1864.02.10
1.014 στίχοι · 8.314 λέξεις · 122 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΣΙΣΤʹ.
Τῆς 10 Φεβρουαρίου 1864.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 1 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Συνέλευσις τὰ πρακτικά;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς προέδρους τῶν τμημάτων νὰ προσκαλέσωσι τὰ τμήματα νὰ συνέλθωσιν αὔριον διὰ νὰ ἀποπερατώσωσι τὰς ἐκκρεμεῖς προτάσεις· μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσι καὶ σπουδαῖαι καὶ κατεπείγουσαι· ἡ πρότασις περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν Συνέλευσιν, καθ’ ὅσον ὁ στρατὸς ἐντὸς ὀλίγου μετὰ τὴν ἕνωσιν πρέπει νὰ ῥυθμισθῇ ἐπὶ τὸ τακτικώτερον. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ στρατηγοῦ Ζέρβα περὶ τῶν Σουλιωτῶν· πρέπει καὶ περὶ αὐτῆς τὰ τμήματα νὰ σκεφθῶσιν. Ὑπάρχει πρότασις περὶ πιστώσεων, ὡς πρὸς τὰ ἀντικείμενα, περὶ ὧν αἱ ζητούμεναι πιστώσεις, εἰσήχθησαν ἀγωγαὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· ἐὰν λοιπὸν ἡ Συνέλευσις δὲν σπεύσῃ νὰ φέρῃ τὴν γνώμην της, τότε θὰ εἰσαχθῶσι νέαι ἀγωγαὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ τὸ δημόσιον θὰ καταδικασθῇ εἰς δικαστικὰ ἔξοδα ματαίως. Ὁ πληρεξούσιος Κ. Γερμανὸς Μαυρομιχάλης ζητεῖ 8 ἡμερῶν ἀπουσίας ἄδειαν.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τοῦ δοθῇ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλει ὑποβάλει κατὰ τὴν ὑπόσχεσίν της ἐντὸς τῆς αὔριον, ἢ μεθαύριον τὴν ἔκθεσίν της· νομίζω, ὅτι πρὸ τῆς τεσσαρακοστῆς ὀφείλει ἡ Συνέλευσις νὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ἄλλως καθίσταται κατὰ μέγα μέρος ματαία ἡ συζήτησίς του, διότι τὸ ⅓ τοῦ ἔτους θὰ ἐξαντληθῇ διὰ πιστώσεων. Ὁ Κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§6ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι, εἶμαι ἐπιφορτισμένος ἀπὸ ἕνα δῆμον μιᾶς ἐπαρχίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ δι’ αὐτῆς εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἀδικίας μεγίστας διαπραττομένας εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, συνωδευμένας μὲ κακώσεις μυρίας κατὰ τῶν κατοίκων, ἀδικίας, λέγω, μεγίστας ἤτοι παρανομίας· ταῦτα δὲ πάντα ἐπὶ λόγῳ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον διέταξε τοὺς ἐκεῖ ὑπαλλήλους του νὰ εἰσπράξωσι χάριν τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ ἐκεῖ ἐλαιῶνος φόρους δῆθεν καθυστεροῦντας· οἱ φόροι δὲ αὐτοὶ ἀπαιτοῦνται δυνάμει καταλόγων ψευδῶν. Κ’ ἐπειδὴ αἰσθανόμενοι οἱ κάτοικοι τὸ δίκαιόν των ἀνθίστανται διὰ λόγων ἀπαιτοῦντες νὰ θεωρήσῃ τὸ ὑπουργεῖον τὰ περὶ τῶν καταλόγων τούτων, οὐχ ἧττον οἱ ὑπάλληλοι ἐπιμένουσι καταδιώκοντες μετὰ πολλῶν σκληροτήτων, παραβιάσεων, φυλακίσεων παρανόμων, καταχρήσεων τῶν χωροφυλάκων, βανδαλισμῶν τοιούτων, ὁποῖοι εἶναι σπάνιοι καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Μαρόκον. Διὰ ταῦτα λοιπὸν προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ εὐδοκήσῃ νὰ καλέσῃ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ λόγον περὶ τούτων καὶ πρὸ πάντων ἀμέσως νὰ λάβῃ μέτρα, ὥστε ν’ ἀνασταλῇ ἡ τοιαύτη καταδίωξις ἄδικος καθ’ ἑαυτὴν, καὶ ἀδικωτέρα καθισταμένη καὶ βαρβαρωτέρα διὰ τῶν ὠμοτάτων πράξεων, αἱ ὁποῖαι διαπράττονται.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ἡ Συνέλευσις διὰ τὴν ἀπάντησιν;
§8ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κἄτι τι σχετικὸν θὰ προσθέσω.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§10ΣΑΡΑΒΑΣ. Συμπληρῶν, Κύριοι, τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Πυλίας πληρεξουσίου, προσθέτω, ὅτι καθ’ ἃς ἐκεῖθεν ἔχω πληροφορίας, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλω νὰ δώσω πᾶσαν πίστιν, ἡ καταδίωξις ἐνεργεῖται μετὰ τῆς αὐτῆς αὐστηρότητος καὶ ἀδικίας, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τοὺς φορολογουμένους, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐνοικιαστάς. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοῦ ἐλαιῶνος Κορώνης ἐνοικιασθέντος κατὰ τὸ 1862· ἡ ἐνοικίασις ἐγένετο χωριστὰ τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἐγγείου φόρου. Οἱ μὲν ἐνοικιασταὶ τοῦ ἐγγείου φόρου, καίτοι μὴ δυνηθέντες νὰ εἰσπράξωσιν ὅλον τὸ δικαίωμά των ἐπλήρωσαν εἰς τὸ δημόσιον περὶ τὰς 24 χιλιάδας δραχμῶν, ἐνῷ τὸ ὅλον τίμημα ἀνέβαινεν εἰς 39 χιλιάδας δραχμῶν· οἱ δὲ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ πληρώσωσιν 70 χιλιάδας δραχμῶν, δὲν ἔδωκαν οὐδὲ λεπτὸν εἰς τὸ δημόσιον· μολοντοῦτο τοὺς μὲν πρώτους καταδιώκει τὸ δημόσιον ἀπηνέστατα, ἐνῷ τῶν δευτέρων διέταξε ν’ ἀνασταλῇ ἡ καταδίωξις. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, τότε ἐννοεῖ ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Κ. Πετσάλης, ὅτι δὲν ἐρχόμεθα, ὡς ὑπέλαβε, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἀσυδοσίαν, ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν, ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ μεταχειρισθῇ αὐστηρὰ μέτρα πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἡ αὐστηρότης πρέπει νὰ ᾖναι ἴση πρὸς ὅλους, διότι ἄλλως γίνεται ἀδικία. Συμπληρῶν λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σχινᾶ, προσθέτω νὰ ἐπερωτηθῇ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ᾖναι ἀληθῆ ταῦτα, τοὐτέστιν ὅτι οἱ μὲν ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐγγείου, ἐνῷ ἐπλήρωσαν περίπου τὰ ⅔ τῆς ὀφειλῆς των, καταδιώκονται ἀπηνέστατα, οἱ δὲ ἐνοικιασταὶ τῆς ἐπικαρπίας ἐνῷ δὲν ἔδωσαν λεπτὸν, ἐξεδόθη διαταγὴ νὰ ἀνασταλῇ ἡ κατ’ αὐτῶν καταδίωξις. Συνάμα δὲ προσθέτω νὰ βεβαιώσῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς ἂν ἡ καταδίωξις τῶν φορολογουμένων κατοίκων στηρίζεται εἰς ἀποδεικτικὰ κατὰ τύπον συντεταγμένα, ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ φορολογικὸς νόμος, ἢ, ὡς ἡμεῖς ἀξιοῦμεν καὶ ὡς μᾶς ἐπληροφόρησαν, ἐπὶ καταλόγων, τοὺς ὁποίους ἔδωσαν οἱ ἐνοικιασταὶ ἐκεῖνοι, ὧν ἡ καταδίωξις ἐξεδόθη διαταγὴ νὰ ἀνασταλῇ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ἡ Συνέλευσις;
§12ΤΙΝΕΣ. Σήμερον.
§13ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν Τετάρτην.
§14ΖΕΡΒΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ἤμην σύμφωνος νὰ ἔλθῃ σήμερον ὁ ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι τόσον κατεπεῖγον.
§15ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐγένοντο πρό τινων ἡμερῶν διάφοροι ἐπερωτήσεις καὶ εἶχεν ὁρισθῆ ἡ Παρασκευὴ ὡς ἡμέρα ἀπαντήσεως τῶν κυρίων ὑπουργῶν. Τὴν Παρασκευὴν δὲν προσῆλθον, διότι, φαίνεται, εἶχον ἄλλας ἐργασίας· σήμερον δὲν προσέρχονται. Διατί αὐτὴ ἡ ἀδιαφορία; Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθοῦν πότε θὰ εὐδοκήσουν τέλος πάντων νὰ προσέλθουν διὰ νὰ ἀπαντήσουν εἰς τὰς γενομένας ἐπερωτήσεις.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ λύσωμεν πρῶτον τὸ ζήτημα περὶ τῆς γενομένης ταύτης ἐπερωτήσεις.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Τετάρτην.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν Τετάρτην ὅπως ἀπαντήσῃ ὁ ὑπουργὸς νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§19ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προσκληθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς γενομένης ἐπερωτήσεώς μου.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὰς λοιπὰς ἐπερωτήσεις, κατὰ τὴν Παρασκευὴν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαντήσωσιν οἱ ὑπουργοί, ἂν καὶ προσεκλήθησαν, διότι ἡ Συνέλευσις κατεγίνετο εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προεδρείου.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Σήμερον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον δὲν εἰδοποιήθησαν.
§23ΤΙΝΕΣ. Καὶ πρέπει ἑκάστοτε νὰ εἰδοποιῶνται;
§24ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε! Τὴν Παρασκευὴν ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος καὶ ἦτο πλήρης ἡ Συνέλευσις, ἀλλὰ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν δὲν ἦτο· ποῖοι λοιπὸν ἐρωτοῦν; καὶ ἀντὶ νὰ αἰτιῶνται τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ νὰ μὴ αἰτιῶνται τὸν ἑαυτόν των;
§25ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τοῦτο συνέβη τὴν Τετάρτην καὶ ὄχι τὴν Παρασκευήν.
§26ΜΙΛΗΣΗΣ. Πολὺ ἀδύνατον μνημονικὸν ἔχει ὁ Κ. Κεχαγιᾶς. Τὴν Παρασκευὴν ἡ Συνέλευσις ἦτο πληρεστάτη, ἔπασχε μάλιστα ἀπὸ πλήρωσιν. (γέλως)
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προσκαλέσω τοὺς Κυρίους ὑπουργοὺς νὰ ἀπαντήσωσι· διὰ νὰ μὴ χάνωμεν δὲ τὸν καιρὸν, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ πολιτικῶν συντάξεων νόμου· ἐν τῷ μεταξὺ, ὅταν προσέλθωσιν οἱ ὑπουργοὶ, διακόπτεται ἡ συζήτησις καὶ συζητοῦνται αἱ ἐπερωτήσεις.
