1864.07.29
1,554 rows · 12,254 words · 135 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 287.
Τῆς 29 Ἰουλίου 1864.
(Τετάρτη)
Ὥρα 9 π. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ Κ. Κυπαρίσσης· ἂς προσέλθῃ εἰς τὸ βῆμα, παρακαλῶ.
§2ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Χθὲς παρεδέχθην ἐν μέρει τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Βελιανίτη, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησε νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ προπαρασκευάσῃ τὰ τῆς συγχωνεύσεως. Νομίζω, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι πολὺ δύσκολον, καὶ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ φέρῃ κανὲν ἀποτέλεσμα ἡ τοιαύτη ἐπιτροπή.......
§3ΚΑΛΟΣ. Εἶναι ἐπὶ τῶν πρακτικῶν αὐτό;
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος πληρεξούσιος θέλει νὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς. «Ἐξέθηκεν ὁ πληρεξούσιος, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος ἀπετέλει ἐπαρχίας αὐτοτελεῖς, καὶ διὰ τοῦτο ὠνομάζετο, αἱ ἡνωμέναι πολιτεῖαι τῶν Ἰονίων Νήσων». Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι δὲν βλάπτει τίποτε αὐτὴ ἡ διόρθωσις.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη τις ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§7ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κυροῦνται. Μὲ ἀπεστάλη πρότασις, ἡ ὁποία εἶναι ὑπογεγραμμένη ἀπὸ τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον. Πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴν τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσιν. Εἰς προαγωγὴν καὶ ἐμψύχωσιν τῆς Γεωργίας καὶ τῶν ὠφελιμωτέρων ἀγροτικῶν βιομηχανιῶν συνέστη ἐνταῦθα ἑταιρία ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Κεντρικὴ Γεωργικὴ Ἑταιρία» ἐγκριθεῖσα ὡς καὶ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς διὰ τοῦ ἀπὸ 19 τοῦ λήγοντος μηνὸς Β. Διατάγματος. Ἐλλείψει ἔνθεν μὲν ἰδιωτικῶν κτημάτων ἐκτεταμένων καὶ συγκεντρωμένων, ἀφ’ ἑτέρου ἀρκούντων ἐπὶ τοῦ παρόντος κεφαλαίων εἰς ἐκμίσθωσιν τοιούτων, ἡ εἰρημένη ἑταιρία ἀπηυθύνθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐξαιτουμένη καὶ λόγῳ συνδρομῆς τὴν παραχώρησιν τῶν παρὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν κειμένων ἐθνικῶν κτημάτων ἐπιλεγομένων τοῦ Ῥούφ, τοῦ δημοσίου δενδροκομείου, τοῦ παρ’ αὐτῷ λαχανοκήπου μετὰ τῶν παραρτημάτων αὐτῶν, οἷον ἀγρῶν, ἐλαιοδένδρων, ὕδατος, οἰκοδομῶν κλπ, διότι τὰ κτήματα ταῦτα, ἐκτὸς τῶν ἄλλων πλεονεκτημάτων των, καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των θέλουσι διευκολύνει τὴν ἐπίσκεψιν ὁποιουδήποτε, καὶ διερεθίζει διὰ τῆς ἀντιλήψεως τῶν ἐν αὐτοῖς γινομένων βελτιώσεων τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἐντελεστέρας καλλιεργείας εἰς τὰ κτήματα καὶ τῶν ἁπλουστέρων. Ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τῆς γεωργίας, ἀποτελούσης τὸν πρώτιστον κλάδον τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας, συντείνει καὶ εἰς τὴν κοινὴν πρόοδον καὶ εὐημερίαν τῶν κατοίκων καὶ τὴν αὔξησιν τῆς καθαρᾶς προσόδου τοῦ Ἔθνους, ἐθεώρησεν ὡς καθαρῶς ἀντικείμενον δημοσίας ἀνάγκης τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως τῆς ἑταιρίας, σκεφθεῖσα ἄλλως τε, ὅτι ἀπέναντι τῆς προσδοκωμένης γενικῆς ὠφελείας ἡ τοῦ δημοσίου στέρησις τῆς ἐκ τῶν κτημάτων αὐτῶν ἐτησίας προσόδου ἐκ δραχ. 16,000 περίπου καὶ σπουδαία δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ, καὶ ὡς ὀφειλομένη εἰς τὴν ἑταιρίαν συνδρομὴ τοῦ δημοσίου εἶναι δίκαιον νὰ λογισθῇ. Διὸ ὑποβάλλοντες εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τὸ ἀνῆκον σχέδιον ψηφίσματος, περὶ τῆς εἰς τὴν Κεντρικὴν ἐν Ἀθήναις Γεωργικὴν Ἑταιρίαν παραχωρήσεως τῶν εἰρημένων κτημάτων, παρατηροῦμεν, ὅτι χάριν τῶν σπουδῶν τῶν περὶ τὴν βοτανικὴν ἀσχολουμένων, καὶ τῆς χρήσεως τῶν ἀνακτορικῶν κήπων, ἐξῃρέσαμεν τῆς παραχωρήσεως τὰς ἀποτελούσας τὸν βοτανικὸν κῆπον καὶ τὸ φυτώριον ἐκτάσεις· τὸ φυτώριον ἄλλως τε οὐχὶ σπανίως καὶ τὸν δῆμον Ἀθηνῶν εἰς ἀνάπτυξιν τῶν εἰς τὰς ὁδοὺς δενδροστοιχιῶν του συντρέχει. Τὸ λεγόμενον τοῦ Ῥοὺφ ἐθνικὸν κτῆμα συνεπείᾳ, ὡς γνωστόν, ἀποφάσεως τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἐνοικιάσθη πολυετῶς. Διὰ νὰ παραχωρηθῇ ἑπομένως αὐτὸ εἰς τὴν ἑταιρίαν ἀπαιτεῖται νὰ προηγηθῇ ἡ διάλυσις τῆς ἐνοικιάσεως· καὶ ἐπειδὴ ἐν τῇ σχετικῇ διακηρύξει ὑπάρχει ῥητὸς ὅρος ὁ ὑπ’ ἀριθ. 10, κατὰ τὸν ὁποῖον «ἐὰν τὸ δημόσιον διαρκούσης τῆς ἐνοικιάσεως ἤθελε κάμει χρῆσιν ὅλου ἢ μέρους τῶν κτημάτων διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, οἱ «ἐνοικιασταὶ ὑποχρεοῦνται νὰ παραδώσωσιν αὐτὰ ἄνευ ἀντιλογίας καὶ ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος ἀποζημιώσεως ἐπ’ ἀναλόγῳ ἐκπτώσει ἐνοικίου,» διὰ ταῦτα ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου διατάσσεται ὅτι ἡ ἐνοικίασις θεωρεῖται ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως τοῦ κτήματος εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτοδικαίως διαλελυμένη, καὶ τὸ δημόσιον ἀπέναντι τῶν ἐνοικιαστῶν οὐδεμίαν ἄλλην ὑποχρέωσιν ἀναλαμβάνει, εἰμὴ μόνον τὴν ὑπὲρ αὐτῶν ἔκπτωσιν τοῦ ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως τοῦ κτήματος μέχρι τέλους τῆς ἐνοικιάσεως ἀναλογοῦντος ἐνοικίου, ἐνῷ διὰ πᾶσαν ἄλλην σχετικῶς πρὸ τὸ κτῆμα τοῦτο δυναμένην νὰ προέλθῃ ἔννομον ἀμφισβήτησιν ἡ ἑταιρία ὀφείλει εἴτε δικαστικῶς εἴτε διοικητικῶς νὰ ἐξομαλύνῃ αὐτήν. Περὶ τῶν λοιπῶν διατάξεων τῶν ἄρθρ. 3 καὶ 4, καθὸ λίαν σαφῶν, κρίνομεν περιττὴν πᾶσαν ἀντιλογίαν, ἐλπίζομεν δὲ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, καθὸ ἐμφορουμένη ἀπὸ τῶν αὐτῶν σκέψεων, ἐξ ὧν ὡρμήθη καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως τῆς Κεντρικῆς Γεωργικῆς Ἑταιρίας, θέλει ἐπιψηφίσει ἀσμένως τὸ ὑποβαλλόμενον σχέδιον ψηφίσματος. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 23 Ἰουλίου 1864. Οἱ ὑπουργοὶ
Ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
Ζ. Ι. ΒΑΛΒΗΣ.
Ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. Δ. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ.
Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει. Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Κεντρικὴν Γεωργικὴν ἑταιρίαν ὁλόκληρον τὸ πλησίον τῶν Ἀθηνῶν κείμενον ἐθνικὸν κτῆμα, ἐπιλεγόμενον τοῦ Ῥούφ, μετὰ τῶν ἐμπεριλαμβανομένων ἐλαιοδένδρων, οἰκοδομῶν, ὕδατος, κλπ. καθὼς καὶ τὸ δημόσιον δενδροκομεῖον τοῦ Χασεκῆ λεγόμενον μετὰ τῶν πρὸς ἄρκτον αὐτοῦ κειμένων ἐθνικῶν ἀγρῶν καὶ ἐλαιοδένδρων, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ἅπαντα τὰ κτήματα ταῦτα πρὸς σύστασιν παραδειγματικοῦ ἀγροκηπίου κατὰ τὸ ἄρθρ. 6 τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας. Τῆς παραχωρήσεως ταύτης ἐξαιροῦνται μετὰ τῆς ἀναλόγου χρήσεως τοῦ δημοσίου ὕδατος ά.) ἡ ἀποτελοῦσα τὸν Βοτανικὸν κῆπον ἔκτασις τοῦ Δημοσίου Δενδροκομείου, καὶ βʹ.) τὸ πρὸς χρῆσιν τῶν ἀνακτορικῶν κήπων ἀποχωρισθὲν ἐκ τοῦ λαχανοκήπου φυτώριον. Ἄρθρον 2. Ἀπὸ τῆς ὡς ἀνωτέρω παραχωρήσεως ἡ δεκαετὴς ἐνοικίασις τοῦ κτήματος Ῥοὺφ θεωρεῖται αὐτοδικαίως διαλελυμένη, λόγῳ δημοσίου ἀνάγκης κατὰ τὸ ἄρθρ. 10 τῆς ἀπὸ 31 Μαρτίου ε. ε. καὶ ὑπ’ ἀριθ. 1306 διακηρύξεως τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Ἀττικῆς, ἐκπίπτεται ὑπὲρ τῶν ἐνοικιαστῶν τὸ ἀναλογοῦν διὰ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ἐνοικιάσεως μίσθωμα, καὶ ἀναλαμβάνει ἡ Κεντρικὴ Γεωργικὴ ἑταιρία τὴν φροντίδα νὰ διαλύσῃ εἴτε συμβιβαστικῶς εἴτε δικαστικῶς μετὰ τῶν ἐνοικιαστῶν πᾶσαν ἐκ τοῦ συναλλάγματος τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ σχετικοῦ κτήματος προκύψουσαν διένεξιν. Ἄρθρον 3. Οἱ περὶ τῆς καλλιεργείας, συντηρήσεως καὶ βελτιώσεως τῶν παραχωρουμένων κτημάτων ὅροι θέλουσι κανονισθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἄρθρον 4. Ἐν περιπτώσει μὴ τηρήσεως τῶν κανονισθησομένων ὅρων τῆς παραχωρήσεως, ἢ ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς ἑταιρίας, τὰ παραχωρούμενα κτήματα ἐπανέρχονται, ὅπως ἔχουσιν, εἰς τὴν πλήρη διάθεσιν τοῦ Δημοσίου ἄνευ τινὸς ὑποχρεώσεώς του διὰ γενομένης βελτιώσεως. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 29 Ἰουλίου 1864.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ ᾖναι ἐδῶ, καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ ἐκφρασθοῦν, ἔχει καλῶς.
§10ΛΟΝΤΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂς τυπωθῇ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγει, ὅτι δὲν ἀντικρούει τὴν τύπωσιν.
§12ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ προτάσεις τῶν ὑπουργῶν εἰσάγονται ὡς ὑπὸ πληρεξουσίων. Ὁ Κύριος Αὐγερινὸς καὶ ὁ Κύριος Βάλβης εἶναι καὶ πληρεξούσιοι, ἑπομένως πρέπει κατὰ τὸν κανονισμὸν νὰ προσδιορίσουν τὴν ἡμέραν τῆς ἀναπτύξεως, καὶ νὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὰ τμήματα· ὥστε ἡ ἐρώτησις, ἐὰν παραδέχωνται οἱ νῦν ὑπουργοὶ αὐτὴν τὴν πρότασιν, εἶναι ὅλως περιττή.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθὼς εἴπετε καὶ ὑμεῖς αὐτὸς, ἀπαιτεῖται εἷς τῶν Κυρίων ὑπουργῶν ν’ ἀναπτύξῃ τὴν πρότασιν αὐτήν.
§14Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι, εὑρίσκω τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ὑπέβαλε, λίαν ὀρθάς. Οἱ προτείναντες προτείνουν δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχουν οἱ πληρεξούσιοι, ὄχι ὡς ὑπουργοί. Ἑπομένως ἡ πρότασις ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Συνέλευσιν, θὰ διέλθῃ ὅλην τὴν ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ ὁριζομένην ὁδὸν, καὶ εἰς τὴν συζήτησιν οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ θὰ ἐκφέρουν βεβαίως τὰς παρατηρήσεις των.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε λοιπὸν θέλω ὑποβάλει τὴν ἐρώτησιν εἰς τοὺς ὑποβαλόντας. Ὁ Κύριος Βάλβης εἶναι παρών;
§16ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Αὐγερινός;
§18ΤΙΝΕΣ. Οὔτε.
§19ΚΑΛΟΣ. Τὴν ἀναλαμβάνω ἐγὼ, Κύριε Πρόεδρε.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνατε λοιπὸν μίαν ἡμέραν ἀναπτύξεως.
§21ΚΑΛΟΣ. Τὴν Δευτέραν (θόρυβος), τὸ Σάββατον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§23ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐταὶ αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι λίαν κατεπείγουσαι, πρέπει ν’ ἀναπτυχθῶσι μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτεύματος.
§24ΚΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι σπουδαιοτάτη, εἶναι κατεπείγουσα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα διὰ παντὸς, ἐνθυμεῖται ὁ Κύριος Δαγρὲς, ὅτι εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἀπεφασίσθη μία ἡμέρα, ὁπότε δὲν πρόκειται περὶ τοῦ συντάγματος, ἀλλὰ δι’ ὅλα τὰ ἄλλα ἀντικείμενα. Ἤρχισαν νὰ μοὶ παρουσιάζωνται τροπολογίαι εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ συντάγματος. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν ν’ ἀναγινώσκωνται αὐταὶ, ἢ νὰ δίδωνται ἀμέσως πρὸς τύπωσιν.
§26ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἢ θέλετε καὶ νὰ ἀναγινώσκωνται;
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπω λοιπὸν, ὅτι εἶσθε σύμφωνοι εἰς τοῦτο. Ἀναγινώσκεται πρότασις τοῦ Κ. Καλαμίδα. Πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. «Ἀρχομένης εὐτυχῶς σήμερον τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ὀρθὴν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως κρίσιν σκέψεις τινὰς, στηριζομένας εἰς τὴν λυπηρὰν τοῦ παρελθόντος πεῖραν. Πρὸ πάσης ἄλλης ἐγγυήσεως ὀφείλει ἡ Συνέλευσις νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐγγύησιν τῆς προσωπικῆς τοῦ πολίτου ἐλευθερίας. Ὅταν ὁ πολίτης ἀφεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν μιᾶς αὐθαιρέτου κυβερνήσεως, οἷαι ὑπῆρξαν πρὸ πάντων αἱ δύο τελευταῖαι τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος, εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσι τ’ ἄλλα δικαιώματα, ἅτινα τῷ χορηγοῦνται κατὰ τὰς ἐκλογὰς, διότι δύναται νὰ στερηθῇ καὶ αὐτῶν, στερούμενος αὐθαιρέτως τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας. Ἐπιτραπήτω μοι λοιπὸν νὰ ἐπενέγκω ἐπὶ τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ σχεδίου τοῦ συντάγματος τὰς ἑπομένας τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας θεωρῶ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίας, πρὸς ἀσφαλεστέραν κύρωσιν τῶν λοιπῶν διατάξεων, ἐπιφυλαττόμενος ν’ ἀναπτύξω αὐτὰς κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ διὰ ζώσης.» Ἄρθρον 5. Μετὰ τὴν λέξιν «ἐντάλματος» νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ἑπόμενα· «στηριζομένου εἰς καταθέσεις δύο τοὐλάχιστον μαρτύρων, (α) περιέχοντος τὰ ὀνόματα αὐτῶν, καὶ κοινοποιουμένου εἰς τὸν συλλαμβανόμενον κατὰ τὴν στιγμὴν κλπ.» Μετὰ τὰς λέξεις «ἔνταλμα φυλακίσεως» νὰ προστεθῶσιν ἐπίσης καὶ τὰ ἀκόλουθα· «ἐπίσης ᾐτιολογημένον καὶ περιέχον ἐν συνόψει τὸ ἐξαγόμενον τῆς προανακρίσεως, ὡς καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ὑπὲρ καὶ κατὰ μαρτύρων·» Εἰς τὴν λέξιν «παραχρῆμα» νὰ τεθῇ τελεία στιγμή· ἡ ἑπομένη δὲ περικοπὴ ν’ ἀποτελέσῃ ἰδίας §§ συμπεπληρωμένας οὕτως· (α) «Ἐπὶ δυσὶ μάρτυσιν, ἢ ἐπὶ τρισὶ μάρτυσιν ἀποθανεῖται...οὐκ ἀποθανεῖται ἐφ’ ἑνὶ μάρτυρι» λέγει καὶ ἡ παλαιὰ θεία Γραφή. «Οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων θεωροῦνται αὐτοδικαίως πεπαυμένοι τῆς θέσεώς των καὶ προσέτι τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει. Πᾶς δὲ πρόεδρος, ἢ εἰσαγγελεὺς ἐφετῶν, ἢ πλημμελειοδικῶν· πᾶς ἀνακριτικὸς κατὰ νόμον ὑπάλληλος, ὡς καὶ πᾶς ἀξιωματικὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς, προσκαλούμενος ὑπὸ τοῦ κρατουμένου, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν ἀποφυλακίζῃ ἐν ὀνόματι τοῦ συντάγματος. Πᾶσα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀντίστασις θεωρεῖται ὡς ἀντίστασις κατὰ τῆς ἀρχῆς, καταδιώκεται δὲ καὶ τιμωρεῖται κατὰ τὰς σχετικὰς τοῦ ποινικοῦ νόμου διατάξεις.» «Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τῶν παραβατῶν ὑπάγεται καὶ ἕκαστος τῶν ἀνωτέρω σημειωθέντων ὑπαλλήλων καὶ ἀξιωματικῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἐὰν εἰδοποιηθεὶς περὶ τῆς παρανόμου τοῦ πολίτου κρατήσεως δὲν σπεύσῃ νὰ τὸν ἀποφυλακίσῃ.» «Οὐδενὸς πολίτου ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, πλὴν ἂν ἡ ἀνάκρισις περιλαμβάνῃ καὶ πρόσωπα, διαμένοντα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὅτε δύναται νὰ παραταθῇ κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐπὶ ἓξ μῆνας. Ἐὰν ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος δὲν ἐκδοθῇ δικαστικὸν βούλευμα κατὰ τοῦ προπεφυλακισμένου, οὗτος θεωρεῖται αὐτοδικαίως ἀθῶος καὶ ἐπανέρχεται εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐφαρμοζομένων καὶ ἐνταῦθα, ἐν περιπτώσει περαιτέρω κρατήσεως, τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τοῦ παρόντος ἄρθρου.» Ἄρθρον 6. Μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ἑπόμενα· «Κατασταθέντος δὲ αὐτοῦ ὁριστικοῦ, ἂν δὲν συνεδριάζῃ τακτικὸν ἐνόρκων δικαστήριον, συγκροτεῖται ἔκτακτον ἐντὸς εἴκοσι τὸ πολὺ ἡμερῶν, πρὸς ἐκδίκασιν. «Ὁ διὰ βουλεύματος, ἢ δι’ ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων ἀπαλλαττόμενος τῆς κατηγορίας ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀναλόγως τῆς κοινωνικῆς τάξεώς του, ἐπιφυλαττομένου εἰς αὐτὸ δικαιώματος ἀναγωγῆς κατὰ τῶν ὑπαιτίων.» Ἀθῆναι, τὴν 29 Ἰουλίου 1864.
