1864.05.18
2,104 rows · 17,731 words · 94 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 267.
Τῆς 18 Μαΐου 1864.
(Δευτέρα).
Ὥρα 1. Μ. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καί τῆς Συνελεύσεως ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σουΐδα, ἀπεφασίσθη προχθὲς νὰ λάβῃ σειρὰν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφασίσθη ἡ Συνέλευσις νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς αὐτὴν μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ περὶ τραπέζης ἐκκρεμοῦς ζητήματος.
§4ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι οὕτως ἐκπεφρασμένον εἰς τὰ πρακτικὰ, καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ.
§5Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἴπομεν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· δὲν ἀπεφασίσθη τίποτε.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ αὐτὸ ἐνθυμοῦμαι· ἡμέρα δὲν ὡρίσθη, ἐκτὸς ἐὰν ἡ μνήμη μου μὲ ἀπατᾷ;
§7ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀπεφασίσθη προχθὲς, μετὰ τὸ περὶ τραπέζης, νὰ σκεφθῇ ἡ Συνέλευσις πότε πρέπει νὰ συζητηθῇ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ὥστε βλέπετε Κ. Μαυροκορδάτε, ὅτι δὲν ἀπατῶμαι. Διορθοῦται τὸ μέρος τοῦτο τῶν πρακτικῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ πῶς διωρθώθη· «ἀκολούθως ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς προτιμήσεως τῆς ὑπὸ τοῦ πληρεξουσίου Χ. Σουΐδα γενομένης προτάσεως τῆς ἀφορώσης τὴν τύχην τῶν ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως διορισθέντων ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἀφοῦ περαιωθῇ ἡ ἐκκρεμὴς συζήτησις περὶ τραπέζης.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον εἰργάσθησαν ἓξ ἐπιτροπαὶ τῆς Συνελεύσεως· παρακαλῶ καὶ τὰς λοιπὰς, τὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ διανομῆς γῆς....
§12ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Εἶμαι ὁ Πρόεδρος τοῦ 3 τμήματος, καὶ εἰσήγαγον τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ περὶ ἀναθεωρητικοῦ δικαστηρίου, εἰς συζήτησιν, ἀλλὰ τὸ τμῆμα ἠρνήθη νὰ ἐργασθῇ διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἀνέπτυξαν οἱ προτείναντες τὴν πρότασιν αὐτήν· καὶ νομίζω πῶς ἔχουν δίκαιον.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ᾖναι λανθασμένα τὰ πρακτικὰ, ἂν δὲν σφάλλῃ ἡ μνήμη τῶν συναδέλφων· διότι τὰ πρακτικὰ εἶπον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ τμήματα.
§14ΙΑΛΕΜΟΣ. Ἐγὼ ἔκαμα αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἰς τὸ τμῆμα, διότι αἱ προτάσεις εἶναι τόσον γενικαὶ καὶ ἀόριστοι, ὥστε δὲν δύνανται νὰ δώσωσι τὴν ἀφορμὴν συζητήσεως εἰς τὰ τμήματα· ἰδίως, αὐτὴ ἡ περὶ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ δικαστηρίου εἶναι πολὺ ἀναγκαῖον ν’ ἀναπτυχθῇ, διότι εἰς τὰ τμήματα, ἰδίως εἰς τὸ ἰδικόν μας, δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς στρατιωτικὸς νὰ μᾶς πληροφορήσῃ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιθανὸν νὰ ᾖναι ἡ γνώμη σας ὀρθὴ, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἔπρεπε νὰ διορθωθοῦν τὰ πρακτικὰ, διότι ταῦτα λέγουν, ὅτι ἀπεφασίσθη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ τμήματα. Ἐδόθη μία ἀναφορὰ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὑπὸ τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Ἀστακοῦ· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἀφορᾷ προσωπικὸν ἀντικείμενον, ἀλλὰ γενικὸν τοῦ τόπου, νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει νὰ τὴν τὴν ἀκούσῃ. Ἐν συνόψει τὸ ἀντικείμενον εἶναι τοῦτο· ὅτι, ἐνῷ ἡ πόλις αὕτη ἔμελλε νὰ συνοικισθῇ, διότι οἱ κάτοικοί της ἀπὸ τὴν παλαιὰν θέσιν κατέβησαν εἰς τὴν παραλίαν, ἐνῷ συνετάχθη περὶ τούτου σχέδιον, ἐνῷ, δυνάμει τοῦ σχεδίου τούτου, κατῆλθον πολλοὶ πολῖται ἵνα οἰκοδομήσωσιν, ἔπειτα ἐμποδίσθη ὁ ἀνωτέρω συνοικισμός, καὶ ἀναφέρουν ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ πολλὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις χωρὶς νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Παραπονοῦνται πολὺ ζωηρῶς, ὅτι δὲν ἐνήργησαν πράγματα, τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουν τὰ ὅρια τοῦ συνοικισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀναφέρονται εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ παρακαλοῦσι νὰ ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα, ὅπως μὴ κωλυθῇ ὁ συνοικισμός.
§16ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ συστηθῇ λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐνεργήσῃ ὅσον τὸ ταχύτερον συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καί τις ἀναφορὰ, ἡ ὁποία ἀφορᾷ προσωπικὸν ζήτημα· παραπονεῖται εἷς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἐπαύθη, λέγων, ὅτι ἐκ τούτου βλάπτονται τὰ δημόσια συμφέροντα.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ εἶναι διοικητικόν.
§21ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Δὲν εἰμποροῦμεν νὰ μάθωμεν αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον;
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰω. Γεωργιάδης, πρώην Ἔφορος ἐν Καρυστίᾳ. Ἀναγινώσκονται αἱ ἑξῆς προτάσεις. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. Ἄρθρον 1. Οἱ πλοίαρχοι τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος τάσσονται ἐν ἐφεδρείᾳ, ὅπου δήποτ’ ἂν ὦσι ἤδη τεταγμένοι, καὶ ἂν κατὰ τὰ περὶ ναυτικῶν συντάξεων κείμενα δὲν ἀπέκτησαν ἔτι τὸν τῆς συντάξεως χρόνον. Ἀπολαμβάνουσι δὲ τὸν παλαιὸν τῆς ἐνεργείας τοῦ βαθμοῦ των μισθὸν πλήρη, ὡς σύνταξιν, ἄνευ τινὸς ἄλλης ἀποδοχῆς. Πλοίαρχοι λογίζονται οἱ καθ’ ὅλον τὸν ἀγῶνα, ἢ κατὰ τρεῖς τοὐλάχιστον ἐκστρατείας ὑπηρετήσαντες ὡς διευθυνταὶ ἐπὶ τῶν πολεμικῶν ἢ τῶν πυρπολικῶν τοῦ ἐθνικοῦ στόλου πλοίων. Ἡ ἰδιότης αὕτη βεβαιοῦται, ἢ διὰ τῶν Μητρώων τῶν ἐπὶ τῶν ναυτικῶν ἐκδουλεύσεων ἐπιτροπῶν, ἢ δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων τῆς ἐποχῆς τῶν ἐκδουλεύσεών των, ἢ δι’ ἀποδείξεων τῶν κατὰ θάλασσαν ἀρχηγῶν ἢ καὶ ἐπισήμων ναυτικῶν, χορηγηθεισῶν μέχρι τέλους τοῦ 1830 ἔτους, καὶ ἐπικυρωθεισῶν ὑπό τινος τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ταύτης δημοσίων ἀρχῶν. Ἄρθρον 2. Οἱ κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἔφεδροι λογίζονται συνταξιοῦχοι καὶ κατὰ συνέπειαν ἀπηλλαγμένοι πάσης στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως. Ἄρθρον 3. Πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὰ τμήματα. Ἑτέρα πρότασις. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸν περὶ συστάσεως τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου Νόμον ὑπὸ στοιχ. ΧΛΘʹ. τῆς 29 Ἰουλίου 1861. Ψηφίζει. Ἄρθρον πρῶτον. Τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα ἀποκτῶσιν οἱ θαλασσόβιοι μετὰ εἰκοσαετῆ ἐνεργὸν κατὰ θάλασσαν ὑπηρεσίαν λογιζομένην ἀφ’ ἧς ἀπογραφῶσι καὶ ἀφοῦ φθάσωσι τὸ ἑξηκοστὸν τῆς ἡλικίας των ἔτος. Κατ’ ἐξαίρεσιν ἀποκτῶσι τῆς συντάξεως τὸ δικαίωμα καὶ ἐκεῖνοι ὅσοι, ἔχοντες ἡλικίαν τοὐλάχιστον τεσσαράκοντα πέντε ἐτῶν ἐν καιρῷ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Νόμου, ὑπηρετήσωσι δεκαπέντε ἔτη, λογιζόμενα ἀπὸ τῆς πρώτης εἰς τὸ ταμεῖον καταθέσεώς των. Ἄρθρον δεύτερον. Διὰ τοὺς πνιγομένους ἢ ὅπως δήποτε ἄλλως ἀπολεσθέντας ἐν ἐνεργῷ κατὰ θάλασσαν ὑπηρεσίᾳ θαλασσοβίους, ἂν ἐπὶ πέντε ἔτη τοὐλάχιστον συνεισέφερον εἰς τὸ ταμεῖον, χορηγεῖται ἐφάπαξ εἰς τὰς χήρας των καὶ τοὺς κατιόντας αὐτῶν, ἢ ἐν ἐλλείψει κατιόντων, εἰς τοὺς γονεῖς των, ἂν ἐνδεεῖς ὦσι, διὰ μὲν τοὺς ἐμποροπλοιάρχους δραχμαὶ τετρακόσιαι, διὰ δὲ τοὺς ναυκλήρους τριακόσιαι, διὰ τοὺς ναύτας διακόσιαι καὶ διὰ τοὺς παῖδας ἑκατόν. Ἂν δ’ ἐπὶ πλέον τῶν δώδεκα ἐτῶν συνεισέφερον, ἀπολεσθῶσι δὲ πρὶν ἢ συμπληρώσωσι τὰ εἴκοσιν ἐνεργὰ ὑπηρεσίας ἔτη, χορηγεῖται ἐκ τοῦ ταμείου εἰς τοὺς ἐν τῷ ἀνωτέρῳ παραγράφῳ μνημονευθέντας συγγενεῖς τοῦ ἀπολεσθέντος ὅ,τι αὐτὸς εἰς τὸ ταμεῖον κατέθεσε κατὰ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας του. Οἱ δῦται, ἁλιεῖς καὶ πορθμεῖς ἐξομοιοῦνται τῷ ναύτῃ, οἱ κυβερνῆται, γραμματεῖς καὶ ποδηγοὶ τῷ Ναυκλήρῳ. Ἄρθρον τρίτον. Καταργεῖται ἡ κατ’ ἔτος διανομὴ τοῦ εἰκοστοῦ τῆς ἐνιαυσίου εἰσπράξεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ταμείου. Ἄρθρον τέταρτον. Ἐκ τοῦ ταμείου τούτου οὐδεμία δαπάνη γίνεται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του, εἰς γραφικὴν ὕλην, εἰς μισθοὺς ὑπαλλήλων, ἢ εἰς κατασκευὴν φυλλαδίων, ἀναδεχομένου τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πᾶσαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του δαπάνην. Ἄρθρον πέμπτον. Ἡ διοίκησις τοῦ Ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου ἀνατίθεται εἰς τριμελῆ ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἐκ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, προεδρεύοντος, καὶ δύω ἐμποροπλοιάρχων διαρκῶς διαμενόντων εἰς Ἀθήνας. Ἐν ἐλλείψει ἐμποροπλοιάρχων δύνανται νὰ κληθῶσι καὶ ἔμποροι. Διορίζεται προσέτι εἰς τὸ ταμεῖον εἷς Βασιλικὸς ἐπίτροπος ἐκ τῶν ἐν ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ Βασιλικὸς ἐπίτροπος διορίζονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως προτάσει τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ ὑπηρετοῦσιν ἀμισθί. Τὰ ἔργα τοῦ Ταμείου ἐκπληροῖ ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς κατ’ ἀπόφασιν αὐτῆς ἐγκεκριμένην ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τὰ δὲ τοῦ Γραμματέως εἷς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ταμείου. Ἄρθρον ἕκτον. Κατὰ ναυτικὰς περιφερείας, ὁρισθησομένας διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, συσταίνεται διμελὴς ἐπιτροπὴ ὑπὸ τοῦ Βασιλέων διοριζομένη κατὰ πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἔργον ἔχουσα τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἐννόμων εἰσπράξεων τῶν δικαιωμάτων τοῦ ταμείου καὶ τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν εἰς τὴν διοικοῦσαν τὰ τοῦ Ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου ἐπιτροπήν. Τῶν ἐπιτηρητικῶν ἐπιτροπῶν τὰ καθήκοντα θέλουσι κανονισθῆ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἄρθρον ἕβδομον. Κατὰ πᾶν ἔτος τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργεῖον διορίζει τριμελῆ ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως καὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς τε διοικούσης τὸ ταμεῖον ἐπιτροπῆς καὶ τῶν κατὰ τὰς διαφόρους ναυτικὰς περιφερείας ἐπιτετραμμένων τὴν βεβαίωσιν, εἴσπραξιν καὶ ἀποστολὴν τῶν πόρων τοῦ Ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου. Τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην σχηματίζει ἐξ ἑνὸς τῶν ἀνωτέρων Οἰκονομικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἀξιωματικῶν, ἐξ ἑνὸς τῶν μελῶν τοῦ ἐν Ἀθήναις ἐμπορικοῦ ἐπιμελητηρίου καὶ ἐξ ἑνὸς τῶν μελῶν τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὰ μέλη τοῦ ἐμπορικοῦ ἐπιμελητηρίου καὶ τοῦ Συνεδρίου ὑποδεικνύονται ὑπὸ τοῦ ἐπιμελητηρίου καὶ τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου συγκαλουμένων ἐπὶ τούτῳ. Πᾶσα διάταξις τοῦ περὶ Ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου Νόμου τῆς 29 Ἰουλίου 1861, ἀντιβαίνουσα εἰς τὰ παρόντα, καταργεῖται.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὰ τμήματα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Γρηγοριάδης ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§26ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ἐτέθη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ ἐκλογὴ τριῶν πληρεξουσίων τῆς ἐπαρχίας Τριφυλλίας· συνέπεσαν αὐτὰ τὰ περὶ Τραπέζης. Νομίζω ὅτι ὁ καιρὸς παρῆλθε τόσον, ὥστε ἡ Συνέλευσις ὕστερον ἀπὸ 1, 2, 3 μῆνας τελειώνει, καὶ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις δὲν πέρνει τέλος. Ἡ φύσις τῆς ὑποθέσεως ἔχει δίοδον· ά) ἡ Συνέλευσις ἀκυρώνει τὴν ἐκλογὴν τῶν 3 πληρεξουσίων, καὶ διατάττει νέαν ἐκλογὴν, ἢ κάμνει ὅ,τι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ. Παρακαλῶ νὰ ἀποφασίσητε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα διὰ νὰ πάρῃ τέλος.
§27ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὸ περὶ Τραπέζης.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὁ Κ. Γιολδάσης ὡσαύτως.
§29ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Πρὸ καιροῦ, Κύριοι, ὁ συνάδελφός μας Κύριος Κουμουνδοῦρος, καὶ ὑπουργὸς τότε τῶν Οἰκονομικῶν, ἔκαμε πρότασιν περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς ἀποζημίωσιν στρατιωτικῶν, λόγῳ ἐλλειπούσης μισθοδοσίας. Ἔκτοτε παρῆλθε τόσος καιρὸς, ἐνῷ ἡ πρότασις αὕτη παρεπέμφθη εἰς τὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα ἔκαμαν τοὺς εἰσηγητάς. Οὗτοι ἔφεραν μίαν γνωμοδότησιν, καὶ παραδέχονται τὴν χορηγίαν τῆς πιστώσεως αὐτῆς. Ἐπειδὴ γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν ἐκίνησαν ἀγωγὰς, καὶ ἐκέρδισαν, αἱ δὲ ἀποφάσεις εἶναι τελεσίδικοι, καὶ τὸ δημόσιον πληρώνει τόκους καὶ ἔξοδα, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν, ὅσον εἶναι τὸ δυνατὸν ταχύτερα μετὰ τὸ περὶ Τραπέζης.
§30ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πίστωσις εἶναι ὑποβεβλημένη, ὑπάρχει ἔκθεσις ἀπὸ 8 Μαρτίου, καὶ εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§32ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Νὰ συζητηθῇ μετὰ τὸ περὶ Τραπέζης.
§33ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἄλλο ἤλθομεν σήμερον νὰ συζητήσωμεν (θόρυβος).
§34ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Τὸ δημόσιον πληρώνει καὶ ζημιοῦται.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπερισχύουσα λοιπὸν γνώμη εἶναι, νὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ περὶ Τραπέζης.
§36ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§37ΤΙΝΕΣ. Κατόπιν τοῦ περὶ τῆς ἐκλογῆς Τριφυλλίας.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τὴν ἡμερησίας διατάξεως εἶναι.......
§39ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Σᾶς ἐζήτησα καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ὁρίστε.
§41ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρὸ πολλοῦ ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ Κ. Κλίμακα, ὑπεβλήθη μία τροπολογία περὶ τῶν συντάξεων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Συνεστήθη ἐπιτροπὴ, ἥτις ἔλαβε τὴν τροπολογίαν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἔφερε μίαν γνωμοδότησιν, διὰ τῆς ὁποίας εἶπεν, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη θὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐπεψηφίσθη, καὶ, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, δίκαιον εἶναι νὰ προταθῇ πάσης ἄλλης συζητήσεως ἡ τροπολογία αὕτη· τοσοῦτον δὲ μᾶλλον θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν προτίμησιν ταύτην, καθόσον θὰ ἐπέλθῃ μία ἀνακούφισις εἰς τὰς θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν εἰς ἀργίαν ἕνεκα καταργήσεως τῶν θέσεων. Οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διαμένουν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ δυστυχοῦν, ἐνῷ ἅμα λάβουν τὴν σύνταξίν των πηγαίνουν ὅπου θέλουν διὰ νὰ ζήσουν ἀνετώτερον· ἔχει καὶ πολλὰ ἄλλα καλὰ αὐτὴ ἡ τροπολογία, ἀλλὰ θὰ τὰ ἐξετάσω κατὰ τὴν συζήτησιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως τὴν προσεχῆ Τετάρτην.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἀριθμὸν 13 εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§43ΣΟΥΪΔΑΣ. Κατὰ λάθος, διότι, ἂν ἴδετε, Κύριε Πρόεδρε, τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πολλὰ ἄλλα μεταγενέστερα τούτου προετάχθησαν, καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρατηρῶ, ὅτι τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν διατηρῶ ὅπως τὴν παρέλαβον, ἐκτὸς τῶν δύω, τριῶν τεμαχίων, τὰ ὁποῖα τροποποιοῦνται κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως.
§45ΣΟΥΪΔΑΣ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἔκαμα καὶ εἰς τὸν προκάτοχόν σας Κύριον Πρόεδρον.
§46ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Τετάρτην λοιπόν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τοῦ ἐκκρεμοῦς ζητήματος περὶ Τραπέζης· ὡμίλησεν ὁ Κ. Σαρίπολος καὶ κατόπιν ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος. Μεταξὺ τῶν δύω ἦτο ὁ Κύριος Καλὸς, ὅστις εἶχε παραχωρήσει τὴν θέσιν του, διότι ἦτο ὑπέρ, καὶ κατὰ συνέπειαν ἔχει τὸν λόγον. Ἔπειτα εἶναι οἱ Κ. Κ. Κόκκινος, Κεχαγιᾶς, Διαμαντόπουλος, Χριστίδης, Ῥοντήρης, Πετιμεζᾶς, Κουμουνδοῦρος καὶ Παντολέων.
