1864.07.18
1.626 στίχοι · 13.749 λέξεις · 138 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 278.
Τῆς 18 Ἰουλίου 1864.
(Σάββατον)
Ὥρα 9 π. μ. Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Βάσσος. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Γρηγοριάδης ἐζήτησε τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν.
§4ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, χθὲς ἐπρότεινα, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ἡ Συνέλευσις νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰσαγωγὴν μηδεμιᾶς προτάσεως, πρὶν ἢ ἀποπερατώσῃ τὸ περὶ ἀγῶνος νομοσχέδιον, ἐκτὸς ἂν ὑπάρξῃ ἀπολύτως ἀναγκαία.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁσάκις γίνεται ἐπερώτησις δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, αἱ ἐπερωτήσεις δὲν εἶναι προτάσεις· καὶ ὁ Κύριος Κατσικαπῆς ἐζήτησε τὸν λόγον δι’ ἑτέραν ἐπερώτησιν.
§6ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Παραχωρῶ εἰς τὸν Κ. Βαλασόπουλον.
§7ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς περὶ τὴν 9 ὥραν τῆς νυκτὸς ἐφωράθη ἓν λεωφορεῖον, μετακομίζον ὅπλα, καὶ διευθυνόμενον ὑπὸ τοῦ Λεωνίδα Βούλγαρη· ἡ ἀστυνομία εἰδοποιηθεῖσα μετέβη εἰς τὸν τόπον, ὅπου τὸ λεωφορεῖον, κατὰ κακήν του τύχην, εἶχεν ὀλισθήσει εἰς αὔλακα, ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν ἀπορίαν τοῦ κόσμου ἡ ἀστυνομία δὲν ἐπελήφθη οὔτε νὰ συλλάβῃ τὰ ὅπλα, οὔτε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν πορείαν τοῦ λεωφορείου. Εἰς αὐτὸ τὸ μεταξὺ ἡ περίπολος τῆς χωροφυλακῆς, ἥτις ἐζήτησε νὰ συλλάβῃ τὰ ὅπλα καὶ νὰ τὰ μετακομίσῃ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τῆς Ἀστυνομίας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου. Ὁ Ἀστυνόμος ἐμπόδισε τὴν ἐκτέλεσιν καὶ δὲν ἔδωσε τὴν ἄδειαν νὰ μετακομίσῃ τὰ ὅπλα ἡ Χωροφυλακή. Ἡ Χωροφυλακὴ ἔκαμεν ἀναφορὰν καὶ ἀνέφερε ταῦτα ὅπου ἔπρεπε.
§8ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πόσα ἦσαν τὰ ὅπλα;
§9ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περίπου ἑκατόν. Αὐτὸ τὸ τελευταῖον γεγονὸς συνδυαζόμενον μὲ τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν τρέχουν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἀνησυχεῖ τὸ κοινὸν, διατὶ ἄνευ αἰτίας προσκαλοῦνται τάγματα ἐθνοφυλακῆς καὶ διανυκτερεύουν ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἐγείρονται στρατεύματα δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ εἷς ὑπόκωφος ψιθυρισμὸς διατρέχει τὴν πόλιν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀσφάλειαν, ὅτι κινδυνεύει ἡ τάξις, ὅτι θὰ γίνῃ διαδήλωσις, καὶ τέλος πάντων τὸ κοινὸν ἔχει δίκαιον ν’ ἀνησυχῇ βλέπων τὰ τοιαῦτα. Ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ μεριμνᾷ ἀείποτε περὶ τῆς ἀσφαλείας, διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τοῦ σεβαστοῦ τούτου Σώματος νὰ προσκαλέσῃ τὸ ὑπουργεῖον νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ τάξις, δι’ ἣν λαμβάνουν τὰ τοιαῦτα μέτρα, διατὶ ἡ Ἀστυνομία δὲν ἐκπληροῖ τὸ χρέος της.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Τώρα νὰ προσέλθῃ ἡ Κυβέρνησις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν ἐν ὀνόματι τῆς Συνελεύσεως νὰ προσέλθῃ· βλέπω ὅμως ἐνταῦθα τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις, νομίζω, ὅτι θὰ δύναται ν’ ἀπαντήσῃ.
§12ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργ. Ἐσωτερ.). Μόλις πρὸ ὀλίγου ἦλθα καὶ δὲν ἤκουσα τὴν συζήτησιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Βαλασόπουλος εἶπε, χθὲς τὸ ἑσπέρας συνελήφθη ὑπὸ τῆς περιπόλου λεωφορεῖόν τι πλῆρες ὅπλων, ὁδηγούμενον ὑπό τινος Λεωνίδα Βούλγαρη, ἡ δὲ Ἀστυνομία εἰδοποιηθεῖσα ἐγκαίρως δὲν ἐφρότισε· δὶς ἡ περίπολος τῆς χωροφυλακῆς ἐζήτησε τὴν κατάσχεσιν τῶν ὅπλων, προσελθοῦσα ἡ Ἀστυνομία ἐμπόδισε τὴν κατάσχεσιν τῶν ὅπλων, καὶ εἶπεν, ὅτι ἐν γνώσει αὐτῆς γίνονται ταῦτα· προσέθηκεν ὁ Κ. πληρεξούσιος, ὅτι φῆμαι περὶ ἀνησυχιῶν, περὶ τῆς ταραχῆς τῆς δημοσίου τάξεως διατρέχουσι, καὶ ὅτι τάγματα τῆς ἐθνοφυλακῆς διετάχθησαν νὰ διανυκτερεύουν εἰς τὰ ὅπλα· δι’ ὅλα ταῦτα ἐρωτᾷ ὁ Κ. πληρεξούσιος τὴν Κυβέρνησιν.
§14ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριοι, ἐννοῶ, ὅτι τὸ πρώτιστον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ μεριμνᾷ σπουδαίως περὶ τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως καὶ ἡσυχίας, οὐδὲν ἔκτακτον μέτρον ἐλήφθη μέχρι τοῦδε, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀνησυχῇ τὸν τόπον καὶ τὴν πρωτεύουσαν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα τὸ συμφέρον νὰ μεριμνᾷ ὑπὲρ τῆς τάξεως διέταξε νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ἓν ἢ δύω τάγματα ἐθνοφυλακῆς ἢ καὶ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἔχει· τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ προλαμβάνῃ πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ συμβῇ ἀπευκταῖον· ὅτι διέταξα δὲ νὰ τεθῶσιν εἰς τὰ ὅπλα τάγματα τῆς ἐθνοφυλακῆς δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἓν τάγμα μόνον τῆς ἐθνοφυλακῆς συνεπείᾳ συνεννοήσεως μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν προσεκλήθη νὰ τεθῇ εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Φρουραρχείου. Περὶ δὲ τοῦ λεωφορείου δὲν γνωρίζω τίποτε, ἤμην ἀπὸ πρωΐας εἰς τὸν Βασιλέα καὶ δὲν εἶδα τὸν διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ὅταν ὅμως λάβω πληροφορίας θέλω πληροφορήσει τὴν Συνέλευσιν.
§15ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ διὰ τὸ ἀντικείμενον, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας Κ. Βαλασσόπουλος, καὶ διὰ τὰ ἐφεξῆς σπουδαῖα δύω ἀντικείμενα· πρὸ πολλοῦ ἀπηυθύναμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν δύω σπουδαίας ἐπερωτήσεις, ἡ μία ἀπέβλεπε τὸν Νόμον περὶ ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς, καὶ ἡ ἑτέρα περὶ τοῦ νόμου τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, καὶ περὶ μὲν τῆς πρώτης ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἴς τινα προλαβοῦσαν συνεδρίασιν εἶπεν, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν ἐμποδίσθην τότε ἀπὸ τὸν Κ. Πρόεδρον, ἐνῷ ἦτο καιρὸς ν’ ἀπαντήσῃ· ἐξαιτοῦμαι ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ, ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν δύω αὐτῶν ἐπερωτήσεων· δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ προκαλέσω τὴν ὀργὴν τοῦ Κ. Σαριπόλου, ἐπεμβαίνων εἰς τὰ Βασιλικὰ προνόμια, λέγω μόνον καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἂν ὑπέβαλε τὸν δεῖνα καὶ δεῖνα Νόμον.
§16ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργ. Ἐσωτερικῶν). Τῷ ὄντι, Κύριοι, ὑπεσχέθην εἰς τὴν Συνέλευσιν πρό τινων ἡμερῶν νὰ σᾶς ὑποβάλω τὸ ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεών μας· ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω ἤδη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐθεώρησε καλὸν, κατὰ τὰς σκέψεις της, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς.
§17Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Δὲν σέβεσθε λοιπὸν τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως;
§18ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργ. Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ φρονοῦμεν ἡμεῖς, ταύτην τὴν σκέψιν ἐκάμομεν· ἔπειτα, Κύριοι, πρὸ 20 ἡμερῶν ἡμεῖς ἐδώσαμεν τὴν παραίτησίν μας καὶ πρὸ ὀλίγων πάλιν ἡμερῶν ἐπανελάβομεν αὐτήν. (Θόρυβος).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Γλαράκης ἔχει τὸν λόγον.
§20ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Κύριοι, ἐζήτησα τὸν λόγον ἅμα ἤκουσα τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν συμμερίζεται τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐθνοφυλακῆς, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπέβαλε τὸ ὑπουργεῖον εἰς κύρωσιν τὸν νόμον αὐτόν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι συμπληρῶν τὸν λόγον του εἶπεν, ὅτι παρῃτήθησαν, ὥστε ἐν μέρει καθίσταται περιττὴ ἡ ἀγόρευσίς μου, διότι ἤθελον ὑποστηρίξει, ὅτι ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν συμμερίζεται τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὔτε μίαν στιγμήν, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τῆς προχθεσινῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέδειξε τοῦτο· ἐνῷ ὅμως εἶναι παρῃτημένοι καὶ ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθῶσι τὴν τρέχουσαν ἁπλῶς ὑπηρεσίαν, βλέπω μὲ ἀπορίαν μου, ὅτι ἔκαμαν καὶ προβιβασμοὺς καὶ διορισμοὺς ὑπαλλήλων καὶ ἐξέδωσαν καὶ Διατάγματα καὶ ἔπραξαν καὶ διαφόρους ἄλλας πράξεις, ὡς νὰ ἦσαν ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ (θόρυβος).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Σαρίπολος.
§22ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι ἀκούουσά με ἡ Συνέλευσις καὶ πάλιν ὁμιλοῦντα ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, θέλει πεισθῆ ὅτι ὁσάκις ἀναβαίνω τὸ βῆμα τοῦτο, τὸ ἀναβαίνω, ἵνα λαλήσω ὑπὲρ τῆς ἀληθείας. Ἄλλον ἔλαβε σήμερον χαρακτῆρα ἡ γενομένη ἐπερώτησις πρὸς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· ὁμολογῶ, ὅτι οὐδέποτε τοιαύτην προσεδόκων ἀπάντησιν παρ’ ἑνὸς τῶν συμβούλων τοῦ στέμματος, ὁμολογῶ, ὅτι οὐδὲ νὰ ὑποθέσω ἠδυνάμην, Κύριοι, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ ποτε ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ τολμήσῃ, δόγμα ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, νὰ μὴ τὸ παρουσιάσῃ πρὸς τὸν Βασιλέα (εὖγε!) Μεταξὺ τοῦ νομοθετικοῦ τούτου σώματος τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ Βασιλέως οὐδεὶς ἄλλος πρέπει νὰ μεσολαβῇ κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν νομοθετικῶν ἔργων· οἱ ὑπουργοὶ διαχειρίζονται τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ Βασιλέως ὑπὸ εὐθύνην των, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν νομοθετικὴν αὐτοῦ ἐνέργειαν, ἅτε μηδεμίαν ἔχοντες εὐθύνην, δὲν εἶναι εἰμὴ ἁπλᾶ ὄργανα, δι’ ὧν μεταβιβάζονται τὰ νομοθετήματα τῆς Συνελεύσεως πρὸς τὸν Βασιλέα. Πρὸ πολλοῦ ὑπέδειξα τὸ ἄτοπον, τὸ συμβαῖνον εἰς τὴν ἑλληνικὴν Πολιτείαν, σήμερον ὅμως τοῖς πᾶσι καταφανὲς τὸ ἄτοπον τοῦτο ἐγένετο, ἦν δὲ καὶ εἶναι, ὅτι τὰ νομοθετήματα τὰ ἐψηφισμένα τῇ προεισηγητικῇ προνομίᾳ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, δὲν διεβιβάζοντο πρὸς τὸν Βασιλέα διὰ τοῦ προεδρείου τοῦ τελευταίου ψηφίσαντος αὐτὰ σώματος, ὡς ἐγίνετο ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου, καὶ ἐν ἄλλοις συνταγματικοῖς κράτεσιν ἔτι καὶ νῦν εἴθισται, ἀλλ’ ἐστέλλοντο εἰς τὸ ὡς ἁρμόδιον θεωρούμενον ὑπουργεῖον. Τὰ νομοθετικὰ Σώματα πρέπει νὰ συνεννοῶνται μεταξύ των χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲν ἄλλο διὰ μέσου αὐτῶν, διότι πᾶν ὅ,τι διαμέσον κεῖται, τοῦτο ὡς ἑτερογενές, ἤτοι μὴ τῆς νομοθετικῆς ἀρχῆς μετέχον, ἀναγκαίως ἀποβαίνει κώλυμα· ὅταν νομοθέτημά τι περιβληθῇ τὸ κῦρος τῆς ψήφου ἑνὸς τῶν νομοθετικῶν τμημάτων πρέπει νὰ διαβιβάζηται πρὸς τὸ ἕτερον διὰ τῶν ἐκπροσωπούντων τὸ σῶμα, ἤτοι διὰ τοῦ προεδρείου τοῦ ψηφισαμένου αὐτὸ σώματος. Καὶ ἔφερον μὲν οἱ κανονισμοὶ ἀμφοτέρων τῶν πρώην Βουλῶν, ὅτι τὰ νομοθετήματα τοῦ προψηφισαμένου ἐξ αὐτῶν διεβιβάζοντο πρὸς τὸ ἕτερον διὰ προβουλεύματος χωρὶς νὰ μεσολαβῇ ὁ ὑπουργός, ἐσιώπων ὅμως δυστυχῶς ἀμφότεροι οἱ κανονισμοὶ ἐκεῖνοι ὡς πρὸς τὴν διαβίβασιν τοῦ νομοθετήματος παρὰ τοῦ τελευταῖον ψηφισαμένου αὐτὸ σώματος πρὸς τὸν Βασιλέα, τὸ τρίτον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρόσωπον, καὶ ἡ σιωπὴ αὕτη τῶν κανονισμῶν ἔδωκε γένεσιν εἰς τὸ καὶ ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως ταύτης συμβαῖνον ἄτοπον, νὰ διαβιβάζωνται τὰ νομοθετικὰ δόγματα πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, ἤγουν πρὸς ἀρχὴν μηδόλως τοῦ νομοθετεῖν μετέχουσαν. Ἀλλ’ ἔστιν ἆρά γε ὀρθὸν, ἔστιν ἆρά γε λογικὸν νὰ μεσολαβῇ ὁ ὑπουργὸς μεταξὺ τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ Βασιλέως ἐπὶ ἔργοις καθαρῶς νομοθετικοῖς; Κατ’ ἐμὲ, ὄχι. Τὸ προεδρεῖον ἤτοι ἡ οἱονεὶ ἐκτελεστικὴ τῆς Συνελεύσεως ἀρχὴ, ἡ αὐτὴν ἐκπροσωποῦσα καὶ τὸ πνεῦμα αὐτῆς ἐκφράζουσα, πρέπει, ὀφείλει μάλιστα, νὰ συνεννοῆται περὶ τῶν νομοθετημάτων μετὰ τοῦ συννομοθετοῦντος Βασιλέως. Καιρὸς εἶναι νὰ καθιερωθῇ ὡς ἀρχὴ ὅτι δὲν πρέπει τοῦ λοιποῦ νὰ διαβιβάζωνται τὰ νομοθετήματα πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἀμέσως νὰ δίδωνται διὰ τοῦ προεδρείου πρὸς τὸν Βασιλέα, εἰς οὗ τὴν προνομίαν μένει νὰ κυρώσῃ ἢ νὰ μὴ κυρώσῃ τὸ δόγμα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ἔρχομαι καὶ εἰς τὸ τῆς ὑπουργικῆς προσυπογραφῆς ζήτημα, διότι πρὶν ἢ ἀνέλθω τὸ βῆμα ἤκουσα ἀνδρὸς, λογιζομένου σπουδαίου, ἕνεκα τοῦ ἐπισήμου χαρακτῆρος, ὃν ἔχει, νὰ ἑρμηνεύῃ τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, διϊσχυριζομένου, ὅτι καὶ διὰ τὴν κύρωσιν τῶν νόμων, οἱ ὑπουργοί εἰσιν ὑπεύθυνοι. Νομίζει ἄρα ὁ συνάδελφός μου, ὅτι πᾶσα προσυπογραφὴ ὑπουργοῦ κατασταίνει αὐτὸν καὶ ὑπεύθυνον; ἀπατᾶται τὰ μέγιστα· ἂς ἀναγνώσῃ τὰς δοκιμωτάτας περὶ συνταγματικοῦ δικαίου συγγραφὰς, καὶ θέλει ἰδεῖ, ὅτι ἡ προσυπογραφὴ ὑπουργοῦ ὑπάρχει καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἀπόλυτα κράτη, καὶ ὅμως ἐκεῖ βεβαίως ὑπουργικὴ οὐδεμία ὑπάρχει εὐθύνη, προσυπογράφει δ’ ὁ ὑπουργὸς, διότι ἱστορικῶς καθιερώθη τὸ τοιοῦτον, συμφωνοῦσι δ’ οἱ συγγραφεῖς, ὅτι καὶ εἰς τὰς ἀπολύτους μοναρχίας εἰσήχθη τὸ σύστημα νὰ προσυπογράφῃ ὁ ὑπουργὸς, ἵνα προληφθῇ πᾶσα ἐνδεχομένη πλαστογράφησις τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως. Ὅσοι ἀνέγνωτε τὸν κριτικώτατον τῆς Ἀγγλίας ἱστορικὸν Μακωλαϊὺ, ἴδετε αὐτὸν ἱστοροῦντα, ὅτι καὶ ἂν πλαστογραφημένη ἦν ἡ τοῦ Βασιλέως ὑπογραφὴ, καὶ παρ’ αὐτῇ ἡ μεγάλη τοῦ Κράτους σφραγὶς, εἰς ἣν δεισιδαιμόνως θεία τις ἀπεδίδετο δύναμις, τὸ ἔγγραφον ἔπρεπε νὰ λάβῃ πλήρη ἐκτέλεσιν· πρὸς θεραπείαν λοιπὸν τοῦ πράγματος ἐδέησε νὰ ὑπάρχῃ ἡ προσυπογραφὴ τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ἡ σφραγὶς τοῦ Κράτους, τὸ πάλαι μὲν οὐχὶ διὰ νὰ κατασταθῇ ὁ ὑπουργὸς ὑπεύθυνος, διότι μεταγενεστέρα πολὺ ἐστὶν ἡ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν θεωρία, ἀλλὰ διὰ νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι γνήσιον ἦν τὸ ἔγγραφον. Ὅτι δ’ οὐ μόνον ἐν τῇ ἀρχαιόθεν συνταγματικῇ Ἀγγλίᾳ προσυπέγραφεν ὁ ὑπουργὸς, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ τέως ἐν παμβασιλείᾳ διατελούσῃ Γαλλίᾳ εἰθίζετο τοῦτο, ἀναφέρω ὑμῖν ἓν παράδειγμα τιμῶν τὰ μάλιστα τὸν ὑπουργὸν ἐκεῖνον· ἦν δ’ ὁ μέγας L’ Hospital. Ὁ Βασιλεὺς Κάρολος ὁ Θʹ. σκοπῶν νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ἐν Γαλλίᾳ τὰ τῆς ἱερᾶς ἐξετάσεως δικαστήρια ἠτοίμασε τὸ Βασιλικὸν