1863.12.16
1,628 rows · 13,558 words · 161 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡϞΒʹ.
Τῆς 16 Δεκεμβρίου 1863.
(Δευτέρα.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας συνεδριάσεως.
§1ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Χθὲς ὅτε ἐπρόκειτο περὶ ἐλαιοδένδρων καὶ μωρεοδένδρων, ἐπρότεινα νὰ προστεθῇ καὶ λοιπῶν ὀπωροφόρων δένδρων ἐκ τῶν συστάδην, διότι δὲν εἶναι ὁ λόγος διὰ δύω δένδρα καὶ τρία, νὰ παραχωρήσωμεν καὶ τὴν δυσανάλογον ἔκτασιν τῶν γαιῶν, ἐφ’ ὧν τὰ ὀλίγιστα ταῦτα δένδρα, ἅτινα τυχὸν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ κεῖνται· αὐτὴν δὲ τὴν λέξιν ἐκ τοῦ συστάδην δὲν τὴν ἤκουσα· Ἐὰν ἡ ἐπίσπευσις τῆς ὑποθέσεως ταύτης παρέλειψε τοῦτο, παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὴν ἀντίῤῥησιν. Ὁ πληρεξούσιος Κ. Παλαμήδης ἰσχυρίζεται, καθόσον ἀποβλέπει τὰ πρακτικὰ τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως, ἰσχυρίζεται ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἐκποίησιν τῶν ἐλαιοδένδρων καὶ μωρεοδένδρων, ἐπρότεινε νὰ τεθῇ ὅτι ἡ ἐκποίησις θὰ λαμβάνῃ χώραν καὶ εἰς τὰ ὀπωροφόρα δένδρα, ὅσα κεῖνται ἐκ τοῦ συστάδην.
§3ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ τεθῇ ἡ λέξις· διότι δὲν ἐννοῶ νὰ ἐκποιῆται ὁλόκληρον ἓν στρέμμα, ὅταν ἐδῶ μὲν κεῖται μία ἐλαία, ἐκεῖ μία συκῆ κτλ. Λέγω ὅτι ἐπειδὴ σήμερον ἀποφασίζομεν περὶ δένδρων, τὰ κυριώτερα ἀντικείμενα εἶναι τὰ δένδρα, καὶ ὄχι ἡ γῆ, διὰ τοῦτο προτείνω νὰ τεθῇ ἡ προσθήκη αὕτη.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ συνόλου, ἂν ἡ Συνέλευσις ἐγκρίνῃ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διόρθωσις, δυνάμεθα τότε νὰ τὴν ἐπιφέρωμεν· καθόσον δ’ ἀποβλέπει τὰ πρακτικὰ, ἐπειδὴ προχθὲς δὲν ἐγένετο τοιαύτη ἀπόφασις, νομίζω, ὅτι ἔχουσι καλῶς. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν, τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς; Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἐνεκρίθησαν. Ὁ πληρεξούσιος Κ. Σισίνης ζητεῖ ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ τῷ δοθῇ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ὁ Κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται ν’ ἀναγνώσῃ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ φθαρτῶν κτημάτων. Ἀναγινώσκεται.
ΨΗΦΙΣΜΑ Ρʹ.
Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει· Ἄρθρον. 1. Ἐπιτρέπεται ἡ διὰ δημοπρασίας ἐκποίησις τῶν ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν καὶ τῶν εἰς τὰς διαλελυμένας μονὰς ἀνηκόντων φθαρτῶν κτημάτων, ὡς καὶ τῶν ἐν ταῖς πόλεσιν ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν οἰκοπέδων. Ἐξαιροῦνται τῆς ἐκποιήσεως τὰ πρὸς δημοσίαν ἀνάγκην χρήσιμα κτήματα ἢ οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα θέλουν προσδιορίζεσθαι κατ’ ἐπαρχίας διὰ Β. Διατάγματος ἐκδοθησομένου ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ δημοσιευθησομένου διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσα τῶν ἀνωτέρω κτημάτων διατελοῦσιν ὑπὸ πολυετῆ μίσθωσιν ἐκποιοῦνται μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς. Ἄρθρον 2. Τὸ πεμπτημόριον τοῦ ὅλου τιμήματος πληρόνεται τοῖς μετρητοῖς μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ παραχωρητηρίου καὶ πρὸ τῆς παραδόσεως τούτου εἰς τὸν ἀγοραστὴν ἐντὸς 10 ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς οὗτος εἰδοποιηθῇ ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ ἁρμοδίου οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ὅτι ἐξεδόθη τὸ παραχωρητήριον τοῦτο, τὸ δὲ ὑπόλοιπον πληρόνεται ἀτόκως εἰς 10 ἐτησίας ἴσας δόσεις κατὰ πᾶσαν πρώτην Σεπτεμβρίου τοῦ ἀμέσως μετὰ τὴν παραχώρησιν ἑπομένου ἔτους. Ἐν περιπτώσει καθυστερήσεως δόσεώς τινος ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἐνεργεῖται καταδίωξις πρὸς εἴσπραξιν τῆς δόσεως ταύτης, κατάσχεται δὲ συνάμα διοικητικῶς τὸ κτῆμα, καὶ ἐκποιεῖται πρὸς εἴσπραξιν τῆς τε ληξάσης καὶ τῶν μήπω ληξασῶν μετὰ τῶν τόκων τῆς ὑπερημερίας. Ἐὰν τὸ ἐκπλειστηρίασμα δὲν ἐπαρκέσῃ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ δημοσίου, ὁ ἀρχικὸς ἀγοραστὴς καταδιώκεται πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἐὰν δὲ ὑπάρξῃ πλεόνασμα ἀποδίδεται τοῦτο εἰς τὸν ἴδιον. Ἄρθρον 3. Τὰ ἐκποιούμενα κτήματα μεταβιβάζονται εἰς τὸν ἀγοραστὴν ἐλεύθερα ὑποθήκης, καὶ μετὰ δικαιώματα ἢ τὰς δουλείας, ἃς ἐπ’ αὐτῶν εἶχον εἴτε τὸ δημόσιον, αἱ ἐπισκοπαὶ, αἱ διαλελυμέναι μοναὶ, εἴτε τρίτοι. Ἐπιφυλάσσεται δὲ εἰς τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμα πρώτης ὑποθήκης ἐπ’ αὐτῶν μέχρι τῆς ὁλοσχεροῦς ἐξοφλήσεως τοῦ τιμήματος. Ἄρθρον 4. Οὐδεὶς εἶναι δεκτὸς εἰς τὴν δημοπρασίαν πρὸς συναγωνισμόν, ἐὰν δὲν καταθέσῃ πρότερον ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ εἰς μετρητὰ τὸ εἰκοστὸν τοῦ προσδιορισθέντος ὡς ἐλαχίστου ὅρου τοῦ τιμήματος τοῦ ἐκποιουμένου κτήματος, καὶ δὲν φέρῃ τὴν ἀπόδειξιν τῆς καταθέσεως ταύτης. Ἄρθρον 5. Ἐὰν ὁ τελευταῖος πλειοδότης ἀρνηθῇ νὰ ὑπογράψῃ τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας εὐθὺς μετὰ τὴν κατακύρωσιν, ἢ νὰ πληρώσῃ τὸ πεμπτημόριον τοῦ ὅλου τιμήματος, ἢ νὰ ὑπογράψῃ τὰς ὁμολογίας διὰ τὸ ὑπόλοιπον, ἀπόλλυσι τὸ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον κατατεθειμένον ἐν τῷ ταμείῳ εἰκοστημόριον τοῦ προσδιορισθέντος ἐλαχίστου ὅρου τῆς τιμῆς αὐτοῦ, ἡ δὲ δημοπρασία καὶ τὸ ἐκδοθὲν παραχωρητήριον θεωροῦνται ἄκυρα. Ἄρθρον. 6 Ὁμολογίαι τῆς ἐπὶ Κυβερνήτου συσταθείσης Τραπέζης, πιστωτικὰ φαλαγγιτικὰ Γραμμάτια καὶ τὰ τούτοις ἐξομοιούμενα εἰσὶ δεκτὰ πρὸς ἀπότισιν τῶν μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ πεμπτημορίου ὑπολοίπων τεσσάρων πέμπτων τοῦ τιμήματος τοῦ ἐκποιηθέντος κτήματος. Ἐὰν ἀπὸ τῆς ἀξίας τῶν Γραμματίων τούτων δὲν ἐξοφλῆται ὁλοσχερῶς τὸ τίμημα, τὸ ὑπόλοιπον πληρώνεται τοῖς μετρητοῖς εἰς δέκα ἐτησίας δόσει κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2. Μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν ὁμολογιῶν δὲν εἶναι δεκτὰ πλέον τὰ ἀνωτέρω πιστωτικὰ γραμμάτια πρὸς πληρωμὴν δόσεων. Ἄρθρον 7. Τὸ εἰσπραττόμενον τοῖς μετρητοῖς ἐκ τοῦ τιμήματος τῶν ἐκποιουμένων κτημάτων κατὰ τὸν παρόντα Νόμον κατατίθεται ἐντόκως ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, καὶ χρησιμεύει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἄρθρον 8. Πλειότεροι τῶν δύο δημοπρασιῶν δὲν ἐπιτρέπονται Μετὰ τὸ πέρας τῆς πρώτης δημοπρασίας εἰσὶ δεκταὶ προσφοραί, ἐὰν παραδοθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν διοικητικὴν ἢ οἰκονομικὴν ἀρχήν, ἐντὸς 10 ἡμερῶν, ἀρχομένων ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τοῦ πέρατος τῆς δημοπρασίας ταύτης, καὶ συνοδεύονται μὲ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 4 ἀπόδειξιν τῆς καταθέσεως τοῦ εἰκοστημορίου, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη προηγουμένη κατάθεσις. Παρελθούσης τῆς προθεσμίας ταύτης πᾶσα προσφορὰ εἶναι ἀπαράδεκτος, καὶ αἱ διενεργοῦσαι τὰς δημοπρασίας ἀρχαὶ ὀφείλουν ἐντὸς δύω ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς διὰ τὰς προσφορὰς ὡρισμένης προθεσμίας, νὰ παραδώσωσιν εἰς τὸ ταχυδρομεῖον τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας μεθ’ ὅλων τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, διευθυνόμενα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήψεως τῶν πρακτικῶν ὀφείλει ἢ ν’ ἀκυρώσῃ ἢ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν δημοπρασίαν. Ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς δευτέρας δημοπρασίας προσφοραὶ εἰσὶν ἀπαράδεκτοι, καὶ τὰ πρακτικὰ αὐτῆς ἀποστέλλονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μεθ’ ὅλων τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, παραδιδόμενα εἰς τὸ ταχυδρομεῖον ἐντὸς 24 ὡρῶν ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τοῦ πέρατος τῆς δημοπρασίας, ἥτις θεωρεῖται ὑποχρεωτικὴ καὶ διὰ τὸ δημόσιον, ἐὰν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς ἐτηρήθησαν αἱ νενομισμέναι διατυπώσεις. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ὀφείλει ἐπίσης ἐντὸς πενθημέρου προθεσμίας, ἀπὸ τῆς λήψεως τῶν πρακτικῶν, ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῆς δευτέρας δημοπρασίας ᾐτιολογημένως. Μετὰ παρέλευσιν τῆς ὁρισθείσης δι’ ἀμφοτέρας τὰς δημοπρασίας πενθημέρου προθεσμίας, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἀποφανθῇ, τὸ κτῆμα θεωρεῖται κατακυρωμένον εἰς τὸν τελευταῖον πλειοδότην. Εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας σημειοῦνται ἀκριβῶς καὶ ἓν πρὸς ἓν ὅλα τὰ ἀφορῶντα τὴν δημοπρασίαν ἔγγραφα, ἐξ ὧν βεβαιοῦται ἡ τήρησις τῶν νενομισμένων διατυπώσεων. Αἱ διενεργοῦσαι τὴν δημοπρασίαν οἰκονομικαὶ ἀρχαί, ἐὰν ἐξελεγχθῶσιν ὑπαίτιοι παραλείψεως οὐσιώδους τύπου, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ἡ ἀκύρωσις αὐτῆς, τιμωροῦνται μὲ χρηματικὴν ποινὴν δραχμῶν ἑκατὸν μέχρι πεντακοσίων. Διὰ Β. Διατάγματος θέλουσιν ὁρισθῆ αἱ οὐσιώδεις διατυπώσεις τῆς δημοπρασίας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, ὁ πληρεξούσιος Κ. Παλαμήδης ζητεῖ διόρθωσιν τοῦ 9 ἄρθρου, οὕτω πως· «ἡ ἐκποίησις τῶν ἐλαιοδένδρων, μωρεοδένδρων καὶ λοιπῶν καρποφόρων δένδρων, ἐκ τοῦ συστάδην πεφυτευμένων ἐπιτρέπεται μόνον κτλ.»
§8ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Ὅλα τὰ φθαρτὰ ἐθνικὰ κτήματα δὲν ἔχουσι μόνον ἐκ τοῦ συστάδην ὀπωροφόρα δένδρα, ἀλλ’ ὑπάρχουν καί τινα, ἴσως τὰ πλεῖστα, ἔχοντα δένδρα ἐκ τοῦ σποράδην κείμενα· ὅταν τεθῶσιν ὑπὸ ἐξαίρεσιν, δὲν ἐννοῶ τί δύναται νὰ γείνῃ. Ἰδοὺ τί δύναται νὰ κάμῃ ἡ οἰκονομικὴ ἀρχὴ τοῦ τόπου. Ὁσάκις εἶναι ὀλίγα τὰ δένδρα, θέλει συμπεριλάβει εἰς τὸν ὁρισμὸν ἐλάχιστον ὅρον καὶ τὴν ἀξίαν τῆς γῆς, διὰ τοῦτο εἶναι περιττὴ αὐτὴ ἡ προσθήκη.
§9ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Παλαμήδου, θὰ καταστρέψωμεν σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Γνωρίζω ἐκ πείρας ὅτι εἰς τὴν περιφέρειαν Δωρίδος ὑπάρχουν ὑπὲρ τὰ 200 ἐλαιόδενδρα, τὰ ὁποῖα κεῖνται σποράδην, μεταξὺ ἑτέρων δένδρων. Τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἰδίως κτήματα κεῖνται σποράδην, διότι ἢ ἀγοράζονται ἢ ἀφιερώνονται, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι συγκεντρωμένα· κινδυνεύετε διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς νὰ καταστρέψητε σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἄλλως τε δὲν ἐννοῶ, πῶς θὰ παραχωρηθῇ ἡ γῆ εἰς τὸν ἀγοραστὴν, εἰς ἓν καὶ δύο δένδρα, διότι εἶναι καθιερωμένη ἀρχὴ, ὥστε ὁ ἀγοράζων νὰ ἔχῃ εἰς τὴν κυριότητά του τὴν γῆν ἐκείνην, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δένδρου.
§10ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις παραδέχηται ὅ,τι εἶπεν ὁ Κ. Κατσικαπῆς, ὅτι τὰ δένδρα πωλοῦνται μὲ τὴν ἀναγκαίαν εἰς αὐτὰ περιφέρειαν εἶμαι σύμφωνος. Ὁ λόγος μου εἶναι νὰ μὴ λαμβάνῃ τις πολλὰ στρέμματα γῆς διὰ δύο δένδρα, διότι τότε ἡ παραχώρησις ἔχει ἀντικείμενον κυρίως τὴν γῆν καὶ οὐχὶ τὰ δένδρα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι τὸ 9 ἄρθρον ἔχει ἔννοιαν, ὅτι τὰ σποράδην κείμενα δένδρα ἐκποιοῦνται μὲ τὴν καλυπτομένην ὑπ’ αὐτῶν περιφέρειαν. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 9 καὶ τὰ ὑπόλοιπα μέχρι τέλους τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τοῦ Γραμματέως. Ἄρθρ. 9. Ἡ ἐκποίησις τῶν ἐλαιοδένδρων, μωρεοδένδρων, καὶ λοιπῶν καρποφόρων δένδρων ἐπιτρέπεται μόνον κατὰ τεμάχια, ἕκαστον τῶν ὁποίων περιλαμβάνει τὸ πολὺ 100 δένδρα. Ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται ἡ ἕνωσις πολλῶν τοιούτων τεμαχίων· ἐξαιροῦνται τὰ περιστοιχισμένα περιβόλια, ἐκτὸς ἐὰν ᾖναι δυνατὴ ἡ διαίρεσις. Ἄρθρ. 10. Ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν ὁμολογιῶν τῆς ἐπὶ Καποδιστρίου τραπέζης ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ΧΚΗʹ. περὶ καθυστερούντων. Ἄρθρ. 11. Αἱ κατὰ τὸν παρόντα νόμον δημοπρασίαι ἀρχίζουσι μόνον μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως διακηρύξεως μετὰ καταλόγου περιέχοντος τὰ ἐκποιητέα ἑκάστοτε κτήματα, τὴν ἀναγκαίαν αὐτῶν περιγραφὴν καὶ τὸν ἐλάχιστον ὅρον τοῦ τιμήματος ἑκάστου αὐτῶν. Ἄρθρ. 12. Αἱ διατυπώσεις τοῦ ἀπὸ 13/25 Νοεμβρίου 1836 νόμου περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων ἐφαρμόζονται ἐξ ἀναλογίας καὶ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς δημοπρασίας τῶν ἐκποιουμένων κτημάτων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παρόντος νόμου, καθόσον δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὸ σύνολον τοῦ ἀναγνωσθέντος νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς ἕτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Αʹ. Εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ Κ. Βαλτινοῦ.
§13ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν εἶναι παρών.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§15ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ μὴ προχωρήσωμεν εἰς ἄλλην ἐργασίαν, ἂν δὲν ἔλθῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§16ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς Ἑπτανήσου κατήντησε σπουδαιότατον· δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ παραλείψωμεν. Ἡ Συνέλευσις αὐτὴ πρέπει εἴπῃ τὸν λόγον της, πρέπει νὰ εἴπωμεν τὴν ἰδέαν μας, νὰ τὴν ἐκφράσωμεν. Ὅλος ὁ κόσμος μᾶς κατηγόρησεν. Εἶναι ἤδη 4 ἡμέραι, ἀφ’ ἧς εἰδοποιήθη ὁ ὑπουργὸς νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς εἴπῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία τῷ ἔγεινε· πρέπει νὰ ἔλθῃ, δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἑτέραν ἐργασίαν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς δὲν εἶναι παρὼν, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀπάντησις, καὶ ἑπομένως ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἑτέραν ἐργασίαν, θὰ εἰδοποιηθῇ δὲ ὁ Ὑπουργὸς ἵνα προσέλθῃ ἐντὸς τῆς παρούσης συνεδριάσεως.
