1863.12.23
1,886 rows · 14,230 words · 41 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡϞΣΤʹ.
Τῆς 23 Δεκεμβρίου 1863.
(Δευτέρα.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προλαβούσης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἀποπερατωθῶσι τὰ πρακτικὰ θ’ ἀναγνώσωμεν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου οἰκοδομῶν. Ἄρθρ. 1. Ἐπιβάλλεται φόρος ἐφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν οἰκοδομῶν ἄνευ διακρίσεως τῶν ἐνοικιαζομένων ἢ μὴ, κανονιζόμενος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐτησίας προσόδου αὐτῶν. Ἄρθρ. 2. Εἰς τὸν φόρον τοῦτον δὲν ὑποβάλλονται· ά.) Αἱ οἰκοδομαὶ αἱ μὴ ἐνοικιαζόμεναι, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος εἶναι ἐλάσσων τῶν δραχ. 240· εἰς τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην δὲν ὑπάγονται τὰ ἐργαστήρια καὶ τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα. βʹ.) Αἱ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἀκατοίκητοι οἰκίαι. γʹ.) Αἱ δι’ ἀποθήκας, ἐργαστήρια ἢ βιομηχανικὰ καταστήματα χρησιμεύουσαι οἰκοδομαὶ, τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο χρῆσις καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Αἱ ἐπὶ μέρος μόνον τοῦ ἔτους κατοικούμεναι ἢ ἐνοικιαζόμεναι οἰκίαι, καὶ αἱ δι’ ἀποθήκας, ἐργαστήρια, ἢ βιομηχανικὰ καταστήματα χρησιμεύουσαι οἰκοδομαὶ, φορολογοῦνται ἀναλόγως τοῦ χρόνου τῆς κατοικίας, χρήσεως, ἢ ἐνοικιάσεως. δʹ.) Αἱ νεόδμητοι οἰκίαι διὰ τὰ δύω πρῶτα ἔτη τῆς κατοικήσεώς των. έ.) Αἱ ἐν τοῖς γεωργικοῖς κτήμασιν οἰκίαι, τὰ φιλανθρωπικὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα, ἐκτὸς τῶν ἰδιωτικῶν σχολείων. ϛʹ.) Αἱ εἰς τοὺς ναοὺς ἀνήκουσαι οἰκοδομαὶ, ὅσαι κατοικοῦνται ἀπὸ ἱερεῖς καὶ μοναχούς. ζʹ.) Τ’ ἀνάκτορα μετὰ τῶν παραρτημάτων αὐτῶν, τὰ δημόσια καταστήματα καὶ τὰ μὴ ἐνοικιαζόμενα δημοτικά. Ἄρθρ. 3. Ὡς ἐτησία πρόσοδος τῶν οἰκοδομῶν λογίζεται τὸ ἐνοίκιον, ὅπερ ἀπολαμβάνει ὁ ἰδιοκτήτης ἢ ἤθελεν ἀπολαμβάνει, ἐὰν ἐνοικίαζε τὴν παρ’ αὐτοῦ κατοικουμένην οἰκοδομήν. Βάσις δὲ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἐνοικίου χρησιμεύει διὰ μὲν τὰς ἐνοικιαζομένας οἰκοδομὰς ἡ μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ ἐνοικιαστοῦ συμφωνία, διὰ δὲ τὰς ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν κατοικουμένας ἡ σύγκρισις αὐτῶν πρὸς τὰς ἐνοικιαζομένας· ὅπου διὰ τὰς ἐνοικιαζομένας δὲν προσάγεται ἡ συμφωνία ἢ ἐπὶ τῆς προσαγομένης ἐγείρονται ὑπόνοιαι, προσδιορίζεται καὶ αὐτῶν τὸ ἐνοίκιον κατ’ ἐκτίμησιν. Ἄρθρ. 4. Ἅμα μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ἐπιτροπὴ, συγκειμένη ὑπὸ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, τοῦ Δημάρχου, ἢ τούτων κωλυομένων, ὑπὸ τῶν νομίμων αὐτῶν ἀναπληρωτῶν, καὶ ἑνὸς τέκτονος, διοριζομένου ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς δαπάνῃ τοῦ δημοσίου, συντάσσει, ἐπὶ τόπου μεταβαίνουσα, τὸν κατάλογον τῶν ἐν γένει φορολογητέων οἰκοδομῶν κατὰ δῆμον. Κατὰ τοῦ Δημάρχου, ἢ τοῦ νομίμου αὐτοῦ ἀναπληρωτοῦ, μετὰ τακτικὴν πρόσκλησιν τοῦ Ἐφόρου, μὴ ἐμφανιζομένου, ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς διοικητ. ἀρχῆς, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, πρόστιμον 50 μέχρι 500 δραχμῶν. Ὁ κατάλογος ἐμφαίνει ά) τὸ ὀνοματεπώνυμον, ἐπάγγελμα καὶ κατοικίαν τοῦ ἰδιοκτήτου· βʹ) τὴν πόλιν ἢ χωρίον καὶ τὴν θέσιν, ὅπου εἶναι ἡ οἰκοδομὴ, ὡς καὶ τὸν ἀριθμὸν αὐτῆς, ἂν ᾖναι ἠριθμημένη· γʹ) τὴν κατὰ τ’ ἄρθρον 3 τοῦ παρόντος Νόμου ἐτησίαν πρόσοδον ἑκάστης οἰκοδομῆς, σημειουμένην καὶ ὁλογράφως, καὶ δ) τὴν καθ’ ὑπολογισμὸν ἔκτασιν τοῦ οἰκοπέδου, ἐν ᾧ ὑπάρχει ἡ οἰκοδομὴ μετὰ τῆς περιοχῆς αὐτῆς. Ἄρθρον 5. Ὁ κατάλογος οὗτος ἐκτίθεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Δημαρχικὸν κατάστημα, ἀποσπάσματα δ’ αὐτοῦ εἰς τὰ παρεδρεῖα ἐπὶ δέκα πέντε συνεχεῖς ἡμέρας, προηγουμένης ἐπὶ τούτῳ διακηρύξεως τοῦ Δημάρχου, ἥτις δημοσιεύεται διὰ τοιχοκολλήσεως καὶ δι’ ἐπ’ ἐκκλησίας ἀναγνώσεως πρὸ 8 ἡμερῶν. Ἐν τῷ διαστήματι τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ παραδίδονται ἐπὶ ἀποδείξει εἰς τὸν Δήμαρχον ἢ τὸν ἁρμόδιον εἰδικὸν Πάρεδρον αἱ κατὰ τοῦ καταλόγου ἐνστάσεις ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Αἱ ἐνστάσεις γίνονται καὶ ὑπὸ τρίτων καὶ κοινοποιοῦνται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ τοῦ ἁρμοδίου Δημάρχου ἢ εἰδικοῦ παρέδρου εἰς τὸν φορολογούμενον, ὅστις δύναται νὰ φέρῃ τὰς ἀντιῤῥήσεις του ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς πρὸς αὐτὸν κοινοποιήσεως.
§2ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς αὐτὸ τὸ μέρος ζητῶ νὰ γίνῃ μία διασάφησις. Ἂν ὁ φορολογούμενος ἀποδημῇ εἰς ἄγνωστον μέρος ποῦ θὰ τὸν εὕρῃ ὁ δήμαρχος διὰ νὰ τοῦ παρουσιάσῃ τὰς ἐνστάσεις τρίτων;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἀδύνατα δὲν δυνάμεθα νὰ προνοήσωμεν. Ἐκάματε λόγον καὶ προχθὲς περὶ τούτου. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις ἀπὸ τοῦ 6 ἄρθρου μέχρι τέλους. Ἄρθρον 6. Παρελθούσης τῆς πρὸς παράδοσιν τῶν ἐνστάσεων προθεσμίας, ὁ κατάλογος μετὰ τῶν δοθεισῶν κατ’ αὐτοῦ ἐνστάσεων ἀποστέλλεται εἰς τὸν Οἰκον. Ἔφορον ὑπὸ τοῦ Δημάρχου ἐντὸς πέντε ἡμερῶν. Ἐπιτροπὴ δὲ συγκειμένη ὑπὸ τοῦ Ἐπάρχου, τοῦ προέδρου τοῦ οἰκείου δημοτ. Συμβουλίου καὶ τοῦ Εἰρηνοδίκου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου κεῖται ἡ οἰκοδομὴ, δικάζει ὁριστικῶς καὶ ἀνεκκλήτως τὰς δοθείσας κατὰ τοῦ καταλόγου ἐνστάσεις· συνέρχεται δ’ αὕτη ἐν τῷ καταστήματι τῆς ἐφορίας τῇ προσκλήσει τοῦ Ἐφόρου, ὅστις ὁρίζει τὴν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ παρίσταται κατὰ τὴν ἐκδίκασιν. —Ὁ πρόεδρος τοῦ οἰκείου δημοτ. Συμβουλίου προσκαλεῖται ἐπὶ ἀποδείξει, καὶ τούτου κωλυομένου, ὁ λαβὼν τὰς πλειοτέρας ψήφους δημοτ. Σύμβουλος. Ἄρθρ. 7. Ἡ διαληφθεῖσα ἐπιτροπὴ, περαιώσασα τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐνστάσεων, κηρύττει τὸν κατάλογον ὁριστικὸν διὰ πράξεώς της καταχωριζομένης κάτωθι αὐτοῦ. Ὁ κατάλογος οὗτος ἰσχύει διὰ πέντε ἔτη. Ἡ δ’ ἀναθεώρησις αὐτοῦ ἄρχεται τὴν 1 Ἰουνίου 1869. Ἄρθρ. 8. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατὰ τὸν κατάλογον ὁριστικῶς προσδιωρισμένης ἐτησίας προσόδου καὶ τοῦ διὰ τοῦ ἐνιαυσίου Νόμου ὁριζομένου ποσοῦ ἐγγείου φόρου, ὁ οἰκονομικὸς Ἔφορος συντάσσει καὶ παραπέμπει εἰς τὸν ταμίαν τὸν ἀναγκαῖον φορολογικὸν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸ ὀνοματεπώνυμον καὶ κατοικίαν τοῦ φορολογουμένου καὶ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Ἄρθρ. 9. Διαρκούντων τῶν πέντε ἐτῶν, τροποποίησις τοῦ καταλόγου ἐπιτρέπεται εἰς τὰς ἑξῆς μόνον περιπτώσεις· ά) ὅταν ἔλαβε χώραν μεταβίβασις οἰκοδομῆς τινος, περὶ ταύτης παραδίδεται δήλωσις ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου μετὰ τῶν ἀναγκαίων ἐγγράφων εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ὁ δὲ φόρος πληρώνεται ὑπὸ τοῦ νέου ἰδιοκτήτου ἀπὸ τοῦ ἀμέσως ἑπομένου ἔτους· βʹ) ὅταν οἰκοδομή τις κατηδαφίσθη ἢ ἔμεινεν ἀκατοίκητος ἢ δὲν ἐγένετο χρῆσις αὐτῆς, ὅταν ᾖναι ἀποθήκη ἢ βιομηχανικὸν κατάστημα· περὶ τούτου παραδίδεται ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου εἰς τὸν ἔφορον ἔνστασις δικαζομένη ὑπὸ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 7 συγκροτουμένης ἐπιτροπῆς· καὶ γʹ) Ὅταν ἐντὸς τοῦ ἔτους κατεστάθησαν φορολογήσιμοι οἰκοδομαὶ μὴ περιλαμβανόμεναι εἰς τὸν κατάλογον· διὰ τὴν προσθήκην αὐτῶν ἐνεργοῦνται ἐπιμελείᾳ τοῦ ἐφόρου ὅσα καὶ διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀρχικοῦ καταλόγου. Ἄρθρ. 10. Ὁ ἐπὶ τῆς ἐξηκριβωμένης κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος ψηφίσματος προσόδου προσδιορισμὸς τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν θέλει γίνεσθαι ὁμοῦ μὲ τὸν τῶν ἐγγείων φόρων κατ’ ἔτος. Ἡ δὲ πληρωμὴ γίνεται τὴν 1 Φεβρουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἄρθρ. 12. Ἐκ τῆς προσόδου τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν 10% ἀνήκουσιν εἰς τὰ δημοτικὰ ταμεῖα τῶν οἰκείων δήμων. Ἄρθρ. 13. Ὅστις τῶν δημάρχων ἢ παρέδρων ἤθελε παραμελήσει τὴν τακτικὴν τοῦ καταλόγου ἔκθεσιν, ἢ δὲν ἤθελεν ἀποστείλει ἐγκαίρως τὸν κατάλογον εἰς τὸν Οἰκονομ. Ἔφορον, ἢ δὲν ἤθελε δεχθῆ παρουσιασθεῖσαν ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας ἔνστασιν ἢ δὲν ἤθελεν ἐκδώσει εἰς τὸν παρουσιάσαντα αὐτὴν τακτικὴν ἀπόδειξιν, ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ Ἐπάρχου εἰς πειθαρχικὸν πρόστιμον δραχ. 5–50, ἐφαρμοζομένης ἐν ὑποτροπῇ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρ. 48 τοῦ ποιν. νόμου. Ἐν περιπτώσει μὴ παραδοχῆς τῆς ἐνστάσεως ἐκ μέρους τοῦ δημάρχου ἢ παρέδρου, ἐπιδίδεται αὕτη ἐντὸς τῆς προθεσμίας εἰς τὸν οἰκονομικὸν Ἔφορον. Ἄρθρ. 13. Ἡ διὰ τοῦ παρόντος νόμου ἐπιβαλλομένη φορολογία ἄρχεται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1864. Ἄρθρ. 14. Ὁ ἀπὸ 2 Δεκεμβρίου 1845 ΚϚʹ. νόμος ὡς καὶ πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης ἐζήτησε τὸν λόγον διὰ νὰ φέρῃ διασαφήσεις τινὰς ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεώς του κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν.
§5ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι! Εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου τῆς τελευταίας συνεδριάσεως μία λέξις ἀκαταλλήλως ῥιφθεῖσα, ἕνεκα ἐλλείψεως περὶ τὸ λέγειν, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν Κύριον Ζαΐμην διὰ νὰ προσβάλῃ αὐτὴν μὲ τὴν λέξιν «ἄλογος συνταγματικὴ δοξασία.» Κύριοι! Ὁμιλῶν προχθὲς ὅτι, ὅταν ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε, εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως τὸν κατάλογον τῆς τοποθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ὡς ἀπόῤῥοιαν τῆς συναινέσεως ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου, εἶπον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς κατὰ καθῆκον ὑπέγραψε. Διὰ τῆς λέξεως αὐτῆς δὲν ἠννόουν ποτὲ νὰ θεωρήσω συνταγματικὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁσάκις πρᾶξίς τις, εἴτε ἐκ μέρους ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, εἴτε ἐκ μέρους ἑνὸς μέλους αὐτοῦ ὑποβάλλεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Βασιλέως, ἔχει καθῆκον νὰ τὴν ὑπογράψῃ· ἀλλ’ ἠννόουν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, τὴν βασιλικὴν ὑπογραφὴν διὰ τοῦ ἀνευθύνου, καὶ ὅτι ὁ Βασιλεὺς, ὁσάκις τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ὑποβάλλει εἰς αὐτὸν μίαν ἐργασίαν ἀκολουθῶν, ἢ εὐλαβούμενος τὰς συνταγματικὰς ἀρχὰς ὑπογράφει· δὲν ἠννόουν πώποτε, ὅτι ἔχει καθῆκον, διότι εἰς τοιαύτην περίπτωσιν φρονῶ, ἢ ὅτι παραδέχεται τὴν ἐπικύρωσιν μιᾶς ἐργασίας, ἢ ὅτι ἔχει λόγους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀναγκάζουν νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ, καὶ τότε κάμνει χρῆσιν τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων. Κατὰ συνέπειαν, παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ διατάξῃ τοὺς στενογράφους, ὥστε, ἀντὶ τῆς λέξεως, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὑπέγραψε κατὰ καθῆκον, νὰ τεθῇ, ὑπέγραψεν εὐλαβούμενος τὰς συνταγματικὰς ἀρχάς.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ βεβαιωθῇ ἐντὸς τῶν πρακτικῶν, ὅτι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ δὲν περιλαμβάνουν ὁλοκλήρους τὰς ὁμιλίας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου· ἐπιθυμῶ αὐτὸς ὁ κανὼν νὰ τηρηθῇ δι’ ὅλους.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο ἐτηρήθη μέχρι τοῦδε· ἂν ἔγεινεν ἐξαίρεσις, ἐγένετο ὡς πρὸς τὰς ἀγορεύσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, διότι ἐπρόκειτο περὶ πραγμάτων ἀφορώντων τὰς σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν ξένων δυνάμεων. Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας ἀγορεύσεις σημειοῦται ἡ περίληψις μόνον.
§8ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγὼ ἐντελῶς, καλῇ τῇ πίστει, ἤθελον ν’ ἀναιρέσω τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης πρὸς ἐμπέδωσιν τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν. Βεβαίως δὲν ἤθελον νὰ τὸν παρεξηγήσω, καὶ ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, ὅτι κατὰ λάθος ἐξέφερεν αὐτάς· ἄλλο ἤθελε νὰ ἐννοήσῃ διὰ τῶν λέξεων, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ἄλλο ἐγὼ ἐννόησα. Ἐγὼ καλῇ τῇ πίστει ἔλαβον τὰς λέξεις αὐτὰς κατὰ τὴν κυρίαν αὐτῶν σημασίαν. Ὅθεν σήμερον ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης ἐξέφρασε καθαρῶς τὰς συνταγματικὰς ἀρχάς του, δὲν ἔχω παρὰ ν’ ἀναιρέσω καὶ νὰ συγχαρῶ αὐτόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ δὲν περιέχουσι τὴν ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης. Τὰ πρακτικὰ ταῦτα θὰ μένωσιν ἑπομένως ὅπως ἔχουσι. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ἐγκρίνει νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἐνεκρίθησαν;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη, νομίζω ὅτι ἡ ἐπανόρθωσις εἶναι ἡ ἀγόρευσις ἡ σημερινή. Ἡ καταχώρησις τῆς ἐξηγήσεως ταύτης εἰς τὰ πρακτικὰ εἶναι ἀρκοῦσα διόρθωσις. Τὰ πρακτικὰ λοιπὸν ἐνεκρίθησαν. Ὁ Κ. Γόντικας ἐζήτησε τὸν λόγον, καθόσον ἀποβλέπει τὸ σύνολον.
§12ΓΟΝΤΙΚΑΣ. ......... (θόρυβος). Ἡ τρίτη διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 δὲν ἔκαμεν ἄλλο, ἢ ν’ ἀνανεώσῃ τὸν νόμον περὶ φόρου οἰκοδομῶν ὁ ὁποῖος ὑπάρχει, ὥστε βλέπετε διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐνομοθετήσαμεν διὰ μόνας τὰς ἐπαρχίας ὅπου δὲν ἐνοικιάζονται, ἐκεῖ μὲν νὰ φορολογῶνται αἱ μὴ ἐνοικιαζόμεναι οἰκίαι, ἐδῶ δὲ νὰ φορολογῶνται ἀναλόγως τοῦ χρόνου. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ ἐνομοθετήσαμεν.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἐνοήσαμεν (θόρυβος).
§14ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐνοικιάζονται αἱ οἰκίαι, διότι δὲν ὑπάρχουσι ξένοι, θὰ φορολογῶνται, ἐδῶ δὲ εἰς τὰς Ἀθήνας θὰ φορολογῶνται ἀναλόγως τοῦ χρόνου. (θόρυβος). Λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἐνεωτερίσαμεν, διὰ τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ δευτέρου ἄρθρου· ἐνομοθετήσαμεν, ὅ,τι λέγει ὁ φόρος ὁ ὑπάρχων τῶν οἰκοδομῶν. (θόρυβος).
§15ΤΙΝΕΣ. Ἔκλεισεν ἡ συζήτησις.
