1863.10.23
630 rows · 4,791 words · 119 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΞΔʹ.
Τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1863.
(Τετάρτη).
ὥρα 1.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως. Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Κύριος Παπαδιαμαντόπουλος.
§1ΚΑΛΟΣ. Ἔχω μίαν πρότασιν πρὸ πολλοῦ ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ, διότι ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, περὶ φόρου ἐπὶ τῶν θεωρείων τοῦ θεάτρου.
§2ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προηγηθῇ τὸ περὶ ὅρκου ζήτημα.
§3ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα, ἂς προηγηθῇ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Τσατσάρας ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας ἑνὸς μηνός.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ δοθῇ.
§6ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Σύνταγμα ὁρίζει τὸν ὅρκον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Καλὸς θὰ φέρῃ πρότασιν.
§8ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν χρειάζεται πρότασις.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ζέρβας ἔφερε πρότασιν ὑπὲρ τῶν ἀγωνιστῶν ἡ ὁποία ἐτυπώθη πρὸ πολλοῦ καὶ ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ.
§10ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη ἐγένετο παραδεκτή· δὲν ὑπολείπεται παρὰ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως ὡς πρὸς τὸν σχηματισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς.
§11ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐρωτῶ ποῖον εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως, ὀκτὼ ἀντικείμενα φύρδην συζητοῦνται.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαρουσιάσθησαν τρία ζητήματα ἐκ τῶν ὁποίων θὰ προταχθῇ τὸ περὶ ὅρκου.
§13ΚΑΛΟΣ. Ἡ Συνέλευσις τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου διὰ τοῦ Θʹ. ψηφίσματος ὥρισε τὸν ἑξῆς ὅρκον. Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 100 τοῦ Συντάγματος, ψηφίζει· Μέχρι τῆς ἐκδόσεως νόμου κανονίζοντος ὁριστικῶς τὸν ὅρκον τοῦ πολίτου Ἕλληνος, τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ τῶν στρατιωτικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, οἱ πολιτογραφούμενοι πολῖται Ἕλληνες, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ οἱ στρατιωτικοὶ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, θέλουν ὁρκίζεσθαι ὡς ἐφεξῆς. Ὅρκος τοῦ πολίτου Ἕλληνος. «Ὁρκίζομαι νὰ φυλάττω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα, καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Βασιλείου, διάγων καθ’ ὅλα ὡς χρηστὸς καὶ καλὸς πολίτης». Ὅρκος τοῦ Δημοσίου ὑπαλλήλου. «Ὁρκίζομαι νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα, τηρῶν ἀκριβῶς καὶ ἀπαρασαλεύτως τοὺς ὅρους αὐτοῦ καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Βασιλείου, καὶ διαχειρίζων εὐσυνειδότως τὴν ἐμπιστευθεῖσάν μοι ὑπηρεσίαν». Ὅρκος Στρατιωτικός. «Ὁρκίζομαι νὰ φυλάττω πίστιν εἰς τὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα, ὑποταγὴν εἰς τοὺς ἀνωτέρους μου, νὰ ἐκτελῶ προθύμως καὶ ἄνευ ἀντιλογίας τὰς διαταγάς των, νὰ ὑπερασπίζω μὲ πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν μέχρι τῆς τελευταίας ῥανίδος τοῦ αἵματός μου τὰς σημαίας, νὰ μὴ τὰς ἐγκαταλίπω μηδὲ νὰ ἀποχωρίζωμαι ποτε ἀπὸ αὐτάς· νὰ φυλάττω δὲ ἀκριβῶς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, καὶ νὰ διάγω ἐν γένει ὡς πιστὸς καὶ φιλότιμος στρατιώτης». Ἐπῆλθε κατόπιν ὁ Νόμος τοῦ 1846, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισε τὸ περὶ ὅρκου ὡς ἑξῆς· Ὅρκος τῶν πολιτῶν. «Ὁρκίζομαι νὰ φυλάττω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τοὺς Νόμους τοῦ Βασιλείου, καὶ νὰ ἐκπληρῶ εὐσυνειδότως τὰ τοῦ πολίτου καθήκοντα». Αὐτοὶ οἱ δύω ὅρκοι ἠμποροῦν νὰ ἑνωθῶσι καὶ ἀποτελέσωσιν ἕνα. Ἰσχυρίζονταί τινες ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἔλαβεν ὅλην του τὴν ἰσχὺν, ἀλλὰ μόνον καθόσον ἀφορᾶ τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα.
§14ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι ἐν γένει.
§15ΚΑΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος ὅτι διὰ τοῦ ψηφίσματος δίδεται πᾶσα ἰσχὺς, ἐκτὸς τῶν ἐξαιρέσεων, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι ἐν τούτοις, ἴσως καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι λέγουν ὄχι. Εἶναι ἀνάγκη νέου νόμου περὶ ὁρκοδοσίας.
§16ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ τὸ ψήφισμα.
§17ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἰς πρῶτον ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος δίδονται τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα, εἰς τὸ τρίτον τίθενται εἰς ἐνέργειαν καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις, ὅσαι δὲν ἀντιβαίνουν εἰς τὸ ψήφισμα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος ψηφίσματος κτλ.»
§19ΚΑΛΟΣ. Εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν γίνεται μνεία περὶ ὅρκου.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Ὑπάρχουν νόμοι.
§21ΚΑΛΟΣ. Ὁ ὅρκος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν ἀναφέρεται.
