1863.11.22
1.927 στίχοι · 15.711 λέξεις · 136 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΠʹ.
Τῆς 22 Νοεμβρίου 1863.
(Παρασκευή).
Ὥρα 11 Π. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Προχθὲς ἡ Συνέλευσις ἐκήρυξε κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τοὺς δοκίμους τοῦ Ναυτικοῦ· τοῦτο ὅμως δὲν ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικά.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Λ. Σταμάτης ἰσχυρίζεται, ὅτι κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἡ Συνέλευσις ἐκήρυξε τὸ κατεπεῖγον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τοὺς δικίμους τοῦ ναυτικοῦ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν.
§3ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Θὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν.
§4ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐζήτησα προηγουμένως τὸν λόγον. Προχθὲς ὑπεβλήθη πρότασις περὶ τῶν δοκίμων τοῦ ναυτικοῦ, ἥτις ὑπεστηρίχθη ὡς κατεπείγουσα καὶ προσδιωρίσθη ἀπὸ τὸν Κ. Θεοχάρην τὸ Σάββατον ὡς ἡμέρα συζητήσεως. Βλέπομεν, ὅτι σήμερον εἰς τὰ πρακτικὰ παραπέμπεται εἰς τὰ τμήματα. Προκαλῶ λοιπὸν τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν τὰ πρακτικὰ ἔχωσι καλῶς, ναὶ ἢ ὄχι. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἔχουσι καλῶς παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Λοιπὸν τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς. Δὲν δύναμαι νὰ παύσω, Κύριοι πληρεξούσιοι, παρατηρῶν, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα ἀκριβέστεροι, καθόσον ἀποβλέπει τὴν ὥραν τῶν συνεδριάσεων, καὶ νὰ προσφερώμεθα μετὰ περισσοτέρας ἐπιμελείας εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μας. Ἐκ τῶν τμημάτων δὲν εἰργάσθη χθὲς, ἢ τὸ 10ον τμῆμα. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος δὲν συνῆλθε· παρουσιάσθησαν μόνον 5 μέλη. Θέλομεν αὐτοδιοίκησιν, ἀλλ’ ἡ αὐτοδιοίκησις ἀπαιτεῖ ἀληθῆ ζῆλον ὑπὲρ τῶν δημοσίων πραγμάτων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὰ τμήματα νὰ συνέλθουν αὔριον. Σήμερον εἰργάσθη μόνον τὸ 3ον τμῆμα. Γνωστοποιῶ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος συνελθοῦσα σήμερον ἔθεσε τὰς βάσεις τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, κ’ ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ὑποβάλλεται. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομ. γνωστοποιεῖ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὑπότροφοι παρ’ αὐτῷ δὲν ὑπάρχουσι, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν γνωστοποιεῖ τὸ αὐτό. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε τὸν κατάλογον τῶν ὑποτρόφων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κατάλογος αὐτὸς θέλει τυπωθῆ καὶ θέλει διανεμηθῆ εἰς ὑμᾶς. Ὁ Κ. πληρεξούσιος Ὀδησσοῦ Ῥάλλης ζητεῖ διὰ λόγους οἰκογενειακοὺς ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ναὶ, νὰ τῷ δοθῇ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. πληρεξούσιος Σούϊδας ὑπέβαλε πρότασιν· ὀφείλω ὅμως νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ ὑποβολὴ τῶν προτάσεων, μέχρις οὗ ἐξαντλήσωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ ὁποία περιέχει τόσα σπουδαῖα ἀντικείμενα, καὶ κατόπιν νὰ ἐπασχολῶμεν τὴν Συνέλευσιν μὲ ἀνάγνωσιν νέων προτάσεων.
§8ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀστειευόμενος ἄλλοτε ἔκαμα πρότασιν διὰ νὰ θεραπεύσω τὸ τοιοῦτον, δηλ. εἰς τὰς προτάσεις νὰ μὴ θέτωσι τὰ ὀνόματά των οἱ προτείνοντες.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν, τί νὰ συζητῶμεν· δηλ: πρέπει νὰ συζητήσωμεν ὅλα τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια κ’ ἔπειτα νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ λοιπαὶ προτάσεις. (θόρυβος). Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σούϊδα. «Ἄρθρον μοναδικόν. Καταργεῖται τὸ Διδασκαλεῖον ὡς περιττόν.»
§10ΣΟΥΪΔΑΣ. Προτείνω τὸ προσεχὲς Σάββατον ὡς ἡμέραν ἀναπτύξεως.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Κατσικογιάννη καὶ Τζώρτζη, ἡ ἑξῆς. Ἄρθρον μοναδικόν. «Οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, οἱ ἀπὸ τῆς εἰς τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν κατατάξεώς των οὐδέποτε κατὰ θάλασσαν ἢ ἐπὶ ξένων πολεμικῶν πλοίων ὡς μάχιμοι ὑπηρετήσαντες, στεροῦνται παντὸς δικαιώματος πρὸς προβιβασμὸν καὶ τάσσονται ἀμετακλήτως εἰς ἀργίαν μέχρις οὗ ἀποκτήσωσι τὸν πρὸς σύνταξιν ἀπαιτούμενον χρόνον.»
§12ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Προσδιορίζω ὡς ἡμέραν ἀναπτύξεως τὴν προσεχῆ Τετάρτην.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Σούϊδα ἡ ἑξῆς. «Ἄρθρον μοναδικόν. Οἱ Δημοτικοὶ εἰσπράκτορες χαίρουσι τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι, ὑποβαλλόμενοι τοῦ λοιποῦ καὶ οὗτοι εἰς τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο.»
§14ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἀπαράδεκτος (θόρυβος).
§15ΣΟΥΪΔΑΣ. Ὁρίζω ὡς ἡμέραν ἀναπτύξεως καὶ δι’ αὐτὴν τὸ προσεχὲς Σάββατον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Κωνστ. Πετσάλη ἡ ἑξῆς. «Οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 923 τῆς Πολ. Δικονομ. παραλαμβανόμενοι κατὰ τὰς κατασχέσεις τῶν ἀκινήτων κτημάτων δήμαρχοι ἢ πάρεδροι ὡς ἐκτιμηταὶ ἀναπληροῦνται ἐν περιπτώσει κωλύματος ἢ ἐλλείψεως παρά τινος τῶν Δημοτικῶν Συμβούλων.»
§17ΚΩΝΣΤ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁρίζω ὡς ἡμέραν ἀναπτύξεως τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Κουμουνδούρου περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως.
§19ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι ἰσχύει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, τοιαύτη πρότασις δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀσπάζεται ὁ Κ. Ὑπουργός.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐδόθη εἰς ἕνα στρατιωτικὸν φαλαγγιτικὸν γραμμάτιον. Κατὰ τὸν νόμον τὸ γραμμάτιον αὐτὸ ἐπεστράφη. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν αὐτὸς ζητεῖ τὴν ἀποζημίωσίν του.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ τῶν φθαρτῶν κτημάτων διὰ ν’ ἀναγνωσθῇ. Ὁ Κ. Θ. Δηλιγιάννης ὡς Εἰσηγητὴς ἀναγινώσκει αὐτήν. Πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. «Ἡ ἐκ τῶν τμημάτων τῆς Συνελεύσεως σχηματισθεῖσα εἰσηγητικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον προταθέντος ὑπὸ τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ Κυρίου Ἀλ. Κουμουνδούρου σχεδίου Ψηφίσματος, περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν καὶ Μοναστηριακῶν φθαρτῶν κτημάτων, μελετήσασα τὴν ἀρχὴν καὶ τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ὑποβάλλει δι’ ἐμοῦ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς ἐπ’ αὐτῶν γνώμας της. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ἡ διατήρησις ὑπὸ τὴν κτῆσιν καὶ διαχείρισιν τοῦ δημοσίου τοῦ εἴδους τούτου τῶν κτημάτων ἀπεδείχθη ἀσύμφορος καὶ ἐπιζημία, θέλει δ’ ἀπολήξει εἰς τὴν ἐντελῆ καταστροφὴν τῆς ἐθνικῆς ταύτης περιουσίας. Ἀτελὴς καὶ δι’ ὑπερόγκων δαπανῶν γενομένη καλλιέργεια, ὀλιγωρία περὶ τὴν ἐπιμέλειαν, ἀφροντισία περὶ τὴν φυλακὴν τῶν ὁρίων τῶν κτημάτων τούτων καὶ ἀκηδία περὶ τὴν συντήρησιν αὐτῶν, ἀποτέλεσμα ἔσχον κατὰ τὸ παρελθόν, οὐ μόνον τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ ποσῶν ὅλως δυσαναλόγων πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ καλλιέργεια τῶν κτημάτων, ἂν ὑπὸ ἰδιωτῶν ἐνηργεῖτο, ἤθελεν ἀπαιτήσει, οὐ μόνον ἀτελῆ καὶ ὅλως ἀναξίαν λόγου προσόδευσιν ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐνιαχοῦ μὲν τὴν ἐντελῆ καταστροφὴν τῶν κτημάτων τούτων, μεταβληθέντων ἀπὸ σταφιδώνων ἀκμαζόντων εἰς ἀγροὺς καὶ γαίας ἀκαλλιεργήτους, ἀλλαχοῦ δὲ μεγάλην ἐλάττωσιν τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν, καὶ ἀλλαχοῦ οὐσιώδη χειροτέρευσιν τῆς καταστάσεώς των. Διὰ ταῦτα ἡ ἐπιτροπὴ οὐδόλως διστάζει νὰ προτείνῃ νὰ γένηται παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ Ψηφίσματος τούτου, πεποιθυῖα ὅτι ἡ ἐκποίησις τῶν κτημάτων τούτων, ἐκτὸς τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους θέλει περιποιήσει εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, θέλει συντελέσει εἰς τὴν διάσωσιν καὶ ἀνάῤῥωσιν περιουσία., τὴν ὁποίαν ἀπειλεῖ ἐντελὴς καταστροφή. Ἐπὶ δὲ τῶν κατὰ μέρος διατάξεων ἡ ἐπιτροπὴ παρετήρησε, ά) ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἐκποιήσεως τῶν φθαρτῶν κτημάτων δὲν πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ πέραν τῶν ὁρίων τούτων, οὐδὲ νὰ περιλάβῃ πᾶν γήπεδον ἐπιτήδειον πρὸς οἰκοδομήν, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι ἄλλως ἠδύνατο νὰ ἀπολήξῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, τὴν ὁποίαν κρίνει ἀξίαν ἰδίας σκέψεως καὶ μελέτης· βʹ) ὅτι ἀναγκαῖον εἶναι νὰ δηλωθῇ διὰ τοῦ ψηφίσματος εὐκρινῶς, ὅτι τὰ προσωρινῶς μὴ ἐκποιητέα κτήματα, ὡς διατελοῦντα ὑπὸ πολυετῆ μίσθωσιν, πρέπει νὰ ἐκποιηθῶσιν ὁριστικῶς ἅμα τῇ λήξει τῆς πολυετοῦς ταύτης μισθώσεως, οὐδ’ ἐπιτρέπεται αὕτη νὰ ἀνανεωθῇ ἢ νὰ παραταθῇ· καὶ γʹ) ὅτι τὰ μὴ ἐκποιητέα κτήματα ὡς ἀναγκαιοῦντα εἰς τὸ δημόσιον πρέπει νὰ διακριθῶσι πρὸ πάσης δημοπρασίας καὶ νὰ γνωστοποιηθῶσιν εἰς τὸ κοινόν. Διὰ τοῦ τελευταίου τούτου μέτρου προέθετο ἡ ἐπιτροπὴ νὰ καταστήσῃ ἀναντίῤῥητον, ὅτι τὰ εἰς δημοπρασίαν ἐκτεθησόμενα κτήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐκποιηθῶσιν ἐξαιρούμενα τῆς ἐκποιήσεως ὑπὸ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸ δημόσιον διὰ παραπλήσιον λόγον, ἐπειδὴ ὅμως ἔκρινεν ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρ. 2 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 3/15 Νοεμβρίου 1836 περὶ ἐκποιήσεως φθαρτῶν κτημάτων δὲν ἦτον εὔκολος καὶ ἤθελε παρεμβάλει εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς ὑπηρεσίας σπουδαῖα προσκόμματα, διὰ τοῦτο ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ψηφίσματος οὕτως, ὥστε νὰ διακριθῶσι κατ’ ἐπαρχίαν ἐκ τῶν προτέρων τὰ ἐπὶ τοιούτῳ λόγῳ μὴ ἐκποιητέα κτήματα, καὶ ἡ διάκρισις αὕτη νὰ γνωστοποιηθῇ προσηκόντως ἵνα μὴ διαλάθῃ τινά, ἀλλὰ τὰ κτήματα ταῦτα νὰ διακριθῶσι διὰ Β. Διατάγματος ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἕνεκα δὲ τῶν σκέψεων τούτων ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεσύνταξε τὸ 1 ἄρθρον τοῦ σχεδίου τοῦ ψηφίσματος ὡς ἕπεται καὶ τοιοῦτον προτείνει αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως. «Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται ἡ διὰ δημοπρασίας ἐκποίησις τῶν ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν καὶ τῶν εἰς τὰς διαλελυμένας Μονὰς ἀνηκόντων φθαρτῶν κτημάτων, ὡς καὶ τῶν ἐν ταῖς πόλεσιν ἐθνικῶν οἰκοπέδων. Ἐξαιροῦνται τῆς ἐκποιήσεως τὰ πρὸς χρῆσιν τοῦ δημοσίου ἀναγκαῖα κτήματα ἢ οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα θέλουσι προσδιορισθῆ κατ’ ἐπαρχίαν διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδοθησομένου ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δημοσιευθησομένου διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσα ἐκ τῶν ἀνωτέρω κτημάτων διατελοῦσιν ὑπὸ πολυετῆ μίσθωσιν ἐκποιοῦνται μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς.» Ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου μίαν καὶ μόνην προσθήκην ἔκρινεν ἀναγκαίαν ἡ ἐπιτροπή, τῆς λέξεως τοῖς μετρητοῖς μετὰ τὴν λέξιν πληρώνεται, ἵνα οὕτω διαταχθῇ εὐκρινῶς ὅτι τὸ πεμπτημόριον θέλει πληρωθῆ διὰ νομισμάτων οὐχὶ δὲ διὰ πιστωτικῶν γραμματίων. Αἱ εὐκολίαι, τὰς ὁποίας τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος παρέχει εἰς τοὺς συναγωνισθησομένους διὰ τοῦ ἄρθρου 5, μετὰ τὰς ἐπ’ αὐτοῦ μάλιστα προτεινομένας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατωτέρω καταχωριζομένας τροπολογίας, δικαιολογοῦσι τὸν ἀσθενῆ τοῦτον περιορισμόν, τὸν ὁποῖον ἄλλως προφανὲς συμφέρον τοῦ δημοσίου ὑπαγορεύει. Ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ σχεδίου τοῦ ψηφίσματος, ὡς ἔχει, νὰ προαγάγῃ δικαστικὰς διενέξεις καὶ περιπλοκάς, ἀποβαινούσας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ τοῦ δημοσίου, ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξεν αὐτὸ ἄλλως, ὅπως προλάβῃ πᾶσαν ἐνδεχομένην εἰς τὸ μέλλον ἀξίωσιν τῶν ἀγοραστῶν κατὰ τοῦ δημοσίου· προτείνει δὲ ἵνα τὸ ἄρθρον τοῦτο ψηφισθῇ ἔχον ὡς ἑξῆς. «Ἄρθρον 3. Τὰ ἐκποιούμενα κτήματα μεταβιβάζονται εἰς τὸν ἀγοραστὴν ἐλεύθερα ὑποθήκης, καὶ μὲ τὰ δικαιώματα ἢ τὰς δουλείας, ἃς ἐπ’ αὐτῶν εἶχον, εἴτε τὸ δημόσιον, αἱ ἐπισκοπαί, αἱ διαλελυμέναι Μοναί, εἴτε τρίτοι· ἐπιφυλάσσεται δ’ εἰς τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμα πρώτης ὑποθήκης ἐπ’ αὐτῶν, μέχρι τῆς ὁλοσχεροῦς ἐξοφλήσεως τοῦ τιμήματος.» Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ σχεδίου τοῦ ψηφίσματος προτίθεται νὰ προλάβῃ καὶ καταστείλῃ τὰς ἐνδεχομένας δυστροπίας ἐκείνων, οἵτινες, συναγωνισθέντες κατὰ τὴν δημοπρασίαν, ἤθελον μεταμεληθῆ μετὰ τὸ πέρας καὶ τὴν κατακύρωσιν τοῦ ἀποτελέσματος αὐτῆς. Ἀλλά, ὡς ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ, δὲν ἐπιτυγχάνει τοῦ σκοποῦ τούτου, διότι δὲν διακωλύει ἀπὸ τοῦ συναγωνισμοῦ ἐκείνους, οἵτινες μηδὲ πρόθεσιν νὰ ἀγοράσωσιν ἔχοντες, μηδὲ νὰ ἀγοράσωσι δυνάμενοι δι’ ἀπορίαν, παρίστανται ὅμως κατὰ τὴν δημοπρασίαν καὶ συναγωνίζονται ἵνα ἀνυψώσωσι τὰς τιμὰς τῶν ἐκποιουμένων καὶ βλάψωσιν οὕτω τοὺς ἑαυτῶν ἀντιπάλους ἢ ἀναγκάσωσιν αὐτοὺς εἰς παροχάς· οὐδ’ ἀπαλλάσσει τοῦ κακοῦ τούτου ἡ πρὸς πληρωμὴν τοῦ πεμπτημορίου τῆς διὰ τῆς δημοπρασίας προσδιορισθείσης τιμῆς τοῦ κτήματος διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπιβαλλομένη εἰς τοὺς τοιούτους ὑποχρέωσις, διότι αὕτη ἀποβαίνει ἄνευ ἀποτελέσματός τινος, ὅταν οἱ οὕτω συναγωνισθέντες ὑποτεθῶσιν ἄποροι. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπή, τὸν αὐτὸν ἐπιζητοῦσα σκοπόν, συνέταξεν ἴδιον ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον προτείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν, πεποιθυῖα ὅτι οὕτω καὶ μόνον δύναται νὰ προληφθῇ ἡ ματαίωσις τοῦ συναγωνισμοῦ· μετέβαλε δ’ ἀναλόγως τὸ ἄρθρον 4 τοῦ σχεδίου, γενόμενον 5, ἀφαιρέσασα ἀπ’ αὐτοῦ ὡς ἀνωφελῆ καὶ ματαίαν, περιπλοκὰς δὲ μόνον ἐπάγουσαν, τὴν ἀπαίτησιν ἐγγυητοῦ. «Ἄρθρ. 4. Οὐδεὶς εἶναι δεκτὸς εἰς τὴν δημοπρασίαν πρὸς συναγωνισμόν, ἐὰν δὲν καταθέσῃ πρότερον ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ εἰς μετρητὰ τὸ εἰκοστὸν τοῦ προσδιορισθέντος ὡς ἐλαχίστου ὅρου τοῦ τιμήματος τοῦ ἐκποιουμένου κτήματος καὶ δὲν φέρῃ τὴν ἀπόδειξιν τῆς καταθέσεως ταύτης. Ἄρθρ. 5. Ἐὰν ὁ τελευταῖος πλειοδότης ἀρνηθῇ νὰ ὑπογράψῃ τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας, εὐθὺς μετὰ τὴν κατακύρωσιν, ἢ νὰ πληρώσῃ τὸ πεμπτημόριον τοῦ ὅλου τιμήματος, ἢ νὰ ὑπογράψῃ τὰς ὁμολογίας διὰ τὸ ὑπόλοιπον, ἀπόλλυσι τὸ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον κατατεθειμένον ἐν τῷ ταμείῳ εἰκοστημόριον τοῦ προσδιορισθέντος ἐλαχίστου ὅρου τῆς τιμῆς αὐτοῦ, ἡ δὲ δημοπρασία καὶ τὸ ἐκδοθὲν παραχωρητήριον θεωροῦνται ἄκυρα.» Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ σχεδίου τοῦ ψηφίσματος, γινόμενον κατὰ τὰ ἐκτεθέντα 6, δὲν τίθησιν εἰς ἴσην μοῖραν πάντας τοὺς κυρίους τῶν διαφόρων πιστωτικῶν γραμματίων, διακρῖνον τοὺς πρωτοτύπους κυρίους τοιούτων ἀπὸ ἐκείνων, εἰς τὴν κτῆσιν τῶν ὁποίων περιῆλθον τοιαῦτα διὰ δωρεᾶς, ἀνταλλαγῆς ἢ ἀγορᾶς, καὶ ἐπιβάλλον εἰς τούτους ὑποχρεώσεις, εἰς ἃς δὲν ὑπήγαγον ἐκείνους. Ἡ ἐπιτροπή, μηδένα σπουδαῖον λόγον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς διακρίσεως ταύτης εὑρίσκουσα, κρίνουσα δὲ συμφέρον τοῦ δημοσίου νὰ παρασχεθῇ πᾶσα εὐκολία πρὸς ἐπαναφορὰν τῶν γραμματίων τούτων εἰς τὸ δημόσιον καὶ ἐξόφλησιν τοῦ δι’ αὐτῶν βεβαιουμένου ἐθνικοῦ χρέους, μετέβαλε τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς. «Ἄρθρ. 6. Ὁμολογίαι τῆς ἐπὶ Κυβερνήτου συσταθείσης Τραπέζης, πιστωτικὰ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια καὶ τὰ τούτοις ἐξομοιούμενα εἰσὶ δεκτὰ πρὸς ἀπότισιν τῶν μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ πεμπτημορίου ὑπολοίπων τεσσάρων πέμπτων τοῦ τιμήματος τοῦ ἐκποιηθέντος κτήματος. Ἐὰν διὰ τῆς ἀξίας τῶν γραμματίων τούτων δὲν ἐξοφλῆται ὁλοσχερῶς τὸ τίμημα, τὸ ὑπόλοιπον πληρόνεται τοῖς μετρητοῖς εἰς δέκα ἐτησίας ἴσας δόσεις κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρ. 2.» Τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ σχεδίου, γενομένου 7, τὴν μὲν § ά. κρίνει συμπληρωτέαν ἡ ἐπιτροπή, διότι ἐν τῷ μέλλοντι ἐνδέχεται νὰ συσταθῇ εἰδικὸν χρεωλυτικὸν ταμεῖον, ὅτε ἐν αὐτῷ πρέπει νὰ κατατεθῶσι πάντα τὰ πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν προωρισμένα κεφάλαια· τὴν δὲ § βʹ. κρίνει περιττήν, ἀφ’ οὗ πάντες ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ἡ ὑπὲρ τοῦ ἱεροῦ κλήρου καὶ τῆς δημοσίας παιδείας μέριμνα ἁρμόζει εἰς τὴν πολιτείαν, πᾶσα δὲ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τούτων δαπάνη πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ὅθεν προτείνει ἵνα τὸ εἰρημένον ἄρθρον μεταβληθῇ ὡς ἕπεται. «Ἄρθρ. 7. Τὸ εἰσπραττόμενον τοῖς μετρητοῖς ἐκ τοῦ τιμήματος τῶν ἐκποιουμένων ἐθνικῶν κτημάτων κατατίθεται ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἢ τῷ συσταθησομένῳ εἰδικῷ Ταμείῳ πρὸς πληρωμὴν ἐθνικῶν χρεῶν.» Τὸ κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος 7 ἄρθρον ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς κρίνει παραδεκτόν, μηδεμίαν ἐπ’ αὐτοῦ ἔχουσα ἐναντίαν παρατήρησιν· ἀλλ’ ἡ μειοψηφία, θέλουσα νὰ ματαιώσῃ τὸν περιορισμὸν τοῦ συναγωνισμοῦ, τὸν ὁποῖον πολλάκις κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπήνεγκεν ἡ πρὸς ἰδίαν ὠφέλειαν συνεννόησις τῶν συναγωνισθησομένων, εὑρίσκει πλείους κατὰ τῆς συνεννοήσεως ταύτης ἐγγυήσεις εἰς τὰς δύω ἀντὶ μιᾶς δημοπρασίας, καὶ διὰ τοῦτο προτείνει ἵνα τὸ ἄρθρον τοῦτο μεταβληθῇ ὡς ἑξῆς. «Ἄρθρ. 8. Αἱ δημοπρασίαι τῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παρόντος νόμου ἐκποιουμένων κτημάτων προσδιορίζονται εἰς δύω, ὅθεν μετὰ τὸ πέρας τῆς πρώτης εἰσὶ δεκταὶ προσφοραί, ἐὰν προταθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν διοικητικὴν ἢ οἰκονομικὴν ἀρχὴν ἐντὸς δέκα καὶ πέντε ἡμερῶν, ἀρχομένων ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς λήξεως τῆς πρώτης δημοπρασίας· παρελθουσῶν δὲ τῶν ἡμερῶν τούτων, πᾶσα προσφορὰ εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ τὸ κτῆμα κατακυροῦται εἰς τὸν τελευταῖον πλειοδότην τῆς πρώτης δημοπρασίας, ἐὰν κατὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς ἐτηρήθησαν αἱ νενομισμέναι διατυπώσεις. Ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς δευτέρας δημοπρασίας προσφοραὶ εἰσὶν ἀπαράδεκτοι, ἡ δὲ δημοπρασία θεωρεῖται ὑποχρεωτικὴ καὶ διὰ τὸ δημόσιον, ἐὰν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς ἐτηρήθησαν αἱ νενομισμέναι διατυπώσεις». Τὴν διὰ τοῦ 8 κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος ἄρθρου γιγνομένην γενικὴν παραπομπὴν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 3/15 Νοεμβρίου 1836 περὶ ἐκποιήσεως ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων νόμου, ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ἀσαφῆ καὶ δυναμένην νὰ πλανήσῃ τοὺς ἐκτελεστὰς τοῦ νόμου τούτου· ὅθεν ἀντὶ ταύτης προτείνει τὴν ἑξῆς, δι’ ἧς δίδοται κῦρος εἰς ὡρισμένας διατάξεις τοῦ εἰρημένου νόμου τοῦ 1836, τὰς κανονιζούσας τὸν τρόπον τῆς δημοπρασίας. Ἄρθρ. 9. Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 3, 4, 5, 6, 7, 8, 10, 11, 13, 19, τοῦ ἀπὸ 13|25 Νοεμβρίου 1836 Β. Διατάγματος περὶ ἐκποιήσεως ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων, ἰσχύουσιν· αἱ δὲ δημοπρασίαι θέλουσιν ἐνεργηθῆ συμφώνως πρὸς ταύτας. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 20 Νοεμβρίου 1863. Ἡ Εἰσηγητικὴ Ἐπιτροπή, Θ. Α. Ζαΐμης, Γ. Μ. Ῥοῦφος, Κ. Δαγρές, Β. Κεχαγιᾶς, Δημ. Χαραλάμπης. Ὁ Εἰσηγητὴς, Θεόδωρος Δηλιγιάννης.