§16ΚΑΛΟΣ. Ὁ παράγραφος τρίτος τοῦ 39 ἄρθρου τοῦ κανονισμοῦ λέγει· «Ἐπὶ τῆς ἀναγνώσεως ταύτης οὐδεμία νέα πρότασις, ἢ ἐξ ἐκείνων περὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις, δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, καὶ οὐδεμία τροποποίησις δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς συζήτησιν, ἂν δὲν ἔχῃ ἀντικείμενον ἀποκλειστικὸν τὴν συζήτησιν τοῦ κειμένου.» Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Γόντικα εἶναι ἀπαράδεκτος.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὁ πληρεξούσιος Κύριος Ζέρβας, στρατηγὸς, ζητεῖ ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τοῦ δοθῇ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πληρεξούσιος Κύριος Ν. Βουδούρης ἐζήτησε καὶ ἔλαβε 10 ἡμερῶν ἄδειαν, ὡσαύτως ὁ Κ. Λεωνίδας Σταμάτου 8 ἡμερῶν ἄδειαν. Κύριοι, ἀναγγέλλω ὑμῖν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ συντάγματος, συνέταξε τὸ πολίτευμα καὶ πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ. Ὁ Κύριος Ἀντιπρόεδρος ἔχει τὸν λόγον.
§20ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἐπεραίωσε τὸ ἔργον της καὶ τὸ ὑποβάλλει εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ σώματος. Εἵπετο βέβαια καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ παρουσιασθῇ συγχρόνως κατὰ τὴν περὶ τὰ τοιαῦτα τάξιν καὶ ἡ ἔκθεσις ἡ δικαιολογητική. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπή σας, Κύριοι, ἔχουσα ἀφ’ ἑνὸς ὑπ’ ὄψιν τὴν κοινὴν ἀνυπομονησίαν τῆς παρουσιάσεως τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου χρεωστοῦσα σεβασμὸν εἰς τὰς διαταγὰς τὰς τελευταίας τῆς Συνελεύσεως, σπεύδει νὰ ὑποβάλῃ τοῦτο. Συγχρόνως δὲ ὠνόμασε 7 μέλη ἐξ αὑτῆς, τὸν Κ. Διομήδην Κυριακοῦ, τὸν Κ. Δόσιον, τὸν Κ. Θ. Δηλιγιάννην, τὸν Κ. Καλλιγᾶν, τὸν Κ. Σαρίπολον, καὶ τὸν Κ. Παπαζαφειρόπουλον μετὰ τοῦ γραμματέως αὐτῆς Κ. Μαυρομαρᾶ, ἵνα διαιρέσωσι τὴν ὕλην, καὶ σπεύσωσι νὰ ὑποβάλωσι καὶ τὴν ἔκθεσιν· εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἕως ὅτου τυπωθῇ τὸ σχέδιον ἡ ἔκθεσις θέλει παρουσιασθῆ, διότι οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐργασθῶσιν ἐπ’ αὐτῆς, εἶναι ἐπιμελεῖς καὶ κατηρτισμένοι εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ὑποθέσεως, καὶ θέλουσι φιλοτιμηθῆ, ὥστε νὰ ἔλθῃ ὅσον τάχιον ἡ ἔκθεσις. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλουσα εἰς ὑμᾶς τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ ἔργον της δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένον σφαλμάτων, δὲν εἶναι βέβαια τὸ τέλειον, ὡς συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Ἔχει ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν θέλει ἀμφιβάλλει ὅτι κατεβλήθη πᾶσα ἡ δυνατὴ προσπάθεια πρὸς προπαρασκευὴν αὐτοῦ, καὶ πᾶσα ὀφειλομένη προσοχὴ, ὅπως τὸ ἔργον τοῦτο παρουσιασθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν πλῆρες, καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος. Παραδίδω τὸ Σύνταγμα εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Κυρίου Προέδρου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Γραμματεὺς παρακαλεῖται ν’ ἀναγνώσῃ τὸ πολίτευμα.
§22ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ (Μαυρομαρᾶς). (ἀναγινώσκει τὸ Σύνταγμα).
ΣΧΕΔΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ.
Περὶ Θρησκείας. Ἄρθρον 1. Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία εἶναι ἀνεκτὴ καὶ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας. Ἄρθρον 2. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκεῖναι, τούς τε ἱεροὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς κανόνας, καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις· εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος, ἐνεργοῦσα, ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας, τὰ κυριαρχικὰ αὑτῆς δικαιώματα, καὶ διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Περὶ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Ἄρθρον 3. Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου, καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των· μόνοι δὲ οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας. Πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτήσουσι τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατά τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους. Ἄρθρον 4. Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος· οὐδεὶς καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται ἢ ἄλλως πως περιορίζεται, εἰμὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει. Ἄρθρον 5. Ἐξαιρουμένου τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ ᾐτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως· ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν, ὅστις ὀφείλει ἐντὸς τὸ πολὺ τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς του εἴτε ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν, εἴτε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως· παρελθουσῶν τῶν τριῶν ἡμερῶν χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως, πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἄλλος ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος, εἴτε πολιτικὸς ὑπάλληλος εἶναι, εἴτε στρατιωτικὸς, ὀφείλει ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν παραχρῆμα· οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει. Ἄρθρον 6. Πᾶς ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι προφυλακιζόμενος δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποφυλάκισίν του δι’ ἐγγυήσεως ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν διὰ βουλεύματος, καθ’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀνακοπή· οὐδέποτε ἡ προφυλάκισις ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, ὑποκειμένου καὶ τούτου εἰς ἀνακοπήν. Ἄρθρον 7. Ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος προηγουμένως αὐτήν. Ἄρθρον 8. Οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ Νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ. Ἄρθρον 9. Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀναφέρωνται ἐγγράφως εἰς τὰς ἀρχὰς, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἄρθρον 10. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία. Αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύνανται νὰ ἀπαγορευθῶσιν, ἐὰν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἄρθρον 11. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἄνευ προηγουμένης ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς πάντα σκοπὸν ὑπὸ τοῦ Νόμου μὴ ἀπαγορευόμενον· συνεταιρισμός τις ὅμως δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ διοικητικῶς, ἀλλὰ μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἄρθρον 12. Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλος· οὐδεμία κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται, εἰμὴ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει. Ἄρθρον 13. Ἐν Ἑλλάδι οὔτε πωλεῖται οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος· ἀργυρώνητος, ἢ δοῦλος παντὸς γένους καὶ πάσης θρησκείας εἶναι ἐλεύθερος, ἅμα πατήσῃ ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ἄρθρον 14. Πᾶς τις δύναται νὰ δημοσιεύῃ προφορικῶς τε, ἐγγράφως καὶ διὰ τοῦ τύπου τοὺς στοχασμούς του, τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους· ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος· ἡ λογοκρισία ὡς καὶ πᾶν ἄλλο προληπτικὸν μέτρον ἀπαγορεύεται· ἀπαγορεύεται ὡσαύτως ἡ κατάσχεσις ἐφημερίδων καὶ ἄλλων ἐντύπων διατριβῶν, εἴτε πρὶν διανεμηθῶσιν, εἴτε μετὰ τὴν δημοσίευσίν των. Οἱ ἐκδόται ἐφημερίδων θέλουσιν εἶναι πολῖται Ἕλληνες. Ἄρθρον 15. Οὐδεὶς ὅρκος ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος καὶ τὸν τύπον αὐτοῦ. Ἄρθρον 16. Ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάνῃ τοῦ Κράτους· εἰς δὲ τὴν Δημοτικὴν συντρέχει καὶ τὸ Κράτος κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης τῶν Δήμων· ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συσταίνῃ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα, συμμορφούμενος μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἄρθρον 17. Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅταν καὶ ὅπως ὁ Νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ἄρθρον 18. Αἱ βάσανοι καὶ ἡ γενικὴ δήμευσις ἀπαγορεύονται. Ὁ πολιτικὸς θάνατος καταργεῖται. Ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων καταργεῖται, ἐκτὸς τῆς κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας ἀνθρωποκτονίας. Ἄρθρον 19. Οὐδεμία προηγουμένη ἄδεια ἀπαιτεῖται πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ τὰς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἀξιοποίνους πράξεις αὐτῶν, ἐκτὸς τῶν περὶ ὑπουργῶν εἰδικῶς διατεταγμένων. Ἄρθρον 20. Τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν εἶναι ἀπολύτως ἀπαραβίαστον. Περὶ Συντάξεως τῆς Πολιτείας. Ἄρθρον 21. Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους, ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ἄρθρον 22. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Ἄρθρον 23. Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν Νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν Γερουσίαν καὶ τὸ ὑπουργεῖον· πᾶς νόμος, ἀφορῶν τοὺς ἐτησίους προϋπολογισμοὺς, τὰ ἔσοδα ἢ ἔξοδα τοῦ Κράτους, διάθεσιν ἐθνικῆς περιουσίας, τὸν ἐτήσιον προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, καὶ τὴν στρατολογίαν καὶ ναυτολογίαν, εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφίζεται παρ’ αὐτῆς. Ἄρθρον 24. Οὐδεμία πρότασις, ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου, πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Γερουσίας. Ἄρθρον 25. Ἐὰν πρότασις νόμου ἀποῤῥιφθῇ ὑπὸ μιᾶς τῶν τριῶν νομοθετικῶν ἐξουσιῶν, δὲν εἰσάγεται ἐκ νέου εἰς τὴν αὐτὴν βουλευτικὴν Σύνοδον. Ἄρθρον 26. Ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν Νόμων ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἄρθρον 27. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνεργεῖται δὲ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευθύνων ὑπουργῶν. Ἄρθρον 28. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται διὰ τῶν δικαστηρίων, αἱ δὲ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐκτελοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως. Περὶ τοῦ Βασιλέως. Ἄρθρον 29. Τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως εἶναι ἀνεύθυνον καὶ ἀπαραβίαστον, οἱ δὲ ὑπουργοὶ αὐτοῦ εἶναι ὑπεύθυνοι. Ἄρθρον 30. Οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν ᾖναι προσυπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος· ἐν περιπτώσει δὲ ἀλλαγῆς ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου, ἂν οὐδεὶς τῶν παυσάντων Ὑπουργῶν συγκατατεθῇ εἰς τὸ νὰ προσυπογράψῃ τὸ τῆς ἀπολύσεως τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ νέου Ὑπουργείου διάταγμα, ὑπογράφονται ταῦτα παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ νέου ὑπουργείου, ἀφοῦ οὗτος, διορισθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, δώσῃ τὸν ὅρκον. Ἄρθρον 31. Ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργοὺς αὐτοῦ, λαμβάνει δὲ αὐτοὺς ἐκ τῶν Βουλῶν. Ἄρθρον 32. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ Κράτους, ἄρχει τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, κηρύττει πόλεμον, συνομολογεῖ συνθήκας εἰρήνης, συμμαχίας καὶ ἐμπορίας, ἀνακοινώνει δὲ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν μετὰ τῶν ἀναγκαίων διασαφήσεων, ἅμα τὸ συμφέρον καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους τὸ ἐπιτρέψωσιν· αἱ περὶ ἐμπορίας ὅμως συνθῆκαι καὶ ὅσαι ἄλλαι περιέχουσι παραχωρήσεις, περὶ τῶν ὁποίων κατ’ ἄλλας διατάξεις τοῦ παρόντος Συντάγματος δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ τι ἄνευ Νόμου, ἢ ἐπιβαρύνουσιν ἀτομικῶς τοὺς Ἕλληνας, δὲν ἔχουσιν ἰσχὺν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Ἄρθρον 33. Οὐδεμία παραχώρησις ἢ ἀνταλλαγὴ χώρας δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ νόμου· οὐδέποτε τὰ μυστικὰ ἄρθρα συνθήκης τινὸς δύνανται νὰ ἀνατρέψωσι τὰ φανερά. Ἄρθρον 34. Ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμοὺς, διορίζει καὶ παύει ὡσαύτως τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τῶν παρὰ τοῦ Νόμου ὡρισμένων ἐξαιρέσεων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν. Ἄρθρον 35. Ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων· οὐδέποτε δὲ δύναται ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν, οὐδὲ νὰ ἐξαιρέσῃ τινὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Νόμου. Ἄρθρον 36. Ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς Νόμους· νομοσχέδιον, ἐπιψηφισθὲν ὑπὸ τῶν Βουλῶν καὶ μὴ κυρωθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, λογίζεται ἀκυρωθέν. Ἄρθρον 37. Ὁ Βασιλεὺς συγκαλεῖ τακτικῶς ἅπαξ τοῦ ἔτους τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν, ἐκτάκτως δὲ, ὁσάκις τὸ κρίνει εὔλογον· κηρύττει αὐτοπροσώπως ἢ δι’ ἀντιπροσώπου τὴν ἔναρξιν καὶ λῆξιν ἑκάστης Βουλευτικῆς Συνόδου καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα, νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν· ἀλλὰ τὸ περὶ διαλύσεως Διάταγμα, προσυπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, πρέπει νὰ διαλαμβάνῃ συγχρόνως καὶ τὴν συγκάλεσιν, τῶν μὲν ἐκλογέων ἐντὸς δύο, τῆς δὲ Βουλῆς ἐντὸς τριῶν μηνῶν. Ἄρθρον 38. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναβάλλῃ τὴν ἔναρξιν ἢ νὰ διακόπτῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς βουλευτικῆς Συνόδου. Ἡ ἀναβολὴ ἢ ἡ διακοπὴ δὲν δύνανται νὰ διαρκέσωσιν ὑπὲρ τὰς τεσσαράκοντα ἡμέρας, οὐδὲ νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐντὸς τῆς αὐτῆς βουλευτικῆς συνόδου ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Ἄρθρον 39. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χαρίζῃ, μεταβάλλῃ καὶ ἐλαττώνῃ τὰς παρὰ τῶν Δικαστηρίων καταγινωσκομένας ποινὰς, ἐξαιρουμένων τῶν περὶ Ὑπουργῶν διατεταγμένων, πρὸς δὲ, καὶ νὰ χορηγῇ ἀμνηστείαν ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ ὑπουργείου. Ἄρθρον 40. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονέμῃ τὰ κανονισμένα παράσημα κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ αὐτῶν Νόμου· δὲν δύναται ὅμως νὰ χορηγῇ τίτλους εὐγενείας καὶ διακρίσεως, οὐδὲ ν’ ἀναγνωρίζῃ τοιούτους ἀπονεμομένους παρὰ ξένου κράτους εἰς πολίτας Ἕλληνας. Ἄρθρον 41. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κόπτῃ νομίσματα κατὰ τὸν Νόμον. Ἄρθρον 42. Ἡ Βασιλικὴ χορήγησις προσδιορίζεται διὰ Νόμου, ὅστις δὲν δύναται νὰ τροποποιηθῇ εἰμὴ μετὰ δεκαετίαν. Ἄρθρον 43. Ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ παρόντος Συντάγματος θέλει δώσει ἐνώπιον τῆς παρούσης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τὸν ἀκόλουθον ὅρκον. «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ προστατεύω τὴν ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν τῶν Ἑλλήνων, νὰ φυλάττω τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ νὰ διατηρῶ καὶ ὑπερασπίζω τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἀκεραιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους.» Ἄρθρον 44. Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας, εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουσι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνᾴδοντες πρὸς αὐτὸ ἰδιαίτεροι Νόμοι. Περὶ διαδοχῆς καὶ ἀντιβασιλείας. Ἄρθρον 45. Τὸ Ἑλληνικὸν Στέμμα καὶ τὰ συνταγματικὰ αὐτοῦ δικαιώματα εἶναι διαδοχικὰ καὶ περιέρχονται εἰς τοὺς κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν γνησίους καὶ νομίμους ἀπογόνους τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Αʹ. κατὰ τάξιν πρωτοτοκίας, προτιμωμένων τῶν ἀῤῥένων. Ἄρθρον 46. Μὴ ὑπάρχοντος διαδόχου κατὰ τὰ ἀνωτέρω ὡρισμένα, ὁ Βασιλεὺς διορίζει αὐτὸν μὲ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, ἐπὶ τούτῳ συγκαλουμένων, παρόντων τοὐλάχιστον τῶν δύω τρίτων τῶν μελῶν ἑκάστης καὶ διὰ τῆς ψήφου τῶν δύω τρίτων τῶν παρόντων μελῶν. Ἄρθρον 47. Πᾶς διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ἀπαιτεῖται νὰ πρεσβεύῃ τὴν θρησκείαν τῆς Ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἄρθρον 48. Οὐδέποτε τὰ Στέμματα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἄλλης οἱασδήποτε Ἐπικρατείας δύνανται νὰ συνενωθῶσιν ἐπὶ τῆς αὐτῆς κεφαλῆς. Ἄρθρον 49. Ὁ Βασιλεὺς καθίσταται ἐνῆλιξ κατὰ τὸ δέκατον ὄγδοον ἔτος τῆς ἡλικίας αὑτοῦ συμπεπληρωμένον. Πρὶν ἢ ἀναβῇ τὸν Θρόνον, ὀμνύει, ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν Ὑπουργῶν, τῆς ἱερᾶς Συνόδου, τῶν ἐν τῇ Πρωτευούσῃ Γερουσιαστῶν καὶ Βουλευτῶν, καὶ τῶν ἄλλων ἀνωτέρων ἀρχῶν, τὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 44 διαλαμβανόμενον ὅρκον. Ὁ Βασιλεὺς συγκαλεῖ τὸ πολὺ ἐντὸς δύω μηνῶν, τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν καὶ ἐπαναλαμβάνει τὸν ὅρκον ἐνώπιον τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν Γερουσιαστῶν, συνηγμένων ἐπὶ τούτῳ. Ἄρθρον 50. Ἐν περιπτώσει ἀποβιώσεως τοῦ Βασιλέως, ἐὰν ὁ διάδοχος ᾖναι ἀνήλικος ἢ ἀπὼν καὶ δὲν ὑπάρχῃ ἀντιβασιλεὺς ἤδη ὡρισμένος, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία συνέρχονται ἄνευ συγκαλέσεως τὴν δεκάτην, τὸ βραδύτερον, ἡμέραν μετὰ τὴν ἀποβίωσιν τοῦ Βασιλέως· ἡ δὲ Συνταγματικὴ Βασιλικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπὸ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ μέχρι τῆς ὁρκωμοσίας τοῦ Ἀντιβασιλέως ἢ τῆς ἀφίξεως τοῦ διαδόχου. Ἄρθρον 51. Ἐὰν, ἀποβιώσαντος τοῦ Βασιλέως, ὁ διάδοχος αὐτοῦ ᾖναι ἀνήλικος, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία συνέρχονται ὁμοῦ, διὰ νὰ ἐκλέξωσιν ἐπίτροπον· ἐπίτροπος δὲ τότε μόνον ἐκλέγεται, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ τοιοῦτος ἐκ διαθήκης τοῦ ἀποβιώσαντος Βασιλέως, ἢ ὅταν ὁ ἀνήλικος διάδοχος δὲν ἔχῃ μητέρα μένουσαν εἰς τὴν χηρείαν της, ἥτις καλεῖται τότε εἰς τὴν ἐπιτροπείαν τοῦ τέκνου της αὐτοδικαίως. Ὁ ἐπίτροπος τοῦ ἀνηλίκου Βασιλέως, εἴτε διορισθῇ διὰ διαθήκης, εἴτε ἐκλεχθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην τοῦ ἀνατολικοῦ δόγματος. Ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τὰ περὶ ἀντιβασιλείας. Ἄρθρον 52. Ἐν περιπτώσει χηρείας τοῦ Θρόνου, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία εἰς ἓν συνερχόμεναι, ἐκλέγουσι προσωρινῶς ἀντιβασιλέα πολίτην Ἕλληνα τοῦ ἀνατολικοῦ δόγματος, τὸ δὲ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐνεργεῖ ὑπὸ τὴν εὐθύνην του ἐν ὀνόματι τοῦ Ἔθνους τὴν Συνταγματικὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν μέχρι τῆς ὁρκωμοσίας τοῦ Ἀντιβασιλέως· ἐντὸς δύω μηνῶν τὸ βραδύτερον ἐκλέγονται ὑπὸ τῶν πολιτῶν ἰσάριθμοι τῶν Βουλευτῶν ἀντιπρόσωποι, οἵτινες, εἰς ἓν μετὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας συνερχόμενοι, ἐκλέγουσι τὸν Βασιλέα διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν δύω τρίτων τοῦ ὅλου. Ἄρθρον 53. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς λόγῳ ἀποδημίας ἢ νόσου κρίνῃ ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν Ἀντιβασιλείας, συγκαλεῖ πρὸς τοῦτο τὰς Βουλὰς καὶ προκαλεῖ διὰ τοῦ Ὑπουργείου περὶ τούτου εἰδικὸν Νόμον. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς δὲν ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ βασιλεύῃ, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον συγκαλεῖ τὰς Βουλάς· αἱ δὲ Βουλαὶ εἰς ἓν συνερχόμεναι, διὰ τῆς ψήφου τῶν τριῶν τετάρτων, ἐὰν τὸ κρίνωσιν ἀναγκαῖον, διορίζουσιν Ἀντιβασιλέα, καὶ, χρείας καλούσης, ἐπίτροπον. Περὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Ἄρθρν 54. Οὐδεὶς δύναται νὰ ᾖναι συγχρόνως Βουλευτὴς καὶ Γερουσιαστής. Ἄρθρον 55. Ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία συνέρχονται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν πρώτην τοῦ Νοεμβρίου μηνὸς, ἐκτὸς ἂν ὁ Βασιλεὺς τὰς συγκαλέσῃ πρότερον. Ἡ διάρκεια ἑκάστης συνόδου δὲν δύναται νὰ ᾖναι βραχυτέρα τῶν δύω μηνῶν. Ἄρθρον 56. Ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία συνεδριάζουσι δημοσίᾳ, δύνανται ὅμως νὰ διασκεφθῶσι κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, ἡ μὲν Βουλὴ κατ’ αἴτησιν δέκα, ἡ δὲ Γερουσία κατ’ αἴτησιν πέντε ἐκ τῶν μελῶν αὐτῶν, ἂν τοῦτο ἀποφασισθῇ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει κατὰ πλειονοψηφίαν, μετὰ ταῦτα δὲ ἀποφασίζεται, ἂν ἡ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος συζήτησις πρέπῃ νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν. Ἄρθρον 57. Οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε ἡ Γερουσία δύνανται νὰ συζητήσωσι καὶ ἀποφασίσωσί τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῶν, καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν· ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται. Ἄρθρον 58. Οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν, ἂν δὲν ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Ἄρθρον 59. Οὐδεὶς αὐτόκλητος ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Γερουσίας, διὰ νὰ ἀναφέρῃ τι προφορικῶς ἢ ἐγγράφως· ἀναφοραὶ ὅμως παρουσιάζονται διά τινος Βουλευτοῦ ἢ Γερουσιαστοῦ, ἢ παραδίδονται εἰς τὰ γραφεῖα. Ἥ τε Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστέλλωσιν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τὰς διευθυνομένας πρὸς αὐτὰς ἀναφορὰς, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δίδωσι διασαφήσεις, ὁσάκις ζητηθῶσιν· ἑκάστη δ’ αὐτῶν δύναται νὰ διορίζῃ ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὰς. Ἄρθρον 60. Ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία συνεδριάζουσιν ἰδίᾳ, ἡ μὲν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἡ δὲ ἐν τῷ Συνεδρίῳ αὑτῆς, μόνον δὲ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῆς βουλευτικῆς συνόδου, καὶ ὁσάκις τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, συνέρχονται ὁμοῦ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Ἄρθρον 61. Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ παρά τε τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἄρθρον 62. Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία ψηφίζουσι τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζουσιν ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ· ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν. Ἄρθρον 63. Οὐδεμία σύνταξις ἢ ἀμοιβὴ δίδεται ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου ἄνευ νόμου. Ἄρθρον 64. Βουλευτὴς ἢ Γερουσιαστὴς δὲν καταδιώκεται, οὐδ’ ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται ἕνεκα γνώμης ἢ ψήφου, δοθείσης παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν Βουλευτικῶν του καθηκόντων. Ἄρθρον 65. Βουλευτὴς ἢ Γερουσιαστὴς, διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς συνόδου, δὲν καταδιώκεται, οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ σώματος, εἰς ὃ ἀνήκει· τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα. Προσωπικὴ κράτησις δὲν ἐνεργεῖται κατὰ Βουλευτοῦ ἢ Γερουσιαστοῦ, διαρκούσης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, τέσσαρας ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἐνάρξεως καὶ τρεῖς μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν αὐτῆς. Ἄρθρον 66. Βουλευταὶ καὶ Γερουσιασταὶ ὀμνύουσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν καθηκόντων αὑτῶν τὸν ἑξῆς ὅρκον· «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδότως τὰ καθήκοντά μου.» Ὁ ὅρκος δίδεται παρὰ μὲν τῶν Βουλευτῶν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, παρὰ δὲ τῶν Γερουσιαστῶν ἐν τῷ συνεδρίῳ τῆς Γερουσίας εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν. Ἄρθρον 67. Ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία προσδιορίζουσι διὰ κανονισμοῦ πῶς ἑκάστη αὑτῶν θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της. Περὶ τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 68. Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ βουλευτῶν, ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν, κατὰ τὸν περὶ ἐκλογῆς νόμον. Ἄρθρον 69. Οἱ Βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἔθνος καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ἐπαρχίαν, ὑπὸ τῆς ὁποίας ἐκλέγονται. Ἄρθρον 70. Ὁ περὶ ἐκλογῆς νόμος προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, οὐδέποτε ὅμως ὁ ἀριθμὸς οὗτος δύναται νὰ ἦναι ἐλάσσων τῶν ὀγδοήκοντα. Ἄρθρον 71. Οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται κατὰ τριετίαν. Ἄρθρον 72. Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι πολίτης Ἕλλην, ἐγκατεστημένος ἐν Ἑλλάδι, ἀπολαμβάνων τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα πρὸ δύω τοὐλάχιστον ἐτῶν, ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ εἰκοστὸν πέμπτον ἔτος τῆς ἡλικίας του, καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἄρθρον 73. Τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου, ἐκτὸς τῶν ὁρισθησομένων ἐξαιρέσεων ἐν τῷ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμῳ· ὡσαύτως εἶναι ἀσυμβίβαστα τὰ τοῦ Βουλευτοῦ καθήκοντα καὶ πρὸς τὰ τοῦ Δημάρχου. Ἄρθρον 74. Βουλευταὶ, διοριζόμενοι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἔμμισθον πολιτικὴν ἢ στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἢ προβιβαζόμενοι καὶ δεχόμενοι, παύουσιν ἀμέσως τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, καὶ τότε μόνον ἀναλαμβάνουσιν αὐτὰ, ὅταν ἐκλεχθῶσιν ἐκ νέου καὶ ἡ ὑπηρεσία των δὲν ἦναι ἐκ τῶν ἀσυμβιβάστων. Ἄρθρον 75. Ἡ Βουλὴ ἐκλέγει ἐκ τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὴν ἔναρξιν ἑκάστης βουλευτικῆς συνόδου τὸν Πρόεδρον, τοὺς ἀντιπροέδρους καὶ τοὺς γραμματεῖς αὐτῆς. Ἄρθρον 76. Ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια τῶν Βουλευτῶν καὶ ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀναφυομένων ἀμφισβητήσεων. Ἄρθρον 77. Οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ χρέη των Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου ἀποζημίωσιν δι’ ἑκάστην τακτικὴν σύνοδον τὸ ἥμισυ τῆς ἐτησίας Γερουσιαστικῆς ἀποζημιώσεως· ἐν περιπτώσει ἐκτάκτων συνόδων οὐδεμία ἄλλη προστίθεται ἀποζημίωσις. Ἄρθρον 78. Οἱ Βουλευταὶ, οἱ λόγῳ πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἢ ἄλλως πως μισθοδοτούμενοι, δὲν λαμβάνουσιν εἰμὴ τὸ τυχὸν ἐλλεῖπον μέχρι τῆς ἀνωτέρω ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως. Περὶ τῆς Γερουσίας. Ἄρθρον 79. Ὁ Βασιλεὺς διορίζει τοὺς Γερουσιαστὰς ἰσοβίως· τὰ διατάγματα τοῦ διορισμοῦ των προσυπογράφονται παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἄρθρον 80. Ὁ ἐλάχιστος ἀριθμὸς τῶν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διοριζομένων Γερουσιαστῶν ὁρίζεται εἰς εἴκοσι καὶ ἑπτά· δύναται δὲ ὁ Βασιλεὺς νὰ αὐξήσῃ αὐτὸν κατὰ τὰς ἀνάγκας μέχρι τοῦ τρίτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Μόνον, συμπληρωθέντος τοῦ ἀνωτέρω ἀριθμοῦ καὶ ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ, δύναται ὁ Βασιλεὺς τῇ συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν Γερουσιαστῶν μέχρι τῶν δύω πέμπτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν· πάντοτε δὲ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ Γερουσίᾳ εἷς τοὐλάχιστον Γερουσιαστὴς ἐξ ἑκάστου Νομοῦ. Ἄρθρον 81. Διὰ νὰ διορισθῇ τις Γερουσιαστὴς πρέπει 1) Νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην. 2) Νὰ ᾖναι ἐγκατεστημένος ἐν Ἑλλάδι. 3) Ν’ ἀπολαμβάνῃ τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα. 4) Νὰ συνεπλήρωσε τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ 5) Νὰ ἀνεδείχθη ἐν τῇ Ἑλλάδι α) εἴτε μέλος ἢ ὑπουργὸς τῶν κατὰ τὸν ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα ἐθνικῶν Κυβερνήσεων ἅπαξ τοὐλάχιστον μέχρι τέλους τοῦ χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ εἰκοστοῦ ἑβδόμου ἔτους. β) εἴτε πληρεξούσιος ἐκλεχθεὶς δὶς εἰς ἐθνικὰς Συνελεύσεις, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς παρούσης, ἢ βουλευτὴς εἰς τρεῖς τοὐλάχιστον περιόδους, παρελθούσας καὶ μελλούσας, ἢ ἅπαξ πληρεξούσιος καὶ δὶς βουλευτής. γ) εἴτε ἀρχηγὸς στρατοπέδου ἢ στόλου ἢ ναυτικῆς μοίρας, ὁδηγήσας τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα κατὰ τὸν ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα εἰς πολιορκίας ἢ μάχας. δ) εἴτε ἀνὴρ ἱστορικὸς διὰ λαμπρῶν ἀνδραγαθημάτων ἢ ἁδροτάτων χρηματικῶν θυσιῶν. ε) εἴτε πρόεδρος τῆς βουλῆς δὶς ἐκλεχθείς, ἀλλὰ κατὰ δύω διαφόρους περιόδους. ϛ) εἴτε ὑπουργὸς μετὰ τετραετῆ ὑπηρεσίαν ὡς τοιοῦτος χρηματίσας, καὶ ἐκλεχθεὶς ἅπαξ τοὐλάχιστον πληρεξούσιος ἢ βουλευτής. ζ) εἴτε στρατηγός, ἀντιστράτηγος, ὑποστράτηγος, ναύαρχος, ἀντιναύαρχος ἢ ὑποναύαρχος, μετὰ ἑπταετῆ ὑπηρεσίαν ὡς τοιοῦτος ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ του. θʹ) εἴτε πρεσβευτὴς μετὰ ἑπταετῆ ὑπηρεσίαν ὡς τοιοῦτος. ιʹ) εἴτε πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου μετὰ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν ὡς τοιοῦτος. ιαʹ) εἴτε εἰσαγγελεὺς παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ ἢ πρόεδρος ἐφετῶν ἢ νομάρχης ἢ γενικὸς γραμματεὺς ὑπουργείου μετὰ δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν ὡς τοιοῦτος. ιβʹ) εἴτε ἐπίτροπος παρὰ τῇ ἱερᾷ συνόδῳ ἢ παρὰ τῷ ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ ἢ διευθυντὴς τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου, εἰσαγγελεὺς παρ’ ἐφέταις ἢ Ἀρειοπαγίτης μετὰ δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν ὡς τοιοῦτος. ιγʹ) εἴτε πρόεδρος νομαρχιακοῦ συμβουλίου τρὶς ὡς τοιοῦτος ἐκλεχθεὶς καὶ ὀκτὼ ἔτη ὡς νομαρχιακὸς σύμβουλος ὑπηρετήσας. ιδʹ) εἴτε πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου δὶς ὡς τοιοῦτος ἐκλεχθεὶς καὶ μετὰ δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν ὡς καθηγητής. ιεʹ) εἴτε ἀντιπρόεδρος ἐμπορικοῦ ἐπιμελητηρίου δὶς ὡς τοιοῦτος ἐκλεχθεὶς καὶ μετὰ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν ὡς ἐπιμελητής. ιϛʹ) εἴτε ἰδιοκτήτης ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας, πληρώνων ἐξ αὐτῆς ἐπὶ πέντε συναπτὰ ἔτη πρὸ τοῦ διορισμοῦ του φόρους ἔγγειους δραχμῶν τριῶν χιλιάδων τοὐλάχιστον κατ’ ἔτος. ιζʹ) εἴτε ἰδιοκτήτης βιομηχανικοῦ καταστήματος ἐνασχολοῦντος ἀπὸ πενταετίας ἑκατὸν τοὐλάχιστον ἐργάτας ἐν αὐτῷ. ιηʹ) εἴτε ἔμπορος πληρώνων ἀπὸ πενταετίας ὑπὲρ τὰς δεκαπέντε χιλιάδας δραχμὰς τελωνιακὰ δικαιώματα κατ’ ἔτος. ιθʹ) εἴτε ἰδιοκτήτης ἐπὶ πέντε συναπτὰ ἔτη πρὸ τοῦ διορισμοῦ του πλοίων χωρητικότητος ἐν ὅλῳ τριῶν χιλιάδων τόνων· ὁ φέρων τὰ ἐν τοῖς ἀνωτέρω ἐδαφίοις ιϛʹ ιζʹ, ιηʹ, καὶ ιθʹ, προσόντα ἀπαιτεῖται νὰ ἐξελέχθη καὶ ἅπαξ τοὐλάχιστον πληρεξούσιος ἢ βουλευτής. Ἄρθρον 82. Ὁ διατελέσας εἰς πλείονας τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὑπηρεσιῶν δύναται νὰ ἑνώσῃ τὰς χρονικὰς αὐτῶν διαρκείας πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ παρὰ τῆς διαρκεστέρας ὑπηρεσίας κατὰ τὰ ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ ὁριζόμενα ἀπαιτουμένου χρόνου. Ἄρθρον 83. Διὰ τὸν διορισμὸν ἑκάστου γερουσιαστοῦ ἀπαιτεῖται χωριστὸν διάταγμα, διαλαμβάνον τὰ προσόντα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται κατὰ τὸ ἄρθρον 81 ὁ διορισμὸς, ἡ δὲ ἐξέλεγξις αὐτῶν γίνεται παρὰ τῆς Γερουσίας. Ἄρθρον 84. Ὁ ἐπίδοξος τοῦ θρόνου διάδοχος εἶναι αὐτοδικαίως Γερουσιαστὴς, ἅμα συμπληρώσῃ τὸ δέκατον ὄγδοον ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ψηφοφορῇ, εἰ μὴ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ εἰκοστοῦ πέμπτου. Ἄρθρον 85. Ἡ βουλευτικὴ σύνοδος τῆς Γερουσίας ἄρχεται καὶ λήγει συγχρόνως μὲ τὴν τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 86. Πᾶσα συνεδρίασις τῆς Γερουσίας ἐκτὸς τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν συνεδριάζει ἡ Βουλὴ, εἶναι παράνομος, καὶ πᾶσα πρᾶξις γενομένη ἐν τοιαύτῃ συνεδριάσει, εἶναι αὐτοδικαίως ἄκυρος, ἐκτὸς ὅταν ἡ Γερουσία συνέρχεται ὡς δικαστικὸν σῶμα, ὅτε μόνον τὰ παρὰ τοῦ Συντάγματος ὡρισμένα δικαστικὰ αὐτῆς καθήκοντα δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ. Ἄρθρον 87. Ἡ Γερουσία ἐκλέγει κατὰ πᾶσαν σύνοδον ἐκ τῶν ἰδίων αὑτῆς μελῶν ἕνα Πρόεδρον, δύω Ἀντιπροέδρους καὶ δύω Γραμματεῖς. Ἄρθρ. 88. Οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ χρέη των Γερουσιασταὶ λαμβάνουσιν ἀποζημίωσιν δραχμῶν ἑπτὰ χιλιάδων καὶ διακοσίων κατ’ ἔτος· τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται νὰ αὐξηθῇ· οἱ λόγῳ πολιτικῆς ἢ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἢ ἄλλως πως μισθοδοτούμενοι Γερουσιασταὶ δὲν λαμβάνουσιν, εἰμὴ τὸ τυχὸν ἐλλεῖπον, μέχρι τῆς ἀνωτέρω ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως. Περὶ τῶν Ὑπουργῶν. Ἄρθρον 89. Οὐδεὶς ἐκ τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας δύναται νὰ διορισθῇ ὑπουργός. Ἄρθρον 90. Οἱ ὑπουργοὶ ἔχουσιν εἴσοδον ἐλευθέραν εἰς τὰς συνεδριάσεις ἀμφοτέρων τῶν Βουλῶν καὶ ἀκούονται, ὁσάκις ζητήσωσι τὸν λόγον· ψηφοφοροῦσι δὲ μόνον εἰς τὸ σῶμα, εἰς ὃ ἀνήκουσιν. Ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία δύνανται νὰ ἀπαιτήσωσι τὴν παρουσίαν τῶν ὑπουργῶν. Ἄρθρον 91. Ποτὲ διαταγὴ τοῦ Βασιλέως ἔγγραφος ἢ προφορικὴ δὲν ἀπαλλάττει τῆς εὐθύνης τοὺς ὑπουργούς. Ἄρθρον 92. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς ἐνώπιον τῆς Γερουσίας, ἥτις δικάζει αὐτοὺς εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν· δὲν λαμβάνουσι δὲ μέρος εἰς τὴν δίκην οἱ Γερουσιασταὶ, οἵτινες διωρίσθησαν τυχὸν, ἀφοῦ ἐπροτάθη ἐν τῇ Βουλῇ ἡ εἰς δίκην εἰσαγωγή. Εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει τὰ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, τὰς ἐπιβλητέας ποινὰς καὶ τὴν διαδικασίαν. Ἄρθρον 93. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν Νόμου, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κατηγορῇ αὐτοὺς, καὶ ἡ Γερουσία νὰ τοὺς δικάζῃ ἕνεκεν ἐσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, παρανόμου εἰσπράξεως καὶ πάσης παραβιάσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν Νόμων κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των. Ἄρθρον 94. Ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ ἀπονείμῃ χάριν εἰς ὑπουργὸν καταδικασθέντα ὑπὸ τῆς Γερουσίας μόνον ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτῆς ἢ τῆς Βουλῆς. Περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἄρθρον 95. Ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ὑπὸ τῶν δικαστῶν διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἄρθρον 96. Οἱ Ἀρειοπαγῖται καὶ Ἐφέται καθὼς καὶ τὰ ψῆφον ἔχοντα μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καθίστανται ἰσόβιοι μετὰ παρέλευσιν τετραετίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Συντάγματος, οἱ δὲ Πρωτοδίκαι μετὰ παρέλευσιν ἑξαετίας. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς οἱ δικασταὶ καὶ τὰ ψῆφον ἔχοντα μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατασταθῶσιν ἰσόβιοι, δὲν δύνανται νὰ παυθῶσιν ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἄρθρον 97. Τὰ προσόντα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ψῆφον ἐχόντων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου θέλουσιν ὁρισθῆ δι’ εἰδικοῦ Νόμου ἐντὸς τριετίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Συντάγματος. Ἄρθρον 98. Εἰσαγγελεῖς, ἀντεισαγγελεῖς καὶ εἰρηνοδίκαι δὲν ἀπολαμβάνουσι τῶν δικαιωμάτων τῆς ἰσοβιότητος. Ἄρθρον 99. Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα δικαστήρια ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῶσιν. Ἄρθρον 100. Αἱ συνεδριάσεις τῶν δικαστηρίων εἶναι δημόσιαι, ἐκτὸς ὅταν ἡ δημοσιότης ἤθελεν εἶσθαι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη ἢ τὴν κοινὴν εὐταξίαν, ἀλλὰ τότε τὰ δικαστήρια ὀφείλουσι νὰ ἐκδίδωσι περὶ τούτου ἀπόφασιν. Ἄρθρον 101. Πᾶσα ἀπόφασις πρέπει νὰ ᾖναι ᾐτιολογημένη καὶ νὰ ἀπαγγέλληται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ἄρθρον 102. Τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα διατηρεῖται. Ἄρθρον 103. Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ὡσαύτως καὶ τὰ τοῦ τύπου, ὁσάκις ταῦτα δὲν ἀφορῶσι τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Ἄρθρον 104. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δικαστὴν νὰ δεχθῇ καὶ ἄλλην ἔμμισθον ὑπηρεσίαν, ἐκτὸς τῆς τοῦ καθηγητοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἄρθρον 105. Τὰ περὶ στρατοδικείων, ναυτοδικείων, πειρατείας καὶ ναυταπάτης κανονίζονται δι’ εἰδικῶν νόμων. Γενικαὶ διατάξεις. Ἄρθρον 106. Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει τὰ περὶ ἀποχωρήσεως τῶν Γερουσιαστῶν, ἰσοβίων δικαστῶν καὶ μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἕνεκα γήρατος ἢ διαρκῶν νοσημάτων. Ἄρθρον 107. Ἄνευ νόμου στρατὸς ξένος, οὔτε εἶναι δεκτὸς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν, οὔτε δύναται νὰ διαμείνῃ εἰς τὸ Κράτος ἢ νὰ διέλθῃ δι’ αὐτοῦ. Ἄρθρον 108. Μόνον ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ στεροῦνται τοῦ βαθμοῦ τῶν τιμῶν καὶ τῶν συντάξεών των. Ἄρθρον 109. Αἱ περὶ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, παρ’ ὧν δικάζονται ὡς κατεπείγουσαι· αἱ ἄρσεις συγκρούσεως δικάζονται παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου· οὐδὲν δικαστήριον, οὐδεμία δικαιοδοσία τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἄνευ εἰδικοῦ νόμου. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν Νόμων ἰσχύουσιν οἱ ὑφιστάμενοι περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας. Ἄρθρον 110. Δι’ ἰδιαιτέρων νόμων καὶ ὅσον ἔνεστι ταχύτερον θέλει ληφθῆ πρόνοια περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀποσβέσεως τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν δημοσίων χρεῶν. Ἄρθρον 111. Ὅλοι οἱ νόμοι καὶ τὰ Διατάγματα, καθόσον ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ παρὸν Σύνταγμα, καταργοῦνται. Εἰδικαὶ διατάξεις. Ἄρθρον 112. Ἡ πρώτη βουλευτικὴ σύνοδος θέλει συγκροτηθῆ ἐντὸς ὀκτὼ μηνῶν ἀπὸ τῆς νομίμου δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Συντάγματος. Ἄρθρον 113. Τὸ παρὸν Σύνταγμα ἐμβαίνει εἰς ἐνέργειαν, ἅμα ὑπογραφῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· τὸ δὲ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὀφείλει νὰ δημοσιεύσῃ αὐτὸ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν μετὰ τὴν ὑπογραφήν. Ἄρθρον 114. Ἡ ἐθνοφυλακὴ διατηρεῖται. Τελευταῖαι διατάξεις. Ἄρθρον 115. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος· ὡρισμέναι ὅμως διατάξεις αὐτοῦ ἐκ τῶν μὴ θεμελιωδῶν δύνανται νὰ ἀναθεωρηθῶσιν, ἀλλ’ ἀφοῦ παρέλθωσι τριάκοντα ἔτη ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του, καὶ ἀφοῦ μετὰ ταῦτα βεβαιωθῇ προσηκόντως ἡ ἀνάγκη αὕτη. Ἄρθρον 116. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως θεωρεῖται βεβαία, ἐὰν αἱ Βουλαὶ κατὰ δύω συνεχεῖς βουλευτικὰς περιόδους διὰ τῶν τριῶν τετάρτων τῶν ψήφων ἑκατέρα ζητήσωσι δι’ ἰδίας πράξεως τὴν ἀναθεώρησιν. Ἄρθρον 117. Ἡ ἀναθεώρησις γίνεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, ἰδίᾳ ἀποφαινομένων ἐπὶ τῶν ἀναθεωρουμένων διατάξεων. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ θέλει σύγκεισθαι ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ἐκλεγομένων πρὸς τοῦτο. Ἄρθρον 118. Ἡ τήρησις τοῦ παρόντος Συντάγματος ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Τέλος. Ἐγένετο σήμερον τῇ εἰκοστῇ δευτέρᾳ Δεκεμβρίου τοῦ χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ ἑξηκοστοῦ τρίτου ἔτους καὶ ὑπεγράφη παρὰ τοῦ Προέδρου καὶ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς.