§22ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὅρκου καὶ ψηφίσματος περὶ ὅρκου, διότι μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος αὐθωρεὶ ἐπῆλθε ψήφισμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως ὅπερ καὶ τότε, ὡς καὶ σήμερον, ἔσχον τὴν σπανίαν εὐτυχίαν νὰ συντάξω ἐγὼ αὐτός· τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο ἐτροπολόγησε τὸν πρότερον νενομισμένον ὅρκον· κατὰ συνέπειαν τούτου λοιπὸν ἵνα μεταβληθῇ ὁ τύπος τοῦ ὅρκου ὁ ἐν τῷ ψηφίσματι ἐκείνῳ, ὅπερ ἐπέχει ἰσχὺν νόμου, διατυπωθεὶς, ἀπαιτεῖται νὰ τὸν τροπολογήσητε διὰ νέου νόμου. Ὅθεν πάντως πρέπει νὰ γίνῃ ψήφισμα εἰδικὸν δι’ αὐτὸν τὸν ὅρκον. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λέξεων δι’ ὧν δέον νὰ ἐκφρασθῇ ὁ ὅρκος οὗτος. Νομίζω ὅτι ἡ λέξις σύνταγμα δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν αὐτῷ, διότι σύνταγμα κυρίως εἶναι τὸ ἐπίσημον συμβόλαιον μεταξὺ ἔθνους καὶ βασιλέως· τοιοῦτον δ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἔχομεν. Ὑπάρχει ἓν ψήφισμα, τὸ περὶ ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων καὶ ὅρκου τοῦ Βασιλέως, ἰσχὺν ἔχον προσωρινοῦ πολιτεύματος, ἡ δὲ Συνέλευσις, παρὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐμνημόνευσεν ἐν αὐτῷ καὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δίδωσι τῷ Συντάγματι ἐκείνῳ ἰσχὺν θεμελιώδους τοῦ Κράτους θεσμοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς ἰσχὺν νόμου. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ θέσωμεν ἐν τῷ προκειμένῳ ὅρκῳ τῶν δημοσίων λειτουργῶν, «ὑπακοὴν εἰς τοὺς Νόμους καὶ τὰ ψηφίσματα τοῦ Κράτους καὶ, νὰ διαχειρίζωμαι τιμίως καὶ εὐσυνειδότως τὴν διαπιστευθεῖσάν μοι δημοσίαν λειτουργίαν». Ἡ λέξις σύνταγμα ἣν προτείνουσί τινες πρέπει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νὰ ἀπαλειφθῇ. Ἐὰν δὲ τὸ ψήφισμα περὶ βασιλικῶν δικαιωμάτων παραπέμπῃ εἰς τὸ σύνταγμα, παραπέμπει, ὡς εἶπον, ὡς εἰς ἕνα Νόμον. Φέρει ἡ πρότασίς μου καὶ μίαν ἄλλην τροπολογίαν· ἀντὶ τῆς λέξεως ὑπηρεσίαν θεωρῶ καταλληλοτέραν τὴν λέξιν δημοσίαν λειτουργίαν, διότι ἡ λέξις ὑπηρεσία σημαίνει ὑπαλλήλου ἀρχὴν, ἔχει δ’ ἐν ἑαυτῇ καί τοι κακόζηλον δι’ ἐλευθέρας πολιτείας! λειτουργὸν τὸ νὰ λέγηται ὑπηρέτης. Ἄλλως τε ἅπασαι αἱ δημόσιαι λειτουργίαι δὲν εἶναι ἐξ ἀνάγκης καὶ ὑπ’ ἀλλήλας. Οἱ δικασταὶ π. χ. δὲν δύνανται ν’ ἀφομοιωθῶσι τοῖς μετερχομένοις τὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἔργα, ὧν οἱ μὲν διατελοῦσιν ὑπὸ τοὺς δὲ, δέχονται δὲ καὶ ἐκτελοῦσι τῶν ἀνωτέρων τὰς διαταγάς. Ἀκούσατε λοιπὸν παρακαλῶ, ὅπερ προτείνω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν ψήφισμα. Ἡ ἐν Ἀθήναις Β. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. Ἄρθρ. 1. Οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους, οἱ δικασταὶ καὶ πάντες οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ δίδουσι τὸν ἑξῆς ὅρκον πρὶν ἢ ἀναλάβωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν δημοσίων αὐτῶν καθηκόντων· «Ὀρκίζομαι νὰ φυλάττω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα καὶ τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων, ὑπακοὴν εἰς τοὺς Νόμους καὶ τὰ ψηφίσματα τοῦ Κράτους, καὶ νὰ διαχειρίζωμαι τιμίως καὶ εὐσυνειδότως τὴν ἀνατεθεῖσάν μοι δημοσίαν λειτουργίαν». Ἄρθ. 2. Τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος δίδουσι τὴν κατὰ τὸ ἄρθρ. 4 τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς νόμου ὁριζομένην διαβεβαίωσιν, οἱ δ’ ἀρχιερεῖς τὴν ὑπὸ τοῦ ἄρθρ. Ιʹ. τοῦ ἀπὸ 9 Ἰουλίου 1852 νόμου ὁριζομένην διαβεβαίωσιν. Ἄρθρ. 3. Ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς τε καὶ θαλάσσης καὶ ἡ ἐθνοφυλακὴ δίδουσι τὸν ἑξῆς ὅρκον· «Ὀρκίζομαι νὰ φυλάττω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων, ὑπακοὴν εἰς τοὺς νόμους καὶ τὰ ψηφίσματα τοῦ Κράτους, ὑποταγὴν εἰς τοὺς ἀνωτέρους μου, νὰ ἐκτελῶ προθύμως καὶ ἄνευ ἀντιλογίας τὰς διαταγάς των· νὰ ὑπερασπίζω μὲ πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν μέχρι τῆς τελευταίας ῥανίδος τοῦ αἵματός μου τὰς σημαίας, νὰ μὴ τὰς ἐγκαταλείπω, μηδὲ ν’ ἀποχωρίζωμαι ποτε ἀπ’ αὐτῶν, νὰ φυλάττω δὲ ἀκριβῶς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους (ἡ δ’ ἐθνοφυλακὴ, τοὺς περὶ Ἐθνοφυλακῆς νόμους) καὶ νὰ διάγω ἐν γένει ὡς πιστὸς καὶ φιλότιμος στρατιώτης.»
Ὁ Πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου
Ν. Ι. ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ.
§23ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν, διότι φρονῶ ὅτι ἡ γνώμη ἐμοῦ ἀντίκειται εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος. Νομίζω ὅτι ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις διὰ τοῦ τελευταίου ψηφίσματός της, καθιέρωσεν ὡς νόμον τῆς πολιτείας τὸ σύνταγμα τὸ προϋπάρχον, καθόσον δὲν ἠκυρώθη διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 11 Ὀκτωβρίου καὶ τῶν ἄλλων ψηφισμάτων τῆς Συνελεύσεως, αὐτὸς εἶναι ὁ θεμελιώδης νόμος κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ διάγουν ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι. Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη φρονῶ νὰ ὁρκισθοῦν διὰ τὴν τάξιν τῆς πολιτείας, μέχρις οὗ ἄλλως πως ῥυθμισθῇ διὰ τοῦ συντάγματος, ὥστε τὸ θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ ὅρκος. Συγχωρήσατέ μοι εἰς τὸ ψήφισμα νὰ προσθέσω δύω παρατηρήσεις, φρονῶ ὅτι εἶναι καλὸν εἰς τὰς λέξεις «εἰς τὸν Βασιλέα» νὰ προταχθῇ ἡ λέξις εἰς «τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα». Φρονῶ δὲ ὅτι εἶναι ἀνάγκη εἰς τὸν ὅρκον τῶν στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων νὰ προταχθῇ ὁ ὅρκος εἰς «τὴν Πατρίδα». Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἕκαστος ὑπάλληλος ὁποιοσδήποτε νὰ ὁρκισθῇ πρῶτον εἰς τὴν Πατρίδα του· φρονῶ ὅτι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι καὶ δὲν κάμνω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ὑπενθυμίσω μόνον αὐτὰς τὰς λέξεις. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτύξω διατί, διότι ὅλοι γνωρίζομεν.