Ὁ πληρεξούσιος Ν. Μιζέλης
Κ. ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ.
Ἀναγινώσκεται ἑτέρα τοῦ Κ. Κοκκίνου. Ὡς δεύτερον ἐδάφιον τοῦ πρώτου ἢ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς προσθήκη. «Οὐδεμία πρᾶξις, οὐδὲν ἔγγραφον τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἑδρευόντων πνευματικῶν ἀρχηγῶν ἢ προϊσταμένων τῶν διαφόρων ἀνεκτῶν θρησκειῶν δύναται νὰ δημοσιευθῇ, νὰ ἐκτελεσθῇ ἢ νὰ ἰσχύσῃ ὁπωσδήποτε ἐν Ἑλλάδι ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς. Οἱ δὲ ἐν Ἑλλάδι λειτουργοὶ αὐτῶν ὑπόκεινται εἰς τὴν αὐτὴν ὑπὸ τῆς πολιτείας ἐπιτήρησιν, εἰς ἣν καὶ οἱ λειτουργοὶ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας.» Ἐν Ἀθήναις, τῇ 29 Ἰουλίου 1864.
Ὁ Πληρεξούσιος Χίου
ΕΜΜ. ΚΟΚΚΙΝΟΣ.
Ἀναγινώσκεται ἄλλη τοῦ Κ. Τυπάλδου Ἰακωβάτου. Περὶ θρησκείας. Ἄρθρον 1. «Ἡ θρησκεία τοῦ Ἔθνους εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἐπικρατοῦσα ἐν Ἑλλάδι, καὶ προστατευομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους· πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία εἶναι ἀνεκτὴ, ἐκτελοῦσα ἀκωλύτως τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἀπαγορευομένου, κτλ. Ἄρθρον 2. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀναγνωρίζει τὸν Ἀρχιεπίσκοπον αὐτῆς, τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην, μνημονευόμενον ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, καὶ χορηγοῦντα τὸ μύρον καὶ τὰς πρὸς χειροτονίαν τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀρχιερέων ἐκδόσεις. Οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐνεργοῦσι τὰ ἀρχιερατικὰ αὐτῶν καθήκοντα κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτως, ὁ εἷς ἀπὸ τοῦ ἄλλου. Ἡ σύναψις τοῦ γάμου τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων πολιτῶν, καὶ τὸ διαζύγιον ὑπάγονται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.»
Ὁ Πληρεξούσιος
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις, Κύριοι, ἐπειδὴ ἀνάγεται εἰς τὸ ά. ἄρθρον, καθὼς καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ Κ. Κοκκίνου, ἐπιτρέψατέ μοι, ἐὰν νομίζητε ὀρθὴν τὴν γνώμην, νὰ μὴ δοθῶσι τώρα ἀμέσως εἰς τύπωσιν, παρὰ μόνον ἐὰν δὲν φθάσωμεν σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων αὐτῶν.
§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἑκάστη τροποποίησις πρέπει νὰ προσαχθῇ τώρα, ἢ ἔχει τὸ δικαίωμα ἕνας, καὶ ἅμα ἀρχίζῃ ἡ συζήτησις, νὰ κάμῃ τοιαύτην;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι, κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κανονισμοῦ, ὄχι κατὰ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, οὕτω γίνεται, δηλ. δύνανται νὰ φέρωνται τροπολογίαι καὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως· ὁ κανονισμὸς ὅμως θέλει, ὥστε αἱ τροπολογίαι νὰ εἰσάγωνται πρίν, καὶ νὰ παραπέμπωνται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία παρεσκεύασε τὸ νομοσχέδιον, ὥστε, ἐάν ᾖναι ἀντίθετος, νὰ συναρμολογηθῶσιν, εἰ δυνατὸν, ἵνα μὴ ἡ συζήτησις διασπᾶται διὰ προτάσεων, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῇ ἀμέσως ἡ Συνέλευσις. Ἐφηρμόσθη ὅμως αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, νὰ φέρωνται τροπολογίαι καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συζητήσεως. Νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ συμβιβασθοῦν καὶ τὰ δύο, νὰ φέρωνται μὲν τροπολογίαι καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ παρακαλοῦνται οἱ θέλοντες νὰ φέρωσι τοιαύτας εἰς τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον τοῖς εἶναι γνωστὸν, νὰ τὰς φέρουν ἀπὸ πρίν. Ἡ πρώτη πρότασις λοιπὸν θέλει παραπεμφθῆ εἰς τύπωσιν.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰδοποιῶ τὴν Συνέλευσιν, ὅτι τὰ τμήματα συνελθόντα χθὲς πάντα, πλὴν τοῦ δεκάτου, τὸ ὁποῖον συνῆλθε σήμερον, ἐξελέξαντο τὰς δύω ἐπιτροπὰς, τὰς ὁποίας ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισεν. Μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ ἀναθεωρήσῃ τὸν περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν νόμον τὸν δημοτικὸν, ἐξελέχθησαν, Δημ. Καλλιφρονᾶς, Ἰω. Καραγιαννόπουλος, Ῥήγας Παλαμήδης, Ἰω. Σ. Ἄννινος, Ἀθ. Ῥοντήρης, Πολυχ. Κωσταντᾶς, Ι. Βαλασόπουλος, Εὐθ. Πλαστήρας, Ἰωάν. Ν. Δεληγιάννης, Ν. Λούζης, Στ. Ἀντωνόπουλος, Σπυρ. Βαλαωρίτης, Δημ. Μακρῆς Ἡρ. Πετιμεζᾶς, Ἰω. Καπελέτος, Λ. Γιουρδῆς, Α. Αὐγερινός, Κ. Εὐθυμιόπουλος, Γρ. Μαυρομαρᾶς, Γ. Παππαγεωργίου, Δ. Θεοχάρης, Ν. Βαλσαμάκης. Ἡ ἑτέρα ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τῆς συγχωνεύσεως τῆς νομοθεσίας τῶν δύο τόπων, σύγκειται ὡς ἑξῆς. Στ Πυλαρινός, Βασιλ. Νικολόπουλος, Θρ. Ζαΐμης, Ἰω. Βελιανίτης, Δημ. Σαράβας, Γερ. Λειβαδᾶς, Ἰω. Μεσσηνέζης, Δ. Μηλιαρέσης, Χ. Ἰακωβᾶτος, Ν. Λεώπουλος, Δ. Χρηστίδης, Γ. Τυπάλδος Ἰακωβᾶτος, Ἰωάννης Μαρίνος, Δημ. Δρόσος, Γεωρ. Σέρβος, Χ. Χρηστόπουλος, Ν. Παγκράτης, Ν. Μαυροκορδάτος Κ. Λομβάρδος, Γρηγ. Δημητριάδης, Ἀναστ. Νικοκάβουρας, Χαρ. Τρικούπης. Ἡ μὲν δευτέρα ἐπιτροπὴ συνῆλθε, καὶ ἤρχισεν ἤδη τὰς ἐργασίας, παρακαλεῖται δὲ ἡ ἑτέρα ἐπιτροπὴ νὰ συνέλθῃ αὔριον τὴν 10 ὥραν. Ὑπεβλήθη καὶ ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Βάσσου, ἡ ὁποία προηγεῖται πασῶν. Εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος, ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴ Συνέλευσις. Θέλουσα νὰ ἀσφαλίσῃ τοῖς παροῦσι καὶ μετεγενεστέροις ἐλευθερίαν καὶ νὰ θέσῃ ἀληθῆ καὶ στερεὰν βάσιν προόδου καὶ εὐημερίας, ψηφίζει τὸ παρὸν Σύνταγμα ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀρχόμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ πολιτεύματος συμφώνως μὲ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως· πρῶτος ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ Κ. Σαρίπολος.
§35ΒΑΣΣΟΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι πρὶν εἶναι ἡ εἰσαγωγή.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐδήλωσεν ὁ Κ. Σαρίπολος, ὅτι δὲν θέλει ὁμιλήσει ἐπὶ εἰδικῶν τινων ἄρθρων, ἐννοεῖται, ὅτι ἂν καὶ ᾖναι ἀναμφισβήτητος ἡ ἀρχὴ τοῦ συντάγματος, μολοντοῦτο καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν ἀκόμη εἰμποροῦν νὰ ὑπάρχουν ἰδέαι.
§37ΖΑΪΜΗΣ. Ἐὰν γίνεται ἡ συζήτησις ἐπὶ ὅλου τοῦ συντάγματος, τότε δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χάνομεν τὴν ὥραν ἀδίκως διὰ τῆς ταραχῆς· πρέπει αἱ γνῶμαι ν’ ἀκούωνται (θόρυβος).
§39ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἀρχομένης τῆς συζητήσεως τοῦ συντάγματος ἀνάγκη ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὶ χρειάζονται θεωρίαι.
§40ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι εἰσηγητὴς ὁ Κ. Σαρίπολος.
§41ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἀφοῦ εἰς τὰ μικρότερα πράγματα γίνονται πρόλογοι νομίζω, ὅτι ὁ Κ. Σαρίπολος, ὅστις εἶναι καὶ μέλος καὶ συνέγραψε τὴν ἔκθεσιν πρέπει νὰ εἴπῃ δύω λόγους.
§42ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Εἶναι εἰσηγητὴς ὁ Κ. Σαρίπολος.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ὑπάρχει ἐπιθυμία παρὰ πολλῶν τοῦ ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον......
§44ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐθαύμασα ἀκούσας ὅτι γίνεται ἔνστασις παρ’ ἐκείνου, ὅστις ἰδίᾳ χειρὶ ἔγραψε τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, ἐθαύμασα ἀκούσας αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι δὲν εἶμαι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ Κ. Μαυρομαρᾶς, ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει ἀρνηθῇ τὴν ἀνὰ χεῖράς μου ὑπογραφήν του οὐδὲ τὸ γράψιμόν του. Ἀκούσατε, Κύριοι, τὴν πρᾶξιν τῆς ἐπιτροπῆς δι’ ἧς διωρίσθην εἰσηγητὴς αὐτῆς. «Σήμερον τὴν εἰκοστὴν πέμπτην Ἀπριλίου τοῦ χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ ἑξηκοστοῦ τετάρτου ἔτους συνελθοῦσα ἡ ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε τὰ ἑξῆς. Ἐπειδὴ μετὰ τὴν περαίωσιν τοῦ σχεδίου τοῦ πολιτεύματος, ὅπερ κατήρτισεν ἡ ἐπιτροπὴ, ἀνετέθη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς εἰς ἓν τῶν μελῶν της, τὸν Κ. Ν. Σαρίπολον, ἡ σύνταξις τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ὅλων τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἡ ἐπιτροπὴ συνελθοῦσα σήμερον ἀπεφάνθη κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅτι ὁ Κ. Ν. Σαρίπολος ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, συντάξας τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρακτικῶν τῆς ἐπιτροπῆς, θέλει ἀναγνώσει καὶ ὑποστηρίξει αὐτὴν ἐν τῇ Συνελεύσει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτεύματος.»
Ὁ πρόεδρος
ΡΗΓΑΣ ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ.
Μιχ. Σχινᾶς, Κ. Ν. Δόσιος, Β. Μ. Νικολόπουλος, Σπ. Ἀντωνιάδης, Α. Χ. Λόντος, Α. Μωραϊτίνης, Θεόδ. Δηλιγιάννης, Δ. Δρόσος, Κ. Πλατὺς, Σ. Ἀντωνόπουλος, Ν. Ι. Σαρίπολος. Ὁ γραμματεὺς Γρ. Μαυρομαρᾶς. Ὤ! Τὰ πάθη ποῦ φέρουσι. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς πράξεως ταύτης δὲν ἔχω τι ἄλλο νὰ προσθέσω, οἱ ἀκούσαντες ἐκρίνατε ἤδη. Διὰ πολὺ συντόμων λέξεων, Κύριοι, ἔρχομαι νὰ σᾶς ἐκθέσω τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ὑμῶν (θόρυβος).
§45Γ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ πολιτεύματος κατ’ ἀρχὰς ἀνέθεσε τὴν εἰσήγησιν εἰς 5 ἢ 10 τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀλλ’ οὐδὲν τῶν μελῶν ἔφερεν ἔκθεσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰς ὅλας τὰς πράξεις της ἔχει ἴδια πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπογεγραμμένα παρὰ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Γραμματέως αὐτῆς. Ὅταν ἐτελείωσε τὸ σχέδιον τοῦ συντάγματος, ἀνεθέσαμεν τὴν εἰσήγησιν αὐτοῦ καὶ τὴν σύνταξιν ἐκθέσεως εἰς πέντε ἢ ἓξ τῶν μελῶν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ μέλη ταῦτα δὲν ἐφρόντισαν νὰ ἐργασθῶσιν ἀπὸ κοινοῦ συνήλθομεν καὶ ἐκάμαμεν τὸ πρακτικὸν καὶ ἀνεθέσαμεν εἰς τὸν Κ. Σαρίπολον νὰ κάμῃ ἔκθεσιν καὶ εἶναι τὸ πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσε, τὴν ἔκθεσιν τὴν ἔφερεν ὁ Κ. Σαρίπολος· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ, εἶπεν εἰς αὐτὸν, ὅτι δύναται αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν νὰ τὴν ὑπογράψῃς μόνος σου ὡς ἰδίαν σου γνώμην, οὐχὶ ὅμως ὡς γνώμην τῆς ὅλης ἐπιτροπῆς, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος.
§46ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Συνέλευσις δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ τὰς ἰδιαιτέρας ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος· τὸ ἔργον κατηρτίσθη, ἐνῷ ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε σήμερον ν’ ἀρχίσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος· τώρα ἠγέρθη τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει ὁ εἰσηγητὴς νὰ κάμῃ γενικὴν ὁμιλίαν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Αἱ διαθέσεις τῆς Συνελεύσεως, καθὼς βλέπω, εἶναι νὰ μὴ γίνῃ ὁμιλία, ἀλλὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, καὶ ἕκαστος, ἂν θέλῃ, δύναται νὰ φέρῃ τροπολογίας ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἄρθρων. Τί μᾶς μέλλει, ἂν διώρισαν 7 εἰσηγητὰς ἢ διώρισαν ἕνα· τὸ ἔργον ἐτελείωσε, πρόκειται νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§47ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἔχω κ’ ἐγὼ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐξετέλεσε τὴν ἐντολήν της, καθόσον ἦτο αὐτῇ δυνατὸν (θόρυβος). Σᾶς λέγω, λοιπὸν, ὅτι τὸ ἔργον ἡμῶν εἶναι ἀνθρώπινον, αἱ ἀποφάσεις ὑπῆρξαν κατὰ πλειονοψηφίαν, διὰ τοῦτο ἐν τῇ συζητήσει θέλει φέρει καθεὶς τοὺς λόγους του, καὶ ἐκ τῆς μειονοψηφίας καὶ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας θέλει ὑποστηρίξει τοὺς λόγους του, οὐχ ἧττον ὅμως εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Κ. Σαρίπολος ἐπιφορτισθεὶς τὴν σύνταξιν τῆς ἀναγνωσθείσης ἐκθέσεως διωρίσθη εἰσηγητὴς διὰ τοῦ πρακτικοῦ ὅπερ σᾶς ἀνέγνωσεν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἐγένετο δεκτόν.
