1863.10.09
1,513 rows · 12,045 words · 165 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΝΘʹ.
Τῇ 9 Ὀκτωβρίου 1863.
(Τετάρτη).
Ὥρα 1.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας Κύριοι. Ἡ Συνέλευσις ὡς προκαταβολὴν τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τῆς Συνελεύσεως εἶχε δώσει πίστωσιν 2,000 δραχμῶν. Ζητεῖται προκαταβολὴ ἄλλων 2,000 δραχμῶν διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ γίνουν.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίῤῥησις.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τηλεγραφήματά τινα νὰ ἀναγγείλῃ.
§4ΚΑΛΛΙΓΑΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικ.). Κύριοι, ἐλήφθη τηλεγράφημα ἐκ Παρισίων τῆς 6 καθ’ ἡμᾶς. Παρίσιοι 6 Ὀκτωβρίου Πρόεδρον Ῥοῦφον Ἀθήνας. Πλὴν ἀπροόπτου κωλύματος ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων ἀπέρχεται ἐκ Τουλῶνος τὴν 12 ἱσταμένου ὅπως ἀπ’ εὐθείας ἐγνωστοποιήθη εἰς τὸν Κυβερνήτην τοῦ ἀτμοδρόμονος. Ὁ Βασιλεὺς σᾶς πέμπει τὸν χαιρετισμόν του.
ΣΠΟΝΕΚ.
Παρίσιοι 7 Ὀκτωβρίου. Καλλιγᾶν ὑπουργὸν Ἀθήναις. Μέγα γεῦμα εἰς Σαιν–κλοῦ τὴν 3/15. Ὁ Βασιλεὺς κατὰ πρῶτον ἔφερε τὸν νέον μεγαλόσταυρον τοῦ Σωτῆρος ὅπως καὶ ὁ Αὐτοκράτωρ. Ὁ Βασιλεὺς ἐπεσκέφθη χθὲς τὸ Γαλλικὸν μελόδραμα. Χθὲς ἐκυνήγησε μετὰ τοῦ Αὐτοκράτορος ἐν Βερσαλίᾳ. Σήμερον ἐπεσκέφθη Βερσαλίαν. Ἐχαράχθη μετάλλιον πρὸς τιμὴν τοῦ Βασιλέως ἐν τῷ Αὐτοκρατορικῷ Νομισματοκοπείῳ· πιθανὴ ἀναχώρησις τὴν τετάρτην.
ΦΙΛΗΜΩΝ.
Κέρκυρα 6 Ὀκτωβρίου. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν Ἀθήναις. Λόρδος ἁρμοστὴς ἀπεδέχθη τὰς τροπολογίας πλὴν τῶν ὀχυρωμάτων διὰ τὸ ἀναρμόδιον τῶν Ἰονίων. Ἡ Βουλὴ αὔριον συναινεῖ νὰ ψηφίσῃ ὁριστικῶς.
ΒΙΤΑΛΗΣ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κἄτι θέλει νὰ ἐρωτήσῃ.
§6ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Γνωρίζετε Κύριοι, ὅτι μεθαύριον ἔχομεν τὴν 11 Ὀκτωβρίου.......
§7ΤΙΝΕΣ. Τὴν 10ην.
§8ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῶν ἐπαρχιῶν μὲ ἐρωτῶσιν ἐὰν ἡ ἡμέρα θὰ ἑορτασθῇ ἢ ὄχι, περιμένω λοιπὸν τὰς διαταγὰς τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ τηλεγραφήσω.
§9ΤΙΝΕΣ. Ὑπάρχει ψήφισμα περὶ τούτου.
§10ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ναί, ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι ἄλλοτε ἠγέρθη μεγάλη συζήτησις ἐν τῇ Συνελεύσει, ἥτις ἀνεβλήθη ἀορίστως, καὶ τούτου ἕνεκα δὲν κάμνω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ζητήσω τὰς διαταγὰς τῆς Συνελεύσεως. Ἄλλως νὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἔπραξα κανὲν ἁμάρτημα;
§11ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§12ΚΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε· φρονῶ ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἓν ψήφισμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἐπαρχίαι ἂς κάμουν κατ’ αὐτό, ἀλλ’ εἰς τὸ μέλλον θέλομεν σκεφθῆ (θόρυβος).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον ψήφισμα εἶναι;
§14ΠΟΛΛΟΙ. Τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ ὡς ἑορτὴν τὴν 10 Ὀκτωβρίου.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἓν ψήφισμα ὑπάρχει, καὶ οὐδεὶς ἐγείρεται κατ’ αὐτοῦ, θὰ λάβῃ τὴν λύσιν του ἄνευ συζητήσεως;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται ἡ ἀνάγνωσις δύω προτάσεων.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Ἄς μείνουν κατὰ μέρος· εἰς τὸ βασιλικὸν ζήτημα.
§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§21ΜΑΚΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἓν ἐκκρεμὲς ζήτημα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ λυθῇ, εἶναι ἡ πρότασις περὶ συντάξεως τῆς χήρας τοῦ ἀειμνήστου στρατάρχου Γρίβα καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν διακοπεῖσαν ψηφοφορίαν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκκρεμὲς ἦτο καὶ τὸ ψήφισμα περὶ τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων.
§23ΔΑΓΡΕΣ. Πρὸ ὅλων αὐτῶν εἶναι καλόν, Κύριε Πρόεδρε, νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον διὰ νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐπαρχιῶν.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§25ΔΑΓΡΕΣ. ΚΚ. ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι......
§26ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Μὴ διακόπτετε τὰ ζητήματα τὰ ἐκκρεμῆ.
§27ΔΑΓΡΕΣ. Ὅτι δὶς ἢ τρὶς ἐζήτησα νὰ παρουσιασθῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν..... (Θόρυβος) Πρέπει νὰ ἀκούσητε ΚΚ.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Ὑστερώτερα.
§29ΔΑΓΡΕΣ. Τοῦτο μόνον συνιστῶ, νὰ λάβουν τὰ κατάλληλα μέτρα οἱ ὑπουργοί, διότι τοὺς θεωρῶ ὑπευθύνους, καὶ νὰ διατάξουν νὰ ἐμποδίσωσι πᾶσαν περιοδείαν ἐκ μέρους στρατοῦ εἰς τὴν Μεσσηνίαν, διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, μαζὺ μὲ τὸν στρατὸν ἀκολουθεῖ ἱκανὸς ἀριθμὸς κακούργων μισθοδοτουμένων παρὰ τοῦ δημοσίου καὶ θέλετε νὰ εἴπητε, Κύριοι, ὅτι εἶναι ζήτημα παράλογον; ἐὰν δὲν ἐνδιαφέρεσθε περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ τόπου, σας λέγω, ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ φύγωμεν ἀπ’ ἐδῶ (θόρυβος)· νὰ διαταχθῶσι λοιπὸν οἱ ὑπουργοὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ διατάξωσι νὰ ἐμποδισθῇ πᾶσα περιοδεία αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι ὑπάγουν νὰ καταλύσουν δημάρχους, καὶ θὰ καταλύσουν καὶ ἄλλους καὶ θὰ ἐπέλθῃ ῥῆξις.
§30ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Πολλάκις, Κύριοι, ἦλθον εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ὁμιλήσω καὶ δὲν μοὶ τὸ ἐπιτρέψατε· πληροφορῶ δὲ τὸν Κύριον πληρεξούσιον Καλαμῶν, ὅτι εἰς τὴν Μεσσηνίαν, κατὰ τὰς ἐπισήμους εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν σήμερον, ἐπανῆλθε πληρέστατα ἡ ἡσυχία.
§31ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἔχετε ὀλίγην αἰδώ, Κύριε ὑπουργέ; Δὲν εἶναι ἀλήθεια αὐτό (θόρυβος).
§32ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω παρ’ ὅ,τι μοὶ ἀναφέρουσιν αἱ ἀρχαί· ἐὰν αἱ ἀρχαὶ δὲν λέγουσι τὴν ἀλήθειαν, τοῦτο θὰ τὸ ἐξετάσωμεν καὶ θὰ τὸ μάθωμεν· ἀλλ’ ἔχω πλήρη πεποίθησιν ὅτι μοὶ λέγουν τὴν ἀλήθειαν.
§33ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Δὲν λέγουν καμμίαν ἀλήθειαν.
§34ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἕνεκα τοπικῶν παθῶν εἰς τὸν δῆμον τῆς Ἀλαγωνίας συνέβησαν συγκρούσεις, οὐδόλως ἔχουσαι πολιτικὸν σκοπόν, ἀλλὰ προσωπικὰ πάθη, τὰ ὁποῖα πάντοτε ἦσαν ἀνεπτυγμένα, καὶ ἀνεπτύχθησαν ἔτι περισσότερον κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτήν· αὐτὰ λοιπὸν ἐγένοντο πρόξενα φόνων, δολοφονιῶν καὶ ἄλλων τοιούτων κακουργημάτων. Τόρα μοὶ ἔρχεται μία ἐπερώτησις, ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις; ἔστειλε στρατόν; ἔστειλε.... Ἔρχεται μία ἐπερώτησις καὶ μοὶ λέγει δὲν πρέπει νὰ σταλῇ στρατός· διαγράψατε λοιπὸν τὰ ὅρια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἴπατε νὰ μὴ σταλῇ στρατός· διότι, ὅταν ἔρχηται ὁ ἕνας πληρεξούσιος καὶ λέγῃ νὰ σταλῇ στρατός, ὁ ἄλλος νὰ μὴ σταλῇ, τότε ἡ Κυβέρνησις τί θὰ πράξῃ; ὁ ἀναπληρωτὴς τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν κατὰ τὴν Πελοπόννησον στρατευμάτων μοὶ ἐτηλεγράφησε χθὲς καὶ μὲ διαβεβαιοῖ, ὅτι ὑπάρχει πληρεστάτη ἡσυχία καὶ τάξις.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὸ ψήφισμα τὸ βασιλικὸν θὰ γίνῃ ἐπὶ τούτου συζήτησις.
§36ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ὁρίσατε μίαν ἡμέραν διὰ νὰ φέρω τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα καὶ ἴδωμεν ἐὰν ἐγὼ ψεύδωμαι ἢ ὁ Κύριος Δαγρές. Ἀναβαίνει τὸ βῆμα ὁ Κύριος Μακρῆς.
§37ΠΟΛΛΟΙ. (ἀριστερόθεν) Εἰς τὸ βασιλικὸν ζήτημα, Κύριε Πρόεδρε.
§38ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ψηφίσματος τοῦ βασιλικοῦ νὰ μὴν ἔλθῃ τίποτε.
§39ΠΟΛΛΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀνεχόμεθα κανὲν ἄλλο νὰ γίνῃ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ δώσητε τὸν λόγον εἰς τὸν Κύριον Μακρῆν;
§41ΠΟΛΛΟΙ. (ἀριστερόθεν) Ὄχι, ὄχι.
§42ΕΤΕΡΟΙ. (δεξιόθεν) Κατὰ τὸν κανονισμόν, Κύριε Πρόεδρε, πρέπει ν’ ἀρχίσῃ ἡ διακοπεῖσα χθὲς ψηφοφορία.
§43ΜΑΚΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀδύνατον νὰ μᾶς ἀφαιρέσουν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Ὅλοι ἔχομεν τὴν αὐτὴν προθυμίαν νὰ συζητηθῇ τὸ βασιλικὸν ψήφισμα· προηγουμένως ὅμως.... (θόρυβος) πρόκειται λοιπὸν περὶ ἑνὸς στρατάρχου καὶ ἐπιμένομεν εἰς τοῦτο.
§44ΠΑΠΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν περισσότερα δικαιώματα νὰ ἐπιμένωμεν ἡμεῖς εἰς τὸ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ κανονισμὸς, νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ διακοπεῖσα ψηφοφορία (θόρυβος).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίκειται ἀνάγκη σήμερον νὰ τελειώσωμεν διάφορα ἀντικείμενα σπουδαῖα· εἶναι τὸ ψήφισμα περὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ βασιλέως, εἶναι περὶ τοῦ Προεδρείου, εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ προϋπαντήσῃ τὸν βασιλέα, εἶναι καὶ ἡ ἀπαίτησις, ἣν ἔχουσι πολλοί, περὶ συντάξεως τῆς χήρας τοῦ ἀειμνήστου στρατάρχου Γρίβα. Εἶμαι γνώμης διὰ νὰ γίνουν ὅλα ἐν τάξει ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ ψήφισμα τῆς ἐξουσίας τοῦ Βασιλέως, καὶ μετὰ τοῦτο, διότι ἡ Συνέλευσις βεβαίως δὲν θὰ διαλυθῇ, προβαίνομεν εἰς τὸ περὶ συντάξεως.