§24ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὅσοι ἔχουν προτάσεις ἂς τὰς συγχωνεύσουν, ἂν ᾖναι δυνατόν.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ καὶ ἄλλη πρότασις τοῦ Κ. Χριστοπούλου· «Αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις θέλουν ἐνεργεῖσθαι ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως Γεωργίου».
§27ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Νομίζω Κύριοι ὅτι πρῶτον πρέπει νὰ μείνωμεν σύμφωνοι, ἐὰν πρέπῃ νὰ σκεφθῶμεν περὶ ὅρκου καὶ κατόπιν ποῖον θέλει εἶσθαι τὸ θέμα αὐτοῦ. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ Κ. Καλὸς, λέγει νὰ δοθῇ ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν στρατιωτικῶν, ὁ ὅρκος ὁ ὁριζόμενος ὑπὸ τοῦ ψηφίσματος τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, τὸν ὅρκον τοῦτον δὲν τὸν ἔδωκαν ὅλοι; Ἄλλη δέ τις νομοθετικὴ πρᾶξις μᾶς ἐδικαίωσε ν’ ἀρνηθῶμεν μόνον ἐν μέρει τὴν ἔνορκον ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρότερον δώσει;
§28ΤΙΝΕΣ. Ἐγένετο νέος ὅρκος.
§29ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς ὅρκου καὶ τοῦ ἄλλου; ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν ὁρκοδοσίαν δὲν ὑπῆρχε Βασιλεία. Θεωρῶ ὅτι μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔλλειψιν ταύτην, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἔχομεν δώσει ὅρκον εἰς τὸν Βασιλέα Γεώργιον, κατὰ τοῦτο ὑπάρχει τι τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ, μολονότι δὲν βλέπω ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ τοῦτο σήμερον ἢ αὔριον, ἐνῷ δὲν θέλει βραδύνει ἡ συζήτησις τοῦ συντάγματος· ἐκτὸς τῆς ἐλλείψεως ταύτης κατὰ τὰ ἄλλα δὲν βλέπω πρὸς τὶ νὰ δώσωμεν αὖθις τὸν ὅρκον τὸν ὁποῖον εἴχομεν δώσει τὴν Γʹ. Σεπτεμβρίου. Πρὸς τούτοις ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ὁρκιζόμεθα πίστιν εἰς τοὺς θεσμοὺς καὶ νόμους τοὺς ἐγκριθέντας διὰ τοῦ δεῖνος ψηφίσματος, τότε καταλαμβάνω τὸν λόγον. Ἀλλὰ τὸ νὰ κάμωμεν πάλιν τὸν ὅρκον τὸν ὁποῖον ὁρίζει τὸ ψήφισμα τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου τοῦτο δὲν ἐννοῶ καλῶς, μοὶ φαίνεται ὅτι θέλει εἶσθαι ἐπανάληψις ὅρκου εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν δὲν ὑφίστανται αἱ περιστάσεις αἵτινες ὑπῆρχον πρὸ τῆς 10 8βρίου. Διὰ ταῦτα ἀμφιβάλλω ἐὰν πρέπῃ νὰ σκεφθῶμεν περὶ ὅρκου πρὸς τὸ παρὸν καὶ κλίνω μᾶλλον εἰς τὴν γνώμην τινῶν, τοῦ νὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι μέχρι τῆς καταρτίσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ὑπογραφῆς του ὑπὸ τοῦ Βασιλέως.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνει λοιπὸν ὁ Κ. Διομήδης τὴν ἀναβολήν.
§31ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Πρέπει νὰ συνταχθῇ νέος ὅρκος, διότι ὁ ὅρκος ὁ δοθεὶς κατὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου ἦτο δι’ ἄλλας περιστάσεις καὶ ἑπομένως σήμερον θεωρεῖται ὡς ἀποσυρμένος, ἄλλως οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ δώσωσιν ἤδη νέον ὅρκον· καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ὅρκον τῶν πολιτῶν, οὗτοι τὸν ἔχουν δώσει καὶ ἑπομένως ἰσχύει. Ὁ Κ. Σαρίπολος ἀναγινώσκει καὶ δεύτερον τὸν ὅρκον τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου τὸν ὁποῖον οὗτος συνέταξε.
§32ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, εἰς αὐτὸν τὸν ὅρκον, ὅστις σᾶς ἀνεγνώσθη, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ καὶ ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα· τινὲς φρονοῦν ὅτι ἅμα δοθῇ ὁ ὅρκος εἰς τὸ ψήφισμα θεωρεῖται ὅτι δίδεται καὶ ἐπὶ ὅλου τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἐγὼ ἀντιφρονῶ. Παρατηρῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη οἱ ὑπάλληλοι νὰ ὁρκισθοῦν καὶ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐκείνου εἰς τὸ ὁποῖον ἐδώκαμεν ζωὴν διὰ τοῦ ψηφίσματος· διὰ τοῦτο λέγω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὅτι ὁρκίζονται ὑπακοὴν καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ὁρκιζόμενοι εἰς τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον δίδει ζωὴν εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν ὁρκίζονται καὶ ἐπὶ τῶν εἰδικῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
§33ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ Κ. Δημητριάδου δὲν εἶναι ὀρθή· διότι ὅταν τις ὁρκίζηται εἰς τὸ περιέχον ὁρκίζεται καὶ εἰς τὸ περιεχόμενον· ὁρκιζόμενοι λοιπὸν εἰς τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον παραπέμπει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 τὰς μήπω ἀναιρεθείσας διὰ τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως ὁρκίζονται βεβαίως καὶ ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐκείνου, καθόσον αὗται ἔτι καὶ νῦν ἰσχύουσι.
§34ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε νὰ ἀναζήσῃ τὸ Σύνταγμα, νὰ ἔχῃ ἀπέναντί της Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ διέπῃ τὰς σχέσεις αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ ἡγεμόνος καὶ τὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν πολιτείαν, διατί τάχα δὲν θέλετε ῥητῶς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος νὰ ὁρκισθῇ ὁ πολίτης; Δὲν ἐννοῶ διατί. Τὸ Σύνταγμα τὸ ἀνεζήσαμεν δι’ ἑνὸς ψηφίσματός μας ἵνα ὑπάρχῃ συντεταγμένη πολιτεία μέχρις οὗ τὴν ἀνασυντάξωμεν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ ὁρκισθοῦν οἱ πολῖται καὶ οἱ ὑπάλληλοι.
§35ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Κ. Μίληση εἰκάζω ὅτι δὲν ἦτο παρὼν ὅτε πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν διὰ τὸν Κ. Μίλησην, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι τὸ συμβόλαιον μεταξὺ Ἔθνους καὶ Βασιλέως, ἀλλὰ τοιοῦτον συμβόλαιον πρὸς τὸ παρὸν δὲν ἔχομεν· κατὰ συνέπειαν τὸ Σύνταγμα οἷον ἀναφέρεται ἐν τῷ ψηφίσματι τῶν ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων, κυριολεκτικῶς δὲν εἶναι Σύνταγμα, ἀλλ’ ἁπλῶς νόμος τοῦ Κράτους διὰ τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας τῆς Συνελεύσεως ἀνακυρωθείς.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε Κύριοι. Πρότασις περὶ ὅρκου τοῦ πολίτου δὲν ὑπάρχει ἐνταῦθα...
§37ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ Συντάγματος.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν θέλῃ, ὡς ὁ Κ. Διομήδης προτείνει, τὴν ἀναβολήν.
§39ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν ὑποστηρίζεται.
§40ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὴν ἀποσύρω. Ὁ Κ. Καλὸς ἀναγινώσκει τὸν ὅρκον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὡς προτείνεται ὑπὸ τοῦ Κ. Σαριπόλου.
§41ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Θέλω νὰ τεθῇ ὁλόκληρος ὁ ὅρκος τῶν στρατιωτικῶν καὶ νὰ προστεθῶσιν ὅλαι αἱ φράσεις, αἱ ὁποῖαι προσετέθησαν εἰς τὸν πρῶτον ὅρκον.
§42ΚΑΛΟΣ. Πρέπει λοιπὸν νὰ τὸ ἀντιγράψωμεν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕως ὅτου ἀντιγραφῇ ὁ ὅρκος δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἕτερον ἀντικείμενον. Ὁ Κ. Χριστόπουλος ἔχει τὴν ἑξῆς πρότασιν «Αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις καὶ ἐν γένει πάντα τὰ ἐκτελεστέα ἔγγραφα θέλουν ἐκτελεῖσθαι ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου Αʹ.»
§44ΜΑΝΕΤΑΣ. Λογίζομαι, Κύριε Πρόεδρε, τὴν πρότασιν ταύτην περιττήν· συνήθεια Συνταγματικὴ ἢ νόμος ἂν θέλετε παραδεδεγμένος εἶναι ὅτι εἰς πᾶν ἔθνος ὅπου δικαστικὴ ἐξουσία ὑπάρχει καὶ ὅπου ἐκδίδονται ἀποφάσεις καὶ δικαιόγραφα ἐκτελέσεως ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν γίνεται πάντοτε ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως· τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡ μεταπολίτευσις τῆς 10 8βρίου ἀπεδίωξεν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος τὸν Βασιλέα, εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἐξεδόθη θέσπισμα διὰ τοῦ ὁποίου διετάττετο ὥστε αἱ ἀποφάσεις αἱ δικαστικαὶ νὰ ἐκδίδωνται ἐν ὀνόματι τοῦ ἔθνους, σήμερον εὐτυχῶς ἐλθόντος νέου Βασιλέως καὶ ἀναλαβόντος τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἕπεται ὅτι αὐτὸ τὸ θέσπισμα δὲν δύναται πλέον νὰ ὑπάρξῃ, διότι ὑπάρχει ἐν μέσῳ ἡμῶν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἐνεργοῦνται ἅπασαι αἱ ἀποφάσεις αἱ δικαστικαὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα.
§45ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Αὐτὸ δικαίως, δὲν δύναται νὰ καταργηθῇ τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο.
§46ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν πρότασιν αὐτὴν ὑπέβαλα εἰς τὴν Συνέλευσιν, διότι παρετήρησα κάτι τι περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γίνῃ μνεία· αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐκτελοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἐπειδὴ μετεβλήθη ὁ τίτλος τοῦ Βασιλέως, καθόσον πρὶν αἱ ἀποφάσεις ἐξετελοῦντο ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος, σήμερον δὲ λέγομεν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, ἐθεώρησα ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις ἵνα τοῦ λοιποῦ αἱ ἀποφάσεις ἐκδίδωνται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων.
§47ΚΑΛΟΣ. Τὸ περιελάβαμεν καὶ αὐτὸ, Κύριοι, ἰδιαιτέρως, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναγνώσω ψήφισμα (θόρυβος).