§28Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κ. Πρόεδρε, δύο λέξεις· Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρὸ 2 μηνῶν σᾶς ὑπέβαλα πρότασιν περὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον τόσον ταχέως τὸ ἐλύσατε καὶ τὸ ἐπεψηφίσατε· ἦτο τὸ ζήτημα τῶν ἀνθυπασπιστῶν τῶν ὀνομασθέντων ἀπὸ πολιτῶν· ἔφερα τὴν πρότασιν διὰ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν τὸ ἐγκρίνῃ καλὸν, νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τοὺς βαθμούς των 2 ἄτομα, τοὺς Κυρίους Μωραϊτίνην καὶ Γ. Μακρῆν. Περὶ τοῦ πρώτου ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη καὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν νομίζῃ ὅτι ὁ νέος οὗτος κέκτηται ὅλα τὰ δικαιώματα ὅπως ἀνακτήσῃ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις τῷ ἔδωκε, νὰ τὸν λάβῃ, καὶ πραγματικῶς οὕτως ἀπεφάνθη. Τώρα πρόκειται περὶ τοῦ Κ. Γ. Μακρῆ· λυποῦμαι πολὺ ὅτι σᾶς ἀναφέρω πράγματα, τὰ ὁποῖα, ἐξεύρω καὶ ἐγὼ, κἄπως τὰ συνείθισε παρὰ πολὺ ἡ ἀκοή σας καὶ σκανδαλίζεται· μολαταῦτα σᾶς λέγω ὅτι ὁ Κ. Μακρῆς ἦτο ἐκ τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συνωμοσίας εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς μεταβολῆς· τοῦτο τὸ γνωρίζουν ὅλοι οἱ ἐν τῇ Συνελεύσει ὅσοι εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς. Ἔχω, Κύριοι, ἓν ἔγγραφον τῆς κατὰ τὴν 8βριανὴν ἐπανάστασιν ἐπαναστατικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Μεσολογγίου πρὸς τὸν Γ. Δ. Μακρῆν· ἔχει 4 σειρὰς, ἃς τὸ ἀναγνώσω. Πρὸς τὸν πολίτην Γ. Δ. Μακρῆν. «Ὀφείλεται ὑμῖν ἐθνικὴ εὐγνωμοσύνη, ἣν σπεύδει ἡ Κυβερνητικὴ ἐπιτροπὴ εὐχαρίστως νὰ ἐκφράσῃ, διότι κατὰ τὴν ἀξιομνημόνευτον μεγάλην ἡμέραν τῆς 7 8βρίου 1862 συναθροίσας τοὺς μαχιμωτέρους τῆς πόλεως πολίτας πρῶτος ἀνεπετάσατε τὴν ἐθνικὴν σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως ἐνταῦθα. Τὸ ὑπὸ σὲ σῶμα τῆς πόλεως ἑνωθὲν μετὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ λαοῦ ἔφερε τὴν πρώτην τῆς πόλεως ἀναστάτωσιν, εὔχεται δὲ νὰ διατελῇ παρ’ ὑμῖν διαρκῶς καίων ὁ ἁγνὸς πατριωτισμὸς ἐφ’ ὅρου ζωῆς. Ἡ Κυβερνητικὴ ἐπιτροπὴ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας... Ζ. ΒΑΛΒΗΣ καὶ λοιποί. Τὰ μεγάλα ἔθνη, Κύριοι, καὶ μὲ συγχωρεῖτε διότι ἀνέτρεξα καὶ ἐγὼ εἰς βιβλιοθήκας, μὲ ἠνάγκασαν εἰς τοῦτο νομιμόφρονές τινες, οἱ ὁποῖοι θέλουν πάντοτε νὰ μᾶς ὁμιλοῦν μὲ τὸν Γκιζώτ· καὶ ἐγὼ μὲ ὅλην μου τὴν ἀμάθειαν εὗρον τὸν Κ. Γκιζὼ, ὅστις εἰς τὰ 1830 ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐτωτερικῶν ἔφερεν ἓν νομοσχέδιον εἰς τὰς Βουλὰς περὶ ἀνταμοιβῶν· τὸ ἄρθρον 8 λέγει «δύνανται νὰ ὀνομασθῶσιν ἀνθυπολοχαγοὶ εἰς τὸν στρατὸν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἰδιαζόντως διεκρίθησαν εἰς τὰς ἡμέρας τοῦ Ἰουλίου·» καὶ παρὰ κάτω· «ἡ ἀρχαιότης καὶ τὰ δικαιώματά των θὰ ἦναι αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας προσέφερον κατὰ τὰς 3 ἡμέρας τοῦ Ἰουλίου.» Ἄλλως τε, Κύριοι, δὲν πρόκειται σεῖς νὰ ψηφίσετε σήμερον τίποτε, νὰ ἀπαλλάξετε μόνον τὴν κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ μὴ δύναται νὰ ὀνομάσῃ ἀπὸ πολίτην ἀνθυπασπιστὴν, καὶ πιστεύω ὅτι θὰ δώσητε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸν βαθμόν του τὸν Κύριον Μακρῆν, ὅστις, καθὼς σᾶς προεῖπον, ἀπὸ τῆς συνωμοσίας τοῦ Μαΐου μέχρι τῆς 8βριανῆς ἐπαναστάσεως· (θόρυβος) χωρίζω τὴν πρότασίν μου ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας· ὁ νέος αὐτὸς ἦτο τελειόφοιτος τῆς Νομικῆς σχολῆς καὶ κατὰ συνέπειαν τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἀνεμίχθη, ἄφησε τὰς σπουδάς του. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀποφασίσῃ ὅλως διόλου εἰδικῶς περὶ τοῦ ἀτόμου τοῦ Κ. Μακρῆ. Δὲν πρόκειται ἡ Συνέλευσις νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν Κ. Μακρῆν εἰς τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχε, ἀλλὰ νὰ δώσῃ νὰ ἐννοήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ Γεώργιος Μακρῆς συντελέσας μεγάλως εἰς τὴν 8βριανὴν ἐπανάστασιν δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ ὑπὸ στοιχεῖον ΟΓʹ. ψήφισμα.
§29ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ λυθοῦν ὁριστικῶς αὐτὰ τὰ ζητήματα.
§30ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐνθυμηθῆτε, Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμὴς μία ἄλλη παρ’ ἐμοῦ πρότασις, ὅστις διὰ τὰς ἁμαρτίας ἐθεωρήθην ὡς πατὴρ αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος. Εἶπον καὶ τότε, ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, ὅτι εἶμαι ἐναντίος τῶν ἐξαιρέσεων, διότι φέρει τὸν ἀγῶνα αὐτὴ ἡ ἐπανάστασις νὰ ἱκανοποιηθῇ ὄχι εἰς ὀλίγα ἄτομα, ἀλλὰ εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος. Καὶ ἡ ἱστορία, Κύριε Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔφερε ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης, μὲ ἐνθαῤῥύνει εἰς τὴν πρότασίν μου. Δὲν ἦλθε νὰ ἀναφέρῃ πρόσωπα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ γενικὴν κατηγορίαν καὶ εἶπεν· ὅσοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην δικαιοῦνται νὰ λάβουν τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, δηλ. Κύριε Πρόεδρε, ἔκαμαν εἰς τὴν Γαλλίαν ὅ,τι ἔκαμαν οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς μας, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐθυσίασαν καὶ ἐκινδύνευσαν, ἀλλὰ δὲν ἦλθον ποτὲ εἰς κἀμμίαν Συνέλευσιν νὰ εἴπουν «ἀνταμείβω τὸν Κολοκοτρώνην κτλ.»
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γίνεται συζήτησις, τώρα Κ. Μαυρομμάτη.
§32ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ ἦτο ἓν σύστημα μιᾶς παρελθούσης ἐποχῆς· ἐὰν λοιπὸν ἔλθωμεν καὶ κάμωμεν ἐξαιρέσεις, θὰ φέρωμεν κατηγορίας...
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετά. Κάμνω τὴν παρατήρησιν ἐν γένει ὅτι διὰ τῶν ἐξαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται καθ’ ἑκάστην, πλησιάζει νὰ καταργηθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ψήφισμα.
§34ΤΙΝΕΣ. Κατηργήθη.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἔργον ἐμοῦ νὰ ἐξετάσω ἂν πρέπει ἢ ὄχι ἡ Συνέλευσις νὰ ἀνακαλέσῃ τὸ ψήφισμά της, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κανονισμοῦ χρεωστῶ νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ὑποβαλόντα τὴν πρότασιν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν πρότασιν, λέγουσαν, ὅτι ἐξαιρεῖται ἀπὸ τὸ ψήφισμα ὁ Κύριος Μακρῆς, πρότασιν, ἥτις νὰ ἔχῃ τὸν τύπον ψηφίσματος.
§36Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πολὺ καλὰ, ἀλλὰ μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὰς ἄλλας ἐξαιρέσεις ὁ κανονισμὸς δὲν ἐτηρήθη.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ὅλας τὰς ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθησαν ἢ ἐγένοντο διὰ νὰ ἦναι ὑποχρεωτικαὶ, ἐγένοντο ψηφίσματα, καθὼς ἡ ἐξαίρεσις τοῦ Κ. Φραγγιᾶ. Καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸν Κύριον Μωραϊτίνην, ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη νὰ ἐκφράσῃ μόνον μίαν εὐχήν.
§38Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ ζητῶ καὶ ἐγώ.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι δυνατὸν αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ τελειώσωσιν ἅπαξ διὰ παντὸς, νὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ ἑκατέρωθεν.
§40Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη σας, ἀλλ’ ἡ ἰδική μου εἶναι νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις.
§41ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τότε εἶναι ἀνάγκη νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ, ὅταν ἡ Συνέλευσις ἀποφανθῇ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνταμειφθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὴν μεταπολίτευσιν, ἄλλως φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συστηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ· πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις ἂν δικαιοῦνται νὰ ἀνταμειφθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὸ ἐνεστώς.
§42ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§43ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν καθ’ ἡμέραν προτάσεις τοιαύτας, φρονῶ, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Κύριος Βαλτινὸς ὑπέβαλε σχετικὴν πρότασιν, δυναμένην ὅλας αὐτὰς τὰς ἀμφιβολίας νὰ τὰς λύσῃ, παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, νὰ ζητήσητε τὴν γνώμην τῆ Συνελεύσεως, ἂν θεωρῇ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ κατεπείγουσαν, καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν θεωρήσῃ καὶ νὰ ὁρίσῃ μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, διὰ νὰ λυθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ εἶναι πρότασις ψηφίσματος. Ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης θέλει νὰ γείνῃ ὅ,τι καὶ διὰ τὸν Κ. Μωραϊτίνην, δηλ. νὰ εἴπῃ ἡ Συνέλευσις ὅτι, ἡ Συνέλευσις ἀποφαινομένη ὅτι ὁ Κύριος Μακρῆς... (θόρυβος).
§45ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, διότι, ὅταν γίνεται συζήτησις περὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καταστρέφεται ἡ ἡμερησία διάταξις. Ἠδυνάμην δὲ νὰ ὑποβάλω τὴν εἰρημένην πρότασιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σώματος τότε μόνον, ὅταν δὲν ὑπῆρχεν ἀντίῤῥησις. Λοιπὸν, Κύριοι, ὁρίσατε μίαν ἡμέραν ῥητὴν, καθ’ ἣν νὰ λυθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα. Τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ πολιτικῶν συντάξεων νόμου· ἡ Συνέλευσις εἶχε σταματήσει εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως, ἂν πρέπῃ νὰ ἀναβληθῇ ἢ ὄχι ἡ συζήτησις τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου μέχρι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου. Θὰ προκαλέσω λοιπόν....
§47Π. Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐμποδίζετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου· ἐζήτησα τὸν λόγον· εἶναι αὐτοτελὴς πρότασις ἕκαστος πληρεξούσιος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως.
§48ΖΕΡΒΑΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Συνέλευσιν, Κύριε Πρόεδρε, ἂν θέλῃ νὰ συζητήσῃ αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§49ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἂν γείνῃ συζήτησις, ζητῶ τὸν λόγον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφ’ οὗ γίνεται ἀντίῤῥησις, δὲν ἠμπορῶ νὰ προκαλέσω ἀπόφασιν, ἂν θὰ γείνῃ συζήτησις. Ἅμα δὲ γείνῃ συζήτησις, καταστρέφεται ἡ ἡμερησία διάταξις. Ἂς ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως ἡ Συνέλευσις.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν, θέλει νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§52ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο νὰ σηκωθῶσιν, (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)· παρεδέχθη.
§54ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Νὰ συστηθῇ μία ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὰ δικαιώματα τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν μεταπολίτευσιν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι, πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων μέχρι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ἢ νὰ προβῇ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως, περὶ ἧς ὁ λόγος; νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιμένετε εἰς τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§56ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§57ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι μοῦ ἀφῃρέσατε τὸν λόγον ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι) ἀπεῤῥίφθη· πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Σαρίπολος, ἡ συζήτησις περιστρέφεται εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§59ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κύριοι! Εὑρίσκετό ποτε Λουδοβῖκος ὁ ΙΔ ἐν ἀπορίᾳ χρημάτων, ὁ δὲ ὑπουργός του εἶπεν αὐτῷ, «πλάσατε, Μεγαλειότατε, θέσεις καὶ θέλετε εὑρεῖ ἀμέσως δι’ ἑκάστην ἑκατὸν ἀνοήτους ὅπως τὴν ἀγοράσωσι.» Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐπωλοῦντο αἱ θέσεις. Παρ’ ἡμῖν δὲ συμβαίνει ἄλλο τι. Ὁρίσατε νὰ λαμβάνωνται χρήματα ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ἀμέσως θέλετε εὑρεῖ χιλίους ἵνα ζητήσωσιν ἐξ αὐτῶν. Τοῦτο συμβαίνει πάντοτε παρ’ ἡμῖν, τοῦτο συνέβη καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου. Ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς ἄλλον πάντως εἶχε σκοπόν. Εἶχε σκοπὸν ν’ ἀσφαλίσῃ εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς πολιτείας, εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας ὁπωσδήποτε τὴν πατρίδα, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο καὶ δὲν δύνανται ἐκ τῆς σμικρότητος τοῦ μισθοῦ νὰ φυλάξωσιν ἀποταμιεύματα, ἢ νὰ προσπορισθῶσιν ἐξ ἄλλης ἐργασίας τοσαῦτα, ὥστε νὰ τοῖς χρησιμεύσωσιν ὡς ἐφόδιον ἐν γήρατος οὐδῷ, νὰ ἔχωσι νὰ ζήσωσιν, ὅταν δὲν θὰ δύνανται νὰ ἐργάζωνται πλέον. Διὰ τοῦτο ἐνομοθετήθη, ὅτι ἕκαστος ὑπάλληλος καθ’ ὃν χρόνον ὑπηρετεῖ νὰ καταθέτῃ 5% ἀπὸ τοῦ μισθοῦ αὑτοῦ, τὸ δ’ ἀποταμίευμα τοῦτο νὰ χρησιμεύσῃ μετὰ εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν καὶ ἀφοῦ ὑπερβῇ ὡρισμένην τινα ὑπὸ τοῦ νόμου ἡλικίαν, ἥτις ὡς ἐλαχίστη ἐκρίθη ἡ τῶν 60 ἐτῶν, ὅπως τῷ δίδηται ἐν γήρατι ποσόν τι διὰ ν’ ἀποζῇ· ἀλλὰ τὸ Ταμεῖον τοῦτο εἶχε, καὶ ἔχει, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα ὅλως ἰδιωτικοῦ ταμείου· εἶναι μία ἑταιρία, ἥτις συνάπτεται διὰ τοῦ νόμου μεταξὺ ὅλων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἑταιρία ὅλως ἴση, διότι κατὰ τοὺς μισθοὺς, οὓς ἕκαστος λαμβάνει, καταβάλλει, καὶ κατὰ τοὺς μισθοὺς, οὓς ἤθελεν ἔχει ἐν τοῖς τελευταίοις τέτταρσιν ἔτεσι, θέλει κανονισθῆ κατὰ τὸν μέσον αὐτῶν ὅρον ἡ σύνταξίς του. Ἕπεται λοιπὸν, ὅτι εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχωσι δικαίωμα, εἰμὴ μόνοι οἱ καταθέντες εἰς αὐτὸ, πᾶς δ’ ὅστις δὲν κατέθεσε δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἀπ’ αὐτοῦ οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον ποσόν. Τί ὅμως συμβαίνει παρ’ ἡμῖν; Συμβαίνει, Κύριοι, ὥστε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα κατὰ τὸν ἀγῶνα καὶ τῶν ὁποίων δὲν θέλω βεβαίως ἀμφισβητήσει ἐγὼ τὰς συντελεστικὰς πρὸς τὸ εὖ εἶναι αὐτῆς ὑπηρεσίας των, ὡς καὶ οἱ ὑπηρετήσαντες αὐτὴν μετὰ τὸν ἀγῶνα ἐπὶ 35 ἔτη, εὑρέθησαν ἔχοντες ἅμα τῇ συστάσει τοῦ ταμείου τούτου τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας των πλήρη, καὶ ἦλθον τὴν ἐπιοῦσαν τῆς συτάσεως τοῦ ταμείου τούτου νὰ λαμβάνωσιν ἀπ’ αὐτοῦ σύνταξιν, καὶ νὰ λαμβάνωσι τοιαύτην, ὥστε νὰ φέρωσι αὐτὸ τὸ Ταμεῖον εἰς ἀπορίαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι ἆρά γε δίκαιον ἄλλοι νὰ καταβάλλωσιν, ἤτοι οἱ ἐν ὑπηρεσίᾳ ὑπάλληλοι, ἄλλοι δὲ νὰ ὠφελῶνται, ἤτοι νὰ λαμβάνωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες οὐδὲν κατέθεσαν;
§60ΚΑΛΟΣ. Τὸ δημόσιον ταμεῖον καταβάλλει 100,000 δραχ. κατ’ ἔτος.
§61ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἔρχομαι λοιπὸν εἰς αὐτὸ, ἐπειδὴ βιάζεσθε τόσον πολύ. Καταβάλλει, λέγετε, τὸ δημόσιον 100,000 δραχ. ἀλλὰ τὰς καταβάλλει διατί; διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ ἀξιώσεων 100,000· ἄρα δὲν καταβάλλει τίποτε. Καταβάλλει διὰ νὰ λάβωσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι βεβαίως δικαίωμα νὰ λάβωσι σύνταξιν, ἀλλὰ τὴν χορηγίαν αὐτῆς ἐν ὁλοκλήρῳ τὴν ὀφείλει τὸ κοινὸν τῆς πολιτείας ταμεῖον, τὸ δημόσιον, οὐχὶ δὲ νὰ καταβάλλωσιν οἱ νῦν ὑπηρετοῦντες τὴν πατρίδα ὅπως πληρόνωνται τὰ χρέη αὐτῆς· ἐπέρχεται δὲ ὡς ἀποτέλεσμα τὸ ν’ ἀποῤῥοφήσωσιν ὅλα τὰ κεφάλαια τῶν καταβαλόντων ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι οὐδὲν κατέβαλον· οἱ μὲν λοιπὸν, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, ὑπηρετοῦσι καὶ καταθέτουσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, οἱ δὲ τοὺς ἱδρῶτας αὐτῶν καὶ τὰς στερήσεις ἀπολαμβάνουσιν· εὐθαρσῶς τὸ λέγω, δὲν εἶναι δίκαιον. Πρέπει λοιπὸν διὰ τοῦ νέου νόμου νὰ κανονισθῇ, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὅσων δὲν κατέβαλον δύναται οὐδὲ πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἀπ’ αὐτοῦ τὴν σύνταξίν του. Ἀπορῶ μάλιστα πῶς αὐτὴν τὴν ἀδικίαν, ἥτις προφανῶς προσγίνεται εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν οἱ συντάξαντες τὸν νόμον τοῦ 1861, καθόσον ἀποδυσπετοῦμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι δὲν ἤθελον συνίδει τὸ δίκαιον, ἤτοι ὅτι μόνοι οἱ καταθέντες ἔπρεπε καὶ νὰ λαμβάνωσι τὴν ἑαυτῶν σύνταξιν ἀπὸ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων, ὅσοι δὲ ἄλλοι τυχὸν, εἶχον μὲν δικαίωμα, δὲν κατέθεσαν δὲ, οἱ τοιοῦτοι νὰ τὴν λαμβάνωσιν ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου. Καιρὸς λοιπὸν, Κύριοι, ἵν’ ἀνορθώσωμεν τὸ ἀδίκημα, ἀποδώσωμεν δὲ δικαιοσύνην. Ὅτι δὲ τὰ εἰρημένα μοι στηρίζονται ἐπὶ τοῦ δικαίου, θέλετε πεισθῆ, ἂν παρατηρήσητε τὰ ἔσοδα καὶ παραβάλητε αὐτὰ πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων. Ἰδοὺ τί φέρει ὁ ἀνὰ χεῖράς μοι ἐπίσημος πίναξ τῶν συνταξιούχων καὶ ἡ ἐν αὐτῷ ἀνακεφαλαίωσις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων. «Ὁλικὸν ποσὸν τῶν πληρωθεισῶν συντάξεων δραχ. 506,920. Ἰδοὺ τί ἐπλήρωσε τὸ ταμεῖον κατὰ τὸ ἄρτι ἐκπνεῦσαν ἔτος 1863, πᾶν ὅμως ἔτος προσθέτει εἰς αὐτὰς, καὶ δὲν διστάζω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἀπίθανον δὲν εἶναι νὰ φθάσωσιν αἱ συντάξεις εἰς δρ. 600,000, διότι πλεῖσται ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις ὑπάρχουσι παρὰ τῷ συμβουλίῳ. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ μὲν ἔξοδα θέλουσι φθάσει εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, οὐδεμία πιθανότης ὅτι τὰ ἔσοδα θέλουσιν αὐξήσει, καθόσον τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τούτου, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των, εἰσὶ μόνιμα· τοῦτο δὲ πρόδηλον, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν θέσεων καὶ τῶν διδομένων εἰς αὐτὰς μισθῶν ὁριζόμενος ὑπὸ τῶν νόμων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ μένει ἀναλλοίωτος, εἰ δ’, ὡς λέγεται, ἡ ἐπεξεργαζομένη τὸν προϋπολογισμὸν ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως ἐλαττώσῃ τὰς θέσεις, ἐξ ἀνάγκης καὶ αἱ πρόσοδοι τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων θέλουσιν ἐλαττωθῆ. Ἂς δεχθῶμεν ὅμως, ὅτι αἱ θέσεις θέλουσι μείνει αἱ αὐταὶ, ὡς καὶ οἱ μισθοὶ, ἄρα διὰ τῆς κρατήσεως τοῦ 5% ἐπὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων θέλομεν ἔχει πάλιν τὸ αὐτὸ ποσὸν δρ. 174,000, προσθέσατε καὶ τὰ ὑποθετικὰ τοῦ ταμείου τούτου ἔσοδα α) δρ. 20,000 ἐκ κρατήσεων τῶν πρώτων μισθῶν, καίτοι, μονιμοποιουμένων τῶν θέσεων, ὀλίγαι ἔσονται αἱ παύσεις τῶν ἀρχαίων ὑπαλλήλων, ἄρα καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἐλαττωθήσεται· β) δρ. 15,000 ἐκ κρατήσεων προστίμων καὶ ἀδειῶν ἀπουσίας· γ) ἐκ κρατήσεων τῶν προβιβαζομένων δρ. 5,000, κεφάλαια ἀμφότερα λίαν ἀπροσδιόριστα· δ) τόκοι δρ. 30,000, ἀλλὰ, ἐλλείμματος ὑπάρχοντος, τὸ ποσὸν τῶν τόκων εἶναι διαγραπτέον ὅλως. Αἱ πέντε λοιπὸν πηγαὶ τοῦ ταμείου, κἂν ἀναλλοίωτοι μείνωσι, δὲν θέλουσιν ἀποφέρει ἐν ὅλῳ εἰμὴ δρ. 214,000, προσθήκῃ δὲ καὶ τῆς ἐξ 100,000 δρ. ἐπιχορηγήσεως τοῦ δημοσίου ταμείου, ἔχομεν ἐν ὅλῳ ἔσοδα δρ. 344,000, ἤτοι ἔλλειμμα ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα κατὰ δραχμὰς 162,920!! Πῶς δὲ διανέμονται αὐταὶ αἱ συντάξεις; ἀκούσατε Κύριοι.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε, Σαρίπολε. Σᾶς παρατηρῶ ὅτι ἡ συζήτησις περιστρέφεται εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§63ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἡ τὴν ὁποίαν θέλω φέρει τροπολογία ἔσται συνέπεια τῶν λόγων τούτων· οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι εἰσὶν ἀναγκαῖοι, Κύριε Πρόεδρε, ὡς αἰτιολογία τῆς τροπολογίας μου.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγνώσατε λοιπὸν πρῶτον τὴν τροπολογίαν σας.