αὑτοῦ διάταγμα, ὃ ἔστειλε πρὸς τὸν σφραγιδοφύλακα L’ Hospital, ἵνα προσυπογράψῃ καὶ σφραγίσῃ· ὁ μέγας οὗτος ἀνὴρ ἐποιήσατο πρὸς τὸν Βασιλέα τὰς δεούσας παραστάσεις περὶ τῶν ὀλεθρίων συνεπειῶν τοῦ τοιούτου νομοθετήματος, ἀλλ’ ὁ αἱμοχαρὴς Βασιλεὺς ἐκεῖνος τὸν διέταξε νὰ προσυπογράψῃ κατὰ νόμον δι’ ὃ ὁ σφραγιδοφύλαξ ὤφειλεν εἰς τὴν δευτέραν προσταγὴν τοῦ Βασιλέως νὰ ὑπακούσῃ, καὶ ὑπέγραψε μὲν ὁ L’ Hospital καὶ τὴν σφραγίδα τοῦ Κράτους ἐπέθετο, παρὰ τῷ ὀνόματι ὅμως αὑτοῦ προσέθετο τὴν ἑξῆς φράσιν, ἐμοῦ μὴ συναινοῦντος· me non consentiente. Βεβαίως ἂν τοιοῦτόν τι συνέβαινεν ἐν συνταγματικῇ μοναρχίᾳ, καὶ τοιοῦτος νόμος ὑπὸ τῶν νομοθετικῶν ἐγένετο σωμάτων, καὶ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐκυροῦτο, ὁ δ’ ὑπουργὸς ὑπέγραφεν, οὐδόλως ἠθέλομεν θεωρήσει αὐτὸν ὑπεύθυνον διὰ τὸ ὀλέθριον τοῦ νόμου, ἠθέλομεν δ’ ἁπλῶς εἰπεῖ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του, ὄχι, διότι ἦν ὑπεύθυνος διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κύρωσιν τοῦ νόμου, ἀλλὰ, διότι δὲν ἠδύνατο κατὰ τὴν ἑαυτοῦ συνείδησιν νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον τὸν ὑπὸ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων ψηφισθέντα καὶ κυρωθέντα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Συγχύζουσιν ἄρα ἐνταῦθα οἱ ἐναντιοφρονοῦντες δύω πράγματα ὅλως ἀλλήλων ἀφεστῶτα καὶ ἐντελῶς διακεκριμένα, ἤτοι τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νόμων μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς δημοσιεύσεως καὶ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν. Τὸ σύνταγμα, λέγει, ὁ Βασιλεὺς κυροῖ καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους, ἄρα εἰσὶ ταῦτα δύω πράγματα ὅλως διάφορα καὶ ἀποῤῥέοντα ἐκ δύο ὅλως ἀλλήλων διακεκριμένων ἐξουσιῶν, ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ προσώπῳ τῷ τοῦ Βασιλέως ὑπαρχουσῶν, ἀλλ’ οὐδέποτ’ ἀλλήλαις συγχεομένων, διότι ἡ μὲν κύρωσίς ἐστι τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν, ἡ δὲ δημοσίευσις τὸ ἐκτελεστικὸν· καὶ ἔστι μὲν ὑπεύθυνος ὁ ὑπουργὸς ἂν, κυρωθέντος τοῦ νόμου, δὲν δημοσιεύσῃ αὐτὸν, πολὺ δὲ περισσότερον, ἂν δημοσιεύσας δὲν ἐκτελέσῃ αὐτόν· οὐδέποτε ὅμως ἔσεται ὑπεύθυνος, ἂν ὁ νόμος δὲν κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Μὴ συγχίζητε λοιπὸν, Κύριοι, τὰς συνταγματικὰς προνομίας τοῦ Βασιλέως μετὰ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν αὐτοῦ. Ἂς ζητῶμεν λοιπὸν παρ’ αὐτῶν εὐθύνην ὅπου πρέπει, ἀλλὰ μὴ ζητήσωμέν ποτε νὰ καταστήσωμεν ἕνα ὑπουργὸν ὑπεύθυνον δι’ ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν δὲν κατέχει, διότι ὅπως γένηται ὑπεύθυνος ὁ ὑπουργὸς διὰ τὴν κύρωσιν, ἢ μὴ τοῦ νόμου, πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι καὶ μετέχει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τίς δὲ θέλει ποτὲ τολμήσει νὰ εἴπῃ τοῦτο; ἡ ἐσχάτη αὕτη βλασφημία ἤθελεν εἶσθαι ἄντικρυς παραλογισμὸς, ὁ ὑπουργὸς, ὅστις δὲν ἔχει, εἰμὴ ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ λέγηται μετέχων μετὰ τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν νομοθετικήν. Περιττὸν δὲ θεωρῶ νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι εἰς ἄλλην προγενεστέραν συνεδρίασιν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτι ἀδύνατον νὰ ἐννοηθῇ νομοθέτης ὑπεύθυνος οἷός ποτ’ ἂν ᾖ. Ἀποκρούω λοιπὸν τὴν ἐξήγησιν, ἣν ἔκαμεν ὁ Κ. ὑπουργὸς, καὶ ἂν τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο δὲν εἶχε δεδομένην ἤδη τὴν παραίτησίν του, ἤθελον σᾶς προτείνει μέμψιν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἀντισυνταγματικῶς ἐλάλησε καὶ ἐπολιτεύθη, ἐπαναλαμβάνω ἀντισυνταγματικῶς, διότι ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔκρινε καλὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὸ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως, ἐπιφυλάττομαι δ’ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι νὰ ὑποβάλω καὶ πρότασιν, ὅτι ἡ Συνέλευσις νὰ διαβιβάζῃ τοῦ λοιποῦ τὰ ψηφίσματά της πρὸς τὸν Βασιλέα ἀμέσως διὰ τοῦ προεδρείου αὐτῆς καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ.
§23ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν εἶδον τὸν Κ. Καθηγητὴν τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου ἀναβαίνοντα τὸ βῆμα καὶ ἤκουσα τὸ προοίμιον τῆς ἀγορεύσεώς του, τὸν συνεχάρην ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, διότι ὑπέθεσα, ὅτι ἐπείσθη πλέον καὶ δὲν ἤθελεν ἐπιμένει ὑποστηρίζων μίαν ἰδέαν ἀπὸ τοῦ βήματος, τὴν ὁποίαν, φρονῶ ὅτι, ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις θεωρεῖ σαθρὰν, τὴν ἰδέαν δηλ. ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ὑπεύθυνον, ὁσάκις ἀρνεῖται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιόν τι πρὸς κύρωσιν· κατόπιν ὅμως ἐπείσθην, ὅτι ὁ Κ. Σαρίπολος ἐμμένει εἰς τὰς ἐσφαλμένας ἰδέας του, διότι ἐμέμφθη τὸ ὑπουργεῖον, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλῃ τοὺς ψηφισθέντας νόμους εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνῷ ἡμεῖς μεμφόμεθα τὸν ὑπουργὸν, διότι δὲν ὑπέβαλεν αὐτούς. Κύριοι, πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεπτύχθη, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νόμων ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν Βασιλέα, εἶναι ἐκ τῶν προνομίων ἐκείνων τοῦ Στέμματος, περὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀνώτατος ἄρχων δὲν χρεωστεῖ νὰ δώσῃ λόγον εἰς οὐδένα, καὶ περὶ τούτου οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἀντιστοιχεῖ ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἡ κυβέρνησις εἶναι τὸ ὄργανον, τὸ ὁποῖον θέλει μεταβιβάζει πρὸς τὸν Βασιλέα τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως καὶ ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βασιλείας. Σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις, ἂν ὀφείλῃ ἢ δὲν ὀφείλῃ ὁ Βασιλεὺς νὰ κυρώσῃ τοὺς νόμους, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ Κυβέρνησις καλῶς ποιοῦσα δὲν ὑπέβαλε τοὺς νόμους πρὸς κύρωσιν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ βεβαίως ἡ ἀπάντησις αὕτη ἐδόθη ἐξ ὀνόματος ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου, διότι μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις καὶ εὗρεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλῃ τοὺς ψηφισθέντας νόμους πρὸς κύρωσιν, ἡ ἀπάντησις λέγω τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς δίδει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἶναι ἡ αἰτία, ἥτις ἐμποδίζει τὴν κύρωσιν τῶν σπουδαίων αὐτῶν νόμων. Τὸ δὲ δικαιολόγημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρῃτήθη, καὶ ἑπομένως ἐθεώρησε περιττὸν νὰ ὑποβάλῃ τούτους τοὺς νόμους πρὸς κύρωσιν, εἶναι ἀνεπαρκὲς, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐν ὅσῳ μένει εἰς τὴν θέσιν της, ἐν ὅσῳ οἱ διάδοχοι δὲν παραλάβωσι τὴν ἐξουσίαν, εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις της μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν παραδώσει τὴν ἐξουσίαν εἰς τοὺς διαδόχους. Ἄλλως τε Κύριοι, τὶ μᾶς ἐξαπατᾷ τὸ ὑπουργεῖον; Ἀφ’ ἑνὸς μᾶς λέγει ὅτι παρῃτήθη; καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ καταστρέφῃ τὴν ὑπηρεσίαν ὁλόκληρον. Ἂν ἀναγνώσητε τὰς ἐφημερίδας, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα τὰ βιβλία τῶν ὑπουργείων, θέλετε ἰδεῖ ὅτι, πλῆθος παύσεων καὶ διορισμῶν ἔκαμον οἱ ὑπουργοὶ ἐκτὸς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἅμα παρῃτήθη δὲν ἔκαμεν οὐδένα διορισμόν· καὶ τοῦτο εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζω ὡς ἰδιαίτερος φίλος αὐτοῦ. Οἱ λοιποὶ ὑπουργοὶ δὲν κάμνουσιν ἄλλο ἢ νὰ ῥίψωσιν εἰς τὰς ὁδοὺς τιμίους καὶ ἱκανοὺς ὑπαλλήλους διορίζοντες τοὺς εὐνοουμένους των.
§24Τ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εὐφήμει!
§25ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια, Κύριε Διευθυντὰ, δικαιοῦσθε νὰ ὑπερασπισθῆτε τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ὀφείλετε καὶ σεῖς νὰ δώσητε λόγον, ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, διὰ πρᾶξιν παράνομον, τὴν ὁποίαν κατήγγειλεν ἕτερός τις εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§26Τ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω λόγον.
§27ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ δώσητε λόγον ἐνταῦθα· εἶσθε ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ εἶσθε ὑπεύθυνος. Ὁ Κ. Σαρίπολος ἐσολοίκισε καὶ εἰς ἕτερον ζήτημα, μᾶς εἶπεν, ὅτι ὑποβάλλει πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Συνέλευσις νὰ διαβιβάζῃ διὰ προβουλεύματος τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς εἰς τὴν Α. Μ. Ὀλεθριωτέρα ἀρχὴ δὲν ὑπάρχει ταύτης. Τότε ποῦ ὑφίσταται τὸ ὑπεύθυνον; Αὐτὴ ἡ πρότασις, ἂν καὶ ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος, οὐδὲ κἂν ἐθεωρήθη ἀξία συζητήσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐκτείνομαι νὰ ὑποδείξω τὸ σαθρὸν αὐτῆς. Ἔρχομαι ἑπομένως εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας μου, καὶ λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθαρώτατα εἶπεν, ὅτι δὲν νομίζει κατάλληλον, καὶ ὠφέλιμον εἰς τὴν πατρίδα νὰ ὑποβάλλῃ τοὺς ψηφισθέντας ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως δύο νόμους πρὸς κύρωσιν εἰς τὸν Βασιλέα. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν καθαρῶς ὡμολόγησεν, ὅτι ἀρνεῖται νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἐπιβαλλομένην αὐτῇ συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν, ἔχει μὲ ἄλλον λόγον, διάφορον γνώμην ἀπὸ ἐκείνην τῆς Συνελεύσεως· διὰ ταῦτα ὑποβάλλω πρότασιν ἵνα μεμφθῶμεν αὐτῆς, διότι δὲν ὑπέβαλε τοὺς ῥηθέντας νόμους πρὸς κύρωσιν εἰς τὸν Βασιλέα. Δὲν πρόκειται νὰ προδικάσωμεν ἢ νὰ ἐπηρεάσωμεν κανένα. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν κύρωσιν ἑνὸς νόμου. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν Βασιλέα, ὀφείλει λόγον ἡ Κυβέρνησις, καθὸ ὑπεύθυνος. Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἐλθὼν εἰς τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν νὰ διοικήσῃ συνταγματικῶς τὸν τόπον, ῥιφθεὶς μόνος εἰς τὰς ἀγκάλας τοῦ ἔθνους, καὶ στηριζόμενος εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ λαοῦ του, εἶμαι βέβαιος ὅτι, ὅταν τὸ ἔθνος, ἡ Συνέλευσις ὁλόκληρος ψηφίζῃ ἕνα νόμον θεωροῦσα αὐτὸν ὠφέλιμον, ὁ Βασιλεὺς δὲν θέλει ἀρνηθῆ τὴν κύρωσίν του, καὶ ἂν δὲν τὸν κυρώσῃ, καὶ τότε πάλιν θέλει δείξει, ὅτι ἐσκέφθη ὡριμώτερον ἀπὸ ἡμᾶς, πάντοτε ὅμως πρὸς τὸ συμφέρον τῆς νέας Πατρίδος Του.
§28ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ὁ Κ. πληρεξούσιος καὶ καθηγητὴς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ἐπειδὴ ἠσχολήθη περὶ τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, καὶ συνέγραψε περὶ αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη του δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοήν τινα, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ γνώμη του δὲν εἶναι ὀρθή. Κατ’ ἐμὲ, ὅσον ἀνέγνωσα καὶ ἐμελέτησα τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος, ἀπαραβίαστος, τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ὑπεύθυνον. Λοιπὸν τὸ νὰ διευθύνηται ἓν νομοσχέδιον ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν Βασιλέα εἶναι ὡς ν’ ἀναφερθῇ εἰς αὐτὸν ἡ εὐθύνη τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν ὑποβάλλεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τῇ ἐθνικῇ Συνελεύσει ἐκφράζει τὴν γνώμην του· πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου; ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ᾖναι σύμφωνον μὲ αὐτὸ, τὸ ὑποβάλλει εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως· ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ — καὶ πρέπει νὰ τὴν ἔχῃ, ἐνόσῳ χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῶν νομοθετικῶν σωμάτων· κυρώνεται ὁ νόμος· ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ᾖναι σύμφωνον εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τότε τὸ Ὑπουργεῖον ἡττᾶται εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ τότε πρέπει νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του, ἐκτὸς ἐὰν ὑποβάλῃ εἰς τὸν Βασιλέα λόγους ἰσχυροὺς, πείθοντας, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων εἶναι ἐσφαλμένη, καὶ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἔφεσις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς πλειοψηφίας τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων εἰς τὸν λαὸν διὰ τῆς..............
§29ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§30ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἐπειδὴ τὸ νομοθετικὸν τοῦτο Σῶμα μένει, μέχρις οὗ περατώσῃ τὴν ἀποστολήν του, νομίζω, ὅτι, ὅπου ὑπάρχει ἡ πλειονοψηφία τοῦ νομοθετικοῦ τούτου Σώματος, ἐκεῖ καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ πᾶσα Κυβέρνησις, πᾶν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ νομοθετικοῦ τούτου Σώματος, αὐτὸ πρέπει ν’ ἀποσυρθῇ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ἐδῶ ἐγένετο μία μεγάλη πάλη κοινοβουλευτικὴ μεταξὺ τοῦ ἄλλου Ὑπουργείου καὶ τῆς πλειοψηφίας τῆς Συνελεύσεως. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἡττήθη, καὶ ἡττηθὲν παρῃτήθη. Παραιτηθέντος τούτου, ἔπρεπε κατὰ τοὺς συνταγματικοὺς ὅρους καὶ θεσμοὺς νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ πλειοψηφία, ἥτις ἐνίκησε τὸ παραιτηθὲν Ὑπουργεῖον.
§31ΠΟΛΛΟΙ. Ἄλλο τὸ ζήτημα αὐτὸ (θόρυβος).
§32ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἀνεχόμεθα τοιαύτας διδασκαλίας.
§33ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Δὲν εἶναι διδασκαλία τοῦτο.
§34ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐμποδίσῃ τὸν ἄλλον, ἀρκεῖ ὅτι δὲν ὑβρίζει, ὅτι δὲν βλασφημεῖ· σχετικὰ εἶναι ὅλα.
§35ΖΕΡΒΑΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐντὸς τοῦ θέματος, καὶ πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰμπορεῖτε ν’ ἀπευθυνθῆτε πρὸς ἐμὲ, ὅταν ἀφαιρέσω τὸν λόγον ἐγώ· ὅταν ὅμως τὸν ἀφίνω ἐλεύθερον, δὲν ἔχετε κᾀνὲν δικαίωμα.
§37ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἔφερε μέμψιν ὁ προλαλήσας πληρεξούσιος, ἔχει τὸ ἁμάρτημα εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχήν του. Αὐτὸ, Κύριοι, συνταγματικῶς δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ· προσκληθεὶς ὁ Κ. Βάλβης νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα νὰ σχηματίσῃ Ὑπουργεῖον, ἔπρεπε νὰ ἐκφρασθῇ ἀπέναντι τοῦ θρόνου, ὅτι αὐτὸς μὴ ὢν εἰς τὴν πολιτικὴν πάλην, μὴ ἀνήκων εἰς τὴν πλειοψηφίαν.....
§38ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο.