§48ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, δὲν θέλω ἀπασχολήσει ὑμᾶς, οὔτε μὲ τὰς θεωρίας τῆς κτηματικῆς πίστεως, οὔτε μὲ τὰς θεωρίας τῆς καταργήσεως τῶν προνομίων καὶ τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας τῶν κεφαλαίων, ἀλλ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἐπασχολήσῃ τὴν Συνέλευσιν, δηλ. θέλω ἐξετάσει κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις τοῦ Κυρίου Βαλτατζῆ, ἀπεδέχθη αὐτὰς, ὡς εἶπεν ὁ ὑπουργός, κατὰ τί διεφώνησεν, ἐὰν ἡ διαφωνία αὕτη ἐνισχύῃ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς συστάσεως τῆς κτηματικῆς πίστεως ἢ τὴν ἀποκρούῃ, καὶ κατὰ πόσον τὰ λεγόμενα κτηματόγραφα ἐξομοιοῦνται μὲ τὰ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια, ὡς εἶπον, ἢ παρέχουν πίστιν καὶ ὁποίαν. Διὰ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἡ Κυβέρνησις σᾶς εἶπεν, ὅτι σχεδὸν συνεφώνησε πληρέστατα μετὰ τοῦ Κ. Βαλτατζῆ, ἀλλὰ κατόπιν, ἐλθόντος τούτου εἰς ἐξηγήσεις τῶν λεπτομερειῶν, κατεδείχθη, ὅτι διαφωνεῖ οὐχὶ κατὰ μικρόν, διότι ἡ διαφωνία εἶναι μεγίστη, συνίσταται εἰς τρία κύρια ζητήματα· εἰς τὸ ζήτημα τοῦ προνομίου τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν, τὸ ὁποῖον ἂν καὶ πολλάκις ἀναμιχθὲν εἰς τὰς προτάσεις τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Βαλτατζῆν, ἐλύθη παμψηφεὶ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τῆς Τραπέζης· εἰς τὸ ζήτημα τῶν κτηματογράφων, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ποσοῦ ὅπερ ὁ Βαλτατζῆς ὑποχρεοῦται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ φέρῃ καὶ νὰ κυκλοφορήσῃ. Εἰς τὸ περὶ τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Τραπέζης ζήτημα, ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος σᾶς εἶπε πολὺ καθαρά, ὅτι ἐπὶ τέλους ἡ Τράπεζα, ἀναγνωρίσασα τὸ ἄδικον αὐτῆς, παρῃτήθη πάσης ἐνστάσεως κατὰ τῶν προτάσεων τοῦ Βαλτατζῆ, ὅστις ζητεῖ προνόμιον νὰ ἐκδίδῃ κτηματόγραφα, καὶ οὐχὶ χρεωστικὰς ὁμολογίας, ὡς ἡ Τράπεζα. Ἡ ἐπιτροπὴ καὶ κατὰ τὴν μίαν περίπτωσιν καὶ κατὰ τὴν ἄλλην, δηλαδὴ ὅτε συνεκλήθη νὰ γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ τῶν πρώτων καὶ δευτέρων προτάσεων τοῦ Κ. Βαλτατζῆ, εὑρέθη σύμφωνος καθ’ ὅλα, οἱ δὲ προτείναντες, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχει τὸ προνόμιον νὰ ἐκδίδῃ κτηματόγραφα καὶ ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ κτηματογράφων καὶ ὁμολογιῶν, ἀπέσυρον τὰς ἀντιῤῥήσεις των, διότι αἱ μὲν εἶναι ὁμολογίαι τῆς Τραπέζης, καὶ τοιαύτας δύναται πᾶς τις νὰ ἐκδίδῃ, τὰ δὲ εἶναι κτηματόγραφα, τῶν ὁποίων τὴν ἀποκλειστικὴν ἔκδοσιν ζητεῖ νὰ ἔχῃ ὁ Βαλτατζῆς, καὶ ἑπομένως, ἐνῷ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμία ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ ἀντίῤῥησις, ἔξαφνα ἐν τῷ νόμῳ καὶ τῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν Βαλτατζῆν, παρεισάγεται ἀπροσδοκήτως τὸ ζήτημα, ὄχι βεβαίως μὲ σκοπὸν νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν πίστιν τῆς μελλούσης Τραπέζης, ἀλλὰ νὰ φέρῃ πάλιν δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ἐξωμάλυνεν.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῦ ὑπάρχει τοῦτο;
§50ΚΑΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ 12 ἐγγράφου σελ. 52. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι παρουσιάζεται πρώτη διαφωνία οὐσιώδης, ἔχουσα πολυπλόκους συνεπείας, καθόσον ὅταν ἀναμιγνύηται εἰς ζήτημα, ὅλως ἄσχετον μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπερ ἐπὶ τέλους ἐγκατέλιπε καὶ αὐτὸς ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ἐνδιαφερόμενος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διάταξις οὐδόλως σχετιζομένη μὲ τὸ προνόμιον τῆς κτηματικῆς πίστεως, τί ἄλλο ὑποδεικνύει, ἢ προθέσεις ἐναντίον τῶν γενικῶν ἐπιθυμιῶν; Βεβαίως ἡ προσθήκη αὕτη ἐτέθη, ἵνα παρεμβάλῃ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ὑπερπηδήσῃ ὁ Βαλτατζῆς· τοῦτο δὲ μαρτυρεῖ, ὅτι ἐνῷ ἡ κυβέρνησις δείκνυται θέλουσα τὴν σύστασιν τῆς κτηματικῆς πίστεως, ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀποκρούει. Ἔρχεται κατόπιν, Κύριοι, τὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν κτηματογράφων. Ὁ Κύριος Βαλτατζῆς δὲν διεφώνησε πρὸς ἑαυτὸν, δὲν μετέβαλε τὰς προτάσεις του. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως, ὅπερ ὑπέβαλεν εἰς τὴν κυβέρνησιν εὐθὺς μετὰ τὰς δευτέρας προτάσεις του, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἠννόει, καθὼς πᾶς τις ὅστις ὅπου δήποτε ζητεῖ νὰ συστήσῃ τοιούτου εἴδους κατάστημα, νὰ συμμορφωθῇ ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ μὲ τὰ καταστατικὰ τῶν ἄλλων ὁμοίας φύσεως Τραπεζῶν, καὶ πρὸ πάντων τῆς Γαλλίας. Ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἡμεῖς ἀντιγράφομεν, καὶ πρέπει νὰ ἀντιγράφωμεν, διότι ἐκεῖνοι, ἐμπειρότεροι ἡμῶν, ἐμελέτησαν, ἐξέτασαν, ἐνεβάθυναν εἰς τὸ κύριον ζήτημα, καὶ εὐκόλυναν τὸ πρᾶγμα, ἡ σύμβασις τῆς ἑταιρίας εἶναι ὁμοία τῆς τοῦ παρὰ τοῦ Κ. Βαλτατζῆ ὑποβληθέντος σχεδίου· ἐκεῖ, κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐδόθη ἁπλῶς τὸ προνόμιον, ἀλλὰ κατόπιν κατέστη σχεδὸν ἀναγκαστικὴ ἡ κυκλοφορία τῶν κτηματογράφων, καὶ ἐπὶ τέλους ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἦλθε νὰ ἐνισχύσῃ τὴν κτηματικὴν πίστιν, διατάξασα τοὺς ταμίας νὰ δέχωνται τὰ κτηματόγραφα ἀντὶ μετρητῶν, διότι εἶχε μέγιστον συμφέρον νὰ ἐνισχυθῇ ἡ πίστις αὐτῶν καὶ ἐπεκταθῇ ἡ κυκλοφορία των· ὅτι δὲ εἶχε οὕτω τὸ πρᾶγμα, στηρίζομαι εἰς μίαν ἔκθεσιν τοῦ μεγαλειτέρου τραπεζιτικοῦ τοῦ κόσμου καταστήματος, τοῦ Credit Mobilier, διοικουμένου ὑπὸ τοῦ γνωστοῦ τραπεζίτου Μπερέϋρα· εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ εἰσηγητὴς, ἰδοὺ τί λέγει. «Τὰ κύρια ὠφελήματα τῶν ἑταιριῶν τούτων ἔμελλον νὰ προκύπτωσιν, ὄχι μόνον ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς προσόδου τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα δανείζεται, καὶ ἐκείνων, ἅτινα δανείζει.» Καὶ παρακατιὸν «Τὸ κατάστημα τῆς κτηματικῆς πίστεως, πλέον εὐτυχὲς, ἠδυνήθη ὄχι μόνον νὰ ἐκδίδῃ, πάντῃ ἐλευθέρως (σημειώσατε τοῦτο Κύριοι, καὶ ἀκούσατέ το Κ. Κουμουνδοῦρε) τὰς κτηματικάς του ὁμολογίας, ἀλλ’ ἔλαβε προσέτι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως χρηματικὰς συνδρομὰς καὶ ἐμψύχωσιν παντὸς εἴδους, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ διευκολυνθῇ ἡ τοποθέτησις τῶν κτηματικῶν ὁμολογιῶν. «Οἱ γενικοὶ ταμίαι ἐπεφορτίσθησαν νὰ διαπραγματεύωνται αὐτάς. Τὰ πάντα συνέτρεξαν νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν τοποθέτησιν τῶν τίτλων τούτων, προωρισμένων νὰ ἀντικαταστήσωσι τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ὑποθηκικῶν συμβολαίων.» Ἰδοὺ ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ πῶς ἐπιτυγχάνεται οὗτος ἀλλαχοῦ, καὶ οὐχὶ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ προνομίου, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος. Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, ὁ Κ. Βαλτατζῆς διὰ τῶν προτάσεών του ἠννόει νὰ συστήσῃ Τράπεζαν κτηματικῆς πίστεως, ὁμοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν βλέπετε σήμερον ὑπάρχουσαν ἐν Γαλλίᾳ, τοσοῦτον προοδεύσασαν καὶ μέλλουσαν νὰ ἐπεκταθῇ ἐφ’ ὅλης τῆς Εὐρώπης, καὶ ὄχι Τράπεζαν ὑποθηκικήν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, στηριζομένη εἰς τὰς πρώτας προτάσεις του, ὅτε ἐζήτησε νὰ δανείζῃ τοῖς μετρητοῖς, ἰσχυρίζεται κακῶς, ὅτι ὁ Βαλτατζῆς μετεβλήθη καὶ μετέτρεψε τὰς προτάσεις του· ὄχι κύριοι, εἰς ὅ,τι ἀπ’ ἀρχῆς εἶπε, καὶ θέλετε τὸ ἰδεῖ εἰς ὅλα τὰ ἔγγραφα, εἰς αὐτὸ καὶ ἐνέμεινε· καὶ μόνον μικρά τις διαφωνία, παρουσιάζεται ἀλλὰ καὶ αὐτὴ εἶναι ἀσήμαντος. Ποῦ στηρίζεται ἤδη ἡ Κυβέρνησις; εἰς τὴν πρώτην ἔκθεσιν τοῦ Κ. Βαλτατζῆ; ἐν αὐτῇ ὁ Κ. Βαλτατζῆς μνημονεύει τὴν Ἀφρικὴν, καὶ ἑπομένως ὡς ἐκεῖ δανείζει μὲ 8% ἡ Γαλλικὴ Τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως τοῖς μετρητοῖς, δέχεται καὶ ἐδῶ νὰ δανείζῃ τοῖς μετρητοῖς μὲ 800· ἀλλὰ, Κ. ὑπουργὲ, ἡ Ἀφρικὴ εἶναι μέρος τῆς Γαλλίας, καὶ ἐκεῖ ἐσυστήθη σχεδὸν ὑποθηκικὴ ἐπὶ τόκῳ πλέον 3%, διότι εἰς τὴν λοιπὴν Γαλλίαν ὁ τόκος φθάνει εἰς 5%, καὶ μὲ τόσας ἄλλας παραχωρήσεις. Ὁ Κ. Βαλτατζῆς φέρει εἰς ἀπόδειξιν τῆς ἀναβιβάσεως τοῦ τόκου τὴν Ἀφρικὴν καὶ οὐχὶ ἵνα ἐνισχύσῃ τὴν ἰδέαν σας. Θέλετε διὰ τῶν ἀντιπαραστάσεών σας νὰ ἀποκρούσητε τὰς προτάσεις τοῦ Βαλτατζῆ. Καὶ δυστυχῶς ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κάμουν τὴν διάκρισιν μεταξὺ κτηματικῆς πίστεως καὶ ὑποθηκικῆς τραπέζης, ἐνίσχυσαν τὴν ἰδέαν καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἤδη ὑπομειδιῶντες διὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς κτηματικῆς τραπέζης, ὀνομάζουσι ταύτην ὑποθηκικήν. Καὶ τίς, Κύριοι, θὰ ἔλθει εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ συστήσῃ μὲ τοσαῦτα κεφάλαια ὑποθηκικὴν τράπεζαν; οὐδεὶς, καὶ μετὰ ἕνα αἰῶνα ἴσως δὲν θὰ κατορθωθῇ τὸ τοιοῦτο ἐν Ἑλλάδι. Ἡ ὠφέλεια τῶν τοιούτων τραπεζῶν συνίσταται εἰς τὰ κτηματόγραφα. Σᾶς εἶπεν οὐδαμοῦ ὁ Κ. Βαλτατζῆς ὅτι ἐννοεῖ ὑποχρεωτικὴν τὴν κυκλοφορίαν τῶν κτηματογράφων, καὶ ὅτι δικαιοῦται αὐτὸς μόνος νὰ δανείζῃ κατ’ ἀρέσκειαν τοῖς μετρητοῖς ἢ διὰ κτηματογράφων; ὄχι. Ἰδοὺ τί λέγει διὰ τοῦ τελευταίου ἐγγράφου του πρὸς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. «Ἡ Τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως δανείζει εἴτε τοῖς μετρητοῖς πρὸς 8%, εἴτε διὰ κτηματογράφων πρὸς 7% κατ’ ἐκλογὴν τοῦ δανειζομένου, μὴ δικαιουμένου τούτου νὰ ζητήσῃ κτηματόγραφον ἀντὶ μετρητῶν ἄνευ συγκαταθέσεως τῆς Τραπέζης» ἤτοι ἀφίνει εἰς τὸν δανειζόμενον τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ χρήματα ἢ κτηματόγραφα· διατί; θὰ σᾶς ἀποδείξω κατὰ πόσον ἔχει συμφέρον ἡ Τράπεζα νὰ μὴ δίδῃ κτηματόγραφα εἰς δάνειον ἀντὶ μετρητῶν. Θέλει τις νὰ δανεισθῇ, Κύριοι, παρὰ τῆς Τραπέζης διὰ κτηματογράφων, θὰ πληρόνῃ καθὼς βλέπετε ἐκ τῶν προτάσεων, τόκον 7%, ἡ δὲ Τράπεζα, κατὰ τὸν ὅρον τὸν ὁποῖον θέτει ἡ ἰδία Κυβέρνησις, θὰ πληρόνῃ εἰς τὸν λαμβάνοντα τὰ κτηματόγραφα 6%, τοὐτέστι θὰ λαμβάνῃ τὴν διαφορὰν 1%, ἤτοι διὰ τοῦ κτηματογράφου ἡ Τράπεζα δανείζεται πρὸς 6% καὶ δανείζει πρὸς 7%. Δεχθῆτε δὲ διὰ μίαν στιγμὴν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θὰ λάβῃ χώραν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι δὲν ἔγεινε ποτὲ ἀλλαχοῦ, δεχθῆτε λέγω, ὅτι κατώρθωσεν ὁ Κύριος Βαλτατζῆς νὰ δεκαπλασιάσῃ τὸ κεφάλαιον του, κατὰ τὴν πρότασίν του, διὰ κτηματογράφων, καὶ ὑποθέσατε, ὅτι ἠδυνήθη δι’ ἑνὸς ἑκατομμυρίου νὰ δανείσῃ ἀλληλοδιαδόχως 10.000,000 διὰ κτηματογράφων πάντοτε, ἤτοι, ἀφοῦ ἐδάνεισε τὸ ἓν ἑκατομμύριον τοῖς μετρητοῖς, ἐξέδωκε κατόπιν 9 ἑκατομμυρίων κτηματόγραφα, διότι, σημειώσατε, δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ ἡ Τράπεζα κτηματόγραφα περισσότερα τοῦ ὑποθηκικοῦ δανείου τὸ ὁποῖον κάμνει· ἐδάνεισεν 100 χιλιάδες καὶ ἔλαβεν ὑποθήκην 200 χιλιάδων δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ κτηματόγραφα πλέον τῶν 100 χιλιάδων. Λοιπὸν ὑποθέσατε, λέγω, πρᾶγμα ἀδύνατον, ὅτι ὁ Βαλτατζῆς κατώρθωσε δανείσας ἅπαξ ἕν ἑκατομμύριον νὰ δεκαπλασιάσῃ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ διὰ τῶν κτηματογράφων, τὶ θὰ κερδίσῃ; 1% ἤτοι 9 ἐπὶ τῶν 9 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ὁ Κύριος Βαλτατζῆς ὑπεσχέθη καὶ ὑποχρεοῦται νὰ φέρῃ ἀμέσως τὸ ⅓ τοῦ κεφαλαίου εἰς μεταλλικόν. Δέχομαι ὅτι ἔφερε 5,000,000, καὶ θὰ τὰ φέρει ἀμέσως, ἐδάνεισε κατὰ τὴν ἀνωτέρω ὑπόθεσίν μας ἕν ἑκατομμύριον μόνον, ἀφῆκεν ἑπομένως νεκρὰ εἰς τὸ ταμεῖόν του τὰ ἄλλα 4, καὶ τὰ ἀφῆκεν νεκρὰ, διότι δὲν δύναται νὰ τὰ μεταχειρισθῇ ἀλλαχοῦ, πόσον θὰ ζημιωθῇ πρὸς 8% 4 ἐπὶ 8=32, ἤτοι ἐνῷ ἐκέρδισεν 9 ἀπὸ τὸ 1 ἑκατομμύριον χάνει 32 ἀπὸ τὰ 4 τοῦ μεταλλικοῦ του, τουτέστι ζημιόνεται 23. Θέλει εἶσθαι ὁ μεγαλήτερος παραλογισμὸς τοῦ νὰ κρατῇ εἰς τὸ Ταμεῖον του μεταλλικὸν καὶ νὰ κυκλοφορῇ κτηματόγραφα. Ἄλλη περίπτωσις. Ὁ Κύριος Βαλτατζῆς δανείζει διὰ κτηματογράφων καὶ ὠφελεῖται 1%, καθόσον, ὡς βλέπετε, θὰ δανείζῃ πρὸς 7 καὶ θὰ δανείζεται πρὸς 6, ἂν διαπραγματευθῇ αὐτὸς τὰ κτηματόγραφά του ἀλλαχοῦ θὰ φέρει μεταλλικὸν καὶ τότε θὰ δανείζει πρὸς 8, ἤτοι θὰ ὠφελεῖται 2%, ἓν πλέον τοῦ διὰ κτηματογράφων δανείου, ἄρα ἔχει μέγιστον συμφέρον νὰ διαπραγματεύηται αὐτὸς εἰς τὴν Εὐρώπην, διότι ἐκεῖ μετὰ ἕν ἔτος, ὅταν θὰ στερεωθῇ ἡ εἰρήνη καὶ ἡ Τράπεζα αὐτοῦ ἀξιωθῇ, ὡς θὰ ἀξιωθῇ, πίστεως, ὁ τόκος θὰ καταβιβασθῇ εἰς 3 καὶ 4%, θὰ πωλῇ μὲ ὑπερτίμησιν τὰ κτηματόγραφά του. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον συμφέρει κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν εἰς τὴν Τραπεζίτην αὐτὸν νὰ διαπραγματεύηται τὰ κτηματόγραφά του εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, νὰ λαμβάνῃ ἐκεῖθεν μεταλλικὸν καὶ νὰ τὸ μεταφέρῃ ἐνταῦθα, ἵνα τὸ κυκλοφορῇ μὲ τόκον κατὰ 1% πλέον τῶν κτηματογράφων. Σᾶς φέρω καὶ ἕτερον παράδειγμα ὠφελείας πρὸς τὸν δανειζόμενον διὰ κτηματογράφων· ἐδανείσθη εἷς διὰ κτηματογράφων ἐπὶ τόκῳ 7% ἐνῷ ἄλλος ἐδανείσθη τοῖς μετρητοῖς πρὸς 8%, ποία τις ἡ διαφορὰ; ἵνα φθάσῃ ὁ διὰ κτηματογράφων δανεισθεὶς εἰς τὰ 8% ἀπαιτεῖται νὰ καταβιβασθῇ ἡ ἀξία τοῦ ἐκ 500 δραχ. κτηματογράφου εἰς 140 καὶ κάτω ἀκόμη, καὶ ποτὲ, Κύριοι, οἱ φόβοι τῶν κατὰ τῶν κτηματογράφων κηρυχθέντων δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν· οὐδέποτε θὰ καταβιβασθῶσι ταῦτα 30 καὶ 50%. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν κλίμακα· ἐπὶ ὑποθέσει ὅτι ἐδανείσθη τις σήμερον 500 δραχ. διὰ κτηματογράφου καὶ μετὰ 5 ἡμέρας καταντήσει 495, πόσον τόκον πληρόνει οὗτος μὲ 7%; πληρόνει 7 καὶ λεπτὰ 7. Ἐὰν μετὰ ἕνα μῆνα καταβιβασθῇ εἰς 490, πόσον πληρόνει; 7 καὶ 14, ἐὰν 485, 7, καὶ 22, ἐὰν 480, 7 καὶ 29, ἐὰν 475, 7 καὶ 36, ἐὰν 470, 7 καὶ 44, ἐὰν 465, 7 καὶ 52, ἐὰν 460, 7 καὶ 60, ἐὰν 455, 7 καὶ 69, ἐὰν 450, 7 καὶ 77, (φωναὶ ἀρκεῖ ἀρκεῖ) πρέπει λοιπὸν, νὰ καταβιβασθῇ εἰς 430, ὅπως πληρώσῃ 8%. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἔχει ἓν διάστημα ἀπὸ 500 μέχρι 430, καθ’ ὃ δύναται νὰ διαπραγματευθῇ αὐτὸ πρὸς ὠφέλειάν του, ἡ δὲ ἐλάττωσις δὲν εἶναι μόνον ἐνιαυσία, ἀλλὰ τριακονταετής. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ διαφορὰ, σήμερον δὲν τὴν γνωρίζει ὁ δανειζόμενος, θὰ τὴν γνωρίσει ἀργότερον. Καὶ ὅταν σεῖς, κηρύττεσθε ὀπαδοὶ τῆς ἀκράτου ἐλευθερίας, οἱ ἀντιδοξοῦντες, θέλετε νὰ περιορίσητε τὸν δανειζόμενον; πῶς; θέλετε νὰ δεσμεύσητε αὐτὸν νὰ μὴ δύναται νὰ διαπραγματευθῇ ὅπως τὸ συμφέρον τῷ ὑπαγορεύῃ, καὶ θέλετε νὰ καθιερώσητε ἓν ψεῦδος εἰς τὸν νόμον· λέγετε· δὲν ἐπιτρέπω εἰς σὲ τὸν ἐλεύθερον πολίτην νὰ κάμῃς οὐδεμίαν συναλλαγὴν συμφέρουσαν εἰς σὲ μὲ τὴν Τράπεζαν, παρὰ μετὰ παρέλευσιν τόσου χρόνου, μὲ ἄλλας λέξεις θέλετε νὰ περιορίσητε τὴν ἐλευθέραν χρῆσιν τῆς περιουσίας του καὶ νὰ ἐξασθενήσητε τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης. Τὸ κτηματόγραφον, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀναγκαστικὸν, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ τὸ λάβῃ ὁ δανειζόμενος, ὁ Βαλτατζῆς ὑποχρεοῦται νὰ τῷ δώσῃ μετρητά, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ φέρῃ ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου. Καὶ προφορικῶς, καὶ διὰ στόματος τῶν πληρεξουσίων του, εἶπεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐντὸς 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως διὰ τοῦ νόμου τῆς συμβάσεως, ὑποχρεοῦται νὰ φέρῃ τὸ τρίτον τοῦ ἀρχικοῦ κεφαλαίου, τουτέστι τῶν 19 ἑκατομμυρίων, ἢ τῶν 25 μετὰ τοῦ κεφαλαίου τῆς προεξοφλητικῆς τραπέζης, καὶ ἐντὸς ἔτους νὰ κυκλοφορήσῃ τὸ ἥμισυ τοῦ κεφαλαίου· ἔχει λοιπὸν συμφέρον νὰ καταστήσῃ καταναγκαστικὴν τὴν κυκλοφορίαν τῶν κτηματογράφων του; Ὄχι· διότι ἔχει συμφέρον, ὡς σᾶς ἀπέδειξα νὰ τὰ διαπραγματεύεται ὁ ἴδιος. Ζητεῖ δὲ νὰ τεθῇ εἰς τὴν σύμβασιν ὁ ὅρος ὅτι δανείζει τοῖς μετρητοῖς ἢ μὲ κτηματόγραφα κατ’ ἐκλογὴν τοῦ δανειζομένου, ἵνα δείξῃ εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἡ πίστις τῆς Τραπέζης αὐτῆς ὑπάρχει καὶ ἐν Ἑλλάδι ἰσχυρά Θέλετε νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ξένους, ὅτι συνέστησε κτηματικὴν Τράπεζαν, καὶ ἐν τούτοις ἡ τράπεζά του νὰ ᾖναι ὑποθηκική; Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένει εἰς τὴν τελευταίαν πρότασίν του, ἥτις εἶναι ὁ κύριος χαρακτηρισμὸς τῆς κτηματικῆς πίστεως, καὶ ἡ ὁποία ἀφίνει τὴν ἐκλογὴν εἰς τὸν δανειζόμενον νὰ δύναται νὰ λαμβάνῃ κτηματόγραφα, ἢ μετρητά. Εἰς τὸν δανειζόμενον μικρὸν κεφάλαιον ἡ διαφορὰ εἶναι μικρά· ἀλλ’ εἰς τὸν δανειζόμενον μεγάλα ποσὰ εἶναι σημαντική, διότι ἐνδέχεται, καὶ θὰ συμβῇ βεβαίως, μετὰ παρέλευσιν 4, 5 ἐτῶν, τὸ κτηματόγραφον νὰ πωλῆται 505 καὶ πλέον ἀντὶ τῶν 500, καὶ τότε ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν εἶναι μικρά· τοῦτο προβλέπων ὁ Κ. Βαλτατζῆς ἐζήτησε διὰ τοῦ ἐγγράφου του νὰ ὁρισθῇ, ὅτι οὐδέποτε καὶ ὁ δανειζόμενος δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ κτηματόγραφον, ἀλλὰ μετὰ τὰς παρατηρήσεις ἐμοῦ ἐγνωστοποίησε δι’ ἐμοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀφίνει εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ δανειζομένου καὶ ὅταν ὑπερτιμᾶται τὸ κτηματόγραφον τῆς τραπέζης, νὰ δανείζεται τοῖς μετρητοῖς ἢ διὰ κτηματογράφων. Καὶ μέλη τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἀπεκάλεσαν φαλαγγιτικὰ γραμμάτια τὰ κτηματόγραφα. Τὰ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια, Κ. Κουμουνδοῦρε, ἐξέπεσαν, διότι δι’ ἑνὸς καὶ μόνου τρόπου ἠδύναντο νὰ λάβωσι μετατροπὴν καὶ νὰ καταστῶσι προσοδοφόρα, ἐνῷ τὰ κτηματόγραφα εἰσὶ πολυτιμώτερα καὶ τοῦ μεταλλικοῦ· διότι ἂν κλείσῃς εἰς τὸ κιβώτιόν σου μεταλλικὸν καὶ κτηματόγραφον ἐπὶ 3, 4 καὶ ἐφεξῆς ἔτη, τὸ μὲν μεταλλικὸν δὲν ἐπαυξάνει, ἐνῷ τὸ κτηματόγραφον ἀποφέρει, καί τοι κεκλεισμένον, πρόσοδον 6% κατ’ ἔτος. Τὰ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια ἐξέπεσαν, διότι αἱ περὶ τῆς μεταποιήσεώς των εἰς γαίας δυσκολίαι ἦσαν ποικίλαι, καὶ παρὰ πολλῶν παρεμβαλλόμεναι. Κύριοι, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι τὰ κτηματόγραφα δὲν θὰ ὑποστῶσι ποτὲ τοσαύτην ἐλάττωσιν, ὅσην φοβοῦνται τινές· ὡς εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ὑπάρξει ἡμέρα σωτηρίας διὰ τὴν Ἑλλάδα, τόσον εἶναι βεβαιότερον, ὅτι δὲν θὰ φθάσουν εἰς τὸν λεγόμενον ἐκπεσμόν· τὰ κτηματόγραφα ταῦτα θὰ ὑπερτιμηθῶσι τάχιστα. Ἔρχεται ἀκόμη καὶ ἄλλη διαφωνία, ἡ ὁποία σχεδὸν καταστρέφει τὴν ἐλπίδα τῆς συστάσεως τῆς κτηματικῆς πίστεως· ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις παρὰ τοῦ Κ. Βαλτατζῆ νὰ καταθέσῃ τὸ τρίτον τῶν κεφαλαίων ἀμέσως, καὶ μετὰ ἓν ἔτος τὸ ἕτερον τρίτον· ἀλλ’ ἐὰν δὲν δυνηθῇ ὁ Βαλτατζῆς νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ διὰ δανείων τίς θὰ τὸν ἀποζημιώσει διὰ τοὺς τόκους; Ὁ Κ. Βαλτατζῆς φέρει 12 ἑκατομμύρια, καὶ δὲν πραγματοποιεῖ εἰμὴ τέσσαρα, ὁ τόκος αὐτῶν ἀποῤῥοφᾶται ἀπὸ τὸν τόκον τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα εἶναι νεκρά· τούτου γενομένου ζημιοῦται ἡ Γράπεζα, καὶ οὕτω ἀποτυγχάνει ὁ σκοπὸς τῆς κτηματικῆς πίστεως.
