1864.04.11
648 rows · 5,270 words · 66 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 259.
Τῆς 11 Ἀπριλίου 1864.
(Σάββατον).
Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ Ἀντιπρόεδρος Κύριος Χριστόπουλος. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μάλιστα, Κύριε Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ λέγουν «ἐνῷ ἀπήγγελλον τὸ ἀποτέλεσμα, ἐγένετο ἡ ἔνστασις.
§4Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ «ἂν ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις»· λοιπὸν δὲν ἀπηγγέλθη τὸ ἀποτέλεσμα, τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνῷ ἀπηγγέλλετο τὸ ἀποτέλεσμα (θόρυβος). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν; Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἔχουσι καλῶς τὰ πρακτικὰ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ἐξ ἀριστερῶν πολλοί).
§6ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. (ἐκ δεξιῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 20, θόρυβος).
§7ΚΑΛΟΣ. Παρακαλοῦμεν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν πρακτικῶν· ἠρωτήθη ἡ Συνέλευσις ἂν ἔχωσι καλῶς.
§9ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἴχομεν ἐνστάσεις κατὰ τῶν πρακτικῶν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ διεξέλθωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα λογικῶς καὶ εἰλικρινῶς συζητοῦντες· δὲν ἔχει ὁ Πρόεδρος κανένα σκοπὸν, οὔτε νὰ φατριάσῃ, οὔτε νὰ σᾶς ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον· ὁ Κύριος Ῥοῦφος ἐζήτησε τὸν λόγον, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα τὸν ἀπέσυρε.
§11ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸν ζητῶ ἐγώ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§13ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγουν τὰ πρακτικά. «Ἐνταῦθα τῇ αἰτήσει πολλῶν πληρεξουσίων ἐρωτήσαντος τοῦ ἀντιπροέδρου ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, καὶ ταύτης καταφατικῶς ἀποφανθείσης δι’ ἀναστάσεως, ἐνῷ ὁ Κύριος Ἀντιπρόεδρος ἀπήγγελλε τὸ ἀποτέλεσμα, ὁ πληρεξούσιος Γ. Ῥοῦφος ἐνίστατο, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι πλήρης.» Ταῦτα εἶναι εἰς ἀντίφασιν μὲ τὰ στενογραφημένα· κατ’ αὐτὰ ἀφοῦ ὡμίλησα ἐγὼ καὶ ἔκαμα τὴν ἔνστασιν, μ’ ἀπήντησε δὲ ὁ Κύριος Σαρίπολος, ὁ Κύριος Ῥοῦφος ἔκαμε τὴν ἔνστασιν, ὅτι δὲν εἴμεθα πλήρεις πρὶν ἢ ὁ Κύριος Πρόεδρος ἐρωτήσῃ τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐφωτίσθη ἢ ὄχι.
§14ΣΟΥΪΔΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, Κύριε Μίληση. (θόρυβος ἀποδοκιμασίας).
§15ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε προσβάλλετε τὴν στενογραφίαν.
§16ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· εἶναι ἀληθέστατον.
§17ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἐνίστασθε ὅτι δὲν ἐφωτίσθημεν; τὸ παραδεχόμεθα.
§18ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν νὰ διορθωθῶσι τότε τὰ πρακτικά.
§19ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα νὰ συζητήσωμεν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἔχουσιν οὕτως· «ἐνταῦθα τῇ αἰτήσει πολλῶν πληρεξουσίων ἐρωτήσαντος τοῦ ἀντιπροέδρου, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, καὶ ταύτης καταφατικῶς ἀποφανθείσης δι’ ἀναστάσεως, ἐνῷ ὁ Κύριος Ἀντιπρόεδρος ἀπήγγελλε τὸ ἀποτέλεσμα, ὁ πληρεξούσιος Γ. Ῥοῦφος ἐνίστατο, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι πλήρης.» Φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἠγέρθη τότε· ἐγὼ κάμνω αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν· καὶ αὐτὸ λέγουν τὰ πρακτικὰ, ὅτι δὲν ἀπήγγειλα τὸ ἀποτέλεσμα. Τώρα βλέπω, ὅτι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§21ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Πετμεζᾶς· ἄλλη ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν δὲν ὑπάρχει, ἄρα ἐγκρίνονται.
§23ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Χθὲς, Κύριοι, δὲν ἤμην ὅτε ἐτελείωσε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαλογῆς, καὶ ἐφέρθη ἡ ἔνστασις ἀπὸ τὸν πληρεξούσιον Ἑρμιονίδος φίλον μου Κύριον Μίλησην κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου· σήμερον ὅμως ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν καὶ ἤκουσα τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐκτίθενται καὶ οἱ ὁποῖοι ἐφέρθησαν κατὰ τοῦ νομίμου τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὸν φίλον μου Κύριον Μίλησην, ὡς πρὸς τὸν ἕνα τουλάχιστον λόγον τοῦ ὅτι ὁ ἀριθμὸς 119 πρὸς τὸν 237 δὲν ἀποτελεῖ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν, διότι ἐγὼ κατὰ πεποίθησιν πρεσβεύω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς 119 πρὸς τοὺς 237 ἀποτελεῖ πραγματικῶς τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ κανονισμὸς διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὡς πρὸς τὸν ἄλλον εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος μὲ τὸν πληρεξούσιον Κ. Μίλησην, τοῦ ὅτι ἓν ψηφοδέλτιον εὑρέθη περισσότερον ἐν τῇ κάλπῃ τῶν ψηφοδελτίων ἀπὸ τοὺς κυάμους, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς τὴν ἑτέραν τῶν καλπῶν· Κύριοι, βεβαίως ἐὰν οἱ κύαμοι δὲν ἐχρησίμευον ὡς ὁ ἔλεγχος τῆς ψηφοφορίας, ἐννοεῖται ὅτι οἱ κύαμοι αὐτοὶ ἤθελον εἶσθαι ὅλως διόλου περιττοὶ, καὶ κατὰ συνέπειαν μόνον ἠθέλομεν μεταχειρίζεσθαι τὸ ψηφοδέλτιον· ἀλλ’ ὄχι μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ὕστατα ἔθνη, ὁσάκις γίνεται ψηφοφορία εἰς πολυμελῆ σώματα, παρὰ τῇ κάλπῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ῥίπτουν καὶ τὰ ψηφοδέλτια τῆς ἐκλογῆς, παρατίθεται καὶ ἑτέρα κάλπη εἰς τὴν ὁποίαν ῥίπτονται οἱ κύαμοι, οἱ ὁποῖοι, ὡς σᾶς προεῖπον, χρησιμεύουν διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ψηφοφορίας. Χθὲς, Κύριοι, εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τοῦ Προέδρου, τί ἀπεκαλύφθη κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ψηφοδελτίων καὶ τῶν κυάμων; ἀπεκαλύφθη καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἐν μὲν τῇ κάλπῃ τῶν ψηφοδελτίων ὑπῆρχον 237 ψηφοδέλτια, ἐν δὲ τῇ κάλπῃ τῶν κυάμων 236 κύαμοι. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ κάλπη τῶν ψηφοδελτίων εἶχεν ἓν ψηφοδέλτιον περισσότερον ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν κυάμων, καὶ τὸ ψηφοδέλτιον αὐτὸ δὲν δύναται καθόλου νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν· καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ κατὰ τοὺς ἰσχύοντας καὶ ὑπάρχοντας νόμους καὶ κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουν ἐν γένει τὰς ἐκλογὰς, πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν πλειοψηφήσαντα. Κύριοι, ὅταν εὑρεθῇ ἐν μὲν τῇ μιᾷ κάλπῃ εἷς κύαμος ὀλιγώτερον ἀπὸ τὰ ψηφοδέλτια, καὶ ὅταν τὸ ψηφοδέλτιον αὐτὸ τὸ καταλογίσωμεν σήμερον εἰς τὴν μερίδα τοῦ Προέδρου, τότε ἡμεῖς οἱ ἴδιοι διὰ τοῦ παραδείγματός μας θέλομεν εἰπεῖ εἰς τὰς ἐπαρχίας, ψηφοφορήσατε, παραβιάσατε τὰς κάλπας, διότι καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ τὸ αὐτὸ σύστημα παραδεχόμεθα (γέλωτες, χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§25ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔχει κᾀνεὶς τὸ δικαίωμα νὰ χασμωδῇ διὰ τὰς ἰδέας τοῦ ἄλλου· ἴσως αἱ ἰδέαι μου εἶναι ἐσφαλμέναι κατὰ σᾶς, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀκράδαντοι, εἶναι πεποίθησις τὴν ὁποίαν σεῖς δὲν εἰμπορεῖτε νὰ μεταβάλητε.