§49ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὡμολόγηται λοιπὸν ὅτι εἰμὶ εἰσηγητὴς τοῦ συντάγματος, ἐφ’ ᾧ καὶ ἀξιῶ τὰ δικαιώματα τοῦ εἰσηγητοῦ, διὰ τοῦτο οὐδὲ θέλω ἐγγράφεσθαι ζητῶν τὸν λόγον, ἀλλὰ θέλω τὸν λαμβάνει αὐτοδικαίως.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως ἠκούσατε, ὑπεβλήθη μία πρότασις, ἡ ὁποία, ἂν γίνῃ δεκτὴ, θέλει χρησιμεύσει ὡς προοίμιον.
«ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ ΚΑΙ
ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΥ ΤΡΙΑΔΟΣ.»
«Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴ Συνέλευσις θέλουσα νὰ ἀσφαλίσῃ εἰς τοὺς παρόντας καὶ μεταγενεστέρους Ἕλληνας ἐλευθερίαν καὶ νὰ θέσῃ ἀληθῆ καὶ στερεὰν βάσιν προόδου καὶ εὐημερίας ψηφίζει τὸ παρὸν σύνταγμα ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.»
§51ΣΧΙΝΑΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ, Κύριοι, πεπεισμένος, ὅτι ἡ Συνέλευσις χωρὶς δυσκολίαν θέλει παραδεχθῆ τὴν πρότασιν ταύτην, ἀναβαίνων ὅμως εἰς τὸ βῆμα, ἵνα εἴπω δύω λέξεις πρὸς ἀνάπτυξιν, Σᾶς ἐνθυμίζω, Κύριοι, πρῶτον, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη συμφωνεῖ μ’ ὅσα ἔκαμον ὅλαι αἱ Ἐθνικαὶ Συνελεύσεις ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἀγῶνος μέχρι τῆς 3 7βρίου· πάντοτε προελόγιζε τὸ Σύνταγμα «ἐν ὀνόματι τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος»· τοῦτο εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς θρησκευτικὰς πεποιθήσεις καὶ μὲ τὰς πεποιθήσεις τῆς ἀρχαιότητος ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ καυχώμεθα. Ὁ Σόλων λέγει· Πρῶτα μὲν εὐχώμεσθα Διῒ Κρονίδῃ Βασιλῇϊ Θεσμοῖς τοῖσδε τύχην ἀγαθὴν καὶ κῦδος ὀπάσαι, Προτείνω λοιπὸν τὴν παραδοχήν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει κανεὶς ἀντίῤῥησιν;
§53ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἀντὶ νὰ «ἀσφαλίσῃ» νὰ ἐγγυηθῇ· τὸ Σύνταγμα εἶναι ψυχρὸν γράμμα δὲν ἀσφαλίζει, ἐγγυᾶται.
§54ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Τὸ Σύνταγμα ἀσφαλίζει.
§55ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νομίζω Κύριοι ὅτι ἡ αἰτιολογία ἢ πρόλογος, ὡς θέλετε ὀνομάσατέ τον, εἶναι ὅλως περιττὴ εἰς ἕνα θεσμὸν τὸν πάντων σπουδαιότατον, τὸν πάντων ἐθνικώτατον, τὸν πάντων τῶν ἀνθρωπίνων ἱερώτατον, οἷος εἶναι ὁ θεσμὸς τοῦ πολιτεύματος. Τί θέλει ἆρά γε προσθέσει εἰς τὴν ἰσχὺν τοῦ πολιτεύματος ἡ προσθήκη τῶν λέξεων τούτων τὰς ὁποίας, ὁ ἐκ Φθιώτιδος πληρεξούσιος εἰσάγει ἵνα προταχθῶσι πάσης διατάξεως τοῦ Συντάγματος; «Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, λέγει, θέλουσα ν’ ἀσφαλίσῃ τοῖς παροῦσι καὶ μεταγενεστέροις ἐλευθερίαν καὶ νὰ θέσῃ ἀληθῆ καὶ στερεὰν βάσιν προόδου καὶ εὐημερίας, ψηφίζει τὸ παρὸν Σύνταγμα ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.» Εἶναι ἀναντίῤῥητον ὅτι αὐτὸ τοῦτο σκοπεῖ τὸ πολίτευμα, ν’ ἀσφαλίσῃ δηλονότι τὴν ἔννομον ἐλευθερίαν καὶ καταρτίσῃ τὴν πολιτείαν ἐπὶ τῆς ἀκραδάντου βάσεως τῆς θρησκείας, τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, τῆς κραταιώσεως τῆς ἀρχῆς, ὅπως ἐξ ὅλων τούτων προέλθῃ ἡ ἁρμονία καὶ ἡ τάξις τῆς κοινωνίας.
§56ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. (Ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν βλάπτει.
§57ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω ἄλλως τὴν πλάνην ταύτην, εἰμὴ ὑποθέτων, ὅτι ἴσως περιέπεσεν εἰς τὸ σφάλμα τοῦτο ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας ἐκ Φθιώτιδος, ἐκ τοῦ ὅτι τὸ πρῶτον πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος τὸ συνταχθὲν ἐν Ἐπιδαύρῳ, ὡς καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Ἀμερικῆς εἶχον ἕνα πρόλογον· ἀλλὰ Κύριοι, ἀναλογίσθητε διὰ τοῦ νοός σας τὰς μεγάλας στιγμὰς ἐκείνας καθ’ ἃς ἀμφότερα τὰ μνησθέντα πολιτεύματα συνεγράφησαν, ἦσαν στιγμαὶ φοβεραὶ, καθ’ ἃς ἡ κυριαρχία τῶν λαῶν τούτων κατὰ πρῶτον ἐξεδηλοῦτο, τὰ δύο ταῦτα ἔθνη, τὰ πρὸς μεγάλα προωρισμένα ἔργα, δοῦλα ἐξεγείροντο ἀποσείοντα τὸν ζυγὸν ἰσχυρῶν κυρίων, ὤφειλον ἄρα νὰ κηρύξωσι τὴν ἑαυτῶν αὐτονομίαν, καὶ νὰ δηλώσωσιν ὅτι ὡς ἔθνη αὐτοτελῆ καὶ αὐθύπαρκτα ἤρχοντο νὰ καταλάβωσι τὴν ἐν τῷ κόσμῳ θέσιν των· ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὴν αὐτὴν περίστασιν; ἡ αὐτονομία της ἆρά γε ἀμφισβητεῖται; ὁ κόσμος ὅλος τὴν ὁμολογεῖ, καὶ ὁμόφωνος εἶναι εἰς τὸ νὰ θεωρῇ αὐτὴν κατατεταγμένην μεταξὺ τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν. Ὅ,τι λοιπὸν λάμπει ὡς ἥλιος δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ βεβαιωθῇ· εἶναι περιττὴ ἐπαναλέγω ἡ προσθήκη αὕτη, διότι ἐν θεσμῷ τοσοῦτον σπουδαίῳ, οἷον τὸ πολίτευμα, πρέπει πᾶσα λέξις νὰ ᾖ πρόσφορος καὶ μεμελετημένη. Οὐδεμία περιττὴ νὰ εἰσχωρήσῃ ἐν αὐτῷ πρέπει, ὅ,τι δὲ γραφῇ νὰ φέρῃ πρὸς σκοπόν· ἂν θέσωμεν τὴν προσθήκην ταύτην δίδομεν νὰ ὑπονοήσωσιν ὅτι αὐτὸ τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι ἱκανὸν ν’ ἀσφαλίσῃ τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο προσδεῖται προλόγου, ὅτι ἄγνωστός ἐστιν ἡ πηγὴ ἐξ ἧς ἀποῤῥέει, ὅθεν ἀνάγκη νὰ δείξῃ ἐν ὀνόματι τίνος ἐπιτάττει. Μήπως δὲν ἐνεργεῖ ἡ Συνέλευσις αὕτη ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους; ποῖος εἶναι ὁ νοῦς, τίς δ’ ἡ θέλησις ἡ δοῦσα αὐτῇ τὴν ἐντολὴν ταύτην; δὲν εἶναι τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν; τίς δ’ ὁ βραχίων ὅστις θέλει προασπίσει καὶ στηρίξῃ τὰ ὑπ’ αὐτῆς δεδογμένα; δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λαός; Τί δ’ ἄλλο λέγει αὐτὸ τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ πολιτεύματος, τὸ διαπιστευόμενον τὴν τήρησιν τοῦ παρόντος Συντάγματος εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων; Ὅταν λοιπὸν γνωστὸς ὁ νοῦς ὁ ἐπιτάττων, καὶ οἱ παλμοὶ τῆς αἰσθανομένης καρδίας ἀκούωνται, καὶ φανερὸς ὁ στιβαρὸς βραχίων, ὅστις τὸν ἱερὸν τοῦτον θεσμὸν θέλει προστατεύσει, εἰς τὶ νὰ χρησιμεύσῃ δύναται ὁ πρόλογος οὗτος;
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν. Ἀκούσατε τὴν πρότασιν ἐκ νέου. «Εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος.....
§59ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΚΑΙ ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι χωριστόν.
§60ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὰ «εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος, ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ψηφίζει» πρέπει νὰ τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς, διότι ἐκ παραδρομῆς παρελείφθησαν κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ γραμματέως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ πολιτεύματος ἀντιγραφὴν τοῦ Συντάγματος, ταῦτα παραδεχόμεθα οἱ πάντες.
§61ΒΑΣΟΣ. Φρονῶ, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ πρότασίς μου, ἥτις ἀντιπροσωπεύει τὰς ἐπιθυμίας καὶ τὰς διατάξεις τῆς Συνελεύσεως· μόνον οἱ Ὀθωνισταὶ δὲν τὴν θέλουν.
§62ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὁ πληρεξούσιος Φθιώτιδος δὲν ἔχει δίκαιον εἰπὼν, ὅτι οἱ ὀθωνισταὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν παραδέχονται, κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἐδικήν μου, φαίνεται, ὅτι οὐδεὶς πληρεξούσιος, οὐδεὶς Ἕλλην ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸν σκοπὸν τῆς Συνελεύσεως ὁλοκλήρου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ σύνταξις ἑνὸς Συντάγματος, ἑπομένως ἂν ὑπάρχῃ δικαιολογία, ἐν τῇ ὁποίᾳ θὰ καταδεικνύεται ὁ σκοπὸς τοῦ Συντάγματος, θὰ εἰπῶ, ὅτι ὑπάρχει ὑποψία, ὅτι εὑρίσκεται Ἕλλην ἀμφισβητῶν τὸν σκοπὸν αὐτόν.
§63ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ὁ Κύριος Παπαγεωργίου εἶναι φαίνεται παραπολὺ φιλότιμος. Ὁ Κ. Βάσος ἐπρότεινε τὸ τοιοῦτον, διότι ὑπέθεσεν, ὅτι ὄχι οἱ πληρεξούσιοι, ἢ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσαν τὸν σκοπὸν τῶν πολιτευμάτων, ὅτι δύνανται νὰ παρανοήσωσι τὸν σκοπὸν τοῦ πολιτεύματος καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοιαύτη δικαιολογία, διότι ὑπάρχουν πολλαὶ διάφοροι θεωρίαι περὶ πολιτευμάτων, οἱ μὲν θεωροῦσιν αὐτὰ ὡς συναλλάγματα, οἱ δὲ ὡς μέσα ἀπονομῆς δικαιωμάτων, καὶ ἄλλοι ἐχαρακτήρισαν τὸ Σύνταγμα κατὰ διαφόρους ἄλλους τρόπους. Ὁ Κύριος Βάσος θέλει νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὸ, καὶ τοιαύτη εἶναι πεποίθησις τῆς πλειοψηφίας τῆς Συνελεύσεως, ὅτι εἶναι ἀσφάλισις τῶν ἐλευθεριῶν, ὅτι εἶναι καταστρεπτικὸς θεσμὸς τῆς πολιτείας, ὁ ὁποῖος διαγράφει τὰ καθήκοντα τῶν ἀρχόντων, καὶ περιορίζει αὐτοὺς ἐντὸς αὐτῶν, τόσῳ δὲ περισσότερον δικαιολογεῖται ἡ πρότασις αὕτη τοῦ Κυρίου Βάσου, διότι τὰς μεγαλειτέρας ἀληθείας εὑρέθησαν ἄνθρωποι νὰ τὰς ἀμφισβητήσωσι.
§64ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὑπάρχει ῥητὸν ἄρθρον ἐν τῷ πολιτεύματι, καθ’ ὃ ἀναγνωρίζεται ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους, εἶναι τὸ ἄρθρον 21 ἔχον οὕτως· «Πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα,» καὶ παρακατιὼν ἄλλο ἄρθρον, τὸ 44 λέγει· «ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμει τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνᾴδοντες πρὸς τοῦτο ἰδιαίτεροι νόμοι»· τοῦ ἔθνους ἄρα ἡ κυριαρχία εἶναι ἀνεγνωρισμένη.
§65ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν θέλω ἐρωτήσει, ἂν ἐκτὸς ταύτης θέλουσι νὰ τεθῶσι καὶ αἱ φράσεις εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας κλπ.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἡ τροπολογία εἶναι ἀπωτέρα.
§68ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὑπὸ τοῦ Κυρίου Βάσου, εἰς ταύτην δὲ ἐγένετο τροπολογία· τὸ προεδρεῖον νομίζω, ὅτι ὀφείλει σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμὸν νὰ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν τὴν γενομένην τροπολογίαν τῆς προτάσεως.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοῶ τοῦτο, δὲν εἶναι ὅμως τροπολογία· τὸ ἥμισυ παραδέχεται, τὸ ἕτερον ἥμισυ δὲν παραδέχεται.
§70ΜΙΛΗΣΗΣ. Φρονῶ, ὅτι εἶναι τροπολογία, διότι ἡ τροπολογία ἔχει σκοπὸν νὰ τροποποιήσῃ πως τὴν ἀρχικὴν πρότασιν, εἴτε διὰ τῆς ἀφαιρέσεως, εἴτε διὰ τῆς προσθήκης, εἴτε διά τινος ἑτέρας τροπολογίας· διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἀφαίρεσις τῆς αἰτιολογίας ἀπὸ τὴν πρότασιν εἶναι τροπολογία.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, ἀκολουθοῦμεν αὐτὸν τὸν κανόνα, ἐρωτῶ πρῶτον διὰ τὴν πρώτην περίοδον καί ἔπειτα διὰ τὴν δευτέραν, καὶ ἡ ψήφισις τῆς μιᾶς προτάσεως δὲν ἀποκλείει τὴν ἄλλην. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Συντάγματος τοῦτο μόνον. «Εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος.......
§72ΣΟΛΩΜΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (ὦ! ὦ! θόρυβος).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχίαν, κύριοι· κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν Κύριον Σολωμὸν, ὅστις δὲν ἔχει τὴν πεῖραν τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι ἡ συζήτησις ἐκηρύχθη περαιωμένη, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ ἄλλην πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ μέρος τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βάσσου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη παμψηφεί· θέλω ἐρωτήσει ἐπὶ τοῦ δευτέρου, οἱ παραδεχόμενοι τὸ δεύτερον μέρος ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βάσσου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἑπομένως ὡς προοίμιον τοῦ Συντάγματος ἐτέθη τὸ ἑξῆς· Εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας, καὶ Ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος, ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴ Συνέλευσις ψηφίζει· Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ά. ἄρθρου τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος. Περὶ θρησκείας. Ἄρθρον 1. «Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία εἶναι ἀνεκτὴ, καὶ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας.» Ἐπειδὴ δὲ ἐγένοντο, Κύριοι, προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι καὶ τὰ δύω ἄρθρα, ἂν ἐγκρίνετε, θέλω ἀναγνώσει καὶ τὸ δεύτερον ἄρθρον, εἰς δὲ τὴν ψηφοφορίαν προχωροῦμεν κατ’ ἄρθρον· ὁ λόγος δὲ δύναται νὰ περιστραφῇ καὶ εἰς τὰ δύω ἄρθρα ὁμοῦ. Ἄρθρον 2. «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκεῖναι, τούς τε ἱεροὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις· εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος, ἐνεργοῦσα, ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας, τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα, καὶ διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ὅστις ὑπέβαλε καὶ τὴν πρότασιν.