§39ΕΤΕΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§40ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Δὲν ἐννοῶ αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως.
§41ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἐξακολουθήσῃ ὁ ῥήτωρ.
§42ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Λοιπὸν, Κύριοι, βλέπετε ἓν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν γέννησίν του εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔθεσεν εἰς τὴν πατρίδα μας ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν παρελθοῦσαν ἐποχήν. Δὲν ἔπρεπεν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ συνάδελφοί του νὰ δεχθῶσιν Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ δὲν ἀπετέλουν μέρος τῆς πλειοψηφίας. Τί εἶναι 2–3, οἵτινες παρουσιάζονται, καὶ θέτονται πρόσκομμα μεταξὺ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ Βασιλέως;
§43ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ποίαν ἰδέαν ἔχετε περὶ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου, Κ. Παντολέων;
§44ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς τοῦτο. Λοιπὸν, Κύριοι, πρὸς τὶ νὰ ἐπικρίνητε τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν; μήπως κανεὶς ἐξ ὅλων τῶν ὑπουργῶν εἶναι εἰς τὸ ἔργον του νόμιμος; ὅλοι ἔκαμαν τόσας παρανομίας. Διὰ τοῦτο παραδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας περὶ ἀποδοκιμάσεως ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου. Σᾶς εἶπον ὅτι, κατ’ ἐμὲ, εἶναι μία βλασφημία εἰς τὸ συνταγματικὸν δίκαιον τοῦ νὰ ἀνταποκρίνηται τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν Βασιλέα. Τὸ ὑπουργεῖον σᾶς εἶπεν, ἂν νικηθῇ, πρέπει ἀμέσως νὰ παραιτηθῇ, καὶ πρέπει νὰ ἔλθῃ ἄλλο ὑπουργεῖον ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, τὸ ὁποῖον παραδέχεται τὰ νομοσχέδια. Ὁ Κ. συνάδελφός μας σᾶς ἔκαμε μίαν λεπτοφυῆ διαίρεσιν διαιρέσατε, λέγει, τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου ἀπὸ τὴν δημοσίευσιν. Ἡ μὲν κύρωσις ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ὅστις δύναται νὰ κυρώνῃ ἢ μὴ ἕνα νόμον. Λοιπὸν, Κύριοι, βλέπετε, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα θέλει καθιστᾷ τὸν Βασιλέα ὑπεύθυνον, διότι, ὅστις ἐκφράζει καὶ δέχεται ἢ ὄχι ἓν πρᾶγμα, ἔχει καὶ τὴν εὐθύνην τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι λεπτολόγοι τινὲς ἀναγινώσκοντες τὰ βιβλία, καὶ μὴ κρίνοντες ὀρθῶς τὰ λεγόμενα, παραδέχονται ὅ,τι γράφουν τὰ βιβλία. Σᾶς ἀνέφερε τὸ συμβὰν τοῦ Ὁπιτάλου, τοῦ 16 αἰῶνος παραδείγματα. Ἀναγινώσκοντες τὰ βιβλία λαμβάνουν αὐτὰς τὰς ἰδέας, ἀλλὰ δὲν τὰς βασανίζουν, ἐὰν ᾖναι ὀρθαὶ, ἐὰν ἐφαρμόζωνται καὶ εἰς ποίας περιστάσεις, καὶ εἰς ποίους τόπους καὶ λαοὺς, καὶ εἰς ποίας ἀνάγκας ἔγειναν. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν ἀμέσως, δεχθῆτε μίαν διαίρεσιν μεταξὺ κυρώσεως καὶ δημοσιεύσεως· κυρώνει ὁ Βασιλεὺς, δημοσιεύει τὸ Ὑπουργεῖον. Ὑπάρχει λοιπὸν παραλυσία ἐντελὴς εἰς τὴν συνταγματικὴν μηχανήν· ἂν παραδεχθῆτε αὐτὸ τὸ σύστημα, τότε καταστρέφεται τὴν συνταγματικὴν εὐθύνην, τότε οἱ ὑπουργοὶ σᾶς λέγουν, δὲν ἐκύρωσεν ὁ Βασιλεὺς τὸ νομοσχέδιον. Οἱ ὑπουργοὶ θὰ σας εἴπουν, σεῖς τὸ ἐστείλατε εἰς τὸν Βασιλέα, ὁ Βασιλεὺς δὲν τὸ ἐκύρωσε, λοιπὸν δὲν πταίομεν ἡμεῖς· ἂς τὸ κυρώσῃ καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὸ δημοσιεύσωμεν. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι καταστρεπτικὸν τῶν γνησίων καὶ ἀληθῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἀποκρούω. Καὶ διὰ τὴν κύρωσιν καὶ διὰ δημοσίευσιν εἶναι ὑπεύθυνον τὸ ὑπουργεῖον. Ἂν δὲν συμφωνῇ μὲ τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ παραιτηθῇ· καὶ ἂν ὁ Βασιλεὺς ἀρνηθῇ, θὰ εἴπῃ, ὅτι αἴρει τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ πρέπει πάλιν νὰ παραιτηθῇ. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀληθεῖς καὶ εἰλικρινεῖς συνταγματικαὶ ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι εὔχομαι νὰ καθιερωθοῦν εἰς τὴν πατρίδα μας. Νῦν δὲ περαίνων τὸν λόγον συμφωνῶ μετὰ τοῦ Κ. Χρηστοπούλου, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιφέρωμεν μίαν γενικὴν ἀποδοκιμασίαν καθ’ ὅλου τοῦ ὑπουργείου. Πρέπει νὰ φέρωμεν ῥιζικὴν μεταβολὴν, πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὰς ἀληθεῖς καὶ γνησίας συνταγματικὰς ἀρχὰς, καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ συνταγματικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον κατεδικάσαμεν διὰ μιᾶς μεγάλης ἐπαναστάσεως, ἥτις μετέβαλε καὶ τὸ πρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὸ πρόσωπον τῆς Ἀνατολῆς εἰς τὸν πολιτισμὸν, νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ εἰσχωρήσῃ καμμία βέβηλος χεὶρ, καμμία ἀντισυνταγματικὴ ἀρχή.
§45ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι πληρεξούσιοι! Καίτοι μὴ παρευρεθεὶς ἀπ’ ἀρχῆς εἰς τὴν γενομένην συζήτησιν, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀντισταθῶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα, ἐπὶ πολὺν καιρὸν στερηθεὶς τῆς τιμῆς ταύτης, ἅμα ἤκουσα λόγους τινὰς τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, τοῦ Κυρίου πληρεξουσίου Ἀνδριανουπόλεως· ὁ Κύριος πληρεξούσιος Ἀνδριανουπόλεως ἠθέλησε σήμερον νὰ ἀναγνώσῃ ὅλον τὸ ἁμαρτολόγιον τοῦ ὑπουργείου ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς γεννήσεώς του μέχρι τῆς σημερινῆς, καὶ πρὸ πάντων νὰ καταδείξῃ, ὅτι καὶ κατὰ τὴν σύστασίν του αὐτὴν δὲν εἶχε τὰ στοιχεῖα τὰ συνταγματικὰ κατ’ ἐκείνην τὴν εὐρύτητα, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ἀνδριανουπόλεως· λέγει κυρίως, ὅτι αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ἔκφρασις τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὡς τοιοῦτον ἀπ’ ἀρχῆς δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ. Δὲν ἐννοῶ κατὰ ποῖον τρόπον ὑπολογίζει ὁ ἔντιμος προλαλήσας τὴν πλειονοψηφίαν· τὴν πλειονοψηφίαν τὴν ὑπολογίζει, κατὰ τοὺς φίλους, τοὺς ὁποίους ὁ μέλλων νὰ συγκροτήσῃ τὸ ὑπουργεῖον, πρὶν συγκροτήσῃ αὐτὸ, ἀριθμεῖ, ὅτι ἔχει ὡς ὑποσχομένους ὑποστήριξιν, ἢ τὴν ὑπολογίζει κατὰ τὰ γεγονότα, κατὰ τὰς ψήφους αἱ ὁποῖαι δίδονται ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως. Οὐδὲν ὑπουργεῖον δύναται ἀπ’ ἀρχῆς νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν πρὶν δοκιμάσῃ αὐτὴν, μετὰ τὴν δοκιμασίαν ὅμως μανθάνει, ἐὰν ἔχῃ ......... (θόρυβος), μετὰ τὴν δοκιμασίαν μανθάνει, ἐὰν ὑποστηρίζηται ἢ ὄχι παρὰ τῆς πλειονοψηφίας.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ἡσυχία.
§47ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἀρκεῖ εἶναι τὸ θάῤῥος νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅταν κρίνεται τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδέποτε λογικὴ πλειονοψηφία δύναται νὰ ὑπάρξῃ κατ’ αὐτοῦ· πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις πλειονοψηφίαν ἐμπαθῆ, ὑπηρετοῦσαν οὐχὶ συμφέροντα γενικὰ τοῦ κράτους, ἀλλὰ ἰδιοτελῆ, ἥτις δίδει ψῆφον ἐναντίον ὑπουργείου ἐκτελοῦντος εἰλικρινῶς τὸ καθῆκον. Ἀρκεῖ λοιπὸν νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἐκπληροῖ τις τὸ καθῆκόν του, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ ἐναντίον αὐτοῦ πλειονοψηφία· ἀλλ’ ἂν ὑπάρξῃ, σᾶς λέγω, ὅτι πρέπει ἀμέσως νὰ ἀποσυρθῇ. Δὲν καταδικάζω τὴν πλειοψηφίαν, διότι αἱ πεποιθήσεις μου δὲν δύνανται νὰ ἦναι ὁ γνώμων, καθ’ ὃν νὰ κρίνεται ἡ ἠθικὴ ἀξία τῆς πλειονοψηφίας. Ἤθελον πράξει τι ὅλως παράλογον, ἂν ἤθελα νὰ ἐπιμένω, διότι τότε ἤθελον εἶσθαι ἀπέναντι τῆς πλειονοψηφίας, ἀπέναντι τῆς πλειοψηφίας ὅμως εἶμαι ἄτομον, ἀλλὰ πρίν γνωρίσω τὴν πλειονοψηφίαν, οὐδέποτε δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὑπάρχει ἐναντίον μου πλειοψηφία ἐκπληροῦντος τὸ καθῆκον. Ἀλλὰ μοὶ λέγετε, διατί δὲν ἐδοκιμάζετε, διατί δὲν ἐβλέπατε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, ἂν ἔχετέ τινας νὰ σᾶς ὑποστηρίξουν παραδεχομένους νὰ διευθύνητε τὸν οἴακα τῆς πολιτείας; Κύριοι! γνωρίζετε τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν συνεκροτήθη τὸ ὑπουργεῖον. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἶχον παρέλθει δύω ὑπουργεῖα ἔντιμα, συγκείμενα ἀπὸ ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ὅλοι σεβόμεθα, καὶ τοὺς ὁποίους ὅλοι νομίζομεν ὅτι καὶ πάλιν θέλουν ἐπανέλθει πρὸς τὸ καλὸν τῆς πατρίδος εἰς τὰ πράγματα· ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἴδατε, ὅτι μ’ ὅλην τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν ὑποστήριξιν μιᾶς μερίδος αὐτὰ τὰ ὑπουργεῖα, εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, ἀπεσύρθησαν. Μὴ σᾶς φαίνεται λοιπὸν παράδοξον, ἐὰν ὑπῆρξεν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς πρώτης ἡμέρας του δὲν εἶπε, ὅτι ἔχω ὅλην τὴν Συνέλευσιν ὑπὲρ ἐμοῦ, ἔχω τὴν δεῖνα μερίδα τῆς Συνελεύσεως ὑπὲρ ἐμοῦ. Ὄχι, Κύριοι, ἀρκεῖ, ὅτι ἔχει τὴν συνείδησιν, ὅτι μέλλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅταν ἀποτύχῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του, ἐδῶ εἶσθε παρόντες νὰ τὸ δικάσητε· νὰ τῷ ἀποδώσητε δικαιοσύνην διὰ τὰ ἁμαρτήματά του. Οὐδέ ποτε αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον ἀπέφυγε νὰ σᾶς δώσῃ λόγον ὁσάκις ἐζητήσατε, οὔτε τὸ εἴδατε ποτὲ νὰ παρεκκλίνῃ τῶν ἀληθινῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν, τοῦ νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ πεῖσμα τῆς πλειονοψηφίας. Διὰ τοῦτο μεχρισοῦ ἐτύχομεν τῆς πλειονοψηφίας δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον μας, ἅμα δὲ ἐφάνη πλειονοψηφία καθ’ ἡμῶν παρῃτήθημεν. Εἶναι μάλιστα ἀδύνατον νὰ εἴπῃ τις ἐκ προοιμίων· ἔχω τόσας ψήφους, ἔχω τόσους πληρεξουσίους ὡς κτῆμα, ὡς κυάμους ἐν τῷ κόλπῳ μου, ἢ ἐν τῇ χειρί μου. Ποῖος εἶναι, ὅστις δύναται νὰ διαθέτῃ οὕτω πως περὶ τῆς συνειδήσεως τῶν ἄλλων; μόνον, ὅστις ὁρμᾶται ἐκ τοιούτων θεωριῶν δύναται νὰ μᾶς καταδικάσῃ. Εἴμεθα, Κύριοι, Συνέλευσις ἀνθρώπων ἐλευθέρων, οἱ ὁποῖοι ἐρχόμεθα ἐκ τῆς ἐλευθέρας ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχομεν ὅλοι τὴν αὐτὴν συναίσθησιν τοῦ χρέους μας καὶ τοῦ καθήκοντός μας, καὶ οὐδεὶς ὑπηρετεῖ οἱονδήποτε ἄλλον σκοπὸν παρὰ τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παγιώσῃ τὰς ἐλευθέρας συνταγματικὰς ἀρχὰς ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅστις ὑπηρετῇ ἄλλους σκοποὺς καὶ σχηματίσῃ πλειονοψηφίαν δι’ ἄλλους σκοποὺς, σᾶς λέγω ὅτι ἁμαρτάνει πρὸς τὴν πατρίδα. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως· περὶ δύω, μοὶ φαίνεται, ἀντικειμένων ἔγινεν ἡ ἐπερώτησις, περὶ τοῦ δημοτικοῦ νόμου καὶ περὶ τοῦ ἀρχηγείου τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ πρῶτος νόμος ἐψηφίσθη ἐπὶ τοῦ πρώτου ὑπουργείου, δηλ. τοῦ Κ. Βούλγαρη, καὶ ὅτι δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν κύρωσιν τὴν Βασιλικήν. Ἐζητήθη μάλιστα λόγος ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἀπήντησε πολὺ εὐγλώττως ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ξηροχωρίου, ὑπουργὸς τότε τῆς παιδείας, ὁ Κ. Πετσάλης, ἀπήντησε καὶ κατέδειξεν......
§48ΤΙΝΕΣ (διακόπτοντες). Ὄχι, ὁ Κύριος Ζαΐμης ἦτο.
§49ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐδῶ, καὶ μετὰ ταῦτα ἀπήντησεν ὁ Κ. Ζαΐμης κατὰ τὸ δεύτερον ὑπουργεῖον.
§50ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§51ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Βλέπετε λοιπόν.
§52ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ Κυρίου Βούλγαρη ἐπερώτησις δὲν ἔγινε.
§53ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τότε, πρὸ πολλοῦ ἦτο τὸ ψήφισμα. Εἶναι πιθανὸν νὰ μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἕνα μῆνα καὶ περισσότερον τοῦ μηνὸς πρὸ τῆς παραιτήσεως τοῦ Κ. Βούλγαρη ἐγένετο τὸ ψήφισμα.
§54ΤΙΝΕΣ. Τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐδῶ.
§55ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Λοιπὸν παρῆλθον δύω ὑπουργεῖα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνταπεκρίνοντο ἢ τότε ἢ τώρα εἰς τὰς εὐρυτάτας ἰδέας τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, καὶ ἂν θεωρήσητε τοῦτο ἁμάρτημα, ὑπέπεσον καὶ τὰ δύω εἰς τὸ αὐτὸ παράπτωμα, οὔτε λόγον ἔδωσαν περὶ τῆς μὴ κυρώσεως, οὔτε ἔκριναν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ λόγος, διότι ζητοῦντες λόγον περὶ τῆς μὴ κυρώσεως, ἐμμέσως πως ὑποβάλλετε μίαν ἐξουσίαν ἀνεύθυνον καὶ ἰσόῤῥοπον, ἥτις συμμετέχει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὸν ἔλεγχόν σας. Ὅπως δὲν ὑποβάλλεται ἡ ἡμετέρα ἐξουσία εἰς τὸν ἔλεγχον, ἀλλ’ ἀποφασίζεται οὕτω πως δι’ ἐτυμηγορίας πᾶν ζήτημα, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον δι’ ἐτυμηγορίας ἀποφασίζει καὶ ἡ ἄλλη ἐξουσία· εἶναι δὲ ζήτημα τῆς συνειδήσεως, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν συνείδησιν, ὅπως σᾶς ἐρωτήσῃ, διατί ἐψηφίσατε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Αἱ συζητήσεις χρησιμεύουν μόνον ἁπλῶς πρὸς διαφώτισιν, εἶναι τὸ ἠθικὸν μέσον πρὸς ἐξέγερσιν τῶν ἰδεῶν καὶ πρὸς ἀνακοίνωσιν. Ἴσως εἰς αὐτὴν τὴν πάλην τῶν ἰδεῶν νικήσει ἡ ὀρθοτέρα, δὲν εἶναι ὅμως πάντοτε βέβαιον, ἀλλὰ τὸ πιθανώτερον, τοῦτο ἐν τούτοις μεταξὺ ἡμῶν. Ἀλλ’ ἅμα ἔλθητε εἰς ἐξηγήσεις μετὰ τῆς ἄλλης ἐξουσίας, συζητοῦντες μετ’ αὐτῆς διὰ τοῦ τρόπου τούτου, ὑποβάλλετε τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅσα σκέπτονται ὡς σύμβουλοι τοῦ στέμματος πρὶν πράξουν, οὕτω δὲ ἐπεμβαίνετε εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἅπαξ ἀπεφασίσατε, ὅτι δὲν θέλετε νὰ ἐπεμβαίνητε· διότι ἅπαξ κατηρτήσατε νόμον, ὅστις ἐχάραξε τὰ ὅρια ἑκάστης ἐξουσίας. Μὴ λησμονήσητε πόση χρεωστεῖται εὐλάβεια εἰς τὴν ἀκριβῆ τήρησιν αὐτῶν τῶν ὁρίων, διότι αὐτὸς ὁ σεβασμὸς εἶναι ἡ ἐγγύησις, ὅτι ἀμοιβαίως θέλει διατηρηθῆ σεβαστὴ καὶ ἡ ἡμετέρα ἐξουσία. Παραβαίνοντες τὸ σέβας αὐτὸ, σᾶς λέγω, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι προκαλοῦμεν τὸν κλύδωνα.