§18ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἂν τυχὸν πάσχῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ πολιτικὴν ἀσθένειαν, καὶ δὲν προσέλθῃ σήμερον, φρονῶ ὅτι τὴν Τετάρτην δυνάμεθα νὰ προβαίνωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Ἑπτανησιακοῦ ζητήματος.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἵνα λυθῇ ἡ ἔρις, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν θέλῃ νὰ προβῇ εἰς ἕτερον ἀντικείμενον, καὶ κατόπιν συζητοῦμεν, ἂν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἢ ὄχι ἡ ἀπάντησις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν· νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ παρὸν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§20ΣΜΟΛΕΝΤΣ. (Ὑπουρ. Στρατ.) Κύριοι! Προχθὲς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Συνελεύσεως, ὁ ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου μοὶ ἀπηύθυνεν ἕτερον ἔγγραφον καὶ μοῦ ἐζήτησε τὸ φυλλάδιον. Ἐζήτησα τὸ πρῶτον ἔγγραφον καὶ εἶδον, ὅτι ἡ αἴτησις περιεστρέφετο μόνον εἰς τὸ φυλλάδιον· ἑπομένως διέταξα νὰ τοῦ σταλῇ κ’ ἐζήτησα νὰ εἰσάξῃ κατεπειγόντως εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον τὴν ὑπόθεσιν.
§21ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν Κ. Ὑπουργὸν, ἂν διέταξε, μετὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἐγγράφου τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, παρακαλῶ τὸν Κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν διέταξε καὶ τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν νὰ παύσῃ τῶν ἐργασιῶν της.
§22ΣΜΟΛΕΝΤΣ. Δὲν τὴν διέταξα· διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει ἕτερα ἔγγραφα εἰς χεῖρας, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν σχέσιν πρὸς τὸ φυλλάδιον.
§23ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ ποῖον παράπτωμα ἐσυστήσατε ἐπιτροπὴν διὰ ν’ ἀνακρίνῃ ἕνα ἀξιωματικόν;
§24ΣΜΟΛΕΝΤΣ. Διὰ παράπτωμα τῆς τάξεως καὶ τῆς πειθαρχίας.
§25ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δυνάμει ποίου ἄρθρου τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου προέβητε εἰς τὸν σχηματισμὸν ἀνακριτικοῦ συμβουλίου; Ποῖον ἄρθρον μνημονεύει ἡ μήνυσίς σας;
§26ΣΜΟΛΕΝΤΣ. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον· δὲν ἐνθυμοῦμαι, δὲν ἔχω τὸ ἔγγραφον.
§27ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐμνημονεύσατε τὸ 12ον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ἄλλο.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀρκεῖται εἰς τὰ λεχθέντα;
§29ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς ἕτερον ἀντικείμενον, εἰς τὴν συζήτησιν τῆς περὶ φόρου τῶν οἰκοδομῶν προτάσεως. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἶχε ψηφισθῆ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ζητοῦσιν ὅμως τινὲς νὰ προταχθῇ ἓν νομοσχέδιον ἀφορῶν τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς, λέγοντες, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον διοικητικὸν, καὶ δὲν δύναται ἑπομένως νὰ προκαλέσῃ συζητήσεις.
§31ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν τῆς στρατιωτικῆς Σχολῆς.
§32ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις, ἂν θὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις περὶ τούτου.
§33ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Δὲν γίνεται συζήτησις, Κύριοι, ἀλλὰ τὴν πρότασιν αὐτὴν θὰ τὴν παραπέμψω εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ τελειώσωμεν. Ὁ Κ. Ζιμβρακάκης ἀντέταξε, κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον διοικητικὸν, καὶ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμόν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Συνέλευσις τὸ θεωρῇ οὕτω, παραιτοῦμαι τῆς προτάσεώς μου.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραδέχεται ἡ Συνέλευσις τοῦτο;
§35ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§36ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις περὶ νέου πράγματος. Ὁσάκις θεωρεῖται ἀναγκαία ἡ ἐπιβολὴ νέων φόρων, πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ καταργηθῶσι τὰ κακῶς ὑπάρχοντα· ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἔχω φέρει πρότασιν πρὸ μηνῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ζητῶ τὴν κατάργησιν διαφόρων θέσεων. Πρὶν λοιπὸν ἐπιβληθοῦν νέοι φόροι, πρέπει νὰ καταργηθῶσιν αἱ νέαι θέσεις.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. πληρεξούσιος ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καθ’ ἣν πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι τὸ περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν νομοσχέδιον. Ζητεῖ δὲ νὰ προηγηθοῦν αἱ προτάσεις, αἱ ἀφορῶσαι τὴν κατάργησιν διαφόρων στρατιωτικῶν θέσεων. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν.
§39ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ περὶ οἰκοδομῶν φόρος εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀκτὼ περίπου μηνῶν ἀπασχολεῖ τὴν Συέλευσιν, καὶ εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει· ὅλη δὲ ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν φέρει τὸ νομοσχέδιον τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη εἶναι ἐλαχίστη, καὶ παραβαλλομένη πρὸς τὴν σπουδαιότητα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται πρὸς συζήτησιν, εἶναι σχεδὸν μηδέν. Μὴ λοιπὸν φέρωμεν αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν καὶ τὴν διατάραξιν εἰς τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἐθέσατε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· διότι, Κύριε Πρόεδρε, ποτὲ δὲν θὰ κανονίσωμεν τὰ ἔργα μας διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Κατὰ συνέπειαν προτείνω νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου τῶν οἰκοδομῶν.
§40ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πραγματικῶς, ἀναγνωρίζω τὸ κατεπεῖγον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν· ἐὰν ἡ πρότασις ἐν εἴδει νομοσχεδίου, ἥτις ὑπεβλήθη πρὸ μηνῶν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἦτο πρότασις, ἥτις ὤφειλε νὰ ὑποστῇ σπουδαίας συζητήσεις, ἤθελα προτιμήσει ταύτην. Ἀλλά, Κύριοι, ἡ πρότασίς μου, ἡ ἀφορῶσα τὴν κατάργησιν τῶν θέσεων, ἔχει ὡριμάσει τόσον πολὺ εἰς τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ κόσμου, ὥστε ἐντὸς μιᾶς ὥρας ἠμπορεῖ νὰ ἐπιψηφισθῇ.
§41ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν ἕνας πληρεξούσιος ᾖναι μελετημένος σύμφωνα μὲ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κ’ ἔρχεται νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου οἰκοδομῶν, ἔξαφνα δ’ ἐδῶ τοῦ παρουσιάζεται ἓν νομοσχέδιον περὶ ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, δύναται ὁ πληρεξούσιος αὐτὸς νὰ συζητήσῃ αὐτό;
§42ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Βεβαίως διὰ πᾶσαν πρότασιν ἀφορῶσαν οἰκονομίας, κἀνεὶς τῶν Κυρίων πληρεξουσίων δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἐναντίος, διότι ὅλοι ἐννοοῦμεν, ὅτι ἄνευ αὐστηρᾶς, αὐστηροτάτης οἰκονομίας δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν οὐδὲ βῆμα, οὔτε νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν πολιτείαν μας. Ἀλλά, Κύριε Πρόεδρε, μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπονέμω εἰς τὰς θεωρητικὰς καὶ πρακτικὰς γνώσεις τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη, ὅστις εἰσήγαγεν αὐτὴν, εἶναι πρότασις, ἥτις ἀφορᾷ θέσεις· καὶ ὡς γνωρίζετε καλήτερά μου, αἱ θέσεις δὲν ἐδημιουργήθησαν διὰ νὰ ἱκανοποιήσουν πρόσωπα, ἀλλὰ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοιούτων προτάσεων, ἀφορωσῶν κατάργησιν θέσεων, ἤθελα ἐπιθυμήσει νὰ ᾖναι παροῦσα ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἶναι εἰς καλητέραν θέσιν ἀπὸ ὅλους τοὺς πληρεξουσίους νὰ γνωρίζῃ ποῖαι θέσεις εἶναι σήμερον ἀναγκαῖαι ἢ ὄχι. Διὰ τοῦτο συμφωνῶν μετὰ τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ἤθελα παρακαλέσει τὴν Συνέλευσιν νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὸ καὶ ν’ ἀναβάλῃ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§44Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω μίαν ἐναντίαν πρότασιν, Κύριε Πρόεδρε!
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον· εἶναι ἄλλοι πρὸ ὑμῶν νὰ ὁμιλήσουν.
§46ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι μετὰ τὸν Κ. Μαυρομμάτην.
§47ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν· οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ἂν θὰ προταχθῇ τὸ περὶ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ἢ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, νὰ σηκωθοῦν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Τώρα ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν τί θέλει νὰ προταχθῇ. Τὸ προτεταγμένον περὶ φόρου τῶν οἰκοδομῶν; Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο παρακαλῶ νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται πολλοί) Ὑπάρχει ἀμφιβολία, καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. Θὰ θέσω δηλ. οὕτω πως τὸ ζήτημα. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι νὰ προταχθῇ, ἢ τὸ νὰ μείνῃ μᾶλλον εἰς τὴν θέσιν του τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ἐκεῖνοι θὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί).
§49ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε! Πρόκειται νὰ ἐρωτήσετε τὴν Συνέλευσιν, ἂν πρέπει νὰ προσυζητηθῇ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέβαλα· λοιπὸν νὰ προηγηθοῦν τὰ στρατιωτικὰ πρὸ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἂν πρέπει νὰ προταχθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§51ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§52ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ εἶναι ὥριμος ἡ πρότασις τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη, ἀφοῦ ἡ ἔκθεσίς του ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, διατὶ νὰ μὴ τὴν προτιμήσωμεν;
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις περὶ καταργήσεως τῆς ἐφεδρείας καὶ διαφόρων ἄλλων στρατιωτικῶν θέσεων, παρακαλῶ νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Παρεδέχθη. Λοιπὸν ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς εἰρημένης προτάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Κ. Γραμματεὺς νὰ τὴν ἀναγνώσῃ. Ἀναγινώσκεται. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Εἰσηγητικῆς Ἐπιτροπῆς, συζητήσασα τὴν πρότασιν τοῦ πληρεξουσίου Κυρίου Ἀντ. Μαυρομιχάλη περὶ καταργήσεως τῆς ἐφεδρείας τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, γνωμοδοτεῖ, ὅπως, ἡ μὲν ἐφεδρεία διαλυθῇ, οἱ δὲ συγκροτοῦντες αὐτὴν ἀξιωματικοὶ, καὶ προσκεκτημένον ἔχοντες τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, λάβωσι τὰς συντάξεις των, οἱ δὲ μὴ ἔχοντες εἰσέτι τὸ τοιοῦτον δικαίωμα τεθῶσιν εἰς ἀργίαν ἕνεκεν διαλύσεως Σώματος, καὶ μένωσιν εἰς αὐτὴν μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ χρόνου τῆς συντάξεως. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 18 Νοεμβρίου 1863. Α. Μαυρομιχάλης, Δ. Βρατζάνος, Π. Πανᾶς, Λ. Ὀρλάνδος, Ι. Π. Πύρλας, Ἀλέξ. Δόσιος.
§54Π. Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. (Μεταξὺ τούτων εἶναι εἷς ἢ δύω ἀξιωματικοὶ ἐξαιρετέοι, ὡς προσενεγκόντες πολλὰς πρὸς τὴν μεταβολὴν ὑπηρεσίας).
§55ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Προτείνω νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν.
§56ΤΙΝΕΣ. Ἐδῶ εἶναι.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρὼν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν;
§58ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§59ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Τότε προτείνω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐπέμενα νὰ μὴ προταχθῶσι τὰ, περὶ ὧν ὁ λόγος, νομοσχέδια, διότι δὲν ἔχομεν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§61ΤΙΝΕΣ. Ἔχομεν Ὑπουργεῖον.
§62ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἤθελα κἀγὼ νὰ εἴπω, Κύριε Πρόεδρε, καὶ δὲν μοὶ ἐδώκατε τὸν λόγον.
§63Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουρ. Παιδείας). Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι ἀναγκαία ἡ παρουσία τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν....
§64ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§65ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουρ. Παιδείας). Καθόσον ἀφορᾷ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀνέβαλε τὴν συζήτησιν δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§66ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ἀπεφασίσθη νὰ ἔλθῃ σήμερον.
§67ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουρ. Παιδείας). Σᾶς ἀπαντῶ ἐγὼ διὰ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν, ἂν ἐπιμένητε, ἐπειδὴ αὐτὴν τὴν στιγμὴν κωλύεται, εἶναι εἰς τὰ ἀνάκτορα.
§68ΔΑΓΡΕΣ. Ἂν θεωρῆτε ἀναγκαίαν τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν Τετάρτην.
§69ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς μείνῃ διὰ τὴν Τετάρτην.
§70ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουρ. Παιδείας). Εἶναι ἀδιάφορον.
§71ΣΧΙΝΑΣ. Ὄχι· τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ἀδιαίρετον.
§72ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουρ. Παιδείας). Ἂς ἀποφασίσῃ τέλος πάντων ἡ Συνέλευσις ἂν θέλῃ σήμερον ἢ τὴν Τετάρτην.
§73ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρόκειται νὰ δώσῃ, καὶ τὰς ὁποίας δύναται νὰ δώσῃ ἀντ’ αὐτοῦ ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας· ἡ δὲ συζήτησις θὰ γείνῃ ἄλλην ἡμέραν.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Τετάρτην.
§75ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἀπεφασίσθη νὰ ἔλθῃ ὁ ἴδιος ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ζητεῖ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὸν τῆς Παιδείας τὰς πληροφορίας.
§77ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§78ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς). Ζητῶ τὴν ἀναβολὴν διὰ τὰς ὑποθέσεις, τὰς ἀφορώσας τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Στρατιωτικῶν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι παρών. Θέλετε λοιπὸν ν’ ἀρχίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν;
§80ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§81ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὴν Τετάρτην εἶναι ἀφεύκτως ἡ συζήτησις τοῦ Ἑπτανησιακοῦ ζητήματος. Παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Συνέλευσιν.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε, Κύριοι, τὴν Τετάρτην νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τῶν Ἑπτανησιακῶν;
§84ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν νὰ γείνῃ τὴν Τετάρτην ἡ συζήτησις περὶ τοῦ Ἑπτανησιακοῦ ζητήματος, νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ά. ἄρθρον τοῦ περὶ φόρου τῶν οἰκοδομῶν νομοσχεδίου. Ἀναγινώσκεται, ἔχον οὕτως· Ἄρθρον 1. Ἐπιβάλλεται φόρος ἐφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν οἰκοδομῶν ἄνευ διακρίσεως τῶν ἐνοικιαζομένων ἢ μή, κανονιζόμενος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐτησίας προσόδου.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§87ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀρχὴ ἀπεφασίσθη ἐπὶ ἄλλης συνεδριάσεως (θόρυβος). Πρέπει νὰ ἐνθυμῆσθε τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ἔγεινεν ἢ ὄχι;
§89ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς θέλει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ά. ἄρθρου;
§91ΠΥΡΛΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς.
§92ΠΟΛΛΟΙ. Ἔγεινε δεκτή.
§93ΠΥΡΛΑΣ. Ἐπιφυλάττομαι νὰ κάμω λόγον εἰς τὸ 2 ἄρθρον.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Σαράβας ἔχει τὸν λόγον.
§95ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι! Ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τοῦ νὰ φορολογῶνται ὄχι μόνον αἱ ἐνοικιαζόμεναι οἰκίαι, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας κατοικούμεναι, εἶναι βεβαίως ἀρχὴ ἰσότητος, βασιζομένη ἐπὶ τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ Συντάγματος, ὅτι ὅλαι αἱ περιουσίαι καὶ πρόσοδοι πρέπει νὰ ὑπόκεινται εἰς ἴσην φορολογίαν καὶ κανεὶς δὲν ἐτόλμησε νὰ τὴν ἀμφισβητήσῃ. Ἀλλὰ προσέξωμεν, Κύριοι, μήπω ἐπεκτείνοντες παραπολὺ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καὶ θέλοντες νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὴν γενικὴν ἐφαρμογὴν καταντήσωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἐπιτύχωμεν· μήπως ἀντὶ νὰ καθιερώσωμεν μίαν ἴσην ἐφαρμογὴν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς φορολογίας φθάσωμεν ἀπεναντίας εἰς μίαν ἀνισότητα. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὅσον βλέπω εὔλογον καὶ δικαιολογημένην τὴν ἀρχὴν ταύτην, τοῦ νὰ φορολογῶνται τοὐτέστι καὶ αἱ κατοικούμεναι ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας οἰκίαι, ἐφαρμοζομένην εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, τόσῳ φοβοῦμαι, ὅτι θέλουσι προκύψει μεγάλαι ἀνισότητες καὶ ἀδικίαι, ἐὰν αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, μ’ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, μὲ τὰς ὁποίας τὴν περιέβαλε τὸ νομοσχέδιον, λάβῃ μίαν γενικὴν καὶ καθόλου ἐφαρμογήν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κάμω εἰς τὸν ἀγορεύοντα μίαν παρατήρησιν, ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν κάμνει, ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἄρθρον, ἀφορᾷ τὰς ἐξαιρέσεις.