§26ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, παρακαλῶ....
§27ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀκούω διόλου· ἀπὸ τοῦ βήματος ἔλθετε. Εἴπομεν νὰ κάμωμεν συζήτησιν· ἀφήσατε λοιπὸν νὰ συζητήσωμεν τακτικά. Καὶ τί ἄλλο, Κύριοι, εἶναι μία ψευδὴς, μία εἰκονικὴ ἐκλογή; τίποτε ἄλλο παρ’ ὅταν παραγεμισθῇ μία κάλπη χωρὶς πραγματικῶς νὰ προσέλθουν εἰς αὐτὴν οἱ ψηφοφόροι νὰ ἐναποθέσουν τὴν ψῆφόν των. Καὶ ὅταν, Κύριοι, εἰς τὴν μίαν κάλπην δὲν εὑρίσκεται ὁ κύαμος, ὅστις χρησιμεύει εἰς ἔλεγχον τῆς ἀκριβείας τῆς ψηφοφορίας, ποῖον δικαίωμα ἔχετε σεῖς σήμερον νὰ εἴπητε ὅτι ἡ ψηφοφορία ἦτο ἀκριβής; Ὅταν κατὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ψηφοφορίας δὲν εὑρίσκωνται οἱ κύαμοι ἴσοι πρὸς τὰ ψηφοδέλτια ποῖον δικαίωμα ἔχετε σεῖς σήμερον νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἦτο ἀληθὴς καὶ δικαία; καὶ τί ἄλλο ἐγίνετο εἰς ὅλας τὰς παρελθούσας ἐκλογάς; νομίζετε ὅτι οἱ τύποι δὲν ἐτηροῦντο; Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς διότι ἀφαιρουμένου τοῦ ἑνὸς ψηφοδελτίου δὲν ἔχει τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν ὁ Κ. Δεληγεώργης. Πιστεύω δὲ ὁ Κ. Δεληγεώργης, ὅστις ἔχει τόσην λεπτὴν τὴν αἴσθησιν τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ ποτὲ νὰ ἔλθῃ Πρόεδρος μὲ μίαν τοιαύτην ἐκλογήν.
§28ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Λυποῦμαι πραγματικῶς, ὅτι ἐπέρχεται ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω ὅσα καὶ χθὲς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου εἶπον· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχον τὴν πεποίθησιν, πρὶν ἔτι γίνῃ ἡ ἐκφώνησις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἐπὶ τῇ ἐνστάσει τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. πληρεξούσιος Πατρῶν, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν εὑρίσκετο ἐν ἀπαρτίᾳ, μετὰ ταῦτα δ’ ἡ πεποίθησίς μου αὕτη ἐβεβαιώθη διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, οἱ ἀκούσαντές μου χθὲς θέλουσι μοὶ δειχθῆ ἐπιεικεῖς, ἐὰν εἰς πολλὰ μὲ εὕρωσι παλιλλογοῦντα σήμερον. Ὡμολόγησα κἀγὼ χθὲς, ὅτι πραγματικῶς, ὅπως γίνεται ἡ ἀπαρίθμησις τῶν ψηφοδελτίων καὶ ἡ ἀντιπαραβολὴ αὐτῶν πρὸς τοὺς κυάμους τοὺς ἐν τῇ ἑτέρᾳ κάλπῃ, ἂν διαφορά τις φανῇ μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφοδελτίων καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κυάμων, ἡ διαφορὰ αὕτη λογίζεται ὡς λόγος ἀκυρότητος· προσεθέμην δ’ ἀμέσως, ὅτι ἡ ἔνστασις αὕτη ἔπρεπε νὰ προταθῇ πρὸ τῆς διαλογῆς τῶν ψήφων· ἤθελον δὲ θεωρήσει τὴν Συνέλευσιν ὡς ἀσεβοῦσαν πρὸς τὸ δίκαιον καὶ πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα προσκρούουσαν, ἂν μὴ ἀπεδέχετο τὴν ἔνστασιν, καὶ δὲν ἠκύρου τὴν ψηφοφορίαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀναφέρομαι καὶ εἰς τὴν πεῖραν ἐκείνων ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, καὶ εἰς τὰς νομικὰς γνώσεις τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι μεμυημένοι εἰς τὰ τῆς ἀστικῆς νομοθεσίας, παρακαλῶ δὲ καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ νὰ μοὶ εἴπωσιν, ἂν ἡ ἔνστασις τῆς ἀκυρότητος δὲν εἶναι ἡ ἔνστασις ἡ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἀνατρεπτικὴ, καὶ τοιαύτη, ὁποία πρέπει νὰ προταθῇ ἐν ἀρχῇ τῆς συζητήσεως, ἄλλως δὲ βραδύτερον προτεινομένη, ἂν δὲν ἀποῤῥίπτεται ὡς ἀπαράδεκτος, διότι ἅμα δὲν ἐπροτάθη ἐν καιρῷ τῷ δέοντι καλύπτεται· (θόρυβος δεξιόθεν)..... Παρακαλῶ τοὺς θορυβοῦντας νὰ ἔλθωσιν ἐντεῦθεν διὰ νομικῶν ἐπιχειρημάτων νὰ μ’ ἀποδείξωσι σφάλλοντα, ὁ δ’ ἁπλοῦς θόρυβος οὐδ’ ἐλάχιστον τῆς ἰσχύος τῶν λόγων μου ἀφαιρεῖ, ἀλλὰ μάλιστα τὴν δύναμιν αὐτῶν ἐπιτείνει, διότι ὁ τῶν ἀντιφρονούντων θροῦς τὴν ἀδυναμίαν τῶν λόγων των ἐμφαίνει. Ἡ ἔνστασις τῆς ἀκυρότητος λοιπὸν, ἐπαναλέγω, πρέπει νὰ προτείνηται πρὸ πάσης ἄλλης· διότι ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀναγκαῖον εἰς τὰ δικαστήρια, εἶναι κατὰ μείζονα λόγον ἀναγκαῖον εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ σώματα, διότι ταῦτα ἔχουσιν ὑπεράνω τῆς κορέσεως τῶν παθῶν των, καθῆκον ἱερὸν, τὸ νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν τιμήν των, ἧς ἡ σωτηρία ἔγκειται εἰς τὴν εἰλικρίνειαν, μεθ’ ἧς διεξέρχονται τὰ ἔργα αὑτῶν. Ἄλλως δὲ, Κύριοι, ἂν μὴ προταθῇ ἡ ἔνστασις αὕτη, καθ’ ἣν στιγμὴν εἶναι εἰσέτι ἐσφραγισμένα τὰ ψηφοδέλτια, καὶ οὐδεὶς γιγνώσκει ὁποῖον ὄνομα περιέχει ἕκαστον τῶν ψηφοδελτίων τούτων, πότε θέλετε περιμείνει διὰ νὰ προτείνητε αὐτήν; ἴσως τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θέλει φανῆ ἡ ἧττα τῆς μερίδος ἐκείνης, ἥτις ἀπεσιώπησεν ἐν ἀρχῇ; νομίζω, ὅτι τοιαύτη διαγωγὴ δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὴς δι’ ἓν κοινοβούλιον, ἔπρεπε νὰ προταθῇ ἐν ἀρχῇ ἡ ἔνστασις αὕτη, ἐγὼ δὲ δι’ ὅλης τῆς δυνάμεώς μου ἤθελον τὴν ὑποστηρίξει ὡς βάσιμον. Σᾶς λέγω, ὅτι ἐκείνη ἡ στιγμὴ εἶναι ἡ προσήκουσα, διότι δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη μέμψις, ὅτι γίνεται πρὸς σκοπὸν καταδολιεύσεως τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκτήσατο διὰ τῆς διαλογῆς ὁ πλειονοψηφήσας· ἄλλως δὲ, Κύριοι, ἐὰν ἐπετρέπετο κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἡ προβολὴ τῆς ἐνστάσεως ταύτης τί ἤθελε συμβαίνει; ἤθελεν εἶσθαι αὕτη μία παγὶς, ἢ ἤθελεν εἶσθαι ἀναξιοπρεπὲς τῆς μειονοψηφίας στρατήγημα, διότι ὅτε μὲν ἡ μία ὁτὲ δ’ ἡ ἄλλη μερὶς ἤθελε καιροφυλακτεῖ νὰ ἴδῃ τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ τότε ἢ νὰ δεχθῇ τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, ἢ τὸ ἄκυρον αὐτῆς κατὰ τὸ οἰκεῖον συμφέρον νὰ προβάλῃ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν πρὸς τὴν ἰδίαν αὑτῆς τιμὴν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἀντιπαρέλθῃ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, τὴν ὑπὸ τῆς κοινοτέρας φιλοτιμίας ὑπαγορευομένην, κοινῶς δὲ τηρουμένην παρ’ ἅπασι τοῖς συνταγματικοῖς ἔθνεσι, διότι ἂν ἄλλως πράξῃ, θέλει ἐλεγχθῆ ὡς μὴ σεβομένη τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἐξεδήλωσεν ἡ πλειονοψηφία, θέλει δὲ φωραθῆ ἢ καταραδιουργουμένη ὑπὸ τῶν παθῶν, ὅπερ ἀνάρμοστον ἢ ἐπὶ λόγοις πολιτικοῖς ῥᾳδιουργοῦσα, λόγοις, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐξορίζωνται ἀπέναντι τοῦ νομίμου καὶ τοῦ ὀρθοῦ. Μετὰ τὰ χθὲς διὰ μακρῶν εἰρημένα μοι, περὶ τοῦ ἂν ἡ ἐκλογὴ τοῦ Κ. Δεληγεώργη ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, νομίζω περιττὸν νὰ ἐπανέλθω, ἀφοῦ καὶ τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ ἤκουσα καὶ ἄλλων ἐκ τῶν ἐναντίων λεγόντων, ὅτι τὴν περὶ ἀκυρότητος μόνην ὡς σπουδαίαν θεωροῦσι, παραιτοῦνται δὲ τῆς ἑτέρας ἐνστάσεως. Δὲν θεωρῶ τὸ ζήτημα ὡς ὑπουργικὸν, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον χθὲς δὲν ἐθεώρησεν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ὑπουργικῆς ὑπάρξεως τὸ ζήτημα τοῦ Προέδρου, ἐφ’ ᾧ καὶ ἀπέσχε νὰ θέση ὑποψήφιον· ἂς δεχθῇ λοιπὸν ὅντινα ἡ πλειονοψηφία ἀπεφάσισεν ὡς Πρόεδρον, καὶ ἄλλο ζήτημα δύναται νὰ θέσῃ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἵνα βολιδοσκοπήσῃ ἂν πρέπῃ νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἢ ὄχι. Ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς τὸ προκείμενον δὲν συμφέρει νὰ τεθῇ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι ὄχι μόνον εἰς μίαν Συνέλευσιν δὲν ἁρμόζει τὸ τοιοῦτον νὰ τεθῇ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ὁμολογουμένως οὐδ’ εἰς Βουλὴν ἁπλῆν, τῆς ὁποίας τὴν ὕπαρξιν ἔχει ἐν χερσὶν αὑτῆς ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Διότι, Κύριοι, ὁ πρόεδρος πρέπει νὰ ἔχῃ προσόντα, ἅπερ νὰ καταστήσωσιν αὐτὸν ὑπέρτερον τῶν παθῶν. Ἤθελεν εἶσθαι λίαν ἐπιθυμητὸν τῳόντι, ἂν εὑρίσκετο μεταξὺ ἡμῶν ἄνθρωπος τοιοῦτον ἀμερόληπτος, ὥστε νὰ μὴ ἀνήκῃ οὔτε εἰς τὴν μίαν μερίδα οὔτε εἰς τὴν ἄλλην, ἄνθρωπος μὴ λαλῶν εἰμὴ ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου, ὡς εἶναι ὁ Speaker ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Βουλῇ, ὅστις οὐ μόνον δὲν λαλεῖ ποτε, ἀλλὰ καὶ οὐδέποτε ψηφοφορεῖ, διότι θεωρεῖται ἡ ἕδρα τοῦ Προέδρου ὡς ἡ ἕδρα τῆς ἀμεροληψίας, διότι ὁ πρόεδρος εἶναι ὁ διευθύνων τὰς συνεδριάσεις τοῦ σώματος ἐν ἀμεροληψίᾳ, οὗτος εἶναι ἐκεῖνο τὸ πρόσωπον, ὅπερ εἶναι ἐξ ἴσου πρόεδρος καὶ τῆς συμπολιτεύσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα δὲ μὴ ἐκπέσῃ ποτὲ τῆς περὶ τοῦ ἀπροσωπολήπτου αὐτοῦ ἰδέας, οὔτε λαλεῖ ποτε οὔτε ψηφοφορεῖ· ἡ ψῆφος τοῦ προέδρου ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Βουλῇ δίδεται μόνον εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ὑπάρχει ἰσοψηφία, καὶ μόνον ἵνα θραύσῃ αὐτὴν καὶ ἐπέλθῃ ἀπόφασις. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις τοῦ Προέδρου· τοιαύτην πρέπει διὰ τοῦ σεβασμοῦ μας νὰ τὴν καταστήσωμεν· δὲν πρέπει νὰ θεωρῶμεν τὸν πρόεδρον ὡς ἀνήκοντα οὔτε εἰς τὴν μίαν οὔτε εἰς τὴν ἄλλην μερίδα. Ἂν ὁ λαχὼν τῆς πλειοψηφίας δειχθῇ μεροληπτῶν, θέλει καταισχύνει ἑαυτὸν, ἡ δὲ Συνέλευσις θέλει τῷ δώσει τὸ πρέπον μάθημα, ἂν παραγνωρίσῃ τὴν θέσιν του, εἰδὲ καταχρασθῇ τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν τῷ ἔδωκεν ἡ Συνέλευσις, θέλει τοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν τιμὴν τῆς προεδρείας, καὶ τῇ ἀληθείᾳ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπὶ τῇ πτώσει ἐντροπὴ θέλει ὑπερβῆ τὴν διὰ τὴν ἀνύψωσιν τιμήν. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ καταλήξῃ τὸ ζήτημα ἐνταῦθα, νὰ μὴ προβῶμεν εἰς συζητήσεις, ἀρχῶν, αἵτινες δὲν θέλουσι φέρει, εἰμὴ εἰς συγκρούσεις παθῶν, αὗται δὲ δὲν ἠξεύρω εἰς ὁποῖον ἀποτέλεσμα δυσάρεστον δύνανται νὰ παρασύρωσι τὴν Συνέλευσιν. Προτείνω λοιπὸν νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, πιστεύω δὲ ὅτι ἔπεισα τὴν Συνέλευσιν πρῶτον, ὅτι ἡ ἔνστασις τῆς ἀκυρότητος ἠδύνατο μὲν νὰ προταθῇ ἐγκαίρως, καὶ τότε ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, βραδέως ὅμως προταθεῖσα εἶναι ἀπαράδεκτος· δεύτερον δὲ, ὅτι ὁ Κ. Δεληγεώργης ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν· καὶ τρίτον, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου τῆς Συνελεύσεως οὔτε φύσει εἶναι, οὔτε θέσει ἁρμόζει νὰ γίνῃ ζήτημα ὑπουργικόν.