§48ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὸν λόγον διὰ νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς αἱ ὁποῖαι προέρχονται κυρίως ἐκ τοῦ ὅτι μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν ἐγεννήθησαν πολλαὶ ἀπορίαι ἴσα ἴσα περὶ τοῦ ἀντικειμένου περὶ οὗ πρόκειται σήμερον. Ἡ πρώτη παρατήρησις τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἶναι ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ψηφίσματος διὰ νὰ προσδιορισθῇ ὁ τύπος τῆς ἐκτελέσεως, διότι ἡ κυριαρχία ὑπάρχει ἀναλλοίωτος ἐν τῷ ἔθνει· διὰ τοῦτο εἰς ὅλα τὰ κράτη ὅπου ἐπῆλθε κοινωνική τις μεταβολὴ καὶ ἐπαρουσιάσθη ἀνάγκη μεταβολῆς τοῦ τύπου τῆς ἐκτελέσεως δὲν τὸν μετέβαλον διὰ νόμου, ἀλλὰ διὰ διατάγματος· ἄλλοτε ὡς γενικὸς γραμματεὺς ὑπέβαλα εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον τὴν ἰδέαν μου ταύτην, ἀλλὰ δὲν τὴν παρεδέχθη καὶ ἐδέησε νὰ εἰσαχθῇ ψήφισμα εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸν τύπον· σήμερον πρόκειται νὰ μεταβληθῇ πάλιν ὁ τύπος τῆς ἐκτελέσεως· νομίζω, ὅτι διὰ νὰ ἤμεθα συνεπεῖς πρέπει νὰ κάμωμεν μνείαν τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου τῆς Συνελεύσεως, καὶ δεύτερον νὰ ἐμπεριλάβωμεν εἰς τοὺς ὅρους τοῦ σημερινοῦ ψηφίσματος ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτελεστέα καὶ τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ φέρωσι τὸ «ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων». Τοιαῦτα εἶναι ὅμως ὄχι μόνον αἱ ἀποφάσεις αἱ δικαστικαὶ, περὶ ὧν μόνον ἀναφέρει ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις, ὄχι μόνον τὰ συμβόλαια, ἀλλὰ καὶ ἔγγραφα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἐκτελέσεως δεκτικὰ, οἷον ἐντάλματα συλλήψεως καὶ τὰ τοιαῦτα· ὥστε ὁ ὅρος πρέπει νὰ ᾖναι γενικὸς, πρέπει νὰ ἀναφέρεται εἰς ὅλα τὰ ἔγγραφα· δεύτερον παρατηρῶ τὸ ἀκόλουθον· σήμερον ὑπάρχει ὡρισμένος ἐν ἰσχύϊ τύπος ἐκτελέσεως· συνέβη δὲ πολλαχοῦ, ὡς συνέβη καὶ παρ’ ἡμῖν μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν, νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ τύπος περιβεβλημένος εἰς τὸ ἐκτελεστέον ἔγγραφον καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ μεταβολὴ πρὶν ἢ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔγγραφον. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη ἡ ἀπορία εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἐζητήθησαν πληροφορίαι ἂν ὁ τύπος πρέπει νὰ μεταβληθῇ, ἢ ἂν τὸ ἔγγραφον δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ μὲ τὸν εἰς αὐτὸ περιβεβλημένον ἀρχαιότερον τύπον ἐκτελέσεως· καὶ ἡ λύσις ἡ ὁποία ἐδόθη εἶναι ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ ὁ παλαιὸς τύπος. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦτο ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς τὸν τύπον τῆς ἐκτελέσεως ὁ ὁποῖος πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος περιήφθη εἰς τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἐξετελέσθησαν, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀπορίαν εἰς ἣν εὑρέθη ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις (θόρυβος).
§49ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Μανέτα καὶ λέγω, ὅτι εἶναι περιττὸν πᾶν ψήφισμα περὶ τούτου, διότι διὰ τοῦ ψηφίσματος, δι’ οὗ ἐδώκαμεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Βασιλέα, ἐπανεφέραμεν ἐν ἰσχύϊ προσωρινῶς τὸ Σύνταγμα τὸ παρελθὸν, ἐξαιρουμένων ἐκείνων ὅσα ἀντίκεινται εἰς θετὰ ψηφίσματα. Δὲν ἔγεινε δὲ οὐδεμία ἐξαίρεσις ὡς πρὸς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὴν ἔκδοσιν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι μένει ἐν ἰσχύϊ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ ἐννοήσωσι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄπειροι τοῦ δικαστικοῦ βίου καὶ δὲν γνωρίζουσι πῶς ἐκτελοῦνται αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία εἶναι σύντομος. Τὸ Σύνταγμα δὲν λέγει οὔτε τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος, οὔτε τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, καὶ ἑπομένως ἂν δικαστικαὶ ἀποφάσεις προσέθετον ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος Ὄθωνος τὸ ἔκαμον διότι ἐλέγετο Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος. Τὸ Σύνταγμα λέγει «ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται διὰ τῶν δικαστηρίων, αἱ δὲ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐκτελοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως». Ὁ Κύριος Καλὸς ἀναγινώσκει ἐκ νέου τὸν ὅρκον τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὡσαύτως δὲ καὶ τὸν τοῦ στρατιώτου.
§51ΚΑΛΟΣ. Ὁ Κύριος Δημητριάδης θέλει νὰ προστεθῇ, ὅτι, καὶ ὑπακοὴ εἰς τὸ Σύνταγμα.
§52ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. ..... (θόρυβος).
§53ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἐννοῦμεν οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἀσύντακτον τὴν πολιτείαν.
§54ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἴτε ὀρθῶς εἴτε ἐσφαλμένως ἡ Συνέλευσις, Κύριε Πρόεδρε, ἀπεφάσισε νὰ ἰσχύῃ τὸ Σύνταγμα, ἑπομένως πρέπει νὰ ὁρκισθῶσι καὶ εἰς αὐτό. (θόρυβος).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς λέγω πρῶτον ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Χριστοπούλου, μετὰ τὰς γενομένας παρατηρήσεις τὴν ἀπέσυρεν· ἐὰν ἔχῃ τις ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο.
§56ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ψήφισμα. Καλὸν εἶναι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Καλοῦ.
§58ΚΑΛΟΣ. Τοῦ Κυρίου Σαριπόλου.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀδιάφορον· μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν αὐτὴν νὰ μεταβῶμεν ἔπειτα καὶ εἰς τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ Κύριος Σαρίπολος.
§60ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, μαζύ.
§61ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐὰν δὲν παραδεχώμεθα, ὅτι ἔχομεν Σύνταγμα, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὀνομάσητε τὸν Γεώργιον σήμερον συνταγματικόν.
§62ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης ἀντιλέγω, ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι πολλοὶ τῶν Κυρίων πληρεξουσίων ἐξ ἄκρου σεβασμοῦ πρὸς ἓν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει...
§63ΠΟΛΛΟΙ. Ὑπάρχει, ὑπάρχει.
§64ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὄχι δὲν ὑπάρχει ὡς Σύνταγμα, ἐπιμένω δὲ καὶ ἂν μόνος ἤθελον ἔχῃ τὴν γνώμην ταύτην, ἐπιμένω ὅτι κατ’ ἐμὲ τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, ὡς Σύνταγμα, δὲν ἰσχύει, ἔχει ἁπλῶς κῦρος ὡς Νόμος τοῦ Κράτους, ὡς νόμος κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ περὶ ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων ψηφίσματος. Πρὸς ἀποφυγὴν ὅμως σκανδάλου καὶ περιττῶν συζητήσεων δέχομαι νὰ προστεθῇ καὶ ἡ λέξις Σύνταγμα.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐνοήσαμεν, Κύριε Σαρίπολε.
§66ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἂς προστεθῇ λοιπὸν ἡ λέξις Σύνταγμα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσετέθη εἰς τὴν πρότασιν τὴν παρὰ τοῦ Κ. Σαριπόλου καὶ ἡ λέξις «Τὸ Σύνταγμα»· ἐάν τις θέλῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐναντίαν πρότασιν τοῦ Κ. Σαριπόλου;
§68ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§69ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Σᾶς εἶπα, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι δέχομαι καὶ ἐγὼ τὴν προσθήκην· παρακαλῶ προσέχετε καὶ μὴ προκαλῆτε ματαίας συζητήσεις.