§51ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὰ τὰ δανείζει εἰς μίαν ἡμέραν;
§52ΚΑΛΟΣ. Τὰ δανείζει εἰς μίαν ἡμέραν, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὴν τῶν δανείων πίστιν· ἔχομεν συμφέρον πάντες νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης, νὰ τῆς παράσχωμεν πᾶσαν εὐκολίαν, ὥστε νὰ λαμβάνῃ ἡ Τράπεζα τὰ ὠφελήματα, διότι ἄνευ αὐτῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ προσκτήσῃ πίστιν. Εὐτυχῶς, Κύριοι, μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες εἰργάσθησαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτατζῆ, ὑπάρχει καὶ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς πληρεξούσιος, καὶ μέλος τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης. Ὁ Κ. Κεχαγιᾶς βεβαίως, ἐὰν δὲν ὑπερτερῇ κατὰ τὴν πολιτικὴν οἰκονομίαν τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον, πιστεύω ὅμως ὅτι κατὰ τὰς Τραπεζικὰς γνώσεις εἶναι πολὺ ἀνώτερος αὐτοῦ. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ παντάπασιν κατὰ τί τὸ προνόμιον τῶν κτηματογράφων θὰ συντελέσει εἰς τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης, ἐνῷ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς σᾶς λέγει, ὅτι ἄνευ κτηματογράφων δὲν ὑπάρχει κτηματικὴ Τράπεζα, καὶ λέγει ἀλήθειαν πανθομολογουμένην, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἀρνῶνται ἢ οἱ ἀμαθεῖς, ἢ οἱ κακῆς πίστεως· εἰς τί δὲ διαφωνεῖ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς; Διαφωνεῖ ὡς πρὸς τὸ ποιὸν τοῦ τόκου, καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ φαίνεται κατὰ πρώτην ἔποψιν ὑπὲρ τοῦ δανειζομένου, ἤτοι ζητεῖ νὰ ὁρισθῇ ὁ τόκος τῶν κτηματογράφων ἴσος μ’ ὅσον λαμβάνει ἡ Τράπεζα παρὰ τοῦ δανειζομένου διὰ κτηματογράφων· τοῦτο φαίνεται ὠφέλιμον εἰς τὸν δανειζόμενον, ἀλλὰ διαιωνίζει τὸν τόκον εἰς 7%· διάταξις τοιαύτη συμφέρει μᾶλλον εἰς τὴν Τράπεζαν παρὰ εἰς τὸν δανειζόμενον, διότι ὅσον ὑψώνει τὸν τόκον τῶν κτηματογράφων της ἡ τράπεζα, τόσον αὐξάνει τὴν κυκλοφορίαν αὐτῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν θέσητε τὸ ὅρον αὐτὸν καὶ εἰπῆτε ὅσα λαμβάνει τόσα καὶ νὰ πληρώνῃ, ἐπαναλαμβάνω διαιωνίζετε τὸν τόκον εἰς 7% Ἄφετε λοιπὸν ἐλεύθερον τὸν Κ. Βαλτατζῆ νὰ ὁρίζῃ αὐτὸς τὸν τόκον τῶν κτηματογράφων, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἂν εὑρίσκῃ νὰ δανείζεται μὲ τόκον ὀλιγώτερον τῶν 6% θὰ καταβιβάζει τὸν τόκον, διότι ἐὰν αὔριον εὕρῃ νὰ ἀνταλλάξῃ τὸ κτηματόγραφόν του ἐπὶ τόκῳ 4% θὰ καταβιβάσει τὸν τόκον εἰς 5. Ὅσον εὑρίσκει νὰ δανείζηται μὲ τόκον ὀλιγώτερον ὁ Κ. Βαλτατζῆς, τόσον θὰ καταβιβάζει τὸν τόκον τῶν ὅσων θὰ δανείζει, ἀφήσατέ τον ἐλεύθερον νὰ κανονίζῃ ἐντὸς τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τὸν τόκον ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου. Ὁ προσδιορισμὸς τοῦ τόκου ἐν Γαλλίᾳ εἶναι ἔργον τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου. Ἐννοῶ κάλλιστα ὅτι συμφέρει εἰς τὸν λαμβάνοντα κτηματόγραφον ἀντὶ μετρητῶν νὰ λαμβάνῃ ἴσον τόκον τοῦ ὁποίου αὐτὸς θὰ πληρώνει εἰς τὴν τράπεζαν. Τοῦτο γίνεται ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν δύναται νὰ γίνῃ. Κανεὶς δὲν θὰ ἀποφασίσει ἀπέναντι τοῦ ἀκανονίστου τῆς καταστάσεως τῶν κτημάτων καὶ τοσούτων ἄλλων κινδύνων, νὰ εὐχαριστηθῇ εἰς μόνον τὸ 1%, ὅπερ θὰ λαμβάνει διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἡ τράπεζα· ἐκτὸς τῶν ἐξόδων τούτων ἔχει νὰ διατρέξῃ καὶ κινδύνους, πρέπει ἑπομένως νὰ ἔχῃ καὶ ὠφελείας τινὰς, ὥστε πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ 1% μεταξὺ τοῦ τόκου τὸν ὁποῖον πληρώνει, καὶ τοῦ τόκου τὸν ὁποῖον θὰ λαμβάνει. Ἐὰν ὁρισθῇ, ὅτι ἡ τράπεζα θὰ δανείζει κατὰ 1% πλέον τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον δίδει, ἤτοι ἐὰν δανείζηται μὲ 5% νὰ δανείζῃ μὲ 6, ἐὰν μὲ 4 νὰ δανείζῃ μὲ 5 τότε ἐνδέχεται ὁ Κ. Βαλτατζῆς νὰ συμφωνήσῃ, οὐχὶ δὲ καὶ νὰ πληρώνει ἴσον τόκον. Κύριοι, ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἐλάλησε χθὲς τάχα ἀπὸ ἄγνοιαν τῶν ὅσων σᾶς εἶπε περὶ τῆς κτηματικῆς πίστεως, καὶ ἐκηρύχθη πολέμιος τῶν κτηματογράφων, καὶ τῶν προνομίων, ἢ ἐλάλησε πρὸς ἐπιτυχίαν ἄλλου σκοποῦ; τὸ πρῶτον, διστάζω νὰ τὸ παραδεχθῶ, καθόσον ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος καὶ εὐφυΐαν ἔχει καὶ μελέτην κάμνει τῶν τοιούτων ζητημάτων· ἐὰν παραδέχεται τὴν ἄγνοιαν, τότε θαυμάζω, πῶς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος καυχᾶται ὅτι κατέχει τὰ οἰκονομικὰ περισσότερον παντὸς ἄλλου, νὰ μὴ ἐννοῇ αὐτὴν τὴν διαφοράν. Καταργήσατε τὰ πάντα, μάλιστα καταδιώξατε τὴν τοκογλυφίαν, φέρετε ὁποιασδήποτε μεταβολὰς εἰς τὰς διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας περὶ τῆς ἐκτελέσεως, ὁ Κ. Βαλτατζῆς καὶ ἡ τράπεζα δὲν θὰ ἐναντιωθῶσιν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῶν διατάξεων τῆς ἐκτελέσεως θὰ προσελκύσει πολλὰ κεφάλαια εἰς τὴν Ἑλλάδα, κάμετέ το σήμερον· ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν γείνῃ, μὴ πιστεύσητε ὅτι ἄνευ προνομίου θὰ ἰδῆτε ποτὲ ἱδρυομένην τὴν κτηματικὴν πίστιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν διαφερώμεθα ἐξίσου ὅλοι, νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν κτηματικὴν πίστιν, πρέπει νὰ τῇ δώσωμεν ὅλας τὰς ὁποίας παντοῦ τῇ δίδουσι ὠφελείας, ἄλλως τὴν ἀποκρούομεν καὶ μένομεν πάντοτε εἰς τὰ ἴδια. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰς προτάσεις τοῦ Κ. Βαλτατζῆ εὑρίσκετε μικρὸν συμφέρον ὑπὲρ τοῦ δανειζομένου, ἔχετε χρέος νὰ τὰς δεχθῆτε, διότι θὰ φέρετε οὕτω συναγωνισμόν, καὶ ἐὰν σήμερον ἡ τράπεζα καταβιβάζῃ τὸν τόκον εἰς 7%, δὲν πιστεύετε ὅτι ὅταν στερεωθῇ ἡ ἀσφάλεια ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ παράσχητε εἰς τὸν Κ. Βαλτατζῆν τὸ ζητούμενον προνόμιον, θὰ ἀναγκασθῇ καὶ οὗτος νὰ καταβιβάσῃ τὸν τόκον του, διότι τότε μόνον ἐλαττοῦται ὁ τόκος, ὅταν ὑπάρχῃ συναγωνισμός, καὶ θὰ ὑπάρξει τοιοῦτος, ὅταν συστηθῇ καὶ ἕτερον κατάστημα δανειστικόν. Διὰ τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν Κ. Κ. Κουμουνδούρου καὶ Κεχαγιᾶ δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ παρὰ πάντων ἐπιδιωκόμενος σκοπός. Καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ κατὰ τῶν κτηματογράφων κηρυχθέντες, λέγουσιν εἰς τὸν Κ. Βαλτατζῆν φύγε, καὶ ὅταν ὁ Κ. Βαλτατζῆς, κινούμενος ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ ἀτομικὸν συμφέρον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν πατριωτικὴν ἐπιθυμίαν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ὑλικὴν εὐδαιμονίαν τῆς πατρίδος του, καὶ ἡ ὑλικὴ εὐδαιμονία ἐπιφέρει καὶ τὴν ἠθικὴν, ὅταν αὐτὸς λέγω ἀποτύχῃ εἰς τὰς προτάσεις του, νομίζετε ὅτι ξένος τις, ἄσχετος μὲ τὸν τόπον, ἐπηρεαζόμενος καὶ ἀπὸ τὰ λεγόμενα καὶ γραφόμενα διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασίν μας, νομίζητε λέγω, ὅτι ξένος τοιοῦτος θὰ συστήσει ποτὲ κτηματικὴν τράπεζαν ἐν Ἑλλάδι; ἀπατᾶσθε, καί, χωρὶς νὰ τὸ αἰσθάνεσθε, συντρέχετε τοὺς σκοποὺς τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος μας. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους φρονῶ, ὅτι αἱ προτάσεις τοῦ Κυρίου Βαλτατζῆ εἰσὶ συμφέρουσαι, ἡ δὲ Κυβέρνησις πρέπει νὰ προσπαθήσῃ νὰ φθάσῃ τὸ ταχύτερον εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία τότε νὰ συζητήσῃ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτοῦ· ὁ δὲ Κύριος Βαλτατζῆς ὁδηγούμενος καὶ ἀπὸ τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὴν εὐθύτητά του, καὶ γνωρίζων κατὰ πόσον συμφέρει ἢ οὒ ἡ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ κυκλοφορία τῶν κτηματογράφων του, θὰ εὑρεθῇ εὐδιάθετος νὰ ἀποδεχθῇ προτάσεις μὴ παραβλαπτούσας τὴν ὑπόληψίν του ἐξωτερικῶς. Ἔχω ὅθεν τὴν ἑξῆς πρότασιν. «Ἡ Συνέλευσις μετὰ τὰ λεχθέντα θεωροῦσα συμφερούσας τὰς προτάσεις τοῦ Βαλτατζῆ, συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ εἰς τὸ πέρας τῶν διαπραγματεύσεων.»
§53ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀρχικῆς ἐπερωτήσεως, περὶ τῶν ὑποκαταστημάτων τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ἐλησμονήσατε.
§54ΚΑΛΟΣ. Παρῃτήθη τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης ἡ Τράπεζα οἰκειοθελῶς. Καὶ τοῦτο ἦτο μία ἄλλη ἀντίπραξις, τὴν ὁποίαν ἀπέσυρεν, ἀφοῦ ἐπείσθη, ὅτι ζητεῖ ἄδικα καὶ παράνομα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Κόκκινος ἔχει τὸν λόγον.
§56ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ ἐντελῶς μὲ τὸν προλαλήσαντα, νομίζω, ὅτι ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς διαφέρει.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§58ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι! ἀνυπομόνως ἀνέμενον τὴν συζήτησιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, διότι τὸ ψεῦδος καὶ ἡ συκοφαντία οὐδέποτε παρεστάθησαν μὲ τόσῳ δυσειδῆ καὶ ἀναιδῆ μορφήν ὄργανά τινα τοῦ τύπου, λυσσῶντα ἐναντίον μου, διότι ἐπὶ τῆς ὑπουργείας μου παρέδωκα εἰς τὴν δημοσιότητα τὰ ἀργύρια, μὲ τὰ ὁποῖα ἠγοράσθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ συνηγορῶσιν ὑπὲρ αὐτῆς, ὅταν ἐχύνετο ἀδελφικὸν αἷμα ἐν Κύθνῳ καὶ ἐν Ναυπλίῳ, εὗρον τὴν εὐκαιρίαν νὰ μὲ συκοφαντήσωσιν ὡς ἀντενεργοῦντα εἰς τὴν σύστασιν τῆς προκειμένης Κτηματικῆς Τραπέζης. Ἡ δημοσιευθεῖσα ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος, ἀποδεικνύει, ὡς βλέπετε, ὅτι ἐγὼ πλειότερον τῶν ἄλλων μελῶν ὑπεστήριξα τὴν σύστασιν αὐτῆς, λέγω δὲ πλειότερον τῶν ἄλλων, ὄχι διότι οὗτοι ἦσαν ἐναντίοι, ἀλλὰ διότι ἐγὼ ἐργαζόμενος ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη εἰς τὴν Ἐθνικὴν τράπεζαν δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὅτι γνωρίζω κάλλιον τὰς ὠφελείας, αἵτινες θέλουσι προκύψει εἰς τὸν τόπον ἐκ τῆς συστάσεως καὶ τοιούτου καταστήματος· ὡς τρανὴν δὲ ἀπόδειξιν τῆς ὑπὲρ τῶν γενομένων προτάσεων ἐκ πεποιθήσεως προθυμίας μου σᾶς παραπέμπω εἰς τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ὃ θέλετε ἴδει, ὅτι, ἐνῷ ὅλα τὰ λοιπὰ μέλη ἐπρότεινον νὰ καταβιβασθῇ ὁ τόκος ἀπὸ 8%, ὅσα ἀνεφέροντο εἰς τὰς προτάσεις τοῦ Βαλτατζῆ εἰς 7, ἐγὼ μόνος, ὡς ἀποκρούων τὰς περὶ περιορισμοῦ τοῦ τόκου ἐσφαλμένας ἰδέας ἐκ συστήματος, δὲν συνεφώνησα μετ’ αὐτῶν, ἂν καὶ μετὰ ταῦτα καὶ οὗτοι ἠναγκάσθησαν νὰ παραδεχθοῦν τὰ 8%, ὡς ἐκ τῆς ἐπιμονῆς τοῦ Κ. Βαλτατζῆ, θέτοντος τοῦτο ὡς ἀπαραίτητον ὅρον. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι οἱ κατήγοροί μου ἀπεδείχθησαν ὄχι μόνον συκοφάνται, ἀλλὰ καὶ γελοῖοι, διότι πιστεύουσιν ὀνειρευόμενοι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰσέτι εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἡ πρωτοβουλία πάσης ἰδέας ἀνῆκεν εἰς μόνην τὴν Κυβέρνησιν καὶ προνόμιον αὐτῆς ἦτο τὸ βουλεύεσθαι καὶ νομοθετεῖν, λησμονοῦσι δὲ, ὅτι ἐπῆλθε μία ἐπανάστασις, ἥτις ἐκτὸς τῆς ἐξώσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ θρόνου καθημένου κατήργησε τὸ προνόμιον τοῦ παρὰ μόνης τῆς Κυβερνήσεως βουλεύεσθαι, καὶ κατέστησε τοῦτο κοινὸν εἰς πάντας καὶ πρὸ πάντων εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους· δὲν εἶναι λοιπὸν μωροὶ ὅσοι πιστεύουσιν, ὅτι εἷς ἢ καὶ πλειότεροι ἀπὸ πνεῦμα ἰδιοτελείας δύνανται νὰ γίνωσι παραίτιοι τῆς ἀποτροπῆς ἑνὸς καλοῦ, ἐπηρεάζοντες τὸ ἐθνικὸν τοῦτο Συνέδριον; ἂς ἀναφέρωσιν οἱ κατήγοροι τῆς Συνελεύσεως ἓν κἂν νομοθέτημα, ὡς προϊὸν ἐπηρείας, ἐξασκηθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἄλλου τινός· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην μένουσι πάντοτε ἀναπολόγητοι, διότι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Σώματος τούτου ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος! Οἱ συκοφάνται μου, Κύριοι, νομίζουσιν ὡς εὔσχημον λόγον συκοφαντίας, ὅτι εἶμαι Ὑποδιοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ προβλέπων δῆθεν, ὅτι αὕτη θέλει ζημιωθῆ ἐκ τῆς συστάσεως τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, ἀντενεργῶ. Τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὑπόστασίν τινα, ἂν ὁ Κ. Βαλτατζῆς προσεφέρετο νὰ χορηγῇ τὰ δάνεια μὲ τόκον μετριώτερον ἐκείνου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἤτοι μὲ 6 ἢ 5% ἀντὶ τῶν 7% τῆς ἐθνικῆς τραπέζης· ἀλλ’ ὅταν, ὡς βλέπετε, ἡ μὲν ἐθνικὴ τράπεζα χορηγῇ τὰ ἐπὶ ὑποθήκῃ δάνεια, περὶ ὧν πρόκειται, πρὸς 7%, ἄνευ τινὸς ἐξόδου διοικήσεως, ἡ δὲ τοῦ Κυρίου Βαλτατζῆ θέλει χορηγεῖ ταῦτα μὲ 8% τόκον καὶ 1 προσέτι ὡς ἔξοδον διοικήσεως (ἰσοδυναμοῦν μὲ 1 καὶ ½ τόκον) ὅ ἐστὶν μὲ 9½% καὶ, ἂν πρόκειται νὰ χορηγῇ ταῦτα διὰ κτηματογράφων ἀπευθείας διδομένων εἰς τοὺς δανειζομένους ἀντὶ μετρητῶν, μὲ τόκον μὴ ὑποβαλλόμενον εἰς περιορισμόν τινα, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει, ἂς κρίνῃ ἕκαστος, ἂν ἡ σύστασις τῆς νέας ταύτης τραπέζης δύναται νὰ βλάψῃ τὴν ὑπάρχουσαν Τράπεζαν εἷς ἔμπορος τότε δύναται νὰ φθονήσῃ τὸν ἄλλον, ὅταν ὁ δεύτερος κατορθώνῃ νὰ πωλῇ εὐθηνότερον αὐτοῦ τὰ ἐμπορεύματα, ἀπεναντίας δὲ ὄχι μόνον ἀδιαφορεῖ, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπεροχήν του αἰσθάνεται, ὅταν ὁ ἄλλος ἔμπορος πωλῇ εἰς ἀνωτέρας αὐτοῦ τιμάς· ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει σᾶς εἶπε μίαν μεγάλην ἀλήθειαν, ὅτι δηλ. ἡ σύστασις τῆς προκειμένης Κτηματικῆς Τραπέζης θέλει ὠφελήσει κατὰ πρῶτον λόγον τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν, καὶ ἑπομένως αὕτη ἔχει τὸ μεγαλείτερον διὰ τὴν σύστασίν της συμφέρον· καὶ τῳόντι, Κύριοι, ἐν πρώτοις θέλει αὐξήσει ἡ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ληψοδοσιῶν διὰ τῆς εἰσαγωγῆς νέων χρηματ. κεφαλαίων εἰς τὸν τόπον· δεύτερον ὄχι ὀλίγα δάνεια, καταστάντα ἐπισφαλῆ ὡς ἐκ τῆς κακῆς τοῦ τόπου οἰκονομ. καταστάσεως, θέλει τὰ ἐξασφαλίσει εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως, διότι μετὰ τὴν σύστασιν τῆς νέας Τραπέζης καὶ τὰ κτήματα θέλουσι λάβει μεγαλειτέραν ἀξίαν καὶ οἱ καθυστεροῦντες πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν θέλουσιν εὐκολυνθῇ εἰς τὴν προμήθειαν χρημάτων· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ἡ συστηθησομένη τράπεζα ἀναλαμβάνει, μάλιστα ἐκ προοιμίων, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ χορηγήσῃ δάνειον μέχρις ἓξ ἑκατομμυρίων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὕτω θέλει ἐλαφρυνθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα χορηγήσασα μέχρι τοῦδε ἑπτὰ περίπου ἑκατομμύρια, ποσόν, διὰ τὴν χορήγησιν τοῦ ὁποίου πολλοὶ τῶν ὑπὲρ αὐτῆς ἐνδιαφερομένων τὴν κατέκριναν. Σᾶς ζητῶ, Κύριοι, συγγνώμην διὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσεν ἡ ἀναίδεια καὶ τὸ γελοῖον τῶν κατηγόρων μου· ἔρχομαι δὲ εἰς τὸ κύριον ζήτημα, ὅπερ σπουδαίως ἐπασχολεῖ τὴν Συνέλευσιν. Ὡς ἐκ τῆς δημοσιευθείσης ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς παρετηρήσατε, ὅλα τὰ μέλη αὐτῆς ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς συστάσεως τῆς κτηματικῆς Τραπέζης, πιστεύω δέ, ὅτι καὶ ἐντὸς τοῦ Σώματος τούτου οὐδεὶς ὑπάρχει ἔχων ἐναντίαν ἰδέαν· εἰς ἕνα καὶ μόνον ὅρον, καὶ μάλιστα ἐκ τῶν ὅλως τελευταῖον προταθέντων, ὑπῆρξε διαφωνία, ἤτοι εἰς τὸν ὅρον τῆς διὰ κτηματογράφων ἀντὶ μετρητῶν χορηγίας τῶν δανείων· ὀφείλω δὲ νὰ παρατηρήσω, ὅπως καὶ ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος ἔπραξεν, ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ ἔκδοσις καὶ διαπραγμάτευσις τῶν κτηματογράφων ἐκ μέρους καὶ διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἑταιρίας, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεὶς εὑρέθη ἐναντίος, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν βάσιν τῶν κτηματ. τραπεζῶν, καὶ ἄλλο εἶναι ἡ χρῆσις τῶν κτηματογράφων πρὸς τοὺς δανειζομένους ἀπευθείας ἀντὶ μετρητῶν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ ζημία τῆς συνήθους ὑποτιμήσεως τῶν κτηματογράφων εἰς μὲν τὴν πρώτην περίστασιν ἐπιβαρύνει τὴν Ἑταιρίαν, εἰς δὲ τὴν δευτέραν τὸν δανειζόμενον, ἐκτὸς τῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου ἀναδεχθεισῶν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποχρεώσεων τῆς πληρωμῆς τοῦ τόκου, τοῦ ἐξόδου διοικήσεως καὶ τοῦ χρεωλύτρου. Καὶ εἰς τὸν ὅρον τοῦτον, καί τοι μειοψηφῶν, ἤμην ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτατζῆ, ὡς ἐκ τῆς ἐκθέσεως παρετηρήσατε· διὰ νὰ ἐξηγήσω δὲ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τοὺς λόγους, οἵτινες μοὶ ὑπηγόρευσαν τὴν γνώμην ταύτην, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς εἰσαγωγῆς τῶν κτηματογράφων εἰς τὴν χορήγησιν τῶν δανείων συνδέεται στενῶς μ’ ἓν ἄλλο λίαν σπουδαῖον ζήτημα, μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἄρσεως τοῦ ἀνωτάτου ὅρου, τοῦ συμφωνηθέντος ἢ νομοθετηθέντος ὅρου, τοῦ τόκου, ἤτοι μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τόκου. Τοσούτῳ δὲ σπουδαιότερον ἀποβαίνει παρ’ ἡμῖν τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅσῳ ἐπικρατοῦσι καὶ ἐῤῥιζωμέναι εἰσέτι φαίνονται εἰς τὸν τόπον ἡμῶν αἱ κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τόκου προλήψεις. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐκλείπουσι τὰ ὅρια τῆς ἀνυψώσεως τοῦ τόκου καὶ τὸ πραγματικὸν ποσὸν αὐτοῦ ἀποβαίνει διὰ τὸν δανειζόμενον ἀνώτερον τοῦ φαινομένου· εἷς δανείζεται ἑκατὸν δραχμάς, καὶ ὑποχρεοῦται νὰ πληρώνῃ πρὸς τὴν Τράπεζαν τόκον 7% καὶ 1 προσέτι δι’ ἔξοδον διοικήσεως, ἤτοι 8% (ἐκτὸς τοῦ χρεωλύτρου, ὅπερ κανονίζεται ἀναλόγως τῆς πρὸς ἀπόσβεσιν προθεσμίας), ἑπομένως θέλει πληρώνει κατ’ ἔτος διὰ τόκον καὶ ἔξοδον διοικήσεως δραχμὰς ὀκτώ· ἀλλ’ ἀντὶ χρημάτων ἔλαβε κτηματόγραφον ἀξίας ἑκατὸν δραχμῶν, ὅπερ διαπραγματευθεὶς μ’ ἔκπτωσιν 10 τοῖς ἑκατὸν ἔλαβε χρήματα πράγματι δραχ. 90, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ πληρωνόμενον πρὸς τὴν Τράπεζαν ποσὸν τῶν ὀκτὼ δραχμῶν ἀναλογεῖ μὲ τόκον 9 τοῖς ἑκατὸν περίπου (90X9=8,10)· ἂν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ὑποτίμησις τῶν κτηματογράφων φθάνῃ εἰς 20 τοῖς ἑκατὸν, τότε ἀντὶ τῶν 100 δραχμῶν τοῦ δανείου θέλει λάβει πράγματι μόνον 80, ἐφ’ ὧν πληρώνων εἰς τὴν Τράπεζαν ὡς εἴρηται δραχ. 8, ὑποβάλλεται εἰς τόκον 10% (80X10=8,00)· ἐκτὸς δὲ τῆς ἀνυψώσεως τοῦ τόκου ἀπὸ 8 εἰς 9 ἢ 10, ὁ δανειζόμενος ὑποβάλλεται προφανῶς καὶ εἰς ἑτέραν ζημίαν ὡς ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου, διότι ἐντὸς τῆς συμφωνηθείσης προθεσμίας θέλει ἀποδώσει εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ τοῦ πληρωνομένου χρεωλύτρου δραχ. 100, ἀντὶ τῶν πράγματι ληφθεισῶν παρ’ αὐτοῦ 90 ἢ 80. Ἐκ τοῦ ἁπλουστάτου τούτου παραδείγματος βλέπετε, ὅτι, ἐνῷ ὁ τόκος συμφωνεῖται πρὸς 8 τοῖς ἑκατὸν μεταξὺ τοῦ δανειζομένου καὶ τῆς Τραπέζης, δύναται ν’ ἀνυψωθῇ εἰς 9 ἢ 10 ἢ καὶ πλειότερον ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν κτηματογράφων.
§59ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Δὲν δύνανται τάχα νὰ διαπραγματευθῶσι τὰ κτηματόγραφα ἄνευ ἐκπτώσεως;
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀδύνατον.