§65ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἀναγινώσκει τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς τροπολογίας του, ἔχον οὕτως· «Οἱ μήπω καταβαλόντες πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος ψηφίσματος εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, θέλουσι λαμβάνει τὴν σύνταξίν των ὅλην ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, οἱ δὲ καταβαλόντες ἐν μέρει, θέλουσι λαμβάνει ἀπὸ μὲν τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων ποσοστὸν ἀνάλογον τοῦ χρόνου ἐφ’ ὃν κατέβαλον, τὸ δ’ ὑπόλοιπον αὐτῆς ἀπὸ τοῦ Δημοσίου ταμείου.» «Συνεπείᾳ τῆς ἀνωτέρω διατάξεως ἀπαλλάττεται τὸ δημόσιον τῆς ἐξ ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν χορηγίας εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων.» Θέλω λοιπὸν ὑποστηρίξει διὰ νέων ἀριθμῶν ἔτι μᾶλλον τὴν τροπολογίαν μου ταύτην.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ σᾶς παρατηρῶ....
§67ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἀγορεύετε ἀντ’ ἐμοῦ, Κύριε Πρόεδρε, τότε λάβετε παρακαλῶ καὶ τὴν θέσιν μου.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ὁμιλήσετε ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἤρχισε.
§69ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νομίζω ὅτι κατ’ αὐτὸ τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ τὴν ἀναπτύξω, καθόσον προκειμένου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τῶν συντάξεων, οὐδεμία πρότασις νέα εἶναι ὡς κείμενον, πᾶσα δὲ πρότασις ὡς τροπολογία αὐτοτελὴς καὶ εἰσήχθη καὶ εἰσάγεται. Θέλω λοιπὸν ν’ ἀφαιρέσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσιν ἄνευ δικαιώματος ἀπὸ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων. Διὰ νὰ δεχθῇ δὲ ἡ Συνέλευσις τὴν τροπολογίαν μου, πρέπει ν’ ἀκούσῃ τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων τὴν στηρίζω. Ὑπηρεσίαι μετὰ τὸν ἀγῶνα, τοὐτέστι 35 ἐτῶν ὑπηρεσίαι, λαμβάνουσιν ἀπὸ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων δραχ. 169,980, λογικῶς δὲ, πρέπει νὰ ὑποθέσητε, ὅτι αὐταὶ κατ’ ἀριθμὸν εἶναι αἱ πλειότεραι, διότι ἐκ τῶν πρὸς τὰς ἄλλας δικαιουμένων, οἱ μὲν ἀπεβίωσαν χωρὶς ν’ ἀφήσωσι χήρας καὶ ὀρφανὰ, οἱ δ’ εἶχον τέκνα τὴν ἡμέραν τοῦ θανάτου των, ταῦτα ὅμως, θήλεα μὲν ὄντα ἀπεκατεστάθησαν ἐν γάμῳ, ἄῤῥενα δὲ, ἐγένοντο ἐνήλικα, κατ’ ἀμφοτέρας δὲ τὰς περιπτώσεις δὲν λαμβάνουσι πλέον σύνταξιν· καὶ ὅμως οἱ λόγῳ τοῦ ἀγῶνος λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων δρ. 334,940, τοὐτέστιν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ ἀγῶνος ἐκμυζοῦσιν ἀπὸ τοῦ Ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων ποσὸν διπλάσιον ἐκείνου, ὅπερ οἱ μετὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρετήσαντες λαμβάνουσι, καὶ ὅμως ὁ μὲν ἀγὼν διήρκεσεν ὀκτὼ ἔτη, ἤτοι ἑκκαίδεκα, ἕνεκα τοῦ διπλασιασμοῦ αὐτῶν, αἱ δὲ μετὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσίαι κατέχουσι περίοδον τριάκοντα πέντε ἐτῶν. Δὲν θέλω βεβαίως ν’ ἀφαιρέσω ἀπὸ τοὺς ἀγωνιστὰς τὰ δικαιώματά των, οὐδὲ ν’ ἀποστερήσω αὐτοὺς τῶν συντάξεών των, καί τοι, μὴ βαρυθυμήσῃ τις δι’ ὃν θέλω ἐκφέρει λόγον, ὁ ἀγὼν ἐγένετο μὲ τὴν θυσίαν ἁπάντων τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς Ἑλλήνων, διὰ τὴν ὠφέλειαν τῶν ὀλίγων· θέλω μόνον νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχουσι δικαίωμα οἱ ἀγωνισταὶ νὰ λαμβάνωσι τὰς συντάξεις των ἀπὸ τοῦ ἰδιωτικοῦ βαλαντίου τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἂν λοιπὸν, Κύριοι, κατὰ τὴν τροπολογίαν, ἣν σᾶς ὑπέβαλον, ἀπαλλάξωμεν τὸ Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων τοῦ νὰ πληρόνῃ εἰς τοὺς μὴ καταθέντας ἐν αὐτῷ, οὐ μόνον θέλομεν ἀπαλλάξει αὐτὸ τῶν 335 χιλ. δραχμῶν, ἃς ἤδη πληρόνει, ἀλλὰ θέλομεν καὶ τὸ ἐλαφρύνει κατὰ μέγα μέρος καὶ ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 169,980 δραχμῶν, διότι πλεῖστοι τῶν μετὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρετησάντων, παυθέντες ὅμως πρὸ τοῦ 1861, καὶ διὰ τοῦτο μηδὲν καταθέντες, λαμβάνουσι σύνταξιν ἀπ’ αὐτοῦ. Τότε δὲ τί θέλει προκύψει; Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐκ τῶν 169 χιλιάδ. δραχμῶν θέλουσιν ἀφαιρεθῆ τοὐλάχιστον 100 χιλιάδες δραχμαὶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι οὐδὲν κατέβαλον, θέλουσι μείνει πληρωτέαι τὸ πολὺ μόνον 67 χιλιάδ. δραχμαὶ διὰ τοὺς ἐν μέρει καταβαλόντας, μάλιστα δὲ πιστεύω, ὅτι καὶ τούτων πολὺ ὀλιγώτεραι θέλουσι πληρόνεσθαι. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Ταμεῖον τῶν συντάξεων προσπορίζεται καθ’ ἕκαστον ἔτος 244 χιλιάδ. δραχμὰς χωρὶς τῶν 100 χιλιάδ. τοῦ Δημοσίου Ταμείου, οὐ μόνον δὲν θέλει ἀπειλεῖσθαι ὑπὸ χρεωκοπίας, ἀλλὰ καὶ θέλει μάλιστα εὐπορήσει ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ τοσοῦτον, ὥστε νὰ εὑρίσκηται τοῦ λοιποῦ πάντοτε εἰς κατάστασιν νὰ ἐκπληρῇ τὰς ὑποχρεώσεις του. Διὰ τοῦτο σᾶς προτείνω τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ 1861, διότι ἐκεῖνο θεωρῶ ὡς βάσιν τῆς προκειμένης συζητήσεως, οὐχὶ δὲ τὴν πρότασιν τῶν ΚΚ. Λεβίδου καὶ Ζώτου, ἢ τὴν τροπολογίαν τῶν ΚΚ. Θ. Δηλιγιάννη καὶ Δ. Χαραλάμπη. Νῦν δ’ ἐξεταστέον ὁποῖα μέτρα ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἵνα δίδῃ καὶ εἰς τοὺς πρὸ τοῦ 1861 ὑπηρετήσαντας σύνταξιν. Νομίζω, ὅτι ἀρκούντως περὶ τούτου προβλέπει τὸ ἄρθρ. 4 τῆς προτάσεως τῶν ΚΚ. Δηλιγιάννη καὶ Χαραλάμπη, ὅτι δηλ. ὅσοι ἐξ αὐτῶν δὲν κατέβαλον εἰς τὸ συστημένον Ταμεῖον τῶν συντάξεων, ἐκεῖνοι νὰ καταβάλωσι τὸν πρῶτον μισθόν των, καὶ νὰ γίνηται τοῦ λοιποῦ ἡ μηνιαία κράτησις τῶν 5%, ἐπὶ τῆς συντάξεώς των· κατὰ τοῦτο μόνον διαφωνῶ πρὸς αὐτοὺς, ὅτι ἐγὼ θέλω οἱ ἀρχαῖοι οὗτοι ὑπάλληλοι νὰ συστήσωσι διὰ τῶν ἰδίων των καταβολῶν ἰδιαίτερον Ταμεῖον καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ πληρόνωνται τὰς συντάξεις των, καθόσον δὲ τὸ συσταθησόμενον τοῦτο ταμεῖόν των δὲν θέλει ἐπαρκεῖ, νὰ ἔρχηται πρὸς βοήθειάν του τὸ Δημόσιον Ταμεῖον δίδον εἰς αὐτὸ ἃς ἤδη δίδει εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ πολιτικῶν ὑπαλλήλων 100 χιλιάδ. δραχμὰς, ὡς καὶ εἴ τι περισσότερον τούτων ἤθελε τυχὸν χρήζει· τὸ δὲ ποσὸν τῆς χορηγίας ταύτης θέλει φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐλαττοῦσθαι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, μεχρισοῦ καὶ ἐκλείψει παντελῶς, καὶ σὺν τῇ χορηγίᾳ ἐκλείψει καὶ τὸ ἰδιαίτερον τοῦτο Ταμεῖον, πάντες δὲ οἱ ἐπιόντες συνταξιοῦχοι, ὡς ἀπὸ τῶν νῦν καταβαλλόντων γινόμενοι, λήψονται τὰς συντάξεις αὐτῶν ἀπὸ τοῦ Ταμείου, εἰς ὃ καθ’ ἅπασαν τὴν ὑπηρεσίαν των συνεισήνεγκον. Διὰ μόνου τοῦ μέσου τούτου, Κύριοι, ἀποδώσετε τοῖς πᾶσι δικαιοσύνην, ἱερὰν τὴν παρακαταθήκην τοῦ Ταμείου τῶν συντάξεων κηρύττοντες, καὶ προφυλάττοντες αὐτὸ ἀπὸ ἐπικειμένης χρεωκοπίας· χρεωκοπίας, ἧς τὸ βάρος ὅλον θέλει ἐπιπέσει ἐπὶ τοὺς καταβαλόντας τὸν ἔρανόν των. Ἀπαλλάττετε δὲ καὶ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἀπὸ τοῦ νὰ καταβάλλῃ τὰς 100 χιλ. δραχμὰς, διότι, ὡς εἶπον, τὸ ἤδη συστημένον Ταμεῖον τῶν συντάξεων δὲν θέλει χρήζει τοῦ λοιποῦ τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου Ταμείου, θέλει δὲ φέρει τὸ ταμεῖον τοῦτο, τὸ ἀπὸ τῶν χρημάτων τῶν ὑπαλλήλων συσταθὲν, τοῦ λοιποῦ καθαρῶς τὸν χαρακτῆρα ἰδιωτικοῦ Ταμείου, ἐν ᾧ ὅστις δὲν κατέβαλε δὲν θέλει λαμβάνει ἀπ’ αὐτοῦ· τὸ δὲ δημόσιον Ταμεῖον ἂς μὴ καταβάλλῃ, ὡς προεῖπον, τὰς 100 χιλ. δραχμάς, ἀλλ’ ἂς μεταχειρίζηται αὐτὰς διὰ νὰ ἱκανοποιῇ τοὺς κατὰ τὸν ἀγῶνα ἢ μετὰ ταῦτα ὑπηρέτας αὐτοῦ, καθόσον οὗτοι μὴ καταβαλόντες ἐν τῷ Ταμείῳ τῶν