφωτίσθημεν; εἰς τί; ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου; ἢ καὶ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, αἵτινες ἐπροτάθησαν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τοῦδε; Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ σταματήσῃ εἰς τοῦτο, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἐν γνώσει. Παρουσιάσθη νῦν ὁ Κ. Τρικούπης, ὅστις προτείνει αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς ψηφοφορίας, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν διόλου τὰς τροπολογίας, οὔτε νὰ τὰς ψηφοφορήσωμεν, ἀλλὰ νὰ παραδεχθῶμεν τὰ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρα ὅπως ἔχουν. Μετὰ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος παρὰ τοῦ Κ. Τρικούπη, μοὶ ἐζήτησάν τινες τὸν λόγον. Κοινοποιῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ὁ Κ. Ἀφεντούλης ἀπέσυρε τὴν πρότασίν του.
§68ΜΑΡΙΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Τρικούπη, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη μεγάλης ἀναπτύξεως, ὅπως καταδειχθῇ καὶ τὸ παράνομον τῆς προτάσεως καὶ τὸ ἐπιβλαβές. Ὁ Κ. Πρόεδρος ἤδη ἐξέφερε τὸν στοχασμόν του, ὅτι θεωρεῖ τὴν πρότασιν ὡς ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸν κανονισμὸν καὶ τῷ ὄντι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὁ κανονισμὸς ἐπιτρέπει ὅπως πολλαὶ προτάσεις καταπνιγθῶσι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως μιᾶς καὶ μόνης ἐκ τῶν πολλῶν. Ἄχρι τοῦδε ἐγὼ δὲν ἐννόησα, ἢ τοὐλάχιστον δὲν ἤκουσα, νὰ συνεζητήθη ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου εἰμὴ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ αἱ προτάσεις τῶν Κ. Λούζη καὶ Ἰακωβάτου· πολλαὶ ἄλλαι προσήχθησαν, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν οὐδεὶς λόγος. Ἐρωτῶ λοιπὸν, Κύριοι, νομίζετε ὅτι εἶναι εὔλογον, ὅπως πᾶσαι αἱ λοιπαὶ προτάσεις παραγκωνισθῶσι, ῥιφθῶσιν εἰς τὴν θάλασσαν, χωρὶς οἱ προτείναντες νὰ λάβωσι τὴν ἄδειαν νὰ εἴπωσι δύο λέξεις πρὸς ἁπλῆν κἂν αὐτῶν ἀνάπτυξιν; Δύναται τυχὸν ἡ Συνέλευσις μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν νὰ θεωρήσῃ περιττὴν τὴν συζήτησιν, οὐδόλως ὅμως νὰ παρεμποδίσῃ καὶ αὐτὴν τὴν ἁπλῆν ἐξήγησιν τῶν ἰδεῶν τῶν προτεινόντων. Τοῦτο λέγω περὶ τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τροπολογίαι τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ προτάσεις, αἵτινες εἰσὶ πάντη διάφοροι, πάντη ἀνεξάρτητοι, καὶ ὡς τοιαύτην χρεωστῶ νὰ ἀναμνήσω μίαν πρότασιν διαφόρων πληρεξουσίων Ἰονίων· δὲν ἐπεμβαίνω τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὴν οὐσίαν αὐτῶν, διότι σεβόμενος τὴν ἀληθῆ, τὴν ὀρθὴν καὶ τακτικὴν κοινοβουλευτικὴν πορείαν περιορίζομαι εἰς τὸ ζήτημα ὅπερ ἔφερεν ὁ Κ. Τρικούπης, μεθ’ οὗ λυποῦμαι, διότι πρώτην φορὰν συναντῶμαι μὴ συμφωνῶν. Ἐκτὸς τῶν προτάσεων, αἵτινες δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τροπολογίαι τοῦ κειμένου, ὑπάρχουν καὶ προτάσεις ἀνεξάρτητοι. Διάφοροι τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου ἐπρότειναν, ὅπως καταχωρισθῇ μία ἁπλῆ διαδήλωσις εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως ἀφορῶσα τὸ βʹ. ἄρθρον καθόσον καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον μέλλει νὰ ἐφαρμοσθῇ, μὴ ἀμφισβητοῦντες τὴν οὐσίαν τοῦ ἄρθρου, ἀλλὰ θεωροῦντες ὅτι πρὶν ἢ διακηρυχθῇ τὸ αὐτοκέφαλον τῆς ἐκκλησίας, πρὶν ἢ δηλ. θεωρηθῇ ὡς ἐπεκτεινόμενον καὶ εἰς τὰς Ἰονίους νήσους, ὑπάρχει ἀνάγκη συνειδήσεως, Κύριοι, διὰ τοὺς Ἰονίους, ἀνάγκη, δύναμαι νὰ εἴπω, ὑπαγορευομένη καὶ ἀπ’ αὐτὰ τὰ ἄχρι τοῦδε γενόμενα, ὅπως ζητηθῇ ἡ ἀναγνώρισις τοῦ παναγιωτάτου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ἐκ τοῦ ὁποίου ἄχρι τοῦδε ἡ Ἰονικὴ ἐκκλησία ἐξαρτᾶται καὶ δὴ εὑρίσκεται εἰς θέσιν διάφορον τῆς θέσεως τοῦ ἄχρι τοῦδε Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος. Ἡ πρότασις αὕτη συνεζητήθη ἆρά γε παρά τινος; οὐδαμῶς (θόρυβος). Ὁ Κ. Σαρίπολος, ναὶ, τὴν ἀντέκρουσεν, ἀλλ’ ἐν παρόδῳ καὶ πρὶν οἱ προτείναντες εἴπωσιν οὐδένα λόγον πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς, διότι ἐθεωρήσαμεν, ὅτι αἱ μόναι προτάσεις αἱ συζητούμεναι ἦσαν αἱ τοῦ Κ. Λούζη καὶ Ἰακωβάτου καὶ τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Παρὰ ταύτην ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις πολλῶν πληρεξουσίων Ἰονίων, ἥτις ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων. Εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς ἔχει ἡ πρότασις, εἴτε κατάλληλος εἴτε ἀκατάλληλος εἶναι ἡ στιγμή, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ λυθῇ διὰ βραχείας μὲν, καὶ οὐχὶ παρατεταμένης συζητήσεως, ἀλλὰ διά τινος συζητήσεως, καὶ πρὸ πάντων διά τινος ἀναπτύξεως ἐκ μέρους τῶν προτεινάντων. Ἐστὲ, Κύριοι, βέβαιοι, ὅτι πόῤῥω εἴμεθα τοῦ νὰ ἐπιθυμῶμεν τὴν παράτασιν τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ τοὐλάχιστον, πρεσβεύομεν, ὅτι χρεωστεῖται πλήρης ἐλευθερία τοῦ λόγου πρὸς ἔκθεσιν τῶν ἰδεῶν ἐκείνων, ἐξ ὧν οἱ προτείναντες ἀναχωροῦσι, καὶ μετὰ ταῦτα ἡ Συνέλευσις ἀποφανθήτω ὅπως θέλει. Ἑπομένως ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Τρικούπη.
§69ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε.......
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καταστήσωμεν τὴν Συνέλευσιν ἕρμαιον τῆς θελήσεως ἑκάστου.
§71ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ἀποσύρω τὴν ἰδικήν μου πρότασιν, Κύριε Πρόεδρε.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὅστις ἄλλος θέλει νὰ ἀποσύρῃ ἂς τὸ δηλώσῃ. Νὰ σᾶς εἴπω τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκκρεμεῖς. Γνωρίζετε τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου, ἐπίσης τοῦ Κυρίου Λούζη· αὗται αἱ δύω ἀφορῶσι τὴν οὐσίαν, διότι δὲν θέλουσι τὸ αὐτοκέφαλον, καταργοῦσι τὴν Σύνοδον καὶ ἄλλα τινὰ προτείνουσι. Προτείνει ἔπειτα ὁ Κύριος Κόκκινος πρότασιν περὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι ἰσχύος τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐκδιδομένων πράξεων τῶν λειτουργῶν τῶν ἀνεκτῶν θρησκειῶν. Ὁ Ἡλίας Μαυρομιχάλης, καὶ συμφώνως μὲ τὴν πρότασιν αὐτοῦ, καὶ ὁ Κύριος Σαρίπολος προτείνουσιν ἀντὶ τοῦ ἀνεκτὴ νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα λέξις ἐλευθέρα. Ὁ Κ. Σαρίπολος προτείνει καὶ σύνταξιν τοῦ κειμένου διαφορετικήν. Ὁ Κύριος Ῥοντήρης ἐπρότεινεν εἰς τὴν χειροτονίαν τῶν ἱερέων νὰ μὴν ἀναμιγνύεται κοσμικὴ ἐξουσία. Πολλοὶ ἐπρότεινον τὸ 2 ἄρθρον νὰ γίνῃ δεκτὸν, καὶ ὡς πρὸς τὴν Ἑπτάνησον, ἀφοῦ γίνῃ περὶ τούτου διαπραγμάτευσις μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου· καὶ τούτου μνεία νὰ γίνῃ ἁπλῶς εἰς τὰ πρακτικά. Μὲ τὴν γνώμην ταύτην ἐσυμφώνησε καὶ ὁ Κύριος Σχινᾶς. Ἑτέραν πρότασιν, τῆς ὁποίας ὅμως, νομίζω, παρῃτήθη, ἐπρότεινεν ὁ Κύριος Σταματόπουλος.
§73ΤΙΝΕΣ. Συνεχωνεύθη μὲ τὴν ἄλλην τῶν πολλῶν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τῶν πολλῶν ἔχει ὡς ἑξῆς· νὰ γίνῃ νέος νόμος περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων, καὶ ὡς βάσις νὰ τεθῇ μυστικὴ ψηφοφορία ὑπὸ τοῦ κλήρου. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Κυρίου Τρικούπη ἔλαβε τὸν λόγον ὁ Κύριος Μαρίνος κατ’ αὐτῆς. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Τρικούπη ἐκ τῶν ἐγγεγραμμένων οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ἑξῆς· Βελιανίτης.
§75ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς οὐσίας.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βουδούρης.
§77Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶμαι κατά.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παλαμήδης.
§79ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Δὲν εἶμαι ὑπέρ.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βαλτινός.
