1864.05.08
3.656 στίχοι · 30.535 λέξεις · 158 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 262.
Τῆς 8 Μαΐου 1864.
(Παρασκευὴ)
Ὥρα 1 Μ. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταλάβετε τὰς θέσεις σας, Κύριοι. Τὰ πρακτικὰ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ὥστε δὲν γίνεται ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν· θὰ ἀναγνωσθοῦν διάφορα ἔγγραφα· ἂν ᾖναι ὀλίγον παλαιὰ, δὲν πταίει τὸ Προεδρεῖον.
§2ΣΟΥΪΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχω τὸν λόγον, ὅταν ἔλθῃ. Ἀναγινώσκεται τὸ ἀκόλουθον ἔγγραφον τοῦ Πρωθυπουργοῦ Κυρίου Βάλβη. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικῆς τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως. Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀναγγείλω ὑμῖν καὶ δι’ ὑμῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ Β. Διατάγματος ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Πρόεδρον μὲν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν ὑπογεγραμμένον, ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν Κύριον Α. Αὐγερινὸν, ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὸν πλοίαρχον Κύριον Μιλ. Κ. Κανάρην, ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν ταγματάρχην τοῦ Πυροβολικοῦ Κύριον Χ. Ζυμβρακάκην, ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν τὸν Κύριον Π. Καλλιγᾶν, ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν Κύριον Ἰω. Παππαζαφειρόπουλον. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 16 Ἀπριλίου 1864.
Ὁ Πρόεδρος
(Τ. Σ.) Ζ. ΒΑΛΒΗΣ.
Ἀναγινώσκεται ἕτερον ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν Κυρίου Αὐγερινοῦ. Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Λαμβάνω τὴν τιμὴν, Κύριε Πρόεδρε, νὰ σᾶς διαβιβάσω ἐσωκλείστως ἀντίτυπά τινα τοῦ δρομολογίου τῆς περιοδείας τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, πρὸς γνῶσιν τῶν Κυρίων πληρεξουσίων. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 27 Ἀπριλίου 1864.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. Δ. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ διεβιβάσθη ὑπὸ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μία ἀναφορὰ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς διαβιβάσωμεν ὧδε ἀναφορὰν τῶν ἐν Γαλαζίῳ Ἑλλήνων, πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ἀπευθυνομένην, καὶ διὰ τῆς ἐκεῖσε Ἑλληνικῆς Προξενικῆς ἀρχῆς πεμφθεῖσαν ἡμῖν, παρακαλούντων ὑμᾶς νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ τὴν ἀναγνώσητε εἰς τὸ παρ’ ὑμῶν προεδρευόμενον Ἐθνικὸν τοῦτο Σῶμα. Σᾶς προσθέτομεν δὲ, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι προτιθέμεθα νὰ ὑποβάλωμεν ἐν καιρῷ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν τὰς δεούσας σκέψεις καὶ παρατηρήσεις περὶ τῆς καταστάσεως καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς τε ἐν Γαλαζίῳ καὶ ἄλλων κατὰ τὴν Τουρκίαν Προξενικῶν ἀρχῶν, ὧν τὴν ἠθικὴν βαρύτητα ἐξησθένησαν οὐ μικρὸν αἱ ἐπενεχθεῖσαι ἐσχάτως διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐλαττώσεις πρὸς βλάβην πολυειδῶν Ἐθνικῶν τε καὶ ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 29 Ἀπριλίου 1864.
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΚΑΛΛΙΓΑΣ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπόκειται, νομίζω, εἰς τὸν Κύριον ὑπουργὸν, ὅταν θέλῃ νὰ καταστήσῃ ἀντικείμενον τῶν σκέψεων τῆς Συνελεύσεως τὸ ζήτημα τοῦτο.
§5ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ ἀναφορά. Ἀναγινώσκεται ἡ ἑξῆς ἀναφορά. Ἐν Γαλαζίῳ, τὴν 10 Ἀπριλίου 1864. Πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴν τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσιν. «Οἱ ὑποφαινόμενοι ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς ἐνταῦθα Ἑλληνικῆς κοινότητος, μάρτυρες τῆς ὀδυνηρᾶς ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ συνεπείᾳ τῶν τελευταίων οἰκονομικῶν μέτρων ὑποβιβασμὸς τοῦ Προξενείου τούτου ἐνεποίησεν εἰς τοὺς ἐνταῦθα ὁμογενεῖς καὶ τῆς χλεύης τῶν ξένων, ἀναλογιζόμενοι δὲ τὰς δι’ ἑνὸς τοιούτου μέτρου ἀναποφεύκτους ἐπιβλαβεῖς συνεπείας διά τε τὰ γενικὰ τοῦ ἔθνους συμφέροντα καὶ τὰ τῶν ἐνταῦθα Ἑλλήνων ὑπηκόων, θεωροῦσι καθῆκον αὐτῶν νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐπὶ τοῦ ἀκροσφαλοῦς καὶ ὄχι ἴσως δικαίου τούτου μέτρου, καὶ παρακαλέσωσιν αὐτὴν ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ προλάβῃ τὴν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ βλάβην πολυειδῶν συμφερόντων.
§6ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπεφασίσθη ἅπαξ διὰ παντὸς αἱ ἀναφοραὶ νὰ παραπεμφθοῦν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν διαβιβάζηται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς μία ἀναφορὰ, τὸ Προεδρεῖον χρεωστεῖ νὰ τὴν ἀναγνώσῃ· ἄλλο εἶναι, ὅταν δίδηται παρὰ ἰδιώτου, διότι τότε θὰ τὴν στείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ὅταν ὅμως τὴν στέλλῃ τὸ Ὑπουργεῖον, τί θὰ κάμῃ ὁ Πρόεδρος;
§8ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι τότε ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ μὲ μίαν πρότασιν ὁ ὑπουργός.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἀναφορᾶς. «Ἡ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ προξενικὴ ἀρχὴ, συσταθεῖσα εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ μὲν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ ἐμπόριον ἦτον εἰς τὰ σπάργανα αὑτοῦ, οἱ δὲ ἐνταῦθα παροικοῦντες Ἕλληνες μόλις ἀπετέλουν τὸ πολλοστημόριον τῶν παρόντων, δὲν ἦτον ἴσως ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τῶν εἰς τὰ ὑποπροξενεῖα χορηγουμένων μέσων εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτῆς, ἄνευ σπουδαίας ἐθνικῆς καὶ ἰδιωτικῆς βλάβης. «Ἀπὸ πολλοῦ ὅμως χρόνου, ἀφ’ ὅτου μὲ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου, οἱ μὲν ὑπήκοοι Ἕλληνες φθάνουσι τὰς δύω χιλιάδας, τὸ δὲ Ἑλλ. ἐμπορικὸν ναυτικὸν ὅλον σχεδὸν πλέει ἅπαξ τοὐλάχιστον τοῦ ἐνιαυτοῦ τὸν Δούναβιν, Κυβέρνησις πατρικὴ, κηδομένη τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, καὶ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἰδιωτικῶν συμφερόντων, ὤφειλε πρὸ πολλοῦ ἤδη νὰ χορηγήσῃ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα εἰς τὴν προξενικὴν ταύτην ἀρχὴν, προβιβάζουσα ταύτην εἰς Προξενεῖον· ἀλλ’ ὡς μὴ ὤφειλε, καὶ τοῦτο, ὡς καὶ πολλὰ ἄλλα ἐθνικὰ συμφέροντα εἶχον παραμεληθῇ ὑπὸ τοῦ πεσόντος ὀλεθρίου συστήματος μέχρις ἐσχάτων, ὅτε, ἐπελθούσης τῆς Ὀκτωβριανῆς μεταπολιτεύσεως, εἰσηκούσθησαν αἱ εὐχαὶ τῶν ἐνταῦθα ὑπηκόων, καὶ τὸ ὑποπροξενεῖον τοῦτο ἐπροβιβάσθη εἰς Προξενεῖον· ἤρξατο δὲ ἔκτοτε μορφούμενον καὶ βαῖνον πρὸς τὸν ἀληθῆ αὑτοῦ προορισμὸν, ὅτε αὖθις βάσκανος δαίμων φθονῶν τὸ καλὸν τοῦ ἔθνους ἐπροκάλεσε τὸ ἐν λόγῳ οἰκτρὸν οἰκονομικὸν μέτρον, καὶ ἰδοὺ ἐπαναφέρεται καὶ πάλιν εἰς τὴν προξενικὴν ταύτην ἀρχὴν ἡ ὑπὸ μυρίας ἐπόψεις ἀξιοθρήνητος προτέρα τῶν πραγμάτων κατάστασις, καὶ μάλιστα καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ μὲν ἐνταῦθα παροικοῦντες Ἕλληνες διπλασιάζονται διὰ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ἐπαυξάνει δὲ ἐπαισθητῶς καὶ ἡ τῆς προξενικῆς ταύτης ἀρχῆς ὑπηρεσία. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων τὸ ἐν λόγῳ μέτρον ὑπηρετεῖ ἆρα τὸν προκαλέσαντα αὐτὸ οἰκονομικὸν λόγον; — Ὄχι βεβαίως, ὡς δὲν ἀγνοεῖ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις. Ἐν ταῖς χώραις ταύταις, ὅπου οἱ ξένοι ὑπήκοοι ἀπολαύουσι τοῦ δικαιώματος τῆς ἑτεροδικίας, αἱ προξενικαὶ ἀρχαὶ εἶναι αἱ μόναι ἁρμόδιαι ἀρχαὶ πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων καὶ διάλυσιν τῆς μεταξὺ αὐτῶν διαφορᾶς. Εἶναι λοιπὸν πρόδηλον, ὅτι περιοριζομένου τοῦ προσωπικοῦ τοῦ προξενείου τούτου εἰς ἕνα μόνον ὑποπρόξενον, μόλις τὸν εὐτελέστατον μισθὸν τοῦ ἐν ταῖς χώραις ταύταις ἐργάτου λαμβάνοντα, ἀποβαίνει ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ ταχεῖα καὶ εὐθύδικος διεξαγωγὴ τῶν ὑποθέσεων. Ἐξ ἀνάγκης λοιπὸν οἱ ἔχοντες ὑποθέσεις ὑπήκοοι ἢ θὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ τοπικὰ δικαστήρια πρὸς διάλυσιν τῶν διαφορῶν αὐτῶν μὲ βλάβην καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἢ θὰ διαλύωσι μόνοι των τὰς διαφορὰς μὲ θυσίαν τῶν συμφερόντων αὐτῶν, καὶ οὕτως, ἐλαττουμένης τῆς ὑπηρεσίας, θὰ συνελαττωθῶσιν ἀναγκαίως καὶ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Προξενείου. «Πλὴν καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ὁ συλλογισμὸς οὗτος δὲν εἶναι ὅλως ἀνεπίδεκτος ἀμφιβολίας, οἱ ὑποφαινόμενοι φρονοῦσιν, ὅτι οὐδεμία δικαιοσύνη ἤθελεν ἐπιτρέψει, ὥστε τά τε γενικὰ συμφέροντα καὶ τὰ ἰδιωτικὰ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων προξενικῆς τινος περιφερείας, δυναμένης νὰ συντηρηθῇ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων αὐτῆς, καὶ νὰ δίδῃ καὶ περίσσευμα, ὡς συμβαίνει εἰς τὴν προξενικὴν ταύτην περιφέρειαν, νὰ θυσιάζωνται πρὸς διατήρησιν ἄλλων προξενικῶν θέσεων, μήτε τὰ εἰσοδήματα τῆς προξενικῆς ταύτης ἀρχῆς, μήτε τὸν προορισμὸν αὐτῆς ἐχουσῶν. «Οἱ ὑποφαινόμενοι ἐλπίζουσιν ἐν τέλει, ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις διὰ τοὺς ἐκτεθέντας λόγους, καὶ δι’ οὓς ἐν τῇ συνέσει αὐτῆς θέλει οἴκοθεν ἐννοήσει, καὶ κηδομένη τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἐνταῦθα ὑπηκόων Ἑλλήνων, θέλει εὐαρεστηθῆ ἐν τῷ ἐθνικῷ συμφέροντι καὶ τῇ δικαιοσύνῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ Προξενεῖον τοῦτο εἰς τὴν προτέραν αὑτοῦ κατάστασιν, διασκεδάζουσα οὕτω καὶ ἀτυχῆ τινα πλάνην, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν προκαλέσαντα τὸ μέτρον τοῦτο λόγον.» (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαὶ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.)
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ μείνῃ εἰς τὸ Γραφεῖον ἑωσοῦ ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἀναγγείλῃ, ὅτι θέλει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπ’ αὐτῆς;
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω ἀναφοραὶ μοὶ ἐνεχειρίσθησαν, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦν οἱ συνάδελφοι ἡμῶν ἀδείας, ὁ Κύριος Νικολόπουλος καὶ ὁ Κύριος Ζαΐμης. Ἐγκρίνονται;
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐνεχειρίσθη πρὸ μικροῦ μία ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν τμημάτων, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὴν πρότασιν περὶ φυτειῶν.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Σαρίπολος, ἐὰν ᾖναι παρὼν, ἐζήτησε ν’ ἀναγνώσῃ μίαν ἔκθεσιν.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία πρότασις.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ
«Ἐξαιροῦνται τῶν διατάξεων τῶν ψηφισμάτων ΡΛΔʹ. καὶ ΡΛΕʹ. τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ταύτης οἱ ὑπηρετήσαντες κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ 1821 ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ Συνταγματάρχου καὶ ἀνωτέρω, συμφώνως μὲ τὰ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ τῆς αὐτῆς κατηγορίας ἀποφασισθέντα, καὶ ἑπομένως ἀπολαύουσι τῶν ἀποδοχῶν τῆς διαθεσιμότητος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ περὶ τούτων παλαιοῦ Νόμου.» Ἀθῆναι, τῇ 29 Ἀπριλίου 1864. Οἱ προτείνατες πληρεξούσιοι Γ. Α. Πετιμεζᾶς, Κ. Ι. Γιολδάσης, Ἀρ. Μπουκαούρης, Ὀδ. Ἰάλεμος. Γ. Λάππας,
§19ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι ὁ προτείνων;
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γ. Α. Πετιμεζᾶς, Μπουκαούρης, Λάππας, Γιολδάσης καὶ Ἰάλεμος.
§21ΣΟΥΪΔΑΣ. Νὰ σχετισθῇ μὲ μίαν προτέραν πρότασιν σχετικήν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ τυπωθῇ πρότερον.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησαν τὸν λόγον δι’ ἐπερωτήσεις....
§25Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ· ἤθελον παρακαλέσει τὴν Συνέλευσιν νὰ θεωρήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην κατεπείγουσαν. Πρόκειται περὶ ἀνδρῶν τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ ῥίπτωμεν εἰς τοὺς δρόμους.
§26ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς τοὺς Κ.Κ. πληρεξουσίους εἶχον ἀποστείλει κατάλογον τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§28ΔΙΑΛΕΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι. Οἱ λοχαγοὶ ἀγωνισταὶ τί θὰ γείνουν αὐτοί;
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα σήμερον· εἶχον ἀποστείλει κατάλογον τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, ὡς ἐπίσης καὶ τῶν ὑποθέσεων τῶν κατατεταγμένων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἐνόμιζον δὲ τοῦτο ἀναπόφευκτον, διότι καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν δὲν ἐγένετο ἐξέλεγξις, καὶ πολλὰ σπουδαῖα ἀντικείμενα ἦσαν τελευταῖα, καὶ ἄλλα μὴ σπουδαῖα κατεῖχον θέσιν πρώτην. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν προτάσεων ὑπάρχουν, νομίζω, 4 ἢ 5, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τοὺς ἀγωνιστὰς ὑπὸ διαφόρους τίτλους. Ὅταν τὰ τμήματα εἰργάσθησαν, ὅπως ἀποφανθῶσι ποίας προτάσεις νομίζουσι προτιμητέας, τότε ὑπεβλήθη εἰς αὐτὰ καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα· ἑπομένως ἐνόμιζα, ὅτι αὐταὶ αἱ 5 προτάσεις ἠμποροῦν νὰ ἑνωθῶσιν εἰς μίαν, ἡ ὁποία νὰ ἐπεξεργασθῇ παρὰ μιᾶς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐγκρίνῃ τὸ μέτρον τοῦτο, τότε καὶ ἡ προκειμένη πρότασις δύναται νὰ λάβῃ τὴν θέσιν αὐτήν.
§30ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λάππα δὲν δύναται νὰ συνδεθῇ οὐδόλως μὲ τὸ ζήτημα τῶν ἀγωνιστῶν. Αὐτοὶ ἐτέθησαν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐν ἀργίᾳ, καὶ εἶναι ἄσχετον μὲ τὴν ἀμοιβὴν τοῦ ἀγῶνος.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐταὶ αἱ προτάσεις δὲν ἔχουν μόνον σκοπὸν νὰ βαθμολογήσωσιν, ἢ νὰ δώσωσιν ὠφελείας εἰς τοὺς ἀγωνιστὰς, ἀλλ’ ἐν γένει πᾶν ὅ,τι εἶναι ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ ἀφορᾷ τὸν ἀγῶνα νὰ συγκεντρωθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διότι ἐνόμισα, ὅτι πρὸ ἀκόμη τῆς ἐλεύσεως τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ ἐξαντλήσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ ὀφείλει, διότι δὲν εἶναι τόσον τιμητικὸν διὰ τὴν Συνέλευσιν νὰ παρουσιάσῃ εἰς τοὺς Ἑπτανησίους ἀμοιβὴν δι’ ἀγῶνας πρὸ 40 ἐτῶν· ἑπομένως μία ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἐξελέγξῃ ὅλα ταῦτα.
§32ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε. Ἡ Συνέλευσις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐνόμιζεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττώσῃ τὴν μισθοδοσίαν τῶν εἰς διαθεσιμότητα ἀξιωματικῶν· ἤδη ἔρχεται πρότασις (ἐγὼ δὲν ἀποφαίνομαι οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατά), ἤδη ἔρχεται πρότασις, ἡ ὁποία λέγει· ἐκ τοῦ ἐνεργητικοῦ στρατοῦ οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς διαθεσιμότητα κατ’ ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, δὲν λαμβάνουν μισθὸν ἀργίας, οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύω κατηγορίας, καὶ ἐπιλαμβάνεται τῆς διορθώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον ἀφορᾷ εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τῶν μαχίμων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καὶ ἀγωνισταί.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἰδιότης τοῦ ἀγῶνος τοῖς δίδει αὐτὸ τὸ ἐξαιρετικόν.
§34ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἶναι ἄσχετον.
§35ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις τῆς ἡμερησίας διατάξεως φαίνονται 2 ἢ 3 προτάσεις περὶ τῶν ἀγωνιστῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐνθυμῶμαι, πρὸ 3 μηνῶν εἴχομεν μίαν πρότασιν ἐκ μέρους τοῦ Κ. Βαλτινοῦ καὶ τοῦ Κ. στρατηγοῦ Ζέρβα καί τινων ἄλλων, αἵτινες εἶναι αἱ αὐταὶ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι φαίνονται εἰς τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις σήμερον. Κατ’ ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, εἶχε δοθῆ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἡ ἄδεια νὰ ἐκλέξῃ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ λάβῃ ὑπὸ σκέψιν τὰς προτάσεις αὐτάς· ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ δὲν ἔφερεν εἰς πέρας τὸ ἔργον· μόνος ὁ Κ. Παλαμήδης, βλέπων τοῦτο, ἐπέφερε μίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Παρατηρῶ τώρα, ὅτι δὲν θὰ κάμωμεν ἄλλο τι, παρὰ ν’ ἀποφασίσωμεν εἰς μίαν ἄλλην ἐπιτροπὴν νὰ στείλωμεν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἡ ὁποία εἶναι ἤδη καὶ συζητημένη· διότι ὅλων ἡ γνώμη εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ, πῶς νὰ δικαιωθῶσιν οἱ ἀγωνισταί. Εἶναι ζήτημα ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ λύσῃ μία ἐπιτροπὴ, ὥστε καὶ ἡ ἄλλη ἐπιτροπὴ θ’ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν τῆς πρώτης· καὶ ἐὰν ὅπως εἴπετε, τὸ ἀφήσωμεν μετὰ τὴν ἔλευσιν τῶν Ἑπτανησίων, εἶναι αἶσχος, πράγματα τοῦ ἀγῶνος τοῦ 1821 νὰ περιμένωμεν τοὺς Ἑπτανησίους νὰ τ’ ἀποφασίσωμεν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπρότεινα τοῦτο, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ὅσον δυσκολώτερον εἶναι τὸ πρᾶγμα, τόσον εὐκολώτερον θὰ ἐπεξεργασθῇ εἰς τὰ τμήματα ὑπὸ ὀλίγων πληρεξουσίων· ἴσως δὲν ἐπῆλθεν ἀποτέλεσμα ἐκ τῶν συστηθεισῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπιτροπῶν, διότι ἀνετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ συστήσῃ αὐτὰς, ἐνῷ ἔπρεπεν ἡ Συνέλευσις νὰ τὰς συστήσῃ. Ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ δὲν ἔκαμε τίποτε· ἔπειτα, τινὰ τῶν μελῶν διωρίσθησαν εἰς ὑπηρεσίαν· ἐδόθη ἡ ἄδεια εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐλαττώσῃ τὸ προσωπικὸν, καὶ ἔπειτα νὰ συστήσῃ ἄλλην· ἐσυστήθη καὶ δευτέρα καὶ τρίτη, ἀλλὰ δὲν ἔκαμε τίποτε. Ὅθεν νομίζω ὅτι εἶναι καλλίτερον τὰ τμήματα νὰ συστήσουν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία πάντα τὰ περὶ τῶν ἀγωνιστῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§37ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως.
§38ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ Κ. Παλαμήδης.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Συνέλευσις νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ληπτέου μέτρου συγχρόνως μὲ τὰς ἄλλας προτάσεις περὶ τῶν ἀγωνιστῶν;
§40ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Βαλτινὸς ἐζήτησε τὸν λόγον.
§43ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐκλογῶν τῆς Ἑπτανήσου, πρώτην ἤδη φορὰν συνερχόμεθα, νομίζω, ἐὰν δὲν λανθάνωμαι, ὅτι κατενόησα τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως ἀποσχούσης τοῦ νὰ συνέρχεται· φρονῶ δὲ, ὅτι ἔπραξε τοῦτο, διότι ἐνόμισεν ὅτι ἴσως δὲν ἔχει σπουδαῖα πολλὰ νὰ συζητήσῃ, καὶ ἐνόμισε καλὸν νὰ περιμείνῃ τὴν ἔλευσιν τῶν ἀδελφῶν Ἑπτανησίων, διὰ νὰ βαδίσῃ θαῤῥαλέως πρὸς περαίωσιν τοῦ μεγαλειτέρου τῶν ἔργων αὐτῆς. Τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην εἰς ἄλλο τι ν’ ἀποδώσω τὴν μὴ συνεδρίασιν. Ὑπάρχει δὲ, ἂν μοὶ ᾖναι συγκεχωρημένον νὰ ἐκφράσω, καὶ ἑτέρα ἰδέα, ὅτι ἐπειδὴ πολλὰ ἔργα δὲν ἔχομεν νὰ πράξωμεν, ἡ Κυβέρνησις νὰ μείνῃ ἐλευθέρα, ν’ ἀνασάνῃ, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον τὴν πιέζει, ὅταν συνυπάρχῃ μὲ αὐτὴν τὸ κοινοβούλιον. Εἶναι δὲ βεβαιότατον, Κύριοι, ὅτι πάντοτε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὸ κοινοβούλιον τὸ θεωρεῖ βάρος. Ἡ ἱστορία τῶν ἐθνῶν ὅλων τὸ ἀποδεικνύει. Ἐν τούτοις, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, νομίζω, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας σήμερον ἐπισήμως λαμβάνει γνῶσιν ἡ Συνέλευσις, κατὰ τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐλεύθερον διὰ νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματα αὑτῆς, νομίζω, ὅτι ἐβάδισεν ὁδὸν, ἡ ὁποία ἴσως ἀναγκάσει τὴν Ἑλλάδα νὰ σκεφθῇ, ὅτι ἐπὶ πολὺν χρόνον εἶναι ἀνάγκη, παρὰ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐσαεὶ νὰ ὑπάρχῃ τὸ κοινοβούλιον, διὰ νὰ τὴν ἐπιτηρῇ, διὰ νὰ τῆς κανονίζῃ τὴν διαγωγήν. Ἂς κρίνωσιν οἱ ἐχθροὶ τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἂς ἀπαντήσωσιν, ἂν ὑπάρχωσι.
§44ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν ὑπάρχουσι.
§45ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ ὑπάρχουν πάντοτε ἐχθροί· καὶ ἂς ἀπαντήσωσιν, ἂν δὲν ἠπατήθησαν, ἂν ἡ παρουσία τοῦ κοινοβουλίου βλάπτῃ. Κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, ἰδίως δὲ ἐπιλαμβάνομαι τῶν ἔργων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργοῦ, ἔσφαλε σφάλμα μέγα. Πρῶτον ἐνήργησε στρατιωτικοὺς διορισμοὺς ἀντισυνταγματικῶς εἰς τὴν, κατὰ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ, κατακτηθεῖσαν Ἑπτάνησον. Παρωμοίασε, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, Κύριοι, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ὄθωνος, ὅστις, διορισθεὶς Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, ἔφερεν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Βαυαρίας ἀνθρώπους διὰ νὰ τοὺς δώσῃ ψωμί. Οὕτως ἔστειλεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπαλλήλους στρατιωτικοὺς, τοὺς εὐφυέστατα ὀνομασθέντας Φρουράρχους Μονεμβασίας. Ἓν ἄλλο, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ, καὶ ἂν ἡ ἰδέα μου αὕτη ᾖναι κακὴ, δὲν πταίω ἐγώ — ἐγὼ τὴν ἐκφέρω ταυτοχρόνως μὲ ὅλον τὸ ἔθνος· ὅλον τὸ ἔθνος μὲ τοὺς χθὲς δημοσιευθέντας στρατιωτικοὺς διορισμοὺς ἠγέρθη (πολλαὶ φωναὶ ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου «μάλιστα, θόρυβος). Ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἂς κρίνῃ τὴν κοινὴν γνώμην, ἂν ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ βαδίσῃ ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης. Κύριοι, μία τρίτη πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε χώραν· ἐπ’ αὑτῆς θέλω ὁμιλήσει λίαν λεπτῶς. Δὲν ἐπιλαμβάνομαι οὐδόλως, Κύριοι, τοῦ ζητήματος τῆς ἀμνηστείας, ἀλλὰ τὸ συνδυάζω μὲ τοὺς γενομένους προβιβασμούς· ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, ἂν ἡ Συνέλευσις ἐννοῇ ὡς καὶ ἐγὼ τὴν σοβαρότητα τῶν πραγμάτων τούτων, ἤθελον τὴν παρακαλέσει νὰ προσδιορίσῃ μίαν ἡμέραν ἢ τὴν σήμερον ἢ τὴν αὔριον, πρὸς ἐκτενεστέραν συζήτησιν.
§46ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§47ΕΤΕΡΟΙ. Σήμερον.
§48ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν ἐπιμένω διὰ σήμερον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνεῖ ἡ Συνέλευσις νὰ προσδιορίσῃ τὴν αὔριον;
§50ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Καλὸς ἐζήτησε τὸν λόγον.
§52ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, κατὰ πρῶτον θέλετε μὲ συγχωρήσει νὰ ἐκπληρώσω μίαν παράκλησιν ἑνὸς υἱοῦ ἐνδόξου ἀγωνιστοῦ, ὅστις πολλὰ ὑπέστη κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, τοῦ Γεωργίου Στριφτόμπολα. Οὗτος παραπονεῖται ὅτι ἔδωκε πολλὰς ἀναφορὰς πρὸς τὴν Συνέλευσιν καὶ δὲν ἔγινεν ἐπ’ αὐτῶν τίποτε· ζητεῖ διὰ τῆς τελευταίας νὰ ληφθῇ ἐπ’ ὄψιν ἡ κατάστασις τῆς μητρός του, τῶν ὀρφανῶν θυγατέρων αὐτῆς καὶ τοῦ ἰδίου, καὶ ζητεῖ νὰ συστηθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον (θόρυβος).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον ὅτι ἐζήτησε τὸν λόγον δι’ ἐπερώτησιν, καὶ ὄχι διὰ συστάσεις.
§54ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι πρὸ πολλοῦ ὑπάρχει ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως αἴτησις συστάσεως κτηματικῆς τραπέζης· συνεστήθησαν δὲ καὶ δύω ἐπιτροπαὶ, αἵτινες σχεδὸν, καὶ κατὰ τὴν μίαν καὶ κατὰ τὴν ἄλλην περίπτωσιν, παρεδέχθησαν ὁμοφώνως τὰς γενομένας προτάσεις, καὶ ἐθεώρησαν ἀναγκαίαν τὴν παραδοχὴν αὐτῶν καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως· ἐσχάτως ὅμως ἐγεννήθη διαφωνία τις μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ οἱ τὰ ἐναντία δοξάσαντες συγκατετέθησαν ἐπὶ τέλους καὶ συνεφώνησαν. Καὶ ὅμως, Κύριοι, ἐνῷ τὸ κοινὸν ἤλπιζε κατόπιν τῆς τελευταίας γνώμης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε σπεύσει νὰ ἀρχίσῃ τὰς διαπραγματεύσεις της περὶ τῆς κτηματικῆς πίστεως, μετὰ τοῦ Κ. Βαλτατζῆ καὶ Oppenheim καὶ νὰ προετοιμάσῃ τὰ πάντα, ὥστε ὅταν οἱ συνάδελφοι Ἑπτανήσιοι παρακαθήσωσιν εἰς τὰς ἕδρας ταύτας, νὰ εἰσαχθῇ τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον, παρουσιάζεται πάλιν ἡ τράπεζα μὲ νέας ἀπαιτήσεις, αἵτινες καταστρέφουν πρόῤῥιζα, οὕτως εἰπεῖν, τὴν πρότασιν τῶν Κ. Βαλτατζῆ καὶ Oppenheim. Ὁ Κ. Βαλτατζῆς, εἰς τὴν τελευταίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε διὰ τοῦ Κ. Δοσίου, καὶ τῆς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ, συγκειμένη ἀπὸ πρόσωπα ἀξιότιμα, ἔχοντα γνώσεις οἰκονομικὰς, διοικητικὰς καὶ δικαστικὰς, ἐσύστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄμεσον παραδοχὴν, ἔχει ὡς ὅρον, ὅτι τότε δέχεται νὰ ἱδρύσῃ τὴν κτηματικὴν πίστιν ἐν Ἑλλάδι καὶ Ἑπτανήσῳ, ὅταν τῷ δοθῇ καὶ τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς προεξοφλητικῆς τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἡ τράπεζα κατὰ τὸν νόμον τοῦ 41 τοῦ 43 τοῦ 59 καὶ τοῦ 61 δὲν ἀπέκτησε δικαίωμα προνομίου συστάσεως ὑποκαταστημάτων καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, παρὰ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς νῦν Ἑλλάδος· τὸ προνόμιον εἶναι πάντοτε καὶ παντοῦ λίαν περιωρισμένον. Ἡ τράπεζα ὑποχρεοῦται δυνάμει τοῦ νόμου νὰ συστήσῃ ἐν Ἑλλάδι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους παντοῦ ὑποκαταστήματα, καὶ δὲν τὰ ἐσύστησε καὶ ὅμως ζητεῖ ἤδη νὰ συστήσῃ τοιαῦτα εἰς τὴν νέαν Ἑλλάδα, ἔνθα δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, οὐχὶ κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν κρίσιν παντὸς ὀρθοφρονοῦντος καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα, καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος διέπει τὰ τῆς Ἰονικῆς τραπέζης, σύμφωνα μὲ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἡ τράπεζα δύναται νὰ κάμῃ προτάσεις περὶ ἑτέρας τραπέζης, ἀλλὰ καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ παραδεχθῇ αὐτὰς, ἐφ’ ὅσον μένει ἐκκρεμὴς ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτατζῆ, καὶ οὐχὶ νὰ ζητῇ ὡς δικαίωμά της νὰ συστήσῃ δυνάμει τοῦ Ἑλλ. νόμου ὑποκαταστήματα προεξοφλητικά· καὶ ἐνῷ δὲν δύναται ἡ τράπεζα νὰ συστήσῃ ὑποκαταστήματα τοιαῦτα εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἀπεύθυνεν ἔγγραφον εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὐχὶ ὅπως ζητήσῃ τὴν ἄδειαν, ἀλλ’ ἵνα δι’ αὐτοῦ γνωστοποιήσῃ μόνον, ὅτι προτίθεται νὰ συστήσῃ ὑποκαταστήματα. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔδωκε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἀπάντησιν, οὔτε εἰς τὴν τράπεζαν, οὔτε εἰς τὸν Βαλτατζῆν, καὶ ὁ Κ. Βαλτατζῆς ἴσως ἀναγκασθῇ νὰ φύγῃ καὶ οὕτω νὰ ματαιωθῇ ἐπιχείρησις, ἥτις ἐνδιαφέρει ἅπασαν τὴν κοινωνίαν. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀποκρούσῃ ἐν πάσει περιπτώσει τὴν αἴτησιν τῆς τραπέζης, ἐνόσῳ ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἡ μετὰ τοῦ Κ. Βαλτατζῆ διαπραγμάτευσις, χωρὶς νὰ διστάζῃ ποσῶς καὶ ν’ ἀναβάλλῃ. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην.
§55ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§56ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§57ΠΟΛΛΟΙ. Θὰ γίνῃ συζήτησις;
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ προλαλήσας δὲν διετύπωσε τὴν ὁμιλίαν ὡς ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ἐζήτησε νὰ κάμῃ ἡ Συνέλευσις ἀπόφασιν.
§59ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν ὁ προαγορεύσας περιωρίζετο εἰς ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, περὶ τῆς ἐκκρεμοῦς ὑποθέσεως τοῦ Βαλτατζῆ, καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως ἔβλεπεν ἡ Συνέλευσις, ὅτι κακῶς διεξήγαγε τὴν ὑπόθεσιν, ἐννοῶ τὴν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ προαγορεύσας. Κύριοι, ἀπέχει πολὺ μακρὰν τῆς ἀληθείας τῆς ὁμιλίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμε (θόρυβος). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς δώσω ὀλίγας πληροφορίας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Γνωρίζετε, Κύριοι, ἀπὸ τῶν δημοσιευθεισῶν προτάσεων τοῦ Κ. Βαλτατζῆ, ὅτι ὁ ἀγαθὸς καὶ βαθύπλουτος οὗτος πολίτης ἐπρότεινε νὰ συστήσῃ εἰδικὴν κτηματικὴν τράπεζαν, διότι ἡ ὑπάρχουσα εἶναι καὶ κτηματικὴ καὶ προεξοφλητική. Ὁ Κ. Βαλτατζῆς ἀπέβλεψεν εἰς τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὸν τόπον, καὶ τὰς ὁποίας πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἡ τράπεζα ἐπροσπάθησε νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπὸ τὸ 1852 ἐζήτησε πολλάκις, καὶ μετὰ πολλοὺς κόπους ἠδυνήθη ἐν μέρει νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου δανείσασα 16 ἑκατομμύρια ἐπὶ ὑποθήκῃ. Ἀλλ’ ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην χρημάτων· ὁ Κ. Βαλτατζῆς ἐπρότεινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ τοιαύτην εἰδικὴν κτηματικὴν τράπεζαν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ τόκου, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ θεωρῶ δευτερεῦον, διότι ἴσα ἴσα ἡ παχυλὴ ἄγνοια, ἡ ὁποία ἐφάνη, ὅτι δυνάμει νόμου πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσιν οἱ τόκοι, ἠνάγκασε καὶ τοὺς κεφαλαιούχους καὶ τὴν τράπεζαν ν’ ἀποσύρουν τὰ χρήματά των. Ἐζήτησε δὲ ὁ Κύριος Βαλταζῆς προνόμιον 50 ἐτῶν καὶ ὕπαρξιν 99· ἂν θέλετε, εἶμαι ἐναντίος τῶν προνομίων, καὶ ὡς θέλετε ἰδεῖ, καὶ ὅταν ἐπρόκειτο ν’ ἀνανεωθῇ τὸ προνόμιον τῆς τραπέζης, αὐτὴ ἡ ἰδία ἡ τράπεζα δὲν ἐζήτησε προνόμιον, ἵν’ ἀπαλλαχθῇ τῆς παχυλῆς ἀγνοίας τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου διὰ νόμου. Σκεφθῆτε ὅμως τοῦτο, ὅτι ἐπὶ ψιλῷ ὀνόματι μόνον ὑπάρχει τὸ προνόμιον τῆς τραπέζης, εἰς τὸ νὰ ἐκδίδῃ ὁμολογίας, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δανείζεται χρήματα, καὶ ταῦτα νὰ τὰ δανείζῃ· τοὐτέστιν ἐκτὸς τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον θέλει καταθέσει, νὰ δανείζῃ καὶ νὰ δανείζεται· ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν τὴν εἶχε καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δὲν τὴν εἶχεν ὅμως ὡς προνόμιον, ἀλλ’ ὡς ἐργασίαν αὐτῆς ἁπλῆν· καὶ διὰ τοῦτο ὅτε πρώτην φορὰν παρουσιάσθη, οὐδεμία δυσκολία ἀνεφάνη ἐκ μέρους τῆς τραπέζης, διότι τὸ προνόμιον αὐτῆς συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ εἰς τίποτε ἄλλο, ἔχει δὲ καὶ τὸ δικαίωμα δυνάμει τοῦ νόμου νὰ ἐκδίδῃ ὁμολογίαν, καὶ δὲν παραιτεῖται τοῦ δικαιώματος διὰ δύο λόγους· διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ηὔξησε τὸ κεφάλαιον ἀπὸ 5 ἑκατομμύρια εἰς 10, καὶ δεύτερον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου νὰ ὑπάρχωσι καὶ αἱ δύο ἑταιρίαι, ἵνα συναγωνίζωνται· ἄλλη καλλιτέρα ἐξήγησις πιστεύω, ὅτι δὲν δύναται νὰ δοθῇ. Ὁ Κύριος Βαλτατζῆς ἐπιμένει νὰ λάβῃ τοῦτο ὡς προνόμιον· καλλιτέρα δὲ διασάφησις τοῦ προνομίου διευκόλυνε καὶ τὴν δυσκολίαν ταύτην. Τοὐτέστιν ἐγένετο ἐπερώτησις, ὅτι ἐπειδὴ ἡ τράπεζα τοῦ Κ. Βαλτατζῆ θὰ ᾖναι κτηματικὴ καὶ θὰ ἐκδίδῃ ὁμολογίας, ἐνῷ ἡ ὑπάρχουσα εἶναι μικτὴ, προεξοφλητικὴ καὶ κτηματικὴ, ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἐκδίδει τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ὁμολογίας, οἱ δὲ κάτοχοι τῶν γραμματίων καὶ ὁμολογιῶν ἔχουσιν ἴσα δικαιώματα ἐπὶ τῆς περιουσίας τῆς τραπέζης, ἐνῷ τῆς ἄλλης τραπέζης θὰ ἔχουν μόνον δικαίωμα ἐπὶ ὅλης τῆς περιουσίας, συνισταμένης εἰς δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ, ἐπειδὴ λοιπὸν ἄλλαι θὰ ᾖναι αἱ ὁμολογίαι τῆς τραπέζης τοῦ Βαλτατζῆ καὶ ἄλλαι τῆς τραπέζης τῆς ἐθνικῆς, ἡ ἐπιτροπὴ ἐσύστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν χορήγησιν τοῦ προνομίου διὰ τὴν τράπεζαν τοῦ Βαλτατζῆ, διότι δὲν προσβάλλονται τὰ κεκτημένα δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ὁ Κ. Βαλτατζῆς θὰ ἐκδίδῃ κτηματικὰς ὁμολογίας, ἐνῷ ἡ ὑπάρχουσα τράπεζα ἐκδίδει ὁμολογίας ἐφ’ ὅλης τῆς περιουσίας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐξωμαλύνθη τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ ὁ Κύριος Βαλτατζῆς διὰ τοῦ Κυρίου Δοσίου ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἐπειδὴ ἄλλης φύσεως θὰ ᾖναι αἱ ὁμολογίαι αὐτῆς καὶ ἄλλης αἱ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, παρεδέχθη τὸ προνόμιον μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ δικαιώματος νὰ ἐκδίδῃ ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ τοιαύτας ὁμολογίας. Κατόπιν, Κύριοι, παρουσιάσθη ἄλλο ζήτημα οὐχὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν· εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπεβλήθη ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Βαλταζῆ, ἡ ὁποία περιεῖχεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς ἐξέθεσα· κατόπιν ἐζήτησε καὶ ἀποκλειστικὸν προνόμιον συστάσεως προεξοφλητικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ. Εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο μέλη τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξέφρασαν ἐναντίαν γνώμην περὶ τῶν προνομίων, διότι ἐπρόκειτο νὰ χορηγηθῇ προνόμιον εἰς τὴν ἔκδοσιν οὐχὶ κτηματικῶν ὁμολογιῶν, ἀλλὰ τραπεζικῶν γραμματίων· ἂν καὶ μέλη τινὰ, ὡς εἶπον, ἐξέφρασαν ἐναντίαν ἰδέαν, ἡ ἐπιτροπὴ θέλουσα νὰ διευκολύνῃ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐξέφερε καμμίαν ἰδέαν. Μένει ὅμως ἓν πολὺ σπουδαῖον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἂν καὶ ὁ Κ. Καλὸς τὸ παρουσίασε τόσον εὔκολον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐγὼ τὸ θεωρῶ λίαν δύσκολον. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὅταν λάβῃ αὐτὸ, θὰ σᾶς προτείνῃ τὰς δυσκολίας, αἵτινες παρουσιάζονται, καὶ προκαλῶ τὸν Κ. Καλὸν καὶ πάντα ἄλλον νὰ ἀποφανθῇ, ἂν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν τὴν χώραν ἐκείνην καὶ νὰ χορηγήσωμεν προνόμιον εἰς ἑταιρίαν πρὶν ἔλθουν οἱ Ἑπτανήσιοι πληρεξούσιοι· ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Ζητεῖ ὁ Κ. Βαλτατζῆς ἀποκλειστικὸν προνόμιον συστάσεως ἐξοφλητικῆς Τραπέζης εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Ἑπτανήσου, εἰς χώραν, ἡ ὁποία δὲν περιῆλθεν εἰς τὴν ἰδικήν μας δικαιοδοσίαν. Ὁ Κύριος Καλὸς δὲν γνωρίζει ἴσως τί διέτρεξεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Εἶμαι ὅμως εἰς θέσιν νὰ τὸν πληροφορήσω, διότι ἐνασχολοῦμαι περὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ γνωρίζω καλλίτερον τοῦ Κυρίου Καλοῦ, ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπάρχει Ἰονικὴ τράπεζα, ἡ ὁποία ἔχει ἀποκλειστικὸν προνόμιον τὴν ἔκδοσιν τῶν γραμματίων. Οἱ Ἑπτανήσιοι πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐπεθύμουν τὴν κατάργησιν τοῦ προνομίου, καὶ δι’ ἐκτεταμένων διατριβῶν ἀπέκρουον αὐτὸ, καὶ σήμερον εἰς τὴν πεφωτισμένην Εὐρώπην ὅλοι οἱ οἰκονομολόγοι εἶναι ἐναντίον τῶν προνομίων· ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἀνανεωθῇ τὸ προνόμιον τῆς Ἰονικῆς τραπέζης, οἱ Ἰόνιοι ἀπέκρουσαν τὴν ἰδέαν τῆς ἀνανεώσεως, καὶ ἐπέτυχον, καταργήσαντες αὐτὸ πρὸ 4 ἢ 5 ἐτῶν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ ἐγένετο νόμος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ συστηθῇ ὁποιαδήποτε τράπεζα, ἤρκει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους περιελάμβανεν ὁ νόμος, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἐλάχιστος ὅρος τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου πρέπει νὰ ᾖναι 40,000 λίρες, ὅτι ἡ σχέσις τοῦ κεφαλαίου πρὸς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια νὰ ᾖναι τοιαύτη, ὥστε τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ δεῖνα ποσὸν, καὶ ὅστις θέλει νὰ συστήσῃ ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους εἶναι ἐλεύθερος· καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ βασίζεται ἡ νῦν τράπεζα, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἔχει ἀποκλειστικὸν προνόμιον. Τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὸν νὰ πείσῃ ἕκαστον, ὅτι οὐχὶ ἡ κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κ. Καλὸς, ἂν ἦτον εἰς τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ πολλῆς δυσκολίας ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ καταργήσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μετὰ τόσους ἀγῶνας ἀπέκτησαν, τὴν κατάργησιν δηλαδὴ τοῦ προνομίου. Εἰς ποίαν θέσιν ἤθελεν εὑρεθῆ ὁ Κύριος Καλὸς, ὅταν ἔλθουν οἱ πληρεξούσιοι καὶ μᾶς εἴπουν τίς σᾶς ἔδωκεν αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν νὰ μᾶς διαθέσητε; αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἡμεῖς τὴν ἐπολεμήσαμεν καὶ τὴν ἐπραγματοποιήσαμεν, διατὶ νὰ τὴν ἐπαναφέρητε; (θόρυβος) εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα. Ἡ ἐθνικὴ τράπεζα, ἔχουσα πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν ἐκεῖ νομοθεσίαν, καθὼς καὶ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς ἐκοινοποίησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι προτίθεται νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἓν ἢ καὶ πλειότερα καταστήματα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου. Περιμένομεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν κυβέρνησιν, καὶ τότε ὁ Κ. Καλὸς θὰ πληροφορηθῇ, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐπράξαμεν. Πρέπει ὅμως νὰ ἔλθῃ πρῶτον ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ ποῦ ὑφίσταται ἡ δυσκολία, καὶ τότε νὰ συζητήσωμεν, τί πρέπει νὰ κάμωμεν, ἐν γνώσει δὲ τότε θέλω σᾶς ἀπαντήσει.