§46ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, καθόσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος εἶχεν ἐξαντληθῆ, μ’ ὅλον τοῦτο ὑπάρχουν τρεῖς ἐγγεγραμμένοι, καὶ πρῶτος ὁ Κύριος Παλαμίδης.
§48ΚΑΛΟΣ. Εἴμεθα εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἂν πρέπῃ νὰ μεταβληθῇ τὸ «τῆς δεκάτης Ὀκτωβρίου» διὰ τοῦ «τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως.»
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἐφωτίσθη ἦλθε δευτέρα ὁμιλία· ὁ τελευταῖος λαλήσας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἦτον ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, καὶ ἔμενον ἐγγεγραμμένοι καὶ τρεῖς ἄλλοι. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις ὅμως θεωρῇ, ὅτι ἐφωτίσθη, θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§50ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, δι’ ἀναστάσεως.
§51ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἡ τροπολογία εἶναι τοῦ Κυρίου Ῥοντίρη· θέσατε αὐτὴν εἰς ψηφοφορίαν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δι’ ἀναστάσεως;
§53ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§54ΤΙΝΕΣ. Προχθὲς ἀπεφασίσθη δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν.
§56ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀφήσατε αὐτά.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὰ ἀφίνω διὰ τὸν λόγον ὅτι, ὅταν ἐργαζώμεθα μετὰ πάθους καὶ ἐρεθισμοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ λύσωμεν κανὲν ζήτημα. Εἶναι λοιπὸν καλὸν νὰ κατευνάσωμεν τὸν ἐρεθισμὸν καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ λύσωμεν ὅλα τὰ ζητήματα ἓν πρὸς ἕν. Λοιπόν, Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι τῆς ἀντικαταστάσεως. Θὰ εἴπω νὰ σηκωθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραδέχονται ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ λέξεις «Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως» διὰ τῶν λέξεων «τῆς 10 Ὀκτωβρίου.»
§58ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, οἱ παραδεχόμενοι τὰς λέξεις «8βριανῆς ἐπαναστάσεως» νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. Λοιπόν, Κύριοι, προτείνεται ὡς τροπολογία ἡ προσθήκη εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον μετὰ τὰ ὑπάρχοντα εἰς τὸ κείμενον. Εἶναι ἡ τοῦ Κυρίου Σαράβα, δι’ ἧς προτείνει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα εἰς τὸ ά. ἄρθρον «ἀμνηστεία δὲν ἀπονέμεται εἰμὴ μόνον εἰς τὰ καθαρῶς πολιτικὰ ἐγκλήματα.»
§60ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ τροποποίησις τὴν ὁποίαν ἠκούσατε ἀναγινωσκομένην ὑπὸ τοῦ Κυρίου Προέδρου καὶ τὴν ὁποίαν ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν περιέχει ἀρχὴν τόσῳ ἀναμφισβήτητον, τόσῳ γενικῶς καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεως εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη ἐφαρμοσθεῖσαν, ὥστε ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ μία Κυβέρνησις, ὡς ἡ πεπτωκυῖα, θέλουσα νὰ στηριχθῇ ἐπὶ ἑνὸς συστήματος διαφθορᾶς καὶ ἐπὶ τῆς συνδρομῆς τῶν ἐγκληματιῶν, διὰ νὰ τὴν παραγνωρίσῃ. Κατὰ τὸ πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως ἰσχύον Σύνταγμα, γνωρίζετε Κύριοι, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπονέμειν ἀμνηστείαν ἀπετέλει μίαν ἀπὸ τὰς προνομίας τὰς βασιλικὰς μὲ μόνην τὴν ἐγγύησιν, ὅτι τὸ περὶ αὐτῆς διάταγμα ἔπρεπε νὰ ὑπογραφῇ ἀπὸ ὅλον τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον· δὲν ἐγίνετο ὅμως ἐν τῷ συντάγματι μνεία μέχρι τίνος ἠδύνατο νὰ ἐκταθῇ ἡ χρῆσις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος· τὸ σύνταγμα καθιέρου ἁπλῶς ὡς μίαν προνομίαν ἡγεμονικὴν τὴν ἀπονομὴν τῆς ἀμνηστείας παραλλήλως πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος, δὲν ἔκαμνεν ὅμως καμμίαν διάκρισιν ἐπὶ τίνων ἐγκλημάτων ἠδύνατο νὰ γίνῃ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου, ἐὰν τουτέστιν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἐξασκηθῇ ἐπὶ ὅλων τῶν ἀδικημάτων· ἐντεῦθεν, Κύριοι, ἡ μεγάλη κατάχρησις ἡ ὁποία ἐγένετο τοῦ δικαιώματος τούτου· καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐὰν ἡ μεταπολίτευσις ἀρχὴν καὶ αἰτίαν εἶχε τὴν διαφθορὰν ὅλων τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν τῶν εὑρισκομένων ἐν τῷ πολιτεύματι, μόνον κατὰ τῆς καταχρήσεως τῆς βασιλικῆς ταύτης προνομίας τὸ ἔθνος δὲν ἠδύνατο νομίμως νὰ παραπονεθῇ, διότι ἐγίνετο ἐντὸς τοῦ ῥητοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος· ἡ χρῆσις ἦτο κακὴ ἀλλὰ δὲν ἐξέβαινε διόλου ἀπὸ τοὺς ὅρους ἐντὸς τῶν ὁποίων τὸ σύνταγμα τὴν ἐχορήγει. Ἐνθυμεῖσθε Κύριοι, πάντοτε ὁσάκις τὸ ἔθνος ἠθέλησε νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῶν ἐπεμβάσεων εἰς τὰ δικαιώματά του, πάντοτε ἐγένετο χρῆσις τῶν ἐγκληματιῶν πρὸς καταπόνεσιν αὐτῶν τῶν νομίμων διαμαρτυρήσεων τοῦ Ἔθνους. Τοιαύτην ἱστορικὴν ἀρχὴν ἔχουν αἱ ἀμνηστεῖαι αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἐν ἔτει 48. Τοιοῦτον χαρακτῆρα ἔχουν αἱ ἀμνηστεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν κατὰ τὰ 1848. Τοιοῦτον χαρακτῆρα ἔχουν αἱ ἀμνηστεῖαι αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπ’ ἐσχάτων, ὅταν ἐδόθη ἀμνηστεία ἀνεξαιρέτως εἰς ὅλους τοὺς ἐγκληματίας, ἀρκεῖ νὰ παρουσιάσθησαν εἴς τινα ἀρχὴν, καὶ νὰ ὑπεσχέθησαν ὅτι ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἐργασθοῦν πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, ὅπως ἠννόουν τὴν τάξιν, δηλαδὴ τὴν κατάθλιψιν τῆς φευρουαρινῆς ἐπαναστάσεως. Δὲν ἐννοῶ ὅτι θέλουν ἐπανέλθει οἱ ἀπαίσιοι ἐκεῖνοι καιροὶ, δὲν ἐννοῶ ὅτι θὰ λάβῃ τὸ ἔθνος δευτέραν φορὰν ἀφορμὴν νὰ ἴδῃ τὴν οἰκτρὰν αὐτὴν κατάχρησιν τοῦ ἡγεμονικοῦ δικαιώματος· ἀλλὰ τὰ ἔθνη, ὅταν πρόκειται νὰ νομοθετήσωσι τὸν χάρτην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ διέπῃ ὄχι μόνον αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ τὰς ἐπερχομένας γενεὰς πρέπει νὰ λάβωσι ὅλα τὰ προφυλακτικὰ μέτρα. Ἐννοῶ, Κύριοι, ἐπιψηφίζοντες τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν προανέφερα, ὄχι μόνον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῆς κακῆς χρήσεως ἡ ὁποία ἐγένετο τοῦ βασιλικοῦ αὐτοῦ δικαιώματος ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλὰ συνάμα νὰ κόψωμεν πᾶσαν ἐλπίδα συνδιαλλαγῆς μὲ τοὺς ἐγκληματίας ἐν τῷ μέλλοντι! πρέπει τέλος πάντων ἡ κοινωνία νὰ ῥίψῃ αὐτὸν τὸν κύβον· πρέπει νὰ μάθῃ ἂν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ πολεμοῦσα τὴν τάξιν τῶν ἐγκληματιῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ συνδιαλάττεται ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρὸν μὲ αὐτούς· διότι, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, ἐὰν ἡ δημοσία ἠθικὴ εἶναι εἰς τόσην ἔκπτωσιν παρ’ ἡμῖν, μία ἀπὸ τὰς κυριωτέρας αἰτίας εἶναι ὅτι ποτὲ ἡ βεβαιότης, ποτὲ ἡ ἀσφάλεια τῆς τιμωρήσεως τῶν ἐγκληματιῶν, ποτὲ δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν· μία ἀπὸ τὰς αἰτίας εἶναι, Κύριοι, ὅτι ἡ τάξις τῶν ἐγκληματιῶν οὐδέποτε ἀπελπίζεται ὅτι διὰ μιᾶς χάριτος, δι’ ἄλλων τινῶν μέσων, ἢ διὰ μιᾶς ἀμνηστείας θὰ ἀποφύγῃ τὴν τιμωρίαν· ἂς εἰσέλθωμεν λοιπὸν εἰς μίαν νέαν τάξιν πραγμάτων, τάξιν εἰς τὴν ὁποίαν ἕκαστος πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τὸ ἔγκλημα οὐδέποτε μένει ἀτιμώρητον. Ἐννοῶ τὴν χρησιμότητα τῆς ἀμνηστείας ὅταν πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς πολιτικὰ ἐγκλήματα· διότι, ὡς γνωρίζετε, πολλοὶ λόγοι εἶναι, οἱ ὁποῖοι τὴν δικαιολογοῦν, λόγοι πολιτικοῦ συμφέροντος, λόγοι ὅτι εἰς πολλὰς περιστάσεις ἡ κοινωνία ἠμπορεῖ περισσότερον νὰ χάσῃ παρὰ νὰ κερδίσῃ ἐὰν τιμωρηθῶσιν ἐγκλήματα ὡρισμένα, λόγοι τελοσπάντων ὅτι τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δὲν εἶναι ἐγκλήματα εἰμὴ ὅταν ἀποτύχωσι. Ἀλλά, Κύριοι, ποίαν ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ ἀμνηστεία χορηγουμένη εἰς τοὺς κοινοὺς ἐγκληματίας; ποία κοινωνικὴ ἀνάγκη δύναται νὰ ὑπαγορεύσῃ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ ἔρχεται ἡ πολιτεία μὲ ἓν γενικὸν συγχωρητήριον καὶ νὰ δίδῃ τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν εἰς ὅλους τοὺς ἐγκληματίας; ὅμοιον παράδειγμα ἀμνηστειῶν εἰς συνταγματικῶς πολιτευόμενα κράτη δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω, καί, ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω εἰς μόνον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ὄθωνος, ἡ ὁποία, ὡς προεῖπον, εἶχεν ἀνάγκην καὶ αὐτῶν τῶν κακούργων πρὸς ὑποστήριξίν της, ἀνήκει ἡ τόσῳ οἰκτρὰ κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἐνασχολήσω περισσότερον, διότι ὁ καιρὸς ἐπείγει· νομίζω, ὅτι ἡ ἀρχὴ ἡ διὰ τῆς προτάσεώς μου καθιερουμένη ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ εἰς τὴν προϋποβεβλημένην πρότασιν τοῦ Κ. Σολιώτου τοῦ νὰ ἀπαγορεύσῃ ἡ Συνέλευσις τὴν ἀμνηστείαν διὰ τὰ ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως καὶ ἐντεῦθεν διαπραχθέντα ἐγκλήματα.