Ὁ Πρόεδρος καὶ τὰ μέλη
Α. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ
Κ. Ν. ΔΟΣΙΟΣ
Κ. Π. ΠΛΑΤΥΣ
ΜΙΧ. Γ. ΣΧΙΝΑΣ
ΣΠ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ
ΔΙΟΜ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ
Ι. ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ
Κ. Κ. ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ
ΑΔ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ.
ΡΗΓΑΣ ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ
Σ. Κ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ
Ν. ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ
Π. ΚΑΛΛΙΓΑΣ
Α. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ
ΓΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ
Δ. ΔΡΟΣΟΣ
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν παρασκευὴν, πολὺ καλά. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ά. σπουδαῖον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Β. Βαλτινοῦ (Ἐνταῦθα πολλοὶ πληρεξούσιοι ζητοῦσι τὸν λόγον.)
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, παρακαλῶ, νὰ ἐπέλθῃ ἡσυχία, τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, διότι σχετίζεται μὲ τὸ πολίτευμα, καὶ μὲ τὸ ζήτημα τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
§25ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, λαμβάνων τὸν λόγον πρῶτος ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτέρου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐφέρθη μέχρι σήμερον ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, συναισθάνομαι τὴν ἀδυναμίαν μου· μοὶ ἀρκεῖ ὅμως ἡ προθυμία, μὲ τὴν ὁποίαν ἐνεγράφησαν πλεῖστοι τῶν συναδέλφων μου, ὅπως μὲ διαδεχθῶσιν· ἐκ τῆς ὁμιλίας αὐτῶν θέλει παραχθῆ πάντοτε καλὸν ἀποτέλεσμα, ἐὰν δὲν δυνηθῶ ἐγὼ τοὐλάχιστον νὰ σᾶς πείσω, ὅπως παραδεχθῆτε τὰς ἰδέας μου. Εἰς τὰ πολυμελῆ Σώματα, Κύριοι, εἶναι βεβαίως ἀδύνατος ἡ ὁμόνοια, ὅταν πρόκειται περὶ ζητημάτων δευτερευόντων, ἀλλὰ τὰ πολυμελῆ Σώματα, ὅταν ἐμπνέωνται ἀπὸ πατριωτισμὸν, συμφωνοῦσι πάντοτε εἰς τὴν καλλιτέραν ἐκφρασθεῖσαν γνώμην, τὴν ὁποίαν οἱ πάντες παραδέχονται· τότε καὶ ἐγὼ αὐτὸς θέλω ὑποκύψει, ἐὰν ἄλλοι μετ’ ἐμὲ λαλήσοντες μὲ πείσωσι περὶ τῆς καλλιτέρας ἰδέας αὐτῶν. Κύριοι πληρεξούσιοι! Πρὸ πολλοῦ ἡ Ἑλλὰς βλέπουσα τὴν βασιλείαν τοῦ Ὄθωνος καταπατοῦσαν τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, εἰργάσθη ἵνα τὸν μετατρέψῃ ἀπὸ τοὺς σκοποὺς αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσε. Τότε συνησπίσθησαν οἱ ἀγαπῶντες περισσότερον τὴν πατρίδα ἀπὸ τὰ θέλγητρα τὰ βασιλικὰ καὶ ἐκρήμνισαν τὸν Θρόνον. Ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ἔδωκαν εἰς τὸ ἔθνος ἦτο ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος· εἶπον, ὅτι ὁ Ὄθων παρεβίαζε τὸ Σύνταγμα. Εἰς τὴν φωνὴν ταύτην τῶν συνωμοτῶν, τῶν ἐπαναστατῶν, ὁλόκληρον τὸ ἔθνος συνεκινήθη καὶ ὁ θρόνος τοῦ Ὄθωνος κατέπεσε. Δὲν ἦτο βεβαίως ἀνάγκη οὐδόλως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σήμερον μετὰ ἐπανάστασιν γενομένην ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος νὰ λάβω τὸν λόγον πάλιν ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ὑπερασπίσω τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας. Ἀτυχῶς ὅμως, Κύριοι, ἡ ἐπιείκεια τῆς ἐπαναστάσεως ἄφησε νὰ μένωσιν ἀτιμώρητοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐτάραξαν τὴν Ἑλλάδα, κ’ ἑτοιμάζονται πάντοτε νὰ ταράττωσιν αὐτήν. Ἀκόμη τὴν σήμερον, Κύριοι, ὑπάρχουσι συνωμοσίαι κατὰ τοῦ Συντάγματος· ἀκόμη τὴν σήμερον, Κύριοι, καὶ δημοσιογράφοι καὶ ἄλλοι πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος τρέχουσι καὶ θέλουν ν’ ἀνακηρύξουν ἀρχὰς ἀντισυνταγματικάς. Ἀκόμη τὴν σήμερον, Κύριοι, ὑπάρχουν συνωμοσίαι κατὰ τοῦ Συντάγματος, κατὰ τῆς Συνελεύσεως. Ἰδοὺ διατί, Κύριοι, μὲ τὴν ἀσθενῆ μου φωνὴν, μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου γνώσεις θὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος. Ἤρχισαν, Κύριοι, πολλοὶ καὶ δημοσιογράφοι, ὡς εἶπον, καὶ ἄνθρωποι παθόντες ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἄνθρωποι οὐδέποτε σεβασθέντες τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, ἤρχισαν νὰ ταράττωσι τὴν ἐλευθερίαν, καὶ ἤρχισαν νὰ συζητῶσι διὰ τῶν φύλλων τῶν ἐφημερίδων αὑτῶν, ὡς καὶ ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους, ὡς πρότερον εἶπον, ἐὰν ᾖναι ἀναγκαῖον εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ Σύνταγμα· ἤρχισαν, λέγω, ν’ ἀνακηρύττωσιν ἀρχὰς τρομερὰς καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς βασιλείας, λέγοντες, ὅτι τὸ Σύνταγμα, εἷς καὶ μόνος ὁ βασιλεὺς δύναται νὰ σχηματίσῃ, νὰ τὸ γράψῃ καὶ νὰ τὸ δώσῃ εἰς τὸν λαόν. Λέγω, ὅτι αἱ ἀρχαὶ αὗται εἶναι κατὰ τῆς βασιλείας, καὶ εἶναι τόσον φοβερὸν τοῦτο, ὥστε ἀνάγκη οὐδόλως ὑπάρχει, ἵνα τὸ ἀποκρούσω. Ἀλλ’ ἴσως ἤθελέ τις μ’ ἐρωτήσει, ποῖοι λέγουν ταῦτα. Νομίζω, ὅτι ἀρκούντως τοὺς περιλαμβάνω εἰς τὸν ἑπόμενον κατάλογον. Πρῶτοι τὸ λέγουν οἱ Ὀθωνισταί, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὤθησαν τὸν Ὄθωνα εἰς τὸ νὰ καταστρέψῃ τὰς συνταγματικάς μας ἐλευθερίας, εἰς τὸ νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ κλονίσωμεν τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος· διότι μία ἐπανάστασις πάντοτε κλονίζει· οἱ ἄνθρωποι οὗτοι παθόντες θέλουν νὰ ἐκδικηθῶσι, καὶ ἐκδικοῦνται διὰ μέσου δολίου· δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, λέγουν, τὸ Σύνταγμα, καὶ ἠξεύρετε διὰ τί; Τὸ ἐννοεῖτε· διότι ὁ λαὸς οὐδέποτε θὰ ὑποφέρῃ νὰ μὴ συνταγματισθῇ· θέλουν διὰ τοῦ τρόπου τούτου νὰ φέρωσι νέας ταραχὰς, καὶ κολακεύονται, ὅτι αἱ ἐλπίδες αὑτῶν δὲν θέλουν ματαιωθῆ, διότι διὰ τῶν ταραχῶν πάντοτε ἐλπίζουσιν ἐκεῖνο .................... τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἶσθαι γελοῖον πάντοτε νὰ πιστεύουν. Τὸ λέγουσι καὶ ἄλλοι, Κύριοι, οἱ παθόντες ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως· τοὺς ἐννοεῖτε πολὺ καλά. Ἡ Συνέλευσις ἐδίκασε πρὸ ὀλίγου, καὶ οἱ δικασθέντες πνέουσιν ἐκδίκησιν· δὲν δύνανται ν’ ἀναπαυθῶσιν, ἐνόσῳ βλέπουσιν ἑαυτοὺς καταδικασμένους. Ἀνεχώρησαν λοιπὸν πρὸς ἀθώωσιν ἑαυτῶν ἀπὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἰς τοὺς χυδαίους μόνον φαίνεται ἐπιπόλαιον· δὲν ὁμιλοῦσι περὶ ἑαυτῶν, ὁμιλοῦσι περὶ τῆς εὐτυχίας τῆς Ἑλλάδος· δὲν θέλουν, λέγουσι, τὸ Σύνταγμα, καὶ λέγοντες τοῦτο ἐλπίζουσι νὰ ἐπέλθῃ διάλυσις τῆς Συνελεύσεως, ὡς περιττῆς, νὰ ἐπέλθῃ ἀνατροπὴ, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀκύρωσις τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως. Τὸ λέγουσιν οἱ φίλοι τῆς ἀταξίας, τοὺς ὁποίους ἀσπάζεται βεβαίως πᾶς, ὅστις δὲν θέλει τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ λέγουσιν ἐν γένει πάντες, ὅσοι ἐφθόνησαν τὴν Συνέλευσιν, ὁμιλοῦντες περὶ τοῦ περιττοῦ τοῦ Συντάγματος· πιστεύσατέ μοι, δὲν θέλουν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐκδικηθῶσι τὴν Συνέλευσιν· ἀτυχῶς μὲ τούτους ἀκόμη ἡνώθησαν καὶ ἄλλοι. Μοὶ ἐφάνη πολὺ παράδοξον, Κύριοι, ὅταν πολλάκις ἀνέγνωσα εἰς ξένας ἐφημερίδας τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ξένοι ἀκόμη ὡμίλησαν, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι περιττὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ ἔγραψαν, ἐὰν δὲν τὰ ἔγραψαν κατ’ εἰσήγησιν τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος, ζῶντες μακρὰν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, οὐδέποτε ἐγνώρισαν τί θὰ εἴπῃ Ἕλλην· δὲν ἐνόησαν οἱ ἄθλιοι, τοὺς ὀνομάζω ἀθλίους, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῆς κατακτήσεως τῆς χώρας αὐτῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων καὶ λοιπῶν, πάντοτε διεξεδίκησε τὰς ἐλευθερίας αὐτῆς, καὶ οὐδέποτε θὰ παύσῃ, τὸ πιστεύω ἀδιστάκτως, νὰ ἐργάζηται πρὸς ἐμπέδωσιν τῶν ἐλευθεριῶν αὐτῆς. Νομίζετε μέχρι τούτου μόνον σταματοῦν, Κύριοι; Ὄχι. Καὶ ἄλλοι ἀκόμη ὁμιλοῦσι περὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ ὁμιλοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὴ κατορθώσαντες οὐδέποτε νὰ κλιματωθῶσιν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸν τόπον μας, μὴ δυνάμενοι κατὰ συνέπειαν νὰ τύχωσι τῆς ὑπολήψεως τῶν Ἑλλήνων, ἐνόμισαν πάντοτε, Κύριοι, ὅτι τὸ καταλληλότερον καταφύγιον αὐτῶν εὑρίσκεται ἀλλαχοῦ, καὶ παντοίας φροντίδας καταβάλλουσιν, ὅπως διαφθείρωσιν, ἐὰν ᾖναι συγκεχωρημένη ἡ λέξις αὕτη, ὅπως δηλητηριάσωσι τὴν Βασιλείαν. Δὲν θέλετε, Κύριοι, νὰ πιστεύσητε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγω; Δὲν θέλετε νὰ μὲ πιστεύσητε, ὅτι συνωμοσίαι πλέκονται κατὰ τοῦ Συντάγματος καὶ κατὰ τῆς Συνελεύσεως, διότι ἡ πτῶσις τῆς Συνελεύσεως, ἡ διάλυσις τῆς Συνελεύσεως, αὐτὸ τοῦτο σημαίνει, δηλαδὴ τὸν μὴ συνταγματισμὸν τῆς Ἑλλάδος; Ἀναγνώσατε τὴν «Εὐνομίαν,» ἀναγνώσατε τὴν «Ἐλπίδα,» ἀναγνώσατε τόσας ἄλλας ἐφημερίδας, δὲν θέλετε.... καὶ ταῦτα, Κύριοι; Εἰς τὴν Λαμίαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ Κυβέρνησις ἐφυλάκισεν ἀνθρώπους ἐργαζομένους ἐπ’ αὐτὸ τοῦτο, καὶ εἰς πλείστας πόλεις τῆς Ἑλλάδος τοιαῦτα ἐνεργοῦνται, γίνονται, καὶ γίνονται τόσον φανερὰ, ὅσον φανερὸς εἶναι ὁ ἥλιος· διὰ τί, Κύριοι; διότι ἔλαβον ἐπιχείρημα καλλίτερον τῶν ἐπιχειρημάτων, φροντίζουσι περὶ τῆς εὐτυχίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ λέγουσιν, ὅτι αὐτοῦ ἔγκειται ἡ εὐτυχία της. Κύριοι πληρεξούσιοι, αἱ ἐνέργειαι τῶν ἀνθρώπων τούτων, τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος, τοὺς ὁποίους θέλομεν πολεμήσει στῆθος πρὸς στῆθος, αἱ ἐνέργειαι αὗται περιορίζονται κατὰ τὸ φαινόμενον εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως· περιττὴ, λέγουσιν, ἡ Συνέλευσις, τί εἰργάσθη μέχρι σήμερον ἡ Συνέλευσις; τί θέλομεν τὴν Συνέλευσιν; ἔχομεν Βασιλέα· καὶ δὲν ἐρωτῶσι τὸν Βασιλέα, ἐὰν θέλῃ νὰ ἦναι ἐπίορκος. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἐννοοῦσιν οἱ ἄθλιοι, ὅτι τὸ Ἔθνος δὲν δύναται νὰ τοὺς ἀκούσῃ· δὲν ἐννοοῦσιν, ὅτι ἄνευ τολμήματος ἡ Συνέλευσις εἰς ἑαυτὴν κρατεῖ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως· μόνη ἡ Συνέλευσις ἀντιπροσωπεύουσα τὸ Ἔθνος, τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον καὶ οὐχὶ τὰς ἰδέας μεμονωμένων ἀτόμων, μόνη ἡ Συνέλευσις δύναται σκεφθεῖσα νὰ εὕρῃ, ὅτι ἀναγκαιοῖ αἴφνης ἡ διάλυσις τῆς Συνελεύσεως· δὲν ἐννοοῦσιν οἱ ἄθλιοι, ὅτι μία διάλυσις τῆς Συνελεύσεως ἤθελεν ἀφήσει τὸν τόπον ἀσύντακτον, ἤθελεν ἀφήσει τὸν τόπον ἀνοικτὸν εἰς τυραννίαν, καὶ ἤθελε δικαιολογήσει τὴν διαγωγὴν τοῦ Ὄθωνος· δὲν ἐννοοῦσιν οἱ ἄθλιοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις αὐτὴ δὲν δύναται ν’ ἀποχωρήσῃ, πρὶν ἢ δώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθησαν οἱ ἐξώσαντες τὸν Ὄθωνα, πρὶν δηλαδὴ δώσῃ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐξασφαλίσῃ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, τὸ Σύνταγμα· δὲν ἐννοοῦσιν οἱ ἄθλιοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ ἡ Ἑλλὰς ἑαυτὴν εἰς ἑαυτὴν, ὄχι εἰς τοὺς ξένους, ἐπαναστατήσασα. Διὰ τί ἐπανέστη ἡ Ἑλλάς; Καθὼς εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, διότι κατεπατήθη τὸ Σύνταγμα, καὶ θέλει πλέον ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ ἔχῃ Σύνταγμα; Μὰ τὴν ἀλήθειαν, καὶ γελοῖον καὶ ἀηδὲς τὸ ζήτημα! Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει καταφανὴς εἰς τὴν καρδίαν ἑκάστου Ἕλληνος, ἐὰν ἦναι Ἕλλην· ἐκείνους δὲ, οἱ ὁποῖοι φέρουσι τὸ ὄνομα τοῦ Ἕλληνος, δὲν φέρουσι τὴν καρδίαν ὅμως τοῦ Ἕλληνος, δυνάμεθα νὰ τοὺς ἐκδικηθῶμεν. Ἡ ἀνάγκη τοῦ Συντάγματος διὰ τὰ ἐσωτερικά μας, ὡς εἶπον, δὲν χρῄζει ὑπερασπίσεως καὶ ἀποδείξεως· ὑπάρχουσιν ὅμως, Κύριοι, κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ ἄλλα ἐξωτερικὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑποχρεοῦσι νὰ ταχύνωμεν εἰς τὸν συνταγματισμόν μας· καὶ ὅσοι κάλλιον ἐμοῦ καταγίνονται περὶ τὴν πολιτικὴν, γνωρίζουσιν ἤδη, ὅτι ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος εὑρίσκεται συνταρασσομένη, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη ἑτοιμάζεται εἰς πόλεμον. Θέλει εἶσθαι θαῦμα, Κύριοι, ἐὰν ἡ Εὐρώπη ἀποφύγῃ τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον· πλεῖστα ζητήματα συζητοῦνται ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ Ἠπείρῳ, καὶ φοβοῦμαι πολὺ, μὴ αἱ προσπάθειαι μεγάλου ἀνδρὸς τῆς ἐποχῆς μας ματαιωθῶσι, προσπάθειαι, αἱ ὁποῖαι τείνουσιν εἰς τὴν εἰρήνην, ἐὰν μὰ τὴν ἀλήθειαν ἐν τῇ μεγάλῃ καὶ ἀγχίνῳ προβλέψει του δὲν τείνωσι πρὸς συγκρότησιν κραταιᾶς συμμαχίας ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν ἐθνικοτήτων. Εἰς τοιαύτην λοιπὸν περίστασιν, Κύριοι, θέλει τίς με πείσει ποτὲ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ μείνῃ ἀσύντακτος; ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ἀφιερωθῇ εἰς τὸν ῥοῦν τῆς τύχης της ὅπως ἔχει; Ἡ Ἑλλὰς δὲν ὀφείλει νὰ ἐμπεδώσῃ τὰ ἐσωτερικά της διὰ τῆς καθιερώσεως τοῦ Συντάγματός της, καὶ τότε ὑπὸ τὴν δεξιὰν χεῖρα τοῦ Ἡγεμόνος αὐτῆς νὰ ῥιφθῇ, ὅπου ἡ Πρόνοια προώρισεν αὐτήν; ... Πλεῖστα εἶχον ἵνα εἴπω, ὅπως πείσω ὑμᾶς, ὅτι ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἵνα ταχέως συντάξωμεν τὸ πολίτευμα, καὶ συνταγματισθείσης τῆς Ἑλλάδος ν’ ἀποχωρίσωμεν τοῦ συνεδρίου τούτου, ἀτυχῶς ὅμως τὸ ζήτημα εἶναι τόσον προφανὲς, ὥστε ὁ δεινότερος τῶν ῥητόρων δὲν ἤθελεν ἐξαντλήσει καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ θέμα, ὥστε παραιτοῦμαι τούτου· ἀλλὰ, Κύριοι, ἀναγνωρίζοντες τὸ ἀπόλυτον, τὸ ἀναπόφευκτον τοῦ συνταγματισμοῦ ἡμῶν, μᾶς σταματᾷ ἡ Ἑπτάνησος. Κύριοι πληρεξούσιοι! ὑπάρχουν ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνων τις, διακινδυνεύει νὰ χάσῃ αἴφνης δημοτικότητα, νὰ χάσῃ αἴφνης ὑπόληψιν, διότι μὲ ὅσον πατριωτισμὸν καὶ ἂν τὰ διεξέλθῃ, θὰ παρεξηγηθῇ. Εὐτυχῶς, Κύριοι, δὲν ἀνήκω εἰς τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κατώρθωσαν νὰ σύρωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν δημοτικότητα, δὲν προσέφερον εἰς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίαν, ὥστε νὰ τύχω τῆς ὑπολήψεως αὐτῆς· κατὰ συνέπειαν μετὰ θάῤῥους εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ἀφίνων τοὺς κριτάς μου νὰ μὲ κρίνωσιν, ὅπως θέλουν· τοὺς παρακαλῶ μόνον τοῦτο, νὰ ἔχουν τὸν αὐτὸν μὲ ἐμὲ πατριωτισμόν, καὶ ἀπέναντι τῆς πατρίδος νὰ θυσιάσωσι καὶ τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα καὶ τὸν ἀτομικὸν ἐγωϊσμόν. Εἶπον, Κύριοι, πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἀπέναντι τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ μοῦ διαφιλονεικήσῃ, ὅτι δηλ. ἔχομεν ἀνάγκην ταχέως συνταγματισμοῦ, ἀπέναντι τῆς ἰδέας ταύτης ἵσταται ἡ Ἑπτάνησος. Λέγουσιν, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος δὲν ἡνώθη μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δυνάμεθα νὰ συνταγματισθῶμεν πρὶν ἢ ἡ Ἑπτάνησος ἀποδοθῇ εἰς τὴν μητέρα αὐτῆς. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ταῦτα τὰ λέγουσι πολλοί· τὰ λέγουσι πρῶτον οἱ Ἑπταννήσιοι, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν οὐδόλως θέλω νὰ διαφιλονεικήσω εἰς τοὺς Ἑπτανησίους τὸν πατριωτισμὸν αὐτῶν, τὴν ἐπιθυμίαν των, ὅπως λάβωσι μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον θὰ διοικηθῇ εἰς τὸ μέλλον καὶ ὁ τόπος αὐτῶν, ἐὰν πραγματικῶς, ὅπερ ἐλπίζω, ἡ Ἑπτάνησος μᾶς ἀποδοθῇ. Μετὰ τοὺς Ἑπτανησίους ἔρχονται φυσικώτατα καὶ οἱ φίλοι αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἑνόνουσι τὰς ἐπιθυμίας των μὲ ὅ,τι ἐπιθυμοῦσι καὶ οἱ φίλοι αὐτῶν Ἑπτανήσιοι. Ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι μόνον οἱ Ἑπτανήσιοι τὸ λέγουσι; Νομίζετε, ὅτι μόνον οἱ φίλοι αὐτῶν τὸ λέγουσι; Δότε ἀκρόασιν εἰς πάντας τοὺς ὁμιλοῦντας περὶ τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ ζητήματος, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι τὸ λέγουσι καὶ οἱ ἐχθροὶ τῶν συνταγματικῶν μας ἐλευθεριῶν, τὸ λέγουν καὶ οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος, τὸ λέγουν καὶ οἱ ἐχθροὶ τῆς Συνελεύσεως. Μία σύμπτωσις παράδοξος, ὅσοι ὡμίλησαν κατὰ τῆς Συνελεύσεως, ὅσοι εἶπον, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι περιττὸν ἐκεῖ σταματοῦσι· δὲν πρέπει νὰ συνταγματισθῇ ἡ Ἑλλὰς, ἂν δὲν ἔλθῃ ἡ Ἑπτάνησος. Ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἡ σύμπτωσις εἶναι παράδοξος· καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου στηριζόμενοι οἱ ἐχθροὶ τῶν συνταγματικῶν μας ἐλευθεριῶν, οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἐχθροὶ τῆς Συνελεύσεως κερδαίνουσι· λέγουσιν εἰς ἑαυτοὺς, οὕτω κατορθόνομεν τὴν ἀναβολὴν τοῦ συνταγματισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, καὶ κατορθόνοντες τὴν ἀναβολὴν τοῦ συνταγματισμοῦ τῆς Ἑλλάδος κερδαίνομεν, διότι ἀφίνομεν τὸν τόπον ἐν καταστάσει ἀμφιβολίας, καὶ ἀφίνοντες τὸν τόπον ἐν καταστάσει ἀμφιβολίας, Κύριος οἶδε, τί τεύξεται ἡ ἐπιοῦσα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ἀπέναντι τοῦ συνταγματισμοῦ τῆς Ἑλλάδος τοῦ ταχέως γενησομένου κατ’ ἐμὲ, ἵσταται τὸ Ἑπτανησιακὸν ζήτημα, μήπως ἀρνοῦμαι ἐγὼ τὴν Ἑπτάνησον; μήπως δὲν εὔχομαι νὰ ἑνωθῇ ὅσον τάχιστα ἡ Ἑπτάνησος; Κύριοι! ἐὰν ἡ μνήμη δὲν σᾶς λανθάνῃ, δὲν ἔχω ἐγωϊσμὸν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπω· εἰς ποῖον πρῶτον χρεωστοῦσιν οἱ πληρεξούσιοι τῶν Ἑπτανησίων οἱ ἐνταῦθα παρακαθήμενοι, εἰς ποῖον χρεωστοῦσι τὴν εἴσοδόν των; ποῖος ἔφερε τὸ ψήφισμα τὸ ἀνοῖξαν τὰς πύλας τῆς Συνελεύσεως ἐκ προκαταβολῆς εἰς τὴν Ἑπτάνησον; τὸν ἐνθυμεῖσθε; Θὰ σταματήσω ὀλίγον ἐπὶ τοῦ Ἑπτανησιακοῦ ζητήματος. Ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω τὴν Ἑλλάδα τάχιστα συντεταγμένην, καὶ ἐπειδὴ ἀπέναντι τῆς ἐπιθυμίας ταύτης ἵσταται ἡ Ἑπτάνησος, θὰ ἐξετάσω ἐν παρόδῳ τὸ Ἑπτανησιακὸν ζήτημα. Ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος μετ’ ἀνυπομονησίας μεγάλης ἀπὸ πολλοῦ ἤδη χρόνου περιμένει τὴν Ἑπτάνησον. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅταν ἡμεῖς ἐδιώκομεν τὸν Ὄθωνα, ὅταν ἡ Ἑλλὰς συνεκρότει τὴν Συνέλευσίν της, οὐδόλως ἤλπιζεν, ὅτι τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο ἤθελε φέρει ταυτοχρόνως καὶ τὸ ὡραῖον αὐτὸ ἀποτέλεσμα, νὰ ἴδωμεν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν τοὺς Ἑπτανησίους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κραταιά τις Δύναμις, κρατοῦσα εἰς χεῖράς της τὴν Ἑπτάνησον μᾶς ἔλεγεν, ἀκούσατε καὶ σᾶς δίδω τὴν Ἑπτάνησον, ἐστάθημεν καὶ εἴπομεν δὸς ἡμῖν τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἕτοιμοί ἐσμεν νὰ ἀκούσωμεν, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐζήτησε τὴν ὑπακοὴν ἡμῶν ἀνταπεκρίθημεν, βαίνοντας πόῤῥω τῶν ἐλπίδων αὐτῆς, διότι ἡ Ἑλλὰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεδείκνυεν ἡ προστάτις ἐκείνη Δύναμις, εὑροῦσα τὰ ἐχέγγυα τοῦ ἀγαθοῦ μέλλοντος αὐτῆς, τὸ ἀφήρπασεν ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν, καὶ ὠνόμασε τὸν Βασιλέα, ἅμα ὑποδειχθέντα. Ἔκτοτε, Κύριοι, ἡ ὑπόσχεσις ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας κατέστη δι’ ἡμᾶς μία ἐθνικὴ ἀπαίτησις, δὲν δύνασθε νὰ μοὶ διαφιλονεικήσετε τοῦτο. Ἐὰν τὰ μεγάλα ταῦτα συμφέροντα ἐδικάζοντο πρὸ πολλοῦ, ἠθέλομεν κερδίσει τὴν δίκην ταύτην. Δὸς τὴν Ἑπτάνησον ἐφωνάζομεν τότε, ἤδη ἀτυχῶς περιμένομεν ἀκόμη. Τί γίνεται τὸ Ἑπτανησιακὸν ζήτημα; πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ Συνέλευσις ἐζήτησεν ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ εἰς τὰς ἐξηγήσεις ταύτας εἴδομεν μετὰ λύπης μεγάλης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, κάμνουσα χρῆσιν τοῦ μεγαλειτέρου πατριωτισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐδύνατο νὰ ἔχῃ ἄνθρωπος, προσπαθεῖ νὰ μεταβάλῃ συνθήκην, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἂν δὲν ὀνομάζω ἀτιμωτικὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα, δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ τῆς ἀρνηθῶμεν τὸν τίτλον, ὅτι εἶναι ὑβριστικὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα· ἀτυχῶς ὅμως εἰς τὰς ἐργασίας ταύτας χρειάζεται χρόνος, καὶ δὲν δύναται νὰ μᾶς ὁρίσῃ πότε θέλει λυθῆ τὸ Ἑπτανησιακὸν ζήτημα κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ! Θέλομεν νὰ μᾶς ἀποδοθῇ ἡ Ἑπτάνησος, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀποδοθῇ, ὅταν μᾶς τὴν ὑπόσχωνται· προσπαθεῖ τώρα ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐπὶ ζητημάτων ἐθνικῶν, ὡς καὶ προχθὲς εἶπον, δὲν ὑπάρχει συμπολίτευσις ἢ ἀντιπολίτευσις, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὸν πατριωτισμόν. Ἀλλὰ λέγει ἡ Κυβέρνησις προσπαθῶ νὰ ἄρω ἐκ τοῦ μέσου πᾶν ὅ,τι ὑβρίζει τὴν Ἑλλάδα, πᾶν ὅ,τι καθιστᾷ τὴν ἕνωσιν προβληματικήν. Ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθώσωμεν ταῦτα χρειάζεται χρόνος, καὶ Κύριος οἶδε πόσος χρόνος· ἔχομεν ἄπειρον τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἴδωμεν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν τοὺς Ἑπτανησίους, ὅπως συζητήσωμεν μετ’ αὐτῶν τὸ Σύνταγμα· ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν ἐπὶ πολύ; νομίζω, ὅτι ἀρκούντως κατέδειξα, ὅτι δὲν συμφέρει ἐπὶ πολὺν χρόνον νὰ μένωμεν περιμένοντες, διότι, μένοντες ἐπὶ πολὺν χρόνον, κινδυνεύομεν νὰ χάσωμεν ὅ,τι ἔχομεν, κινδυνεύομεν νὰ πάθωμεν ὅ,τι οἱ ἐχθροὶ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν μας, ὅ,τι οἱ ἐχθροὶ ἐν γένει τῆς Ἑλλάδος θέλουσι. Τινὲς, Κύριοι, εὑρεθέντες ἀφ’ ἑνὸς ἀπέναντι τῶν κατὰ τῆς Συνελεύσεως φωνασκιῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀπέναντι τοῦ Ἑπτανησιακοῦ ζητήματος ἐπρότειναν τὴν διακοπήν· εὐτυχῶς οὐδεὶς ὑποστηρίζει τὴν ἰδέαν ταύτην, ἄλλως ἤθελον τὴν πολεμήσει μὲ τοὺς αὐτοὺς ἰσχυροὺς λόγους, τοὺς ὁποίους μετεχειρίσθην εἰς τὸν περὶ διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως λόγον μου· διότι πᾶσα διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῶν Ἑπτανησίων, εἶναι ἰσοδύναμος μὲ τὴν διάλυσιν· διότι, Κύριοι, τὸ συνέδριον τοῦτο τὸ ἐθνικὸν, ἀποχωροῦν, ἀφίνει τὴν Ἑλλάδα ἀσύντακτον· καὶ διότι ἀφίνει τὴν Ἑλλάδα ἀσύντακτον, τὴν ἀφίνει εἰς τὸ χεῖλος τοῦ τάφου. Καὶ δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, τῆς Συνελεύσεως κλειούσης πρὸς ὥραν τὰς πύλας αὐτῆς, τὶ δύναται νὰ ἐπέλθῃ τὴν ἐπαύριον. Βεβαίως, Κύριοι, ἴσως δὲν τρέχομεν τοὺς κινδύνους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔτρεχεν ἡ Γαλλικὴ Συνέλευσις, ἡ ὁποία ὤμοσε τὸν ὅρκον, ὅτι οὐδόλως ἀποχωρεῖ, ἂν δὲν συνταγματίσῃ τὴν Γαλλίαν· τὰ λέγω, τὰ πιστεύω, ἀλλὰ θέλω ταὐτοχρόνως νὰ μὴ ἀποπλανηθῶ ἀπὸ εὐπιστείαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφοῦ κατ’ ἐμὲ ὅλα ταῦτα οὕτως ἔχουσιν, ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις πρὸς στιγμὴν παραδέχεται, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ περιμείνῃ τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἐπειδὴ ἐνδέχεται τὸ Ἑπτανησιακὸν ζήτημα νὰ ἀργοπορήσῃ, τὶ πρέπει νὰ γείνῃ; πρέπει νὰ μένωμεν αἰωνίως ἐνταῦθα, ἄνευ συντάγματος, μὲ τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας, καὶ περιμένοντες τὴν Ἑπτάνησον; Ἀλλὰ, Κύριοι, δύνανταί τινες νὰ μοὶ εἴπωσιν, ὅτι δὲν θὰ περιμένωμεν ἐπὶ πολὺ, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος θέλει μᾶς παραδοθῆ ἐντὸς ὀλίγου· ἕκαστος ἔχει τὸν χαρακτῆρά του. Εἶμαι, Κύριοι, περὶ τὰ πολιτικὰ λίαν δύσπιστος, ἀφοῦ τὴν Ἑπτάνησον μᾶς τὴν ἔθεσαν ὅρον ἐκλογῆς Βασιλέως, καὶ δὲν μᾶς τὴν ἔδωκαν, ὅπως ἔπρεπε νὰ μᾶς τὴν δώσωσιν· ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλλω, ἐν ὅσῳ δὲν βλέπω τοὺς Ἑπτανησίους καθημένους ἐνταῦθα· καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο μοὶ δίδει ἀφ’ ἑνὸς ἡ μέχρι τοῦδε διαγωγὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ περιπλοκὴ τῶν πολιτικῶν τῆς Εὐρώπης πραγμάτων. Ἆ! Κύριοι, ἂν πρὸ τῆς ἐνάρξεως ἐχθροπραξιῶν, ἂν πρὸ τῆς ἐνάρξεως Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἡ Ἑπτάνησος δὲν ἦναι ἡνωμένη μὲ τὴν Ἑλλάδα, νομάρχης Ἕλλην δὲν διοικεῖ ἐκεῖ, ἂν ὁ Ἑπτανήσιος δὲν ἔχῃ δώσει τὸν ὅρκον τὸν Ἑλληνικόν· νομίζετε, Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι, νομίζετε, ὅτι τὰ κολοσιαῖα ἔργα τῆς Κερκύρας θέλουσιν ἐγκαταλειφθῆ οὕτω πως; Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ στρατηγικωτέρα θέσις τοῦ κόσμου, ἡ Κέρκυρα, δὲν θέλει διατηρηθῆ; Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ὑπῆρξαν συνθῆκαι· ἐπὶ πολέμου τινὸς ἡ Μελίτη ἐπρόκειτο νὰ παραδοθῇ· ἡ Μελίτη δὲν παρεδόθη ἔκτοτε, διότι ἦτον ἀναγκαία· ὑποσχέθητέ μοι ὅτι τὴν ἄνοιξιν δὲν ἔχομεν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, καὶ παύω δυσπιστῶν. Σᾶς προλέγω ὅμως, καὶ φοβοῦμαι μὴ οἱ φόβοι μου ἐπαληθεύσωσιν, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν Κέρκυραν, ἂν ὑπάρξῃ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος. Μένοντες ἐνταῦθα, Κύριοι, καὶ διαιωνιζόμενοι, τί καλὸν προσφέρομεν πρὸς τὸν τόπον; Κύριοι πληρεξούσιοι, ἕκαστος βεβαίως ἔχει τὰς πολιτικὰς αὑτοῦ θεωρίας· ἡ Συνέλευσις ὁψέποτε ὑπῆρξε Συνέλευσις, ὑπῆρξε κατάστασις ἐπαναστατική. Ἡ Συνέλευσις, Κύριοι, δὲν ὁμοιάζει τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν· ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία ἐπὶ ὡρισμένου σκοποῦ προσκαλούμεναι, συνέρχονται