§23ΖΑΪΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ μετατρέψῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ κατατάξῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἀμέσως μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου οἰκοδομῶν, διότι συνδέεται στενώτατα μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ δώσῃ μεγίστην προσοχὴν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ εἶναι καλὸν ὅλα τὰ νομοσχέδια περὶ οἰκονομικῶν νὰ προταχθῶσιν. Ἤθελον παρακαλέσει καὶ τὴν προσοχὴν τῶν τμημάτων ἐπὶ ἑτέρου νομοσχεδίου περὶ φυτειῶν, αὐθαιρέτως γινομένων καθὼς κ’ ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον αὔριον θέλει προταθῆ περὶ χρεωλυτικοῦ ταμείου· ὅλα ταῦτα νὰ ληφθῶσιν πρῶτον ὑπ’ ὄψιν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ζαΐμη τοῦ νὰ προταχθῶσιν τὰ οἰκονομικὰ ἀντικείμενα· ὅσοι παραδέχονται τὸ τοιοῦτο νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Σχινᾶς.
§25ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἔχομεν καιρὸν ἐπιδείξεων, ἀλλὰ σπουδαίων σκέψεων καὶ ἐνεργειῶν. Νομίζω, ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον κατέχει τὰς καρδίας ὅλων ἡμῶν, προτείνων, εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν, τῆς ὁποίας νομίζω, ὅτι εἶναι καιρός. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη εἶναι ἡ ἑξῆς. Τὸ τὶ γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις μεταδοτὸν εἰς τὴν Συνέλευσιν περὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἀπεσταλμένου εἰς Λονδῖνον, τοὐτέστι περὶ τῆς μεγάλης ὑποθέσεως τῆς Ἑπτανήσου, περὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἑνώσεως, ἥτις καταντᾶ δι’ ἡμᾶς ἕνωσις καὶ μὴ ἕνωσις. Ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω, ὡς καὶ ὑμεῖς ὅλοι, ποῦ ἐστάθη καὶ ποῦ ἐπροχώρησεν ὁ ἀπεσταλμένος τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ τούτου νομίζω, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταδώσῃ ἱκανὸν μέρος, καὶ μέρος σπουδαῖον, καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑποστήριξίν σας.
§26ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§27ΣΧΙΝΑΣ. Μετὰ δὲ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς καθυποβάλω μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν νομίζω ἑλληνικὴν καὶ κοινοβουλευτικήν. Ἐννοεῖτε δὲ, ὅτι ἔχων τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν βλέπετε, δὲν σᾶς παρέχω τὸ ἐνδόσιμον νὰ φοβῆσθε παρ’ ἐμοῦ οὐδεμίαν παρεκτροπήν.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν προσδιορίζετε;
§30ΠΟΛΛΟΙ. Σήμερον.
§31ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι παρὼν ὁ ὑπουργὸς, εἶναι ἀσθενής.
§33ΡΟΥΦΟΣ. Ἂς ἐρωτηθῇ ἕτερος ὑπουργός.
§34ΙΩ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Οὔτε αὔριον θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ ἐξήγησιν ὁ ὑπουργὸς, διότι εἶναι ἀσθενής.
§35ΤΙΝΕΣ. (ἀριστερόθεν) Τὴν Δευτέραν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἀπαντήσῃ τὴν Δευτέραν ὁ ὑπουργὸς παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν Δευτέραν. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν προτάσεων.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ζήτημα περὶ λειβαδίων.
§38ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ἂν ὁ Κ. Φραγκιᾶς ὑπάγηται εἰς τὴν κατηγορίαν (θόρυβος).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀναφορὰ καὶ περὶ τούτου θ’ ἀποφασίσῃ αὔριον ἡ Συνέλευσις. Ἐρχόμεθα, Κύριοι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλὰ πρὸ τούτου ὑπάρχει ἡ πρότασις τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ ὑπαγωγῆς Προξενείων τινῶν ἀπὸ δευτέρας εἰς τὴν τρίτην τάξιν. Δυνάμεθα νὰ τὸ προτάξωμεν, διότι θὰ τελειώσῃ ἀμέσως. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προταχθῇ νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται τινές).
§40ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἐνοήσαμεν.
§41Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Πρέπει καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ᾖναι παρών.
§42ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀδιάφορον, εἶναι ἐδῶ ὁ τμηματάρχης τοῦ ὑπουργείου.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, τὸ νὰ προταχθῇ τὸ περὶ Προξενείων νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§44ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν παρεδέχθη. (Θόρυβος καὶ φιλονεικία περὶ τοῦ ὅτι, ἂν ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις νὰ προταχθῇ, ἢ ὄχι).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (θόρυβος) Οἱ παραδεχόμενοι, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, νὰ προταχθῇ τὸ περὶ Προξενείων ζήτημα νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἰδοὺ, ὅτι τὸ γραφεῖον δὲν ἔσφαλε. Περιορισθῆτε εἰς τὸ καθῆκόν σας. Ἀναγινώσκεται τὸ περὶ Προξενείων ψήφισμα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει Ἄρθρον 1. «Τὰ ἐν Τεργέστῃ καὶ Μελίτῃ Προξενεῖα μεταβιβάζονται ἀπὸ τῆς πρώτης εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, τὴν ὁριζομένην ἐν τῷ ἄρθρῳ 31 § 1 τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1853 περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν νόμου, γινόμενα οὕτως ἐντελῶς ἄμισθα. Ἄρθρον 2. Ἐπίσης μεταβιβάζονται ἀπὸ τῆς δευτέρας εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν, γινόμενα ἐντελῶς ἄμισθα, τὸ ἐν Τριπόλει τῆς Βαρβαρίας Προξενεῖον καὶ τὸ ἐν Βενετίᾳ Ὑποπροξενεῖον. Ἄρθρον 3. Τὰ ἐν Τριπόλει τῆς Συρίας καὶ ἐν Αἴνῳ Ὑποπροξενεῖα καταργοῦνται. Ἄρθρον 4. Ὁσάκις διορίζονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ῥηθέντος νόμου, Γραμματεῖς εἰς Προξενεῖα τῆς τρίτης κατηγορίας, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προσδιορίζῃ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν, λαμβανομένην ἐκ τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ προϊστάμενος τοῦ Προξενείου θέλει ἀπολαμβάνει πρὸς ἴδιον αὐτοῦ ὄφελος, ἔχων εἰς βάρος του καὶ ὅλας τῆς ὑπηρεσίας τὰς δαπάνας κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ μνησθέντος νόμου, τὸ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ Γραμματέως ὑπόλοιπον τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων. Ἄρθρον 5. Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρ. τοῦ ἔτους 1864.»
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς ἀρχῆς;
§47ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ά. ἄρθρον ὡς ἑξῆς· «Τὰ ἐν Τεργέστῃ καὶ Μελίτῃ προξενεῖα μεταβιβάζονται ἀπὸ τῆς ά. εἰς τὴν γʹ. κατηγορίαν τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, τὴν ὁριζομένην ἐν τῷ ἄρθρῳ 34 §. 4 τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1853 περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν νόμου, γινόμενα οὕτως ἄμισθα.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου;
§50ΠΟΛΛΟΙ. Κανείς.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ βʹ ἄρθρον. «Ἐπίσης μεταβιβάζονται ἀπὸ τῆς βʹ εἰς τὴν γʹ κατηγορίαν, γινόμενα ἐντελῶς ἄμισθα, τὸ ἐν Τριπόλει τῆς Βαρβαρίας προξενεῖον καὶ τὸ ἐν Βενετίᾳ ὑποπροξενεῖον».
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§53ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ νὰ σηκωθῶσιν, (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ γʹ ἄρθρον. «Τὰ ἐν Τριπόλει τῆς Συρίας καὶ ἐν Αἴνῳ ὑποπροξενεῖα καταργοῦνται».
§55ΚΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ τηρήσητε μίαν τάξιν· ἡ ἀνάγνωσις δὲν εἶναι, ἥτις θὰ μᾶς φωτίσῃ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ.
§57ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον· ἐπὶ τοῦ γʹ ἄρθρου.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετέ τον.
§59ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν βλέπω ἐνταῦθα τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλῶ τὸν γενικὸν γραμματέα τοῦ ὑπουργείου τούτου νὰ μοῦ δώσῃ μίαν διασάφησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. «Τὰ ἐν Τριπόλει καὶ Αἴνῳ προξενεῖα καταργοῦνται.» Καταργουμένων τῶν δύο τούτων προξενείων, τί ἐννοεῖ ὁ κύριος ὑπουργὸς; ἐννοεῖ ἴσως νὰ μὴν ὑπάρχῃ εἰς τὰς δύο ταύτας θέσεις οὐδεὶς πλέον προξενικὸς πράκτωρ; ἂν ἐννοῇ τοῦτο, μὲ συγχωρεῖ νὰ τὸν παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶμαι σύμφωνος, διότι ἔχω τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἑτεροδικία, καὶ εἰς τὸ τελευταῖον δηλαδὴ χωρίον τῆς Τουρκίας, πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν πράκτορες Ἕλληνες διὰ νὰ ὑποστηρίζωσι τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα.
§60Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Γενικὸς γραμμ. τοῦ Ὑπουργ. τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὰ προξενεῖα κατηργήθησαν ἤδη διοικητικῶς, ἀλλὰ διωρίσθησαν προξενικοὶ πράκτορες, οἵτινες εἶναι ἄμισθοι.
§61ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἔκαμα, κύριοι, τὴν ἐπερώτησιν ταύτην εἰς τὸν κύριον γενικὸν γραμματέα, διότι γνωρίζω, ὅτι ἡ Αἶνος καὶ ἡ Τρίπολις τῆς Συρίας εἶναι θέσεις ἀρκετὰ σημαντικαὶ, διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ διότι πολλοὶ Ἕλληνες κατοικοῦσι τὰ μέρη ἐκεῖνα.
§62Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Οὔτε σημασίαν μεγάλην ἔχουν, οὔτε πολλοὶ Ἕλληνες κατοικοῦν.
§63ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, εἶναι ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου τὸ ἐμπόριον ἔχει ἀρκετὴν κίνησιν.
§64Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐντοσούτῳ ἡ πεῖρα μᾶς ἀπέδειξε τὸ ἐναντίον.
§65ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν πεῖρα δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀποδείξῃ, εἰμὴ τὴν εἴσπραξιν χρημάτων ἐκ μέρους τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων. Αἱ θέσεις αὐταὶ, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι πολὺ σημαντικαὶ διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν ναυτιλίαν καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον γενικὸν γραμματέα οἱ πράκτορες οἱ διορισθησόμενοι νὰ ᾖναι εἰδήμονες τῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ δύνανται νὰ δίδωσι πᾶσαν ὑποστήριξιν εἰς τὸ ἐμπόριον διὰ τῆς τιμίας διαχειρίσεως τῆς ὑπηρεσίας των, ἄλλως τε ὁ σκοπὸς τῆς καταργήσεως τῶν ὑποπροξενείων αὐτῶν εἶναι ἐπιβλαβής.
§66ΙΩ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, τὰ ὑποπροξενεῖα ἀπὸ πολλοῦ ἀπεδείχθησαν ὡς περιττά· δὲν λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουν προξενικοὶ ὑπάλληλοι εἰς αὐτὰ τὰ μέρη, ἀλλ’ ὅτι τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ προκύψουν ἐκ τῆς εἰς ἔμμισθον κατάστασιν διατηρήσεώς των, δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε τὸ δημόσιον νὰ κάμῃ θυσίας. Διὰ τοῦτο πρὸ καιροῦ τὸ ὑπουργεῖον ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ τὰ μεταβάλῃ εἰς προξενικὰ πρακτορεῖα. Ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἴμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραδεχθῶμεν πολλὰς οἰκονομίας, τὸ ὑπουργεῖον ἐφήρμοσεν αὐτὸ τὸ μέτρον διοικητικῶς. Ἐπειδὴ δὲ αὐταὶ αἱ θέσεις ἔτυχον νὰ κενωθοῦν, δὲν τὰς ἀνεπλήρωσεν, ἀλλὰ διώρισε προξενικοὺς πράκτορας. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχει τόσον μέγα ἐμπόριον, διότι τὸ ὑπουργεῖον ἔχει πίνακα κατ’ ἔτος καὶ τῆς κινήσεως τῶν λιμένων καὶ τοῦ ἐμπορίου· ἐξ αὐτῶν συνάγεται ὅτι οὔτε ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου, οὔτε τῆς ναυτιλίας εἶναι μεγάλη· εἷς προξενικὸς πράκτωρ εἶναι ἀρκετός· πράκτορας δὲν διορίζει τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον τοὺς προτείνει ὁ ἁρμόδιος πρόξενος, ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ ὁποίου ἐνεργοῦν. Τὸ ὑπουργεῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται τὴν ἐπικύρωσιν, ὅταν δὲν ἔχῃ καλὰς πληροφορίας περὶ τοῦ προσώπου.
§67ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἐπειδὴ γνωρίζομεν ὅλους τοὺς προξένους τῆς Ἑλλάδος εἰς ὅλα τὰ μέρη, καθόσον οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου μας εἶναι ἐμποροπλοίαρχοι καὶ πολλάκις περιφερόμενοι ἀπὸ μέρος εἰς μέρος εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ διέλθωσιν ὅλας τὰς δικαιοδοσίας αὐτῶν τῶν προξένων· ἀντὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσίασεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ὅπερ λέγει ὅτι καταργοῦνται αὐτὰ τὰ δύο Προξενεῖα, θὰ ἦτον εὐεργέτημα διὰ τοὺς Ἕλληνας, ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη ἠδύνατο νὰ μετατραπῇ, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ὅλοι οἱ ὑπάρχοντες μέχρι τοῦδε προξενικοὶ πράκτορες ἀπολύονται καὶ ἀντ’ αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς διορισμὸν νέων. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτοὶ οἱ προγενέστεροι ἀπέδειξαν φαύλην διαγωγήν. Προχθὲς ἦλθεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι μόλις 180 χιλ. δραχ. καθυστεροῦνται ἀπὸ τοὺς Πράκτορας ἐκείνους. Σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἦτον εἷς ἐπιθεωρητὴς νὰ περιφέρεται ἀπὸ Προξενεῖον εἰς Προξενεῖον, καὶ ἐκ τοῦ πλησίον νὰ πληροφορηθῇ τὶ εἰσέπραξαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, θὰ σᾶς ἔλεγεν ὅτι εἶναι 8,000,000, καὶ ὅποιος θέλει ἂς μεταβῇ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἴδῃ τὰ καθυστερήματα. Τί συμβαίνει, Κύριοι;
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, Κ. Ζέρβα.
§69ΖΕΡΒΑΣ. Θὰ ὑποστηρίξω τὸν λόγον μου, ὅτι νὰ καταργηθοῦν ὅλα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄσχετον, φέρετε ἄλλην πρότασιν.
§71ΖΕΡΒΑΣ. Ποῖος εἶναι, Κύριοι, ὁ λόγος τοῦ Ὑπουργοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένει νὰ κατορθώσῃ αὐτό;
§72ΚΑΛΟΣ. Οἱ Πράκτορες δὲν εἰσπράττουν.
§73ΖΕΡΒΑΣ. Εἰσπράττουν.
§74ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἰσπράττουν μάλιστα.
§75ΖΕΡΒΑΣ. Ὁ λόγος τοῦ Κ. ὑπουργοῦ εἶναι· ἡ κατάργησις αὕτη προέρχεται ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι ἐξοδεύει τὸ δημόσιον περισσότερα παρ’ ὅ,τι δύναται νὰ ἐσοδεύῃ.
§76ΙΩ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος.
§77ΖΕΡΒΑΣ. Λοιπὸν λέγω, ὅτι 1,800,000 δραχμ. ὑπάρχουν καθυστερήματα, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐμβῆκαν τὰ διπλώματα εἰς ἐνέργειαν· πηγαίνετε εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ θέλετε μάθει, ὅτι ὅλοι οἱ Πρόξενοι τὰ μὲν δικαιώματα ὅσα βαστάζει ἡ ψυχή των ἀναφέρουν, τὰ δὲ ἄλλα τὰ ἔχουν κρατήσει, τοὺς δὲ μισθούς των τοὺς ἔχουν πάρει μέχρι λεπτοῦ. Λοιπὸν ἡ διαβεβαίωσις τοῦ Κ. ὑπουργοῦ περὶ τῶν 180 χιλ. δραχμ. δὲν εἶναι ἀληθής. Ἔχω λοιπὸν τὴν πεποίθησιν αὐτὴν ὅτι πρέπει νὰ μετατραπῇ ἡ διάταξις αὐτὴ, ὅτι πρέπει ν’ ἀπολυθῶσιν ὅλοι οἱ Πράκτορες· τοὐλάχιστον πρέπει νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὅσον ἔνεστι ταχυτέραν ἀλλαγὴν ὅλων αὐτῶν τῶν Πρακτόρων, διότι ὅλοι εἶναι διεφθαρμένοι πέρα καὶ πέρα· κανεὶς δὲν εἶναι τίμιος.
§78ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜ. Τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ παρόν· ἂς ἐπιφυλαχθῶσι νὰ φέρωσι τὰς παρατηρήσεις των, ὅταν ἔλθῃ τὸ ἄλλο, τὸ τοῦ ταμείου.