§56ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πολὺ ἀπεπλανήθημεν ἀπὸ τὸ κύριον θέμα εἰς τὴν κυρίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, καὶ ἀπεπλανήθημεν πρὸς ὄφελος αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐκ πρώτης ἀφετηρίας, καὶ ἐκ τῆς ὁμολογίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπεδείχθη ἔνοχον ἐγκλήματος, κατ’ ἐμὲ, ἀρκετὰ σοβαροῦ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο τὸ παρὸν ὑπουργεῖον· δὲν πρόκειται νὰ λύσωμεν σήμερον συνταγματικὰς θεωρίας· τὸ ζήτημα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἁπλούστατον, καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε τὸ ὑπουργεῖον μὴ ὑποβαλὸν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως τοὺς ἐπιψηφισθέντας Νόμους; Καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ χρῄζει τῆς ἐμβριθοῦς σκέψεως καὶ τῆς ὡριμωτέρας κρίσεως τῆς Συνελεύσεως, καθ’ ὅσον κατὰ πρώτην φορὰν παρουσιάζεται εἰς ἡμᾶς, διότι, Κύριοι, ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀρνησικυρίας ὑπὸ τοῦ Βασιλέως σήμερον εἶναι ἐξαιρετική.
§57ΠΟΛΛΟΙ. Πῶς; πάντοτε ὑπῆρχε.
§58ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὅπως ὑπάρχει σήμερον ὄχι, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βασιλείαν οἱ Νόμοι ὑπεβάλλοντο, ἐντολῇ τοῦ Βασιλέως, ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ ἐπεψηφίζοντο ὑπὸ Βουλῆς καὶ οὐχὶ ὑπὸ Συνελεύσεως, ἣν δὲν δύναται νὰ διαλύσῃ ὁ Βασιλεύς. Δὲν ἔρχομαι βεβαίως νὰ παρακολουθήσω τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν εἰς τὰς μεγάλας ἐκείνας θεωρίας, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ἐνταῦθα, διότι δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος· ἴσως ἄλλοι κρείττονες ἐμοῦ ἔλθουν νὰ τὸν ἀντικρούσουν· ἔρχομαι ὅμως νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου, ἥτις εἶναι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον πολὺ κακῶς ἔπραξε, μὴ ὑποβαλὸν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως τοὺς Νόμους αὐτοὺς πρὸς κύρωσιν, καὶ ἑπομένως εἶμαι σύμφωνος μὲ τοὺς ζητοῦντας τὴν ἀποδοκιμασίαν μιᾶς τοιαύτης διαγωγῆς.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ζέρβας εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα;
§60ΖΕΡΒΑΣ. Μάλιστα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης;
§62Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι, Κύριοι! ἡ ἐπερώτησις ἡ ἀπευθυνθεῖσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν θεωριῶν, αἵτινες κατὰ πρώτην φορὰν ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν Συνέλευσιν δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ προκαλέσωσι μίαν σπουδαίαν συζήτησιν. Κατὰ τὴν συζήτησιν, Κύριοι, παρετήρησα, ὅτι ἀνεπτύχθησαν ἰδέαι πρωτοφανεῖς· καὶ αὗται εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σαριπόλου ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἡ τοῦ Κυρίου Χρηστοπούλου ἀφ’ ἑτέρου, ἡ μὲν ζητοῦσα, ἡ Συνέλευσις νὰ ὑποβάλῃ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν Βασιλέα τὴν κύρωσιν τῶν Νόμων, ἡ δὲ νὰ δοθῇ μομφὴ ἐπίσημος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν πεποίθησιν μὲ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως. Κύριοι! μολονότι εἶμαι πολὺ ἄπειρος αὐτῶν τῶν συνταγματικῶν θεωριῶν, φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε συνταγματικὴ θεωρία, τὸ νὰ θεωρῆται ὑπεύθυνον τὸ ὑπουργεῖον διὰ πάντα Νόμον, ψηφιζόμενον ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον, καὶ μὴ ὑποβαλλόμενον εἰς τὸν Βασιλέα ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου, ὅτι αὐτὴ ἡ θεωρία εἶναι ἀληθής. Καθὼς ἡ Συνέλευσις εἶναι προδιατεθειμένη, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ὀφείλῃ ἀπ’ εὐθείας νὰ διαπραγματεύηται τὴν κύρωσιν τῶν Νόμων μετὰ τοῦ Βασιλέως, διότι οἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες τὴν ἰδέαν αὐτὴν τοῦ Κυρίου Σαριπόλου τὴν προσέβαλον. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν συναινῶ εἰς τὸ ν’ ἀποδοθῇ μομφὴ ἐπίσημος ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἐθεώρησε τοὺς νόμους αὐτοὺς ὑποβλητέους εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως. Αἱ πεποιθήσεις, Κύριοι, καὶ ἡ συνείδησις τοῦ ἀτόμου εἶναι ἐλευθέρα καὶ ὀφείλει νὰ ᾖναι τοιαύτη, ὅταν πρόκειται νὰ κρίνῃ κανεὶς περὶ πολιτικῶν ἀνθρώπων. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Νόμου ἐκείνου ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἔλαβον χώραν σπουδαῖαι συζητήσεις· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Συνέλευσις διὰ μιᾶς μεγάλης πλειονοψηφίας παρεδέχθη τὸν Νόμον, ἀλλὰ τὸν παρεδέχθη μετὰ μίαν συζήτησιν μιᾶς ἑβδομάδος ὁλοκλήρου, καθ’ ἣν ἐπροτάθησαν ἄπειροι θεωρίαι. Εἶναι ἐνδεχόμενον, Κύριοι, ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ συγκροτοῦντα τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶναι τῆς πεποιθήσεως τῆς πλειονοψηφίας· ἀλλ’ αἱ πεποιθήσεις εἶναι πάντοτε σεβασταί. Δὲν δυνάμεθα νὰ μεμφθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν συναινεῖ νὰ ὑποβάλῃ πρὸς κύρωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισεν ἡ πλειονοψηφία. Δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν τὴν ἀπομάκρυνσίν της ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειονοψηφίαν· δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ποῖοι λόγοι προεκάλεσαν τὴν παραίτησιν τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον μὴ ὑποβαλὸν νόμον προερχόμενον ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον· ἀλλ’ ἐὰν ῥίψωμεν μομφὴν, διότι δὲν ὑπέβαλε νόμους, τοὺς ὁποίους σεῖς ἐκρίνατε ἀναγκαίους, τοῦτο προσβάλλει τὰς συνειδήσεις τῶν ἀτόμων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἡ ἀπάντησις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο καθαρῶς συνταγματική· τί σᾶς εἶπε, Κύριοι, ὁ ὑπουργός; Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπειδὴ εἶμαι ὑπεύθυνος ὅλων τῶν πράξεών μου, διὰ τοῦτο δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως τοιούτου νόμου καὶ διὰ τοῦτο παραιτοῦμαι. Σᾶς εἶπεν, ὅτι παρῃτήθη, ἂν δὲν ἀντικατεστάθη, δὲν εἶναι σφάλμα του· διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ ἀκόλουθον συμπέρασμα. Ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Συνελεύσεως αὐτὸ τὸ ἐννοῶ· δὲν θεωρῶ ὅμως ἀναγκαῖον νὰ μεμφθῶμεν τὴν συνείδησιν τῶν ἀτόμων διότι κατὰ τὴν περίστασιν αὐτὴν δὲν ἔχουν τὰς αὐτὰς πεποιθήσεις μὲ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως, διότι ἄλλως τε, Κύριοι, πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν νομολογίαν ἐπικίνδυνον. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ συζητήσεις τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ συνταγματικῶν ἕξεων πολυτίμων ἔχουν μεγάλας συνεπείας. Ὅταν σήμερον μία Συνέλευσις Πανελλήνιος θέλῃ νὰ μεμφθῇ πᾶσαν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ὑπέβαλε νόμον ἀποῤῥέοντα ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως, προσβάλλετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, δύνασθε νὰ εἴπητε καὶ ἔχετε καθῆκον καὶ ὀφείλετε, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις μὴ ὑποβαλοῦσα τὸν νόμον πρὸς κύρωσιν χάνει τὴν ἐμπιστοσύνην. Περαίνων τὸν λόγον μου, λέγω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Χρηστοπούλου εἶναι ἀκατάλληλος· δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ λάβῃ χώραν μία ἄλλη λύσις τοῦ ζητήματος οὐχὶ ὅμως νὰ μεμφθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἔτυχε νὰ ᾖναι τῶν αὐτῶν πεποιθήσεων.
§63ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, καθ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ ζητημάτων προσωπικῶν, ἂν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου δὲν ἤρχετο νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀρχὰς, αἵτινες ἀντιβαίνουν καθαρῶς εἰς τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα τὰ παραδεχθέντα ἐκεῖ, ὅπου οὐδέποτε ἐπαρουσιάσθη ἀμφιβολία τις. Ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι ἀρχαὶ παραδεχθεῖσαι σχεδὸν παρὰ πάντων τῶν πολιτειογράφων, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ συμβουλευθῇ, ὅτι τὰ νομοθετικὰ Σώματα σπανίως ἔρχονται εἰς ἄμεσον μετὰ τοῦ Βασιλέως σχέσιν, ἐκτὸς εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις ἢ νὰ εὐχαριστήσωσι τὸν Βασιλέα, ἢ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ὑπουργείου. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑποβάλλονται ἰδίως αἱ τοιαῦται τοῦ κοινοβουλίου πράξεις παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ ᾖναι ἰδιαίτεροι σύμβουλοι τοῦ Βασιλέως, ἢ παρὰ ἐπιτροπῆς διοριζομένης παρὰ τοῦ Προέδρου· ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα θέλει μὲ συγχωρήσει νὰ παραπέμψω τὸν Κ. Σαρίπολον εἰς τὸν Βένθαμ εἰς τὴν Σελίδα 262 (φωναὶ νὰ ἀναγνωσθῇ).
§64ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Βένθαμ, ἀφοῦ μνημονεύει πότε τὸ κοινοβούλιον προβαίνει εἰς ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸν Βασιλέα· ἀναγινώσκω· «εἰς ἄλλους καιροὺς τὸ κοινοβούλιον προέβη περαιτέρω· ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Βασιλέα διὰ προσφωνήσεως τὴν ἀντικατάστασιν τῶν ὑπουργῶν· ὁ Βασιλεὺς βεβαίως δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, ἀλλ’ ἂν ἀποῤῥίψῃ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κοινοβουλίου, ἓν ἐκ τῶν δύω δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο· ἢ νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ὑπουργοὺς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, εἴτε διότι ἐσυμβούλευσαν τὴν ἀπόῤῥιψιν, εἴτε δι’ ἄλλα μέρη τῆς διαγωγῆς τῶν ὑπουργῶν, διότι ὑπάρχει ἀξίωμα τοῦ Ἀγγλικοῦ συντάγματος «ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ πράξῃ τὸ κακὸν, ἄλλως τε εἶναι ἡ μόνη πρᾶξις, ἡ ἀποῤῥέουσα ἐκ τοῦ Βασιλέως χωρὶς νὰ ᾖναι ὑπεύθυνοι οἱ ὑπουργοὶ, διότι πάντες παραδέχονται καὶ ἐν τῇ πράξει καὶ ἐν τῇ θεωρίᾳ ὅτι ὁ Βασιλεὺς οὐδέποτε ἁμαρτάνει...... «Ἢ εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν ταύτην τὸ κοινοβούλιον σταματᾷ τὴν Κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, στεροῦν τὰ χρηματικὰ μέσα· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Βασιλεὺς ἀναγκάζεται ἢ νὰ μεταβάλλῃ τὸ ὑπουργεῖον ἢ νὰ διαλύσῃ τὸ κοινοβούλιον». Ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀσπάζεται τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας, ἂν βλέπῃ ὅτι διὰ τῆς κυρώσεως ἑνὸς νόμου δύναται ἡ δημοσία τάξις νὰ προσβληθῇ, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ ἂν ὁ Βασιλεὺς θέλει νὰ κυρώσῃ τὸν ψηφισθέντα νόμον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸν κυρώσῃ, ἂν δὲ ὁ Βασιλεὺς ἐναντίον τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ ὑπουργείου θέλει νὰ τὸν κυρώσῃ τότε τὸ ὑπουργεῖον παραιτεῖται. Ἐπίσης δικαιοῦται τὸ ὑπουργεῖον νὰ μὴν ὑποβάλῃ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως πᾶν ὅ,τι αὐτὸ θεωρεῖ ἐπιβλαβὲς εἰς τὸν τόπον, κατὰ τὴν κρίσιν του, καὶ δὲν παραδέχεται. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐξήσκησε σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἡ δὲ Συνέλευσις εἶναι κυρία νὰ ἐπιδοκιμάσῃ, ἢ νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὴν τοιαύτην τοῦ ὑπουργείου πολιτείαν. Δὲν πράττομεν δὲ συνταγματικῶς ἐὰν εἴπωμεν ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς ὅλα τὰ νομοθετήματα διὰ προβουλεύματος τῆς Συνελεύσεως θέλουν φέρεσθαι ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως ἀπ’ εὐθείας· ἂν καθιερωθῇ τοιαύτη ἀρχὴ θέλει ἔχει συνεπείας ἐπιβλαβεῖς εἰς τὸ μέλλον, διότι τότε αἴρομεν τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ θέλομεν συζητεῖ μετὰ τοῦ Βασιλέως. Ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι ὑπεύθυνος· ὑπεύθυνοι διὰ πᾶσαν τοῦ βασιλέως πρᾶξιν εἶναι μόνοι οἱ ὑπουργοί. Καὶ πῶς θέλετε νὰ καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν νὰ προσέρχεται ἡ Συνέλευσις εἰς τὸν Βασιλέα καὶ νὰ συζητῇ μετ’ αὐτοῦ, οἱ δὲ ὑπουργοὶ νὰ διατελῶσιν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐνεργουμένων; Τίποτε ἀτοπώτερον, τίποτε ἀντισυνταγματικώτερον παρὰ τὴν τοιαύτην συζήτησιν. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σαριπόλου πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ, καὶ νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἡ Συνέλευσις χρωμένη τοῦ δικαιώματός της δύναται νὰ ἐκφράσῃ ἀποδοκιμασίαν κατὰ πάσης κυβερνήσεως, ἥτις δὲν ἤθελεν ἐκπληρώσει ἐντολὴν παρ’ αὐτῆς ἐκφρασθεῖσαν· δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀναγκάζομεν τὴν κυβέρνησιν ἢ νὰ ὑποβάλλῃ τοὺς νόμους εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, ἢ νὰ παραιτῆται· καὶ ἂν μετὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ὑπουργείου ὁ Βασιλεὺς ἐμμένῃ εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς κυρώσεως ἢ σχηματίζει κυβέρνησιν νέαν, δυναμένην νὰ κατισχύσῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἢ τῆς Βουλῆς, ἢ διαλύει τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν Συνέλευσιν καθῆκον ἔχει τὸ ὑπουργεῖον ἢ νὰ παραιτηθῇ ἢ νὰ ἀναγκάσῃ τὸν Βασιλέα νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον· (ἀποδοκιμασίαι) ἢ πρέπει νὰ ἐπαναφέρῃ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως τὸ ζήτημα, καὶ σχηματίζον πλειονοψηφίαν νὰ μετατρέψῃ τὰ ἀποφασισθέντα. Ὑπάρχουν διάφοροι τρόποι διὰ τῶν ὁποίων δύναται τὸ ὑπουργεῖον νὰ προλάβῃ τὰς συγκρούσεις μεταξὺ Βασιλέως καὶ Συνελεύσεως. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα. Ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις σᾶς εἶπε πολὺ καθαρὰ ὅτι ἔδωκε τὴν παραίτησίν της νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Συνελεύσεως νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς μομφήν τινα. Ἡ κυβέρνησις, προσβληθεῖσα διὰ τῆς προχθεσινῆς ἀποφάσεως εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἀπήλαυε πλέον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Συνελεύσεως καὶ ἔδωκε τὴν παραίτησίν της, ἑπομένως δὲν δυνάμεθα ἐκ νέου νὰ θέσωμεν ὡς ζήτημα τὴν ἐμπιστοσύνην. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, ὤφειλε νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὑπέκυψε δώσασα τὴν παραίτησίν της. Ἀλλὰ ἀφοῦ παρῃτήθη πρὸ πολλῶν ἡμερῶν διατὶ οὐδεμία ἐλήφθη φροντὶς ἀντικαταστάσεως αὐτῆς; Ἔχομεν πάντες συμφέρον νὰ ἐνισχυθῇ ἡ τάξις διὰ τῆς ἰσχύος τῶν Κυβερνήσεων, καὶ διὰ νὰ ᾖναι ἰσχυραὶ πρέπει νὰ ἀντλῶσι τὴν ἰσχύν των ἐξ αὐτοῦ τοῦ σώματος, διότι ἄλλως προκαλοῦνται μομφαὶ καὶ ἀποδοκιμασίαι, καὶ πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ προσπαθήσωμεν νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὴν κατάστασιν τῆς μεταμελείας. Εἶναι ἤδη δέκα ἡμέραι ἀφότου ἡ Κυβέρνησις σᾶς εἶπεν ἢ κατέδειξεν εἰς τὸν κόσμον ὅτι ἔδωκε τὴν παραίτησίν της, καὶ ὅμως οὐδεμία ἐλήφθη φροντὶς πρὸς σχηματισμὸν νέου ὑπουργείου. Δὲν ἀρνοῦμαι τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα νὰ σκεφθῇ καὶ ν’ ἀναβάλῃ ἐπί τινα χρόνον, ἀλλὰ σχετικῶς τῶν περιστάσεων ἡμῶν ὀφείλει νὰ σπεύσῃ· (θόρυβος). Σήμερον ἕνεκα τῆς ἐκκρεμότητος τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος διαδίδονται φῆμαι, αἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄλλας συνεπείας, καὶ τὰς φήμας ταύτας ὑποστηρίζουσιν οἱ ἔχοντες συμφέρον νὰ διαβάλλωσι τὴν Συνέλευσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἵνα σχηματισθῇ ἡ πεποίθησις ὅτι ἐν γένει ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν ἀναρχίας, δὲν ἀφῆκε τὸν ἐπαναστατικὸν ὀργασμόν της, ἐνῷ ἡ Συνέλευσις καὶ ὁ λαὸς ἔδειξαν καὶ δεικνύουσιν ὅλον τὸ ἐναντίον. Αἱ φῆμαι δὲ αὗται ὑποστηρίζονται δυστυχῶς καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἵτινες ἦσαν καὶ ἄλλοτε αἰσχρὰ ὄργανα συκοφαντιῶν τοῦ παρελθόντος, χαμερπεῖς κόλακες, δουλόφρονες· (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Μὴ χειροκροτεῖτε, μᾶλλον νὰ λυπῆσθε διὰ τὴν κατάστασίν μας, διότι εἶσθε πάντες Ἕλληνες. Ἀκόμη δὲν ἔπαυσεν ὁ σάλος τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἤρχισαν οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι νὰ δουλοφρονῶσι καὶ νὰ διαβάλλωσι τοὺς ἄλλους. Διέδωκαν τὰ φαῦλα ταῦτα ὄργανα ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις προετοιμάζει ἀποδοκιμασίαν κατὰ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνωτέραν θέσιν ἐντὸς τῆς κοινωνίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἐσεβάσθημεν καὶ θέλομεν σέβεσθαι ἐνόσῳ μένει ὅπου ἐκλήθη.