§70ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀφοῦ ὡρίσθη ἀναλελυμένως τὸ θέμα τοῦ ὅρκου τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων κατ’ ἰδίαν, νομίζω ὀρθὸν νὰ καταχωρηθῇ ὁλόκληρον καὶ τὸ θέμα τῶν ἐκκλησιαστικῶν.
§71ΚΑΛΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ὅρκου, ὡς στηριζομένου εἰς τὸν νόμον, καὶ ἀπαιτουμένης τῆς συγκαταθέσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§72ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὁ Νόμος ἐκεῖνος δὲν ἔχει τὴν λέξιν Ἑλλήνων.
§73ΚΑΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ προστεθῇ.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, Κύριε Πρόεδρε.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν παραδέχηται ἐν συνόλῳ.
§76ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, Κύριε Πρόεδρε.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον λοιπὸν ἔχει οὕτω «Οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους, οἱ δικασταὶ καὶ πάντες οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι». Ἐδῶ βεβαίως θὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἐννοοῦμεν καὶ τοὺς δημοσίους ὑπηρέτας.
§78ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, ἀλλὰ ἂς τεθῇ καλήτερον «καὶ οἱ ὑπηρέται».
§79ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Νὰ προστεθῇ «πάντες οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ» καὶ νὰ συγχωνευθοῦν εἰς αὐτὸ ὅλα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ φιλονεικῶμεν διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐννοοῦνται ἀφ’ ἑαυτῶν.
§81ΣΑΡΑΒΑΣ. Μὲ φαίνεται, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἰδιαιτέρα διάκρισις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· διὰ τοὺς ὑπουργοὺς τὸ ἐννοῶ πολὺ καλά. Προτείνω ἑπομένως νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς· «οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι».
§82ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὑπάλληλος εἶναι, ὅστις λαμβάνει διαταγὰς παρ’ ἀνωτέρου, ὁ δικαστὴς δὲν λαμβάνει παρ’ οὐδενὸς διαταγὰς, οὐδ’ ὁ ἐλάχιστος εἰρηνοδίκης ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν κατὰ τῷ δοκοῦν ἄλλῳ τινὶ, ἔστω καὶ τῷ διορίσαντι αὐτὸν ὑπουργῷ.
§83ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Νόμου (θόρυβος).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπρεπε νὰ προσέξητε καὶ νὰ ἔλθητε ἐν καιρῷ καὶ κάμητε τὰς παρατηρήσεις σας.
§85ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι ἀναγράφεται ῥητῶς «ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ὡς αὐτοτελὴς τοῦ Κράτους ἐξουσία, ὥς εἰσὶν ἥ τε νομοθετικὴ καὶ ἡ ἐκτελεστική.
§86ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἔκφρασις ὑπάλληλος συμπεριλαμβάνει καὶ τοὺς δικαστὰς, καὶ τοὺς διοικητικοὺς καὶ τοὺς πάντας· εἶναι δὲ ἰσοδύναμος μὲ τὸ Γερμανικὸν Beamte· εἰς τὴν ἔκφρασιν αὐτὴν ἀνήκουν ὅσοι ἐκτελοῦσιν οἱανδήποτε διακονίαν ἢ ὑπηρεσίαν· εἶναι γενικὴ ἔκφρασις.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν θέλῃ νὰ συζητήσωμεν· ὁ μὲν λέγει νὰ λείψουν ὅλοι καὶ ὑπουργοὶ, καὶ δικασταὶ, καὶ ὑπάλληλοι καὶ νὰ τεθῇ «οἱ δημόσιοι λειτουργοί». Ἄλλος λέγει νὰ λείψῃ μόνον ἡ λέξις Δικασταὶ, διότι συμπεριλαμβάνονται εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἄλλοι πάλιν θέλουν νὰ μείνουν, ὅπως ἔχουν. Θέλετε λοιπὸν νὰ συζητήσωμεν;
§88ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§89ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Γλαράκη.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν θέλῃ νὰ λείψουν ὅλοι, καὶ μὲ «τὸ Δημόσιοι Λειτουργοί», τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ Κύριος Γλαράκης, ν’ ἀντικατασταθοῦν αἱ ὑπάρχουσαι λέξεις. «Οἱ ὑπουργοὶ τοῦ κράτους, οἱ δικασταὶ καὶ οἱ ὑπάλληλοι». Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται τὴν ἀντικατάστασιν αὐτὴν, παρακαλῶ νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται πολλοί). Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ θὰ ἐρωτήσω ἀντιστρόφως. Ὅσοι δὲν παραδέχονται τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Γλαράκη νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι)· παρεδέχθη ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Γλαράκη. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον «ἅπαντες οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ τοῦ κράτους θέλουσι δώσει τὸν ἑξῆς ὅρκον, πρὶν ἢ κτλ.
§91ΛΟΝΤΟΣ. Ὅσοι εἶναι ἐν ὑπηρεσίᾳ τὶ θὰ κάμνουν; Λοιπὸν πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ πρὶν ἢ κτλ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀρθῶς λέγεις. Λοιπόν, «Πάντες οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ τοῦ κράτους δίδουν τὸν ἑξῆς ὅρκον· ὁρκίζομαι νὰ φυλάττω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα κτλ. Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται τὸ πρῶτον τοῦτο ἄρθρον, παρακαλῶ νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι)· παραδέχθη. Ἔρχεται τὸ δεύτερον ἄρθρον ἔχον ὡς ἑξῆς. «Ἡ ἱερὰ σύνοδος τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ κλῆρος θέλουσι δώσει τὸν κατὰ τὰ ἄρθρα 4, τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς Νόμου κτλ.
§93ΠΟΛΛΟΙ. Καλὰ, δὲν ἔχει τις τίποτε νὰ μεταβάλῃ, ἀλλὰ διὰ τὸν ἄλλον κλῆρον;
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κλῆρος δὲν δίδει ὅρκον, ἀλλὰ μόνον οἱ Ἀρχιερεῖς.
§95ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐρωτηθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ διαβεβαιοῖ, ὅτι οἱ Ἱερεῖς προχειριζόμενοι ἐφημέριοι κτλ. οὐδεμίαν δίδουσι διαβεβαίωσιν.
§96ΚΑΛΟΣ. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον α.... δίδουσι τὴν κατὰ τὸ ἄρθρ. Γʹ. τοῦ περὶ ἐπισκόπων Νόμου τοῦ 1852 διαβεβαίωσιν «Μεγαλειότατε Βασιλεῦ! κτλ........