συντάξεων εἰμὴ μέρος, μέρος καὶ θέλουσι λαμβάνει. Θέλουσι λοιπὸν γίνει δύο κατηγορίαι καὶ δύο Ταμεῖα, ἓν μὲν τῶν νῦν ὑπηρετούντων δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες δὲν θέλουσί ποτε εὑρεθῆ εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως, ἕτερον δὲ τῶν ὑπηρετησάντων τὴν πολιτείαν καὶ μηδὲν καταβαλόντων εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν συντάξεων καὶ διὰ τοῦτο μενόντων εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου Ταμείου· ἔσται δὲ καὶ ἡ μέση κατηγορία τῶν καὶ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς καὶ ἀπὸ τοῦ ἑτέρου Ταμείου ληψομένων, ἀπὸ τοῦ μὲν, ποσοστὸν ἀνάλογον τῆς καταβολῆς των, ἀπὸ τοῦ δὲ, τὸ ἐλλεῖπον πρὸς συμπλήρωσιν τῆς συντάξεώς των. Ὑποβάλλω δὲ καὶ μίαν ἄλλην πρότασιν, ἡ ὁποία θέλει εἶσθαι ὡς ἄλλη παράγραφος εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ νόμου τῆς 3 Αὐγούστου 1861. Τὸ γνωμοδοτικὸν συμβούλιον ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ συντάξεως αὐστηρῶς καὶ κατὰ γράμμα· τί δὲ λέγει ὁ νόμος οὗτος; ὅτι ὅστις, καί τοι συμπληρώσας 25 ἐτῶν ὑπηρεσίαν, παρητήθη ὅμως πρὶν ἢ συμπληρώσῃ τὸ ἑξηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἐκεῖνος ἀπόλλυσι τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμά του. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου τῶν συντάξεων εἶναι προφανῶς διάταξις ποινική· ἐπειδὴ δὲ, κατὰ γενικὸν κανόνα, οὐδεμία διάταξις ποινικὴ δύναται πρὸς βλάβην οἱουδήποτε προσώπου νὰ ἔχῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν, ἕπεται ὅτι, ὅσοι πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου ἔδωκαν τὴν παραίτησίν των, δὲν ἐγνώριζον βεβαίως, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ μεταγενέστερός τις νόμος, ὅστις νὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς, διότι ἐν ἀγνοίᾳ ἀνομοθετήτου εἰσέτι διατάξεως παρῃτήθησαν. Ἡ ἐσφαλμένη αὕτη καὶ ἰουδαϊκὴ τῳόντι ἑρμηνεία τοῦ νόμου ἐξοβελίζει διὰ μιᾶς 25, 30 ἐτῶν ὑπηρεσίαν, καὶ ἀποστερεῖ τοῦ δικαιώματός των ἀνθρώπους ἐντίμως ὑπηρετήσαντας τὴν Πατρίδα, διότι παρῃτήθησαν τὴν προτεραίαν τῆς συντάξεως καὶ ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ καταχωρηθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ τροπολογία μου ὡς διάταξις ἑρμηνευτικὴ, καὶ διὰ τοῦτο, ὡς πάντες οἱ ἑρμηνευτικοὶ νόμοι, ἔχουσα ὀπισθενεργὸν δύναμιν καὶ ἀνατρέχουσα εἰς τὸν χρόνον τοῦ νόμου τοῦ 1861· κατ’ αὐτὴν δὲ, οἱ παραιτηθέντες πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τοῦ 1861 νὰ θεωρῶνται ὡς μὴ ἀπολέσαντες διὰ τῆς παραιτήσεώς των τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως· ἔχει δὲ ἡ πρότασίς μου αὕτη ὡς ἑξῆς. «Οἱ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἀπὸ 3 Αὐγούστου 1861 νόμου «περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων παραιτηθέντες τῆς «ὑπηρεσίας δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ πρώτου ἄρθρου «αὐτοῦ, καθ’ ὃ ὁ ἑκουσίᾳ παραιτηθεὶς τῆς ὑπηρεσίας, πρὶν ἢ «συμπληρώσῃ τὸ ἑξηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἀποβάλλει «τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα.» Αὐτὰς τὰς δύω τροπολογίας ὑποβάλλω ὑμῖν, Κύριοι, διότι νομίζω, ὅτι ἀμφότεραι σκοποῦσιν εἰς ἀπόδοσιν δικαιοσύνης καὶ ἔντιμον ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς πολιτείας χωρὶς βλάβην οὐδενός. Ὡς πρὸς δὲ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως τῶν κατὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσιῶν συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὰς διαλαμβανομένας διακρίσεις ἐν ἄρθρῳ 5 τῆς προτάσεως τῶν ΚΚ. Θ. Δηλιγιάννη καὶ Χαραλάμπη, πρὸς ὅσον οἷόν τε καταστολὴν τῶν καταχρήσεων.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρατηρῶ, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ περιστραφῇ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον καὶ εἰς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται ἀναποσπάστως μὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρον· τὰ ζητήματα δὲ ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς. Πρῶτον ὅτι πρέπει πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως νὰ προσάγωνται ἔγγραφα ἀποδείξεις. Βʹ. ὅτι οἱ διὰ μαρτύρων ἀπόδειξις ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ 1821–1827. Γʹ. ὅτι ἡ ἐξέτασις τῶν μαρτύρων πρέπει νὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν πρωτοδικῶν καὶ Δʹ. ὁ νόμος πρέπει νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν· τοὐτέστι νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ τῶν χορηγηθεισῶν ἤδη συντάξεων. Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὸ 1 ἄρθρον. Αἱ τροπολογίαι τοῦ Κ. Σαριπόλου νομίζω, ὅτι ἠμποροῦν ν’ ἀποτελέσουν ἰδιαίτερον ἄρθρον συνδεόμενον μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται εἰς τὸ 1 ἄρθρον τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Θ. Δεληγιάννη.
§71ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς προτάσεως τῶν ΚΚ. Λεβίδη καὶ Ζώτου ἐτροπολογήθη διὰ τῆς προτάσεως τῶν ΚΚ. Δηλιγιάννη καὶ Χαραλάμπη, θεωρῶ δὲ, ὅτι καὶ τῶν ΚΚ. Λεβίδου καὶ Ζώτου ἡ πρότασις οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ τροπολογία τοῦ νόμου τοῦ 1861, ἡ ἀπωτέρα λοιπὸν τοῦ νόμου τροπολογία ἔχει, ὡς φρονῶ, τὴν προτεραιότητα, διὰ τοῦτο ἠγόρευσα καὶ ὑπέβαλον αὐτοτελῆ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ 1861, ἐκείνη δὲ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, Κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκεται ἐν τῷ 5 ἄρθρῳ τῆς προτάσεως τῶν ΚΚ. Δηλιγιάννη καὶ Χαραλάμπη, τὸ ὁποῖον ἀσπάζομαι καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι δὲν ἀγαπῶ αὐτὰς τὰς μαρτυρίας ὡς μέσον ἀποδείξεως, καθόσον οἱ πάντες γινώσκομεν μετὰ πόσης εὐκολίας δίδονται τοιαῦται μαρτυρίαι πρὸς χάριν προσώπων μὲ ζημίαν τοῦ Ταμείου.
§72ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα δὲν ἀνάγονται εἰς τὸ 1 ἄρθρον, παρακαλῶ νὰ παραγγείλητε ἕνα τῶν γραμματέων νὰ ἀναγνώσῃ τὸ 1 ἄρθρον.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὸ λέγει τὸ 1, ἄρθρον. «Ἄρθρον 1. Ὁ αἰτῶν σύνταξιν κατὰ τὸν ΧΝΒ. Νόμον ὀφείλει διὰ πᾶσαν ὑπηρεσίαν νὰ προσαγάγῃ τὰ πρωτότυπα ἢ ἐπίσημα ἀντίγραφα τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διορισμῶν καὶ τῶν ἐκ ταύτης ἀπολύσεων. Ἐν ἐλλείψει τῶν ἐν τοῖς ἀρχείοις σχεδίων εἶναι δεκταὶ αἱ περιλήψεις τῶν σωζομένων βιβλίων, καταστάσεων κλπ. Τὸ μέσον τῆς δι’ ἐνόρκων καταθέσεων ἀποδείξεως ἀπαγορεύεται. Ἡ προκειμένη διάταξις ἐφαρμόζεται καὶ ὡς πρὸς τὰς μέχρι τοῦδε περὶ ἀπονομῆς συντάξεων ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις ἐνώπιον τοῦ γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου.» Τροπολογία τώρα ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι, ὅτι ἡ διὰ μαρτύρων ἀπόδειξις ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ 21–27, καὶ ὅτι αἱ ἀποδείξεις πρέπει νὰ γίνωνται ἐνώπιον τῶν πρωτοδικῶν.
§74ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ δὲ πρότασις τῶν ΚΚ. Δεληγιάννη καὶ Χαραλάμπη, ἡ ὁποία περιέχει, νομίζω, 7 ἄρθρα, εἶναι τροπολογία τοῦ 1 ἄρθρου;
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, ἐπὶ τοῦ ὅλου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει οἱ ἀγορεύοντες νὰ περιορίζωνται εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα, ὥστε νὰ ἠμπορέσω νὰ προκαλέσω τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως περὶ αὐτῶν, καὶ ἔπειτα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν λύσιν τῶν ἄλλων.