§65ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ὀνομάσατέ τα.
§66ΚΑΛΟΣ. Δὲν τὰ ὀνομάζω, τὰ περιφρονῶ διὰ τοὺς λόγους οὓς ἐγὼ νομίζω. Συμπεραίνων ὅθεν λέγω, ὅτι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαριπόλου οὐδόλως πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἐπίσης δὲ καὶ τὴν τοῦ Κυρίου Χριστοπούλου, διότι ἐπαναλαμβάνω εἶναι ἀναξιοπρεπὲς εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις παρῃτήθη, νὰ ἔλθῃ εἰς νέαν ἀποδοκιμασίαν. Ἂν προέβησαν δὲ οἱ ὑπουργοὶ εἰς διορισμοὺς εἶναι δικαίωμά των, ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ κάμωσι χρῆσιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ αὕτη καθιερώθη μέχρι τοῦδε ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐπὶ τῆς μεσοβασιλείας καὶ μετὰ ταῦτα, ὅτε μάλιστα οἱ ὑπουργοὶ, ἐνῷ οἱ διάδοχοί των ἐδέχθησαν τὴν πρόσκλησιν τοῦ Βασιλέως, προέβησαν εἰς διορισμοὺς καὶ προβιβασμούς. Ἐν ἄλλαις λέξεσι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν ἕως ἐδῶ καὶ ἀρκούμενοι εἰς τὰ λεχθέντα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§67ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδή τινες διατείνονται, ὅτι τὸ Σῶμα ἐφωτίσθη, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν.
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν τὸ Σῶμα πρόκειται νὰ μείνῃ εἰς τὰ λεχθέντα, ἀρκετὰ ἐλέχθησαν, ἂν δὲ πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ ἀπόφασιν, τότε πρέπει τὸ ἀντικείμενον νὰ συζητηθῇ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὸ Σῶμα τί θὰ κάμῃ· ὑπεβλήθησαν εἰς ἐμὲ προτάσεις τινὲς, ταύτας θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Συνέλευσιν· ἤκουσα δὲ φωνὰς, ὅτι τὸ Σῶμα ἐφωτίσθη· θὰ ἐρωτήσω.
§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν τὸ Σῶμα δὲν ᾖναι διατεθειμένον νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὰ λεχθέντα, παρακαλῶ τὸ Σῶμα ν’ ἀνεχθῇ ἵνα συζητηθῇ τὸ ἀντικείμενον, διότι εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ σοβαρόν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Συνέλευσις δὲν ἐφωτίσθη. Ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, θέλω σᾶς εἴπει ὀλίγα, πολλὰ ὀλίγα, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι δι’ ὀλίγων τὸ ζήτημα δύναται νὰ λυθῇ. Πρῶτον ὁ ἔντιμος Κύριος Καλὸς μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐξήγησε καλῶς τὸν συγγραφέα, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον, καὶ τὸ λέγω τοῦτο, διὰ νὰ προσέχῃ ἡ Συνέλευσις, ὅταν τινὲς φέρωσιν ἐντεῦθεν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν λόγων των ἱστορίας, ἢ συγγραφὰς, εἰς τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν. Τὶ λέγει ὁ Βένθαμ; «ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρῇ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τοῦ ὑπουργείου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν πτῶσίν του, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ μὴ ὑπακούσῃ, τότε δύναται νὰ κατηγορήσῃ τὸ ὑπουργεῖον κλπ.» Δὲν λέγει ὅμως τι περὶ κυρώσεως τῶν νόμων, καὶ τί πρέπει νὰ πράττῃ ἡ Βουλὴ εἰς τοιαύτην περίπτωσιν. Ὁ Βένθαμ προβλέπει τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν εἰς τὴν αἴτησιν κατὰ τοῦ ὑπουργείου τῆς Βουλῆς δὲ ὑπακούσει ὁ Βασιλεὺς, διότι τὸ ὑπουργεῖον τότε ὑποτίθεται ὅτι ἐσυμβούλευσε κακῶς τὸν Βασιλέα ὡς ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, νὰ μὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἔκαμε· τὸ ὑπουργεῖον ἑπομένως εἶναι ὑπεύθυνον, διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν πράττει τὸ κακὸν, ὅταν δὲ γίνεται τὸ ἐναντίον ἐκείνου, ὃ ζητεῖ ἡ Βουλὴ, ὑποτίθεται, ὅτι πράττει κακὸν, διὰ τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον εὐθύνεται καὶ δύναται νὰ κατηγορηθῇ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Βένθαμ, Κύριοι. Ἡ ἀξία τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος συνίσταται εἰς τὸν ἀκριβῆ χωρισμὸν τῶν ἐξουσιῶν. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κάμω ἐκτεταμένον λόγον περὶ τούτου, οὔτε ν’ ἀπαριθμήσω ὅλας τὰς λεπτομερείας, περιορίζομαι μόνον εἰς τὴν πρώτην διαίρεσιν, τὴν διαίρεσιν τῆς νομοθετικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἂν ἡ διαίρεσις αὕτη δὲν ᾖναι πλήρης καὶ πραγματικὴ, ἂν ἑκάστη τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπηρεάζῃ παρανόμως τὴν ἑτέραν, ἡ ἀξία τότε τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἶναι μηδὲν, καὶ ἐπέρχεται ἀμέσως ἡ καταστροφὴ, ἡ σύγχυσις, ἡ ἀναρχία καὶ ὁ δεσποτισμός. Πρέπει, Κύριοι, πρὸς τὸ συμφέρον ἡμῶν, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας νὰ ἐπιμείνωμεν μέχρις ἐσχάτων εἰς τὴν ἀκριβῆ τήρησιν τῆς διαιρέσεως ταύτης, καὶ εἰς τὸ νὰ μένῃ ἑκάστη ἐξουσία περιωρισμένη ἐντὸς τῶν καθηκόντων της, καὶ νὰ μὴ ἐπεμβαίνῃ εἰς ξένα καθήκοντα, καὶ νὰ ταράττῃ τὴν ἁρμονίαν. Κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως εἶναι δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοῦ Βασιλέως, τὸ ὁποῖον ἐξασκεῖ ἀπολύτως, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία εἶναι ἐξουσία χωριστὴ, δὲν εἶναι ὑπεύθυνος, δὲν ἐπεμβαίνει, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπεμβῇ, οὔτε πρέπει νὰ ἐπεμβῇ. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κυρώσῃ ἢ νὰ μὴ κυρώσῃ τοὺς νόμους, εἶναι δικαίωμά του, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ὑπουργὸς, καθὼς δὲν εἶναι ὑπεύθυνος οὔτε ἡ Συνέλευσις, ἂν παραδεχθῇ ἢ ὄχι ἕνα νόμον, διότι εἶναι δικαίωμά της ἀπόλυτον· ἄλλως ὁ ὑπουργὸς ἤθελεν ἔχει καὶ νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔχει, τοιαύτην, εἶναι μόνον ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, ὁ ὑπουργός· διὰ τῆς παρεμβάσεώς του ἤθελεν οὐδετερώσει τὴν ἐνέργειαν τοῦ Βασιλέως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως ἤθελεν εἶσθαι προνόμιον, οὐχὶ Βασιλικὸν, ἀλλὰ δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἁπλῶς. Ἂν εἰπῆτε, Κύριοι, ὅτι ἡ κύρωσις ἢ μὴ κύρωσις ἑνὸς νόμου σύρῃ εὐθύνην ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου, ὁ ὑπουργὸς ὁ ὑπεύθυνος ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀντισταθῇ εἰς τὸν Βασιλέα, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ καὶ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νόμου πρὸς τὸν Βασιλέα, καὶ τότε βλέπετε, ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδετε εἰς τὸν Βασιλέα, ἐξαρτᾶται πλέον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν, κυρίως ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ τὸ ἐκτελέσῃ, διότι ὁ ὑπουργὸς δὲν θέλει· καὶ ἐὰν ὁ ὑπουργὸς καὶ ἡ πλειοψηφία ἐπιμένωσιν, ὁ Βασιλεὺς ὀφείλει ὑποχρεωτικῶς νὰ τὸν κυρώσῃ, ἄλλως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὑπουργεῖον. Ἡ πρᾶξις καὶ ἡ ἐκτέλεσις φέρει εὐθύνην ἐπὶ τοῦ ἐνεργοῦντος ὑπαλλήλου. Εἷς ἕτερος καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου.
§74ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὄχι ἐγώ· εἰπέτε το.
§75ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, εἶμαι καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου καὶ κανεὶς ἄλλος.
§76ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καὶ ἀκόμη εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἄγνοιαν.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, Κύριοι, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἔχῃ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νόμων, ἢ ὄχι· ἂν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ᾖναι μέρος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοῦ Βασιλέως, ναί, ἢ ὄχι· ἂν εἰπῆτε ὄχι, ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι πλέον νομοθετικὴ, ἀλλὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι ἐκτέλεσιν πράξεως ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἄνευ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἑπομένως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ Βασιλέως ὑπάγεται εἰς τὰς ἰδιοτροπίας, εἰς τὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς σκέψεις τῶν ὑπουργῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡμεῖς οἱ νέοι περὶ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα ἂς μὴ ἐνασχολώμεθα μόνον μὲ θεωρίας, ἂς ἴδωμεν τὶ γίνεται εἰς ἕτερα Κράτη, καὶ ἰδίως ὅπου τὸ σύστημα αὐτὸ πρὸ πολλοῦ ἐφαρμοζόμενον ἀποκατέστη ἀλήθεια· τί γίνεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν; τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ τί πρέπει νὰ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν πρὸ πάντων, ὅτε αἱ Βουλαὶ λήγουν, παρούσης τῆς Βασιλίσσης ἢ ἀντιπροσώπου της, παρουσιάζεται ὁ γραμματεὺς τῆς Γερουσίας, καὶ, ἂν ἀμφιβάλλετε, δύνασθε νὰ λάβητε πληροφορίας καὶ ἀπὸ τὸν πληρεξούσιον Κύριον Τρικούπην, παρουσιάζεται ὁ γραμματεὺς τῆς Γερουσίας καὶ ἀναγινώσκει τοὺς τίτλους διαφόρων ψηφισθέντων νόμων, καὶ ἡ Βασίλισσα ἢ ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς ἀποφαίνεται, ἐὰν κυρώνῃ ἢ ὄχι· μεσολάβησις κᾀμμία τοῦ ὑπουργείου δὲν ὑπάρχει, ἀπ’ εὐθείας τὰ νομοθετικὰ Σώματα εἰς τὸν Βασιλέα ἀπευθυνόμενα λαμβάνουν παρ’ αὐτοῦ τὴν ἀπάντησιν· ἄμεσος ὑποβολὴ ἐκ τῶν Βουλῶν ἐγίνετο καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν.
§78ΚΑΛΟΣ. Ποῦ τὸ ἀπηντήσετε αὐτό;
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν πρακτικὴν, ἐκεῖ ὅπου δὲν τὸ ἀπηντήσατε ὑμεῖς· καὶ ἐσχάτως ἔτι ἐστάλη ἐπιτροπὴ ἵνα εὐχαριστήσωσι τὴν Βασίλισσαν διὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων περὶ Δανίας κλπ. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε, ἂν θέλετε, ν’ ἀρνηθῆτε τὴν ἐμπιστοσύνην σας εἰς τὸ ὑπουργεῖον δι’ ὁποιονδήποτε λόγον, καὶ ὅταν τὸ ὑπουργεῖον καλῶς φέρεται· ἀλλὰ δὲν πρέπει οὐδέποτε νὰ ὑποβάλητε ἀναγκαστικῶς τὴν νομοθετικὴν ἐνέργειαν τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν θέλησιν τῶν ὑπουργῶν, ὅπερ γίνεται, ὅταν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν ζητῆτε εὐθύνας ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον· διότι τοῦτο θέλει βλάψει, ἡ ἱστορία τοῦ παρελθόντος ἀπέδειξε πολλάκις ὅ,τι λέγω. Καὶ ἐκ τῆς μικρᾶς πείρας μου ἐγνώρισα, ὅτι νομοσχέδια τινὰ, ἂν ἤθελον παρουσιασθῆ εἰς τὸν Βασιλέα, ἤθελον ἐπικυρωθῆ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχύσωμεν αὐτὰ τὰ δύο χωριστὰ πράγματα, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν ἐνέργειαν ἑκάστης ἐξουσίας.
§80ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ εἶναι σύμβουλοι τοῦ Βασιλέως, ἑπομένως δὲν τὸν συμβουλεύουν καὶ διὰ τὰ νομοθετικὰ ἔργα;
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ συμβουλὴ πρὸς τὸν Βασιλέα ἐν τῷ συμβουλίῳ, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, δὲν εἶναι καθαρὰ κυβερνητικὴ πρᾶξις, ὑποβαλλομένη εἰς τὴν ἐπίσημον νομικὴν καὶ δικαστικὴν ἐκτίμησιν τῶν Βουλῶν, καὶ δὲν προκαλεῖ τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν. Δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε τὴν ψῆφόν σας εἰς τὸ ὑπουργεῖον, δὲν δύνασθε ὅμως νὰ καθιερώσητε ὡς νομικῶς ὑπευθύνους τοὺς ὑπουργοὺς διὰ τὰς συμβουλὰς, τὰς ὁποίας δίδουσι πρὸς τὸν Βασιλέα ἐν τῷ Συμβουλίῳ. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ ἴσως μ’ ὅλην τὴν μακρὰν συζήτησιν καὶ μελέτην δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὸ λύσωμεν, ἢ ἐγὼ τοὐλάχιστον προκληθεὶς ἐξ ἀπροόπτου νὰ λαλήσω καὶ νὰ σκεφθῶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι ἕτοιμος· καλὸν εἶναι διὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις νὰ μείνῃ εἰς τὰ λεχθέντα καὶ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἄλλοτε· αὐτὴ τοὐλάχιστον εἶναι ἡ ἰδική μου ἰδέα. Τώρα, Κύριοι, νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι ὁ καιρὸς νὰ φέρωμεν μομφὴν κατὰ τοῦ ὑπουργείου, διότι ὑπουργεῖον δὲν ὑπάρχει πλέον, παρῃτήθη· ἂν ἐπρόκειτο πρὸ 20 ἡμερῶν, ὅτε ὑφίστατο τὸ ὑπουργεῖον, μάλιστα. Καὶ διὰ τί νὰ φέρωμεν μομφήν; διὰ νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτὸ τὴν ἐμπιστοσύνην μας καὶ οὕτω νὰ προκαλέσωμεν τὴν πτῶσίν του; ἀλλ’ αὐτὸ ἐγένετο ἤδη, ἀφοῦ ἔδωσε τὴν παραίτησίν του· πρὸς τί θὰ χρησιμεύσῃ λοιπὸν ἡ μομφὴ αὕτη; Κατὰ δύω τρόπους ἐνεργοῦν αἱ Βουλαὶ ἐναντίον τῶν ὑπουργείων, ἢ τοὺς ἀρνοῦνται τὴν ἐμπιστοσύνην των διὰ νὰ τὸ ἀναγκάσουν ν’ ἀφήσῃ τὴν ἐξουσίαν, ἢ ἐὰν οἱ ὑπουργοὶ παρηνόμησαν βαρύτερον, τοὺς κατηγοροῦσιν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπεσε τὸ ὑπουργεῖον, νὰ εἴπωμεν ἤδη, ὅτι ἀρνούμεθα τὴν ἐμπιστοσύνην μας, μοὶ φαίνεται, ὅτι, οὔτε σκόπιμον, οὔτε ἐπωφελὲς, οὔτε γενναῖον εἶναι. Ἐὰν, Κύριοι, τὸ ζήτημα αὐτὸ ἤρχετο πρὸ ἡμερῶν, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἤρχετο, ζητοῦν τὴν ψῆφόν μας, ἐὰν πρὸ 20 ἡμερῶν ἤρχετο καὶ ἔλεγεν, ἀποφανθῆτε, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξα, βεβαίως τὴν ψῆφόν μου δὲν ἤθελε τὴν ἔχει. Ἀλλὰ τώρα νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ πράξωμέν τι, ἀφοῦ κατηγορίαν δὲν προτιθέμεθα ν’ ἀπαγγείλωμεν. Ἂς κάμω μίαν παρατήρησιν καὶ πρὸς τὸν Κ. Καλλιγᾶν· ἡ συζήτησις ἐδῶ μέσα δὲν εἶναι ἄσκοπος καὶ ἀδιάφορος, ἡ συζήτησις εἰς τὰ Νομοθετικὰ Σώματα ἔχει σκοπὸν ν’ ἀνεύρῃ τὴν ἀλήθειαν, ἥτις δὲν ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς οὐδένα μονομερῶς· ἡ διαίρεσις κατὰ συνέπειαν εἰς κόμματα, ὡς ἀποτέλεσμα αὐτῶν τῶν συζητήσεων, δὲν εἶναί τι τυχαῖον. Ἡ διαίρεσις καὶ ἡ κατάταξις εἰς ἰδέας ἢ συστήματα ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἡ ἀναγνώρισις ἀληθειῶν τινων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπερισχύσουν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Λοιπὸν, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἰσχυρίζηταί τις, ὅτι ἡ συζήτησις καὶ ἡ διαίρεσις τῶν κομμάτων εἶναι ἀδιάφορος, εἶναι ἄνευ ἀξίας, ἐνῷ εἶναι ἡ βάσις τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος (ἐνεχειρίσθη τῷ ῥήτορι παρὰ τοῦ Κ. Καλλιγᾶ σημείωσίς τις). Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἤμεθα Συνταγματικοὶ, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία μόνη εἶναι ἡ δυναμένη νὰ Κυβερνήσῃ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Αὐτὸ ἐννοῶ ἐγὼ Συνταγματικὴν Κυβέρνησιν. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι ἐντὸς τῶν Συνταγματικῶν Σωμάτων ὑπάρχουσι καὶ ἄνθρωποί τινες ἀξιότιμοι, σπουδαῖοι, οἱ ὁποῖοι καμμίαν δὲν ἀντιπροσωπεύουν ἰδιαιτέρως ἰδέαν, παραδέχονται δὲ πότε τὴν μίαν, καὶ πότε τὴν ἑτέραν, οὗτοι λέγονται ἐκλεκτικοί· τρέχουν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος εἰς τὸ ἄλλο, ζητοῦντες τὸ κατ’ αὐτοὺς καλόν. Τὸ κατ’ ἐμὲ πιστεύω, ὅτι ἡ μερὶς αὕτη εἰς τὰς δυσχερεῖς καὶ σπουδαίας μάλιστα περιστάσεις δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ κυβερνήσῃ, ὅπως πρέπει, ὅπως τὸ ἔθνος ἀπαιτεῖ. Αὐτὸ, Κύριοι, ἠμποροῦν νὰ σχηματίζουν καὶ καταστρέφουν πλειοψηφίας, ἀλλὰ δὲν μᾶς παρουσιάζουν τι στερεὸν καὶ μόνιμον, ἑπομένως δὲν ἠμποροῦν νὰ κυβερνήσουν. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικὸν, ὅτι εἶναι πταῖσμα τὸ νὰ σχηματισθῇ ἓν ὑπουργεῖόν ποτε, καὶ ἐκτὸς τῆς φαινομένης ἢ τῆς παρουσιασθείσης πλειοψηφίας.