§97ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὄχι, Κ. Πρόεδρε, ἡ τροπολογία μου ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἄρθρον (θόρυβος). Τῳόντι, τὶ δικαιολογεῖ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ φόρου τούτου καὶ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν τῶν κατοικουμένων ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν; Προφανῶς τὴν δικαιολογεῖ ὁ λόγος, ὅτι ἡ οἴκησις εἶναι μία πρόσοδος, τὴν ὁποίαν ὁ ἰδιοκτήτης ἀντὶ νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἄλλον ἀντὶ χρημάτων, ἢ, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν, ἀντὶ νὰ ἐνοικιάσῃ, μεταχειρίζεται πρὸς ἰδίαν αὑτοῦ χρῆσιν. Λοιπὸν ἀπαράλλακτα, ὅπως ὁ κτηματίας, δὲν ἀπαλλάττεται ἀπὸ τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῶν κτημάτων του, τῶν ὁποίων κάμνει ἰδίαν χρῆσιν, διὰ τὸν ἴδιον λόγον καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ποιῶν ἰδίαν χρῆσιν τῆς οἰκίας του, δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ἀπηλλαγμένος τῆς φορολογίας. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω ἡ ἀρχὴ τῆς ἐξ ἴσου ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας εἶναι, ἡ ὁποία δικαιολογεῖ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπὶ τῶν οἰκιῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι κατοικοῦνται ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος ἀπαντᾶται τάχα παντοῦ; Πολὺ ἀμφιβάλλω. Ἐν μὲν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν ἐπειδὴ ἐκεῖ ὑπάρχουν αἱ συναλλαγαὶ πλέον ἀνεπτυγμέναι, αἱ ἀνάγκαι μεγαλείτεραι, ἡ ζήτησις μεγαλειτέρα, εὔκολον εἶναι εἰς πᾶσαν στιγμήν, ὅταν τις θέλῃ τὴν ἀξίαν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται πρὸς ἰδίαν χρῆσιν νὰ τὴν ἀνταλλάξῃ ἀντὶ χρημάτων, ἀλλὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν, τῶν δήμων οἰκίας, ἢ τὰς ἐν τοῖς χωρίοις; ἐὰν τουτέστιν, αἱ οἰκίαι αὗται δὲν κατοικηθῶσιν ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας δύνανται νὰ ἐνοικιασθῶσιν; Οὐχὶ βεβαίως. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι πρόσοδον, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἐννοεῖ νὰ φορολογήσῃ, αἱ οἰκίαι αὗται δὲν ἀποφέρουσι. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐὰν θελήσητε νὰ ἐκτείνητε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν παντοῦ εἰς ὅλας τὰς οἰκίας καὶ νὰ μὴ κάμητε οὐδεμίαν διάκρισιν θέλετε φθάσει, τὸ λέγω μετὰ πλήρους πεποιθήσεως, εἰς μίαν ἀδικίαν. Θέλετε φορολογήσει ὄχι, ὅπως θέτει τὴν ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, τὴν πρόσοδον, ἀλλὰ τὴν ἰδιοκτησίαν ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ τῆς ἀξίας της. Μία τοιαύτη φορολογία, τὸ λέγω ἀδιστάκτως καὶ μετὰ πεποιθήσεως, ἐπεκτεινομένη κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου ἐφ’ ὅλων τῶν οἰκιῶν, μὴ ἐξαιροῦσα μήτε τὰς οἰκίας, τὰς ἐχούσας ἀξίαν τινὰ μικροτέραν, θέλει εἶσθαι νέος φόρος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξεγείρῃ περισσότερον τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν παρ’ ὅ,τι ὠφέλησεν ἐν γένει ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐγγείων φόρων. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη θέλει εἶσθαι μηδὲν, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸν νέον τοῦτον φόρον, ὅπως τὸν παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν ὑμετέραν ἐπιψήφισιν τὴν ἀκόλουθον πρότασιν. Προτείνω, ὅπως τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος τροπολογηθῇ ὡς ἀκολούθως. «Ἄρθρον 1. Ἐν ταῖς πόλεσιν Ἀθηνῶν, Πατρῶν, Σύρου καὶ λοιπαῖς πρωτευούσαις νομῶν ὁ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν φόρος ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὰς κατοικουμένας ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν οἰκίας.»
Ὁ πληρεξούσιος Οἰτύλου
Δ. ΣΑΡΑΒΑΣ.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Παντολέων εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα;
§99ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ὄχι· εἶμαι ἐναντίος. Κύριοι, νομίζω ὅτι τὸ σπουδαιότατον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ἐνώπιον ἑνὸς νομοθετικοῦ σώματος, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς φόρους, διότι οἱ φόροι πληρόνονται ἀπὸ τὸν λαόν· εἶναι βάρος, τὸ ὁποῖον πληρώνει ὁ λαὸς, καὶ ἑπομένως οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ τοῦ λαοῦ πρέπει νὰ ᾖναι λίαν προσεκτικοὶ, λίαν φειδωλοὶ εἰς τὴν ἐπιβολὴν αὐτῶν τῶν φόρων. Ἡ μεγαλειτέρα ἀρετὴ, Κύριοι, ἑνὸς φορολογικοῦ συστήματος, νομίζω, εἶναι νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἐκτεταμένον, καὶ νὰ περιλαμβάνῃ ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, καὶ νὰ ἐγγίζῃ περισσότερον τὴν εὐποροῦσαν, καὶ νὰ εὐκολύνῃ, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὴν ἀποροῦσαν τάξιν. Εἰξεύρετε, Κύριοι, ὅτι ἀπεφασίσαμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἠλάττωσε τὸν ἔγγειον φόρον· ὁ ἔγγειος φόρος ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πληρώνεται ἀπὸ τὸν λαὸν, ἑπομένως αὐτὸ ἦτον ἓν εὐεργέτημα· διότι πραγματικῶς ἀπεδείχθη εἰς διαφόρους περιστάσεις, καὶ εἰς διαφόρους νομοθετικὰς συζητήσεις, ὅτι αὐτὸς ὁ φόρος ἦτον ἐπαχθὴς καὶ ἀφόρητος εἰς τὸν λαόν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν μία πολιτεία ἐλαττώνῃ ἕνα φόρον, χρεωστεῖ νὰ εὑρίσκῃ ἢ νὰ ἐλαττώσῃ μίαν δαπάνην διὰ νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἢ νὰ εὕρῃ ἕνα ἄλλον πόρον διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἐλαττωθέντα πόρον. Νομίζω ὅτι ἐκ τοῦ πνεύματος τούτου ὡρμήθη ἡ Συνέλευσις εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ νομίζω ἐπίσης ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει πρόθεσιν νὰ ἐπιβάλῃ φόρον εἰς τὴν εὐποροῦσαν τάξιν τῆς κοινωνίας τὴν ἔχουσαν ἱκανὴν περιουσίαν, ὥστε νὰ πληρώσῃ καὶ τοὺς φόρους, καὶ νὰ μὴ αἰσθανθῇ ὅμως καὶ τὸ βάρος τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων. Τὸ νομοσχέδιον, νομίζω, Κύριοι, ὅτι στηρίζεται εἰς βάσεις δικαίας, διότι εἰξεύρετε πόσον εἶναι δύσκολον εἰς τὸν νομοθετοῦντα περὶ φορολογίας νὰ εὕρῃ ἐπ’ ἀκριβῶς τὴν ἀληθῆ θέσιν τῶν φόρων, δηλονότι νὰ φορολογήσῃ ὅλας τὰς καταστάσεις· διότι εἶναι πολὺ δύσκολον πρᾶγμα νὰ βεβαιωθῇ ὁ νομοθέτης, ποῖαι εἶναι αἱ καταστάσεις τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας, καὶ σημειώσατε προσέτι ὅτι μία ἀπὸ τὰς ἀρετὰς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος εἶναι ἀκόμη, τὸ νὰ φορολογήσῃ ὄχι τὸ κεφάλαιον, ὄχι τὴν ἀξίαν, ὄχι τὸν ἀγρὸν, ἀλλὰ νὰ φορολογήσῃ τὸ εἰσόδημα. Ἐδῶ ἔχομεν κτήματα, τὰ ὁποῖα, μοὶ φαίνεται, δὲν εἶναι παραγωγικὰ εἰσοδήματος, διότι τὰ παραγωγικὰ εἰσοδήματος πληρόνουν, νομίζω, ἕνα φόρον, καὶ ἴσως τώρα θέλομεν νὰ αὐξήσωμεν τὸν φόρον αὐτὸν, διότι εἶναι μικρός· ἀλλὰ τί ἄλλο ἔχει τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ ὄψιν; ἔχει ὑπ’ ὄψιν νὰ ἐπιβαρύνῃ καὶ τὴν εὐπορίαν, τοὺς πλουσίους· ἀδιάφορον ποὺ κατοικεῖ ὁ πλούσιος, εἴτε εἰς χωρίον εἴτε εἰς κωμόπολιν, εἶναι ἀδιάφορον, εἶναι πλούσιος, πρέπει νὰ φορολογηθῇ, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὴν κοινωνίαν διὰ τὴν φύλαξιν τοῦ πλούτου του, ἄλλως καὶ κοινωνία δὲν ὑπάρχει. Ἀντίκειμαι λοιπὸν εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος συναδέλφου μας, εἰπόντος, ἐὰν καλῶς τὸν ἐνόησα, νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας εἰς ὡρισμένας πόλεις. Ὄχι· πρέπει νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν ὅπου ὑπάρχει ὁ πλοῦτος· καὶ σημειώσατε, ὅτι δύσκολον πρᾶγμα εἶναι νὰ κρυφθῇ ἡ περιουσία, ἡ περιουσία φαίνεται. Ὑπάρχουν εἰς τὰ χωρία ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεγάλας καταστάσεις. Ἕνας χωρικὸς κατοικεῖ εἰς μίαν οἰκίαν 5, 10, 50 χιλιάδων δραχμῶν· αὐτὸς λοιπὸν ἐπιδεικνύει μίαν μεγάλην εὐπορίαν, καὶ πλησίον τῆς κατοικίας τοῦ πτωχοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ᾠκοδομημένη ἀπὸ ἄχυρον, ἔχει λαμπρὸν οἰκοδόμημα· καὶ κατοικεῖ ἐντὸς αὐτῆς τῆς οἰκίας, ἡ ὁποία τῷ παρέχει τὴν ἀσφάλειαν, καὶ ὀφείλει νὰ προσφέρῃ τοὺς φόρους του δι’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἀσφάλειαν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ ὅπου ὑπάρχει ἡ εὐπορία, καὶ νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς πόλεις ὡρισμένας.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι διὰ νὰ ᾖναι τακτικὴ ἡ συζήτησις πρέπει νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον ἐναλλάξ. Ἡ ἀμφισβήτησις ἀφορᾷ τὰς μὴ ἐνοικιαζομένας οἰκίας.
§101ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νέαν πρότασιν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἦλθεν ἡ σειρά σας.
§103ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως, φέρω μίαν παρατήρησιν, ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Κύριος Σαράβας, δὲν διεφιλονείκησε τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ φόρου καὶ ἐπὶ τῶν κατοικουμένων ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν· ἀλλ’ εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ γίνουν καὶ ἐξαιρέσεις. Τὸ ἑπόμενον ἄρθρον περιλαμβάνει τὰς ἐξαιρέσεις.
§104ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἔχω πρότασιν ἀναβολῆς.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις.
§106ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπιτρέψατε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ 2ον ἄρθρον καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σαράβα δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 2ου ἄρθρου. Ἰδοὺ τι λέγει τὸ 2ον ἄρθρον. «Ἄρθρον 2ον «Εἰς τὸν φόρον τοῦτον δὲν ὑποβάλλονται ά) αἱ οἰκοδομαὶ αἱ μὴ ἐνοικιαζόμεναι κτλ.» Ἐὰν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος θεωρῇ ἀναγκαῖον νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς φορολογίαν αἱ οἰκοδομαὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν ἐκτὸς τῶν ῥηθεισῶν, δύναται νὰ προτείνῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον τὴν τροπολογίαν του.
§107ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ Κ. Κεχαγιᾶς. Τὸ 1ον ἄρθρον ἀναγινωσκόμενον πείθει ἕκαστον, ὅτι πρόκειται νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων κ’ αἱ μὴ ἐνοικιαζόμεναι οἰκοδομαί. Λοιπὸν ὅστις θέλει νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι κ’ αἱ μὴ ἐνοικιαζόμεναι, αὐτὸς ἠμπορεῖ εἰς τὰς ἐξαιρέσεις νὰ προτείνῃ αὐτό.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετά. Ὁ Κ. Παλαμήδης εἶναι κατὰ ἢ ὑπέρ;
§109ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Κατά. Κύριοι, ἡ συζήτησις τοῦ παρόντος ἄρθρου ἀφορᾷ ἀντικείμενον γενικόν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ τουρκοκρατίας μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπληρώνοντο καὶ οἱ φόροι τοῦ χαρατσίου καὶ τοῦ ἀβαρίου λεγόμενοι. Αὐτὰ μόνα ἔμειναν ἐλεύθερα μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἤτοι ἡ κεφαλὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ μὴ πληρώνῃ, καθὼς καὶ διὰ τὸ σπῆτι του, τὸ ὁποῖον κατοικεῖ. Ὅταν ἠλαττώθη ὁ ἔγγειος φόρος, ἐτέθη εὐθὺς ὁ ὅρος ν’ ἀναπληρωθῇ ἡ ἐλάττωσις ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως φορολογοῦνται. Ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλὰ αὐτὴν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου. Καὶ οὔτε εἶναι δίκαιον νὰ παραδεχθῶμεν νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις τοῦ πλουσίου τῆς πόλεως καὶ τοῦ πλουσίου τοῦ χωρίου, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ φορολογία αὐτὴ νὰ μὴ ᾖναι αὔξησις τοῦ ἄλλως φορολογουμένου, διότι εἶπον, ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ φορολογηθῶσιν ὅσοι δὲν φορολογοῦνται. Πατρίς μου εἶναι ἡ Τρίπολις, αὐτὴ ἔχει 2½ χιλ. οἰκιῶν. Ἀπὸ τοὺς κατοικοῦντας αὐτὰς κανένας δὲν εἶναι νὰ μὴ φορολογῆται· ἡ βιομηχανία πληρόνει ἀκριβά· ἄλλοι εἶναι γεωργοὶ, ἄλλοι ἔμποροι, καὶ ὅλοι ὑπάγονται εἰς ἄλλας φορολογικὰς κατηγορίας. Λοιπὸν ἐπιβάλλετε ἤδη φόρους καὶ εἰς τὰς οἰκίας, θὰ εἰπῇ, ὅτι αὐτοὶ θὰ φορολογηθῶσι διπλασίως (θόρυβος).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§111ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν ἐμβαίνετε εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος διὰ νὰ φέρητε αὐτὴν τὴν ἀνισότητα, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ Κ. Παντολέων· ἑπομένως παρατηρῶ ἓν ἄλλο τι· ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτὸν τὸν φόρον εἰς μόνον τοὺς πλουσίους, καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. Σαράβας, ὅτι δηλαδὴ ζοῦν εἰς τὰς πόλεις, τότε πρέπει νὰ τὸν ἐπιβάλωμεν καὶ εἰς ἄλλα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὰς πόλεις, ὡς εἰς τὰ οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ 5 αὐξάνουν 30 ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος, καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ὅσοι πληρόνουν βιομηχανίαν, ἢ ἄλλον φόρον δὲν πρέπει νὰ πληρώνουν αὐτὸν τὸν νέον φόρον. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ φόρος ὁ δίκαιος εἶναι ἐπὶ τῆς παραγωγῆς· διότι ἐὰν θέλωμεν νὰ πλουτίσωμεν τὸ ἔθνος, διατὶ νὰ ὑποπέσωμεν εἰς ἀδικίαν καὶ νὰ μὴν εἴπωμεν καλήτερα ἕκαστος νὰ πληρώνῃ 50 δραχμὰς τὸν χρόνον; Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι εἶμαι ἐναντίος νὰ πληρώνουν οἱ μὴ ἐνοικιάζοντες τὰς οἰκίας των.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Καλλιγᾶς.