§76ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοὶ φαίνεται, Κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ πρότασις τῶν Κ.Κ. Δεληγιάννη καὶ Χαραλάμπη δὲν εἶναι τροπολογία, ἀλλὰ ἀνεξάρτητος πρότασις, ὡς καὶ ἡ τοῦ Κ. Σαριπόλου.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, ὁ Κ. Μελετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§78ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Παρακαλῶ, εἴπατέ μοι, ποίαν λαμβάνετε ὡς βάσιν, τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Δεληγιάννη, ἢ τὴν τῶν Κυρίων Λεβίδου καὶ Ζώτου.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ Κυρίου Λεβίδου.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κείμενον δὲν εἶναι καμμία τροπολογία, κείμενον εἶναι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον θέλουν νὰ τροπολογήσουν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, ἡ πρότασις, ἡ ὁποία εἰσάγεται, εἶναι πρότασις νόμου (θόρυβος) ......
§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, πρέπει ν’ ἀφήσητε νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν διαφόρων προτάσεων.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μελετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§84ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, πρόκειται περὶ δικαιώματος τοῦ ἀγῶνος, τὸ ὁποῖον φιλονεικεῖται.
§85ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Δὲν φιλονεικεῖται.
§86ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι φιλονεικεῖται. Παρῆλθον 32 ἔτη ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ ἀγῶνος, καὶ δὲν εἶναι παράξενον, ἐὰν δὲν ἐκτιμᾶται ὅσον πρέπει, καὶ μάλιστα ἀπὸ πολλοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔτυχον νὰ εὑρεθοῦν εἰς αὐτόν.
§87Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§88ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Γόρτυνος, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὸν λόγον, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐμελέτησε τὴν κατάστασιν τοῦ ἀγῶνος, δὲν ἐμελέτησε πῶς ἤρχισε, πῶς διεξήχθη καὶ πῶς ἐτελείωσε. Θὰ τὸν ἐνθυμίσω ἐγὼ λοιπὸν τί ἔγεινε (θόρυβος). Θὰ ἔλθω εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Δεληγιάννη, ἀλλὰ θὰ ἔλθω βοηθούμενος ἀπὸ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι συντείνουν. Ἅμα ὑψώθη ἡ σημαία τῆς ἐπαναστάσεως ὅλοι ἔλαβον τὰ ὅπλα γέροντες, νέοι, παιδιὰ, ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, τὸ πᾶν ἐτέθη εἰς κίνησιν· διὰ τοῦτο αὐτὸς ὁ ἀγὼν εὐδοκίμησε, διότι ἦτο γενικὸς, καὶ νομίζω, ὅτι ὅσοι θέλουν νὰ τὸν μερικεύσουν προσβάλλουν τὸν ἀγῶνα. Λοιπὸν δὲν προσβάλλεται ἡ ἱστορία τοῦ ἀγῶνος, ὅταν ἔρχεται τώρα ἕνας καὶ λέγῃ; θέλω νὰ μοῦ φέρης ἀποδείξεις καὶ ἀνταποδείξεις, πότε ἤρχισες, πότε ὑπηρέτησες, πότε διέκοψες καὶ πότε ἔλαβες ἄδειαν ἀπουσίας; Λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἀνατροπὴ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, διότι μάρτυρες ...... (διακόπτει ὁ Κύριος Κ. Πετζάλης).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριε Πετζάλη.
§90ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε δικηγόρος, εἶσθε ῥήτωρ, ἐλᾶτε νὰ ὁμιλήσητε ἀπ’ ἐδῶ· (θόρυβος). Ὅταν ἔλαβον λοιπὸν ὅλοι τὰ ὅπλα, καὶ δὲν τὰ κατέθεσαν, εἰμὴ, ὅταν ἔφυγεν ὁ ἐχθρὸς, τὸ νὰ σὲ λέγουν, πρέπει νὰ φέρῃς διορισμὸν, νὰ διωρίσθης πρέπει νὰ φέρῃς διαταγὴν, ἐὰν ἔλαβες ἄδειαν νὰ καθήσῃς εἰς τὸ σπήτι σου, καὶ πότε ἀπελύθης ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, λέγω, ὅτι αὐτὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν χώραν, διότι, καθὼς παρετήρησα, οὐδὲ διορισμοὶ, οὐδὲ παύσεις ἦσαν. Ὅταν ἦτον ὁ καιρὸς τῶν μεγάλων κινδύνων, ὅλοι πανστρατιᾷ ἐκινοῦσαν, καὶ μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἡ ἡλικία, ἡ ὁποία ὀργᾷ μᾶλλον εἰς τὰ τοιαῦτα, εἶναι ἡ τῶν νέων. Παρήρχετο ὁ κίνδυνος, ἐπανήρχοντο εἰς τὰς οἰκίας των καὶ ἐκαλλιέργουν, καὶ κατέβαλον πάλιν διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ ἀγῶνος· ὅταν ἦτο μέγας ὁ κίνδυνος τότε κατὰ σειρὰν ἀπὸ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἐγίνετο ἀναλογία. Ὁ ἀρχηγὸς ἑκάστης ἔπρεπε νὰ πάρῃ 500, 1000 ἄνδρας καὶ νὰ ἐκστρατεύσῃ. Ἔμενον αὐτοὶ ἕνα ἢ δύο μῆνας, ἐπέστρεφον, καὶ ἐπήγαινον ἄλλοι, οὔτε καταστάσεις μισθοδοτικαὶ, οὔτε διορισμοὶ ὑπῆρχον, οὔτε οἱ ἴδιοι ὁπλαρχηγοὶ δύνανται νὰ σᾶς βεβαιώσουν, πότε ὑπηρέτησαν εἰς ἓν μέρος, πότε ἀπεσύρθησαν, πότε ἐπανῆλθον, καὶ πότε ἔπαυσαν. Ζητοῦμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνουν, καὶ ὅταν ζητῆτε τὰ ἀδύνατα, θέλετε νὰ καταστρέψητε αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀγῶνος. Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμά μου· ὁ Κ. Δηλιγιάννης σᾶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ φέρητε ἀποδείξεις τοῦ χρόνου, τῆς ἐνάρξεως, τῆς διακοπῆς τῆς ἐργασίας· ἀλλ’ αὐτὰ τὰ πράγματα λέγονται παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν τὸν ἀγῶνα, καὶ λέγουν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνουν. Κύριοι, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔγεινε μὲ τὸν σκοπὸν, μὲ τὸν ὁποῖον σᾶς ἐξέθεσεν ὁ Κ. Σαρίπολος, ἤτοι διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν μετὰ τὸν ἀγῶνα ὑπαλλήλων· ὁ νόμος αὐτὸς ὁρίζει ποίους ἀφορᾷ, ὥστε δὲν ἀποβλέπει μόνον τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ὡρίσθη πρὸς τούτοις νὰ ἔχωσι δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εἰς τὸν ἀγῶνα, ὄντες καὶ μετ’ αὐτὸν ὑπάλληλοι, διότι κατὰ προτίμησιν αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ ἔχουν τὰς ὠφελείας. Κύριοι, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὑπηρετησάντων εἰς τὸν ἀγῶνα, καὶ τῶν ὑπηρετησάντων μετὰ ταῦτα, εἶναι τόση, ὅση εἶναι ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν εἰς τὴν δύσιν· ἐκεῖνοι ὑπηρέτησαν τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς ἢ τοῦ θανάτου, ὑπηρέτησαν ἐν ἄκρᾳ κακουχίᾳ, καὶ μὲ μεγίστην στέρησιν καὶ αὐτῶν τῶν πρὸς τὸ ζῇν· αἱ δὲ μετὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσίαι ἦσαν ὑπηρεσίαι ἀναπαύσεως, εὐζωΐας καὶ ἀπολαβῆς μισθῶν. Ἤρχοντο δὲ εἰς αὐτὴν κατὰ χάριν, διὰ μέσων, διὰ σχέσεων καὶ εὐνοίας, τὰς ὁποίας εἶχον, οἱ δὲ ἀγωνισταὶ παρηγκωνίσθησαν, διότι ἐστεροῦντο τοιούτων. Τί μᾶς φέρουν παραδείγματα συντεχνιῶν ὅτι συνέρχονται εἰς συμφωνίαν, διὰ νὰ καταθέσωσί τι ἐκ τῶν ἀπολαυῶν των διὰ νὰ λαμβάνωσιν ἔπειτα ἐξ αὐτοῦ· ἀλλὰ πρὸς ταύτας, Κύριοι, δὲν ὁμοιάζει ἡ περίστασις τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων· τίποτε δὲν κατέβαλον, τίποτε δὲν ἐξώδευσαν οἱ ὑπάλληλοι, τοῦτο τὸ προεῖδεν ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος ἀφῄρεσεν ὅ,τι εἷς ἄλλος νόμος ἀπέδωκε, καὶ ἀντὶ νὰ λαμβάνωσι δραχμὰς 100 νὰ λαμβάνωσιν 95 καθ’ ὑπόθεσιν. Ἤθελον ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα οὗτοι ἂν κατέβαλον ἀπὸ τὰς 95 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν των, ἄλλως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφῄρεσεν ἕνας νόμος, δὲν εἶναι ἐδικόν των. Μᾶς λέγουν, ὅτι τὸ ταμεῖον ναυαγεῖ· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, Κ. ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἔθνος· ἂν δὲ δὲν ἀρκῇ τὸ ταμεῖον, καὶ ἢ ὄχι, εἶναι δεύτερον ζήτημα. Μᾶς λέγουν, ὅτι ἐγένετο κακὴ χρῆσις· ἀλλ’ ἄν τινὲς ἔλαβον παρανόμως, δὲν δύναται τοῦτο νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησαν ἄλλοι νομίμως ἕνεκα τῶν ὑπηρεσιῶν των. Ζητοῦνται μάρτυρες ἀποδείξεως καὶ ἀνταποδείξεως· καὶ ποῦ εἶναι αὐτοὶ οἱ μάρτυρες; ἐκ τῶν ὁπλαρχηγῶν πολλὰ ὀλίγοι ζῶσι διεσπαρμένοι εἰς διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Ποῦ λοιπὸν νὰ τρέχῃ ἕκαστος νὰ ὑπάγῃ νὰ τοὺς εὕρῃ! κ’ ἔπειτα ποῦ γνωρίζει ὁ δεῖνα ὁπλαρχηγὸς, ἢ ἐνθυμεῖται, ὅτι ὁ δεῖνα ὑπηρέτησε καὶ ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν οἰκίαν του, καὶ ὅτι πάλιν ἐπανῆλθεν; ἔπειτα καὶ οἱ ὁπλαρχηγοὶ τὶ θά σᾶς βεβαιώσουν; ὅτι ὁ δεῖνα ὑπηρέτησεν ὑπὸ τὰς σημαίας, οὐχὶ ὅμως καὶ πότε ἤρχισε καὶ πότε ἔπαυσε. Αὐτὴ εἶναι μία διαδικασία, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔχῃ διέξοδον. Ἡ ἀπόδειξις δὲ διὰ μαρτύρων πῶς θὰ γίνῃ, δὲν τὸ ἐννοῶ. Ποῦ θὰ εὕρωμεν τοὺς μάρτυρας τῆς ἀποδείξεως καὶ ἀνταποδείξεως; καὶ ἐὰν εὑρεθῶσιν οὗτοι καὶ συνέλθωσιν ἵνα σχηματίσωσιν ἐπιτροπὴν, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκτιμήσῃ τὰς μαρτυρίας, ποῖος θὰ ᾖναι; Ἔπειτα, Κύριοι, ἔχομεν καὶ κομματικὰ, θὰ παρουσιασθῇ ἕτερος, λέγων, ὄχι, δὲν ἔχει οὕτως, δὲν τὸ γνωρίζει, τοιαῦται περιστάσεις θὰ παρουσιασθῶσι. Θὰ δώσητε τότε τὴν ἁρμοδιότητα εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ Πρωτοδικείου, ἢ εἰς ἄλλο τι σῶμα, νὰ ἀποφασίσῃ. Θὰ παρουσιάζωνται ὡσαύτως αἱ ἐνστάσεις ἂν οἱ μάρτυρες οὗτοι διέπρεψαν εἰς τὸν ἀγῶνα, καὶ ὡς ἐκ τούτου πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἑτέρα βεβαίωσις. Ἐννοεῖτε, ὅτι διὰ τοιούτων διαδικασιῶν δὲν παράγεται τίποτε ἄλλο, ἢ ἡ καταστροφὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀγῶνος. Ἐντεῦθεν, Κύριοι, ἔγεινε καὶ σύγχυσις προτάσεων. Ἠξεύρετε, ὅτι πρὸ πολλοῦ εἶχεν εἰσαχθῆ πρότασις ἀπὸ τὸν Κ. Λεβίδην, καὶ περὶ αὐτῆς ἦτο ὁ λόγος ἐνταῦθα, καὶ ἐτέθη καὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· παρενεβλήθη ὅμως καὶ ἑτέρα πρότασις, ἥτις δὲν εἶναι τροπολογία, ἀλλ’ αὐτοτελὴς νόμος. Λέγω λοιπὸν ὅτι πρέπει κατὰ συνέπειαν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ συζήτησιν τῶν προτάσεων τοῦ Κυρίου Λεβίδου, καθόσον ἡ ἑτέρα πρότασις δὲν εἶναι τροπολογία, ἀλλὰ νόμος καὶ ψήφισμα αὐτοτελὲς, χωρὶς νὰ ἔχῃ σχέσιν. Λέγω λοιπὸν καὶ ἐννοῶ, ὅτι τὰς διατάξεις αὐτὰς δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν, καθόσον θὰ φέρωσι τὴν καταστροφὴν τῶν ἀνδρῶν τοῦ ἀγῶνος.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὑπάρχει πρότασις, ἀφορῶσα τὸ Ναύπλιον (θόρυβος).