§97ΠΑΠΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὁ Λοιπὸς Κλῆρος ποῖον ὅρκον δίδει;
§98ΚΑΛΟΣ. Κανένα· ἔδωκαν καὶ δίδουσι τὸν τοῦ πολίτου.
§99ΠΑΠΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Διὰ τί;
§100ΤΙΝΕΣ. Διότι ὡς πολίτης ἔχει δώσει ὅρκον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δεύτερον λοιπὸν ἄρθρον ἔχει οὕτως «Ἡ ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος δίδει τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον Δʹ. τοῦ Καταστατικοῦ αὐτῆς Νόμου ὁριζομένην διαβεβαίωσιν· οἱ δὲ Ἀρχιερεῖς τὴν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἀπὸ 9 Ἰουνίου 1852 περὶ ἐπισκοπῶν Νόμου ὁριζομένην διαβεβαίωσιν». Ὅσοι λοιπὸν παραδέχονται τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ σηκωθῶσιν· (ἀνίστανται σχεδὸν ὅλοι)· παρεδέχθη. Ἔρχεται τὸ 3 ἄρθρον· «Ὁ δὲ στρατὸς τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἡ Ἐθνοφυλακὴ θέλουσι δώσει τὸν ἑξῆς ὅρκον.
§102ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ φανῇ μία διάκρισις μεταξὺ τοῦ ὅρκου τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς Ἐθνοφυλακῆς, διότι ὁ ὅρκος τῶν στρατιωτῶν ὑποβάλλει αὐτοὺς εἰς ὑποχρεώσεις τοιαύτας, κατὰ τὰς ὁποίας, ὅταν δὲν φυλάττουν, τιμωροῦνται κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς Νόμους· ἀλλὰ τὴν Ἐθνοφυλακὴν δὲν τὴν διέπουν στρατιωτικοὶ Νόμοι. Ὁ στρατιώτης ὀφείλει ὑπακοὴν εἰς τοὺς ἀνωτέρους του, καὶ ὅταν δὲν τὴν φυλάττῃ τιμωρεῖται κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς Νόμους· ὁ Ἐθνοφύλαξ ὅμως ὅταν ἀπειθήσῃ εἰς τὸν ἀνώτερον δὲν ἐπιβάλλεται καμμία ποινὴ κατ’ αὐτοῦ.
§103ΛΑΠΑΣ. Πῶς δὲν ἐπιβάλλεται;
§104ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω νὰ ὑπάρχῃ νομοθεσία στρατιωτικὴ, ἀφορῶσα τὴν Ἐθνοφυλακήν.
§105ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης εἶναι ἐν μέρει δικαία· ὑπῆρχεν ἕνας νόμος τῆς Ἐθνοφυλακῆς, διὰ τοῦ ὁποίου προβλέπονται ποιναὶ εἰς τοὺς Ἐθνοφύλακας· ἐπειδὴ δὲ, δὲν λέγεται στρατιωτικὸς Νόμος, προτείνω ν’ ἀφήσωμεν ἢ ἁπλῶς κατὰ τοὺς Νόμους, ἢ κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς Νόμους καὶ τὸν Νόμον τῆς Ἐθνοφυλακῆς.
§106Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἕκαστος πολίτης, ἀφοῦ συνταχθῇ τὸ Σύνταγμα, θὰ δώσῃ ὅρκον ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὁ πολίτης ἔχει διάφορα καθήκοντα νὰ ἐκπληρώσῃ, θὰ μείνῃ ἕκαστος ἐθνοφύλαξ. Ἀφοῦ ἅπαξ ἔδωκε τὸν ὅρκον ὡς πολίτης, πάλιν ὡς ἐθνοφύλαξ νὰ δίδῃ ὅρκον, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν ὑπάρχει· ὁ στρατιώτης εἶναι στρατιώτης, ἐνῷ ὁ ἐθνοφύλαξ εἶναι πολίτης.
§107Η. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν ἰδέαν μου ὁ ὅρκος εἶναι κοινὸς, λαμβάνει ὅμως ἐπίτασιν ἕνεκα τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς τὰ ἄτομα δυνάμει ἰδιαιτέρων νόμων· παρατηρήσατε, ὅτι ὁ ὅρκος τοῦ στρατιώτου διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὸν τοῦ πολίτου, ἀπαράλλακτα καὶ ὁ ὅρκος τοῦ ἐθνοφύλακος πρέπει νὰ διαφέρῃ. Καθ’ ὅλα τ’ ἄλλα ἐκτὸς τῆς τελευταίας φράσεως τοῦ ὅρκου, ὅστις εἶναι καθιερωμένος διὰ τοὺς στρατιώτας, ὁ ὅρκος τῆς ἐθνοφυλακῆς πρέπει νὰ συμπίπτῃ μὲ τὸν ὅρκον τοῦ στρατιώτου. Ἀντικρούω δὲ τὴν ἰδέαν τοῦ προλαλήσαντος, διότι πᾶς ὑπάλληλος, πᾶς ἀναδεχόμενος μίαν ἐξαιρετικὴν ὑπηρεσίαν πρὸς τὴν πατρίδα, πᾶς ἄνθρωπος, ὅστις ἀπὸ τὴν τάξιν τοῦ πολίτου μεταβαίνει εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ἄλλου καθήκοντος, εἶναι ὑπόλογος ἀπέναντι τῆς κοινωνίας· λοιπὸν ὁ πολίτης ἔδωκε τὸν ὅρκον του, ἀλλ’ ὁ ἐθνοφύλαξ δὲν εἶναι πλέον πολίτης, διότι λαμβάνει τὸ ὅπλον καὶ τὸ ξίφος καὶ ἔρχεται νὰ ἐκπληρώσῃ ὑπηρεσίαν στρατιωτικὴν, ἑπομένως ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἔχῃ σέβας πρὸς τοὺς ἀνωτέρους του, νὰ ἔχῃ ὑπακοὴν καὶ νὰ τιμωρῆται καὶ νὰ μὴ δύναται τὸ ὅπλον αὐτὸ νὰ τὸ καταχρασθῇ· ἐξ ἅπαντος πρέπει ὁ ὅρκος τοῦ ἐθνοφύλακος νὰ μὴν ᾖναι ὁ αὐτὸς πρὸς τὸν τοῦ στρατιώτου, διότι ὁ ἐθνοφύλαξ δὲν δύναται νὰ ὑπόκηται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους· ἂν ὁ ὅρκος αὐτὸς ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν, τότε ἡ ἐθνοφυλακὴ εἶναι στρατός· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον ὁ ὅρκος τῆς ἐθνοφυλακῆς νὰ κανονισθῇ ἰδιαιτέρως. Κατὰ συνέπειαν, εἰς τὸ μέρος, ὅπου λέγει, «κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους» νὰ τεθῇ κατὰ τοὺς ψηφισθέντας περὶ ἐθνοφυλακῆς νόμους.