§74Γ. Τ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀδελφοὶ πληρεξούσιοι! Φαιδρὸς παρουσιάζομαι ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐξαιτοῦμαι παρ’ ὑμῶν εὐμένειαν εἰς ὅ,τι θέλω ἐκθέσει ἐνώπιόν σας. Λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, ὤφειλον καὶ ὡς πληρεξούσιος τῆς ὅλης Ἑλλάδος καὶ ὡς πληρεξούσιος τῆς Ἑπτανήσου νὰ εἴπω κατὰ πόσον δύναται νὰ συναρμολογηθῇ μὲ τὴν κατάστασιν τῆς Ἰονίου πολιτείας. Ὅλοι λέγομεν νὰ ἀφομοιωθῇ ἡ Ἑπτάνησος μὲ τὴν Ἑλλάδα· ἀλλ’ ἐὰν οἱ νόμοι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, νομίζω ὅτι ἡ ἀφομοίωσις εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ἐντελής. Ταῦτα λέγω διότι ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν συνθήκην ἥτις ἥνωσε τὴν Ἑπτάνησον μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ἡ συνθήκη δὲν εἶναι ἀπόλυτος, ἀλλ’ ἐγένετο ὑπὸ ὅρους τινάς. Ἐσυνθηκολόγησεν ἡ Ἑλλὰς πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, πρὸς τὴν Ῥωσσίαν, πρὸς τὴν Γαλλίαν καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν Ἑπτάνησον· ἑπομένως εἶναι καὶ ἦτο τῆς τιμῆς ἑκάστου συμβαλλομένου νὰ μένῃ πιστὸς εἰς τὸν λόγον του. Ἡ ἀπὸ 17 Μαρτίου συνθήκη περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου ὁρίζει ἐν τῷ ά. αὐτῆς ἄρθρῳ τὰ ἀκόλουθα. «Ἡ Α. Μ. ἡ Βασίλισσα τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου τῆς Μ. Βρετανίας καὶ τῆς Ἰρλανδίας, ἐπιθυμοῦσα νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν εὐχὴν, ἣν ἡ Βουλὴ τῆς Ἡνωμένης Πολιτείας τῶν Ἰονίων νήσων ἐξέφρασεν ὑπὲρ τῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἑνώσεώς των, συνῄνεσεν ὑπὸ τοὺς παρακατιὸν διαλαμβανομένους ὅρους.» «Ἄρθρον 4. Ἡ μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἕνωσις τῆς Ἡνωμένης Πολιτείας τῶν Ἰονίων Νήσων οὐδαμῶς ἀκυρώσει τὰς ὑπὸ τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας τῶν νήσων καθιερωμένας ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας λατρείας καὶ τῆς ἀνεξιθρησκείας. Ἑπομένως τὰ καθιερωθέντα θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια ὑπὸ τοῦ ά. καὶ έ. Κεφαλαίου τοῦ Συνταγματικοῦ χάρτου τῆς Ἡνωμένης Πολιτείας τῶν Ἰονίων νήσων καὶ ἰδίως ἡ ἀναγνώρισις τῆς ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὡς Ἐκκλησίας ἐπικρατούσης ἐν ταῖς νήσοις.» Ἑπομένως δὲν μένει ἡ συνθήκη εἰς τὰ γενικὰ καὶ ἀόριστα, ἀλλὰ καταβαίνει εἰς τὰ ὡρισμένα καὶ τὰ εἰδικὰ καὶ τὰ καθέκαστα· ἑπομένως τὰ καθιερωθέντα θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια ὑπὸ τοῦ 1 καὶ 5 κεφαλαίου τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου τῆς Ἡνωμένης πολιτείας τῶν Ἰονίων νήσων καὶ ἰδίως ἡ ἀναγνώρισις τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐκκλησίας ἐπικρατούσης ἐν ταῖς νήσοις, ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τῆς λατρείας, ἡ χορηγουμένη εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ κράτους τῆς προστάτιδος δυνάμεως, καὶ ἡ πλήρης ἀνεξιθρησκεία ἡ πρὸς τὰς ἄλλας κοινότητας ὑποσχεθεῖσα, διατηρηθήσονται καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ ἐκτάσει. Ἅμα ἡ Εὐρωπαϊκὴ συνθήκη μᾶς παραπέμπει εἰς τὸ 1 καὶ 5 κεφάλαιον τοῦ Ἰονίου συντάγματος τοῦ 1817, ὀφείλω νὰ ἐκθέτω εἰς τὴν σεβαστὴν Συνέλευσιν τὰς διατάξεις τοῦ συντάγματος ἐκείνου. «Πολίτευμα τῆς Ἡνωμένης ἐπικρατείας τῶν Ἰονίων Νήσων Κεφάλαιον Α. μνημονευόμενον ὑπὸ τῆς Εὐρωπαϊκῆς συνθήκης τῆς ἑνώσεως. Ἄρθρον 3. Ἡ μὲν ἐπικρατοῦσα θρησκεία αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ ὀρθόδοξος. Κάθε δὲ ἄλλο εἶδος χριστιανικῆς λατρείας θὰ εὑρίσκῃ ὑπεράσπισιν καθὼς ἐφεξῆς· Ἐνταῦθα καθιεροῦται ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἡ ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία εἶναι ἡ θρησκεία τῆς Ἑπτανήσου. «Ἄρθρον 23. Ἡ δημοσία τῆς νεότητος ἀγωγὴ, οὖσα ὑποκείμενον τὸ ὁποῖον οὐσιωδῶς ἀναφέρεται εἰς τὴν πρόοδον καὶ εὐδαιμονίαν κάθε κοινωνίας, καὶ οὖσα συμφορωτάτη τόσον εἰς τὰ ἤθη καὶ εἰς τὴν θρησκείαν τοῦ τόπου, ὥστε οἱ ἱερεῖς μάλιστα νὰ ἀπολαμβάνουν ἐλευθέριον καὶ προσήκουσαν ἀνατροφὴν, ὁμολογεῖται ἐδῶ ὅτι εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ πρῶτα χρέη ἀμέσως μετὰ τὴν ἀντάμωσιν τῆς Γερουσίας, ἀφ’ οὗ ὁ τοῦ πολιτεύματος χάρτης ἐπικυρωθῇ ἀπὸ τὸν Προστάτην Ἡγεμόνα, τὸ νὰ παρθοῦν τὰ καθήκοντα μέτρα ἀπ’ αὐτὴν, πρῶτον μὲν διὰ τὴν σύστασιν στοιχειωδῶν σχολείων, καὶ μετέπειτα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν μιᾶς ἀκαδημίας διὰ τὰ διάφορα εἴδη τῶν ἐπιστημῶν, τῆς φιλολογίας καὶ τῶν ὡραίων τεχνῶν.» Τοῦτο ἐφαρμόζεται καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀγωγὴν τοῦ κλήρου, ὥστε πρέπει, ἓν κατάστημα ἐκκλησιαστικὸν, ἀναγκαίως καὶ ἀπαραιτήτως νὰ ὑπάρχῃ ἐν Ἑπτανήσῳ διὰ τὸν κλῆρον τῆς Ἑπτανήσου. «Κεφ. 5, μνημονευόμενον ὑπὸ τῆς περὶ ἑνώσεως συνθήκης. «Ἄρθρ. 1. Τὸ θρησκευτικὸν σύστημα τῶν ἡνωμένων ἐπαρχιῶν τῶν Ἰονίων νήσων, θὰ συνίσταται ἀπὸ Ἀρχιεπισκόπους ἢ Ἐπισκόπους, ἀπὸ τοποτηρητὰς (μεγάλους οἰκονόμους) ἀπὸ ἐφημερεύοντας εἰς ὅλας τὰς διαφόρους ἐνορίας, μοναστήρια καὶ συστήματα τῆς θρησκείας μας, ὄντα ὅλα αὐτὰ τῆς ἐπικρατούσης ὀρθοδόξου θρησκείας αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν, δηλαδὴ τῆς Ἀνατολικῆς.» Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἄθικτον, εἶναι μέρος Εὐρωπαϊκῆς συνθήκης. «Ἄρθρον Αʹ. Ἐπειδὴ ἡ πρέπουσα καὶ ἱκανὴ ὑποστήριξις κάθε θρησκευτικοῦ συστήματος ἔχει οὐσιώδη ἐπίῤῥοιαν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἠθικῆς καὶ εὐταξίας, καὶ εἰς τὴν εὐδαιμονίαν τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπειδὴ οὐδὲν ἄλλο τόσον οὐσιωδῶς συντείνει εἰς τὴν περίθαλψιν καὶ συντήρησιν τοῦ τοιούτου συστήματος, ὅσον ὁ ἱκανὸς ἀριθμὸς τῶν ἀξίων ποιμένων αὐτοῦ· καὶ ἐπειδὴ ἡ διῃρημένη θέσις αὐτῶν τῶν ἐπικρατειῶν ἀπαιτεῖ ἀναγκαίως μεγάλην ἐπιμέλειαν ὡς αὐτὸ τὸ προηγούμενον· καὶ ἐπειδὴ εὐλόγως πιστεύεται, ὅτι ἀρχῆθέν τινες ἀπὸ αὐτὰς τὰς νήσους ἐχαίροντο τὸ προνόμιον τοῦ νὰ ἔχουν ἐπισκόπους προϊσταμένους τοῦ θρησκευτικοῦ των συστήματος, καὶ τὸ ὁποῖον προνόμιον ἔκτοτε κατελύθη, ὁμολογεῖται ὡς ἀναγκαῖον, ὅτι παρὰ τοὺς ἤδη καθεστῶτας ἀρχιεπισκόπους ἢ ἐπισκόπους τῆς νήσου Κερκύρας, τῆς Κεφαλληνίας, τῆς Λευκάδος καὶ τῆς Κυθήρας, θὰ κατασταθῇ ἕνας ἀρχιεπίσκοπος ἢ ἐπίσκοπος διὰ τὴν νῆσον τῆς Ζακύνθου, ἕνας ἐπίσκοπος διὰ τὴν νῆσον τῆς Ἰθάκης, καὶ ἕνας ἐπίσκοπος διὰ τὴν νῆσον τῶν Παξῶν· καὶ ὁμολογεῖται ἐπὶ πλέον, ὅτι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ προστρέξωμεν περὶ αὐτοῦ τοῦ ὑποκειμένου εἰς τὴν πανιερωτάτην κεφαλὴν τῆς Ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἀφίνεται εἰς τὴν Μεγαλειότητά του τὸν προστατεύοντα Βασιλέα. Ἐννοεῖται πάντοτε ὅμως ὅτι ἡ σύστασις αὐτῶν τῶν νέων ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν δὲν πρέπει νὰ ἐπιφέρῃ καμμίαν προσθήκην ὁποιασδήποτε δαπάνης εἰς τὰς προσόδους αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν.» Εἶναι ἄρθρον Εὐρωπαϊκῆς συνθήκης, ὥστε οἱ ἐπίσκοποι πρέπει νὰ μὴ λείπουν ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον, ἔστω καὶ ἀπὸ τὴν Ἰθάκην καὶ ἀπὸ τοὺς Παξούς, καὶ ἀπὸ τὰ Κύθηρα, οὔτε τὸ ἐλάχιστον μοναστήριον τῆς Ἑπτανήσου δύναται νὰ θεωρηθῇ ἰδιοκτησία ἢ δημοσία ἢ δημοτική. Ἄρθρον 2. Ἐπειδὴ εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἔγεινεν ἡ πρέπουσα πρόβλεψις ὡς πρὸς τὸ ἀναγκαῖον σύστημα τῆς ὀρθοδόξου καὶ ἐπικρατούσης θρησκείας αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν, εἶναι καθ’ ὑπερβολὴν ἀνάρμοστον καὶ ἀσύμφορον εἰς αὐτὰς τὰς ἐπαρχίας (θεωρῶντας τὴν πρέπουσαν καὶ ἀναπόφευκτον ὑποστήριξιν τῶν ἀναγκαίων ποιμένων, ὅπου χρειάζονται δι’ ὁποιονδήποτε σύστημα χριστιανικῆς θρησκείας), τὸ νὰ πληρόνουν τὴν δαπάνην, ἢ νὰ ὑποστηρίζουν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἀρχιερεῖς ἢ ἀξιωματικοὶ κάθε ἄλλης θρησκείας πρέπει νὰ πληρόνωνται, καὶ νὰ ζῶσιν ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἐπαρχίας ἢ ἀπὸ κανένα κεφάλαιον προσόδου, τὸ ὁποῖον δύναται φρονιμώτερον νὰ ἀφιερωθῇ εἰς ἄλλην χρῆσιν, πάρεξ μόνον ἐκεῖνοι τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν. Ἐξαιροῦνται ὅμως αὐτοὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκείνων τῶν θρησκειῶν, ὅπου τώρα πραγματικῶς εὑρίσκονται κατοικοῦντες καὶ διενεργοῦντες τὴν ἀξίαν των εἰς αὐτὰς τὰς ἐπαρχίας, οἱ ὁποῖοι αὐτοὶ συγχωροῦνται νὰ μένουν μόνον, ἕως ὅτου ζοῦν». Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι οὐδέποτε δύναται νὰ μισθοδοτηθῇ ξένος ἐπίσκοπος ἐν Ἑπτανήσῳ ἢ ξένος ἱερεύς. Ἄρθρον 3.) Ἐπειδὴ εἰς αὐτὰς τὰς ἐπαρχίας νομίζεται ἀναγκαιότατον τὸ νὰ ὑπάρχῃ ἕνας Μητροπολίτης τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας τῆς ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς ἐκκλησίας, ἔχοντες μὲ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Παναγιωτάτου Ἀρχηγοῦ τῆς ἀνατολικῆς ἐκκλησίας τοῦ Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὴν ἐν γένει πνευματικὴν ὑπεροχὴν καὶ δύναμιν ἐπάνω τῶν ποιμένων ὅλων τῆς ἐπικρατούσης εἰς αὐτὰς τὰς νήσους ἐκκλησίας, ὁμολογεῖται ὅτι εἶναι χρήσιμον.» Τοιοῦτον ἦτο τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἡ μεγάλη Βρεττανία ἔφερεν εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν. «Ἐὰν δὲν ᾖναι ὅμως ἐναντίον εἰς τοὺς κανόνας, τάξιν, καὶ τύπους τῆς εἰρημένης ἐκκλησίας, ὅτι ὁ εἰρημένος Μητροπολίτης νὰ ᾖναι ὁ ὑπὸ τοῦ Πανιερωτάτου Πατριάρχου, κατὰ τὴν τάξιν, ἐπικυρωθεὶς ἀρχιεπίσκοπος ἢ ἐπίσκοπος, διὰ τὰς 4 μεγάλας νήσους αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν κατὰ σειράν, δηλαδὴ ὅτι οἱ ἀρχιεπίσκοποι ἢ ἐπίσκοποι οἱ προσηκόντως ψηφισμένοι καὶ κατὰ τάξιν χειροτονημένοι, πρέπει ἕκαστος ἐξ ὑποδοχῆς, καὶ ὅλοι κατὰ τὸ πολίτευμα τοῦτο, νὰ ἀναδέχωνται τὸ ἀξίωμα τοῦ Μητροπολίτου δι’ ὅλην τὴν πενταετίαν μιᾶς Γερουσίας.» Αὐτὸ ἐζητήθη, καὶ ὁ Πατριάρχης δὲν τὸ παρεχώρησε καὶ ἡ μεγάλη Βρεττανία, μὲ τὴν ἐξουσίαν τῆς Ἑπτανήσου ὑπέκυψεν εἰς τὴν θέλησιν τοῦ εἰρημένου Πατριάρχου, διότι οὐδ’ αὐτὸς ὁ Πατριάρχης δύναται ν’ ἀλλάξῃ τοὺς τύπους καὶ τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἐστερέωσεν ἡ ἐκκλησία, καὶ οἱ συνοδικοὶ κανόνες· ἐξ ἐναντίας ἐλήφθη πρόνοια διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ βʹ. μέρος τοῦ παρόντος ἄρθρου. «Ἀλλ’ ἂν ἴσως αὐτὴ ἡ διάταξις φανῇ παρὰ μικρὸν ἀσύμφωνος μὲ τοὺς κανόνας τῆς ἐπικρατούσης ἐκκλησίας, ὁμολογεῖται ἐπὶ πλέον, ὅτι ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἢ ἐπίσκοπος τῆς Κερκύρας, τῆς Κεφαλληνίας, τῆς Ζακύνθου καὶ τῆς Λευκάδος, θὰ γίνηται κατὰ διαδοχὴν ἕκαστος Μητροπολίτης τῆς ἐπικρατούσης ἐδῶ Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας· καὶ ὅτι ὁ τοιοῦτος Μητροπολίτης, (ὅταν δὲν συμβαίνῃ νὰ ᾖναι Μητροπολίτης ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἢ ὁ ἐπίσκοπος τῆς Κερκύρας) πρέπει, ἂν δὲν ᾖναι ἐναντίον μὲ τοὺς ἱεροὺς κανόνας τῆς ἐπικρατούσης ἐκκλησίας, νὰ παρευρίσκηται εἰς τὴν καθέδραν τῆς διοικήσεως καθ’ ὅλον τὸν καιρὸν τῆς συντάξεως τῆς Γερουσίας, ὑπονοουμένης πάντοτε τῆς συστάσεως τοιαύτης ἀρχιεπισκοπῆς ἢ ἐπισκοπῆς διὰ τὴν νῆσον τὴν Ζακύνθου.» Καὶ ἡ ἀθωοτάτη αὐτὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου δὲν ἐφηρμόσθη καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ἐθεωρήθη ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι εἶναι ἐναντία εἰς τὰ ἐπισκοπικὰ καθήκοντα νὰ ἐγκαταλείπουν τὴν ἐπισκοπήν των, καὶ νὰ ἀπέρχωνται εἰς Κέρκυραν νὰ παρευρίσκωνται ἐνόσῳ συνεδριάζουν αἱ Βουλαὶ τῆς Ἑπτανήσου. Καὶ τί γίνεται ἡ ἐπισκοπὴ ἐκείνη; Τί γίνονται οἱ χριστιανοὶ στερούμενοι πνευματικοῦ ποιμένος; Τί γίνεται τὸ δικαστήριον τοῦ ἐπισκόπου; Ὁ κλῆρος αὐτοῦ; Ὥστε οὔτε καὶ τοῦτο ἐφηρμόσθη, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ ψιλῷ ὀνόματι ἐθεωρεῖτο κατὰ διαδοχὴν ἐξ ὑπαμοιβῆς, εἷς τῶν ἐπισκόπων τῶν 4 μεγάλων νήσων, ὡς ἔξαρχος, πλὴν πάντοτε ἔμενεν ἐπὶ τοῦ ἐπισκοπικοῦ του θρόνου. Ἄρθρο. 4. Ἐπειδὴ ἡ ἀποφασιστικὴ ἀποκατάστασις, ὅπου πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ εἰς πᾶσαν μεταβολὴν, ἂν τοιαύτη μεταβολὴ συμβῇ ἐξ αἰτίας τοῦ πρώτου δηλοποιητικοῦ ἄρθρου τοῦ παρόντος τμήματος, δὲν δύναται νὰ συστηθῇ ἕως ὅτου δὲν γένῃ γνωστὴ ἡ θέλησις τοῦ Προστατεύοντος Ἡγεμόνος καὶ τοῦ Παναγιωτάτου πατρὸς τῆς ἐπικρατούσης ἐκκλησίας.» Ὥστε δύω δυνάμεις ὑπάρχουν ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἀγγλίας καὶ ὁ Πατριάρχης τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Δὲν ἐφοβήθη τίποτε ἡ Μεγάλη Βρετανία, οὔτε ἀπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν τοῦ Πατριάρχου, οὔτε ἀπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν τοῦ Σουλτάνου, οὐδέν· διότι οὔτε Σουλτάνος, οὔτε Πατριάρχης δύναται νὰ παραβῇ τοὺς συνοδικοὺς κανόνας τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. «Ὁμολογεῖται, ὅτι ἡ Γερουσία αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν ἀναδέχεται πᾶσαν καὶ κάθε λογῆς δύναμιν μὲ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Α. Ε. Λόρδ Μ. Ἁρμοστοῦ τοῦ Προστάτου Βασιλέως, νὰ κάμῃ τέτοιας μεταβολὰς, διορθώσεις καὶ διαταγὰς ἀναφερομένας εἴτε εἰς τὸν τρόπον τοῦ ἐκλέγειν τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ἐπικρατούσης ἐδῶ ἐκκλησίας, ἢ εἰς κάθε ἄλλο ὑποκείμενον ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἰδίαν, ὅσαι δὲν εἶναι ἐναντίαι μὲ τὴν πνευματικὴν δύναμιν τῆς κεφαλῆς τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας τοῦ Παναγιωτάτου Πατρὸς καὶ Πατριάρχου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ μὲ τοὺς διατεταγμένους καὶ κανονισμένους νόμους ἀπὸ τὰς ἁγίας Συνόδους τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας.» Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς τοῦ συντάγματος καὶ τῆς Εὐρωπαϊκῆς συνθήκης, εἴδετε, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος εὑρίσκεται εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν ὡς πρὸς τὴν πρώην Ἑλλάδα· ἐδῶ εἶναι ἄλλο τὸ σύστημα τὸ ἐκκλησιαστικὸν καὶ ἄλλο τὸ ἐν Ἑπτανήσῳ· ἢ πρέπει νὰ μένωσι τὰ πράγματα τοιουτοτρόπως ἢ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια. Δὲν εἶχον οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τὸν πρῶτον ὅρον τοῦ διλήμματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλλον, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ προθυμία νὰ ἴδωμεν τὰς δύω ἐκκλησίας ἡνωμένας, προτείνω, ὥστε ἡ ἀφομοίωσις νὰ γίνῃ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ οὐχὶ τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὴν Ἑλλάδα (θόρυβος).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κἀμμία πίεσις νὰ μὴ γίνῃ εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀγορεύοντος.