§79ΙΩ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μολονότι ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ὁμιλία τοῦ Κ. Ζέρβα δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ θέμα, νομίζω ἀναγκαῖον, ἐπειδὴ ἀνέφερεν ὕβρεις καθ’ ὁλοκλήρου τάξεως δημοσίων ὑπαλλήλων, νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τακτικὸν εἰς ἓν τοιοῦτον σῶμα. Ὅταν ὁ Κ. Ζέρβας, εἶχε κακὰς πληροφορίας περὶ τῶν προσώπων, εἰμποροῦσε νὰ ἔλθῃ νὰ κατονομάσῃ τοὺς καταχραστὰς καὶ καταδείξῃ τὰς πράξεις των, ἄλλως ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐπρέπειαν τὸ νὰ ἔρχηται ἓν πρόσωπον νὰ προσβάλῃ δωρεὰν τὸν βίον δημοσίων ὑπαλλήλων.
§80ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, Κ. Δεληγιάννη.
§81ΖΕΡΒΑΣ. Κ. Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον, εἶναι προσωπικόν. Σᾶς δίδω τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἕνας Πρόξενος, προχθὲς ἀκόμη εἰς Ῥόδον, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχον μυρίαι ὅσαι κατηγορίαι εἰς τὸ ὑπουργεῖον......
§82ΤΙΝΕΣ. Τὸ ὄνομά του;
§83ΖΕΡΒΑΣ. Βουτσίνος. Τὸν ἐπῆγαν εἰς τὸ Γαλάζι, ἀπ’ ἐκεῖ οἱ κάτοικοι τὸν ἐδίωξαν, καὶ ἀπ’ ἐκεῖ εἰς ἄλλο μέρος καὶ παντοῦ ἐξηγέρθη ὁ λαὸς καὶ δὲν τὸν θέλει, καὶ μολαταῦτα ἐπιμένουν νὰ τὸν ἔχουν, καὶ εἰς τὸ πεῖσμα ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς ἐπιμένετε τοὺς καταχραστὰς, τοὺς διεφθαρμένους ἀνθρώπους νὰ τοὺς διατηρῆτε εἰς τὰ πράγματα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς μόνος· ἀπαλείψατε μόνον μίαν διάταξιν τῆς ποινικῆς δικονομίας, διὰ τῆς ὁποίας δὲν δύναται τὸ δικαστήριον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς καταδιώξεως αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, καὶ σᾶς βεβαιόνω ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ τοὺς ἀποδείξω ὅλους κακούργους.
§84ΞΥΔΑΚΤΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ περιμένω τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ συζητηθῇ τὸ περὶ Προξενείων, παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα τῆς συζητήσεως.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Κύριοι, τὸ τρίτον ἄρθρον τὸ ἠκούσατε· οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ τέταρτον ἄρθρον. «Ἄρθρον 4. Ὁσάκις διορίζονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ῥηθέντος νόμου, Γραμματεῖς εἰς Προξενεῖα τῆς τρίτης κατηγορίας, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προσδιορίζῃ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν, λαμβανομένην ἐκ τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ προϊστάμενος τοῦ προξενείου θέλει ἀπολαμβάνει πρὸς ἴδιον αὐτοῦ ὄφελος, ἔχων εἰς βάρος του καὶ ὅλας τῆς ὑπηρεσίας τὰς δαπάνας κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ μνησθέντος νόμου, τὸ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ γραμματέως ὑπόλοιπον τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων».
§86ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς οὐσιαστικῆς ἀνακολουθίας τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· παρατηρεῖτε, κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου κατηργήσαμεν ἀπὸ ἐμμίσθων εἰς ἄμισθα τὰ Προξενεῖα τῆς Τεργέστης καὶ Μελίτης, ἐρχόμενοι δὲ ἤδη νὰ συζητήσωμεν τὸ δ.ʹ ἄρθρον, παρατηροῦμεν, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς καταργήσεως τῆς μισθοδοσίας δὲν ὑφίσταται πλέον, διότι χορηγοῦμεν διπλάσιον μισθὸν εἰς τοὺς Προξένους τῶν εἰρημένων προξενείων. «Ἄρθρον 4. Ὁσάκις διορίζονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ῥηθέντος νόμου Γραμματεῖς εἰς Προξενεῖα τῆς τρίτης κατηγορίας, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προσδιορίζῃ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν, λαμβανομένην ἐκ τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων». «Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ προϊστάμενος τοῦ προξενείου θέλει ἀπολαμβάνει πρὸς ἴδιον αὐτοῦ ὄφελος, ἔχων εἰς βάρος του καὶ ὅλας τῆς ὑπηρεσίας τὰς δαπάνας κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ μνησθέντος νόμου, τὸ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ γραμματέως ὑπόλοιπον τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων». Πρό τινων ἡμερῶν εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον ἕνα πίνακα μέσου ὅρου πενταετοῦς εἰσπράξεως ὅλων τῶν κατὰ τὴν Εὐρώπην καὶ Ῥωσσίαν Προξενείων· καὶ ἰδοὺ οὗτος· ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπράξεων ἑνὸς ἑκάστου τῶν Προξενείων τούτων παρατηροῦμεν, ὅτι τὸ Προξενεῖον τῆς Μελίτης εἰσπράττει κατ’ ἔτος 7,191 καὶ λεπ. 65, τὸ δὲ τῆς Τεργέστης 9,573 λεπ. 81 ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Ἑπταννήσου θὰ λάβωσι σημαντικὴν αὔξησιν αἱ εἰσπράξεις αὗται, θέλομεν ἔχει πλήρη καὶ ἀδιαφιλονείκητον τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων, τὸ ὁποῖον ἀφίνεται πρὸς ὄφελος τοῦ διευθύνοντος τὸ προξενεῖον, θέλει εἶσθαι διπλάσιον τῆς μέχρι τοῦδε μισθοδοσίας του· ἐπειδὴ δὲ δὲν βλέπω τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν παρόντα, παρακαλῶ τὸν γενικὸν γραμματέα νὰ μᾶς εἴπῃ ποῖον μισθὸν εἶχον οἱ ἔμμισθοι εἰς ἀμίσθους καθιστάμενοι ἤδη δύο ἀνωτέρω πρόξενοι;
§87ΙΩ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ τελειώσητε θὰ σᾶς εἴπω.
§88ΤΙΝΕΣ. 500 δραχμαί.
§89ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῆς μελέτης τοῦ 4 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐπιψηφίσητε, ἐξάγεται ὅτι ὁ διπλασιασμὸς τῆς μισθοδοσίας τῶν εἰρημένων προξενείων καθίσταται ἀναπόφευκτος καθόσον ἡ ἐτησία χορήγησις ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν μόλις ἀναβαίνει εἰς 5,000 δραχ. θὰ πληρόνωσι δηλαδὴ τὸν μισθὸν τοῦ γραμματέως των, καὶ θὰ λάβωσι τὸ ὑπόλοιπον τῶν εἰσπράξεων, τὸν δὲ μισθὸν τῶν γραμματέων τὸ νομοσχέδιον ἀφίνει εἰς τὸν ὑπουργὸν διὰ Β. Διατάγματος νὰ προσδιορίσῃ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πάντοτε ὁ προσδιορισμὸς οὗτος τῆς μισθοδοσίας τῶν προξενικῶν γραμματέων θὰ γίνεται κατὰ λόγον οὐχὶ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ τῶν συμπαθειῶν ἢ τῶν ἀντιπαθειῶν, τὰς ὁποίας οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ θέλουσιν ἔχει πρὸς τοὺς προξένους· ὥστε ἀνάγκη πᾶσα νὰ ὁρισθῇ ῥητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ πόσα θὰ πληρόνωνται οἱ γραμματεῖς, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι μετὰ μίαν ἱκανὴν μισθοδοσίαν θὰ μείνουν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ προξενείου 7, 8 χιλ. δραχμαί, τὰς ὁποίας, τὸ νομοσχέδιον τὰς δίδῃ εἰς τὸν προϊστάμενον τοῦ προξενείου, δὲν ἀναφέρει βλέπετε τὸ ὄνομα πρόξενος διὰ νὰ μὴ κάμῃ ἐντύπωσιν. Κύριοι, εἰς ἁπάσας τὰς μεγαλουπόλεις τῆς Εὐρώπης καὶ Ῥωσσίας ὑπάρχουν Ἕλληνες μεγαλέμποροι ἐντιμώτατοι· ἐκεῖ ἑτεροδικία δὲν ὑφίσταται· τῶν προξενείων τούτων δύνανται ν’ ἀναλάβουν τὴν διεύθυνσιν οἱ εἰρημένοι μεγαλέμποροι. Καμμίαν ἀνάγκην ὑποστηρίξεως, δὲν ἔχει τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, διότι, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἑτεροδικία σημαίνει ὅτι ὑπάρχει εὐνομία, καὶ κατὰ συνέπειαν οἱ νόμοι τοῦ κράτους ἐκείνου ἀπονέμουσι τὸ δίκαιον εἰς πάντα διαφερόμενον ἀδιακρίτως τῆς ἐθνικότητος αὐτοῦ· μία πολυτέλεια εἶναι μόνον τὰ προξενεῖα εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, δῆθεν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον διατηρεῖ διπλωματικοὺς πράκτορας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ τίποτε περισσότερον. Ἐκ τῆς Μελίτης, Κύριοι, οὐδένα ἐξ ὑμῶν λανθάνει, ὅτι πολλὰ πλοῖα διέρχονται κατ’ ἔτος, διότι τὴν νῆσον ἐκείνην ὡς τὸν ὀμφαλὸν τῆς Μεσογείου δάκτυλος Θεοῦ ἔθεσεν ἐκεῖ διὰ νὰ σώζῃ τὸ ναυτικὸν ὅλου τοῦ κόσμου, πολλάκις, διελθὼν ἐκεῖθεν πλοίαρχος ὢν οὐδέποτε ἔλαβον ἀνάγκην τῆς τῶν προξενείων συνδρομῆς, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας ἐκεῖνο ἐλάμβανε πάντοτε τὴν συνδρομήν μου· ἐκ τοῦ πίνακος τούτου ἐξάγεται, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἀναβαίνουν εἰς 7 χιλιάδας καὶ ἐπέκεινα. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω οὐδένα πρόξενον ὡς καταχραστὴν, διότι δὲν γνωρίζω τίποτε θετικῶς· οὐδὲ τὴν σφοδρότητα τῶν λόγων τοῦ προαγορεύσαντος κυρίου Ζέρβα ἐπιδοκιμάζω, οὐδὲ τοὺς πανηγυρικοὺς τοὺς ὑπὲρ τῶν προξένων τοῦ Γενικοῦ γραμματέως κυρίου Δεληγιάννη παραδέχομαι, τοῦτο μόνον σᾶς λέγω ὅτι εἰς τὴν Μελίτην ὑπάρχουν ἕλληνες ἔμποροι, καὶ ὁ πληρεξούσιος τῆς Μελίτης ἂν ὑπῆρχε παρὼν ἠδύνατο νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ διευθύνουν τὸ προξενεῖον αὐτὸ, εἰς ἕνα ἐξ αὐτῶν δύναται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναθέσῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ προξενείου τούτου, καὶ ὄχι μόνον νὰ μὴ λαμβάνῃ γραφικὰ ἔξοδα, ἀλλὰ καὶ νὰ προσφέρῃ συγχρόνως· τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ζητεῖ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ διπλασιάσῃ τὸν μισθὸν τῶν προξένων καὶ οἱ γραμματεῖς νὰ λαμβάνουν μεγαλείτερον μισθὸν ἀπὸ τὸν μέχρι τοῦδε. Παρακαλῶ ὅθεν νὰ ἔλθῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς προσδιορίσῃ τὸν μισθὸν τῶν γραμματέων τῶν προξενείων τούτων.
§90ΤΙΝΕΣ. Προσδιορίσατε αὐτὸν ὑμεῖς.
§91ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Θέλω τὸν προσδιορίσει λοιπὸν εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θέλω ἐπιφέρει, καὶ θέτω ὡς βάσιν νὰ ᾖναι ἀνάλογος μὲ τὸν μισθὸν τῶν ἄλλων προξενείων. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νά λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὅλα τὰ προξενεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἑτεροδικία, δηλαδὴ τῆς Εὐρώπης, Ἀμερικῆς καὶ Ῥωσσίας, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ στείλῃ ἐντεῦθεν ὑπαλλήλους τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Διότι, ὡς σᾶς προεῖπον, εἰς ὅλους τοὺς λιμένας καὶ τὰς μεγαλουπόλεις ὑπάρχουν κοινότητες Ἑλλήνων, συνιστάμεναι ἐκ προσώπων ἐντιμωτάτων, καὶ δυναμένων νὰ διευθύνουν τὰ προξενεῖα αὐτά. Περὶ δὲ τοῦ 4 ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου σᾶς λέγω ὅτι ἀναιρεῖ τὸ πρῶτον. Προτείνω τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ, ἢ κάλλιον ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν.
§92Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος πληρέστατα μὲ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Σπετσῶν ὡς πρὸς τὰ προξενεῖα τῆς Εὐρώπης· πραγματικῶς τὰ προξενεῖα ταῦτα δὲν ἔχουν οὔτε τὴν ἐργασίαν, οὔτε τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ κατὰ τὴν Τουρκίαν προξενεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ πολυάσχολα καὶ ἔχουν ἁρμοδιότητα ἐκτεταμένην· εἰς αὐτὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ προξένους ἐμμόνους. Εἰς τὴν Εὐρώπην δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν χρησιμεύουν τὰ προξενεῖα, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία των εἶναι πολλὰ περιωρισμένη, μία ἁπλῆ προστασία τοῦ ἐμπορίου, μία ἐπιθεώρησις τῶν ναυτικῶν ἐγγράφων καὶ τὰ τοιαῦτα· αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ ἐργασία των, ἥτις δὲν ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, ἀλλ’ ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος δὲν ἔλαβεν ὀλίγην ὑπομονὴν, ἵνα ἴδῃ, τὶ ἤθελε κάμει ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου· ἴσα ἴσα ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην ἀπαιτεῖται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νὰ ἀνατίθενται αὐτὰ τὰ ἔργα εἰς εὐπόρους Ἕλληνας, ἐμπόρους ἀποκατεστημένους ἐκεῖ, καὶ διὰ τοῦτο ἔκαμε τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν Δ διὰ νὰ ἠμπορῇ εἰς τοὺς ἐμπόρους αὐτοὺς νὰ δίδῃ γραμματεῖς ἀνθρώπους πεφωτισμένους καὶ ἐξελθόντας ἀπὸ τὸ πανεπιστήμιον τῆς Ἑλλάδος καὶ συγκεκροτημένους μὲ γνώσεις νομικὰς, ὥστε νὰ ἠμποροῦν νὰ βοηθῶσι τοὺς προϊσταμένους των· ἐπειδὴ δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ ἔμποροι αὐτοὶ θὰ ᾖναι ἀρκετὰ πλούσιοι, ὥστε νὰ μὴν ἔχουν ἀνάγκην ὅλων τῶν εἰσοδημάτων, διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι μία ἐγγύησις εἰς τὴν κοινωνίαν τὸ νὰ διορίζωνται ὑπ’ αὐτῆς γραμματεῖς καὶ νὰ προσδιορίζηται ἡ μισθοδοσία αὐτῶν λαμβανομένη ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι θὰ ᾖναι τόσον μεγάλαι αἱ εἰσπράξεις αὗται, ὥστε ὁ πρόξενος νὰ πληρώνηται μισθὸν μεγάλον. Ἐὰν οἱ ὁμογενεῖς αὐτοὶ ἔχουν διάθεσιν νὰ μὴ πάρουν μισθὸν εἶναι εὔκολον εἰς αὐτοὺς, καθὼς τὸ ἔκαμεν ὁ μακαρίτης ὁ Γιανικέσης, νὰ δώσουν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ δημόσιον. Ὡς πρὸς τὴν διαφορὰν τὴν ὁποίαν βλέπει ὁ Κ. Θεοχάρης εἰς τὸ προξενεῖον τῆς Τεργέστης, καθόσον ἀφορᾷ τὰ εἰσοδήματα, εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ μὲν εἰσοδήματα ἀναβαίνουν εἰς δραχ. 9,573 κατὰ μέσον ὅρον, τὰ δὲ ἔξοδα φθάνουν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 8,900. Εἶναι 6,000 δραχ. ὁ μισθὸς τοῦ Προξένου, 2,400 τοῦ γραμματέως καὶ 500 τὰ γραφικὰ ἔξοδα. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὸ τὸ Προξενεῖον ἔμεινεν εἰς ἣν εὑρίσκεται ἐξ ἀρχῆς κατάστασιν, διότι τὸ διεύθυνεν εἷς ἐκ τῶν ἐμπόρων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους προτήτερα ἐμνημόνευσεν ὁ Κ. Θεοχάρης, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἀνάγκην τῶν εἰσπράξεων· ὅταν ἔγινεν ἡ αὔξησις τῶν μισθοδοσιῶν ὅλων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ προξενεῖον Τεργέστης δὲν συμπεριελήφθη εἰς αὐτὴν, καθότι ὁ Κ. Γιαννικέσης ἐδώρει τὸν μισθόν του εἰς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν· οὐχ ἧττον ὅμως κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ζωῆς τοῦ μακαρίτου Γιαννικέση παρέστησεν οὗτος, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἑαυτόν του δὲν κάμνει καμμίαν παρατήρησιν, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα τοῦ γραφείου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσουν, καὶ ἐζήτησεν ἐπανειλημμένως αὔξησιν αὐτῶν. Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ μακαρίτου Γιανικέση ἔπρεπε νὰ αὐξήσῃ κατὰ τὸ ⅓ τοὐλάχιστον καὶ ὁ μισθὸς τοῦ προξένου καὶ τοῦ γραμματέως καὶ τὰ γραφικὰ ἔξοδα. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ τοῦ προξενείου τὸ δημόσιον ὠφελεῖται. Δὲν εἶναι παντάπασιν ἀληθὲς ὅτι διὰ τοῦ 4 ἄρθρου οἱ πρόξενοι γίνονται ἔμμισθοι πλαγίως· καθότι πῶς θὰ γίνουν ἔμμισθα, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀφαιρεῖ ἓν μέρος τῶν εἰσοδημάτων των. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μένει νομίζετε ὅτι θέλει ἐπαρκέσει εἰς τὴν διατήρησιν κλητήρων τοῦ καταστήματος καὶ τῶν γραφικῶν ἐσόδων; Ὄχι βέβαια. Ὅλα αὐτὰ ἀπαιτοῦν δαπάνας ὥστε, ὅταν ἀφαιρέσητε 300 δραχ. τὰς ὁποίας ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν γραμματέα τοῦ προξενείου τῆς Τεργέστης, 4000 δραχ. περίπου τὸν χρόνον μένουν εἰς τὸν πρόξενον, 5000 ὀφείλει νὰ ἔχῃ κατάστημα καὶ ν’ ἀπαντᾷ ὅλας τὰς ἀνάγκας, τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας.
§93ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἔχει τὸ ἰδικόν του κατάστημα ὁ πρόξενος.
§94Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἰδικόν του ἄλλο πρᾶγμα. Τόρα θέλετε νὰ ἀφήσωμεν τὰς θέσεις αὐτὰς ἐμμίσθους;
§95ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι, ὄχι.
§96Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν ἐκεῖνος, ὅστις θὰ μείνῃ, θὰ εἰσπράττῃ τὰ εἰσοδήματα.
§97ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ εἴσπραξις τῶν εἰσοδημάτων νὰ ᾖναι τοῦ δημοσίου.
§98Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἠκούσθη εἰς κανένα μέρος τοῦ κόσμου. Ἡ διάταξις ἡ τετάρτη μακρὰν τοῦ νὰ τὴν ἀπαλείψωμεν ἀπεναντίας πρέπει νὰ διατηρηθῇ, διότι δι’ αὐτῆς πολλοὶ ἐκ τῶν νέων τοῦ Πανεπιστημίου θὰ χρησιμεύσωσι καὶ εἰς τοὺς προξένους τοὺς ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν εἶναι δεδοκιμασμένοι. Βεβαιωθῆτε, ὅτι αὐτοὶ οἱ πλούσιοι ἔμποροι, οἵτινες διαμένουν εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ ἔχουν πολὺν πατριωτισμὸν, πολλάκις δὲν θὰ δύνανται νὰ καταβαίνουν εἰς τὸ γραφεῖον καὶ νὰ βλέπουν τὰς ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, ἐκ τοῦ πλησίον, ὅταν δὲ δὲν ἔχουν γραμματέα, ὅστις νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ ἔχωμεν πολλὰ παράπονα καὶ δυσαρεσκείας.