μετὰ τῆς Βασιλείας· ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις εἶναι τὸ ἔθνος παρακαθήμενον τῇ ἐξουσίᾳ. Καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν εἶναι καί τι ἀλλόκοτον κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ἀφ’ ἑνὸς Συνέλευσις, καὶ ἀφ’ ἑτέρου Βασιλεία, ἐννοῶ τὸ ἐργάζεσθαι, τὸ κυβερνᾶν τὸ Κράτος· αὐτὸ δὲν τὸ εὑρίσκω καλὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ πολὺ, ἡ Συνέλευσις ἔχει ἀποστολὴν νὰ ἐργασθῇ ἅπαξ μετὰ τῆς Βασιλείας, νὰ δώσῃ τὸ Σύνταγμα, νὰ δώσῃ τὸν θεμελιώδη νόμον, καὶ νὰ ἀποχωρίσῃ, καὶ νὰ ἀφήσῃ τὰς ἐξουσίας, τας παρὰ τοῦ θεμελιώδους νόμου ἀνεγνωρισμένας ἐλευθέρας εἰς τὴν ἐργασίαν των. Δὲν ἀρέσκομαι εἰς τὸν διαιωνισμὸν τῆς Συνελεύσεως, τὸ λέγω μετὰ παῤῥησίας, καὶ δὲν ἔχω ποσῶς τὴν φιλοδοξίαν νὰ ἐπονομάζωμαι αἰωνίως πληρεξούσιος. Ἄλλως τε, Κύριοι, καὶ ἐδῶ εἰς τὸν διαιωνισμὸν τῆς Συνελεύσεως, δυστυχῶς εὑρίσκουν τὸ συμφέρον των οἱ ἐχθροὶ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν τῆς Ἑλλάδος. Διαιωνίσατε, λέγουν, τὴν Συνέλευσιν, τί σᾶς πειράζει, καθίσατε εἰς τὰς θέσεις σας, μὴ δίδετε ἀκρόασιν, ἂν σᾶς ὀνομάζουν 300 τυράννους· μὴ δίδετε ὅμως ποτὲ τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κατὰ συνέπειαν, Κύριοι, ὅλων, τὰ ὁποῖα ἠγόρευσα, σχηματίζω τὴν καθαρὰν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ταχέως νὰ συντάξωμεν τὸ πολίτευμα. Εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι ἀπέναντι τῆς ἰδέας ταύτης ἵσταται ἡ Ἑπτάνησος· ἐξετάσατε τὰς κατ’ ἐμὲ κακὰς συνεπείας τοῦ ἐπὶ πολὺ περιμένειν τὴν Ἑπτάνησον, ἐξετάσατε τοὺς κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐν ἀγνοίᾳ ἡμῶν καὶ καλῇ τῇ πίστει ῥίπτομεν τὴν Ἑλλάδα, μὴ δίδοντες ταχέως τὸ Σύνταγμα! Ἀλλά, Κύριοι, ἀνίσταται ἀπέναντι ἡμῶν ἡ Ἑπτάνησος· θέλω θίξει τοῦ ζητήματος καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, καὶ θέλω ὁμιλήσει νομικῶς, τυπικῶς ἐν μέρει, δὲν ἐκφράζω κατὰ πεποίθησιν πολιτικὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω εἰπεῖ. Κύριοι, ἐπειδὴ μᾶς ὑπεσχέθησαν τὴν Ἑπτάνησον, ἐπειδὴ θέλομεν τὴν Ἑπτάνησον, εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη ἡ παρακάθισις πληρεξουσίων Ἑπτανησίων, ὅπως ἡ Ἑλλὰς συνταγματισθῇ; Βεβαίως, Κύριοι, ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὅστις πρῶτος παρεκάλεσα τὴν Συνέλευσιν νὰ δοθῇ εἴσοδος εἰς πληρεξούσιον Ἑπτανησίων, βεβαίως δὲν παρακινοῦμαι ποτε ἀπὸ τὴν ἰδέαν νὰ μὴ θέλω ἐνταῦθα τοὺς Ἑπτανησίους, ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς κάλλιον ἐμοῦ πεφωτισμένους περὶ τὰ τοιαῦτα νὰ μοὶ εἴπωσιν ἐν ὅσῳ δὲν ἔρχονται οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν δυνάμεθα νὰ συνταγματισθῶμεν; Δὲν δύναται ἡ Ἑλλάς ποτε νὰ ἰδῇ τὸ Σύνταγμα, νὰ ἰδῇ τὸ τέλος τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ φεβρουαρίου καὶ 8βρίου, ἐν ὅσῳ δὲν παρακάθηνται πληρεξούσιοι ἐνταῦθα Ἑπτανήσιοι; Ἐρωτῶ οἱ Ἕλληνες εἶναι καταδικασμένοι, ἂν ἡ πολιτικὴ τῆς Εὐρώπης δὲν θέλῃ νὰ λύσῃ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ τὸ ἀφήσῃ ἐκκρεμὲς, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καθήμεθα καὶ νὰ διακινδυνεύωμεν τὴν τύχην τοῦ ἔθνους, μένοντες ἄεργοι; ἀγαπῶ τὴν ἔλευσιν τῶν Ἑπτανησίων πληρεξουσίων, ἴσως κάλλιον πλείστων ἄλλων, ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νά ἀγαπῶ καὶ ἕτερόν τι ἀκόμη — νὰ ἀγαπῶ ἐν γένει τὴν πατρίδα. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω μίαν ἰδέαν, καὶ τὴν ἰδέαν ταύτην, ἂν μέχρι τοῦδε δὲν τὴν ἐμελέτησαν πολλοὶ, ὅταν τὴν εἴπω, θὰ τὴν μελετήσουν. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἐπανάστασις, ὑπῆρξαν συνωμόται, ὑπῆρξαν ἐπαναστάται· οἱ ἐπαναστάται ἀνέτρεψαν θρόνον, θέτοντες τὴν Ἑλλάδα εἰς δυσχερείας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἡ θεία πρόνοια καὶ ἡ εὐγενὴς διάθεσις τοῦ λαοῦ τὴν ἔσωσεν· οἱ ἄνδρες οὗτοι δὲν ἀνέλαβον εὐθύνας μεγάλας; Αἴ, πιστεύσατέ μοι, Κύριοι, δύναμαι νὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἐγὼ συνεμέθεξα τῆς ἐπαναστάσεως, πιστεύσατε, ὅτι μετὰ συγκινήσεως μεγάλης, καὶ τὸ λέγω ἀπὸ καρδίας, παρηκολούθουν τὴν βασιλικὴν ἅμαξαν ὡς ἀξιωματικὸς, ὅτε ὁ Βασιλεὺς ἐπάτησε τὸ ἔδαφος τὸ ἑλληνικὸν, καὶ ἀπὸ Πειραιῶς ἀνήρχετο εἰς Ἀθήνας. Καὶ εἶπον ἐν ἐμαυτῷ, τέλος πάντων δὲν δύνανται οἱ ἐχθροὶ τῆς ἐπαναστάσεως νὰ εἴπωσι πλέον, ὅτι διακινδυνεύομεν τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος! διότι Βασιλέα εἶχεν ἡ Ἑλλὰς, Βασιλέα ἔχει. Καὶ τοῦτο, Κύριοι, πιστεύσατε ἀκόμη, μὲ τὸ συνεχάρησαν καὶ ὀθωνισταὶ, μοὶ εἶπον τέλος πάντων τὸ κατωρθώσατε. Λοιπὸν, Κύριοι, ἂν οἱ ἐπαναστάται εἶχον ἀπέναντι τοῦ ἔθνους εὐθύνην, διότι τὸ ἄφησαν ἄνευ Βασιλέως, δὲν ἔχομεν ἀκόμη καὶ τὴν ἑτέραν εὐθύνην, τὴν κυριωτέραν, τὸ νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ Σύνταγμα, καὶ νὰ ἀναχωρήσωμεν ἕκαστος εἰς τὰ ἴδια, ἐγὼ εἰς τὸν στρατὸν, ἄλλος εἰς τὰ ἔργα τὰ ἰδιωτικὰ, λέγοντες, τέλος πάντων εἰργάσθημεν, ἐτελειώσαμεν, ἡ εὐθύνη δὲν μένει εἰς ἡμᾶς, ἐγκατεστήσαμεν Βασιλείαν, ἐπροικίσαμεν τὸ ἔθνος μὲ πολίτευμα· εὐχόμεθα ἡ Ἑλλὰς νὰ εὐημερήσῃ, καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῶν προγονικῶν ἐλευθεριῶν. Ἰδοὺ διατί, Κύριοι, ἂν καὶ ἀγαπῶ περισσότερον πολλῶν τὴν ἔλευσιν τῶν Ἑπτανησίων, διὰ νὰ λάβωσι καὶ αὐτοὶ μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος, διὰ νὰ μὴ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι τοὺς ἀπεκλείσαμεν· ἂν καὶ ἔχω τὰς αὐτὰς ἐπιθυμίας, εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ εἴπω παραχωρήσατε, Ἑπτανήσιοι, διότι ἡ πατρὶς κινδυνεύει, καὶ πρέπει νὰ σταματήσητε· ἄλλως τε, Κύριοι, δὲν εἶναι τὸ πρῶτον παράδειγμα· δὲν τὸ δίδει τὸ παράδειγμα τοῦτο μόνη ἡ Ἑλλάς. Ἡ Ἰταλία ὁλόκληρος, Κύριοι, ἐστέναζεν ὑπὸ τὸν τυραννικὸν ζυγὸν τῶν συνθηκῶν τοῦ 1815. Ἡ Ἰταλία συνεταράχθη, ἡ Ἰταλία ἀπέσεισε τὸν ζυγὸν, καὶ εἶπε μία φυλὴ εἴμεθα, ἓν κράτος θέλω νὰ ἤμεθα. Ἡ θεία πρόνοια, Κύριοι, πρὸς πλήρωσιν τῆς ἐπιθυμίας ταύτης ἐπεφύλαξε τὴν ἐντολὴν εἰς κράτος μικρὸν, εἰς κράτος, τοῦ ὁποίου ὁ πληθυσμὸς ἀπέναντι τοῦ Ἰταλικοῦ ἔθνους εἶναι μηδὲν, καὶ ἡ Ἰταλία ὁλόκληρος, ἀρεσκομένη μόνον εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι ἡνώθη εἰς ἓν, ἐλησμόνησε τὰς μικροφιλοτιμίας, καὶ εἶπεν ἂν ἡ Σαρδηνία ζῇ καλῶς μὲ τὸ σύνταγμά της, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα εὐχαριστημένοι μὲ τὸ σύνταγμα τοῦτο νὰ ἀποθάνωμεν· δὲν θὰ πιστεύσητε λοιπὸν τὸν αὐτὸν πατριωτισμὸν εἰς τοὺς Ἑπτανησίους; Τάχα καὶ οἱ Ἑπτανήσιοι, ἀναλογιζόμενοι τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ὑπεφέραμεν, περιμένοντες, δὲν θὰ εἴπωσι τάχα ἡμεῖς θὰ φωτίσωμεν τὴν Ἑλλάδα; πρέπει ἡμεῖς νὰ ὑπάγωμεν νὰ δώσωμεν σύνταγμα ἐλεύθερον εἰς τοὺς Ἕλληνας; ἡμεῖς καὶ μόνοι δυνάμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Συνελεύσεως νὰ προασπίσωμεν τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας; καὶ τάχα οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι διὰ τὴν καταπάτησιν τοῦ συντάγματος ἀπέβαλον ἕνα θρόνον, δὲν θέλουσιν ἐργασθῆ ἐπίσης μὲ τὸν αὐτὸν πατριωτισμὸν πρὸς σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος; μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ εἴπωσι διαφορετικὰ οἱ Ἑπτανήσιοι. Ἓν ἄλλο, Κύριοι, ἂν περιμένωμεν τὴν Ἑπτάνησον καὶ δὲν συνταγματισθῶμεν, κινδυνεύομεν, ἐνῷ ἐξ ἐναντίας, ἂν συντάξωμεν τὸ πολίτευμα, ἐμπεδώσωμεν τὴν ἡσυχίαν εἰς τὸ κράτος καὶ δίδωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄπειρον καιρὸν νὰ μεταχειρισθῇ ὅλα τὰ μέσα τῆς διπλωματίας, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἕνωσιν ὑπὸ αἰσίους οἰωνοὺς, τοὺς ὁποίους ἐπιθυμεῖ πᾶσα ἑλληνικὴ καρδία, καὶ εὐχαριστήσει τὰς ἐπιθυμίας τῶν Ἑλλήνων, καὶ ἴδωμεν τὴν Ἑπτάνησον μεθ’ ἡμῶν ἑνουμένην. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅσα καὶ ἂν μετεχειρίσθην διὰ νὰ σᾶς πείσω τοῦ νὰ θέσωμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς κατάστασιν ἡσυχίας, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν αὐτὴν ἀπέναντι τῶν ἐνδεχομένων κινδύνων, ἂν δὲν σᾶς ἔπεισα, ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἡ ἔλευσις τῶν Ἑπτανησίων δὲν εἶναι ἀναγκαία, διατὶ, Κύριοι, νὰ μὴν ταχύνωμεν τὸ Ἑπτανησιακὸν ζήτημα; Πολὺ καλὰ, Κύριοι, θέλετε ἀφεύκτως νὰ ἔχητε τοὺς Ἑπτανησίους ἐνταῦθα, τὸ νομίζετε ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ; Ἐν τούτοις ἀπέναντι τῆς ἰδέας ταύτης, εἰς τὴν ὁποίαν στηρίζεσθε, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν θέλετε νὰ ἐξέλθητε, δύω ἰδέαι ὑπάρχουσιν· ἢ θὰ περιμένητε ἐπ’ ἄπειρον καὶ θ’ ἀφήσητε τὴν Ἑλλάδα μετέωρον ἢ ὀφείλετε, σεβόμενοι τὴν ἀποστολήν σας, φοβούμενοι τὰ κακὰ, νὰ φροντίσητε νὰ ἐπισπεύσητε τὴν λύσιν τοῦ Ἑπτανησιακοῦ ζητήματος. Ἐν ὅσῳ, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις δὲν ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ὅσῳ δὲν πράττει οὕτω πως ἡ Συνέλευσις, μένει τὸ ἄλλο, ὁ διαιωνισμὸς τοῦ ζητήματος. Κύριοι, πληρεξούσιοι, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι σᾶς ἐκούρασα καὶ τοσοῦτον μᾶλλον σᾶς ἐκούρασα, ὄχι δι’ ὅσα ἠκούσατε, ἀλλὰ διότι τὰ ἠκούσατε ἀπὸ ὄχι μεγάλον πολιτικόν· καὶ περαίνων τὸν λόγον μου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εὐκολύνω τὴν συζήτησιν τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου, τοῦ ὁποίου ἐπελάβετο ἡ Συνέλευσις. Συγχωρήσατε τὸν πατριωτισμὸν, ὅστις μὲ ὤθησε νὰ νομίζω τοῦτο..... Ἐπιθυμῶ ἄλλος δυνατώτερος ἐμοῦ νὰ φροντίσῃ νὰ μᾶς πείσῃ, καὶ οὐδὲν κατωρθώσαμεν σήμερον, ἐὰν κλείσῃ ἡ συζήτησις, πρέπει νὰ περιμείνωμεν αὔριον νὰ τὴν ἐπαναλάβωμεν. Ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς πείσουν ποίαν τῶν δύω προτάσεων νὰ παραδεχθῶμεν, ν’ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα ἐλεύθερον νὰ τρέξῃ τὸν δρόμον του καὶ ἡμεῖς νὰ καθήμεθα καραδοκοῦντες, πότε οἱ κραταιοὶ θέλουσιν ἐπινεύσει νὰ μᾶς δώσουν ἠκρωτηριασμένην τὴν νύμφην, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθησαν προῖκα εἰς τὸν Βασιλέα μας; ἢ ἐὰν πρέπει ἐπειδὴ εἶναι ἀνάγκη ταχέως νὰ συνταγματισθῶμεν καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθωσιν οἱ Ἑπτανήσιοι πρὸς τοῦτο, ἂν πρέπει λέγω νὰ ἐπιταχύνωμεν, νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ εἴπωμεν, οἱ κραταιοὶ τῆς γῆς ὅλοι οὕτως ἀπεφάσισαν, ἔλθετε ἀδελφοὶ Ἑπτανήσιοι καὶ ὁ καιρὸς βοηθός. Ἄλλοτε μέγας ἀνὴρ τῆς Εὐρώπης, ὁ ἐξάδελφος τοῦ Ναπολέοντος, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς γαλλικῆς γερουσίας· αἱ συνθῆκαι ἰσχύουσι μέχρις ὅτου διὰ τῆς σπάθης σχισθῶσιν. Ἂς μᾶς πείσωσι λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅπως ἔχει, τὴν συνθήκην τὴν ὑβρίζουσαν τὴν Ἑλλάδα, τὴν συνθήκην, λέγω, ἡ ὁποία ὑβριστικὴ οὖσα ἐλαφρύνει μόλα ταῦτα τὸ στῆθος τῆς Ἑλλάδος, ἐλαφρύνει Κύριοι! διότι ἀπὸ τὸ στῆθος τῆς Ἑλλάδος ἀπομακρύνεται οὕτω ὁ ὄγκος ὁ τρομερὸς μὲ τὸν ὁποῖον καθ’ ἡμέραν μᾶς ὑβρίζουσιν—ὁ ὄγκος τῆς εὐεργεσίας!! Ἀλλὰ, Κύριοι! ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Συνέλευσις δίδουσα εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ σύνταγμα, δὲν θέλει ἀποχωρήσει πρὶν νόμους ἑτέρους ἀναγκαιοτάτους πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ συντάγματος ψηφίσῃ, ὅ,τι εἶναι ἀναγκαιότατον, νὰ μὴ χορηγήσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα χάρτην γεγραμμένον ἁπλοῦν, ἀλλὰ νὰ περιφρουρήσωμεν αὐτὴν μὲ τὸν περὶ δήμων νόμον, μὲ τὸν ἐκλογικὸν περὶ βουλευτῶν νόμον· εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι! νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὴν Ἑλλάδα μυκτηριζομένην ἀπὸ μίαν ἔκφρασιν διαγεγραμμένην εἰς τὰ πλεῖστα συντάγματα ὡς καὶ εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ 1814, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ εἶναι πάντοτε ἀνεύθυνοι· εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι! νὰ συνταχθῇ, πρὶν ἢ ἀποχωρήσωμεν, ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος, ἄλλως τε Κύριοι! εἶναι καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπίσης εἶναι σπουδαῖον καὶ ἀναγκαιότατον. Ἔτος ὁλόκληρον παρῆλθεν ἀφ’ ὅτου ἡ Συνέλευσις συνεδριάζει καὶ προϋπολογισμὸς δὲν ὑπάρχει, εἶναι ἀπαραιτήτως ἀνάγκη νὰ συνταχθῇ, νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1864, πρέπει νὰ συνταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον μὰ τὴν ἀλήθειαν πρὸ παντὸς ἄλλου ἔπρεπε νὰ εἴχομεν ἤδη ἐπιληφθῆ. Κύριοι! ἐνόμισα, ὅτι ἐξεπλήρωσα χρέος πατριώτου καὶ εὔχομαι ἄλλοι δεινότεροι ἐμοῦ νὰ μὲ ἀντικρούσουν καὶ ἂν μὲ πείσωσι περὶ τοῦ ἐσφαλμένου τῶν ἰδεῶν μου, πιστεύσατε ὅτι θέλω ἐνδώσει.