§108ΚΑΛΟΣ. Ὁ ὅρκος, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ δώσῃ ἡ ἐθνοφυλακὴ, πρέπει νὰ μείνῃ ὡς εἶναι, διότι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν τεθῇ μεταβατικὴ ἐθνοφυλακὴ εἰς ὑπηρεσίαν, ὑπάγεται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους.
§109ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι εἰδικὸς νόμος περὶ ἐθνοφυλακῆς, ὁ ὁποῖος διαγράφει καὶ τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ καθήκοντα (θόρυβος).
§110Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ δὲν δύναται νὰ ὑπάγηται εἰς τὰς στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις αὐτὸ εἶναι ἀναντίῤῥητον, ἀλλὰ προτείνεται ἡ ἰδέα, ὅτι, ὅταν ἡ ἐθνοφυλακὴ ἐργασθῇ μετὰ τοῦ στρατοῦ ὑπάγεται εἰς τὰς καθαρῶς στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις· τοῦτο δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ παραδεχθῆτε, εἶναι ζήτημα· ἡ ἐθνοφυλακὴ συμπράττουσα μετὰ τοῦ στρατοῦ δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὅλας τὰς στρατιωτικὰς διατυπώσεις· τοῦτο δύναται νὰ φέρῃ συζήτησιν πολλὰ μεγάλην, ἡ ὁποία θὰ σᾶς ἐπασχολήσῃ πολλὰς συνεδριάσεις. Ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ στρατοῦ καὶ ἐθνοφυλακῆς περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ὅτι δὲ ὁ ὅρκος τοῦ ἐθνοφύλακος πρέπει νὰ ᾖναι διάφορος τοῦ ὅρκου τοῦ στρατιώτου, ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω κατὰ τὸν στρατιωτικὸν νόμον· εἰς τὸν στρατιωτικὸν ὅρκον ὑπάρχουν φράσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἰδανικαὶ εἰς τοὺς ἐθνοφύλακας, ὁ ὅρκος τοῦ στρατιώτου λέγει νὰ τηρῇ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, ἀλλὰ στρατιωτικοὶ νόμοι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξουν εἰς τὴν ἐθνοφυλακήν. Ἡ ἐθνοφυλακὴ ἔχει ἰδίους νόμους. Τώρα, ὅτε ἡ ἐθνοφυλακὴ συμπράττει μετὰ τοῦ στρατοῦ, θὰ ἴδωμεν ποῖοι νόμοι θὰ τὴν διέπουν· δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ χωρισθῇ ὁ ὅρκος τοῦ στρατιώτου ἀπὸ τὸν τοῦ ἐθνοφύλακος, ἢ εἰς τὸν ὅρκον τοῦ ἐθνοφύλακος νὰ προστεθῇ μία φράσις, ἡ ὁποία εἰδικῶς νὰ ἀφορᾷ τὴν ἐθνοφυλακήν. Ἐκτὸς τούτου βλέπετε, ἡ τελευταία φράσις, διάγῃ ἐν γένει ὡς πιστὸς καὶ φιλότιμος στρατιώτης, ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς τὸν στρατὸν, διὰ τοῦτο φρονῶ νὰ γείνῃ χωριστὸς ὁ ὅρκος διὰ τὴν ἐθνοφυλακήν.
§111ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁπωσδήποτε ἂς ψηφοφορήσωμεν τὸν δικαστικὸν ὅρκον καὶ ἂς μείνῃ πρὸς τὸ παρὸν ὁ ἄλλος.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ τρίτον ἄρθρον ἔχει οὕτως. Ἄρθρον 3. Ὁ Στρατὸς ξηρᾶς τε καὶ θαλάσσης δίδει τὸν ἑξῆς ὅρκον· «ὁρκίζομαι νὰ φυλάττω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα, τοὺς Νόμους καὶ τὰ ψηφίσματα τοῦ Κράτους, ὑποταγὴν εἰς τοὺς ἀνωτέρους μου, νὰ ἐκτελῶ προθύμως καὶ ἄνευ ἀντιλογίας τὰς διαταγάς των, νὰ ὑπερασπίζω μὲ πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν μέχρι τελευταίας ῥανίδος τοῦ αἵματός του τὰς σημαίας, νὰ μὴ τὰς ἐγκαταλείπω μηδὲ νὰ ἀποχωρίζωμαι ποτὲ ἀπ’ αὐτῶν, νὰ φυλάττω δὲ ἀκριβῶς τοὺς Στρατιωτικοὺς Νόμους καὶ νὰ διάγω ἐν γένει ὡς πιστὸς καὶ φιλότιμος στρατιώτης». Ὅσοι τὸ παραδέχονται νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται ἅπαντες). Παρεδέχθη. Τώρα θὰ ἐρωτήσω ἐὰν ὑποστηρίζητε, ὅτι τὸν αὐτὸν ὅρκον θὰ λάβῃ καὶ ἡ ἐθνοφυλακή.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν περὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἄρθρον 5. Ἡ δὲ Ἐθνοφυλακὴ δίδει τὸν ἀκόλουθον ὅρκον. «Ὁρκίζομαι νὰ φυλάττω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα, τοὺς Νόμους καὶ τὰ Ψηφίσματα τοῦ Κράτους, ὑποταγὴν εἰς τοὺς ἀνωτέρους μου νὰ ἐκτελῶ προθύμως καὶ ἄνευ «ἀντιλογίας τὰς διαταγάς των, νὰ ὑπερασπίζω μὲ πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν μέχρι τελευταίας ῥανίδος τοῦ αἵματός μου τὰς σημαίας, νὰ μὴ τὰς ἐγκαταλείπω, μηδὲ νὰ ἀποχωρίζωμαι ποτὲ ἀπ’ αὐτῶν, νὰ φυλάττω δὲ ἀκριβῶς τοὺς περὶ Ἐθνοφυλακῆς Νόμους, καὶ νὰ διάγω ἐν γένει ὡς πιστὸς καὶ φιλότιμος Ἐθνοφύλαξ.» Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται τοῦτο παρακαλῶ νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται ἅπαντες). Παρεδέχθη.
§115ΛΟΝΤΟΣ. Ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι νομοθέτημα νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ὑπογραφῇ.
§116ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ εἶναι ἀποφασισμένον.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει νὰ προβῇ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ θεάτρου;
§118ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. ὥρα 3½.
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Εὐάγ. Ἀντύπας. Ι. Π. Πύρλας.