§92ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μετὰ τὸ τέλος τοῦ παρόντος ζητήματος.
§93ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Τὴν προκειμένην συζήτησιν προεκάλεσεν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Λεβίδη, πρότασις, ὡς ἐνθυμοῦμαι, προκαλεσθεῖσα ἀπὸ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν εἰς τὰς δοθείσας συντάξεις συνεπείᾳ τοῦ νόμου τοῦ 1861· καὶ διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, Κύριοι! ἐπολεμεῖτο τὸ μέσον τῆς ἀποδείξεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀγῶνος. Ἐγὼ πρῶτος εἶχον σημειωθῆ νὰ ὁμιλήσω κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως, διότι κατ’ ἐμὴν κρίσιν προσβάλλονται τὰ δικαιώματα τοῦ ἀγῶνος, ἀλλ’ ὁ Κ. Λεβίδης μὲ ἐπρόλαβε, διότι διὰ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐπήνεγκεν ἐπὶ τῆς προτάσεώς του, οὐσιωδῶς μετεῤῥύθμισε τὴν πρότασίν του, κανονίσας σχεδὸν τὰ αὐτὰ μέσα ἀποδείξεως, ὁποῖα κανονίζει καὶ ὁ νόμος τοῦ 1861. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ πρότασις ἐκείνη τοῦ Κ. Λεβίδη κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1861 ἰδίως ὡς πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ἀποδείξεως μοὶ ἐφάνη παράδοξος, διότι, ἂν ὑπῆρξε καλόν τι κατὰ τὸ παρελθὸν εἶναι αὐτὸς ὁ νόμος τῶν συντάξεων, εἶναι αὐτὸς ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλήφθη πρόνοια καὶ διὰ τοὺς παρόντας λειτουργοὺς τῆς πατρίδος καὶ διὰ τοὺς ὑπηρετήσαντας κατὰ τὸν ἀγῶνα· ἡ τροπολογία τοῦ Κυρίου Λεβίδη μὲ ἐπρόλαβε, καὶ μὲ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ ἀγῶνος πρέπει νὰ ἀποδειχθοῦν δι’ ἐνόρκου καταθέσεως, δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ τὸν Κ. Λεβίδην, καθόσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον προσδιώρισε, δηλαδὴ μέχρι τοῦ 1827, νὰ ᾖναι δεκταὶ αἱ ἔνορκοι καταθέσεις, καὶ ὄχι μέχρι τοῦ 1829, ἐνῷ ἱστορικῶς ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ὁ ἀγὼν ἀνεγνωρίσθη καὶ παρὰ τῶν ξένων Δυνάμεων, ὅτι διήρκει μέχρι τοῦ 1829, ὥστε αἱ ἔνορκοι καταθέσεις θέλω νὰ ἰσχύωσι μέχρι τοῦ 1829. Δὲν συμφωνῶ διόλου, Κύριοι, μὲ τὴν διατυπωθεῖσαν διαδικασίαν ὡς πρὸς τὸ ἀποδεικτικὸν μέρος, τοῦτ’ ἔστι τοῦ νὰ ἐξετάζωνται μάρτυρες ἐνώπιον τῶν πρωτοδικείων, καὶ κατὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτὴν νὰ παρασταθῇ καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ δημοσίου· λέγω, ὅτι δὲν συμφωνῶ, διότι ἐὰν ζητήσωμεν τοιαύτην διαδικασίαν ὡς πρὸς τὰς ἀποδείξεις τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀγῶνος, τότε εἶναι ὡς νὰ λέγῃ τις, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ δικαιωθῶσι· διότι οἱ ἀληθεῖς ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος, οἱ ἀληθῶς ὑπηρετήσαντες κατὰ τὸν ἀγῶνα πρέπει ἤδη νὰ ἔχουν τοὐλάχιστον τὸ 60 ἔτος τῆς ἡλικίας των. Ὑποθέσατε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι κανονίζεται ἡ ἀπόδειξις τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν, τὸν ἐμμάρτυρον ἐνώπιον τῶν πρωτοδικείων, ἐννοεῖται, ὅτι οὕτω πως γενομένης τῆς ἀποδείξεως, θὰ ἐπέλθωσιν ἀντιῤῥήσεις, αὗται θὰ καταντήσουν δικαστικὰ ζητήματα, ὥστε ὁ ἔχων 60 ἔτη σήμερον, διὰ νὰ ἀρχίσῃ καὶ νὰ ἀποδείξῃ τὰς ὑπηρεσίας, εἶναι ὡς νὰ τὸν λέγητε, θὰ μεταβῇ εἰς τὸν ᾅδην, ἀλλὰ δὲν θὰ λάβῃ τὸ δικαίωμά του. Φρονῶ ὅτι αἱ ἔνορκοι καταθέσεις πρέπει νὰ γίνωνται ὅπως ἐγένοντο μέχρι τοῦδε, ἐνώπιον ἑνὸς εἰρηνοδίκου, ἐνόρκως καὶ δι’ ἐκθέσεως γραπτῆς, καὶ ἑπομένως αὐτὴ ἡ διαδικασία εἶναι ἀρκετή· ἂν θέλετε προσθέτω καὶ τὸ ἑξῆς· ἐὰν εἷς ἄνθρωπος τοῦ ἀγῶνος φέρῃ πιστοποιητικὸν ὁπλαρχηγοῦ ἢ ἑνὸς ἄλλου ἀνθρώπου ἀποδεδειγμένως τοῦ ἀγῶνος, ἑνὸς τῶν προυχόντων, ἑνὸς ἱερέως ἢ ἀρχιερέως κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἐπιφερθῇ ἀμφισβήτησις, ὅτι δὲν εἶναι πρόσωπον τοῦ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος ἀπεβίωσε πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου, τὸ τοιοῦτον πιστοποιητικὸν πρέπει νὰ ᾖναι ἀναμφισβήτητον, διότι ὑπηρέτησε παρά τινι ἀρχηγῷ, ὁ ὁποῖος δὲν ζῇ, δὲν ἔζη δὲ καὶ κατὰ τὸ 1861, ὅτε ἔγινεν ὁ νόμος, πρέπει νὰ τὸν φέρῃ ἀπὸ τὸν ᾅδην εἰς τὴν ἐπίγειον, διὰ νὰ τῷ πιστοποιήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν του; Ἐγὼ προσθέτω εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Λεβίδη καὶ τοῦτο· ὡς ἀποδεικτικὸν μέσον νὰ ἦναι δεκτὰ καὶ τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀγῶνος, ὅταν αὐτὰ ἦναι ἐκδεδομένα παρ’ ἀνθρώπων ἀποδεδειγμένων τοῦ ἀγῶνος καὶ ἀποθανόντων πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Κ. Πρόεδρος ἐπανειλημμένως μᾶς λέγει, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ περιορισθῇ ἐπ’ αὐτοῦ μόνον τοῦ μέρους, διὰ τοῦτο τελειόνω ἕως ἐδῶ· ἐὰν ὅμως ἐπρόκειτο νὰ ἐπεκτανθῇ ἡ συζήτησις, ἤθελον συμφωνήσει μὲ τὸν φίλον μου Κ. Σαρίπολον ὡς πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τοῦ νὰ πληρώνωνται ἀπὸ τὸ Ταμεῖον (θόρυβος). Περὶ τούτου ὅμως ἔχω τὰς ἰδικάς μου ἰδέας, κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τοῦ Κ. Λεβίδη, μὲ τὴν προσθήκην ὅτι πρέπει μέχρι τοῦ 1829 αἱ ἔνορκοι καταθέσεις νὰ ἰσχύουν.