§99ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Κύριοι, κατὰ τὸν πίνακα τὸν συγκριτικὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν καὶ τὰ πλεῖστα τῶν προξενείων, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν διατηρῶσι τὴν τάξιν τῶν διπλοτύπων, διότι εἰς ἓν τοὐλάχιστον τῶν ἐν Αἰγύπτῳ δὲν κρατεῖται τοιοῦτον, μολαταῦτα λέγω, κατὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὰ εἰσοδήματα τῶν προξενείων αὐτῶν, τῶν ὁποίων τὴν μεταῤῥύθμισιν ζητεῖ τὸ ὑπουργεῖον, εἶναι, καθὼς ὁ πρῶτος ἀγορεύσας ἐπέδειξε, πολὺ ἀνώτερα ἀπὸ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ προξένου, τοῦ γραμματέως καὶ τὰ γραφικὰ ἔξοδα, ὡς ὁ Κύριος Γεν. Γραμματεὺς ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, διότι κατ’ αὐτὸν ἡ μὲν μισθοδοσία τοῦ Προξένου τῆς Τεργέστης δὲν ὑπερβαίνει τὰς 6 χιλ. δραχμῶν, τοῦ Γραμματέως 2,500 καὶ ἔξοδα 500 τὸ ὅλον 9,000 δραχμῶν, ἐνῷ κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, τοῦ ὁποίου τὴν ὀρθότητα ἠδυνάμην ν’ ἀμφισβητήσω, ἀναβαίνουσιν εἰς 9,573· ὥστε καὶ πρὶν ἀκόμη κατ’ αὐτὴν τὴν κατάστασιν τοῦ Προξενείου ἐπερίσσευον 573 δραχ. Ἐπομένως δὲν βλέπω ποῦ εὗρε τὸ συμφέρον τὸ ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ τὴν τροπολογίαν χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν προσδοκωμένην ἕνωσιν, συνεπεία τῆς ὁποίας, ἐὰν δὲν διπλασιασθῶσι τὰ ἔσοδα ἐκεῖνα, τοὐλάχιστον κατὰ ἥμισυ θ’ αὐξηθῶσι, δηλ. αἱ 9,000 θὰ γίνουν 13–14. Ἐπομένως ἀφαιρουμένης τῆς μισθοδοσίας τοῦ Γραμματέως τοῦ Προξένου, θὰ μείνωσιν εἰς τὸν Πρόξενον 10,000 περίπου δραχ. κατ’ ἔτος, μισθὸς δηλονότι, τὸν ὁποῖον δὲν λαμβάνει ὁ τὴν σημαντικωτέραν ἴσως θέσιν τὴν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως κατέχων. Ἐπομένως δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον ἔφερε τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Κύριοι, ἡ διπλωματικὴ ἐπιτροπὴ εἰς τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ὑπάρξεώς της εἶχε λάβει ὑπ’ ὄψιν μίαν πρότασιν περὶ καταργήσεως τινῶν Προξενείων καὶ ἰδίως τῶν ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἔφερε πρότασιν, ἡ ὁποία μένει ἔκτοτε ἐκκρεμὴς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ θέσεις τῶν Προξενείων τῆς Εὐρώπης ν’ ἀνατεθῶσιν εἰς τοὺς ὁμογενεῖς μεγαλεμπόρους, οἵτινες δὲν ἀμφιβάλλω οὔτε ἐγὼ, οὔτε κανεὶς τῶν Ἑλλήνων θὰ κατέχουν αὐτὰς χάριν τιμῆς, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμοιβῆς· διὰ τοῦτο φρονῶ συμφώνως μὲ τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ δηλονότι νὰ ὁρισθῇ ὁ μισθὸς τῶν Γραμματέων, καὶ εἰ μὲν ὁ Γραμματεὺς εἶναι διδάκτωρ τῆς Νομικῆς νὰ ὁρισθῇ μισθὸς 300 δραχμῶν κατὰ μῆνα, διότι πραγματικῶς εἷς διδάκτωρ διὰ νὰ ἀποφασίσῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Εὐρώπην βεβαίως δὲν θὰ δεχθῇ μὲ ὀλιγωτέρας τῶν 300 δραχμῶν, ἐκτὸς ἐὰν πηγαίνῃ μὲ ἀπόφασιν νὰ καταχρασθῇ· ἐὰν δὲ διορίσητε προτάσει τοῦ Προξένου Γραμματέα, ὁ ὁποῖος θὰ ᾖναι συνήθως ὑπάλληλος τοῦ Προξενείου, ὁ μισθὸς τῶν 250 δραχ. θὰ ᾖναι ἐπαρκής. Τὸ ὑπουργεῖον δύναται νὰ φανῇ καὶ γενναιότερον νὰ χορηγήσῃ διὰ γραφικὰ ἔξοδα, διὰ τὰς σημαίας, ἔξοδα παραστάσεως καὶ ἐνοίκιον καὶ 2,000 δραχ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ τὸ ἄρθρον οὕτως.
§100ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριοι, φαίνεται, ὅτι ἡ Συνέλευσις, καὶ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως ὁ Κ. Ζέρβας περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον, εἶναι προκατειλημμένος ἐναντίον τῶν Προξενικῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν οἱ μέχρι τοῦδε ὑπηρετήσαντες εἰς τὰ Προξενεῖα ἦσαν κακοὶ, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ νομοθετήσητε ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τούτους μόνον. Πρέπει νὰ νομοθετήσητε γενικῶς, ἀπολύτως· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων ἐπιστήσατε κατόπιν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ παύσῃ τοὺς καταχραστὰς καὶ ἐκλέξῃ κατάλληλον προσωπικόν. Ὅταν γείνῃ ὁ λόγος περὶ τῶν ἐν Τουρκίᾳ Προξένων θὰ λάβω τὸν λόγον νὰ ἐκθέσω μερικὰς ἰδέας περὶ αὐτῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ λόγος περὶ τῶν ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἰδίως τῶν ἐν Τεργέστῃ καὶ Μελίττῃ προξενείων, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ τί θέλετε νὰ κάμητε σήμερον. Εἶναι ἀνάγκη Προξένων ἐκεῖ ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη πρέπει νὰ τοὺς ἔχωμεν, ἐὰν δὲν ᾖναι δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἔχωμεν. Εἶναι δὲ ἀκατάληπτον καὶ ἀντιφατικὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι, ἐπειδὴ τὰ Προξενεῖα τῆς Τεργέστης καὶ τῆς Μελίτης δὲν ἔχουσι σπουδαιότητα, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ τὰ ἀναθέτῃ εἰς μεγαλεμπόρους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἀποδίδωμεν εἰς αὐτὰ τοσαύτην σπουδαιότητα, ὥστε νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσδιορίσῃ ὡς μισθὸν τῶν Γραμματέων τοσοῦτον ποσὸν ἐκ τῶν Προξενικῶν εἰσπράξεων, ὥστε νὰ δύναται νὰ διορίζῃ διδάκτορας τῆς νομικῆς Σχολῆς ὡς Γραμματεῖς. Ἡ πρόνοια δὲ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συνελεύσεως νὰ διορίζωνται Γραμματεῖς τῶν εἰρημένων Προξενείων διδάκτορες τῆς Νομικῆς, ὑπεμφαίνει τὴν σπουδαιότητα τῶν προξενείων τούτων. Λοιπὸν ἓν ἐκ τῶν δύω ἢ τὰ προξενεῖα ταῦτα ἔχουν σπουδαιότητα, καὶ τότε πρέπει νὰ μισθοδοτηθοῦν, ἢ δὲν ἔχουν σημασίαν, καὶ τότε εἶναι περιττὴ ἡ διατήρησίς των, προτιμητέον δὲ εἶναι νὰ τὸ καταργήσητε ὅλως διόλου. Ἐὰν θέλητε λοιπὸν νὰ ὑπάρχουν, πρέπει ν’ ἀφήσητε τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς εἰσπράξεις, δὲν εἰμπορῶ νὰ ἐννοήσω τὸν Κ. Ζέρβαν, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίζῃ Προξένους ἐκεῖ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ εἰσπράττουν τὰ προξενικὰ τέλη ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους, τὰ πλοῖα καὶ τοὺς ναύτας, καὶ νὰ τὰ στέλλωσιν ἐδῶ. Προτιμώτερον ἤθελεν εἶσθαι ἂν ἐψηφίζετε ὅτι, ὅσα πηγαίνουν εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ προξενεῖα δὲν θὰ πληρώνουν ναυτιλιακὰ δικαιώματα, δηλαδὴ ὅτι τὰ ἐν Εὐρώπῃ προξενεῖα οὔτε Προξενικὰ δικαιώματα οὔτε ναυτιλιακὰ τέλη εἰσπράττουσι, διότι τοιουτοτρόπως ἤθελεν ἀπαλλαγῆ ἡ ναυτιλία ματαίας φορολογίας (θόρυβος), Ἐπειδὴ ὅμως ἅπαξ παρεδέχθητε νὰ διατηρηθοῦν αὐτὰ τὰ δύω Προξενεῖα ἀποκρούω τὴν ἰδέαν ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ προξενεῖα πρέπει νὰ διορίζωνται ἔμποροι. Μὴ νομίζετε ὅτι οἱ μεγαλέμποροι αὐτοὶ ἐργάζονται οἱ ἴδιοι εἰς τὰ προξενεῖα, ὥστε διὰ τῆς προσωπικῆς βαρύτητος ἢ ἱκανότητός των νὰ διεξάγωσι τὴν ὑπηρεσίαν καλλίτερον. Ἀφίνουν τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τελευταῖον ὑπάλληλον τοῦ ἐμπορικοῦ των καταστήματος. Ἀφοῦ διετηρήσατε τὰ Προξενεῖα, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίσῃ Προξένους ἀνθρώπους ἱκανοὺς, τοὺς διδάκτορας τῆς νομικῆς, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ προλαλήσας ὅτι προτίθεται νὰ τοὺς διορίζῃ Γραμματεῖς αὐτῶν τῶν μεγαλεμπόρων Προξένων, ὀφείλει αὐτοὺς νὰ τοὺς διορίσῃ Προξένους. Τότε δὲ, ἡ ἐκ τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων μισθοδοσία των δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, διότι μισθοδοσία 6,000 δι’ ἕνα διδάκτορα δὲν εἶναι πολὺ μεγάλον ποσόν· μὴ θέλετε νὰ ἐξαντλήσητε ὅλας τὰς θέσεις, νομίζοντες ὅτι ὅλοι εἶναι καταχρασταὶ, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τοὺς ἀφίνητε νὰ ἀποθνήσκουν τῆς πείνης. Ὄχι, δώσατε καλὸν μισθὸν διὰ νὰ ἠμπορέσητε νὰ ἔχητε καὶ καλὰ προξενεῖα, διορίζοντες καλοὺς Προξένους.
§101ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι παρεξέβημεν τοῦ προκειμένου διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἀγορεύσεων. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔφερε πρότασιν εἰδικὴν διὰ δύω Προξενεῖα, ἐν ᾗ ὑπάρχει καὶ διάταξίς τις γενικὴ δι’ ὅλα τὰ ἄμισθα Προξενεῖα, ἤτοι τὰ τῆς τρίτης κατηγορίας· οἱ δὲ μετὰ ταῦτα ἀγορεύσαντες συνεχώνευσαν τὰς δύω ταύτας προτάσεις ἐκλαβόντες αὐτὰς ὡς μίαν καὶ μόνην. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ Προξενεῖον Τεργέστης καὶ τὸ Προξενεῖον Μελίτης ἐγένετο δεκτὴ ἡ διάταξις τοῦ Νομοσχεδίου ὡς εἰσήχθη παρὰ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, συνεπείᾳ δὲ τῆς παραδοχῆς αὐτῆς ἀπὸ τῆς ά Ἰανουαρίου τοῦ προσεχοῦς ἔτους τὰ εἰρημένα προξενεῖα ἀπὸ ἐμμίσθων καταταχθήσονται εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀμίσθων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν περὶ τῶν προξενείων τούτων, προτείνει ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἓν μέτρον λίαν ἀξιόλογον καὶ λίαν σπουδαῖον, καθόσον ἐκ τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ θέλει ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄδειαν, εἰς ὅλα τὰ ἄμισθα προξενεῖα ἀνεξαιρέτως, νὰ διορίζῃ γραμματεῖς, ἐπὶ μισθῷ ἑκάστοτε ὁριζομένῳ ὑπ’ αὐτῆς. Ἐδῶ οἱ προαγορεύσαντες, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἐξέλαβον τὸ μέτρον τοῦτο, ὡς εἰδικῶς ἐφαρμοστέον εἰς μόνα τὰ προξενεῖα Τεργέστης καὶ Μελίτης, οὐδόλως δ’ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἄμισθά εἰσι καὶ τὰ τῶν Παρισσίων, Λονδίνου καὶ ἄλλων μεγαλουπόλεων ἢ ἐμπορικωτάτων καθ’ ἅπασαν τὴν οἰκουμένην πόλεων· τῶν δὲ προξενείων τούτων ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς ὑπερβαίνει, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὰ ὀγδοήκοντα. Πῶς δύνασθε λοιπὸν νὰ προσδιορίσητε τὸν αὐτὸν μισθὸν δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς γραμματεῖς, μάλιστα δ’ ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Γραμματεὺς ἑκάστου τῶν προξενείων τούτων θέλει μισθοδοτεῖσθαι ἀπὸ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ παρ’ ᾧ διορισθήσεται προξενείου, τὰ δ’ εἰσοδήματα ταῦτα διαφέρουσι κατὰ πολὺ τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὰ τοῦ ἑτέρου προξενείου; Συλλογίσθητε προσέτι, ὅτι καταργηθεισῶν τῶν πρεσβειῶν ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπικρατειῶν, καὶ ἰδίως ταῖς τῶν μεγάλων δυνάμεων, τά τε προξενεῖα θέλουσι λάβει μεγίστην σπουδαιότητα, καὶ οἱ παρ’ αὐτοῖς διορισθησόμενοι γραμματεῖς θέλουσι λαμβάνεσθαι ἐκ τῶν μᾶλλον εὐπαιδεύτων τοῦ Πανεπιστημίου ἡμῶν διδακτόρων, δι’ οὓς αἱ θέσεις αὗται ἔσονται οἱονεί τι διπλωματικὸν φροντιστήριον. Ἄλλοι παρέστησαν ὑμῖν ὅτι τὰ εἰσοδήματα τῶν προξενείων Τεργέστης καὶ Μελίτης ὑπερβαίνουσι τὰς δαπάνας· τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ἁπλῶς κατὰ τὸ φαινόμενον ὑπάρχει ἡ ὑπέρβασις, ἕνεκεν ἐξαιρετικῆς τινος καταστάσεως περὶ τὸ ὡς πρότερον εἶχον τὰ πράγματα· ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν αὐτὰ νὰ μένωσι μὲ τὴν αὐτὴν μισθοδοσίαν, διότι ἑκάστοτε δὲν θέλει εὑρίσκει ἡ Κυβέρνησις ἄνδρας νὰ μοχθῶσι δωρεὰν, ὡς ὁ μακαρίτης Γιαννικέπης, ὅστις ἅπασαν τὴν νενομισμένην μισθοδοσίαν του διέθετε πρὸς ἀγαθοεργὰ ἐντὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἔργα, ὅθεν ἡ μισθοδοσία αὕτη πάντως ἔπρεπε νὰ αὐξηθῇ. Λοιπὸν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐλευθέραν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον, καὶ πιστεύω, ὅτι ὡς φιλότιμος θέλει ἐκλέγει τοὺς καλλιτέρους καὶ μᾶλλον δοκίμους ἐκ τῶν νέων μας. Σᾶς εἶπεν ὁ Κ. γενικὸς γραμματεὺς τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργείου, ὅτι θέλουσιν εἶσθαι ἄμισθα τὰ προξενεῖα ταῦτα, καὶ θέλουσι δίδεσθαι εἰς ἐμπόρους ὁμογενεῖς, ἀλλ’ ἐὰν τύχωσι, προστίθημι ἐγὼ, ἐπιζητήσαντες αὐτὰ νέοι πᾶσαν παρέχοντες ἐγγύησιν ὅτι θέλουσιν ἀξιοπρεπῶς καὶ συμφωρώτερον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν διευθύνει αὐτὰ, οὐδόλως δεσμεύεται ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλει μάλιστα, νὰ διορίσῃ αὐτοὺς κατὰ προτίμησιν παντὸς ἄλλου ἄλλας ἔχοντος ἀσχολίας καὶ ὡς πάρεργον δεχομένου τὴν προξενικὴν θέσιν πρὸς μόνην τὴν ἐκ ταύτης τιμήν. Ἀποκρούω ἐπὶ τέλους τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Θεοχάρους, ὡς ἀναξιοπρεπῆ διὰ τὸ ἔθνος· στηρίζεται ἡ τροπολογία αὕτη εἰς σκέψιν ἣν διὰ τῶν πρότερον εἰρημένων μοι ἀνῄρεσα, διότι καὶ ἂν εὑρίσκωνται ἔμποροι ἱκανοὶ νὰ δεχθῶσιν ἀμισθὶ αὐτὰς τὰς θέσεις, τὸ νὰ εἰσέρχωνται αἱ πρόσοδοι εἰς τὸ κράτος, τοῦτο, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ ἐπαναλάβω, εἶναι λίαν ἀναξιοπρεπὲς διὰ τὸ ἔθνος, εἶναι λίαν ταπεινωτικὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ταὐτὸ ὡσεὶ ἐξέθετε τὰ προξενεῖα ταῦτα εἰς μειοδοσίαν, ἢ ὡσεὶ ἐσύσταινε μετὰ τῶν διορισθησομένων προξένων μίαν, ὡς λέγομεν οἱ νομικοὶ, Λεόντειον Ἑταιρίαν· τὰς δὲ τοιαύτας ἑταιρίας, ἅτε κακοήθεις οὔσας, καταδικάζει ὁ νόμος. Βεβαίως, ἐὰν οἱ ἐπιζητοῦντες ὦσι πλούσιοι καὶ πρὸς τὸν πλοῦτον ἔχουσι καὶ τ’ ἄλλα τῆς ἱκανότητος προσόντα, τὰ μὲν εἰσοδήματα δὲν θέλουσι καταδεχθῆ νὰ τὰ στέλλωσιν εἰς τὸ δημόσιον τοῦ Κράτους ταμεῖον, θέλουσι δὲ φιλοτιμηθῆ νὰ φανῶσιν ἄλλως πως χρήσιμοι τῇ πατρίδι των, καὶ τοιούτων παραδειγμάτων εὐτυχῶς δὲν σπανίζει ἡ Ἑλλάς. Τὸ τέταρτον λοιπὸν αὐτὸ ἄρθρον πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει ἄνευ τροπολογίας.
§102ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) ἐφωτίσθη. Ἂς ἐξέλθουν ἐκ τῶν δωματίων οἱ ΚΚ. πληρεξούσιοι, ἵνα ἤμεθα πλήρεις.
§104ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Πρέπει, Κ. πρόεδρε, νὰ ἀπαγορεύσητε τὴν ἐργασίαν τῶν τμημάτων κατὰ τὰς ὥρας τῆς Συνεδριάσεως.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου τὸ γνωρίζετε. Ὁ Κ. Θεοχάρης τροπολογεῖ, ὡς ἀκολούθως τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Θεοχάρη. Ἄρθρ. 4. Ὁσάκις διορίζονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ῥηθέντος Νόμου Γραμματεῖς εἰς προξενεῖα τῆς τρίτης κατηγορίας, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προσδιορίζῃ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς δραχ. 300 κατὰ μῆνα, λαμβανομένην ἐκ τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν· οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ μὴν ὑπερβαίνῃ ἡ μισθοδοσία τῶν γραμματέων τῶν εἰρημένων προξενείων τὰς 300 δραχμὰς, παρακαλῶ νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) παρεδέχθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ βʹ. ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἀκολούθως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ προϊστάμενος τοῦ προξενείου θέλει ἀπολαμβάνει πρὸς ἴδιον αὑτοῦ ὄφελος, ἔχων εἰς βάρος του καὶ ὅλας τῆς ὑπηρεσίας τὰς δαπάνας κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ μνησθέντος νόμου, τὸ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ γραμματέως ὑπόλοιπον τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων, ἐὰν δὲν ὑπερβαίνωσι τὸ ποσὸν τῆς μέχρι τοῦδε μισθοδοσίας των ἐν περιπτώσει πλεονάσματος μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτης, τοῦτο θέλει εἶσθαι πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου.
§107Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν παρατήρησιν κάμνω, ὅτι αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ χώραν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Θεοχάρη εἶναι μόνον διὰ τὰ δύο προξενεῖα, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον εἶναι γενικόν.
§108ΚΑΛΟΣ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αὐξήσουν αἱ εἰσπράξεις, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Κ. Θεοχάρη θὰ αὐξήσουν καὶ αἱ ἀσχολίαι, ἑπομένως αὐξάνουν καὶ αἱ ἀνάγκαι (θόρυβος).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν. οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, παρακαλῶ νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται πολλοὶ) ὑπάρχει ἀμφιβολία. Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον· οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν θὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι) παρεδέχθη ἡ τροπολογία. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§110ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§111ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐννοῶ, ὅτι τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τῆς τροπολογίας ἀφορᾷ ὅλα τὰ προξενεῖα.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἐτροπολογήθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 5. Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς ά. Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1864. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ἅπαντες). Παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ περὶ λειβαδίων νομοσχέδιον. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Πετσάλης.