§113ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὡς βλέπετε, ὑπάρχει πολλὴ διάθεσις τοῦ νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ φόρος ἐπὶ τῶν κατοικουμένων οἰκοδομῶν παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ ἕκαστος προτείνει ἴδιον λόγον. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας εἶπεν, ὅτι δὲν ἐναντιοῦται εἰς τὸ νὰ πληρώνουν καὶ οἱ ἰδιοκτῆται τῶν οἰκοδομῶν φόρον, ὅταν αὗται κεῖνται ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, καὶ εὑρῆκεν, ὅτι εἰς τὰς πρωτευούσας ὑπάρχει διαφορά τις, ὅτι ἐκεῖ αἱ οἰκοδομαὶ, ὅταν ᾖναι μεγάλαι, ἐμφαίνουν εὐπορίαν, εἰς τὰς πρωτευούσας ὅμως τῶν δήμων δὲν ἐμφαίνουν εὐπορίαν· δὲν ἐνόησα, διὰ ποίαν αἰτίαν ἡ αὐτὴ οἰκοδομὴ, ὅταν ᾖναι εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, ἐμφαίνει εὐπορίαν, καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν, ὅταν ᾖναι εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῶν δήμων, δὲν ἐμφαίνει. Λέγει, ὅτι εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν εὐκολώτερον συνάπτονται συναλλάγματα, καὶ ἐπειδὴ εὐκολώτερον συνάπτονται συναλλάγματα, ἄρα ὑπάρχει περισσοτέρα εὐπορία. Ἀλλὰ δὲν βλέπω, διὰ τί συνάπτονται εὐκολώτερον συναλλάγματα εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ ὄχι εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων. Ὅταν ὑποθέσῃ τις, ὅτι εἰς πρωτεύουσαν δήμου ὑπάρχουν ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς παραγωγῆς, ὅταν δῆμός τις ἔχῃ προϊόντα, ὑπάρχουν οἱ αὐτοὶ λόγοι, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀγοραίαν τιμὴν πᾶν κτῆμα, ἄρα καὶ αἱ παρ’ ἰδιοκτήτου κατοικούμεναι οἰκοδομαί· ἡ διάκρισις λοιπὸν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ εἰσάξῃ, δὲν μοὶ φαίνεται νὰ πείθῃ οὐδὲ αὐτὸν τὸν ἴδιον, καὶ ἐπὶ τέλους φαίνεται, ὅτι δὲν ἐπείσθη· διότι λέγει, αὐτὸς ὁ φόρος ὑποβάλλει τὸν φορολογούμενον εἰς μίαν διαδικασίαν ἐνοχλητικήν· ἀλλ’ ἐὰν αὐτὴ ἡ διαδικασία ᾖναι ἐνοχλητικὴ, τότε εἶναι δι’ ὅλους, δὲν εἶναι μόνον διὰ τὸν κάτοικον τοῦ δήμου· τὸ ἐνοχλητικὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς δώσῃ ἓν δόσιμον, ὥστε νὰ προτιμήσωμεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς ἐνόχλησιν τὸν κάτοικον τῆς πρωτευούσης, νὰ μὴ ὑποβάλωμεν δὲ εἰς ἐνόχλησιν τὸν κάτοικον τοῦ δήμου. Τὸ νὰ λέγῃ τις ὅμως νὰ φορολογῶνται αἱ πρωτεύουσαι δεῖνα, δεῖνα καὶ δεῖνα, εἶναι πραγματικῶς λίαν περίεργον δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ἀξίωμα τῆς ἰσότητος καὶ νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὸ βάρος τοῦ φόρου εἰς ἄλλον, ἀπαλλαττόμενος αὐτὸς προνομιακῶς. Μοὶ φαίνεται δὲ ὅτι οἱ ἄλλοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι λέγονται πρὸς ἀπόκρουσιν αὐτοῦ τοῦ φόρου, στεροῦνται ἔτι μᾶλλον ὀρθότητος, καὶ προέρχονται ἐκ τῆς ἀντιπράξεως κατὰ παντὸς νεωτερισμοῦ· νομίζω, ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα εἶναι πρωτοφανὲς παρ’ ἡμῖν, διὰ τοῦτο εἶναι καὶ ἀντιπαθητικόν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅταν ἔγινεν ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐγγείου φόρου, ὅτι πολλάκις κατεστάθη προσεκτικὴ ἡ Συνέλευσις εἰς τὰς συνεπείας αὐτῆς τῆς ἐλαττώσεως καὶ παρ’ ὅλων, ὅσοι ὑπεστήριζαν τὴν ἐλάττωσιν, ἐδόθη ἡ ὑπόσχεσις, ὅτι μέλλει νὰ ἀναπληρωθῇ διὰ νέων φόρων· ἀλλὰ διὰ τί εἶπον, ὅτι θὰ γίνῃ ἡ ἀναπλήρωσις διὰ τῆς ἐφαρμογῆς ἄλλων φόρων; Νομίζουν, ὅτι τὸ εἶπον μόνον διὰ νὰ εὐχαριστήσουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν φόρους διὰ νὰ βαρύνωνται οἱ φορολογούμενοι; τὸ εἶπον, διότι ἐλάμβανον μέριμναν περὶ τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅσοι αἰσθάνονται τὰς δεινὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἔχουν αἱ οἰκονομικαὶ κρίσεις, δὲν εἶναι ἀδιάφοροι, ἐὰν ἀναπληρῶνται ἢ ὄχι αἱ ἐλαττώσεις δι’ ἄλλων φόρων· ἐδέχοντο λοιπὸν ὅλοι, ὅτι ὁ φόρος εἶναι βαρὺς ἐπὶ τῆς γεωπονικῆς τάξεως, καὶ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀνακουφισθῇ, ἀλλ’ ὅταν εἶπον νὰ ἀνακουφισθῇ, εἶπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ αὐτὸ αἰτία τῆς ἐκκενώσεως τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ὁ πρῶτος προτείνας τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐγγείων φόρων καὶ ἐκεῖνος ἀκόμη ἔλεγεν, ὅτι θέλουν εἰσαχθῆ ἄλλα μέσα πρὸς ἀναπλήρωσιν αὐτοῦ τοῦ ἐλλείμματος, καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν ἦτο ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν· ἐὰν λοιπὸν δυσανασχετῶμεν νὰ εἰσάξωμεν τοιαῦτα μέσα ἀναπληρώσεως, ἐννοεῖται, ὅτι θέλομεν ματαιώσει τὸ ἔργον τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ δὲν θέλει παρέλθει πολὺς καιρὸς, ὅτε αἱ ἀνάγκαι τοῦ κράτους θέλουν πείσει ἢ ἡμᾶς, ἢ τοὺς διαδόχους ἡμῶν νομοθέτας, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐγγείου φόρου, καὶ τότε θέλομεν μετανοεῖ, ὅτι δὲν ἐδώκαμεν συνδρομὴν νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος αὐτῆς τῆς ἀναπληρώσεως. Ὅλα τὰ ἔθνη, ὅσα θέλουν νὰ ἀνακουφίσουν τὴν γεωργικὴν τάξιν καὶ θέλουν, ὥστε ἡ γεωπονία νὰ ἀναπτυχθῇ μὴ ὑποκειμένη εἰς φόρους ἐπαχθεῖς καὶ ὑπερόγκους, καταφεύγουν εἰς τὴν ἐφεύρεσιν πολλῶν ἄλλων φόρων, ὅσον ἔνεστι μικρῶν, ἀλλὰ διανεμομένων εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, ὥστε οὐδεὶς νὰ μένῃ ἀφορολόγητος. Ὅταν μᾶς λέγετε, ὅτι ὁ κατοικῶν τὴν ἰδιόκτητον οἰκίαν του, ὅτι αὐτὸς δὲν ἔχει παραγωγὴν τινὰ ἐξ αὐτῆς, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑποβάλλεται εἰς φόρον, τότε εἰς τοῦτο ἀπαντῶ διττῶς· 1) ὅτι αὐτὸς ἔχει παραγωγὴν ἐκ τῆς οἰκίας του τὴν ἐν αὐτῇ δίαιταν, καὶ 2) ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὸ Κράτος ἀπολύτως ἡ ἀρχὴ, ὅτι μόνον ἡ παραγωγὴ φορολογεῖται, διότι ὅλοι οἱ φόροι, οἱ ἔμμεσοι, ἐπίκεινται ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἥτις εἶναι τὸ ἀντίθετον τῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ ὁ κατοικῶν τὴν ἰδιόκτητον οἰκίαν του ἔχει ἀντὶ παραγωγῆς τὴν ἐν αὐτῇ δίαιταν καὶ τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνει ὑπὸ τὴν στέγην αὐτῆς τῆς οἰκίας, ἄνευ αὐτῆς ἤθελεν ἔχει ἀντὶ μισθώματος· ἔχει λοιπὸν ἄμεσον ὠφέλειαν, ἥτις εἶναι μάλιστα συναλλακτικὴ καὶ ἀγοραία, τόσον ἀγοραία, ὥστε, ὅταν θέλῃ, εὑρίσκει ἐνοίκιον, δὲν εἶναι ἑπομένως ἐστερημένη παραγωγῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἐὰν θελήσητε μὲ γενικώτερον βλέμμα νὰ ἐξετάσητε τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται οἱ ἄμεσοι φόροι, θέλετε ἀναγνωρίσει, ὅτι κυρίως οἱ φόροι ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῆς εὐπορίας, καὶ ὅτι τὸ Δημόσιον ἀποτεινόμενον εἰς τὴν εὐπορίαν διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἀπαιτουμένην συνδρομὴν διὰ τὰς δημοσίους δαπάνας, ἔχει ἀνάγκην νὰ εὕρῃ γνώρισμα εὐπορίας. Ποῖον εἶναι τὸ φανερώτερον γνώρισμα τῆς εὐπορίας; Τοιοῦτον εἶναι βεβαίως ἡ οἰκοδομὴ, ἡ ὑπερβαίνουσα τὴν ἄμεσον ἀνάγκην τοῦ πένητος ἀνθρώπου. Ὅταν λοιπὸν εὑρίσκωμεν οἰκοδομὴν, ἡ ὁποία εἶναι μεγάλης ἀξίας, δὲν θέλομεν ὁμολογήσει, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διατηρεῖ τοιαύτην οἰκοδομὴν, τὴν διατηρεῖ λόγῳ εὐπορίας; Προφανέστερον γνώρισμα τῆς εὐπορίας, ποῖον ἄλλο δύναται νὰ ᾖναι, ἢ αὐτὴ ἡ ἀκίνητος περιουσία; Τὸ Δημόσιον ἀποτεινόμενον πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς πολυτελοῦς οἰκοδομῆς δὲν πράττει ἄλλο, εἰμὴ νὰ δίδῃ προσοχὴν ποῦ ὑπάρχει τὸ γνώρισμα τῆς εὐπορίας. Ὅταν διὰ τοῦ νόμου σας προσέξητε νὰ μὴ ἐπιβαρύνητε τὴν τάξιν τὴν πενομένην, τὴν τάξιν τὴν γεωργικὴν, θέλετε ἐξαιρέσει ὅλας τὰς οἰκίας, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τοὺς εὐτελεῖς γεωργοὺς, μὴ φορολογοῦντες τὰς οἰκίας μικρᾶς ἀξίας. Τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι γνωστόν. Τοῦ χωρικοῦ ἡ οἰκία εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 500 δραχ. Κατ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἐφόσον ἔχει ἀξίαν 4,000 δὲν φορολογεῖται. Ἡ ἐξαίρεσις ἐν τούτοις πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰς οἰκίας τῶν χωρικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκπληροῦν τὸν σκοπὸν αὐτῆς τῆς ἀπαραιτήτου ἀνάγκης. Ἐὰν ὅμως ὑποθέσητε, ὅτι ὁ χωρικὸς ἔχει πολυτελῆ οἰκοδομὴν 10,000 δραχμῶν, διότι εἶναι χωρικὸς, δὲν πρέπει τάχα νὰ φορολογηθῇ; φορολογοῦμεν τοὺς ἀνθρώπους κατὰ τάξεις; νομίζετε, ὅτι ὅσοι ζῶσιν εἰς τὰς πόλεις εἶναι πλούσιοι; Πολὺ περισσότερον πένονται, ὅσοι ζῶσιν εἰς τὰς πόλεις· καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα μόνον, ἀλλ’ εἰς οἱονδήποτε Κράτος, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἡ πενία εἶναι εἰς τὰς πόλεις, ἡ δὲ εὐπορία εἰς τοὺς ἀγρούς· εἰς τὰς πόλεις εὑρίσκετε τὸν ἄνθρωπον ζῶντα ἐκ τοῦ ἡμερομισθίου, τὸ ὁποῖον πολλάκις δὲν εὑρίσκει, κ’ ἐν τούτοις αὐτὸς παντοιοτρόπως φορολογεῖται· ἐνῷ ἐξ ἐναντίας ὁ χωρικὸς ζῇ ἐν πάσῃ ἀνέσει καὶ αὐταρκείᾳ, διότι δὲν ὑποβάλλεται εἰς πολλοὺς φόρους τῆς καταναλώσεως, διότι ἐκ τῶν πρὸς τὸ ζῇν ἀναγκαίων τὰ περισσότερα παράγει ὁ ἴδιος, καὶ ὀλίγων πραγμάτων στερεῖται· καὶ τὴν ἐνδυμασίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα αὐτὸς ὁ ἴδιος χωρικὸς κατασκευάζει. Ὅταν ἰδῆτε χωρικὸν, ὁ ὁποῖος ὑπερβῇ τὸ κοινὸν μέτρον, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ οἰκοδομὴ δὲν ἐκπληροῖ τὴν ἄμεσον ἀνάγκην τοῦ νὰ στεγάσῃ τὴν οἰκογένειάν του, ἀλλὰ προχωρεῖ εἰς κατασκευὴν πολυτελοῦς οἰκοδομῆς, ἡ οἰκοδομὴ αὕτη βεβαίως δὲν εἶναι ἡ ὅλη περιουσία του, διότι ἐξ αὐτῆς δὲν τρέφονται τὰ τέκνα του, αὕτη ἐμφαίνει, ὅτι εἶναι μέρος ἑτέρας περιουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει· εἶναι ἀδύνατον χωρικὸς νὰ δαπανήσῃ πέραν τῶν 5,000 δραχμῶν εἰς οἰκοδομὴν, ἂν αὐτὸς δὲν ἔχῃ καὶ ἔκτασιν γῆς, ἡ ὁποία νὰ ᾖναι πολλαπλασία κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτῆς τῆς οἰκοδομῆς. Προσέτι λέγω, ὅτι κατ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον φορολογοῦνται καὶ οἰκίαι πολιτῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐκτὸς τῆς πόλεως, ὡς ἀγροτικαί· καὶ αὐτὰς τὰς οἰκίας τὰς ἔχουν μόνον πρὸς διασκέδασιν, καὶ μᾶλλον εἶναι αἰτία δαπάνης· δὲν εἶναι αὗται γνώρισμα εὐπορίας; Ποῖος ἄλλος, παρὰ ὁ εὔπορος δύναται νὰ μετέλθῃ τὴν πολυτέλειαν ταύτην; Ἀλλ’ ἐὰν θέλητε νὰ μὴ δίδωμεν προσοχὴν εἰς αὐτὰ τὰ γνωρίσματα, ἠξεύρετε ποῦ θὰ φθάσωμεν; Πολλοὶ λέγουν διὰ τί δὲν φορολογοῦνται τὰ χρήματα; Τὰ χρήματα οὐδέποτε τὰ εὑρίσκει τις, διότι εὐκόλως κρύπτονται, τὰ χρήματα τὰ εὑρίσκομεν εἰς τὴν ἐνασχόλησίν των· ἂν τὰ ἐνασχολῶσιν εἰς οἰκοδομὰς, αὐτὰς θέλετε φορολογήσει· καὶ ἂν ἀσχοληθῶσιν ἀλλοῦ, πάλιν ἐκεῖ θέλετε τὰ φορολογήσετε.
§114ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἰς τὸν τόκον.
§115ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ τὰ φορολογήσωμεν εἰς τὸν τόκον φωνάζουν τινές. Ἀλλὰ τί πράττετε τότε; νομίζετε, ὅτι φορολογεῖτε τὸν τοκίζοντα; θέλετε φορολογήσει τὸν δανειζόμενον, τοῦ ὁποίου θέλει αὐξήσει ὁ τόκος, καὶ οὕτω πως θέλετε καταστήσητε πολὺ δυσεύρετα τὰ χρήματα. Ἀλλὰ τί παρατηρεῖ ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μαντινείας; παρατηρεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογῆται ὁ αὐτὸς δὶς, ὅταν πληρόνηται φόρος ἐπιτηδεύματος, δὲν πρέπει νὰ πληρώνηται φόρος οἰκοδομῆς, καὶ ὅταν πληρώνηται φόρος ἔγγειος δὲν πρέπει νὰ πληρώνηται φόρος οἰκοδομῆς. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομονώσωμεν τοὺς φόρους, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἕνα φόρον πρέπει νὰ πληρώνῃ ἕκαστος; Ὅστις ἔχει πολλὰ εἴδη περιουσίας εἶναι ἑπόμενον, ὅτι θέλει πληρώνει καθ’ ὅλα τὰ εἴδη τῆς περιουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἔχω ἐπιτήδευμα ὑποδηματοποιοῦ, καὶ πληρώνω τὸν φόρον τοῦ ὑποδηματοποιοῦ, ἀλλ’ ἔχω καὶ δέκα οἰκοδομὰς καὶ ταύτας τὰς ἐνοικιάζω, ἔχω καὶ μεγάλην ἔκτασιν ἀγρῶν. Ἂν ἐπετρέπετο νὰ ἐκλέξω τὸ εἶδος τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον θέλω πληρώσει, βεβαίως θέλω προτιμήσει τὸν μικρότερον, ὁ ὑποδηματοποιὸς θὰ εὐχαριστηθῇ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ θέλει ἔχει ὅλα τὰ κτήματα ἀφορολόγητα. Εἶναι πρωτοφανεῖς τοιαῦται ἰδέαι, καὶ συγχωρήσατέ μοι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε τὰς ἤκουσα, οὐχὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλ’ ἐν γένει δὲν εἶναι τοὐλάχιστον λόγος, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ κατ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἂν αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ὑπερισχύσῃ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ οὐχὶ μόνον ὡς πρὸς τὰς οἰκοδομὰς, ἀλλ’ εἰς ὅλους τοὺς φορολογικοὺς νόμους. Δὲν βλέπω ἑπομένως αἰτίαν διὰ νὰ ἀποκρούσητε τὴν ἀρχὴν ὅτι πρέπει νὰ φορολογῶμεν τὰς οἰκίας ὁσάκις κατοικοῦνται παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν· ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὰς ἐξαιρέσεις, τότε δυνάμεθα νὰ δώσωμεν προσοχὴν, ὥστε ν’ ἀπαλλάξωμεν τὰς τάξεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ὁ φόρος οὗτος δύναται νὰ ᾖναι ἐπαχθὴς, διότι τότε μόνον θέλομεν κατορθώσει τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπίκειται εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὥστε ν’ ἀφήσῃ μνημεῖον σεβαστὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος. Τότε μόνον θέλομεν ἐξασφαλίσει καὶ ἐπισφραγίσει τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου, ὅταν δι’ ἑτέρων φόρων, ἀποτεινομένων εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, ἀναπληρώσωμεν τὸ ἐλλεῖπον καὶ τότε θέλει εἰσέλθει ἡ Συνέλευσις εἰς τὸ σύστημα τῶν εὐνομουμένων ἐθνῶν, παρὰ τοῖς ὁποίοις οἱ φόροι εἶναι μικροὶ, ἀλλὰ πολλοὶ, ὥστε πᾶσα περιουσία φορολογεῖται, καὶ οὐδεὶς συντρίβεται ὑπὸ τὸ βάρος τῶν φόρων. Ἂν εἰσέλθωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σύστημα μετὰ θάῤῥους, καὶ εἰς ἡμᾶς θέλει κάμει τιμὴν, καὶ τὴν Ἑλλάδα θέλομεν ἐλευθερώσει ἀπὸ φορολογίαν ἐπαχθῆ.
§116ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν διάταξιν τοῦ πρώτου ἄρθρου, καὶ πρῶτος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν παραδέχομαι αὐτὸ ἐν μέρει, εἶναι ὁ ἑξῆς· Ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, ὅστις ἐγένετο ἐπὶ τῆς βαυαροκρατίας· κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ διοικοῦντες βαυαροὶ μὲ τὸ τηλεσκόπιον ἐφρόντιζον νὰ ἀνεύρωσι φόρους διὰ νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τὸν λαὸν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ οἰκονομολόγοι, ἐκεῖνοι οἱ ταμιευτικοὶ ἄνθρωποι δὲν ἐνόμισαν καλὸν νὰ βάλλωσι φόρον εἰς τὸ ἄσυλον τοῦ πολίτου, εἰς τὴν κατοικίαν αὐτοῦ, τὴν ἐθεώρησαν ἀπαραβίαστον, καὶ ἠθέλησαν νὰ τὸν ἀφήσωσιν ἥσυχον ἐν τῇ κατοικίᾳ του, μὴ πληρόνοντα φόρον εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον κατοικεῖ. Δὲν δύναται κανεὶς σήμερον νὰ ἔλθῃ εἰς μέτρον, τὸ ὁποῖον μία ξένη δυναστεία ἀπέκρουσε.
§117ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αὐτὰ εἶναι κατὰ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν παρεδέχθημεν ἤδη.