§81ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἶμαι ὑπέρ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§83ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, μοὶ ἐφάνη πάντοτε παράδοξον, ὁσάκις θέλομεν νὰ ἀντιλαλήσωμεν εἰς μίαν πρότασιν, παρουσιάζομεν τὸν κανονισμὸν, ἐν ᾧ πολλάκις, καὶ λυποῦμαι διὰ τί δὲν ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ Κ. Βαλασσόπουλος, ἂν ἦμαι παρὼν, πολλάκις ἡ Συνέλευσις ὑπερεπήδησε τὸν Κανονισμὸν εἰς πράγματα οὐσιωδέστατα, ἀλλὰ βεβαίως ἡ Συνέλευσις ἔπραξε τοῦτο ἀποφασίσασα αὐτά. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὰ κανονισμένα, ὅταν ὑπάρχῃ συζήτησις ἐπὶ ἀντικειμένου τινὸς, ἂν προκύψουν ἐκ τῆς συζητήσεως τροπολογίαι, νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις πρῶτον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν Εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις νὰ τείνῃ νὰ ἔλθῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα ταχέως. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις, ἀρχομένη τῆς ψηφίσεως ἑκάστης τῶν τροπολογιῶν, ἔχῃ τὴν συνείδησιν νὰ ὑποστηρίξῃ καθαρῶς καὶ τυφλῶς τὸ γράμμα τῶν 2 ἄρθρων τοῦ Σχεδίου τοῦ συντάγματος, ὁ μὲν καιρὸς θέλει εἶσθαι ὅλως χαμένος, αἱ δὲ τροπολογίαι θέλουσιν ἀποῤῥιφθῇ. Συλλογισθῆτε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸν κανονισμὸν ἐὰν 10 πληρεξούσιοι ἢ 20 ἀπαιτήσουν, δι’ ἑκάστην τροπολογίαν θέλει γίνει ὀνομαστικὴ κλῆσις, καὶ ἑκάστη ὀνομαστικὴ κλῆσις τῆς μεγάλης τώρα Συνελεύσεως κοστίζει μίαν ὥραν, ἢ μίαν ἡμέραν. Καὶ ὅταν 20 τὸ θελήσουν, καὶ νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ τὸ θελήσουν, τί κερδαίνομεν δι’ αὐτοῦ; Ἡ Συνέλευσις φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἂν παραδέχεται τυφλῶς ὅπως ἔχουσι τὰ ἄρθρα τοῦ σχεδίου. Ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ τὸ σχέδιον, τότε θέλομεν ἔλθει εἰς τὰς τροπολογίας. Ἀντικρούω, Κύριοι, καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἔνστασιν τοῦ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντος, ὅτι οὐδεμία ἀνάπτυξις ἐγένετο ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν. Ἐάν τις ἀναδιφήσῃ τὰ πρακτικὰ, θέλει εὑρεῖ τὴν συζήτησιν ἐφ’ ὅλων τῶν τροπολογιῶν κατ’ ἔκτασιν ἐξηντλημένην· θέλει εὑρεῖ, ὅτι ἦλθεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἷος δήποτε καὶ εἶπε, νὰ καταργήσωμεν τὴν ὑπάρχουσαν Σύνοδον καὶ νὰ παραδεχθῶμεν ὁρατὴν κεφαλὴν τὸν Πατριάρχην. Ἐξηντλήθη τὸ θέμα ἐκεῖνο, Ἦλθεν ἕτερος καὶ εἶπε, νὰ λαμβάνωμεν τὸ μῦρον καὶ ἂς ὑπάρχῃ ἡ Σύνοδος. Ἐξηντλήθη καὶ τοῦτο. Ἦλθεν ἕτερος καὶ εἶπε, παραδεχόμεθα τὴν Σύνοδον τὴν Ἑλληνικὴν, ἀρκεῖ νὰ μᾶς ὑποσχεθῆτε, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἢ κατὰ μέρος εἰς τὴν Ἑπτάνησον θέλει ἐξακολουθεῖ ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐπισκόπων, ὅπως ἐκεῖ ἀκολουθεῖ· καὶ μᾶς τὸ εἶπαν φοβερίζοντες, ὅτι οἱ ὑπὸ τῆς Συνόδου κατὰ νόμον σταλησόμενοι αἴφνης ἐκεῖ Ἐπίσκοποι θέλουσιν ἀποπεμφθῆ ὡς αἱρετικοί. (Ἀποδοκιμασία ὑπὸ τῶν ἑπτανησίων). Ποῖαι ἄλλαι προτάσεις ὑπάρχουσι; καμμία. Ὑπάρχει πρότασις ἀπὸ τοὺς ἐντίμους ἐξ Ἑπτανήσου ἐλθόντας, ἡ ὁποία λέγει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ῥητὴ ῥήτρα, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἰς τὸ μέλλον τῶν Ἐπισκόπων θέλει γίνεσθαι κατὰ τὰ ἐκεῖ κανονισμένα. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐξηντλήθη· τί ἄλλην συζήτησιν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν θέλετε; Τότε εἰς κάθε τροπολογίαν θὰ ζητήσωμεν τὸν λόγον, καὶ τὸ 1865 θὰ μᾶς εὕρῃ εἰς τὴν θρησκευτικὴν συζήτησιν.
§84ΣΕΡΒΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω δύω λέξεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, ὅπως μὴ ἀποψηφίσωμεν τὸ προτεινόμενον καὶ εὑρεθῶμεν μεταμελημένοι. Τὸ ζήτημα τοῦ ἐντίμου Κυρίου Τρικούπη εἶναι· ἀποφανθήτω ἡ Συνέλευσις ἐπὶ τῶν δύω πρώτων τοῦ Συντάγματος, καὶ παραγκωνισθήτωσαν ὅλαι αἱ λοιπαὶ προτάσεις. Ἐν ἄλλοις λόγοις, ἐὰν μεταξὺ αὐτῶν τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν, εὑρεθῶσι τινὲς μὴ ἔχουσαι τὸν χαρακτῆρα τῆς τροπολογίας, ἀλλὰ καὶ τῆς προσθήκης, πρέπει νὰ φέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα, νὰ φέρωσιν οἱ πληρεξούσιοι ψῆφον ἐναντίον τῆς πεποιθήσεώς των· ἐξηγοῦμαι καλήτερον. Ὑπάρχουσί τινες, καὶ νομίζω εἶναι οὐχὶ ὀλίγοι, οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουσιν, ὅτι τὰ δύω ἄρθρα μέλλουν νὰ παραδεχθῶσιν, καὶ αὐτοὶ ὀφείλουν νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῶν δύω ἄρθρων. Αὐτοὶ πρεσβεύουν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία ἐλαχίστη προσθήκη, ἥτις δὲν παραβιάζει οὐδαμῶς τὴν οὐσίαν αὐτῶν τῶν δύω ἄρθρων, καὶ ἐντούτοις προτείνεται ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον λέγει εἰς αὐτούς. Ἐγὼ θέλω νὰ παραγκωνίσω αὐτὴν τὴν προσθήκην, καὶ θέλω νὰ σὲ θέσω εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσῃς ἐναντίον τῆς πεποιθήσεώς σου. Αὐτὸ εἶναι τὸ θετικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται. Σᾶς λέγω λοιπὸν, εἶναι ἔννομον, εἶναι ὀρθὸν, εἶναι εὔστοχον τὸ προτεινόμενον σχέδιον; Ὄχι Κύριοι. Πρέπει νὰ προβῶμεν εὐστόχως, πολὺ περισσότερον ἐνῷ πρόκειται περὶ ἁβροτάτου ζητήματος, ὁποῖον εἶναι τὸ Ἐκκλησιαστικὸν, διὰ νὰ μὴ μᾶς εἴπωσιν αὔριον ὅτι, διὰ νὰ μὴ χρονοτριβήσωμεν ἐπὶ δύω στιγμὰς παρετρέξαμεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐκαταποντίσθημεν. Πρεσβεύω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν προτάσεων ὑπάρχουσιν ὄχι μόνον τροπολογίαι, ἀλλὰ καὶ προσθῆκαι, πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, καὶ νὰ ἐπερωτήσῃ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος, παραδέχεται ἡ Συνέλευσις τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Κυρίου Τρικούπη, ὅπως ἡ ψήφισις τῆς προτάσεως τῶν δύω ἄρθρων παραγκωνίσῃ ὅλας τὰς ἄλλας προτάσεις, ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκ τοῦ ὅτι τινὲς θὰ εὑρεθῶσιν ἐναντίον τῆς πεποιθήσεώς των. Ἑπομένως ζητῶ ὅπως μὴ χρονοτριβήσωμεν. Αὗται αἱ ἄλλαι προτάσεις δύνανται νὰ ἐκπεραιωθῶσιν σήμερον ἐπὶ τὴν ἡμίσειαν ὥραν γινομένης ψηφοφορίας ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης.
§85ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, Κύριε Πρόεδρε.
§86Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μαγκεστρίας Κύριος Τρικούπης ἐπεκαλέσθη τὴν σύνθεσιν, τὸ μεγαλεῖον καὶ τὸ αὐθεντικὸν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς Συνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου, ἵνα ὑποστηρίξῃ πρότασιν, ἥτις ἀντίκειται, κατ’ ἐμὲ, ὁλοσχερῶς καὶ εἰς τὸν κανονισμὸν, καὶ εἰς τὰς παραδόσεις τὰς διεπούσας παρ’ ἡμῖν τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις. Τὸ αὐθεντικὸν τῆς ἰδίας Συνελεύσεως, καὶ τὸν πατριωτισμὸν ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἐπικαλοῦμαι καὶ ἐγὼ διὰ μίαν στιγμὴν, ἵνα πολεμήσω ῥιζηδὸν τὴν ὅλως ἀπαράδεκτον πρότασιν τοῦ Κυρίου Τρικούπη. Εἶχον, Κύριοι, τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ ἀποτελῶ μέρος τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, καὶ, ἂν ἡ μνήμη μου δὲν μὲ πλανᾷ, ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μεσολογγίου τότε, νῦν Μαγκεστρίας, ἦτο ἐξ ἐκείνων τῶν ἐμφρόνων ἀνδρῶν, οἵτινες οὐδέποτε ἐπολέμουν τὰ προσκόμματα καὶ τὰ ἐμπόδια, τὰ παρουσιαζόμενα εἰς τὴν πορείαν τῆς Συνελεύσεως, ἀποτόμως καὶ ἀπηνῶς, ἀλλὰ πάντοτε προσεπάθει νὰ εὑρεθῇ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου νὰ συμβιβασθῶσιν αἱ δίκαιαι ἀπαιτήσεις τῶν μὲν μὲ τὰς νομίμους ἐνστάσεις τῶν δέ. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ἐλάνθασε τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον, ὅτι ὁσάκις τότε παρουσιάζετο διχογνωμία σπουδαία, μακρὰν τοῦ νὰ μεταχειριζώμεθα τὴν μειονοψηφίαν μὲ τὸ væ victis τῶν Ῥωμαίων, δηλαδὴ μακρὰν τοῦ νὰ λέγωμεν τότε, «ἀλλοίμονον εἰς τοὺς νικημένους, εἰς τοὺς μειονοψηφοῦντας», πάντοτε ἐπρολαμβάνομεν καὶ εὑρίσκομεν λύσεις μετριοπαθεῖς καὶ ἐπ’ ἀμοιβαίων παραχωρήσεων στηριζομένας. Παράδειγμα ὑπὲρ τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου εἶναι ὅτι, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος ἐπενοήθη καὶ ἡ ἰδέα τοῦ νὰ παραδέχεται ἡ Συνέλευσις ψηφίσματά τινα, διὰ τῶν ὁποίων καθιεροῦντο ἀρχαὶ, ἔχουσαι τὴν ἰδίαν ἰσχὺν μὲ τὸ Σύνταγμα· καὶ τοῦτο, ἵνα ἀφ’ ἑνὸς μὲν μὴ ἐξογκωθῇ τὸ Σύνταγμα διὰ πολλῶν προσθηκῶν καὶ ἄρθρων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἵνα ἱκανοποιηθῇ ἡ γνώμη, ἥτις ἀπῄτει αὐτὴν τὴν προσθήκην, ἥτις ὡς βάσιμος ἦτο ἐνταυτῷ καὶ ἀποδεκτέα παρ’ ἀμφοτέρων τῶν ἀντιφωνούντων μερῶν. Ἀναγνωρίζων τὸ ἐντελῶς ὀρθὸν τῶν δύω ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, πιστεύω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀναιρέσῃ τὸ δίκαιον τοῦ προλαλήσαντος Κυρίου Μαρίνου, ὅστις ὑποστηρίζων, ὡς ἐγὼ, αὐτὰ τὰ δύω ἄρθρα, πιστεύει ἐνταυτῷ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν προσθήκην, εἰδικὴν σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν κοινὴν συνείδησιν τῆς Ἑπτανήσου. Καὶ πῶς δύναταί τις ν’ ἀντικρούσῃ (χωρὶς νὰ παρίδῃ τοὐλάχιστον τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλοῦμαι) ν’ ἀντικρούσῃ τὴν πρότασίν μου, ἵνα ἀπὸ τοῦδε ἀποφασισθῇ ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καθιερωθῶσιν οἱ νόμιμοι πόθοι καὶ αἱ βάσιμοι εὐχαὶ τῶν ἐξ Ἑπτανήσου συναδέλφων μας; Πιστεύετε, Κύριοι, ὅτι μία τοιαύτη παραχώρησις, διότι μόνον κατὰ τοὺς συνταγματικοὺς δογματολόγους μας ἀσχημίζει τὸν ῥυθμὸν καὶ τὴν ἁρμονίαν τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ; καὶ μία τοιαύτη θυσία δὲν εἶναι ἄρα ἀξία τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ γεγονότος τῆς Ἑνώσεως; Πιστεύτατε, ὅτι φερόμενοι δικαίως πρὸς τοὺς νέους συναδέλφους μας, θέτετε αὐτοὺς εἰς θέσιν νὰ θεραπεύσωσιν ἁπάσας τὰς ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι των παρουσιαζομένας δυσκολίας· ἑπομένως προτείνω ὅπως αἱ εὐχαὶ, τὰς ὁποίας ἐκφράζουν καὶ τὰς ὁποίας ἐγὼ συμμερίζομαι, ἡ πρώτη ἀφορῶσα τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἡ δευτέρα τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων, νὰ καθιερωθῶσι διὰ ψηφίσματος εἰδικοῦ τὴν ἰδίαν ἔχοντος ἰσχὺν μὲ τὸ Σύνταγμα.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὴν ἀνάπτυξιν τῆς προτάσεως το Κ. Τρικούπη· θέλω ἐρωτήσει τὴν Συνέλευσιν ἂν δέχεται ἢ ὄχι αὐτήν.