§61ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν.). Κύριοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ ἔντιμος προλαλήσας δὲν ἔδωκε πολλὴν προσοχὴν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ ὑποβαλλομένου ψηφίσματος καὶ εἰς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἤδη παρεδέχθη ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις. Προχθὲς ἀπεφασίσατε νὰ δεχθῶμεν ὡς βάσιν τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον προτείνουν τὴν τροπολογίαν, καὶ ὅταν ἀπεφασίσατε τοῦτο, σκοπὸν ἔχετε ἢ σκοπὸν ἔχομεν ὅλοι νὰ ἀποφύγωμεν τὰς λεπτομερείας, νὰ ἀφεθῶμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, ὡς εἰς πρᾶγμα γνωστόν, διὰ νὰ μὴ ἔλθωμεν σήμερον εἰς συζήτησιν τῶν κατὰ μέρος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ καταβληθῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος· ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος θὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν ἀρχήν, περὶ τῆς ὁποίας ἐλάλησεν ὁ φίλος μου Κ. Σαράβας· τώρα μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι πολὺ πρόωρον, ὅτι εἰς τὸ μικρὸν διάστημα τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θὰ ἰσχύῃ τὸ ψήφισμα αὐτό, περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ταράττουν τὸν νοῦν τοῦ προλαλήσαντος, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑφίστανται, εἶναι ἀδύνατον νὰ νομίζητε, ὅτι ἡ Βασιλεία μόλις ἀρξαμένη θὰ προστρέξῃ εἰς τὴν ἀπομίμησιν τῆς πεπτωκυίας Βασιλείας, εἶναι ἀδύνατον νὰ προστρέξῃ εἰς τοιαύτην ἀπομίμησιν. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι καὶ κατ’ οὐσίαν ἐὰν ἐξετάσητε τὸ ψήφισμα, εἶναι ἐλαχίστης σπουδαιότητος, σᾶς λέγω, ὅτι, ἴσως λανθάνεται ἡ μνήμη μου, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει παράδειγμα νὰ δοθῇ ἀμνηστεία εἰς ἄλλους παρὰ εἰς πολιτικοὺς (θόρυβος). Ἔτυχε, Κύριοι, νὰ εὑρεθῶ εἰς μίαν ἔκτακτον περίστασιν κατὰ τὰ 1854, καὶ ἐγὼ ὑπέβαλον τότε τὸ διάταγμα τῆς ἀμνηστείας, τὸ ὁποῖον ἦτο γενικὸν διάταγμα, καὶ τὸ ὁποῖον εἶχεν αἰτίαν πολιτικὴν, δὲν εἶχεν τὰ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα. Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη μίαν ἐξαίρεσιν ἀμνηστείας, καὶ πάλιν λόγῳ πολιτικῶν ἐγκλημάτων π. χ. τῶν...., ὅταν ἔγεινεν ἡ ἀμνηστεία εἰς τὴν στάσιν τῆς Εὐβοίας παρελείφθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ἄλλα διατάγματα ἀμνηστείας ἐγκλημάτων εἶναι πολιτικά· μοὶ φαίνεται, ὅτι πολλὰ ὀλίγοι θὰ ἀναφέρουν παραδείγματα· χάριτος πάμπολλα (θόρυβος). Ὁ Κ. Σαράβας, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε τὸ πρᾶγμα πρὶν ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα, λέγει ὁ ἴδιος, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἄλλα παρὰ τὰ διατάγματα τῆς ἀμνηστείας, τὰ ὁποῖα ἔγειναν εἰς τὴν Φεβρουαρινὴν ἐπανάστασιν καὶ τοῦ 1847 (θόρυβος). Λοιπὸν ἐν συνόψει λέγω, ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ ὑπάρχουν τῳόντι τοιαῦτα παραδείγματα εἰς διάστημα 25–26 ἐτῶν, καὶ μάλιστα ἴσως προγενέστερα τοῦ συντάγματος πολλά· διότι εὑρέθη εἰς ἀδυναμίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ συλλάβῃ κακούργους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἐνοχλήσουν πολὺ τὴν κοινωνίαν, εἰς τρόπον, ὥστε διὰ νὰ εὑρεθῇ ἕνας τρόπος ἀπαλλαγῆς, προσέτρεξεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀμνηστείαν. Λέγω ὅτι αὐτὰ εἶναι πολὺ σπάνια, ὥστε δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ μικρὸν διάστημα, ἀπὸ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, θὰ συγκεντρωθοῦν ὅλαι αὐταὶ αἱ περιστάσεις. Προτείνω λοιπὸν νὰ τὸ ἀναβάλλωμεν μέχρις ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος.
§62ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι! Ἐννοεῖται, ὅτι κατόπιν τοῦ Κυρίου Σαράβα καὶ τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ, ἐὰν λάβω ἐγὼ τὸν λόγον, αἰσθάνομαι, ὅτι θὰ ἦμαι πολὺ ἀδύνατος, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ λαλήσῃ ἡ καρδία μου δὲν δειλιῶ, δηλ. συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Σαράβα, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ὅλοι κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, ὅτι ὅλοι οἱ κακοῦργοι ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρὸν ἀμνηστεύθησαν. Ἐάν, ὦ μὴ γένοιτο! Κύριοι πληρεξούσιοι, μετὰ δύω ἔτη ἀποθάνῃ ὁ Βασιλεύς, τί θὰ γείνωμεν; θὰ εἴμεθα εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κακούργων. Νὰ ἀναβληθῇ λέγει ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, νὰ μὴ ἀναβληθῇ λέγω ἐγώ, διότι ἐὰν ὁ Βασιλεὺς μετὰ ἕνα μῆνα δώσῃ ἀμνηστείαν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους εἴμεθα χαμένοι. Παραδέχομαι λοιπὸν τὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Σαράβα μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην. Νὰ προστεθῇ ῥητῶς, ὅτι ἀμνηστεύονται τὰ καθαρῶς πολιτικὰ ἐγκλήματα, ἡ δὲ ἐκτίμησις αὐτῶν ἀφίνεται εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἔδιδον πάντοτε ἐγγυήσεις πρὸς τὸν λαόν.
§63ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, συμφωνῶ πρῶτον πληρέστατα μὲ τὸν Κύριον Καλλιγᾶν, ὅτι ἡ προκειμένη περίστασις δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος διὰ νὰ προβῶμεν εἰς ἀκριβεστέραν ἐξέτασιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς γενικῆς ἀναφορᾶς εἰς τὸ Σύνταγμα ἐπεδώκαμεν εἰς τὸν Βασιλέα· ἐπειδὴ ὅμως ἅπαξ ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦτο, νομίζω χρέος μου νὰ εἴπω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς· ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σαράβα καὶ θεωρητικῶς εἶναι ἐσφαλμένη, καὶ ἡ παραδοχὴ αὐτῆς εἰς τὰς προκειμένας περιστάσεις θὰ ἐμβάλῃ τὸ ἔθνος εἰς μυρίους κινδύνους καὶ εἰς μυρία ἐγκλήματα πολὺ μεγαλείτερα, ἀσυγκρίτως μεγαλείτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ προλάβουν διὰ τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως ταύτης. Ὑπάρχουν, Κύριοι, περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας ἀπαιτεῖ νὰ ἔχῃ ἡ ἀνωτέρα ἐξουσία τὸ δικαίωμα νὰ καλύπτῃ διὰ τῆς σιωπῆς τὰ ἐγκλήματα καὶ νὰ παραλύῃ τοιουτοτρόπως τὴν ἐνέργειαν τῆς δημοσίας ἀγωγῆς. Αἱ περιστάσεις αὗται, Κύριοι, πραγματικῶς ὑπάρχουν, ὅταν πρόκειται περὶ ἐγκλημάτων πολιτικῶν· πολλάκις ὅμως αἱ περιστάσεις αὗται ὑπάρχουν καὶ ὅταν ἀκόμη πρόκειται περὶ ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων· τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἀνέφερεν, εἶναι ἀρκοῦσα ἀπόδειξις καὶ τρανωτάτη τῶν λόγων μου· Εἰς τὰ 1854 ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη, ἡ μεγίστη ἀνάγκη, μετὰ τῆς ὁποίας συνεδέετο καὶ αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τῆς ἐπικρατείας, νὰ παραλύσῃ τὸν ἀγῶνα τοῦ 54 νὰ ἐπανέλθουν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος οἱ ἐξελθόντες ἀπὸ τὰ ὅρια αὐτῆς. Διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο, ἦτο ἀνάγκη, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων ὑπήγοντο εἰς ποινικὰς καταδιώξεις νὰ ἀμνηστευθοῦν· ἡ ἀμνηστεία αὐτὴ δὲν εἶναι πολιτικῶν ἐγκλημάτων ἀμνηστεία, εἶναι ἀμνηστεία καθαρῶς ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων, καὶ ἐν τούτοις ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ ἐξουσία νὰ τὴν δώσῃ, καὶ ἡ χρῆσις τοῦ δικαίου εὑρέθη ἐπωφελὴς (θόρυβος) Τέλος πάντων δὲν ἐπιθυμῶ νὰ πολυλογῶ· φαντάζεσθε, ὅτι ὑπάρχουν πολλαὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἀνάγκη αὕτη ὑπάρχει, καὶ διὰ νὰ μὴν ὁμιλῶ περὶ παρελθόντων πραγμάτων, ἀλλὰ περὶ μελλόντων, σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, καὶ εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, νὰ ἔχῃ ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων· καὶ ἐξηγοῦμαι ἀμέσως. Κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τὴν ἔνδοξον τοῦ 8βρίου ἀπελύθησαν ἀπὸ τὰς φυλακὰς τοῦ Μεσολογγίου, τῶν Πατρῶν, τοῦ Ναυπλίου, τῆς Τριπόλεως καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους χίλιοι κατηγορούμενοι, τοὺς ἀπέλυσεν ὁ λαός, διάταγμα ἀμνηστείας δὲν ἐξεδόθη κᾀνὲν (θόρυβος). Ἐπιθυμεῖτε λοιπόν, Κύριοι, τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ τοὺς ὑποβάλλωμεν πάλιν ὑπὸ κατηγορίαν; δὲν δύναται τοῦτο νὰ γείνῃ, διότι τοὺς ἀπεφυλάκισεν ὁ λαός, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐπανάστασιν καὶ διὰ τῆς μεταγενεστέρας διαγωγῆς των ἐφάνησαν ἄξιοι τῆς ἀμνηστείας· ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, προχθὲς ἀκόμη εἰς τὴν Κυπαρισσίαν 2000 χωρικοὶ εἰσῆλθον ὡς ἄγριοι πραγματικῶς, ἐπέπεσον ἐπὶ τῶν ἀθώων πολιτῶν, ἀφήρπασαν περιουσίας, ἔπραξαν βιασμοὺς, τὰ μύρια ἔπραξαν· νομίζετε, ὅτι αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα εἶναι πολιτικά; πλανᾶσθε ἂν τὰ νομίζητε· εἶναι ἐκγλήματα καθαρῶς ἰδιωτικά· νομίζετε λοιπόν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ καταδίωξις καὶ κατὰ τῶν 2000 αὐτῶν πολιτῶν; ἀπατᾶσθε. Ἐὰν καταδιωχθοῦν, θὰ καταδιωχθοῦν μόνον 4, 5, 20, εἶναι ἀδύνατον νὰ καταδιωχθῇ ὅλος ὁ κόσμος, καὶ ὅ,τι συνέβη εἰς τὴν Κυπαρισσίαν, συνέβη εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας. Κοινότητες ἦλθον εἰς σύγκρουσιν μεταξύ των, ἐφόνευσαν καὶ ἐφονεύθησαν· ἐὰν ἀφαιρέσητε λοιπὸν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν Βασιλέα, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αἱ φυλακαὶ θὰ γεμίσουν ἀπὸ πολίτας. (Θόρυβος) Ὅταν ᾖναι τόσοι πολλοὶ καταδιωκόμενοι, φοβηθῆτε μὴ τραπῶσιν εἰς ἄλλον βίον, καὶ δὲν ἔμβουν εἰς τὰς φυλακάς, ἀλλὰ μεταβοῦν εἰς τὰ ὄρη. Λέγω λοιπόν, καὶ ἐπιστημονικῶς ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας πρέπει νὰ μείνῃ ἀπεριόριστον· ἀπόκειται εἰς τὸν Βασιλέα νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν φύσιν τῶν ἐγκλημάτων καὶ τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐξετελέσθησαν, καὶ νὰ σκεφθῇ ἂν πρέπῃ νὰ δώσῃ ἀμνηστείαν ἢ ὄχι.