§118ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω, εἶναι ἐν μέρει κατὰ τῆς ἀρχῆς, διότι αὕτη διαιρεῖται εἰς δύο· τὸ νὰ πληρόνηται φόρος, καὶ ἐπὶ τῶν μὴ ἐνοικιαζομένων, ἀλλὰ κατοικουμένων ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ ὑπὸ τῶν ἐνοικιαζομένων. Ἀλλ’ ἕτερος λόγος ἀξιόλογος, ὡς καὶ ὁ προλαλήσας συνάδελφός μου ἐκ Μαντινείας σᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτὸς ὁ φόρος ὑπῆρχεν ἐπὶ Τουρκοκρατίας, καὶ ὠνομάζετο φόρος ἀβαριζίου· ὁ φόρος αὐτὸς ἐλαμβάνετο ἐν γένει ἀπὸ τὰς ἑστίας· πᾶσα οἰκία, ἡ ὁποία ἔκαιε πῦρ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ δώσῃ 3, 4, 5 γρόσια, καὶ οὗτος ἦτον ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, καὶ ἔκτοτε ἐθεωρεῖτο ἀποτρόπαιος. Αὐτὸν τοῦτον ἐπὶ τῶν κατοικουμένων οἰκιῶν ἤθελε νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ καὶ ἑτέρα Κυβέρνησις, ἀλλὰ πάντοτε ἀπεκρούσθη. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐνισχύει σήμερον, νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ κατοικούμεναι οἰκίαι ἀπὸ τὸν δεῖνα ἰδιοκτήτην δὲν πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς φορολογίαν· εἶναι καὶ ἕτερος λόγος, ὁ λόγος ὅτι ἡμεῖς, συνεδριάζοντες ἐνταῦθα πρὸ ἑνὸς ἔτους περίπου, συσκεπτόμεθα πῶς νὰ φέρωμεν κατάλληλα μέσα διὰ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ φορολογικὰ βάρη, καὶ αὐτὰ τὰ φορολογικὰ βάρη τὰ ὁποῖα πληρόνει ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, κατ’ ἐμὲ, ὡς καὶ εἰς ἄλλας συνεδριάσεις εἶπον, εἶναι δυσανάλογα· διότι ἂν λογαριάσωμεν πρὸς πόσον ἀναλογεῖ εἰς ἑκάστην ψυχὴν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ὁ Ἕλλην δὲν δύναται νὰ ὑποφέρῃ τόσον ποσὸν φορολογίας, ὡς ἐπλήρονε καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς βαυαρικῆς δυναστείας. Οἱ οἰκονομολόγοι πάντοτε ἀναλογοῦν τὸν φόρον εἰς τὰς ψυχὰς μιᾶς ἐπικρατείας, καὶ ἀναλόγως τῆς προσόδου, ἀναλόγως τῆς βιομηχανίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἕκαστον ἔθνος, ἀναλογοῦσιν εἰς ἑκάστην ψυχὴν πόσον φόρον πρέπει νὰ πληρόνῃ, εἴτε διὰ δημόσια βάρη, εἴτε διὰ δημοτικὰ, εἴτε δι’ ἐκκλησιαστικὰ κλπ. Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, δὲν εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον προωδευμένη, ὥστε νὰ ἐξομοιωθῇ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων πρὸς τὴν Γαλλίαν ἢ Γερμανίαν καὶ ἕτερα ἔθνη· ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἀκόμη δυστυχῶς κεῖται εἰς τὰ σπάργανα, καὶ ἑπομένως ὡς ἔθνος τοιοῦτον πρέπει νὰ ἀναχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τῆς μικροτέρας φορολογίας, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἑκάστη ψυχὴ νὰ πληρόνῃ. Ἡ φορολογία ἐν Ἑλλάδι δὲν πρέπει ν’ ἀναλογῇ δι’ ἕκαστον ἄτομον, ἢ τὸ πολὺ 25 δραχμὰς δι’ ὅλους τοὺς φόρους. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐγὼ θὰ σᾶς κάμω λογαριασμὸν, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ ὁ ὁποῖος ἀνατρέχει καὶ εἰς τὸ μέλλον ἀκόμη. Ὁ λογαριασμὸς, τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ὡς Ἕλλην ἐχρεώστουν νὰ κάμω σκεπτόμενος περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς πατρίδος μου, ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἑκάστη ψυχὴ πληρόνει, εἶναι διπλάσιος ἀπὸ ἐκεῖνον, ὃν ὤφειλε νὰ πληρώσῃ. Οἱ φόροι τοῦ δημοσίου ἀναβαίνουν εἰς 30 ἑκατομμύρια περίπου· βάλλετε 5 ἑκατομμύρια δημοτικῆς φορολογίας, βάλλετε καί τινας καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπὸ πολλοὺς ὑπαλλήλους διαφόρων τάξεων κλπ. καὶ προσθέσατε καὶ δι’ αὐτὰς καὶ 4 ἄλλα ἑκατομμύρια, τότε ἡ φορολογία τοῦ κράτους καταντᾷ εἰς 40 ἑκατομμύρια. Ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσῃ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ἡμεῖς συνήλθομεν ἐνταῦθα, ἵνα κάμωμεν ἐλάττωσίν τινα αὐτοῦ τοῦ βάρους τοῦ λαοῦ, ἵνα ἴδωμεν καὶ εἰς αὐτὸν κἄποιαν ἄνεσιν καὶ ἀνακούφισιν. Ἐκ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ὁρμηθέντες, ἐνθυμηθῆτε, ὅτι πρέπει νὰ φέρωμεν ἐλάττωσιν εἰς αὐτὸν τὸν φόρον, ὅστις εἶναι δυσανάλογος. Δύνασθε λοιπὸν τὴν σήμερον ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐλαττώνητε, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ αὐξάνητε; Τινὲς διϊσχυρίζονται, λέγοντες, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ, διότι λέγουν, ὅτι αἱ πρωτεύουσαι τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἰδίως ἡ πρωτεύουσα ἔχει μεγάλα κέρδη ἀπὸ τὰς οἰκοδομάς· πρέπει λοιπὸν οὗτοι νὰ τιμωρηθῶσι, διότι ἔκτισαν μεγάλας οἰκοδομάς; Θέλετε, Κύριοι, νὰ φορολογήσητε τὰ πλούτη; ἀλλὰ τί βλέπετε, Κύριοι, ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος ἔχῃ πολλὰ χρήματα, καὶ θέλῃ νὰ κάμῃ μίαν εὐρύχωρον οἰκίαν, ἵνα κατοικήσῃ, θέλετε τὴν πολυτέλειαν αὐτοῦ νὰ τὴν φορολογήσητε; Πρέπει νὰ μάθητε, ὅτι ὁ ἔχων πολυτελῆ οἰκίαν ἔχει καὶ ἑτέρας δαπάνας. Θέλει ἁμάξας, τὰς ὁποίας πληρόνει, θέλει ἄλογα, θέλει ὑπηρέτας κτλ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν διὰ νὰ εἰπῆτε, ὅτι ὁμιλῶ ἀπὸ συμφέρον, ἐγὼ ἂν ἔχω τὸ πολὺ πολὺ κανένα παλιάλογο εἰς τὴν πατρίδα μου. Ἀλλ’ ὄχι Κύριοι, δὲν φθονῶ τὰ πλούτη τῶν ἄλλων, καὶ νὰ λέγω ἔλθετε νὰ βάλλετε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους εἰς φόρον, διότι κατασκευάζουν μεγάλας οἰκίας. Ὁ λόγος εἶναι ἰσχυρὸς, ὅτι τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ τόπος, ὁ χρόνος καὶ ἡ ἐποχή. Πρόκειται νὰ αὐξηθῶσιν οἱ πόροι τοῦ κράτους, ἡ κυβέρνησις εἶναι ὑπόχρεως νὰ κανονίσῃ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα· λέγω, ὅτι σήμερον νὰ ἀναβάλωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ σκεφθῶμεν μετ’ ἔπειτα, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν μετὰ ταῦτα, ὅταν ἀναφανῇ ἔλλειμμα, δυνηθῶμεν νὰ τὸ ἀναπληρώσωμεν· καὶ τότε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἂν ἰδῶμεν ὅτι οἱ φόροι οἱ ἄλλοι εἶναι ἐπιβαρυντικοὶ, τότε δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν τὸν φόρον αὐτὸν καὶ εἰς τὰς οἰκίας, τὰς ὁποίας κατοικοῦν οἱ ἰδιοκτῆται. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου παρατηρῶ καὶ ἓν ἕτερον ἐλάττωμα, οἱ Κύριοι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζουν αὐτὴν τὴν πρότασιν ἔχουν εἰς τὸ βʹ. ἄρθρον ἐξαίρεσιν, καὶ λέγει «δὲν ὑπάγονται εἰς φορολογίαν αἱ οἰκίαι, ὧν τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα δὲν ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν 150 δραχμῶν, (θόρυβος).
§119ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου.
§120ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Λέγω λοιπὸν ἐν γένει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸν φόρον αὐτὸν, διότι καὶ εἰς τὸ μικρότερον χωρίον ὑπάρχουν οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν μεγάλην ἔκτασιν καὶ μικρὰν πρόσοδον. Εἰς ἓν χωρίον π. χ. τὸ ὁποῖον ἔχει 15 οἰκίας αἱ 10 εἶναι ἐκτεταμέναι. Ἐὰν παραδεχθῆτε ἓν εἶδος φορολογίας, τότε θὰ προέλθῃ κατάχρησις εἰς τοὺς φόρους. Καὶ διὰ νὰ λείψουν αἱ κακαὶ συνέπειαι, δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι αἱ δεῖνα οἰκίαι ὑπάγονται εἰς φορολογίαν καὶ αἱ δεῖνα ὄχι· ἐνταῦθα ὑπάρχει καὶ ἓν εἶδος ἀσπλαγχνίας, αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι ὅλως διόλου αὐστηρός· ἰδοὺ διατί· εἰς πολλὰς πόλεις, καὶ εἰς πολλὰ χωρία τῆς ἐπικρατείας ὑπάρχουν πολλαὶ οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν μεγάλας οἰκίας· αἱ δὲ οἰκογένειαι αὗται εἶναι ὀρφαναὶ, ὑποθέσατε ὅτι ὑπάρχουν εἰς ἕνα χωρίον 10 ὀρφαναὶ οἰκογένειαι, τῶν ὁποίων οἱ γονεῖς ἀπεβίωσαν, καὶ αὐταὶ δὲν ἔχουν ἢ μικράς τινας οἰκίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον εἰς κληρονομίαν, ἀξίας 10,000 δραχμῶν· κατὰ τὴν ἀναλογίαν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι αὗται παράγουν εἰσόδημα πλέον τῶν 150 δραχμῶν; Αὐταὶ αἱ οἰκογένειαι εἶναι ὑποχρεωμέναι ἀπὸ τὸν νόμον νὰ πληρώσωσιν, εἴτε ἔχωσιν εἴτε μὴ αὐτὸν τὸν φόρον· ὅταν ὑπάρχῃ τοιαύτη τις οἰκογένεια καὶ ᾖναι κεκρυμμένη εἰς τὴν οἰκίαν της ζῶσα ἀπὸ ἐπαιτίαν, αὕτη θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν; Δὲν πρέπει τόσον νὰ ἐκτείνωμεν φόρους, τοὺς ὁποίους οἱ λαοὶ δὲν θὰ δεχθῶσιν. Ὁ νόμος αὐτὸς δύναται νὰ ᾖναι δίκαιος, ἀλλ’ ὁ λαὸς δὲν τὸν ἀποδέχεται.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Συνελεύσεως δὲν πρέπει νὰ λέγωνται τοιαῦτα πράγματα, τοὺς νόμους πάντοτε ἐσεβάσθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός!
§122ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους ὡς ἀντιπροσωπεύων τὸν λαὸν τῆς ἐπαρχίας μου· θὰ σκανδαλίσῃ τὸν λαὸν, θὰ γείνῃ εἰς αὐτὸν βάρος, καὶ πρέπει νὰ προσέξητε.
§123ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οἱ πολεμοῦντες τὴν πρότασιν περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐπὶ τῶν οἰκιῶν τῶν κατοικουμένων ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, διότι ὁ λαὸς ἐπιβαρύνεται· εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἰδῶμεν τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἐὰν ἰδῶμεν ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, τότε νὰ προστρέξωμεν εἰς νέους φόρους· νὰ ἦσθε βέβαιοι ὅτι οἱ προτείναντες τὸν φόρον τοῦτον δὲν ὑπεκινήθησαν ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιβολῆς φόρων, τῆς εὑρέσεως χρημάτων ἀπὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἰσότητος τῆς φορολογίας· ἐὰν ἐν καιρῷ τῆς ψηφοφορίας τοῦ προϋπολογισμοῦ ἴδωμεν, ὅτι αἱ δαπάναι περιωρίσθησαν, τότε ἡ ἐλάττωσις τῆς φορολογίας δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰς τάξεις τῶν πολιτῶν, τῶν ὁποίων ἡ περιουσία συνίσταται εἰς οἰκοδομὰς, ἀλλὰ εἰς ὅλους πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ. Δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως δὲν λέγομεν ὅτι θέλουν φορολογηθῇ αἱ οἰκοδομαὶ πρὸς 5, πρὸς 10 τοῖς ἑκατόν· εἶναι μόνον νόμος περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου. Ἑπομένως τὴν σήμερον δὲν πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς φόρου, ἀλλὰ περὶ βεβαιώσεως φόρου. Κύριοι! ὁ Κύριος Κολιάτζος περισσότερον ἀφ’ ὅλους τοὺς ἄλλους τοὺς Κυρίους πληρεξουσίους ἔπρεπε νὰ ἐνδιαφέρηται· ἐγὼ σᾶς δικαιόνω, διότι τῷ ὄντι ἐπερίμενα ἀπὸ τοὺς Κυρίους πληρεξουσίους τῆς Ἀττικῆς νὰ πολεμήσωσι τὸν φόρον αὐτὸν, διότι ἐπιβαρύνει τὰς οἰκοδομὰς τῶν Ἀθηνῶν, ποτὲ ὅμως ἀπὸ τοὺς πληρεξουσίους τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Κύριοι! ὑπάρχουν φόροι, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ φαινόμενον φαίνονται ὅτι ἐπιβαρύνουν ὅλας τὰς τάξεις τῶν πολιτῶν, καὶ ἐν τούτοις ἐπιβαρύνουν μερικὰς τάξεις· λόγου χάριν, ὁ φόρος τοῦ ἅλατος τὰς πενομένας τάξεις ἐπιβαρύνει, ἐπιβαρύνει τοὺς πτωχοὺς, διότι ὁ πτωχὸς ζῇ μὲ τὴν ἐλαίαν, μὲ τὸ τυρὶ, ὁ πλούσιος δὲν τὸ τρώγει (γέλως), δὲν τὸ ἀρνεῖσθε, Κύριοι! ὁ πτωχὸς θέλει φορολογεῖσθαι πολὺ περισσότερον διὰ τοῦ ἅλατος παρὰ ὁ πλούσιος, ὁ πλούσιος φορολογεῖται μᾶλλον ἀπὸ τὴν ζάχαριν· δὲν τὸ ἀρνεῖσθε, Κύριοι, καὶ διὰ τοῦτο γελᾶτε. Λοιπὸν, ἀφοῦ ὑπάρχουν φόροι οἱ ὁποῖοι φαίνονται ὅτι ὅλοι ἀναλόγως τῆς περιουσίας των οἱ πολῖται τοὺς πληρώνουν, πράγματι ὅμως φορολογεῖται μία τάξις περισσότερον ἀπὸ τὴν ἄλλην, ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, καὶ καμμία ἐξαίρεσις ἂν δὲν γίνῃ, θὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ φορολογήσῃ τὴν πλουσίαν τάξιν· καὶ δὲν τὸ λέγω ἐγὼ, ἀλλὰ ὁ περίφημος νομοδιδάσκαλος τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας ὁ Σμίττ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ τμῆμα αὐτὸ. Κύριοι! σᾶς εἶπον μίαν ἀλήθειαν, καὶ εὗρον ἀντίῤῥησιν, ὅτι ἐὰν εἰς τὸ φαινόμενον φαίνηται ὅτι φορολογοῦμεν αὐτὰς τὰς τάξεις, πραγματικῶς δὲν τὰς φορολογοῦμεν. Αὐτὸ ἔρχομαι νὰ τὸ ὑποστηρίξω μὲ πράγματα, καὶ δὲν ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ τὸ ἀκούσητε. Ἀναγινώσκει.