§88ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἔχω πρότασιν αὐτοτελῆ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, Κύριε Πρόεδρε.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε πρῶτον πόσα θὰ ἐκθέσω. Θέλω ἐρωτήσει πρῶτον τὴν Συνέλευσιν ἂν δέχηται τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Τρικούπη· δεύτερον, ἂν ἡ Συνέλευσις ἀποῤῥίψῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν, τότε εἶναι τὸ ζήτημα ἂν πρέπῃ νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις. Κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ ὑπομνήσουν ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι αἱ προτάσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι προσθήκας ἤ ἄρθρων ἢ ἐδαφίων εἰς τὸ κείμενον τοῦ συντάγματος, καὶ ἂν τυχὸν ἡ Συνέλευσις παραδεχθῇ τὸ κείμενον τῶν ἄρθρων, ὅτι αὗται εἶναι συζητητέαι.
§90ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἔχω αὐτοτελῆ πρότασιν, Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Τρικούπη, νὰ ἀποδείξω ὅτι ἂν δεχθῶμεν αὐτὴν, κατεστρέψαμεν τὰ πάντα.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ τις ἐπιχειρήματα ὑπὲρ ἢ κατὰ μιᾶς προτάσεως, περισσότερον ἀπὸ τοὺς προηγουμένους, αὐτὸ δὲν θὰ εἴπῃ τοῦ δίδει τὸ δικαίωμα ἐξαιρετικῶς νὰ ὁμιλήσῃ.
§92ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ὁ ἴδιος θὰ μεταμεληθῆτε, Κύριε Πρόεδρε, μίαν ἡμέραν περὶ τούτου τοῦ πράγματος ὡς πληρεξούσιος.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ φοβοῦμαι ὅτι καταδικάζομαι ὡς δίδων πλέον τοῦ δέοντος τὸν λόγον.
§94ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Πέντε λόγους θὰ εἴπω.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ τὴν ἄδειάν σας, Κύριοι, νὰ τὸν ἀκούσωμεν;
§96ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα μάλιστα.
§97ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Δὲν ἐπιλαμβάνομαι τοῦ κανονισμοῦ. Θέλω νὰ ἀριθμήσω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρ. Τρικούπη ὑπὲρ ἢ κατά. Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι ἡ ἀποστολή μας εἶναι νὰ φέρωμεν Βασιλέα καὶ νὰ κάμωμεν Σύνταγμα, αὐτὸ εἶναι τὸ ῥητὸν ψήφισμα τῆς 10 8βρίου. Ἑπομένως ἡ Συνέλευσις συμφώνως μὲ αὐτὸ ὥρισε νὰ γείνῃ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, καὶ διωρίσθη ἐπιτροπή· αὕτη κατὰ τὸ δοκοῦν ἔκαμε προσθήκας, ἀφαιρέσεις. Ἐὰν λοιπὸν εὑρεθῶμεν σύμφωνοι διὰ τὴν ἱερότητα τῶν προκειμένων ἄρθρων, κατ’ ἐμὲ ἱερὸν θεωρεῖται ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα (θόρυβος). Λέγω λοιπὸν, ὅτι αὐτὴ ἡ πρόληψις δὲν μᾶς διέπει ἀλλ’ ἡ πρόληψις ὅ,τι εἶναι καλὸν ἐκεῖνο εἶναι καλὸν, ὅ,τι δὲ κακὸν νὰ τὸ διορθώσωμεν (θόρυβος) αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου ὅτι δὲν εἰμποροῦμεν νὰ προχωροῦμεν μὲ αὐτὴν τὴν αὐθεντικότητα· τὸ ἄρθρον εἶναι ἱερὸν μὲν ὡς πρὸς τὴν ὕλην του, ἀλλ’ οὐχ ἧττον τοιαῦτα θεωροῦνται καὶ πάντα τὰ περὶ ἐλευθεριῶν πραγματευόμενα· πρέπει νὰ τὰ συζητήσωμεν, ἀποβάλλοντες τὰ περιττὰ τὰ ἡμαρτημένα, καὶ προσθέτοντες ὅ,τι τελειότερον ἐλλείπει, ἄλλως καθίσταται περιττὴ πᾶσα ἐργασία ἐπὶ τῆς συντάξεως τῆς πολιτείας, ἐπιβάλλοντες ἀπολύτως πᾶσαν ἄλλην πρότασιν ἢ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νέου καὶ παλαιοῦ, ἢ καὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νέου, πρὶν ἢ λάβῃ τὴν δέουσαν ἀνάπτυξιν καὶ ἐπιφέρῃ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ κρίσις τῆς Συνελεύσεως κατὰ τὰς βάσεις τῆς τοῦ κανονισμοῦ τάξεως.
§98ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ πλέον.
§99ΣΟΛΩΜΟΣ. Ἕνα λόγον νὰ εἴπω.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἐφωτίσθησαν νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Θέλω θέσει εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Τρικούπη.
§101ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν τὴν ὑποστηρίζει κανείς.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, Κ. Τρικούπη;
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ὑποστηρίζει ὁ Κ. Βαλτινός.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Τρικούπη, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς· «Εἶναι ἢ δὲν εἶναι παραδεκτὰ τὰ ὑπὸ συζήτησιν δύω ἄρθρα ὅπως ἔχουσι» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται τρεῖς).
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν εἶπον, ὅτι θέλω αὐτὰ τὰ 2 ἄρθρα νὰ μείνουν ὅπως ἀπεφασίσθησαν ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ Σεπτεμβρίου, ὅταν εἶπον, ὅτι θεωρῶ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τῆς Συνελεύσεως ὑπεράνω παντὸς συλλογισμοῦ, ἐνόησα πάντοτε ὡς πρὸς τὸ θρησκευτικὸν αὐτὸ ζήτημα. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, ζητῶν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ὅπως ἔχει, δὲν ἀποκλείω ἐγὼ προσθήκας, αἱ ὁποῖαι εἰμποροῦν νὰ γίνουν μετὰ ταῦτα (θόρυβος).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα τὸ περιεχόμενον εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Τρικούπη ἀφορᾷ τὸν τρόπον τοῦ ψηφοφορεῖν, τὸν τρόπον τοῦ ἀποφασίζειν τῆς Συνελεύσεως· ὅλα αὐτὰ εἶναι περιττά. Ἐτέθη λοιπὸν τὸ ζήτημα, καὶ ἐλύθη οὕτω πως, ὅτι αὐτὸς ὁ τρόπος τοῦ ἀποφασίζειν τῆς Συνελεύσεως δὲν ἐγένετο δεκτὸς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου καὶ δευτέρου. Τώρα αὐταὶ αἱ ἐξηγήσεις θὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς θέσω, ἐὰν ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις. Ἐκεῖ λοιπὸν γεννᾶται αὐτὴ ἡ διαίρεσις, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη ἐπὶ τῶν δύω ἄρθρων, ἀλλὰ χωρὶς ν’ ἀποκλείῃ τὰς προσθήκας.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι προσθήκας εἰς τὰ ἄρθρα.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί; δὲν βλάπτει, δὲν εἶναι τροπολογία. Τὸ «δι’ ἑνὸς Νόμου θέλουν κανονισθῆ τὰ περὶ ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων» τί ἐπιῤῥοὴν ἔχει εἰς τὰ δύω ἄρθρα;
§110ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς προσθήκη, τροπολογία μὴ συζητηθεῖσα τίθεται εἰς ψηφοφορίαν διὰ νὰ ψηφισθῇ ἢ ἀποῤῥιφθῇ.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἰμπορεῖ νὰ τεθῇ· πολλοὶ εἰς τὰς ἀγορεύσεις των ἔκαμον λόγον περὶ τῶν τροπολογιῶν.
§112ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Μοὶ φαίνεται κεκανονισμένον, ὅτι, ὅποιος φέρει τροπολογίαν, λαμβάνει πρῶτος τὸν λόγον.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, θέλω θέσει τὸ ζήτημα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· ἡ Συνέλευσις παραδέχεται νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις; Ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἀποφανθῇ, ὅτι παραδέχεται νὰ παύσῃ, τότε θέλω ἐρωτήσει ἐκ νέου, ἐὰν πρέπῃ νὰ παύσῃ καὶ ὡς πρὸς τὰς προσθήκας τὰς μὴ ἐπηρεαζούσας τὴν οὐσίαν τῶν 2 ἄρθρων.
§114ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δύω ἄρθρων πρώτου καὶ δευτέρου τοῦ Συντάγματος, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Ἐγένετο δεκτόν. Θέλω ἐρωτήσει, ἐὰν ἡ Συνέλευσις παραδέχηται νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις καὶ ὡς πρὸς τὰς προσθήκας.
§116ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Προδικάζετε, Κύριε πρόεδρε. Ἡμεῖς δὲν παρεδέχθημεν ἀκόμη τὸ κείμενον τῶν 2 ἄρθρων (θόρυβος).
§117ΠΟΛΛΟΙ. Προχωρήσατε, Κ. Πρόεδρε.
§118ΜΗΛΙΑΡΕΣΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν πρότασιν ὅμως τὴν ἀποβλέπουσαν τὴν διακήρυξιν πρὸς τὰς Ἰονίους Νήσους, ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι, ὅπως ἰσχύῃ τὸ δεύτερον ἄρθρον διὰ τὰς Ἰονίους νήσους, ἀπαιτεῖται προηγουμένως ἡ συναίνεσις τοῦ Πατριάρχου.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τούτου δὲν ἔχετε πρότασιν, ἔχετε μόνον σημείωσιν εἰς τὰ πρακτικά. Λοιπὸν, Κύριοι, οἱ παραδεχόμενοι νὰ κηρυχθῇ πεπαυμένη ἡ συζήτησις καὶ ὡς πρὸς τὰς προσθήκας, αἵτινες δὲν ἐπηρεάζουσι τὴν οὐσίαν.....
§120ΤΙΝΕΣ. Ποῖαι εἶναι αὗται;
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς ἀνέγνωσα. Τὸ ἐννοῶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, ἀλλ’ ἐὰν θελήσητε νὰ παρεμβάλητε εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα ποῖαι ἐπηρεάζουσι τὴν οὐσίαν καὶ ποῖαι δὲν ἐπηρεάζουσι, πάλιν θὰ διακόψωμεν τὸ ζήτημα. Ἂς λύσωμεν τὸ ζήτημα, καὶ ἂν λυθῇ ὑπὲρ τῆς ἰδέας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν ἀνάπτυξιν, θὰ ἔλθῃ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ῥοντίρη· ἐγὼ θὰ εἰπῶ, ὅτι εἶναι προσθήκη, ὑμεῖς, ὅτι δὲν εἶναι, καὶ θὰ τὸ λύσῃ ἡ Συνέλευσις. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι κηρύττεται πεπαυμένη ἡ συζήτησις καὶ ὡς πρὸς τὰς προσθήκας τὰς μὴ ἐπηρεαζούσας τὰ 2 ἄρθρα, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἀπεῤῥίφθη. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν προηγοῦνται αἱ τροπολογίαι τοῦ κειμένου. Δύω τροπολογίαι κατ’ οὐσίαν τῶν πρώτων δύω ἄρθρων ἐπροτάθησαν, ἀφοῦ τὴν τρίτην τοῦ Κ. Ἀφεντούλη ὁ ἴδιος τὴν ἀπέσυρεν· ἡ μὲν τοῦ Κ. Γεωργίου Τυπάλδου Ἰακωβάτου, ἡ δὲ τοῦ Κυρίου Λούζη. Παρεκάλεσα χθὲς ἀμφοτέρους, ὅπως δυνηθῶσι νὰ τὰς ἑνώσωσι.
§122ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Συνεννοήθημεν, Κύριε Πρόεδρε. Ἐὰν ἀγαπᾶτε, ἰδοὺ ἡ συγχώνευσις.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς φέρω, Κύριοι, τροπολογίαν τῶν Κ. Ἰακωβάτου καὶ Λούζη. Ἄρθρον 2. Ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλὴν ἔχουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης, καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκεῖναι, τούς τε ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας, καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις, διοικουμένη δὲ ὑπὸ Ἀρχιεπισκόπων καὶ ἐπισκόπων, ἐνεργεῖ ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, λαμβάνουσα τὸ μύρον καὶ τὰς πρὸς χειροτονίαν τῶν Ἀρχιερέων ἐκδόσεις παρὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, μνημονευομένου ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν.