§64ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι, βεβαίως ἀφ’ ὅσα εἶπεν ὁ Κ. Σαράβα καὶ οἱ προλαλήσαντες ἐγὼ δὲν θὰ συντελέσω εἰς τὸ νὰ σχηματίσητε πεποίθησιν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως αὐτῆς· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠμπορῶ νὰ συντελέσῃ εἰς τοῦτο, εἶναι τὸ νὰ ἐνθυμηθῶμεν ὅλοι τὴν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, ἥτις ἐγένετο κατὰ διαφόρους περιστάσεις· ἡ παρελθοῦσα ἐξουσία, καθὼς εἶπε καὶ ὁ Κύριος Σαράβας, κατὰ πᾶσαν περίστασιν, καθ’ ἣν ἐγένετο διαμαρτύρησίς τις ἔνοπλος, ἡ πρώτη της προσοχὴ ἦτο νὰ ῥιφθῇ εἰς τὰς ἀγκάλας των κακούργων καὶ διὰ τῆς συνδρομῆς αὐτῶν νὰ καταβάλῃ πᾶσαν ἀντίστασιν· ὁ Κύριος Καλλιγᾶς εἶπεν, ὅτι ἐλησμόνησεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἐλησμόνησεν ὅτι εἰς τὰ 1846 ἐδόθη ἀμνηστεία, εἰς τὰ 1848 ὡσαύτω καὶ εἰς τὰ 1854 ἐπίσης. Ἓν πρᾶγμα ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, τὸ ὁποῖον μένει ἀνεξάλειπτον εἰς τὴν μνήμην μου, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρεξηγηθῶ, τὸ φέρω δὲ διὰ νὰ συλλογισθῆτε τὰς συνεπείας τῆς μὴ παραδοχῆς αὐτῆς τῆς προτάσεως. Ἡ παρελθοῦσα ἐξουσία, θέλουσα νὰ ἀμνηστεύσῃ ἕνα μόνον ἄλλοτε, ἐνθυμεῖσθε, ἔδωσεν ἀμνηστείαν καὶ ἀμνηστεύθησαν 1000 περίπου κακοῦργοι, ἐνθυμεῖσθε δὲ εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Φεβρουαρίου, τί ἐκ προοιμίων εἶπεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς κακούργους, «ἔλθετε κακοῦργοι, ὑποστηρίξατέ με λῃσταὶ, ὑποστηρίξατέ με δολοφόνοι, καὶ ἐκ προοιμίων σᾶς ὑπόσχομαι τὴν ἀμνηστείαν»· καὶ νομίζετε, δοθείσης τῆς ἀμνηστείας, θὰ περιορισθῇ τὸ πλεονέκτημα αὐτὸ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον τὴν Κυβέρνησιν τότε; ὄχι. Καταχρηστικαὶ πλαστογραφίαι καὶ ψευδεῖς ἀποδείξεις ἐδόθησαν εἰς λῃστὰς, μακρὰν τῆς Ἑλλάδος εὑρισκομένους, καὶ ὅμως οἱ τοιοῦτοι ἐπανῆλθον εἰς τοὺς κόλπους τῆς κοινωνίας. Φοβεῖται ὁ Κ. Κωνσταντόπουλος, ὅτι ἡ κοινωνία ἠμπορεῖ νὰ διακινδυνεύσῃ, ἐὰν φυλακισθῶσι τόσοι κακοῦργοι· ἐγὼ ἀκούσας τοιαύτην ἰδέαν παρεξενεύθην καὶ ἐσυλλογίσθην, ἂν εὑρισκόμεθα εἰς κοινωνίαν πεπολιτισμένην πεφωτισμένην καὶ ἠθικὴν ἢ τὸ ἐναντίον· ἡ κοινωνία δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ 1000 ἢ 2000 κακούργους· ἡ κοινωνία δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ θυσιάσῃ τὰ συμφέροντά της καὶ νὰ δεχθῇ τοὺς κακούργους εἰς τὰς ἀγκάλας της. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς τὰ 1854 εὑρέθη ἠναγκασμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ἀμνηστείαν διὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα· ἐνθυμεῖσθε τὰς συνεπείας καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀμνηστείας αὐτῆς; ἡ Κυβέρνησις τότε ἔδωσεν ἀμνηστείαν εἰς τοὺς ἐγκληματίας διὰ νὰ ἐπανέλθουν, νὰ ἡσυχάσουν· τί δὲ ἔπραξαν; αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὠφελήθησαν τῆς ἀμνηστείας, ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον, καὶ πολλὰ ἔτη ἕνεκεν τῆς λῃστείας μᾶς ἐξύβρισεν ἐξωτερικῶς καὶ μᾶς ἐστιγμάτισεν· ἡ ἀπονομὴ τῆς ἀμνηστείας ἀνέπτυξε τὴν λῃστείαν, ἐδῄωσε τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, ὡς γνωρίζετε· ἀλλὰ ποῦ ἀφίνετε μίαν πονηρὰν διδασκαλίαν, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη σπουδαίως καὶ ζωηρῶς εἰς τὰς ἐπαρχίας μετὰ τὴν Ὀκτωβριανὴν μεταβολήν; Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας παντοῦ ὑπάρχουν ἄνθρωποι διαδίδοντες τὴν ἀτιμωρησίαν, ὑπηρετοῦντες βεβαίως ἰδίους σκοπούς; Ἐν τούτοις ἡ ἀτιμωρησία ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἀκόμη, ἡ ἀτιμωρησία ἐπολλαπλασίασε τὰ ἐγκλήματα, ἐγέννησε τὰ κακουργήματα καὶ ἐξακολουθεῖ· καὶ νομίζετε, ὅτι ἐὰν δώσητε ἀμνηστείαν εἰς δολοφόνους, εἰς λῃστὰς, θὰ ἡσυχάσῃ ἡ κοινωνία καὶ μετὰ τὴν τελείαν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως; ἐξ ἐναντίας εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅπως εἶπεν ὁ Κ. Σαράβας· ἡ συχνὴ χρῆσις τῆς ἀμνηστείας ἀνεῤῥίπισε τὴν τάσιν τῶν ἐγκλημάτων, ἑπομένως ὁ συγγενὴς τοῦ δολοφονηθέντος αὔριον θὰ ἴδῃ ἀμνηστευθέντα τὸν δολοφόνον ἐπανερχόμενον εἰς τὸ χωρίον του· θὰ τὸν ἀνεχθῇ; Θὰ ἔχετε ἀντὶ 100, 200, 500 φόνων μυριάδας, θὰ ἔχετε πολλαπλάσιον ἀριθμὸν ἐγκλημάτων. Ὁ Ἕλλην εἶναι ζωηρός· ὅσον ζωηρὸς ὅμως εἶναι, τόσον πειθήνιος εἶναι· ὅταν ἴδῃ τὴν δικαιοσύνην ἀπονεμομένην, εἶναι τῳόντι ἀρνίον· ὅταν ὅμως ἴδῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν χαριζομένην ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς, εἶναι ἀδάμαστον θηρίον. Λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς ὀλίγους λόγους εἶχον νὰ εἴπω, εἶναι καὶ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, καὶ τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ἀποφεύγων πᾶσαν παρεξήγησιν. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι διετηρήθη ἐν γένει τάξις εἰς ὅλον τὸ διάστημα τῆς μεσοβασιλείας, ἀλλ’ ἐν μέρει δὲν διετηρήθη· ἐγκλήματα ἰδιωτικὰ ἔλαβον χώραν, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν αὐστηρότατα· ὅπως, ἄν ποτε τὸ ἔθνος εὑρεθῇ εἰς ὁμοίαν θέσιν εἰς ἣν εὑρέθη ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου, νὰ μὴ ἔχῃ ἡ κοινωνία νὰ φοβηθῇ λῃστείας διαρπαγὰς καὶ φόνους. Πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κακοῦργος, ὅτι, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ὁ τύπος τῆς ἐξουσίας, αὐτὸς θὰ τιμωρηθῇ. Τιμωρήσατε λοιπὸν αὐτοὺς, καὶ δώσατε τὴν ἀμνηστείαν εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα. Λοιπὸν ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαράβα.
§65ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἀποκρούω, Κύριοι, τὸν περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας καὶ τὸν ἀποκρούω, Κύριοι, διότι νομίζω ὅτι τοιοῦτος περιορισμὸς ἐλαττώνει τὰς ἐνεργείας ἐκείνας, τὰς ὁποίας δικαιούμεθα νὰ ἀπαιτῶμεν παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας ἔχει σκοπὸν διάφορον, ἐν τούτοις, Κύριοι, εἰς τὴν αὐτὴν πηγὴν ἀνάγονται, τὴν αὐτὴν εὐρύτητα πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ ἐνάσκησις αὐτῶν· ὅταν δὲ περιορίζωμεν τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος, φρονῶ ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ περιορίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας παρ’ ἐντὸς τῶν περιορισμῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιστήμη παραδέχεται. Ἐννοῶ ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος ἀπονέμεται εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ἐνῷ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας ἀπονέμεται εἰς πράξεις, ἀλλὰ καὶ αὕτη δὲν δύναται νὰ δεχθῇ κανένα περιορισμόν· παραδεχόμενοι περιορισμοὺς ἐλαττόνομεν τὰς περιπτώσεις καὶ τοὺς λόγους τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης· διὰ τὴν ἐνάσκησιν ὅλων τῶν βασιλικῶν προνομίων καὶ δικαιωμάτων εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ὑπουργοί· διὰ νὰ ἔχωμεν αὐτοὺς ὑπ’ εὐθύνην πρέπει ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἐκ μέρους αὐτῶν ἐνάσκησιν τῶν Βασιλικῶν προνομίων ὅλην τὴν εὐρύτητα, τὴν ὁποίαν ἡ φύσις τοῦ πράγματος ἐπιδέχεται.
§66ΣΑΡΑΒΑΣ. Γνωρίζετε, ἐὰν ὑπάρχει παράδειγμα εἰς ἕτερα Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα χορηγεῖται ἀμνηστεία εἰς τὰ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα;
§67ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ ἔντιμος φίλος μου Κύριος Σαράβας νὰ μοὶ ἀποτείνῃ τὴν ἐρώτησιν ταύτην, ἐὰν γνωρίζω κανὲν Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἀμνηστεία δι’ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα. Ἀλλὰ, Κύριοι, φρονῶ ὅτι ἡ προλαβοῦσα κατάστασις τῶν πραγμάτων δὲν θὰ φέρῃ δυσπιστίαν πρὸς τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ἐνίδρυσεν. Ἴσα ἴσα, Κύριοι, καὶ ἄνευ τῶν περιορισμῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θέλει ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Κ. Σαράβας ἠθέλησε νὰ γράψῃ εἰς τὸ ψήφισμά του, πάλιν, Κύριοι, κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῆς ἐπιστήμης, τοῦ ὀρθοῦ πολιτικοῦ λόγου, πάλιν ἡ ἐξουσία ἐκείνη, ἥτις ἀπεπειρᾶτο νὰ δώσῃ ἀμνηστείας διέκειτο ὑπὸ εὐθύνην, καὶ ἂν μία ἐξουσία ἤθελε μεταχειρισθῆ ἐν τῷ μεγέθει τῆς δυνάμεώς της νὰ ἀπονείμῃ ἀμνηστείαν, δὲν δύναται ἡ εὐθύνη αὐτῆς νὰ μεγαλοποιηθῇ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τὸν ὁποῖον ἤθελον γράψει εἰς τὸ ψήφισμα.
§68ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν εὐχαριστήσατε τὴν περιέργειάν μου.
§69ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας εἰς τὰ πολιτικὰ μόνον ἐγκλήματα, καθόσον ὁ περιορισμὸς οὗτος ἤθελεν ἀποβῆ λίαν ἐπιζήμιος εἰς τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὅλοι θέλομεν ἰσχύουσαν· εἶναι καὶ κατηγορίαι τινὲς ἐγκλημάτων, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἀνέφερεν ὁ Κύριος Κωνσταντόπουλος, τὰς ὁποίας ὅμως, Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, οὔτε θέλω δώσει ποτὲ ἀφορμὴν γενικῆς ἀμνηστείας, καθ’ ὅσον ἡ ἔκδοσις ἀμνηστείας ἐπὶ ἰδιωτικῶν κακουργημάτων, ἤθελεν εἶσθαι μία ὁμολογία, περὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ λειτουργήσῃ τὴν κυριωτέραν, τὴν πλέον περισπούδαστον ἐκ τῶν λειτουργιῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα ταῖς ἀνέθετε τοῦ νὰ καταστήσωσι σεβαστοὺς τοὺς νόμους, οὐχ ἧττον ὅμως φρονῶ ὅτι τὰ ὅρια αὐτὰ εἶναι διαγεγραμμένα ὑπὸ τῆς φύσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας, καὶ πᾶς περιορισμὸς, τὸν ὁποῖον ἠθέλετε θέσει, δὲν ἤθελεν ἔχει ἢ ἐπιζημίους συνεπείας, τόσον ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ χαρακτῆρος τῶν πράξεων ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, διὰ λόγους οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον στηρίζεσθαι ἢ εἰς τὴν ἀδυναμίαν τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἤθελε στηρίζεσθαι εἰς λόγους ἐπιεικείας πρὸς κατηγορίαν τινῶν κακουργημάτων, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, δὲν συνοδεύονται μὲ τὰ στίγματα, τὰ ὁποῖα συνοδεύουσι τὰ λοιπὰ κακουργήματα, καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τότε δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας. Ἀλλὰ αἱ περιπτώσεις τῶν κακουργημάτων εἶνε τόσον ποικίλαι, ὥστε πρέπει ν’ ἀφήσωμεν αὐτὰς εἰς τὸν ὁρισμὸν τῆς ἐπιστήμης, εἰς τὴν διάκρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τῆς ὁποίας ἡ εὐθύνη ἤθελεν εἶσθαι πλήρης, ἐὰν ἤθελεν παραβῇ τὰς ἀρχὰς τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ τῆς ὑγιοῦς πολιτικῆς. Περιορίζοντες τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμνηστείας, φρονῶ ὅτι θέτομεν τοὺς ὑπουργοὺς εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἐπιζητῶσιν τὴν σύμπραξιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ νὰ κάμνωσιν, ὥστε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸν κύκλον τῆς εὐθύνης, ἵνα μᾶλλον αὐτοὶ γείνωσιν ἀνεύθυνοι συμπαρασύροντες τὴν νοθετικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν κύρωσιν τῶν προτάσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐξέρχεσθαι τῆς σφαίρας τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων.