§61ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀδύνατον, μάλιστα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Τράπεζα χορηγεῖ τὰ δάνειά της τοῖς μετρητοῖς, διαπραγματευομένη αὕτη ἀπευθείας ἄνευ ζημίας τὰ κτηματόγραφα, καὶ ἄσκοπος ἤθελεν εἶσθαι ἡ, ἐφ’ ἧς συζητοῦμεν, πρότασις τοῦ Κυρίου Βαλτατζῆ, τοῦ νὰ χορηγῇ τὰ δάνεια διὰ κτηματογράφων· πρόχειρος δ’ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος Βαλτατζῆς ζητεῖ διὰ τῶν προτάσεών του διὰ μὲν τὰ τοῖς μετρητοῖς χορηγούμενα δάνεια τόκον ὀκτὼ τοῖς ἑκατὸν, διὰ δὲ τὰ διὰ κτηματογράφων μόνον ἑπτὰ, ἡ δὲ διάκρισις αὕτη ἔχει ὡς λόγον, καθὰ πᾶς τις ἐννοεῖ, τὴν ὑποτίμησιν τῶν κτηματογράφων. Ἡ ἐν Γαλλίᾳ συστηθεῖσα πρὸ δωδεκαετίας περίπου Κτηματικὴ Τράπεζα ἀνεδέχθη ἐν ἀρχῇ νὰ χορηγῇ δάνεια μὲ ὡρισμένον τόκον 5% καὶ προσέτι μὲ 60/00 τοῦ φράγκου δι’ ἔξοδον διοικήσεως καὶ προμηθείας, καὶ ἐνόσῳ μὲν ἠδύνατο νὰ δανείζηται μὲ τὸν αὐτὸν τόκον τῶν 5% (τὰ ὁποῖα ὑποδιαιρεῖ εἰς τόκον καὶ τυχαῖα κέρδη) ἐξέδιδε καὶ διεπραγματεύετο αὕτη ἀπευθείας τὰς ὁμολογίας της, χορηγοῦσα τὰ δάνεια τοῖς μετρητοῖς, ἅμα ὅμως ὡς ἐκ τῆς ζητήσεως ἐν γένει τῶν χρημάτων ἐν Γαλλίᾳ ἐπῆλθεν ὕψωσις τῶν τόκων, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπετιμήθησαν αἱ ὁμολογίαι αὐτῆς ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ, δὲν ἠδύνατο αὕτη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της, δανειζομένη μὲ τόκον ἀνώτερον καὶ δανείζουσα εἰς τόκον κατώτερον· εἰς τοιαύτην περίστασιν ἡ Τράπεζα ἐπρόκειτο νὰ παύσῃ τὰς ἐργασίας της, ἀναμένουσα τὴν ἐλάττωσιν τῶν τόκων, ἀλλὰ σκέψις ὥριμος, στηριζομένη εἰς τὸν ἀμετάβλητον Νόμον, τὸν προσδιορίζοντα κατὰ λόγον τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως τὴν τιμὴν τοῦ τόκου τῶν χρημάτων, ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον τοῦ νὰ χορηγῇ ἡ Τράπεζα τὰ δάνεια αὐτῆς καὶ διὰ κτηματικῶν ὁμολογιῶν καίτοι ὑποτιμημένων, ὅπερ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἀνύψωσιν τοῦ τόκου τῶν δανείων τῆς Τραπέζης, ἐπετράπη δὲ τὸ τοιοῦτον, διότι, ἂν οἱ ἔχοντες ἀνάγκην δανείων κατέφευγον εἰς ἰδιώτας κεφαλαιούχους, ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς τόκον ὑπερβαίνοντα τὰς πρὸς τὴν Τράπεζαν ἀναδεχομένας ὑπὸ τοῦ δανειζομένου ὑποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ὡς ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν ὁμολογιῶν προερχομένης ζημίας· ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς δὲ ἀπεδείχθησαν πληρέστατα τὰ σωτήρια τοῦ μέτρου τούτου ἀποτελέσματα, διότι κατὰ τὸν εἰς χεῖρας μου ἀπολογισμὸν, ἐνῷ μέχρι τοῦ 1861 τὰ δάνεια τῆς Τραπέζης ταύτης συνεποσώθησαν εἰς φρ. 115,000,000 κατὰ τὸ 1862 ἐχορηγήθησαν νέα δάνεια ἐκ φρ. 120,000,000 καὶ κατὰ τὸ 1863 νέα δάνεια φρ. 148,000,000. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἡ Τράπεζα αὕτη ἔλαβε καὶ λαμβάνει κολοσσιαίαν πρόοδον καὶ ἀνάπτυξιν διὰ τί δὲ τοῦτο; διότι δὲν τὴν ἐμποδίζουσι πλέον αἱ περιοριστικαὶ τοῦ τόκου διατάξεις· δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ φροντίζῃ αὕτη διὰ τὴν εὕρεσιν χρημάτων, διότι ταῦτα ζητεῖ καὶ εὑρίσκει ὁ δανειζόμενος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁμολογιῶν της· κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῶν δανείων τίποτε ἄλλο δὲν γίνεται παρὰ ἁπλῆ ἀνταλλαγὴ ὁμολογιῶν, ἤτοι ὁ μὲν δανειζόμενος ὑπογράφει ἓν συμβόλαιον, ἡ δὲ Τράπεζα χορηγεῖ πρὸς αὐτὸν ὁμολογίας της· ὡς ἐν παραδείγματι, δανείζομαι παρὰ τῆς Τραπέζης 100,000 φράγκα, ὑπογράφω ἓν συμβόλαιον, δι’ οὗ προσφέρων εἰς ὑποθήκην τὰ κτήματά μου, ὑπόσχομαι νὰ πληρώνω κατ’ ἔτος ἐκτὸς τοῦ χρεωλύτρου τόκον 5,60% τοῦ φράγκου διὰ προμήθειαν καὶ ἔξοδον διοικήσεως, ἡ δὲ Τράπεζα ἀντὶ χρημάτων μοὶ δίδει ὁμολογίας της τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ, ἐφ’ οὗ ὑπόσχεται νὰ πληρώνῃ καὶ αὕτη τόκον ἐπίσης 5% (ἢ 4 καὶ 3% διὰ τόκον, ἀλλὰ τότε τὸ ὑπόλοιπον πρὸς συμπλήρωσιν τῶν 5% ἀποτελεῖ τυχηρὰ κέρδη καὶ ἀμοιβάς), εἰς τρόπον ὥστε ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης προκύπτει διὰ τὴν Τράπεζαν καθαρὰ ὠφέλεια τὰ 60% τοῦ φράγκου διὰ προμήθειαν καὶ ἔξοδον διοικήσεως commission et frais d’ administration· δι’ αὐτὸν τὸν λόγον διακρίνεται ἐν Γαλλίᾳ ὁ τόκος ἀπὸ ἔξοδον προμηθείας καὶ διοικήσεως ἂν καὶ ἡ διάκρισις αὕτη ᾖναι ἐντελῶς ἀδιάφορος διὰ τὸν δανειζόμενον.
§62ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Νὰ μὲ δείξητε αὐτὸ εἰς τὸν σχετ. Νόμον, παρακαλῶ.
§63ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα, θέλω σᾶς φέρει τὸν καταστατικὸν τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης Νόμον, ἐξ οὗ θέλετε παρατηρήσει, ὅτι εἶναι ἀλήθεια ὅ,τι λέγω. Ἐκ τῶν ὀλίγων τούτων πείθεσθε, Κύριοι, ὅτι ἡ χορήγησις τῶν δανείων διὰ κτηματογράφων, διδομένων ἀπ’ εὐθείας εἰς τοὺς δανειζομένους κατὰ τὴν ὀνοματικὴν αὐτῶν ἀξίαν, ἀντὶ μετρητῶν, ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἀνύψωσιν τοῦ συμπεφωνημένου μετὰ τῆς Τραπέζης τόκου, (διὰ τὸν δανειζόμενον ἐννοεῖται). Διὰ τοῦτο ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο (ἤτοι ἡ παραδοχὴ τῆς διὰ κτηματογράφων χορηγίας τῶν δανείων) συνδέεται στενῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῶν περιοριστικῶν τοῦ τόκου διατάξεων. Ἑπομένως πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ πρωτεῦον ζήτημα, ἤτοι τὸ δεύτερον, διότι διὰ τῆς λύσεως αὐτοῦ λύομεν καὶ τὸ ἕτερον. Ἐφελκύω λοιπὸν τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὁμολογῶν συγχρόνως, ὅτι ὀφείλεται μεγάλη χάρις εἰς τὸν Κ. Βαλτατζῆν ὡς γενόμενον παραίτιον τοῦ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου. Ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι ὁ νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως κανονίζει τὴν τιμὴν τῶν πραγμάτων· ὅταν εἰς ἕνα τόπον ἢ εἰς μίαν ἀγορὰν παρουσιάζηται σπάνις ἑνὸς πράγματος χρησίμου εἰς τὸν βίον τοῦ ἀνθρώπου, ἀμέσως ἡ τιμὴ αὐτοῦ ἀνυψοῦται, διότι ἡ προσφορὰ αὐτοῦ εἶναι κατωτέρα τῆς ζητήσεως· ἡ ἀνύψωσις δὲ αὕτη τῆς τιμῆς προκαλεῖ τὴν τοῦ ζητουμένου πράγματος μεταφορὰν ἐξ ἄλλων μερῶν καὶ, καθόσον αὐξάνει ἡ συῤῥοὴ ἢ ἡ προσφορὰ αὐτοῦ, κατὰ τοσοῦτον ἐπέρχεται ἡ τῆς τιμῆς ἐλάττωσις. Διατί τοῦ φυσικοῦ τούτου καὶ ἀναποδράστου κανόνος τὴν ἐφαρμογὴν θέλομεν ν’ ἀρνηθῶμεν καὶ ἐπὶ τῶν χρημάτων, προσπαθοῦντες διὰ νομοθετικῶν διατάξεων νὰ κανονίσωμεν τὸ ἐνοίκιον αὐτῶν, ἤτοι τὸν τόκον; διατί, ἀφοῦ ὅλος ὁ νεώτερος καὶ πεφωτισμένος κόσμος ἀνεγνώρισεν, ὅτι αἱ περιοριστικαὶ τοῦ τόκου διατάξεις εἶναι προϊὸν ἐποχῆς παχυλῆς ἀμαθείας, καὶ τὰς κατεδίκασε, διότι ἀποβαίνουσιν ἐπιβλαβεῖς δι’ ἐκείνους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐδημιουργήθησαν, διατί ἡμεῖς, καίτοι ἔχοντες ψηλαφητὰς τὰς ἀποδείξεις τῶν ἐπιβλαβῶν ἀποτελεσμάτων των, δὲν θέλομεν νὰ τὰς ἀποσκορακίσωμεν εἰσάγοντες τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τόκου; Πάντες ἀναγνωρίζομεν τὴν ἔλλειψιν χρηματικῶν κεφαλαίων, καὶ ἐν τούτοις ἐπιμένομεν διατηροῦντες κεκλεισμένας τὰς θύρας, δι’ ὧν δύνανται νὰ εἰσαχθῶσι τοιαῦτα. Ἀναγνωρίζω, ὅτι εἰς τὴν συῤῥοὴν κεφαλαίων ἔν τινι τόπῳ συντρέχει ἡ ἀσφάλεια, ἀλλ’ ὄχι ὀλιγώτερον τῆς ἀσφαλείας συντρέχει καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ τόκου, ὅπου δὲ ἀμφότερα ταῦτα ὑπάρχουσιν, ἐκεῖ παρατηρεῖται ἡ συῤῥοὴ κεφαλαίων, καὶ ἑπομένως ἡ εὐημερία τοῦ τόπου. Πρέπει λοιπὸν, ἂν θέλωμεν νὰ προσελκύσωμεν χρηματικὰ κεφάλαια εἰς τὸν τόπον μας, νὰ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου τοὺς περιορισμοὺς τοῦ τόκου. Αἴροντες δ’ αὐτοὺς οὐδεμίαν πλέον βλέπομεν δυσκολίαν διὰ τὴν παραδοχὴν τῶν προτάσεων τοῦ Κ. Βαλτατζῆ περὶ τῆς διὰ κτηματογράφων χορηγίας τῶν δανείων. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς παρατηρεῖτε, παρεδέχθησαν ὁμοφώνως τὴν ἰδέαν τῆς ἄρσεως τῶν περιορισμῶν τοῦ τόκου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον τοῦ νὰ καταργηθῶσι συνάμα καὶ τὰ προνόμια ἐν γένει, ἐπεκτεινομένης τῆς καταργήσεως καὶ ἐπὶ τοῦ εἰς τὴν ὑπάρχουσαν Τράπεζαν κεχορηγημένου προνομίου μετὰ προηγουμένην συγκατάθεσιν τῶν μετόχων αὐτῆς· τὴν γνώμην δὲ ταύτην ὑπεστήριξε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ φίλος μου Κ. Κουμουνδοῦρος ἐν τῇ προχθεσινῇ ἀγορεύσει του· ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω, ὅτι τὴν πρωτοβουλίαν τῆς γνώμης ταύτης ἔσχεν ἡ Τράπεζα ἀπὸ τοῦ 1859, ὅτε, προκειμένου περὶ ἀνανεώσεως τοῦ προνομίου, τῇ ἐπροτείνοντο ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὡς ὅροι, πρῶτον ὁ περιορισμὸς τοῦ τόκου τῶν δανείων της εἰς 6 τοῖς ἑκατὸν, καὶ δεύτερον ὁ περιορισμὸς τῶν ἐργασιῶν της, διότι, ἐνῷ ἐζήτει τὴν ἄδειαν τοῦ νὰ δανείζηται δι’ ἐκδόσεως κτηματικῶν ὁμολογιῶν ποσὸν μέχρι τοῦ πενταπλασίου τοῦ δι’ ἐπ’ ὑποθήκῃ δάνεια προσδιωρισμένου μέρους τῶν κεφαλαίων της, ἡ Κυβέρνησις ἐπέμεινεν οὐ μόνον νὰ περιορίσῃ τὸν τόκον, ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τῶν ὁμολογιῶν καὶ ἑπομένως καὶ τῶν δανείων εἰς τὸ διπλάσιον· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἐπροτίμησε δι’ ἐγγράφου της πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ τὴν παραίτησίν της ἐκ τοῦ προνομίου, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τοὺς ὑποδειχθέντας ὑπ’ αὐτῆς ὅρους. Ὁ συνάδελφός μας Κύριος Δόσιος, ὡς Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπουργοῦντος τοῦ Κυρίου Προβιλεγγίου, ἐνθυμεῖται καλῶς τὸ περιστατικὸν τοῦτο. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, προκειμένου νὰ ἐκλέξω μεταξὺ προνομίου συνδεομένου μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ τόκου καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τόκου ἄνευ προνομίου, προτιμῶ τὸ δεύτερον, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι συμφέρει εἰς τὸν τόπον ἡ ἄρσις μόνον τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τόκου, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ κατάργησις τοῦ προνομίου, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει, ἐπικαλούμενος τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ἐπίσης σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου. Τὸ προνόμιον, ὡς ἐξαίρεσις τοῦ κοινοῦ δικαίου, ἔχει ἀληθῶς ἐπαχθές τι διὰ τὴν κοινωνίαν ἐκ πρώτης ὄψεως· ἀλλ’, ἐὰν ἐμβριθέστερον καὶ βαθύτερον ἐξετάσωμεν τοὺς ὑπαγορεύοντας τὸ προνόμιον λόγους, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι ἡ χορήγησις τοῦ προνομίου ἐπενοήθη πρὸς τὸ συμφέρον μᾶλλον τῆς κοινωνίας ἢ τοῦ πρὸς ὃν χορηγεῖται. Τὸ Σύνταγμα ὀλίγα προνόμια καθιεροῖ χάριν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ· ἡ διάταξις, ὡς ἐν παραδείγματι, καθ’ ἣν οὐδεὶς Βουλευτὴς ἢ Γερουσιαστὴς καταδιώκεται διαρκούσης τῆς Συνόδου, δὲν εἶναι ἓν προνόμιον χορηγούμενον εἰς τὰ μέλη τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων χάριν οὐχὶ βεβαίως τῶν προσώπων, ἀλλ’ αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τῆς πολιτείας; ἡ ἐκ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος προνομίου προκύπτουσα εἰς τοὺς δανειζομένους ὠφέλεια εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου, ἢ ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἡ χορήγησις τοῦ προνομίου αὐτὸν ἔχει τὸν σκοπὸν ἢ μᾶλλον αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα ἐπιδιώκει τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, εἰς τοῦτο δὲ συμφωνοῦμεν πληρέστατα μετὰ τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου, διαφωνοῦμεν ὅμως κατὰ τοῦτο, ὅτι αὐτὸς μὲν θέλει ἀμέσως ἐκ τῶν προτέρων νὰ προσδιορισθῇ ὁ βαθμὸς τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη, ἐγὼ δὲ ἀναμένω τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου νὰ ἐπέλθῃ ἀφ’ ἑαυτῆς, ἤτοι θεωρῶ ταύτην ὡς φυσικὴν συνέπειαν τοῦ συναγωνισμοῦ τῆς ἑταιρίας καὶ τῶν ἰδιωτῶν κεφαλαιούχων. Ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος ζητεῖ ὡς ἀντάλλαγμα τοῦ χορηγουμένου προνομίου τὸν ἀπὸ τοῦδε προσδιορισμὸν τοῦ τόκου εἰς 7 ἢ 8%· ἐν πρώτοις δὲν βλέπετε ἀμέσως παραβιαζομένην ὡς ἐκ τούτου τὴν ἀρχὴν τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς τιμῆς τῶν πραγμάτων, ἥτις, ὡς εἴπομεν, κανονίζεται ὑπὸ μόνης τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως; Ἔπειτα, ἐὰν συνδυάσωμεν τὸ προνόμιον μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ τόκου, δὲν θέλομεν διστάζει πάντοτε εἰς τὴν χορήγησιν αὐτοῦ μὲ τὴν ἐλπίδα, μήπως ἐν τῷ μέλλοντι μᾶς παρουσιασθῇ συμφερωτέρα πρότασις, ἤτοι ὀλιγώτερος τόκος; Καὶ ἂν τῳόντι μᾶς γίνῃ ἀκολούθως νέα τοιαύτη πρότασις, δὲν θὰ ὑφίστανται καὶ πάλιν οἱ αὐτοὶ δισταγμοὶ διὰ τὴν χορήγησιν τοῦ προνομίου; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν ἰδεῶν τοῦ φίλου μου Κ. Κουμουνδούρου οὐδέποτε θέλομεν δυνηθῇ νὰ χορηγήσωμεν ἐν πλήρει πεποιθήσει τὸ τοιοῦτον προνόμιον, συνδυάζοντες πάντοτε τοῦτο μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ τόκου· τότε δὲ θὰ ἤμεθα κύριοι ἑνὸς θησαυροῦ, χωρὶς ὅμως νὰ δυνάμεθα νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν αὐτόν ποτε. Ἀλλ’ ἔστω, ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι κατορθώσαντες νὰ ζυγίσωμεν τὴν σημερινὴν ἀξίαν τοῦ προνομίου, εὑρίσκομεν ὅτι εἶναι αὕτη εἰς ἰσοσταθμίαν μὲ περιορισμὸν τόκου εἰς 7 ἢ 8 τοῖς ἑκατὸν, καὶ ὅτι ἑπομένως χορηγοῦμεν αὐτὸ εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ Κυρίου Βαλτατζῆ, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ δανείζῃ ἄνω τοῦ μνησθέντος τόκου σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου· ὁποῖα ὅμως ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα; Ἀκούσατε καὶ κρίνατε. Ἡ ἑταιρία αὕτη, καθὼς καὶ πᾶσα ἄλλη τῆς πίστεως ἰδίως (du crédit), δὲν συνιστᾶται, ἵνα δανείσῃ τὸ ἴδιον αὑτῆς μετοχικὸν κεφάλαιον, διότι καὶ περιττὴ καθίσταται ἡ σύστασις καὶ ἄφευκτος ἡ ἀποτυχία της. «Ἐὰν μία Τράπεζα, λέγει ὁ Mollien, μετεχειρίζετο εἰς τὰς ἐργασίας της μόνον τὸ μετοχικόν της κεφάλαιον, ἡ τοιαύτη Τράπεζα δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοῦ προνομίου, ἤθελε δὲ διατελεῖ εἰς τοὺς αὐτοὺς ὅρους τῶν ἰδιωτῶν δανειστῶν, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀνθέξῃ εἰς τὸν μετ’ αὐτῶν συναγωνισμὸν, διότι αὕτη ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑποβάλλεται ἀναγκαίως εἰς μεγάλας δαπάνας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἔχει ὀλιγωτέρας ὠφελείας ἐκ τῶν δανείων της, διότι ὀφείλει νὰ δανείζῃ μὲ μετριώτερον τόκον. Τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον, προσθέτει ὁ ἴδιος, χρησιμεύει ὡς ἐνέχυρον (gage) πρὸς ἀσφάλειαν τῶν δανειστῶν αὐτῆς διὰ τὰ ἐνδεχόμενα σφάλματα εἰς τὰς ἐργασίας της, ἤτοι διὰ τὰ ἐπισφαλῆ δάνειά της, τὰς κοινῶς λεγομένας ἀβαρίας». Κύριος λοιπὸν σκοπὸς τῆς συστάσεως τῶν Τραπεζῶν εἶναι νὰ ἐμπνεύσωσι πίστιν διά τε τοῦ προνομίου καὶ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, καὶ δι’ αὐτῆς προμηθευόμεναι χρήματα ἀπὸ τοὺς ἔχοντας τοιαῦτα κεφαλαιούχους, νὰ τὰ δανείζωσιν εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην τοιούτων· μὲ ἄλλας λέξεις αἱ Τράπεζαι, διὰ νὰ γείνω καταληπτότερος, εἶναι μεσίται μεταξὺ κεφαλαιούχων καὶ βιομηχάνων ἐχόντων ἀνάγκην χρημάτων πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ἐπιχειρήσεών των. Καὶ ἡ προκειμένη, ὡς βλέπετε, Κτηματικὴ Τράπεζα πρόκειται δι’ ἐκδόσεως κτηματικῶν ὁμολογιῶν, αἵτινες θέλουσιν εἶσθαι τὸ ὄργανον τῆς πίστεώς της, ὅπως εἶναι τὰ Τραπεζικὰ Γραμμάτια διὰ τὰς προεξοφλητικὰς Τραπέζας, πρόκειται, λέγω, νὰ δανεισθῇ μέχρι τοῦ δεκαπλασίου τοῦ μετοχικοῦ της κεφαλαίου, ἤτοι ποσὸν μέχρι τῶν 180,000,000, ἵνα δανείσῃ ταῦτα ἐπὶ ὑποθήκῃ· διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν ἀρκεῖ μόνη ἡ ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν παρέχουσι τὸ προνόμιον καὶ τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον, καθὼς καὶ αἱ ληφθησόμεναι ὑποθῆκαι κτημάτων, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ ἡ προσφορὰ ἀναλόγου τόκου, προκειμένου μάλιστα ν’ ἀπασχολῶνται τὰ κεφάλαια ταῦτα ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα. Ἐννοεῖτε δὲ καλῶς, ὅτι διὰ νὰ κάμνῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην ἡ Τράπεζα τοῦ δανείζεσθαι καὶ δανείζειν, πρέπει νὰ ὠφελῆται ἐξ αὐτῆς καὶ νὰ μὴ ζημιώνηται, καὶ διὰ νὰ κατορθώνῃ τοῦτο πρέπει ἀναγκαίως ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον ἡ Τράπεζα θέλει προσφέρει, διὰ νὰ προμηθεύηται τὰ κεφάλαια ταῦτα, νὰ ᾖναι κατώτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θέλει λαμβάνει αὕτη παρὰ τῶν δανειζομένων, καὶ τὸν ὁποῖον πρέπει κατὰ τὰς ἰδέας τοῦ φίλου μου Κυρίου Κουμουνδούρου νὰ προσδιορίσωμεν ἀπὸ τοῦδε, ἤτοι συνάμα μὲ τὴν χορήγησιν τοῦ προνομίου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς καταδείξω ἤδη τὸ ἀτόπημα, εἰς τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τόκου τῶν δανείων τῆς Τραπέζης θέλομεν ἀφεύκτως περιπέσει!! ἐνόσῳ μὲν εὑρίσκει καὶ προμηθεύεται κεφάλαια μὲ τόκον ὀλιγώτερον τοῦ παρ’ ἡμῶν προσδιορισθέντος διὰ τὰ χορηγούμενα παρ’ αὐτῆς δάνεια, θέλει βεβαίως ἐξακολουθεῖ τὰς ἐργασίας της· ἀλλ’ ἐὰν περιστάσεις ὅλως ἀνεξάρτητοι τῆς θελήσεως τῶν διοικούντων τὴν Τράπεζαν, ἤτοι περιστάσεις πολιτικαὶ καὶ κρίσεις ἐμπορικαὶ οὐ μόνον ἐσωτερικαὶ ἀλλὰ καὶ ἐξωτερικαὶ, ἐπιφέρωσι τὴν ὕψωσιν τοῦ τόκου τῶν χρημάτων μέχρις ἢ καὶ ἄνω τοῦ ποσοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δανείζῃ ἡ Τράπεζα, τότε βεβαίως θέλει σταυρώσει τὰς χεῖρας, ἤτοι θέλει παύσει τὰς ἐργασίας της πρὸς βλάβην καὶ ἑαυτῆς καὶ τῶν ἐχόντων ἀνάγκην νὰ δανεισθῶσιν. Ὡς τρανὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου σᾶς φέρω τὴν ἀμηχανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἀπό τινος καιροῦ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς πρὸς τὴν χορήγησιν τῶν ἐπὶ ὑποθήκῃ δανείων· ὁ τόκος αὐτῶν ὡρίσθη κατὰ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου εἰς 7% καὶ ἐνόσῳ μὲν ἠδύνατο νὰ προμηθεύηται χρήματα προσφέρουσα τόκον 5 μέχρι 5½%, ἵνα μένῃ δι’ ὠφέλειάν της καὶ διὰ τοὺς κινδύνους τοὺς συνδεομένους μὲ τὰ χορηγούμενα ὑπ’ αὐτῆς δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ ποσὸν 1½%, ἐνόσῳ, ἐπαναλαμβάνω, ἠδύνατο νὰ προμηθεύηται χρήματα μὲ τόκον κατώτερον τῶν 7%, προέβαινε θαῤῥαλέως εἰς τὰς ἐργασίας της ἐπασχολήσασα εἰς τοιαῦτα δάνεια ἐπέκεινα τῶν 16,000,000. Ἀλλ’ ὅταν ἀφ’ ἑνὸς μὲν αἱ γνωσταὶ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι τοῦ τόπου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ αἱ ὑποψίαι περὶ διαταράξεως τῆς Εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης ἐπέφερον τὴν ἀνύψωσιν τοῦ τόκου καὶ ἄνω ἀκόμη τοῦ ὅρου τῶν 7%, ἑπόμενον ἦτο νὰ σταματήσῃ εἰς τὴν χορήγησιν τῶν ἐπὶ ὑποθήκῃ δανείων. Ὑπάρχουσι παρ’ αὐτῇ, ὡς γνωρίζω, ἄπειροι αἰτήσεις περὶ χορηγήσεως δανείων ἐπὶ ὑποθήκῃ, εἰς τοῦτο δὲ συνέτεινε καὶ ἡ παρουσιασθεῖσα, λίαν ἐπικερδὴς διὰ τὸν τόπον, ἐπιχείρησις τῆς καλλιεργείας τοῦ βάμβακος, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα, διὰ τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον λόγους, ἀδυνατεῖ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας ταύτας τῶν πολιτῶν· τίς δὲ πταίει εἰς τοῦτο; ἡ περιοριστικὴ τοῦ τόκου διάταξις, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος θέλει νὰ ἐπιβάλῃ καὶ εἰς τὴν νέαν Τράπεζαν. Σᾶς ἐρωτῶ ἤδη νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν ἡ μέριμνα αὕτη τῶν θιασωτῶν τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τόκου ὠφέλησεν ἢ ἔβλαψεν· ὅταν οἱ αἰτήσαντες τὰ μὴ πραγματοποιηθέντα δάνεια, καὶ μάλιστα οἱ μέλλοντες ν’ ἀπασχολήσωσι ταῦτα εἰς τὴν βαμβακοσπορὰν προσεδόκων ὠφέλειαν ἄνω τῶν 20 ἢ 25%, ὁποῖον ἦτο δι’ αὐτοὺς προτιμώτερον, νὰ προσφέρωσι τόκον ἄνω τῶν 7% ἤτοι 8, 9 καὶ 10, ἢ νὰ μὴν εὕρωσι παντάπασι χρήματα; Κρίνατε λοιπὸν, ἂν εἰλικρινεῖς συνήγοροι τῶν ἐχόντων ἀνάγκην δανείων ᾖναι ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι νὰ συνδυάσωσι τὴν χορήγησιν τοῦ προνομίου μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ τόκου, ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες χορηγοῦντες τὸ προνόμιον ἀναμένουσι τὴν ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ ἐλάττωσιν τοῦ τόκου. Κατὰ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης ἐνόμιζον, ὅτι ἐπιδεικνύονται ὡς καλοὶ πατριῶται ὅσοι ἐζήτουν νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου καὶ κάτω τῶν 7%, ἤτοι 6 καὶ 5 ἀκόμη· ἂς ἴδωσιν ἤδη τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πατριωτισμοῦ των· λυποῦμαι δὲ βλέπων καὶ σήμερον κυκλοφορούσας τὰς αὐτὰς ἰδέας. Βλέπω ὅμως, ὅτι εἶσθε ἀκόμη ἀνυπόμονοι ν’ ἀκούσητε· τίνι τρόπῳ θέλει ἐπέλθει ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου ἐκ τῆς χορηγήσεως τοῦ προνομίου χωρὶς νὰ ἐπιβληθῇ αὕτη ἐκ τῶν προτέρων εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἐνόμιζον, ὅτι πρὸς τοῦτο ἀρκετὴ ἦτον ἡ γενομένη κατάδειξις τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ συστήματος τοῦ περιορισμοῦ τῶν τόκων· ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἔρχομαι νὰ ἐξηγήσω τὸν λόγον, δι’ ὃν ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου ἐπέρχεται ἀφ’ ἑαυτῆς ὡς ἐκ τοῦ προνομίου. Ἡ τὴν σύστασιν μιᾶς Τραπέζης ἀναλαμβάνουσα ἑταιρία ἔχει ἀνάγκην τοῦ προνομίου διὰ νὰ παρουσιάζῃ δι’ αὐτοῦ σχετικῶς πρὸς τοὺς ἰδιώτας κεφαλαιούχους ὑπεροχὴν κέρδους καὶ ἀσφαλείας, τὰ δὲ κέρδη τῆς ἑταιρίας ἀποβαίνουσιν οὐχὶ μόνον πρὸς ὠφέλειαν αὑτῆς, ἀλλὰ καὶ τῶν δανειζομένων, ὡς θέλω ἀποδείξει ἐξηγούμενος. Παρουσιάζουσα ἡ ἑταιρία διὰ τοῦ προνομίου τὴν ὑπεροχήν της ἐμπνέει πίστιν, καὶ δι’ αὐτῆς συγκεντρόνει οὐ μόνον τὰ ἐν τῷ τόπῳ δειλὰ κεφάλαια, ἀλλὰ μεταφέρει καὶ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς τὰ ζητοῦντα ἀσφάλειαν καὶ τόκον μεγαλείτερον τοῦ προσφερομένου εἰς τὸν τόπον τῆς διαμονῆς των· προμηθευομένη δὲ ὡς ἐκ τοῦ προνομίου κεφάλαια εὐθηνότερα καὶ ἀφθονώτερα παντὸς ἄλλου μὴ προνομιούχου ἰδιώτου, ἔχει συμφέρον νὰ δανείζῃ ταῦτα μὲ τόκον ὅσον ἔνεστι κατώτερον ἐκείνου, μὲ τὸν ὁποῖον δανείζουν οἱ ἰδιῶται κεφαλαιοῦχοι· διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὠφέλειαν μεγαλειτέραν προσδοκᾷ ἀπὸ τὴν ἐπέκτασιν τῶν ἐργασιῶν της, ἐπερχομένην ὡς ἐκ τῆς μὲ μικρότερον τόκον χορηγήσεως τῶν δανείων της, παρὰ ἀπὸ τὴν στενότητα τῶν ἐργασιῶν της πηγάζουσαν ἀπὸ τὸν ἀκριβώτερον τόκον. Οὕτω δὲ βαδίζουσα ἡ προνομιοῦχος αὕτη Τράπεζα ἀναγκάζει καὶ τοὺς ἰδιώτας κεφαλαιούχους νὰ καταβιβάζωσι καὶ αὐτοὶ τὸν τόκον, καὶ ἰδοὺ ἐπέρχεται διὰ τοῦ προνομίου ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου ἀφ’ ἑαυτῆς, ὡς σᾶς προεῖπον. Ἡ τόσῳ ὅμως ἀναγκαία διὰ τὴν συγκέντρωσιν κεφαλαίων καὶ ἐλάττωσιν τοῦ τόκου ὑπεροχὴ τῆς Τραπέζης πρὸς τοὺς ἰδιώτας κεφαλαιούχους μηδενίζεται ἀναντιῤῥήτως διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ προνομίου καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου ἀφίνεται εἰς μόνον τὸν ἀσθενῆ συναγωνισμὸν τῶν ἰδιωτικῶν κεφαλαίων· πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας ταύτης ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν τ’ ἀποτελέσματα τῆς συστάσεως τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Τραπέζης ὡς ἐκ τοῦ χορηγηθέντος αὐτῇ προνομίου, ἄνευ τοῦ ὁποίου ἀπέβαινεν ἀδύνατος ἴσως ἡ σύστασίς της· πρὶν ἢ αὕτη συστηθῇ, ὁ τόκος τῶν κυκλοφορούντων ἐν τῇ ἀγορᾷ τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἄλλων ἐμπορικῶν πόλεων δανείων ἀνέβαινεν εἰς 18 καὶ 24%, ἅμα ὅμως συστηθεῖσα ἔκαμεν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν της ἀμέσως ἠλαττώθη ἐπαισθητῶς εἰς βαθμὸν προσεγγίζοντα τὸν τῆς τραπέζης· ἐκτὸς τούτου σήμερον ἡ τράπεζα ἔχει ἀπησχολημένα εἴς τε τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν ἀκίνητον περιουσίαν 30,000,000 περίπου μὲ τόκον 6, 7 καὶ 8%, ἑπομένως πληρώνουσιν οἱ ὀφειλέται αὐτῆς κατὰ μέσον ὅρον 2,100,000 διὰ τόκον, ἐνῷ, μὴ ὑπαρχούσης τῆς τραπέζης, τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελε δανεισθῆ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον μὲ τόκον 12% καὶ ἑπομένως ὁ ἐπ’ αὐτοῦ πληρωτέος τόκος ἤθελεν ἀναβαίνει εἰς 3,600,000, ὥστε οἱ δανεισθέντες ὠφελήθησαν 1,500,000, ἐκτὸς τῆς ὠφελείας, ἥτις ἐπήγασεν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῶν ἰδιωτικῶν κεφαλαίων ὡς ἐκ τῆς συστάσεως τῆς τραπέζης. (Διακόπτεται ὁ ἀγορεύων ὑπό τινων).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι, τὸν ἀγορεύοντα, διότι εἶναι πολὺ δύσκολον ν’ ἀγορεύῃ ἐφ’ ἱκανὰς ὥρας περὶ οἰκονομ. ἀντικειμένων διακοπτόμενος.
§65ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Βλέπετε λοιπὸν ἐκ τῶν ὁποίων σᾶς ἔφερον ψηλαφητῶν ἀποδείξεων, ὅτι τὸ προνόμιον χρησιμεύει πρὸς ὠφέλειαν τῶν δανειζομένων μᾶλλον ἢ τῆς Τραπέζης· τὰ ἐκ τῶν προνομίων πηγάζοντα ὑπὲρ τῆς κοινωνίας ἀποτελέσματα κατενόησαν ἅπασαι αἱ πολιτισμέναι εὐρωπαϊκαὶ ἐπικράτειαι, μὴ ἐξαιρουμένης οὐδ’ αὐτῆς τῆς Ἀγγλίας, ἥτις ὁμολογουμένως εἶναι ὁ τόπος τῆς ἐφαρμογῆς ὅλων τῶν ἐλευθέρων ἰδεῶν, καὶ διὰ τοῦτο καθιέρωσαν τὰ ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν προνόμια χωρὶς νὰ συνδυάσωσι ταῦτα μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ τόκου. Ἂς ἀναφέρωσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες μίαν κἂν προνομιοῦχον Τράπεζαν ὑποβληθεῖσαν ὡς ἐκ τοῦ προνομίου εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ τόκου, ὅπως ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι ἐπράξαμεν καὶ ὅπως ἐπὶ τῶν προτάσεων τοῦ Κ. Βαλτατζῆ ἐπιμένομεν νὰ καθιερώσωμεν. Ἀκούω τινὰς ψιθυρίζοντας ὅτι ἐκεῖ ὠφέλησαν τὰ προνόμια, διότι ὑπάρχουσι μεγάλοι ἰδιῶται κεφαλαιοῦχοι συναγωνιζόμενοι μετὰ τῆς Τραπέζης· εἰς τούτους ἀπαντῶ, ὅτι, ἂν, ὡς εἶναι ἀληθὲς, ὑπάρχωσιν ἐν Εὐρώπῃ μεταξὺ τῶν ἰδιωτῶν μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι, συναγωνίζονται ὅμως μὲ κολοσσιαίας Τραπέζας, καὶ ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει ἀναλογία μεταξὺ ἰδιωτῶν κεφαλαιούχων, οἷον τῶν Βούρων, Ῥάλλιδων, Σκουζέδων κλπ, καὶ Τραπέζης· δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἐννοήσω, πῶς, ἂν μία ἀλήθεια ᾖναι, ὅτι ἡ ζήτησις καὶ ἡ προσφορὰ τῶν κεφαλαίων κανονίζει τὸν τόκον, πῶς ἡ ἀλήθεια αὕτη δὲν εἶναι κοινὴ δι’ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου· ὅταν τὰ 2 καὶ 2 κάμνωσι 4, πῶς εἶναι δυνατὸν διά τινα μέρη νὰ κάμνωσι τὰ 2+2=3; τοῦτο μᾶς λέγουσιν οἱ διϊσχυριζόμενοι, ὅτι ἄλλο συμβαίνει εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἄλλο εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ Κ. Βαλτατζῆς, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται τόσος θόρυβος. Εἰς τί, Κύριοι, συνίσταται τὸ προνόμιον τοῦτο; εἰς οὐδὲν ἄλλο, ἢ μόνον εἰς τὸ νὰ μὴ δύναται ἄλλη ἑταιρία ἀνώνυμος νὰ ἐκδίδῃ κτηματικὰς ὁμολογίας ἢ κτηματόγραφα, ἤτοι νὰ δανείζηται διὰ τοῦ τρόπου τούτου χρήματα ἀπὸ τοὺς ἐμπιστευομένους αὐτὴν κεφαλαιούχους. Εἶναι τάχα τοῦτο μέγα τι πλεονέκτημα; νομίζετε ὅτι τοῦτο μόνον ἀποτελεῖ τὴν λεγομένην κτηματικὴν πίστιν; ὄχι, Κύριοι· ἡ κτηματικὴ πίστις κυρίως ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν νομοθετικῶν διατάξεων, αἵτινες καθιστῶσι τὴν ἀκίνητον περιουσίαν ὡς ἄλλο ἐνέχυρον, ὅπερ πωλούμενον ἀκωλύτως ἀπὸ τὸν δανειστὴν δύναται νὰ προσφέρῃ εἰς αὐτὸν τὸ δανεισθὲν ἐπ’ αὐτοῦ ποσὸν χρημάτων. Ὁ Νόμος περὶ μεταγραφῆς, ὁ Νόμος περὶ ὑποθηκῶν, ὁ Νόμος περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως τῶν κτημάτων, καὶ ὅσοι ἄλλοι δύνανται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ γίνωσι, παρέχουσι τὰς βάσεις τῶν ἐπὶ ὑποθήκῃ δανείων. Τοὺς Νόμους δὲ τούτους δὲν ζητεῖ ὁ Κ. Βαλτατζῆς ὡς προνόμιον ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ μόνον τὸν μηχανισμὸν τοῦ δανείζεσθαι καὶ τοῦτον μάλιστα ὄχι πλήρη διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δυνάμει τῶν Νόμων τοῦ 1859 καὶ 1862 δύναται καὶ αὕτη νὰ δανείζηται δι’ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι αἱ μὲν ὁμολογίαι τῆς νέας Τραπέζης εἶναι καθαρῶς κτηματικαὶ ὡς ἀντιπροσωπεύουσαι δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ, αἱ δὲ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὔσης, ὡς γνωστὸν, μικτῆς, ἤτοι προεξοφλητικῆς καὶ κτηματικῆς, δὲν εἶναι καθαρῶς κτηματικαὶ, ὡς ἐξασφαλιζόμεναι, οὐχὶ εἰδικῶς ἀπὸ τὰ ἐπὶ ὑποθήκῃ δάνεια, ἀλλ’ ἀφ’ ὅλην τὴν περιουσίαν αὐτῆς· ἐπειδὴ δὲ, ὡς βλέπετε, ἔχει καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὸ δικαίωμα τοῦ δανείζεσθαι δι’ ὁμολογιῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ χορηγῇ δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ, θέλει ἐπέλθει ὁ συναγωνισμὸς μεταξὺ τῶν δύω αὐτῶν Τραπεζῶν, ἀνεξαρτήτως τοῦ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἰδιωτῶν κεφαλαιούχων, καὶ ἰδοὺ μία νέα ἐγγύησις ἡσυχάζουσα τοὺς ὡς πρὸς τὴν χορήγησιν τοῦ προνομίου δειλιῶντας καὶ ὑποσχομένη τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου (τὴν φυσικὴν, ἐννοεῖται, πάντοτε). Ἔπειτα φωνάζουσί τινες κατὰ τοῦ προνομίου θεωροῦντες τοῦτο λίαν ἐπικερδές. Ὁ Κ. Βαλτατζῆς δὲν πρόκειται δι’ ἰδίων αὑτοῦ κεφαλαίων νὰ συμπληρώσῃ ὁλόκληρον τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον, ὅσῳ πλούσιος καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ἀλλὰ πρόκειται νὰ προκαλέσῃ μετὰ τὴν παραχώρησιν τοῦ προνομίου ἐγγραφὴν μετοχῶν, εἰς τοιαύτην δὲ περίστασιν οὐδεὶς κωλύεται νὰ γίνῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι μέτοχος, ἂν προβλέπῃ ἀσφαλῆ καὶ ἐπικερδῆ τὴν ἐπιχείρησιν, ὥστε ἡ παραχώρησις τοῦ προνομίου δὲν πρόκειται νὰ περιποιήσῃ ὠφέλειαν εἰς γνωστὰ καὶ ὡρισμένα πρόσωπα, ἀλλ’ εἰς πάντας τοὺς βουλομένους νὰ γίνωσι μέτοχοι τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης. Τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Ἐθν. Τραπέζης ὡρίσθη εἰς 5,000,000 κατ’ ἀρχὰς, ἀλλὰ παρῆλθον πολλὰ ἔτη μέχρις ὅτου συνεπληρώθη, διότι πολλοὶ ἀμφίβαλλον τότε περὶ τῆς ἐπιτυχίας. Ὅ,τι δὲ πρὸ πάντων πρέπει νὰ λάβητε ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν συζητοῦντες περὶ προνομίων ἐν γένει, εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι ἄνευ παραχωρήσεως προνομίου ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ συστηθῇ ποτε Κτηματικὴ Τράπεζα· ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος εἶπε προχθὲς, ὅτι, ἂν καταργηθῶσιν ἐν γένει τὰ προνόμια, εἶναι βέβαιος, ὅτι ὁ Κ. Βαλτατζῆς θέλει συστήσει Τράπεζαν. Ἐγὼ ὅμως ἔχω ἐναντίας τούτων πληροφορίας· ὅταν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συνεσυζητεῖτο ἡ ἰδέα περὶ καταργήσεως ἐν γένει τῶν προνομίων, ἠρώτησα τὸν Κ. Δόσιον ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Κ. Βαλτατζῆ, ἂν ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Κ. Βαλτατζῆς θέλει συστήσει τὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ ὁ Κ. Δόσιος ἐνώπιον καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν ἀπήντησεν, ὅτι μᾶλλον πιστεύει, ὅτι θέλει ἀποσύρει τὰς προτάσεις του. Εἴπετε λοιπὸν, ὁποῖον εἶναι τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα τῆς καταργήσεως τῶν προνομίων; Οὐδὲν ἄλλο ἢ νὰ μείνῃ ὁ τόπος, ἐν τοιαύτῃ μάλιστα κρισίμῳ περιστάσει, μὲ κενὰς ἐλπίδας περὶ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι εἰσαγωγῆς χρημάτων. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν Κ. Βαλτατζῆν, ἠκούσατε, ὁποῖον θέλει εἶσθαι τὸ ἀποτέλεσμα.
§66ΚΑΛΟΣ. Νὰ φύγῃ.
§67ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ναὶ, τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ τακτικὴ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Ὄθωνος, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲν σπουδαῖον κοινωφελὲς ἔργον, ἀπαιτοῦν τὸν συνεταιρισμὸν κεφαλαίων, ἐξετελέσθη ἐν Ἑλλάδι, διότι πάντοτε ἀνέβαλλον τὴν παραδοχὴν τῶν γενομένων προτάσεων ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, μήπως ἐν τῷ μέλλοντι παρουσιασθῶσι συμφερώτεραι, ἐφαίνοντο πάντοτε κατειλημμέναι ὑπὸ τοῦ φόβου μήπως οἱ κάμνοντες τὰς προτάσεις ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἂν, λόγου χάριν, ἐπαρουσιάζετο εἷς καὶ ὑποσχόμενος νὰ καταδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἕνα κεκρυμμένον θησαυρὸν ἐζήτει νὰ τῷ δοθῇ ὡς ἀμοιβὴ 10%, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε τῷ εἴπει, ὅτι εἶναι πολλὰ τὰ 10% καὶ πρέπει ν’ ἀρκεσθῇ μόνον εἰς τὸ 1%. Ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε σᾶς εἶπον, ἐπείσθητε, νομίζω, 1) ὅτι ἡ διὰ κτηματογράφων χορήγησις τῶν δανείων, ἀντὶ μετρητῶν, ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἄρσιν τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τοῦ τόκου διὰ τοὺς δανειζομένους· 2) ὅτι αἱ περιοριστικαὶ τοῦ τόκου διατάξεις ἐν γένει εἶναι ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν κοινωνίαν, ἀποβαίνουσαι ἰδίως πρὸς βλάβην τῶν δανειζομένων, ὑπὲρ ὧν ἐπενοήθησαν, καὶ 3) ὅτι ἡ χορήγησις τοῦ προνομίου πρὸς τὰς Τραπέζας δὲν πρέπει νὰ συνδυάζηται μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ τόκου. Ὅθεν, ἐπειδὴ ἡ παρουσιαζομένη δυσκολία διὰ τὴν παραδοχὴν τῶν προτάσεων τοῦ Κ. Βαλτατζῆ συνίσταται εἰς τὸν ὅρον τῆς διὰ κτηματογράφων χορηγίας τῶν δανείων, φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν πάντες νὰ συντρέξωμεν, ἵνα μὴ ματαιωθῇ ἡ σύστασις τῆς τόσῳ ἀναγκαίας διὰ τὸν τόπον κτηματικῆς Τραπέζης. Ἐκ τῶν τεθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅρων οὐδένα ἄλλον θεωρῶ ἀναγκαῖον, ἢ μόνον ἕνα, τὸν ὁποῖον οὐδ’ αὐτὸς ὁ Κ. Βαλτατζῆς ἀποκρούει, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ ἀποκρούσῃ, ἤτοι τὴν ἄμεσον καταβολὴν τοῦ ⅓ τοῦ μετοχικοῦ τῆς ἑταιρίας κεφαλαίου διὰ νὰ κάμῃ δι’ αὐτοῦ, τοὐτέστι μὲ 6,000,000 φράγκα, ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν της· τὸν ἕτερον δὲ ὅρον τὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τιθέμενον, καθ’ ὃν ὀφείλει ἡ ἑταιρία νὰ χορηγήσῃ τοῖς μετρητοῖς δάνεια 12,000,000 καὶ κατόπιν νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ μεταχειρίζηται εἰς τὴν χορήγησιν αὐτῶν καὶ κτηματόγραφα, θεωρῶ περιττόν· ἀληθῶς μὲν καὶ ὁ ὅρος οὗτος ἀποτελεῖ μίαν ἄλλην ἐγγύησιν, ἀλλ’ ἐγὼ ἀποχρῶσαν εὑρίσκω τὴν ἐκ τοῦ πρώτου ὅρου προερχομένην· ἡ κατάθεσις τῶν 6,000,000 εἶναι ἱκανὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα πρὸς ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν μιᾶς Τραπέζης· ἡ ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις σήμερον διαχειρίζεται 40,000,000, ἤρχισε μὲ τὸ ἥμισυ περίπου τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ· ἀλλ’ ὁμολογητέον ἐνταῦθα, ὅτι εἰς τὴν διαφωνίαν αὐτὴν πταίει ἴσως περισσότερον ὁ Κ. Βαλτατζῆς παρὰ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐγέμισε τὰς κεφαλὰς τῶν ἀνθρώπων μὲ ἄπειρα ἑκατομμύρια, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου τὰ ἓξ φαίνονται ὀλίγα. Ἄλλως τε, Κύριοι, ἀφ’ οὗ ἅπαξ ἡ Τράπεζα καταθέσῃ καὶ ἐπασχολήσῃ εἰς ἐπὶ ὑποθήκῃ δάνεια τὰ 6,000,000, δυοῖν θάτερον ἢ τὰ κτηματόγραφά της θὰ εὕρωσιν ὑποδοχὴν παρ’ ἡμῖν, ὡς ἐλπίζει, καὶ θέλει χορηγεῖ καὶ δι’ αὑτῶν δάνεια, ἢ θ’ ἀναγκασθῇ νὰ καταθέσῃ καὶ ἄλλο μετοχικὸν κεφάλαιον, ἢ νὰ διαπραγματεύσῃ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τὰ κτηματόγραφα διὰ νὰ χορηγῇ τοῖς μετρητοῖς τὰ δάνεια· εἰς οὐδεμίαν δὲ περίστασιν θέλει δυνηθῇ νὰ ὀρθοποδήσῃ, ἂν ὅλαι αἱ ἐργασίαι της περιορισθῶσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 6,000,000 τοῦ μετοχικοῦ της κεφαλαίου, διότι αἱ πρὸς σύστασιν καὶ συντήρησιν αὐτῆς δαπάναι καθὼς καὶ αἱ ἐνδεχόμεναι ζημίαι ἐκ τῶν ἐπισφαλῶν δανείων θέλουσιν ἀναγκαίως ἀποῤῥοφᾷ κατ’ ἔτος τὸ ἥμισυ τοῦ τόκου τοῦ μνημονευθέντος ἀνωτέρω ποσοῦ, ἤτοι τὸ χορηγούμενον εἰς τοὺς μετόχους μέρισμα θέλει ἐπὶ τοσοῦτον ἐλαττωθῆ, ὥστε νὰ ζητήσωσιν αὐτοὶ οἴκοθεν τὴν διάλυσιν τῆς ἑταιρίας. Καὶ ἂν δὲ, ὅπερ ἀπεύχομαι, εὑρεθῇ ἡ προκειμένη ἑταιρία εἰς τοιαύτην θέσιν ὑπαγορεύουσαν τὴν διάλυσίν της, τί ἐχάσαμεν ἡμεῖς χορηγήσαντες ἓν ματαιωθὲν προνόμιον; τὰ κατατεθέντα εἰς τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν της 6,000,000 ἐδανείσθησαν εἰς τὸν τόπον μὲ τόκον ὀλιγώτερον τῶν σήμερον δανειζομένων ἰδιωτικῶν κεφαλαίων, προσέτι δὲ ἐγένετο δοκιμὴ μιᾶς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως, τῆς ὁποίας ἡ ζημία δὲν ἐπεβάρυνεν εἰμὴ τοὺς μετόχους τῆς ἑταιρίας. Περαίνων τὸν λόγον, μὲ τὸν ὁποῖον ἴσως σᾶς ἐκούρασα, ἐπαναλαμβάνω καὶ αὖθις, ὅτι οὐδεμίαν ἄλλην ἐγγύησιν πρέπει νὰ ζητήσωμεν διὰ τὴν παραδοχὴν τῶν προτάσεων τοῦ Κ. Βαλτατζῆ ἐκτὸς τοῦ ὅρου τῆς καταθέσεως τοῦ ⅓ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς ἔλαβε τὸν λόγον, διότι ὁ Κύριος Κόκκινος, εἶπεν, ὅτι συμφωνεῖ μετὰ τοῦ Κυρίου Καλοῦ. Τώρα ἐρωτῶ τὸν Κύριον Κόκκινον, εἶναι ἐναντίος τοῦ Κυρίου Κεχαγιᾶ.