§76Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὅπως ἔχωσι τὰ ἄρθρα τοῦ σχεδίου τοῦ συντάγματος, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν Ἑπτανήσῳ, διότι ἂν ἐφαρμοσθῶσιν ὑπάρχει ἀμέσως ἄντικρυς παραβίασις τῆς Εὐρωπαϊκῆς συνθήκης καὶ τοῦ μέρους αὐτοῦ τοῦ ἀναποσπάστου τοῦ συντάγματος τῶν 1817. «Ἄρθρον 1.) Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας». Εὐχαριστοῦμεν, διότι τὸ σχέδιον τοῦ συντάγματος δὲν λέγει τίποτε, εἶναι ἱστορικώτατον, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἀπὸ τὸ σύνταγμα νὰ μάθωμεν, ποῖα εἶναι ἡ θρησκεία μας, οὐδὲ ποῖος εἶναι ὁ ὀργανισμὸς τῆς ἐκκλησίας μας. Ἡ ἐκκλησία καὶ ἡ θρησκεία ὑπῆρχον πρὸ τῆς Ἑλλάδος, ἡμεῖς δὲν ἐκάμομεν, οὐδὲ τὴν πίστιν, οὐδὲ τὴν θρησκείαν, οὐδὲ τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἂν ἡμεῖς αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν ἐκάμομεν, οὐδὲ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ τοιούτου ἀντικειμένου, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ πρώτη μου ἰδέα ἦτο νὰ ἀπαιτήσω τὴν διαγραφὴν τῶν δύω ἄρθρων τοῦ συντάγματος, διότι ἡ θρησκεία δὲν περιμένει ἐπικύρωσιν ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς λαϊκοὺς καὶ ἁμαρτωλούς, ἀλλὰ ὑποχρεούμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, διότι μετὰ τὰ συμβάντα τῶν 1833, τῶν 1843 καὶ 1852, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάμνησις φέρει φρίκην, ὀφείλομεν νὰ ἀκυρώσωμεν τὰ κακῶς πραχθέντα, ἰδοὺ ἡ ἀνάγκη, διὰ ποῖον λόγον πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως. Τὸ πρῶτον μέρος τοῦ πρώτου ἄρθρου οὐδένα λόγον κάμνει περὶ ἐκκλησίας· εἶναι ἱστορικόν· δὲν θέλω νὰ μάθω τὴν ἱστορίαν τῆς ἐκκλησίας καὶ τῆς θρησκείας μου ἀπὸ σύνταγμα, ἀφαιρῶ ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τὴν λαϊκὴν τοιοῦτον ἀντικείμενον, διότι ἀπὸ Χριστοῦ μέχρι τῆς σήμερον ἐπὶ 18 αἰῶνας ποτὲ τὰ ἀντικείμενα ταῦτα δὲν ἦσαν τῆς ἁρμοδιότητος τῶν κοσμικῶν. Τὸ δεύτερον μέρος τοῦ πρώτου ἄρθρου «πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία εἶναι ἀνεκτὴ καὶ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων». Τὰ τῆ λατρείας τῶν ξένων θρησκειῶν τελοῦνται ἀκολύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων; λαμπρὰ ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, λαμπρὰ ἡ ἐλευθερία τῆς λατρείας, καὶ πρώτη ὀρθόδοξος καὶ ἡ πλέον φιλόθρησκος ἰδέα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς λατρείας. Ἀλλά, Κύριοι, ἐρωτῶ τὰ τῆς λατρείας τῶν ξένων θρησκειῶν πρέπει νὰ τελῶνται ἀκωλύτως, ἐνῷ τὰ τῆς λατρείας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δὲν ἀναφέρονται εἰς τὸ σύνταγμα ὡς τελούμενα ἀκωλύτως· (γέλωτες).
§77ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Συνάγεται φυσικῶς.
§78ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ διατί νομοθετοῦμεν διὰ τὰς ξένας θρησκείας; θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον. Τὰ δύω αὐτὰ ἄρθρα δὲν ἐτέθησαν ὑπὲρ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, ἀλλὰ κατά, εἶναι ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἔθεσεν ὁ Ὄθων! Σᾶς ἐφέλκυσεν; ἐκλάβητε, ὅτι τὰ ἄρθρα αὐτα εἶναι ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας Σας, ἐνῷ οὐδεὶς λόγος γίνεται ὑπὲρ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, ὡς γίνεται τοῦτο εἰς τὸ σύνταγμα τὸ Δανικόν· τοῦτο τὸ σύνταγμα τῆς Δανίας εἶναι ἐθνικόν, προστατεύει τὴν θρησκείαν τοῦ Κράτους. Κατ’ αὐτὸ δὲ φέρω ἐγὼ τὴν τροπολογίαν τοῦ συντάγματος, καὶ ἰδοὺ αὐτό. «Ἐθνικὴ θρησκεία εἶναι ἡ τῆς Λουθηρανικῆς Εὐαγγελικῆς Ἐκκλησίας καὶ ὡς τοιαύτη προστατεύεται ὑπὸ τοῦ Κράτους». Ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπῃ διὰ νὰ προστατεύηται, διότι, ὅπως ἔχει τὸ σχέδιον τοῦ συντάγματος τὸ Κράτος δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ προστατεύῃ τὴν ἐκκλησίαν τοῦ τόπου, ἐνῷ δυνάμει τοῦ δευτέρου παραγράφου τοῦ ἄρθρου τούτου ὀφείλει νὰ δίδῃ προστασίαν εἰς τὰ τῆς λατρείας τῶν ἄλλων θρησκειῶν· καὶ ἐγὼ πρῶτος δίδω προστασίαν καὶ ὑποστήριξιν εἰς τὴν λατρείαν τῶν ξένων θρησκειῶν. Ἐὰν μὲ ἐξετάσητε ἰδιωτικῶς ἤθελα τὸ περὶ θρησκείας θέμα ὅλων τῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου νὰ μὴ τίθεται εἰς τὰ συντάγματα, νὰ ᾖναι ἡ ἐκκλησία μου ἐλευθέρα ἀπολύτως, ὅπως ἦτο ἀπολύτως ἐλεύθερος ὁ ἅγιος Πέτρος καὶ ὁ ἅγιος Παῦλος νὰ κηρύττουν τὸν Χριστὸν καὶ νὰ τελοῦν τὰ μυστήρια τῆς θρησκείας, διότι ὑπῆρχον τὰ μυστήρια ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ αἱ πράξεις τῶν Ἀποστόλων τελειόνουσι λέγουσαι, ὅτι ὁ Παῦλος ἐκήρυττεν ἀκωλύτως. Καὶ τὴν αὐτὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀπαιτῶ διὰ τὴν θρησκείαν μου, εἰς ὅλας τὰς ἄλλας θρησκείας τοῦ κόσμου ἤθελον τὴν παραχωρήσῃ. Τί λέγω; καὶ ἔχω ἐγὼ ἀνάγκην διὰ τὴν θρησκείαν μου καὶ τὴν ἐκκλησίαν μου νὰ περιορίσω τὰς ἄλλας θρησκείας καὶ τὰ ἄλλα φρονήματα; καὶ μήπως ἐπὶ τῶν Ἀποστόλων ὑπῆρχον Χριστιανοὶ μόνον; καὶ μήπως δὲν ὑπῆρχον εἰδωλολάτραι εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ἐποχάς; καὶ μήπως δὲν ὑπῆρχον αἱρέσεις τῶν φιλοσόφων οἱ ὁποῖοι ἔφερον τὴν κατάλυσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ῥώμης; καὶ ὅμως οὐδέποτε οἱ Ἀπόστολοι ἀπηγόρευσαν τὰ κηρύγματα ἀλλὰ συνεβούλευον εἰς τοὺς ὀπαδοὺς αὐτῶν καὶ εἰς τοὺς μαθητὰς «Προσέχετε καὶ ἐκλέγετε τὸ καλόν,» Τρίτον μέρος τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ συντάγματος «ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας.» Ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐτέθη διὰ νὰ προφυλάξῃ ἐναντίον τῶν ἐπιβουλῶν διότι φαίνεται, ὅτι τὸ ἐπικρατοῦν πνεῦμα ἦτο πολέμιον εἰς τὴν θρησκείαν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἄρθρον δεύτερον. «Ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν» ἐγὼ δὲν τὸ ἠξεύρω, «ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει μεγάλης ἐκκλησίας καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας.» Τὸ βλέπω εἰς τὰ χαρτιὰ ἀλλὰ δὲν τὸ βλέπω εἰς τὰ πράγματα. Οὐχὶ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε ἀλλ’ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου· «τηροῦσι ἀπαρασαλεύτως ὡς ἐκεῖναι τοὺς δὲ ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ πρὸ πάντων τὰς ἱερὰς παραδόσεις.» Ὁ μέγας Βασίλειος, ἀδελφοὶ, λέγει, ὅτι εἶναι δόγματα καὶ αἱ παραδόσεις· καὶ αὐτὴ ἡ παράδοσις εἶναι δόγμα, ὅλας τὰς παραδόσεις τηρεῖ ἡ ἐκκλησία ἡμῶν; ὄχι, πιστεύετε πρᾶγμα φρικτὸν, ἐὰν σᾶς τὸ εἴπω; τὸ ἐλησμονήσαμεν ὅλοι ἐὰν ᾖναι δόγμα· ὅστις φάγει ἄρτον χωρὶς νὰ κάμῃ τὸ σημεῖον τοῦ τιμίου σταυροῦ, παραβαίνει δόγμα. Καὶ διὰ τοῦτο νὰ μὴ γίνεται λόγος εἰς τὸ σύνταγμα περὶ θρησκείας· ὅπως θέλει ὁ καθεὶς, ἂς τρώγῃ. «Εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος ἐνεργοῦσα ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης ἐκκλησίας τὰ κυριαρχικά της δικαιώματα καὶ διοικεῖται ὑπὸ ἱερᾶς συνόδου ἀρχιερέων.» Τοιαύτη ἡ θέσις τῆς ἐκκλησίας τῆς πρώην Ἑλλάδος. Ὅτι δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὴν θέσιν τῆς ἐκκλ. τῆς Ἑπτανήσου, εἶναι ἀναντίῤῥητον καὶ ἀρκεῖ ἡ ἁπλῆ σύγκρισις τῶν δύω θέσεων ἵνα καταλάβητε τὴν μεγάλην διαφοράν. Ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ διαφορὰ ν’ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα νὰ ἐξακολουθῶσιν οὕτω· δὲν εἶναι ὀρθὸν, πάντοτε ὅμως προτιμώτερον παρὰ νὰ γενῇ νέον σκάνδαλον. Ἐὰν ὅμως θέλετε νὰ φέρετε θεραπείαν συμβουλεύοντες ὄχι διατάσσοντες, διότι τὸ ἀντικείμενον διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα ἡμῶν, ἀλλὰ συμβουλεύοντες ὡς τέκνα τῆς μητρὸς ἐκκλησίας, ἡ ὁποία διετήρησεν τὸν ἐθνισμὸν, τὴν γλῶσσαν καὶ τὸ φρόνημα, ὀφείλετε λέγω, νὰ συμβουλεύετε μέσην τινα κατάστασιν, ἡ ὁποία φέρει τὰ πράγματα εἰς τὴν ἁρμονίαν· τηρεῖται ἡ Εὐρωπαϊκὴ συνθήκη, τηρεῖται ἡ ἐπιθυμία τῆς μεγάλης ἐκκλησίας καὶ ὅλων τῶν ὁμοδόξων 100 ἑκατομμυρίων, διότι ἡμεῖς εἴμεθα ἀσήμαντοι· θεωρήσατε ὅτι εἴμεθα ἀσήμαντοι εἰς τοὺς κόλπους τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, θεραπεύει τὸ φρόνημα τὸ ἀκάθεκτον καὶ φλογῶδες τῆς Ἑπτανήσου· διότι ἐν Ἑπτανήσῳ ζῶμεν ἐν τῇ θρησκείᾳ. Ἐν αὐτῇ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν· ἐκτὸς τῆς θρησκείας δὲν ὑπάρχει ἐθνισμός. Ὁ μόνος ἐθνισμὸς ὅστις ὑπάρχει εἶναι ἡ θρησκεία.
§79ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Καὶ ἡ γλῶσσα.