§29ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν ἀγορεύσαντα οὔτε εἰς τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε περὶ τῶν προσόντων τοῦ προέδρου, οὔτε εἰς τὰς συμβουλὰς τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Βεβαιῶ τὸν Κ. Σαρίπολον ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐπὶ τοῦ παρόντος τῶν συμβουλῶν του. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰ προεδρικὰ προσόντα, ἂς τὰ ἀκούσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φέρονται ὡς ὑποψήφιοι πρόεδροι, διότι εἶναι μαθήματα τῳόντι χρήσιμα καὶ διδακτικά. Ἔρχομαι εἰς τὴν κυρίαν ὑπόθεσιν. Δύο λόγους, Κύριοι, ἐπρότεινα κατὰ τῆς γενομένης χθὲς ἐκλογῆς. Ὁ εἷς, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ἐστηρίζετο εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ψηφοδελτίων ἦτο κατὰ ἓν ἀνώτερος τοῦ τῶν κυάμων. Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι ἀποδεδειγμένον, καὶ κανεὶς δὲν τὸ ἠρνήθη. Ἐπερίμενα ἑπομένως νὰ μοὶ φέρουν ἕνα οἱονδήποτε λόγον, διὰ τί ἐπιμένουν θέλοντες νὰ καταλογισθῇ οὐχ ἧττον τὸ ψηφοδέλτιον τοῦτο. Καὶ χθὲς ἤκουσα δύο ἀγορεύσαντας κατὰ τῆς ἐνστάσεώς μου καὶ σήμερον ἤκουσα κατ’ ἐπανάληψιν τὸν κύριον Σαρίπολον, καὶ ἐπερίμενα, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μοὶ φέρῃ λόγους οὐχὶ δὲ νὰ ἀπευθύνῃ ἀπὸ τοῦ βήματος συμβουλὰς πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀνάγκην αὐτῶν. Ἐπερίμενα νὰ ἀκούσω μίαν κἂν ἀπόφασιν ἑνὸς κοινοβουλευτικοῦ σώματος, ἔστω καὶ τῆς Αὐστρίας, σύμφωνον μὲ τὴν ἰδέαν του καὶ πολεμίαν τῆς προτάσεώς μου. Εἰς ποῖον μέρος, Κύριοι, εἰς ποῖον κοινοβούλιον, εἰς ποίαν ἐκλογὴν κατελογίσθη ψῆφος, ἡ ὁποία δὲν ἀντιστοιχεῖ πρὸς κύαμον; Οἱ κύαμοι, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, εἶναι ὁ ἔλεγχος ὁ νόμιμος, ὁ μόνος ἔλεγχος τῶν ψηφοδελτίων· ἂν λοιπὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν κυάμων δὲν ᾖναι ἴσος πρὸς τὸν τῶν ψηφοδελτίων, ἀπόδειξις φανερὰ, ὅτι τὸ περισσεῦον ψηφοδέλτιον δὲν εἶναι γνήσιον ἀλλ’ ἐῤῥίφθη λάθρα. Τί μᾶς λέγει ὅμως ὁ κύριος Σαρίπολος; ἔπρεπε νὰ προτείνετε τὴν ἔνστασιν ταύτην ἀμέσως μετὰ τὴν ἀρίθμησιν τῶν κυάμων. Ἰσχυρὸς λόγος τῳόντι, ἄξιος τοῦ καθηγητοῦ τοῦ συνταγματικοῦ Δικαίου. Ὁ κύριος Σαρίπολος ἐλησμόνησε, φαίνεται, ὅτι ὁμιλεῖ ἐνώπιον κοινοβουλίου, καὶ οὐχὶ ἐνώπιον εἰρηνοδικείου. Αἱ ἐνστάσεις κατὰ τῶν ἐκλογῶν προτείνονται ἐν γένει μετὰ τὸ πέρας τῆς διαλογῆς, ἔπρεπε δὲ νὰ γνωρίζῃ τοῦτο ὁ Κ. Σαρίπολος, ὅστις δὲν ἔχει νὰ μᾶς ἀναφέρῃ ἕνα νόμον περὶ ἐκλογῶν, καθιεροῦντα τὸ ἀπαράδεκτον τῶν ἐνστάσεων· μετὰ τὸ πέρας τῆς διαλογῆς, τοὐναντίον ὀκτὼ ἡμέρας ἔχει ὁ ἐκλογεὺς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους νὰ ἀντιτάξῃ οἱανδήποτε θέλει ἔνστασιν κατὰ τῆς ἐκλογῆς. Ἔπειτα, Κύριοι, εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ ὀχυροῦσθε ὄπισθεν τοῦ ἀπαραδέκτου καὶ νὰ λέγητε, «εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μία ψῆφος περισσεύει· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐπροτάθη ἐγκαίρως ἡ περὶ τούτου ἔνστασις, ἐπειδὴ δὲν ἦτο κανεὶς ἐδῶ νὰ ἀκούσῃ τὴν ἀρίθμησιν καὶ ν’ ἀντιληφθῇ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἐκαλύφθη ἡ ἔνστασις, καὶ δὲν δύνασθε τόρα νὰ τὴν προτείνετε!» αὐταὶ, Κύριοι, εἶναι στρεψοδικίαι, ἀνάξιαι τῆς Συνελεύσεως. Ἐπίσης θεωρῶ ἰσχυρὸν καὶ τὸν δεύτερον λόγον, μολονότι δὲν ἔτυχεν οὗτος τῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦ φίλου μου κυρίου Πετιμεζᾶ. Καὶ ἂν καταλογίσητε, Κύριοι, εἰς τὸν ὅλον ἀριθμὸν τῶν ψήφων ἐκείνην, ἥτις δὲν ἀντιστοιχεῖ πρὸς κύαμον, πάλιν δὲν ἔχετε τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν, ὅσον καὶ ἂν στενοχωρήσητε τὰ πράγματα. Εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ἀπόλυτος πλειονοψηφία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία συγκεντρώνει τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ψηφοφόρων. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς ἐπὶ τοῦ προκειμένου; βεβαιότατα ὄχι· 237 ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ, καταλογιζομένης καὶ τῆς ψήφου ἐκείνης, ἐξ ὧν 119 ἔλαβεν ὁ Κύριος Δεληγεώργης. Ποῖον εἶναι τὸ ἥμισυ τῶν 237; εἶναι 118, ὡς ἀκούω λέγοντα τὸν Κύριον Σούτζαν; ὄχι, μοὶ φαίνεται· διότι 118 καὶ 118 δὲν κάμνουν, νομίζω, 237· ἐκτὸς ἂν ἡ ἐπανάστασις μετέβαλε καὶ τοὺς κανόνας τῆς ἀριθμητικῆς (γέλως). Τί μᾶς λέγουν ὅμως; Διαφέρει ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία ἀπὸ τὴν ἔκφρασιν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός. Καὶ ποῦ εὕρετε τὴν διαφορὰν ταύτην; εἰς ποῖον νόμον; Τίς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἔκφρασις τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν; Ἐὰν αὗται ᾖναι διάφοροι ἐκφράσεις, παριστῶσαι δύω διαφόρους ἐννοίας, ὡς διατείνεσθε, εἰπέτε μοι τότε τί σημασίαν ἔχει ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία; Ἐγὼ δὲν βλέπω καμμίαν. Ἀπόλυτος πλειονοψηφία καὶ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς εἶναι δύω ταὐτοσήμαντοι ἐκφράσεις, ἢ ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία δὲν ἔχει ἔννοιαν. Καὶ προλαμβάνω, Κύριοι, ἐπειδὴ ἑτοιμάζονται νὰ προβάλουν τὴν ἔνστασιν τοῦ προηγουμένου, νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὰ προηγούμενα εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης μου. Εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ψήφου, ἐνθυμεῖσθε τί συνέβη, 123 ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ, 62 ψήφους ἔλαβεν ἡ μία γνώμη, 57 ἔλαβεν ἡ ἄλλη, καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον· οἱ 62 ὅμως δὲν ἐθεωρήθησαν, ὡς ἀποτελοῦντες ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη ἡ Συνέλευσις νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἐπαύριον τὴν ψηφοφορίαν. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ προηγούμενον εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν, ὅτι παραδεχόμενοι τὴν πρότασίν μου, θὰ ἦσθε συνεπεῖς, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει θὰ φανῆτε, ὅτι χθὲς ἀπεφασίζατε ὑπὲρ τῆς μιᾶς γνώμης, καὶ σήμερον ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου, μόνον καὶ μόνον ἐμπνεόμενοι ἀπὸ κομματικὰ πάθη καὶ συμφέροντα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη πλειοτέρας ἀναπτύξεως· τὸ ζήτημα ἀνεπτύχθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε, ὅταν θέλῃ τις νὰ πεισθῇ, βεβαιότατα εἶναι ἤδη πεπεισμένος. Εἴτε λοιπὸν διὰ τὸν ἕνα λόγον, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, χάριν τῆς τιμῆς, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Συνελεύσεως, καὶ αὐτοῦ τοῦ Προεδρείου της, ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ, καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Καλός.
§31ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, ἤλπιζον σήμερον ὅτι οἱ πληρεξούσιοι ἐκεῖνοι, οἵτινες χθὲς ὑπεστήριζαν τὴν κατὰ τῆς ἐκλογῆς ἔνστασιν, ἤθελον ἐγκαταλείψει μόνον τὸν Κύριον Μίλησην, καὶ ἐπίστευον, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος Μίλησης δὲν ἤθελεν ἐπαναλάβει ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ λογικῶς, τὸ ζήτημα, ὅτι μεταξὺ τῶν 237 οἱ 119 δὲν ἀποτελοῦν πλειονοψηφίαν. Ὁ κανονισμός μας, Κύριοι, ἔχει δύω διακεκριμένας διατάξεις περὶ τῶν ψηφοφοριῶν, ἡ μία ἔχει τὴν φράσιν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, ἡ ἄλλη ἔχει τὴν φράσιν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός. Εἰς ἄλλην ἐποχὴν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Λακεδαίμονος, σᾶς ἀπέδειξα τότε, καὶ ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη, ὅτι ἡ μία ψηφοφορία διαφέρει ἀπὸ τὴν ἄλλην, καὶ τὸ ἀπόλυτον, ὑπὸ τὴν ἔκφρασιν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς, δὲν εἶναι ὅμοιον τῆς φράσεως τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας· τουτέστι διεκρίθη τότε, καθόσον ἀπῃτεῖτο, ἵνα καταρτισθῇ ἔγκυρος ἡ ἀπόφασις, νὰ λάβῃ ὑπὲρ αὐτῆς ἡ πρότασις τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς, ὅτι 92 ψῆφοι δοθεῖσαι εἰς τὴν πρότασιν ἀπέναντι 91, δὲν ἀπετέλεσαν τὴν πλειονοψηφίαν, διότι ἔπρεπε νὰ δοθῶσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεως 93· καὶ ὄχι μόνον ἐγὼ εἶχον αὐτὴν τὴν γνώμην, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ συγγραφεῖς, ὀνομαστὶ δὲ ὁ Levau σᾶς ἀνέφερον τότε ἓν παράδειγμα, ὅπερ σᾶς πείθει, ὅτι ἀπόλυτος πλειονοψηφία ὑπάρχει εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου (ἀνέγνωσε τὴν περὶ τούτου κρίσιν τοῦ συγγραφέως)· κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς μὲν τὴν φράσιν ἀπόλυτος πλειονοψηφία εἰς τοὺς 51, ὁ ἀριθμὸς 26 ἀποτελεῖ πλειονοψηφίαν, ἐνῷ εἰς τὴν φράσιν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς ὁ ἀριθμὸς 26 δὲν ἀποτελεῖ τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ὁ ἀριθμὸς 27· ἔρχομαι εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους· εἰς δύω ἐκλογὰς ὑπουργῶν ἐνεργηθείσας κατὰ τὴν φράσιν δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας; ἐψηφοφόρησαν τότε 213, καὶ ὁ μὲν Πρόεδρος ἐκήρυξεν, ἡ δὲ Συνέλευσις