§113ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κύριοι, τὸ ζήτημα περὶ τῶν ἐθνικῶν λειβαδίων γεννᾷ παρ’ ἡμῖν τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε διήγειρεν εἰς τὴν Ῥώμην ὁ ἀγροτικὸς νόμος (loi agaire). Τοσαύτη εἶναι ἡ ἀντίθεσις τῶν συμφερόντων μεταξὺ τῶν διαφόρων κατοίκων τοῦ Βασιλείου καὶ τῶν διαφόρων διαιρέσεων αὐτοῦ. Πολλὰ συστήματα ἐπαρουσιάσθησαν ἐνώπιον ἡμῶν, ἀλλὰ, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε ὁ ἁρμόδιος καιρὸς, οὔτε ἡ ἁρμοδιότης τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ συζητήσῃ τὰ συστήματα ταῦτα. Ὅλα αὐτὰ τὰ συστήματα τείνουν εἰς τὸ νὰ μεταβάλουν τὸ καθεστὼς, καθεστὼς διὰ νόμου, καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν κύρωσιν τοῦ χρόνου, νὰ μεταβάλουν τὴν κατάστασιν τῆς ἰδιοκτησίας. Γνωρίζετε, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν ὁ χρόνος δίδει τὸ μεγαλείτερον κῦρος, ἐκ τούτου πηγάζουν καὶ αἱ παραγραφαί. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς μακροτέρας ἐποχὰς διὰ νὰ ἀνεύρωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, δὲν ἠμποροῦμεν εἰς ὁποιανδήποτε περίστασιν, παρὰ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἓν χάος. Κατὰ τὸ 33 νομίμως καθεστηκυῖα κυβέρνησις, ἔχουσα τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν, ἐξέδωκεν ἕνα νόμον. Ἀφ’ ἧς ἐξέδωκε τὸν νόμον αὐτὸν, παρῆλθον 30 ἔτη· εἶναι ἡ μεγαλειτέρα παραγραφὴ, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει ὁ νόμος. Εἶναι καὶ ἄλλη τῶν 40 ἐτῶν, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου καὶ ὄχι κατ’ αὐτοῦ. Αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐκδοῦσα τὸ διάταγμα, κάμνει λόγον καὶ περὶ ἀρχαιοτέρας ἐποχῆς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ τὸ ἐξετάσω παντάπασιν. Ἐγὼ λαμβάνω σήμερον τὴν ἐποχὴν αὐτὴν, τὴν λαμβάνω ὡς βάσιν τῶν συλλογισμῶν μου, τὸ διάστημα τὸ χρονικὸν, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε μέχρι σήμερον παρῆλθε. Πολλοὶ ἐξέφρασαν ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς δικαιοσύνης τοῦ νόμου αὐτοῦ· δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν τῶν ἐπιχειρημάτων, διότι τὸ ἔργον αὐτὸ τὸ θεωρῶ περιττὸν, καὶ ἠκούσατε τὸν λόγον ἕνεκα τοῦ ὁποίου θεωρῶ περιττὴν τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἕτερον ἐπιχείρημα ἀκαταμάχητον, ἀδιαφιλονείκητον, κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἔνστασις δύναται νὰ γίνῃ. Ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι δικαστής· ὅλαι αὗται αἱ ἐνστάσεις, ὅλαι αἱ ἀντιποιήσεις, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται, περιέχουν ζητήματα, τὰ ὁποῖα μόνον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἁρμοδία νὰ λύσῃ. Παραδέχομαι διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι αἱ ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας τινὲς κοινότητες παρουσιάζουν εἶναι βάσιμοι, εἶναι δίκαιαι, εἶναι εὔλογοι, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν, διότι ἀφότου ἀπεχωρίσθη ἀπ’ αὐτῆς ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐντὸς τῆς ὁποίας συμπεριελαμβάνετο καὶ ὁ δικαστικὸς κλάδος, δὲν ἔχει πλέον δικαιώματα ἐπ’ αὐτῶν, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ ἀντικειμένων, ἀλλοτρίων τῆς ἁρμοδιότητός της. Τινὲς ἐπρότειναν τὴν κατάργησιν τοῦ πρὸ τριακοντίας ἐκδοθέντος νόμου. Νομίζω, ὅτι καὶ τοῦτο δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἡ Συνέλευσις. Δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο χωρὶς νὰ θέσῃ εἰς κακὴν πίστιν τὸ δημόσιον, χωρὶς νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ γεννηθῶσιν ἀπαιτήσεις κατὰ τοῦ δημοσίου δηλ. εἰς τὸ διάστημα τοῦ χρόνου ἐν τῷ ὁποίῳ ἐν ὀνόματι τοῦ δημοσίου ἄλλοι ἐνέμοντο, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς κακῆς πίστεως κάτοχον αὐτὸ καὶ γεννηθῶσιν ἀγωγαὶ κατ’ αὐτοῦ περὶ ἀποζημιώσεως, ἐνῷ ἕτεροι ὠφελήθησαν. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις θελήσῃ ἐπιεικῶς ν’ ἀναθεωρηθῶσιν αἱ ἀξιώσεις τῶν κοινοτήτων αὐτῶν, ἂς ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὰ δικαστήρια καὶ μετὰ τὴν συμπληρωθεῖσαν παραγραφήν. Δύναμαι νὰ συγκατατεθῶ εἰς τὸ νὰ καταχωρηθῇ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ τοῖς δώσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀγωγῆς χωρὶς ὅμως νὰ καταργηθῇ ὁ ὑπάρχων νόμος. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὴν βάσιν τῶν ἀξιώσεων αὐτῶν, ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν δύναμαι καὶ νὰ παραλείψω, τοῦ νὰ παρατηρήσω, ὅτι αὗται αἱ κοινότητες δυνάμει τοῦ ἰδίου νόμου ἠδύναντο νὰ παραστήσωσιν εἰς τὴν ἀρχὴν τὰ δικαιώματά των καὶ δὲν τὸ ἔπραξαν, οὔτε διεμαρτυρήθησαν ποτὲ εἰς τὸ διάστημα 30 ἐτῶν. Ἐὰν μολαταῦτα ἐσιώπησαν αἱ κοινότητες καὶ ἀφῆκαν νὰ παρέλθουν 30 ἔτη χωρὶς νὰ κάμουν οὐδεμίαν διαμαρτύρησιν (θόρυβος). Ἐγὼ ἐνταῦθα ὁμιλῶ, ὡς πληρεξούσιος, καὶ ὁμιλῶ κατὰ τὰς πεποιθήσεις μου. Ἡ Συνέλευσις εἶναι ἐλευθέρα νὰ λάβῃ ὁποιανδήποτε· ἀπόφασιν θέλει. Ἡ ὑπόθεσις δὲν φέρει χαρακτῆρα ὑπουργικόν· ἐνταῦθα ὑπάρχουν διάφοροι γνῶμαι καὶ διάφορα συμφέροντα εἰς τὰς διαφόρους ἀποχρώσεις τῆς Συνελεύσεως καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω τὰς ἀτομικάς μου πεποιθήσεις· ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, Κύριοι, ὅτι τὸ πολὺ, τὸ μέγιστον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ πράξῃ ἡ Συνέλευσις, χωρὶς νὰ προσβάλῃ κεκτημένα δικαιώματα, χωρὶς νὰ σφετερισθῇ δικαστικὴν ἐξουσίαν, χωρὶς νὰ καταργήσῃ νόμους ἰσχύοντας κατὰ τῶν ὁποίων 30 ἔτη δὲν ἠγέρθη διαμαρτύρησις, εἶναι νὰ χορηγήσῃ εἰς τὰς κοινότητας τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ παρουσιάσωσι τὰς ἀγωγάς των, ἐὰν ὦσι δίκαιαι, ἀλλ’ οὐδέποτε δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν οὐδὲν ἐξ ἐκείνων τῶν συστημάτων, τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουν νὰ καθιερώσουν τὴν ἰδιοκτησίαν εἰς ἄλλα πρόσωπα, παρὰ εἰς ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον δυνάμει τοῦ νόμου ὑπάρχει. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι ὄχι μόνον ἁρμοδία δὲν εἶναι ἡ Συνέλευσις, ἀλλ’ οὔτε ὁ ἁρμόδιος καιρὸς ὑπάρχει πρὸς τοῦτο. Ποῦ ἠκούσατέ ποτε μία Συνέλευσις, παρουσιαζομένων διαφόρων ἰσχυρισμῶν, διαφόρων γεγονότων καὶ διαφόρων αὐθεντιῶν, ὡσανεὶ αὐθεντιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον ἀμέσως δύναται νὰ ἐπενεργήσῃ ἐπὶ τῆς κρίσεως τοῦ ἀτόμου, διότι αὐταὶ αἱ αὐθεντίαι μετεκομίσθησαν ἀπὸ ξένην νομοθεσίαν, ἀπὸ ξένην πηγὴν λίαν καθ’ ἑαυτὴν ἀμφισβητουμένην καὶ ὕποπτον, ποῦ ἠκούσθη ποτὲ μία Συνέλευσις χωρὶς νὰ βεβαιώσῃ, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὰ γεγονότα, καθότι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ βεβαίωσις αὐτῶν, ἤθελον ἀπαιτήσει τοὐλάχιστον τὴν ἐνέργειαν ἓξ μηνῶν· ποῦ ἠκούσθη μία Συνέλευσις ἐπὶ ἁπλῇ παραστάσει καὶ ἀξιώσει ἀνθρώπων, ἀτόμων, ὅτι ἤθελεν ὁρμηθῆ, καὶ βεβαιώσει οἴκοθεν γεγονότα ἁπλῶς προτεινόμενα, καὶ νὰ δεχθῇ τὴν ὕπαρξιν νόμων καὶ νομικῶν ὁρισμῶν λίαν ἀμφισβητουμένων, καὶ ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν αὐτοὺς τοὺς ἰσχυρισμοὺς, καὶ ὡς πρὸς τὴν πηγὴν ἀπὸ τὴν ὁποίαν φαίνεται, ὅτι τὰ ἀρύονται; Ἐὰν ᾖναι δυνατὸν εἰς ταύτην τὴν ὑπόθεσιν νὰ εἴπῃ τις, ὅ,τι γνωρίζει ἐξ ἰδίας μελέτης, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ παρουσιάζονται εἰς ἐμὲ, οὐχὶ μόνον ἀμφίβολοι, ἀλλὰ καὶ ἀνυπόστατοι. Γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπεκράτησεν ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν τὸ φεουδαλικὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησεν εἰς τὴν δυτικὴν Εὐρώπην. Ἐκεῖ οὐδεμία ἀνεγνωρίζετο ἰδιοκτησία εἰς ἰδιώτας ἐπὶ δασῶν καὶ λειμώνων, καὶ μάλιστα, ἂν θέλετε, σᾶς ἀναφέρω καὶ μίαν ἱστορικὴν ἐποχὴν τῆς Ἀγγλίας, ἀπὸ Ἰωάννου τοῦ ἀκτήμονος, ὁπότε οἱ κτηματίαι ἐπανεστάτησαν κατ’ αὐτοῦ· Ἴσια, ἴσια σκοπὸν εἶχεν ἡ ἐπανάστασις αὕτη νὰ ζητήσωσι αὐτοὶ μερικὰ δικαιώματα ὅμοια μὲ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα διεκδικοῦν σήμερον ἐνώπιόν σας ἐπὶ τῶν δασῶν καὶ τῶν λειμώνων. Ἐπαρουσίασαν ἰσχυρισμοὺς ὅλως ἐναντίους, καὶ λέγω, ὅτι ἐκ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐπαρουσίασαν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρισμῶν δὲν εἶναι κανὲν ἐξ αὐτῶν λίαν καταπειστικόν. Βιβλία ὑπάρχουν συντεταγμένα περὶ Τουρκικοῦ δικαίου παρ’ Εὐρωπαίων λίαν σπουδαίως ἐγκυψάντων εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ, καὶ οἱ ὁποῖοι πραγματεύονται καὶ περὶ λειβαδίων. Τοιαῦτα βιβλία ὑπάρχουν καὶ εἰς τὴν βιβλιοθήκην τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουν τοὺς ἰσχυρισμοὺς μου κατ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους πολεμῶ. Πολλὰ πράγματα σᾶς εἶπον ἀρυσθέντα ἀπὸ ἀμφιβόλους πηγὰς, καὶ κανεὶς δὲν ἐπεκαλέσθη τοὺς δοκίμους αὐτοὺς συγγραφεῖς. Δὲν μᾶς ἔφερε κανεὶς ἐκ τῆς νομοθεσίας τῆς Τουρκικῆς, ὅτι ἀσπάζονται αὐτοὶ, ἀλλ’ ὅτι παραδέχονται μερικὰς μονογραφίας ἐκδοθείσας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ αὐτὰ τὰ σύγχρονα μὲ ἡμᾶς γεγονότα τὰ παρουσιασθέντα μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τῶν πραγμάτων εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ τῆς προσαρτήσεως τῶν ἐπαρχιῶν Ἀττικῆς, Εὐβοίας, Φθιώτιδος, εἶναι ἱκαναὶ μαρτυρίαι νὰ μᾶς κάμωσι ν’ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῶν τῶν ἀξιώσεων τῶν μονογραφικῶν, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔρχονται εἰς ὑποστήριξιν τῶν λόγων μου. Ἐπειδὴ ὁ Σουλτάνος ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του κύριον καὶ τῶν νομῶν καὶ τῶν βοσκῶν, ὅτε προσηρτήθησαν αἱ ἐπαρχίαι αὗται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἐξέδωσε φερμάνιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρεχώρει τὰ δικαιώματά του ὑπὲρ τῶν Ὀθωμανῶν τῶν κατόχων, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἐξεδίδετο πλέον ταπὶ εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν Τουρκικῶν κτημάτων, ἀλλὰ χοτσέτι· ἐκτὸς τούτου λέγω καὶ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἐν μέρει ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία παρεχώρει τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως τινῶν ἐξ αὐτῶν ἐπὶ μισθῷ, ἀλλὰ τοῦτο ἦτον ἐξαίρεσις, καὶ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις ἐπικυροῖ καὶ ἐπιβεβαιοῖ τὸν κανόνα· ἐκ τούτου ὅστις ἤθελε νὰ διϊσχυρισθῇ τοιοῦτον δικαίωμα, εἶχεν ἀνάγκην νὰ παρουσιάσῃ τὸν τίτλον του, νὰ παρουσιάσῃ τὸ ταπὶ, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἦτο κάτοχος τῶν λειβαδίων, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἀντιβασιλεία κατὰ τὸ 1833 ἔδωσε προθεσμίαν εἰς ὅλον τὸν κόσμον διὰ νὰ παρουσιάσῃ, ὅστις εἶχεν ἀξιώσεις, δικαιώματα ἐπὶ βοσκῶν νὰ παρουσιάσῃ τὸ ταπί του, καὶ τοῦτο εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ Τουρκικὸν δίκαιον· ἂν δὲ σήμερον ἡ Συνέλευσις ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρουσιαζομένας ἀντιποιήσεις, σᾶς λέγω πάλιν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν προτεινομένων ἰσχυρισμῶν, καὶ νὰ διορίσῃ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὴν βεβαίωσιν αὐτῶν, καὶ νὰ κάμῃ ἔκθεσιν πρὸς τὴν Συνέλευσιν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὴν πρώτην περίστασιν καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀπαιτεῖ πολὺ χρόνον, ἀλλὰ δὲν ὁμιλῶ δι’ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, διότι αὕτη ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Συνελεύσεως, ὡς ὄντος δικαστικοῦ ἀντικειμένου. Συμπεραίνων λοιπὸν τὸν λόγον μου, λέγω, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ ἐγγίσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας διὰ τὰς αἰτίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, πρὸ πάντων δὲ, διότι ἡ Συνέλευσις δὲν ἐξασκεῖ καὶ δικαστικὴν ἐξουσίαν, τοῦτο εἶναι ζήτημα, ὡς εἴρηται, τῆς ἁρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ εἰς τὸ διάταγμα ὑπάρχει ὑπόσχεσις τοῦ νομοθέτου ἐν καιρῷ τῆς διοργανώσεως τῶν δήμων τοῦ νὰ παραχωρηθῇ μέρος τῶν λειβαδίων εἰς τοὺς δήμους. Αὕτη ἡ ὑπόσχεσις δὲν στηρίζεται εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον οἱ δῆμοι, ἀλλ’ εἰς τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ πᾶσα Κυβέρνησις περὶ προστασίας τῶν γεωργῶν εἰς τὸ κράτος της. Ἡ τότε Κυβέρνησις ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἀναχωροῦσα ἔθεσεν αὐτὸν τὸν ὅρον εἰς τὸ διάταγμά της καὶ σήμερον, ἐὰν πρόκηται ἡ Συνέλευσις νὰ διαθέσῃ ἓν μέρος τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς περιουσίας πρὸς ὄφελος τῶν κοινοτήτων, καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἀνέφερον, τῆς προστασίας τῆς γεωργίας, τοῦτο εἶναι ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων της, καὶ τοῦτο, ἂν θέλετε, δύναται νὰ ᾖναι ὠφέλιμον καὶ φιλάνθρωπον· δὲν πρέπει ὅμως αὕτη ἡ παραχώρησις νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς ἀνάγκης. Εἰς ὅλας τὰς κοινότητας ἐντὸς τῶν ὁποίων τὰ λειβάδια θεωροῦνται ἐθνικὰ, οἱ κάτοικοι ἔχουν ζῶα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν εἰς τὴν γεωργίαν· ἡ γεωργία γνωρίζετε πόσον ὠφέλιμος εἶναι εἰς πᾶν κράτος καὶ πόσον ὀφείλουν αἱ Κυβερνήσεις νὰ τὴν ὑποστηρίζουν, ἵνα μὴ ὑπόκηνται οἱ γεωργοὶ εἰς πίεσιν ἀνυπόφορον, ἡ ὁποία δύναται νὰ τοὺς ἀποδειλιάσῃ εἰς τὸ ἐπάγγελμα αὐτὸ, τὸ ἀρκετὰ δυσχερές. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἀείποτε νὰ τοῖς προσφέρῃ τὴν προστασίαν της· ἡ προστασία ὅμως αὕτη πρέπει νὰ περιορισθῇ ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, οὕτω πως, ὥστε ἡ Συνέλευσις νὰ προσδιορίσῃ τόσα στρέμματα ὅσα ἀναλογοῦν πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν οἰκογενειῶν ἑκάστης αὐτῶν τῶν κοινοτήτων, ὑπολογίζουσα τόσα στρέμματα πρὸς ἑκάστην οἰκογένειαν. Ὅλοι γνωρίζετε, πόσων στρεμμάτων ἔχει ἀνάγκην ἑκάστη γεωργικὴ οἰκογένεια, ἵνα ποιμάνῃ τοὺς βόας της καὶ τὰ ἕτερα κτήνη τὰ ἀναγκαῖα εἰς τὴν γεωργίαν, ἀνενοχλήτως. Ἐκτὸς τούτου προχωρῶ καὶ περαιτέρω, λέγων, ὅτι ἡ παραχώρησις αὕτη δύναται νὰ ἐκταθῇ κατά τι περιπλέον. Πολλοὶ γεωργοὶ ἔχουν καὶ μερικὰ ζῶα, πρόβατα, αἶγας, οὐχὶ ὡς βιομηχανίαν, ἀλλὰ πρὸς συντήρησιν· εἶναι καὶ ταῦτα μέσα συντηροῦντα τὴν γεωργίαν, βοηθοῦντα τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γεωργοῦ. Δύναται ἑπομένως ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν μικρῶν ζώων, τὰ ὁποῖα δικαιοῦται νὰ ἔχῃ ἑκάστη γεωργικὴ οἰκογένεια, καὶ οὕτω νὰ ἐκτείνῃ τὸν κύκλον τῆς παραχωρήσεως· πέραν δὲ αὐτοῦ τοῦ σημείου δὲν δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ προβῇ, χωρὶς νὰ βλάψῃ τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἡ ἐθνικὴ ἰδιοκτησία ἀνήκει εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπιθέσῃ χεῖρα ἱερόσυλον ἐπ’ αὐτῆς, χωρὶς νὰ προσβάλῃ τὰ δικαιώματα τῶν πολλῶν. Ὑπάρχει ἀρχὴ τοῦ Συντάγματος, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἰσὶν ὑπόχρεοι εἰς τὸ νὰ ὑποφέρωσιν ἐξ ἴσου τὰ δημόσια βάρη. Αὕτη ἡ ὑποχρέωσις γενᾷ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ προσκληθῶσιν ἐξ ἴσου εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ὠφελειῶν· ἑπομένως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ μίαν σπιθαμὴν γῆς ἐθνικῆς χωρὶς νὰ προσβάλῃ τὰ δίκαια τῶν ἄλλων. Ἡ παραχώρησις, τὴν ὁποίαν δεικνύω, εἶναι παραχώρησις ὠφέλιμος πρὸς τὸν γενικὸν σκοπὸν, καὶ πᾶν ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὸν γενικὸν σκοπὸν, γίνεται χάριν ὅλων, καὶ πᾶν ὅ,τι ἀπομακρύνεται αὐτοῦ, γενόμενον πρὸς ὄφελος ἀτόμων, εἶναι πρὸς βλάβην τῆς κοινωνίας. Μέχρι τοῦδε, Κύριοι, τὰ λειβάδια αὐτὰ τὰ ἐνέμοντο ἰσχυροί τινες· τοῦτο μοὶ φαίνεται ἀδιαφιλονείκητον, διότι ὑπάρχει εἰς τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ Ἔθνους, ὅτι οὐδόλως ὠφελήθησαν ἐκ τῆς τοποθετήσεως οἱ κτηνοτρόφοι, οὗτοι πάντοτε ἐπλήρωσαν, διότι ἰσχυροί τινες ἐπαρουσιάσθησαν, ὡς ἔχοντες δῆθεν ἰδικά των ποίμνια, καὶ διὰ τῆς ἰσχυρᾶς των ἐπιῤῥοῆς κατέλαβον θέσεις, τὰς ὁποίας ἐνοικίαζον εἰς ἄλλους κτηνοτρόφους. Καὶ ἐγὼ ἐξανίσταμαι καὶ ἀποκρούω τὸ σύστημα τῆς τοποθετήσεως, διότι, ἐνῷ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον σημαντικὴν πρόσοδον, δὲν ὠφελεῖ καὶ τοὺς κτηνοτρόφους. Ἄρα ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ παραιτήσωμεν τὸ σύστημα τῆς τοποθετήσεως καὶ νὰ εὕρωμεν ἕτερον, τὸ ὁποῖον διατηροῦν πάντοτε τὴν ἰδιοκτησίαν ὅπου ὑπάρχει ν’ ἀφίνῃ εἰς τὰ δικαστήρια τὴν λύσιν τῶν ἐχόντων ἀξιώσεις, ὑποχρεουμένων ν’ ἀποδείξωσι καὶ βεβαιώσουν αὐτὰς, ἐνταυτῷ δὲ νὰ παρέχῃ τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ὑπέδειξα, πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν κοινοτήτων, χωρὶς νὰ στερῇ τὸ δημόσιον Ταμεῖον τῶν χρημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οἱ ἰσχυροὶ ἕως τώρα ἐλάμβανον ἄνευ δικαιώματος. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἡ ἐνοικίασις πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου. Ὅτε δέ τις τῶν Κυρίων πληρεξουσίων ἐξέθεσε τὰ ἐλαττώματα τοῦ συστήματος τῆς τοποθετήσεως καὶ ἠθέλησε νὰ πορισθῇ ἐπιχειρήματα εἰς ὑποστήριξιν τῆς δωρεᾶς τῶν δημοσίων αὐτῶν κτημάτων πρὸς τὰς κοινότητας, ἐμέμφθη πολὺ τὴν εἴσοδον τῶν βλαχοποιμένων ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ πρᾶγμα ὠφέλιμον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν καὶ ἐθνικὴν ἔποψιν, εἶναι καὶ τὸ νὰ ἔχωμεν ἀνοικτὰς τὰς πύλας τῆς Ἑλλάδος πρὸς τοὺς βλαχοποιμένας· ἡ ληστεία εἶχεν ἀλλοῦ τὴν πηγήν της, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν εἴσοδον τῶν ποιμένων, πιστεύω δὲ ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θέλει ὑπάρξει εὐκόλως ἡ ληστεία, ὅσαι καὶ ἂν καταβληθοῦν προσπάθειαι πρὸς διατήρησιν καὶ ὑπόθαλψιν αὐτῆς. Οἱ λῃσταποδόχοι καὶ λῃσταὶ ἐλάμβανον ὑψηλὴν ἄλλοτε προστασίαν, ἂς ἤμεθα ὅμως βέβαιοι, ὅτι τοιαύτη προστασία δὲν θέλει εἰς τὸ ἑξῆς ὑπάρξει. Αὐτοὶ οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ κλείσουν τὰς πύλας τῆς Ἑλλάδος πρὸς τοὺς ξένους ποιμένας, δὲν αἰσθάνονται, ὅτι τοῦτο δὲν συμφέρει εἰς ἡμᾶς, ἀφοῦ μάλιστα θέλουν νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν μεγάλην ἰδέαν. Οἱ ἄνθρωποι οἱ ἐκ τοῦ γειτονικοῦ κράτους χάριν βιομηχανίας ἐρχόμενοι ἐνταῦθα ἐξοικειοῦνται μὲ ἡμᾶς, μᾶς φέρουσι δὲ καὶ τὴν ἀφθονίαν καὶ τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς βιομηχανίας, ὡσαύτως δὲ καὶ πλοῦτον. Ἠξεύρετε ποῦ τείνουσί τινες ἐμποδίζοντες τοὺς ξένους νὰ εἰσέρχωνται ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος τὸν χειμῶνα μὲ τὰ ποίμνιά των; Αὐτοὶ τείνουν νὰ περιορίσωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ποιμνίων, ἐκ τῆς ἀφθονίας τῶν ὁποίων νὰ πωλῆται εὐθηνὸν τὸ κρέας καὶ τὰ ἐκ τῶν ζώων τούτων παραγόμενα, ἐκτὸς δὲ τούτου νὰ ἀφαιρέσωσι καὶ ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸν ὁποῖον πληρώνουν ποιμενικὸν φόρον. Δὲν γνωρίζουσιν ὅτι περιορίζοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν χρησίμων εἰς τὴν τροφὴν ζητοῦν νὰ καταστήσωσι τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν μονοπώλιον πρὸς τοὺς ἐγχωρίους, οἵτινες μόνοι κατὰ τὸ σύστημά των δύνανται νὰ ἔχωσι λειβάδια. Σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι εἰμὴ νὰ καταστήσητε μονοπώλιον εἴς τινας τὴν κτηνοτροφίαν, ὅταν παραχωρήσητε εἰς τὰ κοινότητας τὰ ἐθνικὰ λειβάδια· διότι θὰ ὑπάρχουν κτηνοτρόφοι οἱ ποιμαίνοντες τὰ ζῶά των ἄνευ πληρωμῆς, καὶ κτηνοτρόφοι οἱ ὁποῖοι θὰ πληρώνουν, οἱ δεύτεροι εἶναι ἀδύνατον νὰ διαγωνισθῶσι πρὸς τοὺς πρώτους ὥστε νὰ διατηρηθοῦν. Ἑπομένως οἱ πρῶτοι οἱ ὁποῖοι θέλουν ἔχει ἀποκλειστικῶς τὴν ἐπιχείρησιν καὶ ἄνευ διαγωνισμοῦ θέλουν ἐπιβάλλει τὴν πώλησιν τοῦ κρέατος εἰς ἣν τιμὴν θέλουν. Ἐὰν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπου τὸ κρέας θεωρεῖται πολυτέλεια, ἡ ζημία ἤθελε θεωρηθῆ μόνον ὑπὸ ἔποψιν χρηματικὴν, ἀλλ’ ἐνταῦθα ὅπου διὰ τὸ θερμὸν τοῦ κλίματος τῆς Ἑλλάδος ἐξαντλοῦνται αἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, ἡ τροφὴ τοῦ κρέατος θεωρεῖται τροφὴ οὐσιώδης καὶ ἀναγκαία εἰς τὴν εὐζωΐαν τοῦ ἀνθρώπου καὶ εἰς τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος. Ἐπομένως τὸ ζήτημα πρέπει νὰ θεωρηθῇ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πληθυσμοῦ.