§80ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μήτε ἡ γλῶσσα· μόνον στοιχεῖον τοῦ ἐθνισμοῦ εἶναι ἡ θρησκεία, ἀφαιρουμένου τοῦ ὁποίου, δὲν ὑπάρχει πλέον ἔθνος, δὲν ὑπάρχει πλέον γένος, δὲν ὑπάρχει πλέον δεσμὸς, δὲν ὑπάρχει πλέον οὐδὲν διὰ τὴν Ἑλλάδα· καὶ ἐὰν, ὃ μὴ γένοιτο, χριστιανοί, ἤθελεν ἀφαιρεθῆ ὁ χαρακτὴρ τῆς θρησκείας ἀπὸ τὴν ἐθνότητα τῶν Ἑλλήνων, ἄλλο δὲν βλέπω εἰμὴ Φράγκους, εἰμὴ Ἀλβανοὺς, εἰμὴ Βλάχους, εἰμὴ Ἀθιγγάνους καὶ Γύφτους, ὄχι ποτὲ Ἕλληνας. Τοιαύτης οὐσίας, τοιούτου ἀποτελέσματος εἶναι ὁ χαρακτὴρ, τὸν ὁποῖον ἡ θρησκεία ἐχάραξεν εἰς τὸ μέτωπον τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους! Ἐν τίνι λόγῳ ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις τοῦ 21; ἐν τίνι λόγῳ ἐχύθησαν ποταμοὶ αἱμάτων; ἐν τίνι λόγῳ κατεστράφη ἡ Ἑλλάς; ἐν τίνι λόγῳ ἐπαναστάτησαν καὶ τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οὐδὲν κοινὸν ἐθνολογικὸν ἔχουν μετὰ τῆς Ἑλλάδος; καὶ οἱ Σέρβοι, καὶ οἱ Βλάχοι, καὶ οἱ Μολδαυοὶ, καὶ τὸ Μαυροβούνιον, καὶ ἡ Ἀσία, καὶ ἡ Αἴγυπτος καὶ ὅπου προσκυνεῖται ὀρθοδόξως ὁ Σωτὴρ ἡμῶν ὁ Χριστός; Ὄχι βεβαίως διὰ καταγωγὴν, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ μόνον διὰ τὴν διατήρησιν τῆς συνειδήσεως, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν θρησκείαν, διὰ τὴν ἐκκλησίαν· θέλετε ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἰδῆτε, ὅτι ὁ μόνος χαρακτὴρ, ὁ μόνος δεσμὸς, εἶναι ὁ θρησκευτικός; Οἱ Ἀλβανοὶ τῆς Ἠπείρου εἶναι ὀρθόδοξοι εἶναι Ἕλληνες· ἅμα εἰσεχώρησεν ὁ ὄφις τοῦ Παππισμοῦ εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ τὸ ἥμισυ αὐτῆς ἐγένετο Παππικὸν, δὲν εἶναι Ἕλληνες· καὶ τοιαύτης οὔσης τῆς θρησκείας τολμῶμεν ἡμεῖς νὰ φέρωμεν τὴν παραμικρὰν μεταβολὴν, ὥστε ἀπὸ μεταβολῆς εἰς μεταβολὴν νὰ εὑρεθῶμεν μεμονωμένοι ἀπὸ ὅλον τὸ κυρίως Ἑλληνικὸν Ἔθνος καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους Χριστιανούς; καὶ εἴθε, εἴθε, νὰ ἦτο ἠλευθερωμένον ὅλον τὸ ἑλληνικὸν τὴν καταγωγὴν γένος διότι τότε ἤθελον εἰπῆ εἰς τοὺς ἐθνικοὺς, ὅτι τὸ ἔθνος ἠλευθερώθη, τί ἔχομεν ἡμεῖς νὰ κάμωμεν μὲ ἄλλην ἐθνότητα ἄλλης γλώσσης, ἄλλης καταγωγῆς, ἄλλου μέλλοντος; νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν κυρίως ἐκ καταγωγῆς ἐθνότητά μας. Ἀλλὰ δύναται Ἕλλην καὶ πληρεξούσιος ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει νὰ εἴπῃ ποτὲ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπηλευθερώθη; δὲν εἴμεθα τὸ τέταρτον, ἵνα μὴ εἴπω, τὸ δέκατον τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους, καὶ ἐὰν λοιπὸν θέλετε, ἀπὸ μεταβολῆς εἰς μεταβολὴν νὰ ἀπομονώσητε τὴν Ἑλλάδα, παραιτεῖτε καὶ μέλλον, παραιτεῖτε καὶ ἔθνος, παραιτεῖτε καὶ γένος, καὶ ἄλλο δὲν θὰ μείνωμεν εἰμὴ ὀλίγοι, ἐνασχολούμενοι περὶ τὴν κοιλίαν καὶ τὰ ὑπὸ τὴν κοιλίαν. (Εὖγε). Ἐὰν ἐξεναντίας θελήσητε νὰ δώσητε ἀκρόασιν εἰς τὸ εἶδος τῆς ἀφομοιώσεως, τὸ ὁποῖον ταπεινῶς προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν θέλετε εἰπῆ, ὅτι ἐπανέρχεται ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ἐλπίς. Τί προτείνω εἰς τὴν τροπολογίαν τῶν δύω ἄρθρων τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος; οὐδέν· μικρότατον μέρος· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τέλος πάντων πρέπει ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ ἔθνος τὴν ὕπαρξίν του, ὅ ἐστὶν ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου, τοῦ ὅλου γένους τὴν ὁποίαν προτείνω· τὴν σήμερον ἡμεῖς θέλομεν κέντρον· τὸ κέντρον πρέπει νὰ ᾖνε νοητικόν· τοιοῦτον νοητικὸν κέντρον δὲν ὑπάρχει τὴν σήμερον ἐδῶ, ἀλλ’ ὑπάρχει ἀλλοῦ καὶ πέριξ ἐκείνου πρέπει νὰ συγκεντρωθῶμεν ὅλοι, καὶ ὄχι αὐτὸ τὸ κέντρον μηδενίζοντες καὶ διασύροντες νὰ νομίζωμεν ὅτι εἴμεθα δὲν λέγω ὀρθόδοξοι, ἀλλ’ οὔτε κἄν Ἕλληνες. Ποῖός ποτὲ εἰς τὸν κόσμον εἶχε αὐτὴν τὴν δόξαν ἡ ὁποία ὑπερβαίνει πᾶσαν ἐθνικὴν δόξαν τοῦ νὰ ἔχωμεν οἰκουμενικὸν Πατριάρχην ἐκ τοῦ γένους ἡμῶν; Ἐὰν θεωρήσωμεν κέντρον αὐτὸ, ἔχομεν τὴν πρωτοκαθεδρίαν εἰς ὅλην τὴν Ἀνατολήν· ἐὰν ἔχωμεν τὸ κέντρον ἡμεῖς, βεβαίως καὶ αὐτὸς, ὅστις εἶναι τὸ κέντρον, θέλει εὐλογήσει, καὶ ἡ εὐλογία του θέλει ἐπιφέρει τὴν εὐτυχίαν καὶ τὴν εὐημερίαν. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἐφαίνετο, ὅτι ἐπέπεσεν ὅλη ἡ μανία τοῦ κόσμου εἰς τοὺς λογιωτάτους, εἰς τοὺς ἀμαθεστάτους, εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τῆς ξένης προπαγάντας ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν· ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίζεται ἡ μεγάλη ἐκκλησία, ἐξευτελίσθη· ἐνῷ ἔπρεπε δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ προάγηται, διεῤῥήχθη πᾶς ἡμῶν δεσμὸς μετ’ αὐτῆς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ προσφέρωμεν, ὡς ἐπὶ τῶν ἀποστόλων, τὸ δηνάριόν μας εἰς τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν, ἔστω καὶ εὑρισκομένην ὑπὸ δουλείαν πολιτείας, ποτὲ ὅμως ἐκκλησίας, ἐνῷ, λέγω, ἔπρεπε νὰ προσφέρωμεν τὸ δηνάριόν μας εἰς αὐτὴν, κατηργήσαμεν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς μεγάλης ἐκκλησίας ἐν τῷ ἐδάφει τῆς Ἑλλάδος. Δημεύετε, δημεύετε τὰ μοναστήρια τῆς Ἑλλάδος, ἔρχεται ἡ θεία δίκη, καὶ θέλουσι δημευθῆ ἀπὸ ἄλλα ἔθνη, καὶ οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι θὰ φωνάζετε, εἶσθε ὑμεῖς, ἀλλ’ εἶσθε ἀναπολόγητοι, διότι σεῖς εἶσθε τὸ σκάνδαλον, σεῖς ἐδόσατε ἀφορμὴν, διότι πρῶτοι σεῖς ἐξεβιάσατε καὶ ἀπεσκυβαλίσατε τοὺς Πατριάρχας καὶ τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν ὧν ἐδημεύσατε τὰ κτήματα, σεῖς ἐζητήσατε τὸ αὐτοκέφαλον, τὸ ἀνόητον, τὸ ἀντιχριστιανικὸν αὐτοκέφαλον τῆς ἐκκλησίας (θόρυβος).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε Κύριοι, ἡσυχία.
§82ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰς πεποιθήσεις οὐδεὶς δύναται νὰ διαταράξῃ πρὸ πάντων, ὅταν ᾖναι θρησκευτικαί.
§83ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ αὐτοκέφαλον θέλετε; νὰ τὸ ἔχετε. (γέλως) Ἀλλὰ μὴ ἀπαιτήσετε, ὅταν σεῖς κηρύττεσθε αὐτοκέφαλοι, καὶ ἄλλο ἔθνος τὸ ὁποῖον ἔχει ὀλιγωτέρους δεσμοὺς μὲ τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν, νὰ κηρύττεται αὐτοκέφαλον καὶ αὐτό. Καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ εἶπον εἰς τὰ 52 νὰ κηρυχθῇ αὐτοκέφαλος καὶ ἡ Ἑπτάνησος, νὰ κηρυχθῇ αὐτοκέφαλος ἡ Βλαχία, αὐτοκέφαλον τὸ Μαυριβούνιον, αὐτοκέφαλος ἡ Σερβία, αὐτοκέφαλοι ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι αἱ ὑπαγόμεναι εἰς τὸν οἰκουμενικὸν θρόνον, θέλετε; δὲν θέλετε διότι ἅμα ἠκούσατε, ὅτι οἱ Βούλγαροι ἀπαιτοῦν τὴν ἐκκλησίαν αὐτῶν ἀνεξάρτητον ὠρύεσθε ὡς λέοντες, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ χειροκροτήσητε τοὺς Βουλγάρους. Μόνον ἡμεῖς δὲν ὠφείλομεν νὰ χειροκροτήσωμεν αὐτοὺς διότι δὲν ἐγκρίνομεν τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας· ἡμεῖς ἤμεθα συνεπεῖς, σεῖς ἀσυνεπεῖς, σεῖς ἐδημεύσατε τὰ μοναστήρια τῶν ξένων· δικαίως οἱ Βλάχοι ἐδήμευσαν τὰ μοναστήρια τῆς μεγάλης ἐκκλησίας (θόρυβος). Ἔρχομαι εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ἁρμονίαν, τὴν εἰρήνην, τὴν ἀγάπην καὶ τὴν εὐλογίαν μεταξὺ τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων. Μὲ ὅλην τὴν πρᾳότητα, μὲ ὅλην τὴν ἀγάπην ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου ἐπὶ 18 αἰῶνας ἦτο πραγματικῶς ἡνωμένη μὲ τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν, καὶ πραγματικῶς ἐπὶ 18 αἰῶνας οὐδέποτε παρεπονέθη, οὔτε αὐτὴ οὔτε ἡ ἐκκλησία, οὔτε οἱ διέποντες τὰς τύχας τῆς Ἑπτανήσου ξένοι, διότι ὁ δεσμὸς ἦτο πνευματικὸς, ἦτο χριστιανικὸς καὶ ἀποστολικὸς, τὸ μνημόσυνον, τὸ μύρον καὶ αἱ ἐκδόσεις· ἰδοὺ ἡ κατά τινας φοβερὰ πρότασις τῆς ἐκκλησίας πρὸς τὴν πατρίδα. Ἐὰν εὐδοκήσητε, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπαιτῶ καὶ ἀπὸ τὴν θρησκείαν καὶ ἀπὸ τὴν συνείδησίν σας, πρὸ πάντων νὰ μὴ χωρίσητε αὐτὸ ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τοῦ μέλλοντος, τὸ ὁποῖον νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν μὲ βαθύνοιαν, ἐλπίζω, ὅτι θέλετε ἐπικυρώσει τὴν ἀφομοίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς μετὰ τῆς μεγάλης ἐκκλησίας. Αἱ προταθεῖσαι τροπολογίαι εἶναι ἁπλούσταται, εἶναι σύμφωνοι μὲ τοὺς κανόνας, εἶναι σύμφωνοι μὲ τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους, εἶναι σύμφωνοι μὲ τὸ λαμπρὸν μέλλον καὶ μὲ τὰς ἐλπίδας του· ἐὰν πεισθῆτε ὅτι ταῦτα πάντα συνενοῦνται εἰς αὐτὴν τὴν τροπολογίαν παρακαλῶ νὰ τὴν παραδεχθῆτε. Περὶ θρησκείας. Ἄρθρον 1. Ἡ θρησκεία τοῦ Ἔθνους εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἐπικρατοῦσα ἐν Ἑλλάδι, καὶ προστατευομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους· πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία εἶναι ἀνεκτὴ, ἐκτελοῦσα ἀκωλύτως τὰς λατρείας αὐτῆς ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἀπαγορευομένου, κτλ. Μὴ θέλετε νὰ φέρωμεν φιλολογικὴν συζήτησιν, διότι τὴν ἀπάντησιν εἰς τὰ τότε γραφέντα τὴν ἔχω ἑτοίμην καὶ θέλετε ἰδεῖ τὰς βλασφημίας, τὰς ἀνοησίας καὶ τὰς μωρολογίας τὰς τότε γραφείσας. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν εἴμεθα οὔτε ἱερεῖς, οὔτε φιλολόγοι, ἡμεῖς εἴμεθα πληρεξούσιοι ἔθνους, ἡμεῖς ἀναχωροῦμεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῶν καθεστώτων, ποῖα τὰ καθεστῶτα καὶ αὐτὰ νὰ τηρήσωμεν. Ἐὰν τὰ καθεστῶτα τοῦ 1821, ἔστω καὶ τῶν 1833, ἦσαν αὐτὴ ἡ κατάστασις τῆς ἐκκλησίας, αὐτὴν ὀφείλετε νὰ ἐξακολουθήσετε, χωρὶς νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰ διὰ μέσον, διότι εἶναι ἄκυρα ὡς ἔργα τῆς βίας, τῆς ἀπάτης καὶ τῆς πειθανάγκης. «Ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀναγνωρίζει τὸν ἀρχιεπίσκοπον αὐτῆς·» εἰς τί συνίσταται ἡ ἀναγνώρισις αὕτη; «τὸν οἰκουμενικὸν Πατριάρχην μνημονευόμενον ὑπὸ τοῦ μητροπολίτου Ἀθηνῶν, καὶ χορηγοῦντα τὸ μύρον καὶ τὰς πρὸς χειροτονίαν τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀρχιερέων ἐκδόσεις.» Τὰ δύο ὑπάρχουν, τὸ μνημόσυνον τὸ ἔχει ὁ πατριάρχης, καίτοι κακῶς· τὸ μύρον τὸ χορηγεῖ καί τοι κακῶς, αἱ πρὸς χειροτονίαν ἐκδόσεις θέλουν ἐκδίδεσθαι ὡς ἐξεδίδοντο πρὸς τὴν Ἑπτάνησον. Ποτὲ Πατριάρχης δὲν ἔφερεν ἀντίῤῥησιν, ποτὲ δὲν ἔγεινε ῥᾳδιουργία, ποτὲ δὲν ᾐσθάνθημεν τὴν πίεσιν οἱασδήποτε ξένης πολιτικῆς· καὶ ἂν ποτὲ ἐπράττετο καὶ κακόν τι, οἱ χριστιανοὶ τὸ ὑπέφερον χάριν τῆς ἑνότητος, χάριν τῆς ἀγάπης· ἀλλὰ τὰ ὑπόλοιπα εἶναι πρὸς δόξαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἑπτανήσου σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνας καὶ σύμφωνα μὲ πᾶσαν φρόνιμον καὶ σοφὴν πολιτείαν. «Οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐνεργοῦσι τὰ ἀρχιερατικὰ αὑτῶν καθήκοντα κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐκκλησίας ἀνεξαρτήτως ὁ εἷς ἀπὸ τοῦ ἄλλου.» Γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ συνείδησις ὅλων τῶν ἐπισκόπων τοῦ βασιλείου· ὡμίλησα μὲ ἐμπείρους τοῦ τόπου τούτου, καὶ ὅλοι μοὶ εἶπον, ὅτι ἡ ἱερὰ σύνοδος δὲν ἐνεργεῖ κανονικῶς, οἱ ἐπίσκοποι δὲν ὑπακούουσι, διότι ὁδηγοῦνται ἀπὸ ἐπισκοπικὸν πνεῦμα, τὸ ἀποστολικὸν, ὅτι ἕκαστος ἐπίσκοπος εἶναι ἀπόλυτος εἰς τὰ ἐπισκοπικά του καθήκοντα. «Ἡ σύναψις τοῦ γάμου τῶν ὀρθοδόξων ἑλλήνων πολιτῶν,» ὥστε ἐξαιροῦνται οἱ πολῖται ἕλληνες οἱ μὴ ὀρθόδοξοι· «καὶ τὸ διαζύγιον ὑπάγονται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐπισκόπων τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.» Ὡς ἐγένετο 18 αἰῶνας, διότι ἀπὸ τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου αἰῶνος ὁ γάμος ἐτελεῖτο cum benedictione ecclesiae, μὲ τὴν εὐλογίαν τῆς ἐκκλησίας. Αὐτὰ εἶναι τὰ καθεστῶτα, κατ’ αὐτὰ ἐνήργει τὰ καθήκοντα ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία, καὶ ἂν τοῦτο γείνῃ καὶ εἰς τὴν πρώην Ἑλλάδα θὰ λάβετε τὴν εὐλογίαν 100 ἑκατομμυρίων ὀρθοδόξων. Ὁ Κύριος Σαρίπολος ἀναβαίνει τὸ βῆμα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι ὁ Κ. Διομήδης, ἔπειτα ὁ Κ. Χ. Τρικούπης καὶ κατόπιν ἄλλοι· ἀλλ’ ὁ Κ. Σαρίπολος ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ζητεῖ τὸν λόγον. (θόρυβος).
§85ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι εἰσηγητής.
§86ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὅτι εἰμὶ εἰσηγητὴς ἀπεδείχθη. Ἐπικαλοῦμαι τὸν κανονισμὸν τῆς Συνελεύσεως καὶ ἁπάντων τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν· ὁ εἰσηγητὴς ἔχει πάντοτε τὸν λόγον, ὁσάκις τὸν ζητήσει, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Συνελεύσεως θέλει σεβασθῆ τὰ καθεστῶτα καὶ δὲν θέλει ἐνδώσει. (θόρυβος).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, ὅταν ὁμιλοῦν πάντες, δὲν ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσῃ ἡ ἐργασία. Ἐγὼ θὰ σᾶς θέσω τὸ ζήτημα, καθήσατε.
§88ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἡ συζήτησις πρέπει νὰ προχωρήσῃ· ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς;
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ λυθῇ ἀμέσως, καθήσατε Κύριοι! Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐζήτησαν διαδοχικῶς τὸν λόγον διάφοροι πληρεξούσιοι· ὁ Κ. Σαρίπολος ὡς εἰσηγητής......
§90ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι. (θόρυβος).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ δὲν εἶναι· ποῖος θὰ τὸ ἀποφασίσῃ αὐτὸ, παρὰ ἡ Συνέλευσις;
§92ΔΑΓΡΕΣ. Ἐὰν ἔχωμεν σκοπὸν νὰ συζητήσωμεν, νὰ τὸ μάθωμεν διὰ νὰ κανονίσωμεν τὸν τρόπον μας. Ἡμεῖς παρακαλοῦμεν τὸν Κ. Πρόεδρον νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ εἰς αὐτὸ καταγίνομαι.
§94ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπιθυμοῦμεν ν’ ἀκούσωμεν καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ· συνιστῶμεν δὲ εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν κατάχρησιν τοῦ λόγου· ὁ Κύριος Σαρίπολος ὡς λαβὼν μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Συντάγματος, ἔστω καὶ ἄν δὲν τὸν θέλουν ὡς εἰσηγητὴν, χρεωστεῖ νὰ ὁμιλήσῃ. (θόρυβος).