§94ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, μοὶ κακοφαίνεται ὅτι πολλοὶ παρεξήγησαν τὴν πρότασίν μου, λέγοντες ὅτι διὰ ταύτης προσβάλλεται ὁ ἀγών· αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον· φαίνεται ὅμως ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἔλαβον τὸν κόπον ν’ ἀναγνώσωσιν οὔτε τὸν νόμον, οὔτε τὸ διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου· ἂν τὸ ἀνεγίνωσκον ὅμως, θὰ ἔβλεπον, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐνταῦθα δὲν εἶναι νέα, ὑπάρχουσιν εἰς τὸ διάταγμα, τὸ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἐκδοθέν· ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι τὸ μέσον τῆς ἀποδείξεως πρέπει νὰ περιορισθῇ μέχρι τοῦ 27· μετὰ ταῦτα ὅμως δὲν δεχόμεθα ν’ ἀποδειχθῇ διὰ μαρτύρων τὸ δικαίωμα πρὸς σύνταξιν, ἀλλὰ δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων. Ὑπάρχουν πλεῖστα ὅσα ἄλλα μέσα ἀποδείξεως· εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον ὑπάρχουν τοιαῦται ἀποδείξεις· ἡμεῖς οὐδόλως ἠθελήσαμεν νὰ προσβάλωμεν τὸν ἀγῶνα. Πρὸς τούτοις ἐθέσαμεν, ὥστε αἱ μαρτυρίαι νὰ μὴ δίδωνται ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, πρὸς περισσοτέραν ἐγγύησιν, διότι ἐκεῖ συνηγμένου ὄντος τοῦ Δικαστηρίου, θ’ ἀποτείνῃ ὁ Πρόεδρος καὶ καμμίαν ἐρώτησιν, ἐνῷ εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον τὰ τοιαῦτα δὲν τὰ κάμνουν· πέρνουν ἕνα χαρτὶ καὶ γράφουν, ἐπαρουσιάσθη ὁ δεῖνα κτλ. Εἰς δὲ τὸ τέλος ἔχουν μίαν φράσιν στερεότυπον, ὅτι ταῦτα λέγω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασίς μας εἶναι ἁπλουστάτη· δὲν θέλομεν νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀγῶνα μέχρι τοῦ 27, διότι ὁ νόμος τὸν ὥρισε μέχρι τοῦ 29· θέλομεν ὅμως μέχρι τέλους τοῦ 27 ἡ ἀπόδειξις νὰ γίνεται διὰ μαρτύρων, μετὰ ταῦτα ὅμως νὰ γίνεται δι’ ἐγγράφων, διὰ καταστάσεων, διὰ μισθοδοτικῶν καταστάσεων· ὑπάρχουν, Κύριοι, ἄπειρα μέσα.
§95ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἔκλεισεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Κύριοι, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Συνέλευσιν, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως, τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὸ 1 ἄρθρον τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Λεβίδου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ βάσις, εἶναι τὰ ἑξῆς· 1) ἂν πρέπῃ νὰ προσάγωνται ἔγγραφοι ἀποδείξεις· 2) ἂν ἡ διὰ μαρτύρων ἀπόδειξις ἐπιτρέπεται, καὶ ἀπὸ ποίας μέχρι ποίας ἐποχῆς, ἀπὸ τοῦ 21–27 κατὰ τὸν Κύριον Λεβίδην, μέχρι τοῦ 29 κατὰ τὸν Κ. Ἀγγεληνίδην· 3) ὅτι ἡ ἐξέτασις γίνεται ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν· ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ Κ. δεληγιάννης ἐκφράζεται ὡς ἀκολούθως· «τὸ μέσον τῆς διὰ μαρτύρων ἀποδείξεως δὲν ἐπιτρέπεται εἰμὴ μόνον διὰ τὰς ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ 1822 μέχρι τέλους τοῦ 1827 ὑπηρεσίας.» «Ἡ ὅρκισις καὶ ἐξέτασις τῶν προσαγομένων μαρτύρων γίνεται ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν ἐπὶ δημοσίας συνεδριάσεως, φυλαττομένων ὡς πρὸς τὴν κλῆσιν αὐτῶν τῶν διατάξεων τῆς πολιτικῆς δικονομίας». Ἐπίτροπος τοῦ Ταμείου τῶν συντάξεων θεωρεῖται ὁ πρόεδρος τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νόμου ΧΝΒʹ. γνωμοδοτικοῦ συμβουλίου, πρὸς ὃν γνωστοποιοῦνται οἱ μάρτυρες, καὶ ὅστις ἔχει δικαίωμα νὰ προτείνῃ μάρτυρας ἀνταποδείξεως καὶ νὰ παρασταθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοπροσώπως, ἢ διὰ τοῦ ἁρμοδίου οἰκονομικοῦ ἐφόρου». Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Λεβίδου ἔχει ὡς ἕπεται· «τὸ μέσον τῆς δι’ ἐνόρκων καταθέσεων ἀποδείξεως ἐπιτρέπεται καὶ ἐκτείνεται ἐπὶ μόνον τῶν ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι τοῦ 1827 συμπεριλαμβανομένων ὑπηρετιῶν».
§97ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουν δύω προτάσεις, ἡ πρότασις τοῦ Κ. Λεβίδου, νὰ προσάγωνται οἱ μάρτυρες ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, ἡ δὲ τοῦ Ἀγγελινίδου, ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου. Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπάρχουν μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ προσέλθουν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ σᾶς φέρω παράδειγμα.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκλεισεν ἡ συζήτησις.
§99ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ὁ στρατηγὸς Πλαπούτας· διὰ τοῦτο λέγω νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι καθ’ ἣν περίπτωσιν ὁ μάρτυς δὲν δύναται νὰ προσαχθῇ ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, νὰ ἐξετάζηται ἐνόρκως ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου.
§100ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, λέγω, ὅτι πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ Κ. Σαρίπολος. Ὁ Κ. Σαρίπολος ἰσχυρίσθη ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ὅλος ὁ ἀγὼν ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ τοῦ δημοσίου. Πρέπει λοιπὸν νὰ προηγηθῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σαριπόλου δύναται νὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων τούτων.
§102ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Λεβίδου εἶναι, ὅτι θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ὑπηρεσία ἡ κατὰ τὸν ἀγῶνα· ἡ τοῦ Κυρίου Σαριπόλου εἶναι ἄντικρυς ἐναντία.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀποκλείσῃ τὸν ἀγῶνα ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σαριπόλου, ἀλλὰ λέγει, ὅτι πρέπει νὰ πληρώνεται ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ὁ ἀγών, ὥστε δὲν ἔχει σχέσιν.
§104ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως προϋποθέτουν κεκτημένον ἤδη τὸ δικαίωμα. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις προβῇ εἰς τὸ νὰ κανονίσῃ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποδειχθῇ ἡ κατὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσία, προϋποθέτει τοῦτο, ὅτι ἀποδέχεται ἤδη τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ ἀποζημιωθῇ καὶ ὑπαχθῇ εἰς τὴν σύνταξιν ἡ κατὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσία· τοῦτο ὅμως ἴσα ἴσα ἀμφισβητεῖ ὁ Κύριος Σαρίπολος.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σαριπόλου. «Οἱ μήπω καταβαλόντες πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος ψηφίσματος εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων θέλουν λαμβάνει τὴν σύνταξίν των ὅλην ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, οἱ δὲ καταβαλόντες ἐν μέρει θέλουν λαμβάνει ἀπὸ μὲν τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων ποσοστὸν ἀνάλογον τοῦ χρόνου, ἐφ’ ὃν κατέβαλον, τὸ δ’ ὑπόλοιπον αὐτῆς ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου.» «Συνεπείᾳ τῆς ἀνωτέρω διατάξεως ἀπαλλάττεται τὸ δημόσιον τῆς ἐξ 100,000 δραχμῶν ἐτησίας χορηγίας εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων.» Ὁ νόμος περὶ συντάξεων κανονίζει καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀποδείξεως. Λοιπὸν δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τὸ ἓν μὲ τὸ ἄλλο. Πῶς θὰ πληρωθῇ ἡ σύνταξις, καὶ πῶς θὰ ἀποδειχθῇ, εἶναι δύω διάφορα ζητήματα.
§106ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν, Κύριε Πρόεδρε, ἀντὶ νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὸ πλῆθος τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν, ἤθελεν εἶσθαι καλλίτερον, ἴσως δὲν εἶναι κανονικὸν, νὰ τεθῇ πρῶτον τὸ ζήτημα, ἂν θεωρῶμεν ἰσχύοντα τὸν νόμον, καὶ ἂν πέσῃ αὐτὸ, νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ ἄλλα, διότι εἴμεθα πολλοὶ ὑπὲρ τοῦ νόμου.
§107ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ αἱ προτάσεις εἶναι πολλαὶ, δὲν θὰ ἠμπορέσωμέν ποτε νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, εἰς μίαν λύσιν λογικὴν καὶ κανονικήν. Διὰ τοῦτο προτείνω, μία ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὅλας τὰς τροπολογίας, νὰ τὰς συγχωνεύσῃ εἰς μίαν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ σπουδαῖα ζητήματα εἶναι δύω. Μὴ συγχύζεσθε, ὅτι εἶναι πολλαὶ αἱ προτάσεις. Τὸ πρῶτον ζήτημα εἶναι ἡ ἐμμάρτυρος ἀπόδειξις, ἂν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται ἀπὸ τοῦ 21 μέχρι τοῦ 27, ἢ νὰ ἐπεκταθῇ μέχρι τοῦ 29, κατὰ τὸν κείμενον νόμον.
§109ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Πρῶτον εἶναι, ἂν ἐπιτρέπηται ἡ ἐμμάρτυρος ἀπόδειξις.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ νόμος ἐπιτρέπει τὴν ἐμμάρτυρον ἀπόδειξιν, γίνεται μία τροπολογία εἰς αὐτὸν, ἥτις λέγει ὅτι ἀπαγορεύεται· ἀλλὰ μία ἄλλη τροπολογία λέγει ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ διὰ μαρτύρων ἀπόδειξις ἀπὸ τοῦ 21–27. Δεύτερον ζήτημα ἡ ἐξέτασις τῶν μαρτύρων πρέπει νὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν ἢ τῶν Εἰρηνοδικῶν; — Δύναται δὲ νὰ θεωρηθῇ ὡς σπουδαῖον καὶ τὸ ζήτημα ἂν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων πρέπει νὰ κλητεύηται καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ συμβουλίου τῶν συντάξεων ἢ ὄχι. Αὐτὰ εἶναι τὰ 3 ζητήματα· ἅμα λύσητε αὐτὰ, τὰ ἄλλα δὲν εἶναι παρὰ συναρμολόγησις τοῦ ἄρθρου.
§111ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Διατί δὲν θέλετε τὴν ἐδικήν μου πρότασιν, ἂν θέλωμεν τροποποίησιν τοῦ νόμου;
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι παρεδέχθη ἡ ἀρχή.
§113ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέτω τὸ πρῶτον ζήτημα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ ᾖναι δεκτὴ ἡ διὰ μαρτύρων ἀπόδειξις, βεβαίως, ἀπὸ τοῦ 21 μέχρι τοῦ 27 μόνον, καὶ τούτου συμπεριλαμβανομένου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Δεύτερον ζήτημα, ἡ ἐξέτασις πρέπει νὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν ἢ Εἰρηνοδικῶν;
§115ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Ἔχω ὅλως διόλου ὑποτροπολογίαν· νὰ προηγηθῇ αὐτή.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Ἀγγελινίδου εἶναι. «Θεωρεῖται ὡς ἰσχυρὰ ἀπόδειξις τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀγῶνος ἡ ἐκδοθεῖσα ἔγγραφος πιστοποίησις παρ’ ἀνδρῶν τοῦ ἀγῶνος, ἀποβιωσάντων πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου». Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν αὐτὴν νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι), ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν νὰ γίνηται ἡ ἐξέτασις τῶν μαρτύρων ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοὶ) εἶναι ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα.
§117ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν.) Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 20).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἀντιθέτως.
§119ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. (θόρυβος)
§120ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ Κ. Παντολέων θέλει νὰ τὸ ἀφαρπάσῃ τὸ ζήτημα, προτείνω ὅτι δὲν εἴμεθα πλήρεις.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ ἐξέτασις τῶν μαρτύρων θὰ γίνηται ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν, λέγουσι ναὶ, οἱ δὲ θέλοντες νὰ γίνηται ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικῶν λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῆς ψηφοφορίας ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι πλήρης. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 4 καὶ
10 Μ. Μ.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Θ. Βενετσάνος.