§114ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ὁ Ῥεβελάκης λέγει ὄχι.
§115ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Οἱ ἰατροὶ δύνανται νὰ ἔχωσιν ὁποιανδήποτε καὶ ἂν θέλωσι γνώμην, ἀλλ’ οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν στατιστικὴν τῶν ἐθνῶν καὶ οἱ ἐξετάσαντες τὰ περὶ τῆς τροφῆς αὐτῶν ἔχουσιν ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναφέρω. Ἐπομένως, ἐξακολουθῶ ὅτι, πολὺ θέλει βλάψει μία τοιαύτη πρᾶξις τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐνοικιάσεως· ἀλλὰ παρουσιάζεται καὶ μία ἄλλη ἰδέα ὅτι μέρος τῆς προσόδου τοῦ ἐνοικίου ν’ ἀφιερωθῇ πρὸς ὄφελος κοινοφελῶν ἔργων τῶν κοινοτήτων, ἔργων τοιούτων, ὁποῖα εἶναι τὰ συντελοῦντα, εἴτε εἰς αὔξησιν τῆς συγκοινωνίας, εἴτε εἰς διδασκαλίαν, εἴτε καὶ παρόμοια ἄλλα. Καὶ εἰς τοῦτο, ἐὰν θέλητε δὲν εἶμαι δύσκολος, ἀλλ’ ὡς σᾶς εἶπον, ὁποιονδήποτε μέτρον καὶ ἄν λάβητε, πρέπει νὰ ᾖναι μέτρον νομοθετικὸν καὶ οὐχὶ δικαστικόν. Κανονίζοντες σήμερον τὰ περὶ τῆς προσόδου τῶν λειβαδίων κάλλιστα δύναται ἡ Συνέλευσις ἓν μέρος τῆς προσόδου ταύτης νὰ τὸ προσδιορίσῃ εἰς μίαν ἀποκλειστικὴν χρῆσιν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι πρέπει συγχρόνως νὰ κανονίσῃ καὶ τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως, διότι φοβοῦμαι, ὅ,τι συνέβη μὲ τὴν τοποθέτησιν θὰ συμβῇ καὶ μὲ τὴν διαχείρισιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλετε ἀφιερώσει εἰς κοινωφελῆ ἔργα. Οὕτως, ὡς βλέπετε, δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς τοὺς ἀντιταχθέντας κατὰ τοῦ συστήματος τῆς μέχρι τοῦδε διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν λειβαδίων. Παραδέχομαι ὅλας τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι λογικαὶ καὶ νόμιμοι, καὶ αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συμβιβασθῶσι μὲ τὸ δημόσιον συμφέρον· ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα ἂν ᾖναι ἀνάγκη θέλω πάλιν λάβει τὸν λόγον.
§116ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι, νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὰς ἀλλεπαλλήλους ἐπιθέσεις εὐγλώττων ῥητόρων, οἱ ὁποῖοι πρὸ ἐμοῦ ὡμίλησαν, καὶ προσέτι νὰ ἀκολουθήσω ἀντίστροφον τάξιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἐτήρησαν ἐλθόντες εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Ἄρχομαι δὲ ἀπὸ τοῦ τελευταῖον ἀγορεύσαντος, τοῦ ὁποίου τὰς γνώμας δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ἂν καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν βεβαίωσιν αὐτοῦ δὲν διστάζω νὰ θεωρήσω ὡς γνώμας ἀτομικὰς αὐτοῦ καὶ οὐχὶ τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην ὅμως εὑρίσκομαι εἰς μίαν τινὰ σύγχισιν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ σᾶς κρύψω, καὶ ἐπεθύμουν ἀπὸ τὴν σύγχισιν ταύτην νὰ μὲ ἐξαγάγῃ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία· εὑρίσκομαι εἰς τὴν σύγχισιν ταύτην, διότι ὁ μὲν ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀγορεύων οὐχὶ ὡς ὑπουργὸς, ἀλλ’ ὡς πληρεξούσιος, σᾶς ἐξήγησε δημοσίᾳ τὴν γνώμην του, ὅτι θεωρεῖ τὸ διάταγμα τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1833 ὡς πρᾶξιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, στηριζομένην ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, καὶ ὅτι ἀκόμη θεωρεῖ ὑμᾶς ἀναρμοδίους νὰ ἐγγίσητε τὴν πρᾶξιν ταύτην· ἀπέναντι τῆς ἐξηγήσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν μετ’ εἰλικρινοῦς παῤῥησίας καὶ θάῤῥους σᾶς ἔκαμεν οὗτος, ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις δὲν ἔκαμε τὴν διαστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν, μὴ ἐξηγήσας ἂν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶπεν, εἶναι γνῶμαι ἀτομικαὶ αὐτοῦ ἢ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ὁ κύριος, λέγω, ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν σᾶς εἶπε ἄλλο τι, εἰμὴ ὅτι φρονεῖ, ὅτι αἱ νομαὶ αἱ ἐθνικαὶ, τὰς ὁποίας αἱ κοινότητες ἀμφισβητοῦσι πρὸ 33 ἐτῶν, πρέπει νὰ ἐνοικιασθῶσι πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου. Ἐπεθύμουν λοιπὸν τῇ ἀληθείᾳ νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως λίαν σπουδαίας καὶ μεγάλα συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας διαφερούσης. Οἱ νόμοι, κύριοι, εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς πολιτείας, καθ’ ἣν αὕτη ἐπιθυμεῖ νὰ κανονισθῶσιν αἱ ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας ἀφορῶσι, διὰ τρόπου γενικοῦ καὶ ἀμεταβλήτου, ἀλλ’ οἱ νόμοι αὐτοὶ πρέπει νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης· ὅταν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐξασκεῖται ὑφ’ ἑνὸς καὶ μόνου, ὡς ἐξησκεῖτο κατὰ τὸ 1833, αἱ πράξεις αὐτῆς δὲν ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν πρόληψιν ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα ἐμβριθοῦς συζητήσεως καὶ ἀκριβοῦς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, ἑπομένως ὅτι δύνανται νὰ ἦναι ἐγγὺς τῆς ἀληθείας καὶ τῆς δικαιοσύνης· ὅταν δὲ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐξασκεῖται ὑπὸ πολλῶν συγχρόνως, οἱ ὁποῖοι ἀπαρτίζουσι σώματα πολυμελῆ, ἡ συζήτησις τοῦ νόμου ἀποκαλύπτει τὴν ἀλήθειαν. Τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐξήσκει τότε ἡ ἀντιβασιλεία μόνη· ἡ ἀντιβασιλεία ἐλθοῦσα εἰς τὴν Ἑλλάδα εὗρεν ἀμφισβητήσεις, ἀμφιβολίας, δισταγμοὺς ἐπὶ τοῦ ἂν αἱ περιφέρειαι τῶν κοινοτήτων, αἱ νομαὶ, τὰς ὁποίας κατὰ τὸν ἀγῶνα κατεῖχον τινὲς τῶν κοινοτήτων, εἶναι ἰδιόκτητοι· ἐνόμισε δὲ ὅτι αὕτη ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ διὰ τρόπου ὁμαλοῦ τοὺς δισταγμοὺς τούτους, καὶ νομίζω, ὅτι κατὰ τοῦτο ἐπλανήθη, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔπραξεν ὅ,τι ὁ κύριος Πετσάλης συμβουλεύει νὰ μὴ πράξητε· δηλαδὴ ἀνέλαβεν ἔργα καὶ προέβη νὰ ἐξετάσῃ τοὺς δισταγμοὺς τοὺς ὁποίους δὲν ἦτο ἁρμοδία νὰ ἐξετάσῃ. Κηρύξασα λοιπὸν ἰδιοκτήτας ἐκείνους οἵτινες ἦσαν κάτοχοι ἑνὸς ταπίου, ἢ ἑνὸς χοντσετίου, ἀπεφήνατο διὰ πράξεως νομοθετικῆς ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει ἰδιοκτήτην οὐδένα ἄλλον, ὅστις δὲν φέρει ἓν ταπίον· ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας περιεῖχεν ἓν λάθος, τὸ ὁποῖον ἀπέληξεν εἰς ἀπείρους ἀδικίας· τὸ λάθος ἦτον ὅτι ἄνθρωποι ἀναρμόδιοι οἱ νομοθέται ἀπεφήναντο ἐπὶ ὑποθέσεων τὰς ὁποίας δὲν ἦσαν ἁρμόδιοι αὐτοὶ ἀλλ’ οἱ δικασταὶ νὰ δικάσωσιν· αἱ δὲ ἀδικίαι ἦσαν ὅτι συνεπεία αὐτοῦ αἱ κοινότητες αὗται καί τοι μὴ ἔχουσαι ταπίον, εἶχον ὅμως τὴν ἰδιοκτησίαν τοιούτων περιφερειῶν καὶ ἀπώλεσαν αὐτήν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἄλλοι μετ’ ἐμοῦ σᾶς προετρέψαμεν νὰ ἀποφανθῆτε ὅτι θεωρεῖτε τὸ διάταγμα τοῦ 1833 ὡς μὴ στηριζόμενον εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης· καὶ ποῖος ἄλλος εἶναι ἁρμόδιος ἐν τῇ πολιτείᾳ τῇ Ἑλληνικῇ νὰ καταργήσῃ νόμον τῆς ἐπικρατείας ἐκδοθέντα πρὸ 30 ἐτῶν καὶ ἰσχύοντα, παρὰ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξασκοῦσι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν; ὁ ἔντιμος φίλος μου, εἰς τὴν πολυμάθειαν καὶ τὰς γνώσεις τοῦ ὁποίου ἔχω ἰδίαν ὑπόληψιν, σᾶς εἶπεν ὅτι ἁρμόδια εἶναι τὰ δικαστήρια, καὶ ὅτι αἱ κοινότητες ἔπρεπεν ἀπὸ τοῦ 1833 νὰ διαμαρτυρηθῶσι κατὰ τῆς ἀδικίας ταύτης. Καὶ ἀγνοῶ μὲν ἂν αἱ κοινότητες διεμαρτυρήθησαν ἢ ὄχι· βεβαιῶ ὅμως ὅτι ἔχω εἰς τὴν μνήμην μου συμβεβηκότα διάφορα κατὰ τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, τὰ ὁποῖα ἀγνοῶ ἂν πρέπῃ νὰ θεωρήσω ὡς μίαν ἔκφρασιν διαμαρτυρήσεως. Ἀφίνω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ τμήματος ἐκείνου τῆς ἐπικρατείας νὰ ἀποφανθῶσιν ἂν τὰ συμβεβηκότα ἐκεῖνα ἦσαν διαμαρτυρήσεις· ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει κηρύσσω ἐμαυτὸν ἀναρμόδιον, ὡς μέλος νομοθετικοῦ σώματος, νὰ ἀποφανθῶ ἐπὶ ζητήματος καθαροῦ ἰδιοκτησίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θεωρῶ ἁρμοδίους μόνους τοὺς δικαστάς. Ὁ ἔντιμος φίλος μου, ὁ πληρεξούσιος ἐκ Ξηροχωρίου, ὑποθέτει, ὅτι, ἂν ἡ Συνέλευσις παραδεχθῇ τὴν γνώμην μου ταύτην, θέλει δηλώσει συγχρόνως ὅτι αἱ περιφέρειαι ἀνήκουσιν εἰς τὰς κοινότητας· ἀλλὰ σᾶς εἶπον νὰ ἀπόσχητε τοιαύτης ἀποφάσεως, νὰ καταργήσητε μόνον τὸ διάταγμα τοῦ 1833, νὰ ἀποφύγητε ὅμως νὰ ἀπονείμητε τὴν κυριότητα τῶν ἐκτάσεων τούτων εἰς τὰς κοινότητας ἢ εἰς ἄλλον τινα, καὶ νὰ ἀφήσητε εἰς τὸ δικαστήριον νὰ διαλύσῃ ὅλας τὰς ἀξιώσεις αἵτινες ἐνδέχεται νὰ προταθῶσιν ἐπὶ τῶν γαιῶν τούτων. Ὑποτιθεμένου, Κύριοι, ὡς βεβαίου ὅτι τὸ Σ. τοῦτο Συνέδριον θέλει παραδεχθῆ τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι θέλει καταργήσει τὸ διάταγμα τοῦ 1833 καὶ θέλει ἀπόσχει νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ἀξιώσεων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ὑπάρχει περὶ τῆς κυριότητος τῶν γαιῶν αὐτῶν, ἀφίνον τὴν λύσιν τῶν δισταγμῶν τούτων εἰς τὸ δικαστήριον· τούτου τεθέντος ὡς ἀποφασισθέντος, ἔρχεται ἤδη ἡ συζήτησις τῶν ἄλλων γνωμῶν. Τῇ ἀληθείᾳ, κύριοι, δὲν ἔχω πολὺ θάῤῥος, ἀφ’ οὗ πολλὰ φύλλα τῆς δημοσιογραφίας ἐπετέθησαν κατ’ ἐμοῦ ἀπό τινος χρόνου χαρακτηρίζοντα τὴν ἐν τῇ Συνελεύσει διαγωγήν μου ὡς ἀντεπαναστατικὴν, ὡς Ὀθωνικὴν, δὲν ἔχω πολὺ θάῤῥος νὰ ἀντισταθῶ εἰς μίαν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀθηνῶν πληρεξούσιος ἔκαμεν· ὁ ἐξ Ἀθηνῶν πληρεξούσιος παρέστησε τοὺς δήμους ὡς σώματα ὑποτελῆ, ὡς δημιουργήματα τῆς δυναστείας τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος κατέκρινεν, ὡς ὀθωνιστάς· ἐὰν ἐγὼ νῦν ἀναλάβω τὸν ἀγῶνα νὰ εἴπω δύο λέξεις ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν δήμων, φοβοῦμαι ὅτι θέλω προκαλέσει νέαν ἐπίθεσιν κατ’ ἐμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἀνθέξω· ἀφίνω λοιπὸν τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δήμων εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἦσαν μᾶλλον ἢ ἐγὼ ἐξῳκειωμένοι μὲ τὴν ἐπανάστασιν, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο διάστημα. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ θαυμάσω τὴν εὐγλωττίαν τοῦ πληρεξουσίου, τοῦ ὁποίου προχθὲς ἠκούσατε. Ὁ λόρδος Stanhope παραβάλλει τὴν εὐγλωττίαν δύω μεγάλων ῥητόρων τοῦ παρελθόντος αἰῶνος τῆς Ἀγγλίας, τοῦ Πὶττ καὶ Φὼξ μὲ τὸ ῥεῦμα τῶν ποταμῶν Σαῶνος καὶ Ῥοδανοῦ· ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ πληρεξούσιος ἐξ Ἀδριανουπόλεως νὰ παραβάλω καὶ ἐγὼ τὴν εὐγλωττίαν του μὲ τὸν ῥοῦν ὁρμητικοῦ χειμάῤῥου, ὅστις παρασύρει καὶ δένδρα ὑψίκομα, καὶ κορμοὺς μεγάλους, καὶ τεμάχια βράχων, καὶ λίθους καὶ θάμνους. Τὸ ὁρμητικὸν τοῦτο ῥεῦμα παρέσυρε δυστυχῶς καὶ ἐμὲ τὸν ἀσθενῆ θάμνον, καὶ, ἂν δὲν εὑρεθῇ κατὰ τὸν ῥοῦν παχύσαρκόν τι σῶμα ἵνα σταματήσω, θέλει μὲ ἐκβάλει εἰς τὴν θάλασσαν. Τοῦ ζητήματος λοιπὸν ὑποτιθεμένου ὡς βεβαίου, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει καταργήσει τὸ διάταγμα τοῦ 33, καὶ ἀπόσχῃ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἰδιοκτησίας ἀφίνουσα αὐτὸ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστηρίων, ἔρχεται τὸ ζήτημα, τίς θέλει προσοδευθῇ τὰς γαίας ταύτας; Ἡ κατάργησις τοῦ διατάγματος ἐπιφέρει ἀναντιῤῥήτως τὴν κατάργησιν παντὸς δικαιώματος ἐξ αὐτοῦ ἀποκτηθέντος, ὡς καὶ τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος τῆς τοποθετήσεως· τὴν κατάργησιν ταύτην βεβαίως περιέχει καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, διὰ τῆς ὁποίας παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου· θέλουσι προσοδευθῆ λοιπὸν τὰς γαίας ταύτας τὸ δημόσιον, αἱ κοινότητες, ἢ οἱ δῆμοι; Ἰδοὺ ὁ δισταγμὸς, ὅστις γεννᾶται, καὶ ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ πῶς συζητουμένου τοῦ δισταγμοῦ τούτου, ἤκουσα πανηγυρικοὺς τοῦ συστήματος τῆς ἐνοικιάσεως, περὶ οὗ οὐδεὶς προετέθη λόγος· νομίζω, ὅτι, προκειμένης τῆς λύσεως τοιούτου δισταγμοῦ, οἱ πανηγυρικοὶ τοῦ συστήματος τῆς ἐνοικιάσεως, τῆς μισθώσεως ἢ παντὸς ἄλλου συστήματος καρπώσεως ἦσαν ὅλως διόλου ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, οὔτε ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀπασχολήσωσι. Τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως, κύριοι, εἶναι τὸ μέσον τῆς προσοδεύσεως. Ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν σᾶς προέτεινεν, ὅτι πρέπει νὰ καρπωθῇ τὸ δημόσιον, δηλ. ὅτι πρέπει ν’ ἀναγνωρίσητε σιωπηλῶς τὴν μέχρι τοῦδε ὑπάρχουσαν κατάστασιν, ἤτοι τὴν κυριότητα καὶ κατοχὴν τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν γαιῶν τούτων. Ἄλλοι σᾶς προέτειναν νὰ παράσχητε τὴν χρῆσιν αὐτῶν εἰς τὰς κοινότητας, καὶ ἐγὼ, συνεφώνησαν δὲ καί τινες ἄλλοι μετ’ ἐμοῦ, εἰς τοὺς δήμους. Λυποῦμαι, διότι ἐπὶ τόσον σπουδαίας ὑποθέσεως, δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν, ἂν καὶ προχθὲς εἶπον πόσον ἐθεώρουν ἀναγκαῖον νὰ προσέλθῃ καὶ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως ταύτης· ζήτημα συναφὲς μετὰ τῆς διοικήσεως τοῦ κράτους συζητεῖται, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξήρτηται ἡ βελτίωσις τῆς καταστάσεως τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν προσῆλθε νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην του καὶ ὡς ἁρμόδιος καὶ ὡς ἔχων τὴν προσήκουσαν πεῖραν. Αἱ ἄλλαι ἀσχολίαι αὐτοῦ ἴσως περισπῶσιν αὐτὸν, ἀλλ’ εἴλπιζον καὶ ηὐχόμην, κύριοι, νὰ ἐννοήσωμεν πλέον ὅλοι, ὅτι ἡ βελτίωσις τῆς διοικήσεως ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς βελτιώσεως τῶν πραγμάτων, καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν διηνεκῶν περὶ τὰ πρόσωπα ἀσχολιῶν. Ὑπεστήριξα τὴν γνώμην, ὅτι τὴν κάρπωσιν τῶν γαιῶν τούτων πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τοὺς δήμους καὶ οὐχὶ εἰς τὰς κοινότητας, διότι ἐνόμισα, ὅτι εὑρισκόμεθα πραγματικῶς εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην εἰς ἣν ἡ Γαλλία ἦτο κατὰ τὸ 1789. Πρὸ τοῦ 1789 ἡ διοίκησις τῆς Γαλλίας ἀπέληγεν εἰς μονάδας, τὰς κωμοπόλεις, τὰ χωρία, τὰς πόλεις· ὅλαι αὐταὶ αἱ μονάδες ἦσαν περιφέρειαι τῆς διοικήσεως, ἔχουσαι δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ καὶ ἐκεῖ εἰσήχθη ἡ δημοτικὴ διοίκησις καὶ ἐξεδόθη ὁ νόμος περὶ δήμων, δὲν ἠδυνήθη νὰ καταργήσῃ τὰ δικαιώματα τῶν περιφερειῶν τούτων, ἔπλασεν ὅμως τὸ πρόσωπον τοῦ δήμου, ὡς μονάδα τῆς διοικήσεως καὶ περὶ αὐτοῦ καὶ μόνου ἠσχολήθη· διετήρησε μόνον τὰ δικαιώματα τῶν χωρίων, κωμοπόλεων καὶ πόλεων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὀνομάζει τμήματα δήμου· οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν φρονῶ, ὅτι πρέπει πᾶσα φροντὶς τῆς πολιτείας νὰ ἀφορᾷ τὸν δῆμον, διότι ὁ δῆμος εἶναι τὸ τελευταῖον ὄργανον τῆς διοικήσεως· δι’ αὐτοῦ διοικεῖται τὸ κράτος, μεταφέρονται ἀπὸ τοῦ κέντρου εἰς τὰ ἄκρα ὅλαι αἱ ὠθήσεις, ἑπομένως δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω πῶς, ὑπάρχοντος δημοτικοῦ συστήματος, ὑπαρχούσης δημοτικῆς διοικήσεως ἐν τῷ κράτει, ἠμπορεῖ νὰ μὴ ληφθῇ πρόνοια ὑπὲρ τῶν δήμων, ἀλλ’ ὑπὲρ ἄλλης τινὸς ὁμάδος μὴ ὑπαρχούσης. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω ὀρθὴν κατὰ τοῦτο τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις γνωμοδοτεῖ νὰ προσοδευθῇ μὲν τὸ δημόσιον τὰς γαίας ταύτας, νὰ διαθέσῃ ὅμως μέρος τῆς προσόδου ὑπὲρ τῶν δήμων· δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀσπασθῶ τὴν γνώμην του καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ἤθελον ἀναγνωρίσει σιωπηλῶς τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου, διότι ἤθελον ἀποδώσει εἰς τὸ δημόσιον πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸ εἰμὴ ἐπὶ τοσοῦτον, καθ’ ὅσον ἐνώπιον τῶν δικαστῶν ἀποδείξει τὴν ἐπ’ αὐτῶν κυριότητά του.