§95ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ σαφηνισθῇ....
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ λόγοι εἶναι περιττοί. Καθήσατε, Κύριοι, ἵνα κάμωμεν τακτικὴν συζήτησιν (θόρυβος ἐκ μέρους πολλῶν πληρεξουσίων ὑποστηριζόντων, τῶν μὲν νὰ ὁμιλήσῃ, τῶν δὲ νὰ μὴ ὁμιλήσῃ ὁ Κύριος Σαρίπολος ὡς εἰσηγητής). Διακόπτω τὴν συνεδρίασιν. (Ἐνταῦθα διεκόπη ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπ.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ ἐζήτησαν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· πρὶν δώσω αὐτὸν, παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ κανονισμοῦ, καὶ ἂν ὁ κανονισμὸς καὶ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ κανονισμοῦ φέρῃ συζήτησιν, τότε θέλω δώσει τὸν λόγον, διότι ἂν ἐπιθυμῆτε νὰ προχωρήσωμεν ἀπροσκόπτως, πρέπει τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ λυθῇ σήμερον. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, «Ἄρθ. 45. Ἕκαστον τμῆμα διορίζει προσέτι διὰ σχετικῆς πλειοψηφίας ἕν ἐκ τῶν μελῶν του πρὸς ἀπαρτισμὸν ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπιφορτίζεται νὰ ἐξετάζῃ τὰς πρὸς τὴν Συνέλευσιν ἀναφορὰς τῶν πολιτῶν καὶ νὰ κάμνῃ τὰς ἐπ’ αὐτῶν ἐκθέσεις πρὸς τὴν Συνέλευσιν.» «Ἡ ἐπιτροπὴ......... «Ἄρθρον 46. Ὅταν πρότασίς τις παραπέμπηται εἰς τὰ τμήματα, ἕκαστον τμῆμα ἐκλέγει διὰ σχετικῆς πλειοψηφίας ἕνα εἰσηγητὴν ἐκ τῶν μελῶν του, διὰ ν’ ἀποτελέσῃ μέρος τῆς τῶν εἰσηγητῶν ἐπιτροπῆς, ἥτις κατὰ τὸ ἄρθρον 31 θέλει ἐπιφορτισθῆ νὰ κάμῃ ἔκθεσιν πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Ἅμα τὰ δύο τρίτα τῶν τμημάτων ἐκλέξωσι τοὺς εἰσηγητάς των, οὗτοι συνέρχονται καὶ προβαίνουσιν εἰς τὴν διάσκεψιν. «Ἄρθρον 47. Ἡ τῶν εἰσηγητῶν ἐπιτροπὴ ἐκλέγει ἐκ τῶν μελῶν της δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τὸν εἰσηγητὴν τῆς πρὸς τὴν Συνέλευσιν ἐκθέσεως.» Περὶ δὲ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀγορεύειν· «Ἄρθρον 16. «Οὐδεὶς τῶν πληρεξουσίων δύναται νὰ ἀγορεύῃ πρὶν ἢ ζητήσῃ καὶ λάβῃ παρὰ τοῦ Προέδρου τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν· τὸν ἀγορεύοντα διαδέχεται πάντοτε ὁ ἀντιλέγων, κατὰ τὴν τάξιν τῆς ἐγγραφῆς του. Ὁ θέλων, διαρκούσης τῆς συζητήσεως, ν’ ἀπαντήσῃ εἰς λόγον προσωπικὸν, ζητεῖ τὴν ἄδειαν τοῦ Προέδρου, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ περιορισθῇ εἰς μόνον τὸ προσωπικὸν ζήτημα, μεθ’ ὃ ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις.» «Ἄρθρον 17. Οἱ λαβόντες τὸν λόγον ἀγορεύουσιν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀπὸ τῆς ἕδρας των δὲ, μόνον τῇ συγκαταθέσει τοῦ Προέδρου.» «Ἄρθρον 18. Πᾶς πληρεξούσιος δὶς μόνον ἀγορεύει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, πλὴν ἂν ἡ Συνέλευσις, ἐρωτηθεῖσα παρὰ τοῦ Προέδρου, ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν ν’ ἀγορεύσῃ καὶ ἐκ τρίτου· τὸ αὐτὸ θέλει γίνεσθαι, ὅταν θελήσῃ ν’ ἀγορεύσῃ ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.» Νομίζω, ὅτι ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ κανονισμοῦ δὲν ἐξάγεται, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς, ὁ ὁποῖος ἐξελέχθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς ....
§98ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ μεταβάλλωμεν τὸν κανονισμόν, πρόκειται νὰ τὸν ἑρμηνεύσωμεν διὰ νὰ τὸν ἐφαρμόσωμεν. Ὁ Κύριος Πρόεδρος σᾶς ἀνέγνωσε τὰ σχετικὰ ἄρθρα, ἐκ τοῦ ῥήματος τῶν ὁποίων εἴδατε, ὅτι δὲν ἐξάγεται τὸ δικαίωμα τοῦ εἰσηγητοῦ νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν διαφόρων ῥητόρων, ὅσοι ἀναβαίνουσιν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἵνα ἐκφέρωσι γνώμην. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ κανονισμοῦ δὲν ἐξάγεται τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐξάγεται ὅμως, ἐκ τοῦ πνεύματος τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ᾖναι ἐπικρατέστερον τοῦ γράμματος· φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν, ἀλλὰ νὰ ἑρμηνεύσωμεν διὰ τῶν ἀληθινῶν, διὰ τῶν ὑγιῶν ἀρχῶν, τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, καὶ λέγω, ὅτι ἐξηγεῖται ἐκ τῆς δυνάμεως τῶν διατάξεων αὐτοῦ, καὶ πῶς γίνεται τοῦτο, ἀκούσατε· τὰ διάφορα τμήματα συνερχόμενα ὀνομάζουσιν ἕκαστον ἓν μέλος διὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἐπιτροπὴν, αὕτη δὲ διορίζει τὸν εἰσηγητὴν αὐτῆς, ὅστις θὰ ἀναγνώσῃ καὶ θὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἂν ἐπρόκειτο, Κύριοι, τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μὴ ὑποστηρίζηται, νὰ μὴ ἑρμηνεύηται, νὰ μὴ διαφωτίζηται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐναντίον τῶν διαφόρων δοξασιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναφαίνονται πρὸς τροπολογίαν ἢ ἀνατροπὴν αὐτοῦ, τότε δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κανονισμὸς διατάσσει νὰ ἀναγιγνώσκηται τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ. Ἤρκει νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ νὰ ἀναγινώσκηται ὑφ’ ἑνὸς τῶν γραμματέων. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ εἰσηγητικὴ ἐπιτροπὴ, ἐνεργοῦσα κυρίως ἐκτὸς τῆς δημοσίας συνεδριάσεως, νὰ διορίζῃ ἴδιον εἰσηγητὴν πρὸς σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως· ἂν τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἦτο προωρισμένον διὰ τὴν δημοσιότητα, ἂν εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀναφανῇ ἡ ἑνότης τῶν ἰδεῶν καὶ νὰ ἐνσαρκωθῇ εἰς τὴν γνώμην τοῦ εἰσηγητοῦ, τὸ ἔργον τοῦ εἰσηγητοῦ δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἢ τὸ τοῦ ἁπλοῦ ἀναγνώστου· βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐκ τῆς δυνάμεως τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ ἐξάγεται ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν διαφωνεῖ ὁ Κύριος Πρόεδρος. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, εἶναι καὶ ἡ συμφερωτέρα, διότι συντέμνει τὰς συζητήσεις· ἂν ἕκαστον τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως σύγκειται ἐξ 22 μελῶν, ἐλάμβανε τὸν λόγον, ἵνα ὑποστηρίξῃ μίαν γνώμην, τότε ποῦ ἠθέλαμεν φθάσει; Ἡ γνώμη μου λοιπὸν αὕτη ἀνταποκρίνεται καὶ πρὸς τὸν κανονισμὸν καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς συντομίας τῶν συζητήσεων, ὅθεν ὑποστηρίζω, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς δύναται νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς,
§99ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὁ Κύριος Σαρίπολος διωρίσθη εἰσηγητὴς ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ πολιτεύματος, περὶ τούτου ἀπόκειται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἀποφανθῇ, πρόκειται ὅμως σήμερον νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, ἂν δύναται ἕκαστος τῶν εἰσηγητῶν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ἑνὸς τῶν ῥητόρων νὰ ἔρχηται κατόπιν καὶ νὰ ἀγορεύῃ· νομίζω, ὅτι ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην, ποτὲ δὲν θὰ τελειώσωμεν, διότι ὁ εἰσηγητὴς, ἂν ζητήσουν 15 τὸν λόγον, θὰ ἔρχηται νὰ ἀγορεύῃ δεκαπεντάκις, καὶ μάλιστα ὁ Κ. Σαρίπολος. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὁ κανονισμὸς δὲν δίδει προνόμιον εἰς τὸν εἰσηγητήν. Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Κ. Σαρίπολος, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος εἰσηγητὴς ν’ ἀγορεύῃ, ὁσάκις κατὰ σειρὰν ζητήσει τὸν λόγον; ὡς ἤκουσα, εἶναι 7 οἱ εἰσηγηταὶ, ἂν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ εἷς ν’ ἀγορεύῃ, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ὁ ἄλλος, τότε ποῦ θὰ καταντήσωμεν! ὀφείλει λοιπὸν νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον κατὰ σειρὰν, καὶ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ ἤδη τὸ ζήτημα, διότι ἄλλως δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, διότι ἄλλως ἡ συζήτησις θὰ παραταθῇ ἐπ’ ἄπειρον· ἡ Συνέλευσις λοιπὸν πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ὅτι, ἐπειδὴ τὸ γρᾶμμα τοῦ κανονισμοῦ δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν εἰσηγητὴν νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον πάντοτε, ὁσάκις θέλει, ἀλλ’ ὁσάκις τὸν ζητήσει κατὰ σειράν, ὁ Κ. Σαρίπολος δὲν δύναται ἑκάστοτε νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον. Ὁ Κ. Κόκκινος, εἶπεν, ὅτι οὕτως θὰ συντέμνωμεν τὰς συζητήσεις καὶ ἐγὼ λέγω τὸ ἐναντίον, ὅτι θὰ τὰς παρατείνωμεν ἂν δώσωμεν ἀπολύτως τὸν λόγον εἰς τὸν Κ. Σαρίπολον (θόρυβος).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις περὶ τῆς ἐννοίας.
§101ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὡμολογήσατε, ὅτι ἐπεκράτησε καὶ τότε καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς τὰ κοινοβούλια τῆς Εὐρώπης, νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς, οἱαδήποτε ἂν ᾖ ἡ σήμερον ἀπόφασις ὑμῶν μὲ ἀρκεῖ· ἡ ὁμολογία σας θέλει φέρει χαρακτῆρα καθαρῶς προσωπικόν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἐγένετο δεκτόν.
§103ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ θέσητε τὸ ζήτημα λίαν καθαρῶς, ὅτι τοῦ λοιποῦ μόνον αἱ διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ ἰσχύουσιν, ὅπως εἶναι γεγραμμέναι, διότι δυστυχῶς ὁ κανονισμὸς δὲν φυλάτεται παρ’ ἡμῖν πάντοτε οὔτε κατὰ γράμμα οὔτε κατὰ πνεῦμα, καὶ θέλω σᾶς ἐνθυμήσει πράξεις ῥητὰς, αἵτινες πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐγένοντο.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὁμιλῶ ὑπὲρ τοῦ κανονισμοῦ, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παραβιάσω; Ἀλλὰ, Κύριε Βουδούρη, πρὶν ἐγὼ ἐκφέρω τὸ θέμα, πῶς ἔρχεσθε νὰ κάμητε παρατηρήσεις! Θέλω ἐρωτήσει τὴν Συνέλευσιν, ἂν παραδέχηται, ὅτι κατὰ τὸν κανονισμὸν ὁ εἰσηγητὴς δὲν δύναται νὰ διακόπτῃ τὴν σειρὰν τῶν ἀγορευόντων, καὶ νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Συνελεύσεως.
§105ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη προαποφασισμένον διὰ παραδόσεων καὶ ἕξεων πολλῶν ἐτῶν, διότι εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησεν ἡ ἕξις καὶ τὸ ἔθιμον, ὅτι ὁσάκις εἰσηγητὴς ἢ ὑπουργὸς ζητήσῃ τὸν λόγον, πάντοτε τῷ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐπὶ τῆς οὐσίας· τώρα εὑρισκόμεθα εἰς τὴν θέσιν τῶν θεμάτων.
§107ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει, Κύριε Πρόεδρε, νὰ γνωρίζωμεν καλῶς ἐπὶ τίνος θὰ ψηφοφορήσωμεν. Παρ’ ἡμῖν πάντοτε καὶ ἐν ταῖς Βουλαῖς καὶ εἰς τὸ σῶμα τοῦτο ἐπεκράτησε τὸ ἔθιμον, ὁσάκις εἰσηγητὴς ζητήσῃ τὸν λόγον, νὰ τὸν λαμβάνῃ. Τοῦτο συνέβαινε καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παρακαλῶ τὸν Κύριον Χρηστίδην νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις, διότι τότε ἦτο ὑπουργὸς, ὁσάκις ἐζήτει τὸν λόγον δὲν τὸν ἐλάμβανε, ὡς καὶ ὁ Κύριος Ἀντωνόπουλος ὡς εἰσηγητής· ἐπειδὴ δὲ τὴν σήμερον πρόκειται διὰ μιᾶς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐξαλειφθῇ μία ἕξις πολλῶν ἐτῶν, παρακαλῶ, τὸ θέμα νὰ ᾖναι καθαρὸν καὶ νὰ τεθῇ οὕτως, ὥστε καὶ τοῦ λοιποῦ νὰ μὴ δύναταί τις νὰ τὸ διαμφισβητήσῃ. Ἐπομένως παρακαλῶ νὰ τεθῇ ῥητῶς, ἂν ἡ Συνέλευσις ἐγκρίνῃ νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ μέχρι τοῦδε ὑπάρξασα ἕξις· οὕτως ἐννοῶ ἐγὼ τὸ ζήτημα.
§108ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα ἂν πρέπῃ νὰ τεθῇ σήμερον ζήτημα, ἂν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ἑκάστοτε πρὸς ἀπάντησιν ἢ πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν ἀντιφρονούντων. Τὸ ἀμφισβητῶ σπουδαίως, καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ, ὅτι ῥητὴ ἐντολὴ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, ἧς ὑπάρχει μέλος, εἶναι νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἔκθεσιν· (Συνομιλίαι καὶ θόρυβος ἐκ πολλῶν πληρεξουσίων πέριξ τῆς τραπέζης τῶν στενογράφων). Ὁ Κύριος Σαρίπολος τὴν σήμερον ὡς εἰσηγητὴς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ὁπόταν θέλῃ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ μείνῃ ἀκράδαντος εἰς τὸ γράμμα τοῦ κανονισμοῦ, ἵνα μὴ ὡς ἐκ τούτου προέρχηται σύγχυσις καὶ ὀχλαγωγία.
§109ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§110ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἀδικοῦμεν ἑαυτοὺς ἂν κάμωμεν τόσον θόρυβον περὶ τοιούτων ἀντικειμένων. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον.... (θόρυβος). Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν διώρισεν οὐδένα εἰσηγητὴν (θόρυβος).....
§111ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις ψηφοφορήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ κανονισμοῦ, ἂν γίνῃ παραδεκτὸν, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς δύναται νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ὁσάκις θέλῃ, θέτομεν τὸ βʹ. ζήτημα, εἶναι ὁ Κύριος Σαρίπολος εἰσηγητὴς, ναὶ ἢ ὄχι; Ἀκούσατε σᾶς θέτω τὸ ζήτημα· «ἂν ἡ Συνέλευσις παραδέχηται, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διακόπτῃ τὴν σειρὰν τῶν ἐγγραφέντων, ἵνα ἀγορεύσωσιν......»
§113ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὰ ζητήματα, Κύριε Πρόεδρε, τίθενται πάντοτε θετικῶς καὶ ὄχι ἀρνητικῶς.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτῃ τὴν σειρὰν τῶν ἐγγραφέντων ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Συνελεύσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...... (θόρυβος, διακόπτεται). Ὁ κανονισμὸς λέγει ὅτι, «Πᾶς πληρεξούσιος δὶς μόνον ἀγορεύει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, πλὴν, ἂν ἡ Συνέλευσις ἐρωτηθεῖσα παρὰ τοῦ Προέδρου, ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν νὰ ἀγορεύσῃ καὶ ἐκ τρίτου· τὸ αὐτὸ θέλει γίνεσθαι, ὅταν θελήσῃ ἵν’ ἀγορεύσῃ ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.
§115ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ εἰσηγητοῦ.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἐνταῦθα. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν ὅτι ὁ εἰσηγητὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτῃ τὴν σειρὰν τῶν ἐγγραφῶν τῶν ἀγορευόντων ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Συνελεύσεως, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι (διακόπτεται).
§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅτι ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Συνελεύσεως, ποῖος δύναται νὰ βιάσῃ τὴν Συνέλευσιν; δὲν τὴν βιάζουν οὔτε αἱ λόγχαι.
§118ΜΙΛΗΣΗΣ. Νὰ τεθῇ «χωρὶς νὰ ζητηθῇ πρὸς τοῦτο εἰδικῶς ἡ συγκατάθεσις τῆς Συνελεύσεως.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτως καὶ ἐγὼ εἶχον θέσει τὸ ζήτημα.