§69ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐν μέρει εἶμαι ἐναντίος.
§70ΖΕΡΒΑΣ. Νομίζω πῶς ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις εἶναι περιττὴ, κανεὶς δὲν εἶναι ἐναντίος· ὁ λόγος ἦτο νὰ πληροφορηθῶμεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν προέβη εἰς ἀποτέλεσμα.
§71ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Θὰ ἐξετάσωμεν τὶ ἔκαμε τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἔγεινε πρότασις πρὸς τὴν Συνέλευσιν περὶ παύσεως τῆς συζητήσεως, θέλω τὴν ἐρωτήσει, ἐὰν ἐφωτίσθη. Λοιπὸν, ὅσοι ἐφωτίσθησαν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν ἐφωτίσθη. Ὁ Κύριος Κόκκινος ἔχει τὸν λόγον.
§73ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Δὲν ἔρχομαι, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκθέσω θεωρίας. Πρῶτον, φρονῶ, ὅτι τὸ βῆμα τῆς Συνελεύσεως δὲν συνέστη πρὸς τοῦτο. Ἄλλως τε, Κύριοι, μὲ ἐπρόλαβεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας Κύριος Σαρίπολος, παραστήσας πλήρη καὶ σαφεστάτην τὴν ἔννοιαν τῶν κτηματογράφων· ἑπομένως, Κύριοι, ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μεταξὺ τοῦ Κυρίου Βαλτατζῆ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ποῖαι αἱ ἀφορμαὶ, ἐξ ὧν προῆλθε μία παρεξήγησις, δυναμένη νὰ φέρῃ δυσχερείας εἰς τὴν πρόοδον καὶ εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν διαπραγματεύσεων τούτων. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν ἔλαβε τὸν λόγον, σᾶς εἶπεν, ὅτι συνεφώνησε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἀπεδέχθη τὰς προτάσεις τοῦ Κυρίου Βαλτατζῆ. Ἴσως ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εὑρίσκετο εἰς πλάνην, ἐνδέχεται, καὶ ἡμεῖς νὰ εὑρισκώμεθα εἰς πλάνην. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι ὅτι εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον νομίζει ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι εἶναι ἐφικτὴ ἡ μετὰ τοῦ Κυρίου Βαλτατζῆ συνενόησις, εἰς αὐτὸ τὸ ἴδιον σημεῖον ἡμεῖς τὴν θεωροῦμεν ἀμφίβολον, ἵνα μὴ εἴπω ἀνέφικτον. Σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι λυπεῖται διὰ τὴν ἀντίφασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος Βαλτατζῆς διὰ τῶν τελευταίων του προτάσεων περιῆλθε πρὸς τὰς πρώτας. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεκάλυψεν ἀντίφασιν ἐκεῖ, ὅπου ἡμεῖς ἀντίφασιν δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουν δύω διάφορα συστήματα· ἐπροτάθησαν ὑπὸ τοῦ Κ. Βαλτατζῆ διαδοχικῶς, τὸ ἓν πρῶτον, καὶ τὸ ἕτερον μετὰ ταῦτα. Τὸ πρῶτον ἦτο, ὅτι ἡ κτηματικὴ τράπεζα θέλει δανείζει τοῖς μετρητοῖς. Τὸ δεύτερον ἦτο, ὅτι ἡ κτηματικὴ τράπεζα θέλει δανείζει κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τύπον, καθ’ ὃν δανείζει καὶ ἐν τῇ Γαλλίᾳ· Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον ἀναπληροῖ, δὲν ἐθεώρησαν, ὅτι εἰς τὰς δύω ταύτας προτάσεις ὑπάρχει ἡ διαφορὰ καὶ ἡ ἀντίθεσις, ἀλλ’ ἐνόμισαν, ὅτι διὰ τῆς τελευταίας προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτατζῆ, διὰ τῆς προτάσεως ἐκείνης, ἥτις ἔθεσεν εἰς τὴν αἵρεσιν τοῦ δανειζομένου, νὰ δανείζηται εἴτε τοῖς μετρητοῖς, εἴτε διὰ κτηματογράφων, μὲ ὁποιονδήποτε τρόπον προτιμᾷ ὁ δανειζόμενος, ὅτι, λέγω, διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἐπῆλθεν ἡ ἀντίφασις, καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ πλάνη. Ὁ Κ. Βαλτατζῆς ἐνόμιζεν, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς κτηματικῆς τραπέζης δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἐν Ἑλλάδι, ὅπως τὸ πρῶτον ἐλειτούργησε καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὅπως λειτουργεῖ ἤδη καὶ ἐν τῇ Ἀλγερίᾳ, ὅπως ἄλλοτε ἐζητήθη νὰ λειτουργήσῃ καὶ ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς τραπέζης. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κανάρη δὲν παρῃτεῖτο, αἱ διαπραγματεύσεις ἤθελον εἶσθαι τετελεσμέναι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρώτων προτάσεων τοῦ Κ. Βαλτατζῆ. Ἡ παραίτησις τοῦ σπουδαίου ἐκείνου ὑπουργείου ἔφερεν ἐξ ἀνάγκης ἀνακωχήν τινα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ ἐγένοντο παρατηρήσεις εἰς τὸν Κ. Βαλτατζῆν, ὅτι ἡ κτηματικὴ αὐτὴ τράπεζα δύναται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ὅτι εἶναι καλὸν, ἐπειδὴ ἡ κυβέρνησις, καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τῆς Ἑπτανήσου καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς γενικῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, ἐνδέχεται νὰ λαμβάνῃ ἀνάγκην προσωρινὴν δανείων, νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε ἡ τράπεζα ἡ κτηματικὴ νὰ δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς ἀντίληψιν, εἰς ἐπικουρίαν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοιαύτας κρισίμους, καὶ στιγμιαίας ἀνάγκας. Ὁ Κ. Βαλτατζῆς ἀντιπαρετήρησεν, ὅτι αἱ τοιαῦται ἀνάγκαι δὲν θεραπεύονται, δὲν δύνανται νὰ ἱκανοποιηθῶσι διὰ τῆς τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως, ἥτις συνίσταται εἰς τὸ νὰ δανείζῃ κυρίως χρεωλυτικῶς καὶ διὰ μακροχρονίων δόσεων, ἀλλὰ δύνανται νὰ ἱκανοποιηθῶσι διὰ μιᾶς προεξοφλητικῆς τραπέζης, ἡ ὁποία, ἐπειδὴ τὸ προνόμιον τῆς ἐθνικῆς τραπέζης κωλύει νὰ συστηθῇ ἐν Ἑλλάδι, δύναται νὰ συστηθῇ ἐν Ἑπτανήσῳ, ὅπου δὲν ἐκτείνεται τὸ κράτος τοῦ προνομίου τῆς ἐθνικῆς τραπέζης. Ὑποσχεθεὶς δὲ νὰ λάβῃ ὑπὸ ὥριμον σκέψιν καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ τὸ περὶ τῆς δυνατῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου, ἀνεχώρησε κατὰ τὴν μεγάλην Πέμπτην εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ ἐκεῖθεν ἔγραψε πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μας Κ. Δόσιον, ὅστις ὑπέβαλε τὰς δευτέρας προτάσεις. Αἱ προτάσεις αὗται περιέχουσιν ὅρους διαφέροντας τῶν πρώτων προτάσεων. Ἀλλὰ τὸ παράδοξον εἶναι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ὑπέθεσε ταυτότητα βάσεως μεταξὺ τῶν πρώτων προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ῥητῶς παρεδέχοντο τὸ σύστημα τοῦ διὰ μετρητῶν δανεισμοῦ, καὶ τῶν δευτέρων, αἱ ὁποῖαι ἐστηρίζοντο ἐπὶ τοῦ συστήματος τῆς κτηματικῆς πίστεως, ὅπως ἐνεργεῖται ἐν Γαλλίᾳ, δηλ. τοῦ κατ’ ἐκλογὴν τῆς τραπέζης δανεισμοῦ διὰ χρημάτων, ἢ διὰ κτηματογράφων. Τὸ ὑπουργεῖον, λέγω, δὲν ἀνεκάλυψεν ἀντίφασιν μεταξὺ τῶν πρώτων καὶ δευτέρων ὅρων. Ἀλλὰ τί συνέβη; Ὁ Κ. Βαλτατζῆς, ὁ ὁποῖος εἶχε πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν ἔχει σκοπὸν ν’ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν, τὴν διαπραγμάτευσιν καὶ τὴν κυκλοφορίαν τῶν κτηματογράφων θὰ εὐαρεστήσῃ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ ὅτι τὸ κοινὸν θέλει ὁδηγηθῆ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, καὶ ὄχι ἐκ τῶν ἐσφαλμένων διαδόσεων ἀνθρώπων ἀπείρων ἢ ἐνδιαφερομένων διὰ νὰ δοκιμάσῃ καὶ νὰ κρίνῃ τὰ κτηματόγραφα, ἐὰν ᾖναι παραστατικὰ ἀληθινῶν ἢ ψευδῶν ἀξιῶν, ἐνόμιζεν εὐλόγως, ὅτι τῆς αὐτῆς γνώμης ἤθελον εἶσθαι εἰ μὴ οἱ πάντες ἐν Ἑλλάδι, βεβαίως ὅμως, οἱ νοημονέστεροι. Ἡ ἔξοχος εὐφυΐα, ἡ διακεκριμένη ἐπιστήμη, καὶ ἡ βαθεῖα κρίσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι πασίγνωστα. Δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀγνοῇ αὐτὰ ὁ Κ. Βαλτατζῆς, ὅστις δὲν εἶχε μὲν τὸ ἐξαίρετον εὐτύχημα τῆς φιλίας του, εἶχεν ὅμως ὡς ἀφορμὴν περιπαθεστέρας ὑπολήψεως τὸ συμβεβηκὸς τῆς συγγενείας. Ἐγίνωσκε προσέτι, ὅτι ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε συναδέλφους νοήμονας καὶ φιλοπάτριδας. Εὐλόγως λοιπὸν ὑπέθετεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν περιωπὴν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ εὑρίσκηται πᾶς ὑπουργὸς ἔχων τὴν ἀξίωσιν νὰ διευθύνῃ πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον τὰ δημόσια τῆς πατρίδος πράγματα Ἔπρεπε νὰ ἀδικήσῃ ὁ Κ. Ἐπαμ. Βαλτατζῆς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἰδίως τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι οἱ συνάδελφοί του καὶ αὐτὸς ἠγνόουν τὰ ἀποτελέσματα καὶ τὴν ἐπιτυχίαν, τὰ ὁποῖα ἡ κτηματικὴ πίστις ἔδρεψεν ἐν Γαλλίᾳ· ἀλλ’ ὅταν ὁ Κ. Βαλτατζῆς ἤκουσεν ἀνελπίστως δισταγμοὺς, ἀναφερομένους ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς μίαν συνέντευξιν, τὴν ὁποίαν ἐνώπιον τοῦ Κ. Δοσίου καὶ ἐμοῦ ἔλαβε μετὰ τοῦ Κ. Αὐγερινοῦ τότε, ὄχι διότι ἐδίστασεν ὁ ἴδιος, ἀλλὰ διὰ νὰ παύσῃ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους πᾶσα ἀφορμὴ εἰλικρινῶν δισταγμῶν, εἶπε τότε, πολὺ καλά· ἂς μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὴν αἵρεσιν τῆς Τραπέζης νὰ δανείζῃ μετρητοῖς ἢ διὰ κτηματογράφων. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἐκλογῆς, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Τράπεζα ἐν Γαλλίᾳ, τὸ ἀφίνω ἐγὼ εἰς τὸν δανειζόμενον ἐν Ἑλλάδι. Ἅμα ὁ δανειζόμενος ἐκφράσῃ τὴν θέλησιν αὑτοῦ νὰ δανεισθῇ εἰς μετρητὰ, ἡ Τράπεζα πρέπει νὰ δανείζῃ αὐτῷ τοῖς μετρητοῖς· ὅταν θέλῃ ὁ δανειζόμενος, πειθόμενος ἐκ τῆς γενικῆς πείρας καὶ δοκιμάσας τὰ κτηματόγραφα, ὅπως ἡ Τράπεζα ἡμῶν θέλει τὰ ἐφαρμόσει ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὄχι ὅπως τὰ διασύρωσι τὸ ψεῦδος, ἡ πλάνη, ἡ μοχθηρία, ἡ κερδοσκοπία, τότε, εἶπε, μὴ ἀφαιρεῖτε ἀπὸ αὐτὸν τὸ μέσον νὰ ὠφεληθῇ, μὴ ἀφαιρεῖτε προσέτι καὶ ἀπὸ τοὺς κεφαλαιούχους τῆς Εὐρώπης τὰς ἀφορμὰς τοῦ νὰ ἔχωσι πίστιν πρὸς τὸν τόπον, καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ νὰ στείλωσι τὰ κεφάλαιά των εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, Κύριοι, περιῆλθον τὰ πράγματα, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἐνόμισεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι εὗρε τὸν Κ. Βαλτατζῆν εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτόν. Ἀλλ’ ὁ Κύριος ὑπουργὸς δὲν ἠρκέσθη μόνον ν’ ἀνακαλύψῃ, ἠθέλησε καὶ νὰ φιλοσοφήσῃ ἐπὶ τῶν ἀνακαλύψεών του. Μὲ τὴν χαρὰν ἐκείνην τοῦ πνεύματος καὶ τῆς καρδίας, τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται ὅσοι ἔλαβον τὸ χάρισμα τῆς φιλοσοφικῆς νοήσεως καὶ ἑρμηνείας, ἦλθε νὰ σᾶς ἐξηγήσῃ τὰς αἰτίας τῶν ἀντιφάσεων τοῦ Κυρίου Βαλτατζῆ. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ Κ. Βαλτατζῆς ὑπέβαλε τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως προεξοφλητικῆς Τραπέζης εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διότι ἐφοβήθη, ὅτι ἤθελεν ἀποτύχει ἡ κτηματικὴ πίστις ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐζήτησε συμψηφισμὸν τῶν ζημιῶν του. Λανθάνεται ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ λανθάνεται, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἰδέα περὶ συστάσεως προεξοφλητικῆς Τραπέζης, ἦτον ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθη μὲν ὁ Κύριος Βαλτατζῆς, ἀλλὰ δὲν διεκδικεῖ τὴν πρωτοβουλίαν αὐτῆς διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ πρωτοβουλία αὕτη ἀνήκει εἰς ἄλλους· ἀνήκει εἰς ἄνδρας, οἵτινες δὲν ἔχουσι μόνον ὀρέξεις, ἀλλὰ καὶ ἰδέας κυβερνήσεως, καὶ ἔχουσιν αὐτὰς ὡς ἐφόδιον οὐχὶ μόνον ἐφημέρου ὑπουργικῆς ζωῆς, ἀλλὰ σύμπαντος τοῦ πολιτικοῦ αὑτῶν βίου. Ἀνήκει εἰς ἄνδρας, οἵτινες δὲν καταγίνονται νὰ ἐξηγῶσιν ἑαυτοῖς καὶ τοῖς ἄλλοις τὰς δυσκολίας τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καταγίνονται νὰ ἐξομαλύνωσι τὰς δυσκολίας, νὰ ἄρωσι τὰ προσκόμματα, ἀρυόμενοι τὴν δύναμιν αὑτῶν καὶ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἀπὸ τὰς καθαρὰς πηγὰς τῆς ὑγιοῦς πείρας καὶ τοῦ ἀληθοῦς πατριωτισμοῦ. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς εἶπε προσέτι, ὅτι ὁ Κ. Βαλτατζῆς προῆλθεν εἰς τὸ νὰ ἐπιδώσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφίνει εἰς τὴν αἵρεσιν τοῦ δανειζομένου, ἐὰν θέλῃ νὰ δανείζηται τοῖς μετρητοῖς, ἢ ἐὰν θέλῃ νὰ δανείζηται διὰ κτηματογράφων, συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Βάλτου Κ. Καραγιαννόπουλος ἔκαμεν ἐν τῇ Συνελεύσει περὶ τῆς κτηματικῆς Τραπέζης. Καὶ ποῖος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ μὴ ὑποθέτῃ εἰς τοὺς ἄλλους τὸ αὐτὸ πρὸς τὴν ἀλήθειαν σέβας, τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ ἐκεῖνος νὰ τῷ ἀποδίδωσιν οἱ ἄλλοι; Διατὶ δὲν δέχεται τὴν ἁπλουστέραν ἐξήγησιν ὡς τὴν ἀληθεστέραν; Ἂς ἀναγνώσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ Κ. Βαλτατζῆ, καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι τὴν ἀφορμὴν τῆς τροπολογίας ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας δὲν ἠλαττώθησαν, ἀλλ’ ηὐξήθησαν τὰ δικαιώματα τοῦ δανειζομένου, ἔδωκεν ἡ συνέντευξις αὐτοῦ μετὰ τοῦ Κ. Αὐγερινοῦ, συνέντευξις, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν παρέστη μόνος ὁ Κ. Βαλτατζῆς πρὸς μόνον τὸν Κ. Αὐγερινὸν, ἀλλ’ εἰς τὴν ὁποίαν εἴχομεν τὴν τιμὴν καὶ ὁ Κύριος Δόσιος καὶ ἐγὼ νὰ συμπαρασταθῶμεν μάρτυρες αὐτόπται καὶ αὐτήκοοι, ὡς καὶ ὁ Κύριος Α. Μανσόλας τμηματάρχης τοῦ ὑπουργείου. Ἀλλ’ ἂν δὲν θέλῃ νὰ πιστεύσῃ τὰ ἔγγραφα, ἂς δώσῃ τοὐλάχιστον πίστιν εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν χρονολογιῶν. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ Κυρίου Καραγιαννοπούλου ἐγένετο, ὡς ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, μετὰ τὴν παραίτησιν μὲν τοῦ ὑπουργείου Κανάρη, ἀλλὰ πρὶν ἀκόμη ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων τὸ ὑπουργεῖον Βάλβη, καὶ εἰς αὐτὴν ἀπήντησεν ὁ Κύριος Ζαΐμης, ὡς διευθύνων εἰσέτι τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Αἱ δεύτεραι προτάσεις τοῦ Κ. Βαλτατζῆ ἐδόθησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον Βάλβη, καὶ, μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἔτι ἡμερῶν, ἔλαβε χώραν ἡ συνέντευξις ἡμῶν μετὰ τοῦ Κ. Αὐγερινοῦ, καὶ μετ’ αὐτὴν ἐπῆλθε τὸ τροπολογοῦν τὰς τελευταίας προτάσεις ἔγγραφον. Ἡ εἰκαστικὴ εὐφυΐα τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Καλλιγᾶ ἐματαιοπόνησε δυστυχῶς κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην. Κατεφρόνησε τὸ μνημονικὸν, καὶ πρὸς ἐκδίκησιν, ἡ μνήμη φεύγουσα τὸν παρέδωκεν εἰς τὴν ὀπτικὴν ἀπάτην τῆς φαντασίας. Μᾶς ἐπρόσθεσεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς, ὅτι πρέπει μετὰ πολλῆς περισκέψεως καὶ μετὰ δισταγμοῦ σχεδὸν νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος τούτου. Εἶναι, σᾶς εἶπε, ζήτημα, τὸ ὁποῖον διὰ μακρῶν ἐσπούδασαν ἐν Γαλλίᾳ, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον κατὰ πρώτην φορὰν παρουσιάζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀφήσατε καὶ ἡμᾶς νὰ τὸ μελετήσωμεν, μὴ σπεύδετε τὰ πράγματα, διότι δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Κατὰ τὰς προτάσεις τοῦ Κ. Βαλτατζῆ, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν θέλει ὑποβληθῆ εἰς ὑμᾶς, εἰμὴ μετὰ τὴν ἔλευσιν τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου. Ναὶ, Κύριε ὑπουργὲ, εἶναι ἀληθὲς, ἀληθέστατον, ὅτι ὁ Κ. Βαλτατζῆς, οὔτε ἐζήτησεν, οὔτε ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ νὰ ὑποβληθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως ἀπὸ τοῦδε, καὶ πρὶν ἔλθωσιν οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ προέλθῃ εἰς ἓν μέτρον. Τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ τὸν χαρακτῆρα τελείας καὶ ἐννόμου ὑποχρεώσεως. Ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ ἁπλῆ σύμβασις ὑποβλητέα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως μετὰ τὴν ἕνωσιν καὶ τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου. Ἂν ἡ Συνέλευσις ἀπέῤῥιπτε τότε τὴν σύμβασιν, ἡ Κυβέρνησις εἰς οὐδεμίαν ὑπέκειτο ἀποζημίωσιν. Ὄχι· ὁ χαρακτὴρ τοῦ Κ. Βαλτατζῆ καὶ ἡ φύσις τοῦ πράγματος ἀποκλείουσιν ὁλοσχερῶς τοιοῦτον φόβον ἐνδεχομένης ἀποζημιώσεως. Ὁ Κ. Βαλτατζῆς εἶπε· δότε μοι ἁπλῶς τὴν ὑπόσχεσιν τιμίων καὶ χρηστῶν ἀνθρώπων, ὅτι ὅταν ἔλθωσιν οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου, θὰ ὑποβάλητε τὴν σύμβασιν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως. Ἀντὶ τῆς ὑποσχέσεως ὑμῶν ταύτης ἐγὼ ἀναδέχομαι ἐννόμους ὑποχρεώσεις ἀπὸ τοῦδε. Καὶ ἂν μὲν ἐγὼ λείψω εἰς τὰς ὑποσχέσεις μου, καταπίπτει ἡ χρηματικὴ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν σᾶς δίδω διὰ τῆς συμβάσεως, εἰς βάρος ἐμοῦ, καὶ πρὸς ὠφέλειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ταμείου. Ἐὰν δὲ ἡ Συνέλευσις ἀποῤῥίψῃ τὴν σύμβασιν, δὲν θὰ ἔχω δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ καὶ σεῖς αὐτοὶ, ἂν δὲν ἐκπληρώσητε τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ἀρνούμενοι νὰ ὑποβάλητε αὐτὴν εἰς τὴν Συνέλευσιν, μίαν μόνον θὰ κάμω παρατήρησιν, ἓν μόνον θὰ ἐκφράσω παράπονον, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἐτηρήσατε, ὡς οἱ τίμιοι ἄνθρωποι τὴν ὑπόσχεσίν σας. Τοιαύτη ἦτο ἡ πρότασις, τοιαύτη ἡ αἵρεσις, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ Κ. Βαλτατζῆς, καὶ τῆς ὁποίας τοὺς εὐλόγους ὅρους τὸ ὑπουργεῖον ἀγνοῶ διατὶ δὲν ἠσπάσθη. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι πιστευτὸν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Κ. Καλλιγᾶς εἶναι ἀμύητος καὶ πρωτόπειρος τῶν τοιούτων ζητημάτων; Πρώτην πραγματικῶς φορὰν ζητεῖ νὰ οἰκειωθῇ μὲ τὰ ζητήματα τῆς κτηματικῆς πίστεως. Ἔχω, Κύριοι, ἐνώπιόν μου τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅταν αὕτη ἐνησχολήθη σπουδαίως νὰ εἰσαγάγῃ τὴν κτηματικὴν πίστιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ νὰ περιλάβῃ αὐτὴν μεταξὺ τῶν ἐργασιῶν της. Τὰ πρακτικὰ ταῦτα ἐδημοσιεύθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1858 καὶ περιέχουσι σειρὰν ἐγγράφων διαμειφθέντων μεταξὺ τῆς Συνελεύσεως τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῆς διοικήσεως αὐτῆς, καὶ διαφόρων τῆς διοικήσεως ὑπαλλήλων καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς δύω ἐκ τῶν ἐπισημοτέρων τούτων ἐγγράφων φαίνεται ὑπογεγραμμένος ὁ ἀξιότιμος Κ. Καλλιγᾶς ὡς ἓν ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον νὰ φωτίσωσι τὴν Συνέλευσιν τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Κοινὸν περὶ τοῦ εὐλόγου τῶν ὅρων, μὲ τοὺς ὁποίους ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐζήτει τὴν εἰσαγωγὴν τῆς κτηματικῆς πίστεως ἐν Ἑλλάδι. Ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἔδειξε διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων του, ὅτι εἶναι, ὡς εἰς ὅλα τὰ ἀντικείμενα, οὕτω καὶ εἰς τὸ προκείμενον, εἴπερ τις καὶ ἄλλος κάτοχος τῶν γενικῶν ἰδεῶν καὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν λεπτομερειῶν. Εὑρίσκετο λοιπὸν ὁ Κ. Καλλιγᾶς πρώτην ἤδη φορὰν εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ οἰκειωθῇ μὲ τὰ ζητήματα ταῦτα, μὲ τὰ ὁποῖα ὑπῆρχεν ἐξοικειωμένον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1858; Ἂν ἀληθῶς ὁ Κύριος Καλλιγᾶς περιήρχετο εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, μὲ τὴν προνομιοῦχον αὐτοῦ διάνοιαν, ἡμεῖς οἱ τὸν κοινὸν νοῦν λαβόντες εἰς κλῆρον, πρέπει ν’ ἀποχαιρετήσωμεν πᾶσαν ἐλπίδα, τοῦ νὰ λάβωμεν ἔστω καὶ ἀμυδρὰν ἰδέαν τῆς κτηματικῆς πίστεως, καὶ ἂν ἀκόμη ἐφ’ ἅπαντα τὸν χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἠθέλομεν ἐγκύψει εἰς τὴν μελέτην αὐτῆς. Εὐτυχῶς ὅμως καὶ διὰ τὸν Κ. Καλλιγᾶν καὶ δι’ ἡμᾶς, ἡ μετριοφροσύνη του τὸν ἠπάτησεν. Τὸ περίεργον ἐντούτοις εἶναι, ὅτι ὅλοι εἴμεθα, ὅλοι ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι εἴμεθα ὑπὲρ τῆς κτηματικῆς πίστεως Μᾶς τὸ ἐβεβαίωσεν ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς, μᾶς τὸ εἶπεν ὁ περισπούδαστός μοι φίλος Κύριος Κουμουνδοῦρος, καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου ἔσπευσε νὰ μαρτυρήσῃ τοῦτο περὶ ἑαυτοῦ ὁ ἀξιότιμος Κύριος Καλλιγᾶς. Καὶ μόλαταῦτα τίποτε δὲν κατορθοῦται, καὶ διὰ τί, Κύριοι, δὲν κατορθοῦται; διότι ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον ἐμποδίζει τὴν σύστασιν τῆς κτηματικῆς Τραπέζης.