§117ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριε Δηλιγιάννη, ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἐρωτήσω τί ἐννοεῖτε κοινότητας;
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰς ἐρωτήσεις, μὴ διακόπτετε.
§119Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς ἐξήγησα, κύριοι, τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους προχθὲς ἐγνωμοδότησα, καὶ σήμερον ἐπιμένω διὰ ν’ ἀναγνωρισθῇ καὶ ἀποδοθῇ ἡ κάρπωσις τῶν γαιῶν τούτων εἰς τοὺς δήμους, καὶ δι’ οὓς δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην καθ’ ἣν πρόκειται νὰ παραχωρήσωμεν τὴν κάρπωσιν εἰς τὰς κοινότητας, ἢ εἰς τὸ δημόσιον. Ἐπὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω.
§120ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐζήτησα, Κύριοι, τὸν λόγον διὰ νὰ προσφέρω μίαν ἐκδούλευσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν· ἐπειδὴ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα ὑπεβλήθησαν διάφοροι τροπολογίαι καὶ τοσαῦται, ὥστε εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ τις ἐπακριβῶς ὁποῖαι εἶναι αἱ γνῶμαι, αἱ ὑποστηριχθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήματος, προτίθεμαι ν’ ἀναθεωρήσω τὰς γνώμας ταύτας, νὰ δείξω εἰς τί συμφωνοῦν καὶ κατὰ τί διαφέρουν, καὶ, πρὶν ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, νὰ δείξω εἰς ὁποῖον ἔφθασεν ἡ συζήτησις συμπέρασμα, δηλ. τί παρὰ τῶν πλείστων ἀναγνωρίζεται, τί παρά τινων ἀποκρούεται, κατὰ τί τροπολογεῖται ἡ γνώμη τοῦ μὲν διὰ τῆς γνώμης τοῦ δέ. Ἐπειδὴ ὅμως μοὶ ἐφάνη λίαν παράδοξος ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῆς παιδείας, εἰς ἐπικουρίαν ἐρχόμενος τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου Γόρτυνος, θέλω προσθέσει ὀλίγας μόνον λέξεις εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ. Ἐθαύμασα πῶς ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐθεώρησε τὴν Συνέλευσιν ἀναρμοδίαν, καὶ ἐκτὸς τῆς δικαιοσύνης τιθεμένην, ὅταν προσπαθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος νὰ καταστρέψῃ δικαιώματα κεκτημένα καὶ νὰ πλάσῃ δικαιώματα ἀνύπαρκτα. Τοῦτο εἶναι ἀληθὲς τότε μόνον, ὅταν ἡ αὐθαιρεσία κατὰ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἠμπορῇ νὰ ὑψωθῇ εἰς δικαίωμα, τὸ δ’ ἔγκλημα τῆς ληστείας τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ νὰ ὑποπέσῃ εἰς παραγραφήν. Ἄλλως, ἐγὼ οὐδεμίαν παρατηρῶ διαφορὰν μεταξὺ τῆς φαινομένης γνώμης τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς γνώμης τῆς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἧς εἶναι μέλος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ Κ. ὑπουργός. Ἀπορῶ δὲ βλέπων εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ τοσαύτην ἄγνοιαν τῆς νομίμου δικαιοδοσίας τῶν ἐπαναστάσεων καὶ τοῦ πρωτίστου καθήκοντος τῆς ἡμετέρας, νὰ θραύσῃ τὰ δεσμὰ τοῦ λαοῦ καὶ νὰ χειραφετήσῃ αὐτὸν ἐκ τῆς ἐξουσίας, ἥτις ἐπίεζεν αὐτὸν κατὰ τὸ παρελθόν. Ἂν ῥίψητε, Κύριοι, ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς ἱστορίας, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αἱ Συνελεύσεις καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ἔχουν νὰ πράξουν ὅ,τι πράττομεν ἡμεῖς σήμερον· καὶ ἂν σᾶς ἀναφέρω τὰ συμβάντα εἰς τὴν Γαλλίαν, μοὶ φαίνεται, ὅτι μνημονεύω παράδειγμα ἄξιον προσοχῆς, διότι προέρχεται ἀπὸ ἐπανάστασιν μεγαλουργὸν, ἥτις ἐπέφερε τόσον μεγάλα εἰς τὸν πολιτισμὸν εὐεργετήματα. Εἶπεν ὁ Κ. Πετσάλης, ὅτι ὁ κόσμος ποτὲ διετέλει ὑπὸ τὸν φεουδαλισμόν· καὶ τῷ ὄντι φεουδαλισμὸς ὑπῆρχε, τὸ γνωρίζομεν ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 89, ἥτις τὸν κατήργησεν εἰς τὴν Γαλλίαν. Εἰς τὴν Γαλλίαν εἶχε καθιερωθῆ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ὁ φεουδαλισμὸς εἶχεν ὀνομάσει Triage καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀνελάμβανον οἱ Τιμαριῶται ἀπὸ τὸν λαὸν τὸ ⅓ τῶν κτημάτων ὅσα εἶχον εἰς αὐτὸν ἀφήσει. Ἡ ἐπανάστασις ἀνεκάλεσεν ὅλας τὰς πράξεις, ἀποφάσεις, διατάγματα, τὰ ὁποῖα καθιέρουν τὴν τοιαύτην ἀνάκλησιν. Ὁ φεουδαλισμὸς εἶχεν ἐπιφέρει τὴν ἀπογύμνωσιν τῶν κοινοτήτων ἐν Γαλλίᾳ ἀπὸ ὅλα τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναπόφευκτα ἵνα διατηρηθῇ μία κοινότης, καὶ μεταξὺ αὐτῶν κατατάσσεται καὶ ἡ βοσκή. Ὅλα ταῦτα τὰ δίκαια, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος συμπεριλαμβάνει ὑπὸ τὸ ὄνομα cantonnement καὶ πᾶν ἄλλο ὑπὸ οἱονδήποτε ὄνομα δικαίωμα εἶναι καὶ φύσει ἀνήκει εἰς τὴν κοινότητα, εἰς τὸ ὅλον τῶν κατοίκων αὐτῆς ἢ τμήματος αὐτῆς, ἀπεδόθησαν εἰς τὰς κοινότητας εἴτε ἔδειξαν εἴτε δὲν ἔδειξαν ὅτι εἶχον τὴν κατοχὴν αὐτῶν· δὲν ἀπῄτησαν κἂν ἀπὸ τὸν λαὸν ἀπόδειξιν διὰ τὴν ἀνάκτησιν, διότι εἶναι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναπόφευκτα εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν κοινωνικὴν ζωὴν τῶν κατοίκων μιᾶς κοινότητος. Κατὰ τὰ 89, περιπλέον, ἡ ἐπανάστασις καθιέρωσε τὴν ἑξῆς ἀρχήν· «πᾶσα κοινότης δικαιολογοῦσα, ὅτι εἶχε προτήτερα κτήματα, ἢ δικαιώματα χρήσεως οἱασδήποτε, ὧν ἐστερήθη καθ’ ὅλου ἢ ἐν μέρει ὑπὸ τῶν τιμαριωτῶν, ἀποκαθίσταται εἰς αὐτὰ, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν οὔτε ψηφίσματος, οὔτε διακηρύξεως, οὔτε διατάξεως οὐδεμιᾶς, οὔτε βασιλικῶν ἐγγράφων, οὔτε ἀποφάσεων, ἐκτὸς ἂν οἱ Τιμαριῶται παρουσιάσουν ἐπίσημον συμβόλαιον νομίμου ἀγορᾶς.» Διὰ διατάγματος ἐπίσης, «αἱ κοινότητες ἐδικαιώθησαν νὰ ἐπανέλθωσιν ἐντὸς διορίας τριάκοντα ἡμερῶν, χωρὶς οὐδεμιᾶς διατυπώσεως δικαστικῆς, εἰς τὰς γαίας, τὰς βοσκὰς, τοὺς λειμῶνας, τὰ δάση, τὰς ἐπικαρπίας καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ πραγματικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκποιήσει ἢ ἐκμισθώσει ἐπὶ ἐμφυτευτικῷ κανόνι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1620 δι’ ὁποιανδήποτε αἰτίαν καὶ εἰς ὁποιανδήποτε περίστασιν, καὶ ἐπὶ ἀνταλλαγῇ ἂν αἱ πράξεις αὗται ἐγένοντο, ἀλλ’ ἐπὶ ἀποδόσει, κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν, τῶν εἰς ἀνταλλαγὴν ληφθέντων. Ἀνέκτησαν δὲ τὴν κατοχὴν τῶν κτημάτων ὅσα ἐξεποιήσαν καθ’ ὅλους τοὺς τύπους, ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει ν’ ἀποδώσωσι, πληρώνουσαι κατ’ ἔτος τὸ δέκατον τοῦ τιμήματος, ὅπερ ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι ἐστράφη εἰς πραγματικὴν ὠφέλειαν τῆς κοινότητος κατὰ τὴν γνώμην βασιλικῶν πραγματογνωμόνων.» Τοιοῦτον εἶναι τὸ καθῆκον τῶν ἐπαναστάσεων! ἡ ἐπανόρθωσις τῶν ἀδικημάτων, ἅτινα ὑπηγόρευσαν αὐτάς. Ὅτι δ’ εὑρισκόμεθα εἰς ἀνάγκην τοιαύτην, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀνατρέψωμεν ἔργα καταχθόνια, ἀρκεῖ ὅτι ἔχομεν ἐνώπιόν μας δικαιώματα τιμαριωτικὰ, ὅσα καθιέρωσε τὸ διάταγμα τοῦ 1833. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἐξελέγξω ἐγὼ τὸν νόμον τοῦ 1833, καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω ἂν τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔπραξε, δὲν εἶναι ἄξια τῆς προσοχῆς μιᾶς ἐπαναστάσεως καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀνατραπῶσι· περιορίζομαι μόνον νὰ σᾶς ὑπομνήσω τοῦτο, ὅτι τὰ ⅘ τῆς Ἑλλάδος ἀντεστάθησαν κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀντεστάθησαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατώρθωσαν νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ· οἱ τοιοῦτοι νόμοι ἀποδεικνύουσι τὴν μοχθηρίαν τοῦ ποιήσαντος αὐτούς. Ὑπὲρ τοιούτου νόμου ἔρχεται νὰ παρεμβάλῃ ἐνστάσεις ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς παιδείας! Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο κἂν νὰ ἀποφασίσωμεν τοιαύτην τοῦ καθεστῶτος μεταβολὴν, ὥστε τῳόντι νὰ θελήσωμεν νὰ μιμηθῶμεν κατὰ πάντα τὴν ἐπανάστασιν τὴν Γαλλικὴν, ἡ ὁποία τίποτε δὲν ἠθέλησε τῶν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ σεβασθῇ, οὔτε ἀποδείξεις κἂν ν’ ἀπαιτήσῃ· ἂν ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν τὴν κυριότητα, τῶν ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν, τῶν δασῶν, τῶν μετάλλων, τῶν κτηρίων, ἐδύνατό τις νὰ ἐπαναστατήσῃ κατὰ τοιαύτης ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ ἑνὸς ἁπλοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐσεβάσθη ἡ τουρκοκρατία πρὸς ὅλας ἀνεξαιρέτως τὰς κοινότητας, ὅσας ὑπέταξεν ἐξαιρουμένων μόνον ἐκείνων, τὰς ὁποίας, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης των ἀντιστάσεως ἠναγκάσθη νὰ περάσῃ ἀπὸ τὴν αἰχμὴν τοῦ ξίφους, διότι τούτων ἐδήμευσε τὰς ἰδιοκτησίας καὶ τὰς ἔδωκεν ὡς ἀποζημιώσεις στρατιωτικῶν δικαιωμάτων, καὶ ἐξ αὐτῶν προῆλθον κατὰ μέγα μέρος αἱ τουρκικαὶ ἰδιοκτησίαι. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τοῦ ἁπλουστάτου δικαιώματος, τοῦ ἔχειν τὰς κοινότητας περιφέρειαν οἵαν καὶ ἐν χρόνοις εἶχον δουλείας. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶναι, σκληρότερος καὶ αὐτοῦ τοῦ προκαλέσαντος ταύτην τὴν μεγάλην παρανομίαν, τοῦ νομοθέτου τοῦ 1833, διότι ἀφοῦ ἔκαμε τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὁ θόρυβος ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρξε τοσοῦτον πολὺς, ὥστε ἠναγκάσθη νὰ ἐκδώσῃ δεύτερον διάταγμα, τοῦ 36 νομίζω, τὸ ὁποῖον ἐν μέρει ἀνῄρεσεν αὐτὸν, καὶ νὰ κηρύξῃ ὅτι ἀνεγνώρισε τὴν ἀδικίαν καὶ ἐν μέρει μὲν νὰ ἐπανορθώσῃ αὐτὴν διὰ καταργήσεως τοῦ φόρου τῆς βοσκῆς, καὶ δίδον ἐπισήμως τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι ἀμέσως ἔμελλε νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὰς κοινότητας ἀρκούσας περιφερείας. Ἀλλ’ ἂν ἐκεῖνος πράττων ἢ ἀπρακτῶν ἐτυράννει τὸν τόπον, ἡ ὥρα ἐπέστη νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπικουρίαν τῶν ἰδίως ἐκ τούτου ἀδικηθεισῶν ἐπαρχιῶν. Ὅλαι αἱ ἐργασίαι τὰς ὁποίας ἔκαμε τὸ Γαλλικὸν ἔθνος, ὅταν, ἐλευθερωθὲν ἀπὸ τὸν ζυγὸν εἰς τὸν ὁποῖον διετέλει, ἀνέκτησε τὴν ἐλευθερίαν του, ἔφεραν τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε εἰς τὴν Γαλλίαν αἱ κοινότητες νὰ ἔχουν περιουσίαν. Πρὸς ἀπόδειξιν περιορίζομαι νὰ σᾶς ἀναφέρω μόνον περὶ δασῶν. Ἡ ἔκτασις τῶν δασῶν τῆς Γαλλίας συνίσταται εἰς hectares 8,521,000· ἐκ δὲ τούτων ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον 1,098,724, εἰς δὲ τὰς κοινότητας, 1,803,200, εἰς δὲ τοὺς ἰδιώτας 5,619,110 hectares. Ἡ εἰς δάση περιουσία τῶν κοινοτήτων εἶναι κατὰ ⅘ τῆς δημοσίας ἀνωτέρα, ὡς βλέπετε. Μίαν τελευταίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ βοηθεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός του ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἰδίως ἤντλησεν ἐπιχειρήματα ὁ Κ. ὑπουργὸς, διὰ νὰ πολεμήσῃ τὰ δίκαια τῶν κοινοτήτων, ἐκ τῆς συμπαθείας, τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτὸν ὀφείλομεν πρὸς τοὺς βλαχοποιμένας, τοὺς ὁποίους ὀνομάζει εὐεργέτας τοῦ τόπου. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀκούσω ὅσα πρὸ ἐμοῦ εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου περὶ αὐτῶν, δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅσα γνωρίζω ἐγὼ, μαθὼν παρ’ ἄλλων, θέλω νὰ σᾶς εἴπω τὶ λέγει ἡ ἐπίσημος γλῶσσα, ἀναγινώσκω ἐγκύκλιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν ᾗ θέλετε ἰδεῖ τὶ κοστίζουν εἰς τὸ Κράτος αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, καὶ θέλετε νοήσει, ἐὰν δὲν πρέπῃ νὰ σκεφθῆτε νὰ εὕρητε τὰ μέσα νὰ τοὺς ἀποκαταστήσητε. Ἀναγινώσκεται ἡ ἐγκύκλιος αὕτη, ἥτις ἀγορᾷ τὴν κατάστασιν ἐν γένει τῶν βλαχοποιμένων καὶ τὰ ἐκ τούτων προερχόμενα εἰς τὸν τόπον δεινά. Ἀλλὰ μήπως κανεὶς ἐξ ἡμῶν εἶπε νὰ καταδιώξετε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; ὄχι, αἱ πλέον ὑπὲρ τῶν δήμων προτάσεις δὲν λέγουν ἄλλο τι, παρὰ νὰ τοὺς ἐξομοιώσητε μὲ τοὺς ἄλλους κατοίκους, 100 πρόβατα καὶ 10 βόας νὰ βόσκουν καὶ αὐτοὶ ὡς καὶ ἡμεῖς· καὶ ὅπως ἐγὼ ὁ κάτοικος ἂν ἔχω περισσότερα θὰ πληρώσω, διότι θὰ ἐνοικιάσω, οὕτω καὶ ἐκεῖνος. Πλήρης λοιπὸν ἰσότης ἀπονέμεται εἰς τοὺς βλαχοποιμένας καὶ τοῦτο μολονότι μένει, οὕτως εἰπεῖν, ξένος τῆς κοινωνίας, κανένα φόρον καταναλώσεως δὲν πληρώνει, διότι τίποτε δὲν καταναλίσκει, μόνον ἅλας ἀγοράζει καὶ ὅλα τὰ βάρη διαφεύγει εἰς ἀπροσπέλαστον καλύβην ἢ σπήλαιον διαμένων καὶ ἕνα μόνον φόρον ἐπὶ τῶν ζώων πληρόνων· εἶναι δὲ τόσον φοβεροὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, ὥστε ἴδατε ὁποίαν ἐξαιρετικὴν πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει διὰ τὸ διαβατήριον αὐτῶν. Ἤδη, Κύριοι, ἐκτὸς, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐκουράσθη, καὶ νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, θὰ ἐπιθεωρήσω τὰς τροπολογίας.
§121ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τελειώσῃ.
§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, ἐξετάζων τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἐπροτάθησαν, δὲν θέλω τὰς ἐξετάσει κατὰ τὸ σύνολον, ἀλλὰ μόνον καθ’ ὅσον ἀφορῶσιν εἰς τὸ ά. ἄρθρον τὸ περὶ τῶν ἐθνικῶν βοσκῶν· ὅτι εἶπον περὶ τῶν κοινοτήτων, τὸ εἶπον, ἀναγκασθεὶς νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν Κ. Πετσάλην· ὅταν ἔλθῃ ἡ προσήκουσα στιγμὴ θέλω ὁμιλήσει περὶ ἐκείνων, μολονότι δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ διαφωνία εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§123ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὰ καταργήσωμεν.
§124ΔΡΟΣΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομ.). Ὄχι, ὄχι.
§125ΜΠΟΥΣΚΟΣ. Μίαν παρατήρησιν, Κ. Πρόεδρε, ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν νὰ τροποποιηθῇ αὐτὸ τὸ διάταγμα, ἑπομένως πᾶσα θεωρία εἰς αὐτὸ εἶναι περιττή· νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας (θόρυβος).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, Κ. Δεληγεώργη.