§60ΤΙΝΕΣ. Ἦλθεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Πρὸς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ Κ. Καλὸς ἐπρότεινε εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ ζήτημα περὶ τῆς Τραπέζης τοῦ Κυρίου Βαλτατζῆ, καὶ ἐπρότεινεν, ὥστε ἡ Συνέλευσις νὰ θεωρήσῃ ὡς ἀπᾴδουσαν εἰς τὸν νόμον καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου τὴν ἀποδοχὴν τῆς παρὰ τῆς Τραπέζης γενομένης προτάσεως περὶ συστάσεως προεξοφλητικοῦ καταστήματος ἐν Ἑπτανήσῳ· ἡ Συνέλευσις ζητεῖ παρ’ ὑμῶν πληροφορίας.
§62ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκλήθην νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν, εἰργαζόμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτατζῆ. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μοὶ δώσῃ καιρὸν, ὥστε μετὰ ὥριμον σκέψιν νὰ φέρωμεν ἓν τέλειον ἀποτέλεσμα, διότι βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ διέλθωμεν ἀβρόχοις ποσί.
§63ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, καὶ πρὸς ὁδηγίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ νὰ ἦσθε σεῖς εἰς θέσιν νὰ κρίνετε εἰς πᾶσαν περίστασιν περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, θέλετε μοὶ συγχωρήσει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῶν παρατηρήσεων τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ. Ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ἐκηρύχθη ἐναντίος τῶν προνομίων καὶ ὅμως τὸ προνόμιον αὐτὸ ὑπάρχει εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀνανεωθὲν μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πρώτου, καὶ θὰ ὑπάρχῃ, διότι εἶναι ἀναγκαῖον. Ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ἠμπορεῖ νὰ πλανᾶται εἰς τὸν αἰθέρα τῶν ὀπαδῶν κατὰ τῶν προνομίων· εἰς κανὲν ἔθνος ἀρτισύστατον καμμία ἐπιχείρησις δὲν δύναται νὰ συστηθῇ καὶ ὑπάρξῃ ἄνευ προνομίου. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα· διὰ τῆς προτάσεώς του ὁ Κ. Βαλτατζῆς ζητεῖ νὰ διαπραγματευθῇ καὶ τότε νὰ θεωρηθῇ ἡ Κυβέρνησις ὑπόχρεως νὰ καθυποβάλῃ τὴν πρότασιν, ὅταν ἔλθουν οἱ Ἑπτανήσιοι· ἀφίνει εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς ἡμᾶς τότε νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ ἴδωμεν ἂν συμφέρῃ νὰ συστηθῇ προεξοφλητικὴ τράπεζα ἐν Ἑπτανήσῳ μὲ τὰ αὐτὰ προνόμια τῆς ἐθνικῆς τραπέζης. Ὁ Κ. Βαλτατζῆς θέλει νὰ διευκολύνῃ τὰς ἐργασίας του πρὸς σύστασιν τῆς κτηματικῆς πίστεως, εἰς τρόπον, ὥστε ὅταν ἴδῃ, ὅτι τὸ ἔργον του περαιοῦται, νὰ φέρῃ τάχιστα τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται. Ὁ Κ. Κεχαγιᾶς δὲν σᾶς εἶπε καθαρὰ, ἀλλὰ σχεδὸν σᾶς τὸ ὑπέδειξεν, ὅτι ἡ τράπεζα ἔχει κεκτημένον τὸ προνόμιον τῆς συστάσεως ὑποκαταστημάτων καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, ὅπου δήποτε καὶ ἂν λάβῃ αὕτη ἐπέκτασιν.
§64ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ εἶπεν, ὄχι.
§65ΚΑΛΟΣ. Τὸ λέγει σιωπηλῶς. Ἡ κτηματικὴ τράπεζα τῆς Γαλλίας τὸ πρῶτον ἐσυστήθη εἰς τὴν περιφέρειαν καὶ δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐφετείου τῶν Παρισίων· ὅταν ἐδέησε νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν περιφέρειάν της ἐξεδόθη νόμος, καὶ πάλιν ἕτερος ὅταν ἐξετάθη ἐφ’ ἁπάσης τῆς Γαλλίας. Βλέπετε ἐκ τούτου λοιπὸν, ὅτι ἡ τράπεζα δὲν δύναται νὰ ἐκταθῇ ἐπὶ ἄλλης περιφερείας, διότι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δυνάμει τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προστατεύσῃ, δὲν δύναται νὰ τὰ μεταφέρῃ ἀλλαχοῦ· ἂν τοῦτο πράξῃ θὰ βλάψῃ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν γεωργίαν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ εἶχεν, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ τῆς εἴπῃ «στάσου, δὲν σὲ ἀφίνω νὰ συστήσῃς ὑποκαταστήματα· θὰ συνεννοηθῶ μὲ τὸν Βαλτατζῆν, ἢ μὲ οἱανδήποτε ἄλλην ἑταιρίαν, καὶ ἐὰν ἀποτύχωσιν αἱ διαπραγματεύσεις μου καὶ ἴδω ὅτι συμφέρει νὰ συστήσῃς ἐν Ἑπτανήσῳ ὑποκαταστήματα, τότε σοὶ τὸ ἐπιτρέπω.» Ἂν αὔριον Ἑλλὰς γίνῃ ὅλη ἡ Ἀνατολὴ, καὶ θὰ γείνῃ, νομίζετε Κ. Κεχαγιᾶ ὅτι ἔχει δικαίωμα ἡ τράπεζα νὰ συστήσῃ ἐκεῖ ὑποκαταστήματα μὲ τὰ ὀλίγα κεφάλαιά της; πολλοῦ γε καὶ δεῖ, διότι εἶναι ἐναντίον καὶ τοῦ νόμου καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς κοινωνίας.
§66ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ δώσω ἀκόμη μίαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἀγνοεῖ ὁ Κ. Καλός. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἔχει τὸ προνόμιον καθ’ ὅλην τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα· ὁ Κύριος Βαλτατζῆς θέλει καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα· ἡ ἐθνικὴ τράπεζα ἔλαβε τὸ προνόμιον οὐχὶ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ὅπου ἔχει ὑποκαταστήματα· λοιπὸν ὁ Κ. Καλὸς πλανᾶται ἂν φρονῇ, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐν ᾧ δὲν ἔχει ὑποκαταστήματα. Βλέπετε πόσον περιωρισμένον εἶναι τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ἐν ᾧ ὁ Κ. Βαλτατζῆς ζητεῖ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Εἶναι μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς προνομίου καὶ τοῦ ἄλλου· ἀλλ’ ὁ Κ. Καλὸς αὐτὰ τὰ ἀγνοεῖ καὶ διὰ τοῦτο τὸν συγχωρῶ.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐθεωρήθη ὡς πολὺ σπουδαῖον, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις ἠνέχθη αὐτὴν τὴν συζήτησιν, καὶ μὲ εὐχαρίστησιν τὴν ἤκουσε, μολονότι δὲν ἐδόθη διατύπωσις προτάσεως, ἥτις νὰ φέρῃ εἰς ἀποτέλεσμα, καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις. Νομίζω ὅτι τῆς Συνελεύσεως ἡ ἐπιθυμία δὲν εἶναι νὰ προβῇ σήμερον εἰς συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ ἀκούσῃ καὶ τὰς πληροφορίας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπειδὴ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν μέχρι τῆς Δευτέρας, ἂν ἡ Συνέλευσις ἐπιθυμῇ, νὰ ἀναβληθῇ.
§68ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησε τὸν λόγον διὰ νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν πιστώσεως.
§70ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ (ὑπουρ. Στρατιωτικῶν). Κύριοι, ὡς ἐκ τῆς καταργήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Συνέλευσις τῶν μοιράρχων τῆς χωροφυλακῆς διὰ τὸ Κράτος, ἡ ὑπηρεσία τοῦ σώματος αὐτοῦ πάσχει, διότι οἱ ἀντιμοίραρχοι ἀντικατέστησαν τοὺς μοιράρχους· οἱ ἀντιμοίραρχοι ἦσαν διὰ νὰ ἀντικαθιστῶσιν ἐν ἀπουσίᾳ τοὺς μοιράρχους· σήμερον δὲ δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς ἀντιμοίραρχος ἢ ὑπομοίραρχος διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ τοὺς μοιράρχους, εἴτε ἀσθενοῦντας, εἴτε ἐν ἀνάγκῃ μεταβάσεως εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Διὰ τοῦτο ἔχω ἀνάγκην ἀπόλυτον, διότι καθημερινῶς μοὶ παρουσιάζονται αἰτήσεις τῆς ἐλλείψεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς εἰς ἑκάστην μοιραρχίαν· ἀντὶ τῶν μοιράρχων τῶν τεθέντων εἰς ἀργίαν, τῶν ταγματαρχῶν, νὰ προστεθῇ εἷς ὑποδεέστερος ἀξιωματικὸς διὰ νὰ ἐκπληρῇ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ διὰ νὰ ἠμπορῇ ἀκόμη νὰ ἀναπληροῖ τὸν ἀντιμοίραρχον κωλυόμενον.
§71ΑΡ. ΜΙΧΟΣ. Ἐκτὸς τῆς ἀνάγκης, ὅτι εἰς ἑκάστην μοῖραν πρέπει νὰ ᾖναι καὶ εἷς ἄλλος ἀξιωματικὸς ν’ ἀντικαθιστᾷ τὸν μοίραρχον ἀπόντα, εἶναι καὶ ἡ ἀνάγκη, ὅτι ἀφῃρέθησαν 10 ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς διὰ τὴν Ἑπτάνησον, καὶ οὕτω πως πολλαὶ ἐπαρχίαι μένουν ἄνευ ἀξιωματικῶν· τὴν ἔλλειψιν ταύτην πολλάκις οἱ Κ.Κ. πληρεξούσιοι ἦλθον καὶ μοὶ ἀνέφερον. Διὰ τοῦτο νομίζω δίκαιον καὶ συμφέρον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ προστεθῶσι τοὐλάχιστον 10 ἀξιωματικοί.
§72ΠΟΛΛΟΙ. Τί ζητοῦν αὐτοὶ, Κύριε Πρόεδρε;
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν· ὡμίλησε καὶ δὲν διετύπωσε καθαρὰ τὴν πρότασίν του.
§74ΥΠΟΥΡΓ. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Συνέλευσις ἐνέκρινε, δὲν ὑπάρχουσι, παρὰ 36 ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, οὐδένα πλέον δύναμαι νὰ μισθοδοτήσω. Κατὰ συνέπειαν συμμορφούμενος μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως πάντας τοὺς ταγματάρχας μοιράρχους ἔθεσα εἰς ἀργίαν, ἔχω ἀνάγκην 11 ὑποδεεστέρων ἀξιωματικῶν, καὶ τοιοῦτοι ὑπάρχουσιν εἰς ἀργίαν, ὥστε θὰ προσθέσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸν περιπλέον μισθὸν διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι τότε ἡ συζήτησις δύναται νὰ ἐπιτραπῇ, ὅταν ὑποβληθῇ ἔγγραφος πρότασις, ἥτις θὰ διατρέξῃ τὴν τακτικὴν ὁδόν.
§76ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ πολιτεύματος Κ. Σαρίπολος δὲν ἦτο παρὼν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως· ζητεῖ τώρα νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν.
§78ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§79ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὁ Κ. πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος ἐπιτροπῆς εἶχεν ἀναγγείλει πρὸ καιροῦ πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἐκ τῶν εἰκοσιδύο μελῶν αὐτῆς ἐξελέχθησαν ἕξ, διὰ νὰ συντάξωσι τὴν ἔκθεσιν· τὰ μέλη ἦσαν οἱ Κ.Κ. Δόσιος, Καλλιγᾶς, Θ. Δηλιγιάννης, Διομήδης Κυριακοῦ, Παπαζαφειρόπουλος, Μαυρομαρᾶς κ’ ἐγώ. Ἀλλὰ τινὰ μὲν τούτων ἐκλήθησαν ἀλληλοδιαδόχως εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, ἄλλα δὲν προσῆλθον εἰς τὰς συνεδριάσεις, κατὰ συνέπειαν τῶν αἰτίων τούτων δὲν ἠδυνήθημεν νὰ συνέλθωμεν ἐπὶ τὸ αὐτὸ, ὅπως ἀπὸ κοινοῦ συντάξωμεν τὴν ἔκθεσιν, ἐδέησε λοιπὸν νὰ γίνῃ νέα συγκάλεσις τῆς ἐπιτροπῆς· ταύτης δὲ συνελθούσης, νέα γνώμη τῶν παρόντων μελῶν ὑπῆρξε, ν’ ἀνατεθῇ εἰς ἐμὲ ἡ τιμὴ νὰ συντάξω μόνος τὴν ἔκθεσιν, ἣν συνέταξα καὶ ἀνέγνων πρὸς τὰ συνελθόντα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἅτινα μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ μὲ διορίσωσιν εἰσηγητὴν πρὸς ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως ταύτης ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ὡς εἰσηγητὴς δὲ νὰ ἐκπροσωπήσω τὴν ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι πολύφυλλος, ἡ δ’ ἀνάγνωσις αὐτῆς ἤθελε διαρκέσει ὑπὲρ τὰς τρεῖς ὥρας, ἔχει τὴν ὑπομονὴν ἡ Συνέλευσις νὰ τὴν ἀκούσῃ;
§80ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι.
§81ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Παραδίδω λοιπὸν αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις.)
§82ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
ΕΚΘΕΣΙΣ
Τῆς ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος Ἐπιτροπῆς τῆς ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικῆς τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως. Κύριοι! Ἡ ὑμετέρα ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος ἐπιτροπὴ, ἀκριβῶς συνειδυῖα τὸ μέγεθος τοῦ ἔργου, ὅπερ ἀνέθεσθε εἰς αὐτὴν, διὰ μακρᾶς μελέτης καὶ ἐμβριθοῦς συζητήσεως ἐξειργάσθη τὸ νέον πολίτευμα, οὗ περ τὸ σχέδιον ὑποβάλλει εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν. Ἡ εἰκοσαετὴς παρ’ ἡμῖν πεῖρα τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος κατέδειξεν ἀρκούντως τὰς ἀτελείας, ἃς ἔφερεν ἐν ἑαυτῷ ὁ Χάρτης τῆς 18 Μαρτίου 1844, ἐφ’ ᾧ καὶ σύντονον κατεβάλομεν μελέτην πρὸς διόρθωσιν αὐτῶν· ἀφ’ ἑτέρου δὲ, οὐδέποτ’ ἐπελαθόμεθα κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων ἡμῶν, ὅτι ὠφείλομεν τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου κρατύνοντες κατ’ οὐδὲν νὰ μειώσωμεν τὰς ἐξουσίας τῆς πολιτείας, ἰδίως μάλιστα τὴν Βασιλικὴν Ἀρχὴν, ἣν θεωροῦμεν ὡς τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον, ἐφ’ οὗ θέλει ἐσαεὶ στηρίζεσθαι τῆς πατρίδος ἡμῶν τὸ οἰκοδόμημα. Ὡς πρὸς τὴν κατάταξιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἠκολουθήσαμεν, ἐκτὸς μικρῶν τινων μεταθέσεων, τὴν αὐτὴν τοῦ προγενεστέρου πολιτεύματος διαίρεσιν. Περὶ θρησκείας. Τὴν πρώτην τάξιν, ὡς εἰκὸς, ἔλαβεν ἡ θρησκεία· τὰ κατ’ αὐτὴν ὡς ἄριστα ἔχουσι, διότι ναὶ μὲν τὴν πρώτην θέσιν ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ ἡ πάτριος ἡμῶν κατέχει θρησκεία, ἀλλὰ τὸ ἐλεύθερον τῆς συνειδήσεως ἠσφάλισται ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους παντὶ εἴτε ἡμεδαπῷ, εἴτε ἀλλοδαπῷ, ἀρκεῖ ἡ θρησκεία, ἧς λέγεται ὀπαδὸς, δημοσίᾳ νὰ ἐκφέρῃ τὰ δόγματά της, ἵνα μὴ ἐν αὐτοῖς λανθάνῃ τι ἀνατρεπτικὸν εὐκόσμου πολιτείας. Γνωστῶν δὲ ὄντων τῇ Ἀρχῇ τῶν δογμάτων πάσης θρησκείας, τὸ Ἑλληνικὸν πολίτευμα ἐλευθέραν τὴν ἐξωτερικὴν λατρείαν ἐγγυᾶται καὶ τὰ κατὰ τὴν τέλεσιν αὐτῆς τίθησιν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν Νόμων. Ὅπως ὅμως ἡ πολιτεία ἡμῶν ἀσφαλίζει τοὺς θρησκευτικῶς ἀντιφρονοῦντας τῷ ἐγχωρίῳ θρησκεύματι, οὕτω, καὶ μάλα δικαίως, ἀπαιτεῖ παρ’ αὐτῶν ἵνα μὴ δι’ ἐπεμβάσεων καὶ προσηλυτισμοῦ συνταράττωσι τῶν ἄλλων τὰς συνειδήσεις. Ὡς οἱ Ἕλληνες οὐδένα προσηλυτισμὸν πρὸς αὐτοὺς μετέρχονται καὶ σεβάζονται τὰ τῆς θρησκείας των δόγματα, οὕτω κἀκεῖνοι ὀφείλουσι τέλειον σέβας πρὸς τὰ ἡμέτερα. Τὸ 2 ἄρθρον κανονίζει τὰ περὶ τὴν διοίκησιν τῆς ἐπικρατούσης Ἐκκλησίας καὶ διαῤῥήδην ὁμολογεῖ, ὅτι τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον διασπᾷ αὐτὴν καὶ χωρίζει ἀπὸ τοῦ λοιποῦ ὀρθοδόξου πληρώματος, μεθ’ οὗ μίαν καὶ μόνην ἔχει κεφαλὴν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Περὶ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Μετεβάλομεν τὸν τίτλον τοῦ δευτέρου κεφαλαίου, κρίναντες μᾶλλον ἁρμόζοντα τὸν ἑξῆς «περὶ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων,» ἀντὶ τοῦ πρότερον «περὶ τοῦ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων». Τὸ μὲν, διότι πλεῖστα τῶν δικαίων τούτων δὲν ἀφορῶσι μόνον τοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ καὶ πάντα ἐν τῷ Κράτει διαμένοντα ἀλλοδαπὸν, τὸ δὲ, διότι ἀληθῶς ταῦτά εἰσι δίκαια ἐν εὐρύθμῳ καὶ ἐλευθέρᾳ πολιτείᾳ συμπαρομαρτοῦντα τῇ λογικῇ φύσει τοῦ ἀνθρώπου καὶ πάντως ἀναγκαῖα αὐτῷ, ὅπως τὸν προορισμὸν, ὃν ἔλαχε παρὰ Θεοῦ, ἐκπληρώσῃ. Τὰ δίκαια ταῦτα, συμφυῆ τῷ ἀνθρώπῳ, δὲν λαμβάνουσι βεβαίως τὴν ὕπαρξιν αὑτῶν ἀπὸ τῆς θελήσεως τῆς πολιτείας, ἐγγραφόμενα ὅμως ἐν τῷ θεμελιώδει τοῦ Κράτους νόμῳ ἀσφαλίζονται ἀπὸ πάσης κακοβούλου ἐπιδράσεως, καὶ τίθενται, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὸ τῆς γενικῆς θελήσεως τὴν αἰγίδα. Ἕκαστον αὐτῶν ἀντιστοιχεῖ πρὸς ἓν δῶρον τοῦ Θεοῦ. Ἐγγυωμένη λοιπὸν τὴν τούτων χρῆσιν εἰς πάντα ἄνθρωπον ἡ πολιτεία, προκηρύττει, ὅτι ἕκαστος ἡμῶν, ὡς ἐλεύθερος ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ ἐπλάσθη, τοιός δε καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πολιτείᾳ διαβιῶναι δύναται. Ἴσως τινὲς ἐπικρίνωσιν ἡμᾶς, ὅτι πλείονα τοῦ δέοντος, ἤτοι πλείονα ὅσων δεκτική ἐστὶν ἡ κοινωνικὴ ἡμῶν κατάστασις νὰ φέρῃ ἀνεγράψαμεν τοιαῦτα δίκαια· ἡμεῖς ἀπαντῶμεν, ὅτι ἡ ἐλευθερία, ἢ εἶναι πλήρης, ἢ δὲν εἶναι ἐλευθερία· ὅτι ἡ ἐλευθερία κατατεμνομένη ἀπόλλυσι τὸ ὅλον τῆς ἑαυτῆς ἀξίας· ἐν ἄλλοις λόγοις, ἡ ἐλευθερία ἐστὶ μία καὶ ἀδιαίρετος κατ’ οὐσίαν, μόναι δ’ αἱ ἐνέργειαι αὐτῆς διάφορα λαμβάνουσιν ὀνόματα, εἰ δέ τις τῶν θεοσδότων τούτων ἐνεργειῶν κωλυθῇ, συγκωλύονται πᾶσαι αἱ ἄλλαι. Ἀλλ’ ἐλευθερίαν λέγοντες ἐννοοῦμεν τὴν λογικὴν, ἁρμονικὴν καὶ ὀργανιστικὴν ἀληθῶς εὐνομουμένης πολιτείας ἐλευθερίαν. Ἐννοοῦμεν, ὅτι ἡ κοινωνία δὲν εἶναι ἁπλῶς συναγελασμὸς ἀτομικοτήτων ὑπακουουσῶν εἰς ἀτομικῆς θελήσεως νόμους, ἀλλ’ ἔστιν ὀργανικόν τι σύνολον, ἐν ᾧ ἡ κίνησις τῶν κατὰ μέρος μελῶν ἀνάγκη νὰ γίνηται σύμφωνος πρὸς τὸν τοῦ ὅλου σώματος σκοπόν. Ἐννοοῦμεν τέλος, ὡς ἀληθῆ ἐλευθερίαν, τὴν σύμφωνον πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ἤτοι τὴν ἐγγύησιν παντὸς κατὰ μέρος δικαίου τοῦ ἀτόμου, χωρὶς ὡς ἐκ τῆς χρήσεως αὐτοῦ νὰ παραβλάπτηται, τὸ παράπαν, ὁ τοῦ ὅλου διάκοσμος. Κατὰ ταῦτα μάλιστα δυνάμεθα εἰπεῖν, ὅτι ἡ ἀτομικὴ ἑκάστου ἐλευθερία αὔξει ἀναλόγως τῷ σεβασμῷ καὶ ἐκτάσει, ἣν αὐτὸς οὗτος ἀποδίδωσι τῇ ἐλευθερίᾳ τοῦ ἑτέρου, ἀνακηρυττομένων ὡς ὑπερτάτου νόμου αὐτῆς τῶν αἰωνίων ἀρχῶν τοῦ ἀληθοῦς, τοῦ καλοῦ, τοῦ δικαίου, αἵπερ εἰσὶν αἱ βάσεις τῆς κοινωνικῆς εὐκοσμίας. Τοιᾶςδε οὔσης τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας, πρῶτον αὐτῆς γνώρισμά ἐστιν ἡ ἐνώπιον τοῦ νόμου ἰσότης. Ταύτην φέρει τὸ 3 ἄρθρον. Ὑπάρχει βεβαίως καί τις ἐν δουλείᾳ ἰσότης, τὰ μάλα ὅμως αὕτη διαφέρει τῆς ἐν ἐλευθερίᾳ, διότι ἐκείνη μὲν ἀποκτηνοῖ τὸν ἄνθρωπον, ἡ δ’ ἐν ἐλευθερίᾳ ἰσόδικον, καὶ ἰσόνομον, καὶ ἰσόγονον, καὶ ἰσήγορον ἕκαστον πρὸς πάντας κατεργάζεται. Ἡ ἰσότης ἐν τοῖς δικαίοις φέρει πάντως τὴν ἰσότητα πρὸς τὸ ὑπηρετεῖν τὴν πατρίδα κατὰ τὴν ἑκάστου ἱκανότητα, αὕτη δ’ ἡ μόνη ἔστω διάκρισις ἐν εὐρύθμῳ πολιτείᾳ· δοτὴρ τιμῆς ἔστω μόνη ἡ μείζων πρὸς τὰς δημοσίας λειτουργίας χρησιμότης. Ἀφ’ ἑτέρου δ’ ὁ πρὸς μείζονα παρὰ τῆς πολιτείας ἀσφαλιζόμενος, πλείονα καὶ διδότω τῇ ἀσφαλιζούσῃ αὐτὸν πολιτείᾳ· ἐπὶ τῇ ἀρχῇ ταύτῃ καὶ μόνῃ δύναται νὰ στηριχθῇ ἀληθὴς φορολογίας ἰσότης· καὶ ταύτην μὲν ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα, τῇ δὲ νομοθετικῇ ἀπόκειται ἐξουσίᾳ τὸ διανεῖμαι τοὺς φόρους οὕτως, ὥστε ἕκαστον τῶν ἐν τῇ πολιτείᾳ τελεῖν τὸ καθ’ ἑαυτὸν ἀνάλογον, οὐδένα δ’ ὑπὲρ τὸ ὑπὸ ἄλλου καταβαλλόμενον εἰσφέρειν. Τὸ 4 ἄρθρον μένει μὲν ὡς καὶ πρότερον εἶχεν ἐν τῷ συντάγματι τοῦ 1844, ἀλλὰ τὸ ἑπόμενον 5 ἄρθρον διὰ τῆς προσθήκης, ἣν προσεθέμεθα, ὡς κάλλιστα, κατὰ τὸ ἡμῖν δοκοῦν, ἠσφάλισε τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Ἐπιβούλως εἶχε πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ προσώπου τὸ παρελθὸν, ἡ δὲ τότε γινομένη κατάχρησις τοῦ νόμου διὰ τὸ πολὺ ἀόριστον τῶν ἐν τῷ Συντάγματι ἐγγυήσεων ἐδίδαξεν ἡμᾶς, ὅτι ὠφείλομεν δικονομικούς τινας νὰ ἐγγράψωμεν τύπους ἐν τῷ νέῳ πολιτεύματι, ὅπως εἰς τὸ μέλλον πᾶσαν κακόβουλον προλάβωμεν ῥοπὴν τῆς ἐξουσίας. Ἐπειδὴ δὲ πιθανωτέρα ἡ δυσμένεια τῆς Ἀρχῆς κατὰ τῶν ἐπὶ πολιτικοῖς ἐγκλήμασι κατηγορουμένων, προσεθέμεθα εἰδικὴν διὰ τοὺς περὶ τὰ τοιαῦτα πταίοντας τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6. Ὡς δὲ πιστεύομεν, συνεβιβάσαμεν τὸ τῆς πολιτείας συμφέρον πρὸς τὸ δίκαιον τοῦ πολίτου, ὅπως ἄνευ βλάβης τοῦ Νόμου μένῃ τῷ πολίτῃ ἀπαραβίαστος ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία. Ἡ μακρὰ καὶ πολυχρόνιος εὐεργετικὴ ἐπὶ τὴν Ἀγγλίαν ἐπιῤῥοὴ τῶν διατάξεων τοῦ habeas corpus προήγαγεν ἡμᾶς εἰς τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα καὶ τὴν ἡμετέραν πατρίδα διὰ τῶν ἴσων προικίσωμεν, πεποιθότες, ὅτι ἀγλαοὶ καὶ παρ’ ἡμῖν ἐκ τούτων προκύψουσι καρποί. Τὸ ἐν τῷ σχεδίῳ 7 ἄρθρον ἐστὶν ἁπλῆ ἀντιγραφὴ τοῦ πάλαι 6 ἄρθρου τοῦ συντάγματος· ἀμφότερα δ’ οὐδὲν ἄλλο εἰσὶν, εἰμὴ παράφρασις τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν νόμου, δι’ οὗ τὸ παρὰ τοῖς ποινικολόγοις ἀξίωμα nulla poena sine lege καθιέρωται, καὶ τὰ τούτῳ παρεπόμενα nulla poena sine crimine καὶ nullum crimen sine poena legali. Ἀσφαλὴς δι’ αὐτοῦ παρέχεται ἐγγύη, ὅτι οὔτε αὐθαίρετοι ποιναὶ ὑπάρξουσί ποτε, οὔτε κατὰ τὸ δοκοῦν τοῖς διαχειριζομένοις τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην χαρακτηρισμοὶ ἐγκλημάτων. Ὁ νόμος πρὶν ἢ βαρύνῃ τινὰ θέλει προειδοποιεῖ αὐτὸν διὰ τῆς ποινῆς, κατὰ τὸν κανόνα moneat lex priusquam feriat. Ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ ἄρθρων, Κύριοι, τῶν προτιθεμένων ὡς σκοπὸν τὴν πλήρη καὶ τελείαν ἐξασφάλισιν τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας, τοῦ ἄκρου τούτου ἀγαθοῦ, ἄνευ τοῦ ὁποίου ἀργὰ ἤθελον μένει πάντα τὰ λοιπὰ δίκαια, ἅπερ συμφυᾶ εἰσι τῇ λογικῇ τοῦ ἀνθρώπου φύσει, ἄνευ τοῦ ὁποίου μάταια ἤθελον ἀποβῆ πάντα ἐκεῖνα τὰ δῶρα, ἅπερ ἡ δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου ἐπεμέτρησε τῷ ἀνθρώπῳ, ἔλαβον χώραν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑμῶν παρατεταμέναι συζητήσεις, καθ’ ἃς πολλαὶ γνῶμαι ἐξηνέχθησαν καὶ ἐβασανίσθησαν. Ἐν ταῖς γνώμαις ταύταις ὑπῆρξε καί τις, ἥτις σκοπὸν ἔχουσα νὰ προφυλάξῃ τὸ πολύτιμον τοῦτο ἀγαθὸν ἀπὸ πάσης ἐπιδράσεως παρανόμου, ἢ καὶ κακοβούλου, ἐκ μέρους τῆς ἀρχῆς, προὔτεινεν ὅπως προστεθῇ ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι καὶ ἡ ἀκόλουθος ἐγγύησις (ἐν ἄρθρ. 5) «ἐπὶ τῇ ποινῇ τοῦ ἄρθρ.... τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ ἐπὶ ἀποζημιώσει κατὰ τοῦ διατάξαντος καὶ τοῦ συνεργήσαντος εἰς τὴν σύλληψιν ἢ φυλάκισιν τοῦ προσώπου· τὸ δὲ δικαστικὸν ἔνταλμα πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ εἰς τὸν συλληφθέντα ἢ φυλακισθέντα κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ φυλακίσεως ἐπὶ τῇ ποινῇ τοῦ ἄρθρ.... τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ ἐπὶ ἀποζημιώσει κατὰ τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν σύλληψιν ἢ φυλάκισιν.» Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας κρίνουσα, ὅτι τὸ πολίτευμα δέον νὰ περιέχῃ ἀρχὰς ἀμεταβλήτους καὶ γενικὰς, τὰ δὲ καθέκαστα κατὰ τῶν τὰς ἱερὰς ταύτας ἀρχὰς προσβαλλόντων, καὶ τὸ ποιὸν καὶ ποσὸν τῆς τιμωρίας αὐτῶν, ν’ ἀφίηται εἰς τὴν θετικὴν νομοθεσίαν, ἥτις συμμεταβάλλεται κατὰ τοὺς χρόνους καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ Ἔθνους, διετύπωσε τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἐν τῷ σχεδίῳ φέρεται· ἡ δὲ Συνέλευσις θέλει διακρίνει, ὅτι πᾶν μὲν ὅ,τι σπουδαῖον περιελήφθη ἐν αὐτῷ, παρελείφθη δ’ ἁπλῶς τὸ τῆς ποινῆς μέτρον. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὑμῶν ἀπέκρουσεν ἐπίσης καὶ ἑτέραν πρότασιν τὴν ἑξῆς· «ἄλλως ὁ συλλαμβανόμενος ἢ προφυλακιζόμενος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως κατὰ τοῦ ἐπιχειροῦντος τὴν σύλληψιν ἢ προφυλάκισίν του καὶ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν συνδρομὴν πάντων τῶν πολιτῶν.» Τοῖς πᾶσιν, ὡς φρονεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ, κατάδηλος ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν παρεδέχθη ἡ πρότασις αὕτη, καθόσον δι’ αὐτῆς κριτὴς περὶ τῆς νομιμότητος ἢ μὴ τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως ἐγένετο αὐτὸς ὁ ἐνδιαφερόμενος, καθαρὰ δὲ πρόκλησις πρὸς ἀντίστασιν κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπίθεσιν παρὰ τοῦ πολίτου κατ’ αὐτῆς ἤθελεν εἶσθαι τὸ δικαίωμα τοῦτο· ἠρκέσθημεν λοιπὸν ἐγγράψαντες ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅτι οἱ παραβάται τῶν διατάξεων αὐτοῦ θέλουσι τιμωρεῖσθαι ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει. Ὡς ἄρθρ. 8 τοῦ Συντάγματος μετηνέγκαμεν ἐνταῦθα τὴν πρώτην διάταξιν τοῦ ἄρθρ. 89 τοῦ συντάγματος τοῦ 1844, καθόσον οὖσα ἡ διάταξις αὕτη ἐκ τῶν καθαρῶς ἀτομικῶν δικαιωμάτων, ἐνταῦθα ὡς τοιαύτη εὕρισκε καὶ τὴν ἁρμόζουσαν αὐτῇ θέσιν· τὸ δ’ ὑπόλοιπον τοῦ 89 ἄρθρου ἀποτελεῖ τὸ ἐν τῷ σχεδίῳ 99 ἄρθρον, ὅπερ διὰ τὸ εὐμέθοδον τῆς κατατάξεως ἔμεινεν ὑπὸ τὸν τίτλον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Τὸ πάλαι ἄρθρ. 7 μετηνέγκαμεν αὐτολεξεὶ ἐν τῷ σχεδίῳ ὡς ἄρθρ. 9. Τὴν σπουδαιότητα τοῦ τε 8 ὡς καὶ τοῦ 9 ἄρθρου οὐδεὶς φρονοῦμεν ἀμφισβητεῖ, ἐφ’ ᾧ οὐδ’ ἐπιχειροῦμεν τὴν δικαιολόγησιν αὐτῶν, ὡς αὐτόχρημα δικαιολογουμένων ἔκ τε τῆς ἐπιστήμης τοῦ ἐσωτερικοῦ δημοσίου δικαίου καὶ ἐκ τῆς πείρας τῶν ἐν ἐλευθερίᾳ σωφρόνως διαβιούντων λαῶν. Ἀλλὰ περὶ λίαν σπουδαῖα ἐκαινοτομήσαμεν, Κύριοι, ἐγγράψαντες ἐν τῷ νέῳ ἡμῶν πολιτεύματι τὰς ἐν τοῖς ἄρθρ. 11 καὶ 12 ἀρχὰς τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως καὶ τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀπολύτως ἄνευ οὐδεμιᾶς προηγουμένης ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις συνεζητήσαμεν τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ πολλοὶ ἐξενέχθησαν ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας λόγοι κατὰ τῆς ἐν τῷ πολιτεύματι ἀναγραφῆς αὐτῶν, ὡς δῆθεν δυναμένης τῆς ἐνασκήσεως αὐτῶν πολλὰ νὰ παράσχῃ τῇ πολιτείᾳ πράγματα. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν ὅμως κατὰ πλειονοψηφίαν διετύπωσε ταῦτα, ὡς φέρονται ἐν τῷ σχεδίῳ, συντάξασα τὰ κατ’ αὐτὰ ἐπὶ τοῖς ἐν τῷ Δανικῷ πολιτεύματι φερομένοις ἐν ἄρθρ. 92 καὶ 93, ἀφοῦ μάλιστα καὶ πρεσβεύει, ὅτι φύσει μὲν τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐνυπάρχουσι τῇ κοινωνικότητι τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῇ ἀνάγκῃ τῆς λογικῆς αὐτοῦ ἀναπτύξεως, ἔργῳ δ’ ἀδύνατον ἄλλως ὁ ἐλευθέρας πολιτείας πολίτης νὰ μορφωθῇ περὶ τὴν χρῆσιν τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων, ἂν μὴ ἀναγνωρισθῇ αὐτῷ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ ἐν ἡσυχίᾳ συζητεῖν τὰ πολιτικὰ ἢ καὶ ἄλλα τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου πράγματα. Ἄλλως τε, Κύριοι, ἀδύνατον τὸ καταστεῖλαι τὴν τῶν ἰδεῶν διάδοσιν, ἥτις πάντως ἐνεργεῖται ἢ διὰ τῶν μυστικῶν ἑταιριῶν, ὅπου ὑπάρχει τυραννία καὶ δεσποτισμός, ἢ διὰ τῆς φανερᾶς καὶ δημοσίας συνεταφίσεως, ὅπου διὰ τοῦ πολιτεύματος ἠσφάλισται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ ἡ ἀπόλυτος διαδήλωσις τῆς ἰδέας. Ἡ μυστικότης ἐστί τις ἀναπόφευκτος ἀνάγκη τῶν κατὰ παρέκβασιν πολιτευμάτων, ἣν μόλις νομιμοποιεῖ ἡ μοχθηρία τῆς καταστελλούσης τὴν ἐλευθερίαν τυραννίας· καὶ ὅμως καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ ὑπὸ τὸν δεσποτισμὸν τοῦ ἑνὸς ἢ τῶν πλειόνων μυστικότης τείνει πρὸς τὴν δημοσιότητα, ὅ ἐστὶ μηχανᾶται ἐκ παντὸς τρόπου ὅπως καταβάλῃ τὴν τυραννίαν ἵνα διαδηλωθῇ καὶ προβῇ εἰς τὸ φῶς, διότι τοῦτο ὁ τελικὸς καὶ ταύτης σκοπὸς, ὅπως καὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης, τῶν ἑδραίων τούτων τῶν δημοφιλῶν πολιτευμάτων βάσεων. Ποῖον δὲ τὸ δυνάμενον νὰ προκύψῃ ἄτοπον διὰ τὴν πολιτείαν, ἀφοῦ ἡ Ἀρχὴ καὶ εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ παρίστασθαι καὶ τὰς ἐν ὑπαίθρῳ δύναται νὰ προλάβῃ, ἄν τινα κατὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐκ τούτων προβλέπῃ κίνδυνον; Ἡ ἐλευθερία τὰ καθ’ ἑαυτὴν ἐν τάξει πάντοτε πράττει, εἰμή τις ἀντιπράττῃ. Ἂν μὴ ἐθισθῶσιν οἱ πολῖται εἰς τὸν πρακτικὸν ἐν ἐλευθερίᾳ βίον, ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀπὸ τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας ἀδιαχώριστος τάξις. Προσθέτομεν δὲ, ὅτι ἡ γνῶσις, ἣν ἔχομεν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἡ πεῖρα, ἣν κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν ἔσχομεν, ὁπόσον ὁ Ἕλλην ἐστὶν εὐάγωγος, καὶ ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος μὴ ποιήσηται κακὴν τῆς ἐλευθερίας αὑτοῦ χρῆσιν, ἐγένοντο ἡμῖν αἰτία ὅπως οὐδ’ ἐπὶ μικρὸν διστάσωμεν ν’ ἀσφαλίσωμεν αὐτῷ διὰ τοῦ Συντάγματος τὰ δικαιώματα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι, ἐξ ὧν μέγιστά τε καὶ κάλλιστα θέλει πορισθῆ διδάγματα πρὸς μόρφωσιν τῶν συνταγματικῶν αὑτοῦ ἠθῶν. Τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας, τοῦ ἰδιωτικοῦ τούτου καὶ ἀπορθήτου φρουρίου, ὡς προσφυῶς οἱ δημοσιογράφοι ἀπεκάλεσαν αὐτὸ, εἴχομεν ἐν τῷ προτέρῳ ἡμῶν συντάγματι ὡς ἄρθρον 8, καὶ ἐν τῷ νέῳ μετηνέγκαμεν ὡς ἄρθρον 12. Τὸ 13 ἄρθρον (πάλαι 9) περιλαμβάνει ἀρχὴν τὰ μάλιστα τιμῶσαν τὴν Ἑλλάδα, καθόσον αὕτη μόλις ἀνακύψασα τῆς δουλείας ἐνέγραψεν αὐτὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 τοῦ ὑπὸ τῆς ἐν Ἄστρει Ἐθνικῆς ἡμῶν Συνελεύσεως συνταχθέντος πολιτεύματος ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου 1823, ἔκτοτε δ’ ἐν ἅπασι τοῖς τῆς Ἑλλάδος μετηνέχθη συντάγμασιν. Τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Τύπου περὶ πλείστου ποιουμένη ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ πολιτεύματος ἠσφάλισε διὰ νέων προσθέτων διατάξεων ἐν ἄρθρ. 14 (πάλαι 10). Δὲν ἀρκεῖ νὰ κηρύττηται ὁ τύπος ἐλεύθερος ὅπως ᾖ καὶ πράγματι τοιοῦτος. Τὸ καταλυθὲν σύστημα ἐδίδαξεν ἡμᾶς, ὅτι κακόνους πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου Κυβέρνησις, μήπω δυνηθεῖσα νὰ συστήσῃ τὴν λογοκρισίαν, κατώρθου νὰ ματαιόνῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου καὶ δέσμιον νὰ κρατῇ τὴν δημοσιογραφίαν διὰ τοῦ προληπτικοῦ τῶν κατασχέσεων μέσου· ἐφ’ ᾧ κατεχωρίσθη, ὅτι πᾶν προληπτικὸν μέτρον ἀπαγορεύεται, ὡς καὶ πᾶσα κατάσχεσις ἐντύπων διατριβῶν καὶ ἐφημερίδων, εἴτε πρὸ, εἴτε μετὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτῶν, ἐπιτρεπομένης τῆς κατασχέσεως διὰ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἀλλὰ διδοῦσα ἡ ἐπιτροπὴ τοσοῦτον εὐρεῖαν τὴν ἐλευθερίαν τῷ Τύπῳ, καὶ τοι ἐλπίζει, ὅτι ἡ φιλοτιμία τῶν Ἑλλήνων δημοσιογράφων θέλει τηρεῖ αὐτοὺς ἐντὸς τῶν τῆς νομιμότητος καὶ κοσμιότητος ὅρων, οὐχ ἧττον διεσκέφθη πῶς νὰ καταστήσῃ σοβαρώτερον καὶ ἐθνωφελέστερον τὸ πρᾶγμα. Καὶ ἀπέκρουσε μὲν τὴν διὰ μεγάλης μειονοψηφίας ὑποστηριχθεῖσαν πρότασιν τοῦ νὰ ὑπογράφῃ ἕκαστος ὅ,τι γράφει, διὰ τὸν λόγον ὅτι εὐκόλως ἤθελεν εὑρίσκει ὁ βουλόμενος νὰ κρυβῇ ὑπὸ τὸ ἀνώνυμον τὸν ἀναδεξόμενον νὰ ὑπογράψῃ ἀντ’ αὐτοῦ, ἐνέγραψεν ὅμως, ὅτι οἱ ἐκδόται ἐφημερίδων θέλουσιν εἶσθαι πολῖται Ἕλληνες, εὐελπιστοῦσα, ὅτι ὁ τίτλος τοῦ πολίτου ἱκανὴ ἔσται ἐγγύη, καὶ ὅτι οὐδεὶς Ἕλλην θέλει ἐκπέσει τοσοῦτον τῆς ἐθνικῆς αὑτοῦ ἀξίας, ὥστε τὸ ἱερὸν τοῦτο τῶν ἐλευθέρων λαῶν βῆμα νὰ μεταβάλῃ εἰς διδασκαλεῖον διαφθορᾶς καὶ εἰς ἐργαστήριον λιβελλογραφίας. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καταχωρισθῇ καὶ αὖθις ἐν τῷ νέῳ πολιτεύματι ἡμῶν ἡ ἐν ἄρθ. 10 τοῦ προτέρου Συντάγματος διάταξις, ὅτι εἰς οὐδεμίαν χρηματικὴν προκαταβολὴν δύναται νὰ ὑποβληθῇ ὁ περιοδικὸς τύπος· ἡ δὲ μειονοψηφία, τἀναντία ἰσχυριζομένη, ἔφερεν ὡς ἐπιχειρήματα ὅτι, ὡς πᾶσα σπουδαίου ἐπαγγέλματος ἐξάσκησις δίδωσι τῇ πολιτείᾳ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ μετερχομένου αὐτὸ πλείονας ἐγγυήσεις, οὕτω πρέπει ν’ ἀφεθῇ τὸ ἐλεύθερον εἰς τὰς μελλούσας Βουλάς, ἂν τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας τὸ ἀπαιτήσῃ, νὰ ζητήσωσι καὶ λάβωσι παρὰ τῶν δημοσιογραφούντων τοιαύτας ἀσφαλείας, ὥστε, μενούσης πλήρους τῆς τοῦ τύπου ἐλευθερίας, νὰ καταστέλληται ὁ εἰς σύνταξιν σίλλων ἐκτραχηλισμὸς αὐτοῦ. Ἡ Συνέλευσις τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου, προσέθεσεν ἡ μειονοψηφία, καίτοι πᾶσαν χρηματικὴν προκαταβολὴν ἀπηγόρευσεν, οὐχ ἧττον ὅμως ἐπέτρεψεν, ὡς ἐκ τῶν πρακτικῶν της ἐξακριβοῦται, τὸ ν’ ἀπαιτηθῇ διὰ νόμου κτηματική τις ἐγγύησις, προέβη μάλιστα, ἡ αὐτὴ μειονοψηφία, νὰ προτείνῃ ὅπως καὶ ἐν αὐτῷ τῷ νέῳ πολιτεύματι γίνηται μνεία περὶ τούτου, καὶ ὁρισθῇ ἀπὸ τοῦδε ὅτι ἡ αἰτηθησομένη αὕτη κτηματικὴ ἐγγύησις νὰ μὴ δύναται νὰ ὑπερβῇ τὴν ἀξίαν πεντακισχιλίων δραχμῶν. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς, οὐχὶ βεβαίως συνηγοροῦσα ὑπὲρ τῆς ἀκολασίας τοῦ Τύπου, ἣν μάλιστα καὶ φρίττει, ὅπου ὑπάρχει, ἀλλὰ συνειδυῖα ὅτι ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ τοῦ τύπου ἔγκειται πάντων τῶν λοιπῶν δικαίων ἡ ἀσφάλισις, θεωρεῖ καὶ τὴν ἐγγυοδοσίαν, οἵα ποτ’ ἂν ᾖ, εἴτε χρηματικὴ, εἴτε κτηματικὴ, ὡς ἓν προληπτικὸν μέτρον, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαληπτέαν ὅλως ἀπὸ τοῦ Συντάγματος· ἄλλως τε, ὡς καὶ αὐτὴ ἡ πεῖρα τῶν ἐθνῶν ἀπέδειξε, μεταξὺ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ Τύπου καὶ τῆς καταργήσεως παντὸς προληπτικοῦ μέτρου ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τοῦ παντελοῦς περιορισμοῦ τοῦ τύπου ἀφ’ ἑτέρου, οὐδεὶς μέσος ὅρος ἀσφαλὴς ὑπάρχει, ὡς διὰ μακρῶν ἀπέδειξε τοῦτο ὁ διάσημος δημοσιογράφος Alexis de Tocqueville ἐν τῷ de la démocratie en Amérique συγγράμματί του, tom. II ch. 3, ἐν ᾧ συμπεραίνων λέγει τὰ ἑξῆς· «τὸν ἀγωνισάμενον ἵνα καταστείλῃ τὴν ἀκολασίαν τοῦ τύπου διὰ προληπτικῶν μέσων, εὕρομεν ἀναχωρήσαντα ἀπὸ τῶν καταχρήσεων τῆς ἐλευθερίας καὶ καταντήσαντα πρὸς τοὺς πόδας ἑνὸς δεσπότου... Ἀπὸ τῆς ἀκράτου ἐλευθερίας εἰς τὴν ἄκρατον ἔφθασε δουλείαν, χωρὶς νὰ εὕρῃ κατὰ τὸ μακρὸν τοῦτο στάδιον ὃ διήνυσεν, ἓν μόνον μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ δυνηθῇ ἀσφαλῶς νὰ σταθῇ».... Ἀπὸ τοιούτων λοιπὸν ὁρμωμένη σκέψεων καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐνέγραψεν ἐν τῷ πολιτεύματι, ὅτι ὡς ἡ λογοκρισία οὕτω καὶ πᾶν ἄλλο προληπτικὸν μέτρον ἀπαγορεύεται· ταῦτα δὲ βεβαίως κατ’ οὐδὲν ἐμποδίζουσιν, ὅπως συνταχθῇ νόμος περὶ Τύπου, ὅστις διὰ ποινῆς ἀναλόγου τοῦ ἀδικήματος καὶ προσφυῶς ἐφαρμοζομένης νὰ τιμωρῇ τὴν θρασύτητα τοῦ Τύπου. Ὁ Τύπος εἶναι ἓν εὐεργέτημα διὰ τὴν ἀνθρωπότητα, δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον οὐδ’ ὀρθὸν, ἕνεκεν ἐνδεχομένης καταχρήσεως τοῦ εὐεργετήματος τούτου, καταχρήσεως, ἣν εὐκόλως δύναται νὰ καταστείλῃ εἷς περὶ τύπου νόμος, νὰ διακινδυνεύσῃ ἡ πολιτεία νὰ στερηθῇ τὰς ἐκ τοῦ θεοσδότου τούτου δώρου ὠφελείας. Τὸ ἄρθρ. 15 τοῦ σχεδίου εἶναι ἁπλῆ μετάστασις τοῦ ἄρθρ. 100 τοῦ προτέρου συντάγματος, μετάστασις, ἥτις δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ συνείδησις τοῦ πολίτου εἶναι προδήλως ἀτομικόν τι δίκαιον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἔδει ἀναγράψαι ἡμᾶς αὐτὸ παρὰ ταῖς συγγενέσι διατάξεσιν. Ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τιθεμένης τῆς συνειδήσεως τοῦ πολίτου, πᾶς κίνδυνος προλαμβάνεται, μήποτε κακόνους ἐκτελεστική τις ἀρχὴ διανοηθῇ νὰ δεσμεύσῃ ἐμμέσως δι’ ὅρκου, αὐτογνωμόνως διατυπουμένου, τὰ λοιπὰ τοῦ πολίτου δίκαια. Τὸ ἄρθρ. 16 μετηνέχθη αὐτολεξεὶ ὡς εἶχεν ἐν ἄρθρ. 11 τοῦ συντάγματος τοῦ 1844. Ἡ μειονοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς, θεωροῦσα, ὅτι ἡ μὲν δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης δι’ ἕκαστον πολίτην, ἡ δὲ κτῆσις τῆς ἀνωτέρας εἶναι μᾶλλον ἐπιτήδευμα, προὔτεινεν ἵνα καὶ τῆς δημοτικῆς παιδείας αἱ δαπάναι καταβάλλωνται ἀπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, καὶ ἡ κτῆσις αὐτῆς γενῇ ὑποχρεωτικὴ διὰ τοὺς πάντας. Καὶ ναὶ μὲν ὑπάρχει νόμος τὸ ὑποχρεωτικὸν αὐτῆς διατάττων, ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος περιέπεσεν, ὡς εἰπεῖν, εἰς ἀχρηστίαν. Ἡ μειονοψηφία θεωρεῖ προσέτι ὅτι, ὡς πᾶς Ἕλλην τελεῖ τὸν φόρον, ὡς πᾶς Ἕλλην ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ εἰς ἀντάλλαγμα παρὰ τῆς πολιτείας τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν, οὕτως ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῇ παρ’ αὐτῆς τὸ μέγα κτῆμα τῆς δημοτικῆς παιδεύσεως. Οὐδέποτε θέλει δυνηθῆ λαὸς οἱοσδήποτε νὰ προβῇ εἰς τὸν πολιτισμὸν καὶ καλὴν χρῆσιν τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ νὰ κάμῃ, ἂν μὴ ᾖ κάτοχος τῆς στοιχειώδους παιδεύσεως· ἐφόσον ἡ κατωτάτη τῆς πολιτικῆς κοινωνίας στοιβάς συνέχεται ἐν τῇ ἀμαθείᾳ, μηδεὶς ἐλπισάτω ἑδραίαν τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν τὴν βάσιν. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς, καί τοι τὰς ἀληθείας ταύτας συμμεριζομένη, δὲν ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν, πρός τε τὰ σμικρὰ τῆς πολιτείας μέσα ἀποβλέπουσα, καὶ εἰς τὸ ὅτι εὐθύφρων Κυβέρνησις θέλει ἀείποτε προσπαθεῖ κατὰ τὰ ἐνόντα μέσα νὰ ἐκτείνῃ τὴν διάδοσιν τῆς παιδείας εἰς τὸν λαὸν, λαὸν, ὅστις ὁμολογουμένως αὐθόρμητος φέρεται ταχυτάτῳ ποδὶ πρὸς αὐτήν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 17 (12 τοῦ προτέρου Συντάγματος) ἱκανὴ ἐγένετο συζήτησις, καθόσον ἡ ἐπιτροπὴ ἐφιλοτιμεῖτο ἵνα προλάβῃ εἰς τὸ μέλλον τὴν ἐπάνοδον τῶν αὐτογνωμόνων ἐκείνων ἀπὸ τῆς προτέρας Κυβερνήσεως καταλήψεων τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως· ἐπὶ τέλους ὅμως ἐμείναμεν πάντες σύμφωνοι, ὅτι οὔτε σαφέστερον ἦν δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως, οὔτε ἐγγύησις μείζων νὰ ληφθῇ. Ἡ γενομένη κατὰ τὸ παρελθὸν παράβασις τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος δὲν προῆλθεν ἐκ τῆς ἀσαφείας αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς θρασύτητος τῶν διεπόντων τὰ τῆς πολιτείας, οἵτινες εἰς οὐδὲν ἐτίθεντο τῶν πολιτῶν τὰ δίκαια. Εὐελπιστεῖ δ’ ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι τοῦ λοιποῦ ὁ πρὸς τὴν ἰδιωτικὴν κτῆσιν σεβασμὸς, ὅστις δὲν εἶναι μόνον τῶν ἐλευθέρων λαῶν πλεονέκτημα, καθόσον καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς εὐκόσμοις καὶ ἀγαθόφροσι παμβασιλείαις εὑρίσκεται, θέλει καταστήσει ἀπολύτως ἀπαραβίαστον τὸ δίκαιον τοῦτο, καὶ ὅτι ὁ πολίτης ὑποχρεούμενος μὲν νὰ ὑποχωρῇ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας δὲν θέλει ποτὲ στερεῖσθαι τῆς ἰδιοκτησίας του πρὶν ἢ νομίμως καὶ ἐντελῶς λάβῃ τὸ ὅλον αὐτῆς τίμημα εἰς ἀντάλλαγμα. Ὁ δὲ τρόπος, καθ’ ὃν γενήσεται ἡ ἐκτίμησις, ἔσται πάντως ἐκ τῶν προὐργιαιτάτων ἔργων τῶν διαδόχων τῆς Συνελεύσεως Νομοθετικῶν Σωμάτων. Τὸ ἄρθρ. 18 περιλαμβάνει ἐν ἑαυτῷ τὸ πάλαι 13 ἄρθρον, ἀλλὰ καὶ λίαν σπουδαίας προσθήκας φέρει. Ὅσον ἡ βαρβαρότης πολυμήχανος εἰς ἐφεύρεσιν ποινῶν ποικίλων καὶ διὰ τῶν βασάνων ἀποτροπαίων, τοσοῦτον ὁ πολιτισμὸς προσπαθεῖ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῆς ποινῆς ὅ, τι αὕτη δύναται νὰ ἔχῃ εἰδεχθές. Τούτου ἕνεκα καὶ ἡ ἡμετέρα ποινικὴ νομοθεσία ἀποτροπιάζεται πᾶσαν βάσανον, πᾶσαν ἀκρωτηρίασιν, πᾶν στίγμα, πᾶσαν ποινὴν τὴν λογικὴν τοῦ ἀνθρώπου φύσιν προσβάλλουσαν. Ἐξέστω ταῖς πολιτείαις, ἐν αἷς τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου ἀμφισβητοῦνται, νὰ παραγνωρίζωσι τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα, ὡς καὶ ἡ γενικὴ τῆς περιουσίας δήμευσις, ἐν ἐλευθέρᾳ πολιτείᾳ πάντως ἄτοπα λογιζέσθωσαν. Ἡ ὡς παρεπόμενον τῇ τῶν ἰσοβίων δεσμῶν ποινῇ ποινὴ τοῦ πολιτικοῦ θανάτου, ὑπὸ τοῦ ἄρθρ. 7 τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν νόμου πάλαι προσεπιβαλλομένη, πρὸ πολλοῦ κατεδικάσθη ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης τοῦ ποινικοῦ δικαίου, δι’ ἄλλους τε πολλοὺς λόγους (ὅρα Rossi, traité de droit pénal, liv. III, ch. 11 et 12) καὶ διότι ἡ διανομὴ τῆς περιουσίας τοῦ πολιτικῶς θανόντος ἰσοδυναμεῖ τῇ δημεύσει, καὶ διότι παρὰ φύσιν εἶναι, καθόσον, ζῶντος τοῦ ἀνθρώπου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταστραφῶσι τὰ ἀπὸ τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ ὡς ὄντος λογικοῦ δικαιώματα; Κατὰ τοῦ κακοήθους καὶ παραλόγου τῆς ποινῆς ταύτης συνηγόρησε κατὰ τὸ 1851 καὶ ὁ τοῦ ἡμετέρου Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου τότε Βουλευτὴς μακαρίτης Σπυρίδων Πήλληκας, καὶ πρότασιν περὶ τῆς καταργήσεως αὐτῆς εἰσήνεγκεν, ἥτις καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀκολούθως δὲ καὶ ὑπὸ τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ δὲν ἔτυχε τῆς Βασιλικῆς κυρώσεως ὅπως καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους ἀκυρῶν τὸ ἄρθρ. 7 τοῦ ποινικοῦ νόμου· ἅμα ὅμως τῇ Ὀκτωβριανῇ ἐπαναστάσει, ἔσπευσεν ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀπὸ 31 Ὀκτωβρίου 1862 ψηφίσματος αὑτῆς νὰ υἱοθετήσῃ αὐτὸ καὶ μεταβάλῃ εἰς νομοθέτημα. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν, Κύριοι, τὴν διάταξιν ταύτην ὡς πολιτικωτάτην ἔκρινε καλὸν ἵνα μεταφέρῃ καὶ ἐν τῷ νέῳ πολιτεύματι. Παρὰ τῇ διατάξει ταύτῃ προσεθέμεθα τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς διὰ τὰ καθαρῶς πολιτικὰ ἐγκλήματα. Καί τοι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ προὐτάθη ἡ παντελὴς κατάργησις τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου καὶ διὰ τὰ κοινὰ κακουργήματα, ἡ πλειονοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς ὑμῶν θεωρήσασα, ὅτι δὲν ἦτο καιρὸς ὅπως συζητήσῃ τὸ μέγα τοῦτο πρόβλημα, ὅπερ τῶν ἀρίστων ποινικολόγων διχοτομεῖ τὰς γνώμας, καὶ θεωροῦσα, ὅτι ἡ διατήρησις ἢ ἡ κατάργησις τῆς ἐσχάτης ταύτης ποινῆς ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἄλλων ζητημάτων συναφῶν πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους, παρ’ ᾧ κεῖται νενομοθετημένη, καὶ ὅτι, εἴ ποτε σημάνῃ ἡ ὥρα τῆς καταργήσεως αὐτῆς, δυνηθήσονται τὰ νομοθετικὰ σώματα νὰ τὸ πράξωσι, περιωρίσθη ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ προτείνῃ ὑμῖν τὴν ἀπάλειψιν τῆς θανατικῆς ποινῆς διὰ μόνα τὰ καθαρῶς πολιτικὰ ἐγκλήματα. Τῆς θανατικῆς λοιπὸν ποινῆς τὴν κατάργησιν διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα κατὰ πλειονοψηφίαν προτείνει ὑμῖν ἡ ἐπιτροπή, καθόσον ἐν γένει τὴν σήμερον ἀποτροπιάζεται αὐτὴν ἡ εὐνομουμένη καὶ κατ’ ἐλευθερίαν πολιτευομένη Εὐρώπη, ὡς ἐναντίαν τῷ πολιτισμῷ. Τὰ πολιτικὰ δὴ λεγόμενα ἐγκλήματα ἔχουσιν ἰδιάζοντά τινα χαρακτῆρα, διότι ἐλατήριον πρὸς ταῦτα εἶναι αἴσθημά τι, πεπλανημένον ἐνίοτε, ἀείποτε ὅμως εὐγενὲς, καὶ τούτου ἕνεκα σεβαστόν· ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου κατὰ τῶν πολιτικῶς ἀδικούντων ἐφαρμοζομένη, σκοπεῖ νὰ ἐξαλείψῃ τὴν ἀντιφρονοῦσαν πρὸς τὰ καθεστῶτα ἰδέαν, καὶ ὅμως ὡς ἀποτέλεσμα ἔχει σχεδὸν πάντοτε, ἐνῷ θανατοῖ τὸ ἄτομον, νὰ πολλαπλασιάζῃ τὴν ἰδέαν, δι’ ἣν τὸ ἄτομον ἐθανατώθη. Τὸ χυνόμενον αἷμα, οἱονεὶ ἀρδεῦον τὴν ἰδέαν, γονιμοποιεῖ αὐτὴν, συμβαίνει δὲ εἰς τοὺς πολιτικοὺς διωγμοὺς ὅ,τι καὶ εἰς τοὺς θρησκευτικοὺς, οἱ μάρτυρες τοῦ δόγματος κάμνουσιν αὐτὸ νὰ ῥιζοβολήσῃ ἐν ταῖς καρδίαις τῶν ἀνθρώπων· τὸ ἰκρίωμα, τὸ φοβερὸν ἰκρίωμα μεταβάλλεται εἰς βωμὸν τῆς ἐλευθερίας, καὶ πᾶν πολιτικὸν θῦμα ἐπ’ αὐτοῦ ἀναβιβαζόμενον, ὅσον ἄσημον καὶ ἂν ἦτο πρότερον, ἀμέσως μεταβάλλεται εἰς ἥρωα, καὶ διὰ στόματος φέρεται ὡς μάρτυρ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τυθεὶς, καὶ ἀντὶ νὰ κατακληροδοτήσῃ εἰς τὰ τέκνα του τὴν ἀτιμίαν τῆς καταδίκης, γίνεται αἰτία ἵνα περικοσμῶνται ταῦτα τῇ αἴγλῃ δι’ ἧς ἐστεφάνωται ἡ ἐκκοπεῖσα ἐκείνου κεφαλῆ. Ἡ ἱστορία ἐπιμαρτυρεῖ, ὅτι ἀληθῆ λέγομεν. Ἄλλως τε, Κύριοι, εἰ ἐπετύγχανε τὸ μελετηθὲν, οἱ προωρισμένοι διὰ τὴν λαιμητόμον ἤθελον προχειρισθῆ εἰς τ’ ἀνώτατα τῆς πολιτείας ἀξιώματα· χθὲς ἦσαν ἀφωσιωμένοι διὰ τὸ ἰκρίωμα, εἰ συνελαμβάνοντο, αὔριον ἐπιτυχόντες νικηταὶ φέρονται πρὸς τὸ Καπιτώλιον ἐν θριάμβῳ. Πόσοι τῶν πολιτικὰς ἀνατροπὰς ἀποπειραθέντων ἤθελον ἀποθάνει ἐν ὑπερορίᾳ ἄσημοι καὶ ἄκλαυστοι, καταστρέψαντες δὲ τὸν βίον ὑπὸ τὴν μάχαιραν τοῦ δημίου ὑμνήθησαν ὡς ἥρωες! Πόσοι ἐν φυλακῇ καθειρχθέντες ἐγένοντο ὁ περίγελως τῆς πόλεως καὶ ταχέως ἐλησμονήθησαν, οὐδεὶς ὅμως ποτὲ ἐσατύρισε καρατομηθέντα. Τέλος ἂς ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι καὶ οἱ πρόγονοι ἡμῶν ὠστράκιζον τοὺς πολιτικῶς ἐπιφόβους, μόνον δὲ ἐπὶ τῶν τριάκοντα τυράννων ἡ γῆ αὕτη τῶν Ἀθηνῶν ᾑμάχθη διὰ πολιτικὴν ἀντιφροσύνην. Ἰδοὺ, Κύριοι, τίνες ἐν συνόψει οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν κατὰ πλειονοψηφίαν προτείνει τὴν κατάργησιν τῆς ἐπὶ πολιτικοῖς ἐγκλήμασι θανατώσεως. Ἀλλ’ ἑτέρα πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον, ὅπως προλάβῃ πᾶσαν παρερμηνείαν τῆς διατάξεως ταύτης, ῥητῶς νὰ μνησθῇ παρ’ αὐτῇ, ὅτι δὲν θέλει ποτὲ θεωρηθῆ ὡς πολιτικὸν ἔγκλημα ἡ κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας ἀνθρωποκτονία. Ἡ δὲ μειονοψηφία ἀντέτεινεν εἰς τὴν προσθήκην ταύτην, οὐχὶ διότι ἐθεώρησεν, ὅτι τοιαύτη στυγερὰ πρᾶξις εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα, ἀλλὰ τοὐναντίον, διότι ἐγγεγραμμένου ὄντος ἐν τῷ νόμῳ ὅτι ὁ ἐκ προμελέτης φόνος καὶ κατὰ τοῦ ἐλαχίστου καὶ ἀσημοτάτου τῶν πολιτῶν διαπραττόμενος τιμωρεῖται μὲ θάνατον, ἀδύνατον καὶ αὐτὴν τὴν ἁπλῆν ὑπόθεσιν ἐνόμισε τοῦ ὅτι τὸ τοιοῦτον κατὰ τοῦ ὑπερτάτου τῆς πολιτείας ἄρχοντος ἀποτολμώμενον ἠδύνατο ν’ ἀφομοιωθῇ πολιτικῷ ἐγκλήματι, ὡς οὐδὲ οἱονδήποτ’ ἄλλο κακούργημα κοινὸν, ἐκ συῤῥοῆς πρὸς πολιτικόν τι ἔγκλημα πραχθὲν, μεταλαμβάνει τοῦ ἐξαιρετικοῦ τοῦ πολιτικοῦ ἀδικήματος χαρακτῆρος τὸν ἴδιον ἀποβάλλον. Προσεπικουρεῖ δὲ τῇ μειονοψηφίᾳ καὶ ὁ διάσημος ποινικολόγος Ῥόσσης λέγων «nous regardons la peine capitale comme une mauvaise peine, surtout pour les crimes politiques, qui ne sont pas complexes, qui ne sont pas accompagnés de régicide, d'assassinat, de pillage, d'incendie» Rossi, traité de droit pénal liv. II. ch. 31 καὶ Guizot de la peine de mort en matière politique. Ἡ μειονοψηφία λοιπὸν, ἐπὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς γνώμης τηλικούτων σοφῶν ἀνδρῶν στηριζομένη, φρονεῖ, ὅτι ἀρκοῦσα εἶναι ἐγγύησις, ὅτι τοιαύτη μυσαγὴς πρᾶξις δὲν θέλει ποτὲ ἐκληφθῆ ὡς πολιτικὸν ἔγκλημα, ἂν καταχωρισθῇ ἡ ἑρμηνεία αὕτη ἐν τῇ παρούσῃ ἐκθέσει καὶ τοῖς πρακτικοῖς τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἀπαλειφθῇ δ’ ἀπὸ τοῦ πολιτεύματος καὶ αὐτὴ ἡ μνεία τῆς πιθανότητος τοῦ μεγίστου τούτου τῶν ἐν τῇ πολιτείᾳ ἀνοσιουργημάτων. Νέον δ’ ὅλως ἐστὶ τὸ ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ πολιτεύματος 19 ἄρθρον. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 28 τῆς ποινικῆς δικονομίας καὶ τὰ διατυποῦντα τὴν τοιαύτην προδικασίαν ἄρθρ. 322–329 τοῦ αὐτοῦ νόμου κατεκληροδοτήθησαν τῇ Ἑλλάδι ἀπὸ τῶν πολιτειῶν ἐκείνων τῆς Εὐρώπης, αἵτινες, πολίτευμα ἔχουσαι τὴν παμβασιλείαν καὶ βάσιν τοῦ διοικητικοῦ συστήματος αὐτῶν τὴν συγκέντρωσιν, σκοποῦσι ν’ ἀσφαλίσωσι τὰ ὑποδεέστερα τῆς ἐκτελέσεως τῶν θελήσεών των ὄργανα ἀπὸ τῆς κατ’ αὐτῶν μηνύσεως τῶν πολιτῶν. Πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ ἐξαιρετικοῦ τούτου δικαιώματος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, βεβαίως ἐφεῦρον αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι εὐπρόσωπόν τινα λόγον, τὸν ἑξῆς· ὅτι ἡ ὑπὲρ τῶν δημοσίων λειτουργῶν ἐγγύησις αὕτη ἐστὶ συναφὴς πρός τε τὴν φύσιν τῆς ἐνεργείας αὑτῶν περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν διοικητικῶν αὐτῶν καθηκόντων καὶ σύμφωνος μὲ τὴν συνταγματικὴν θεωρίαν τῆς διακρίσεως τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν τῆς πολιτείας· τὸ μὲν, διότι οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ οὐδαμῶς κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς διαχειρίζονται τὰ τῆς ὑπηρεσίας των, ἀλλ’ ἐνεργοῦσι τὰ κατ’ αὐτὴν συνεπεία τῆς δοθείσης αὐτοῖς ἐντολῆς καὶ τοῦ δι’ οὗ εἰσι περιβεβλημένοι δημοσίου χαρακτῆρος· τὸ δὲ, διότι ἡ διοικητικὴ ἐξουσία ἤθελεν ἑκάστοτε παρακωλύεσθαι, ἐξαδυνατεῖ δὲ πολλάκις νὰ ἐκπληροῖ τὰ κατ’ αὐτὴν, εἴ ποτε ἐξὸν ἦν ἑκάστῳ νὰ φέρῃ αὐτογνωμόνως ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὰ ὄργανα αὐτῆς· εἰ δὲ τοῦτο συνεχωρεῖτο, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, κατ’ αὐτοὺς, ἤθελε καταστήσει ὑποχείριον ἑαυτῇ τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Laferrière, droit public et administ. liv. III. ch. 3. Σημειωτέον δὲ, ὅτι παρ’ ἡμῖν τὸ ὑπὲρ τῶν δημοσίων λειτουργῶν ἐξαιρετικὸν τοῦτο ἀσφάλιον παρεξετάθη εἰς πάντα ὑπάλληλον ἀνεξαιρέτως, ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ τοὐλάχιστον, προστατεύει ἡ διάταξις αὕτη τὴν ὑπηρεσίαν καὶ οὐχὶ τοῦ ὑπαλλήλου τὸ ἄτομον, ὥστε οἵ τε πεπαυμένοι καὶ οἱ παρῃτημένοι ὑπάλληλοι δύνανται καὶ ἄνευ ἀδείας νὰ καταδιωχθῶσιν· ὡς ὑπάλληλοι δὲ ἠσφαλισμένοι ἐννοοῦνται οἱ κατὰ παραγγελίαν τῆς Κυβερνήσεως διαχειριζόμενοι μέρος τὶ τῆς δημοσίας ἐξουσίας ἐν τῷ διοικητικῷ ἢ στρατιωτικῷ κλάδῳ, πλεῖσται δ’ αἱ ἐξαιρέσεις τοῦ κανόνος· οὕτως ἐν παραδείγματι, οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ πάρεδροι, οἱ ἀγροφύλακες καὶ δασοφύλακες, οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ τῆς χωροφυλακῆς, ὡς καὶ οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι κλπ. δύνανται καὶ ἄνευ ἀδείας νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς δίκην διὰ πολλὰς τῶν ἐπιτετραμμένων αὐτοῖς λειτουργιῶν, ὡσαύτως δὲ καὶ πάντες οἱ τῶν ἐμμέσων φόρων εἰσπράκτορες, κτλ. Ἀλλὰ καὶ ἂν πρώτη ἡ Ἑλλὰς κατήργει τὸ ἔκτακτον τοῦτο προνόμιον τῶν δημοσίων λειτουργῶν, πάλιν δεδικαιολογημένη ἤθελεν εἶσθαι, διότι οὐδαμοῦ τῆς Εὐρώπης ἴσως ὅσον παρ’ ἡμῖν τοσαύτας τὸ προνόμιον τοῦτο ἐκάλυψε καταχρήσεις τῆς ἐξουσίας, καὶ καταθλίψεις τῶν ἀρχόντων ἐπὶ τῶν ἀρχομένων. Οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ διὰ τὸ ἀβέβαιον τῆς διατηρήσεώς των εἰς ἃς κατεῖχον θέσεις, διὰ τὸ ἀδιαμόρφωτον ἔτι τῶν διοικητικῶν ἐθίμων, δὸς δ’ εἰπεῖν καὶ διὰ τὴν αὐθαιρέτως ἐπιβαλλομένην αὐτοῖς θέλησιν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, τυφλὰ ταύτης ὡς ἐπιτοπολὺ ἐγίνοντο ὄργανα. Ὁ κίνδυνος μὴ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καταστήσῃ ποτὲ ὑποχείριον αὑτῇ τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν ἐστὶν ὅλως φαντασιώδης. Τοὐναντίον μάλιστα, αἰρομένου τοῦ κωλύματος τῆς ἐλευθέρας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, σωτήριός τις εἰς πάντας τοὺς λειτουργοὺς τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς ἐμποιηθήσεται φόβος πρὸς τὸν νόμον, τὸν ὑπέρτατον καὶ ἀπαθέστατον πάσης εὐκόσμου πολιτείας ἰθύντορα. Πρὸς δὲ τοὺς λέγοντας, ὅτι πολλοῦ λόγου ἀξία ἐστὶν ἡ ἀπὸ τοῦ ἀρχομένου πολίτου ἀνεξαρτησία τοῦ ἄρχοντος, ἀντιτακτέον, ὅτι πολλοῦ μείζονός ἐστιν ἡ ἐγγύησις, ὅτι σεβαστὰ παρὰ τῷ ἄρχοντι ἔσονται τὰ δίκαια τοῦ πολίτου. Πολιτικὸν δόγμα ἐστὶν, ὅτι οἱ πολῖται ἔχουσι τὰ δικαιώματα, οἱ δ’ ἄρχοντες τὰ χρέη, καὶ ὅμως δυστυχῶς μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν κατίσχυε τὸ ἐναντίον, ὅτι τοῖς μὲν ἄρχουσι πάντα τὰ δίκαια καὶ πᾶσαι αἱ προνομίαι παρομαρτοῦσιν, οἱ δὲ πολῖται πᾶσαν ὀφείλουσιν ὑπακοὴν πρὸς πᾶν ὅ,τι ὑπὸ τῶν ἀρχῶν αὐτοῖς προστάττεται. Μίαν καὶ μόνην ἐξαίρεσιν διέγραψεν ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν, τὴν ὑπὲρ τῶν ὑπουργῶν τοῦ Βασιλέως, περὶ ἧς διαλαμβάνει τὸ ἄρθρ. 92 τοῦ σχεδίου, ὅπερ ἐστὶν αὐτόχρημα σχεδὸν ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 83 τοῦ προτέρου Συντάγματος. Ἡ ἐξαίρεσις αὕτη καθ’ ἑαυτὴν δεδικαιολογημένη οὐδὲν ἀνεύθυνον καθιεροῖ, τοὐναντίον δὲ, τῶν ὑπουργῶν διατελούντων ὑπὸ τὸν διηνεκῆ τῶν Βουλῶν ἔλεγχον, οὐδεὶς ὁ κίνδυνος μὴ ἀπόσχωσι τοῦ διδόναι, ὁσάκις ζητηθῶσιν, εὐθύνας πολιτικὰς τῶν πράξεών των, μόνον δὲ διὰ τὰς ποινικὰς εὐθύνας παραπέμπονται εἰς δίκην ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ δικάζονται ὑπὸ τῆς Γερουσίας. Καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1844 ὑπῆρχεν ὡς ἄρθρ. 14 ἡ διάταξις, ἣν μετεφέρομεν ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ νέου ἡμῶν πολιτεύματος ὡς ἄρθρ. 20. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ τὴν σωτήριον ταύτην ῥήτραν ἡ πεσοῦσα ἐξουσία παρεβίασε, καὶ τὰ δι’ αὐτῆς ἠγγυημένα δίκαια τῶν πολιτῶν περιύβρισε, τὴν εἰς τὰ ταχυδρομεῖα παραδιδομένην παρακαταθήκην τῆς διανοίας αὑτῶν σφετερισθεῖσα. Ἡ ὕβρις αὕτη ὑπῆρξε τὸ τελευταῖον τῆς ἐκπεσούσης δυναστείας κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους ἀγώνισμα, ἡ δὲ περὶ ταύτης συζήτησις ἐν τῇ τότε Γερουσίᾳ τὸ πρῶτον τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ ἔθνους προανάκρουσμα. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν φρονεῖ, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης μιᾶς καὶ μόνης λέξεως «τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν εἶναι ἀπολύτως ἀπαραβίαστον» ἠσφάλισεν εἰς τὸ διηνεκὲς τὸ ἀτομικὸν τοῦτο παντὸς ἀνθρώπου δικαίωμα, καὶ προὔλαβεν οὕτω πᾶσαν εἰς τὸ μέλλον κατ’ αὐτοῦ ἐπιβουλήν. Ἐνταῦθα ἐπεράτωσεν ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἔργου της. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν προὐτάθη καὶ ἡ ἀναγραφὴ ἄλλων τινῶν δικαίων, ὡς τὸ καὶ ἐν τῷ Δανικῷ Συντάγματι ἐγγεγραμμένον ἐν ἄρθρῳ 89, ὅτι «πᾶς πολίτης μὴ δυνάμενος νὰ διαθρέψῃ ἑαυτὸν καὶ τοὺς οἰκείους, καὶ περὶ οὗ οὐδεὶς χρεωστεῖ νὰ λάβῃ τοιαύτην πρόνοιαν, δικαιοῦται νὰ λάβῃ βοήθημα ἀπὸ τοῦ δήμου, ὀφείλει ὅμως ἐξ ὑπαμοιβῆς νὰ ὑποβάλῃ ἑαυτὸν εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένας αὐτῷ ὑποχρεώσεις.» Ἡ πλειονοψηφία ὅμως ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν, πρεσβεύουσα, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐστὶ τῆς φιλανθρωπίας ἔργον δὲν συμφέρει καὶ νὰ ἐγγράφηται ὡς ῥήτρα ἐν τῷ θεμελιώδει τοῦ Κράτους νόμῳ. Διὰ τὸν αὐτὸν ἐπίσης λόγον δὲν ἐδέχθη οὐδὲ τὴν ἑτέραν πρότασιν, τὴν ἐπίσης ἐν τῷ Δανικῷ Συντάγματι φερομένην, ὅτι «τὰ παιδία, ὧν οἱ συγγενεῖς ἀποροῦσιν ὅπως ἐκπαιδεύσωσιν αὐτὰ, λαμβάνουσι δωρεὰν τὴν ἀγωγὴν των ἐν τοῖς δημοσίοις ἐκπαιδευτηρίοις.» Προὐτάθη ἐπίσης, ὅτι «ἡ στρατολογία ἐστὶν ὑποχρεωτικὴ διὰ τοὺς πάντας καὶ ὅτι καταργητέα πᾶσα περὶ αὐτὴν ἐξαίρεσις·» ὁ προτείνων ἐθεώρησε τὴν διάταξιν ταύτην ὡς συμπλήρωμα τοῦ ἄρθρ. 3, καθόσον καὶ τὸ στρατολογεῖσθαι ἐστὶν εἶδος φόρου, ἕνεκα δὲ τῆς ἰσότητος τῶν πολιτῶν ὡς πρὸς τὰ δημόσια βάρη, ἔδει καὶ ταύτην ἀναγράψαι· ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως, θεωρήσασα τὸ τοιοῦτον ὡς ἀντικείμενον τῆς μεταβλητῆς νομοθεσίας καὶ οὐχὶ τῆς ἀμεταβλήτου, ἀφῆκε νὰ ῥυθμίσῃ τὰ περὶ αὐτοῦ ὁ εἰδικὸς νόμος. Περὶ Συντάξεως τῆς Πολιτείας. Κυρίως εἰπεῖν, οὐδεμία κοινωνία ἀνθρώπων ὑπάρχει ἢ νὰ ὑπάρξῃ δυνατὸν εἶναι ἀσύντακτος. Πᾶσαι ἔχουσιν ἓν πολίτευμα, συνήθως ἄγραφον. Ἀλλ’ ἐκεῖναι ἀληθῶς δύνανται νὰ ὀνομασθῶσιν εὐνομούμεναι καὶ πεπολιτισμέναι ὅσαι ἔχουσι γραπτὸν πολίτευμα διαγράφον ἑκάστης ἐξουσίας καὶ ἀρχῆς τὰ ὅρια, καὶ σταθμίζον ἑκάστης τὴν ἐνέργειαν, οὕτως ὥστε, χρήσιμος καθ’ ἑαυτὴν γινομένη τῇ πολιτείᾳ, νὰ διατελῇ ἡνωμένη ταῖς λοιπαῖς καὶ συμβοηθοῦσα αὐταῖς, νὰ τελῇ δ’ ἀκωλύτως τὰ καθ’ ἑαυτὴν ἔργα καὶ νὰ μὴ προσγίνηται κώλυμα τῇ ἑτέρᾳ. Βεβαίως τὸ κατὰ σύνταγμα πολίτευμα ὡς τελειότερον τῶν ἄλλων καὶ πολυπλοκώτερόν ἐστιν, ἀλλὰ τὸ σύνθετον αὐτοῦ ἐμφαίνει ἁρμονίαν καὶ οὐχὶ σύγχυσιν, ἡ δὲ σύγχυσις, εἴποτε συμβῇ περὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐξουσιῶν, ἡ ἐναργεστάτη ἐστὶν ἀπόδειξις, ὅτι τὸ ἐναρμόνιον ἐξέλιπεν. Κατὰ τὸ μέρος τοῦτο τοῦ ἔργου αὐτῆς ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν πρὸς οὐδὲν εἶχε νὰ νεωτερίσῃ ἀφορμήν. Ἐκφρασθέντος τοῦ ἔθνους ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς καταλύσεως τῆς προτέρας δυναστείας, ὅτι ἔστεργε τὸ μοναρχικὸν τοῦ πολιτεύματος εἶδος, καὶ τῆς Συνελεύσεως ὡς πρώτην ἐντολὴν σχούσης παρὰ τοῦ λαοῦ νὰ ἐκλέξῃ Βασιλέα, καὶ τοῦ ἔργου τούτου ἐπιληφθείσης ὡς τοῦ πρωτίστου, καὶ εἰς πέρας ἐπιτυχῶς ἀγαγούσης, καὶ τῆς νέας δυναστείας ὑπὸ αἰσιωτάτους οἰωνοὺς ἐγκατασταθείσης ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ τῶν Ἑλλήνων θρόνου, ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν, Κύριοι, οὐδεμίαν ἔσχεν ἀνάγκην νὰ παρέλθῃ εἰς θεωρίας περὶ τοῦ ποῖον τὸ βέλτιστον τοῦ πολιτεύματος εἶδος, περιωρίσθη δ’ ἁπλῶς νὰ ἱδρύσῃ τὴν νέαν Μοναρχίαν ἐπὶ βάσεων ἑδραιοτέρων, διότι πάντως ἑδραιοῦνται μᾶλλον τὰ θεμέλια αὐτῆς, ὅταν πᾶσα παρέκβασις ἀπὸ τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς τροχιᾶς προληφθῇ. Εἰ δ’ ἐτύχομεν τοῦ σκοποῦ τούτου, ὑμεῖς θέλετε κρίνει. Ἀδιαφιλονείκητος ἐπικρατεῖ ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἡ Κυριαρχία εἰς μόνην τὴν Ἐθνικὴν ὁμάδα ἀνήκει, καὶ ὅτι ἀπ’ αὐτῆς πᾶσα ἐκπορεύεται ἐξουσία καὶ δύναμις. Καί τοι περιττὸν ἴσως τὴν ἐπιοῦσαν μιᾶς ἐπαναστάσεως (καθ’ ἣν τρανῶς ἐξεδηλώθη ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς ὑπερτέρα πάσης γραπτῆς συνθήκης), νὰ ἐγγραφῇ τὸ δόγμα τοῦτο ὡς κορωνὶς τοῦ περὶ συντάξεως τῆς πολιτείας κεφαλαίου, οὐχ ἧττον ὅμως συντελεστικὸν ἐκρίθη νὰ γίνῃ τούτου ῥητὴ ἐν τῷ συντάγματι μνεία, ὅπως ἔχωσιν ἀείποτε αἱ καθεστηκυῖαι ἐξουσίαι ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀένναον καὶ θαλερὰν πηγὴν ἀφ’ ἧς ἀρύονται πᾶσαι τὰς ἑαυτῶν δυνάμεις, καὶ οἱονεὶ κατὰ πᾶσαν ἀναμιμνήσκονται στιγμὴν, ὅτι τεταγμέναι εἰσὶν ὅπως κήδωνται τοῦ συμφέροντος τοῦ μόνου ἐντολέως των, ὅστις ἐν συνόλῳ μὲν ἐστὶν ὁ κυρίαρχος, κατ’ ἄτομον δ’ ἕκαστον τοῦ ἑνιαίου τούτου ὄντος μέρος γίνεται ὁ ὑπήκοος. Τὴν ἀναμφισβήτητον ταύτην ἀρχὴν τῆς Ἐθνικῆς κυριαρχίας ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν ἔκρινε καλὸν νὰ διατυπώσῃ ἐν τῷ ἄρθρῳ 21 τοῦ σχεδίου τοῦ πολιτεύματος. Ἡ μειονοψηφία ὅμως καί περ οὐδόλως πρὸς τὴν ἀρχὴν ἀντιλέγουσα, θεωρεῖ ὅμως περιττὴν τὴν καὶ ἐν τῷ πολιτεύματι ἀναγραφὴν αὐτῆς, καὶ ὅλως ἀπὸ σκοποῦ πρακτικοῦ, οἷος, κατ’ αὐτὴν, δέον νὰ ὑπάρχῃ ἐν ἁπάσαις ταῖς διατάξεσι τοῦ Συντάγματος. Ἡ κυριαρχία ἐνεργεῖ διὰ τῶν τριῶν τοῦ Κράτους ἐξουσιῶν, τῆς νομοθετικῆς, τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς δικαστικῆς. Τὴν πρώτην ἐν αὐταῖς θέσιν ὁμολογουμένως κατέχει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, καὶ διότι αὕτη ἐκπροσωπεῖ τὴν ἐθνικὴν θέλησιν, καὶ διότι ἀμέσως μεταλαμβάνει αὐτῆς καὶ ὁ λαὸς διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του. Τρία λοιπὸν σώματα, ἡ Βουλὴ, ἡ Γερουσία καὶ ὁ Βασιλεὺς, ὁμοφρονήσαντα συγγράφουσι τὸν νόμον. Ὅθεν τὸ ἄρθρ. 22 τοῦ σχεδίου εἶναι αὐτόχρημα ἀντιγραφὴ τοῦ πάλαι ἄρθρ. 15, οὐδ’ ἀνάγκη νομίζομεν εἶναι νὰ αἰτιολογήσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην· ἡ δ’ ἐπιτροπὴ, ἐκτὸς μικρᾶς μειονοψηφίας, ἔκρινε τὴν ὕπαρξιν τῆς Γερουσίας ὡς λίαν ἀναγκαίας, ἅτε ἀπὸ τῆς ἱστορίας καὶ τῆς πείρας διδασκομένη, ὅτι μονήρης Βουλὴ, ὅπου συνέστη, ἀπέναντι Βασιλείας, ἀείποτε παρέσχε πράγματα τῇ μοναρχίᾳ, πολλάκις δὲ καὶ διεκινδύνευσε τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς, ἐνῷ ἡ Γερουσία ἀνὰ μέσον τῶν δύο τούτων φύσει ἀντιθέτων στοιχείων ὑπάρχουσα, τὰ διεστῶτα συνάπτει καὶ τὴν εὔκοσμον τῆς πολιτείας ἐν τάξει καὶ ἐλευθερίᾳ συντήρησιν ἀσφαλίζει. Ὑπῆρξε δὲ καὶ γνώμη, ὅτι, ἐὰν ἡ Γερουσία διατηρηθῇ, ἀνάγκη εἶναι αὐτὴν αἱρετὴν καὶ οὐχὶ ἰσόβιον· ἀλλὰ τὰς περὶ τούτου σκέψεις αὐτῆς ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τοῖς περὶ Γερουσίας θέλει ἐκφέρει πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Τριῶν ὄντων τῶν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τμημάτων, ἡ πρὸς ἄλληλα ἰσότης αὐτῶν ἐστὶν ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, διὰ τοῦτο καὶ ἀνεγράφη ἐν ἄρθρ. 23, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει αὐτοῖς ἐξ ἴσου. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ μὲν Βασιλεὺς κατὰ τὸ ἄρθρον 36 ἔχει τὸ τῆς κυρώσεως δικαίωμα, ἡ δὲ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ προεισηγεῖσθαι τὸν νόμον παρὰ τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Γερουσίας λίαν ζηλοτύπως κατεστάλη ὑπὸ τῆς προτέρας Βασιλείας, ὡς καὶ τὸ τροπολογεῖν καὶ ἀποψηφίζεσθαι αὐτόν, τὸ μὲν, ἐπὶ τῇ ἀνυποστάτῳ προφάσει, ὅτι ἡ μὴ ἐπιψήφισις νομοσχεδίου ὑπὸ τοῦ Βασιλέως προταθέντος ἐνέφαινεν ἀντιδυναστικὴν δῆθεν ἀντιπολίτευσιν, ἅτε τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ στέμματος προσβαλλομένης, τὸ δὲ, ὅτι τὸ ἐπιλαμβάνεσθαι τῆς πρωτοβουλίας ὑπεδείκνυεν, ὅτι δῆθεν ὁ Ἡγεμὼν ὤκνει πρὸς τὰ καλά· ἐπειδὴ λοιπὸν κατ’ ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις ἐπιέζετο ἐμμέσως ἡ ψῆφος τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, ἐκρίθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς εὐπρεπέστερον, ἵνα οἱ μὲν ὑπουργοὶ ὡς ὄργανα ἄμεσα τοῦ Βασιλέως προεισηγῶνται τὸν νόμον, ὁ δὲ Βασιλεὺς μένῃ ὅλως ἐλεύθερος μετὰ τὴν ὑπὸ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων ἐπιψήφισιν νὰ κυρώσῃ ἢ νὰ μὴ κυρώσῃ αὐτόν. Οὐδὲ καινοτομεῖ ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ εἰσαγόμενον σύστημα, καθόσον καὶ ἐν αὐτῇ τῇ διδασκάλῳ τῶν συνταγματικῶν νομίμων Ἀγγλίᾳ, οἱ ὑπουργοὶ καὶ οὐχὶ ἡ Βασίλισσα ποιοῦνται ἐν ἰδίῳ αὑτῶν ὀνόματι τῶν νόμων τὰς προτάσεις, εἴτε πρὸς τὴν βουλὴν τῶν Λόρδων, εἴτε πρὸς τὴν τῶν Κοινοτήτων. Αἱ λοιπαὶ διατάξεις τοῦ 23 ἄρθρου μένουσιν ὡς εἶχον πρότερον ἐν ἄρθρ. 16, ὁ δὲ τούτου λόγος τοῖς πᾶσιν ἔκδηλος ἀπό τε τῆς θεωρίας τῆς ἐπιστήμης τοῦ ἐσωτερικοῦ δημοσίου δικαίου, καὶ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης, ὅπως οἱ ἄμεσοι τῶν φορολογουμένων ἀντιπρόσωποι προεξεργάζωνται πᾶν ὅ,τι τὴν φορολογίαν, ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα, ἀφορᾷ. Ὡσαύτως προφανὴς καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 (πάλαι 17), καὶ καθ’ ἑαυτὴν δεδικαιολογημένη. Ἵνα δὲ μὴ ὑπὸ ἀδικαιολογήτου ἐπιμονῆς τοῦ προτείναντος τὸν νόμον σώματος περισπῶνται τὰ λοιπὰ δύο, μᾶλλον δὲ ἵνα μὴ ἕνεκεν αὐτῆς συγκρούωνται πρὸς ἄλληλα, τὸ μὲν προτεῖνον ταὐτὰ, τὰ δὲ μὴ δεχόμενα, διετυπώθη ἐν ἄρθρ. 25 (πρότερον 18), ὅτι πρότασις νόμου ὑπὸ τῆς μιᾶς τῶν τριῶν νομοθετικῶν ἐξουσιῶν ἀποῤῥιφθεῖσα δὲν εἰσάγεται ἐκ νέου κατὰ τὴν αὐτὴν βουλευτικὴν Σύνοδον. Δίδεται δὲ οὕτω καὶ καιρὸς πρὸς ὡριμωτέραν περὶ τοῦ πράγματος σκέψιν. Ἐπειδὴ οἱ δικανικοὶ αὐθεντικὴν ὀνομάζουσι τὴν ἐπίσημον τῶν νόμων ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἀρχῆς ἑρμηνείαν, ἀντικατεστήσαμεν τὴν ἐν τῷ πάλαι ἄρθρ. 19 λέξιν ἐπίσημον διὰ τῆς λέξεως αὐθεντικὴ ἐν ἄρθρ. 26. Τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς μόνον ἀνώτατον ἄρχοντα ἀναγράφει ἐν ἄρθροις 27 τὸ σχέδιον αὐτὸν τὸν Βασιλέα, ὡς καὶ πάλαι τὸ ἄρθρ. 20. Ἡ θεωρία ἀναμφίρηστον τὸ ζήτημα τοῦτο κατέδειξε, τὸ δ’ ἑνιαῖον τῆς ἐκτελέσεως, ὡς προσὸν ἀναγκαῖον ἐν πάσῃ καλῶς διεῤῥυθμισμένῃ πολιτείᾳ, κεῖται σήμερον ἐκτὸς πάσης σπουδαίας συζητήσεως. Τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ὡς ἀρχὴν αὐτοτελῆ τό τε πρότερον σύνταγμα ἐν ἄρθρ. 21 καὶ τὸ σχέδιον ἐν ἄρθρ. 28 καθιέρωσαν. Ἐπειδὴ δ’ ἡ μὲν ἀπόφασίς ἐστι καθαρῶς ἔργον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἡ δ’ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως ὁμολογουμένως ὑπάγεται τῇ ἀρχῇ ἥτις πραγματοποιεῖ τὰ παρὰ τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν δεδογμένα, ἀναγράπται, ὅτι αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐκτελοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν διαπεπιστευμένου ὑπερτάτου τῆς πολιτείας ἄρχοντος, τοῦ Βασιλέως. Ἐκ τούτων κατανοεῖ ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ συλλήβδην διετυπώθη ὁ χαρακτὴρ καὶ τὰ ἔργα ἑκάστης τῶν τριῶν ἀρχῶν τῆς πολιτείας, καὶ τὰ πρόσωπα, εἰς ἃ ἑκάστη αὐτῶν ἀνετέθη, κατωνομάσθησαν, ἐν δὲ τοῖς ἑπομένοις κεφαλαίοις ἰδίᾳ τὰ καθ’ ἕκαστα τῶν ἔργων ἑκάστης ἐξουσίας διατυπωθήσονται ἵνα ἀκριβέστερον τὰ τῆς μιᾶς ἀπὸ τῶν τῆς ἑτέρας διακρίνωνται. Περὶ τοῦ Βασιλέως. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι κατὰ τὴν ἀνθηροτάτην τῆς Ἑλλάδος ἐποχὴν καίπερ ὑπὸ τὸ δημοκρατικὸν ἐκτραφέντες τοῦ πολιτεύματος εἶδος, ὡμολόγουν, ὅτι «Μοναρχία ζευχθεῖσα «ἐν γράμμασιν ἀγαθοῖς, οὓς νόμους λέγομεν, ἀρίστη πασῶν.» (Πλάτ. Πολιτ. Α. σελ. 302 καὶ Πολ. Θ. καὶ Νόμων Δ.) Τὰ ἀγαθὰ ταῦτα τῆς μοναρχίας γράμματα αὐτό ἐστὶ τὸ σύνταγμα. Ἀλλὰ τῆς ἀληθείας ταύτης ὑπὸ πάντων ὁμολογουμένης, καὶ τοῦ μοναρχικοῦ κατὰ σύνταγμα εἴδους παρ’ ἁπάντων ἐν Ἑλλάδι ἀσπαζομένου, περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψωμεν περὶ τὴν ἀπόδειξιν πράγματος, πρὸς ὃ οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων. Ὁ Βασιλεὺς τὴν ὑψίστην ἐν τῇ πολιτείᾳ θέσιν κατέχων, καὶ τὰ πάντα ἐποπτεύων, καὶ τὸν ὁπωσδήποτε συνταραχθέντα κυβερνητικὸν διάκοσμον εἰς τὴν ἁρμονίαν ἐπαναφέρων, δέον αὐτὸς μὲν φύσει οὐδενὸς τῶν διαιρούντων τοὺς πολιτευομένους παθῶν νὰ μετέχῃ, θέσει δὲ οὐδεμία κάτωθεν μέχρι τοῦ θρόνου αὐτοῦ μομφὴ νὰ ἐξικνῆται. Ὁρίζοντος τοῦ συντάγματος τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνητικῆς μηχανῆς καὶ κατὰ τοῦτον ἀδυνάτου ὄντος τῷ Βασιλεῖ νὰ πράξῃ τὸ κακὸν, ἑπόμενόν ἐστι τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως ν’ ἀναγραφῇ ἀνεύθυνον καὶ ἀπαραβίαστον, ἄρθρ. 29. Ἡ ἐπιτροπὴ μόνον τὴν ἐν τῷ προτέρῳ συντάγματι (ἄρθρ. 22) λέξιν ἱερὸν ἀντικατέστησε διὰ τῆς λέξεως ἀνεύθυνον, φρονοῦσα, ὅτι αὕτη πολιτικώτερον ἐκφράζει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐπ’ οὐδενὶ τῶν συμβαινόντων ἐν τῇ Κυβερνήσει του λόγων ἢ ἔργων εὐθύνεται. Τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ 29 ἀρχὰς ἀναλυτικώτερον ἐκφράζουσι τὰ ἑπόμενα· οὕτω τὸ ἄρθ. 30 (πάλαι 23) διατάττον, ὅτι πᾶσα ἡγεμονικὴ πρᾶξις δεῖται τῆς προσυπογραφῆς ἑνὸς ὑπουργοῦ, μάλιστα δὲ τοῦ ἁρμοδίου, ἀναδεχομένου διὰ τῆς ὑπογραφῆς του τὴν ὅλην τῆς βασιλικῆς πράξεως εὐθύνην, κατάδηλον ποιεῖται τὸ ἀδύνατον ἀναβιβασθῆναι τὴν εὐθύνην μέχρι τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ καὶ τὴν μόνην προβλέπει τὸ ἄρθρον τοῦτο περίπτωσιν, καθ’ ἣν δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Βασιλεία ἀμέσως ἄνευ τῆς συνυπογραφῆς ὑπουργοῦ ἐκ τῶν ἐκπιπτόντων τῆς ἀρχῆς, καὶ διατάττει ἵνα ὁ ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν κληθεὶς νέος πρωθυπουργὸς ὁρκισθῇ καὶ, ὁρκισθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, προσυπογράψῃ τὸ τῆς ἀπολύσεως τοῦ παλαιοῦ ὑπουργείου καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ νέου διάταγμα. Ἔχοντος τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ ἄρθ. 27 τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἕπετο, ὅτι αὐτῷ καὶ μόνῳ δέδοται τὸ ἐκλέγειν τὰ ἄμεσα καὶ ὑπεύθυνα ὄργανα, δι’ ὧν θέλει μετέρχεσθαι αὐτήν. Μεγάλη καὶ σπουδαία συζήτησις ἠγέρθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθ. 31, καὶ διὰ μικρᾶς πλειονοψηφίας ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ἥτις φέρεται διατετυπωμένη ἐν αὐτῷ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὀφείλει πάντως νὰ λαμβάνῃ τοὺς ὑπουργοὺς Αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου νομοθετικοῦ σώματος, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου μεγάλη μειονοψηφία ἀπέκρουε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Καὶ ἡ μὲν πλειονοψηφία δίδωσιν ὡς λόγον, ὅτι, ἀφοῦ ἡ συνταγματικὴ Μοναρχία πᾶσαν τὴν δύναμιν αὑτῆς ἀρύεται ἀπὸ τῶν Βουλῶν καὶ ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐν ἑκατέρᾳ αὐτῶν στηριζόμενοι διοικοῦσιν οἱ ὑπουργοί, λογικὸν εἶναι τὸ νὰ λαμβάνωνται οὗτοι πάντως ἀπὸ τῶν Βουλῶν, διότι μόνον οὕτω δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ μεταξὺ τῶν ἀνωτάτων τούτων τῆς πολιτείας ἀρχῶν ἁρμονία. Ἐπειδὴ δ’ ἐν ταῖς Βουλαῖς εἰκάζεται, ὅτι ἑδρεύουσιν οἱ κράτιστοι τοῦ Ἔθνους, ὁ Βασιλεὺς ἀπὸ τῶν ἀρίστων κατ’ ἀνάγκην συγκροτῶν τὴν Κυβέρνησίν του ἕξει ἀείποτε παρ’ ἑαυτῷ συμβούλους τοὺς βελτίστους τῆς πολιτείας. Ἄλλως τε, ἔχοντος τοῦ ὑπουργείου τὸ τῆς προτάσεως τῶν νόμων δικαίωμα, πῶς θέλει ἐνασκεῖσθαι τοῦτο ὑπ’ αὐτῶν ἂν λαμβάνωνται καὶ ἐκτὸς τῶν Βουλῶν; Ῥητῶς δὲ φέρει καὶ τὸ ψήφισμα τῆς 9 8βρίου 1863, ὅτι μόνοι οἱ πληρεξούσιοι τοῦ Ἔθνους ἔχουσι τὸ τῆς προτάσεως τῶν νόμων δικαίωμα. Τελευταῖον δὲ λόγον φέρει ἡ αὐτὴ πλειονοψηφία, ὅτι ἂν ἐπιτραπῇ νὰ λαμβάνῃ ὁ Βασιλεὺς τοὺς ὑπουργοὺς Αὑτοῦ καὶ ἐκτὸς τῶν Βουλῶν, οὗτοι, ὅπως εἰσπηδήσωσιν ἐν αὐταῖς, παντοίας θέλουσι μηχανᾶσθαι ἀνατροπὰς πρὸς διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἢ προσθήκην νέων μελῶν ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Ἡ δὲ μειονοψηφία, καί τοι ὁμολογοῦσα ὅτι ἔχονται σπουδαιότητος οἱ λόγοι οὗτοι καὶ ὅτι ἐν τῇ πράξει οὕτως ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ θέλει συμβαίνει, ἀντικρούει ὅμως τὴν κατ’ ἀνάγκην ὑποχρέωσιν ταύτην, ἅτε καταστρέφουσαν τὴν πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην παρακειμένην ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ ἑτέραν διάταξιν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργοὺς Αὑτοῦ. Φρονεῖ δὲ ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς διατυποῦται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, κατ’ ὄνομα μὲν δίδωσι τῷ Βασιλεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τῶν ὑπευθύνων ὀργάνων του, πράγματι δ’ ἐπανακρέμαται ὁ διορισμὸς αὐτῶν ἀπὸ τῶν Βουλῶν. Κατὰ τὸ δόγμα τοῦτο οἱ ὑπουργοὶ δὲν θέλουσιν ἐξαρτᾶσθαι ἀπὸ τοῦ διορίζοντος αὐτοὺς Βασιλέως, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν προβαλλουσῶν αὐτοὺς πλειονοψηφιῶν τῶν Βουλῶν. Πρὸς δὲ, καὶ ἀσύμφωνον τῇ ὀρθῇ θεωρίᾳ τῆς ἐπιστήμης, καὶ ἀσύμφορον δοκεῖ τῇ μειονοψηφίᾳ, ἡ περιστολὴ αὕτη τοῦ ἡγεμονικοῦ δικαιώματος. Ἀσύμφωνον μὲν, διότι πᾶς ἔργου τινὸς ἐργάτης ἀνάγκη νὰ ἔχῃ καὶ τὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐργαλείων, οἷς χρήσεται πρὸς τὸ ἔργον, δικαίωμα, τοιοῦτος δὲ καὶ ὁ Βασιλεὺς αἱρούμενος τὰ πρὸς τὸ ἔργον τοῦ κυβερνᾷν ὑπεύθυνα αὑτοῦ ὄργανα, ἀσύμφορον δὲ, διότι ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ποθεῖταί τις ὑπὸ τοῦ Βασιλέως λόγῳ τῆς ἰδιαζούσης ἱκανότητος αὐτοῦ, ἢ τῆς ὁποίας ἔχει ἐν αὐτῷ ἐμπιστοσύνης ὁ Βασιλεὺς, οὗτος δὲ δὲν τύχῃ ὢν οὔτε Βουλευτὴς, οὔτε Γερουσιαστὴς, πάλιν οὐκ ἔσται δύσκολον ὅπως ἔχῃ ὁ τοιοῦτος τὰ τοῦ Γερουσιαστοῦ προσόντα, κἂν ὑποτεθῇ, ὅτι οὐδεὶς εὑρεθήσεται βουλευτικὸς κύκλος, ὅπως ἐξ αὐτοῦ ἐκλεχθῇ Βουλευτής· εἰ δ’ ἔχῃ τὰ πρὸς τὸν Γερουσιαστικὸν θῶκον προσόντα, δὲν θέλει ἆρά γε ἐξαναγκασθῆ οὕτως ὁ διορισμὸς αὐτοῦ ἐν τῇ Γερουσίᾳ, ἔνθα καὶ ἰσοβίως νὰ μείνῃ, ἀφοῦ ἄλλως οὐκ ἐπετρέπετο αὐτῷ ἵνα μετέλθῃ προσωρινῶς τὰ τοῦ ὑπουργοῦ καθήκοντα; Ἄλλως τε καὶ αὐτὴ ἡ Συνέλευσις, καί τοι κατ’ ἀριθμὸν πολλῷ ὑπερβάλλουσα ἀμφοτέρας τὰς μελλούσας Βουλὰς, καὶ κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν ἔλαβε καὶ Προέδρους ὑπουργείων καὶ ὑπουργοὺς, καὶ μετὰ τὴν ἐγκαινίασιν τῆς νέας Βασιλείας ἐδέχθη καὶ ὑπεστήριξε τοὺς παρὰ τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ περιβόλου αὐτῆς ληφθέντας, καί τοι ὁμολογουμένως πλείστας ὅσας ἱκανότητας περιλαμβάνει ἐν τοῖς κόλποις της. Μάλιστα δὲ καὶ πρότασιν ψηφίσματος, ὑποβληθεῖσαν αὐτῇ ὑπό τινος πληρεξουσίου κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 4 Φεβρουαρίου 1863 ὅπως μηδεὶς μὴ πληρεξούσιος διορίζηται ὑπουργὸς, ἡ Συνέλευσις ἀπέῤῥιψεν. Εἰ δὲ τύχῃ ὁ διορισμὸς νέου ὑπουργείου νὰ γίνῃ κατὰ τὸ μεσόχρονον τὸ ἀπὸ τῆς διαλύσεως ἢ λήξεως τῆς περιόδου τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς νέας, πῶς δυνηθήσεται ὁ Βασιλεὺς ἐκπληρῶσαι τὸν ἐπιβεβλημένον αὐτῷ ὑπὸ τοῦ συντάγματος ὅρον τοῦτον; πῶς δὲ πληρώσει αὐτὸν κατὰ τὸν ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ἔργων τῆς Συνελεύσεως ταύτης μέχρι τοῦ σχηματισμοῦ τῶν νέων Βουλῶν, ἀφοῦ ὀκτάμηνος ἀφίεται τῷ Βασιλεῖ προθεσμία, καθ’ ἣν οὐ μόνον Βουλὴ οὐκ ἔσται συνηγμένη, ἀλλ’ οὐδὲ Γερουσία διωρισμένη; Πάντως, προστίθησιν ἡ μειονοψηφία, τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν, εἰ μὴ ἁρμονία περὶ τὴν ἐνέργειαν πασῶν τῶν τοῦ Κράτους ἀρχῶν, ἀλλ’ ὡς πᾶσα μὲν περιστολὴ, πᾶσα δὲ κατάχρησις δικαιωμάτων τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας αὐτῶν, ἢ ὑπέρβασις καθηκόντων, διαλύει τὴν ἁρμονίαν ταύτην, οὕτω καὶ πᾶσα ὑποτιθεμένη διηνεκὴς διχοστασία τῶν ἀρχῶν τείνει πρὸς ταχεῖαν τοῦ ἁρμονικωτάτου κατὰ σύνταγμα πολιτεύματος καταστροφήν. Ἰσχυρίζεται ἡ πλειονοψηφία, ὅτι, καί τοι ἡ τοιαύτη διάταξις οὐχ ὑπάρχει ἐγγεγραμμένη ἐν τοῖς θεσμοῖς τῆς Ἀγγλίας, πράγματι ὅμως καὶ ἐκεῖ τηρεῖται, πάντοτε δ’ οἱ ὑπουργοὶ λαμβάνονται ἢ ἀπὸ τῆς τῶν Λόρδων Βουλῆς, ἢ ἀπὸ τῆς τῶν Κοινοτήτων, καὶ ἄν τις ἔξωθεν τῶν Βουλῶν ληφθῇ, οὗτος δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ ὅπως εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον ἐν ταῖς Βουλαῖς, ἀλλὰ διὰ τῶν συνυπουργῶν του, τῶν ἐν ἐκείναις μελῶν, ὑποβάλλεται ἡ πρότασις. Λησμονεῖ ὅμως, ἀντιτάττει ἡ μειονοψηφία, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ διά τε τὸ ἔνθεν μὲν κληρονομικὸν τῆς τῶν Λόρδων Βουλῆς, ἑτέρωθεν δ’ αἱρετὸν αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βασιλίδος, ὡς καὶ διὰ τὴν εὐκολίαν, ἥτις ὑπάρχει νὰ εἰσαχθῇ τις ἐκ μικροῦ ἐκλογικοῦ κύκλου ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων, δὸς δ’ εἰπεῖν καὶ ἐκ τῆς αὐταπαρνήσεως τῆς ἐν τοῖς πολιτικοῖς ἤθεσι τῆς Ἀγγλίας, οὐδεμία ἱκανότης παραγνωρίζεται, ἀλλ’, ὁπωσδήποτε τύχῃ ἐκδηλωθεῖσα, ταχέως καὶ προθύμως ὑποχωροῦσιν αὐτῇ οἱ ἥττονες, τὴν ἑαυτῶν συνδρομὴν παρέχοντες ὅπως εἰσέλθῃ αὕτη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐν ᾧ οὐδὲ μισθοὺς, οὐδ’ ἀποζημιώσεις βουλευτικὰς εὑρήσει ὁ εἰσαχθεὶς, ἀλλ’ ἁπλοῦν βῆμα ὅπως ἀπ’ αὐτοῦ λαμπρυνθῇ. Τὰ δὲ λοιπὰ τῆς πλειονοψηφίας ἐπιχειρήματα ἀποκρούει ἡ μειονοψηφία, τὸ μὲν, διότι μὴ ἐψηφισμένου ἔτι ὄντος τοῦ ἄρθ. 23 τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, βεβαίως ὁ ἀπὸ τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως ληφθεὶς ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ τῆς προτάσεως τῶν νόμων δικαίωμα, ὅπερ οὐδ’ αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς ἔχει ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι τὸ ψήφισμα τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1863 ῥητῶς ἐπεφυλάξατο τοῦτο εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ὅταν ὅμως ψηφισθῇ τὸ 23 ἄρθρον, τότε ὡς τῷ ἀπὸ τῆς Γερουσίας ὑπουργῷ τοῦ Βασιλέως ἔξεσται προεισηγεῖσθαι νόμον ἐν τῇ Βουλῇ τῶν ἀντιπροσώπων, καὶ τῷ ἀπὸ ταύτης ὑπουργῷ ἐν τῇ Γερουσίᾳ, πλήρει ἕξει τὴν ἄδειαν καὶ ὁ εἰς μηδετέραν τούτων ἀνήκων ὑπουργὸς πρὸς τὸ εἰσάγειν πρότασιν νόμου ἢ εἰς τὴν μίαν, ἢ εἰς τὴν ἑτέραν τῶν Βουλῶν. Ὡς πρὸς τὰς ἐπαπειλουμένας δ’ ἀνατροπὰς, ἃς φοβεῖται ἡ πλειονοψηφία, οἱ μειονοψηφοῦντες ἀντιτάττουσιν, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἄν ποτε συμβῇ, ἔσται νοσούσης πολιτείας ἔνδειξις, ὑγιαινούσης δὲ ταύτης οὐδεὶς τολμήσει ἐπιχειρῆσαι τοιούτοις. Ἐπὶ τέλους δὲ, παρατηρεῖ ἡ μειονοψηφία, ὅτι ἐν οὐδενὶ τῶν ὑπαρχόντων παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι συνταγμάτων εὑρήσει τις ὁμοίαν διάταξιν ἐμφαίνουσαν δυσπιστίαν πρὸς τὸν Βασιλέα, ἐφ’ ᾧ καὶ προτείνει ἵνα μὴ δεχθῇ ἡ Συνέλευσις ὅπως ὑπὸ πρώτης τῆς Ἑλλάδος εἰσαχθῇ ἐν τῷ πολιτεύματι αὐτῆς ἡ καινοτομία αὕτη, ἀλλὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον 29 ὡς εἶχεν ἐν τῷ πάλαι συντάγματι τὸ ἄρθρον 24 ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργοὺς αὐτοῦ. Τὰ ἄρθρα 32 καὶ 33 μετηνέχθησαν ὡς εἶχον ἐν τῷ συντάγματι τοῦ 1844 ἐν ἄρθ. 25 καὶ 26, ἐφ’ ᾧ οὐδὲ χρῄζουσι σχολίου τινός. Ἐν τῷ ἄρθ. 34 θέλετε παρατηρήσει, Κύριοι, δύο μικρὰς μὲν, σπουδαιοτάτας ὅμως, προσθήκας, ἃς ἐπήνεγκεν ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν εἰς τὸ πάλαι ἄρθρον 27. Ἐπειδὴ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος κατέδειξεν οἵα ἐγένετο κατάχρησις ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἀπονομὴν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν βαθμῶν, κατάχρησις, ἥτις βεβαίως δὲν ἀπέῤῥεεν ἀπὸ τῶν περὶ ταῦτα κειμένων νόμων διότι δὲν ἤθελεν εἶσθαι κατάχρησις, προσέθετο ἐν τῷ νέῳ πολιτεύματι, ὅτι οὐδεὶς βαθμὸς στρατιωτικὸς ἢ ναυτικὸς καὶ κατὰ συνέπειαν οὐδεὶς προβιβασμὸς, δύναται νὰ γενῇ, εἰμὴ κατὰ νόμον. Ἡ αὐτὴ κατάχρησις ἐλάμβανε χώραν καὶ ὡς πρὸς τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς παύσεις τῶν δημοσίων πολιτικῶν λειτουργῶν, ἐπειδὴ δ’ ἐν ἐλευθέρᾳ καὶ εὐνομουμένῃ πολιτείᾳ, καὶ οἱ λειτουργοὶ οὗτοι δέον νὰ μὴ μένωσιν ἕρμαιον τῶν κρατούντων, ἀλλ’ ἐφόσον ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκον αὑτῶν νὰ μὴ μένῃ μετέωρος ἡ τύχη των, καὶ ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι δὲν θέλει πολὺ βραδύνει ὁ ὑπὸ τῆς ἀνάγκης καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς πολιτείας ἐκζητούμενος νόμος περὶ προσόντων τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ἐν ᾧ ληφθήσεται πρόνοια καὶ περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς τύχης αὐτῶν, προσετέθη ἐν τῷ ἐν λόγῳ ἄρθρῳ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς ὡσαύτως, τουτέστι κατὰ νόμον. Τὸ ἄρθ. 35 κατ’ οὐδὲν καινοτομεῖ ὡς πρὸς τὸ ἄρθ. 28 τοῦ προτέρου συντάγματος, ἐτροποποιήθη δ’ ὁπωσοῦν τὸ λεκτικὸν αὐτοῦ ὅπως σαφέστερον καὶ ἐκφραστικώτερον διατυπωθῶσιν αἱ ἐν αὐτῷ διατάξεις. Λίαν βραχύλογον ἦν τὸ πάλαι 29 ἄρθρον, μεγάλη δὲ παρετηρεῖτο ἡ ἔλλειψις τοῦ νὰ μὴ προσδιορίζηται ἐν τῷ συντάγματι ὁ λόγος τῆς κυρώσεως τῶν νομοσχεδίων. Ἡ δ’ ἀνάγκη εἰς τὸ μέλλον ἤθελεν ἴσως γενῆ καταφανεστέρα διὰ τὴν ἐπενεχθεῖσαν ἐν ἄρθρῳ 33 τοῦ παρόντος σχεδίου τροπολογίαν, καθ’ ἣν, μήπω προεισηγουμένου τοῦ Βασιλέως τὸν νόμον, ἀργοῦν ἤθελε μένει τῶν Βουλῶν τὸ δικαίωμα πρὸς ἐκδήλωσιν τῆς ἀνάγκης τοῦ νόμου διὰ τῆς ἐπαναληπτικῆς κατὰ συνόδους βουλευτικὰς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως αὐτοῦ· ἐφ’ ᾧ ἐτέθη ὡς ὅρος χρονικὸς πρὸς κύρωσιν ἐψηφισμένου παρ’ ἀμφοτέρων τῶν Βουλῶν νομοσχεδίου, ὅλος μὲν ὁ ἑκάστης βουλευτικῆς συνόδου ἐτήσιος χρόνος, πρὸς δὲ καὶ δύο μῆνες μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς, ἵνα δὲ μὴ ἀναγκάζηται ὁ Βασιλεὺς νὰ ἐκφαίνῃ ἄρνησιν κυρώσεως, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως ἡ μὴ κύρωσις ὑπ’ αὐτοῦ ἐκλαμβάνηται αὐτόχρημα ὡς ἄρνησις κυρώσεως. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου προὐτάθη ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἵνα ὁ Βασιλεὺς ᾖ ὑπόχρεως νὰ κυρώσῃ ὡς νόμον νομοσχέδιον δὶς ὑπὸ τῶν Βουλῶν ψηφισθέν. Ἐν ἄλλοις λόγοις προὔτεινεν ἡ μειονοψηφία τὸ μὴ ἔχειν τὸν Βασιλέα ἀπόλυτον ἀρνησικυρίας (veto) δικαίωμα, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀναβλητικὸν ἐφάπαξ. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως ἀπέκρουσε τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ διότι ἡ ἐπιστήμη τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου πρὸ πολλοῦ κατεδίκασεν αὐτὴν, καὶ διότι ἡ ἱστορία ἄλλων ἐθνῶν κατέδειξε τὸ ὀλέθριον αὐτῆς, καὶ διότι ταπεινόν ἐστὶ διὰ τὴν Βασιλείαν τὸ τοιοῦτον, καὶ τέλος, διότι ὁ Βασιλεὺς ἰσήγορος ὢν ὡς πρὸς τὸ νομοθετεῖν πρὸς τὰ δύο ἄλλα νομοθετικὰ σώματα (ἄρθ. 22) δέον ἔχειν καὶ αὐτὸν ὡς ἐκεῖνα, καὶ δὶς, καὶ τρὶς, καὶ πολλάκις τὸ ἐλεύθερον τοῦ μὴ κυρῶσαι τὸ ὑπὸ τῶν ἄλλων ἐψηφισμένον νομοσχέδιον. Ἀλλὰ καὶ ἀδύνατος ἡ κατάχρησις, διότι ἤθελεν αὕτη διαταράξει τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ Βασιλέως καὶ Βουλῶν. Τὸ ἄρθρ. 37 ἀκριβῶς περιλαμβάνει ὅ,τι τὸ ἄρθρ. 30 ἐν τῷ συντάγματι τοῦ 1844, τῇ προσθήκῃ ὅτι τὸ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς διάταγμα πρέπει νὰ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς τῶν ὑπουργῶν, ἵνα φέρωσιν οὕτω καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἡγεμονικῆς ταύτης πράξεως, τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς μήπω ἀσπαζομένης τὴν καὶ ὑπὸ πολλῶν τῆς Εὐρώπης δημοσιογράφων πρεσβευομένην γνώμην, καὶ ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ὑποστηριχθεῖσαν, ὅτι διὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν πέντε καθαρῶς ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων, ὧν α) τὸ τῆς συγκαλέσεως τῶν Βουλῶν, β) τὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, γ) τὸ τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς παύσεως τῶν ὑπουργῶν· δ) τὸ τῆς χάριτος· καὶ ε) τὸ τῆς αὐτοπροσώπου τοῦ Βασιλέως στρατηγίας, οἱ ὑπουργοὶ προσυπογράφουσι μὲν, ἀλλ’ οὔκ εἰσι διὰ τοῦτο καὶ ὑπεύθυνοι, καθόσον τὰ δικαιώματα ταῦτά εἰσι τῆς οὐσίας τῆς συνταγματικῆς Μοναρχίας, καὶ οὐχὶ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίαν, ἣν ἔχει μὲν ὁ Βασιλεὺς, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἐνεργήσῃ εἰμὴ διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν αὐτοῦ, κατὰ τὸ προεκτεθὲν ἄρθρον 27. Ὁ Benjamin Constant μάλιστα, διὰ τοῦτο ἐν ἀρχῇ τοῦ περὶ συνταγματικῆς πολιτικῆς συγγράμματός του, ἐκτὸς τῶν τριῶν τῆς πολιτείας ἐξουσιῶν, τῆς νομοθετικῆς, τῆς ἐκτελεστικῆς, καὶ τῆς δικαστικῆς, ἰδίαν ποιεῖται τετάρτην ἐξουσίαν, ἣν ἀποκαλεῖ Βασιλικὴν, pouvoir royal. Τὴν γνώμην της ταύτην ἡ μειονοψηφία διὰ μακρῶν ὑπεστήριξεν, ἀλλ’ ἡ εὐρυτέρα ταύτης ἀνάπτυξις ἀνήκει μᾶλλον εἰς θεωρητικὸν περὶ τὴν ἐπιστήμην σύγγραμμα παρὰ εἰς ἔκθεσιν πρὸς τὴν Συνέλευσιν, οἵα ἡ ἀνὰ χεῖρας. Ἡ τῆς ἐπιτροπῆς ὅμως πλειονοψηφία, τοὐναντίον πρεσβεύει, ὅτι δεῖ πάντως διὰ πᾶσαν τοῦ Βασιλέως πρᾶξιν ἔχειν πρόσωπον ἀναδεχόμενον τὴν εὐθύνην, διότι ἄλλως ἀναβιβασθήσεται ἡ εὐθύνη, τοὐλάχιστον ἡ ἠθικὴ, μέχρις αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως. Ἡ δὲ μειονοψηφία δὲν ἀρνεῖται μὲν, ὅτι ἐκ τῶν τριῶν εἰδῶν τῆς εὐθύνης (α, ἠθικῆς· β, πολιτικῆς· καὶ γ, ποινικῆς) τὸ πρῶτον, ἤγουν τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, καὶ τὰ τρία ἀνεύθυνα νομοθετικὰ σώματα φέρουσι, καὶ αὐτὴ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, τοῦτο ὅμως κατ’ αὑτὴν οὐδόλως μεταβάλλει τὴν οὐσίαν τῶν ἡγεμονικῶν τούτων πράξεων, ἃς ἐνεργεῖ ὁ Βασιλεὺς ἰδίᾳ ὁρμῇ motu proprio, ὅπως ἐπαναφέρῃ τὴν ἁρμονίαν εἰς τὰ διαστάντα μέρη. Ὡσαύτως καὶ τὸ ἄρθρ. 38 ἐστὶν ἀντιγραφὴ τοῦ πρότερον 31 ἄρθρου, ἐπὶ μόνῃ τῇ διαφορᾷ, ὅτι ἀφῃρέθη ἡ ἐν αὐτῷ λέξις ἐτησία· τοῦτο δὲ, διότι, ὑπαρχούσης κατὰ τὸ προηγούμενον 37 ἄρθρον τῆς ὑποχρεώσεως ἵνα ἅπαξ τοῦ ἔτους καὶ τακτικῶς συγκαλῇ ὁ Βασιλεὺς τὰς Βουλὰς, καθαρὰ περιττολογία ἀποβαίνει ἡ ἐπανάληψις τῆς ἰδέας διὰ τῆς λέξεως ἐτησίας. Ἄλλως τε ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναβάλλειν καὶ διακόπτειν οὐ μόνον τὴν τακτικὴν ἐτησίαν Βουλευτικὴν Σύνοδον, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἔκτακτον. Ἐν ἄρθρ. 39 ἐνεγράφη τὸ τῆς χάριτος δικαίωμα, τοῦ ἀληθοῦς τούτου μαργαρίτου τοῦ στέμματος, ἐν ᾧ δικαιώματι ὡς ἥττονα περιλαμβάνονται τὰ τῆς ἐλαττώσεως καὶ μεταβολῆς τῶν ποινῶν, ἐννοεῖται δὲ πάντοτε, ὅτι ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ ποινῶν καὶ μόνον ἔχει ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς. Ἐξωβελίσθη δὲ ἡ ἐν τῷ ἄρθρ. 32 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 λέξις ὁλοκλήρου, ὡς δυναμένη νὰ ἐμβάλῃ εἰς ἀπορίαν εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἅπαντες οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔμενον σύμφωνοι, οἱ δὲ διχογνωμοῦντες παρῃτοῦντο. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ ἀπολειπομένη πλειονοψηφία τοῦ ὑπουργείου, ὡς καὶ ἡ τυχὸν γενομένη συμπλήρωσις αὐτοῦ, ὑπογράφουσα ἀμνηστείας διάταγμα ἀναδέχεται καὶ τὴν εὐθύνην. Ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ψηφίσματος τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1863 περὶ τῶν ἡγεμονικῶν ἔργων, ὑπεστήριξε τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἀμνηστεία νὰ μὴ δίδηται εἰμὴ μόνον ἐπὶ καθαρῶς πολιτικοῖς ἐγκλήμασι, πολὺ δὲ μᾶλλον ὑποστηρίζει ταύτην μετὰ τὸ μνησθὲν ψήφισμα, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν συνεφώνησεν, ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν Συνέλευσιν εἰδυῖαν τοὺς ἑκατέρωθεν προτεινομένους λόγους ν’ ἀποφασίσῃ. Τὸ ἄρθρ. 40 ἀντέγραψε τὴν διάταξιν τοῦ ἐν τῷ προτέρῳ συντάγματι ἄρθρ. 33, ἀλλ’ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς προὔτεινε καὶ ὑπεστήριξεν ἵνα πρὸς τῇ ἀπαγορεύσει τοῦ ν’ ἀπονέμωνται εἰς πολίτας Ἕλληνας τίτλοι εὐγενείας καταργηθῶσι καὶ τὰ παράσημα, ὡς μεσαιωνικῆς ματαιότητος κληρονομία, προσθεῖσα, ὅτι ὡς ἡ εὐγένεια οὕτω καὶ τὰ παράσημα εἰσί τι ξένον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἥτις ἀείποτε καὶ ἐν παντὶ ἐφίλησε καὶ φιλεῖ τὴν ἰσότητα. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι, μοναρχουμένης τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὸ τῆς Εὐρώπης μοναρχικὸν σύστημα, δέον νὰ ἔχῃ ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπονέμειν παράσημα, εἴτε τοῖς ἰδίοις ὑπηκόοις, εἴτε καὶ ξένοις. Τὸ δικαίωμα τοῦ κόπτειν νομίσματά ἐστι κυριαρχικὴ πάσης αὐτονόμου πολιτείας προνομία, ὅθεν καὶ τὸ προσὸν τοῦτο δίδεται τῷ Βασιλεῖ διὰ τοῦ ἄρθρ. 11 (πάλαι 31), ἅ τε ἐκπροσωποῦντι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος καὶ ὑπερτάτῳ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἄρχοντι. Μικρὸν διαφέρει τὸ ἄρθρ. 42 τοῦ πάλαι ἄρθρ. 35, ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει, ὅτι σαφέστερον καὶ εὐπρεπέστερον τὰ περὶ τῆς Βασιλικῆς χορηγήσεως διετύπωσεν. Τὸν Βασίλειον ὅρκον διετύπωσε τὸ ἄρθρ. 43 συμφώνως τῷ ἄρθρ. 36 τοῦ συντάγματος τοῦ 1844 ἀντικαταστῆσαν μόνον τὴν λέξιν αὐτονομίαν διὰ τῆς λέξεως ἀνεξαρτησίαν, ὡς ἐκφραστικωτέρας τοῦ πράγματος. Τέλος δὲ, Κύριοι, τὸ τελευταῖον ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἄρθρον, τὸ 44, ἔστι μὲν προσθήκη, κατ’ οὐδὲν ὅμως νεωτερίζει, ἔδοξεν ὅμως τῇ ἐπιτροπῇ ὡς συντελεστικὴ ἡ προσθήκη αὕτη, καθόσον συμπληροῖ τὴν ἐν τῷ ἄρθρ. 21 ἐγγραφεῖσαν ἀρχὴν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Ὡς βλέπει ἡ Συνέλευσις, ἀπαραμείωτα ἐτήρησεν ἡ ἐπιτροπὴ τὰ Βασιλικὰ δικαιώματα, καθόσον ἡ ἐνάσκησις τούτων περικοσμεῖ μὲν τὸν κρατοῦντα τῶν σκήπτρων, οὗτος δ’ ἔχει αὐτὰ ὅπως ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς περιωπῆς ὅπου ἔθηκεν αὐτὸν ἡ θέλησις τοῦ ἔθνους δύνηται ὡς γρηγορῶν σκοπὸς καὶ ἐπιτηρητὴς τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν τῆς πολιτείας, νὰ ῥυθμίζῃ τὴν ἐνέργειαν αὑτῶν, κατὰ τοὺς ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος διακεχαραγμένους τύπους, καὶ διατηρῇ ἐν αὐταῖς μὲν τὴν ἁρμονίαν, προάγει δὲ τὴν εὐημερίαν τοῦ Κράτους. Περὶ διαδοχῆς καὶ ἀντιβασιλείας. Τὸ μόνιμον τῆς βασιλείας ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τῆς διαδοχῆς, ἐφ’ ᾧ καὶ τὰ κατ’ αὐτὴν διέταξε τὸ ἄρθρ. 45 συμφωνοῦν τῷ πάλαι ἄρθρ. 37, μὲ μόνην τὴν ἐν τέλει προσθήκην, ὅτι προτιμῶνται τὰ ἄῤῥενα εἰς τὴν διαδοχὴν, καὶ ὅτι μόνον ἐν ἐλλείψει ἀῤῥένων δύνανται νὰ διαδεχθῶσι τὰ σκῆπτρα τὰ θήλεα τοῦ Βασιλέως τέκνα. Εὐελπιστεῖ ἡ πατρὶς, ὅτι ἡ νέα δυναστεία θέλει ἀμφιλαφεῖς ἐκτείνει κλάδους, ἐπειδὴ ὅμως τὸ πολίτευμα θεωρεῖται ὡς μόνιμον καὶ οὐχὶ εὐμετάβλητον, ἀνάγκη ἵνα προβλέπῃ καὶ τὴν περίπτωσιν τῆς ἐλλείψεως διαδόχου· ἐπὶ τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἰσχύσει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρ. 46, ἥτις ἐστὶν ἁπλῆ ἀντιγραφὴ τοῦ 39 ἄρθρ. τοῦ προτέρου συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 40 τοῦ πολιτεύματος τοῦ 1844 ἐστὶν ἄρθρον ὅλως ἐθνικὸν, ἐφ’ ᾧ αὐτολεξεὶ μετηνέχθη ὡς ἄρθρ. 17 ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ταυτότης τῆς θρησκείας τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ ἔθνους ἐφ’ οὗ βασιλεύει, ὁ κράτιστός ἐστι δεσμὸς ὁ τὸ ἔθνος πρὸς τὴν Βασιλείαν συνάπτων, ἡ δὲ παράβασις τοῦ ὅρου τούτου, ἀείποτε τὴν διάστασιν, καὶ τὰ ἐκ ταύτης ὀλέθρια ἀποτελέσματα, ἐπήνεγκεν ἐπί τε τοὺς λαοὺς καὶ τοὺς ἀλλοῖον πρεσβεύοντας θρήσκευμα βασιλεῖς αὐτῶν. Τὴν ἀρχὴν, ἣν κηρύττει τὸ ἄρθρ. 17, προεκήρυξεν ἤδη καὶ τὸ ἀπὸ 18 Μαρτίου 1863 ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως ταύτης, καὶ προσεπεκύρωσεν ἡ πρᾶξις, δι’ ἧς ὁ Συνταγματικὸς ἡμῶν Βασιλεὺς Γεώργιος ὁ Αʹ ἐδέχθη τὸ Ἑλληνικὸν στέμμα. Τὸ ἄρθρ. 48 ἐκφράζεται γενικώτερον ἢ ὅτι ἐξεφράζετο τὸ πάλαι ἄρθρ. 41. Ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἑνώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στέμματος μετὰ τοῦ οἱασδήποτε ἄλλης χώρας, ἐστί μέτρον ἄκρως πολιτικὸν, καθόσον δύο ἔθνη ὑπὸ τὸ αὐτὸ ἑνούμενα σκῆπτρον φύσει διαμάχονται ἀλλήλοις κατὰ τὰ συμφέροντα. Πρόδηλον ὅμως, ὅτι δύο ἔθνη λέγοντες δὲν ἐννοοῦμέν ποτε δύο τμήματα τοῦ αὐτοῦ ἔθνους τύχῃ καὶ φορᾷ πολιτικῶν περιπετειῶν διεσπασμένα, ἔχοντα ὅμως κοινότητα θρησκείας, γλώσσης καὶ ἱστορίας· ἡ τούτων ἕνωσίς ἐστιν ἀμφοτέροις ἀσπαστὴ, παράδειγμα δ’ ἔστω ἡ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν πρώην Ἰόνιον πολιτείαν ἕνωσις. Τὰ ἄρθρα 49, 50, 51 καὶ 52 μετηνέχθησαν ὡς εἶχον ἐν ἄρθρ. 42, 43, 44 καὶ 45 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ Συντάγματι τὰ ἄρθρ. 9 καὶ 10 τοῦ Δανικοῦ πολιτεύματος, ἐξ ὧν κατήρτισε τὸ ἐν τῷ σχεδίῳ ἄρθρ. 53. Τὸ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀναπληρούμενον κενὸν μεγάλην ἔχει τὴν σπουδαιότητα, καθόσον ἡ Ἀντιβασιλεία αὕτη διάφορος ὅλως ἐστὶ τῆς τε ἐν ἄρθρ. 43 ἀντιβασιλείας, καὶ τῆς ἐν ἄρθρ. 52 μεσοβασιλείας, διότι ἐκεῖ μὲν (ἄρθ. 43) ὁ Ἀντιβασιλεὺς ἀναπληροῖ τὸν ἀνήλικον Βασιλέα, ὁ δὲ μεσοβασιλεὺς ἐνταῦθα (ἄρθ. 52) τὸν μὴ ὑπάρχοντα Βασιλέα ἕνεκα τῆς χηρείας τοῦ θρόνου, ὁ δὲ τοῦ ἄρθ. 53 κυβερνᾷ ἀντὶ τοῦ ἐνήλικος μὲν Βασιλέως ἀπόντος δὲ, ἢ νοσοῦντος. Ταὐτὰ δὲ ῥητέον καὶ περὶ τοῦ ἐπιτρόπου. Περὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Τῆς διαιρέσεως τῶν τοῦ Κράτους ἐξουσιῶν οὔσης τῆς πρωτίστης συνταγματικῆς ἐγγύης, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρ. 51 εὔδηλος τοῖς πᾶσιν· εἶχε δ’ οὕτω καὶ ἐν ἄρθρ. 46 τοῦ προτέρου Συντάγματος. Τὴν διάταξιν τοῦ 47 ἄρθρ. τοῦ προτέρου πολιτεύματος ἔκρινεν ἀναγκαῖον ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐγγράψῃ καὶ αὖθις ἐν ἄρθρ. 55 ἀπαλείψασα τὰς ἐν ἐκείνῳ λέξεις «ἢ ἀναβάλῃ τὴν ἔναρξίν των κατὰ τὰ ἄρθρ. 30 καὶ 31 τοῦ παρόντος συντάγματος», ὡς παλιλλογίαν τῶν ἐν ἄρθρ. 37 καὶ 38 τοῦ παρόντος σχεδίου διατεταγμένων. Ἓν μέλος ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεώρησε, καὶ ἐμμένει θεωροῦν, τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπαλειπτέον, καθόσον, δεδομένου ὄντος τῷ Βασιλεῖ τοῦ δικαιώματος τοῦ συγκαλεῖν τὰς Βουλὰς καὶ διὰ τὴν τακτικὴν ἐτησίαν σύνοδον ὡς καὶ διὰ τὴν ἔκτακτον, ἕπεται ὅτι ἀφ’ ἑαυτῶν δὲν δύνανται νὰ συνέλθωσιν αἱ Βουλαί, διότι τὸ αὐτόκλητον αὐτῶν ἤθελεν ἄντικρυ προσκρούει εἰς τὸ συνταγματικὸν τοῦ συγκαλεῖν αὐτὰς δικαίωμα τοῦ Βασιλέως. Ἀποδεικνύει δὲ τὴν ἀντινομίαν ταύτην αὐτὴ ἡ ἱστορία τῆς συντάξεως τῶν ἄρθ. 30 καὶ 47 τοῦ παλαιοῦ συντάγματος, καθόσον ἐν τῷ πρώτῳ σχεδίῳ τοῦ συντάγματος τοῦ 1844 κατὰ τὸ ἄρθ. 30 ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς συγκαλέσεως τῶν Βουλῶν εἰμὴ πρὸς ἔκτακτον Σύνοδον, διὰ δὲ τὴν τακτικὴν ἤθελον συνέρχεσθαι αἱ Βουλαὶ αὐτοδικαίως, ἀμφότεραι δ’ αἱ διατάξεις αὗται εἶχον ληφθῆ ἀπὸ τοῦ ἄρθρ. 70 §§ 1 καὶ 4 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, αἰτησαμένου ὅμως τοῦ πρώην Βασιλέως, διὰ τοῦ διαγγέλματός του τῆς 28 Φεβρουαρίου, 1844 πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν τῆς Γʹ Σεπτεμβρίου ἵνα προστεθῇ ἐν ἄρθρ. 30 καὶ τὸ δικαίωμα πρὸς τὸ συγκαλεῖν αὐτὸν τὰς Βουλὰς καὶ διὰ τὴν τακτικὴν Σύνοδον, ἐχορηγήθη μὲν αὐτῷ τὸ αἰτούμενον, ἔμεινε δ’ ἐκ παραδρομῆς ἀτροπολόγητον τὸ ἄρθρ. 47, ὅπερ δὲν εἶχε πλέον λόγον πρὸς τὸ εἶναι, καὶ αἱ διατάξεις αὐτῶν ἔμειναν πρὸς ἀλλήλας ἀντιφάσκουσαι. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως τῆς Ἐπιτροπῆς μήπω παραδεχθεῖσα τὰς παρατηρήσεις ταύτας μετήνεγκε τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ. Ἐν ἄρθρ. 56 θέλει παρατηρήσει ἡ Συνέλευσις σπουδαιοτάτην τροπολογίαν τοῦ προτέρου 48 ἄρθρου. Κατὰ τοῦτο δέκα Βουλευταὶ, ἢ πέντε Γερουσιασταὶ, ἠδύναντο ν’ ἀπαιτήσωσιν ὅπως τὸ σῶμα συνεδριάση ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, καὶ οὕτω διαφύγῃ τὸ σῶμα τὸν ἠθικὸν ἔλεγχον τῆς δημοσιότητος. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν, ἄλλως φρονοῦσα, καὶ θεωροῦσα, ὅτι ἐν ἐλευθέρᾳ πολιτείᾳ οὐδεὶς συμφέρει νὰ διαφεύγῃ τὸν ἠθικὸν τοὐλάχιστον τῶν πραξεών του τῶν δημοσίων ἔλεγχον, ἀφῆκε μὲν τὸ δικαίωμα τοῦ αἰτεῖν τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν εἰς δέκα μὲν τῶν Βουλευτῶν διὰ τὴν Βουλὴν, εἰς πέντε δὲ τῶν Γερουσιαστῶν διὰ τὴν Γερουσίαν, πρὸς μείζονα ὅμως ἐγγύησιν ἀπαιτεῖ ἵνα ἡ πλειονοψηφία ἐπελθοῦσα προσεπικυρώσῃ τῶν αἰτησαμένων τὴν γνώμην. Ἐν τῷ ἄρθρ. 49 τοῦ προτέρου συντάγματος ἐσκοπεῖτο μὲν ὁ προσδιορισμὸς διττῆς ἀπαρτίας τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων, τῆς μὲν πρὸς συνεδρίασιν, τῆς δὲ πρὸς ἀπόφασιν, μόνος ὅμως ὁ ἀριθμὸς τῆς πρὸς τὸ ἓν, ἤτοι τὴν συνεδρίασιν, ὡρίζετο· ὅθεν ἡ ἐπιτροπὴ συνεπλήρωσε τὴν διάταξιν ἐν ἄρθρ. 57 τοῦ σχεδίου, καθ’ ὃ ἡ μὲν τοῦ σώματος ἀπαρτία ὡρίσθη εἰς τὸ ἥμισυ καὶ ἓν τῶν μελῶν αὐτοῦ πρὸς νόμιμον συνεδρίασιν, ἡ δ’ ἀπόφασις αὐτοῦ ἕξει κῦρος ἅμα ὑπάρξῃ ἀπόλυτος πλειονοψηφία ἐκ τῶν παρόντων μελῶν· π. χ. ἐξ 149 Βουλευτῶν ἡ νόμιμος πρὸς συνεδρίασιν ἀπαρτία ἔσται 76, ἡ δ’ ἀπόφασις ἐπὶ 79 παρόντων ληφθήσεται κατὰ ψήφους 40, ἀπολύτου δηλονότι πλειονοψηφίας ἁπλῶς. Βραδύτης περὶ τὴν σκέψιν, ταχύτης κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν εἰσιν ὅροι πολιτικοὶ, διότι ἡ μὲν βραδύτης ἐστὶν ἡ μήτηρ τῆς ὡρίμου συζητήσεως, ἵνα πᾶσαι αἱ γνῶμαι ἐξαγάγωσιν εἰς φῶς τὰ ἐπιχειρήματά των, πᾶσαι δ’ αἱ πολιτικαὶ ἀποχρώσεις ἐκδηλώσωσι τὰς ἀρχάς των· ἡ δὲ ταχύτης κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀσφαλίζει τὸ κῦρος εἰς τὰ βεβουλευμένα, διότι παροῦσαν ὁποίποτε τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου παρίστησι. Δυστυχῶς ὅμως ἐν Ἑλλάδι πᾶν τοὐναντίον συνέβαινε, καθόσον περὶ τὰς λήξεις τῶν Βουλευτικῶν συνόδων, πολλάκις δὲ κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτῶν ἡμέραν, ἐνίοτε δὲ καὶ ὥραν, ὑπεβάλλοντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πολλὰ συνάμα νομοσχέδια, ἅτινα μόλις ἀνεγινώσκοντο καὶ ἀσυζητητὶ ἐπεψηφίζοντο. Τὸ ἄρθρον 58, νέον ὅλως ἐν τῷ νέῳ πολιτεύματι, σκοπεῖ κυρίως νὰ προλάβῃ τὴν πάλαι γινομένην περὶ τὸ νομοθετεῖν ἀκολασίαν· ἡ ὑποχρέωσις διὰ τὰ νομοθετικὰ σώματα, ὅπως ἄρθρον πρὸς ἄρθρον ψηφοφορῶσι τὰ νομοσχέδια, ὑπομιμνήσκει αὐτοῖς, ὅτι μετ’ ἐμβριθείας καὶ σπουδαιότητος δέον αὐτὰ μετέρχεσθαι τὸ νομοθετεῖν, τὴν ὑψίστην δηλονότι ταύτην τῆς πολιτείας λειτουργίαν. Διὰ τῆς ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρ. 59 (πάλαι 50) διατάξεως σκοπεῖται νὰ προληφθῇ πᾶς ἐξωτερικὸς ἐπηρεασμὸς ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν Βουλῶν· ἡ ἱστορία ἄλλων ἐθνῶν ἐδίδαξε τοὺς πάντας, ὅτι πᾶσα ἐξωτερικὴ πίεσις ἀποβαίνει ὀλεθρία εἰς τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ. Ἄλλως τε καὶ τὸ βῆμα δὲν ἵδρυται, εἰμὴ διὰ τοὺς αἱρετοὺς τοῦ Ἔθνους, τοὺς καὶ εἰδικῶς λαβόντας ἐντολὴν ἵνα ἐκπροσωπήσωσιν αὐτό. Ἐπειδὴ ὅμως διὰ τοῦ ἄρθρου 9 ἀνεγνωρίσθη τοῖς πᾶσι τὸ τοῦ ἀναφέρεσθαι πρὸς τὰς ἀρχὰς δικαίωμα, εἵπετο, ὅτι ἐλευθέρως ἔδει ἐνασκεῖσθαι τὸ δικαίωμα τοῦτο πρὸς τὰς ἐπιτετραμμένας τὴν ἐποπτείαν τῶν διοικούντων Βουλὰς, αἵτινες δύνανται ἑκάστοτε νὰ ζητῶσι παρ’ ἐκείνων λόγον. Τὰ ἄρθρα 60, 61, 62, 63 καὶ 64 μετηνέχθησαν ἐν τῷ σχεδίῳ ὡς εἶχον ἐν τῷ προτέρῳ συντάγματι ἐν ἄρθροις 51, 52, 53, 54 καὶ 55. Καὶ τὸ ἄρθρον 65 ἀντεγράφη ἀπὸ τοῦ πάλαι ἄρθρ. 56, ἡ μειονοψηφία ὅμως ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ ἀσυλία τῶν Βουλευτῶν καὶ Γερουσιαστῶν δέον νὰ μὴ ἐκτείνηται καὶ εἰς τὰς ἰδιωτικὰς αὐτῶν ὀφειλάς· ὅθεν ἡ προσωπικὴ κράτησις διὰ τὴν πληρωμὴν ἰδιωτικῶν χρεῶν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέπηται μάλιστα ἄνευ ἀδείας τοῦ σώματος, εἰς ὃ ἀνήκει ὁ διωκόμενος. Ἡ Βουλευτικὴ ἀσυλία διὰ τὸ ἐλεύθερον τῆς ἐνασκήσεως τῆς πολιτικῆς ἐντολῆς πάντως πρέπει νὰ προστατεύῃ τὸν βουληφόρον, ἀλλὰ τὸ χορηγούμενον ἀκαταδιώκτου δικαίωμα διὰ τὰ ἰδιωτικὰ χρέη, εἶναι κατ’ αὐτὴν ἀδικαιολόγητον, μάλιστα δ’ ἀφοῦ καὶ ἐν τοῖς συντάγμασι τῆς Γαλλίας, καὶ ἐν τοῖς τοῦ Βελγίου καὶ Ἰταλίας, καὶ ἄλλων ἐθνῶν, τὸ ἀκαταδίωκτον τῶν Βουλευτῶν καὶ Γερουσιαστῶν περιορίζεται εἰς μόνα τὰ ποινικὰ, οὐδόλως δὲ καὶ εἰς τὰ ἀστικὰ αὐτῶν ὀφλήματα ἐκτείνεται. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως, θεωροῦσα, ὅτι τὰ πρὸς τὴν πολιτείαν χρέη τοῦ πολίτου εἰσὶ πολλῷ ὑπέρτερα τῶν πρὸς ἰδιώτας, πρὸς δὲ καὶ ὅτι ἱκανὸς μένει χρόνος σχολῆς τῶν Βουλευτικῶν σωμάτων, καθ’ ὃν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ κατὰ τῶν μελῶν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου αὐτῶν δι’ ἰδιωτικὰ χρέη ἀποφάσεις, πρὸς δὲ καὶ ὅτι ἤθελε παρέχεσθαι οὕτως εὐχερὲς μέσον εἰς προσβολὴν τῆς ἀσυλίας τῶν τοιούτων πρὸς οὐ μικρὰν ἴσως βλάβην τῶν συμφερόντων τῆς πολιτείας, δὲν παρεδέχθη τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας, ὅθεν καὶ ἔμεινε τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς εἶχε καὶ πρότερον. Ἐν τῷ διὰ τοῦ ἄρθρ. 66 διατυπουμένῳ βουλευτικῷ ὅρκῳ θέλει παρατηρήσει ἡ Συνέλευσις, ὅτι δύο σπουδαῖαι ἐπηνέχθησαν προσθῆκαι εἰς τὸν τύπον, ὃν διελάμβανε τὸ ἄρθρ. 57 τοῦ συντάγματος τὸ 1844, εἰσὶ δ’ αὗται ά) ὅτι προσετέθη τὸ ἀείποτε κατὰ τὴν ὀρθόδοξον ἡμῶν ἐκκλησίαν συνοδεῦον τὸ πάνσεπτον τῆς θείας Τριάδος ἐπίθετον ἁγίας· καὶ βʹ) ὅτι οἱ βουληφόροι θέλουσι τοῦ λοιποῦ πρὸ παντὸς ἄλλου ὁρκίζεσθαι νὰ φυλάττωσι πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα, διότι ἀληθῶς ἄπορον δοκεῖ ἡμῖν, Κύριοι, πῶς τὸ σεμνὸν τῆς πατρίδος ὄνομα, εἰς οὗ τὴν ἐπίκλησιν οὐδεμία εὐγενὴς καρδία μένει ψυχρὰ, παρελείφθη τοῦ Βουλευτικοῦ ὅρκου ἐν τῷ συντάγματι τοῦ 1844. Ἡ δὲ μειονοψηφία, ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα τὸ 3 ἄρθρον, δι’ οὗ ἅπαντες οἱ Ἕλληνες εἰσὶ δεκτοὶ ἐξ ἴσου εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας, καὶ οὐκ’ ἀπίθανον θεωροῦσα, ὅτι Ἰουδαῖός τις ἢ Μωαμεθανὸς πολίτης Ἕλλην δύναται ν’ ἀξιωθῇ τῆς τιμῆς νὰ κληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ψήφου τῶν συμπολιτῶν του, προύτεινεν, ἵν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ λέξεις «ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας, καὶ ὁμοουσίου, καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος «διὰ τῶν λέξεων «ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ» διότι εἰς τὸν Θεὸν οἱ πάντες πιστεύουσιν, ἕκαστος δὲ ἂς δίδῃ τὸν ὅρκον ἐπὶ τοῦ νόμου τῆς ἰδίας του θρησκείας. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία πρεσβεύουσα, ὅτι, τῆς ἀνάγκης παραστάσης, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ διατυπώσῃ ἴδιον ὅρκον διὰ τοὺς μὴ χριστιανοὺς, ὅταν τυχὸν κληθῶσιν εἰς τὰς Βουλὰς τοῦ ἔθνους, ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν. Τὸ 67 ἄρθρ. (πάλαι 58) ἐστὶ καθ’ ἑαυτὸ σαφές. Περὶ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων ἅτε ἐκπροσωποῦσα τὸν λαὸν ἐκλέγεται καὶ ὑπ’ αὐτοῦ, ἐπειδὴ δὲ τὸ ἔθνος ἐστὶν ἓν καὶ ἀδιαίρετον ὡς πρὸς τὴν κυριαρχίαν του, ἕπεται ὅτι πᾶς βουλευτὴς ἐκπροσωπεῖ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος καὶ οὐχὶ μόνον τὸ τμῆμα τῆς ἐπικρατείας ὅπερ ἐξελέξατο αὐτόν. (ἄρθρ. 68 καὶ 69 πάλαι 59 καὶ 60.) Ἡ ἐπιτροπὴ προσδιώρισεν ἐν ἄρθρῳ 70 τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, ὡς εἶχε καὶ πρότερον ἐν ἄρθρῳ 61. Ὁ δὲ τούτου λόγος, ἵνα μὴ περισταλῇ ποτε διὰ νόμου ὁ ἀριθμὸς κατωτέρω τῶν ὀγδοήκοντα, καὶ διότι ἐν ἀριθμῷ ἀνωτέρῳ μείζων ἡ πιθανότης τῆς ἱκανότητος, καὶ διότι κατ’ Ἀριστοτέλη μᾶλλον ἀδιάφθορον τὸ πολύ, καὶ διότι οὕτως οὐδέποτε ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς δυνατὸν νὰ καταβῇ ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 41, ἄλλως δ’ ἤθελεν εἶσθαι εἰκὼν Βουλῆς, οὐχὶ δὲ Βουλὴ ἐπαξία τῆς ὑψηλῆς κλήσεώς της. Ὁ δ’ ἀνώτατος ὅρος τοῦ ἀριθμοῦ ἐκρίθη καλὸν ἵνα μείνῃ ἀπροσδιόριστος καὶ ν’ ἀκολουθῇ τὴν ἀνάλογον τοῦ πληθυσμοῦ αὔξησιν· ὄντος δὲ τοῦ περὶ ἐκλογῆς νόμου μεταβλητοῦ, δυνατὸν τροπολογεῖν ἑκάστοτε αὐτὸν κατὰ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας καὶ τὰς ἀνάγκας. Προὐτάθη δ’ ὑφ’ ἑνὸς μέλους ἡ προσθήκη, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἐκπροσωπήσῃ πλέον τῆς μιᾶς ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη ἀπεῤῥίφθη, καὶ διότι ἐν τῇ φύσει αὐτῇ τῆς βουλευτικῆς ἔγκειται ἐκλογῆς, καὶ διότι ἡ περὶ τούτου διάταξις, ἂν καὶ περιττὴ, δύναται νὰ εὕρῃ θέσιν ἐν τῷ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμῳ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 71 (πάλαι 62) προὐτάθη ἵνα ἡ ἀνανέωσις τῆς Βουλῆς γίνηται οὐχὶ κατὰ τριετίαν, ἀλλ’ ἀνὰ πᾶσαν τετραετίαν· ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως θεωροῦσα, ὅτι ὁ τριετὴς χρόνος οὔτε λίαν σύντομός ἐστιν, ὅπως συνταράττῃ συνεχῶς τὴν πολιτείαν νέα ἐκλογὴ, οὔτε ἄγαν μακρὸς, ὅπως ἐκμηδενίζῃ τὸ χρήσιμον τῆς εἰλικρινοῦς ἀντιπροσωπεύσεως τῶν ἀναγκῶν καὶ τῆς προόδου τοῦ ἔθνους, ἀπέκρουσε τὴν καινοτομίαν ταύτην. Ἡ Βουλὴ, ὡς ἐκπροσωποῦσα τὸν λαὸν, καλὸν κρίνεται, ἵνα ὡς οἷόν τε ἀκινδύνως μὲν, συνεχῶς δὲ, ἀναβαπτίζηται ἐν τῇ κάλπῃ τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἑκάστοτε ἀρύηται οὕτω νέας πρὸς τὸ ἔργον αὑτῆς δυνάμεις ἀπὸ τῆς θελήσεως τοῦ κυρίαρχου Ἔθνους. Τῆς Βουλευτικῆς λειτουργίας οὔσης τῆς μεγίστης τῶν ἐν τῷ Κράτει, ἡ ἐπιτροπὴ προσέθετο ἐν ἄρθρῳ 72, ὅτι ἀνάγκη τὸν ὡς Βουλευτὴν ἐκλεχθησόμενον ἀπολαύειν διετίαν τοὐλάχιστον πρὸ τῆς ἐκλογῆς του τῶν ἀστικῶν καὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἵνα διὰ τῆς διατάξεως ταύτης προλαμβάνηται πᾶσα κατάχρησις αἰφνιδίας πολιτῶν εἰσποιήσεως. Διεφώνησεν ὅμως μεγάλως ἡ ἐπιτροπὴ ἡμῶν ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν, ἣν δέον ἔχειν τὸν Βουλευτὴν, καὶ ὁ μὲν τῶν 25 ἐτῶν ὅρος ὡς ἐλάχιστος προτείνεται διὰ τοῦ σχεδίου ὑπὸ τῆς μικρὸν ἐπικρατησάσης πλειονοψηφίας, μεγάλη ὅμως μειονοψηφία ὑποστηρίζει, ἵνα μένῃ ὁ ὅρος ὡς ἐλάχιστος ἐπὶ τὰ τριάκοντα ἔτη, τοῦτο δ’ ὅπως προφρονεστέρα καὶ ἐμβριθεστέρα κατά τε τὴν πεῖραν καὶ τὰς γνώσεις σχηματίζηται ἡ Βουλή. Καινοτομίαν σπουδαιοτάτην ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως, ἣν διετυπώσαμεν ἐν ἄρθρῳ 73. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξε τὸ ὀρθὸν τῆς θεωρίας, ἥτις πρὸ πολλοῦ ἐκήρυξεν, ὅτι τῶν Βουλευτῶν ὄντων, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς ἐντολῆς αὐτῶν, τῶν ἐλεγκτῶν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, δεῖ αὐτοὺς εἶναι ὅλως ἀνεπηρεάστους τῆς ἐπ’ αὐτῶν ἀμέσου ἢ ἐμμέσου ἐπηρείας τῆς ἐξουσίας, διὸ, ἐκτὸς μικρῶν τινων ἐξαιρέσεων δικαιολογουμένων διὰ τῶν ἀκροτάτων φώτων τῆς ἐπιστήμης, πᾶς δημόσιος ὑπάλληλος, ὡς ἐξηρτημένος ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ εἴσοδον ἐν τῇ Βουλῇ. Μέλη τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς μάλιστα ὑπεστήριξαν, ὅτι ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι ἔδει καταχωρῆσαι ὡς μόνους ἐξαιρετέους τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοὺς ἀρειοπαγίτας, διά τε τὰς εἰδικὰς αὐτῶν γνώσεις, καὶ διότι ἐν ὑψηλοτέρᾳ διατελοῦσι περιωπῇ ὅλως ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀνεξαρτήτῳ, ἐκρίθη ὅμως προσφορώτερον ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἵνα αἱ ἐξαιρέσεις μὴ γένωνται ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλ’ ἐν τῷ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμῳ. Ὁμοψήφως ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ ἐξῄρεσε τοὺς δημάρχους, καὶ τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην ἐνέγραψεν ἐν τῷ Συντάγματι, καθόσον οὗτοί εἰσι τὰ κυριώτατα τῶν ἐκλογῶν ὄργανα, καὶ οὐδόλως συμφέρει ν’ ἀναμιγνύωνται ὡς ὑποψήφιοι Βουλευταὶ εἰς τὴν περὶ τὰς ἐκλογὰς πάλην. Τὸ πάλαι 64 ἄρθρ. ἐτροπολόγησεν ἡ ἐπιτροπὴ ὡς ἐν τῷ σχεδίῳ φέρεται ἐν ἄρθρ. 74, εὔδηλος δ’ ὁ λόγος· ὅπως ὁ βουλευτὴς διατελῇ ἀνεπηρέαστος ἀνάγκη νὰ λείψῃ καὶ πᾶν μέσον δελεασμοῦ, καὶ ὡς τοιοῦτον κακόνους Κυβέρνησις εὐχερὲς ἅμα καὶ εὐπρόσωπον ἔχει τὸ τοῦ διορισμοῦ, ἢ καὶ ἁπλῶς προβιβασμοῦ, εἰς πολιτικὴν ἢ στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἄλλως τε παρατηροῦμεν τῇ Συνελεύσει, ὅτι διὰ τῆς τοῦ προηγουμένου ἄρθρου διατάξεως θέλει εἰς ἄκρον περισταλῆ ὁ ἀριθμὸς τῶν εὐσυμβιβάστων πρὸς τὰ βουλευτικὰ καθήκοντα δημοσίων θέσεων. Ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ παρατηροῦμεν, ὅτι οἱ συνταξιοῦχοι, εἴτε καθ’ ὃν χρόνον ἐξελέχθησαν ἦσαν τοιοῦτοι, εἴτε ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν τῶν συνταξιούχων μετέστησαν τάξιν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν αὐτῶν καθηκόντων, δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου, ὑπάγονται ὅμως ἂν ἀπὸ συνταξιούχων εἰς ἐνεργητικὴν κληθῶσιν ὑπηρεσίαν οἱανδήποτε. Τὰ ἄρθρ. 75 καὶ 76 σύμφωνα πρὸς τὰ πάλαι ἄρθρ. 65 καὶ 66 καθιεροῦσι δύο σπουδαιότατα προνόμια τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ὧν εὔδηλος ἡ διατήρησις. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 77 παρατεταμένη ἔλαβε χώραν συζήτησις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τῶν μὲν ὑποστηριζόντων τὸ ὅλως ἄμισθον τῶν Βουλευτῶν, τῶν δὲ τοὐναντίον. Καὶ ὑπὲρ μὲν τοῦ ἀμίσθου ἄλλοι τε προὐτάθησαν λόγοι καὶ ὅτι, κατὰ τὸν Βενιαμὶν Κωνστάντιον, ἡ διδομένη διὰ τὰ βουλευτικὰ ἔργα ἀποζημίωσις οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ μισθὸς, ὡς τοιοῦτος δὲ γίνεται ἡ κυρία αἰτία τῆς ἐπιζητήσεως τῆς βουλευτικῆς ἐντολῆς. Ἄλλως τε καὶ ὡς δόγμα ἐλευθέρας πολιτείας ἔστω, ὅτι πᾶσα μὲν αἱρετὴ ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἀρχὴ πρέπει νὰ ᾖ ἄμισθος, πᾶσα δ’ ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διδομένη ἔμμισθος. Ὑπὲρ δὲ τοῦ ἐμμίσθου, ὅτι δημωδεστέρα ἔσται ἡ Βουλὴ, καὶ οὐχὶ πλουτοκρατούντων προνόμιον· ὅτι ἐν Ἑλλάδι διὰ τὴν σμικρότητα τῶν μέσων οὐδεὶς ἔχει περιουσίαν τοσαύτην, ὥστε ἄεργος ἐν τῇ πρωτευούσῃ τὸ μεῖζον τοῦ ἐνιαυτοῦ μέρος νὰ μένῃ, καὶ οὐ μόνον νὰ μὴ προσπορίζηται ἀπὸ τοῦ ἰδίου βιοποριστικοῦ ἔργου, ἀλλὰ καὶ νὰ προσδαπανᾷ τὰ πολιτικὰ μετερχόμενος. Τρίτη δὲ μέση γνώμη κατὰ τὴν πρώτην τοῦ ἄρθρου τούτου σύνταξιν κατίσχυσεν, ἵνα μηδεμία μὲν ἀποζημίωσις δίδωται τοῖς διαρκῶς ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα συνεδριάζει ἡ Βουλὴ, διαμένουσι βουλευταῖς, τοῖς δ’ ἔξωθεν ἐρχομένοις δραχμῶν μὲν χιλίων ἐφάπαξ δι’ ἑκάστην τακτικὴν σύνοδον, ἑξακοσίων δὲ δι’ ἑκάστην ἔκτακτον συγκάλεσιν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἐδίδετο μέν τις ἀποζημίωσις τοῖς ἀπὸ τῶν ἐπαρχιῶν βουλευταῖς, οὐχὶ δὲ τοιαύτη ὥστε νὰ ἐπιζητῶσι τὴν βουλευτικὴν τιμὴν διὰ τὸν μισθὸν, ὡς λέγει ὁ Βενιαμὶν Κωνστάντιος, συμφωνῶν τῷ Ἀριστοτέλει λέγοντι «μέγιστον δ’ οὖν πάσῃ πολιτείᾳ τὸ καὶ τοῖς νόμοις καὶ ἄλλῃ οἰκονομίᾳ οὕτω τετάχθαι, ὥστε μὴ εἶναι τὰς ἀρχὰς κερδαίνειν.» Κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν ὅμως τοῦ σχεδίου της ἡ ἐπιτροπὴ, εὑρεθεῖσα ἐν μέρει ἄλλως συγκεκροτημένη ἢ κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ σύνταξιν, διὰ μικρᾶς πλειονοψηφίας ἐτροπολόγησε τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅλως μὲν ἀπαλείψασα τὸ νὰ μὴ λαμβάνωσιν οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν οἱ ἐν Ἀθήναις μονίμως οἰκοῦντες βουλευταὶ, κἂν ἀπὸ τῶν ἄλλων ἐκλεχθῶσιν ἐπαρχιῶν, ἵνα μὴ φαίνωνται κατὰ τὰς ἐκλογὰς οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τὰς ἑστίας των ἔχοντες μειονεκτοῦντες πρὸς ἐκείνους, ἀναβιβάσασα δὲ τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν εἰς δρ. τρεῖς χιλ. ἑξακοσίας, ὅπως ἀνετώτερον δῆθεν διάγωσιν οἱ βουλευταὶ, ὄντες πάντως ὑπόχρεοι νὰ συνέρχωνται ἐκτὸς τῆς τακτικῆς Συνόδου, καὶ ὁσάκις ἂν κληθῶσιν εἰς ἔκτακτον συγκάλεσιν, χωρὶς διὰ ταύτην ν’ ἀπαιτῶσιν ἰδίαν ἄλλην ἐπιχορήγησιν. Ἡ μειονοψηφία ὅμως ἐμμένει ὑποστηρίζουσα τὴν πρώτην σύνταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου, ἂν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως κριθῇ ἀπαράδεκτον τὸ ὅλως ἄμισθον τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρ. 78 ἔχει ὡς εἶχε πάλαι τὸ 68 ἄρθρον. Περὶ τῆς Γερουσίας. Περὶ τὴν Γερουσίαν διάφορα συστήματα προὐτάθησαν. Κατὰ τοὺς μὲν, καὶ οὗτοι ὑπῆρξαν λίαν εὐάριθμοι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, Γερουσία ὅλως νὰ μὴ ὑπάρξῃ πρέπει, καθόσον, μήπω ὑπαρχούσης ἐν Ἑλλάδι τῆς εὐγενείας, καὶ τοῦ Κλήρου οὐδόλως τῶν πολιτικῶν μετέχοντος, ἡ ὕπαρξις τῆς Γερουσίας ἀποβαίνει ἄνευ λόγου· ὑπεστήριξαν δὲ τὴν γνώμην των ταύτην δι’ ὅλων ἐκείνων τῶν ἐπιχειρημάτων, ἅπερ καὶ ὁ διάσημος Βένθαμ ἐξέφερεν ἐν τῷ tactique des assemblées politiques délibérantes, ch. IV. συγγράμματί του. Κατὰ τοὺς δὲ, ἀνεγνωρίζετο μὲν ἡ ἀνάγκη δύο Βουλῶν, ἀλλ’ ἐπεθυμεῖτο ὑπ’ αὐτῶν ὅπως ἀμφότεραι ὦσιν αἱρεταὶ, ὡς ἐν Βελγίῳ καὶ ἀλλαχοῦ. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς μὲν τοὺς πρώτους ἀντέταξεν, ὅτι ἡ ἀνάγκη δύο βουλῶν δὲν ὑπάρχει ὅπως ἑκάστη αὐτῶν ἰδίαν τάξιν πολιτῶν ἐκπροσωπῇ, ἀλλ’ ὅπως δίδωται ἐγγύη μὲν μείζων περὶ τῆς ὡριμότητος τῆς διασκέψεως κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν νομοθετικῶν ἔργων, περιορίζηται δὲ διὰ τῆς Γερουσίας ἡ μονήρους Βουλῆς ἄκρατος ἐξουσία, ἥτις, ἀπεριόριστος οὖσα ὑπὸ Γερουσίας, εὐκόλως δύναται νὰ ὑπερπηδήσῃ τὰ τεταγμένα αὐτῇ ὅρια καὶ νὰ διακινδυνεύσῃ τὰ τῆς πολιτείας. Πρὸς δὲ τοὺς καὶ τὴν Γερουσίαν αἱρετὴν προαιρουμένους παρετήρησεν, ὅτι ἀληθῶς μὲν, κἂν αἱρετὴ ᾖ ἡ Γερουσία, προλαμβάνωνται τὰ ἀπὸ Βουλῆς μονήρους ἄτοπα, ἐπειδὴ ὅμως ἐν πάσῃ πολιτείᾳ οἱονεί τινα στοιχεῖα διηνεκῶς ἀλλήλοις παλαίοντά εἰσιν, ἔνθεν μὲν, ἡ ὑπερτάτη ἐξουσία, ἐκ φύσεως πρὸς τὸ περιποιήσασθαι ἑαυτῇ ὡς οἷόν τε μείζονα δύναμιν τείνουσα, ἑτέρωθεν δ’ ὁ λαὸς ἀγωνιζόμενος περιαιρεῖσθαι ὡς οἷόν τε πλεῖστον τῆς ἐξουσίας ταύτης μέρος, εἰ αἱρετὴ ἦν καὶ ἡ Γερουσία, ἀντὶ τοῦ ἐλαττῶσαι τὰ ἀπὸ μονήρους Βουλῆς κακὰ, ταῦτα ἤθελον διπλάσια ἐμφανίζεσθαι ἀπὸ δύο αἱρετῶν Βουλῶν, μάλιστα δὲ παρ’ ἡμῖν ἐν Ἑλλάδι, οἵτινες καὶ ἀπὸ τοῦ κλίματος καὶ ἀπὸ τῶν ἠθῶν ἐπηρεαζόμενοι πρὸς τὸ ἐλευθεριάζειν ὡς ἔνεστι πλεῖστον ἀποκλίνομεν. Τὸ ὅλο δὲ τῶν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς Γερουσίας δυναμένων προταθῆναι λόγων αὐτὸς ὁ Πλούταρχος ἐν βίῳ Λυκούργου περιέλαβεν ὡς ἑξῆς. «Πλειόνων δὲ καινοτομουμένων ὑπὸ τοῦ Λυκούργου, πρῶτον ἦν καὶ μέγιστον ἡ κατάστασις τῶν Γερόντων· ἥν φησιν ὁ Πλάτων τῇ τῶν βασιλέων ἀρχῇ φλεγμαινούσῃ μιχθεῖσαν, καὶ γενομένην ἰσόψηφον εἰς τὰ μέγιστα, σωτηρίαν ἅμα καὶ σωφροσύνην παρασχεῖν. Αἰωρουμένη γὰρ ἡ πολιτεία καὶ ἀποκλίνουσα νῦν μὲν ὡς τοὺς βασιλεῖς ἐπὶ τυραννίδα, νῦν δὲ ὡς τὸ πλῆθος ἐπὶ δημοκρατίαν, οἷον ἔρμα τὴν τῶν γερόντων ἀρχὴν ἐν μέσῳ θεμένη, καὶ ἰσοῤῥοπήσασα, τὴν ἀσφαλεστάτην τάξιν ἔσχε καὶ κατάστασιν, ἀεὶ τῶν ὀκτὼ καὶ εἴκοσι γερόντων τοῖς μὲν βασιλεῦσι προστιθεμένων, ὅσον ἀντιβῆναι πρὸς δημοκρατίαν, αὖθις δὲ ὑπὲρ τοῦ μὴ γενέσθαι τυραννίδα, τὸν δῆμον ἀναῤῥωνύντων.» Τὸ δ’ ὑπὸ τοῦ Πλουτάρχου ὧδε μνημονευόμενον τοῦ Πλάτωνος χωρίον (Νόμ. Γ. σελ. 691) ἔχει οὕτω. «Θεὸς, οἶμαι, κηδόμενος ὑμῶν τις, ὃς τὰ μέλλοντα προορῶν, δίδυμον ὑμῖν φυτεύσας τὴν τῶν βασιλέων γένεσιν ἐκ μονογενοῦς, εἰς τὸ μέτρον μᾶλλον συνέστειλε, καὶ μετὰ τοῦτο ἔτι φύσις τις ἀνθρωπίνη μεμιγμένη θείᾳ τινι δυνάμει, κατιδοῦσα ὑμῶν τὴν ἀρχὴν φλεγμαίνουσαν ἔτι, μίγνυτι τὴν κατὰ γῆρας σώφρονα δύναμιν τῇ κατὰ γένος αὐθάδει ῥώμῃ, τὴν τῶν ὀκτὼ καὶ εἴκοσι γερόντων ἰσόψηφον εἰς τὰ μέγιστα τῇ τῶν βασιλέων ποιήσασα δυνάμει.» Ἠδυνάμεθα νὰ πολλαπλασιάσωμεν τὰ ἀπὸ τῆς σοφίας τῶν προγόνων ἡμῶν ἐπιχειρήματα, καὶ τὰ ἀπὸ τῆς ἱστορίας τῶν ἀρχαίων καὶ νεωτέρων ἐθνῶν παραδείγματα περὶ τοῦ κακοῦ τῆς μονήρους Βουλῆς, τοῦ ἀσυντελοῦς δὲ πρὸς εὔκοσμον ῥύθμισιν τῆς πολιτείας τῶν δύο ἐπίσης αἱρετῶν Βουλῶν, διότι πάντως οὕτω δύο ἦσαν ἂν Βουλαὶ, εἴπερ καταστήσηταί τις αἱρετὴν καὶ τὴν ἑτέραν, οὐχὶ δὲ δύο Βουλαὶ μὲν, ἀπὸ διαφόρων ὅμως πηγῶν ὁρμώμεναι, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία. Ταῦτα πάντα λαβοῦσα ἡ ὑμετέρα ἐπιτροπὴ ὑπὸ σκέψιν προτείνει ὑμῖν, Κύριοι, δύο Βουλὰς τὴν μὲν ὑπὸ τοῦ λαοῦ αἱρετὴν, τὴν δ’ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐξ ὡρισμένων κατηγοριῶν ἐκλεκτὴν καὶ ἰσόβιον. Διεγράφη ἀπὸ τοῦ σχεδίου τὸ πάλαι ἄρθρ. 69 ὡς περιττὸν, διότι ἡ αὐτὴ ἀρχὴ καθιέρωται ἤδη ἐν ἄρθρ. 22. Ἐτροπολογήθη δὲ τὸ τοῦ συντάγματος τοῦ 1844 ἄρθρ. 70, καθόσον τοῦτο μὲν διέταττεν ἵνα τὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν Γερουσιαστῶν Βασιλικὰ διατάγματα ὑπογράφωνται ὑπὸ μόνου τοῦ Προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ δ’ ἐπιτροπὴ ὑμῶν ἔθετο ἐν ἄρθρ. 79 τοῦ σχεδίου, ἵνα ὑπὸ τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπογράφωνται, ὅπως τὸ ὅλον ὑπεύθυνον τῆς Κυβερνήσεως σῶμα κοινὴν φέρῃ τὴν εὐθύνην. Τὸ ἄρθρ. 80 τοῦ σχεδίου παρουσιάζει σπουδαίας διαφορὰς πρὸς τὸ πάλαι 71 ἄρθρ. τὸ μὲν, διότι τὸ τοῦ σχεδίου ἐξαιρεῖ τοῦ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ τῶν εἴκοσι καὶ ἑπτὰ γερουσιαστῶν τὸν κατὰ τὸ ἄρθρ. 84 ἐπίδοξον τοῦ θρόνου διάδοχον, τὸ δὲ διότι πρότερον μὲν ἠδύνατο ὁ Βασιλεὺς ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν Γερουσιαστῶν μέχρι τοῦ ἡμίσεως τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, κατὰ δὲ τὸ σχέδιον ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὴν τοιαύτην ἄδειαν εἰμὴ μέχρι τοῦ τρίτου τοῦ αὐτοῦ ἀριθμοῦ· προσέτι δὲ, διότι καὶ συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς ὁ ἀριθμὸς τῶν Γερουσιαστῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ δύο πέμπτα τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν· ταῦτα δὲ πάντα καθόσον, ὅσῳ μᾶλλον ἂν ᾖ περιεσταλμένον τὸ δικαίωμα τοῦ εἰσάγειν νέους Γερουσιαστὰς, τοσούτῳ ἀρείονας θέλει διορίζει ὁ Βασιλεὺς πρὸς τὴν ὑψηλὴν ταύτην λειτουργίαν. Ἡ δ’ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου τούτου προστεθεῖσα διάταξις ὅτι δεῖ πάντως εἶναι ἐν τῇ Γερουσίᾳ ἕνα τοὐλάχιστον Γερουσιαστὴν ἐξ ἑκάστου νομοῦ τοῦ Κράτους, εὔδηλον ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καὶ τὰ τῶν ἐπαρχιῶν συμφέροντα ἔχωσι καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ τὸν εἰδότα καὶ ἱκανὸν πρὸς τὸ προασπίσαι αὐτῶν. Παραβάλλουσα ἡ Συνέλευσις τὸ ἄρθρον 81 τοῦ σχεδίου πρὸς τὸ πάλαι 72 ἄρθρον σπουδαιοτάτας θέλει εὑρεῖ τὰς διαφορὰς, ἃς ὑπηγόρευσαν λόγοι διάφοροι, οὓς ἡ ἐπιτροπὴ ἐκτίθησιν εὐσυνόπτως. Καὶ ἐπὶ μὲν τῶν ἐδαφίων 1–5 παραγράφῳ ά. οἱ πάντες συνεφωνήσαμεν, ἐπὶ δὲ τῆς § βʹ. ἡ μειονοψηφία φρονεῖ ὅτι ἡ ὑψηλὴ τιμὴ, δι’ ἧς περιεβλήθη ὁ καὶ ἅπαξ ἐκλεχθεὶς πληρεξούσιος τοῦ Ἔθνους ἐν Ἐθνικῇ τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσει, εἶναι προσὸν μέγα, εἰς ὃ προστιθεμένης καὶ τῆς ἅπαξ ὡς Βουλευτοῦ τοῦ αὐτοῦ προσώπου ἐκλογῆς ἀξιοπρεπὲς εἶναι νὰ περιποιῆται αὐτῷ τὸ προσὸν πρὸς τὸ διορισθῆναι Γερουσιαστήν. Ἐπὶ τῶν §§ γ. καὶ δ. ὁμοφωνεῖ ἡ ἐπιτροπή. Τὴν § έ. ὁμοφώνως ἐτροπολόγησε, καθόσον, ἀπαιτουμένων τριῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἀπῇδε τὸ νὰ διορισθῇ Γερουσιαστὴς ὁ ἅπαξ μὲν ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς, κατὰ δύο δὲ συνόδους ἐντὸς τῆς αὐτῆς περιόδου ἀναγορευθεὶς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Τὴν § ϛ. πρὸς τῇ τετραετεῖ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ὑπουργοῦ προσαπαιτεῖ μίαν τοὐλάχιστον ἐκλογὴν αὐτοῦ ὡς πληρεξουσίου ἢ βουλευτοῦ, Τὸν πρότερον πενταετῆ χρόνον τῶν ἐν παραγράφοις ζ. καὶ η. βαθμῶν ὥρισεν ἡ ἐπιτροπὴ ἑπταετῆ. Ὀκταετῆ δὲ τὸν πάλαι ἑξαετῆ χρόνον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου· δωδεκαετῆ δὲ τὴν πρότερον ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν τοῦ Εἰσαγγελέως παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἢ προέδρου Ἐφετῶν, ἢ Νομάρχου, προσθεῖσα καὶ τὴν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως παρά τινι ὑπουργείῳ, εἰς δωδεκαετῆ δὲ χρόνον τὸν πρότερον δεκαετῆ τῶν ἐν § ιά. καταλεγομένων. Ὡσαύτως ἐν § ιβ. ἀνεβίβασεν εἰς ὀκτὼ τὰ πρότερον ἓξ ἔτη τοῦ ὡς νομαρχιακοῦ συμβούλου ὑπηρετήσαντος, τρὶς δ’ ὡς προέδρου νομαρχιακοῦ συμβουλίου ἐκλεχθέντος. Ἐπὶ τῶν προσόντων τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου συνεφώνησε μὲν ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τὸν δωδεκαετῆ τῆς ὑπηρεσίας χρόνον, καθόσον τοσοῦτος ὁρίζεται ἐν παραγράφῳ ιαʹ. καὶ διὰ τοὺς ἰσοβάθμους τοῖς τοῦ Πανεπιστημίου τακτικοῖς Καθηγηταῖς Ἀρειοπαγίταις, ἀλλ’ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς προὔτεινε νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διττὴ εἰς τὴν Πρυτανείαν ἐκλογή, καθόσον ἡ προσθήκη αὕτη αἴρει τὴν μεταξὺ ἰσοβάθμων ἰσότητα. Ἄλλως τε ἡ ἐν παραγράφῳ ιγʹ. τάξις εἶναι ἡ μόνη τοῖς πεπαιδευμένοις τοῦ Ἔθνους ἀπονεμομένη, ἄδικον δὲ θεωρεῖ οἱ πάντες τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς μορφοῦντες, οἱ ἐπὶ τὰ τέκνα ὅλων τῶν Ἑλλήνων τὰ φῶτα διαχέοντες, ἐν ἥττονι νὰ ὦσι μοίρᾳ τῶν ἀπὸ τῆς διδασκαλίας αὐτῶν μορφουμένων, καὶ δικαστῶν, καὶ Νομαρχῶν, καὶ Γενικῶν Γραμματέων, καὶ Ὑπουργῶν, καὶ ὅ,τιδήποτε ἄλλο. Ἄλλως τε καὶ ὁ Χάρτης τῆς Γαλλίας τοῦ 1830 καὶ τὸ τῆς Ἰταλίας Σύνταγμα τοὺς τοιούτους πεπαιδευμένους καὶ ἄνευ χρόνου ὑπηρεσίας ἐπιτρέπει τῷ Βασιλεῖ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Γερουσίαν, διότι, ὡς λίαν εὐφυῶς λέγει ὁ Σισμόνδης (études sur les constitut. des peuples libres. I part. 3me essai p. 140), ἡ ἀπαίτησις αὕτη δὲν εἶναι δικαίωμά τι ὑπὲρ αὐτῶν διεκδικούμενον, ἀλλὰ μᾶλλον φόρος τῶν φώτων αὐτῶν, ὃν ἡ κοινωνία ἀπαιτεῖ παρ’ αὐτῶν «ce n'est pas un droit qu'on réclame pour elles (les Universités et Académies) c'est un tribut de lumières que leur demande la société». Συμφωνοῦσι δ’ αὐτῷ καὶ πλεῖστοι ἄλλοι δημοσιογράφοι, καὶ Romagnosi, καὶ Rossi, καὶ Bentham, καὶ πλεῖστοι ἄλλοι· ἐφ’ ᾧ εὐελπιστεῖ ἡ μειονοψηφία, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀποδώσει τὸ κατ’ ἰσότητα δίκαιον τοῖς πρόμοις τῶν λογίων τοῦ Ἔθνους, ἀπαλείφουσα τὴν προσαπαιτουμένην τῇ δωδεκαετῇ τοῦ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ Καθηγητοῦ διδασκαλίᾳ τὴν διττὴν αὐτοῦ ὡς Πρυτάνεως ἐκλογήν. Ἡ § ιδʹ. φέρει ὀκταετῆ ἀντὶ τῆς ἑξαετοῦς ὑπηρεσίας. Ἡ ἐπιτροπή, φρονοῦσα, ὅτι ἐν τῇ Γερουσίᾳ πρέπον εἶναι νὰ εὑρίσκωσιν εἴσοδον καὶ οἱ τὰ ὑλικὰ τοῦ Κράτους συμφέροντα προάγοντες διὰ τῆς βιομηχανίας, ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, καθόσον μεγάλως δι’ αὐτῶν ἐξυπηρετεῖται ἡ πολιτεία καὶ τῆς πατρίδος ἡ πρόοδος ἀναπτύσσεται, προσέθετο τὰ ἐν ταῖς §§ ιεʹ, ιϛʹ, ιζʹ, καὶ ιηʹ., ἅτινα ἐν ἑαυτοῖς φέρουσι τὰς δικαιολογίας αὑτῶν· καὶ ἐν αὐτῷ δὲ τῷ Χάρτῃ τῆς Γαλλίας τοῦ 1830 ὑπῆρχον τὰ τοιαῦτα ὡς προσόντα πρὸς διορισμὸν Γερουσιαστῶν, καὶ ἐν ἄλλοις μοναρχικοῖς συντάγμασιν εὑρίσκονται. Εὑρίσκει ὅμως πρέπον ἡ ἐπιτροπή, ὅπως τὰ ἐκ τοῦ πλούτου προσόντα ταῦτα ὦσι συνωδευμένα καὶ διὰ τῆς τοῦ λαοῦ ὑπολήψεως, ἐφ’ ᾧ προσέθετο ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου, ὅτι οἱ ταῦτα κεκτημένοι δέον νὰ ἔτυχον καὶ μιᾶς ἐκλογῆς πρὸς τὸ ἐκπροσωπῆσαι τὸν λαὸν, εἴτε ὡς Πληρεξούσιοι, εἴτε ὡς Βουλευταί. Τὰ δύω τελευταῖα ἐδάφια τοῦ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1844 ἄρθρου 72 ἔκρινεν ἡ ἐπιτροπὴ ἀπαλειπτέα, τὸ μὲν ὡς ἄσκοπον, τὸ δ’ ὡς περιττόν, διότι ἐπιτρέπεται μετὰ χρόνον τινὰ ὡρισμένον ἐν ἄρθροις 115–117 τοῦ σχεδίου, καὶ τρόπου ἐν αὐτοῖς διατετυπωμένου, ἡ ἀναθεώρησις ὡρισμένων μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τὸ πάλαι ἄρθρον 73 μετηνέχθη αὐτολεξεὶ καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ ἡμῶν ὡς ἄρθρον 82. Τὸ δ’ ἄρθρον 83 ἐστὶ τὸ πάλαι 74 τροπολογημένον ὁπωσοῦν ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερον τῆς ἐννοίας. Ἡ δὲ διάταξις τοῦ νὰ ἐξελέγχῃ αὐτὴ ἡ Γερουσία τὰ προσόντα τοῦ διοριζομένου, ὧν μνημονεύει τὸ Βασιλικὸν διάταγμα, ἐκρίθη οἵα τις πολύτιμος προνομία τῆς Γερουσίας νὰ καταχωρισθῇ ῥητῶς ἐν αὐτῷ τῷ πολιτεύματι, ἵνα τοῖς πᾶσι γένηται κατάδηλον, ὅτι περὶ τῆς ἀληθείας τῶν προσόντων καὶ τῆς νομιμότητος τοῦ διορισμοῦ, ὑπέρτατος δικαστὴς ἔσται αὐτὸ τῆς Γερουσίας τὸ σῶμα. Τὸ ἄρθρον 81 συνετάχθη κατὰ πλειονοψηφίαν, ἡ δὲ μειονοψηφία ὑπεστήριξε τὴν πάλαι διάταξιν τοῦ ἄρθρου 75, θεωροῦσα, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ἐπιδόξου ἀμέσου διαδόχου, πρέπει πάντες οἱ βασιλόπαιδες νὰ ὦσιν αὐτοδικαίως Γερουσιασταὶ, καθόσον πάντες, ὁ γὰρ θάνατος ἄδηλος, εἰσὶ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐπίδοξοι τοῦ Θρόνου διάδοχοι. Τὰ ἄρθρα 85 καὶ 86 ἀντεγράφησαν ὡς εἶχον τὸ πάλαι ἐν ἄρθροις 76 καὶ 77. Τὸ ἄρθρον 87 σπουδαίως τροπολογεῖ τὸ πρότερον ἄρθρον 78, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ διορίζῃ κατὰ τριετίαν τὸν Πρόεδρον τῆς Γερουσίας μετήνεγκεν εἰς αὐτὸ τὸ σῶμα, ὅπερ καὶ τοῦτον θέλει ἐκλέγει ὡς καὶ τὰ λοιπὰ τοῦ Προεδρείου μέλη. Ἐθεώρησεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι, μεγάλης οὔσης τῆς ἐπιῤῥοῆς τοῦ Προέδρου εἰς τὰς διασκέψεις τοῦ σώματος, ἔδει αὐτὸν εἶναι τὸν ἐκλεκτὸν τοῦ σώματος. Ἄλλως τε ἡ νέα διάταξίς ἐστι συμφωνοτέρα πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Γερουσίας. Ὡς πρὸς τὴν διαρκῆ ἀποζημίωσιν τῶν Γερουσιαστῶν συνεφώνησεν ἅπασα ἡ ἐπιτροπὴ, διεφώνησε δὲ μόνον ὡς πρὸς τὸ ἀναγραπτέον ἐν ἄρθρῳ 88 ποσὸν, τῶν μὲν προτεινόντων 5,000 δραχμὰς ἐτησίαν δι’ ἕκαστον Γερουσιαστὴν ἐπιχορήγησιν, τῶν δὲ 6,000 δραχμὰς, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ὥρισεν αὐτὴν εἰς δραχμὰς 7,200 χωρὶς ποτε νὰ δύνηται αὕτη ν’ αὐξηθῇ, νὰ δίδωται δὲ ἐπὶ τῇ ἀφαιρέσει παντὸς ποσοῦ, ὅπερ ὁ Γερουσιαστὴς ἤθελε λαμβάνει ἐξ οἱασδήποτ’ ἄλλης πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ἐν ἐνεργείᾳ λειτουργίας ἢ συντάξεως. Περὶ τῶν Ὑπουργῶν. Τῶν Ὑπουργῶν ὄντων τῶν ἀμέσων καὶ ὑπευθύνων ὀργάνων τῆς Βασιλικῆς ἀρχῆς, εἵπετο ἡ ἀνάγκη ν’ ἀποκλεισθῶσι τῆς ὑπουργείας πάντα ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, ἅπερ διὰ τῶν δεσμῶν τοῦ αἵματος ἤθελον εὑρίσκεσθαι ἐγγύτατα τοῦ κρατοῦντος τῶν σκήπτρων. Τὸ πολιτικῶς ἀγαθὸν τοῦτο δόγμα καὶ πρότερον ὑπῆρχε διατετυπωμένον ἐν ἄρθρῳ 80, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ μετήνεγκεν αὐτολεξεὶ ἐν ἄρθρῳ 89 τοῦ σχεδίου. Τὸ ἄρθρον 90 τὰς αὐτὰς μὲν διατάξεις τοῦ πάλαι 81 ἄρθρου φέρει, μεθοδικώτερον δ’, ὡς φρονεῖ ἡ ἐπιτροπὴ, διετυπώθη ὑπ’ αὐτῆς. Τὰ ἄρθρα 91, 92, 93 καὶ 94 μετηνέχθησαν ἐν τῷ σχεδίῳ ὡς εἶχον ἐν ἄρθροις 82, 83, 84 καὶ 85 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844. Αἱ διατάξεις αὗται γνωσταὶ οὖσαι οὐδενὸς χρῄζουσιν ὑπομνηματισμοῦ... Περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας. Τὸ πάλαι ἄρθρ. 95 εἰσήλασεν ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1844, μεταφρασθὲν αὐτολεξεὶ ἐκ τοῦ 48 ἄρθρου τοῦ Χάρτου τοῦ 1830 τῆς Γαλλίας, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ παρ’ ἡμῖν ὁ ἱστορικὸς λόγος, δι’ ὃν ἡ διάταξις αὕτη εὕρισκεν ἀλληλοδιαδόχως χώραν ἐν τοῖς μοναρχικοῖς πολιτεύμασι τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους ἀπὸ τοῦ 1789 καὶ ἐντεῦθεν. Πρὸ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1789 ὑπῆρχον ἐν Γαλλίᾳ δύω εἰδῶν δικαστήρια, ὧν τὰ μὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διοριζόμενα ἀνώτερα, justices royales ὠνομάζοντο, τὰ δὲ κατώτερα, ἀπὸ τῶν κατ’ ἐπαρχίας τιμαρίων (fiefs) ἐξαρτώμενα, καὶ ἀπὸ τοῦ κτωμένου τὸ τιμάριον ἄρχοντος διοριζόμενα, justices seigneuriales ὡς ἐκ τούτου ἐκαλοῦντο (ὅρα Montesquieu, de l'esprit des lois XXVIII ch. 42 καὶ 43). Παρ’ ἡμῖν ὅμως οὐδέποτε δικαστήρια τῆς δευτέρας ταύτης κατηγορίας ὑπῆρξαν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος, ἄρα οὐδ’ ἀνάγκη ὑπῆρχεν ἀναγραφῆς τοιαύτης ἀρχῆς μηδένα ἐχούσης λόγον τοῦ εἶναι ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν. Καὶ ἀληθῶς μὲν ἡ συντάξασα τὸ Σύνταγμα Συνέλευσις τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου 1843 δὲν περιέπεσεν ἀφ’ ἑαυτῆς εἰς τὸ ἱστορικὸν τοῦτο λάθος, καθόσον αὕτη εἶχε διατυπώσει τὸ ἄρθρον 86 ὡς ἑξῆς· «Ἡ δικαιοσύνη ἐνεργεῖται διὰ δικαστῶν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διοριζομένων (ὅρα πρακτικὰ αὐτῆς ἐν σελ. 470), ἀλλ’ ὁ τότε Βασιλεὺς ᾐτήσατο διὰ τοῦ ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου 1844 πρὸς τὴν Συνέλευσιν διαγγέλματός του, νὰ τροπολογηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ τεθῇ, ὅτι «ἡ δικαιοσύνη πηγάζει ἀπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐνεργεῖται δὲ κτλ.» (ὅρα πρακτικὰ σελ. 569), τὴν δὲ τροπολογίαν ταύτην παρεδέξατο καὶ ἡ Συνέλευσις, καὶ οὕτω προῆλθεν ἡ ἄνευ λόγου σύνταξις τοῦ 86 ἄρθρου. Ἄλλως τε ἀνακηρύξασα ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν, Κύριοι, τὸ ἐν ἄρθρῳ 21 τοῦ παρόντος σχεδίου δόγμα τῆς Ἐθνικῆς Κυριαρχίας, ἐξ ἧς ἅπασαι αἱ ἐν τῷ Κράτει ἐξουσίαι ἐκπορεύονται, εἵπετο λογικῶς νὰ συνταχθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἔχει, ἡ δὲ διάταξις αὐτοῦ συμφωνεῖ πληρέστατα πρὸς τὴν ἐν ἄρθρῳ 28 ἀρχήν. Εἰ καὶ ἡ τῶν δικαστῶν ὡς καὶ τῶν ψῆφον ἐχόντων μελῶν τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἰσοβιότης κατὰ θεωρίαν ἐστὶν ἡ κυριωτάτη τῶν ἐγγυήσεων περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν ἀπονεμόντων τὴν δικαιοσύνην εἰ καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἰσοβίου αὐτῶν ἐνεγράφη ὡς ἀρχὴ συνταγματικὴ ἐν ἄρθρῳ 87 τοῦ πολιτεύματος τοῦ 1844, οὐχ ἧττον εἰκοσαετία ὅλη ἔκτοτε παρῆλθε καὶ ἡ διάταξις αὕτη ἔμεινε καὶ μένει εἰσέτι ἀπραγματοποίητος· ἐφ’ ᾧ ἔδοξε τῇ ἐπιτροπῇ ὑμῶν, ἵνα δι’ αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος ὁρισθῇ ὁ χρόνος, ἀφ’ οὗ ἄρξεται τὸ ἰσόβιον τῶν ἐν λόγῳ δικαστηρίων τακτικῶν τε καὶ λογιστικοῦ. Ἐπειδὴ δ’ ἔκρινεν, ὅτι, διὰ τὸ εἰσέτι ἀνώμαλον τῶν πραγμάτων, δὲν ἐσύμφερεν ἀπὸ τοῦδε νὰ καθιερωθῇ τὸ ἰσόβιον ὑπὲρ τῶν ἐν κατοχῇ τῶν δικαστικῶν θέσεων διατελούντων, ὡρίσθη χρόνος, ἀφ’ οὗ ἄρξεται τοῦτο, βραχύτερος μὲν διὰ τ’ ἀνώτερα δικαστήρια, μακρότερος δὲ διὰ τὰ πρωτοδικεῖα, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα φροντίσωσι νὰ προσκτήσωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὰ διὰ τὰς ἀρετὰς καὶ τὰ φῶτά των πρὸς τὰς ὑψηλὰς ταύτας λειτουργίας καταλληλότατα πρόσωπα. Ἐπειδὴ δὲ πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἀνωτέρω διατάξεως δέον ἵνα προηγηθῇ ὁ περὶ προσόντων εἰδικὸς νόμος, προσέθετο ἡ ἐπιτροπὴ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 97, καθ’ ἣν, ἂν μὴ προφθάσῃ αὐτὴ ἡ Συνέλευσις νὰ συντάξῃ τὸ ἤδη ὑποβεβλημένον αὐτῇ σπουδαιότατον τοῦτο νομοθέτημα, τοὐλάχιστον ἐντὸς τριετίας ἐπιβάλλεται εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα ἡ σύνταξις αὐτοῦ, εὐελπιστεῖ δὲ, ὅτι δὲν θέλουσι ταῦτα ἀντιπαρέλθει τὸ δόγμα τοῦτο τῆς Συνελεύσεως, ὡς αἱ ἀπὸ τοῦ 1844 Βουλαὶ, αἵτινες εἰς οὐδὲν ἐλογίσαντο τὴν ὁμοίαν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 87, καθ’ ἣν ὡρίζετο πρὸς τοῦτο πενταετία, ἤτοι μέχρι τοῦ 1849 τὸ βραδύτερον. Τὸ ἄρθρον 98 (πάλαι 88) ἐξαιρεῖ τῆς ἰσοβιότητος τοὺς εἰσαγγελεῖς, ἀντεισαγγελεῖς καὶ εἰρηνοδίκας, καὶ διότι τὰ ἔργα αὐτῶν εἰσι σύμμικτα, δικαστικὰ δηλονότι καὶ διοικητικὰ, καὶ διότι εἰσὶν ἐν μέρει ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τὸ ἄρθρον 89 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 ἐδιχοτομήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὸ μὲν ἥμισυ αὐτοῦ μετηνέχθη ὡς ἄρθρον αὐτοτελὲς ἐν τῷ περὶ ἀτομικῶν δικαιωμάτων κεφαλαίῳ, ἐν ᾧ κατεγράφη ὡς ἄρθρον 8, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ ἔμεινεν ἐνταῦθα ὡς ἄρθρον 99. Τὰ ἄρθρα 100, 101, 102, 103 καὶ 104 ἀναλλοιώτως κατεχωρίσθησαν ὡς εἶχον πρότερον ἐν ἄρθροις 90, 91, 92, 93 καὶ 94. Τὸ ἄρθρον 105 περιλαμβάνει ὅ,τι καὶ τὰ ἄρθρα 95 καὶ 104 § εʹ. Τὰ ἀντικείμενα ταῦτα ἐῤῥύθμισεν ἤδη ἡ νομοθεσία ἡμῶν, καὶ τὰ νομοθετήματα ταῦτα ἄδειαν ἔχει καὶ εἰς τὸ μέλλον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μεταβάλῃ. Γενικαὶ διατάξεις. Τὰ ὑπὸ τὸν τίτλον τοῦτον ὡς μὴ ἀνήκοντα ἰδίως εἰς οὐδὲν τῶν ἀνωτέρω κεφαλαίων τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν Νόμου κατωνομάσθησαν ἐνταῦθα. Τὸ ἄρθρον 106 περιλαμβάνει ὅ,τι καὶ πάλαι τὸ ἄρθρον 97, προσετέθησαν ὅμως ἐν αὐτῷ καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, περὶ ὧν δὲν εἶχε μνημονεύσει τὸ ἄρθρον 97, καίτοι τὸ πρὸ αὐτοῦ ἄρθρον 87 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 ἠσφάλιζε καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἀπὸ τῆς ἰσοβιότητος ὠφελήματα. Τὰ ἄρθρα 107 τοῦ σχεδίου καὶ 98 τοῦ προτέρου πολιτεύματος ἡμῶν ἀπαραλλάκτως ἔχουσιν. Ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 108 πρὸς τὸ 99. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ὡς διοικητικοῦ δικαστηρίου διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν καθαρῶς τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεων, καὶ ὡς σώματος ἐπικούρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς προπαρασκευὴν τῶν νόμων καὶ κανονιστικῶν διαταγμάτων. Τὰς τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις ἐν γένει μὲν ὑπήγαγε τὸ ἄρθρον 101 τοῦ συντάγματος τοῦ 1844 εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, τούτων δέ τινας ἐξῄρεσε τῆς δικαιοδοσίας τῶν τακτικῶν δικαστηρίων τὸ ΣΤʹ ψήφισμα τῆς συνταξάσης τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, μεταγενέστεροι δέ τινες ἄλλοι εἰδικοὶ νόμοι ὥρισαν εἰδικὴν δικαιοδοσίαν διοικητικὴν δι’ ἄλλας τινάς. Νομίζει ὅμως ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ὅπως συσταθῇ νομολογία διοικητικὴ καὶ παρ’ ἡμῖν, καὶ μορφωθῶσι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ, ὡς προείπομεν, διὰ τὴν προπαρασκευὴν τῶν νομοσχεδίων, πρὸς σύνταξιν τῶν ὁποίων εἰδικαὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ συσταίνονται ἑκάστοτε ἐπιτροπαί, ἐξ ὧν συῤῥαφαὶ μᾶλλον ἢ συγγραφαὶ νόμων προκύπτουσιν εἰς φῶς, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον ἵνα συσταθῇ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἄλλα πάντως περιβεβλημένον δικαιώματα παρὰ τὸ πρὸ τῆς Γʹ Σεπτεμβρίου 1843 ὑπάρξαν, καὶ ἄλλα ἔχον καθήκοντα. Τὴν ἀτέλειαν τῆς ἀρτιγενοῦς νομοθεσίας ἡμῶν θέλουσα ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τῆς Γʹ Σεπτεμβρίου νὰ θεραπεύσῃ ὑπέδειξε τὰς ἐλλείψεις κατὰ τὰ κυριώτατα αὑτῆς κεφάλαια ἐν ἄρθρ. 105 τοῦ ὑπ’ αὐτῆς συνταχθέντος πολιτεύματος· ὁμολογήσωμεν δὲ, ὅτι ἐν μέρει αἱ διαδεξάμεναι ἐκείνην Βουλαὶ ἱκανοποίησαν τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας, οὐχ’ ἧττον ὅμως ὁλόκληρος μὲν ἔκτοτε εἰκοσαετία παρῆλθε, εἰσέτι δ’ οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια οὐδὲ περὶ τῆς διαπλάσεως καὶ ἀξιοπρεποῦς συντηρήσεως τοῦ Κλήρου, οὐδὲ περὶ τῶν μοναστηρίων καὶ τῆς ἐπωφελεστέρας διαχειρίσεως τῆς περιουσίας των· ἔτι δὲ, οὐδὲ περὶ τῆς δημοτικῆς, μέσης καὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, οὐδὲ περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀποσβέσεως τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν δημοσίων χρεῶν, ὧν ἡ ἱερότης τοῖς πᾶσι πρόδηλος, διότι εἰς αὐτὰ ὀφείλεται ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲν ἧττον ἢ εἰς τὴν ἀνδρίαν τῶν ἀγωνισαμένων τὸ μέγα καὶ ἱερὸν ἀγώνισμα, αὐτῶν δ’ ἡ παραμέλησις ὑπεβίβασε δυστυχῶς τὴν ὑπόληψιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐνῷ δ’ αὕτη ἐσιδηροφόρει ἀντάρτις, καὶ κατεπολεμεῖτο ἐν τοῖς ἀνακτοβουλίοις καὶ ταῖς Συνόδοις τῆς ἑσπερίας Εὐρώπης ἡ ἐπανάστασις αὐτῆς, ἡ ἱερὰ καὶ λαμπρὰ καὶ ἐκπλήξασα τὸν κόσμον ἐπανάστασίς της τοῦ 1821, ἡ Ἑλλὰς, ναὶ, εὕρισκε τὰ μέσα διὰ δανείων νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας αὑτῆς καὶ νὰ διατρέφῃ τὸν κατὰ τῶν τυράννων της πόλεμον, ἡ αὐτὴ Ἑλλὰς ὅμως βασιλευθεῖσα ἐπὶ τριακονταετίαν ἐχλευάσθη ὡς ὁ δυστροπώτατος τῶν ὀφειλετῶν καὶ χλευάζεται. Καὶ οὐ μόνον ἐξωτερικῶς τοῦτο πάσχει, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικῶς ἄλλος καρκῖνος λυμαίνεται αὐτὴν, διότι οὐδεμία βελτίωσις ἐπηνέχθη εἰς τὸ καταθλιπτικὸν καὶ βάρβαρον φορολογικὸν σύστημα, τὸ ἔτι καὶ νῦν πιέζον τὴν Πατρίδα· οὐδὲ ἐδόθη τις ἐπιμέλεια πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς γεωργίας, τῆς τροφοῦ ταύτης πάσης ἐπικρατείας, κτλ. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν, Κύριοι, εὐελπιστεῖ, ὅτι αἱ μέλλουσαι ἐθνικαὶ Βουλαὶ, καὶ χωρὶς νὰ ὑποδείξῃ αὐταῖς ἡ Συνέλευσις ἐπὶ τίνα ὀφείλουσι ν’ ἀσχοληθῶσι προὐργιαίτερον, ἀφ’ ἑαυτῶν θέλουσιν ἐπιληφθῆ τοῦ ἔργου, ἐνέγραψε δ’ ἐν τῷ σχεδίῳ τὴν περὶ δύο ταχίστην μέριμναν, ἐξ ὧν τὸ μὲν, ἡ ἐκκαθάρισις καὶ ἀπόσβεσις τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν δημοσίων χρεῶν, διότι τὸ τοιοῦτον ἔσται ὁ ἄξων, περὶ ὃν στεῤῥὰ γενομένη θέλει κινεῖσθαι ἡ δημοσία τοῦ Κράτους πίστις, ἄνευ τῆς ὁποίας ἀδύνατον νὰ εὐημερήσῃ ἡ πολιτεία, τὸ δὲ, ἡ διανομὴ τῆς ἐθνικῆς γῆς ὡς οὔσης ἡ ἐγγύησις τοῦ αἰσίου τῆς Ἑλλάδος μέλλοντος. Ὁ Ἕλλην ἔχει ἀναμφισβήτητον εἰς τὴν γῆν ταύτην δικαίωμα, καὶ διότι αὕτη ἀνῆκεν εἰς τοὺς πατέρας αὑτοῦ καὶ ἀπ’ αὐτῶν βίᾳ ἀφῃρέθη ὑπὸ βαρβάρου καὶ ἀπηνοῦς κατακτητοῦ, καὶ διότι διὰ τοῦ μακροῦ μαρτυρίου, ὃ ὑπέστη, καὶ τοῦ αἵματός του ἐξηγόρασεν αὐτὴν, καὶ τέλος, κἂν μὴ ὑπῆρχον οἱ προεκτεθέντες σπουδαιότατοι λόγοι καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἁπλῶς ἔποψιν ἐξητάζετο τὸ πρᾶγμα, τὸ ἀληθὲς τῆς πολιτείας συμφέρον ἀπαιτεῖ, οὐχὶ νὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον ἀργὴν ἰδιοκτησίαν δίχως ἀπ’ αὐτῆς ν’ ἀπολαμβάνῃ τι, τοὺς πολίτας κρατοῦν ἐν πενίᾳ, ἀλλὰ τοὐναντίον αὐτοὺς μὲν πλουτίζον διὰ τῆς ἐθνικῆς ταύτης γῆς, εὐπορώτερον ἑαυτὸ νὰ κατασταίνῃ διὰ τοῦ ἐράνου, ὃν ἤθελεν αὐτῷ εἰσφέρει ἡ ἐργασία τῆς πληθύος τῶν γενησομένων ἰδιοκτητῶν. Μόλις τὸ ἓν ὄγδοον τῆς ὅλης Ἑλληνικῆς χώρας καλλιεργεῖται, ὁποία ἄρα πηγὴ πλούτου ἔσται τῷ Κράτει ἡ μείζων καὶ συντελεστικωτέρα καλλιέργεια τοῦ τόπου! Τὸ 111 ἄρθρον τοῦ σχεδίου ἐστὶν αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ πάλαι 103 ἄρθρον, ἅ τε δὲ εὔδηλον, οὐδενὸς χρήζει σχολίου. Εἰδικαὶ διατάξεις. Πᾶσα ἐπανάστασις, καὶ αὐτὴ ἡ πλέον νόμιμος ὁπωσδήποτε συνεπάγεται ἀνωμαλίαν τινά· ἡ συγκρότησις ἐθνικῆς Συνελεύσεως εἶναι μὲν ἀπολύτου ἀνάγκης συνέπεια, ἀλλ’ ἔστιν ὁμολογουμένως καὶ ἐποχὴ μεταβατικὴ, ἥτις ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς στήσασα τὰ πράγματα ἀφίησι μετ’ αὐτὴν πολιτικόν τινα σάλον μᾶλλον ἢ ἧττον παρατεταμένον. Ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ, κἂν μὴ παραλύσῃ, χαλαροῦται ὅμως, ἐφ’ ᾧ καὶ ἡ ἀνάγκη ἵνα, ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς ἐκφρασάσης τὴν ἐθνικὴν θέλησιν Συνελεύσεως μέχρι τῆς κατὰ τὴν ἔῤῥυθμον καὶ εὔρυθμον κίνησιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐνάρξεως, παρέλθῃ τις χρόνος, οὔτ’ ἄγαν βραχὺς, οὔτε λίαν μακρὸς, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις νὰ διευθετήσῃ τὰ τῆς πολιτείας. Τῶν λόγων τούτων ἕνεκεν ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν ὥρισεν ἐν ἄρθρ. 112 τοῦ σχεδίου ὀκτάμηνον χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ συγκροτηθῇ ἡ πρώτη βουλευτικὴ Σύνοδος. Τὸ ἄρθρ. 113 τυπικήν τινα φέρει διάταξιν τοῖς πᾶσι καταληπτήν. Ὅ,τι ἐν τῷ προτέρῳ συντάγματι ἐξεφράσθη ἐν ἄρθρῳ 105 § 7 ὡς εὐχὴ, εὐχὴ, ἥτις δυστυχῶς μεθ’ ὅλην εἰκοσαετίαν ἔμεινεν ἀπραγματοποίητος, τοῦτο διεπράξατο ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ὀκτωβρίου ἐν ὀλίγαις ἡμέραις. Ἡ πεῖρα ὑπερέβη τὰς προσδοκίας· ἡ σύστασις τῆς Ἐθνοφυλακῆς, ὑπῆρξεν ἓν τῶν πρωτίστων μελημάτων τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, παρέσχε δ’ αὕτη τῇ πατρίδι τὰς συντελεστικωτάτας ὑπηρεσίας. Εἰς τὴν Ἐθνοφυλακὴν ὀφείλεται κατὰ μέγιστον μέρος ἡ διατήρησις τῆς τάξεως, εἰς τὸν ἀκάματον τῶν πολιτῶν ζῆλον, εἰς τὴν ὑπεράνω παντὸς ἐπαίνου αὐταπάρνησιν αὐτῶν, χρεωστεῖ ἡ πολιτεία τὴν ἡσυχίαν ἐκείνην, ἐφ’ ᾗ ἐσεμνύνετο ἡ Ἑλλὰς καὶ εἰς ἑαυτὴν ἐφείλκυσε τὸν πάντων θαυμασμόν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ τῆς ἐθνοφυλακῆς ὕπαρξις ἐν ἐλευθέρᾳ πολιτείᾳ εἶναι τὸ ἀληθὲς τῶν ἐλευθεριῶν παλλάδιον, ἐκρίθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγκαῖον καὶ τὰ μάλιστα λυσιτελὲς ἵνα εἰδικὸν ἄρθρον μνησθῇ αὐτῆς. Τὸ 114 ἄρθρον τοῦ σχεδίου ἔσται διὰ τὴν Ἐθνοφυλακὴν τῆς Ἑλλάδος ἡ χρυσῆ τῆς εὐγενείας της βίβλος. Τελευταῖαι διατάξεις. Τὰ ἐν τῷ σχεδίῳ ἄρθρα 115, 116 καὶ 117 εἰσὶ νέα ὅλως. Τρεῖς θεωρίαι ἀνεπτύχθησαν, ὅτε προὐτάθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἡ ἐνδεχομένη τοῦ Συντάγματος ἀναθεώρησις. Κατὰ τοὺς μὲν, τὸ Σύνταγμα ἔπρεπε νὰ κηρυχθῇ ἀνώτερον πάσης ἀναθεωρήσεως· αἱ διατάξεις τοῦ θεμελιώδους τούτου νόμου ἔδει νὰ ἔχωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν πρόληψιν τοῦ ἀμεταβλήτου, διότι οὕτως ἤθελον καταστῆ μᾶλλον σεβασταί. Κατὰ τοὺς δὲ, τὸ Σύνταγμα ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ οἷον εἶναι, ἤτοι ἔργον ἀνθρώπινον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐπιδεκτικὸν τελειοποιήσεως καὶ μεταβολῆς ἐν μέρει διὰ τῆς προόδου τῶν χρόνων. Οἱ ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης συνηγοροῦντες ἔφερον εἰς παράδειγμα τὴν Ἀγγλίαν, ἔνθα σύνταγμα μὲν ἐν κώδικι περιλαμβάνον τά τε δίκαια τοῦ ἀτόμου καὶ τὰς ἐλευθερίας αὐτοῦ, καὶ διαῤῥυθμίζον τὰ τῆς πολιτείας, οὐχ ὑπάρχει, αἱ δὲ Βουλαὶ τὴν κυρίαρχον θέλησιν τοῦ ἔθνους ἑκάστοτε ἐκπροσωποῦσαι μετὰ τοῦ Βασιλέως ἐν παντὶ καιρῷ δύνανται νὰ θέσωσι νόμους θεμελιώδεις, ἤτοι συντακτικὰς διατάξεις. Εἰς τὸ σύστημα τοῦτο ὀφείλεται ἡ μόρφωσις συνταγματικῶν ἐν Ἀγγλίᾳ ἐθίμων, καθόσον αἱ τοῦ πολιτεύματος διαῤῥυθμίσεις γίνονται λεληθότως πως καὶ ὑπὸ τῆς ἀνάγκης προκαλοῦνται, οὐδόλως δὲ διὰ τῆς ξηρᾶς θεωρίας νομοθετοῦνται. Ἐφ’ ᾧ οἱ τοιαύτην δόξαν ἔχοντες προὔτειναν μὲν τὴν κατὰ δόγμα δυνατὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἐδίδουν ὅμως ἱκανὰς τὰς ἐγγύας, ἵνα μὴ εἰκῇ φέρηται καὶ μετὰ κουφότητος ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θεμελιώδους τούτου νόμου. Ὅθεν προὔτεινον, ὅτι, ἵνα ἐπιτραπῇ ἥ τινων διατάξεων ἀναθεώρησις, δέον ὅπως ἐπὶ τρεῖς συνεχεῖς Βουλευτικὰς περιόδους, ἅπαξ τοὐλάχιστον καθ’ ἑκάστην αὐτῶν, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία τὴν περὶ τούτου ἐκφέρωσι γνώμην, τρίτον δ’ ἀποφανθεισῶν αὐτῶν, νὰ διαλύηται ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων, διπλάσιοι δὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν πληρεξούσιοι ἐκλεχθέντες καὶ εἰς ἓν μετὰ τῶν Γερουσιαστῶν συνελθόντες, νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως. Ὥστε κατὰ τὸ τούτων σύστημα ἐννεαετὴς ἐπιμονὴ τῶν δύο Βουλῶν, καὶ τριττὴ δι’ ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ ἔκφρασις ὑπὲρ ἀναθεωρήσεως, ἠσφάλιζε τὴν πολιτείαν ἀπὸ παντὸς κινδύνου, ὅτι εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν δὲν ἤθελεν ἐπιβάλει τις χεῖρα ἐπὶ τὸν μέγαν τοῦ Κράτους θεσμόν. Ἀλλ’ ὑπὲρ τὰς δύο ταύτας θεωρίας τρίτη τις μέση ἐπεκράτησε. Κατ’ αὐτὴν, τριάκοντα μὲν ἔτη ἀνεγράφησαν ὡς ἐλάχιστος ὅρος, καθ’ ὃ οὐδεμία τροπολογία ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Σύνταγμα· τοῦτο δὲ, ἵνα δοκιμασθῇ ὁ συνταγματικὸς ἡμῶν χάρτης, καὶ πιστῶς ἐφαρμοσθῶσι πᾶσαι αἱ διατάξεις αὐτοῦ· τῶν δὲ τριάκοντα ἐτῶν παρελθόντων, καὶ τῶν Βουλῶν ἐπὶ δύο συνεχεῖς Βουλευτικὰς περιόδους ἐξενεγκασῶν τὴν ψῆφον ὑπὲρ τροποποιήσεώς τινων τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων αὐτοῦ, νὰ ἐνεργῶνται τὰ κατὰ τὸ ἄρθρ. 117 διατεταγμένα. Ὁρίζεται δὲ καὶ ἀπαρτία πρὸς τὸ ἔργον μείζων τῆς συνήθους, καὶ πλειονοψηφία οὐχὶ ἡ συνήθης ἁπλῶς ἀπόλυτος, ἀλλ’ ἡ διὰ τῶν τριῶν τετάρτων. Τὸ δὲ 118 ἄρθρον τοῦ σχεδίου δι’ ὀλίγων ἐκφέρει οἵαν ἀρχὴν καὶ ὁ φιλόπατρις τῆς ἀρχαιότητος ῥήτωρ Δημοσθένης διὰ πλειόνων ἐξέφερεν· «ἡ δὲ τῶν νόμων ἰσχὺς τίς ἐστιν; ἄρ’ ἐάν τις ὑμῶν ἀδικούμενος ἀνακράγῃ προσδραμοῦνται καὶ «παρέσονται βοηθοῦντες; Οὐ γράμματα γὰρ γεγραμμένα ἐστί, «καὶ οὐχὶ δύναιτ’ ἂν τοῦτο ποιῆσαι. Τίς δ’ αὐτῶν ἡ δύναμίς «ἐστιν; ὑμεῖς ἐὰν βεβαιῶτε αὐτοὺς καὶ παρέχητε κυρίους ἀεὶ «τῷ δεομένῳ.» Εἰς τὸν πατριωτισμὸν λοιπὸν τῶν Ἑλλήνων ἀφιεροῦσα ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος, τὸν πάντων ἄριστον ἐφίστησι φρουρὸν αὐτοῦ, πεποιθυῖα, ὅτι τὸ εὐγενὲς καὶ φιλότιμον Ἔθνος ἡμῶν, τὴν τάξιν ὡς τὴν ἀληθῆ πρᾶξιν τῆς ἐλευθερίας θεωροῦν, θέλει θαῤῥαλέῳ ποδὶ διανύσει τὴν ὁδὸν, ἥτις θέλει ἀναδείξει αὐτὸ πρότυπον ἔθνους εὐνομουμένου καὶ ἐλευθέρου κατὰ τὰ ἑῷα μέρη, τὰ παρ’ αὐτοῦ καὶ αὖθις, ὡς καὶ τὸ πάλαι, προσδοκῶντα τὸν πολιτισμόν. Καὶ τοιοῦτον μὲν τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ὑμῶν, Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἡ δὲ Συνέλευσις ἐν τῇ συνέσει αὐτῆς εἴθε καταστήσῃ αὐτὸ τελειότερον καθ’ ἃ ἡμεῖς ἐν τῇ σμικρότητι τῶν δυνάμεων ἡμῶν ἀφήκαμεν αὐτὸ ἀτελές. Ἀθήνῃσι τῇ 25 Ἀπριλίου 1864. Ὁ Εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Πολιτεύματος Ἐπιτροπῆς
Πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου
ΝΙΚ. Ι. ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Παντολέων ἐζήτησε τὸν λόγον.
§84ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Κύριοι, ἔχω νὰ κάμω μίαν ἐπερώτησιν, ἥτις ἀφορᾷ τὴν ἐθνικὴν τιμὴν καὶ ὑπόληψιν· ἀνέγνωσα εἰς διαφόρους ἐφημερίδας, ὅτι κατὰ τὴν ἁγίαν καὶ Μεγάλην Παρασκευὴν ἓν πλοῖον Ἑλληνικὸν, ἀραγμένον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, εἶχεν ἓν ἀφομοίωμα Ἑβραίου, ὡς συνειθίζεται. Αὐτὸ λοιπὸν ἐσκανδάλισεν Ἑβραίους τινὰς, οἱ ὁποῖοι ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν ἐκεῖ τοπικὴν ἀρχὴν, ζητοῦντες ἱκανοποίησιν. Ἡ τοπικὴ ἀρχὴ, χωρὶς νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν Πρόξενον, διὰ νὰ φροντίσῃ αὐτὸς, ἂν τοῦτο ἦτο σκανδαλῶδες εἰς ἓν μέρος τῶν ὑπηκόων τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, ἔστειλε στρατὸν, κατεβίβασε τὸ ἀφομοίωμα αὐτὸ, ἐπάτησε τὸ Ἑλληνικὸν πλοῖον, τὴν Ἑλληνικὴν γῆν, καὶ περιύβρισε τὴν Ἑλλ. σημαίαν. Ἐρωτῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν ἔχῃ εἴδησιν τοῦ συμβάντος τούτου, καὶ τί ἐνήργησε.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζετε πρὸς ἀνάπτυξιν;
§86ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Τὴν Δευτέραν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις συναινῇ διὰ τὴν Δευτέραν, θέλει ἀναβληθῇ διὰ τὴν Δευτέραν.
§88ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Βενεστάνος ἐζήτησε τὸν λόγον.
§90ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποφανθῇ ἐν πεποιθήσει ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐντὸς τῆς ἡμέρας ἕνα κατάλογον ὅλων τῶν ἀνθυπολοχαγῶν ὅλων τῶν ὅπλων, διὰ νὰ γείνῃ μία σύγκρισις μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς παρεδέχθημεν, καὶ ἂν αἱ χηρεύουσαι θέσεις, τὰς ὁποίας συνεπλήρωσε, ᾖναι πραγματικῶς χηρεύουσαι. Συγχρόνως ἤθελον παρακαλέσει ἐπίσης τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ μίαν ἀριθμητικὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, τοῦ σταλέντος εἰς Ἑπτάνησον, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν ἐν γνώσει τὰ πράγματα.
§91ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§92ΚΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὑπεβλήθη μία πρότασις νόμου, φέρουσα τὴν ὑπογραφήν μου, διὰ τῆς ὁποίας χορηγεῖται εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα ἀμνηστείας καὶ εἰς τὰ κοινὰ ἐγκλήματα.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς μοὶ ὑπεβλήθη τοιαύτη περὶ ἀμνηστείας προσῆλθον ὅμως ἀλληλοδιαδόχως πολλοὶ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν ταύτην καὶ μοὶ ἀνήγγειλαν, ὅτι ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν ταύτην δὲν ἠννόουν νὰ ὑπογράψουν πρότασιν εἰσακτέαν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ γνωμοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ συνέπειαν ἐρωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς αὐτούς.
§94ΚΑΛΟΣ. Τὴν εἰσάγω μόνος ἐγὼ, ἀφοῦ οἱ ἄλλοι ἀνεκάλεσαν τὰς ὑπογραφάς των.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐν ὀνόματί σας δύναμαι νὰ τὴν εἰσαγάγω.
§96ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται ὡς ἑξῆς «χορηγεῖται εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονέμῃ ἀμνηστείαν καὶ ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων τῇ προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου.»
§97ΚΑΛΟΣ. Τὴν θεωρῶ κατεπείγουσαν, καὶ ἂν θέλῃ ἡ Συνέλευσις νὰ συζητηθῇ....
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐναντίον τοῦ κατεπείγοντος ὑπάρχει κανείς;
§99ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Μάλιστα. Ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ εἰσαγάγῃ τοιαύτην πρότασιν καὶ κατεπειγόντως μάλιστα· διότι τὸ ὑπουργεῖον ἔχει τὸ καθῆκον νὰ διατηρῇ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν· ἀλλὰ νὰ σηκόνεται εἷς πληρεξούσιος καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι κάμνω τοιαύτην πρότασιν, καὶ τὴν θεωρῶ κατεπείγουσαν, καὶ πρέπει αὐθημερὸν νὰ συζητηθῇ, νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν δικαιολογεῖται, καὶ παραβιάζεται ὁ κανονισμός.
§100ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§101ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, ἀνήκετε εἰς ἐπαρχίας, γνωρίζετε τί συνέβη κατὰ τὴν 11 Ὀκτωβρίου καὶ μετὰ ταῦτα, καὶ ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν σήμερον. Ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ λάβῃ ἡ κυβέρνησις μέτρα τινὰ ἵνα παγιωθῇ ἡ τάξις στερεώτερον, εἶναι σχεδὸν κοινὴ ἐπιθυμία, διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις προσεκάλεσε πολλοὺς τῶν Κυρίων πληρεξουσίων, ἐζήτησε τὴν γνώμην αὐτῶν, καὶ σχεδὸν παμψηφεὶ, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι παρατηρήσεις τινὲς ἐγένοντο παρὰ τοῦ Κ. Χρηστίδου καί τινος ἄλλου, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ὑπεχώρησαν, ἀπεφασίσθη νὰ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας καὶ διὰ τὰ κοινὰ ἐγκλήματα. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι εἶναι κατεπεῖγον τὸ ἀντικείμενον· τὴν πρότασιν δύνανται νὰ φέρουν, ὄχι μόνον οἱ ὑπουργοὶ ὡς πληρεξούσιοι, ἀλλὰ καὶ πᾶς πληρεξούσιος, διότι ἡ Κυβέρνησις, ὡς τοιαύτη, στερεῖται τοῦ δικαιώματος τούτου. Ὁ Κ. Διομήδης ἐνθυμεῖται καλὰ, ὅτι ἀφῃρέθη τὸ δικαίωμα τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νόμων ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν. Ἔχομεν πάντες τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως καὶ ὀφείλοντες νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ κράτους, πρέπει νὰ προτείνωμεν ὅσα μέτρα θεωροῦμεν κατάλληλα· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἶναι κατεπείγουσα ἡ πρότασις, καὶ εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται ν’ ἀποφασίσητε ἂν πρέπῃ νὰ τὴν συζητήσητε σήμερον, ἢ αὔριον.