§70ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ δύω λέξεις. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Σαράβα. Ἐννοῶ, ὅτι διὰ τοῦ Συντάγματος δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ ἀμνηστείας, μολονότι συνετάχθη ἤδη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τὸ περὶ τούτου ἄρθρον καὶ δὲν ἔγεινε διόρθωσις, οὔτε πιστεύω ὅτι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ γείνῃ πλήρης ἑρμηνεία περὶ ἀμνηστείας. Καὶ εἶνε εὐτυχὲς, ὅτι παρουσιάσθη αὕτη ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν θέλει δοθῇ ἐξήγησίς τις, διότι ἐνδεχόμενον ἡ Συνέλευσις, φωτιζομένη ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης, νὰ δώσῃ τοιαύτην λύσιν εἰς τὸ σημερινὸν ζήτημα, ὥστε νὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον, δηλαδὴ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἀνεξαρτήτως τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Σαράβα, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν πάντες καὶ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὴν γενικὴν διάκρισιν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ χάριτος καὶ ἀμνηστείας. Ἐν ὀλίγοις, Κύριοι, ἡ χάρις δίδεται παρὰ τοῦ Βασιλέως εἰς κατάδικον ὡρισμένον, τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα, καὶ δίδεται καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποινὴν μόνον, χωρὶς νὰ ἀπαλλάττῃ τὸν κατάδικον καὶ ἀπὸ τὰς συνεπείας τῆς ποινῆς π. χ. ἀπὸ τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἐν τούτοις ἐπὶ τῶν παρελθουσῶν Κυβερνήσεων πόσοι κακοῦργοι, κατορθώσαντες νὰ λάβωσιν χάριν, δὲν ἀπηλλάχθησαν κατόπιν καὶ τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων; Βλέπετε, Κύριοι, πλαστογράφους καὶ ἐπιόρκους προερχομένους ὡς μάρτυρας εἰς τὰ δικαστήρια εἰς πράξεις διαθηκῶν κτλ., διότι ἐδόθη εἰς αὐτοὺς ἀπαλλαγὴ τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, τὴν ὁποίαν ἀπαλλαγὴν δὲν συνεπάγεται κατὰ θεωρίαν ἡ χάρις, ἀλλὰ τὴν ἀποφασίζουν τὰ δικαστήρια διὰ τῆς περὶ ἀποκαταστάσεως διαδικασίας· ἀλλὰ καὶ ταύτην ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις οἰκειοποιήθη, στηριχθεῖσα εἰς τὴν ἀντιφατικὴν νομολογίαν τῆς Γαλλίας. Ἡ ἀμνηστεία, Κύριοι, εἶναι ὅλως διόλου διαφορετικὴ καὶ σπουδαιοτέρα διὰ τὰς συνεπείας της ἀπὸ τὴν χάριν, διότι πρῶτον χορηγεῖται οὐχὶ εἰς πρόσωπα, ἀλλ’ εἰς γεγονότα, καὶ ἐπειδὴ χορηγεῖται εἰς γεγονότα δύναται νὰ περιλαμβάνῃ ἄπειρα πρόσωπα· δεύτερον ἡ ἀμνηστεία καθιστᾷ τὸν ἀμνηστευόμενον εἰς τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχε καὶ πρότερον καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις, καὶ ἐπειδὴ ἐφαρμόζεται εἰς ἄπειρα πρόσωπα, δηλαδὴ εἰς ὅλα ὅσα ἔλαβον μέρος εἰς τὸ γεγονὸς, εἶναι δεινότατον δικαίωμα, διότι διὰ τοῦ δικαιώματος τούτου ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν ποινικῶν νόμων ἐπὶ πολλῶν ἀνθρώπων ἢ καὶ κοινοτήτων ὁλοκλήρων, ἢ καὶ ἐπαρχιῶν. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τὸ μέγα τοῦτο δικαίωμα τὰ συνταγματικὰ καὶ φιλελεύθερα ἔθνη τὸ ἐχορήγησαν πάντοτε καὶ ἀνεξετάστως εἰς τοὺς βασιλεῖς; Ὄχι· μετὰ πολλῆς φειδοῦς καὶ περιωρισμένως ἐχορηγήθη εἴς τινας πολιτείας εἰς τὸν βασιλέα, διότι ποῦ μὲν οὐδόλως χορηγεῖται, ἀλλαχοῦ δὲ, ὡς καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, χορηγεῖται ἵνα ἐξασκῆται τῇ συνυπογραφῇ ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου. Βλέπετε, Κύριοι, τὴν διαφορὰν μεταξὺ ἀμνηστείας καὶ χάριτος; Τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἀμνηστείας εἶνε ἐκ τῶν τρομερωτέρων ἐλατηρίων, διὰ τῶν ὁποίων οἱ ὑπουργοὶ δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἴδια ἐλαττώματα ἢ συμφέροντα. Ἐξῆλθε π. χ. λῃστὴς μετὰ 5–10 ἄλλων· ὁ ὑπουργὸς δὲν φροντίζει νὰ τὸν συλλάβῃ ἢ νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ ἀνήκει· τί δὲ προχειρότερον εἰς τὸν ὑπουργὸν, παρὰ νὰ τοῦ δώσῃ ἀμνηστείαν καὶ νὰ τὸν βλέπωμεν περιφερόμενον καὶ γαυριῶντα διὰ τὰ λάφυρα καὶ τὴν χρυσῆν στολήν του εἰς Ἀθήνας; Χορηγοῦντες, Κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας γενικὸν ἐπὶ παντὸς ἐγκλήματος καὶ ἐπὶ ὡρισμένων προσώπων, ὑποθάλπομεν τὴν ἀμέλειαν καὶ ἀνικανότητα τῶν ὑπουργῶν. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις δίδῃ συνεχῶς καὶ εἰς ὡρισμένα πρόσωπα τὴν ἀμνηστείαν, ἠξεύρετε, Κύριοι, τί συμβαίνει; Ἐξασθενίζεται τὸ πρὸς τοὺς νόμους σέβας καὶ θρασύνεται ἡ κακοήθεια· ἄνευ δὲ τῆς αὐστηρᾶς περιστολῆς τῶν ἐγκλημάτων δὲν ἐλπίζεται παγίωσις τῆς τάξεως· τὴν δὲ παράνομον ἐξήγησιν καὶ ἐφαρμογὴν παρ’ ἡμῖν τοῦ βασιλικοῦ δικαιώματος περὶ ἀμνηστείας, τὴν ἐλάβομεν ἐκ τῆς Γαλλίας· ἡ Γαλλικὴ νομολογία εἶναι ὁπλοθήκη, ἐξ ἧς δύναταί τις νὰ ἐξάξῃ καὶ ὑπὲρ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς ἐλευθερίας ὅπλα. Ἡ νομολογία καὶ οὐχὶ τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος ἀπέδωκεν εἰς τὸν βασιλέα τῆς Γαλλίας τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας! Ἡ παρελθοῦσα βασιλικὴ κυβέρνησίς μας εἰς πολλὰς περιστάσεις ἀμνήστευσεν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἤθελεν, ἄλλους δὲ κατεδίωξε, τὸ αὐτὸ δὲ δύναται νὰ συμβῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἂν ἀφίσωμεν ἀκανόνιστον τὸ βασιλικὸν τοῦτο δικαίωμα· διότι ἄνθρωποι μὲ πάθη καὶ ἐμπαθείας θὰ ἦναι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ περιστοιχίσουν τὴν νέαν βασιλείαν. Ἀφίνοντες τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀκανόνιστον καὶ στηριζόμενον εἰς τὰ κακὰ παραδείγματα τοῦ παρελθόντος, θὰ γενήσωμεν δυσκολίας εἰς τὸν Βασιλέα, ὃν θὰ παρενοχλοῦν ὑπουργοὶ καὶ κομματάρχαι νὰ δίδῃ μερικὰς καὶ ὀνομαστὶ ἀμνηστείας. Ἀλλὰ κατόπιν, δηλαδὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν γενικώτερον περὶ τοῦ ἐμβριθοῦς τούτου ἀντικειμένου, ἤδη φρονῶ ὅτι εἶναι ἀναγκαιότατον νὰ περιορισθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ ἀμνηστεία εἰς μόνα τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δι’ ὅσους λόγους ἐννοεῖτε καὶ χωρὶς νὰ τοὺς εἴπω.
§71ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§72ΣΑΡΑΒΑΣ. Μίαν ἐξήγησιν θέλω σᾶς δώσει. Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν, καὶ τοῦτο τὸ λέγω ἀπαντῶν εἰς τὸν Κύριον Κωνσταντόπουλον, δὲν ἐννοῶ νὰ συμπεριλάβω τὰ ἐγκλήματα τὰ πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως, αὐτὰ τὰ ἀμνήστευσεν ἡ ἐπανάστασις πράγματι.
§73ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται ὅτι ἐφωτίσθησαν παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Ἐνοεῖται Κύριοι, ὅτι τώρα δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὡς παρεμπίπτον ζήτημα τὸ τῆς ἀναβολῆς· ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ Κ. Καλλιγᾶς....
§75ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εἰπῶ λοιπὸν νὰ σηκωθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραδέχονται τὴν τροπολογίαν· αὕτη εἶναι «Ἀμνηστεία δὲν ἀπονέμεται εἰμὴ εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα».
§77ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ προστεθῇ τὸ «καθαρῶς πολιτικά».
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὴν τροπολογίαν αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς προτείνει εἰς τὸ ἄρθρον μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι τυπική· εἰς τὸ μέρος ὅπου τὸ ἄρθρον διαλαμβάνει, καθόσον οὗτοι οἱ ὁρισμοὶ τοῦ Συντάγματος δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ ψήφισμα τοῦ ἔθνους τῆς 10 8βρίου τοῦ 1862 καὶ εἰς τὸ παρὸν ψήφισμα «νὰ προστεθῇ καθόσον ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ ψήφισμα τοῦ ἔθνους τῆς 10 8βρίου τοῦ 1862, τὸ τῆς 7 8βρίου 1863 τῆς Συνελεύσεως, ὡς καὶ εἰς τὸ παρόν».
§79ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα, μάλιστα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον τὸ ἑξῆς· «Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νομοθετημάτων τῆς Συνελεύσεως, πλὴν τοῦ Συντάγματος. Τὸ δὲ δικαίωμα τῆς προτάσεως αὐτῶν ἀνήκει εἰς τοὺς Πληρεξουσίους τοῦ Ἔθνους»· εἰς τὸ πρῶτον μέρος ἔχει τὴν τροπολογίαν ὁ Κ. Ῥοντήρης ἐκεῖ ὅπου λέγει· «τῆς κυρώσεως τῶν νομοθετημάτων», θέλει νὰ γραφῇ τὸ «τῆς κυρώσεως τῶν μετὰ τὴν ὁρκοδοσίαν νομοθετημάτων».
§81ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Αὐτὸ ἐννοεῖται.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καὶ ἑτέραν τροπολογίαν τὴν ἑξῆς. Τὸ κείμενον λέγει, πλὴν «τοῦ Συντάγματος». Ὁ Κ. Ῥοντήρης ἀφαιρεῖ αὐτὴν τὴν λέξιν, καὶ εἰς τὸ τέλος προσθέτει τὰς λέξεις» ἐξαιρεῖται τῆς κυρώσεως τὸ Σύνταγμα καὶ ἐκεῖνοι οἱ νόμοι, οὓς ἡ Συνέλευσις κηρύξει ἀπαραιτήτους διὰ τὴν ἄμεσον ἐκτέλεσιν τοῦ Συντάγματος.» Ἑτέραν τροπολογίαν ἔχει ὁ Κ. Κωνσταντόπουλος, ἥτις ἀνεγνώσθη ἤδη.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέραν τροπολογίαν ἔχει ὁ Κ. Δόσιος· εἰς τὸ μέρος ἔνθα λέγει «τὸ τῆς προτάσεως αὐτῶν ἀνήκει εἰς τοὺς πληρεξουσίους τοῦ ἔθνους» προσθέτει· «Οὐδεμία ὅμως πρότασις ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ κράτους πρὸς ὄφελος προσώπων πηγάζει ἐκ τῆς Συνελεύσεως ἀλλ’ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως».