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ περιλαμβάνει τὰς ἑξῆς ἀρχάς. «Αἱ ἐθνικαὶ βοσκαὶ νὰ δοθῶσι εἰς τὴν κατοχὴν τῶν κοινοτήτων (ἐννοεῖ κοινοτήτων χωρίων, πόλεων ἢ κωμοπόλεων)· ἐπὶ δὲ τοῦ ἐνοικίου νὰ δίδηται φόρος ἐπικαρπίας 15%». Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ· ὡς πρὸς αὐτὴν κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἐν πρώτοις, συμφώνως μὲ τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Γόρτυνος, παρατηρῶ, ὅτι ἡ κοινότης πλέον δὲν εἶναι μονὰς διοικητική· ὅπως γνωρίζετε, ἡ διοικητικὴ μονὰς εἶναι ὁ δῆμος, ἡ κοινότης δὲν εἶναι μονάς. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διατὶ, προκειμένου νὰ διατεθῇ μία περιουσία ἐθνικὴ, νὰ δοθῇ αὕτη εἰς τὸ χωρίον ἢ τὴν πόλιν ἢ τὴν κωμόπολιν, ἥτις ἔτυχε νὰ εὑρίσκηται ἐκεῖ πλησίον· κάμνω δὲ τὴν παρατήρησιν ταύτην τόσῳ περισσότερον ὅσον ὁ Κ. Κεχαγιᾶς θέλει, ὥστε ἡ κοινότης νὰ νέμηται μὲν αὐτὴν, καθ’ ὅσον ἔχει ἀνάγκην νομῆς διὰ τὰ ζῶά της, νὰ τὴν διαθέτῃ δὲ δι’ ἐνοικίου πρὸς ὄφελός της, καθόσον δὲν ἔχει ἀνάγκην νομῆς. Ὁ Κ. Κεχαγιᾶς λοιπὸν τὰ πάντα δίδει εἰς τὸ χωρίον καὶ βοσκὴν καὶ ἐνοίκιον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινότητος ἐκείνης.
§128ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τοῦ δήμου.
§129ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι τοῦ δήμου, ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ἐννοεῖ τὰς κοινότητας, ἐννοεῖ τὸ εὐτυχὲς ἐκεῖνο χωρίον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν βοσκῶν. Τοιουτοτρόπως ἐξ ἑνὸς δήμου ἔχοντος 6, 7, χωρία, τινὰ τούτων θὰ ἔχουν τὸ εὐτύχημα νὰ ἀπολαμβάνωσι τὴν βοσκὴν καὶ τὰ εἰσοδήματα τῆς ἐθνικῆς ἰδιοκτησίας, ἥτις οὔτε εἰς τὸ δημόσιον νὰ μὴ χρησιμεύῃ οὔτε εἰς τὸν δῆμον, οὔτε εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Ἐκτὸς δὲ τούτου τί θὰ συμβῇ, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι εἰς μίαν βοσκὴν κεῖται χωρίον μικρόν; θὰ ἀπολαμβάνῃ τόσα, ὥστε τὸ περίσσευμα, νὰ μὴ ἠξεύρῃ τί νὰ τὸ κάμῃ. Ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Θ. Δελιγιάννη. Ὁ Κ. Δελιγιάννης δίδει τὴν χρῆσιν εἰς τοὺς δήμους, α) τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν δήμων ἐθνικῶν βοσκῶν καὶ ἀκαλλιεργήτων βοσκησίμων γαιῶν· β) τῶν ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν χωρίων μὴ ἰδιοκτήτων βοσκῶν. Ἔπειτα διαθέτει αὐτὴν τὴν χρῆσιν ὑπὲρ τοῦ δήμου καὶ διὰ τοῦ δήμου ὡς Δημοτ. περιουσίαν. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ καλὰ καλὰ, διὰ ποῖον λόγον ἔκαμεν αὐτὴν τὴν διάκρισιν μεταξὺ ἐθνικῶν βοσκῶν καὶ ἀκαλλιεργήτων βοσκησίμων γαιῶν· μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ταὐτολογία· δεύτερον πλάττει κατηγορίαν βοσκῶν ἰδιαιτέραν, λέγων αἱ ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν χωρίων μὴ ἰδιόκτητοι βοσκαί. Φαίνεται, ὅτι ἀκολουθεῖ μᾶλλον τὸ ῥωμαϊκὸν δίκαιον, παρὰ τὴν σημερινὴν νομοθεσίαν· διότι κατὰ τὴν σημερινὴν νομοθεσίαν πᾶν ὅ,τι δὲν εἶναι ἰδιόκτητον εἶναι δημόσιον, πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀδέσποτον καὶ διάφοροι ἄλλαι κατηγορίαι ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ ῥωμαϊκὸν δίκαιον ἀφίνονται εἰς τὸν πρῶτον καταλαβόντα, περιῆλθε πλέον ὁριστικῶς εἰς τὸ δημόσιον, ὥστε τὴν σήμερον δὲν ὑπάρχει κτῆμα ἐν τῇ Ἑλλάδι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει κύριον, θὰ ἔχῃ κύριον ἢ ἓν ἄτομον ἢ ἓν ἠθικὸν πρόσωπον, ἢ τὸ δημόσιον· τὸ δημόσιον διὰ τοῦ προνομίου του ὑπάρχει παντοῦ, καταλαμβάνει πᾶν κενὸν, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ σήμερον ζήτημα, ἐὰν αὐτὸ εἶναι ἀδέσποτον, ὥστε φρονῶ, ὅτι εἶναι καὶ τοῦτο ταὐτολογία. Παρατηρῶ προσέτι τὰ ἑξῆς· δίδων ὁ Κ. Δελιγιάννης τὰς ἐθνικὰς βοσκὰς εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ δήμου καὶ διατάττων ἡ διαχείρισις αὕτη νὰ γίνηται κατὰ ἄρθρα 20–25 τοῦ δημοτικοῦ νόμου, δὲν δίδει εἰς τοὺς κτηνοτρόφους τοῦ χωρίου δικαίωμα βοσκῆς· διότι ἡ δημοτικὴ περιουσία δὲν παραχωρεῖται εἰς τὰ ζῶα τῶν δημοτῶν κατὰ τὸν Δημοτ. νόμον.
§130ΚΑΛΟΣ. Νὰ παύσουν οἱ περίπατοι.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσουν πραγματικῶς, διότι δὲν ἀκούεται ὁ ἀγορεύων.
§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθ. 24, τὸ ὁποῖον μοὶ ὑπέμνησεν ἤδη ὁ Κ. Δεληγιάννης δὲν ἀναιρεῖ τοὺς λόγους μου, διότι δὲν διαλαμβάνει, ὅτι ἐκ τῆς δημοτικῆς περιουσίας δίδεται μέρος, εἰς τοὺς δημότας ὥστε νὰ νέμωνται αὐτοῦ τὰ ζῶά των δωρεάν· ἡ δημοτ· περιουσία χρησιμεύει εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἠθικοῦ προσώπου καὶ δὲν δύναται νὰ ἀπαλλοτριωθῇ, εἰμὴ ἐν ὡρισμέναις περιπτώσεσιν. Τέλος πάντων πιστεύω, ὅτι κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον δὲν θὰ δυνηθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ νὰ δώσωσιν εἰς τοὺς δημότας ἢ τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου, τὸ ὁποῖον κεῖται ἐντὸς τῆς ἐθνικῆς περιουσίας, βοσκὴν διὰ τὰ ζῶα αὐτῶν· ὥστε νομίζω, ἐν πρώτοις, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δελιγιάννη ἔχει τὰς δύο αὐτὰς νομικὰς ἐλλείψεις. Δεύτερον παρετήρησα, καὶ τὸ παρετήρησα μὲ λύπην μου καὶ ὑποθέτω, βλέπων ἔνθερμον ὑπερασπιστὴν τῶν Κοινοτήτων τὸν Κ. Δεληγιάννην, ὑποθέτω, ὅτι κατὰ λάθος ὁ Κ. Δελιγιάννης μεταφέρει εἰς τὸν δῆμον τὴν χρῆσιν καὶ αὐτῆς τῆς περιφερείας τῶν κεφαλοχωρίων. Περιέχει ἄρθρον ἡ τροπολογία του διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπει εἰς τὰ κεφαλοχώρια νὰ προστρέξουν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ διεκδικήσουν τὴν κυριότητα τῶν περιφερειῶν. Ὅθεν ἐξαρτᾷ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν Κοινοτήτων ἐκ τῆς περιστάσεως ὅτι αὗται εἶχον δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τῶν περιφερειῶν αὐτῶν, ἐν ᾧ ἰσχυρὰ γνώμη ὑπάρχει ὅτι αἱ Κοινότητες δὲν εἶχον κυριότητα ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ μόνον δικαίωμα ἐπὶ τῆς βοσκῆς. Τότε ἐννοεῖται, ὅτι κατὰ τὸν Κ. Δεληγιάννην, τὰ κεφαλοχώρια θέλουν χάσει καὶ αὐτὴν τὴν βοσκὴν, διότι οὗτος τὴν δίδει εἰς τοὺς δήμους καὶ τότε μόνον θ’ ἀποκτήσῃ τὸ κεφαλοχώριον νομὴν, ὅταν ἀποκτήσῃ τὸ ὅλον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο σφάλλει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου. Τρίτον, Κύριοι, παρατηρῶ τὴν ἑξῆς ἔλλειψιν, ὅτι παρέχει ὁλόκληρον τὸ εἰσόδημα εἰς τὸν δῆμον, καθίστησιν αὐτὸν καὶ μόνον εἰσπράκτορα, διευθυντὴν τῆς ἐνοικιάσεως, κύριον καὶ διαχειριστήν· καὶ διατὶ τὸ παρατηρῶ τοῦτο; διότι εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, καὶ πιστεύω κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὸν κύριον Δεληγιάννην, ὁ ὁποῖος ἐδιοίκησε πολλοὺς χρόνους τοὺς δήμους, ὅτι δὲν εἶναι πολλὰ εὐάρεστος ἡ διαχείρισις αὐτῶν. Προκειμένου ἡ Συνέλευσις νὰ δώσῃ ἐθνικῆς περιουσίας διεχείρισιν εἰς τοὺς δήμους πρὸς ἐκτέλεσιν ὡρισμένου σκοποῦ, νομίζω, ὅτι μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ δυσπιστίας πρέπει νὰ φερθῇ, ἰδίως μάλιστα περὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐνοικιάσεως, ἥτις δὲν πρέπει ποτε ν’ ἀφεθῇ ἐντελῶς εἰς τοῦ δήμου τὴν ἐλευθερίαν. Ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὁ κύριος Δεληγιάννης, καθὼς τὸ εἶπε προχθὲς, «ἀπορῶ πολὺ μέ τινας, οἱ ὁποῖοι προτείνουν, ὅτι ὁ δῆμος πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ κηδεμονίαν,» ἐλησμόνησεν ὅμως ἓν πρᾶγμα, ὅτι δὲν εἶναι δημοτικὴ περιουσία ἡ προκειμένη. Ὁ νόμος εἶπε πραγματικῶς, ὅτι ὁ δῆμος διαχειρίζεται, κατὰ τοὺς δεῖνα καὶ δεῖνα κανόνας ἐλευθέρως τὴν περιουσίαν του, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ περιουσίας ξένης, ἧς ἡ χρῆσις πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν δίδεται εἰς τὸν δῆμον, ἡ θέλησις τοῦ ἰδιοκτήτου τούτου δὲν λέγεται κηδεμονία. Ἀφ’ ἑνὸς λοιπὸν, διότι ἀντιβαίνει εἰς τοὺς κειμένους δημοτικοὺς νόμους ἡ αὐτούσιος νομὴ καὶ ἑπομένως δὲν θὰ δίδηται τοῖς δημόταις, ἀφ’ ἑτέρου, διότι ἡ διαχείρισις τῶν δήμων δὲν ὑπῆρξεν εὐάρεστος, ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Δεληγιάννη, ἥτις, σὺν τοῖς ἄλλοις, ἔχει τὸ γενικὸν ἐλάττωμα, ὅπερ ἔχουσι πᾶσαι αἱ τροπολογίαι, νὰ οὐδετερώνωσι πάντας τοὺς δήμους τοὺς μὴ περιλαμβάνοντας ἐθνικὰς βοσκὰς ἀπὸ τῶν ὠφελειῶν τὰς ὁποίας θέλει παράγει ἡ ἐθνικὴ αὕτη ἰδιοκτησία. Ὁ Κ. Ἀντωνιάδης ἐπιτρέπει τὴν τοποθέτησιν εἰς τὰς βοσκὰς κατὰ προτίμησιν τῶν ζώων τῶν ἐγχωρίων ἀπὸ τῶν ξένων, ἐπιβάλλει εἴς τε τὰ ἐγχώρια καὶ τὰ ξένα ζῶα φόρον λόγῳ ἐπικαρπίας, ἴσον μὲ τὸ διπλάσιον τοῦ ἐπὶ τῶν ζώων φόρου, καταθέτει τὰ χρήματα εἰς ἰδιαίτερον ταμεῖον, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτικῶν σωμάτων καὶ προσδιορίζει αὐτὰ εἰς ἐπαρχιακὰ καὶ δημοτικὰ ἔργα ἐν γένει, εἰς τὸ αὐτὸ δὲ προσδιορίζει καὶ τὸν φόρον 8%, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν μοναστηριακῶν καὶ ἰδιωτικῶν βοσκῶν.... Ὁ κύριος Ἀντωνιάδης δέχεται νὰ διατεθῇ ἡ ἐθνικὴ βοσκὴ ὑπὲρ τῶν δήμων καὶ ἐπαρχιῶν, δὲν δίδει ὅμως βοσκὴν αὐτούσιον εἰς τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων, διότι ἐπιβάλλει ἐπὶ πάντων τῶν ἐγχωρίων καὶ ξένων ζώων φόρον ὡρισμένον. Ὁ κύριος Ἀντωνιάδης περιπλέον εἰσάγει εἰς τὸ ὑπὲρ τῶν δήμων καὶ τῶν ἐπαρχιῶν ταμεῖον καὶ τὴν περιουσίαν τῶν μοναστηρίων Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Ζέρβα δίδει εἰς τὰς κοινότητας κυριότητα καὶ κατοχὴν τῆς ἐπιφανείας τῶν ἐπ’ αὐτῆς καὶ ὑπ’ αὐτὴν κατὰ τὰ ὁποῖα εἶχε εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπαναστάσεως ὅρια. Ἐπιβάλλει φόρον κατὰ κεφαλὴν ἐπὶ τῶν εἰς τὰ ἐθνικὰ λειβάδια βοσκόντων ζώων. Ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ζέρβα, παρατηρῶ, ὅτι οὔτε περὶ κυριότητος οὔτε περὶ κατοχῆς πρόκειται, ἀλλὰ περὶ βοσκῶν. Ἐπομένως πᾶσαι αἱ διατάξεις παρέλκουσιν. Δεύτερον παρατηρῶ, ὅτι ἐπιβαρύνει τὴν σημερινὴν κατάστασιν ἐπιβάλλων νέους φόρους, χωρὶς νὰ παραχωρῇ ὠφέλειάν τινα εἰς τοὺς δήμους, ἢ τὰς ἐπαρχίας. Μόνον εἰς τὰς κοινότητας δίδει καὶ δίδει πλέον τοῦ ζητουμένου ἀπὸ αὐτάς. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς δίδει νομὴν δωρεὰν ἐντὸς τῶν ἐθνικῶν βοσκῶν εἰς τὰ κτήνη ὅλα τοῦ χωρίου τὰ κείμενα ἐντὸς αὐτοῦ. Ἐνοικιάζει τὸ περιπλέον διὰ τῶν δημοσίων καὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν καὶ εἰσάγει φορολογίαν 7% ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου, ὅπερ καταθέτει εἰς ἰδιαίτερον ταμεῖον διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς δημοτικὰ ἢ ἐπαρχιακὰ ἔργα. Ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ δὲν διαφέρει πολὺ τῆς τροπολογίας μου εἰμὴ καθόσον δὲν παραχωρεῖ αὐτούσιον νομὴν τὸ δ’ ἐνοίκιον προορίζει διὰ κοινωφελῆ ἔργα ὅλου τοῦ κράτους. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ζουμπουλάκη δὲν ἀφορᾶ τὰ ἐθνικά. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μανωλίδου καταργεῖ τὸ διάταγμα καὶ τὴν τοποθέτησιν χωρὶς ὅμως ν’ ἀντικαταστήσῃ ἑτέραν κατάστασιν. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Αἰνιᾶνος ἔχει ἴδιον σύστημα, εἶναι sui generis. Καὶ μολονότι φαίνεται ἐγγυτέρα τοῦ γενικοῦ πόθου εἶναι ὅμως ἡ μᾶλλον ἀπωτέρα. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Αἰνιᾶνος δίδει δωρεὰν εἰς τοὺς κατοίκους μόνον τῶν τσιφλικίων βοσκὴν, τὸ δὲ πλεόνασμα τῆς νομῆς ταύτης, καθὼς καὶ τὰ πρὸ τοῦ 1833 ἐθνικὰ λειβάδια ἐνοικιάζει πρὸς ὄφελος καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου. Ἀκατανόητος μοὶ εἶναι ἡ συμπάθεια τοῦ κυρίου Αἰνιᾶνος ὑπὲρ τῶν κατοίκων τῶν τσιφλικίων καὶ μόνον ὑπὲρ αὐτῶν. Ὁ κύριος Πετρινὸς καταργεῖ τὸ διάταγμα τοῦ 1833. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι καταργεῖ ὁ κύριος Πετρινὸς, ὅπως καὶ ὁ κύριος Δεληγιάννης τὰ δικαιώματα τῶν κοινοτήτων, καθόσον ἐξαρτᾷ τὸ πᾶν ἐκ τοῦ ζητήματος, ἂν εἶχον δικαιώματα κυριότητος ἐπὶ τῆς περιφερείας των. Περιπλέον, ὁ κύριος Πετρινὸς χαρακτηρίζει ὡς ἐθνικοὺς τοὺς βοσκησίμους τόπους, ἐφ’ ὧν ἐγένετο μέχρι τοῦδε τοποθέτησις, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὀνομάζει ἐθνικοὺς τόπους μόνους αὐτούς. Εἶναι πολλὰ εὐφυής. Αὐταὶ εἶναι κυρίως αἱ τροπολογίαι αἱ παρουσιασθεῖσαι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἔκαμα τὴν ἐπιθεώρησιν αὐτῶν. Ἐνθυμοῦμαι περιπλέον τὰ ἑξῆς· ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεστήριξε τὸ νομοσχέδιον τῆς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς, προσθέσας τὰ ἑξῆς, ὅτι δέχεται νὰ περιορισθῇ ἡ δικαιοδοσία τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ μόνων τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὰς ὁποίας ἐγένετο τοποθέτησις, δεύτερον δέχεται νὰ γίνηται ἡ ἐνοικίασις τῶν ἐθνικῶν καὶ νὰ λαμβάνῃ ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς ἐνοικιάσεως τὸ πλεῖστον μέρος τὸ δημόσιον, ἐκ δὲ τοῦ τῶν κοινοτικῶν τὸ ὀλιγώτερον. Ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, ὡς ἐνθυμοῦμαι, προτείνει τὰ ἑξῆς· νομίζει νὰ μὴ ἐπεκταθῇ εἰς ὅλον τὸ κράτος ὁ νόμος, νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ Πελοπόννησος, ἡ Εὔβοια αἱ νῆσοι ὅπου δὲν γίνεται τοποθέτησις, ἐφ’ ὅλης δὲ τῆς Στερεᾶς νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος· δέχεται προσέτι νὰ ᾖναι ὁ φόρος ὀλιγώτερος ἀφ’ ὅτι προτείνει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὥστε, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος, ἂν πρέπῃ νὰ διατεθῶσιν αἱ ἐθνικαὶ βοσκαὶ, συμφωνοῦσιν οἱ Κύριοι Κεχαγιᾶς, Ἀντωνιάδης, Ζέρβας, Αἰνιᾶν καὶ Πετρινὸς, δὲν παραδέχονται δὲ τὴν διάθεσιν μόνον ὁ Ζουμπουλάκης καὶ Μανωλίδης. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ ὅλαι αἱ ἐθνικαὶ βοσκαὶ νὰ διατεθῶσι, συμφωνοῦσιν οἱ Κύριοι Κεχαγιᾶς, Δηληγιάννης, Ἀντωνιάδης, Ζέρβας, Γ. Πετιμεζᾶς καὶ Αἰνιᾶν, δέχονται ἐπὶ μέρους μόνον οἱ Κύριοι Πετρινὸς, Καλλιγᾶς καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως οἱ Κύριοι, Κεχαγιᾶς, Δεληγιάννης, Γ, Πετιμεζᾶς, Δ. Αἰνιᾶν, Καλλιγᾶς, ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δέχονται τὴν ἐνοικίασιν· δέχονται δὲ τὴν φορολογίαν κατὰ κεφαλὴν οἱ Κύριοι, Ἀντωνιάδης καὶ Ζέρβας. Τὴν διάθεσιν παραδέχονται νὰ γίνηται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, οἱ Κύριοι, Ζέρβας, Αἰνιὰν, Πετρινὸς καὶ τὸ νομοσχέδιον. Διάθεσιν ὑπὲρ τῶν χωρίων καὶ τοῦ δημοσίου ζητεῖ ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς, καὶ τὸ σύστημά του εἶναι νὰ λαμβάνῃ τὸ χωρίον τὰ πάντα καὶ τὸ δημόσιον νὰ λαμβάνῃ 15%· Ὑπὲρ τῶν δήμων εἶναι ὁ Κύριος Δεληγιάννης· ὑπὲρ τῶν δήμων καὶ τῶν ἐπαρχιῶν ὅλου τοῦ Κράτους εἶναι ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς. Ὑπὲρ τῶν χωρίων, τῶν οἰκείων δήμων καὶ ἐπαρχιῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου εἶναι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα.
§133ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Αὔριον ἡ ἐξακολούθησις. (ἐγείρονται οἱ πληρεξούσιοι, θόρυβος).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον μετὰ τὰς ἀναφορὰς θέλετε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ περὶ λειβαδίων;
§135ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ τελειώσῃ πρῶτον τὸ περὶ λειβαδίων καὶ μετὰ ταῦτα αἱ ἀναφοραί.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5¼.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Ἀλ. Δόσιος, Θ. Βενετσάνος.