§102ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν τὸ ἔχει ὁ Βασιλεὺς βέβαια, ἀλλ’ οὐχ ἧττον οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐπρότεινεν ὁ συνάδελφός μου, εἶναι λόγοι προτεινόμενοι, ὡς ἀπὸ προσώπου τῆς κυβερνήσεως, ἤτοι τῆς κοινωνίας λαμβανούσης ὑπ’ ὄψιν τὴν ὅλην κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ τοιοῦτος ὅμως τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι, ὑπάρχοντος ἑνὸς ὑπουργείου, ἀνήκει εἰς αὐτὸ νὰ τὸν ἐκφράσῃ, διότι, ἄλλως προτεινόμενος παρ’ ἁπλοῦ πληρεξουσίου, ἐνδέχεται νὰ παραξηγηθῇ ὡς ὑποδεικνύων ὀκνηρίαν ἢ ἀνικανότητα τοῦ ὑπουργοῦ περὶ τὰ καθήκοντά του. Ὁ Κ. ὑπουργὸς ἁρμόζει νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν αἱ περιστάσεις ἦναι τοιαῦται, νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἀμνηστείας δοτέας διὰ νόμου ἢ μόνον διὰ τοῦ Βασιλέως, διὰ τοῦτο εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ὑπάρχοντος ὑπουργείου, δὲν ἁρμόζει εἰς ἕνα ἁπλοῦν πληρεξούσιον νὰ κάμῃ τοιαύτας προτάσεις, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ περιστέλλῃ τὰ ἐγκλήματα, αὐτὸ χρεωστεῖ νὰ σκεφθῇ καὶ ἐκφρασθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν περὶ ἀνάγκης ἀμνηστείας· τὸ ὑπουργεῖον ἤκουσα ὅτι συνέστησε μίαν ἐπιτροπὴν, τί ἔκαμε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπή; τίνες αἱ συλλεχθεῖσαι πληροφορίαι; τίνες αἱ γεννηθεῖσαι σκέψεις περὶ τοῦ πρακτέου; Δὲν βλέπω, Κύριοι, πῶς δυνάμεθα ὡς ἐξ ἐφόδου ν’ ἀποφασίζωμεν περὶ τούτων πάντων. Φρονῶ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ ἀμνηστεία· ἀλλὰ τὸ εἰδικὸν ζήτημα εἶναι τοῦτο, ἐὰν ἐν τοιαύταις καταστάσεσιν ἁρμόζῃ νὰ δώσωμεν εἰς τὸν Βασιλέα, τουτέστιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, μίαν ἀπεριόριστον ἐξουσίαν. Ποσάκις δὲν ὑπέκρυψε μίαν ὀκνηρίαν, ἤτοι ἀμέλειαν περὶ ἐγκαίρου καὶ δραστηρίου ἐνεργείας ἡ ἔκδοσις ἀμνηστείας; διατὶ ἂν, καθὼς βλέπω πολὺ πιθανὸν τὸ πρᾶγμα, πρέπῃ νὰ δώσῃ μία ἀμνηστείαν, διατὶ λέγω νὰ μὴ δοθῇ δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου ἀπὸ 1, 2, 3 ἄρθρα, δι’ οὗ νὰ λέγεται ὅτι δίδεται ἡ ἀμνηστεία ἐπὶ τῶν δεῖνα καὶ δεῖνα ἐγκλημάτων; εὔχομαι νὰ ὑπάρχῃ ὑπουργεῖον ἐμπνέον πᾶσαν εἰς πάντας ἐμπιστοσύνην περὶ τῶν πράξεών του, τὸ κατ’ ἐμὲ, ἔχω πίστιν εἰς τὸ νῦν ὑπουργεῖον· ἀλλὰ ὁμολογητέον, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς ὅλως ἀτάραχον κατάστασιν, τοὐναντίον καὶ ἡ ἐλαχίστη πρᾶξις τοῦ ὑπουργείου δύναται νὰ παρεξηγηθῇ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Καλοῦ διὰ τῆς συνήθους ὁδοῦ, ὡριμάζοντος τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἰς τὸν νοῦν πάντων. Εἴμεθα λοιπὸν κατὰ τοῦ κατεπείγοντος.
§103ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερ.). Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, ὅτι τοιαύτη πρότασις πρέπει νὰ προέλθῃ μόνον ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον. Ἂν ἀπενεμήθη τοιαύτη εἰδικότης εἰς τὸ ὑπουργεῖον περὶ τοιαύτης προτάσεως, τοιαῦται προτάσεις προέρχονται παρὰ παντὸς πληρεξουσίου. Ὡς μέλος ὅμως τῆς Κυβερνήσεως, δύναμαι νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ τὴν σπουδαιότητα καὶ τὸ κατεπεῖγον τῆς προτάσεως. Πραγματικῶς, ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη εὑρίσκεται εἰς τὴν πλήρη αὐτῆς ἀμηχανίαν· ἂν ἀκούσητε τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχομεν παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, θέλετε ἰδεῖ ἀριθμὸν τερατώδη τῶν καταδιωκομένων, μανθάνετε ἀριθμὸν καταπληκτικὸν, καὶ ἡ κατάστασις αὕτη τῆς ἐπικειμένης καταδιώξεως δὲν ἀφίνει τοὺς ἀνθρώπους ν’ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὰ εἰρηνικὰ ἔργα, εἰς τὴν γεωργίαν· ὅστις ἔχει ἕνα ἐχθρὸν, ἀκούει ὅτι πρόκειται περὶ τῆς συλλήψεώς του καὶ ἀναγκάζεται νὰ φυλάττηται, νὰ δραπετεύσῃ· δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ὅλα τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους πολιορκοῦνται παρὰ τῶν μαρτύρων προσκαλουμένων παρὰ τῆς ἀνακρίσεως διὰ νὰ λάβωσι τὰ ὁδοιπορικά των ἔξοδα· τὰ ταμεῖα δὲν ἔχουν ἕτοιμα χρήματα διὰ ν’ ἀποδώσουν τὰ ἔξοδα ταῦτα· τότε τὰ ἐντάλματα αὐτῶν παραδίδονται εἰς τοὺς προεξοφλητὰς ἐκείνης τῆς ἕδρας τοῦ ταμείου, καὶ αὐτοὶ ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας πολιορκοῦσι τὰ ταμεῖα διὰ τοιούτων ἀπαιτήσεων, καὶ τοιαῦται ἀπαιτήσεις ἀπεκρούσθησαν· τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα διὰ νὰ κινήσωμεν, οὐχὶ ὅλην τὴν μηχανὴν, ἀλλ’ ἐκεῖνα τὰ μέρη ἄνευ τῶν ὁποίων κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν διαταραττομένην καὶ τὴν ἀσφάλειαν. Ἐὰν λοιπὸν ἐκτιμῶμεν τὴν τοιαύτη ἔκτακτον περίστασιν τῶν πραγμάτων καὶ ἐνθυμώμεθα συγχρόνως, ὅτι ἐξέφρασεν ἡ Συνέλευσις ἅπαξ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ ἐπέλθῃ μία ἀμνηστεία, νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ γείνῃ μία τοιαύτη σκέψις, ἂν οὐχὶ διὰ μιᾶς τοιαύτης προτάσεως, ἀλλὰ δι’ ἄλλης τινος πλέον ὡρισμένης, διότι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ζητεῖ τι ἀόριστον ὥστε νὰ μετριασθῇ ἡ κατάστασις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ νὰ περιορισθῇ ἡ καταδίωξις εἰς ἐκεῖνα τὰ ἐγκλήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει τις νὰ συμπαθῇ καὶ νὰ συγγιγνώσκῃ, καὶ νὰ ἐγείρηται κατ’ ἐκείνων τῶν ἐγκλημάτων τῶν ὁποίων φοβούμεθα τὴν ἐπανάληψιν, διὰ νὰ γείνῃ ὁ σπουδαῖος παραδειγματισμός. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει ὑποστηρίξει τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλοῦ.
§104ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Κύριοι! Ὁ Κ. Καλὸς ἐξέφρασεν, ὅτι πάντες οἱ συνελθόντες προχθὲς ἐπὶ τοῦ προκειμένου συνεφώνησαν, ὀνομάσας δὲ ῥητῶς καὶ μόνον μεταξὺ αὐτῶν τὸν Κ. Χρηστίδην μεθ’ ἑνὸς ἔτι ἄλλου ὡς εἶπεν, ὅστις ἤμην ἐγὼ, προσέθηκεν, ὅτι δηλαδὴ προσκληθέντες καὶ ἡμεῖς κατὰ τὴν γενομένην ἐπὶ τούτου διάσκεψιν, εὑρέθημεν μὲν κατ’ ἀρχὰς μὴ συμφωνοῦντες, ἐπὶ τέλους ὅμως συνεφωνήσαμεν καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ περιεχομένου εἰς τὴν παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθεῖσαν πρότασιν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐγὼ καὶ ὁ Κ. Χρηστίδης, ἀφοῦ ἠκούσαμεν ὅλα ταῦτα, ἐξεφράσαμεν γνώμην ἐναντίαν, ἐπιφυλαχθέντες νὰ φέρωμεν τοὺς περὶ τούτου λόγους μας ἐνώπιον τοῦ σώματος. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐνόμισε καλὸν νὰ προσκαλέσῃ τινας τῶν πληρεξουσίων, τὸ ὅλον 20· ἐξ αὐτῶν ὑπήγαμεν 14 καὶ ἐνώπιόν μας ὑπεβλήθη ἡ γνώμη αὕτη ὡς πρότασις τῶν Κυρίων ὑπουργῶν, ὅτε ἕκαστος εἶπε τὴν ἰδέαν του. Κατὰ συνέπειαν τούτων λοιπὸν ἐνομίσαμεν, ὅτι οἱ συνελθόντες ἐκφέρωμεν γνώμην ἐπὶ τῆς προτάσεως ἣν τὸ ὑπουργεῖον ἔμελλε νὰ φέρῃ, ἀλλὰ σήμερον βλέπομεν, ὅτι ἡ γνωμοδότησις αὕτη μετεβλήθη παραδόξως εἰς πρότασιν. Παρατηρῶ, Κύριοι, ἐνταῦθα, ἐπὶ τῆς ἐξηγήσεως τινῶν ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα τὸ ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ τοιαύτην πρότασιν, τοῦτο δὲν ὑπάρχει, διότι κατὰ τὸ περὶ ἐξουσίας Βασιλικῆς ψήφισμα, ἐφ’ οὗ ὡρκίσθη ὁ Βασιλεὺς, δὲν ἐγένετο ἡ ἐξαίρεσις παρὰ μόνον ἐπὶ τῶν Συνταγματικῶν καθηκόντων τῆς Συνελεύσεως, ὄχι δὲ καὶ ἐπὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν, ἀφ’ ὅτου ἦλθεν ὁ Βασιλεὺς· ἔκτοτε διαιρεῖται ἡ ὑπόθεσις. Ἡ Συνέλευσις ἔχει καθήκοντα συντακτικὰ, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ καθῆκόν της εἶναι ἓν καὶ μόνον, τὸ Σύνταγμα καὶ τὰ μὲ αὐτὸ συνδεδεμένα, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, ὑπάρχει ἐλευθερία καὶ καθῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ πρότασιν, καὶ τοσοῦτον περισσότερον ἐφαρμόζεται τοῦτο ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ὥστε καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἠκούσατε νὰ σᾶς εἴπῃ, τὸ ὑπουργεῖον ἐννοεῖ καὶ ἐξαιρέσεις τινὰς, ἄρα ἔτι βεβαιοῦται, ὅτι τὸ πρόβλημα ἐπήγασεν ἐκ τοῦ ὑπουργείου, καὶ ὅτι τοῦτο εἴπετο νὰ γνωρίζῃ ταύτας ὡς ἐκ τῆς πείρας τῶν πραγμάτων, ὅθεν καὶ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὴν πρότασιν καὶ νὰ μᾶς πείσῃ. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν καὶ ἐμὲ καὶ τὸν Κ. Χρηστίδην νὰ ἐπιμείνωμεν, εἶναι ἐφηρμοσμένοι εἰς τὴν πρόληψιν ταύτην. Ἡ Συνέλευσις ἐν τῇ κυριαρχίᾳ της ἐσκέφθη ἐν ἁρμοδίῳ χρόνῳ, καὶ συνεπείᾳ τῆς σκέψεως ταύτης ὑπῆρξε τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἐγκλημάτων πρὸ τῆς μεταβολῆς, καὶ ἐνήργησε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ὡς ἐντολοδόχος τοῦ λαοῦ, ὅστις ἐν τῇ κυριαρχίᾳ του κατὰ τὴν μεταβολὴν ἦλθεν εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον, καὶ ἡμεῖς χρεωστοῦμεν νὰ τὸ ἐκτελέσωμεν, διότι τότε ἡ Συνέλευσις ἦτο καὶ ἐκτελεστικὴ καὶ νομοθετικὴ ἐξουσία. Δυστυχῶς ὅμως αὐτὸ δὲν ἐτηρήθη, ἐπῆλθε μία πρότασις διαστρέψασα τὸ ἀντικείμενον· αὕτη κυρίως ἐγένετο ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως τοῦ Κ. Μπενουᾶ· τί ἔγινεν ἐπὶ ταύτης; οἱ ἁμαρτήσαντες ἔμειναν ὅλοι καταδιωγμένοι, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη εἰς τὴν φύσιν της, καὶ, ἢ νὰ ἐξαιρεθῇ, ἢ νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἡ ἀμνηστεία, καθ’ ὅσον τὸ ἔγκλημα τοῦτο ἐγένετο πρὸ τῆς μεταβολῆς, ἂν δὲ ἀπὸ προσοχὴν τῆς ἀρχῆς τῆς Χαλκίδος, ὡς εἰς πρόσωπον ξένον, διετήρησεν αὕτη τοὺς προσκεκρουκότας εἰς τοῦτο ἐν τῇ φυλακῇ, καὶ μετὰ ταῦτα ἐφέρθησαν οὗτοι εἰς δίκην καὶ κατεδικάσθησαν εἰς τοῦτο, κατ’ ἐμὲ ὑπῆρξε ἀνωμαλία μὴ βλάπτουσα τὸ ὁποῖον ἀπέκτησαν καὶ οὗτοι δικαίωμα. Τώρα λέγω, Κύριοι, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς ὀρθῆς σκέψεως ἦτο μᾶλλον εἰς τὸν Κ. Μπενουᾶ ἢ εἰς ἡμᾶς. Ὁ Κ. Μπενουᾶ εἶναι φιλλέλην, καὶ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίζω, κατοικεῖ ὅμως εἰς τὴν Κάρυστον, ὅπου εὑρέθη νὰ ἔχῃ οἰκογένειαν, ἔχει ἰδιοκτησίας, ἔχει σχέσεις, ἔχει συμφέροντα· κάθε ἀμνηστεία δὲν διαγράφει τὴν πολιτικὴν τύχην, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἔχουν κτήματα, καὶ καλῶς ποιῶν ὁ Κ. Μπενουᾶ, ἔπρεπε νὰ μεσιτεύσῃ διὰ νὰ μὴ κοπῶσιν αἱ κεφαλαί των, μολοντοῦτο δὲν ἐπιμένω. Ἐνθυμεῖσθε μίαν φωνὴν τοῦ Κ. Σουλιώτου, ἡ ὁποία εἰς κάθε συνεδρίασιν ἠκούσθη, καὶ εἶπε, καταφερθῆτε κατὰ τῶν γενομένων ἐγκλημάτων διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθοῦν· καὶ ἐπρότεινεν ἓν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον μόλις καὶ μετὰ βία, τὸ ἐφηρμόσαμεν μετὰ πολὺν χρόνον· εἰς τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐδώσαμεν εἰς τὸν Βασιλέα, εἴπομεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ ἀμνηστείαν εἰς τὰ καθαρῶς πολιτικὰ ἐγκλήματα, εἰς τὰ λοιπὰ ὄχι. Αὐτὰ ἐνομίσαμεν νὰ ἐξαιρεθῶσι· καὶ διατὶ Κύριοι; Διότι πρέπει νὰ διαγράψωμεν τὴν ἰδέαν τὴν εἰς τὰς κεφαλὰς πολλῶν, ὅτι εἰς κάθε μεταβολὴν, εἰς κάθε ἐκλογὴν, ὅσοι φόνοι καὶ ὅσα κακὰ γίνονται, τὰ ἀμνηστεύομεν· νὰ μὴ τὸ κάμωμεν τοῦτο, διότι ἡ μεταβολὴ δὲν ἔγεινε δι’ ἰδιοτέλειαν, ἔγεινε διὰ νὰ φέρῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου. Θεωρήσαντες τὸν τότε ἀρχηγὸν, ὅτι δὲν τὸν ἐσέβετο τοῦτον, τὸν καθηρέσαμεν, διὰ νὰ φέρωμεν ἄλλον, ὑποσχόμενον τὰ τοιαῦτα. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ φέρωμεν τὴν σκέψιν, ὅτι τὸ στάδιον ἔκτοτε εἶναι στάδιον κακουργημάτων, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἔφερε φόνους καὶ συγκρούσεις, καὶ βιαιοπραγίας, καὶ ἐθνικὰ ἐγκλήματα. Διὰ νὰ ὑπάγῃ ἕνας εἰς τὴν ἀποθήκην νὰ πάρῃ τὰ γεννήματα, ἢ ἄλλος νὰ φονεύσῃ ἕνα ἐχθρόν του, ἔχουν αὐτὰ σχέσιν μὲ τὴν ἐπανάστασιν; εἶναι ἐθνικὰ ἐγκλήματα; Διὰ τοῦτο λέγω, τὸ ἀντικείμενον, εἶναι ἀντικείμενον σκέψεως ὡρίμου καὶ ὀρθῆς, δὲν εἶναι βεβιασμένες· στείλετέ το εἰς τὸν τακτικὸν δρόμον· ἄλλως, ἡ Ἑλλὰς θέλει εἶσθαι τόπος τρόμου.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε κατὰ τοῦ κατεπείγοντος;
§106ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνεγράφησαν πολλοὶ νὰ ὁμιλήσουν, οἱ Κύριοι Σαρίπολος, Παντολέων, Πύρλας........
§108ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἐφωτίσθημεν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς Κ.Κ. πληρεξουσίους ὅσοι ἐφωτίσθησαν, νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)· ἔγεινε δεκτόν. Ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλοῦ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ τμήματα. Ἡ ἡμερησία διάταξις, ὡς εἶχε, καθ’ ἣν ἡμέραν ἀνέλαβον τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου, ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη πρὸς ὑμᾶς. Κατ’ αὐτὴν, τὸ πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς περὶ προϋπολογισμοῦ τῶν δήμων τῶν μὴ ἐχόντων δημοτικὰ συμβούλια προτάσεως· δεύτερον ἡ περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων πρότασις· ἔπειτα, ἡ περὶ τοῦ ἀρχηγείου τῆς ἐθνοφυλακῆς.
§110ΣΟΥΪΔΑΣ. Τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε. Ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω μίαν ἀπὸ τας ἐθνικὰς ἀπαιτήσεις τὰς ὁποίας εἶχε τὸ ἔθνος, καὶ ἥτις ἐνομίζετο ὅτι κατεπατεῖτο ἀπὸ τὴν πεπτωκυῖαν δυναστείαν, καὶ αὐτὴ ἦτο ἡ σύστασις τῆς ἐθνοφυλακῆς. Διάφορα περιστατικὰ τῆς μεσοβασιλείας, ἠνάγκασαν τὴν Συνέλευσιν νὰ συγχωνεύσῃ τὸ ἀρχηγεῖον τῆς ἐθνοφυλακῆς τῆς πρωτευούσης μὲ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ἐκ τῶν κατόπιν ὅμως, ὁ χρόνος καὶ ἡ πεῖρα μᾶς ἔδωσε νὰ ἐννοήσωμεν μέχρι τοῦδε, ὅτι ἐνόσῳ διατελεῖ συγχωνευμένον τὸ ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς μὲ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, δηλαδὴ μὲ ἄνθρωπον μὴ εἰδότα τὰ στρατιωτικὰ ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἔχοντα συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας ὡς ἐκ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἔχῃ αὐτὰς, τὸν δικαιόνω πληρέστατα, ἕνεκα αὐτῶν τῶν αἰτιῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ προοδεύσῃ ἡ ἐθνοφυλακὴ, τὴν ὁποίαν τόσον ἐπιθυμοῦμεν ὅλοι, καὶ ἀπόδειξις ὅτι ὀπισθοδρομεῖ, ἀπόλυτον λοιπὸν ἀνάγκην ἔχομεν, τώρα μάλιστα ὅπου στέλλομεν τόσον μέρος τοῦ ὀλίγου στρατοῦ τὸν ὁποῖον ἔχομεν, εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἔχομεν ἀνάγκην μεγαλειτέρας ἐπιστασίας καὶ μεγαλειτέρας ἀναπτύξεως τοῦ ἐθνικοῦ τούτου στρατοῦ, τοῦ καλουμένου ἐθνοφυλακή, διὰ τοῦτο θεωρῶ ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ τὴν ἄρσιν τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, δηλαδὴ τῆς συγχωνεύσεως τοῦ ἀρχηγείου τῆς ἐθνοφυλακῆς μετὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἡ πρότασις αὕτη πρὸ πολλοῦ παρὰ διαφόρων κυρίων πληρεξουσίων θεωρηθεῖσα ὡς ἀναγκαία καὶ κατεπείγουσα ὑπεβλήθη εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐσυζητήθη, ἀνεγνώσθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, διότι εἶχε παραπεμφθῆ εἰς τὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα ἐδιώρισαν εἰσηγητὰς, καὶ ὁ εἰδικὸς εἰσηγητὴς τὴν εἰσήγαγεν, ὁ Κ. Κολιάτζος, καὶ πολλοὶ ἄλλοι πολλάκις ἐζητήσαμεν νὰ προταχθῇ· ἐπειδὴ ὅμως ὑπῆρχεν ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἄλλα πολὺ σπουδαῖα διὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε, καὶ ὑπάρχει ἀπόφασίς τις τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦμαι, ὅτι ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλει εἶσθαι ἡ παροῦσα, δηλαδὴ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἀρχηγείου τῆς ἐθνοφυλακῆς. Συμφώνως λοιπὸν μὲ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, παρακαλῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ κατὰ συνέπειαν, νὰ συζητηθῇ ἀμέσως.
§111ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§112ΚΑΛΟΣ. Τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε, εἶμαι ἐναντίος.
§113ΣΟΥΤΣΟΣ. Μὰ ὑπάρχει πρότασις.
§114ΚΑΛΟΣ. Εἶμαι ἐναντίος τῆς προτάσεως κατ’ οὐσίαν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ψήφισμα ἔχει ὡς ἑξῆς, ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ πληρεξουσίου Κ. Σχινᾶ. «Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει· Αʹ. Ἀνακαλεῖται ἡ Εʹ. διάταξις τοῦ ὑπὸ Στοιχ. ΜϚʹ, ψηφίσματος, καθ’ ἣν τὰ καθήκοντα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἐθνοφυλακῆς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἀνετέθησαν προσωρινῶς εἰς τοὺς σχετικοὺς δημάρχους. Βʹ. Ἀποκαθίσταται εἰς ἐνέργειαν τὸ περὶ ἐκλογῆς αὐτοῦ ψήφισμα ὑπὸ Στοιχ. ΙΗ. 13 Νοεμβρίου 1863.
ΜΙΧ. Γ. ΣΧΙΝΑΣ,
Πληρεξούσιος Πυλίας.
§116ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία τροποποιεῖ αὐτήν.
§117ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις. «Ἡ εἰσηγητικὴ ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ πληρεξουσίου Πυλίας Κ. Μ. Σχινᾶ περὶ ἄρσεως τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΜΣΤʹ. ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως, τοῦ ἀφορῶντος τὴν προσωρινὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Ἐθνοφυλακῆς τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἐπῆλθεν εἰς τὸ ἀκόλουθον ἀποτέλεσμα. Τὰ ἓξ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ἐγνώρισαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκ νέου συστάσεως τοῦ Ἀρχηγείου ἀπὸ τοῦδε, τὰ δὲ δύο ἕτερα δὲν δύνανται νὰ ἀποφανθῶσι περὶ αὐτῆς, πρὶν ἢ προταχθῇ ἡ ἐκλογὴ τῶν διοικητῶν τῶν ταγμάτων καὶ ὁ κατὰ τὰς στρατιωτικὰς ὑποδιαιρέσεις σχηματισμὸς τῶν ὑπαρχόντων καὶ σχηματισθησομένων ταγμάτων τῆς Ἐθνοφυλακῆς, ὁ δὲ Κ. Γ. Πετιμεζᾶς, εἷς τῶν ὡς ἀνωτέρω μειονοψηφούντων, προσέθηκεν ἀπὸ τοῦδε καὶ τοὺς ἑξῆς λόγους, ά) ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ, καθὸ σῶμα ἀνῆκον εἰς τὴν πολιτείαν ἀμέσως, πρέπει νὰ φέρῃ ὡς οἷόν τε, ἁπλούστερον τύπον παρὰ τὰ λοιπὰ στρατιωτικὰ σώματα· β) ὅτι, κατὰ συνέπειαν τούτου, μόνη ἡ ἐκλογὴ διοικητῶν καὶ ἡ μετὰ συσκέψεως ἀπόφασις αὐτῶν ἐν συμβουλίῳ δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν σύστασιν Ἀρχηγείου, καὶ γ) ὅτι, μολονότι τοῦτο ἀφίεται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐκλογέων, ἐὰν τυχὸν ἤθελεν ἐπιτραπῇ ἡ ἐκλογὴ Ἀρχηγοῦ, οὐδέποτε πρέπει νὰ ζητηθῇ οὗτος μεταξὺ τοῦ στρατοῦ, ὡς ἀντιβαίνοντος τούτου καθόλου εἰς τὸν περὶ ἐθνοφυλακῆς νόμον· ἄλλως τε, ἡ περὶ τούτου ἀπόφασις διαφεύγει καθόλου τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Συνελεύσεως. Ἐπειδὴ δημοτικὸν συμβούλιον Ἀθηναίων δὲν ὑπάρχει, καὶ ἀνάγκη ἀναπόφευκτος νὰ τιμωρῶνται οἱ ἀπουσιάζοντες ἀπὸ τὰς ἀσκήσεις, διὰ ταῦτα ἡ ἐπιτροπή σας ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ προσθέσῃ προσωρινὴν διάταξιν, ἀναπληροῦσαν τὸ κενὸν τοῦτο. Ἀκολούθως ἡ πλειοψηφία προέβη εἰς τὴν σύνταξιν ψηφίσματος περὶ ἐκλογῆς τοῦ Ἀρχηγοῦ· καὶ τέσσαρα μὲν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς παρεδέχθησαν τὸν διορισμὸν τοῦ Ἀρχηγοῦ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐκ καταλόγου τριπλασίου ἀριθμοῦ ὑποψηφίων, ἐκλεγομένων δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας, παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν ὅλων τῆς Ἐθνοφυλακῆς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τῆς Πανεπιστημείου φάλαγγος συμπεριλαμβανομένης, τὰ δὲ ἕτερα δύο μέλη παρεδέχθησαν τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς καὶ μόνου, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐκτελουμένην. Κατὰ συνέπειαν, ἡ σχετικὴ πλειονοψηφία ὑποβάλλει τὸ ἀκόλουθον σχέδιον ψηφίσματος.» «Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. «Ἄρθρον 1. Καθίσταται ἐκ νέου ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐθνοφυλακῆς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἄρθρον 2. Ὁ Ἀρχηγὸς οὗτος, δυνάμενος νὰ ληφθῇ καὶ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, διορίζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐκ καταλόγου τριπλασίου ἀριθμοῦ ὑποψηφίων, ἐκλεγομένων δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Πανεπιστημίου φάλαγγος καὶ ἐκείνων τῶν ταγμάτων τῆς εἰρημένης Ἐθνοφυλακῆς. Ἄρθρον 3. Μέχρι τῆς συστάσεως δημοτικοῦ συμβουλίου Ἀθηναίων, τὸ διὰ τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ νόμου περὶ Ἐθνοφυλακῆς πρόστιμον ἐπιβάλλει τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ περὶ καθηκόντων τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐθνοφυλακῆς ψηφίσματος πειθαρχικὸν Συμβούλιον. Ἄρθρον 4. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ παρόντος ψηφίσματος. Ἄρθρον 5. Πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ παρὸν ψήφισμα καταργεῖται. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 29 Ἰανουαρίου 1864.» Ἡ Ἐπιτροπὴ, Π. Κορωναῖος, Ἡρ. Μαμούρης, Γ. Α. Πετιμεζᾶς, Α. Κουμουνδοῦρος, Γ. Μ. Ῥοῦφος, Κ. Λαγμὲς, Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτος ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ Κύριος Καλός.
§119ΚΑΛΟΣ. Κύριοι· ὅτι τὰ νομοθετήματα τῆς ἐθνοφυλακῆς εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἐγγύησις τῆς διατηρήσεως καὶ τῆς ἐξασκήσεως τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία Οὔτε ἐγὼ, οὔτε ἄλλος τις θέλει δυνηθῆ ποτὲ νὰ ἀντιφωνήσῃ εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, τόσον ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὅταν ἡ ἐθνοφυλακὴ δοθῇ εἰς τὴν διεύθυνσιν ἑνὸς καὶ μόνου ἀνθρώπου, δύναται νὰ κατασταθῇ μίαν ἡμέραν χειροτέρα παρὰ τὴν ἀπόλυτον τυραννίαν. Οὐδαμοῦ θέλετε εὑρεῖ, μὴ ἐξαιρουμένων οὐδ’ αὐτῶν τῶν δημοκρατιῶν, συγκέντρωσιν τοσούτων δυνάμεων εἰς ἓν καὶ μόνον πρόσωπον. Περιστάσεις ἔκτακτοι ἐπροκάλεσαν ἐπὶ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως τὸ θέσπισμα ἐκεῖνο, δι’ οὗ συνεστήθη Ἀρχηγεῖον τῆς ἐθνοφυλακῆς ἐν Ἀθήναις· σκοπὸς τότε ἦτο νὰ διατηρήσωμεν τὴν τάξιν, νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὁπωσδήποτε δι’ ὅλων τῶν μέσων, ὅσα εἴχομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν μας, τὴν ἀντίδρασιν τῆς πεπτωκυίας δυναστείας κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως. Παρελθούσης τῆς καταστάσεως ἐκείνης, ἔπρεπε τὰ πάντα νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν ὁμαλὸν δρόμον των· δὲν εἶχον ἐπανέλθει, διότι δυστυχῶς ὁ σάλος ἐκεῖνος τῆς ἐπαναστάσεως ἐπεκράτει ἀκόμη, καὶ ὅτε τὴν 19 Ἰουνίου συνέβη τὸ ἀπευκταῖον ἐκεῖνο ἔγκλημα, ἂς τὸ ὀνομάσω οὕτω, κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως, ἐπῆλθεν ἡ κατάργησις· καὶ ἐντεῦθεν συνομολογῶ, καὶ μὲ τοὺς εἰσαγαγόντας τὴν πρότασιν καὶ μετὰ τοῦ πρὸ ὀλίγου καταβάντος τοῦ βήματος, ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ, ἀντὶ νὰ προβῇ εἰς τὰ πρόσω, ὀπισθοχώρησε, σχεδὸν εὑρίσκεται εἰς τὴν παραλυσίαν, διότι ἐδόθη εἰς χεῖρας ἀνικάνων νὰ τὴν διευθύνωσι, διότι δὲν ἐλήφθη πρόνοια νὰ διορισθῶσι διοικηταὶ ταγμάτων ἄνθρωποι, δυνάμενοι καὶ τὴν πειθαρχίαν νὰ στερεώσωσι, καὶ τὸν ἐξοπλισμὸν τῆς ἐθνοφυλακῆς νὰ τελειοποιήσωσι, καὶ τὰ πάντα νὰ προετοιμάσωσιν εἰς τὴν ὁπλασκίαν αὐτῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἔχομεν μόνον καθῆκον νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς τῆς πρωτευούσης, ἀλλὰ τοῦ Κράτους. Νομίζετε, ὅτι συντηροῦντες διὰ πάσης θυσίας καὶ διὰ συγκεντρώσεως τῆς ὑλικῆς δυνάμεως εἰς ἓν καὶ μόνον πρόσωπον ἐν Ἀθήναις τὴν ἐθνοφυλακήν, συντηρεῖτε καὶ τελειοποιεῖτε τὴν ἐθνοφυλακὴν εἰς ὅλον τὸ Κράτος; Νομίζετε, ὅτι τοιουτοτρόπως θέλετε καταστήσει τὴν ἐθνοφυλακὴν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὁμοίαν τῆς ἐθνοφυλακῆς τῆς πρωτευούσης; Ἀπατᾶσθε. Ὀφείλετε νὰ σκεφθῆτε περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς σύμπαντος τοῦ Κράτους. Λοιπὸν συμφέρον ἔχετε νὰ συστήσητε ἀρχὴν τοιαύτην, ἥτις νὰ δύναται νὰ ἐποπτεύῃ ἅπασαν τὴν ἐθνοφυλακὴν, ἥτις νὰ ἐνεργῇ οὐχὶ ὅμως καὶ νὰ πράττῃ, λέγω νὰ ἐνεργῇ, διότι δύναται νὰ ἐνεργῇ δι’ ἐγγράφων καὶ ὁδηγιῶν, οὐχὶ ὅμως ἐνεργοῦσα, συγκεντρόνουσα καὶ πράττουσα ἐπιτοπίως. Πῶς δὲ κατορθοῦται τοῦτο; Εὐκόλως, Κύριοι ἐὰν, ἀντὶ νὰ ζητήσητε νὰ συστηθῇ Ἀρχηγεῖον ἐθνοφυλακῆς, ὅπως ἐσυστήθη παρὰ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, ζητήσητε νὰ συστηθῇ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν τμῆμα, διευθυνόμενον παρ’ ἑνὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ καὶ προσλαμβάνον 2–3 κατωτέρους, ἐνεργοῦντας δὲ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἐθνοφυλακῆς τοῦ Κράτους ὅλου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐνῷ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ τμήματος θὰ ἐπιβλέπῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν ἐθνοφυλακὴν τῆς πρωτευούσης, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐπιβλέπῃ εἰς ὅλον τὸ κράτος τὴν Ἐθνοφυλακὴν, καὶ οὐδόλως θὰ κατασταθῇ ἐπιβλαβὴς ἡ θέσις αὕτη· ἀπεναντίας, θὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, τουτέστι νὰ τελειοποιήσωμεν τὴν ἐθνικὴν ταύτην δύναμιν, οὐχὶ ὅμως καὶ νὰ τὴν καταστήσωμεν ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διότι ὅπως πρέπει νὰ φοβώμεθα ἄνωθεν, πρέπει νὰ φοβώμεθα καὶ κάτωθεν· ἡ διατήρησις τῆς τάξεως καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῶν νόμων, πρέπει νὰ προασπίζωνται καὶ ἄνωθεν καὶ κάτωθεν. Εὑρισκόμεθα ἀκόμη εἰς τὸν σάλον τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ θέλομεν εὑρεθῆ ἀκόμη ἐπὶ πολὺ εἰς τὸν σάλον τῆς ἀντιδράσεως κατὰ τῆς νέας βασιλείας. Τίς οἶδεν, ἐὰν αὔριον τὸν διορισθέντα Ἀρχηγὸν τῆς Ἐθνοφυλακῆς, περιστάσεις, συμφέροντα, κρίσεις διάφοροι παρὰ τὴν ἰδικήν μου, τὸν ἀναγκάσωσι ν’ ἀσπασθῇ μίαν ἀντίδρασιν, καὶ τοιουτοτρόπως, ὅ,τι δὲν ἐπέτυχον οἱ ἐχθροὶ τῆς μεταβολῆς κατὰ τὴν 11. Ὀκτωβρίου, νὰ τὸ ἐπιτύχωσι τότε; (Θόρυβος). Βλέπετε σήμερον, Κύριοι, αὐτὰ τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα χθὲς κατεξανέστησαν κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐξέθετον ὅτι ὑπάρχει ἀντίδρασις καὶ τὰ ὁποῖα καλοῦνται νομιμόφρονες νὰ λέγωσιν, ὅτι ὑπάρχει ἀντίδρασις· αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀποκηρύττουσιν ἐκείνους μετὰ τῶν ὁποίων συνεμάχουν χθὲς, καὶ μὴ ταράττεσθε, ἀφήσατε ν’ ἀκουσθῶσιν αἱ ἰδέαι αὗται, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα.
§120ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσῃ.
§121ΚΑΛΟΣ. Ἐὰν ῥίψητε μίαν μόνην ματιὰν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πολλοὶ ἐπέπεσαν καθ’ ἑνὸς συντρόφου των χθεσινοῦ, ἐπιτίθενται κατ’ ἄλλων ἀνθρώπων, οἵτινες ἐκινδύνευσαν μετὰ πολλῶν ἄλλων, οἵτινες καὶ σήμερον θὰ κινδυνεύσουν πρὸς συντήρησιν τῆς νέας Βασιλείας, καὶ τοὺς ἀποκαλοῦν ὡς ἐργαζομένους κατὰ τῆς νέας βασιλείας, διότι εἶχον τὸ θάῤῥος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ν’ ἀποφανθῶσι κατὰ μιᾶς, κατ’ ἐκείνους μὲν καλῆς, καθ’ ἡμᾶς δὲ κακῆς ἐνεργείας· μὴ ταράττεσθε λοιπὸν, ἀφήσατέ με νὰ λαλήσω καὶ ἐκ τῶν λόγων μου κρίνατε. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει, συμφέρον ἔχομεν νὰ ὀργανίσωμεν τὴν Ἐθνοφυλακὴν χωρὶς νὰ ἔχωμεν φόβον τινα ποτὲ, καὶ τοῦτο ἐπιτυγχάνωμεν, ἐὰν ἀντὶ ἀρχηγείου συστήσωμεν ἓν τμῆμα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· τοῦτο θὰ ἐπιβλέπῃ καὶ θὰ ἐνεργῇ καλλίτερον παρὰ εἷς ἀρχηγὸς, διότι ὡς ἀρχηγὸς θὰ ἔχῃ περιωρισμένην περιφέρειαν καὶ θὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς ἀδείας τοῦ ὑπουργοῦ, ἐνῷ ὡς τμηματάρχης θὰ ᾖναι ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπιτήρησιν τοῦ ὑπουργοῦ, θὰ προετοιμάζῃ ὅμως καὶ θὰ ἐνεργεῖ τὰ πάντα αὐτός. Διὰ τοῦτο προτείνω, νὰ συστηθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τμῆμα ἐπὶ τῆς Ἐθνοφυλακῆς, διευθυνόμενον ὑφ’ ἑνὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ καὶ δύω ἢ τριῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, τὰ δὲ καθήκοντα αὐτῶν θέλουν κανονισθῆ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς;
§123ΣΟΥΪΔΑΣ. Ἐγώ. — Δὲν θέλω, Κύριοι, ν’ ἀδικήσω τὸν προλαλήσαντα, καθόσον ἀφορᾷ τὰς ὑποψίας του· ἴσως πολλοὶ σκέπτονται διαφοροτρόπως, καθόσον ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν μέρος τῆς κοινωνίας μας. Ἀπορῶ ὅμως πῶς ὁ Κύριος Καλὸς, ὁ ὁποῖος ζῇ ἐν τῇ πρωτευούσῃ πολλὰ ἔτη καὶ ἐγνώρισεν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τοὺς κατοίκους τοῦ τόπου αὐτοῦ, καὶ τοὺς διέποντας τὰ πράγματα τῆς πόλεως ταύτης, ἀπορῶ λέγω, πῶς θέλει ν’ ἀδικήσῃ αὐτοὺς, καὶ ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπίστευον ποτὲ ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ ν’ ἀποδώσουν εἰς αὐτούς. Κύριοι, κατὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου, τὴν ἐπανάστασιν ταύτην τὴν ἔκαμεν ὁ στρατὸς μὲ τὸν λαὸν μαζύ· δὲν θέλω ποτὲ ν’ ἀδικήσω τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ τὸν παραστήσω, ὅτι θέλει νὰ παλινδρομήσῃ, δηλ. νὰ καταστρέψῃ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ ἴδιος ἑδραιοποίησε καὶ ἔπραξεν. Ἔχω τὴν ἐναντίαν κατὰ συνέπειαν ἰδέαν τοῦ Κ. Καλοῦ, ὅτι ὁπουδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον φοβεῖται, ποτὲ δὲν θὰ φθάσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν γένει, καὶ ἰδίως ὁ τῆς πρωτευούσης, εἰς τὴν ἀπόγνωσιν αὐτήν. Ὅταν φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τοιοῦτον Ἀρχηγὸν, ὁδηγοῦντα αὐτὸν εἰς ἄλλα παρὰ τὰ καθήκοντά του ἔργα, ἔχει ὁ λαὸς πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει· καὶ ἂν ἔχῃ τὰς συμπαθείας του εἰς ἓν πρόσωπον, δύναται, καὶ χωρὶς νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένος, νὰ τὸν ἀκούσῃ. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Βασιλείαν πρῶτος ὁ Ἀρχηγὸς, τὸν ὁποῖον ὁ λαὸς θὰ ἐκλέξῃ. Οἱ φόβοι αὐτοὶ δὲν πρέπει πλέον νὰ φοβίζουν τὸν Κύριον Καλόν. Καθὼς προεῖπον, ὑπάρχουν πολλαὶ ἐνέργειαι τοιαῦται, ἀλλ’ αὐταὶ ἀπέναντι τῆς ὡραίας αὐτῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ἔλαβεν ἐκ τῆς νέας Βασιλείας, δὲν δύνανται νὰ κατορθώσωσι τίποτε, καὶ ἑπομένως αὐτὴ ἡ ἰδέα ὅλως ἀποσκορακίζεται ἀπὸ τὸν νοῦν μου. Ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν. Ὁ Κ. Καλὸς ἀναγνωρίζει, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς διευθύνων τὴν Ἐθνοφυλακὴν, θέλει νὰ τὸν ὀνομάσῃ Τμηματάρχην· πάντοτε ὅμως ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῆς διευθύνσεως αὐτῆς· ὀνόμασέ τον ὅπως θέλεις, Κύριε Καλὲ, ἐν τούτοις ἀναγνωρίζεις τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ τοῦ διευθυντοῦ, καὶ τότε πῶς θέλεις νὰ τὸν θέσῃς ἐντὸς τοῦ γραφείου; ἡ Ἐθνοφυλακὴ δὲν ἔχει μόνον τὸ γραφικὸν μέρος, ὁ προορισμός της εἶναι, ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, ἡ ἐκγύμνασις εἰς τὰ ὅπλα στρατιωτικῶς· ὁ διευθυντὴς αὐτὸς πρέπει νὰ παρευρίσκηται εἰς τὰ γυμνάσια, νὰ διορίζῃ τοὺς καταλλήλους διοικητὰς, τοὺς καταλλήλους προγυμναστὰς, διοργανίζων τέλος πάντων τὴν Ἐθνοφυλακὴν ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν καὶ ὄχι ὑπὸ γραφικήν· ἠμπορεῖς νὰ γράφῃς ὅσα θέλεις εἰς τὸ χαρτί· ἐὰν δὲν ἦσαι παρὼν, Κύριε Καλὲ, νὰ τὴν ὁδηγῇς εἰς τὰ γυμνάσια, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὴν ἐκγυμνάσῃς (θόρυβος)· δὲν σᾶς ἀδικῶ, Κύριε Καλὲ, διότι δὲν εἶσθε στρατιωτικός· ἐὰν ὀλίγας γνώσεις εἴχατε στρατιωτικὰς, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἠθέλατε συμφωνήσει μὲ ἡμᾶς.
§124ΚΑΛΟΣ. Εἶναι οἱ ταγματάρχαι.
§125ΣΟΥΪΔΑΣ. Εἶναι οἱ ταγματάρχαι, ἀλλ’ ἕκαστος ἐξ αὐτῶν κάμνει ὅ,τι θέλει· μόνος ὁ ἀρχηγὸς ἠμπορεῖ νὰ βάλῃ τὴν ἐθνοφυλακὴν ὑπὸ πειθαρχίαν, μόνος αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ ζητήσῃ νὰ μὴ φέρουν τὴν στολήν των καὶ οἱ μπακάλιδες, ὅταν κάμνουν τὴν ἐργασίαν των, καὶ οἱ καροτζέριδες ὅταν κάθηνται εἰς τὴν ἅμαξαν, μόνος αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ προβλέψῃ νὰ μὴ ἔχουν τὰ ὅπλα εἰς τὰς οἰκίας των, καὶ νὰ τουφεκοῦν καὶ νὰ φονεύουν καὶ μὲ τὰ ξίφη ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ νὰ σφάζωνται. Ὅλαι αὗται εἶναι ἀταξίαι, τὰς ὁποίας εἴδαμεν, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἀλλέως, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ εἷς διευθύνων. Τὰ τοιαῦτα πάντοτε γράφονται καθ’ ἑκάστην, ἀλλὰ τί γίνεται; ἐφαρμόζονται ποτέ; ἑνόσῳ ὑπῆρχεν ἀρχηγεῖον Ἐθνοφυλακῆς, ἴδατε ὅτι ὑπῆρχε μεγαλητέρα τάξις, μεγαλειτέρα πειθαρχία· ἐπήγαινε προοδεῦον τὸ σῶμα τῆς ἐθνοφυλακῆς. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ποτὲ δὲν ἠμπορεῖ νὰ μορφωθῇ, ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχει ἀξιωματικὸς νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς, καὶ νὰ τὸ ἔχῃ ὡς ἔργον, καὶ νὰ σκεφθῇ ὡρίμως τὶ πρέπει νὰ κάμῃ, νὰ συντάξῃ κανονισμὸν, νὰ συντάξῃ στρατιωτικὰ σχέδια, νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὕτω νὰ προοδεύσῃ. Κύριοι, εἶναι σπουδαία ἡ πρόοδος τῆς Ἐθνοφυλακῆς, συλλογισθῆτε κοινότερον, ὑψηλότερον διὰ τὸ μέλλον, δὲν βεβαιῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι οὐδεὶς εἶναι τόσον ἄπατρις, ὅσον σεῖς ἠμπορεῖτε νὰ τὸν νομίζητε, ὅσον μεταξύ μας φατριαζόμεν· οὐδεὶς θὰ φθάσῃ ἐκεῖ, ὅπου νομίζετε, νὰ καταστρέψῃ μίαν Βασιλείαν, τὴν ὁποίαν ἐφέραμεν.
§126ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι σκέψις αὐτό.
§127ΣΟΥΪΔΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἀπορῶ πῶς ὁ Κύριος Καλὸς κάμνει τοιαύτας σκέψεις· ἡμεῖς εἴχομεν τὴν τύχην νὰ ἐργασθῶμεν ὑπὲρ αὐτῆς τῆς νέας Βασιλείας, καὶ ἑπομένως ἔχομεν καὶ τὸ συμφέρον νὰ τὴν ὑποστηρίξωμεν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Βρατζάνος εἶναι σύμφωνος;
§129ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Διομήδης.