παρεδέχθη, ὅτι ἡ πλειονοψηφία εἶναι 107 καὶ οὐχὶ 108, διότι εἰς 213, τὸ ἥμισυ εἶναι 106½, τὸ ἥμισυ διπλάσιον, ἤτοι 107 εἶναι ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία, καὶ βλέπετε, ὅτι ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος τότε ἔλαβεν 107 ψήφους, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκηρύχθη νομίμως ἐκλεχθεὶς, καὶ ἠκούσατε τὶ λέγει ὁ Κύριος αὐτὸς οὗτος. (Συνεδρίασις τῆς 27 Μαρτίου 1863). «Ὁ ὑπουργὸς ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ σπλάγχνα ὑμῶν, πρέπει ἑπομένως νὰ ἐξέλθῃ μὲ μίαν μεγάλην πλειονοψηφίαν»· καὶ παρακατιὼν «ἐξελέχθην, κύριοι, παρ’ ὑμῶν διὰ μικρᾶς πλειονοψηφίας λίαν περιωρισμένης, μιᾶς ψήφου μόνον κλπ. διὰ ταῦτα παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε τὴν παραίτησίν μου». Ἤδη αὐτὸς ἐκήρυξεν ὅτι ἔτυχεν, ὡς σήμερον ἔτυχε καὶ ὁ Κύριος Δεληγεώργης, τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, λαβὼν ½ ψῆφον πλέον τοῦ ἡμίσεως, καὶ ἡ Συνέλευσις τὸν ἐδέχθη ὡς ὑπουργόν (θόρυβος). Παραιτεῖται, διότι δὲν ἔχει μεγάλην πλειονοψηφίαν, καὶ ὄχι ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν (θόρυβος). Ἔρχεται κατόπιν, Κύριοι, ἄλλη ἐκλογὴ, καθ’ ἣν ἐψηφοφόρησαν 233 τότε ὁ Πρόεδρος ἐκήρυξε καὶ ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη, ὅτι ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία ἦτον 117, καὶ τοῦτο παρεδέχθη· ἑπομένως καὶ σήμερον οἱ 119 ψῆφοι, ἀπέναντι 237 ἀποτελοῦν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν· διότι ὡς προαπέδειξα μεταξὺ 5, οἱ 3 ἀποτελοῦν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, καὶ ὄχι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς φράσεως «ἀπόλυτος πλειοψηφία,» καὶ τῆς φράσεως «τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός.» Δὲν τὸ ἐννοεῖ τοῦτο σήμερον ὁ Κύριος Μίλησης καὶ οἱ φίλοι του, τί νὰ τοῖς κάμω; Κύριοι, ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ Κύριος Μίλησης, καὶ ὑπεστήριξε δυστυχῶς καὶ ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς, ὅτι εὑρέθη μία ψῆφος περιπλέον, καὶ σᾶς εἶπεν οὗτος, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῆτε τὸ νόμιμον τῆς ἐκλογῆς, καθιερόνετε μίαν ἀρχὴν κακὴν, τὴν τῆς καλπονοθεύσεως· ἀλλὰ καὶ ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς καὶ ὁ Κύριος Μίλησης καὶ πάντες ὤφειλον νὰ ἐξετάσωσιν, ἂν πράγματι ἐῤῥίφθη εἰς τὴν κάλπην μία ψῆφος περιπλέον· ἐὰν ἐλάμβανον τὸν κόπον νὰ ῥίψουν ἓν βλέμμα εἰς τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον ἐκράτει κατὰ τὸν κανονισμὸν ὁ Γραμματεὺς, καὶ ὅστις εἶναι ἡ βάσις ἑκάστης ψηφοφορίας, ἤθελον ἰδεῖ, ὅτι ὁ Κύριος Κοτζιᾶς, ὁ ὁποῖος ἐψηφοφόρησε τελευταῖος, δὲν φαίνεται ἐν αὐτῷ ὡς ψηφοφορήσας (θόρυβος). Μὴ θορυβεῖσθε, ὁ κατάλογος εἶναι ἐδῶ, δεικνύει αὐτό· ἀπέναντι αὐτοῦ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀντιτάξητε τίποτε. Καὶ ὁ Κύριος Βαλτινὸς χθὲς σᾶς εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι ἐθεώρησαν περιττὸν νὰ ῥίψῃ ὁ κλητὴρ, ὅστις ἔῤῥιπτε τὰς κυάμους εἰς τὴν κάλπην, μίαν κύαμον· κατὰ τὴν ψηφοφορίαν αὐτὴν, ἂν θελήσητε νὰ παραβάλητε τὸν κατάλογον τοῦτον, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ἐψηφοφόρησαν 237, καὶ τόσαι ψῆφοι εὑρέθησαν εἰς τὴν κάλπην· ἑπομένως ὁ Κύριος Δεληγεώργης ἔτυχε τῆς ἀπολύτου πλειοψηφίας, ὡς λαβὼν ἀπέναντι 237 ψηφοφόρων 119 ψήφους, καὶ εἶναι νόμιμος Πρόεδρος. Κύριοι, μὴ θελήσητέ ποτε νὰ κηρύξητε ἄκυρον τὴν ἐκλογὴν, θὰ καθιερώσητε οὕτω μίαν ἀρχὴν κακοήθη (Ποδοκροτήματα καὶ χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου, καὶ θόρυβος ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως). Μὴ ταράττεσθε καὶ φωνάζετε, διότι διὰ τοιαύτης ἀποφάσεως θέλετε καταδείξει, ὅτι καὶ ἐνταῦθα καλπονοθεύονται αἱ ἐκλογαὶ, καὶ ὅτι οὐδεὶς χαρακτὴρ καθαρὸς ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, ὅπερ βλάπτει τὴν πατρίδα, ἐξευτελίζει τὰς ἐκλογάς. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς ἐνισχύετε τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐμβάλλετε αἷμα εἰς τὰς φλέβας τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεναντίας προκαλεῖτε δυσπιστίαν ἀλλοῦ, καὶ εἰσάγετε δηλητήριον ἀντὶ αἵματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§32ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§33ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω νὰ ὁμιλήσω.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Συνέλευσις ὁ Κύριος Βαλτινὸς νὰ εἴπῃ δύω λέξεις;
§35ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα· (θόρυβος).
§36ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἴσως ποτὲ ἄνθρωπος δὲν εὑρέθη εἰς δυσκολωτέραν θέσιν ἀπὸ ἐμὲ, τὸ πολιτικόν μου συμφέρον συνδυάζεται μὲ τοὺς ἐνισταμένους κατὰ τῆς ἐκλογῆς, κατὰ πεποίθησιν ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς, ἔλαβον ὅμως τὸν λόγον διὰ νὰ διασαφηνίσω μερικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα νομίζω ἡ Συνέλευσις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, εἶναι ὑποχρεωμένη, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο κατέστη λίαν σπουδαῖον· ὑπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῶν προεδρείων αἰωνίως προεδρεύοντος πάντοτε σχεδὸν προσεκλήθην νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν· ἀπέφυγον δὲ τὴν πρόσκλησιν χθὲς, διότι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐψηφοφορούμην ὡς ἀντιπρόεδρός σας· λέγω, μετὰ παῤῥησίας ὅτι ὅσον ζῆλον καὶ ἂν καταβάλλουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ καθῆκον τῆς ἐπιτηρήσεως τῶν καλπῶν, ἡ ἐπιτηδειότης μὲ τὴν ὁποίαν προσέρχονται οἱ κ. πληρεξούσιοι, ἢ, ἐὰν μοὶ ἦναι συγχωρημένη ἡ ἔκφρασις, ἡ ἀδιαφορία αὐτῶν πάντοτε σχεδὸν φέρει ἓν τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, καὶ μία ἢ καὶ δύο κύαμοι εὑρέθησαν ἢ πλεονάζουσαι ἢ ἐλάττονες· ὅταν λοιπὸν, κύριοι, χθὲς ἐνηργεῖτο ἡ ἀπαρίθμησις, ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἑκουσίως προσῆλθον καὶ ἐπετήρουν, ἀληθῶς εὑρέθη μία κύαμος ὀλιγωτέρα ἀπὸ τῶν ψηφοδελτίων, ἀλλὰ κατὰ πεποίθησιν νομίζω, ὅτι ἡ περιττεύουσα ψῆφος δὲν ἤθελεν ἔχει οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν,—ἂς μοὶ ἦναι ἐπιτετραμμένον ὅτι ἐφρόνουν, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ μειονοψηφήσωμεν· μ’ ὅλα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ μοὶ ἀρνηθῶσιν ὁ Κ. Μελετόπουλος, ὁ Κ. Ἄχολος καὶ ὁ Κ. Θεοχάρης ὅτι εἴπαμεν ἡ περιττεύουσα ψῆφος δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν, ὡς σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, κατ’ ἀρχὴν, κατὰ πεποίθησιν, κατὰ τὴν συνήθειαν, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε, ποτὲ δὲν ἐπίστευσα νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· διότι καὶ ἄλλοτε καὶ μία καὶ δύο κύαμοι εὑρέθησαν εἴτε πλεονάζουσαι, εἴτε ἐλλείπουσαι, τοῦτο τὸ λέγω, διὰ νὰ ἀντικρούσω τὴν ἔνστασιν τοῦ Κ. Σαριπόλου, ὅτι δὲν ἔγεινε παρατήρησις· ἤδη λοιπὸν Κύριοι! παραδρομή τις ἔλαβε χώραν, αὐτὸ πλέον ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἦτον παραδρομὴ, ἡ Συνέλευσις ἂς τὸ λάβῃ ὅπως θέλει ὑπ’ ὄψιν της· τὰ γεγονότα ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἐγένετο καλπονόθευσις; δὲν θέλω νὰ τὸ παραδεχθῶ, ὀφείλω μολαταῦτα νὰ ἀναφέρω ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀναφερόμενον βεβαίως δὲν θὰ προσβάλλῃ κατὰ πρόσωπον τὸν ἐνεργήσαντα· οἱ ἀντίπαλοι ὅμως, μὰ τὴν ἀλήθειαν, πολὺ πιθανὸν νὰ δύνανται νὰ τὸ λάβωσιν ὡς ὅπλον ἀκαταμάχητον· δὲν ἐνθυμοῦμαι τὶς προσεκλήθη νὰ ψηφοφορήσῃ, καὶ δὲν εἶχε ψηφοδέλτιον, ὁ Κ. Ἄχολος εἶπεν, ἐγὼ ἔχω, μόνον τὸ εὔγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην του καὶ τὸ ἔῤῥιψε μέσα, αὐτὰ τὰ γεγονότα ἔλαβον χώραν, ἐνόμισα καθῆκόν μου, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ σᾶς ἐκφέρω ὅλα ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος παλαίσας τὴν ἐκλογὴν τοῦ Κ. Δεληγεώργη, διότι ἤμην ἀντίπαλος, ἀλλὰ πρεσβεύων, ὅτι ἐξελέχθη πρόεδρος.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἐφωτίσθησαν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) ἐφωτίσθη. Κύριοι, παρακαλῶ, τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως λέγουσιν, ὅτι μετὰ τὴν διαλογὴν ὁ προεδρεύων ἀνήγγειλε τὸ ἀποτέλεσμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεδείχθη ὡς Πρόεδρος ὁ Κ. Δεληγεώργης. Μετὰ τοῦτο, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν του, ἦλθεν ἡ ἔνστασις τοῦ Κ. Μίληση, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος, διὰ τοὺς λόγους οὓς ἠκούσατε. Σήμερον ἐπανελήφθη αὐτὴ ἡ συζήτησις, καὶ φρονῶ, ὅτι ὑπ’ αὐτὴν προέκυψαν δύο ζητήματα· οἱ μὲν προτείνουσι τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ Κ. Δεληγεώργη, οἱ δὲ ἐνίστανται κατὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, λέγοντες, ὅτι αἱ ἐνστάσεις εἰσὶν ἀπαράδεκτοι (θόρυβος)· οἱ μὲν προτείνουσι τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς, οἱ δὲ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἐνστάσεως· λοιπὸν νομίζω, ὅτι θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα οὕτω πως οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον λέγουν ναὶ, οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον λέγουν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀπαγγέλλω τὸ ἀποτέλεσμα, ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 219· ναὶ εἶπον 112, ὄχι εἶπον 104· ἠρνήθησαν ψῆφον 3· ἑπομένως τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Κ. Δεληγεώργη ὡς Προέδρου εἶναι νόμιμος, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν του. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου, ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως Κ. Ἐπαμ. Δεληγεώργης καταλαμβάνει τὴν ἕδραν του).
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Πρόεδρος). Ἀξιότιμοι συνάδελφοι! ἀναλαμβάνων τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα εὐηρεστήθητε νὰ μοὶ ἀναθέσητε, διαβεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι θέλω διευθύνει τὰς συνεδριάσεις τῆς Συνελεύσεως ὅλως ἀμερολήπτως καὶ ὅτι θέλω ἀντιπροσωπεύσει αὐτὴν μετὰ τῆς ἀξιοπρεπείας, ἡ ὁποία προσήκει εἰς Κοινοβούλιον, ὅπερ ἔλαβε παρὰ τοῦ ἔθνους τὴν ἐντολὴν νὰ συντάξῃ τὴν πολιτείαν, νὰ ἑδραιώσῃ τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτὰς κατὰ τῶν ἐπιδρομῶν τοῦ παρελθόντος, καὶ οὕτω νὰ καταστήσῃ ἄφθονον τὴν πηγὴν τῆς εὐτυχίας καὶ τῆς δόξης τοῦ τε ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως. Εὐχαριστῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, διότι μὲ ἠξίωσαν τῆς τιμῆς ταύτης (ῥαγδαῖα χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῶν τε Κυρίων Πληρεξουσίων καὶ τοῦ ἀκροατηρίου). Θὰ μὲ συγχωρήσητε ἐπ’ ὀλίγον, διὰ νὰ λάβω γνῶσιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Κάμετε μίαν μικρὰν διακοπήν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπί τινα λεπτὰ τῆς ὥρας διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Ἐνταῦθα γίνεται διακοπή· ὥρα 3½. Ὥρα 4 παρὰ 20.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς Κυρίους πληρεξουσίους νὰ καταλάβωσι τὰς ἕδρας των. Δεύτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, μετὰ τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐκλογῆς, εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τοῦ 1864.
§44ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχω μίαν ἔνστασιν ἀναβολῆς.
§45ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Προσκαλέσατε τοὺς πληρεξουσίους, Κ. Πρόεδρε.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι παρακαλοῦνται νὰ καταλάβουν τὰς ἕδρας των.