§82ΖΕΡΒΑΣ. Παραίτησε τὸ ἀλλὰ, Κύριε Κουμουνδοῦρε.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπαντῶν εἰς τὴν σημείωσιν τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, λέγω, ὅτι δὲν συζητῶ ἤδη, Κύριοι, ἂν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Ῥαγκαβῆ, ὅτε ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἦτο τρυπωμένος (θόρυβος), ἤμην ὑπὲρ τῶν κομμάτων ἢ ὄχι· ἐννοῶ τὰ κόμματα διαιρούμενα κατ’ ἀρχὰς, ἰδέας, πεποιθήσεις, οὐχὶ συνδυασμοὺς αἰσχρῶν συμφερόντων. Ἤμην λοιπὸν ἐναντίος ὅλων τῶν τοιούτων κομμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ὡς κεντρικὴν βάσιν ἰδέας γενικὰς καὶ πεποιθήσεις. Ἂν, Κύριοι, καὶ εἰς τὸ μέλλον ἡ διαίρεσίς μας ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ τῇ Συνταγματικῇ πολιτείᾳ πρόκειται νὰ ἔχῃ ὡς βάσιν τὰ ἀτομικὰ, τὰ μικρὰ συμφέροντα, τότε θὰ ἦμαι κατὰ τῶν κομμάτων, τότε νομίζω, ὅτι αὐτὰ τὰ κόμματα δὲν εἶναι ἐπωφελῆ εἰς τὸν τόπον.
§84ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν ἠξεύρομεν τὴν σημείωσιν αὐτήν.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὕτως ἐννοῶ τὰ τῶν κομμάτων, οὕτω τὰ ἠννόουν καὶ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Ῥαγκαβῆ, ἤμην κατὰ τῶν κομμάτων τότε τῶν μὴ τοιούτων.
§86ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἴπατε, ὅτι ἤμην τρυπωμένος· τί ἐννοεῖτε μὲ τοῦτο, Κύριε Κουμουνδοῦρε;
§87ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Εἴπατε μᾶλλον, Κ. Κουμουνδοῦρε, ὅτι εἶπε καὶ ὁ.... ὅτι τὰ κόμματα καταστρέφουσι τὴν συνταγματικὴν πολιτείαν, τὰ δὲ συστήματα τὴν ἐνισχύουν.
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς τὸ ἐννοεῖτε, Κ. Καλλιγᾶ.
§89ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁμολογεῖτε λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶχεν ἔννοιαν ἡ λέξις σας ἐκείνη.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοῶ λοιπὸν ὅτι ἡ πλειοψηφία πρέπει νὰ διοικῇ τὸν τόπον. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι παράπτωμα τὸ νὰ σχηματισθῇ ὑπουργεῖον καὶ ἐκτὸς τῆς πλειοψηφίας, τὸ ὁποῖον ἀμέσως πρέπει νὰ πέσῃ, ἂν μετὰ τὸν σχηματισμόν του δὲν ἔχῃ πλειοψηφίαν· διότι κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, κατὰ τὰς ἰδέας τὰς μικρὰς, τὰς ὁποίας ἔχω ἐγὼ περὶ συντάγματος, ὁ Βασιλεὺς ἔχει δικαίωμα νὰ διορίζῃ τοὺς ὑπουργούς· ἡ Συνέλευσις ἢ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι αἱ διορίζουσαι τοὺς ὑπουργοὺς, τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχήν. Ἀλλ’ οὔτε συμφέρον, οὔτε δυνατὸν, οὔτε ὀρθὸν εἶναι ἕν ὑπουργεῖον νὰ ἵσταται εἰς τοὺς πόδας του, ὅταν ἡ πλειοψηφία ἦναι κατ’ αὐτοῦ, πρέπει νὰ πέσῃ ἀμέσως. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν, Κύριοι, οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλ’ ἐμμέσως αἱ Βουλαὶ συντείνουν εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ὑπουργῶν, ὑποδεικνύουσαι αὐτοὺς, καὶ ὁ Βασιλεὺς δὲ τοὺς διορίζει· καλῶς λοιπὸν ἠμπορεῖ νὰ διορισθῇ ὑπουργεῖον ἐκτὸς τῆς πλειοψηφίας, ἀλλ’ ἅμα πλειοψηφία εἶναι κατ’ αὐτοῦ, πρέπει νὰ πέσῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω, εὔχομαι καὶ συμβουλεύω καὶ θέλω, ὥστε νὰ ἦναι λίαν ἔκτακτον καὶ σπάνιον· ὁ κανὼν νὰ ἦναι ἡ πλειοψηφία νὰ χρησιμεύῃ πάντοτε ὡς ὁδηγὸς τοῦ σχηματισμοῦ τῶν Κυβερνήσεων, ἡ πλειοψηφία εἶναι μία ἔνδειξις πολὺ ἰσχυρὰ καὶ οὐσιώδης, ἥτις πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν, ὅτι, ἐάν ποτε δὲν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν αὕτη ἡ ἔνδειξις, ὅτι τοῦτο εἶναι ἔγκλημα. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί εἶχα νὰ σᾶς εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§91ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριοι, ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν ἀπέναντι τῶν ὅσα ὁ ἐκ Χίου πληρεξούσιος Κ. Γλαράκης εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, κατηγορήσας τὸ ὑπουργεῖον ὡς ἀντισυνταγματικῶς πορευθέν. Ὡς πρὸς τὴν σύστασιν, τὴν γέννησιν τοῦ ὑπουργείου ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἀρκετὰ ἐξηγήθη. Ἔρχομαι τώρα ὡς πρὸς τὴν πορείαν τοῦ ὑπουργείου· καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἡ Συνέλευσις ἐτίμησε τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ διὰ τῆς πλειοψηφίας· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ὅσα νομοσχέδια ἔφερεν ἐν τῇ Συνελεύσει ἔτυχον τῆς πλειοψηφίας. Κατόπιν πρὶν ἢ ἀκόμη ἀναφανῇ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως κατὰ τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ ἐμβατεῦσαν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν διάνοιαν τῆς Συνελεύσεως, ἔσπευσε πρὸ ἑνὸς μηνὸς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Α. Μ. τὴν παραίτησίν του. Ὅταν ἡ Συνέλευσις κατηρτίσθη τελευταῖον, καὶ συνεζήτησε πίστωσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἡ πίστωσις ἀπεῤῥίφθη, τὸ ὑπουργεῖον συνταγματικώτατα φερόμενον κατὰ τὴν σκέψιν του, ὑπέβαλεν εἰς τὸν Βασιλέα σύσσωμον τὴν παραίτησίν του ἐγγράφως, ἐνῷ καὶ πρὸ ἑνὸς μηνὸς εἶχε διαβιβάσει τὴν παραίτησίν του προφορικῶς. (Ἀκολουθεῖ.) Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν πορείαν του τὸ ὑπουργεῖον ἔπραξέ τι ἀντισυνταγματικὸν ἢ παρὰ τοὺς νόμους, νομίζω ὅτι τὰ πράγματα νὰ ἦναι καθαρὰ, καὶ ὁ Κ. Γλαράκης πρέπει νὰ καταδείξῃ τὰ ἐγκλήματα τοῦ ὑπουργείου διὰ νὰ ὑποστῇ τὴν προσήκουσαν ποινήν.
§92ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Εἶπα, ὅτι μετὰ τὴν παραίτησίν σας ἐκάματε διορισμοὺς καὶ παύσεις.
§93ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δὲν εἶσθε ὁ ἁρμόδιος.
§94ΖΕΡΒΑΣ. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, ὅτι ἡ συζήτησις φέρει εἰς φῶς τὴν ἀλήθειαν· τῷ ὄντι, Κύριοι, ἡ συζήτησις αὕτη, ἥτις ἔλαβε χώραν εἰς αὐτὸ τὸ μικρὸν διάστημα, μᾶς ἔφερεν εἰς φῶς μίαν ἀλήθειαν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ σήμερον μᾶς ὡμίλησαν μὲ τὴν γλῶσσαν τῆς ἱερᾶς συμμαχίας· ζητοῦν διὰ τῆς στρεβλώσεως τῶν λέξεων νὰ μᾶς πείσουν, ὅτι τὰ πράγματα εἶναι ἀλλοῖα, ἀφ’ ὅ,τι εἶναι. Ἐνθυμεῖσθε ὅσοι ἀνεγνώσατε τὴν ἱστορίαν, ὅλαι αἱ Εὐρωπαϊκαὶ δυνάμεις ἔλαβον τὸ μέτρον ν’ ἀνατρέψουν τὸν Ναπολέοντα, καὶ ἐπειδὴ ὁ Ναπολέων πρὶν εἶχεν ὑποσχεθῆ ἐλευθερίας πολλὰς, οἱ Βασιλεῖς ὅλοι αὐτοὶ ἦλθον καὶ ὑπεσχέθησαν εἰς τοὺς λαοὺς, ἐλᾶτε μαζύ μας ν’ ἀναγκάσωμεν τὸν τύραννον αὐτὸν τῆς Εὐρώπης, καὶ ἡμεῖς νὰ χορηγήσωμεν ὅλας τὰς μεγάλας ἐλευθερίας εἰς τοὺς λαούς. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ στόματος ἐκήρυττον τὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς λαοὺς ἔχοντες τὸ σύστημα τοῦ ἀναλλοιώτου καὶ πεποίθησιν εἰς τὸν ἑαυτόν τους, ὅτι αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἐγερθῶσι, τί ἔκαμον κατόπιν διὰ νὰ ἀρνηθοῦν, ὅ,τι ὑπεσχέθησαν εἰς τοὺς λαούς; Συντάγματα, ἔλεγον, ἐννοοῦμεν τὰς ἐπαρχιακὰς Συνελεύσεις, καὶ διὰ τῆς λέξεως ταύτης ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ καταστρέψωσι τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἐνώπιον ὅλης τῆς Εὐρώπης ἔδωκαν, νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, καὶ μετεχειρίζοντο ὅλα τὰ δόλια μέσα νὰ ὑποχρεόνουν Βασιλεῖς ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἀκουσίως ἔδωκαν ἐλευθερίας νὰ ἔλθουν εἰς τὸ ὀπισθοδρομικὸν σύστημα. Τί μᾶς λέγουν σήμερον οἱ ὑπουργοί; μάλιστα, ἀλλὰ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ ἔλθῃ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ πλειονοψηφίαν, διότι ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ κατόπιν. Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς μίαν φορὰν ἐξιππάζετο ἀπὸ τὰ λόγια, τώρα θέλει πράγματα· τὰ λόγια ταῦτα, τοὺς συνταγματικοὺς λόγους, καὶ οἱ χαμάλιδες γνωρίζουν εἰς τὴν Ἑλλάδα· δὲν εἶναι οἱ χρόνοι ἐκεῖνοι, καθ’ οὓς τὸ Συνταγματικὸν κήρυγμα ἐθεωρεῖτο ὡς μέγα πρᾶγμα. Ἡμεῖς ἔχομεν 30 ἔτη, τὸ κήρυγμα τὸ μετήλθομεν καὶ ὡς βουλευταὶ καὶ ὡς πολῖται, καὶ ὡς διοικηταὶ καὶ ὡς διοικούμενοι συνταγματικῶς, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἔρχωνται σήμερον μὲ σοφίσματα ἀπὸ τὸ βῆμα νὰ διαστρέφωσι τὴν ἀληθῆ συνταγματικὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἑκάστη Κυβέρνησις νὰ παρακολουθῇ. Τὶ μᾶς εἶπεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος; ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ στηριχθῇ εἰς μίαν πλειονοψηφίαν τῶν σωμάτων, ἀλλὰ.... Ἐδὼ τὸ ἀλλὰ μᾶς τὸ ἐχάλασε· ἐδὼ εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς ἱερᾶς συμμαχίας. Τὶ ἐννοεῖς μὲ τὸ ἀλλὰ, ἔντιμε Κ. πληρεξούσιε; δύναται ἡ δυναστεία νὰ φέρῃ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ πεποίθησιν, ὅτι ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν, θὰ εἰπῇ· ὅτι ἀφοῦ γνωρίζει, ὅτι δὲν ἔχουν πλειονοψηφίαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι βιάζονται νὰ ἔλθουν κυβερνῆται, ἐν γνώσει ὅτι δὲν ἔχουν πλειοψηφίαν, δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς ὑπουργοὶ, εἶναι πονηροὶ, ἔρχονται μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ἠμπορέσουν διὰ τῆς διαφθορᾶς νὰ σχηματίσουν μίαν τεχνητὴν πλειοψηφίαν ἐντὸς τῶν Σωμάτων. Ἰδοὺ λοιπὸν ποῖοι εἶναι οἱ σκοποὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποφασίζουν νὰ δεχθοῦν ὑπουργεῖον ἐν γνώσει, ὅτι δὲν ἔχουν πλειονοψηφίαν· ἀφοῦ γνωρίζεις, ὅτι δὲν σὲ θέλει τὸ χωριὸ, πῶς ἐρωτᾷς ποῦ εἶναι τοῦ παππᾶ τὸ σπῆτι; πῶς τολμᾷς νὰ ἔλθῃς νὰ κυβερνήσῃς, ἀφοῦ δὲν ἔχεις πλειονοψηφίαν; βεβαίως ἔχεις τὴν πονηρίαν, ὅτι διὰ τῆς δολιότητος, διὰ τῶν θέσεων, καὶ ὅλων τῶν μέσων τῆς διαφθορᾶς νὰ σχηματίσῃς πλειονοψηφίαν. Ἰδοὺ λοιπὸν ποία εἶναι ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζονται σήμερον οἱ ὑπουργοί. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα. Τρεῖς μῆνες εἴμεθα χωρὶς Κυβέρνησιν· ἐπικαλοῦμαι πάντα συνάδελφόν μου καὶ πάντα πολίτην ἀκόμη. Φιλονεικεῖται διατὶ δὲν παρουσίασε τὸ ὑπουργεῖον νομοσχέδιον εἰς τὸν Βασιλέα· ἀμὴ δὲν κάμνετε τὴν παρατήρησιν διατὶ δὲν ἦλθε νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ ἢ νὰ τὸ προσβάλλῃ ὡς Κυβέρνησις; Κύριοι, τὰ Σώματα εἶναι διῃρημένα εἰς τάξεις, ὑπάρχει Συνέλευσις, ὑπάρχει καὶ δυναστεία· ἢ καθὼς ἄλλοτε Βουλή, Γερουσία, καὶ Δυναστεία· ἡ μὲν Συνέλευσις ἀντιπροσωπεύται δι’ ἑαυτῆς καὶ ἕκαστος πληρεξούσιος ἔρχεται εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐκθέτει τὰς ἰδέας του ἀπέναντι παντὸς ἀντικειμένου· ἡ δὲ δυναστεία ἔρχεται διὰ τῶν ὑπουργῶν καὶ παρουσιάζεται, καὶ ὀφείλει πάντοτε ἡ Κυβέρνησις, ὁσάκις συνεδριάζουν τὰ Σώματα, νὰ ᾖναι παροῦσα· δὲν ἐπιτρέπεται ποτὲ εἰς ἐξουσίαν νὰ ἐγκαταλείπῃ τὴν θέσιν της, διότι θεωρεῖται καὶ ὡς πηδάλιον τῶν Σωμάτων. Ἂν ἦτο παροῦσα ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς διαφόρους συζητήσεις, ἠμποροῦσε νὰ ἐπιφέρῃ μίαν γνώμην, νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ, καὶ ἂν ἦτο ὀρθὴ ἴσως νὰ τὴν παραδεχθῇ ἡ Συνέλευσις, καὶ νὰ μὴν ἔλθωμεν εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ νὰ μὴ κυρῶνται οἱ νόμοι. Ἀλλὰ τί παρατηροῦμεν τρεῖς μῆνας; Συζητοῦμεν καθ’ ἡμέραν, καὶ τὸ ὑπουργεῖον διόλου δὲν φαίνεται· ὁ νόμος περὶ ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς ἦτο εἷς ἐκ τῶν σπουδαίων, εἴδατε κἀμμίαν ἡμέραν τινὰ ἐκ τῶν ὑπουργῶν; κανεὶς δὲν ἐφάνη, θὰ εἴπῃ λοιπὸν, ὅτι τὰ πράγματα αὐτὰ μᾶς ὁδηγοῦν λογικῶς εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι σήμερον οἱ ὑπουργοὶ αὐτοὶ δὲν κάμνουν τὸ καθῆκόν των, κατὰ τὴν λέξιν τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξαν διόλου ὑπουργοί· τὸ δὲ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι ὅλως διόλου ἀντισυνταγματικῶς ἐγεννήθησαν, ἀντισυνταγματικῶς ἀνετράφησαν καὶ ἀντισυνταγματικῶς ἀπέθανον. Λοιπὸν αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω, καὶ τίποτε περισσότερον.