§124ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ εἰσαγάγῃ φόρον ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ αὐξήσωμεν τὰ εἰσοδήματα τῆς ἐπικρατείας· ὄχι, ἀλλὰ νὰ φέρωμεν τὴν ἰσότητα μεταξὺ τῶν φορολογουμένων· καὶ διατὶ, Κύριοι! ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Ἐξετάσατε σήμερον τί γίνεται εἰς τὰ πρόσωπα, εἰς τὰ ἐπαγγέλματα, καὶ θέλετε εὕρει τὸ αὐτὸ καὶ εἰς ὅλους· ὁ εἷς εἶναι δικηγόρος, ὁ ἄλλος ἔμπορος, ὁ ἄλλος ἰατρὸς, καὶ ὁ ἄλλος ναυτικός· ὅταν φορολογῶνται κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον τὰ ἄτομα, τί συμβαίνει; συμβαίνει ὅτι μερικοὶ μὲν φορολογοῦνται καὶ ἄλλοι ὄχι· τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν περιουσίαν, ὁ εἷς εὐχαριστεῖται νὰ ἐξοδεύσῃ τὴν περιουσίαν του εἰς οἰκοδομὰς, ἄλλος δὲ νὰ ἔχῃ ἀγρούς. Λοιπὸν, ὅταν δὲν ἐπιβάλλητε φόρος ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν περιουσιῶν, δὲν θὰ ὑποπέσητε εἰς τὸ ἄτοπον, νὰ φορολογῆτε μίαν τάξιν, καὶ τὴν ἄλλην νὰ τὴν ἀφήσητε ἀφορολόγητον; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι θέλετε ἀπονείμει ἐξ ἴσου φορολογίαν καὶ ὄχι αὔξησιν ἐσόδων· καὶ πολὺ περισσότερον, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτου. Τί σᾶς εἶπεν ὁ Κ. πληρεξούσιος Ἀθηνῶν; ὅτι ἠλαττώσαμεν τὸν ἔγγειον φόρον, διότι εἴδομεν ὅτι ἐπεβάρυνεν ἐπὶ τοσούτῳ τὴν γεωργικὴν τάξιν, ὥστε ἐπλήρωνε 20 καὶ 30 τοῖς ἑκατὸν, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου· καὶ ἐπειδὴ εὕρομεν αὐτὴν τὴν ἀδικίαν, εἴπαμεν, ὅτι τίνι τρόπῳ νὰ ἐκπληρώσωμεν αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα· ὁ τρόπος εἶναι νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους εἰς ὅλους, τὸ ὑπαγορεύει ὄχι μόνον τὸ πνεῦμα τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ ἐλλείμματος, ἀλλὰ καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἰσότητος τῆς φορολογίας. Τὸ εὕρομεν, λέγει, ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς τουρκοκρατίας, τοῦ νὰ μὴ φορολογῶνται αἱ κατοικούμεναι οἰκίαι ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας· ἀλλ’ οὐδεὶς ἦλθε ν’ ἀντικρούσῃ τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον Οἰτύλου, ὅστις πολὺ καλῶς σᾶς ἐξήγησε, τί σημαίνει, ἐὰν ἐνοικιάζωνται ἢ κατοικῶνται ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην; Εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό· πρόσοδος εἶναι καὶ εἰς τὸν ἕνα καὶ εἰς τὸν ἄλλον, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ὁ ἕνας μὴ ἔχων οἰκίαν πληρόνει, ὁ ἄλλος κατοικεῖ εἰς τὰς πρωτευούσας, ἔχων οἰκίαν οἰκονομεῖ τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὁποῖον ἤθελε πληρώσει. Πολλοὶ τῶν γεωργῶν δὲν καλλιεργοῦν τὴν γῆν ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ προμηθευθῶσι τὸν ἄρτον τῆς οἰκίας των, διὰ νὰ θρέψωσι τὴν οἰκογένειάν των; καὶ ἐν τούτοις ἐξαιροῦνται αὐτῆς τῆς προσόδου, ἥτις χρησιμεύει ἰδίως διὰ τὴν τροφὴν τῆς οἰκογενείας. Πῶς λοιπὸν εἰς τὰς οἰκοδομὰς νὰ κάμητε τὴν ἐξαίρεσιν αὐτήν; Διότι θέλετε νὰ μὴ συνεισφέρουν ἰδίως οἱ πλούσιοι (θόρυβος). Κύριοι, ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος δὲν πρέπει νὰ ᾖναι μόνον εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ πρᾶγμα. Ἐνῷ τὸ σύνταγμα περιέχει τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν, ἕκαστος ἀναλόγως τῆς περιουσίας του νὰ συνεισφέρῃ, ἐν τούτοις, ἂν τὸ ἐξετάσητε, εἰς πολλοὺς φόρους εἶναι ψεῦδος, ἀπάτη. Τί σημαίνει, ὅπως σᾶς εἶπον, εἴτε εἰς οἰκοδομὰς συνίσταται ἡ περιουσία του, εἴτε εἰς ἄλλα ἀντικείμενα, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, περιουσία εἶναι καὶ τὸ ἓν, περιουσία καὶ τὸ ἄλλο· μένει εἰς τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τοῦ πολίτου, ἢ νὰ κτίσῃ ἰδίαν οἰκοδομὴν, ἢ νὰ ἐνοικιάσῃ, ἀλλ’ ὅπως δήποτε θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν φορολογίαν λόγῳ τῆς ἰσότητος. Ἀπέναντι λοιπὸν αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος δὲν βλέπω κανένα λόγον ἰσχυρὸν, ὅστις νὰ πείσῃ τοὺς Κυρίους πληρεξουσίους ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὸν τὸν νέον φόρον, ὅταν αὐτὸς ὁ νέος φόρος, ὅπως σᾶς εἶπα, ὑπαγορεύηται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἰσότητος, καὶ οὐδεὶς ἄλλος λόγος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς μὴ παραδοχῆς. Ἐξαιρέσεις, Κύριοι, πιστεύσατε, ὅτι δὲν ὑπάρχουν εἰς κανὲν μέρος· ἀκόμη καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Γαλλίαν μέχρι τῆς τελευταίας καλύβης ἐπιβάλλεται ὁ φόρος, καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας αὐτῆς, σᾶς φέρω τὸν γαλλικὸν νόμον, ὅστις λέγει, ὅτι ὁ ἐλάχιστος ὅρος τοῦ φόρου δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὀλιγώτερος ἀπὸ τὸ διπλάσιον τοῦ φόρου, εἰς τὸν ὁποῖον ἤθελεν ὑποβληθῆ τὸ οἰκόπεδον· διότι τὸ οἰκόπεδον φορολογεῖται χωριστὰ, καὶ χωριστὰ ἡ οἰκοδομή, ἐὰν ἔχῃ ἓν πάτωμα, ἐὰν ἔχῃ δύο, τὸ διπλάσιον μέχρι τοῦ τετραπλασίου· καμμία ἐξαίρεσις δὲν ὑπάρχει· ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται πρώτην φορὰν νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὸν τὸν φόρον διὰ νὰ μὴ μᾶς παρουσιάζωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν κρύψει τὰ παλάτια ὄπισθεν τῆς καλύβης, νὰ μὴ μᾶς παρουσιάζουν τὴν καλύβην τοῦ πτωχοῦ, κάμνομεν ἐξαίρεσιν ὄχι τῆς καλύβης, ἀλλὰ καὶ τῶν οἰκιῶν, προβαίνομεν μέχρι τῶν ἐξαιρέσεων τριῶν ἢ τεσσάρων χιλιάδων δραχμῶν· διότι, ὅπως θέλετε ἰδεῖ, αἱ οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποφέρουν πλέον τῶν 150 δραχμῶν πρόσοδον δὲν ὑποβάλλονται εἰς φόρον, καὶ αἱ ἄλλαι αἱ πλέον τῶν 4 καὶ 5 χιλιάδων δραχμῶν, τί νομίζετε; Ἂν παραδεχθῇ ὁ φόρος, ὅπως καὶ ὁ ἔγγειος, πρὸς 5%, 2 τοῖς 1000 ἔρχονται, καὶ ἑπομένως, ἐὰν ἕνας ἔχῃ 10,000 δραχμῶν οἰκία, πρὸς 2‰, θὰ ᾖναι 20 δραχμαί. Ἀλλ’ αὐτὸς ὅστις θὰ πληρώνῃ τὰς 20 δραχμὰς, τὰς ὠφελεῖται πολλαπλῶς ἀπὸ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἀπὸ τὰ 10 εἰς τὰ 5%. Ναὶ, θὰ παραπονεθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν περιουσίαν συνισταμένην εἰς οἰκοδομάς· ἀλλ’ ἐὰν ἀφήσωμεν αὐτὴν τὴν τάξιν ἀφορολόγητον, πράττομεν τὸ μεγαλήτερον ἀδίκημα· θέλομεν νὰ φορολογήσωμεν μίαν τάξιν, καὶ ν’ ἀφήσωμεν μίαν ἄλλην προνομιοῦχον· καὶ ποίαν τάξιν θ’ ἀφήσωμεν ἀφορολόγητον; Τὴν τάξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία κατοικεῖ εἰς τὰς πρωτευούσας, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, ὁ φόρος αὐτὸς θὰ ἐπιπέσῃ εἰς τὰς μεγαλουπόλεις, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν Πρωτεύουσαν· ἀλλ’ ἡ περιουσία αὕτη, ἥτις πρέπει νὰ ὑποστῇ φορολογίαν, δὲν εἶναι προϊὸν ἐργασίας ἢ κεφαλαίου, ἀλλ’ εὐνοίας τοῦ νόμου· ἕνας νόμος εἶπεν, ὅτι αἱ Ἀθῆναι θὰ γείνουν ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους, καὶ αὐτὸ ἤρκεσε νὰ θέσῃ ἀξίαν δεκαπλασίαν εἰς τὰ οἰκόπεδα· ἀλλ’ ὁ γεωργὸς διὰ νὰ δώσῃ ἀξίαν εἰς ἓν κτῆμά του, θὰ καταβάλῃ κεφάλαια· ἐδῶ ὅμως χρειάζεται μόνον ἕνας νόμος νὰ δώσῃ ἀξίαν εἰς αὐτὸ τὸ κτῆμα τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν τεμάχιον ἑνὸς ἄλλου συγγραφέως, ὅστις δικαιολογεῖ πολὺ, καὶ συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Σᾶς λέγω τὴν ἔννοιαν· λέγει, ὅτι τίποτε δικαιότερον ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, διότι ὁ φόρος αὐτὸς κυρίως ἐπιβαρύνει οὐχὶ τὴν ἐργασίαν, οὐχὶ τὸ κεφάλαιον, ἀλλὰ τὴν εὔνοιαν τοῦ νόμου, τὸ μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον ἐχορήγησεν ὁ νομοθέτης, καὶ ἑπομένως τόσον αὐξάνει ἡ τιμὴ, λόγῳ τῆς εὐνοίας αὐτῆς, ὅσον περισσότερος φόρος πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν περιουσίαν αὐτήν. Ἀπέναντι λοιπὸν τοιούτων λόγων δὲν πιστεύω νὰ φανοῦν δυσμενεῖς εἰς μίαν τοιαύτην πρότασιν. Ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω λόγους, καὶ οὐχὶ προλήψεις καὶ συνηθείας· ἂς παραιτήσωμεν, τὸ εἶπα καὶ προχθὲς, τὰς προλήψεις, μόνον ὁ ὀρθὸς λόγος νὰ ὑπαγορεύῃ τὰς πράξεις μας. Ὁ Κ. Πετρινὸς εἶπεν, ὅτι ὁ λαὸς δὲν θὰ δεχθῇ τὸν φόρον αὐτόν· ὁ λαὸς αὐτὸς θὰ ἰδῇ, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον του ἡ Συνέλευσις, χάριν δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος, ἐπέβαλεν αὐτὸν τὸν φόρον. (θόρυβος) Ἄλλως, Κύριοι, ὅπως σᾶς εἶπα, ἅμα ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ἴδωμεν ἓν ἔλλειμμα, πάλιν θὰ ἀναβῇ ὁ ἔγγειος φόρος εἰς 10%. Διὰ ταῦτα, Κύριοι, μὲ τὸ μεγαλείτερον θάῤῥος καὶ τὴν μεγαλειτέραν πεποίθησιν παραδεχθῆτε τὸν νόμον αὐτὸν, διότι ἀντιπροσωπεύετε τὸν λαὸν, καὶ πρέπει νὰ φανῆτε, ὅτι ἐργάζεσθε καὶ μεριμνᾶτε ὑπὲρ αὐτοῦ.
§125ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω, Κύριοι, καθ’ ὅσον οἱ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου λαλήσαντες ὡμίλησαν, διότι καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν ἰδέαν ὅλα ὅσα εἶπον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὀρθότατα καὶ δικαιότατα· δὲν συμφωνῶ μόνον ὡς πρὸς ἓν μέρος τοῦ τελευταίου λαλήσαντος Κεχαγιᾶ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς νέου φόρου. Κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται φόρος εἰς ὅλας τὰς μὴ ἐνοικιαζομένας οἰκίας ἄρα πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς νέου φόρου. Ἠμπορεῖ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς νὰ πιστεύῃ τὸ ἐναντίον, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἔχω ἰδίαν περὶ τούτου πεποίθησιν. Προκειμένου λοιπὸν περὶ ἐπιβολῆς νέου φόρου, ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω τὰ ἀκόλουθα. Κύριοι! Αἱ κυβερνήσεις καὶ οἱ λαοὶ συνέστησαν οὕτως, εἰπεῖν, ἓν Συμβόλαιον διὰ τοῦ ὁποίου, οἱ μὲν λαοὶ ἀναδέχονται ὡρισμένας τινὰς ὑποχρεώσεις, τοὐτέστι πληρωμὴν φόρου, αἱ δὲ κυβερνήσεις ὡρισμένα τινὰ καὶ διαγεγραμμένα καθήκοντα. Καθαρῴτερον εἰπεῖν, Κύριοι, ὁ πολίτης λέγει «πληρώνω εἰς σὲ, Κυβέρνησις, τὸν φόρον τὸν ὡρισμένον, σὺ δὲ ἀναλαμβάνεις τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μοῦ ἀσφαλίσῃς τὴν τιμὴν, τὴν περιουσίαν, τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν ἐλευθερίαν κτλ.». Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις τῶν λαῶν εἶναι καθαραὶ καὶ ὡρισμέναι, ὅπως εἶναι καθαρὰ καὶ διαγεγραμμένα τὰ καθήκοντα τῶν κυβερνήσεων. Οὐδεὶς δύναται νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν πολίτην τίποτε πλειότερον ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις, καθὼς καὶ ὁ πολίτης δὲν δικαιοῦται ἐπίσης νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τίποτε περισσότερον ἀπὸ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα διέγραψεν εἰς αὐτήν. Εἶναι ὅμως περιστάσεις τινὲς, κατὰ τὰς ὁποίας ἠμπορεῖ εἷς τῶν δύω συμβαλλομένων τούτων νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν ἕτερον τὴν παραχώρησιν νέων δικαιωμάτων ἢ παραχωρήσεων· ἀλλ’ ἡ παραχώρησις αὕτη, ὅταν δὲν ᾖναι ἀμοιβαία, ὅταν δὲν γίνεται ἑκατέρωθεν, εἶναι καταστρεπτικὴ διὰ τὸν παραχωροῦντα, τότε εἶναι ἡ ἔνστασις τῶν δικαιωμάτων, τὴν ὁποίαν ἤδη οἱ ὑποστηρίζοντες τὸν Νόμον τοῦτον κατεπολέμησαν, καὶ θέλω νὰ τοὺς συλλάβω ἐπ’ αὐτοφόρῳ ἀντιφάσκοντας· ζητοῦν ἀπὸ τὸν λαὸν τὴν ἐκπλήρωσιν περισσοτέρων ὑποχρεώσεων, ἐν ᾧ δὲν ἔρχονται αὐτοὶ, ἢ δὲν ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις εἰς τὸν λαὸν, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπὸ τὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαιώματα, ἀπὸ τὰ προνόμια καὶ τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας σὺ παραχωρεῖς, παραχωρῶ, καὶ τοῦτο περισσότερον ἀκόμη διὰ νὰ λάβω ἀπὸ ἐσὲ μίαν ἰδιαιτέραν ὑποχρέωσιν. Τελευταῖον μάλιστα, Κύριοι, μία ἐφημερὶς ἐπραγματεύθη δι’ ἑνὸς κυρίου ἄρθρου τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ λαὸς ἀπέκτησε πλήρεις τὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαιώματά του παραχωρῶν νέους φόρους εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ζητῶν νέα δικαιώματα, νέας ὑποχρεώσεις. Ἡμεῖς λοιπὸν, Κύριοι οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὸν λαὸν θὰ παραβλέψωμεν τὸ καθῆκόν μας, ἂν χορηγήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νέους φόρους, καὶ νέα προνόμια, χωρὶς νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ αὐτὴν ἀμοιβαίως τὴν χορήγησιν νέων δικαιωμάτων (θόρυβος). Θὰ ζητήσω νέα δικαιώματα, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ, θέλω, ὥστε, ὅταν ἡ Κυβέρνησις φέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ ἴδωμεν ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐξήντλησεν ὅλα τὰ μέσα τῆς οἰκονομίας, ὅτι κατήργησεν ὅλας τὰς περιττὰς θέσεις, καὶ ὅτι ἔλαβε μίαν κἄποιαν πρόνοιαν διὰ τὸν λαὸν, ὅτι δίδει κἄποιας ἐγγυήσεις περὶ τῆς εὐημερίας τοῦ τόπου, τότε ὑποχρεοῦμαι νὰ χορηγήσω εἰς αὐτὴν τὸν ζητούμενον φόρον. Διὰ τοῦτο μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ παρόντης Νομοσχεδίου, λέγω μόνον ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, καὶ νὰ συζητηθῇ μὲ τὸν ὑποβληθησόμενον προϋπολογισμόν.
§126ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§127ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, ὁ πρὸ τοῦ προλαλήσαντος ἀγορεύσας σᾶς παρέστησε καθαρώτατα, ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ ἐπιβολῆς νέων φόρων, ἀλλὰ νὰ ὑποβάλητε εἰς φορολογίαν καὶ πράγματα μὴ φορολογούμενα· ἤτοι νὰ διανείμητε εἰς ἅπαντας ἴσην φορολογίαν, τὸ δὲ ποσὸν τῶν φόρων θὰ κανονίσητε κατόπιν. Ὅταν ἔλθῃ ὁ φορολογικὸς νόμος ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῆτε πάντα φόρον ὡς καὶ τὸν ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ προαγορεύσας ἔθεσε, τότε μόνον ἐφαρμόζεται, ὅταν ζητήσητε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐλευθεριῶν, καὶ αὕτη ἀρνεῖται νὰ σᾶς δώσῃ ταύτας. Διὰ ταῦτα, νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου καὶ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸν νόμον.
§128ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ, ὁ κύριος Σαράβας ἔχει τὸν λόγον.