§47ΜΙΛΗΣΗΣ. Κ. Πρόεδρε, εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ᾖναι παρὸν τὸ ὑπουργεῖον, διὰ νὰ ἀκούσῃ τὰς ἰδέας ἑκάστου τῶν πληρεξουσίων, καὶ νὰ φέρῃ τὴν γνώμην του. Βλέπω, ὅτι κἀνὲν μέλος τοῦ ὑπουργείου δὲν εἶναι παρόν· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ νὰ μεταβῶμεν εἰς ἄλλο ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§48ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, Κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ τάξις ἀπαιτεῖ τὴν παρουσίαν, ἐὰν ὄχι ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου, τοὐλάχιστον τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ· φρονῶ ὅμως ὅτι τὸ ἐπίλοιπον μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ὅλως ἐπουσιῶδες, καὶ δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισίν του, διότι θεωρῶ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς πολὺ ἀναγκαίαν, καὶ δι’ αὐτὸ ἤθελον παρακαλέσει τὸ ὑπουργεῖον, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ συζητῆται προϋπολογισμὸς ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, τοὐλάχιστον, νὰ προσκληθῇ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἄλλως, ἐὰν ἐξ ἀδιαθεσίας ἢ ἐξ ἄλλων αἰτιῶν δὲν δύναται νὰ παρευρεθῇ, τότε δὲν δυνάμεθα πραγματικῶς νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν.
§49ΚΑΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἤρχισεν ὁ προϋπολογισμὸς καὶ δὲν ἦσαν οἱ ὑπουργοὶ παρόντες, ἀλλὰ προσεκλήθησαν καὶ ἦλθον ἔπειτα.
§50ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ὁ προϋπολογισμὸς δίδεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ διοικήσῃ, δικαιοῦται λοιπόν, ἐπειδὴ ἔχει μίαν εὐθύνην νὰ ᾖναι παρὸν κατὰ τὴν συζήτησίν του, ὥστε βλέπετε, ὅτι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ εἶναι νὰ ᾖναι παρὸν τὸ ὑπουργεῖον.
§51ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν τὸ ἠρνήθη κἀνείς.
§52ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἦτο παρὸν, ἐγνώριζεν, ὅτι θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως, ἀναχωρῶν δὲ καὶ μὴ παρουσιαζόμενος ὁ ὑπουργὸς, ὑποτίθεται, ὅτι ἐγκατέλιπε πλέον τὴν θέσιν του (θόρυβος).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Κρανιδίου, ὅτι ἐξετράπη ἀπὸ τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον τὸν ἐπέτρεψα νὰ λαλήσῃ· ἔχει τις νὰ ἀπαντήσῃ;
§54ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὑποστηρίζω, Κύριε Πρόεδρε, ὅλως διόλου τὸ ἀδύνατον κατὰ τύπους τοὐλάχιστον τοῦ νὰ προβῶμεν εἰς περαιτέρω συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, μὴ παρόντων τῶν Ὑπουργῶν, διότι ἂν καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς μέχρι τοῦδε δὲν εὗρεν οὐδεμίαν ὑπεράσπισιν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, οὐχ ἧττον ὅμως ἐπειδὴ οἱ πόροι, τοὺς ὁποίους προβλέπει, τίθενται εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ὑπαρχούσης Κυβερνήσεως, ἡ Συνέλευσις δὲν δικαιοῦται νὰ συζητήσῃ αὐτοὺς ἀπόντων τῶν ὑπουργῶν.
§55ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου προέβη εἰς τοσοῦτον, ὥστε δὲν ἐναπολείπεται παρὰ δύω μόνον Κεφάλαια· ἐπὶ τούτων ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ μικρὰς ἐλαττώσεις ἐπέφερε, τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον εἶχε παραδεχθῆ ὡς ἀρχὴν νὰ παραδέχηται ὅλας τὰς ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ ἐπιτροπή. Εἰς τὰ δύω κεφάλαια τὰ τελευταῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν ὑπολείπεται τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ περὶ τῆς Ναυτικῆς σχολῆς, καίτοι ἄλλως λίαν ἐπουσιῶδες· δυνάμεθα διὰ συζητήσεως μόνης μιᾶς ὥρας νὰ ἐπιψηφίσωμεν καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο, καὶ οὕτω νὰ τελειώσωμεν, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, σήμερον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§56ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀναμφιβόλως, Κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ ὑπουργεῖον, διότι αὐτὸ θὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸν καὶ γνωρίζει παντὸς ἄλλου κάλλιον τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας· εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν καλῶς· ὑπῆρχον δὲ καὶ πολλὰ μέλη αὐτῆς, τὰ ὁποῖα σήμερον εἶναι ὑπουργοὶ, οὐχ ἧττο ὅμως ἡ συζήτησις ἀπέδειξεν, ὅτι πολλὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρει κατὰ τὴν ἰδέαν της ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐνεργηθοῦν μὲ μεγαλειτέραν οἰκονομίαν, ὅταν ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα ἀπεδείχθη τὸ ἐναντίον, καὶ ἐζητήσαμεν εἰς πολλὰ μέρη τὴν τροποποίησιν τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν. Ἑπομένως, ἂν καὶ ἦναι τῷ ὄντι ἐπουσιώδη τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ὑπολείπονται, δὲν ἐξεύρομεν τί θὰ γεννήσῃ μία συζήτησις. Νομίζω, λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἦναι παροῦσα καὶ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§57ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Τόσῳ πλειότερον καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, καθ’ ὅσον τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι ἐπουσιῶδες, ὡς τὸ ὀνομάζουν, ἀλλ’ εἶναι λίαν οὐσιῶδες, καθόσον ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς προτείνεται ἐλάττωσις 50,000, δραχ.....
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις δεικνύει διάθεσιν, ὅτι ἐφωτίσθη. Δύο γνῶμαι ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοὺς ἀγορεύοντας· πρώτη γνώμη, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ σήμερον, ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον, καίτοι ἐν γνώσει ὂν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ συζήτησις, ἀπῆλθε, δευτέρα γνώμη εἶναι νὰ στείλωμεν νὰ καλέσωμεν τὸν ὑπουργὸν νὰ παρευρεθῇ.
§59ΠΟΛΛΟΙ. Παρῆλθε καὶ ἡ ὥρα.
§60ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἷς τῶν κυρίων ἀγορευόντων εἶπεν, ὅτι ἀνεχώρησαν οἱ ὑπουργοὶ, ἐνῷ ἐγνώριζον, ὅτι ὑπὸ συζήτησιν ἦτο ὁ προϋπολογισμὸς· λέγω λοιπὸν ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἀνεχώρησαν διὰ σπουδαίαν ὑπηρεσίαν, νομίζω, ὅμως, ὅτι ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ προβῇ εἰς ἕτερα ἔργα, ἂν ἔχῃ διάθεσιν.
§61ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι ἀργὰ πλέον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ σήμερον, ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τῶν ὑπουργῶν. Ὅσοι παραδέχονται......
§63ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος πάντων οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἀναβολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§65ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Προτείνω νὰ διαλυθῶμεν, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα (ἐγείρονται καὶ ἀναχωροῦν).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως τῆς δευτέρας θέλει εἶσθαι ἡ ἐξακολούθησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρα 5.
Ὁ Πρόεδρος
Ε. ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Σπ. Λογιωτατίδης. Χ. Κανελλόπουλος. Ν. Βαρβιτσιώτης.