§95ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι πιστεύω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ τοιαύτην διεύθυνσιν ἡ συζήτησις εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, δηλ. Συνέλευσις καὶ ὄχι βουλὴ, (καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ λησμονήσωμεν), ἀπέναντι μιᾶς Βασιλείας, Πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἔθιμον συνταγματικὸν τὸ νὰ μεταχειρίζωνται οἱ ἀγορεύοντες ἀπ’ εὐθείας τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως καὶ νὰ συζητῶσι τὰ βασιλικὰ δικαιώματα διὰ τοιούτου τρόπου. Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον τὸ κατάλληλον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ συντάγματος, τότε βεβαίως θὰ γείνῃ τοιαύτη τις συζήτησις, ἀλλὰ καὶ τότε πρέπει νὰ γείνῃ μὲ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ προσβληθῇ οὐδενὸς ἡ φιλοτιμία. Πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγκρίνω· ἔρχομαι πρὸ πάντων εἰς τὰ τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου περὶ τῶν ἐκλεκτικῶν, διότι ἀφορᾷ καὶ ἐμὲ αὐτόν· καὶ ἐπειδὴ ὅσα λαλοῦμεν δὲν ἀφοροῦν μόνον ἡμᾶς ἐνταῦθα, ἀλλ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἀπαντῶ, ὅτι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἐκλεκτικός, καὶ τὸ θεωρῶ καύχημά μου (μικραὶ ἀποδοκιμασίαι). Ἡ ἱστορία θὰ τὸ ἀποδείξῃ· διότι τὸ νὰ λέγωμεν λέξεις χωρὶς νὰ ἔχουν ἔννοιαν, εἶναι ὡς νὰ μὴ λέγωμεν τίποτε· ἐβιάσθη ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος νὰ εἴπῃ, ὅτι ὅταν τὰ συστήματα ᾖναι φατρίαι, δὲν τὰ ἀναγνωρίζει. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐννοήσω καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἐσχηματίσθησαν φατρίαι ἐνταῦθα. Ἀρκοῦμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τοῦ κόμματος τῶν πεδινῶν ἢ τῶν ὀρεινῶν, διότι βλέπω κατ’ οὐσίαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἢ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καμμία διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν, διότι εἴμεθα Συνέλευσις καὶ οὐχὶ βουλή· εἰς τὰς βουλὰς σχηματίζονται τὰ κόμματα ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος, εἰς δὲ τὴν Συνέλευσιν, ὅταν ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, ἂν φανῶσι τινὲς, οἱ ὁποῖοι θέλουν παραπολὺ μεγάλας ἐλευθερίας, ἢ τὸ ἐναντίον, τότε θὰ γεννηθοῦν τὰ ἀντίθετα συστήματα· ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἐδόθησαν τοιαῦται ἀφορμαί· ἐδῶ ἡ ἐντολή μας εἶναι νὰ πραγματοποιήσωμεν τοὺς σκοποὺς, δι’ ὧν δικαιολογεῖται ἡ ἐπανάστασις τῆς 10 8βρίου, καὶ κατὰ τοῦτο εἶμαι πληρέστατα πεδινὸς ἢ ὀρεινὸς, ἢ ὑπὲρ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως, καὶ πάντοτε θέλω δώσει τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς μεγάλης ταύτης μερίδος (θόρυβος). Ἐπειδὴ μοῦ δίδει ἀφορμὴν συνάδελφός τις, σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι φωνάζουν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι δὲν θέλουν ὑπουργεῖον, καὶ τὸ λέγω, διὰ νὰ τὰ ἀκούσῃ καὶ ἡ αὐλὴ καὶ ὅλος ὁ κόσμος. Δὲν ζητῶ ὑπουργεῖον, προτιμῶ νὰ ἦμαι ἐκτὸς τῶν πραγμάτων καὶ διὰ τῶν λόγων μου νὰ συμβουλεύω τὴν πατρίδα μου· καὶ ἂν δὲν ἔχω ὑποστήριξιν ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, δὲν θὰ γείνω βουλευτής ποτε δι’ ἀθεμίτων μέσων. Παῤῥησιαστικώτερον δὲν ἠμπορῶ νὰ ὁμιλήσω. Λοιπὸν κόμματα δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, μία μόνη μερὶς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ἡ ἐθνική. Ἀλλ’ ἐγεννήθησαν ὑποδιαιρέσεις τινὲς ἐκ προσωπικῶν μερικῶν τινων λόγων, ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ παρακολουθήσω τούτους ἢ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἄλλως τιμῶ, καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν, διότι ἔχω ἓν ἰδιαίτερον σύστημα, νὰ ἦμαι ὀλίγον δύσπιστος, καὶ ὀλίγον αὐστηρὸς εἰς τὰς παύσεις καὶ τοὺς διορισμοὺς τῶν ὑπαλλήλων καὶ νὰ μὴν ἀνέχωμαι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἀνικανότητα. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν εἶμαι καὶ ἔσομαι ἐκλεκτικός. Ἄλλως εἰς τὴν ἐξουσίαν μου καί τινων ἄλλων ἦτο νὰ περιποιηθῶ τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς μιᾶς μερίδος ἢ τῆς ἄλλης, καὶ νὰ περιποιήσω συμφέροντα, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμα· διότι ἔχω μίαν δυσπιστίαν, τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν ἔχουν ἄλλοι. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ λόγος τοσοῦτος περὶ ζητημάτων πολιτικῶν· ὅταν ἔλθουν αἱ βουλαὶ, τότε θέλουν ἀναφανῆ μὲ τὸν καιρὸν συστήματα πολιτικὰ, διότι σήμερον κατ’ οὐσίαν δὲν ὑπάρχουν, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ἀναφανοῦν εἰς τὴν Συνέλευσιν, διότι θὰ ᾖναι ὀλέθρια. Λοιπὸν ταῦτα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ σύστημα τῶν ἐκλεκτικῶν. Μᾶς κατηγορεῖ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι δὲν γινόμεθα οὐρὰ αὐτοῦ ἢ ἄλλου· ὄχι, δὲν γίνομαι, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ παρακολουθήσω ἁπλοῦς λόγους, ἂν δὲν πεισθῶ ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἔχει δίκαιον. Ὅταν βλέπω, ὅτι καὶ τὸ νῦν ὑπουργεῖον ἐπροβίβασε καὶ διώρισε στρατιωτικοὺς, ὅταν βλέπω καὶ τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον, ὅτι διώρισεν ἄνευ ἀληθοῦς ἀνάγκης δικαστικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς ὑπαλλήλους, ἀπελπίζομαι, Κύριοι, διότι δὲν εὑρίσκεται κἂν εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν πολιτικὴν τοῦ νὰ περιποιηθῇ μίαν μερίδα, ὅπως εὑρέθησαν ἄλλα ὑπουργεῖα· ταῦτα ἔτι μᾶλλον μὲ πείθουν νὰ μένω ἀπαρεγκλίτως εἰς τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον μέχρι σήμερον ἔτρεξα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωμεν καὶ συζητῶμεν ἐκ τῶν προτέρων δικαιώματα μιᾶς ἄλλης ἐξουσίας, ἡ ὁποία κατὰ τὸ μέλλον νὰ συνταχθῇ σύνταγμα εἶναι ἰσόῤῥοπος πρὸς τὴν νομοθετικὴν, διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα νομοθετικὸν Σῶμα, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἕτερον δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ οὐδετερώσῃ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς. Ἀναρμόστως δὲ μετεχειρίσθησάν τινες ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μόνον εἰς τὰς Βουλὰς φέρονται, οὐχὶ εἰς τὰς συντακτικὰς Συνελεύσεις. Ἀλλὰ καὶ Βουλὴ ἂν ἤμεθα, πάλιν λέγω, ὅτι βασιλεία εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη εἶναι πλάσμα τι νομικὸν καὶ ὑπεράνθρωπον, διότι πρέπει νὰ ᾖναι ἀνεύθυνος, καὶ ἀνεύθυνος οὐ μόνον πολιτικῶς, ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς, δὲν πρέπει οὔτε νὰ κατηγορηθῇ κοινοβουλευτικῶς, οὔτε νὰ ἐπικριθῇ ἠθικῶς. Διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀποφεύγωμεν τὰς αἰτίας τῆς ἠθικῆς κατ’ αὐτῆς ἐπικρίσεως, θέτοντες αὐτὴν εἰς θέσιν καὶ περιωπὴν ὑψηλοτάτην. Ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀπολύτως ἀνευθύνου τοῦ Βασιλέως παρ’ ὅλων θεωρεῖται χρήσιμος τὴν σήμερον· ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ διατηρῆται εἰς θέσιν ἄμεμπτον, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν θέτει τὸ συνταγματικὸν οἰκοδόμημα, καὶ διὰ τοῦτο περὶ αὐτοῦ πρέπει μετ’ εὐλαβείας νὰ λαλῶμεν. Ὁ Βασιλεὺς λοιπὸν εἶναι ἀπολύτως ἀνεύθυνος, ἀλλὰ τοῦτο σημαίνει μετάθεσιν τῆς εὐθύνης εἰς ἑτέρους ἀνθρώπους, διότι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ λογικώτερον πάντων τῶν πολιτευμάτων τοῦ κόσμου, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὡς θεμέλιον ἕνα παραλογισμὸν, νὰ ὑπάρχωσι δηλαδὴ πράξεις τινὲς ἀνθρώπινοι, διὰ τὰς ὁποίας νὰ μὴ ᾖναι οὐδεὶς ὑπεύθυνος· αὐτὸ, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι παραλογισμός.
§96ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Αὐτὰ διδάσκετε εἰς τὸ Πανεπιστήμιον; σᾶς συγχαίρω (θόρυβος).
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα ἀνεύθυνοι.
§98ΔΙΟΜ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ναὶ, δι’ ὅσα λέγομεν καὶ ψηφοφοροῦμεν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Μόνον εἰς τὰ δεσποτικὰ κράτη οἱ ἡγεμόνες λέγουν, ὅτι ἐκπορεύεται ἡ ἐξουσία των παρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἔχουν νὰ δώσουν λόγον παρὰ εἰς αὐτὸν καὶ μόνον· εἰς συνταγματικὰς ὅμως Κυβερνήσεις ἀκολουθεῖ πάντοτε ἡ εὐθύνη· ὁ ὑπουργὸς παρὰ τοῖς συνταγματικοῖς ἔθνεσιν εἶναι πάντοτε ὑπεύθυνος δι’ ὁποιανδήποτε πρᾶξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ διὰ τὸ ἐνδύεσθαι ἀκόμη καὶ τὸ περιπατεῖν πρέπει νὰ δίδῃ λόγον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς τοῦ ζητήματος λύσις. Δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἐξετάζωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν σκέπτεται ἡ βασιλεία, διότι αὕτη συνταγματικῶς εἶναί τι ὑπεράνθρωπον. Καὶ ὅμως οἱ Βασιλεῖς εἶναι ἀτελεῖς, ὡς εἶναι πάντα τὰ ἀνθρώπινα, ὥστε εἶναι ἀνάγκη οἱ περιστοιχίζοντες τὴν βασιλείαν νὰ τὴν διατηρῶσιν εἰς θέσιν ἀνωτέραν πάντοτε, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τὴν ἀκολουθῇ ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως κατὰ τοῦ ὑπουργείου, δὲν θεωρῶ καλὸν νὰ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν γενικὸν ζήτημα, ἂν θὰ δύνανται αἱ Βουλαὶ νὰ μεμφθῶσι τὸ ὑπουργεῖον διὰ τὴν μὴ κύρωσιν νομοσχεδίων· τοιαῦτα γενικὰ ζητήματα ποτὲ δὲν πρέπει νὰ τίθενται. Κατὰ τοῦτο χωλαίνομεν εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν, διότι εἰς τὴν καταφορὰν τὴν ἀπότομον κατὰ ὑπουργῶν ὑπευθύνων ἀναμιγνύωμεν καὶ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον διὰ χιλίους λόγους πρέπει νὰ ᾖναι ὑπεράνω πάσης συζητήσεως, ἥτις φέρει καὶ κατάκρισιν. Αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν τὰ δικαιώματα, πρέπει νὰ γίνωνται μετὰ πολλῆς περισκέψεως. Τί συμβαίνει ἐν ταῖς συνεντεύξεσι μεταξὺ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος καὶ τῶν ὑπουργῶν, τοῦτο εἶναι ξένον ἀπὸ ἡμᾶς, οὐδὲ ὀφείλομεν νὰ τὸ γνωρίζομεν. Οἱ ὑπουργοὶ εἶναι παρόντες καὶ ὀφείλουσι νὰ δίδωσι λόγον διὰ πᾶσαν ἀνεξαιρέτως πρᾶξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ φέρῃ βλάβην εἰς τὴν κοινωνίαν. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπὶ τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου τὸ σύνταγμα δὲν εἶχε τὸ 23 ἄρθρον τοῦ ἡμετέρου συντάγματος. Τί δὲ λέγει τοῦτο; Οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, οὐδὲ ἐκτελεῖται ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς τοῦ ὑπουργοῦ· ὥστε διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον τὸ ὁρίζον, τὸ διατυπόνον διὰ γραμμάτων ἀναμφισβητήτων τὴν ἔκτασιν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Γαλλικὸν σύνταγμα. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἀπὸ τοῦ 1814 ἕως τὸ 1830, ὅτε ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν ἀνεθεωρήθη κατ’ ὀλίγιστα μόνον τὸ σύνταγμα τοῦ 1814, ὁ Λουδοβῖκος ΙΗ. καὶ ὁ Κάρολος Ι. ἠξίουν, ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἔλαβον τὰ δικαιώματά των ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς Γαλλίας καὶ διὰ δωρεᾶς παρεχώρησαν εἰς τὸν λαὸν τὸ σύνταγμα. Ὅταν δὲ λέγωμεν δωρεὰν, ἐννοοῦμεν καὶ δικαίωμα ἀνακλήσεως τῆς δωρεᾶς· διὰ τοῦτο ὁ Κάρολος ἐνόμισε τῷ 1830, ὅτι ἠδύνατο νὰ τροποποιήσῃ δι’ ἁπλῶν διαταγμάτων νόμους συνταγματικοὺς, τοὺς περὶ ἐκλογῶν καὶ περὶ τύπου, καὶ ἐπροκάλεσε τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1830, ἡ ὁποία καὶ τὸν ἀπέβαλε τοῦ θρόνου. Ἡ δὲ Βουλὴ, ἡ ὁποία τότε ἐξεπλήρωσεν ἔργα συντακτικῆς Συνελεύσεως, δὲν ἠδυνήθη ἕνεκα τῶν κατεπειγουσῶν περιστάσεων νὰ διορθώσῃ ἐντελῶς καὶ συμπληρώσῃ τὸ σύνταγμα τοῦ 1814, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατόπιν ἐγεννήθησαν δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας ὁ πατριωτισμὸς διεσκέδασεν ὅπως ἠδυνήθη. Ὅταν ἀνεφάνησαν δηλαδὴ αἱ δημοκρατικαὶ καὶ κοινοκτημονιστικαὶ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἠπείλουν τὴν τάξιν καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς Γαλλίας, τότε πολλοὶ τῶν φιλελευθέρων Γάλλων ἐκ πατριωτισμοῦ περιεστοίχισαν τὸν θρόνον καὶ χάριν τῆς τάξεως ἐκόλασαν καὶ διέστρεψαν καί τινας ἀρχὰς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου· τότε εὑρέθησάν τινες, ἐν οἷς καὶ ὁ Λαφαριέρος, οἵτινες ἰσχυρίσθησαν, ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διαιροῦνται εἰς Κυβερνητικὰς πράξεις, καὶ προσέτι εἰς βασιλικὰ δικαιώματα, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς εἶναι ὑπεύθυνος. Ἀλλ’ ὁ τύπος καὶ πάντες οἱ νοήμονες ἀπήντησαν τότε, ὅτι τοιαῦται θεωρίαι εἶναι πλάνη μεγάλη. Δεδόσθω ὅμως, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ὑπόστασίν τινα τοιαύτη θεωρία ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα βεβαίως ἀποκρούεται ἀπὸ τὸ σαφὲς γράμμα τοῦ συντάγματος. Φθάνουν ταῦτα, ὡς πρὸς τὰς θεωρίας. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἡμέτερον σύνταγμα. Αὐτὸ δὲν ὁρίζει τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ κυρωθῇ τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον ἢ ν’ ἀποῤῥιφθῇ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχει πλατυτάτη ἐνέργεια εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Πῶς δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρέπει νὰ δώσῃ λόγον ὁ ὑπουργός; Οὗτος σᾶς εἶπε δύο λέξεις καὶ ὑποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχει ἄλλους λόγους, ἢ καὶ ἂν ἔχῃ, δὲν τοὺς ἀναφέρει, διότι θὰ δυσχεράνῃ τὴν θέσιν του, ἂν εἴπῃ περισσότερα, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰ ὀλίγα, μὴ ἔχουσα ἀνάγκην διασαφήσεων. Ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν ἀρέσκηται εἰς τὰς δοθείσας διασαφήσεις, ἀρνεῖται τὴν ψῆφόν της εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου, ἢ καὶ ἀποδοκιμάζει τὸ ὑπουργεῖον, ἵνα ἀποδείξῃ εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ὅτι εὑρίσκεται εἰς σύγκρουσιν μετ’ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργείου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ πληρεξούσιος Κύριος Χρηστόπουλος, νὰ ἐκφράσῃ ἡ Συνέλευσις ἀποδοκιμασίαν, ἀφ’ οὗ τὸ ὑπουργεῖον ἀνήγγειλεν, ὅτι παρῃτήθη, θεωρῶ περιττὴν πᾶσαν ἀποδοκιμασίαν, διότι ἄλλως θὰ δοθῇ οὕτω σημασία, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει, διότι δὲν ἔχομεν ἀφορμὰς ἀπὸ τὴν ὅλην διαγωγὴν τοῦ ὑπουργείου νὰ ἐκφράσωμεν μεγαλειτέραν ἀπαρέσκειαν, οὔτε τὸ ἐπιτρέπουν αἱ περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι εἴμεθα Συνέλευσις, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλώμεθα ἀδιακόπως τοὺς κανόνας τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν πλήρη ἐφαρμογὴν καὶ παρ’ ἡμῖν· διότι ὅπως εἶναι τώρα τὰ πράγματα, αἱ δυνάμεις εἶναι μονομερεῖς· κατὰ τὸ σύνταγμα ἔχουν τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία ν’ ἀποδοκιμάζουν τὸ ὑπουργεῖον, ἐξ ἄλλου ὅμως ἔχει καὶ ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν, τοῦτο ὅμως εἰς ἡμᾶς δὲν ἐφαρμόζεται. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποφεύγωμεν πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ φέρῃ ψύχρανσιν μεταξὺ τῶν ἀνωτάτων ἐξουσιῶν. Προσέτι, διότι ἀνεφάνη μία πλειονοψηφία εἰς τὴν Συνέλευσιν, δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς χρεωστεῖ νὰ τὴν φέρῃ εἰς τὴν στιγμὴν εἰς τὰ πράγματα. Ὁ κανὼν οὗτος ἔχει ἐφαρμογὴν συνήθως εἰς τὰς Βουλάς, ἀλλὰ τότε ἔχει ἡ Βασιλεία καὶ ἑτέραν θύραν, διὰ τῆς ὁποίας δύναται νὰ παραδεχθῇ ἄλλο σύστημα. Διὰ ταῦτα πρέπει νὰ ἤμεθα πλέον περιεσκεμμένοι καὶ περιποιητικοί, καὶ ἄνευ μεγάλης πολιτικῆς ἀνάγκης δὲν πρέπει νὰ ἐκβιάσωμεν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία πρέπει διὰ λόγους πολιτικοὺς νὰ ᾖναι ἰσόῤῥοπος· νομίζω, δὲ ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὰ λεχθέντα, χωρὶς ἀποδοκιμασίαν καὶ χωρὶς νὰ λύσῃ οὐδὲν θεωρητικὸν ζήτημα.