§74ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λέγω καὶ διὰ σὲ, ὅτι ὑπάρχει κάτι τι διὰ τὸ ὁποῖον τὴν ὑποστηρίζεις.
§75ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Μάλιστα ὑπάρχει· θὰ εἶμαι μέτοχος τῆς κτηματικῆς Τραπέζης, ὅπως εἶμαι μέτοχος καὶ τῆς ἰδικῆς σας, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω, ὡς τὸ γνωρίζετε, εἴκοσι μετοχάς.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πιστεύω, ὅτι τὴν ὑποστηρίζεις, διότι ἔχεις συμφέρον, ἀλλὰ διότι εἶναι καλή.
§77ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Τώρα θὰ ἐξηγηθῶ, Κύριοι, ἐγὼ χρεωστῶ νὰ ἐξετάσω, ἐὰν οἱ λόγοι οἱ προτεινόμενοι ὡς κοινοῦντες τοὺς δισταγμοὺς τῶν διαφόρων ἀξιοτίμων προσώπων, ὅσα ἔλαβον μέρος εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, εἴτε ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε ὡς λαβόντα τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐὰν λέγω, οἱ λόγοι οὗτοι ἦναι λόγοι σπουδαῖοι, καὶ ἂν ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖοι, μένει, Κύριοι, ἡ κρίσις ἑκάστου ὑμῶν, μένει ἡ συνείδησις τοῦ κοινοῦ ἐλευθέρα ν’ ἀποφασίσῃ ποῖον εἶναι τὸ κινοῦν αἴτιον, ποία ἡ φανερὰ ἢ ἀφανὴς αἰτία τῶν προσκομμάτων. Πολλὰ σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Κύριος Κεχαγιᾶς περὶ τῶν προνομίων, καὶ ἦλθεν εἰς καθαρὰν διαφωνίαν πρὸς τὸν Κύριον Κουμουνδοῦρον. Ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου καταλύσεως τῶν προνομίων, ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου ὑποστηρίξεως καὶ διαδόσεως αὐτῶν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ἐπιθυμῶ νὰ λύω τὰ πολιτικὰ καὶ τὰ κοινωνικὰ ζητήματα πρακτικῶς μᾶλλον ἢ θεωρητικῶς. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Κύριος Κουμουνδοῦρος ἔχει, καὶ εὐλόγως ἔχει τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶναι ὑπέρμαχος τῶν ἰδεῶν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου. Τὴν ἀξίωσιν ταύτην, τὸ προσὸν τοῦτο, ἐλπίζω, ὅτι ὁ περισπούδαστος φίλος μου δὲν θέλει ἀμφισβητήσει πρὸς τοὺς διέποντας τὰ οἰκονομικὰ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Γαλλίας ἀπὸ τῆς καθιδρύσεως τῆς δευτέρας Αὐτοκρατορίας. Οἱ ἐν Γαλλίᾳ προϊστάμενοι τῆς Ἐσωτερικῆς Διοικήσεως καὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ὀλιγώτερον γενναιόφρονες, ἀφ’ ὅτι ὑπῆρξαν ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ Κύριος Καλλιγᾶς εἰς τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῆς κλίμακος τῶν σιτηρῶν· καὶ μόλον τοῦτο ἡ γενναιότης καὶ ἡ ἐλευθεροφροσύνη ἑνὸς Fould, ἑνὸς Magne, ἑνὸς Persigny καὶ τόσων ἄλλων ὑπουργῶν τῆς Γαλλίας, ἡ τολμηρὰ καὶ μεγαλόφρων διάνοια Ναπολέοντος τοῦ Γʹ. ἐνόμισεν, ὅτι καὶ ἂν ἄλλα πιστωτικὰ καταστήματα δύνανται νὰ συστηθῶσι, δύνανται ἴσως νὰ ὀρθοποδήσωσι ν’ αὐξήσωσι καὶ νὰ προκόψωσιν ἄνευ προνομίου, τὸ καθίδρυμα ὅμως τῆς κτηματικῆς πίστεως ἀπαιτεῖ ἀναγκαίως τὴν συνδρομὴν τῶν προνομίων. Διὰ τοῦτο καὶ ἐν τῇ Γαλλίᾳ, ὅπου βλέπομεν τὸ κράτος τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος καταῤῥέον βαθμηδὸν καὶ ἀκρότως ὡς πρὸς τὴν γεωργίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν ἐναντίον τῆς γνώμης ἀνδρῶν ἄκρας ἐπιστήμης καὶ πείρας, ἐναντίον τῆς γνώμης ἀνδρῶν, οἷοι ὁ Θιὲρς καὶ οἱ περὶ αὐτὸν, βλέπομεν ὅμως ἐξ ἑτέρου, ὅτι καὶ οἱ πολέμιοι, καὶ οἱ φίλοι τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος συμφωνοῦσιν ὡς πρὸς τὸ κατάστημα τῆς κτηματικῆς πίστεως, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἴδῃ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, δὲν δύναται ν’ ἀναπνεύσῃ τὸν ἀέρα τῆς ἀτμοσφαίρας, ἐὰν δὲν περιστοιχισθῇ ἀπὸ προνόμια. Καὶ διατί; διότι τὰ προνόμια δὲν εἶναι τόσον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ καταστήματος ὅσον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἀπείρου πλήθους, τὸ ὁποῖον συναλλάττεται πρὸς αὐτὸ εἴτε ὡς δανεῖζον, εἴτε ὡς δανειζόμενον. Ἂν ἡ κτηματικὴ πίστις δὲν περιστοιχισθῇ ἀπὸ τὰ προνόμια ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιεστοίχισεν ἡ νομοθεσία ἐν Γαλλίᾳ, ἠθέλατε τὴν ἰδεῖ ἐντὸς ὀλίγου εἰς μεγάλους κινδύνους, ἀντὶ νὰ προφυλάξῃ ἤθελεν ἀποῤῥοφήσει τὰς περιουσίας τῶν πολιτῶν, καὶ ἡ κινητὴ καὶ ἡ ἀκίνητος αὐτῶν κτῆσις ἤθελεν καταποθῆ εἰς τὸ χάσμα, εἰς τὸ βάραθρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεῤῥόφησε κατὰ τὴν μεγάλην ἐμπορικὴν κρίσιν τοῦ ἔτους 1837 ὅλα τὰ πιστωτικὰ τῆς Ἀμερικῆς καταστήματα. Ἐκεῖ ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἐλευθερία τῶν Τραπεζῶν καὶ ἀπόλυτος ἐλευθερία τῆς ἐκδόσεως παραστατικῶν ἐγγράφων. Ἐκεῖ ἑκάστη Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἡ κυβέρνησις οὐδόλως ἀνεμιγνύετο, οὔτε ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς συστάσεως, οὔτε ὡς πρὸς τὴν πραγματικότητα τῶν κεφαλαίων, οὔτε ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τῆς ὑπάρξεως σπουδαίων ἐγγυήσεων διὰ τοὺς παραστατικοὺς τίτλους. Καὶ μόλον τοῦτο τὰ καταστήματα ἐκεῖνα ἤκμασαν, ἀλλ’ ἤκμασαν ὅσον θάλλουσι τὰ ἡμερόβια φυτά. Ἐπῆλθεν ἡ πνοὴ τῶν ἀνέμων τῆς ἐρήμου, ἔπνευσαν δυσαεῖς ἐπὶ πᾶσαν γῆν, καὶ τὰ πιστωτικὰ καταστήματα τοῦ νέου κόσμου κατέπεσαν, ἐμαράνθησαν ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, αἱ περιουσίαι τῶν πολιτῶν ἠφανίσθησαν. Θέλετε μία τοιαύτη καταστροφὴ, δὲν λέγω νὰ ἐπέλθῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπειλήσῃ κἂν πόῤῥωθεν τὴν πατρίδα ἡμῶν; Ἐξ ἀνάγκης λοιπὸν πρέπει νὰ ὑπόκηται εἰς ἕνα ἔλεγχον ἡ ἔκδοσις τῶν κτηματογράφων, καὶ ἐὰν θὰ ὑπόκηται εἰς ἔλεγχον, ὁ ἔλεγχος θὰ ᾖναι σπουδαῖος, παρουσιάζεται ἄφευκτος ἡ ἀνάγκη τοῦ προνομίου. Δὲν συζητῶ ὅμως τὸ ζήτημα τῆς ἐκτάσεως τῶν προνομίων εἰς ὅλα τὰ πιστωτικὰ καταστήματα· διότι ὑπάρχουσι καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἴσως ἄνευ προνομίων δύνανται νὰ ἐπιδώσωσι. Καὶ ἂς μὴ μὲ παρεξηγήσῃ ὁ φίλος μου Κ. Κεχαγιᾶς· ἐννοῶ, ὅτι τὸ προνόμιον δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ, οὔτε διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι πραγματικῶς ἐφ’ ὅσον ἡ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἀποδεικνύεται ἀναγκαία καὶ ὠφέλιμος εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον, πρέπει νὰ τὰ ἐκδίδῃ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἔλεγχος τῆς ἐκδόσεως ὡς καὶ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ τρόπου τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀντίτιμον διὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ ἐλέγχου τὸ ἀντίτιμον τοῦτο εἶναι τὸ προνόμιον.
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§79ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐγὼ σᾶς τὸ λέγω. Βλέπετε, Κύριε Κεχαγιᾶ, ὅτι δὲν προσβάλλω κανένα. Ἀλλὰ, Κύριοι! εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας Κ. Κεχαγιᾶς, καὶ ἐμέμφθη μάλιστα, ἢ τοὐλάχιστον ἐδοκίμασε νὰ παραστήσῃ τὸν Κ. Δόσιον ὡς ἐλθόντα εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτόν; Σᾶς εἶπεν, ὅτι, ὅταν ἦτο ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ Κ. Προβελέγγιος καὶ Γενικὸς Γραμματεὺς ὁ Κ. Δόσιος, τότε ἡ Τράπεζα προέτεινε τὴν κατάργησιν τῶν προνομίων· ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ ἔγγραφον τοῦ Κ. Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι τοῦ ἔτους 1858. Δυστυχῶς ὅμως δὲν φέρει ἡμερομηνίαν, ἀλλ’ εἶναι βεβαίως μεταγενέστερον τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός. Διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ἡ Τράπεζα δυσανασχετοῦσα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐδέχθη τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐπρότεινεν εἰς αὐτὸν ἡ Τράπεζα νὰ πολλαπλασιάσῃ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ χρηματικοῦ, προτείνει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ προνόμιόν της διὰ νὰ καταναγκάσῃ εἰς σιωπὴν διὰ τῆς ἑκουσίας ταύτης παραιτήσεως τοὺς ἐχθρούς της.
§80ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν τὸ ἀναγινώσκετε;
§81ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Μάλιστα προθύμως. Ἰδοὺ αὐτό. «Ἀπέναντι τῶν παρατηρήσεων τούτων ἐνδέχεται ν’ ἀντιταχθῇ, ὅτι τὰ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης προτεινόμενα ὠφελήματα δὲν εἶναι ἴσως ἀνάλογα τῆς παραχωρήσεως τοῦ ἀποκλειστικοῦ προνομίου, μέλλοντος νὰ δεσμεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἄλλα 25 ἔτη, κατὰ τὸ μακρὸν διάστημα τῶν ὁποίων εἶναι πιθανὸν νὰ παρουσιασθῶσι συμφερώτεραι ὑπ’ ἄλλων ἑταιριῶν προτάσεις. Ἐπιθυμοῦντες καὶ τὸν δισταγμὸν τοῦτον τοῦ ὑπουργείου νὰ προλάβωμεν, καὶ ὅσον τὸ ἐφ’ ἡμῖν νὰ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου πᾶν κώλυμα εἰς τὴν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τρεχούσης εἰκοσιπενταετηρίδος ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὴν σύστασιν καὶ ἄλλων νέων Τραπεζῶν, προθύμως παραιτούμεθα τῆς ἀξιώσεως περὶ ἀνανεώσεως τοῦ ἀποκλειστικοῦ προνομίου, ὥστε μετὰ τὸ ἔτος 1867 καταργουμένου τοῦ προνομίου, νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἂν θεωρήσῃ τοῦτο εὔλογον καὶ συμφέρον εἰς τὸν τόπον, νὰ παραχωρήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, εἰς ὃ συνίσταται τὸ προνόμιον τῆς ἡμετέρας Τραπέζης, καὶ εἰς ἄλλας ἀνωνύμους ἑταιρίας, ἀναδεχομένας τοὺς αὐτοὺς ὅρους καὶ τὰς αὐτὰς τῆς καθ’ ἡμᾶς Τραπέζης ὑποχρεώσεις.» Καὶ κατωτέρω λέγει τὰ ἑπόμενα. «Ὅταν δὲ ἡ ἐξακολούθησις τοῦ βίου τῆς Τραπέζης ἄνευ ἀποκλειστικοῦ προνομίου ἀνοίγῃ τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ τὸ στάδιον, καὶ δὲν ἐμποδίζῃ τὴν γέννησιν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἄλλων Τραπεζῶν, εἰς ὁποιονδήποτε μέρος τοῦ Κράτους, ὅταν ἡ Τράπεζα ζητῇ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ κοινὸν δίκαιον, τὴν ἰσότητα, καὶ τὴν ἐλευθερίαν, νομίζομεν, ὅτι καταστρέφονται ῥιζηδὸν ὅλαι αἱ ὑπόνοιαι καὶ τὰ σοφίσματα, δι’ ὧν ἐζήτησάν τινες νὰ ἐξαπατήσωσι τὴν κοινὴν γνώμην.» Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὰ 1858 λαμβάνει ἡ Τράπεζα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πρωτοβουλίαν καὶ προτείνει νὰ παραιτήσῃ τὸ προνόμιόν της. Μετὰ τὸν ῥητῶς προταθέντα τοῦτον ὅρον εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις τὸν νόμον τοῦ 1859, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη εἰς τὴν τράπεζαν νὰ διπλασιάσῃ τὰ 4 ἑκατομμύρια.
§82ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἓν κεφάλαιον μόνον 4 ἑκατομμυρίων.
§83ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Πρὸς ἐνέργειαν ὑποθηκικῶν χρεωλυτικῶν δανείων ἀποδοτέων διὰ μακροχρονίων δόσεων· ἐπραγματοποίησε τὴν ὑπόσχεσίν της ταύτην ἡ τράπεζα; ὄχι, καὶ δὲν θέλω νὰ τὴν μεμφθῶ, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ.
§84ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔχει 17 ἑκατομ. δανείων ἐπὶ ὑποθήκῃ.
§85ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Θέλω ἔλθει καὶ εἰς τὸ ποσὸν τῶν δανείων. Ἔρχεται τὸ ἔτος 1861, καὶ ἡ τράπεζα, ἡ ὁποία ἐπρότεινε τὴν κατάργησιν τοῦ προνομίου, καὶ ἐπέτυχεν ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς σιωπηρᾶς περὶ τούτου συνεννοήσεως τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ 1859, προκαλεῖ διὰ τοῦ τότε ὑπουργοῦ, οὐχὶ τοῦ Προβελεγγίου, διότι παρ’ αὐτοῦ δυσκόλως ἤθελε τὸ λάβει, ἀλλὰ διὰ τοῦ Κ. Χ. Χριστοπούλου, προκαλεῖ, λέγω, τὸν νόμον τοῦ 1861, ὅστις ἀντὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ δίδῃ εἰς τὴν τράπεζαν νέας παραχωρήσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραιτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέσχετο εἰς τὰ 1859 ἀνανεώνει τὸ προνόμιον αὐτῆς ἐπὶ ἄλλα 25 ἔτη, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἐνασχολήσῃ 2,000,000 δραχμῶν εἰς τὴν γεωργικὴν πίστιν, καὶ νὰ συστήσῃ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους εἰς ἕκαστον τῶν νομῶν τοῦ Κράτους ὑποκαταστήματα. Ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας; ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν ἔχω κατὰ νοῦν νὰ μεμφθῶ τὴν τράπεζαν, καθ’ ὅσον μάλιστα εἶμαι καὶ μέτοχος αὐτῆς, ἔρχομαι μόνον νὰ καταδείξω τὰ γεγονότα ταῦτα, τὰ ὁποῖα μόνα καὶ ἀφ’ ἑαυτῶν ἀφίνουσι φωνὴν, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ φροντίσωμεν διὰ τὴν σύστασιν καὶ ἄλλης τραπέζης, καὶ προπάντων Τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εὑρέθη εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν μὲ ὅσας καὶ ἂν ἔλαβεν εὐκολίας καὶ παραχωρήσεις νὰ ἱκανοποιήσῃ ἔστω καὶ μικρότατον μέρος ἐκ τῶν χρειῶν τῆς ἀληθινῆς κτηματικῆς πίστεως. Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι πραγματικῶς ἐξεπλήρωσε καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀνέλαβε διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1859. Λαμβάνω Κύριοι, τὸν τελευταῖον ἀπολογισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τοῦ ἔτους 1863, καὶ ζητῶ ἐν αὐτῷ ποῦ ἐνησχολήθησαν τὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης· εὑρίσκω, ὅτι ἐνησχολήθησαν εἰς μέγαν ἀριθμὸν δανείων· τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται ἐνυπόθηκα. Ἔρχομαι δὲ καὶ κάμνω τὴν διαλογὴν τῶν διαφόρων κονδυλίων τῶν ἐνυποθήκων τούτων δανείων, καὶ τί εὑρίσκω; ὅτι εἰς ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς ἐπὶ ὑποθήκῃ ἐδόθησαν πιστώσεις ἐκ δραχ. 12,664,425,33, εἰς ἀνοικτοὺς δὲ λογαριασμοὺς ἐπὶ ἁπλοῖς ἐμπορικοῖς γραμματίοις 1,804,081, 66 (Ἀπολ. 1863 σελ. 6). Ἔρχομαι καὶ εἰς τὰ ἐνυπόθηκα χρεωλυτικὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀποδοτέα εἰς μακροχρονίους προθεσμίας. Ἐν ἀρχῇ τοῦ 1863 ἡ κατάστασις τοῦ ὀφειλομένου μὴ ληξιπροθέσμου κεφαλαίου ἦτο 69,963,05 (Ἀπολ. 1863 σελ. 6). Ἔρχομαι εἰς τὰ ἁπλᾶ ἐπὶ ὑποθήκῃ δάνεια, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω ἐπὶ πόσον χρόνον ἐδόθησαν. Ἀλλ’ ἀφίνω τοῦτο, διότι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὰ διάφορα στελέχη καὶ βιβλία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Βλέπω δὲ μόνον ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ, ὅτι τὰ ἁπλᾶ ἐνυπόθηκα δάνεια τῶν διαφόρων ἐτῶν ἀναβαίνουσιν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν εἰς 6,689,281, δραχμῶν· (Ἀπολ. 1863 σελ. 7) ὥστε τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια τὰ διδόμενα εἰς τοὺς λεγομένους ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς εἶναι διπλάσια κατὰ τὸ ποσὸν ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν χορηγιῶν, αἵτινες εἰς διάστημα πολλῶν ἐτῶν ἐδόθησαν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς χρεωλυτικὰ καὶ εἰς ἁπλᾶ ἐνυπόθηκα δάνεια, σᾶς ἐρωτῶ, ἂν τοιοῦτος ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, δηλ. καὶ τοῦ πρώτου νόμου περὶ συστάσεως τραπέζης, καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1853, τὸν ὁποῖον μετὰ τὴν ἔξοδον τοῦ Κ. Χρηστίδου ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον κατωρθώσατε νὰ λάβητε, καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1859, καὶ τοῦ τελευταίου τοῦ 1861;
§86ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐρωτήσατε τὸν Κ. Δόσιον (θόρυβος).
§87ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἀλλ’ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν σᾶς εἶπεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἤθελον κάμει καὶ ἐγὼ λόγον, ἂν δὲν εὑρίσκετο ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα, δημοσιευθέντα διὰ τοῦ τύπου, παρεδόθησαν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως καὶ εἰς τὴν κοινὴν ἐξέτασιν· ὁ Κ. Κεχαγιᾶς συμφωνήσας, ὡς εἶπε, κατὰ πάντα μετὰ τῶν Κυρίων Χρηστίδου καὶ Δοσίου ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ διεφώνησε πρὸς αὐτοὺς εἰς ἓν καὶ μόνον ἀντικείμενον. Εἶπε ῥητῶς, ὅτι ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ ἡ κτηματικὴ τράπεζα διὰ τὰ χρεωλυτικὰ δάνειά της, τὰ δοθησόμενα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κτηματογράφων νὰ ᾖναι ὁ αὐτὸς μὲ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώνῃ εἰς τοὺς δανειστάς της, καὶ ν’ ἀρκεσθῇ ἡ τράπεζα εἰς μόνον τὸ ποσὸν τὸ 1% δι’ ἔξοδον διοικήσεως. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, ἄν αὐτὴ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Κεχαγιᾶς καὶ ἡ ὁποία ἀναγινώσκεται ἐν τῇ μδʹ. σελίδι τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντων ἐγγράφων, ἂν, λέγω, αὐτὴ ἡ γνώμη δύναται νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς κτηματικῆς Τραπέζης καὶ μὲ ὅσας διαμαρτυρήσεις σήμερον εὐλόγως ἔκαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ὡς πρὸς τὰς ὑπὲρ τῆς κτηματικῆς Τραπέζης θερμὰς συμπαθείας του. Δὲν ἐννοῶ δὲ νὰ ἀναιρέσω διὰ θεωριῶν τὸν Κ. Κεχαγιᾶν, ἀλλ’ ἔρχομαι διὰ τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ νὰ ἀναιρέσω τὸν Κ. Κεχαγιᾶν. Ὁ Κ. Κεχαγιᾶς σᾶς λέγει, ὅτι τὸ 1%, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ ὡς ἔξοδον διοικήσεως, ἀρκεῖ καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως τῆς νέας Τραπέζης νὰ σκεπάζῃ καὶ ἓν δικαίωμα προμηθείας ν’ ἀφίνῃ τόσον διὰ τοὺς κόπους, οὓς ἤθελε καταβάλει, ὅσον καὶ διὰ τοὺς κινδύνους καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας θὰ ὑποστῶσι τὰ κεφάλαιά της· ἂς ἴδωμεν ἂν τὰ πράγματα ἀνταποκρίνωνται μὲ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ. Λαμβάνω ὡς βάσιν τῶν ἐνστάσεων καὶ ἀντιῤῥήσεών μου τὸν ἀπολογισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῆς ὁποίας αἱ ἐργασίαι εἶναι πολὺ στενωτέρας ἐκτάσεως, ἀφ’ ὅ,τι θέλουσιν εἶσθαι αἱ ἐργασίαι τῆς Τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως. Εὑρίσκω ἐν τῷ γενικῷ ἰσολογισμῷ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1863 κεφάλαιον δραχ. 8 ἑκατομμυρίων, βλέπω τραπεζικὰ γραμμάτια ἐκ δραχμῶν 16,117,107. Εὑρίσκω ἀτόκους καταθέσεις ἐκ δραχ. 857,510, καὶ προσέτι ἐντόκους καταθέσεις ἐκ δραχ. 8,691,760. Εὑρίσκομεν λοιπὸν, Κύριοι, ἓν σύνολον παθητικοῦ μεταξὺ 33 καὶ 34 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον κυκλοφορεῖ καὶ ἀποφέρει τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ἀποκτῶσα ἡ Τράπεζα διανέμει εἰς τοὺς μετόχους της. Πόσα εἶναι τὰ προϋπολογισμένα ἔξοδα διὰ τὴν διαχείρισιν τόσου ποσοῦ, καὶ τόσων περιωρισμένων ἐργασιῶν, ὁποῖαι εἶναι ἐκ φύσεως αἱ ἐργασίαι μιᾶς Τραπέζης μᾶλλον προεξοφλητικῆς παρὰ ὑποθηκικῆς Τραπέζης, ἥτις οὐδὲ ἐφάπτεται κἄν τῶν πολυπλόκων καὶ πολυμερῶν ἐργασιῶν τῆς κτηματικῆς πίστεως; Προϋπελογίσθησαν διὰ τὰ δάνεια ἔξοδα διαχειρίσεως δραχ. 254,743,85 (Ἀπολογ. 1863 σελ. 11). Οἱ ἀριθμοὶ λαλοῦσι. Διὰ τόσην περιωρισμένην διαχείρισιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπαιτεῖται ποσὸν ¾%, καὶ θέλετε, ὥστε ἡ Τράπεζα ἡ κτηματικὴ, ἡ ὁποία θέλει ἔχει κύκλον ἐργασίας πολὺ εὐρύτερον, καὶ δεκαπλάσιον σχεδὸν ἀπὸ τὸν κύκλον τῆς ἰδικῆς σας Τραπέζης, ν’ ἀρκεσθῇ εἰς 1%; Πῶς θὰ καλύψῃ διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ μόνα τὰ ἔξοδά της; Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, εἰλικρινὴς ἡ γνώμη τοῦ Κυρίου Κεχαγιᾶ; ἕως ἐδῶ ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω ὅτι εἶναι εἰλικρινὴς, καὶ ὅτι κατὰ λάθος διέφυγε τὴν προσοχήν του ἡ ἀναγκαία ἀναλογία τῶν ἐξόδων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς Τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὴν προθυμίαν μου, τοῦ ν’ ἀποδώσω τὸ λάθος τοῦτο εἰς τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, τὴν μαραίνουσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευσεν ἡ ἰδία Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἀναλάβῃ τὴν σύστασιν τῆς κτηματικῆς πίστεως ἐν Ἑλλάδι. Ὁ ἀξιότιμος Κ. Κεχαγιᾶς προέτεινε τότε ἡ μὲν Τράπεζα νὰ δανείζηται πρὸς 5 καὶ 6%, νὰ δανείζῃ δὲ πρὸς 8%. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς ἐν τῇ ἀπὸ 18 Ἰανουαρίου 1853 ἐκθέσει του, ἣν ὑπέβαλε περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ συστήματος τῆς κτηματικῆς πίστεως ἐν Ἑλλάδι εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Μὴ γνωρίζοντες ὅμως σήμερον μήτε τὸ ποσὸν τοῦ τόκου, μὲ τὸ ὁποῖον θέλουν διαπραγματευθῆ ἰσαξίως (au pair) αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ὁμολογίαι μας, μήτε τὸν βαθμὸν τῆς ἐπεκτάσεως τῆς τοιαύτης ἐργασίας, δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ὁρίσωμεν τὸν τόκον, μὲ τὸν ὁποῖον θέλει δανείζει ἡ Τράπεζα, μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ συστήματος τούτου. Ἓν μόνον, φρονῶ, ὅτι ἀπὸ τοῦδε δύναται ἡ Τράπεζα νὰ ὁρίσῃ, τοῦτο δὲ εἶναι ὁ ἀνώτατος ὅρος τῆς διαφορᾶς, ἥτις θέλει ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον αὕτη θέλει πληρόνει εἰς τὰς ὁμολογίας της, καὶ ἐκείνου, μὲ τὸν ὁποῖον θέλει δανείζει. Ἡ διαφορὰ αὕτη δύναται νὰ ὁρισθῇ, νομίζω, τοὐλάχιστον 2% κτλ.