§26ΚΑΛΟΣ. Κύριοι! Τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων, ἅτινα ἀπησχόλησαν τὴν Συνέλευσιν· εἶναι σπουδαιότατον, ὄχι μόνον διότι συνδέεται μὲ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ παρελθόν· ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν σήμερον εὑρισκόμεθα.— Ἡ πρότασις βεβαίως προεκλήθη ἀπὸ δύο σοβαροὺς λόγους, καὶ δὲν δύναται οὔτε ὁ προλαλήσας, οὔτε ἄλλος τις νὰ ἀρνηθῇ τοῦτο· ἀπὸ τὸν κίνδυνον τῆς διαταράξεως τῆς τάξεως καὶ ἀπὸ τὰς κατὰ τῆς Συνελεύσεως κατακραυγὰς, ὡς διαρπαζούσης τὸν δημόσιον πλοῦτον. Ἀμφότεροι οἱ λόγοι οὗτοι ἐξωγκώθησαν, ἐπολαπλασιάσθησαν καὶ διεσαλπίσθησαν διὰ τῶν ὀργάνων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὤφειλον, ὄχι μόνον σεβασμὸν πρὸς τὸ καθεστὼς, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτό Διεσαλπίσθησαν μὲ σκοπὸν νὰ προσβάλωσι τὸ ἐνεστὼς, νὰ δικαιολογήσωσι τὸ παρελθὸν καὶ νὰ καταστήσουν προβληματικὸν τὸ μέλλον. Ἂν ὁ κίνδυνος τῆς ἀπωλείας τῶν ἐλευθεριῶν μας, ἕνεκα ἐπικειμένου εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, τὸν ὁποῖον ὁ προαγορεύσας σᾶς ὑπέδειξεν, ἐφαίνετο καὶ εἰς ἐμὲ ἐπικείμενος, βεβαίως ἤθελα σᾶς προτείνει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν Ἑπτάνησον εἰς τὴν τύχην της καὶ νὰ συντάξωμεν τὴν πολιτείαν· ὁ κίνδυνος ἑνὸς εὐρωπαϊκοῦ πολέμου δὲν ὑπεμφαίνεται, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἐμὴν ἀσθενῆ κρίσιν· ἀλλὰ καὶ τούτου ἐπελθόντος, κίνδυνος κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν μας δὲν ὑφίσταται, διότι ὑπάρχει πολίτευμα, δυνάμενον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ στέμματος καὶ τὰ τοῦ λαοῦ, ὑπάρχει τὸ δυνάμει τοῦ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως ταύτης καθιερωθὲν πολίτευμα, δι’ οὗ ἐχορηγήθησαν τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα εἰς τὸν Βασιλέα κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 μέ τινας ἐξαιρέσεις. Ζητῶ συγγνώμην, Κύριοι, ἂν φθάσας ἐνταῦθα παρεκτραπῶ τοῦ κειμένου τῆς προτάσεως τοῦ προαγορεύσαντος καὶ περιέλθω εἰς ἐξέτασιν τῶν κατὰ τῆς Συνελεύσεως κατακραυγῶν· πράττω τοῦτο χάριν τοῦ ἀκροατηρίου καὶ τῶν ἀλλοδαπῶν, εἴτε ὁμογενεῖς ἢ ξένοι εἶναι οὗτοι, καὶ πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες καθ’ ἑκάστην, ὡς σκύλοι συνειθισμένοι μόνον εἰς γαυγίσματα, οὐδέποτε δὲ ἔχοντες τὴν δύναμιν νὰ δήξωσιν, ἀποσύρονται, ἅμα τοῖς παρουσιασθῇ μικρά τις ἐπίθεσις, καὶ φεύγοντες κρύπτονται. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ κατὰ τῆς Συνελεύσεως καθ’ ἑκάστην διὰ τῶν ὀργάνων τῆς δημοσιότητος κατακραυγάζοντες, καὶ εἰς διαβούλια ὅλως ἀσήμαντα συνερχόμενοι, καὶ λέγω ἀσήμαντα, διότι, καί τοι ἔχοντες ἄλλοτε ἐξουσίαν, ἀπεδείχθησαν ἀνίκανοι νὰ κυβερνήσωσι καὶ ἀνάξιοι νὰ συντηρήσωσιν. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι διαδίδουσιν ὅσα ψεύδη καὶ συκοφαντοῦσιν ἐναντίον τῶν αἰσθημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τήν τε μεταπολίτευσιν καὶ τὴν Συνέλευσιν. Θέλω ἔλθει εἰς ἐξήγησιν τῶν λόγων ἐκείνων καὶ καταδείξει κατὰ πόσον ἡ Συνέλευσις αὐτὴ συμφέρει νὰ ὑπάρξῃ ἢ ὄχι. Οὐδεὶς κίνδυνος ὑφίσταται, ὡς εἶπον, διότι οὐδεμία διατάραξις τῆς Εὐρώπης ὑφίσταται, ἑπομένως ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπταννήσου θέλει πραγματοποιηθῆ ταχέως, καὶ τὸ Σύνταγμα θέλει συνταχθῆ ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου. Δύω, Κύριοι, εἶναι αἱ αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἐξεγείρουσι τὰ ὄργανα ταῦτα κατὰ τῆς Συνελεύσεως, ὅτι παρεκτρέπεται τῶν κυρίων αὐτῆς ἔργων καὶ ὅτι σπαταλᾷ τὸν δημόσιον πλοῦτον. Καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη εἶναι συκοφαντία, διότι οὐδέποτε, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις παρεξετράπη εἰς πράξεις ἀντιβαινούσας εἰς τὸ πολίτευμα καὶ δὲν ἐσεβάσθη τὰ διὰ τοῦ ψηφίσματος χορηγηθέντα εἰς τὸν Βασιλέα δικαιώματα. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ἠκούσθη, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ Συνέλευσις ἔδειξε τὸν συντηρητικώτερον χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἴσως οὐδὲ βουλὴ ἤθελε δείξει μὲ τοσαύτην ἀφοσίωσιν. Ἕκαστος ἑπομένως πείθεται ὅτι ἡμεῖς μένοντες κατ’ ἀνάγκην ἐνταῦθα δὲν ζητοῦμεν νὰ διαρπάζωμεν δικαιώματα. Δὲν συμπράττομεν ἐπαναστατικῶς εἰς τὰ τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ὡς σῶμα νομοθετικὸν μὲ ἀπάρνησιν μᾶλλον δικαιωμάτων. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἑτέραν αἰτίασιν. Διαρπάζομεν τὸν δημόσιον πλοῦτον κηρύττουσιν. Καὶ ποῖοι εἶναι, Κύριοι, οἱ ἀποδίδοντες εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν κατηγορίαν ταύτην; ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸν διήρπασαν, ὑπάρξαντες βουλευταὶ, καὶ τὸν διήρπασαν δυνάμει λῃστρικοῦ νόμου! Ἓν τῶν ὀργάνων τούτων, τὸ ὁποῖον διευθύνει τὴν «Εὐνομίαν», φωνάζει δὶς τῆς ἑβδομάδος, «οἱ τριακοσιάδραχμοι οὗτοι τύραννοι τῆς Ἑλλάδος, ἡμεῖς ἡ Συνέλευσις, διαρπάζουν καθ’ ἑκάστην τὸν δημόσιον πλοῦτον» καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ ὄργανον ἦτον ἄλλοτε Βουλευτὴς, καὶ ἂς μὲ συγχωρήσωσιν ὅσοι ἐξ ἡμῶν ὑπῆρξαν βουλευταὶ τοῦ παρελθόντος, ὅτι ὅλοι οἱ βουλευταὶ ἦσαν τυφλοὶ ὑπηρέται τοῦ συστήματος ἐκείνου, τοιοῦτο ἑπομένως ὑπῆρξε καὶ αὐτό. Τὸ ὄργανον τοῦτο ἔλαβεν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, χωρὶς νὰ ἔχῃ κανὲν δικαίωμα, μετὰ παρέλευσιν τριῶν ἐτῶν, ἀφοῦ ἔπαυσε νὰ ἦναι βουλευτὴς, δραχμὰς 2250 ἀπὸ τὸ πτωχὸν ταμεῖον, καὶ τὰς ἔλαβε λῃστρικῶς. Διότι θέλω ἀναγνώσει τὸν Νόμον, καὶ παρακαλῶ τοὺς συντάκτας νὰ σημειώσωσιν αὐτὸν αὐτολεξεὶ, διὰ νὰ ἴδῃ πᾶς τις ποῖός τις εἶναι ὁ κατήγορος οὗτος τῆς Συνελεύσεως, ἵνα κρίνῃ καὶ περὶ τῶν λοιπῶν. Ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1857 Νόμος τις περὶ χορηγήσεως εἰς τοὺς βουλευτὰς, λόγῳ ὑπερτιμήσεως τῶν τροφίμων εἰς τὴν καθέδραν, δραχμῶν 750 κατὰ πᾶσαν σύνοδον· ἰδοὺ πῶς ἔχει ὁ Νόμος. Γράφε Κύριε· (ἀποτείνεται εἰς τὸν στενογράφον) «εἰς τὸν ἐκπληρώσαντα τὰ χρέη του βουλευτὴν δίδονται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου λόγῳ τῆς ὑπερτιμήσεως δραχμαὶ 750, πληρωτέαι εἰς δύω ἴσας δόσεις, τὴν μὲν κατὰ τὴν ἔναρξιν, τὴν δὲ κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης τακτικῆς ἐτησίας συνόδου, περιλαμβανομένης καὶ τῆς παρούσης.» Καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου τούτου εἶναι νὰ ἀποζημιωθῶσι διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 750 μόνον οἱ βουλευταί, οἵτινες δὲν εἶχον μισθὸν ἀνώτερον τῆς παρὰ τοῦ Συντάγματος χορηγουμένης εἰς τοὺς βουλευτὰς ἀποζημιώσεως τῶν δραχμῶν 250 κατὰ μῆνα· καὶ ὅμως ὁ διευθύνων τὸ ὄργανον αὐτὸ, καί τοι ὑπάρχων βουλευτὴς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἀπολαμβάνων πάντοτε τὸν μισθὸν τῆς θέσεως τοῦ καθηγητοῦ, καί τοι ὑπάρξας κατὰ τὸ 1856 καὶ 1857 ὑπουργὸς, ἔρχεται μετὰ τέσσαρα ἔτη, κατὰ τὸ 1861, καὶ ἀφαιρεῖ ἐκ τοῦ πτωχοῦ δημοσίου ταμείου, εἰς ἐποχὴν μάλιστα ὅτε οἱ πόροι τοῦ Κράτους ἦσαν ὀλιγώτεροι παρὰ σήμερον, ἔρχεται, λέγω, καὶ ἁρπάζει λῃστρικῶς, ἑρμηνευομένου τοῦ καθαροῦ τούτου νόμου κατὰ τὴν πρὸς τὴν σπατάλην, χάριν τῆς διαφορᾶς τῶν συνειδήσεων, τάσιν τοῦ ἐκπτώτου ἡγεμόνος, τὸ ποσὸν, δυνάμει τοῦ Νόμου τῆς 7 Αὐγούστου τοῦ 1861, 2750 δραχμῶν, λόγῳ καθυστερουμένης αὐτῷ ἀποζημιώσεως τῆς βʹ. περιόδου τοῦ 1856– 1857 καὶ τοῦ 1858· ὁ ἄνθρωπος οὗτος δικαιοῦται ποτὲ νὰ κατηγορῇ σήμερον τοὺς πληρεξουσίους ὅτι λαμβάνουσι 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ πότε τοῦτο; ὅταν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἐξετέθησαν λόγοι πολὺ ἰσχυροὶ ὑπὲρ τῶν ἀποζημιώσεων αὐτῶν, καὶ ἦτο συμφέρον τὸ δημόσιον νὰ ὑποστῇ τοιαύτην ζημίαν ἀπέναντι τῆς διατηρήσεως τῆς τάξεως; Ναὶ, Κύριοι, ἐὰν δὲν ἐδίδετο ἡ τοσαύτη ἀποζημίωσις καὶ ἀνεχώρουν οἱ πληρεξούσιοι εἰς τὰς ἑστίας των, ἐπήρχετο βεβαίως ἡ διάλυσις τῆς Συνελεύσεως, καὶ τότε ἠθέλομεν ἔχει τὴν ἀναρχίαν. Ἡ ἐν τῇ καθέδρᾳ ὕπαρξις τῶν πληρεξουσίων συνετήρησε τὸ Κράτος, διότι συνέδεσε τὰς ἐπαρχίας μὲ τὴν πρωτεύουσαν· ἐὰν δὲ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθόν τινα συμβάντα δυσάρεστα, λυπηρὰ, τὰ ὁποῖα εἴθε νὰ μὴν ἐπήρχοντο, ταῦτα ἀπέναντι τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους προοιωνίζοντο οἱ φίλοι τῆς ἐκπτώτου δυναστείας, ὅτι, μετὰ τὴν ἔξωσιν τοῦ Ὄθωνος, ἤθελον ἐπέλθει εἰς τὴν Ἑλλάδα, ταῦτα, λέγω, εἶναι μηδαμινά. Πολυμελῆ σώματα ὁπουδήποτε καὶ ἂν συνῆλθον μετὰ ἐκθρόνισιν Βασιλέων πάντοτε παρεξετράπησαν περισσότερον ἡμῶν· μάρτυς ἀψευδὴς ἡ ἱστορία τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ σημερινὴ τῆς Συνελεύσεως κατάστασις ἐξακολουθήσῃ καὶ παραταθῇ, μέχρι τῆς μετὰ τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου καταρτίσεως τοῦ πολιτεύματος, ποία θέλει προσγίνει εἰς τὸ δημόσιον ζημία; Ὁ ἔξω κόσμος καὶ πάντες ὅσοι δὲν γνωρίζουν τὶ τρέχει ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς Ἑλλάδος καὶ δίδουσι πίστιν εἰς τὰ γαυγίσματα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, πιστεύουσιν ὅτι ἡ δαπάνη εἶναι ὑπέρογκος. Ἀκούσατε τὶ ἐδαπανᾶτο ἄλλοτε καὶ τὶ δαπανᾶται σήμερον. Ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Νόμου, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, μέχρι τοῦ 1862, ἰδοὺ ποῖα ἦσαν τὰ ἔξοδα χάριν τῶν νομοθετικῶν σωμάτων. Κατὰ τὸ 1859 τὰ ἔξοδα ἔφθασαν τὰς 625,000, κατὰ τὸ 1860 τὰς 720,600, κατὰ τὸ 1861 τὰς 785,000, κατὰ δὲ τὸ 1862, τὴν ἐποχὴν τῶν ταραχῶν καὶ τῆς ἀπορίας τοῦ Ταμείου τὸ 1, 200,000· τοὐτέστιν ἐδαπανῶντο πρὸς συντήρησιν δούλων βουλευτικῶν σωμάτων 100,000 δραχ. κατὰ μῆνα, καὶ ὅμως σήμερον ὁπόσον τὸ δαπανώμενον ποσόν; ὅστις ἐξ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων διστάζει, ἂς μεταβῇ εἰς τὸ Ταμεῖον καὶ ἂς ἴδῃ τὰ ληφθέντα ποσά. Τὸ μεγαλήτερον ποσὸν κατὰ μῆνα μόλις φθάνει τὰς 50,000 δραχ. Λοιπὸν εἶναι δίκαιον διὰ τοσαύτην ποσότητα νὰ δυσφημίζεται ἡ Συνέλευσις καθ’ ἑκάστην ὡς διαρπάζουσα τὸ Ταμεῖον; Καὶ δὲν εἶναι ἀξία τοσαύτη θυσία ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους διὰ Συνέλευσιν, ἥτις ἦλθε νὰ καθιερώσῃ τὰς ἀληθεῖς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, νὰ παράσχῃ τὰς καλητέρας ἐλπίδας πρὸς πάντας διὰ τὸ μέλλον τῆς Πατρίδος, καὶ νὰ μένῃ ὅπως στερεώσῃ Βασιλέα ἐνάρετον, ὑποσχόμενον τὴν εὐημερίαν καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους; Ἕκαστος βλέπει ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη δὲν εἶναι τοσαύτη, ὥστε πρέπει πρὸς ἀπαλλαγὴν τοῦ δημοσίου Ταμείου νὰ ἐπιταχύνωμεν τὰ ἔργα μας ἢ ν’ ἀποσυρθῶμεν, ἀφίνοντες ἀσύντακτον τὴν πολιτείαν, καὶ προκαλοῦντες νέας ἐκλογάς. Δὲν κινοῦμαι, Κύριοι, ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ εἶμαι πληρεξούσιος· ἐθεώρησα τιμήν μου βεβαίως νὰ συμπράξω μετὰ τῶν ἄλλων εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πολιτείας καὶ τὴν κατάρτισιν τοῦ πολιτεύματος, ἀφοῦ συμμετέσχον τῆς φυγαδεύσεως τοῦ Ὄθωνος. Ἀλλὰ τὴν τιμὴν ταύτην δὲν θέλω νὰ παρατείνω, ἐπωφελούμενος ὡς ἄλλοι ἄλλοτε ἔπραττον, δεικνύμενοι δοῦλοι χαμερπέστατοι καὶ κόλακες τῶν δούλων τῆς Αὐλῆς, διὰ νὰ γείνωσι βουλευταί. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ Συνέλευσις παρεξετράπη, καὶ ποῖαι αἱ παρεκτροπαί της. Κατονομάζουσι τὰ ὄργανα τῶν προσβολῶν τῆς Συνελεύσεως τρεῖς· τὴν στέρησιν τῆς τιμῆς νὰ μετάσχῃ τῶν ἐργασιῶν μας εἷς πληρεξούσιος, ὁ Σταθόπουλος, τὴν καταδίκην τῶν ὑπουργῶν τοῦ αἵματος ἀποκαλουμένων, καὶ τρίτον τὸν ἀποκλεισμὸν ἑνὸς ἐκ τοῦ περιβόλου τούτου ἐσχάτως. Ἡ πρώτη πρᾶξις, Κύριοι, ὁπουδήποτε τοῦ κόσμου καὶ ἂν ἐπαρουσιάζετο, ὅπως ἐπαρουσιάσθη, καὶ μὲ συγχωροῦν ὅλοι οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι, διότι τότε δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅπως τοῖς παραστήσω ὅτι τὰ λεχθέντα δὲν ἦσαν ἀληθῆ, ἤθελα παραγάγει τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα· ἦτο χρέος τῆς Συνελεύσεως ἀφοῦ ἐπίστευσα τὰ λεχθέντα νὰ ἀποκλείσῃ τοῦ περιβόλου ἄνθρωπον ἀσεβήσαντα ἐπὶ πτωμάτων νεκρῶν. Οἱ προπάτορες ἡμῶν, Κύριοι, ὄχι μόνον τοὺς ἀσεβοῦντας ἐπὶ πτώματος, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀφίνοντας ἀτάφους τοὺς νεκροὺς ἐκήρυττον ἀξίους θανάτου. Ἤθελον λοιπὸν σεῖς νὰ μὴ ῥίψετε μέλαιναν ψῆφον κατὰ τοῦ ἀσεβήσαντος ἐπὶ πτωμάτων προσφιλῶν τῆς Πατρίδος τέκνων καὶ ἁγνῶν θυμάτων τῆς ἐλευθερίας; Ἔρχεται ἡ βʹ. πρᾶξις, ἡ καταδίκη τῶν ὑπουργῶν τοῦ Φεβρουαρίου. Τί ἦτο ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἀπέναντι τῶν ὅσων διέπραξαν κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν, κατὰ τῶν ἱερωτέρων τῆς Πατρίδος δικαιωμάτων, οἱ κυβερνήσαντες τότε τὸν τόπον; μηδέν· διότι βεβαίως, ἐὰν εἰς ἓν ἄλλο Ἔθνος, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ, τοιαύτη διεπράττετο ἐπανάστασις, ὁ λαὸς ἤθελε τὴν ἐπιοῦσαν κατασφάξει τὰ ὄργανα τοῦ παρελθόντος. Καὶ ὅμως ἡ μεταβολὴ ἐκείνη ὑπῆρξε γλυκεῖα, ἱλαρὰ, ἀδελφική. Καὶ πολῖται καὶ ἀρχαὶ προσεφέρθησαν ἵνα σώσωσι τοὺς κατὰ τῆς Πατρίδος ἁμαρτήσαντας ἀπὸ πᾶσαν κατ’ αὐτῶν δικαίαν τοῦ λαοῦ ἀγανάκτησιν. Τούτους, Κύριοι, καὶ αἱ ἀρχαὶ καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν πολιτῶν ἐπροσπαθήσαμεν δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ προφυλάξωμεν ἀπὸ πᾶσαν καὶ ἠθικὴν καὶ σωματικὴν προσβολὴν, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Τῶν ἀνθρώπων τούτων ἔρχεται κατόπιν ἡ Συνέλευσις νὰ ζητήσῃ τὴν τιμωρίαν, οὐχὶ πρὸς ἱκανοποίησιν προσωπικῶν δικαιωμάτων, ἀτομικῶν προσβολῶν, ἀλλὰ χάριν τῆς ἠθικῆς, χάριν τοῦ μέλλοντος τῆς Πατρίδος, καὶ ἀποφασίζει μόνον νὰ τοὺς ἀποκλείσῃ τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, διότι ἀπεδείχθησαν ἀνάξια τῆς πατρίδος τέκνα. Δὲν λαμβάνω, εἶπεν, ὑπ’ ὄψιν οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχητε καταγωγήν, ἐξετάζω μόνον τὴν διαγωγήν σας, τὴν εὑρίσκω ἀναξίαν ἐλευθέρου ἔθνους, προδότριαν τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων, αἱμοχαρῆ. Θέλω τοὐλάχιστον εἰς τὸ ἑξῆς ἐπί τινα χρόνον νὰ ἀπομακρυνθῆτε πάσης δημοσίου λειτουργίας. Καὶ διατί ταῦτα; διότι κατὰ δυστυχίαν γεγονότα τινὰ ἔπεισαν πολλοὺς ἐξ ἡμῶν ὅτι τὰ ὄργανα αὐτὰ συνειθίσαντα νὰ ἕρπωσι πάντοτε ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν, ἠδύναντο καὶ πάλιν διὰ κολακειῶν νὰ προσκολληθῶσι καὶ γείνωσιν ὄργανα βλάβης εἴς τε τὴν Βασιλείαν καὶ τὸν τόπον. Καὶ τέλος κηρύττουσιν ὡς ἔγκλημα πρωτοφανὲς τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ Κ. Ῥαγκαβῆ. Καταδείξας ἄλλοτε τὸ παράτολμον τῆς κατὰ τῆς Συνελεύσεως αὐθαδείας τοῦ ἀνδρὸς τούτου, νομίζω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω λαλῶν κατ’ αὐτῆς. Ἄλλο, Κύριοι, ὄργανον, τὸ ὁποῖον κεφαλαίοις γράμμασιν ἔθετε τὴν ἐπιγραφὴν «Ἡ ἔνδοξος τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου μεταβολὴ, καὶ τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὰς ὑπερύμνησε τὴν μεταβολὴν τοῦ Ὀκτωβρίου, καθ’ ἑκάστην ἤδη ἀποκαλεῖ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ὀττωβρίου ἀναξίαν ἐπευφημήσεως καὶ τὴν Συνέλευσιν φατριαστικήν. Ἐντεῦθεν δὲ καὶ ἄλλο εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἕως χθὲς ὄργανον τοῦ παρελθόντος, ἐξυμνῆσαν καὶ αὐτὸ τὴν ἐπανάστασιν ἐπί τινα χρόνον, ἀποκαλεῖ ἤδη ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς μεσοβασιλείας στασιαστικὴν κατάστασιν. Καὶ πόθεν ἡ τοιαύτη μεταβολὴ τῶν ὀργάνων τούτων; ἐκ τοῦ ὅτι κατ’ ἀρχὰς μὲν ἤλπιζον ἢ νὰ σώσωσι τὰ ἐπὶ τοῦ θρόνου δικαιώματα τῆς Βαυαρικῆς δυναστείας, ἢ νὰ ἐκλεχθῇ ἄλλος παρὰ τὸν ἐκλεχθέντα Ἡγεμών. Καὶ δὲν ἔρχονται οὗτοι νὰ ἐξετάσωσι καὶ νὰ ἴδωσιν ἂν ἡ ἐπανάστασις ὑπῆρξεν ἁπλῆ στάσις, ἢ ὁμόθυμος τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ ἐξέγερσις κατὰ τῆς πεσούσης δυναστείας; ἤθελον ἰδεῖ, ἂν δὲν τυφλώττωσιν, ὅτι αὕτη δὲν διέπραξεν οὐδὲν ἀφ’ ὅσα εἰς ἄλλα ἔθνη μετὰ τοιαύτην ἐπανάστασιν διεπράχθησαν κακά. Μὴ ἔχοντες νὰ μνημονεύσωσι τοιαῦτα κακὰ, κραυγάζουσιν ὅτι εἴμεθα ἀποτέλεσμα βίας καὶ τρόμου. «Αἱ ἐκλογαὶ ἐνεργήθησαν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βίας καὶ τοῦ τρόμου», κραυγάζουσιν. Εἶναι αἰσχροὶ συκοφάνται καὶ ὑβρισταὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Οὐδαμοῦ, Κύριοι, ἐπεμβῆκεν ἡ ἐξουσία κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῶν πληρεξουσίων, καὶ εὔχομαι τοιαύτην νὰ δείξωσι καὶ αἱ μέλλουσαι Κυβερνήσεις ἀποχὴν ἐπεμβάσεως. Ὁ λαὸς, ὅπου δήποτε καὶ ἂν ἐτόλμησαν τὰ αἰσχρὰ τοῦ παρελθόντος ὄργανα, ἢ εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ παρουσιασθῶσιν, τὰ ἀπέκρουσεν ἢ τὰ ἠνάγκασεν νὰ κρυφθῶσι. Εἰς τέσσαρας ἢ πέντε τοῦ Κράτους ἐπαρχίας ἔλαβον χώραν ἀνταγωνισμοὶ κατὰ τὰς ἐκλογάς· καὶ ἐκεῖ ἡ πάλη ὑπῆρξεν σπουδαιοτάτη· εἰς δύω ἀκόμη ἡ πάλη ἐξακολουθεῖ, καὶ ἐξακολουθεῖ διότι ὁ ἀνταγωνισμὸς εἶναι ἐλεύθερος. Δὲν περιορίζονται δὲ εἰς τὴν ἀτυχῆ ταύτην κατηγορίαν, ἀλλὰ καὶ προσθέτουσιν, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐπιβάλλει σιωπὴν εἰς πάντα ὀρθοφρονοῦντα καὶ νομιμοφρονοῦντα. Καὶ ποῖος ἐκ τῶν τοιούτων πληρεξουσίων ἐζήτησεν ὡς πρέπει τὸν λόγον καὶ δὲν τὸν ἔλαβεν, ἢ λαλήσας δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ διὰ τῆς λογικῆς τὴν παραδοχὴν τῆς γνώμης του; ἄν τινες παρακάθηνται καὶ παρασιωπῶσι, δὲν εἶναι λάθος τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων, διότι δὲν ἔχουν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωσιν ὅ,τι φρονοῦν καθαρὰ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀπεκλείσθησαν οἱ ἱκανώτεροι καὶ οἱ ἐμπειρότεροι, κηρύττουσιν, ἐκ τοῦ περιβόλου τῆς Συνελεύσεως. Ποῖοι καὶ πόσοι ἦσαν οἱ ἀποκλεισθέντες παρὰ τοῦ λαοῦ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος; ἴσως 30–35 ἢ καὶ 40, οἵτινες ἐδύναντο εἰς ἄλλην περίστασιν νὰ ἐκλεχθῶσι. Καὶ νομίζουσιν οἱ καταφερόμενοι κατὰ τῆς Συνελεύσεως, ὅτι οἱ ἄνδρες οὗτοι μόνοι, ἂν ἐξελέγοντο, ἤθελον μεταβάλλει τὴν κατάστασιν αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως; ἤθελον παγιώσει αὐτοὶ καὶ μόνοι τὴν τάξιν περισσότερον τῶν ἄλλων ἡμῶν; Οἱ ἐπιζῶντες ἐκ τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ εἰς τὰς προλαβούσας συνελεύσεις μετασχόντες καὶ σήμερον κάθηνται εἰς τὰς ἕδρας ταύτας, ἐκ δὲ τῶν ἀποκλεισθέντων παρὰ τοῦ λαοῦ οἱ πλεῖστοι ὑπῆρξαν ὄργανα πάσης παρανομίας, αὐθάδεις καταπατηταὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἔθνους. Ἴσως δὲν ἦτο συγκεχωρημένον εἰς ἐμὲ νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ ὀνόματος αὐτῶν, ἀλλ’ ἐκπληρῶν καθῆκον πρὸς τὴν κοινωνίαν, πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ἐκπληρῶν μίαν ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς ἔξω ὁμογενεῖς ἐκείνους, οἵτινες κακὰς λαμβάνοντες πληροφορίας δυσφημίζουσι τὴν Συνέλευσιν, ἔρχομαι ἓν πρὸς ἓν νὰ ἐξετάσω τὰ ὀνόματα ταῦτα, καὶ ἂς εἴπωσι καὶ οὗτοι, εἴτε διὰ τοῦ τύπου, εἴτε διὰ λόγου ὅ,τι ἂν θέλωσι κατ’ ἐμοῦ.
§27ΓΕΩΡΓ. ΡΟΥΦΟΣ. Τί κοινὸν ἔχει;
§28ΚΑΛΟΣ. Ἔχει κοινὸν διὰ τὸ συμφέρον τὸ ἐδικόν μου, ἂν δὲν ἔχῃ διὰ τὸ ἐδικόν σου (θόρυβος). Κύριοι! Θέλετε μὲ συγχωρήσει ὅσοι ἐξ ὑμῶν εἶσθε ἐντὸς τοῦ περιβόλου νὰ ἔλθω εἰς σύγκρισιν ὑμῶν καὶ ἐκείνων. Ἐν μὲν τῇ Στερεᾷ ἐπαρουσιάσθησαν ἀντιμαχόμενοι κατὰ τὰς ἐκλογὰς εἰς τὰς ἑξῆς ἐπαρχίας· εἰς τὴν Δωρίδα, Φθιώτιδα, Ξηροχώριον, Χαλκίδα καὶ Ἀθήνας. Ἐν τῇ Πελοποννήσῳ εἰς τὴν Κόρινθον, τὸ Ἄργος, τὰς Καλάμας, τὸ Οἴτυλον, τὴν Κυνουρίαν καὶ ἐν τῷ Αἰγαίῳ, εἰς τὴν Ἄνδρον, εἰς τὴν Νάξον, εἰς τὰς Σπέτσας καὶ εἰς τὴν Ὕδραν.
§29ΤΙΝΕΣ. Καὶ εἰς τὰ Καλάβρυτα.
§30ΚΑΛΟΣ. Εἰς τὰ Καλάβρυτα ἡ ἀντιπολίτευσις κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἦτο μηδαμινή. (θόρυβος). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξετάσω, Κύριοι, ἐὰν οἱ ἀποτυχόντες εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας εἶναι καλλήτεροι τῶν ἐπιτυχόντων. Τίνες εἰσὶν οἱ ἀποτυχόντες ἐν Δωρίδι; ὁ Παππαπολίτης. (Μαυρομμάτης καὶ ἕτεροι, Κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου).
§31ΖΑΪΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀφήσετε αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι ὅταν πρόκειται περὶ ἑνὸς τόσον σπουδαίου ζητήματος, δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύετε τὰ προσωπικά.
§32ΚΑΛΟΣ. Συμφωνῶ ὅτι εἶναι ὀχληρὰ διὰ τὴν Συνέλευσιν τὰ τοιαῦτα, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς τὴν τιμὴν αὐτῆς.
§33ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Λάβετε αὐτὸ τὸ θέμα εἰς ἄλλην συζήτησιν.
§34ΚΑΛΟΣ. Ἀφίνω λοιπὸν τὴν ἐξέτασιν ταύτην, ἐπειδὴ ταράττονται πολλοὶ, ἂν καὶ ἔχῃ σχέσιν μεγάλην ἐπὶ τῆς διατηρήσεως ἢ μὴ τῆς Συνελεύσεως (θόρυβος), καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα, ἂν πρέπῃ νὰ προβῇ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτεύματος πρὸ τῆς ἑνώσεως. Ἐνδιαφέρει, Κύριοι, τὰ μέγιστα ἵνα οἱ νέοι ἐκεῖνοι πολῖται τῆς Ἑλλάδος συμμεθέξωσι τοῦ πολιτεύματος. Ἀφοῦ ἐπὶ τοσοῦτον ἤδη χρόνον ἐμμένομεν καραδοκοῦντες ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ ἐπὶ τόσα ἔτη ἐμάχοντο οἱ ἀληθεῖς ἐκεῖνοι πατριῶται ὑπὲρ τῆς ἐθνικότητός των, ὅπως μίαν ἡμέραν ἀποκτήσωσι τὸ ποθούμενον, θέλετε σήμερον, ὅτε πλέον ἐγγίζομεν εἰς τὴν ἀπόλαυσιν αὐτῶν τῶν πόθων, νὰ εἴπητε «δὲν σᾶς περιμένομεν, προβαίνομεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος καὶ σεῖς ὀφείλετε νὰ ὑποταχθῆτε εἰς τὴν ἀπόφασίν μας;» Ὄχι, Κύριοι, ὁ πόθος, ὅστις κατεῖχε πάντας ἐκείνους καὶ ἡμᾶς, ἂς μένῃ πάντοτε ἀκμαῖος ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν. Ἂς ἀναμείνωμεν ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς μῆνας ἀκόμη, οὐδεμία ὑπέρογκος βλάβη ὑλικὴ γίνεται, ὡς προαπέδειξα, εἶναι ὅλως ἀσήμαντος αὕτη παραβαλλομένη, ἀπέναντι τῶν τοσούτων δαπανῶν, τὰς ὁποίας τὸ παρελθὸν ἔκαμνε· οὔτε διατάραξις τῆς τάξεως καὶ σύγκρουσις μεταξὺ Βασιλέως καὶ Συνελεύσεως ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ὑπάρξεως τῆς Συνελεύσεως, διότι ἡ Συνέλευσις ἔδειξε καὶ θέλει δείξει σέβας πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ στέμματος. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ πεισθῆτε, ὅτι τοιουτοτρόπως πράττοντες, δηλ. προβαίνοντες εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ πολιτεύματος, χωρὶς νὰ ἀναμείνητε τὴν προσάρτησιν τῆς Ἑπτανήσου, δὲν θέλετε παραπικράνει τὰ εὐγενῆ τῶν τέκνων ἐκείνων αἰσθήματα; Προσέξατε, ζητοῦν νὰ μᾶς ὠθήσουν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο οἱ ἐχθροὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος. Πρᾶξις τοιαύτη θέλει πικράνει ἐκείνους καὶ παραβιάσει τὰς ὁποίας ἐλάβομεν ἀπέναντι αὐτῶν ὑποχρεώσεις, τοὐτέστι νὰ συμπράξωμεν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νέου πολιτεύματος. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φωνάζουσι ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἰδέας σήμερον, εἶναι ἕτοιμοι αὔριον νὰ ἐξεγερθῶσι κατ’ αὐτῆς. Ἐπιδιώκουν νὰ κατακρημνίσουν τὸν τόπον εἰς τὴν ἀναρχίαν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιτύχωσι τοῦτο. Οἱ σκοποί των παντοῦ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κατεστράφησαν, καὶ μόνον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐπέτυχον, ἐκεῖ ὅπου ἄλλοι λόγοι ἠνάγκασαν τὸν τύπον νὰ μυκτηρίσῃ τὴν μεταπολίτευσιν καὶ νὰ προμαντεύσῃ κακὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τὴν φυγάδευσιν τοῦ Ὄθωνος. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν εἰς μάτην κοπιῶσιν, ὁ λαὸς τοὺς ἐνόησεν, ἡ Βασιλεία τοὺς ἀπέκρουσε. Δὲν διστάζω νὰ πιστεύσω ἑπομένως, ὅτι πάντες οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι ἕνεκα τῆς προσεγγιζούσης ἑνώσεως ἀποδέχεσθε σήμερον νὰ ἀναβληθῇ ἡ σύνταξις τοῦ πολιτεύματος μέχρι τῆς συμπράξεως τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπτανήσου. Ἄλλως πράττοντες θὰ καταδείξωμεν εἰς τοὺς συμπολίτας μας, ὅτι δὲν τρέφομεν πάντοτε τὰ αὐτὰ ἀδελφικὰ αἰσθήματα πρὸς ἐκείνους. Ἔχω δὲ καὶ τὴν ἰδέαν ὅτι διὰ τῆς συμπράξεως ἐκείνων, τινὰ τῶν ζητημάτων τοῦ πολιτεύματος θέλουσι λάβει τὴν ἐθνικωτέραν καὶ τὴν συμφερωτέραν λύσιν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς μὴ παραδοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτινοῦ.
§35ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Βάλτου ἐπρότεινε νὰ προβῇ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος ἄνευ τῆς παρουσίας τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑπταννήσου. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατ’ οὐσίαν πρότασίς του. Δὲν ἐπερίμενα τοιαύτην πρότασιν ἀπὸ τὸν ἔντιμον Βαλτινὸν, διότι αὐτὸς μάλιστα εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξεν ὅλαις δυνάμεσι τὸ ψήφισμα ὑπὲρ τῶν σωματείων τῆς Ἑπτανήσου. Καθ’ ἣν στιγμὴν, Κύριοι, ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου εὑρίσκεται τεθορυβημένος ἕνεκα τῆς ἀπροσδοκήτου καὶ ἀδίκου κατεδαφίσεως τῶν φρουρίων καὶ τῆς οὐδετερώσεως κτλ. ἀποφάσεως, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἐπεριμένετο ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐψηφίζετο ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου, ἄλλους ὅρους ἐπρότεινεν ἡ Ἀγγλικὴ προστασία, καὶ ἄλλους ὅρους τώρα ὑπογράφει διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν, λέγω, δὲν ἐπερίμενα οὐδέποτε ὁ ἔντιμος ἀντιπρόσωπος Βάλτου νὰ προτείνῃ, ὅπως ἡ Ἐθνοσυνέλευσις προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπταννήσου, ἔντιμε ἀντιπρόσωπε Βάλτου, ἐψηφίσθη παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑπτανήσου· ἡ ἕνωσις αὕτη παρεδέχθη παρὰ τῶν δυνάμεων· τὴν ἕνωσιν ταύτην, κύριοι, ὁ Ἑπτανήσιος λαὸς ὑπεστήριξε, ὑποστηρίζει καὶ πάντοτε καὶ μετὰ πάσης θυσίας θέλει ὑποστηρίξει. Ναὶ μὲν, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὑπὸ ἄλλον ὅρον ἐψηφίσθη ἡ ἕνωσις καὶ ὑπὸ ἄλλον πραγματοποιεῖται, ἀλλ’ ἂν καὶ παρὰ τῆς διπλωματίας ἠπατήθη ὁ λαὸς τῆς Ἑπταννήσου, ὁ λαὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἀγαθὸς καὶ καλὸς νέος Βασιλεὺς ἡμῶν, μολοντοῦτο ἡ ἕνωσις ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν πραγματοποιεῖται· καὶ ἑπομένως ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Βάλτου δὲν ἔπρεπε νὰ προτείνῃ τοιαύτην πρότασιν, ἡ ὁποία πρότασις δύναται νὰ λυπήσῃ, διὰ νὰ μὴ μὴ εἴπω, ὅτι δύναται νὰ προσβάλῃ, τοὺς συμπολίτας μου. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἔντιμοι ἀντιπρόσωποι, στοχάζομαι ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νέου Συντάγματος, διότι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ συζητήσῃ, δὲν εἶναι διὰ τὴν μόνην Ἑλλάδα, ἀλλὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡνωμένην μὲ τὴν Ἑπτάνησον. Ἐκτὸς τούτου μίαν ἄλλην μικρὰν παρατήρησιν θὰ σᾶς κάμω, καὶ ἔπειτα τελειώνω ἀμέσως. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑπτανήσου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐψήφιζον τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς μητρός μας ἐλευθερωμένης Ἑλλάδος, ἐψήφισαν καὶ τὸν πρῶτον ὅρον, τὸν ὁποῖον παρεδέχθη ἡ προστασία καὶ μετέπειτα αἱ δυνάμεις. Ἰδοὺ ὁ ὅρος «Ἡ Βουλὴ τῆς Ἑπτανήσου λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπὸ χρονολογίαν 6 8βρίου 1863 διάγγελμα τῆς Α. Ἐξ. τοῦ λόρδου μεγάλου Ἁρμοστοῦ καὶ ἀναφερομένη εἰς τὴν ὑπὸ 23 7βρίου ν. ἔ. 1863 ἀπόφασιν αὐτῆς περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπταννήσου μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἀποφασίζει. Ἄρθρον 1. Ἅμα ἡ ἐν τῷ κράτει τούτῳ, δυνάμει τῆς ἀπὸ 5 Νοεμβρίου 1815 ἐν Παρισίοις συνθήκης, ἐγκατασταθεῖσα Ἀγγλικὴ προστασία ἐπὶ τῶν Ἰονίων Νήσων παύσῃ, καὶ μέχρι, τῇ συμπράξει τῶν Ἰονίων πληρεξουσίων, ἐγκαθιδρύσεως νέου συντάγματος τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων κτλ» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ σύνταγμα μοῦ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ ἄνευ τῆς παρουσίας τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑπταννήσου. Ἑπομένως, Κύριοι, διαμαρτύρομαι ὅλαις δυνάμεσι κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ ἀντιπροσώπου Βαλτινοῦ, καὶ δικαιοῦμαι νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐν ὀνόματι τοῦ ἑπτανησίου λαοῦ. Προτείνω δὲ ἡ συζήτησις τοῦ συντάγματος ν’ ἀναβληθῇ ἕως ὅτου φθάσουν ἐνταῦθα καὶ οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπταννήσου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτος τὸν λόγον αὔριον θὰ ἔχῃ ὁ Ζαΐμης.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον δὲν ἔχομεν συνεδρίασιν.
§38ΕΤΕΡΟΙ. Ἔχομεν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον. Παραδέχεται ἡ Συνέλευσις νὰ κάμωμεν αὔριον συνεδρίασιν;
§40ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (θόρυβος).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5 παρὰ ¼.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Θ. Βενετσάνος. Ἀλ. Δόσιος.