§99ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§100ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κύριος Χρηστίδης.
§101ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἐπεθύμησάν τινες νὰ λαλήσω, διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον, ἀφοῦ ἐξηντλήθη σχεδὸν ἡ συζήτησις, καὶ μάλιστα ἀφοῦ ὁ προαγορεύσας εἶπεν ὅ,τι σχεδὸν εἶχον νὰ εἴπω, θέλω ὅμως προσθέσει καὶ ἐγὼ ὀλίγα.
§102ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. (ἐκ δεξιῶν.) Ἐκλεκτικῶς (γέλωτες).
§103ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Οὐχὶ ἐκλεκτικῶς. Δὲν θέλω ποτὲ νὰ δώσω κακὴν σημασίαν εἰς τὸ ἐκλεκτικῶς· ἡ θέσις αὕτη εἶναι ἔντιμος, εἰς τὴν ὁποίαν καθεὶς δύναται νὰ μεταβῇ. Ἔῤῥιψεν εἰς τὸ μέσον ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Πανεπιστημίου μίαν ἰδέαν καὶ μᾶς τὴν ἔῤῥιψεν ἐξ ἐφόδου. Εἰς πολλὰ ζητήματα ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ σφάλλῃ, καὶ ἐπειδὴ εἴμεθα ἐθνικὴ Συνέλευσις, αὐτὰ τὰ ζητήματα ἐρχόμενα ἐξ ἐφόδου δύνανται νὰ ἔχωσι κακίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ ἔργα μας, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ᾖναι φειδωλότερος ὁ ἔντιμος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου.
§104ΠΟΛΛΟΙ. Ποῖος;
§105ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀλλὰ μίαν παρατήρησιν μόνον ἔρχομαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ πρότασίς του δὲν εἶναι ὀρθή· οὐδὲν πολίτευμα, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὰ ἐλεύθερα ὑπάρχει, καθ’ ὃ νὰ δύναται νὰ γίνῃ πρᾶξις εἰς τὴν κοινωνίαν διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς εἶναι ὑπεύθυνος, νομίζω, ὅτι τὸ πολίτευμα τοῦτο θὰ ἦτο ἀτοπώτατον. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς πολίτευμα τὸ ὁποῖον ἀρχίζει καὶ λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος, καὶ ὅταν κηρύττῃ τὸν Βασιλέα ἀνεύθυνον πιστεύω, ὅτι ἡ συνέπεια εἶναι, ὅτι ἄλλοι εἶναι ὑπεύθυνοι· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἔντιμος ἀντιπρόσωπος τοῦ πανεπιστημίου δὲν ἔῤῥιψεν εἰς τὸ μέσον ἰδέαν κυβερνητικὴν, τυχαίαν, ἁπλῆν· πλὴν εἶναι βέβαιον ὅτι εἰς τὸ σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον μνημονεύει ὁ Κ. Διομήδης, λέγει ῥητῶς, ὅτι ὑπάρχουν μερικὰ δικαιώματα τῆς βασιλείας, τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, τὰ ὁποῖα συνέχονται μὲ τὴν φύσιν, καὶ ἄλλα τὰ ὁποῖα συνέχονται μὲ τὴν οὐσίαν τῆς ἐξουσίας· διατὶ, Κύριοι; διότι ὑπάρχουν τινὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀχώριστα πάσης ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ μνημονεύονται, νομίζω, τρεῖς ἢ τέσσαρες ἐνέργειαι, λόγου χάριν τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἂν ᾖναι Βασιλεὺς ἢ ἂν ᾖναι πρόεδρος μιᾶς δημοκρατίας, ἢ ἂν ᾖναι Staathouder εἰς τὴν Ὀλλανδίαν, τὸ δικαίωμα τοῦ λαμβάνειν τὴν ἀρχηγίαν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν· ἀρχηγὸς δύναται νὰ γίνῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἕνας ἡγεμὼν, ἕνας Βασιλεὺς, ὁποιοσδήποτε ἀρχηγὸς κράτους, χωρὶς νὰ ἀπαιτῆται νὰ δώσῃ λόγον εἰς κανένα, χωρὶς νὰ ᾖναι εἰς κανένα ὑπεύθυνος. Τέλος πάντων πρὸ τοῦ 1830, ὅταν οἱ γερουσιασταὶ διωρίζοντο εἰς τὴν Γαλλίαν ἄνευ προσόντων, ὁ Βασιλεὺς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ ὅποιον ἤθελε, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔδωσε λόγον εἰς κανένα· πρὸς δὲ τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὰς βουλὰς, τοῦ συγκαλεῖν τὰς βουλὰς κτλ. ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὁ συγγραφεὺς λέγῃ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ κυρόνειν τοὺς νόμους εἶναι τὸ αὐτό· αὐτὸ δὲν ἐνθυμοῦμαι, τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι παρ’ ἡμῖν αὐτὴ ἡ ἀρχὴ παντάπασι δὲν ἐφηρμόσθη, ποτὲ τὸ σύνταγμά μας δὲν ἔδωσε μίαν τοιαύτην ἰδέαν. Ἔχομεν ἓν παράδειγμα πρόσφατον. Ὁ Κύριος Πάϊκος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ δώσῃ χάριν εἰς κατάδικόν τινα, καὶ οὗτος εἶναι εἷς ὀνομαζόμενος Καβουρῖνος· ἡ βουλὴ ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος καὶ κατεδίκασε τὸν ὑπουργόν· ἐλέχθη καὶ τότε, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀπὸ τὰ προνόμια τῆς ἐξουσίας, καὶ εἶπεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος, καὶ συμφέρει νὰ ᾖναι ἀνεύθυνος· στοχασθῆτε, Κύριοι! ὅτι ἔγινεν ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὀφελιμώτατος διὰ τὸ κράτος, προτείνεται ἀπὸ ἓν βουλευτικὸν Σῶμα, προτείνεται ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, καὶ λέγω καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἂν θέλῃ τὸν κυρώνει καὶ ἂν δὲν θέλῃ δὲν τὸν κυρώνει, καὶ κανεὶς δὲν εἶναι ὑπεύθυνος· νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι συμφέρον· διὰ τὸ κράτος νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ Βασιλεὺς θέλει τὸ κακὸν τοῦ τόπου, οὔτε συμφέρον εἶναι, οὔτε κατενόησε ποτὲ ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία νὰ δώσῃ τοιοῦτον προνόμιον εἰς τὸν Βασιλέα· ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πιάσῃ τὴν χεῖρα τοῦ Βασιλέως νὰ τὸν λάβῃ παραχρῆμα ὡς ὁ Ὀλοτζάγας ἔβαλε τὴν Βασίλισσαν τῆς Ἱσπανίας νὰ ὑπογράψῃ. Ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος, ὁ ὑπουργὸς θέλει συμβουλεύει τὸν Βασιλέα, ὁ Βασιλεὺς ὅταν δὲν θέλῃ νὰ ὑπογράψῃ, παραιτεῖται ὁ ὑπουργὸς, ἔρχεται ἕτερος· εἶναι ἠναγκασμένος ὁ Βασιλεὺς νὰ ὑπογράψῃ, ὅταν δὲν θέλουν οἱ ὑπουργοί, δὲν ὑπογράφει ὁ Βασιλεὺς, δὲν ἔχει ὄργανα, ἔρχονται ἄλλοι ὑπουργοὶ, πάντοτε εἶναι ἠναγκασμένος ὁ Βασιλεὺς νὰ πάρῃ ἄλλους. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τὸ Σύνταγμα καθίδρυσε, καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ μένωμεν, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι σοφιστικά· ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς πολὺ καλὰ ὡμίλησε συνταγματικῶς, καὶ τὶ σᾶς εἶπε; δὲν θέλομεν ἡμεῖς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον νὰ τὸ καθυποβάλωμεν εἰς τὸν Βασιλέα, τὶ θὰ κάμετε; ὅ,τι θέλετε, ἡμεῖς παρῃτήθημεν, νὰ ἰδῶμεν διὰ τοῦτο θέλετε νὰ τοὺς μεμφθῆτε; διὰ ποῖον λόγον; αὐτοὶ δὲν ὑπάρχουν πλέον· πλὴν μὲ ἐρωτᾷ ἕτερος, διατὶ νὰ μένουν τὰ πράγματα ἔτζι; νομίζω, ὅτι ὅλοι γνωρίζομεν τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους μένουν οὕτω, καὶ ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος ἀντιπρόσωπος τῶν Σπετσῶν δὲν πρέπει τὰ πράγματα νὰ τὰ σπρώχνωμεν μακρύτερα, ἡ ἀρχὴ αὐτὴ πρέπει νὰ ᾖναι καθιερωμένη καὶ ἐν τῷ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ δὲν πρέπει ὁ ὑπουργὸς νὰ λέγῃ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔπταιε! Εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχολήσω περισσότερον τὴν Συνέλευσιν, μόνον σᾶς λέγω, ὅτι καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην, δὲν πρέπει νὰ προδικάσωμεν, διότι θὰ ἔλθῃ τὸ Σύνταγμα, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ σκεφθῶμεν βαθύτερον.
§106ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκεῖ.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἐφωτίσθησαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλησεν ἀρκετὴν ὥραν μοὶ ὑπεβλήθησαν προτάσεις· ἡ μία εἶναι τοῦ Κ. Χρηστοπούλου ἔχουσα ὡς ἑξῆς· «Μετὰ τὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ΣΟΔ τῆς Συνελεύσεως ἐξηγηθεῖσαν ἀποδοκιμασίαν καὶ τὴν ὁμολογίαν τῶν ὑπουργῶν, ὅτι παρῃτήθησαν, ἡ Συνέλευσις κρίνει περιττὸν νὰ προβῇ περαιτέρω, καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἰδοὺ τὸ πρακτικὸν τῆς Συνεδριάσεως ΣΟΔ. «Ἡ Συνέλευσις ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ παράβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν ἐννέα ὑποδεεστέρους ἀξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς, ἀποδοκιμάζει τὴν ἀντισυνταγματικὴν αὐτοῦ πορείαν».
§108ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Χρηστοπούλου δὲν λύει τὸ ζήτημα, ἡ ἰδέα μου εἶναι νὰ μὴν ἀποφασίσωμεν τίποτε, ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ συντομωτέρα. «Μετὰ τὰ λεχθέντα ἡ Συνέλευσις μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ καὶ μία ἄλλη πρότασις.
§110ΙΑΛΕΜΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Χρηστοπούλου δὲν λύει τὸ θεωρητικὸν ζήτημα. Λύει ὅμως τὸ πρακτικὸν, ἀφορᾷ μόνον τὴν ἀπάντησιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἀπ’ ἐναντίας νομίζω ὅτι ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος δύναται νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Χρηστοπούλου.
§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Κ. Χρηστόπουλος λέγει, ὅτι ἡμεῖς δὲν συζητοῦμεν, διότι δὲν ἔχομεν ὑπουργὸν νὰ τὸν κηρύξωμεν ἔνοχον, ἢ διότι τὸν ἐκηρύξαμεν· τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν τὸ ὑπουργεῖον ᾖναι ὑπεύθυνον ἢ ὄχι, περὶ αὐτοῦ ἔγινε λόγος, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, κατὰ τὸν ἕνα τρόπον ἢ κατὰ τὸν ἄλλον, καὶ πολλοὶ εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λύσωμεν σήμερον τὸ ζήτημα. Ὁ Κ. Χρηστόπουλος λύει τὸ ζήτημα, ἐγὼ ἐπειδὴ κατεδικάσθη τὸ ὑπουργεῖον, ἐπειδὴ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ὑπάρχει, διὰ τοῦτο θέλομεν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Αὐτὴ ἡ πρότασις, λέγω, εἶναι μία πλαγία λύσις τοῦ ζητήματος κατὰ τὴν ἰδέαν μου, καὶ λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς αὐτά.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι δύο γνῶμαι ὑποστηρίζονται, ἡ μὲν τῆς ἀναβολῆς, ἡ ἑτέρα δὲ εἶναι τοῦ Κυρίου Χρηστοπούλου· νομίζω, ὅτι χώραν εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου εἶναι περιττὸν νὰ δώσωμεν. Κατ’ ὀρθὸν λόγον τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς προηγεῖται, ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος τούτου.
§113ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ποῖος ἐζήτησεν ἀναβολήν;
§114ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα, δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις λύει τὸ ζήτημα θεωρητικῶς, διότι δὲν ὑπάρχει καιρός· εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου εἶπον νὰ μεμφθῶμεν τὸ ὑπουργεῖον, διότι ἀρνεῖται νὰ ὑποβάλῃ τὸν νόμον πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ προκαλέσῃ τὴν Βασιλικὴν ἀπόφασιν. Ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα τοῦτο ἀρκούντως καὶ πάντες ἐσυμφώνησαν μὲ τὴν ἰδέαν ταύτην, ἰδίως διὰ τῶν ἀγορεύσεων τῶν Κυρίων Καλοῦ καὶ Διομήδους Κυριακοῦ· ἤδη ὅμως, ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον ὡμολόγησεν, ὅτι παρῃτήθη, εἶναι περιττὸν ν’ ἀποδοκιμασθῇ ἐκ νέου, διότι δὲν ὑφίσταται πλέον, εἶναι νεκρὸν, σπαραγμούς τινας ἐπιφέρει ἐπὶ τῶν πτωμάτων τῶν δυστυχῶν ὑπαλλήλων, διὰ τοῦτο περιορίζομαι ἐπὶ τοῦ παρόντος, χωρὶς νὰ θεωρῶ ὅτι τὸ κύριον ζήτημα λύεται θεωρητικῶς, εἰς τὸ νὰ προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι μὲ τὴν προχθεσινὴν ἀποδοκιμασίαν καὶ τὰς ὁμολογίας τῶν ὑπουργῶν, ὅτι παρῃτήθησαν, δὲν προβαίνει περαιτέρω ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος λέγει, νὰ μὴ κάμωμεν λόγον περὶ τοῦ ὑπουργείου. Ἐγὼ λέγω ὅτι, νὰ μὴ προβῶμεν περαιτέρω, διότι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ὑφίσταται, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ᾖναι παρῃτημένον, ἤθελον ἐπιμένει εἰς τὴν πρώτην ἰδέαν τῆς γενικῆς ἀποδοκιμασίας, ἥτις ἄλλως περιλαμβάνεται ἤδη εἰς τὴν πρότασίν μου.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Χρηστόπουλος μὴ δεχόμενος τὴν γνώμην μου, δὲν τὴν ἀντέκρουσε ποσῶς. Ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι 2 προτάσεις, τὴν μίαν ὑποστηρίζουν οἱ μὲν, τὴν ἄλλην οἱ δὲ, ἑπομένως πρέπει νὰ ψηφοφορηθοῦν καὶ αἱ δύο. Διὰ τοῦτο λέγω, ποία τῶν προτάσεων πρέπει νὰ προηγηθῇ, ἐγὼ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ τοῦ Κ. Κουμουνδούρου· φρονῶ, ὅτι ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν, καὶ τοιαύτην ἐθεώρησα τὴν πρότασιν.
§116ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις. Ἀναγινώσκεται ἡ ἑξῆς «Ἡ Συνέλευσις ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§117ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, διότι, πῶς ἠγέρθη τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως; Ὁ Κ. Σαρίπολος σᾶς ἔφερε τὸ ζήτημα....
§118ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὰ εἶναι ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§119ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀκούσατε, Κύριοι, θὰ φθάσω εἰς τὸ συμπέρασμα· ἂν τὸ ὑπουργεῖον ᾖναι ἢ ὄχι ὑπεύθυνον, ὅταν δὲν εἰσάγῃ τὸν νόμον εἰς κύρωσιν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως......
§120ΠΟΛΛΟΙ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας εἶναι.
§121ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι, ἔχετε ὑπομονὴν· μεμφόμενοι τὸ ὑπουργεῖον δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως, τί κάμνομεν; παραδεχόμεθα, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ὑπεύθυνον, λύομεν τὸ ζήτημα, ἐνῷ ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη, ὅτι σήμερον ἐπὶ τοῦ θεωρητικοῦ ζητήματος οὐδόλως ἐπιλαμβάνεται.
§122ΠΟΛΛΟΙ. Καμμίαν ἀπόφασιν δὲν ἐκάμαμεν.
§123ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς τὸν Κ. Ἰάλεμον, ὅστις εἶπεν, ὅτι τὸ θεωρητικὸν ζήτημα δὲν πρέπει νὰ λυθῇ σήμερον.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, παρακαλῶ· πρόκειται μόνον περὶ τῆς προτεραιότητος.
§125ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἔχω τίποτε, ποία θὰ προηγηθῇ δὲν μὲ μέλει.
§126ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Καὶ ἐγὼ 2 λέξεις, Κ. Πρόεδρε.
§127ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη ἐπὶ τοῦ θέματος, νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι) Ἐφωτίσθη. Ἐπειδὴ λοιπὸν τινὲς διατείνονται, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Χρηστοπούλου, ἄλλοι δὲ ἡ τοῦ Κ. Κουμουνδούρου.....
§129ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι ἀδιάφορον.
§130ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐξαρτᾶται ἄλλως καὶ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐκτιμήσῃ ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Χρηστοπούλου. «Μετὰ τὴν κατὰ τὴν Συνεδρίασιν ΣΟΔʹ. κτλ. τῆς Συνελεύσεως ἐξηγηθεῖσαν ἀποδοκιμασίαν καὶ τὴν ὁμολογίαν τῶν ὑπουργῶν, ὅτι παρῃτήθησαν, ἡ Συνέλευσις κρίνει περιττὸν νὰ προβῇ περαιτέρω καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ὁ Κ. Γρηγοριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§132ΠΟΛΛΟΙ. Ἀλλὰ παρῆλθεν ἡ ὥρα (ἐγείρονται καὶ ἀναχωροῦσι.)
§133ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένουν, Κύριοι, νὰ μάθουν περὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν ὅπλων.
§135ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐπαρχία τῆς Τριφυλλίας, Κύριοι, εἶναι ἀποκλεισμένη τώρα τόσους μῆνας......
§136ΠΟΛΛΟΙ. Ἀλλὰ πρόκειται διὰ τὸ λεωφορεῖον.
§137ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Δώσατε ἓν ἀποτέλεσμα.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. (ὥρα 2 Μ. Μ.
Ὁ Πρόεδρος,
Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Λ. Νικολαΐδης, Ἰ. Ξυδάκτυλος.