§124ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν συμφωνοῦμεν μετὰ τοῦ Κ. Λούζη.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ὁ γάμος τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων ὑπάγεται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐπισκόπων τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος· τὰ δὲ πολιτικὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ ὑπάγονται εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους». Νομίζω, ὅτι ἡ προσθήκη αὐτὴ δὲν ἀφορᾷ τὰ 2 ἄρθρα, δὲν εἶναι οὐσιαστικὴ μεταβολὴ αὐτῶν, θὰ ψηφοφορηθῇ κατόπιν, καὶ κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως εἰμπορεῖτε καὶ νὰ ὁμιλήσητε μάλιστα.
§126ΚΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε! τὸ πρῶτον ἄρθρον δὲν προσβάλλεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, ὥστε....
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριε Καλὲ, πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως τῶν Κ. Κ. Τυπάλδου καὶ Λούζη, ἐπειδὴ ἡ τροπολογία αὐτὴ περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, θέλω θέσει εἰς ψηφοφορίαν τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ κειμένου. Ὑπάρχει μόνον ἡ πρότασις τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ Κ. Σαρίπολος, ν’ ἀντικατασταθῇ μία λέξις δι’ ἄλλης ἀνεκτὴ διὰ τοῦ ἐλευθέρα.
§128ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶναι καὶ μία τροπολογία ἰδική μου εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιμένετε εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§130ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀκούσατε τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ Κ. Ἰακωβάτος. Περὶ θρησκείας Ἄρθρον 1. Ἡ θρησκεία τοῦ Ἔθνους εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἐπικρατοῦσα ἐν Ἑλλάδι, καὶ προστατευομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους· πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία εἶναι ἀνεκτὴ, ἐκτελοῦσα ἀκωλύτως τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἀπαγορευομένου, κτλ. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ περιέχει τὴν λέξιν ἀνεκτὴν, ὥστε κατὰ πρῶτον θέλω ἐρωτήσει, ἐὰν παραδέχηται ἡ Συνέλευσις, ἡ λέξις ἀνεκτὴ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως ἐλευθέρα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀντικατάστασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλὰ ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἠκούσατε τὴν τροπολογίαν τὴν οὐσιαστικὴν τὴν προτεινομένην παρὰ τοῦ Κ. Τυπάλδου ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται 4).
§132ΣΟΛΩΜΟΣ. Μὰ δὲν ἐφωτίσθησαν, φαίνεται (γέλωτες).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη. Ἠκούσατε τὴν τροπολογίαν, εἰς ἣν συνεχωνεύθησαν αἱ γνῶμαι τῶν Κυρίων Λούζη καὶ Τυπάλδου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2.
§134ΤΙΝΕΣ. Πρῶτον τὸ κείμενον.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Περὶ Θρησκείας. Ἄρθρον 1. «Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία εἶναι ἀνεκτὴ, καὶ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας.» Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες ἐκτὸς τριῶν).
§136ΤΙΝΕΣ. Παμψηφεί.
§137Χ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐκτὸς ἡμῶν.
§138ΤΙΝΕΣ. Ἐκτὸς τριῶν.
§139ΣΟΛΩΜΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι δὲν ἠγέρθημεν οἱ δύω ἀδελφοὶ Τυπάλδοι, καὶ ἐγώ.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας τῆς δι’ ἀναστάσεως γινομένης, δὲν γίνεται λόγος τίνες ἐσηκώθησαν, καὶ τίνες ἐκάθησαν. Ἠκούσατε τὴν τροπολογίαν, εἰς ἣν συνεχωνεύθησαν αἱ γνῶμαι τῶν ΚΚ. Τυπάλδου καὶ Λούζη ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν.
§141ΛΟΥΖΗΣ. Δύναται νὰ γίνῃ ψηφοφορία καὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐὰν τὸ ζητήσουν καὶ ἄλλοι.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν τὸ ὑποστηρίζουν 20.
§143ΛΟΥΖΗΣ. Ἐγὼ λοιπὸν κάμνω τὴν πρότασιν, ὥστε νὰ ψηφισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχουν 20, οἵτινες ὑποστηρίζουν τὴν πρότασιν ταύτην, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται 8). Λοιπὸν δὲν ὑπάρχουν 20. Ὅθεν θέλω ἐρωτήσει δι’ ἀναστάσεως. Ἠκούσατε τὴν τροπολογίαν. Τροπολογία Γεωργίου Τυπάλδου καὶ Νικολάου Λούζη. Ἄρθρον 2. «Ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλὴν ἔχουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκείνας, τούς τε ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς κανόνας, καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις· διοικουμένη δὲ ὑπὸ Ἀρχιεπισκόπων καὶ Ἐπισκόπων ἐνεργεῖ ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, λαμβάνουσα τὸ μύρον καὶ τὰς πρὸς χειροτονίαν τῶν Ἀρχιερέων ἐκδόσεις παρὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, μνημονευομένου ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλὰ ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρὶν ψηφοφορήσωμεν τὸ κείμενον τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἐδῶ εἶναι ὁ τόπος νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν πολλοὶ τῶν Κ. πληρεξουσίων, τοῦ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι θὰ γείνῃ διαπραγμάτευσις μετὰ τοῦ οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου.
§145ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔχω τὸν λόγον.
§146ΚΑΛΟΣ. Πρῶτον νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, καὶ ἔπειτα ἐρχόμεθα εἰς τὰς τροπολογίας.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθότερον, πρὶν ψηφοφορήσῃ ἕκαστος νὰ ἠξεύρῃ, ἂν ἔγεινε δεκτὴ ἢ ὄχι ἡ παρατήρησίς του· ἐὰν θέλωμεν νὰ τοὺς πιέσωμεν.
§148ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§149ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν προσθηκῶν ἐζητήσαμεν τὸν λόγον, ἐζήτησα καὶ ἐγώ. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἐζήτησε τώρα τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς τῆς διαδηλώσεως· ἐγὼ ἐζήτησα ἐπ’ ἀμφοτέρων αὐτῶν, τόσον ἐπ’ αὐτῆς, ὅσον καὶ ἐπὶ τῆς ἑτέρας, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς προσθήκη.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε σημειωμένος. Βλέπετε, ὅτι ἐτέθησαν τόσα θέματα, ὥστε εἶναι δύσκολον νὰ γνωρίζωμεν εἰς ποῖον ἐνεγράφη ἕκαστος.
§151ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἐλάχιστα θέλω εἰπεῖ. Ἐκ τῶν προηγουμένων συζητήσεων ἐννοήσατε τὸ πνεῦμα ὅλων τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως, ὅτι ἐπιθυμοῦν δικαίως τὴν ἀδιάσπαστον ἕνωσιν τῆς μεγάλης ἐκκλησίας καὶ μετὰ πάσης ἄλλης ἐκκλησίας ὀρθοδόξου πνευματικῶς· ὡς ἐκ τούτου οὐδεὶς, νομίζω, δύναται νὰ διστάσῃ εἰς τὸ νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐχὴν τοῦ νὰ μὴ διαταραχθῇ ἡ ἀδελφικὴ σχέσις, τοῦ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ποτὲ ψυχρότης μεταξὺ οἱασδήποτε ἄλλης ἐκκλησίας ὁμοδόξου καὶ τῆς ἑλληνικῆς· διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ δὲ τοιαύτη ψυχρότης, πρέπει πάντες νὰ εὑρισκώμεθα ἐν πλήρει συμπνοίᾳ καὶ ἐν πλήρει συμφωνίᾳ. Ἐννοοῦμεν λοιπὸν, ὅπως ἔγινε καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ πρώτου συντάγματος τῆς 3 Σεπτεμβρίου, ὅτι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον μέλλει νὰ ἐπέλθῃ καὶ περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανησιακῆς ἐκκλησίας διαπραγμάτευσις, ἡ ὁποία ἀναμφιβόλως θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ αὐτὸ αἴσιον ἀποτέλεσμα. Ἐνῷ ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω μᾶλλον αὐτὴν τὴν γνώμην, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπιμόνως διὰ νὰ ἐπιφέρω παρατήρησίν τινα, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω, ὅτι θέλουν δεχθῆ οἱ προτείναντες τὴν προσθήκην ἐν τοῖς πρακτικοῖς, καὶ ἡ παρατήρησις εἶναι ἡ ἑξῆς· μοὶ φαίνεται ὅτι ἐκφράζονται τοιουτοτρόπως, ὥστε θέλουν νὰ ψηφισθῇ ἡ παραδοχὴ τῶν ἄρθρων καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν ἐπὶ τῆς Ἑπτανήσου, ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς ἀναγνωρίσεως ὑπὸ τῆς Μεγάλης ἐκκλησίας. Τοῦτο, Κύριοι, τὸ νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τὸν ὅρον, εἶναι ὅλως ἐναντίον εἰς τὸν σκοπὸν διαπραγματεύσεως, δένει τὰς χεῖρας τοῦ διαπραγματευομένου, καὶ καταστρέφει τὸ ἔργον τῆς ἀνεξαρτησίας.
§152ΤΙΝΕΣ. Ὄχι ὑπὸ τὸν ὅρον.
§153ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς θ’ ἀντιτείνῃ, ἐὰν, ἀντὶ νὰ εἴπωμεν ὑπὸ τὸν ὅρον, εἴπωμεν, ὅτι ἐκφράζει ἡ Συνέλευσις τὴν εὐχὴν, ὥστε νὰ ληφθῇ καὶ ἡ συγκατάθεσις τῆς μεγάλης ἐκκλησίας.
§154ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§155ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ νομίζω, ὅτι ὑπ’ αὐτὸν τὸν τύπον οὐδεὶς ἀντιλέγει.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Βελιανίτης.
§157ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ συμφωνῶ.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν καὶ οἱ ἄλλοι ἔχουν τὴν διάθεσιν νὰ παραδεχθῶσι τὴν γνώμην τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ὡς ὁ Κ. Βελιανίτης, εἶναι περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Ὅθεν ἂν γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθ. θέλει σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκφράζει τὴν εὐχὴν, ὥστε φροντίδι τῆς Κυβερνήσεως νὰ ληφθῇ, ἐνταῦθα λέγει ἡ πρότασις, «ἡ περὶ τούτου ἀναγνώρισις» (θόρυβος). Λοιπὸν ὁ Κ. Καλλιγᾶς καὶ ὁ Κ. Μαρῖνος, ἂς συνεννοηθῶσιν, ἵνα συντάξωσι τὴν πρότασίν των. Ὁ Κ. Μαρῖνος καὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς, συσκεφθέντες εἰς ἓν δωμάτιον, ἔφεραν τὴν ἑξῆς πρότασιν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ πῶς διετύπωσαν τὴν πρότασίν των. «Ἡ Συνέλευσις παραδεχομένη τὸ βʹ. ἄρθρον τοῦ συντάγματος, ἐκφράζει τὴν εὐχὴν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ τάχιστα εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκλησίαν τῶν Ἰονίων Νήσων».
§160ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Καθιεροῦται διὰ τῆς εὐχῆς ἡ ἀρχὴ ὅτι δεσμεύεται ἡ ἐλευθερία τῆς ἐκκλησίας ἡμῶν, διότι δὲν δύναμαι ἀπὸ σήμερον νὰ προΐδω τί δύναται νὰ συμβῇ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Εἶμαι κατὰ ἀπολύτως.
§161ΓΕΩΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Πρόεδρε, δὲν εἶμαι κατὰ, ἀλλὰ προτείνω νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ Βʹ. ἄρθρον, διότι ἡ πρότασις προϋποθέτει τὴν παραδοχὴν τοῦ βʹ. ἄρθρου.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐγεννήθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· τινὲς τῶν πληρεξουσίων ἀντιπροσωπεύοντες τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον τὰ τῆς διοικήσεως τῆς ἐκκλησίας ἔχουσιν ἄλλως, ἔκαμον πρότασιν, λέγοντες δεχόμεθα τὸ βʹ. ἄρθρον ὅπως ἔχει, ἀλλὰ θέλομεν νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι θέλει φυλαχθῆ ὁ αὐτὸς τύπος, ἡ αὐτὴ τάξις, ἡ αὐτὴ τιμὴ εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην, ἡ ὁποία ἐδόθη καὶ ἐπὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας· ὅθεν διὰ τοῦτον τὸν λόγον νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Συνέλευσις ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὰ πρακτικὰ πρὶν ψηφοφορηθῇ τὸ ἄρθρον.