§130ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, ὑποθέτω ὅτι δὲν ἐξηγήθην τόσον ἀσαφῶς, ὥστε νὰ μὴ ἐννοηθῶ ἀπὸ τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον Ἀττικῆς. Ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα, κύριοι, τί εἶπον, ὅταν ὑπεστήριξα τὴν πρότασίν μου. Δὲν ἠρνήθην, κύριοι, τὸ δίκαιον τῆς γενικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκιῶν τῶν κατοικουμένων ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας· εἶπα ὅμως ὅτι, ἂν ἐφαρμοσθῇ γενικῶς αὐτὸς ὁ φόρος, ἀντὶ ἰσότητος θέλει προέλθει ἀδικία. Καὶ διατί; διότι, ἂν ἡ βάσις παντὸς φόρου ᾖναι νὰ φορολογῇ τὴν πρόσοδον, ἡ πρόσοδος δὲν εὑρίσκεται εἰς ὅλας τὰς οἰκίας, τὰς ὁποίας κατοικοῦν οἱ ἰδιοκτῆται· διότι τῆς οἰκίας, τὴν ὁποίαν κατοικεῖ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ ὁ ἰδιοκτήτης, δύναται εἰς πᾶσαν στιγμὴν τὴν χρῆσιν αὐτῆς νὰ τὴν μεταβάλῃ εἰς χρήματα· καὶ ἡ χρῆσις, κατὰ τοὺς οἰκονομολόγους, εἶναι ἀξία. Εἶναι λοιπὸν μία πρόσοδος, καὶ εἶναι ἀδιάφορον, ἂν τὴν πρόσοδον αὐτὴν τὴν μεταχειρίζεται εἰς ἰδίαν χρῆσιν. Δὲν εἶναι ὅμως τὸ αὐτό, κύριοι, ὡς πρὸς τὰς οἰκίας, τὰς κατοικουμένας εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰ χωρία ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας· διότι τὴν χρῆσιν τῆς οἰκίας, ἂν θέλῃ νὰ τὴν μεταβάλῃ εἰς νόμισμα, δὲν εἶναι δυνατόν. Αὐτὸ εἶπα, μοὶ φαίνεται, καὶ ὄχι, ὅπως τὸ ἐξέλαβεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Καλλιγᾶς. Ἐννοῶ πολὺ καλά, ὅτι δύναταί τις νὰ μεταβάλῃ τὰς ἰδέας τοῦ ἄλλου, ὅπως εὐκολώτερον τὰς ἀντικρούσῃ, ἀλλὰ τοῦτο ἀπομακρύνεται ἐντελῶς τῶν ὅρων καὶ τοῦ σκοποῦ τῆς συζητήσεως. Ὁ κύριος Καλλιγᾶς εἶπεν, ὅτι ἐθεώρησα ἀδιάφορον τὴν εὐπορίαν τοῦ ἔχοντος οἰκίαν ἐν τῷ νομῷ, καὶ τοῦ ἔχοντος ἐν τῷ χωρίῳ· ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι, εἶπον, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ χρῆσις τῆς οἰκίας εἶναι ἀξία ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἐν τῷ χωρίῳ· θέλει ὁ ἔντιμος προλαλήσας τὴν ἀπόδειξιν τοῦ λόγου μου; ἐπικαλοῦμαι αὐτὸν τὸν ἴδιον, ἐπικαλοῦμαι τὸ νομοσχέδιον, εἰς ὃ εἶναι ὑπογεγραμμένος. Τί λέγει τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Προκειμένου νὰ κανονίσῃ τὸ ἐνοίκιον, ὡς πρὸς μὲν τὰς οἰκίας, τὰς ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν ἢ τῶν ἐπαρχιῶν, τὸ κανονίζει κατ’ ἐκτίμησιν, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἐνοικίων τῶν ἑτέρων ἐνοικιαζομένων οἰκιῶν· προκειμένου ὅμως νὰ κανονίσῃ τὸ ἐνοίκιον οἰκιῶν, κατοικουμένων ἀπὸ ἰδιοκτήτας, καὶ κειμένων εἰς τοὺς δήμους ἢ χωρία, καταφεύγετε εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας τῆς οἰκίας διὰ νὰ ὑπολογίσητε τὸ καθ’ ὑπόθεσιν ἐνοίκιον.
§131ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τῆς ἀγοραίας ἀξίας.
§132ΣΑΡΑΒΑΣ. Μάλιστα. Λοιπὸν ἐν μὲν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν, ἐπαναλαμβάνω, φορολογεῖτε τὴν πρόσοδον, εἴτε εἶναι εἰς χρήματα, εἴτε αὕτη στρέφει πρὸς ἰδίαν χρῆσιν τοῦ οἰκοδεσπότου· διότι δύνασθε νὰ τὴν ἀνεύρητε, ἀντιπαραβάλλοντες τὴν παραγωγὴν τῆς οἰκίας καὶ τῆς κατοικουμένης ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην μὲ τὴν τῆς ἐνοικιαζομένης· εἰς τὰ χωρία ὅμως ἢ τοὺς δήμους δὲν δύνασθε νὰ εὕρετε αὐτὴν τὴν πρόσοδον, διότι δὲν ὑπάρχει. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν μετεχειρίσθητε τὸν ἴδιον τρόπον πρὸς βεβαίωσιν τοῦ ἐνοικίου, ἀλλὰ κατεφύγετε εἰς τὴν ἐκτίμησιν. Δὲν εἴπετε ὅτι τῆς οἰκίας, τῆς εὑρισκομένης εἰς τὸν δῆμον ἢ τὸ χωρίον, τὸ ἐνοίκιον θέλει κανονίζεσθαι ἀναλόγως τῶν ἐνοικίων τῶν ἄλλων οἰκιῶν, ἀλλ’ ἀναλόγως τῆς ἀγοραίας ἀξίας, καὶ ἐφθάσατε εἰς τὸ νὰ παραδεχθῆτε παραγωγὴν ὅλως ὑποθετικὴν, ὅτι τοὐτέστιν ἡ ἀγοραία ἀξία τῆς οἰκίας δίδει 4% ὡς ἐνοίκιον· τί σημαίνει τοῦτο; ὅτι τῶν οἰκιῶν τῶν μὴ ἐνοικιαζομένων εἰς τοὺς δήμους καὶ χωρία, ἡ χρῆσις δὲν ἔχει ἀγοραίαν ἀξίαν, διότι ἄλλως πρέπει νὰ τὴν προσδιορίσητε, καὶ οὐχὶ νὰ τὴν ὑπολογίσητε κατὰ τὸ δοκοῦν. Τὴν προσδιωρίσατε λοιπὸν κατὰ μέτρον ὅλως ἰδανικόν· εἴπατε, ὅτι τὸ ἐνοίκιον αὐτῆς τῆς οἰκίας εἶναι 4% ἐπὶ τῆς ἀξίας· ἐὰν λ. χ. μία οἰκία ἐν ἑνὶ χωρίῳ κοστίζει 4,000 δραχμὰς, λέγετε ὅτι τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας τὸ προσδιορίζετε εἰς δραχμὰς 160· ἀλλὰ ποία ἡ βεβαιότης, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι μέτρον ἀσφαλείας; ἐπικαλοῦμαι τὰς ἰδίας ὑμῶν αὐτῶν ἀντιλήψεις, διότι ὅλοι ἀνήκομεν εἰς ἐπαρχίας, καὶ γνωρίζομεν ὁποία ἡ πρόσοδος τῶν κτημάτων καὶ ἰδίως οἰκιῶν, εἰς κωμοπόλεις ἢ χωρία κειμένων. Ποία οἰκία εἰς ἕνα δῆμον, ἓν χωρίον δύναται νὰ δίδῃ ἐνοίκιον 4% ἐπὶ τῆς ἀξίας της; μόλις δύναται 1 ἢ 2% νὰ δίδῃ. Ἀναφέρω, Κύριοι, τὴν Ὕδραν ὡς παράδειγμα, καὶ σᾶς ἐρωτῶ, πῶς θὰ ὑπολογίσητε τὸ ἐνοίκιον οἰκίας, ἡ ὁποία ἔχει ἀξίαν εἴκοσι χιλιάδων ταλλήρων;
§133ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πόσα ἠμπορεῖ νὰ πωληθῇ;
§134ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, διότι δὲν ὑπάρχει ζήτησις, δὲν τὴν πέρνει κανεὶς (θόρυβος). Ἐπὶ τῆς ἀγοραίας ἀξίας, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἀγοραία ἀξία, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι προκειμένου νὰ κανονισθῇ τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας αὐτῆς ἀξίας, ἤθελε, τῳόντι, ἐκτιμηθῆ ἡ οἰκία κατὰ τὴν ἀξίαν, ἣν πωλουμένη ἤθελεν ἀποφέρει, ἡ ἀδικία ἐκ τῆς γενικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προκειμένου φόρου δὲν ἤθελεν εἶναι τόσῳ μεγάλη. Ἀλλ’ ἂν πρέπῃ νὰ λαλήσωμεν πρακτικώτερον, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἐπιτετραμμένη τὴν ἐκτίμησιν ἐπιτροπὴ, ἤτοι ὁ τέκτων, ὁ δήμαρχος καὶ ὁ οἰκον. Ἔφορος θέλουσιν ἐννοήσει καὶ ἐφαρμόσει ἄλλως τὸ τῆς ἐκτιμήσεως κατὰ τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωσιν ἄλλως· διότι ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ζήτησις, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἡ ἀγοραία ἀξία; Τὸ ἀποτέλεσμα λοιπὸν τοῦ συστήματός σας θέλει εἶσθαι νὰ φορολογήσητε μίαν ἰδιοκτησίαν ὄχι, ὅπως ἐπιτάττει ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ πάσης φορολογίας, ὄχι ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ ἰσότης, τοὐτέστι ἀναλόγως τῆς πραγματικῆς προσόδου· ἀλλ’ ἀναλόγως τῆς ἰδανικῆς προσόδου, διότι ὑπολογίσατε ὅτι ὅλαι αἱ οἰκίαι ἐν τῇ Ἑλλάδι δίδουν 4%. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἐχρεώστουν νὰ κάμω εἰς τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Ἀττικῆς. Ἡ δευτέρα εἶναι ἡ ἀκόλουθος. Δὲν εἶπον ὡς ὑπέλαβεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῶσιν αἱ κατοικούμεναι οἰκίαι, αἱ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἢ τοὺς χωρικοὺς δήμους κείμεναι, διότι θὰ συμβαίνωσιν ἐνοχλήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν συμβαίνουν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν. Εἶπον ὅ,τι ἐπανέφερον καὶ πρότερον, ὅτι εἰς μὲν τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν εἶναι εὐκολώτατον νὰ ἐξευρεθῇ τὸ ἐνοίκιον, διότι εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν ἐνοικιάζονται πολλαὶ οἰκίαι, εὔκολον εἶναι νὰ ἐξακριβωθῇ τὶ ἤθελεν ἀπολαμβάνει ὁ ἰδιοκτήτης, ἐὰν ἤθελεν ἐνοικιάσει τὴν οἰκίαν· εἰς τὰς κωμοπόλεις ὅμως καὶ χωρία τοῦτο εἶναι δυσκολώτατον, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἀδύνατον, καὶ διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν οἰκιῶν, ὅπερ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του θέλει ἀποβῆ ὄχι μόνον ὀχληρὸν, ἀλλὰ καὶ, φοβοῦμαι, καταπιεστικόν. Περαίνων τὴν ὁμιλίαν μου, σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸν νέον τοῦτον φόρον, τὸν ἐπὶ τῶν μὴ ἐνοικιαζομένων οἰκιῶν ἐπιβαλλόμενον, ὀφείλομεν νὰ καταστήσωμεν ὅσον οἷόν τε ἥκιστα ἐπαχθῆ, καὶ ἐλάχιστον βαρύνοντα τὴν ἀπορωτέραν τάξιν. Τοῦτ’ αὐτὸ σκοπεῖ ἡ ὑπὸ τὴν ὑμετέραν ἐπιψήφισιν ὑποβληθεῖσα πρότασίς μου, τὴν ὁποίαν ἐλάβατε, καὶ σᾶς καθικετεύω νὰ παραδεχθῆτε.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Πετιμεζᾶς.
§136ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ἤθελον νὰ πείσουν τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἂν παραδεχθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὁ νόμος αὐτὸς θὰ κάμῃ τὴν πλέον χειρίστην ἐντύπωσιν· διότι αὐτὸς, λέγουν εἰς τὴν φύσιν του, εἶναι ἐπαχθὴς, καὶ ἤθελον τρόπον τινὰ νὰ πείσουν ὅλους ἡμᾶς τοὺς ἀνήκοντας εἰς ἐπαρχίας, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἐπιβαλλόμενος θὰ κατασταθῇ ἔτι ἐπαχθέστερος εἰς τὰς ἐπαρχίας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ μεριμνήσωμεν. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, Κύριοι, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναπτύξω ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον ὁ φόρος αὐτὸς δὲν εἶναι ἐπαχθὴς, ἀλλ’ ἐὰν δὲν παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὅπως ἔχει, ὁ φόρος θὰ κατασταθῇ ἐπαχθὴς διὰ τὰς ἐπαρχίας. Ἐν πρώτοις ἔρχομαι νὰ ἀναιρέσω τὸν προτελευταῖον ἀγορεύσαντα, πληρεξούσιον Δωρίδος, Κύριον Κατσικαπῆν. Ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει· Κύριοι, σεῖς ἔρχεσθε νὰ ἐπιβάλητε νέους φόρους εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ δὲν δίδετε εἰς ἀνταπόδοσιν τρόπον τινὰ δικαιώματα, δὲν κάμνετε εἰς αὐτὴν παραχωρήσεις. Φαίνεται, ὅτι ὁ Κύριος πληρεξούσιος τῆς Δωρίδος δὲν ἠκολούθησεν, ὅπως ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ, τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Διατί; διότι ἡ Κυβέρνησις, διότι ἡ Συνέλευσις σήμερον ἔχει νὰ ἀποκριθῇ εἰς ἐκεῖνον τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος θὰ παραπονεθῇ, ὅτι ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτὸν φόρους, ὅτι δὲν σοῦ ἐπιβάλλομεν νέους φόρους, σοῦ ἀφηρέσαμεν διὰ νὰ καταστήσωμεν τοὺς φόρους σου ἐλαφροτέρους, καὶ ἑπομένως τὸ μέγα βάρος ἠθέλαμεν νὰ τὸ σηκώσωμεν ἀπὸ μίαν τάξιν ἀνθρώπων καὶ νὰ τὸ θέσωμεν ἐπὶ τῶν ὤμων ὅλης τῆς κοινωνίας. Κύριοι, ὅπως τὸ νομοσχέδιον σᾶς ὑπεβλήθη, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται ποσῶς φόρος εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σᾶς λέγουν ὅτι θὰ ἐπιβαρύνετε. Παρατηρήσατε, Κύριοι, ὅτι ὅλαι αἱ οἰκίαι, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος εἶναι ὀλιγωτέρα τῶν 150 δραχ., ὑπολογιζομένων τῶν 4% ἐπὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς ἢ ἀξίας τῆς οἰκίας, αὐταὶ αἱ οἰκίαι δὲν φορολογοῦνται· καὶ ἠξεύρετε ποῖαι εἶναι αὗται; ὅλαι αἱ οἰκίαι ἀνεξαιρέτως τῶν γεωργῶν καὶ ποιμένων· τοὐλάχιστον ἐγὼ μεταξὺ τῶν γεωργῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐννοοῦν οἱ ἀγορεύσαντες δὲν γνωρίζω κανένα νὰ ἔχῃ οἰκίαν ἀξίας μεγαλειτέρας τῶν 4,000 δραχμῶν· καὶ ἀνήκω, Κύριοι, εἰς μίαν ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπὸ τὰς πλουσιωτέρας ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Κύριος Σαράβας σᾶς εἶπεν, ὅτι ζητεῖ τὴν ἐξαίρεσιν αὐτὴν, διότι εἰς μὲν τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου καὶ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν εἶναι εὔκολον νὰ μεταβάλλῃ τις τὴν οἰκίαν του εἰς χρήματα καὶ νὰ κάμῃ ἑπομένως χρῆσιν τῶν χρημάτων του, ὅπως αὐτὸς βούλεται· κατὰ συνέπειαν τὰς οἰκίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν ἢ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ βασιλείου, ἀλλ’ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων δὲν πρέπει, λέγει, νὰ τὰς φορολογήσητε χωρὶς πρῶτον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔλεγεν ὄχι ἐπὶ τῆς ἀξίας ἢ τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν κατέβαλλεν ὁ ἰδιοκτήτης πρὸς οἰκοδόμησιν, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς ὡς θὰ ἀναφέρω εὐθὺς ἓν παράδειγμα, διότι τοιαῦτα πολλὰ ἔχομεν. Εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας μας, τὰ Καλάβρυτα, μία οἰκία τοῦ ἀοιδήμου Φωτίλα ἀρχοντικὴ, ἡ ὁποία ἦτο ἐσκεπασμένη μὲ 25,000 κεράμων, ἐπωλήθη πρὸ 5 ἐτῶν διὰ 5,000, τῆς ὁποίας μόνον τὴν ξυλείαν ἐὰν θέλετε νὰ ἐκτιμήσητε, καθὼς ἐκτιμᾶτε σήμερον, σᾶς λέγω ὅτι εἶχε 30,000 δραχ. βλέπετε ὅτι ἡ ἀγοραία τιμὴ δὲν προσδιορίζεται ἐκ τῆς καταβολῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἰδιοκτήτης διὰ νὰ κτίσῃ μίαν οἰκίαν διὰ τὴν ἀνάπαυσίν του, ἀλλ’ ἐκτιμᾶται ἐκ τῆς ζητήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία εἰς τὸν τόπον. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ Κ. Σαράβας αὐτὴν τὴν περίστασιν, καὶ τότε δὲν ἤθελε κάμει τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἔχω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν νὰ κάμω εἰς τὸν Κ. πληρεξ. τῆς Οἰτύλου.
§137ΜΙΛΗΣΗΣ. Τοῦ Οἰτύλου.
§138ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοῦ Οἰτύλου, εὐχαριστῶ Κύριε Μίληση. Καὶ ἡ παρατήρησίς μου εἶναι ἡ ἀκόλουθος· πᾶσα οἰκία, μὴ ἐνοικιαζομένη, εἴτε εἰς τὰς Ἀθήνας εἶναι, εἴτε εἰς τὰς Πάτρας εἶναι, εἴτε εἰς τὰ Καλάβρυτα, εἴτε εἰς τὸ Οἴτυλον, εἴτε ὁπουδήποτε, δὲν χρησιμεύει εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν ἰδίαν χρῆσιν τοῦ ἰδιοκτήτου. Βλέπετε λοιπὸν ὁποίαν χρῆσιν κάμνει ὁ ἐν Ἀθήναις ἰδιοκτήτης, κάμνει καὶ ὁ ἐν Πάτραις, Οἰτύλῳ καὶ καθεξῆς· διότι ἐξ αὐτῆς οὔτε ὁ ἐν Ἀθήναις ἰδιοκτήτης, οὔτε ὁ ἀλλαχόσε ἔχει καμμίαν πρόσοδον, παρὰ τὴν ἔχει διὰ τὴν ἰδίαν του χρῆσιν. Ἀλλά, σᾶς λέγει ὅτι, ἐπειδὴ εἰς τὰς Ἀθήνας δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ μεταβάλλῃ τὴν οἰκίαν του εἰς χρήματα ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν φόρος, εἰς δὲ τὸν κάτοικον τῶν Καλαβρύτων λόγου χάριν δὲν ἐπιβάλλεται. Ὑποθέσατε, Κύριοι, διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι ὁ Αʹ. ἔχει ἕνα ἀγρὸν ἔξωθεν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ αὐτὸς σπείρεται σήμερον κριθὴν, ἔχει ἐπίσης ὁ Βʹ. ἀγρὸν τῆς αὐτῆς ἐκτάσεως καὶ παραγωγῆς εἰς τὸ Μενίδι, καὶ ἐπίσης ἐντὸς αὐτοῦ ἔχει σπείρει κριθὴν· ἐξαιρεῖται ἀπὸ τὴν φορολογίαν ὁ ἀγρὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ δάσους καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸν ἐκποιήσῃ ὁ Βʹ; φορολογεῖται ὡς καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔξωθεν τῶν Ἀθηνῶν.