§120ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς βεβαίως ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Συνελεύσεως δὲν δύναται ν’ ἀγορεύσῃ. Τὸ ζήτημα εἶναι «δύναται ὁ εἰσηγητὴς ν’ ἀγορεύσῃ χωρὶς νὰ ζητήσῃ νὰ ἐγγραφῇ προηγουμένως;» ἰδοὺ ἡ μόνη εἰλικρινὴς θέσις τοῦ ζητήματος.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χωρὶς νὰ ᾖναι ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ ἡ συγκατάθεσις τῆς Συνελεύσεως.
§122ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἡ Συνέλευσις πάντοτε εἶναι ἀνωτέρα τοῦ δικαιώματος τοῦ εἰσηγητοῦ, καὶ ὅταν ἡ Συνέλευσις δὲν θέλῃ, δὲν δύναται βεβαίως ὁ εἰσηγητὴς νὰ ἐξακολουθήσῃ παρὰ τὴν γνώμην αὐτῆς· τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τεθῇ καθαρῶς καὶ εἰλικρινῶς.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα λοιπὸν τίθεται ὡς ἑξῆς· «Ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς δύναται κατὰ τὸν κανονισμὸν ν’ ἀγορεύῃ ὁσάκις τὸ ζητήσῃ χωρὶς νὰ φυλάττῃ σειρὰν ἐγγραφῆς».
§124ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. «Ὡς ἐγίνετο μέχρι τοῦδε». Αὐτὸ νὰ προστεθῇ.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δοιπὸν, Κύριοι, οἱ παραδεχόμενοι τὸ ζήτημα, ὡς ἀνεγνώσθη νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη.
§126ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ μεγίστης θλίψεως, Κύριοι, ἤκουσα ἐκφερομένας ἐκ στόματος ἀνδρὸς, πολλὰ μοχθήσαντος ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ἤκουσα ἐκφερομένας ἰδέας, τῶν ὁποίων ἡ παραδοχὴ δὲν θὰ εἶχεν ἄλλο ἀποτέλεσμα, παρὰ ν’ ἀπεκαθίστα τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἡμιτελῆ. Ἔναυλοι εἶναι εἰσέτι εἰς τὰς ἀκοάς μας οἱ ἐκφωνηθέντες ἐν τῇ τελευταίᾳ Ἰονίῳ βουλῇ λόγοι, ἀποκρούοντες πάντα περιορισμὸν τῆς ἑνώσεως. Ἡ τελευταία Ἰονικὴ Βουλὴ ἐθεώρησε τὴν ἕνωσιν ἀνεξάρτητον πάσης συνθήκης, ἀνωτέραν πάσης συνθήκης. Ὑπεγράφη, Κύριοι, συνθήκη, καὶ τὴν ὑπογραφεῖσαν συνθήκην θὰ σεβασθῶμεν ὅλοι, διότι σεβόμεθα ἑαυτοὺς, σεβόμεθα τὴν ὑπογραφήν μας. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρὸ πολλοῦ ἐξεδόθη τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ πολλοῦ ἤδη χρόνου ὑπεγράφη καὶ ἡ συνθήκη. Ἡ συνθήκη συνωμολογήθη πρὸς ξένας Δυνάμεις· ἦλθέ τις τῶν ξένων τούτων νὰ παραπονεθῇ κατὰ τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος; Ἦλθεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Ἰακωβάτος· αὐτοῦ ὑπῆρξεν ἡ πρώτη φωνὴ, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν κατὰ τῆς πλήρους ἑνώσεως τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Ἑπτανήσου ὡς πρὸς τὸ θρησκευτικὸν ζήτημα. Ἔχομεν, Κύριοι, ὑπουργεῖον, ἔχομεν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν· ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι τὰ ἄρθρα ταῦτα τοῦ Συντάγματος ἤθελον θεωρηθῆ παρά τινων Δυνάμεων ὡς παράβασις τῆς Συνθήκης, δὲν ἤθελον ἐλθεῖ οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι ἄνδρες, καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ, νὰ εἰδοποιήσωσι τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὀλισθαίνει; νὰ τὴν εἰδοποιήσωσιν, ὅτι, μὴ μελετήσασα ἴσως καλῶς τὴν Συνθήκην, θὰ παραδεχθῇ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀντιφάσκουν εἰς τὰς ἰδίας ὑποχρεώσεις; Οὐδὲν, Κύριοι, τοιοῦτον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ εἴπωμεν, ἐγὼ δὲ ἔχω προσωπικῶς τὴν πεποίθησιν, ὅτι δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Συνθήκη οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν, ὁποίαν τῇ ἀπέδωκαν. Ἐνόμισεν ἄρα ὁ ἀξιότιμος Κ. Ἰακωβάτος, τοῦ ὁποίου τὸν πατριωτισμὸν ὡς εἴ πέρ τις καὶ ἄλλος ἐκτιμῶ καὶ ἐγὼ, ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Συνθήκη ὑπεγράφη διὰ νὰ σχηματίσῃ δεσμὸν μεταξὺ Ἑπτανήσου καὶ Ἑλλάδος; ἐνόμισεν, ὅτι ἐχρειάζετο διὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος δεσμὸς Συνθήκης; Ὄχι, Κύριοι! ἡ Ἑλλὰς ἡνώθη μετὰ τῆς Ἑπτανήσου δι’ αἰσθήματος ἀδελφικῆς ἀγάπης· ἡνώθη μετὰ τῆς Ἑπτανήσου, διότι συνδέεται μετ’ αὐτῆς ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς προπατορικῆς ἡμῶν ἱστορίας, συνδέεται μετ’ αὐτῆς ὑπὸ κοινῆς γλώσσης, ὑπὸ κοινῆς θρησκείας, ὑπὸ κοινῆς πατρίδος· συνδέεται μετ’ αὐτῆς διὰ τοῦ ἀγῶνος τοῦ 1821, συνδέεται μετ’ αὐτῆς διὰ τῶν ἀγώνων τῶν Ἰονίων Βουλῶν ἀπὸ τῆς 9, ἐν ᾗ παρεκάθητο καὶ ὁ ἀξιότιμος Κύριος Ἰακωβάτος. Ἐν τῷ αἰῶνι, ἐν ᾧ ζῶμεν, εἷς μόνον σύνδεσμος ὑπάρχει μεταξὺ τῶν λαῶν, εἶναι δὲ οὗτος ἡ θέλησις τῶν λαῶν (εὖγε, εὖγε). Ἀληθῶς, ἡ θέλησις ὑπῆρχε καὶ πρὸ τῆς ἑνώσεως, καὶ ἡ ἕνωσις δὲν ἐπληροῦτο, διότι ὑπῆρχε μεσότοιχον μεταξὺ τῶν δύω λαῶν. Ἡ συνθήκη ἦρε τὸ μεσότοιχον, καὶ αὐτομάτως οἱ δύω λαοὶ εὑρέθησαν ἐν ταῖς ἀγκάλαις ἀλλήλων· ὥστε, Κύριοι, πρὸς θεοῦ! μὴ ὁμιλῶμεν περὶ Συνθήκης, ὅταν πρόκειται περὶ τῶν ἀδελφικῶν σχέσεων Ἑπτανήσου καὶ Ἑλλάδος. Ἠξεύρω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Κ. Ἰακωβάτος παρεκινήθη εἰς ὅσα εἶπεν ὑπὸ αἰσθήματος ὑψηλοῦ· ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἴσως, διὰ τῆς προτάσεώς του ἐνόμισεν, ὅτι συνενοῖ τὴν Ἑλλάδα μετὰ τῶν δούλων Ἑλλήνων. Ἀλλὰ ὡς τὴν συνενοῖ τὴν ὑποτάσσει εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ ὅλοι θέλομεν νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἀλλ’ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἐλευθέραν, οὐχὶ δούλην (εὖγε, εὖγε). Ἀλλὰ ὁ Κύριος Ἰακωβάτος καλῇ τῇ πίστει παρερμήνευσεν ἐντελῶς τὴν Συνθήκην καὶ, ἐὰν θεωρῶ πάντη περιττὸν, ὡς πρὸς τὰς σχέσεις ἡμῶν πρὸς τὴν Ἑπτάνησον, τὴν ἑρμηνείαν διεθνοῦς συμβάσεως, ἥτις οὐδόλως ἀφορᾷ τὰς σχέσεις ταύτας, καὶ, ἂν καὶ ἠξεύρω, ὅτι ἐξωτερικῶς οὐδεμίαν ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν ἀνάμιξιν ὡς πρὸ τὸ ζήτημα τοῦτο, οὐχ’ ἧττον νομίζω καλὸν νὰ δείξω, ὅτι ἡ συνθήκη αὕτη, τὸ ἄρθρον 4, παρηρμηνεύθη, ἢ μᾶλλον παρεννοήθη παρὰ τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου. 13... Τί λέγει, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 4; «ἡ μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἕνωσις τῆς Ἡνωμένης πολιτείας τῶν Ἰονίων Νήσων οὐδαμῶς ἀκυρώσει τὰς ὑπὸ τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας τῶν νήσων καθιερωμένας ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας τῆς λατρείας καὶ τῆς ἀνεξιθρησκείας.» τῆς ἐλευθερίας τῆς λατρείας καὶ τῆς ἀνεξιθρησκείας. Ποῦ εὑρίσκετε ἐνταῦθα τὴν Κωνσταντινούπολιν; «Ἑπομένως,» ἐξακολουθεῖ τὸ ἄρθρον καὶ δίδει ἑρμηνείαν τῶν λέξεων ἐλευθερία τῆς λατρείας καὶ ἀνεξιθρησκεία, τῶν ὁποίων ἄλλως τε ἡ ἔννοια εἶναι καθαρωτάτη, αἱ λέξεις εἶναι εὔληπτοι παρὰ πάντων, «ἑπομένως τὰ καθιερωθέντα θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια ὑπὸ τοῦ Αʹ. καὶ Εʹ. Κεφαλαίου τοῦ Συνταγματικοῦ χάρτου τῆς ἡνωμένης πολιτείας τῶν Ἰονίων Νήσων, καὶ ἰδίως ἡ ἀναγνώρισις τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας ὡς ἐπικρατούσης ἐν ταῖς νήσοις, ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τῆς θρησκείας ἡ χορηγουμένη εἰς τὸ κράτος τῆς προστάτιδος δυνάμεως, κτλ.» Τί σημαίνει ἡ ἑρμηνεία αὕτη ἐξάγεται ἱστορικῶς· τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ἐν τῇ συνθήκῃ τῆς 17/29 Μαρτίου μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τῶν 3 Δυνάμεων, εἶναι ἀντιγραφὴ ἀπαράλλακτος ἐκ τοῦ ἀντιστοίχου ἄρθρου τῆς συνθήκης τῆς 2/14 Νοεμβρίου, συνθήκης ὑπογραφείσης παρὰ τῶν 5 Δυνάμεων, ἄνευ οὐδεμιᾶς συμμετοχῆς οὐδὲ γνώσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἰδοὺ δὲ, Κύριοι, τί συνέβη ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο· Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἀπῄτησε τὴν ἐξασφάλισιν προνομίων τινῶν τῶν καθολικῶν ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ τὴν ἐπέτυχεν ἐν μέρει. Συνετάχθη τὸ ἄρθρον· παρετηρήθη τότε ὑπ’ ἄλλων ἐπιφορτισμένων νὰ φροντίζωσι περὶ τῆς συνταγῆς τῶν ἄρθρων εἰς ἕκαστον κράτος, καὶ νὰ βλέπωσι μὴ τυχὸν βλάπτωνται συμφέροντα ἐθνικὰ, παρατηρήθη ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, ὅτι, γενομένης μνείας περὶ τοῦ καθολικοῦ θρησκεύματος, οὐδεμία ἐγίνετο περὶ τοῦ τῶν διαταρτυρουμένων, καὶ ἠδύνατο νὰ ἐκληφθῇ, ὅτι διατηροῦνται τὰ προνόμια τῶν Καθολικῶν, καὶ οὐχὶ τῶν διαμαρτυρουμένων· ἐτέθη ἄρα τὸ ἄλλο ἐδάφιον. Ἔρχεται τότε καὶ ὁ Πρέσβυς τῆς Ῥωσσίας, ἄγρυπνος φύλαξ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Αὐτοκράτορος, καὶ λέγει· ἂν σεῖς ἀνεφέρητε περὶ τῶν δύω τούτων ἐκκλησιῶν, τί θέλει ὑποτεθῆ περὶ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, ἥτις εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα; Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, τεμάχιον ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔγραφον πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν ἀπὸ 30 10βρίου (12 Ἰανουαρίου) «Ἐπὶ τοῦ τὴν θρησκείαν ἀφορῶντος ἄρθρου ὁ Βαρὼν Βρουνὼφ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἀφ’ ἧς τὰ δικαιώματα τῆς καθολικῆς θρησκείας ἀνεφέροντο, ὤφειλε νὰ ἐπιμείνῃ, ἵνα γείνῃ μνεία καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας ὡς ἐπικρατούσης. Ἐπὶ τοσοῦτον δ’ ὤφειλε νὰ ᾖναι προσεκτικὸς ὡς πρὸς τοῦτο, καθ’ ὅσον ὁ ἴδιος ἦτο διαμαρτυρούμενος.» Λοιπὸν, Κύριοι, τί προέθετο ἡ Ῥωσσία διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου; νὰ καθιερώσῃ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ὀρθόδοξος ἐκκλησία εἶναι καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ᾖναι ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία· τί ἐρχόμεθα ἡμεῖς ν’ ἀντείπωμεν εἰς τοῦτο; Βεβαίως ἡμεῖς τὸ ἄρθρον δὲν τὸ ἠθέλομεν, ὄχι διότι ἐνομίζομεν, ὅτι περιεῖχέ τι ἀπᾷδον πρὸς τὰ ἐν Ἑλλάδι κείμενα, ἀλλὰ, διότι ἐθεωροῦμεν, ὅτι ἐν χώρᾳ, ὁποία ἡ Ἑλλὰς, ὅπου ἡ ἀνεξιθρησκεία ὑπάρχει ἐῤῥιζωμένη εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, ἐν τόπῳ, ὅστις θεωρεῖται πρωτεύων ἐπὶ ἀνεξιθρησκείᾳ, δὲν ἦτον εὐπρεπὲς νὰ φαίνηται ὅτι μᾶς ἐπιβάλλωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν οἴκοθεν παραδεχόμεθα· αὐτὸς ἦτον ὁ μόνος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπεκρούσαμεν αὐτό. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐξάγεται ἐκ τούτου καθαρὰ, ὅτι τὸ μόνον προνόμιον τὸ διὰ τῆς συνθήκης ἐγγυώμενον εἰς τὴν ὀρθόδοξον θρησκείαν, εἶναι τὸ νὰ ᾖναι ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία. Ὥστε καὶ ἐκ τῆς ἑρμηνείας τῆς συνθήκης, καὶ ὡς ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ χαρακτῆρος τῆς συνθήκης, λέγω, ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ ἐπιῤῥεασθῶμεν ἐξ αὐτῆς διόλου. Μένει λοιπὸν τὸ ζήτημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, θὰ ἔχωμεν ἐκκλησίαν αὐτοκέφαλον ναὶ, ἢ ὄχι; Ἔχοντες ἐκκλησίαν αὐτοκέφαλον, θὰ τὴν ἔχωμεν ὁμοῦ μὲ τὴν Ἑπτάνησον, ἢ θὰ ἤμεθα θρησκευτικῶς κεχωρισμένοι; Ἀνέφερε τοιούτους λόγους καὶ ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ἀλλ’ ὅταν ἀνέφερεν αὐτοὺς ἐλησμόνησε βεβαίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ ἴδιος κατόπιν εἶπεν, ὅτι ὁ Ἕλλην δὲν εἶναι μόνον Ἕλλην ὡς πολίτης, ἀλλὰ εἶναι Ἕλλην καὶ τὴν πίστιν· κατὰ τοῦτο διαφέρει ἡ Ἑλλὰς τῶν πλείστων Εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν· ἴδομεν εἰς Εὐρωπαϊκὰ κράτη μεταβολὰς θρησκευτικὰς ἄνευ μεταβολῆς πολιτικοῦ χαρακτῆρος· ἐν Ἑλλάδι δὲν δύναται νὰ γίνῃ μεταβολὴ τῆς θρησκείας ἄνευ μεταβολῆς καὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Ἑλληνικοῦ. Λοιπὸν, Κύριοι, τὸ ζήτημα πρόκειται ἤδη καθαρὸν εἰς τὴν ἀπόφασίν σας. Παριστάμενον οὕτω γυμνὸν ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ, εἶναι τοῦτο· θὰ ἔχωμεν ἐκκλησίαν αὐτοκέφαλον; θὰ ἔχωμεν ἕνωσιν πλήρη μετὰ τῆς Ἑπτανήσου, ναὶ ἢ ὄχι; Οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, νομίζω, ὅτι ἡ ἀπόφασίς σας δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀμφίβολος.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Διομήδης.
§128ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις· ἄλλως δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Παντολέων;
§130ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Καὶ ἐγώ.
§131ΛΟΥΖΗΣ. Εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι, Κύριε Πρόεδρε;
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· καὶ τότε πρέπει ν’ ἀφήσωμεν δι’ αὔριον.
§133ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§134ΣΧΙΝΑΣ. Αὔριον δὲν εἶναι συνεδρίασις, Κύριε Πρόεδρε.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεθαύριον. Ἀλλὰ κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ μένωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν· εἴπομεν νὰ συνερχώμεθα ἀκριβῶς εἰς τὰς 9, καὶ σήμερον συνήλθομεν εἰς τὰς 10 καὶ ½. Ἐκάμαμεν μεταβολὴν τῆς ὥρας διὰ νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκ τῆς πρωΐας, ἀλλ’ οὕτω δὲν ὠφελούμεθα. Λοιπὸν μεθαύριον εἰς τὰς 9. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 2 παρὰ 10).
Ὁ Πρόεδρος
Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Μιχαϊλίδης Νικολαΐδης Σ. Γρίβας Ξυδάκτυλος.