§88ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἄνευ ἐξόδων διοικήσεως.
§89ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην πολλῶν ἐξόδων, ἐνῷ ἡ κτηματικὴ Τράπεζα, πρώτην ἤδη φορὰν συσταινομένη, θὰ ἔχῃ ἀνάγκην πολλῷ περισσοτέρων. Σεῖς εἴχετε κατάστημα κεντρικὸν, ὑποκαταστήματα, ὑπαλλήλους, ἐκτιμητὰς, ἀνταποκριτὰς διὰ τὰς συνήθεις ἐργασίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Μὲ μικρὰν προσθήκην ἐξόδων ἠθέλατε ἐπαρκέσει εἰς τὴν δαπάνην τῆς κτηματικῆς πίστεως. Τὰ 2% θὰ σᾶς ἔμενον σχεδὸν ὡς καθαρὸν κέρδος. Ἡ κτηματικὴ Τράπεζα πρέπει ταῦτα πάντα νὰ δημιουργήσῃ, καὶ ἡ ἵδρυσις αὐτῆς ἀπαιτεῖ πλήρη καὶ ὁλομερῆ τὴν δαπάνην. Ἂς ἐξετάσωμεν προσέτι ἐὰν ὡς πρὸς τὰς ὠφελείας ἐδείχθητε γενναιότεροι τοῦ Κυρίου Βαλτατζῆ. Ἐλπίζω νὰ σᾶς πείσω, ὅτι μόνον διὰ τὸ συμφέρον τῶν μετόχων φροντίζετε. Καὶ καλῶς ποιεῖτε φροντίζοντες περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ νὰ ῥίπτητε μέλαιναν ψῆφον κατὰ τοῦ Κυρίου Βαλτατζῆ. Ἐπλησίασαν, Κύριοι, αἱ διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ ἔτος 1853 εἰς ἓν ὡρισμένον σημεῖον· ἂν ἡ Τράπεζα παρεδέχετο νὰ δανείζῃ πρὸς 6% μόνον διὰ τὰ μακροχρόνια ἐπὶ ὑποθήκῃ δάνεια, ἡ Κυβέρνησις ἔστεργε ν’ ἀνανεώσῃ τὸ προνόμιόν της, νὰ ἐπιτρέψῃ αὐτῇ τὰς ἐργασίας τῆς κτηματικῆς πίστεως, τὴν αὔξησιν τοῦ παθητικοῦ, καὶ πλείστας ἄλλας εὐκολίας νὰ τῇ χορηγήσῃ. Ὁ Κύριος Καλλιγᾶς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν διώρισεν ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης, καὶ ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς μέλος τῆς Συνελεύσεως τῶν μετόχων, τί νομίζετε, ὅτι ἐζήτησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπουργοῦντος τοῦ Κυρίου Προβιλεγγίου καὶ γραμματεύοντος τοῦ Κυρίου Δοσίου; Ἐγὼ θὰ εὐχαριστήσω τὴν περιέργειάν σας. Ἀνοίξατε τὰ ἀνωτέρω μνημονευθέντα ἔγγραφα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ εἰσαγωγῆς τῆς κτηματικῆς πίστεως καὶ θέλετε ἀπαντήσει ἐν σελ. 58–59 καὶ ἐν σελ. 63 αὐτῶν πρότασιν διατετυπωμένην καὶ ᾐτιολογημένην παρὰ τῶν ΚΚ. Π. Καλλιγᾶ, Γ. Σταύρου, Ἰωάννου Σούτσου, Γ. Σκουζὲ κλ. δι’ ἧς προσφέρεται μὲν ἡ Τράπεζα, νὰ καταβιβάσῃ τὸν τόκον τῶν χρεωλυτικῶν καὶ τῶν ἁπλῶν ἐνυποθήκων δανείων εἰς 6%, ἀλλὰ ζητεῖ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην τοῦ τόκου, νὰ καταθέσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Τράπεζαν δρ. 2,000,000 ἀτόκως ἐπὶ 30 ἔτη.
§90ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις.
§91ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ὄχι, σεῖς τὸ ἐπροτείνατε· ἔχετε λάθος. Πόσον ἔρχεται ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον ἡ Τράπεζα θὰ ἐλάμβανε δανείζουσα πρὸς 6%, ἀντὶ τεσσάρων ἰδικῶν της ἓξ ἑκατομμύρια δραχ., ἐξ ὧν τέσσαρα ἰδικά της, καὶ δύω ξένα καὶ δωρεὰν αὐτῇ παραχωρούμενα ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν; Ὁ τόκος οὗτος θὰ ἦτο 9%. Τὰ ἓξ ταῦτα ἑκατομμύρια μὲ τὸν ῥηθέντα τόκον ἔστεργεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ τοποθετήσῃ ἀποκλειστικῶς εἰς χρεωλυτικὰ δάνεια. Ἂν ὕστερον ἤθελεν εὐτυχήσει οὐχὶ πλέον διὰ τῶν καταβολῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐκδόσεως ἁπλῶν τραπεζικῶν ὁμολογιῶν νὰ προμηθευθῇ καὶ ἄλλα χρήματα, ταῦτα ὑπέσχετο νὰ τὰ ἐνασχολήσῃ οὐχὶ ἀποκλειστικῶς εἰς μακροχρονίους χορηγίας χρεωλυτικῶν δανείων, ἀλλὰ κατὰ προτίμησιν μόνον εἰς χρεωλυτικὰ καὶ εἰς ἁπλᾶ ἐνυπόθηκα δάνεια, ἐννοεῖται, ὅτι ἄλλως ἐπεφύλαττεν ἑαυτῇ τὸ δικαίωμα νὰ τὰ δώσῃ εἰς ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς, εἰς προεξοφλήσεις καὶ εἰς ἄλλας ἐργασίας ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι περιέχονται καὶ εἰς τὸν κύκλον τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα ἐζήτησαν, ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχον τότε. Διὰ τοῦτο ἐμέμφθησαν τὸν ὑπουργὸν Κ. Προβελέγγιον καὶ τὸν γενικὸν γραμματέα τοῦ ὑπουργείου Κύριον Δόσιον. Ἀλλ’ ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, χειραγωγουμένη παρ’ ὑμῶν αὐτῶν εἰς τὰ διαβήματά της, ἠξίωσε τοσαῦτα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, πῶς θέλετε νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὴν κτηματικὴν Τράπεζαν τοῦ Κ. Βαλτατζῆ, ἀντὶ παντὸς κέρδους καὶ ἐξόδου, τὸ 1% δι’ ἔξοδα διοικήσεως, τὸ ὁποῖον, ὡς ἤδη ἀπέδειξα, δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ καλύψῃ οὐδὲ τὰ ἔξοδα μόνα, ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀρκέσῃ διὰ τὸν συμψηφισμὸν τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας θέλει ὑποστῆ ἡ Τράπεζα διὰ τὴν ἀμοιβὴν τῶν κινδύνων καὶ διὰ τὸ μίσθωμα τῶν κεφαλαίων της. Ὁ ἀξιότιμος Κύριος Κουμουνδοῦρος, ἀφοῦ ἐκηρύχθη κατὰ τῶν προνομίων, σᾶς εἶπεν, ὅτι διστάζει πραγματικῶς καὶ περὶ τῆς ὠφελείας τῶν κτηματογράφων, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησε νὰ ῥυθμίσῃ τὰς σχέσεις τὰς μεταξὺ τῶν δανειζομένων καὶ τῆς Τραπέζης εἰς τρόπον, ὥστε ν’ ἀφαιρέσῃ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον ἢ μέχρι τῆς πραγματοποιήσεως ὡρισμένου ποσοῦ δανείων τοῖς μετρητοῖς, νὰ ἀφαιρέσῃ λέγω ἀπὸ τὸν δανειζόμενον τὴν ἐξουσίαν τοῦ νὰ ᾖναι κύριος τῆς θελήσεώς του, καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ συναλλάττηται ὅπως θέλῃ μετὰ τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ εἶναι ὁ λόγος ἀληθὴς, εἶναι τὸ ἐπιχείρημα σπουδαῖον; Ἡ γνώμη τοῦ ἀξιολόγου φίλου μου Κυρίου Κουμουνδούρου εἶναι συνεπὴς πρὸς ὅσα ἐξέθηκεν ὁ ἴδιος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ; ἂς τὸ ἐξετάσωμεν. Ἐν σελ. μδʹ. καὶ μέ. τῶν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου δημοσιευθέντων ἐγγράφων βλέπομεν ὅτι· «οἱ μὲν ΚΚ. Χρηστίδης καὶ Δόσιος προτείνουν τὴν παραδοχὴν τῶν προτάσεων τοῦ Κ. Βαλτατζῆ, καθόσον ἡ χορήγησις τῶν κτηματογράφων γίνεται εἰς τοὺς δανειζομένους κατ’ ἐκλογὴν αὐτῶν, οὐδὲ ἐπιβάλλεται παρὰ τῆς Τραπέζης, ἀφ’ οὗ ὁ δανειζόμενος εἶναι ἐλεύθερος νὰ προσδιορίσῃ τὸν τρόπον τοῦ δανείου, ἂν προτιμᾷ δηλ. νὰ τὸ λάβῃ εἰς μετρητὰ μὲ τόκον 8%, ἢ ἂν θέλῃ εἰς κτηματόγραφα μὲ τόκον 7%. Οἱ Κύριοι Κουμουνδοῦρος καὶ Κ. Σοῦτσος προτείνουσι νὰ μὴ δοθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν ἡ ἄδεια τοῦ διὰ κτηματογράφων δανεισμοῦ, εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν ὀκτὼ ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν της, ὅτε τὸ Κοινὸν θέλει ἐξοικειωθῇ μὲ αὐτά. Ὁ Κύριος Δημ. Λεβίδης προτείνει, νὰ δοθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα τοῦ διὰ κτηματογράφων δανεισμοῦ καὶ πρὸ τῆς τετραετίας, ἅμα κατορθώσῃ νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν κτηματόγραφα μέχρι πέντε ἑκατομμυρίων. Ἐνταῦθα δὲ ἀναγινώσκω τὰ ἑξῆς· «Οἱ Κύριοι Κουμουνδοῦρος καὶ Σοῦτσος παραδέχονται τὴν γνώμην τοῦ Κ. Λεβίδου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι τὰ πέντε ἑκατομμύρια θέλουν κυκλοφορεῖ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος.» Ἀναγνώσας τὴν παράγραφον ταύτην, ἐδίστασα ἐπὶ πολὺ, ἂν περιεῖχεν ἢ δὲν περιεῖχε τυπογραφικὸν λάθος, καὶ ἂν τῳόντι ὁ ἀξιότιμος καὶ νοημονέστατος φίλος μου Κ. Κουμουνδοῦρος ἐξήνεγκε τοιαύτην γνώμην εἰς τοὺς κόλπους τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ πολὺ ἐδίστασα καὶ ἐνόμισα, ὅτι ἡ φιλία καὶ ἡ ὑπόληψις, ἅτινα μὲ συνδέουσι μετ’ αὐτοῦ, μοὶ ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον νὰ τὸν ἐρωτήσω, ἂν ὁ τύπος ἐξέφρασε τὴν ἀληθῆ γνώμην. Ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος εὐηρεστήθη νὰ μὲ βεβαιώσῃ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τυπογραφικὸν λάθος. «Οἱ ΚΚ. Κουμουνδοῦρος καὶ Σοῦτσος παραδέχονται νὰ ἔχῃ ἡ κτηματικὴ Τράπεζα τὸ δικαίωμα νὰ δανείζῃ ἐντὸς τοῦ κράτους διὰ κτηματογράφων, τότε μόνον, ἀφοῦ προηγουμένως θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος κτηματόγραφα ἀξίας δραχ. 5,000,000.» Διὰ τίνος τρόπου θέλετε, σᾶς ἐρωτῶ Κ. Κουμουνδοῦρε, νὰ θέσητε τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν κτηματογράφων εἰς κυκλοφορίαν; Ἐννοεῖτε βεβαίως διὰ τρόπων αἰσθητῶν, οὐχὶ ἀοράτως καὶ ἀΰλως. Οἱ αἰσθητοὶ τρόποι διὰ τῶν ὁποίων ἡ Τράπεζα δύναται νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος τὰ κτηματόγραφα αὐτῆς εἶναι τρεῖς, α) νὰ λαμβάνωσιν οἱ δανειζόμενοι αὐτὰ καὶ νὰ τὰ θέτωσιν οἱ ἴδιοι εἰς κυκλοφορίαν. β) Νὰ τὰ λαμβάνωσιν οἱ δανειζόμενοι, ἀλλὰ ν’ ἀναθέτωσιν εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ διαπραγματευθῇ αὐτὰ διὰ λογαριασμόν των· καὶ γ) ἀγοράζουσα ἡ Τράπεζα διὰ χρημάτων εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε δι’ ἄλλων ὑποβολιμαίων προσώπων τὰ κτηματόγραφα, νὰ θέτῃ αὐτὰ δι’ ἴδιον λογαριασμόν της εἰς κυκλοφορίαν. Μὲ ἄλλας λέξεις, ἐννοεῖτε, νὰ γείνῃ ἡ Τράπεζα διὰ τοῦ πλαγίου τρόπου παραβάτης τοῦ Νόμου, τῆς συστάσεώς της καὶ τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, νὰ περιπλεχθῇ εἰς τοὺς πειρασμοὺς τῆς κερδοσκοπίας καὶ νὰ ἀφομοιωθῇ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσιν ὡς πρόσχημα τὸν ἐπιεικῆ δανεισμόν, ὡς κύριον ὅμως μέλημα πῶς νὰ κορέσωσι τὰς ἀκρατήτους ὁρμὰς τῆς κερδοσκοπίας. Τοιαύτην ἐργασίαν ἡ Τράπεζα οὔτε δυνάμει τοῦ καταστατικοῦ της, οὔτε δυνάμει τῶν νόμων δύναται νὰ ἐκτελέσῃ (Θόρυβος)· μένουν ἐξ ἀνάγκης οἱ ἕτεροι δύω τρόποι, δηλ. ἢ νὰ τὰ δώσῃ εἰς τὸν δανειζόμενον καὶ αὐτὸς νὰ φροντίσῃ νὰ τὰ διαπραγματευθῇ, ἢ νὰ ἀναλάβῃ ἡ Τράπεζα διὰ λογαριασμὸν τοῦ δανειζομένου τὴν τοποθέτησιν αὐτῶν. Ἑπομένως θέτοντες τὸν ὅρον τοῦ νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ Τράπεζα 5 ἑκατομμυρίων κτηματόγραφα, ἂν δὲν ἐννοῆτε, νὰ παραβῇ τὸν νόμον καὶ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ δεχθῆτε, ὅτι ὁ μόνος τρόπος διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ὅρου σας, εἶναι τὸ ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐκλογὴν τοῦ δανειζομένου νὰ δανείζηται εἴτε τοῖς μετρητοῖς, εἴτε διὰ κτηματογράφων. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἀρκετὰ ἐῤῥέθησαν διὰ νὰ ἀποδείξουν εἰς ὑμᾶς, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐν Ἑλλάδι εἰσαγωγῆς τῆς κτηματικῆς πίστεως, ἀπαντᾷ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ἡ κοινωνία συναισθάνεται καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐκλείψωσιν ὅσον τάχιον, ἀλλὰ καὶ σεῖς πρὸ πάντων ἔχετε τὸ καθῆκον καὶ τὴν ἀποστολὴν νὰ τὰ νικήσητε. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ δεσμεύσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῶν συζητήσεων καὶ τῶν ἀποφάσεών της, μέχρις ὅτου φθάσωμεν εἰς ἓν ὁριστικὸν μέτρον· δὲν πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν ἀπὸ τοῦδε τί θέλομεν πράξει μετὰ τὴν ἔλευσιν τῶν Ἑπτανησίων, ὅταν ὑποβληθῇ ἡμῖν πρὸς συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν ἡ περὶ τῆς Τραπέζης τοῦ Κυρίου Βαλτατζῆ σύμβασις. Δυνάμεθα ὅμως νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἐπιθυμίαν ἡμῶν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἐκτελέσῃ πᾶν ὅ,τι ἀπαιτεῖται διὰ νὰ ἔλθωσι συντόμως εἰς πέρας αἱ διαπραγματεύσεις αὗται, τῶν ὁποίων τὸ ἀποτέλεσμα πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως μετὰ τὴν μεθ’ ἡμῶν ἕνωσιν τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου, τοὺς ὁποίους μετὰ περιπαθοῦς καὶ δικαιοτάτης ἀνυπομονησίας ἀπεκδεχόμεθα. Ἀλλ’ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς σᾶς ἐξέθεσε πολλὰς θεωρίας περὶ τόκου, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν ἀναδέχομαι νὰ πολεμήσω, διότι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ἡ ὥρα, οὔτε ὁ τόπος τοιούτων συζητήσεων. Ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὸν Κ. Κεχαγιᾶν, ὅτι ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἀξία τῆς περὶ τῶν τόκων οἰκονομικῆς θεωρίας του, εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅμως τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν πρακτικὴν αὐτοῦ ἔποψιν εἶναι ὅλως ἄσκοπον, διότι δὲν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν ἤδη τὰ περὶ τοῦ τόκου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν οἰκονομικῶν θεωριῶν, αἱ ὁποῖαι, ἂς τὸ σημειώσῃ ἐν παρόδῳ ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς, εἶναι ἀνωφελεῖς, ὅταν χωρισθῶσι τῶν ἀπαιτουμένων ἱστορικῶν καὶ φιλοσοφικῶν γνώσεων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἱδρύσεως τῆς κτηματικῆς πίστεως, καὶ αὕτη εἰς οὐδεμίαν δύναται νὰ περιέλθῃ σύγκρουσιν πρὸς τὸν διὰ τῆς νομολογίας εἰσαχθέντα παρ’ ἡμῖν προσδιορισμὸν νομίμου ὅρου τοῦ τόκου. Ἐπίσης ἄσκοπον, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀσκοπώτερον, εἶναι τὸ πρᾶγμα διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ὅπου γραπτὸς θετικὸς νόμος, ἐθέσπισε τὸ μέτρον τοῦ τόκου 6% μὲν δι’ ἐνυπόθηκα δάνεια, 10% δὲ διὰ τὰ δάνεια τῆς καθαρῶς προσωπικῆς πίστεως. Καὶ δὲν ἐξετάζω, ἂν ἡ νομοθεσία αὕτη ᾖναι ὀρθὴ, ἢ ἐσφαλμένη, ἐξετάζω μόνον, ἂν καὶ ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ἡ κτηματικὴ πίστις δύναται νὰ συνυπάρχῃ μὲ τὸν ὅρον τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον ἡ νομολογία ἢ ὁ θετικὸς νόμος καθιέρωσαν. Εὐτυχῶς ὁ νόμιμος περιορισμὸς τοῦ τόκου δὲν ἀποκλείει τὴν κτηματικὴν πίστιν, ὡς τὸ ἀποδεικνύει καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας. Ἡ κτηματικὴ πίστις ἐν Γαλλίᾳ ἐνεργεῖ ὑπὸ τὸ κράτος νόμου, ὅστις γινώσκει τὸν περιορισμὸν τοῦ τόκου, καὶ μολαταῦτα ἀκμάζει. Ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καθιερώσητε πρῶτον τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς. Αἱ θεωρίαι αὗται, ἂν παρουσιάζωνται ὡς προδικαστικαὶ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς κτηματικῆς πίστεως, δὲν λέγω ὅτι ἔχουσι τὸν σκοπὸν, βεβαίως ὅμως θὰ ἔχωσιν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀόριστον ἀναβολὴν, ἑπομένως τὴν ἄφευκτον ἀποτυχίαν τῆς συστάσεως τῆς κτηματικῆς Τραπέζης. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λάβωμεν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα σκοπὸν, εἶναι ὅλως διάφορα. Παρουσιάζεται ἡ κτηματικὴ πίστις, ἥτις ἐν Εὐρώπῃ διῆλθε τὰς διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος δοκιμασίας τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν κρίσεων. Παρουσιάζεται, ὡς ἄλλος Ἡρακλῆς, ὅστις ἀπεδείχθη ἀκαταγώνιστος ἐν τοῖς κινδύνοις. Βλέπομεν τὸν Ἡρακλέα τοῦτον ἐρχόμενον καὶ πρὸς ἡμᾶς ἐν τῇ ἀνδρικῇ αὑτοῦ ὥρᾳ καὶ δυνάμει, διὰ νὰ πνίξῃ τοὺς δράκοντας τῶν προλήψεων καὶ τῆς τοκογλυφίας, καὶ μολοντοῦτο, ὡς ἂν ὁ Ἡρακλῆς αὐτὸς μὴ ἔφερε μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὴν πιστοποίησιν τῆς ἀνδρικῆς του ἡλικίας, καὶ τὰ τρόπαια τῶν νικῶν αὑτοῦ ἐκ τῆς Εὐρώπης, ἀμφιβάλλετε ἀκόμη περὶ τῆς δυνάμεώς του. Ἡ ἀμφιβολία σας θὰ ἦτο συγγνωστὴ, ἐὰν ὁ Ἡρακλῆς ἤρχετο ἐν τῇ βρεφικῇ αὑτοῦ ἡλικίᾳ. Ἀλλὰ σεῖς δυσπιστοῦντες εἰς τὰς ἀνδρικάς του δυνάμεις, ζητεῖτε νὰ τὸν σπαργανώσητε σταθερᾷ μεσημβρίᾳ. Τοῦτο ὑπερβαίνει πᾶσαν κατάληψιν. Μεταχειρίζεσθε τέχνην παιδαγωγικὴν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται εἰμὴ νὰ οἰκτείρῃ ἡ Εὐρώπη, διότι δυστυχῶς προδίδει ἔλλειψιν ἢ νοημοσύνης, ἢ εἰλικρινείας. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἀναβαίνει ἐπὶ τοῦ βήματος.
§92ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲν εἶναι ἡμέρα συνεδριάσεως.
§94ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Τετάρτην. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις (ὥρᾳ 6 παρὰ 25 Μ. Μ.).
Ὁ Πρόεδρος
Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Χ. Κανελλόπουλος