§131ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐμβριθεστέρα καὶ περισσοτέρα κατ’ οὐσίαν σκέψις ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἤθελε κάμει, ὥστε νὰ βαδίζουν καλλίτερα τὰ πράγματα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι ἐπιπόλαιος σκέψις τὸ νὰ θεωρῶμεν ὡς μέσον ἐκτελέσεως παντὸς πράγματος τοὺς βαθμοὺς, τὰ μεγάλα ἐπίθετα καὶ τὰ μεγάλα ἀξιώματα. Πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ᾖναί τις ἀξιωματικὸς διὰ νὰ ἐννοήσῃ ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν τὰ ἔργα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ γνωμοδοτήσῃ τι πρέπει νὰ νομοθετηθῇ ἐπ’ αὐτῆς. Εἰς τὰ μεγάλα ἔθνη ἡ διεύθυνσις καὶ ὁ ὀργανισμὸς καὶ αὐτῶν τῶν κλάδων τῶν στρατιωτικῶν ἐξετάζεται ὄχι ὑπὸ μόνην τὴν στρατιωτικὴν ἔποψιν, οὔτε εἶναι μόνον στρατιωτικοὶ οἱ σκεπτόμενοι καὶ νομοθετοῦντες περὶ αὐτῶν. Εἶναι διάφοροι αἱ ἐπόψεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐξετασθῇ πᾶς ὀργανισμὸς ἔχων ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς κοινωνίας, καὶ μόνον ἐπί τινων ἀντικειμένων, ἐπὶ λεπτομερειῶν τινων, ἀπαιτοῦνται εἰδικαὶ τῆς στρατιωτικῆς τέχνης γνώσεις. Εἰς τὸν ἄλλον κόσμον δὲν θεωρεῖται, Κύριοι, ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ διορίζεται πάντοτε εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνοφυλακῆς, διότι τάχα μόνος αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ κατορθώσῃ, ὥστε οἱ ἐθνοφύλακες νὰ μὴ κρατοῦν τὰ ὅπλα των εἰς τὰς οἰκίας των ἀλλὰ νὰ τὰ καταθέτουν εἰς τὸν στρατῶνα, καὶ νὰ μὴ κάμνουν μυρίας ἄλλας ἀταξίας· τὰ ἀτοπήματα ταῦτα προλαμβάνονται καὶ ἡ ὑπηρεσία βαίνει τακτικῶς, ὅταν ὑπάρχουν αἱ κατάλληλοι νομοθετικαὶ διατάξεις καὶ ὅταν αἱ διατάξεις αὗται ἐκτελῶνται ἀκριβῶς καὶ κατὰ τὸ σύνολον καὶ κατὰ τὰς λεπτομερείας των. Πᾶς ὀργανισμὸς ἔχει τὸν μηχανισμόν του, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ ἀφ’ ἑνὸς ἑνιαίαν διεύθυνσιν καὶ ἀφ’ ἑτέρου σύμπραξιν πολλῶν προσώπων. Ὅταν ἡ διεύθυνσις νομοθετηθῇ καὶ ἐνεργῆται καλῶς, ὅταν ἐκλεχθῶσι τὰ κατάλληλα πρόσωπα καὶ ἕκαστος κάμνῃ τὸ χρέος του, ἡ ὑπηρεσία εὐδοκιμεῖ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ζητῶμεν νὰ περιβάλωμεν ἓν καὶ μόνον πρόσωπον μὲ ἔκτακτον ἐξουσίαν καὶ νὰ τὸ καταστήσωμεν οὕτως εἰπεῖν δικτάτορα. Τί σημαίνει τὸ νὰ διορίσωμεν πρόσωπον, ἐὰν δὲν τοῦ δώσωμεν καὶ ἀνάλογον ἐξουσίαν; Μόνη ἡ πειθαρχική του ἐξουσία ἐφ’ ἑκάστου μέλους τῆς ἐθνοφυλακῆς δὲν ἀρκεῖ· ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ πάντα εἶναι παραλελυμένα εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν, καὶ ὅτι δὲν δύνανται ἄλλως νὰ διορθωθοῦν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν πιστεύω, τότε πρέπει νὰ τοῦ δώσωμεν καὶ ποινικὴν δικαιοδοσίαν, δηλαδὴ νὰ τοῦ παρέξωμεν πᾶσαν ἐμπιστοσύνην· ἀλλὰ ποῦ νὰ εὕρωμεν τοιοῦτον πρόσωπον; Δὲν βλέπομεν τὴν δυσπιστίαν, ἡ ὁποία μᾶς κυριεύει ἐπὶ παντὸς διορισμοῦ προσώπου; Ἡ μεγάλη αὕτη δυσπιστία δὲν εἶναι ἆρά γε τὸ σύμπτωμα τῆς κοινωνικῆς μας καχεξίας; Ὁ διορισμὸς ἑνὸς ἀρχηγοῦ ἐπὶ μιᾶς τόσον μεγάλης δυνάμεως, οἵα εἶναι ἡ ἐθνοφυλακὴ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, εἶναι ἔκτακτον καὶ ἐπικίνδυνον μέτρον, οὐδόλως συμβιβαζόμενον μὲ κυβέρνησιν κανονικὴν καὶ μάλιστα συνταγματικήν. Βεβαίως πρέπει νὰ δοθῇ μία τακτικὴ διεύθυνσις εἰς τὴν ἐδῶ Ἐθνοφυλακὴν, ἡ ὁποία τὴν σήμερον εἶναι εἰς παραλυσίαν, διότι τὰ περὶ αὐτῆς ἀνετέθησαν εἰς τὴν Δημαρχίαν, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ κεῖται κακῶς. Ἀλλὰ ἡ ὑπηρεσία τῆς Ἐθνοφυλακῆς συνέχεται μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Θεωρῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ ὀρθὸν νὰ συστηθῇ διεύθυνσίς τις τῆς Ἐθνοφυλακῆς ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχουσα ἐπὶ κεφαλῆς ἕνα ἀνώτερον ἀρχηγὸν, ἢ τμηματάρχην, ἴσως στρατιωτικὸν ἀλλὰ διακρινόμενον μᾶλλον διὰ τὴν πολιτικήν του σύνεσιν καὶ ἐμπειρίαν, παρὰ διὰ τὰ καθαρῶς στρατιωτικά του προτερήματα. Ἰδοὺ λοιπὸν τί ἀπαιτεῖται—διεύθυνσις ἀξία παρὰ τμηματάρχου ἱκανοῦ καὶ μετὰ ζήλου ἐργαζομένου, καὶ ἂς ἀρκεσθῶμεν νὰ εὑρεθῇ τοιοῦτον κατάλληλον πρόσωπον. Ἂν ἦτο εὔκολον, Κύριοι, νὰ λύωνται ἑκάστοτε τὰ κοινωνικὰ ζητήματα, δηλαδὴ νὰ ὀργανίζωνται τακτικῶς αἱ ὑπηρεσίαι διὰ τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς μεγαλοβάθμου προσώπου, τὸ κυβερνᾶν θὰ ἦτο εὔκολον. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἀποδεικνύει, ὅτι ἀλλοῦ πρέπει νὰ στρέφεται ἡ προσοχὴ τῶν κυβερνώντων, δηλαδὴ εἰς καλοὺς ὀργανισμοὺς, ἀκριβῶς ἐκτελουμένους καὶ ἀναδεικνύοντας ἐνεργὸν τὴν εὐθύνην ἑνὸς ἑκάστου. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀρκεῖ νὰ συστηματοποιηθῇ ἡ ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διεύθυνσις τῆς Ἐθνοφυλακῆς, συμπράττοντος καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πειθαρχίαν, καὶ τὴν στρατιωτικὴν διδασκαλίαν διὰ τῶν προγυμναστῶν, οἵτινες πρέπει νὰ ᾖναι στρατιωτικοὶ (θόρυβος).
§132ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, οὔτε εἶδον, οὔτε πιστεύω, ὅτι δύναταί ποτε νὰ συγκροτηθῇ ἐθνοφυλακὴ μὲ ἔγγραφα, ἐκδιδόμενα ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ ᾖναι βεβαίως τοῦτο πρωτοφανὲς εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἂς μὴ νομίζωμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ διοργανίσωμεν ἐθνοφυλακὴν, ἔχουσαν πειθαρχίαν, πνεῦμα στρατιωτικὸν, δυναμένην νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς βοηθὸς τοῦ στρατοῦ μὲ διαταγὰς ἁπλᾶς, ἐκδιδομένας ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ πλέον ἡ χαρτομανία· εἶναι καιρὸς νὰ ἀρχίσωμεν πράττοντες, καὶ οὐχὶ γράφοντες. Ὅταν ἐσχάτως ἤμην εἰς τὴν Εὐρώπην, ἐφρόντισα νὰ ἐνασχοληθῶ καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἐζήτησα νὰ μάθω τί γίνεται εἰς τὸ Βέλγιον, τί γίνεται εἰς τὸ Τουρῖνον, τί γίνεται εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ ἀναφέρω τὸ Βέλγιον καὶ τὸ Τουρῖνον, διότι εἰς ταῦτα τὰ μέρη ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ τάξις εἶναι ἑδραιωμένα καὶ δυνάμεθα νὰ τὰ λάβωμεν ὡς παράδειγμα. Εἰς τὸ Τουρῖνον ὑπάρχει ἀρχηγεῖον· ἔλαβα μάλιστα τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδω καὶ τὸν ἀρχηγὸν, καὶ νὰ συνομιλήσω μετ’ αὐτοῦ περὶ διαφόρων ζητημάτων. Καὶ διὰ τί ἀπαιτεῖται ἀρχηγός; διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ πρέπει νὰ ἀναπτυχθῇ ὁμοιομόρφως, νὰ ἔχῃ ἓν κοινὸν πνεῦμα, μίαν κοινὴν ἰδέαν. Περὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς πρέπει νὰ λαμβάνωνται μέτρα, τὰ ὁποῖα τείνουν εἰς πραγματοποίησιν τῆς ἀποστολῆς της. Ἂν, Κύριοι, δὲν ἔχητε ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβλέπῃ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐθνοφυλακῆς, νὰ προβλέπῃ διὰ τὰς ἐλλείψεις της, δὲν δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς τὸν σκοπόν σας, θὰ ἔχετε ἐθνοφυλακὴν κατ’ ὄνομα, ὅπως τὴν εἶχον εἰς τὴν ἐπανάστασιν τῆς Γαλλίας, εἰς μίαν ἐποχὴν πολυαρχίας, ὅτε δὲν ἐνεπνέετο ἀπὸ κᾀμμίαν ὑγιᾶ ἰδέαν, ἀπὸ κἀνένα σκοπόν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ἔλαβον χώραν τὰ φρικτὰ ἐκεῖνα ἀνοσιουργήματα τοῦ Σεπτεμβρίου· διότι τὸ πνεῦμα τῆς τάξεως, τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, πρὸς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀληθῆ ἐλευθερίαν, εἶχεν ἐκλείψει· ἐὰν θέλητε λοιπὸν νὰ ἔχητε ἐθνοφυλακὴν καλῶς ὠργανισμένην, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχητε ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος νὰ τὴν ἐπιβλέπῃ, νὰ συζῇ καὶ νὰ συνδέῃ τὴν προσωπικότητά του μετ’ αὐτῆς. Νομίζετε, ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ ἔχει ἀξίαν, διότι φέρει τὸ ὄνομα τοῦτο; οὐχὶ, ἡ ἐθνοφυλακὴ δύναται νὰ συντελέσῃ καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπόν της, λαμβάνουσα στρατιωτικήν τινα ἀνατροφὴν, διδασκομένη τὴν πειθαρχίαν, ἥτις εἶναι ἡ πρώτη βάσις καὶ ἡ πρώτη ἀνάγκη, καὶ λαμβάνουσα τὸ πνεῦμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους· οὕτω ἔχετε μίαν καλὴν δύναμιν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος. Σῶμα ἄνευ τούτων, Κύριοι, δὲν δύναται νὰ ᾖναι χρήσιμον. Ἡ ἐθνοφυλακὴ λοιπὸν ὑπὸ ἀρχηγὸν πάντοτε ἐπικυροῦντα, πάντοτε διευθύνοντα αὐτὴν ἀναπτύσσεται, καὶ ἐν αὐτῇ ἀναφύονται ὅλαι αἱ ἐπωφελεῖς ἐκεῖναι ἀρεταὶ, καὶ τότε ἡ ἐθνοφυλακὴ καθίσταται δύναμις εὐεργετικὴ καὶ χρήσιμος εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος· ἐὰν δὲν πράξητε τοῦτο, δὲν θὰ ἔχητε ἄλλο τι, εἰμὴ ἓν ἄθροισμα ὡπλισμένων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐν καιρῷ ἀνάγκης, ἀντὶ νὰ ὠφελήσουν, δύνανται νὰ βλάψουν, διότι δὲν θέλει συνδέει αὐτοὺς δεσμός τις, ἅμα ἡ τάξις ἐν γένει χαλαρωθῇ. Νομίζω, Κύριοι, διὰ τοῦτο, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖος ὁ ἀρχηγός. Δὲν ἀναγνωρίζω δὲ κυρίως ὀρθὰς ὡς καὶ ἡ Συνέλευσις πιστεύω, τὰς σκέψεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς εἶπον, ὅτι εἷς ἄνθρωπος, διοριζόμενος ἀρχηγὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς, δύναται νὰ παρασύρῃ τοὺς πολίτας, τοὺς οἰκοκυρέους, τοὺς ἐμπόρους, τοὺς κτηματίας, τοὺς καλλιτέρους ἐγγυητὰς τῆς τάξεως, διότι αὐτοὶ ἀποτελοῦν κυρίως τὴν ἐθνοφυλακὴν, νὰ τοὺς παρασύρῃ, λέγω, εἰς πράξεις ἀνατρεπτικάς. Κατὰ δυστυχίαν, Κύριοι, ὅταν τὰ ἔθνη φθάσωσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, ὅταν φθάσῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὥστε αὐτοὶ οἱ καλλίτεροι ἄνθρωποι τῆς κοινωνίας νὰ ἐκκλίνουν εἰς τοιαύτας πράξεις, τότε ὁ ἄνθρωπος ὁ παρασύρων δὲν λείπει, καὶ δὲν ἔλειψεν οὐδέποτε. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναφέρω ἄπειρα παραδείγματα, καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔτι λαβόντα χώραν, καθ’ ἃ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐθνοφυλακὴ καὶ ἀρχηγὸς, ὁ ὁποῖος νὰ παρασύρῃ αὐτὴν, αἱ ἀνατροπαὶ καὶ αἱ ἐπαναστάσεις ἐγένοντο. Ἄλλως τε, Κύριοι, ἂν ἴδωμεν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔχει τάσεις ἀναρχικὰς, τὸ μέσον εἶναι πρόχειρον νὰ τὸν ἀπομακρύνωμεν ἀμέσως· διότι βεβαίως αὐτὸς δὲν θὰ ᾖναι ἰσόβιος, ἀπρόσβλητος καὶ ἱερός. Κύριοι, ὅταν λέγωμεν, ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ εἶναι σῶμα πολιτικὸν καὶ ὄχι στρατιωτικόν, ἐννοοῦμεν, ὅτι ἡ διεύθυνσις αὐτῆς καὶ ἡ διοίκησις ὑπάγεται εἰς τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς, καὶ τὴν πολιτικὴν διοίκησιν. Ἀλλὰ διὰ τούτου, Κύριοι, δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι ἐντὸς τῆς κοινωνίας πρέπει νὰ καθιερώσητε σώματά τινα παράλυτα, ἀσύνδετα, ἄνευ πνεύματος καὶ ἀδελφότητος, ἄνευ ἰδεῶν ὑπὲρ τῆς τάξεως, καὶ μόνον νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὰ ἓν ὅπλον καὶ ἓν ὄνομα. Τότε, Κύριοι, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ἐθνοφυλακὴν ἀληθῆ, θὰ ἔχωμεν ἀρματωλοὺς, καὶ ἐνθυμηθῆτε ἓν παλαιὸν γνωμικὸν, ὅτι ὁ σίδηρος παρασύρει τοὺς ἀνθρώπους, διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι τὸ ἀρχηγεῖον εἶναι ἀναγκαῖον.
§133ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι ἐφωτίσθησαν νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἐφωτίσθη. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ πρότασις ἡ συζητουμένη ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ Κυρίου πληρεξουσίου Πυλίας, ἔχει δὲ ὡς ἀρχὴν τὴν ἀνάκλησιν τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη κατὰ τὸν Ἰούνιον, καὶ τὸ ὁποῖον κατήργησε τὸ ἀρχηγεῖον τῆς Ἐθνοφυλακῆς· ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σχινᾶ δὲν θέλει νὰ συνταχθῇ νέος νόμος, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ θέλει νὰ συνταχθῇ. Θὰ ἐρωτήσω περὶ τῆς παραδοχῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἐγένετο δεκτή.
§135ΚΑΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἰδική μου πρότασις.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω νὰ πληροφορήσω τὸν Κύριον Καλὸν, ὅτι δὲν ἔσφαλα εἰς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος· ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Καλοῦ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἀρχὴν, τότε μόνον ἤθελε ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ἡ Συνέλευσις ἤθελεν ἀποῤῥίψει τὴν ἀρχὴν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου· τίθενται ὑπὸ συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπηρεάζουν τὴν ἀρχὴν, ὅταν δὲ ᾖναι προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν τὴν ἐπηρεάζουν, αὗται εἶναι προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται οὔτε νὰ συζητηθῶσιν, οὔτε νὰ ψηφοφορηθῶσιν· τὸ Α. ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ἀνακαλεῖται ἡ πέμπτη διάταξις τοῦ ὑπὸ στοιχεῖον ΜΣΤʹ. ψηφίσματος, καθ’ ἣν τὰ καθήκοντα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἐθνοφυλακῆς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀνετέθησαν προσωρινῶς εἰς τοὺς σχετικοὺς Δημάρχους». Ἐνταῦθα ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν φέρει καμμίαν τροπολογίαν.
§137ΚΑΛΟΣ. Κάμνω τὴν ἔνστασιν, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἴμεθα πλήρεις.
§138ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Παραπέμπω τὸν Κύριον Καλὸν νὰ ἀναγνώσῃ, ὅσα εἶπεν, ὅταν ὁ Κύριος Σούτσας εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἀνέφερεν, ὅτι δὲν εἴμεθα πλήρεις. (θόρυβος.)
§139ΚΑΛΟΣ. Ἀνακαλῶ τὴν ἔνστασιν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ ά. ἄρθρου θὰ προκαλέσω ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν ἅπαντες). Ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον βʹ. ἀποκαθίσταται εἰς ἐνέργειαν τὸ περὶ ἐκλογῆς αὐτοῦ ψήφισμα ὑπὸ στοιχεῖον ΙΗ.» Εἰς τοῦτο ἀντιβαίνει ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς· πρὶν προβῶμεν ὅμως εἰς τὰ καθέκαστα, θέλω δώσει τὸν λόγον, ἵνα συζητήσωμεν, ἂν ἡ Συνέλευσις πρέπῃ νὰ προβῇ εἰς σύστασιν νέου νόμου, ἢ πρέπῃ νὰ εὐχαριστηθῇ εἰς τὸν ὑπάρχοντα. Ἀναγινώσκεται τὸ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως ΙΗʹ. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει Ἄρθρον 1. Καθίσταται εἷς ἀρχηγὸς τῆς Ἐθνοφυλακῆς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἄρθρον 2. Ὁ ἀρχηγὸς οὗτος, δυνάμενος νὰ ληφθῇ καὶ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἐκλέγεται δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς τοῦ Πανεπιστημίου φάλαγγος καὶ ἐκείνων τῶν ταγμάτων τῆς εἰρημένης Ἐθνοφυλακῆς. Ἄρθρον 3. Ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ ὑποβάλλεται πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, παρ’ ἧς ἐξαρτᾶται καὶ ἡ παῦσις αὐτοῦ. Ἄρθρον 4. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς ἐπιφορτίζεται τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος ψηφίσματος. Τὸ παρὸν ψήφισμα θέλει δημοσιευθῆ διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.
§141ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἀνακαλεῖ τὸ ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνεγχωνεύθη τὸ ἀρχηγεῖον εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχάς· νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην συντάξεως ἑτέρου νόμου. Τὸ ψήφισμα, ὃ ἀνέγνωσεν ὁ Κύριος Γραμματεὺς εἶναι ἀρκετὸν μὲ μίαν μόνην διαφορὰν εἰς τὸ ἄρθρον γʹ. ἀντὶ ὑποβάλλεται ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἀρχηγοῦ πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν Συνέλευσιν, νὰ τροποποιηθῇ, ὅτι ὑποβάλλεται εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττή.
§142ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς (θόρυβος).
§143ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ὁ στρατὸς, Κύριοι, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, δύναται νὰ διεγείρῃ ὑπονοίας· καὶ πρὸς ἀντιστάθμισιν λοιπὸν τοῦ στρατοῦ τούτου, συνεστήθη ἡ Ἐθνοφυλακὴ, ὡς δύναμις ἀντίῤῥοπος, ἥτις παρέχει ἐγγύησιν εἰς τοὺς πολίτας, ἵνα μήποτε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καταχρασθῇ τὴν δύναμιν τὴν στρατιωτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ κοινωνία δίδει εἰς χεῖράς της. Εἰς τὰ Συνταγματικὰ πολιτεύματα συνεστήθη ἡ Ἐθνοφυλακὴ, ἥτις σύγκειται ἐκ πολιτῶν πάσης τάξεως· ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ὡπλισμένος στρατὸς πρέπει νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν διεύθυνσιν ἑνὸς ἢ πολλῶν ἀτόμων. Ἐλύσαμεν τὸ ζήτημα, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι εἷς ἀρχηγός· πόσα ἐῤῥέθησαν περὶ τοῦ εἰς ποῖον νὰ παραδοθῇ αὐτὴ ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ; περὶ τοῦ νὰ μὴ δοθῇ εἰς ἕνα ἀρχηγὸν, ὅστις νὰ μὴ κλίνῃ εἰς τὸν λαὸν καὶ ταράξῃ τὴν δύναμιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, νὰ μὴ κλίνῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ταράξῃ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ; Ἐδῶ εἶναι ἡ ὑποψία καὶ ἡ δυσκολία. Λοιπὸν ἐδῶ ζητοῦνται αἱ ἐγγυήσεις. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι κίνδυνος διὰ τὴν ἡσυχίαν καὶ ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους νὰ ὑπάρχῃ εἷς ἀρχηγὸς ἐκλεγόμενος κατ’ εὐθεῖαν ὑπὸ τοῦ ὡπλισμένου πολίτου, καὶ διὰ τοῦτο εἴδατε, ὅτι ἐζήτησαν πολλοὶ νὰ λείπῃ ἐντελῶς ὁ ἀρχηγός. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐν τῇ κυριαρχίᾳ ἀπεφασίσαμεν νὰ ὑπάρχῃ εἷς ἀρχηγὸς διὰ τὴν πρόοδον αὐτοῦ τοῦ σώματος, ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο· ὁ ἀρχηγὸς πρέπει νὰ ἐκλέγηται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς Ἐθνοφυλακῆς, καὶ ἡ ἐκλογή του νὰ ᾖναι ὁριστικὴ καὶ ἀμετάκλητος, ἢ πρέπει νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν κύρωσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς; Δύω γνῶμαι ὑποβάλλονται, ἡ μία ὅτι πρέπει νὰ ἐκλέγηται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς Ἐθνοφυλακῆς. Μοί φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία περὶ τούτου· ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ ἐκλέγουν τρεῖς ἀρχηγοὺς, ὑποβαλλομένους εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τῆς Κυβερνήσεως, ἢ πρέπει ἕνα καὶ αὐτὸς ὁ εἷς ἀναγκαστικῶς νὰ ἐπικυροῦται; Τὸ πρῶτον σύστημα τῆς ἐκλογῆς τῶν τριῶν ὑποψηφίων εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον κλίνει πρὸς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τὸ δεύτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐκλέγει ἕνα μόνον ἀρχηγὸν, καὶ τὸν ὑποβάλλει ἀναγκαστικῶς εἰς τὴν κύρωσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κλίνει περισσότερον εἰς τὸ δημοτικὸν στοιχεῖον, διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κυρώσῃ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐκλέγουν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς. Δὲν εἶναι ὅμως ἐντελῶς ἀπόλυτον αὐτὸ τὸ σύστημα, διότι αὐτὴ ἡ ἰδία ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ τὸν παύσῃ, νὰ τὸν θέσῃ εἰς ἀργίαν· ἔχει διαφόρους διατάξεις ὁ Νόμος, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπενεργεῖ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ, ἵνα μὴ οὗτος κατασταθῇ ἐπικίνδυνος εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῆς κοινωνίας. Λοιπὸν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, μεταχειριζομένη ἐπὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τούτου τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ ὁ ἴδιος Νόμος, ἐξασκεῖ τὴν ἐπιῤῥοήν της πρὸς συντήρησιν τῆς κοινωνίας ἵνα μὴ ῥιφθῇ πρὸς ἀναρχικὰς τάσεις. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ 1791 καὶ 1830, ὅταν παρουσιάσθη τοιαύτη ἀνάγκη, ἔλαβον τὸ δικαίωμα οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ἐκλογῆς τριῶν ὑποψηφίων, ἐκλεγομένου ἑνὸς παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὴν ἡμετέραν κοινωνίαν δὲν ὑπάρχει ἡ αὐτὴ ἀνάγκη διὰ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἐκλογὴν τριῶν ὑποψηφίων, κατὰ τὸ σύστημα τῶν τριῶν ὑποψηφίων δημάρχων. Ἡμεῖς, νομίζω, καθιερώσαμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς εἰς τὸν Νόμον περὶ ἐκλογῆς Δημάρχων, οὗτινος ἡ ἐκλογὴ θὰ τίθεται ὑπὸ τὴν κύρωσιν τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Τοιουτοτρόπως καὶ ἐνταῦθα, ὅταν παραδεχθῶμεν καὶ δώσωμεν τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν εἰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν κύρωσιν τοῦ ἀρχηγοῦ, ἄν! μὰ τὸν Θεὸν, ᾖ ἂν ἀρκετὸν αὐτὸ, πᾶν ἄλλο εἶναι περιττὸν ἐντελῶς, διότι φοβοῦμαι μήπως λάβῃ ἐξουσίαν, ἥτις ἀντὶ νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἄριστον τῶν τριῶν ἐκλεχθέντων, ἐκλέξει τὸν χειρότερον καὶ βλάψῃ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἐκλογῆς, δηλ. οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἐκλέξουν ἕνα μεταξὺ αὐτῶν ὡς ἀρχηγόν· ἀρκεῖ δὲ, ὅτι διὰ νὰ φυλαχθῇ ἡ ἑνότης, ἡ δύναμις εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, ὅτι ὑποβάλλεται εἰς τὴν κύρωσιν καὶ ἐξέτασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Γνωμοδοτῶ λοιπὸν ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς μόνου ἀρχηγοῦ ὑποβαλλομένην εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος.
§144ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω εἰμὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διέφυγεν ἀπὸ τὸν κύριον Παντολέοντα, ὁ μέλλων νὰ ἐκλεχθῇ ἀρχηγὸς, τὸ δὲ τελευταῖον ἄρθρον πρέπει νὰ τροποποιηθῇ οὕτως ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἀνατίθεται εἰς τὸ κῦρος τοῦ Βασιλέως, ὅστις ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ὁλοκλήρου δύναται νὰ τὸν παύῃ τῶν καθηκόντων του, ἐντὸς δὲ 20 ἡμερῶν νὰ ἀνανεοῦται.
§145ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι! Θὰ ὑπερασπίσω τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα, διότι εἶναι ἡ ἀληθὴς. Πρῶτον Κύριοι! μίαν σύγχυσιν παρατηρῶ ἀλλόκοτον ὡς πρὸς τὴν ἐξήγησιν τῶν αἰτιῶν, αἱ ὁποῖαι εἰς ὅλον τὸν κόσμον ἐπροκάλεσαν τὴν σύστασιν τῆς ἐθνοφυλακῆς· νομίζουν, ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ εἶναι ἓν ἐπαναστατικὸν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἐφευρέθη διὰ ν’ ἀνθίσταται εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν ἐπανάστασιν, δὲν εἶν’ αὐτὸ ἀληθὲς ἡ ἱστορία τῆς ἐθνοφυλακῆς ἀποδεικνύει, Κύριοι, ὅτι αὕτη ἐγεννήθη ἐν περιστάσεσι κινδύνων, εἰς ἐποχὰς, καθ’ ἃς ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ τόπου ἐκινδύνευσαν· ὁ λαὸς τότε ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ὁπλισθῇ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν περιουσίαν, τὴν ζωὴν, καὶ τιμήν του. Ἡ ἱστορία τῆς ἐθνοφυλακῆς λοιπὸν εἶναι, ὅτι εἶναι τέκνον τῆς ἀνάγκης, τῆς τάξεως, τῆς ἡσυχίας, καὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ πολίτου, καὶ ὄχι τῆς ἀντιθέσεως, τῆς πάλης κατὰ τῶν καθεστώτων· τὸ αὐτὸ ἀπαντῶμεν ὅπου ὑπάρχει τὸ θεσμοθέτημα τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἐὰν παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ ἐφευρέθη νὰ πολεμῇ τὴν ἐξουσίαν, ὅτι εἶναι μία ἀντίπαλος δύναμις, ἥτις νὰ καιροφυλάττῃ νὰ πολεμῇ τὰ καθεστῶτα καὶ νὰ τ’ ἀνατρέπῃ, πρέπει νὰ τὴν ὀργανίσῃτε τότε οὕτως, ἀλλ’ ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέλετε νομιμοποιήσει τὴν πάλην ἀντὶ τῆς εἰρήνης· ἐὰν νομίζουν τινὲς, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐλευθέρα καὶ συνταγματικὴ πολιτεία, πλανῶνται, διὰ τοιούτων μέσων δὲν θὰ καθιερώσουν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸν τόπον μας, ἐν ᾧ μιᾶς κοινωνίας ὁ λαὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δύο στοιχεῖα ἀντίθετα καὶ ἀντεπιβουλευόμενα, ὥστε νὰ διοργανίσωμεν ἀντιθέτους δυνάμεις ἐχθρικάς· οὕτω θὰ κάμνετε μίαν πονηρούπολιν, μίαν ἄθροισιν ἀνθρώπων ἥτις, ἀντὶ νὰ βελτιώνῃ τὴν πολιτείαν τὴν καταστρέφει, θέλει ἐξαντλεῖται καθ’ ἡμέραν εἰς νέας ἐμφυλίους ῥήξεις καὶ σπαραγμούς· δὲν ἑδραιώνομεν δὲ τὴν ἐλευθερίαν, καθιεροῦντες τὴν ἔριδα, τὴν πάλην, καὶ τὴν δυσπιστίαν. Δὲν εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, ἡ ἐθνοφυλακὴ σῶμα ὁποῖον θέλουν νὰ σᾶς τὸ παραστήσουν, οὔτε ἠμπορεῖτε νὰ καταρτίσητε πολιτείαν εὐνομουμένην, ἂν νομίζετε, ὅτι ἐντὸς αὐτῆς πρέπει νὰ διοργανίζετε ἀντιθέτους δυνάμεις!
§146ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανείς.
§147ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶπαν, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ὅπως ἐξήγησαν τὴν ἐθνοφυλακὴν ἱστορικῶς αὐτὸ εἶπον· ἡ ἐθνοφυλακὴ εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν ἐπροφύλαξε τὰς κοινωνίας ἀπὸ τὰς παρεκτροπὰς τῆς ἐξουσίας, ἡ ὕπαρξις τῆς ἐθνοφυλακῆς, δὲν ἔχομεν παράδειγμα ὅτι περιέστειλε τὴν διεφθαρμένην ἐξουσίαν ἀπὸ τοῦ νὰ παρανομήσῃ καὶ νὰ παραβιάσῃ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, οὔτε ἡ ἔλλειψις τῆς ἐθνοφυλακῆς ἔσωσε παράνομον ἐξουσίαν, ποὔποτε Κύριοι! Ὅτε ἔφθασε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὥστε ἡ ἐξουσία νὰ καταπέσῃ ἐνώπιον τῶν παρανομιῶν της δὲν ἐσώθη, διότι δὲν ὑπῆρξεν ἐθνοφυλακή. Εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, εἰς τὴ Ἑλλάδα ἐθνοφυλακὴ δὲν ὑπῆρχε καὶ μόλον τοῦτο, ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἡ ἐξουσία κατέπεσεν, εἴδομεν πάλιν βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶχον τάσεις ἐναντίας τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἐθνοφυλακὴ ὑπάρχουσα δὲν κατώρθωσε νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τὰς παρανομίας· ὄχι, Κύριοι, μὴ πλανώμεθα παρεξηγοῦντες τὰ πράγματα λοιπὸν, Κύριοι, ἀναχωρῶν ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἰδέαν μου εἶμαι ὑπὲρ τῶν τριῶν ὑποψηφίων, διότι δὲν νομίζω Κύριοι, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὁ ἀνώτατος ἄρχων ὅλων τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων κατὰ τὸ σύνταγμα, πρέπει νὰ ᾖναι ξένος εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ ἀρχηγοῦ ἑνὸς τόσον σπουδαίου καὶ μεγάλου σώματος, εἶναι ξένος διότι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ τὴν ἐκλογὴν, τὴν ὁποίαν τοῦ προτείνετε· ἡ κύρωσις εἶναι ἁπλοῦς τύπος, διότι ὁ Βασιλεὺς, ἡ κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ δεχθῇ ὅ,τι τοῦ παρουσιασθῇ καὶ παρατηρήσητε, ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ, ἥτις εἶναι ἐπιφορτισμένη τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας, ἥτις διὰ τοῦτο εἶναι τὸ ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀνεγείρεται δύναμις ἀνεξάρτητος εἰς ἴσον ἐπίπεδον μὲ τὴν ἐξουσίαν τῇ ὁποίας πρέπει νὰ ἀκούῃ τὰς διαταγάς. Ποῖος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιφορτισμένος τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἔχων ὑπὸ τὰς διαταγάς του τὴν ἐθνοφυλακὴν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἀσφαλὴς, ὅταν τῷ ἐπιβάλλητε ἕνα ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον οὔτε γνωρίζει, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἴσως δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην; Βλέπετε ὅτι εἶναι μία συνταγματικὴ ἀνωμαλία τὸ νὰ θέλετε εἰς μίαν ἐξουσίαν ὑπεύθυνον ἐπιφορτισμένην τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, νὰ ἀνεγείρετε παραλλήλως μὲ αὐτὴν μίαν δύναμιν ὅλως διόλου ἀνεξάρτητον καὶ τόσον σπουδαίαν. Εἶπον τινὲς, ὅτι παραδεχθέντες τὴν ἀρχὴν τοῦ ἑνὸς εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν δημάρχων, ὀφείλομεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν νὰ καθιερώσωμεν καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἀλλὰ πολὺ μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύω θεσμοθεσιῶν· ὁ Δήμαρχος, εἷς μικρὸς ὑπάλληλος περιωρισμένος εἰς τὴν διαχείρισιν ἐπιτοπίων μερικῶν συμφερόντων, ἐνεργεῖ τὰς διαταγὰς τοῦ συμβουλίου ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἀλλὰ Κύριοι, ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς ἔχει εἰς χεῖράς του δύναμιν κολοσιαίαν, εἶναι τὸ ὄργανον τῆς ἐφαρμογῆς μεγάλων καὶ σπουδαίων μέτρων· εἶναι λοιπὸν μεγίστη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ. Νομίζω Κύριοι, ὅτι καθὼς δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρύνητε τὴν ἐκλογὴν, διότι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τῶν σκοπῶν του, πρέπει νὰ χαίρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν παρ’ αὐτοῦ διοικουμένων· τοιουτοτρόπως δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρύνητε καὶ τὴν ἐπέμβασιν καὶ τὴν σύμπραξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν καθιέρωσιν μιᾶς δυνάμεως τοσοῦτον μεγάλης καὶ τοσοῦτον κολοσιαίας. Ἐὰν δὲν τὸ κάμητε, παρατηρήσατε, ὅτι ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἀκόμη τῆς συστάσεως αὐτῆς τῆς ἐξουσίας ἐνσπείρεται τὸ πνεῦμα τῆς ἀντιζηλίας, ἀμφιβολίας, δυσπιστίας· ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, Κύριοι, θέλετε νὰ ἀφαιρέσητε τὴν συμμετοχὴν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διατί; διότι δὲν τὴν ἐμπιστεύεσθε εἰς τὴν ἐκλογήν τινος.
§148ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παύῃ.
§149ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παύῃ Κ. Βαλτινὲ, ὠφελεῖ βεβαίως, ἀλλ’ ὅσον καὶ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ δικαστὴς νὰ καταδικάσῃ τοὺς φονεῖς, ἀφοῦ φονεύσωσι τὸν ἄνθρωπον· εἶναι ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν προλαμβάνει τὰ κακά· νὰ τιμωρῇ κατόπιν καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ, αὐτὸ πολλάκις δὲν εἶναι δυνατόν. Νομίζω λοιπὸν Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει, δὲν ἠμπορεῖτε χωρὶς νὰ ταράξετε τὸν συνταγματικὸν μηχανισμὸν, νὰ ἀποκρούσητε τὴν ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν σύμπραξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἂν δὲν τὸ κάμητε Κύριοι, κάμνετε μίαν πρᾶξιν ὑπερεπαναστατικήν· τὸ κατ’ ἐμὲ ἀνεξάρτητα σώματα εἰς συνταγματικὴν Βασιλείαν ἐκτὸς τῶν καθιερωμένων ἐξουσιῶν, δὲν νομίζω, ὅτι συμφερόντως δύναται καὶ πρέπει νὰ ὑπάρξωσιν ἄλλα. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἰς τὴν πατρίδα μας ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην μᾶλλον ὑποστηρίξεως τὰ στοιχεῖα τῆς τάξεως· ἡ τάξις κινδυνεύει καὶ ἀπειλεῖται, αἱ ἐλευθερίαι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν κινδυνεύουσιν, εἶναι πολλαὶ καὶ καλῶς ἀσφαλισμέναι, εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν μάλιστα, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν. Ἐπειδὴ ἡ τάξις δὲν ἐνισχύεται αἱ ἀπόλυται ἐλευθερίαι ἔκαμαν νὰ παρεκτραπῶμεν, ὅπως συμβαίνει, ὅτε εἰς ἐπαναστατικὰς ἐποχὰς οἱ συγκροτοῦντες θεσμοὶ χαλαρώνονται. Λοιπὸν μὴ θέλετε ἀκόμη νὰ ἐξασθενήσητε καὶ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐγγυῶνται τὴν νόμιμον τάξιν, τῆς ὁποίας ἔχουν ἀνάγκην ὅλαι αἱ κοινωνίαι, αἱ θέλουσαι νὰ εὐδαιμονήσωσιν εἰς τὴν ἀταξίαν, οὔτε εὐδαιμονία οὔτε ἐλευθερία ὑπάρχει.
§150ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§151Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προαγορεύσας ἐσχημάτισε μίαν ἰδέαν καὶ κατ’ αὐτῆς ἔφερε διάφορα ἐπιχειρήματα· σᾶς εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουσί τινες φρονοῦντες, ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ εἶναι ἐπαναστατικὸν στοιχεῖον, καὶ ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ κατὰ τὴν ἰδέαν τινῶν εἶναι προωρισμένη νὰ ἀντιπαλαίῃ κατὰ τῆς ἐξουσίας. Φρονῶ, ὅτι κανεὶς δὲν ἔχει τοιαύτην ἰδέαν, ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὅλοι, εἶναι, ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ εἶναι ἡ φρουρὸς τῆς τάξεως, καὶ θεωροῦμεν, ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ πρέπει νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἀρχηγόν της· δὲν εἶναι δὲ προωρισμένη νὰ παλαίῃ κατὰ τῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ οὔτε καὶ πάλιν νὰ ᾖναι δούλη τῆς ἐξουσίας· διὰ τοῦτο πρέπει αὐτὴ νὰ ἐκλέγῃ τὸν ἀρχηγόν της, καὶ νὰ ἐκλέγῃ ἕνα μόνον, ἐκεῖνον εἰς ὃν δύναται νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην. Πρὸ ὀλίγου σᾶς ἔλεγον οἱ ὁμόφρονες τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, ὅτι δὲν ἔχομεν ἄνθρωπον τοιοῦτον, ὅστις νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀρχηγὸς, ὅτι πρέπει νὰ εὕρωμεν πρῶτον τοιοῦτον, καὶ ἔπειτα νὰ προβῶμεν εἰς ἐκλογὴν αὐτοῦ. Ἤδη ἔρχονται καὶ σᾶς λέγουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, οἵτινες πρὶν δὲν εἶχον ἕνα, ὅτι τώρα ἔχομεν τρεῖς. Ἐὰν λοιπὸν πρὶν δὲν εἴχατε ἕνα, τώρα πῶς εὑρίσκετε τρεῖς; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς φόβος τοῦ νὰ ἐκλέγεται ὡς ἀρχηγὸς εἷς καὶ μόνος, οὐδὲ εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τοῦτο, καθόσον μένει εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῆς ἐκλογῆς. Τί σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος; Ποῖος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ᾖναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ διοικήσῃ μὲ ἀρχηγὸν ἔχοντα ἀντιθέτους αὐτοῦ πολιτικὰς δοξασίας; Καὶ νομίζετε, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς θὰ ᾖναι ὑπουργικὸς γραμματεὺς διὰ νὰ παύηται, ὁσάκις σχηματίζεται νέον ὑπουργεῖον; τότε πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν μίαν ἄλλην ἀρχὴν, ὅτι ὁσάκις ἓν ὑπουργεῖον σχηματίζεται, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ τὸν ἀρχηγόν· ὄχι, Κύριοι! ὁ ἀρχηγὸς θὰ ὑπάρχῃ, καὶ ὁ ὑπουργὸς ὅστις ἔρχεται, δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ ἀρχηγοῦ ὅταν βαδίζῃ συνταγματικῶς. Κύριοι! Εἶπον, ὅτι ἔχομεν δυσπιστίαν εἰς τὴν ἐξουσίαν· ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ δυσπιστῶμεν, καὶ φρονῶ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἐθνοφυλακῆς εἶναι εἰς καλητέραν θέσιν νὰ ἐκλέξουν τὸν ἀρχηγόν των· καὶ εἶναι προτιμώτερον νὰ ἐκλέγωσιν ἕνα, διότι εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν τριῶν θὰ συμβῇ τὸ ἄτοπον διὰ νὰ συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν τριῶν, φθάνει νὰ ψηφοφορηθοῦν πρόσωπα ἀκατάλληλα, τιθέμενα μόνον εἰς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τριῶν· ἀλλὰ τότε ποῖος μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι μία Κυβέρνησις φατριάζουσα, δὲν θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως ἐκεῖνον, ὅστις θὰ χρησιμεύῃ εἰς αὐτὴν ὡς ὄργανόν της; Μεγαλητέρα λοιπὸν ἐγγύησις ὑπάρχει, ἐὰν ἐκλεχθῇ εἷς μόνον. Δὲν σφετεριζόμεθα τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως· ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς ἐκλέξουν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγγυᾶται ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παύσῃ. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔφερον οἱ ὑποστηρίξαντες τοὺς τρεῖς, εἶναι ἀνυπόστατα, καὶ ἑπομένως κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἑνὸς καὶ οὐχὶ τῶν τριῶν.
§152ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἡ πρότασις, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη· θὰ ἐρωτήσω. Ὅσοι τῶν Κυρίων πληρεξουσίων ἐφωτίσθησαν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. — Δύω γνῶμαι ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοὺς ἀγορεύσαντας ὑπὲρ καὶ κατά. Ἡ γνώμη, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἐθνοφυλακῆς θέλουσιν ἐκλέγει ἀπ’ εὐθείας ἕνα Ἀρχηγὸν τῆς ἐθνοφυλακῆς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἡ δὲ δευτέρα ὅτι θέλουν ἐκλέγει τρεῖς, ὁ δὲ Βασιλεὺς θέλει ἐκλέγει μεταξὺ τῶν τριῶν τὸν ἕνα. Θέλω θέσει εἰς ψηφοφορίαν τὸ πρῶτον ζήτημα.
§154ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, Κύριε Πρόεδρε (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 20).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι λοιπὸν παραδέχονται, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἐθνοφυλακῆς θέλουν ἐκλέγει ἀπ’ εὐθείας τὸν Ἀρχηγὸν, λέγουσι ναί........
§156ΒΑΛΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἀπ’ εὐθείας θὰ ἐκλέγουν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς φάλαγγος καὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ἂν τρεῖς ἢ ἕνα (θόρυβος).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι λοιπὸν εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλεχθῇ παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς λέγουσι ναί, ὅσοι δὲ δὲν εἶναι αὐτῆς τῆς γνώμης λέγουσιν ὄχι· ἄλλως, ἂν θέλετε, αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐπροτάθη πολλάκις νὰ γίνεται ψηφοφορία διαζευκτικὴ, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐδέχθη ἡ Συνέλευσις. Ὅσοι λοιπὸν λέγουσι ναὶ, ἐννοοῦσιν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἐθνοφυλακῆς ἐκλέγουσιν ἕνα, ὅσοι λέγουσιν ὄχι, ἐννοοῦσι τοὺς τρεῖς. Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν μόνον 148· ἑπομένως, μὴ οὔσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. Ὥρα 5 καὶ ¼ Μ. Μ.
Ὁ Πρόεδρος
Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Χ. Δ. Κανελλόπουλος.