§163ΚΑΛΟΣ. Φρονῶ νὰ λήξουν ὅλα ταῦτα καὶ ἡ Συνέλευσις νὰ εἴπῃ, ὅτι μετὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ ἄρθρου ἡ Κυβέρνησις νὰ γνωστοποιήσῃ εἰς τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν τὰ τῆς ἑνώσεως, καὶ ἐνεργήσῃ τὰ περαιτέρω.
§164ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν εἰς ἀμφισβήτησιν μίαν θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ συντάγματος, μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως· αὐτὴ εἶναι μία ἀναλλοίωτος ἀρχή.
§165ΜΙΛΗΣΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀναλλοίωτον ἀρχὴν τοῦ συντάγματος, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, αὕτη ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ 1844, καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισε νὰ λάβῃ τὴν ἐπιδοκιμασίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου.
§166Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικά. (Θόρυβος).
§167ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ δήλωσις, Κ. Πρόεδρε, ὅπως διετυπώθη, εἶναι κατ’ ἐμὲ καλλίστη, διότι οὕτως ἡ Κυβέρνησις δὲν δεσμεύεται εἰς τὴν ἐνέργειάν της, ἀλλὰ μένει ἐλευθέρα ἢ νὰ κάμῃ ἁπλῆν ἀνακοίνωσιν ἢ νὰ προκαλέσῃ ἐπιδοκιμασίαν, ἢ ἀναγνώρισιν· θέλει δὲ κανονίσει τὴν διαγωγὴν της ἀποβλέπουσα εἰς τὰς περιστάσεις καὶ εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ὅπως διετυπώθη ἡ πρότασις, οὕτω πρέπει νὰ μείνῃ.
§168ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Ἐφωτίσθημεν.
§169ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ ἠρκεῖτο, ἂν ἐτίθετο εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἑξῆς ῥῆσις· «ὅτι ἡ Συνέλευσις, παραδεχομένη τὸ βʹ. ἄρθρον, φέρει τὴν εὐχὴν τοῦ νὰ γνωστοποιηθῇ εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ζητηθῇ ἡ συγκατάθεσίς του... (θόρυβος).
§170ΔΙΟΜ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Τὴν πρότασιν ταύτην, Κύριοι, τὴν ἔκαμόν τινες πληρεξούσιοι ἐκ τῆς Ἑπτανήσου, ὁρμώμενοι ἐκ τῆς ἀνησυχίας τῆς ψυχικῆς τῆς συνειδήσεως, καὶ ἀπέναντι ἑαυτῶν καὶ ἀπέναντι τοῦ πλήθους τοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ. Οἱ ΚΚ. πληρεξούσιοι ἀνέθεσαν εἴς τινας ἐκ τῶν ΚΚ. συναδέλφων νὰ διατυπώσωσι τὴν πρότασίν των, ἡ ὁποία εἶναι πολλὰ γενικὴ καὶ πολλὰ ὀρθή.
§171ΚΩΝΣΤ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ λείψῃ τὸ «παραδεχομένη» ὅλως διόλου.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθη ἑτέρα πρότασις παρὰ τοῦ Κ. Καλοῦ· «ἡ Συνέλευσις μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ βʹ. ἄρθρου, ἀποφαίνεται ὅτι οὐδόλως διστάζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει γνωστοποιήσει εἰς τὴν Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίαν (θόρυβος, διακόπτεται ἡ ἀνάγνωσις).
§173ΚΑΛΟΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, «ἡ Συνέλευσις παραδεχομένη τὸ βʹ, ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐκφράζει τὴν εὐχὴν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ τάχιστα εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Παναγιωτάτου οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκλησίαν τῶν Ἰονίων νήσων.
§175ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Νὰ τεθῇ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἡ παρατήρησις οὐχὶ, «παραδεχομένη τὸ βʹ. ἄρθρον ἐκφράζει» ἀλλὰ «μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν».
§177ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. «Ἡ Συνέλευσις ψηφίσασα τὸ βʹ. ἄρθρον ἐκφράζει».
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ βάλωμεν παρῳχημένον χρόνον;
§179ΜΑΡΙΝΟΣ. Ἀντὶ τοῦ «παραδεχομένη» «ψηφίζουσα».
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω εἶναι αἱ γνῶμαι, θέλω ἐρωτήσει διαδοχικῶς.
§181ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἴμεθα ὡς οἱ Βυζαντινοὶ, Κ. Πρόεδρε.
§182ΜΑΡΙΝΟΣ. Δὲν ἐπιμένω.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Συνέλευσις μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ βʹ. ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἐκφράζει τὴν εὐχὴν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ ὅσον τάχιστα εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκλησίαν τῶν Ἰονίων νήσων.» Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ἄρθρ. 2. «Ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκεῖνα, τούς τε ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς κανόνας, καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις· εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος, ἐνεργοῦσα ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης ἐκκλησίας τὰ κυριαρχικὰ αὑτῆς δικαιώματα, καὶ διοικεῖται ὑπὸ ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ὑπάρχουν αἱ ἑξῆς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι χωρὶς νὰ μεταβάλλωσι τὴν οὐσίαν, ἀφορῶσι προσθήκας. Μία τοῦ Κ. Κοκκίνου. «Οὐδεμία πρᾶξις, οὐδὲν ἔγγραφον τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἑδρευόντων πνευματικῶν ἀρχηγῶν ἢ προϊσταμένων τῶν διαφόρων ἀνεκτῶν θρησκειῶν δύναται νὰ δημοσιευθῇ, νὰ ἐκτελεσθῇ ἢ νὰ ἰσχύσῃ ὁπωσδήποτε ἐν Ἑλλάδι ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς. Οἱ δὲ ἐν Ἑλλάδι λειτουργοὶ αὐτῶν ὑπόκεινται εἰς τὴν αὐτὴν ὑπὸ τῆς πολιτείας ἐπιτήρησιν, εἰς ἣν καὶ οἱ «λειτουργοὶ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας.» Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ἰουλίου 1864. Μοὶ ἐδήλωσεν ὅμως ὁ Κ. Κόκκινος, ὅτι ἀποσύρει τὴν πρότασίν του, διότι τὸ σπέρμα τῆς διατάξεως ταύτης ὑπάρχει εἰς τὸν Ἰονικὸν νόμον. Ὁ Κ. Ῥοντήρης μοὶ ἐπρότεινε τὴν ἑξῆς πρότασιν «εἰς τὴν χειροτονίαν τῶν Ἀρχιερέων καὶ πάντων τῶν τοῦ κλήρου ἀξιωματικῶν ἡ κοσμικὴ ἐξουσία δὲν ἀναμιγνύεται παντάπασιν». Αὐτὴ ἡ πρότασις εἶναι συναφὴς πρὸς τὴν ἑτέραν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον διάφοροι Κύριοι πληρεξούσιοι. «Νέος περὶ διοικήσεως τῆς ἐκκλησίας νόμος, διατηρῶν τὰς ἤδη ἐν τῷ Βασιλείῳ ὑπαρχούσας ἀρχιερατικὰς ἕδρας, θέλει κανονίσει τὰ περαιτέρω ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων ὑπὸ τοῦ κλήρου.»
§184Ι. ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι! Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀνέβαινον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς συγχωνεύσεως, καὶ ηὐτύχησα νὰ καταβῶ ἱκανοποιημένος, καθόσον αὐτὴ ἡ πρότασις ἐγένετο ὁμοθύμως παραδεκτή. Ἐλπίζω καὶ ἤδη, ὅτι μετ’ ἐμοῦ πάντες θέλουσι συμφωνήσει, καὶ ὅτι ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν 40 περίπου ἐκ τῶν κυρίων πληρεξουσίων εἰς τὸ βʹ. ἄρθρον τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος προτείνουσιν, ὅτι ὀφείλει νὰ ἀποτελέσῃ μέρος ἀναπόσπαστον αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Ἡ προσθήκη αὕτη ἔχει ὡς ἀκολούθως· «Νέος περὶ διοικήσεως τῆς ἐκκλησίας νόμος, διατηρῶν τὰς ἤδη ἐν τῷ Βασιλείῳ ὑπαρχούσας ἀρχιερατικὰς ἕδρας, θέλει κανονίσει τὰ περαιτέρω ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων ὑπὸ τοῦ κλήρου.» (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Α. Ζαΐμης). Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μακρηγορήσω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας τῆς προτάσεως ταύτης, διότι ἡ ἐκτενεστάτη καὶ ἐμβριθεστάτη συζήτησις, ἥτις ἔλαβε χώραν ὑπὸ τῶν 2 ἤδη παραδεχθέντων ἄρθρων τοῦ σχεδίου, ἀνέπτυξεν ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις καὶ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον αὐτῆς τῆς προτάσεως. Περιορίζομαι μόνον ἵνα καταδείξω τὴν ἀνάγκην, ἵνα αὐτὴ ἡ προσθήκη ἀποτελέσῃ μέρος ἀναπόσπαστον τοῦ Συντάγματος μετὰ τὸ 2 ἄρθρον τοῦ σχεδίου. Ἤδη εἰς τὰς ἀγορεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν, κατεδείχθη ἡ ἐπιθυμία, ἡ σχεδὸν ὁμόφωνος ἐκδήλωσις, ὅτι τοιοῦτός τις κανονισμός, ἔχων ὡς βάσιν τὴν ὑπὸ τοῦ κλήρου καὶ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκλογὴν τῶν Ἀρχιερέων, εἶναι ἀσπαστὸς θεσμὸς παρὰ πᾶσι τοῖς Ἕλλησιν. Ἡ ἔκφρασις αὕτη ἡ ἐκδηλωθεῖσα ἐν τῇ συζητήσει εἶναι ἡ πρώτη ἀπόδειξις, ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη δὲν ὑπηγορεύθη ἀπὸ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον τινὲς ὡρμήθησαν καὶ ὑπεστήριξαν μερικὰς τροπολογίας ἀπὸ τὰς ἤδη ὑποβληθείσας ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων, τουτέστιν ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη δὲν συνιστᾶται εἰς ἡμᾶς ὡς προσθήκη ἀποῤῥέουσα ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τῶν 1817 τῆς Ἑπτανήσου, ἀλλ’ ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη εἶναι θεσμός, τὸν ὁποῖον ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Ἕλληνες ἐπιθυμοῦμεν νὰ εἰσαχθῇ, καὶ ἂν ὄχι νὰ εἰσαχθῇ, καὶ ἐνταῦθα εἶναι ἡ διαφωνία, ἀλλὰ νὰ γείνῃ ὁπωσδήποτε εἷς τῶν νέων θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ διευθετήσωσι τοὺς νόμους τῆς θρησκείας καὶ τῆς πολιτείας. Διέτρεξα, Κύριοι, τὸ σχέδιον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Συντάγματος, καὶ εἶδον διατάξεις, αἱ ὁποῖαι τῇ ἀληθείᾳ ἐκ πρώτης ὄψεως ἀποτελοῦσιν ἀντικείμενα μᾶλλον κανονισμοῦ, μᾶλλον νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ οὐχὶ συνταγματικῆς. Καὶ ἠπόρησα, Κύριοι, ἀκούων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι διάταξις τοιαύτη ἀφορῶσα τὸ μέγα θρησκευτικὸν ζήτημα, ἀφορῶσα τὴν στήριξιν τῶν πεποιθήσεων, καθιεροῦσα βάσεις θεσμοθετικὰς, ὅτι τοιαύτη προσθήκη ἀποτελεῖ μᾶλλον μέρος κανονισμοῦ, ὅτι εἶναι ἀντικείμενον μελλούσης νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ οὐχὶ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦδε ὀφείλει νὰ ἐξασφαλισθῇ διὰ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Ἠπόρησα ὅταν εἶδον ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Συντάγματος νὰ προτείνηται ὡς συνταγματικὸς θεσμὸς ὁ μισθὸς τῶν Βουλευτῶν καὶ Γερουσιαστῶν, νὰ ἀμφισβητῆται δὲ τοῦτο τὸ κῦρος τοῦ Συνταγματικοῦ θεσμοῦ εἰς ἀντικείμενον τοσοῦτον ὑψηλότατον καὶ ἁβρότατον. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν θέλω νὰ καταφύγω εἰς αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, διότι ἐννοῶ κάλλιστα, ὅτι δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι τὰ ἄρθρα τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, ἅτινα ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, εἶναι ἁπλοῦν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἴσως μέλλει νὰ μεταβληθῇ· ὀφείλω ὅθεν νὰ ὑποστηρίξω τὸν ἰσχυρισμόν μου διὰ λόγων ἀκραδάντων, διὰ λόγων, τῶν ὁποίων ἡ βαρύτης κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι ἀνωτέρα πάσης ἀμφισβητήσεως καὶ συζητήσεως. Ἐρχόμεθα οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου, καὶ φέρομεν τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ὑποστηρίζομεν ἵνα ἡ προσθήκη αὕτη ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ Συντάγματος, καὶ δὲν λέγω, διότι περιείχετο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1817· ἀλλ’ ἐν ᾧ ἡμεῖς φέρομεν τὴν πρότασιν ταύτην, συγχρόνως ἡμεῖς πανταχόθεν θεωρούμεθα, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἤμεθα οἱ λάτραι, οἱ ὑποστηρικταὶ τῶν φιλελευθέρων ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ὀφείλουν νὰ ὁδηγήσουν τὸ Πανελλήνιον εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ Συντάγματος· καὶ ἀπ’ ἐναντίας βλέπω, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, περιέχεται κἄτι τι φιλελευθερώτερον ἀπὸ ὅσον ὑποστηρίζουσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ κάμωσιν αὐτὴν τὴν προσθήκην μέρος νομοθετικῆς διατάξεως, ἢ μέρος ἁπλοῦ κανονισμοῦ. Καὶ πραγματικῶς, Κύριοι, καθὼς σήμερον ἔχουσι τὰ τῆς ἐκκλ. εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ἐκλογὴ οὐσιωδῶς τῶν ἀρχιερέων καταντᾷ εἰς τὸν ὑπουργὸν, διὰ δὲ τῆς προσθήκης ταύτης ἡμεῖς ζητοῦμεν ἵνα ἡ ἐκλογὴ γίνηται, ὡς ἐγένετο καὶ εἰς τοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους, ὡς εἶναι παραδεδεγμένον ὑπὸ τῶν κανόνων, ὡς ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῶν ἀποστολικῶν παραδόσεων, ἀμέσως ὑπὸ τοῦ κλήρου διὰ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας, τῆς μόνης ἐγγυωμένης τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου. Ἐρωτῶ ἡμᾶς, ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι φιλελευθερώτερος ἢ ὄχι; καὶ ἂν ἦναι τοιοῦτος, ὡς οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, δὲν θέλετε εἰς τὸ νέον Σύνταγμα, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ προϊὸν τῆς 10 8βρίου, νὰ λάμψῃ καὶ ὡς πρὸς τὸ μέρος τὸ θρησκευτικὸν αὐτὴ ἡ ἀκτὶς τῆς ἐλευθερίας; δὲν θέλετε νὰ ἐκταθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων εἰς τὸ ποίμνιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ ἀρχιερεὺς ὀφείλει νὰ διοικήσῃ; δὲν θέλετε ἵνα κατὰ τοῦτο κάμωμεν ἓν βῆμα, καὶ ἀποδείξωμεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 ἢ 44, ἂν καὶ τὰ πάντα ἐπρονόησεν, ἂν καὶ περὶ θρησκείας καλῶς ἐθέσπισεν, οὐχ ἧττον εἰς τὰς χεῖρας τῆς καταπεσούσης δυναστείας διεκυβεύθη καὶ κατὰ τοῦτο, καὶ ὅτι ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην ὁ λαὸς, ὅταν μετὰ τὴν ἐπανάστασιν προσεκλήθη νέον Σύνταγμα νὰ συντάξῃ καὶ ἐκδώσῃ, ἵνα καὶ περὶ τοῦ ὑψηλοῦ ἀντικειμένου τῆς θρησκείας προνοήσῃ φιλελευθερώτερον; Δὲν θέλομεν εἶσθαι, Κύριοι, ἀνακόλουθοι, ἐν ᾧ πρόκειται καὶ μέλλομεν νὰ συζητήσωμεν νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ὁρισθῇ ἂν ὁ ἀρχηγὸς ὀφείλει ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Σώματος τοῦ ἰδίου νὰ ἐκλέγηται, ἢ ἂν ὀφείλῃ ὁ ὑπουργὸς, ὁ βασιλεὺς νὰ ἐκλέγῃ αὐτὸν ἀπὸ τοὺς 3, τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ τὸ Σῶμα; ἔχομεν τοιοῦτον νομοσχέδιον, καὶ ἀκούω νὰ λέγηται, ὅτι εἶναι μᾶλλον φιλελεύθερον, μᾶλλον συνᾴδον μὲ τὰς ἀρχὰς, τῶν ὁποίων τὰ θεμέλια ἔῤῥιψεν ἡ 10 8βρίου, ἵνα ἀμέσως αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς ἐκλέγηται παρὰ τοῦ ἰδίου σώματος, καὶ δὲν θέλομεν εἶσθαι ἀνακόλουθοι, ἂν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκκλ. οὐχὶ παρὰ τοῦ κλήρου, ἀλλὰ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τὴν ἐκλογὴν ἐξαρτήσωμεν; Ἕτερος λόγος, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι πολὺ τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, καὶ ὅστις δύναται ἔτι μᾶλλον νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν διϊσχυρισμόν μου, εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἔγεινε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπρονοήθη περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων ὑπὸ τοῦ κλήρου καὶ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, καθὼς προνοεῖ ἡ προσθήκη ἡ παρ’ ἡμῶν προτεινομένη. Ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ τότε, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις ἴσως, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ παραδέχομαι, εἰς τὴν ὁποίαν διέκειτο ὁ κλῆρος, δὲν ἐπέτρεπεν, ὅπως μὴ συμβῶσιν ἴσως παρεκτροπαί· ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν θέλετε νὰ δείξωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο ἐκάμομεν βήματα προόδου; Δὲν θέλετε νὰ δείξωμεν, ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον, τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ὑπάρχουν ἤδη ἐγκαθιδρυμένα, παρήγαγον καρποὺς καὶ ἐπέφερον τὰ ἀγαθὰ αὐτὰ πλεονεκτήματα, ὅτι ἀνέπτυξαν τὸ ἔθνος, ὅτι ἔδωσαν εἰς αὐτὸ ἱερεῖς πεπαιδευμένους, ἀξίους νὰ ἐκλέγωσι τὸν ἴδιον ἀρχιερέα; Καὶ κατὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα, ἂν περιέχῃ αὐτὴν τὴν προσθήκην, δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ καθρέπτης τῶν ἰδεῶν καὶ τῆς προόδου τοῦ ἔθνους, δὲν ἤθελε μᾶς περιποιεῖ τιμήν; Ἐνῷ ἐξ ἐναντίας ἐὰν ἡ πρότασις αὕτη ἀποῤῥιφθῇ, πρῶτον φοβοῦμαι τῇ ἀληθείᾳ μήπως καὶ ἄλλος εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰσέτι εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο τῷ 1844, ὅτε δὲν ἔγεινε λόγος περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων, ἀλλὰ δι’ ἑνὸς μεταγενεστέρου καταστατικοῦ ἐκλέγονται οἱ ἀρχιερεῖς ἀμέσως ἀπὸ τὸν ὑπουργόν. Ἂς σᾶς ἐνθαῤῥύνωσι λοιπὸν, Κύριοι, οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους καθυπέβαλον, ἵνα μὴ διστάσητε οὐδὲ πρὸς στιγμὴν, ὥστε ἡ προτεινομένη παρ’ ἡμῶν προσθήκη ἀποτελέσῃ μέρος ὁλοκληρωτικὸν τοῦ Συντάγματος, καθὼς δύναται ν’ ἀποτελέσῃ τὸ περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας, τὸ περὶ μισθοδοσίας καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ὡς εἶπον δὲν εἶναι εἰμὴ ἀντικείμενα ἁπλοῦ κανονισμοῦ. Μὴ διστάσητε νὰ παραδεχθῆτε ὡς μερίδα ὁλοκληρωτικὴν τοῦ Συντάγματος προσθήκην, ἥτις ῥίπτει βάσεις· καὶ νομίζω, ὅτι, ἂν πρέπῃ νὰ ἐκλέγωνται οἱ Ἀρχιερεῖς ἀπὸ τὸν κλῆρον καὶ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, ἢ ἀπ’ ἐναντίας κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν σήμερον ὁρίζει τὸ καταστατικὸν, εἶναι μία βάσις συντακτικὴ, ἥτις δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ κατ’ ἐμὴν γνώμην ἀντικείμενον ἁπλῆς νομοθεσίας καὶ κανονισμοῦ. Μὴ διστάσητε, Κύριοι, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους καθυπέβαλον, διότι εἶναι λόγοι ἀνώτεροι πάσης ἀμφισβητήσεως. Μὴ διστάσητε, διότι ὁμόθυμος ἡ θέλησις οὐχὶ μόνον τῶν Ἑπτανησίων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἑτέρων συναδέλφων ἡμῶν Ἑλλήνων εἶναι, ὅπως ἐξαλειφθῇ ὁ τρόπος ὁ ἄχρι τοῦδε ἐνταῦθα ὑπάρχων τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων. Διὰ τοῦτο συμπεραίνω ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως.