§84Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁσάκις πληρεξούσιος ὑποβάλλει πρότασιν καὶ ἡ πρότασις αὕτη ὑποστηρίζεται καὶ παρ’ ἄλλου τινὸς πληρεξουσίου, παρὰ δύο, ἐρωτᾶται ἡ Συνέλευσις, ἂν τὴν πρότασιν περὶ τῆς νέας συζητήσεως ἐπὶ τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἅπτεται......
§85ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ κύριον, εἶναι ἄλλο· δὲν ἐνοήσατε, ὡς φαίνεται, Κ. Πετιμεζᾶ.
§86ΤΙΝΕΣ. Χωρὶς νὰ ἀναπτύξῃ τὴν πρότασίν του ὁ Κ. Κωνσταντόπουλος, δὲν ἠμπορεῖ ἡ Συνέλευσις νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ.
§87ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὴν ὑποστηρίζω ἐγώ, Κ. Πρόεδρε.
§88Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ ἐγώ.
§89ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χαρὰν βεβαίως συναισθανόμεθα πάντες, ὅταν, ἀποφεύγοντες τὴν παλαίστραν τῶν παθῶν, εἰσερχώμεθα εἰς τὸ ἀληθὲς στάδιον τῶν ἐνεργειῶν μας, εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς πολιτείας καὶ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἀμοιβαίων δικαιωμάτων μεταξὺ Ἔθνους καὶ Βασιλέως. Εἰς τὸ στάδιον τοῦτο, Κύριοι, αἱ φατρίαι ἐκλείπουν, αἱ διαιρέσεις ἐξαφανίζονται καὶ ἀπὸ κοινοῦ ἡνωμένοι ἅπαντες πρέπει νὰ καταβάλλωμεν πᾶσαν σπουδὴν καὶ μελέτην, ἵνα ῥυθμίσωμεν ἁρμονικῶς τὰς ἐξουσίας ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἵνα ἀποδώσωμεν τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ λαοῦ τῷ λαῷ καὶ ἵνα θέσωμεν κρηπῖδα ἐλευθερίας, δόξης καὶ μεγαλείου τῆς Πατρίδος. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ ὁριστικοῦ καταρτισμοῦ τοῦ πολιτεύματος, πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν ποῖα δικαιώματα πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ δοθῶσιν εἰς τὸν ὑπὸ αἰσιωτάτους οἰωνοὺς ἐρχόμενον βασιλέα, μέχρι τῆς ὁριστικῆς καταρτίσεως τοῦ πολιτεύματος. Τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καί τοι προσωρινὸν, εἶναι, νομίζω, σπουδαῖον, σπουδαιότατον, διότι ἡ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως δύναται νὰ ἔχῃ μεγίστην ἐπιῤῥοὴν καὶ ἐπὶ τῆς συντάξεως αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐπὶ τῆς μελλούσης πορείας τῆς Συνελεύσεως. Ποίων λοιπὸν δικαιωμάτων τὴν ἐξάσκησιν πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὸν Βασιλέα; τῶν ἡγεμονικῶν καὶ τῶν ἐν τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ περιεχομένων, ἀποφαίνονται ἀπὸ κοινοῦ ἅπαντες, καὶ ἀποφαίνονται, νομίζω, μετ’ ἐνδομύχου χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως, διότι ἡ ἐξάσκησις τῶν δικαιωμάτων τούτων ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως ἐπήνεγκεν ὅλα τὰ δυστυχήματα, ὅσα ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἐπῆλθον εἰς τὴν Πατρίδα ἡμῶν· δὲν ὡρίσαμεν ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα ταῦτα· ἀλλ’ ἀνεφέρθημεν εἰς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἵνα ἔχωμεν πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν ἓν ἕκαστον αὐτῶν εἰς τὴν ὁριστικὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων, ἐκτὸς τῶν δικαιωμάτων τῶν περιεχομένων εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου παραχωρεῖ εἰς τὸν Βασιλέα ἓν ἕτερον δικαίωμα καθαρῶς νομοθετικὸν, τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων τῆς Συνελεύσεως. Ἐμελέτησα, Κύριοι, τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὡρίμως καὶ ἀπαθῶς καθόσον αἱ ἀσθενεῖς μοι δυνάμεις μοὶ ἐπέτρεπον καὶ ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἀνάθεσις τοῦ δικαιώματος τούτου εἰς τὸν Βασιλέα δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὴ οὔτε λογική· τὴν πεποίθησίν μου ταύτην ἐσχημάτισα, οὐχὶ ἀκολουθῶν τὰς ἐμπνεύσεις τῆς καρδίας μου, διότι αὗται μοὶ ἐπέταττον ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ ὑπείκων εἰς τὴν ψυχρὰν κρίσιν τοῦ λογικοῦ, εἰς τὴν φωνὴν τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ δικαίου. Ἀπέβλεψα, Κύριοι, ὄχι εἰς πρόσωπα, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀναλλοίωτον φύσιν τῶν πραγμάτων. Ἐνδεχόμενον, Κύριοι, νὰ παρεξηγηθῶ, ἐνδεχόμενον τὰ εὐτελῆ ὄργανα τῶν κακουργιῶν τοῦ παρελθόντος νὰ μὲ διαβάλωσιν, ἐμὲ καὶ τοὺς ὁμόφρονάς μου ὡς ἀναρχικοὺς, ἀντιδυναστικοὺς, ὅπως διέβαλον τὴν Συνέλευσιν ταύτην, ἀποδώσαντες εἰς πάθη ἀντίθετα βασιλικὰ τὴν ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἐστιγμάτισεν ἐπιεικέστατα τοὺς πρωτουργοὺς τῶν κακοηθειῶν τοῦ παρελθόντος. Πεποιθότες, Κύριοι, εἰς τὰ αἰσθήματα ἡμῶν ἀδιαφοροῦμεν διὰ τὰς παρεξηγήσεις καὶ ῥίπτομεν βλέμμα ἐσχάτης περιφρονήσεως πρὸς τοὺς εὐτελεῖς συκοφάντας, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν ν’ ἀναλάβωσι τὸ ἀρχαῖον αὑτῶν ἔργον τῆς ἐπιδείξεως ἀφοσιώσεως καὶ τῆς διαβολῆς παντὸς ἀνεξαρτήτου ἀνθρώπου. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος. Ἵνα λάβωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὥριμόν τινα ἀπόφασιν, πρέπει πρὸ πάντων νὰ κατανοήσωμεν τὴν φύσιν καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς ἐξουσίας τῆς Συνελεύσεως μέχρι τοῦδε καὶ νὰ προσδιορίσωμεν τὴν σχέσιν αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ ἐρχομένου Βασιλέως. Τὸ Ἔθνος, Κύριοι, ἀνακτῆσαν διὰ τῆς ἐπαναστάσεως τὴν κυριαρχίαν του, καὶ μὴ δυνάμενον νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὴν αὐτοπροσώπως, ἐξελέξατο ἡμᾶς καὶ μᾶς περιέβαλε διὰ τῆς παντοδυναμίας...
§90ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε τὰ περιττά.
§91ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀκούσωμεν ὅ,τι θὰ εἴπῃ.
§92ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιπρόσωποι, Κύριοι, ἡμεῖς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἀποτελοῦμεν τὴν ἀνωτάτην ἐν τῷ κράτει ἐξουσίαν, συγκεντροῦμεν ἐν αὐτοῖς ὅλας τὰς ἐξουσίας, αἱ ὁποῖαι διῃρημέναι ὑφίστανται εἰς τὰ συντεταγμένα πολιτεύματα, ἔχομεν καὶ τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν ἐκτελεστικήν· δυνάμεθα μόνον ν’ ἀναθέτωμεν τὴν ἐξάσκησιν μιᾶς τῶν ἐξουσιῶν τούτων, καὶ ἰδίως τῆς ἐκτελεστικῆς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ δύναμις ἡμῶν μένει πάντοτε ἐν ἡμῖν, ἡ ἐντολὴ τὴν ὁποίαν δίδομεν εἶναι μετακλητὴ καὶ δυνάμεθα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ τὴν ἀνακαλέσωμεν. Τοιαύτην, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ τὴν φύσιν τῆς ἐξουσίας τῆς Συνελεύσεως. Ἐξεταστέον ἤδη, Κύριοι, ἡ ἐξουσία αὕτη μεταβάλλεται ὡς ἐκ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως; Οὐδόλως κατὰ τὴν κρίσιν μου· διότι δὲν παύει καὶ μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως ἡ Συνέλευσις οὖσα ὁ μόνος ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους διότι ἐξακολουθεῖ περιβεβλημένη μὲ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Ἐξακολουθεῖ ἄρα νὰ ᾖναι τὸ κέντρον πάσης ἐξουσίας. Καὶ ποῖα δικαιώματα ἔχει ὁ Βασιλεύς; ὅσα ἡ Συνέλευσις ἐγκρίνει νὰ τῷ παραχωρήσῃ, καὶ διὰ τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς ἀπεκδύεται.
§93ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἦλθεν ὁ Πρόεδρος τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως καὶ κατέθεσε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν μὲ τοὺς ὑπουργούς του, ἔκαμεν (θόρυβος).