§139ΣΑΡΑΒΑΣ. Παρακαλῶ νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν διὰ νὰ ἐννοηθῶμεν. Λέγω ὅτι εὐκόλως ἐκποιεῖται ἡ χρῆσις καὶ ὄχι ἡ ἀξία, δηλ. ἐὰν δὲν θέλω νὰ κατοικήσω ἔχω πάλιν τὴν χρῆσιν.
§140ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ ἔξωθεν τῶν Ἀθηνῶν ἀγρὸς ἐνοικιάζεται εὐκολώτερον, ἐνῷ ὁ ἄλλος οὐχὶ, πρέπει νὰ παύσητε νὰ φορολογήσετε τοὺς ἀγροὺς, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰ δάση ἀπομεμακρυσμένοι ἀπὸ τὰς κοινότητας καὶ εἶναι δύσκολον νὰ ἐκποιηθοῦν ἢ νὰ ἐνοικιασθοῦν. Τίς θέλει νὰ ἐνοικιάσῃ ἕνα ἀγρὸν, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς ἀπόστασιν 5 ὡρῶν ἀπὸ τὰς κοινότητας; Οὐδείς· καὶ μὅλα ταῦτα ἐκεῖνος ἔχει τὸν ἀγρὸν, τὸν σπείρει καὶ ἐξ αὐτοῦ παράγει τὸν καρπὸν, ὁ ὁποῖος τῷ εἶναι ἀναγκαῖος, διὰ νὰ περάσῃ τὸν χρόνον του. Σᾶς λέγω, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἄδικος ἐπιβαλλόμενος εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τρέχουν ὑπὸ τὴν καλύβην διὰ νὰ προφυλαχθοῦν ἀπὸ τὰς περιστάσεις τῆς ἀτμοσφαίρας. Αἴ, Κύριοι, καὶ τὶ ἄλλο κάμνετε εἰς τὸν γεωργὸν, παρ’ αὐτὸ τοῦτο; Ὁ γεωργὸς σπείρει τὸν ἀγρόν του, αὐτὸς παράγει σῖτον· ὑποθέσατε 100 κοιλὰ, καὶ τὰ 100 αὐτὰ κοιλὰ τὰ θέλει διὰ τὴν ἰδίαν του χρῆσιν, καὶ μόλα ταῦτα αὐτὸς πληρόνει 10, καὶ ὁ σῖτος πρὸς 7 δραχμὰς τὸ κοιλὸν ἔχει 70 δραχμάς. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος μεταχειρίζεται ἐπίσης πρὸς ἀνάγκην του· διότι καὶ ἄσιτος ἐὰν ᾖναι ὁ ἄνθρωπος θὰ ἀποθάνῃ, καὶ ἐκτεθειμένος εἰς τὸν παγετὸν ἐὰν ᾖναι, πάλιν θὰ ἀποθάνῃ. Ἀπὸ τὸν ἕνα λοιπὸν θέλετε νὰ λάβητε 10 δραχ. φόρον καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον οὐδὲ λεπτόν. Θὰ σᾶς ἀποδείξω ἀμέσως, Κύριοι, ὅτι ὁ φόρος πραγματικῶς, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, παραδεχομένου αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐπιβληθῇ μόνον καὶ μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας τὸν Πειραιᾶ, Σύρον καὶ Πάτρας, διότι ἐκεῖ ἔχουν ἀξίαν αἱ οἰκίαι ἀγοραίαν. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν οἰκίαν εἰς τὸ χωρίον μου, ἡ ὁποία χρειάζεται 10 καὶ 15 χιλιάδας δραχ. διὰ νὰ κατασκευασθῇ, ἀλλ’ ἐὰν θελήσητε σήμερον νὰ τὴν ἐκποιήσητε, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν σᾶς δίδουν μήτε 2,000, διότι ἕκαστος ἐκεῖ ἔχει τὴν οἰκίαν του καὶ κάθηται μέσα· ἡ οἰκία μου, ἡ ὁποία ἔχει 15,000 δραχ. δὲν δίδει φόρον, διότι ἐὰν θελήσητε νὰ τὴν ἐκποιήσητε θὰ σᾶς δώσουν 2,000, καὶ ἰδοὺ ὅτι ἐξαιρεῖται τῆς φορολογίας, ἐνῷ ἐὰν ἦτον εἰς τὰς Πάτρας ἤθελεν ἔχει 60, καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας 100 καὶ εἰς τὴν Σύρον 150 χιλιάδας δραχ. μὲ τὴν περιοχήν της. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι αὐτὸς ὁ φόρος δὲν εἶναι ἐπαχθής. Καὶ ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν ἐπίσης ἀνθρώπους εἰς τοὺς ὁποίους δὲν θέλομεν νὰ ἐπιβάλλωμεν ἐπαχθεῖς φόρους, διότι θέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἐπιστρέψωμεν, καθὼς καὶ ὁ Κ. πληρεξούσιος Μαντινείας, ἀγαπώμενοι ἀπὸ τοὺς ἐντολεῖς μας· εἰς περίστασιν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν παραδεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅπως ὑπεβλήθη, τί θὰ γίνῃ; μᾶς λέγουν ὅτι φέρετε τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ἴδωμεν πρῶτον ἐὰν ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλλωμεν νέους φόρους καὶ τότε νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νέους φόρους. Κύριοι, ἐὰν τὸ ἔθνος μας ἦτο εἰς ἱκανὴν εὐπορίαν τόσον γνωστὴν, ὥστε νὰ νομίζουν ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην σήμερον, ἀφοῦ ἀφῃρέσαμεν καὶ ἀπὸ τοὺς φόρους τῶν ζώων καὶ ἀπὸ τὸν ἔγγειον φόρον, καὶ κατεβάσαμεν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ εἰσοδήματά μας, νὰ νομίζουν ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην σήμερον, ὄχι νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία μέχρι σήμερον δὲν ἐπλήρωνε φόρον καὶ νὰ ζητοῦν σήμερον νὰ ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς διὰ νὰ ἴδουν τὰς ἀνάγκας, δὲν εἶναι εἰς τὴν Ἑλλάδα· καὶ δὲν στρέφετε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ νὰ ἰδῆτε τὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ ζητεῖτε νὰ ἰδῆτε τὸ χαρτὶ, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ ὁ Κ. Δρόσος, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων; Ἐὰν λοιπὸν δὲν παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τότε τί θὰ γίνῃ; Θὰ ἀκολουθήσωμεν τότε κατὰ τὸν Κ. Παλαμήδην καὶ κατὰ τὸν Κ. Πετρινὸν τὰς ἀρχαίας ἕξεις τὰς ἐπὶ τουρκοκρατίας; Κανονίσατε τὸ Ἑπτάτον, δηλ. εἰς τὰ ἑπτὰ ἕνα, διότι τοῦτο εἶναι πατροπαράδοτον, καὶ ἑπομένως νὰ ὑποχρεώσωμεν καὶ τοὺς γεωργοὺς σήμερον, ἐπειδὴ οἱ πατέρες μας ἐπλήρωνον εἰς τὰ ἑπτὰ ἓν, νὰ πληρόνωσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὰ ἑπτὰ ἓν, διὰ νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν ἕνα νέον φόρον εἰς τὴν τάξιν τοῦ πλουσίου, ὁ ὁποῖος, εἶναι ἐνδεχόμενον, νὰ ἠχήσῃ κακῶς εἰς τὰ ὦτα τοῦ κοινοῦ· τότε θὰ ἔχωμεν τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, τότε θὰ ἀναγκασθῶμεν ἢ ἡμεῖς ἢ οἱ διάδοχοι ἡμῶν, καθὼς εἶπεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, νὰ ἐπαναφέρουν τοὺς φόρους τοῦ γεωργοῦ ἀπὸ 5 εἰς 10%. Ἔρχομαι τώρα νὰ κάμω μίαν ἐξέτασιν πρακτικὴν διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἡ γεωργία δὲν ἐπιβαρύνεται, ἢ καὶ ἂν πληρώσῃ ἕνα μικρὸν φόρον, τὸν ἐγλύτωσε 50πλασίως ἀπὸ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου. Ποίαν ἀξίαν θέλετε νὰ δώσητε εἰς ὁποιανδήποτε οἰκίαν ἑνὸς γεωργοῦ; Δόσατε, Κ. Πετρινὲ, ἀξίαν 6,000 δραχμῶν, ποῖος θὰ ᾖναι ὁ φόρος τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσῃ ἐπὶ οἰκίας, ἀξίας 6,000 δραχμῶν, ὁ γεωργός; δραχ. 12. Ἀλλὰ γεωργὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει οἰκίαν ἀξίας 6,000 δραχμῶν πληρώνει φόρον κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα 10%, 80 τοὐλάχιστον κοιλὰ, καὶ τοιοῦτοι φορολογούμενοι ὑπάρχουν πλεῖστοι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Ὁ φορολογούμενος αὐτὸς ἐκ τῶν 80 κοιλῶν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου κατέβη εἰς 40· ἠλαττώθη λοιπὸν ἡ φορολογία κατὰ 40 κοιλά· ἀπὸ 5 δραχ. κατὰ μέσον ὅρον ἢ ἀπὸ 4, 4 x 4=16, ἔχει 160 δραχ. κέρδος, καὶ θὰ πληρώσῃ 12· καὶ νομίζετε ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἀνεκουφίσθη κατὰ 160 δραχ. καὶ θὰ πληρώσῃ μόνον 12, θὰ ἐπαναστατήσῃ ἐναντίον σας; Δύναται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, λογικῶς σκεπτόμενος κανεὶς, νὰ τὸ μεταχειρισθῇ ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ φόρου αὐτοῦ; καὶ, Κύριοι, ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ παραδείγματος, σᾶς λέγω τοὐλάχιστον διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ σᾶς ὁμιλῶ ἐν εἰλικρινείᾳ. Ὅταν ἠλαττώθη ὁ φόρος ὁ ἔγγειος καὶ εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὰς περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ἦτο τὸν Ἀπρίλιον, νομίζω, ἀνεχώρησα καὶ μετέβην εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη εἶχον διαδώσει τότε ὅτι ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν δὲν εἶναι ὅπως τὴν ψηφίζομεν, ἀλλ’ ὅπως τὴν διέδιδον, ποῖοι; οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τότε εἶχον σκοπὸν νὰ ἐκμεταλευθοῦν τὴν ἁπλότητα τοῦ λαοῦ διὰ τὰ ἴδιά των σχέδια καὶ οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον ἐξακολουθοῦν νὰ ἐργάζωνται, καὶ περὶ τῶν ὁποίων τὴν Τετάρτην θὰ κάμωμεν λόγον· ἐκεῖνοι λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι ἔλεγον, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε νὰ πληρώνῃ ἕκαστος ἰδιοκτήτης 10% κατ’ ἔτος ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς οἰκίας, τουτέστι ἐὰν μία οἰκία ἔχῃ 6,000 δραχ. νὰ πληρώνῃ 600 κατ’ ἔτος· ἐπῆγα πραγματικῶς εἰς τὴν Ἐπαρχίαν καὶ εὗρον αὐτὴν τὴν ἀναστάτωσιν· ὅταν ὅμως ἐξήγησα ποῖον εἶναι τὸ νομοσχέδιον, ποῖος ὁ σκοπός του, καὶ ποῖος ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον εἶναι ἐνδεχόμενον πολλὰ ὀλίγοι, ἴσως μετρημένοι εἰς τὰ δάκτυλα νὰ πληρώσουν, τότε εἶπον ὅλοι ὅτι, αὐτὸν τὸν νόμον τὸν δεχόμεθα καὶ ὄχι μόνον αὐτὸ, ἀλλ’ ὅλοι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ πληρώσωμεν καὶ ἀπὸ 3 καὶ 4 δραχ. καὶ διὰ τὰς τελευταίας οἰκίας μας· ἀρκεῖ ὅτι ἠλαττώσατε τὸν ἔγγειον φόρον. Ἐγὼ τοὐλάχιστον αὐτὸ ἀπήντησα· ἐταράχθησαν κατ’ ἀρχὰς, διότι εὑρέθησαν ἄνθρωποι καὶ ἔλεγον ὅτι τοὺς ὑπεχρεώσαμεν νὰ πληρώνουν κατ’ ἔτος 400 δραχ. δι’ οἰκίαν 4,000 δραχ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον σήμερον μεταχειρίζονται, ὅτι ὁ λαὸς δὲν θὰ ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον. Κύριοι, ὁ λαὸς θὰ τὸ ἀποδεχθῇ, διότι τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης, καὶ πᾶς νόμος, ὁ ὁποῖος στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης ἀποδέχεται πάντοτε ἀπὸ τοὺς λαοὺς, διότι εἰς αὑτοὺς τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι στηρίζονται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος, ὁ λαὸς εὑρίσκει τὴν εὐημερίαν του· (Εὖγε!)
§141ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἐφωτίσθη. Ἠμφισβητήθη, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐγένετο δεκτή. Ἰδοὺ τί λέγουν τὰ πρακτικά. Ἀναγινώσκει ὁ Κ. Πρόεδρος τὰ πρακτικὰ τῆς Συνεδριάσεως ἐκείνης, ἐν ᾗ συνεζητήθη ἡ ἀρχὴ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπειτα παρεδέχθη ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ ἐγένετο δεκτή· ὥστε δὲν θὰ ἐρωτήσω περὶ τῆς ἀρχῆς. Προτείνεται τὴν σήμερον ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως, καὶ ἡ πρότασις αὕτη, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος· διότι ταύτην τὴν στιγμὴν ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, δὲν πρέπει λοιπὸν τὴν μίαν στιγμὴν νὰ ἀποφασίζωμεν καὶ τὴν ἄλλην νὰ ἀναιρῶμεν τὰ ἀποφασιζόμενα. Ἔρχομαι εἰς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ πρώτου ἄρθρου προέκυψαν, τὸ πρῶτον εἶναι, ὅτι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν διὰ τὰς μὴ ἐνοικιαζομένας οἰκίας πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν, Πατρῶν, Πειραιῶς.....(θόρυβος).
§144ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡμεῖς δὲν παραδεχόμεθα καθόλου αὐτὴν τὴν ἀρχήν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη ἡ ἀρχή.
§146ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἶναι παραδεδεγμένον, ὅτι ἡ ἀρχὴ παρεδέχθη.
§147ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν πολλοὶ ἐκ τῶν Κυρίων πληρεξουσίων, οἵτινες ἐκηρύχθησαν κατὰ τῆς ἀρχῆς, οὐχ ἧττον ὅμως πρόκειται νὰ ἀποφανθῶμεν ἂν παραδέχωνται ἢ ὄχι τὸ πρῶτον ἄρθρον· πρὶν θέσετε εἰς ψηφοφορίαν τὴν παραδοχὴν τοῦ πρώτου, ἢ τὴν τροπολογίαν αὐτοῦ, πρέπει νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀπωτέρω πρότασιν, ἥτις εἶναι ἡ ἀπόῤῥιψις.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ ἄρθρου εἶναι ἡ ἄρνησις τοῦ νομοσχεδίου.
§149ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν ἀναβλητικὴν πρότασίν μου (θόρυβος).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασίς σας.
§151ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Δὲν ἔχετε ὑμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ κρίνητε, Κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις (θόρυβος).
§152ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῶσιν αἱ τροπολογίαι τοῦ 1 ἄρθρου, διότι ἐκ τούτων θὰ ἐννοήσωμεν ἂν ὑπάρχῃ ἀπωτέρα τροπολογία ἢ μή.
§153ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἴπατε, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἡμεῖς τὴν παραδεχόμεθα, ἀλλ’ ἐν μέρει, δηλαδὴ ὡς πρὸς τὰς ἐνοικιαζομένας· ἀμφισβητοῦμεν δὲ ὡς πρὸς τὰς μὴ ἐνοικιαζομένας οἰκίας· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε ὅτι, ἐπειδὴ ἐγένετο παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ὑποβάλωμεν ἐξαίρεσιν.
§154ΜΙΛΗΣΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἄριστα ἔθεσε τὸ ζήτημα. Ἀπωτέρω πρότασις δὲν εἶναι ἡ τείνουσα εἰς τὴν παραδοχὴν ἢ τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ ἄρθρου, ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τροπολογοῦσα τὸ ἄρθρον. Ἡ πρότασις περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἐνοικιαζομένων ἢ μὴ οἰκιῶν εἶναι αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Ὅσοι δὲν θέλουν νὰ ἐπιβληθῇ τοιοῦτος φόρος, ὅταν ἀποῤῥιφθῇ ἡ τροπολογία καὶ ἔλθῃ ἡ ψηφοφορία τοῦ ἄρθρου θὰ εἴπωσιν ὄχι.
§155ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡμεῖς κάμνομεν τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Ὑποβάλλεται φόρος εἰς τὰς ἐνοικιαζομένας οἰκοδομάς· αὐτὸς ὁ φόρος ὑπάρχει, δὲν πρόκειται περὶ ὑπάρχοντος φόρου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ νέου φόρου· πρώτη τροπολογία εἶναι ἡ τοῦ Κυρίου Σαράβα, λέγουσα τὰ ἑξῆς· «ἐν ταῖς πόλεσιν Ἀθηνῶν, Πατρῶν, Σύρου καὶ λοιπαῖς πρωτευούσαις νομῶν ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τὰς κατοικουμένας ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν οἰκίας.»
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαράβα. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ 1 ἄρθρον.
§157ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§159ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ αὐτό. «Ἐπιβάλλεται φόρος ἐφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν οἰκοδομῶν ἄνευ διακρίσεως τῶν ἐνοικιαζομένων ἢ μὴ, κανονιζόμενος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐτησίας προσόδου αὐτῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο θὰ εἴπωσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι θὰ εἴπωσιν ὄχι. Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 133, 105 εἶπον ναὶ, 26 εἶπον ὄχι καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον, δὲν εἴμεθα πλήρεις. Πρῶτον ἀντικείμενον διὰ τὴν ἐρχομένην συνεδρίασιν θέλει εἶσθαι ἡ ἐξακολούθησις τῆς ψηφοφορίας, καὶ μετὰ ταῦτα τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. Ὥρα 5 καὶ ¼.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΚΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Θ. Βενετσάνος.