§185ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι! Τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι σπουδαιότατον, ὅσον ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστηρίων, ὅσον ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἄλλο τόσον, καὶ πολὺ περισσότερον ἀκόμη πρέπει νὰ ἐνδιαφερώμεθα ὅλοι διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς ἐκκλησίας. Ἡ ἀνεξαρτησία τῆς ἐκκλησίας ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως, ἡ ὁποία ἐστὶ τὸ τιμαλφέστερον κειμήλιον τοῦ ἀνθρώπου. Ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ γίνῃ ζήτημα, καὶ ἔγινε κατὰ διαφόρους διεφθαρμένας ἐποχὰς ζήτημα, ἡ πολιτικὴ ἐλευθερία, ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως οὐδέποτε δύναται νὰ γίνῃ ζήτημα· ἀλλ’ εἶπον μὲ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως ἔχει στενὴν σχέσιν ἡ ἀνεξαρτησία τῆς ἐκκλησίας, ἡ δὲ ἀνεξαρτησία τῆς ἐκκλησίας ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ψῆφόν σας. Εἰς αὐτὸ, Κύριοι, πιστεύω ὅτι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ἀλλ’ ἔγινεν ἓν ζήτημα, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς περὶ τούτου, νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ἀνεξαρτήτου τῆς ἐκκλησίας καὶ περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θέλει ὁρισθῆ. Κύριοι! ἡ πρότασις ἡ ἐδική μου δὲν εἶναι ὀργανικὸς νόμος κανονίζων τὰς ἐκλογὰς τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κλήρου, εἶναι πρότασις καθαρὰ καὶ ἥτις εἶναι κανονιστικὴ τῆς ἐξουσίας τῆς ἐκτελεστικῆς, κανονίζει τὰ ὅρια της μέχρι τίνος βαθμοῦ ἐκτείνεται, ὁρίζει τὰ ὅρια ἀκόμη τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἕως ποῦ δύναται νὰ ἁπλώσῃ τὴν χεῖρά της ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας. Λέγω λοιπὸν, ὅτι πᾶσα πρότασις τοιαύτη ἀνάγεται εἰς τὸ σύνταγμα, διότι δὲν εἰσέρχεται εἰς τὸν ἐσωτερικὸν ὀργανισμὸν καὶ κανονισμὸν μιᾶς κεφαλαιώδους ὑπηρεσίας, δηλ. τῶν δικαστηρίων, τῆς ἐκκλησίας, τῶν σχολείων, ἀλλὰ συνδέει ἁπλῶς τὴν ἐκκλησίαν μὲ τὸ μέγα αὐτὸ σωματεῖον, μὲ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἶναι ὁ κρίκος, δι’ οὗ συνδέεται ἡ πολιτεία μετὰ τῆς ἐκκλησίας. Λέγω, λοιπὸν, ὅτι ἀνάγεται εἰς τὸ σύνταγμα, διότι ἄλλως δὲν θὰ δεχθῶμεν ποτὲ, ὅτι ἀνάγεται εἰς τὸ σύνταγμα καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τῶν δικαστηρίων. Κύριοι, ἠμπορούσαμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ δικαστήρια εἶναι ἀνεξάρτητα καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα οὕτω; Κύριοι, ὁ λαὸς διῆλθε διὰ πολλῶν παθημάτων, καὶ τὰ παθήματα ἔγειναν μαθήματα καὶ διὰ τοῦτο τὰ συντάγματα δὲν εἶναι εὐχολόγια πλέον· ἂν καθιεροῦται μία ἀρχὴ, ἔρχεται ἀμέσως καὶ ἡ ἐγγύησις τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Δὲν περιωρίσθημεν λοιπὸν ποτὲ νὰ εἴπωμεν, τὰ δικαστήρια εἶναι ἀνεξάρτητα, ἐθέσαμεν καὶ τὴν ἰσοβιότητα εἰς τὸ μέσον τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν δικαστηρίων. Ἂν λοιπὸν παραδεχθῶμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως, τὸ κανονιστικὸν δικαίωμα τῆς ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον σημαίνει ἀνεξαρτησίαν πρὸ πάντων ἀπὸ τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, ἂν παραδεχθῶμεν αὐτὸ πρέπει νὰ κανονίσωμεν καὶ τὸν ὅρον, ὅστις εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ· τοῦτ’ ἐστὶ τὴν μὴ ἀνάμιξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ τῆς χειροτονίας τῶν Ἀρχιερέων. Κύριοι, τὸ 1843 καὶ 1844 ἐὰν ἐγίνετο αὐτὴ ἡ συζήτησις εἶχε πολλοὺς τοὺς ἀντιλέξοντας, ἀλλὰ σήμερον μετὰ σκληρὸν παρελθὸν θὰ ἦναι πολὺ παράδοξον τοῦτο· ἡ ἀρχὴ ἣν ἐκκαλοῦμαι, ὑπάρχει ἐν τῷ συντάγματι καθιερουμένων τῶν κανόνων τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐν ᾧ ὁ λαὸς ὁ ἑλληνικὸς πρὸ πολλῶν ἑκατονταετηρίδων, πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων γνωρίζει πῶς ἐγίνοντο, οἱ ἀρχιερεῖς, ὅτι οἱ ἀρχιερεῖς δὲν εἶναι ἁπλοῖ ὑπάλληλοι, ὅτι οἱ ἀρχιερεῖς χρίονται διὰ τῆς ἐπιχρήσεως τοῦ ἁγίου πνεύματος, διὰ μιᾶς ἱεροτελεστίας σχεδὸν μυστηριώδους, αἴφνης ἐμφανίζεται εἰς τὴν πόλιν ὁ ἀρχιερεὺς ὡς διοικητικὸς ὑπάλληλος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διοριζόμενος. Ἔγεινε εἰς τὰ 1850 Νόμος, ὅστις ἐκανόνισεν οἱ ἀρχιερεῖς τοῦ Κράτους νὰ διορίζωνται ἀπὸ τὸν ὑπουργόν. Πῶς δὲ διώρισεν ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος τοὺς ἀρχιερεῖς; πῶς διώρισαν κατόπιν οἱ ἄλλοι ὑπουργοί; ἐγὼ αἰσχύνομαι νὰ τὸ εἴπω· ὁμιλῶ πρὸς μίαν Συνέλευσιν, ἥτις σύγκειται ἀπὸ ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ πάντα. Γνωρίζω μόνον, ὅτι πολλάκις οἱ ἐπίσκοποι ἐχρησίμευσαν μᾶλλον ὡς ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι.— Ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπω Κύριοι! (θόρυβος).
§186ΙΑΛΕΜΟΣ. Κ. Ῥοντίρη ἐνθυμήσατε εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἕνας ἀρχιερεὺς εἰς τὴν Ναυπλιακὴν ἐπανάστασιν εἶπε τὸ παππικὸν δόγμα ὅτι, πᾶσα ἐξουσία ἐκπορεύεται ἐκ Θεοῦ καὶ τοῦ Σουλτάνου καὶ τοῦ Ὄθωνος· ἑπομένως δὲν εἶσθε μόνος, ὅστις παραδέχεσθε αὐτὴν τὴν ἰδέαν, εἶναι ὅλον τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον μετὰ φρίκης εἶδε τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς ἐκκλησίας.
§187ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ὥστε μένετε μόνος σας Κ. Διομήδη. — Καὶ ὁ λαὸς λοιπὸν δὲν θέλει τὸν ἀρχιερέα του ὑπάλληλον οὐδενὸς νὰ σύρεται εἰς τὰς Ἀθήνας ἀπὸ τὸν Ἄννα εἰς τὸν Καϊάφα, τρέχων ἔνθεν κἀκεῖθεν δωροδοκῶν, διὰ νὰ γίνῃ Ἀρχιερεύς· διότι ὅστις ἀποκτήσει διὰ δωροδοκίας μίαν ἐξουσίαν, αὐτὸς θὰ τὴν ἐνασκήσῃ πάλιν διὰ δωροδοκιῶν, Κύριοι! Τὸ κακὸν περιωρίσθη ἕως ἐκεῖ; ἔγεινεν ἕνας νόμος κατὰ τῶν ἀρχιερέων, οἱ ἀρχιερεῖς νὰ ᾖναι ὑπάλληλοι, ἐὰν ὅμως ὁ νόμος οὗτος ἐξετείνετο μέχρι τῶν ἐφημεριῶν, μέχρι τῶν πνευματικῶν, τί ἐγίνετο; Ἦσθε οἰκογενειάρχαι οἱ πλεῖστοι ὡς καὶ ἐγώ, ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν νὰ μοὶ στείλῃ τὸν πνευματικὸν τῆς οἰκογενείας μου ὡς κατάσκοπον, μένω ἐγὼ εἰς τὴν Ἑλλάδα; μὴ νομίζετε, ὅτι εἶναι τὸ ζήτημα μικρόν· τὸ κατ’ ἐμὲ πρὸ μιᾶς ὥρας κατέχομαι ἀπὸ ἀγανάκτησιν, ἀπὸ θλῖψιν· διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν θέλομεν νὰ τὸ ἐννοήσωμεν καὶ ἀκροθιγῶς θέλομεν νὰ θίξωμεν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖόν τις δύναται νὰ τὸ κλωτζίσῃ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ νὰ τὸ διεξέλθῃ. Πολλὰ εἴπομεν ἰδιαιτέρως, ὅτι αὐτὰ τὰ ζητήματα δὲν ἐπιβάλλονται· πρέπει νὰ ὑφίσταται ἡ συναίνεσις ἡμῶν ὅλων, καὶ νὰ ἠξεύρωμεν ποῦ τρέχομεν· ἀνάγκη εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ᾖναι ἀνεξάρτητος ἡ Ἐκκλησία, τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἂν οὐχὶ ἀπὸ τῆς κυριαρχικῆς νομοθετικῆς, καὶ ἀπὸ τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους· (ὡς πρὸς τὰ δόγματα καὶ τὴν πίστιν λέγω). Ὑπάρχουν, Κύριοι, 1000 λόγοι ἀνώτεροι, ἰσχυρότεροι, παρὰ νὰ ᾖναι τὰ δικαστήρια ἀνεξάρτητα, διότι τὴν ἰδιοκτησίαν μου ἠξεύρω νὰ ὑπερασπισθῶ καὶ διαφορετικά· ἀλλ’ εἶμαι ἐναντίος τῆς προτάσεως τοῦ προαγορεύσαντος· ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου εἶναι συντακτικὴ, ὁρίζει ἕως ποῦ φθάνει ἡ δύναμις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς νομοθετικῆς· ἡ δὲ πρότασις τοῦ προαγορεύσαντος προβαίνει περαιτέρω, λαμβάνει εἰς χεῖράς του ὁ προαγορεύσας τὸν ἐσωτερικὸν ὀργανισμὸν τῆς ἐκκλησίας· νομίζω δὲ τοῦτο, δὲν εἶναι συντακτικόν. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς, ἡ κοσμικὴ ἐξουσία δὲν ἀναμιγνύεται παντάπασιν εἰς τὴν χειροτονίαν τῶν ἀρχιερέων.
§188ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀναμιγνύεται τώρα, χειροτονοῦσα;
§189ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Μάλιστα· χειροτονίαν ἐννοοῦμεν τὸν διορισμὸν καὶ τὴν ἐγκατάστασιν, τρεῖς προχειρίζονται διὰ χειροτονίαν, καὶ ἕνα ἐξ αὐτῶν ἐκλέγει ὁ Ὑπουργὸς, ἢ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς, Κύριος οἶδε, διὰ τίνας λόγους· λέγω λοιπὸν, ἐὰν ἡ Συνέλευσις δὲν εἰμπορῇ σήμερον νὰ προβῇ εἰς τὸ νὰ συζητήσῃ τὸν ἐσωτερικὸν διοργανισμὸν τῆς Ἐκκλησίας, διότι καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἀντικείμενον συντακτικὸν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἡ πρότασίς μου ἐγγράφει εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ παραδεχθῇ, ἀφοῦ ἐλλειπούσης αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, καὶ μὴ ἐγγραφείσης εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 43, ἔγειναν τόσα καὶ τόσα. Ὡς ἔχουν λοιπὸν τὰ πράγματα, ἔχομεν ἐκεῖ κίνδυνον, διότι ἡ Ἐκκλησία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κοσμικὴν ἐξουσίαν, καὶ χρησιμεύει ὡς Πράκτωρ, ὡς Ἀστυνόμος εἰς αὐτήν· τότε ὁ κίνδυνος ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι μεγαλείτερος, ἐὰν φθάσῃ μέχρι τῶν πνευματικῶν· ἔχομεν τότε τὴν διαφθορὰν, ἔχομεν τὸν κίνδυνον τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως. Κύριοι, ἐκτὸς τῶν ἄνω λόγων, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι· πρέπει δηλαδὴ νὰ σεβασθῶμεν τὰς ἐθνικὰς παραδόσεις· ἐθνικαὶ καὶ κανονικαὶ παραδόσεις εἶναι εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀρχιερέως νὰ μὴ ἀναμιγνύεται ἡ κοσμικὴ ἐξουσία. Ἀληθῶς ἐπὶ Ὄθωνος οὐδεὶς ἐσεβάσθη τὸ αἴσθημα αὐτὸ τὸ ἐθνικὸν, ἀλλ’ ὁ λαὸς νομίζετε, ὅτι δὲν ἐγόγγυσε δι’ αὐτὸ; καὶ τί ἠθέλατε νὰ κάμῃ; νομίμους ἀντιπροσώπους δὲν εἶχε διὰ νὰ ἐκφράσῃ τὰ παράπονά του; ἐλευθέρας ἐκλογὰς δὲν εἶχε, βουλευτικὰ σώματα δὲν εἶχεν ἐγκατεστημένα ὁ λαός. Μὴ σᾶς φαίνεται λοιπὸν παράξενον, ὅτι ὁ λαὸς δὲν εὗρεν ἓν μέσον διὰ νὰ παραπονεθῇ. Τὸ κατ’ ἐμὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα θεωρῶ ἀκόμη καθεστὼς τὸ ὑπάρξαν, ἀλλὰ σήμερον ἔχομεν καὶ ἄλλο μέρος, ἔχομεν τὴν Ἑπτάνησον, ἡ ὁποία ἔχει ἓν καθεστὼς θετικὸν στηριζόμενον καὶ εἰς τὰς παραδόσεις, καὶ εἰς τοὺς κανόνας, καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως· καὶ τίς δύναται ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκλογῆς νὰ τοῖς εἴπῃ, μάθετε, Κύριοι, εἰς τὸ ἑξῆς, οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ ἱερεῖς, οἱ ἐφημέριοι, οἱ πνευματικοί σας εἶναι ὑπάλληλοι, διορίζονται μὲ ἓν διάταγμα τοῦ δεῖνος συνταγματικοῦ Ὑπουργοῦ καὶ εἶσθε ὑπόχρεοι νὰ τοὺς σέβεσθε; Ἡ ἀνατροφὴ, Κύριοι, ἑνὸς λαοῦ δὲν ἀνασκάπτεται αὐθαιρέτως, ἔχει ῥίζας πολὺ βαθείας, αἱ ῥίζαι αὗται διέρχονται διὰ τῶν αἰώνων, πολλῷ μᾶλλον, ὅταν ἔχῃ δίκαιον ἕνας λαὸς, καθ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ἐξεταζομένου τοῦ δικαίου. Ἐλπίζω ὁ προαγορεύσας, Κύριος συνάδελφός μας, νὰ εὐχαριστηθῇ εἰς τὸ νὰ ἐγγραφῇ μόνη ἡ ἀρχὴ εἰς τὸ σύνταγμα τῆς μὴ ἀναμίξεως τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας, διότι λέγω, ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἴδιος, ἐγὼ δὲν εἶμαι σύμφωνος, διότι δὲν ἔχομεν καιρὸν νὰ μελετήσωμεν πῶς πρέπει νὰ ἐκλέγωνται οἱ ἀρχιερεῖς, διότι ἐνδέχεται ὁ καιρὸς ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ ἀρχιερεῖς πρέπει νὰ ἐκλέγωνται μόνον ὑπὸ τῆς Συνόδου· ἐνδέχεται ὁ καιρὸς ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι, διὰ νὰ ἐκλεχθῇ ἀρχιερεὺς, πρέπει νὰ ληφθῇ ἡ ψῆφος ὅλων τῶν ἀρχιερέων τοῦ κράτους· ἐνδέχεται ὁ καιρὸς, νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι καλὸν διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀρχιερέων τῆς ἐκκλησίας ὁλόκληρος ὁ κλῆρος τῆς Ἑλλάδος νὰ ψηφοφορήσῃ· ἐνδέχεται κἄτι τι ἄλλο ἀκόμη ν’ ἀποδειχθῇ ὡς ἀναγκαῖον. Τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον πάσχει ἡ ἐκκλησία, εἶναι ἡ ἀνάμιξις τῆς κοσμικῆς ἀρχῆς, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποκόψωμεν. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν. Τελειόνω τὸν λόγον μου μὲ τὴν ὑπόμνησιν, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι πλέον ἢ συντακτικόν· τὰ ζητήματα τῆς συνειδήσεως εἶναι πλέον ἢ συντακτικά· εἶναι μὲν συντακτικὰ, διότι καθιεροῦν, ἀλλὰ καθιεροῦν τὸ ἤδη φύσει ὑπάρχον. Ἐπιμένω δὲ λίαν εἰς τὴν πρότασίν μου.
§190ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι! Συντομώτερον θέλω λαλήσει τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Ναυπάκτου καὶ τῶν δύο προλαλησάντων, διότι εἰς πολλὰ δὲν ἔχω ν’ ἀντείπω.
§191ΤΙΝΕΣ. Δυνατώτερα.
§192ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πρὸ πάντων ἔχω νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς·
§193ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Ἔχετε μεγαλειτέραν φωνὴν, Κ. Καλλιγᾶ, δυνατώτερα!
§194ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν κάμνω χρῆσιν, ἔχω μεγαλειτέραν, ἀλλὰ δὲν κάμνω πάντοτε χρῆσιν (γέλωτες). Διὰ τῆς ψηφίσεως τῶν δύο πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τοῦ παρόντος οὐδὲν μεταβάλλεται, οὔτε εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος πρὸ τῆς ἑνώσεως, οὔτε εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑπτανήσου· διότι ὅσα ἀνάγονται εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἐκκλησίας εἰς τὸ περὶ χειροτονίας καὶ δικαιοδοσίας τῶν ἐπισκόπων, ταῦτα ἐκανονίσθησαν δι’ εἰδικῶν νόμων, ὀργανικῶν νόμων, καὶ ἡ εἰδικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος δὲν ἔχει σχέσιν μετὰ τῶν ὀργανικῶν τούτων νόμων. Μένουν λοιπὸν τοιαῦτα, μεχρισοῦ νέος ὀργανικὸς νόμος ῥυθμίσῃ εἴτε ἀπὸ κοινοῦ, εἴτε ἰδίως ἕκαστος αὐτὴν τὴν νομοθεσίαν· οὐχ ἧττον ἐκφράζουν ζωηρῶς οἱ προτείναντες, ὥστε ἀπὸ τοῦδε νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ, καὶ εἰ δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς· εἶμαι μακρὰν ἐκείνης τῆς λεγομένης ἐπαρχικῆς μικροφιλοτιμίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἴσως πρὸς στιγμὴν μὲ εὑρῆκε λανθάνοντα ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου Κ. πληρεξούσιος Ζακύνθου, ἀλλ’ εἶμαι ἕτοιμος νὰ παραδεχθῶ πᾶν, ὅ,τι εἴτε ἐν Ἑπτανήσῳ εἴτε ἀλλαχοῦ προτιμώτερον καὶ τελειότερον· λέγω ὅμως, ὅτι τὰ περὶ τοῦ ῥυθμοῦ τῆς χειροτονίας καὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπισκόπων ποσῶς δὲν ἁρμόζουν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· οὐ μόνον διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν πρέπει νὰ συμπεριλαμβάνωμεν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος εἰδικὰς διατάξεις καὶ διατάξεις ὀργανικὰς, ἀλλὰ μόνον νὰ καταθέσωμεν τὰς γενικὰς ἀρχάς· δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ, εἶναι καὶ ἄλλος λόγος σπουδαιότερος. Διὰ τοῦ Συντάγματος δὲν ἁρμόζει νὰ ῥυθμίζωμεν τὰ τῆς ἐκκλησίας, διότι τὸ Σύνταγμα μέλλει νὰ μένῃ ἀμετάβλητον μέχρι τῆς ἀναθεωρήσεώς του, μέχρις ὅτου ἐπέλθῃ πάλιν μία τοιαύτη Συνέλευσις, ἡ ὁποία ἔχει συντακτικὴν ἐξουσίαν· πᾶν ὅ,τι ὅμως ἀνάγεται εἰς τὴν ἐκκλησίαν, δὲν δύναται νὰ ὑποκύψῃ εἰς τοιαύτην ἀμετακινησίαν προερχομένην ἐκ κοσμικῆς αἰτίας. Τὰ τῆς ἐκκλησίας ἐξαρτῶνται κατὰ μέρος καὶ ἐκ τῆς ἐκκλησίας αὐτῆς, ἐξαρτῶνται καὶ ἐκ τῆς ὁμοφώνου ῥυθμίσεως τῶν διαφόρων ὁμοδόξων ἐκκλησιῶν. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν μίαν ἡμέραν εὑρισκόμενοι ἀπέναντι τῶν λοιπῶν ὁμοδόξων ἐκκλησιῶν ν’ ἀντιτάξωμεν ἡμεῖς· «τὸ ἐψηφίσαμεν διὰ τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος.» Ἤθελεν εἶναι μέγα ἀτόπημα· δύναμαι νὰ εἴπω, ἤθελεν εἶναι σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἠθέλαμεν συναινέσει· ἀλλὰ καὶ τίς ἡ ἀνάγκη αὕτη; ἡ ἀρχὴ νὰ κατατεθῇ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος; Τάχα αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ἀνακηρυττομένη δι’ ἰδιαιτέρου ψηφίσματος μέλλει νὰ ᾖναι ὀλιγώτερον σεβαστή; Μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ, καθόσον, ὡς βλέπω, ἡ πρότασις δὲν περιέχει τὰς λεπτομερείας, δὲν περιέχει τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἀρχῆς, καὶ μία τοιαύτη γενικὴ ἀρχὴ τόσον ἀόριστος, δύναται ἀναπτυσσομένη νὰ λάβῃ πολλὰς τροποποιήσεις καὶ εἰς πολλὰ νὰ ὑποκύψῃ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν ἁπλῶς εἰς τὴν παραδοχὴν ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καὶ προσκαλεῖ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως ἐνασχοληθῇ εἰς τὴν σύνταξιν νόμου ἔχοντος αὐτὰς τὰς βάσεις, τὰς βάσεις τῆς ἐκλογῆς διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας αὐτοῦ τοῦ κλήρου. Τοιοῦτος νόμος, ὡς βλέπετε, καὶ παρὰ τοῦ Κ. Ῥοντήρη ὑποστηριζόμενος, θέλει ἔχει τὰς συμπαθείας παντὸς ἑλληνικοῦ νομοθετικοῦ σώματος· ὀλίγοι, μοὶ φαίνεται, θὰ πολεμήσουν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ὅταν ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ ἀρχικὴ κατάστασις τῆς ἐκκλησίας, καὶ ὅτι, ἐὰν ἐπέλθουν τροποποποιήσεις, αὗται δὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῶσι πάλιν ν’ ἀνατρέξουν εἰς τὴν ἀρχικὴν ἐποχήν. Προτείνω λοιπὸν, ὥστε νὰ λάβῃ τύπον ψηφίσματος ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη παρὰ τῶν Κυρίων γνωστῶν τῶν ὑποστηριζόντων τὸ περὶ ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ῥοντήρη, ποσῶς δὲν τὴν ὑποστηρίζω, διότι πρὸ πάντων δὲν τὴν ἐννοῶ· θέλει νὰ κανονίσῃ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ γείνῃ ἐπέμβασις τῆς κοσμικῆς ἀρχῆς εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, θέλει νὰ κανονίσῃ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἤδη κεκανονισμένον· οἱ κανόνες τῆς ἐκκλησίας προβλέπουν περὶ τούτου, προβλέπουν ἐπὶ πόσον δύναται ἢ δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ ἡ κοσμικὴ ἀρχή. Θέλει νὰ μεταβάλῃ ἐκεῖνον τὸν ῥυθμὸν, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἀνέκαθεν παραδεδεγμένος παρὰ τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας; θέλει νὰ νεωτερίσῃ ὡς πρὸς αὐτὰ τὰ πράγματα; καὶ θέλει νὰ νεωτερίσῃ διὰ τοῦ συντάγματος; Ἢ νομίζει, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπῆρξαν αἱ δεῖνα καὶ δεῖνα καταχρήσεις, ἄρα πρέπει καὶ τὸ σύνταγμα νὰ κάμῃ λόγον; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι διὰ τούτου ἐκεῖναι αἱ καταχρήσεις, εἴτε τιμωροῦνται, αἱ ὁποῖαι παρῆλθον, εἴτε προλαμβάνονται διὰ τὸ μέλλον; Οὐδαμῶς καταχρήσεις προλαμβάνονται διὰ τὸ μέλλον διὰ τοιούτων γενικῶν καὶ ἀορίστων ἀρχῶν· τότε μόνον ἠμπορεῖτε νὰ ἔχητε τὴν ἐγγύησιν, ὅτι δὲν θέλουν ἐπαναληφθῆ, ὅταν ὑποθέσητε, ὅτι ὑπάρχει ἄγρυπνον τὸ ἔθνος. Ἐὰν ὑποθέσητε βουλευτικὰ σώματα ἄφωνα, ὅπως εἶπεν ὁ Κύριος Ῥοντήρης διὰ τὰ παρελθόντα, ὅταν δὲ ὑποθέσητε τοιαῦτα καὶ διὰ τὸ μέλλον, τί σημαίνουν αἱ διατάξεις αὗται; νομίζετε, ὅτι θὰ δώσουν εἰς τὰ ἄφωνα βουλευτικὰ σώματα φωνήν; Ὄχι, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ νεωτερίσωμεν εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι καθιερωμένα διὰ τῆς συνηθείας καὶ διὰ τῆς παραδεδεγμένης τάξεως τῆς ἐκκλησίας. Ὅσα παρεδέχθημεν περὶ τῆς διοικήσεως δι’ ἱερᾶς Συνόδου, βλέπετε, ὅτι εἶναι ὅλως γενικὰ καὶ ἀπαραίτητα· εἶναι ἁπλῶς, διὰ νὰ καθιερώσωμεν τὸ ἀνεξάρτητον τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας· δὲν προβαίνομεν ὅμως περαιτέρω διὰ τοῦ συντάγματος, πρέπει πολὺ ν’ ἀπέχωμεν διὰ τοῦ συντάγματος νὰ ῥυθμίζωμεν ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμώτερον νὰ φυλάξωμεν ἐκεῖνο τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν καὶ τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε δὲν ἐδείχθη πλημμελές. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι περὶ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς εἶναι ὅλως περιττὸν νὰ λάβωμεν τὴν ἐλαχίστην πρόνοιαν· προβλέπουν οἱ κανόνες τῆς ἐκκλησίας, καὶ πᾶσα παράβασις τοιαύτη εἶναι μία προσβολὴ κατὰ τῶν κανόνων τῆς ἐκκλησίας.
§195ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Παρασκευήν.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3 μ. μ.)
Ὁ Πρόεδρος
Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς. Μιχαϊλίδης Ξυδάκτυλος Νικολαΐδης