§94ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀνάθεσις, Κύριοι, φρονῶ ἀφορᾷ τὴν ἐξάσκησιν, τὸ δικαίωμα μένει πάντοτε εἰς τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἐκπροσωπεῖ. Ἐὰν, Κύριοι, ὅσα ἐξέθεσα περὶ τῆς φύσεως τῆς ἐξουσίας τῆς Συνελεύσεως ᾖναι ἀληθῆ, ἐὰν ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία ἐξακολουθῇ ἑδρεύουσα πάντοτε ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ, ἐὰν πᾶσα ἄλλη ἐξουσία ἀπὸ τῆς Συνελεύσεως ἀποῤῥέῃ καὶ ᾖναι μετακλητὴ, τότε, Κύριοι, ἡ ἀπόδοσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀρνησικυρίας εἰς τὸν Βασιλέα εἶναι προφανὴς παραγνώρισις τῆς ἐξουσίας ταύτης, εἶναι ὑποβολὴ τοῦ ἐντολέως εἰς τὰς θελήσεις τοῦ ἐντολοδόχου, εἶναι προσβολὴ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας· ἡ θέλησις, Κύριοι, τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Ἔθνους, αἱ δὲ θελήσεις τῶν ἐθνῶν εἰς οὐδεμίαν ἐξουσίαν ὑποβάλλονται ἐπὶ τῆς γῆς νομίμως. Κατανοοῦσι, Κύριοι, καὶ οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν ἀκόμη τὴν φανερὰν, τὴν ἀναμφισβήτητον αὐτὴν ἀλήθειαν, καὶ διὰ τοῦτο διὰ τοῦ ψηφίσματος δὲν ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως τὰ συντακτικὰ τῆς Συνελεύσεως ψηφίσματα, ἀλλὰ μόνον τὰ νομοθετικά· ἀλλὰ ποιοῦντες, Κύριοι, τὴν διάκρισιν ταύτην μεταξὺ συντακτικῆς καὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας, δὲν ἀντιφάσκουσι τάχα πρὸς ἑαυτούς; Θεωρεῖτε, Κύριοι, τὴν θέλησιν τῆς Συνελεύσεως ὑπερτάτην, προκειμένου περὶ τῶν συντακτικῶν, τῶν μεγίστων καὶ σπουδαιοτάτων καὶ ἀνεπαρκῆ, προκειμένου περὶ τῶν νομοθετικῶν, τῶν μικρῶν καὶ δευτερευόντων; Θεωρεῖτε, Κύριοι, τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως κυρίαρχον, προκειμένου περὶ τῶν συντακτικῶν τῶν αἰωνίων καὶ ἀμεταβλήτων, καὶ θεωρεῖτε ταύτην ἀνίσχυρον, προκειμένου περὶ τῶν νομοθετικῶν, τῶν ἐφημέρων καὶ μετακλητῶν, τῶν ὁποίων τὰ ἀτοπήματα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δύνανται νὰ διορθωθῶσιν; Ἐὰν πάλιν ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τῶν συντακτικῶν ψηφισμάτων θεωρῆτε ταῦτα πανίσχυρα καὶ ὑποχρεωτικά, δὲν ὑπάρχουσιν ἆρά γε νομοθετικὰ ψηφίσματα τῆς Συνελεύσεως ἔχοντα τὴν αὐτὴν ἐπίσης σπουδαιότητα; Τὰ συντάγματα, Κύριοι, θέτουσι τὰς ἀρχὰς καὶ τὰ ἀξιώματα, εἰς τοὺς νόμους δὲ ἀπόκειται ἡ ἀνάπτυξις καὶ περιφρούρησις τῶν ἀρχῶν καὶ ἀξιωμάτων ἐκείνων· οἱ νόμοι περὶ τύπου, περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας, περὶ ἐκλογῶν, καὶ ἄλλοι εἶναι ἀναπόφευκτα συμπληρώματα τῶν συνταγμάτων, ἀποτελοῦσιν ἓν ὅλον ἀδιαχώριστον μὲ τὰ συντάγματα. Διὰ τί λοιπὸν δὲν ἐπεκτείνετε τὸ πανίσχυρον καὶ ὑποχρεωτικὸν καὶ εἰς τὰ ψηφίσματα τῆς Συνελεύσεως περὶ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξέθεσα. Καὶ μὴ ἀπατηθῆτε, Κύριοι, ἀπὸ τῶν συμβαινόντων ἐν τοῖς συντεταγμένοις πολιτεύμασι· τότε ὁ Βασιλεὺς ἔχει καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας, τὸ veto, διότι μία Συνέλευσις ἐκπροσωποῦσα τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν ἐνόμισεν ὀρθὸν καὶ συμφέρον τῇ πατρίδι νὰ τῷ χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο, τοῦ ματαιώνειν τὰς ὑποβληθείσας νομοθετικὰς ἐργασίας τῶν νομοθετικῶν σωμάτων· ἀλλὰ ματαίωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας ζώσης καὶ ἀμέσως ἐνεργούσης, ματαίωσιν τοιαύτην ἐγὼ δὲν τὴν ἐννοῶ. Ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω θεωρῶ ἐσφαλμένην πᾶσαν διάκρισιν μεταξὺ συντακτικῶν καὶ νομοθετικῶν ψηφισμάτων τῆς Συνελεύσεως· εἴτε συντακτικὰ, εἴτε νομοθετικὰ εἶναι τὰ ψηφίσματα ταῦτα, εἶναι, νομίζω, ἀπόφασις τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Τὴν ταπεινήν μου ταύτην γνώμην, ὑποστηρίζει, νομίζω, κατὰ τὴν κρίσιν μου καὶ ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου καὶ τὸ ὄνομα μόνον ἐπιβάλλει σιωπὴν εἰς τοὺς ἀντιπάλους μου, ὁ ἔνδοξος ῥήτωρ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 89, ὁ Μιραμπὼ, ἀγορεύων ὑπὲρ τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος τῆς ἀρνησικυρίας, ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι. (Ἐνταῦθα ἀνέγνω ὁ ῥήτωρ ἀπόσπασμα λόγου τινὸς τοῦ Μιραμπὼ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει τῆς Γαλλίας). Ἀλλὰ θὰ μ’ ἐρωτήσῃ τις ποία εἶναι ἡ θέσις τοῦ Βασιλέως ἀπέναντι τῶν ψηφισμάτων τῆς Συνελεύσεως ἐν γένει; Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων τῆς πολιτείας· εἰς τὸν Βασιλέα θ’ ἀνατεθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ψηφισμάτων τούτων· ἔχει λοιπὸν, φρονῶ, τὸ μόνον δικαίωμα, πρὶν ὑποχρεωθῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς ἀντιῤῥήσεις του· ἡ Συνέλευσις βεβαίως τὰς ἀντιῤῥήσεις ταύτας θέλει ἐξετάσει μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ σεβασμοῦ, καὶ εἰ μὲν τὰς εὕρει βασίμους, θέλει τροποποιήσει σύμφωνα καὶ τὰ ψηφίσματά της, ἐὰν δὲ τοὐναντίον, αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως πρέπει ἀναγκαίως νὰ ἔχωσιν ἰσχύν. Τὸ συμπέρασμα, Κύριοι, τοῦτο εἶναι τὸ συμπέρασμα τῆς λογικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς καὶ ἀπαθοῦς συζητήσεως. Τὸ συμπέρασμα τοῦτο ἐξέθεσα εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω· Ἡ Συνέλευσις ἐξετάζει καὶ ἐὰν πεισθῇ, ὅτι ὀρθῶς ἀπεφάσισε, τὰ ψηφίσματα ταῦτα πρέπει νὰ δημοσιευθῶσι καὶ ἐπικυρωθῶσι καὶ ἐκτελεσθῶσιν. Ἐπειδὴ δὲ προέβλεψα τὴν περίστασιν καθ’ ἣν διαλυθῇ ἡ Συνέλευσις, νομίζω ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀναζητήσεως πρέπει νὰ δοθῇ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως τὴν πρότασίν μου, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν δικαίαν ἐπιψήφισίν της.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐν γένει πρόκειται, ἦσαν ἐγγεγραμμένοι χθὲς 6, 7. Τώρα παρεμβῆκεν ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Κωνσταντοπούλου. Τινὲς ἦλθον καὶ ἐζήτησαν νὰ ἐγγραφῶσι κατὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς· δεύτερος εἶναι ὁ Κύριος Κόκκινος.
§96Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ψήφισμα περιέχει ἄρθρον, δι’ οὗ δίδεται εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως. Ὁ Κύριος Κωνσταντόπουλος εἶναι κατὰ τῆς διατάξεως, ἕτερος εἶναι ὑπὲρ, πρέπει ἄρα νὰ διατηρηθῇ ἡ τάξις τῆς πρώτης ἐγγραφῆς τῶν ζητησάντων τὸν λόγον.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε κατὰ τῆς προτάσεως, Κύριε Πετσάλη;
§98ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μάλιστα, ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τῆς κυρώσεως εἰς τὸν Βασιλέα.
§99ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἀλλ’ εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐγγεγραμμένος, Κύριε Πρόεδρε.
§100ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀλλ’ εἶμαι ἐγὼ πρὸ σοῦ, Κύριε Κόκκινε. — Ὁμιλῶν ἐκ τοῦ παραχρῆμα, Κύριοι, ἀποφεύγω τὰ προοίμια, καὶ ἔρχομαι ἀμέσως εἰς τὴν ὑπόθεσιν, θέλω εἰπεῖ τόσα, ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα, ὄχι περισσότερα, καὶ πιστεύω ὅτι σπανίως λέγω περιττὰ πράγματα.
§101ΤΙΝΕΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι περιττόν, Κύριε Πετσάλη.
§102Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἔχω δὲ τὰς ἰδιότητας, οὔτε εἰμπορῶ νὰ καταταχθῶ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὑπαινίχθη ὁ προλαλήσας, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπὸ αἴσθημα πολὺ διαφορετικὸν ἀπὸ ἐκεῖνο τοῦ πατριωτισμοῦ παρακινοῦνται εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ δικαιώματος τῆς κυρώσεως. Διότι ποτὲ δὲν ἐκολάκευσα οὔτε θέλω κολακεύσει· εἶμαι δὲ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς καταδίκης τῶν Ὑπουργῶν, Κύριοι, ἡ διαφορὰ τῶν γνωμῶν εἶναι ἡ βάσις τῶν προόδων τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, ἡ σύγκρουσις τῶν ἐνεργειῶν τοῦ νοὸς καὶ τῆς κρίσεως, εἶναι ἡ πηγὴ ἐξ ἧς ἀρύεται τὸ φῶς τῆς ἀληθείας, ἥτις ἐπὶ τέλους κατασχύει καὶ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον. Μέχρι τῆς σήμερον, ὅλος ὁ συνταγματικὸς κόσμος ἀναγνωρίζει, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ συνταγματικὴ μοναρχία ἄνευ τοῦ δικαιώματος τῆς κυρώσεως (veto). Ἐκτὸς ἄλλων δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀναγκαῖα εἰς τὸν Μονάρχην, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ τελικοῦ σκοποῦ τῆς θέσεώς του, διὰ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἡσυχίαν τοῦ κράτους, θεωρεῖται ἀναγκαία, κατὰ μέν τινας, μία μετοχὴ ἄμεσος εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, κατὰ δὲ τοὺς Ἄγγλους, τοὺς ὁποίους καὶ πάλιν σᾶς προτείνω νὰ μιμηθῶμεν, μία μετοχὴ ἔμμεσος, δηλαδὴ τὸ veto. Εἰς ἄλλα δὲ συνταγματικὰ κράτη, ἀναγνωρίζεται ἐκτὸς τοῦ δικαιώματος τῆς κυρώσεως καὶ τὸ τῆς προτάσεως, τὸ ὁποῖον σχεδὸν ἀπεῤῥόφησε παντοῦ τὸ τοῦ ἔθνους. Καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ τῆς κυρώσεως, δὲν πιστεύω νὰ ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ σπουδαία ἀμφισβήτησις εἰς κανὲν ἄλλο κράτος παρὰ εἰς ἡμᾶς ἐνταῦθα· τοσοῦτον εἶναι ἀναμφισβήτητος ἡ ἀλήθεια αὕτη· λέγω δὲ τοῦτο διότι ἡ ἐναντία ὑπόθεσις καθιστᾷ τὸν ἡγεμόνα παθητικὴν μηχανὴν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἐνῷ ἅπασα ἡ εὐθύνη τῶν κακῶν συνεπειῶν τῶν νόμων ἐπιπίπτει κατὰ τῆς κεφαλῆς του ὅπερ τὸ παρετηρήσαμεν εἰς τὴν τελευταίαν ἡμῶν ἐπανάστασιν ὅπου ἐνῷ πολλοὶ ἐγκλημάτισαν, πολλοὶ παρηνόμησαν, ὅλην τὴν εὐθύνην τὴν ὑπέστη μόνος ὁ πρώην Βασιλεύς. Τελευταῖον δὲ ἐπεβάλαμεν ἐλαφρὰν ποινὴν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, διότι ὑπῆρχε κενὸν εἰς τὴν ἐπανάστασιν, ἐὰν δὲν ἐγίνετο οἱαδήποτε ἠθικὴ ἀποδοκιμασία κατὰ τοῦ παρελθόντος, πραγματικὴ ὅμως εὐθύνη εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ Ὄθων. Ἀφοῦ, Κύριοι, ἀπαιτοῦμεν ἀπὸ τὸν Μονάρχην τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ἀποκλείσωμεν ἐντελῶς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπεμβαίνῃ ἐμμέσως, ἀποποιούμενος τὸ κῦρος εἰς ὅσους θεωρεῖ ἀσυμφόρους εἰς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας νόμους. Παρατηρήσατε τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρέστησα καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, γεννώμενον ἐκ τῆς ἐναντίας ὑποθέσεως καὶ διακινδυνεῦον τὰ τιμαλφέστερα συμφέροντα τῶν ἐθνῶν. Εἰς τοιαύτην θέσιν περιορίζοντες τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀφ’ ὅπου δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν τῆς ἀποστολῆς της, τὴν ἀναγκάζομεν νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα τῆς ἐθέσαμεν. Τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοσυντηρήσεως, τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης ἐνεχαράχθη ἀπὸ τὴν φύσιν, ὄχι μόνον εἰς τὰ λογικὰ, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἄλογα ὄντα. Ἀναγκάζεται ὁ μονάρχης ἐντὸς τοῦ ὑπὲρ τὸ δέον περιωρισμένου κύκλου, εἰς τὸν ὁποῖον τίθεται, ὅπως ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, ἀπὸ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων ὠθούμενος, ἀναλάβῃ τὴν ἀναγκαίαν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν νομίμως δὲν ἔχει. Τὸ παράδειγμα τοῦτο τῆς ὑπερβάσεως τῶν ὁρίων, εἰς ὃ ἠναγκάσθη νὰ ἐξέλθῃ τῆς νομίμου ἐξουσίας του, εἶναι παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζει τὰς λοιπὰς ἀρχὰς νὰ τὸ μιμηθοῦν, ὅπερ, Κύριοι, εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπαναστάσεως, ἑκάστης τῶν ἐξουσιῶν ἐξερχομένης ἀπὸ τὸν περιορισμὸν τοῦ νόμου. Δὲν γνωρίζω κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ὑπῆρξε σύνταγμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ παρεχωρήθη τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως εἰς τὸν βασιλέα. Δὲν γνωρίζω παρὰ ἓν μόνον ἐπὶ τῆς γαλλικῆς ἱστορίας παράδειγμα, τὸ ἐπὶ Λουδοβίκου 16, τὸ παράδειγμα τῆς συντακτικῆς συνελεύσεως· ἀλλ’ ἐνῷ γνωρίζω αὐτὸ τὸ παράδειγμα, γνωρίζω ἐπίσης, ὅτι ἡ μοναρχία ἐκείνη κατεποντίσθη καὶ τὸ Γαλλικὸν ἔθνος ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀναρχίαν καὶ εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἅπαντες γνωρίζομεν καὶ τοῦτο μόνον καὶ μόνον καθὼς μεγάλοι ἄνδρες καὶ σοφοὶ ἱστορικοὶ ἀναγνωρίζουν, ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ λόγου τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ δικαιώματος τῆς κυρώσεως ἀπὸ τὸν Βασιλέα. Ὁ Θιέρσος, ὁ ὁποῖος εἶναι μέγιστος ἱστορικὸς τῆς Γαλλίας, καὶ ὁ ὁποῖος ἐπελάβετο αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἂν καὶ ὡς Γάλλος προσπαθεῖ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν τῆς συντακτικῆς συνελεύσεως, ἀλλὰ δὲν λέγει καὶ ὅτι καλῶς ἐποίησεν ἡ συνέλευσις ἐκείνη νὰ μὴ παραχωρήσῃ εἰς τὸν βασιλέα τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως. Ὡς Γάλλος ἔχων περιφιλαυτίαν νομίζει ὅτι ὁ βασιλεὺς ἠδύνατο νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ ἐκεῖνον τὸν περιορισμὸν τῆς ἐξουσίας, «ἀποζημιούμενος ἐκ τῆς ὑψηλῆς θέσεως βασιλέως μεγάλου ἔθνους». Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος λόγος τὸν ὁποῖον φέρει κατὰ τοῦ veto, ὑπερασπιζόμενος τὴν διάταξιν τοῦ συντάγματος τοῦ 1688 ἀρνουμένου τὸ veto εἰς τὸν βασιλέα Λουδοβίκον 16, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐπιστημονικῶς καὶ λογικῶς ἐξετάζων αὐτὸ, εὑρίσκει ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ ἔχῃ. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν, ἡμεῖς σήμερον θέλοντες συνταγματικὴν μοναρχίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ζητῶμεν νὰ κατασκευάσωμεν ἓν σύνταγμα τῆς φαντασίας μας; λέγω τῆς φαντασίας μας, διότι ἀφοῦ αὐτὴ ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν τινὲς τῶν Κυρίων ὑπερησπίσθησαν ἐνταῦθα, δὲν ὑπερησπίσθη εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου ἀπὸ σπουδαίους ἀνθρώπους, ἀφοῦ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου τὸ συνταγματικὸν σύστημα ἀπέδειξεν ἀγλαοὺς καρποὺς, ὅπου ἡ ἐλευθερία καθιδρύθη ἑδραίως ὑπὸ τοῦ ἔθνους τὸ ὁποῖον ἕνεκα τῶν τοιούτων θεσμῶν του εὐδαιμονεῖ καὶ δοξάζεται, ἀφοῦ, λέγω, εἰς τὴν Ἀγγλίαν οὐδέποτε ἠγέρθη φωνὴ κατ’ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, οὐδ’ ἐθεωρήθη αὐτὸ ποτὲ πρόσκομμα εἰς τὴν μεγάλην πρόοδον, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς ἔκαμεν, ἀφοῦ δὲν ἀπεδείχθη, λέγω, οὐδεμία ζημία πηγάζουσα ἀπὸ τὴν παραχώρησιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, ἡ δὲ ἱστορία ἡ Ἀγγλικὴ παρέχει ἀποτελέσματα πασίγνωστα εἰς ὅλον τὸν κόσμον, πῶς τολμᾶτε, πῶς δύνασθε σεῖς σήμερον εἰς αὐτὸ τὸ μικρὸν κράτος, τὸ τοσαῦτα παθὸν, τὸ τοσαῦτα ὑποστὰν, καὶ τῷ ὄντι ἔχον ἀνάγκην ἑδραιώσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς δικαιοσύνης νὰ ἀρνηθῆτε τὴν ἀρχήν; Μάθετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι σύνταγμα ἀληθὲς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ αὐτῶν τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω. Ἀνεκηρύξαμεν βασιλέα συνταγματικὸν, τοῦτο λέγει τὸ ψήφισμα τῆς ἀναγορεύσεώς του. Ὅλοι ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ὁ βασιλεὺς θὰ κυβερνήσῃ συνταγματικῶς (θόρυβος). Ἐννοῶ ὅτι ὁ βασιλεὺς κυβερνῶν κατὰ τὸ σύνταγμα, διότι τῷ ἀπεδώκαμεν πλήρη τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ τὴν ἐξασκῇ δι’ ὑπευθύνων ὑπουργῶν, πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα μέσα διὰ νὰ κυβερνᾷ συνταγματικῶς, χωρὶς νὰ ἀμηχανῇ πρὸς τὰ μέσα τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ἀποστολῆς του· ἐὰν ἐννοοῦμεν διαφορετικῶς, τότε ἦτο περιττὸν νὰ συντάξωμεν ψήφισμα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ τὸν παραπέμψωμεν εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ 1844 ὡς πρὸς τὰ δικαιώματά του, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐκεῖ ἐντελῶς ὡρισμένα, ἀλλὰ ἀφίνομεν αὐτὸν νὰ ᾖναι ἀπόλυτος. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν τὸν θέλομεν ἀπόλυτον μονάρχην ἀλλὰ συνταγματικὸν, ὁμιλῶ περὶ πολιτεύματος ἐπὶ πολὺν ἢ ἐπὶ ὀλίγον χρόνον ἰσχύοντος, ὁμιλῶ περὶ πολιτεύματος συνταγματικοῦ, ὀφείλομεν νὰ χορηγήσωμεν πλήρη τὰ δικαιώματά του. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι πολίτευμα συνταγματικὸν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ λογικῶς, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐπιστημονικῶς, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς, ἐκτὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ἡγεμονικῶν, δὲν ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως, ὡσαύτως ἐκεῖνο τοῦ ἀπολύειν τὰς Βουλὰς, δὲν λέγω καὶ τὴν Συνέλευσιν, εἶναι ἐξαίρεσις αὕτη· ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ αὐτὴ τοὺς φόρους καὶ νὰ συνέρχηται ἐπὶ ῥητὸν χρόνον, διότι ὅταν ἀφαιρέσητε αὐτοὺς τοὺς ὅρους, δὲν ὑπάρχει καμμία ἐγγύησις οὐδὲ χρησιμεύει ἡ διαίρεσις τῶν ἐξουσιῶν. Πῶς θέλετε λοιπὸν ν’ ἀφαιρέσητε τὸν οὐσιωδέστερον ὅρον τῆς μοναρχίας εἰς συνταγματικὴν Κυβέρνησιν; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα, καὶ βλέπετε, ὅτι τὸ αἰσθάνονται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ αἰσθάνονται, λέγω, διότι δὲν θέτουν τὸ ἐναντίον ὡς κανόνα ἀναλλοίωτον καὶ γενικὸν, ἀλλ’ ὡς ἐξαίρεσιν διὰ τὰς πράξεις μόνον τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ἡ γνώμη των προσκρούει, καὶ ἐδῶ ὑπάρχουν ἠπατημένοι· ἡ Συνέλευσις ἐξασκεῖ διπλᾶ καθήκοντα, ἀλλ’ ἐξασκεῖ τὰ καθήκοντα συντακτικῆς ἐξουσίας καὶ ἐξασκεῖ ἀκόμη τὰ καθήκοντα νομοθετικῆς. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ συντακτικὰ καθήκοντα, νομίζω, ὅτι κανεὶς δὲν ἰσχυρίσθη, ὅτι πρέπει ὁ Βασιλεὺς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας. Ὡς πρὸς τοῦτο πάντες εἴμεθα σύμφωνοι· ἀλλ’ ἰσχυρίζονται, ὅτι ἀπέναντι τῆς μεγάλης δυνάμεως, τῆς μεγαλειότητος τῆς Συνελεύσεως, δὲν πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν κατὰ τῶν πράξεών της τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας εἰς τὸν Βασιλέα, οὔτε εἰς τὰ καθαρὰ νομοθετήματα αὐτῆς. Δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, ἐὰν τὸ δικαίωμα ᾖναι ἀναμφισβήτητον ὡς πρὸς τὰς Βουλὰς, ὡς πρὸς τὴν καθεστῶσαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὡς πρὸς τὰ καθαρὰ νομοθετήματα· τὸ δικαίωμα αὐτὸ θὰ ᾖναι παντοῦ καὶ πάντοτε ἀναμφισβήτητον, ὁσάκις δὲν πρόκειται περὶ συντακτικῶν ἔργων. Ἰδοὺ ποῖος εἶναι ὁ λόγος τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω, ἐπὶ καθαρᾶς συνταγματικῆς πολιτείας, ἓν ἄτομον ἠθικῶς ὑπεύθυνον, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἐκτελεῖται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράζηται ἐμμέσως ὡς πρὸς τὰ καθαρὰ νομοθετήματα, ὁσάκις αἰσθάνεται ὅτι ταῦτα ἀπᾴδουν πρὸς τὸν κοινωνικὸν σκοπὸν, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιτυχίαν ἀνεδέχθη, ἐὰν δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ κυβερνήσω μὲ αὐτὸν τὸν νόμον. Μερικοὶ μάλιστα ἐξ ὑμῶν προτείνουν καὶ ἄλλην ἐξαίρεσιν· λέγουν, ὅτι τὸ Veto αὐτὸ πρέπει νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὸν Βασιλέα μόνον ὡς πρὸς τὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα θὰ γείνουν μετὰ τὴν ὁρκισίν του. Ἄλλο ἄτοπον καὶ τοῦτο· ἐὰν, καθὼς εἶπον, τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὑπάρχῃ ἀναμφισβήτητον εἰς τὴν ἀρχήν του, τότε εἶναι ἀναμφισβήτητον εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις. Ἐγὼ μάλιστα φρονῶ, ὅτι ἐπειδὴ ἐξεδώκαμεν διάφορα ψηφίσματα, κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ Βασιλέως, κατὰ τὴν ὁποίαν μᾶς ἦτο ἀδύνατον νὰ γνωρίζωμεν ποία εἶναι ἡ ἰδέα του, ποία εἶναι ἡ πεποίθησίς του, ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ παραχωρηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας, Κύριοι, πρέπει νὰ ᾖναι καὶ ἐπ’ αὐτῶν· καὶ ὅμως πάντα αὐτὰ τὰ ψηφίσματα σχεδὸν ἔχουν ἀξίαν μεταβατικὴν, προελθόντα τινα ἐκ στιγμιαίων ἐμπνεύσεων, στιγμιαίων συνδυασμῶν τῶν προσωπικῶν συμφερόντων, ἀπαιτεῖται ἄρα ὡς πρὸς αὐτὰ νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν γνώμην ἑνὸς προσώπου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναθέτει ἡ Ἑλλὰς τὸ μέλλον της, καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον ἔδειξεν ἅπασαν τὴν ἐμπιστοσύνην της, φύσει καὶ θέσει ἀμερόληπτον ὂν ὡς πρὸς τὰς ἀποφάσεις τὰς ὁποίας ἤδη ἐξεδώκαμεν. Διατί εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ συντάγματος δὲν παραχωροῦμεν τὸ Veto; Διότι τὸ σύνταγμα εἶναι τὸ συμβόλαιον κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ πρόσωπον αὐτὸ ὑπόσχεται νὰ κυβερνήσῃ, διότι αὐτὸ περιέχει τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος νομίζει ἀναγκαῖον νὰ καθιερώσῃ διὰ παντὸς ἀπέναντι τοῦ νῦν Βασιλέως καὶ τῶν διαδόχων του. Ἐὰν ὑμεῖς ἀρνηθῆτε εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας σήμερον ἐπὶ νομοθετημάτων καθαρῶν, ἐννοεῖτε κάλλιστα, ὅτι ἐρχομένων τῶν Βουλῶν ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχουσα ἐπιῤῥοὴν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις σας δι’ αὐτῶν· διότι ἐκτὸς τοῦ συντάγματος, οὐδεμία ἄλλη πρᾶξις τῆς Συνελεύσεως θὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὴ εἰς τὰς ἐπερχομένας Βουλάς. Αὕτη εἶναι ἀληθῶς ἡ συνταγματικὴ δοξασία. Ὅταν λοιπὸν ὁ Βασιλεὺς ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασκήσῃ τὴν ἀρνησικυρίαν ἀκολούθως καθισταμένης τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, ποῖος εἶναι ὁ λόγος νὰ τὸ ἀρνηθῶμεν σήμερον;
§103ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὰ ψηφίσματα τῆς 3 7βρίου τοιαύτην φύσιν ἔχουν;
§104ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν θέλω νὰ λάβω παράδειγμα ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔγεινε τὴν 3 7βρίου, μολονότι καὶ ἂν ἐγένετο τότε ἓν ἄτοπον, αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ σήμερον νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν κρίσιν τῶν ἀνθρώπων, οὐχ ἧττον ὅμως ἀπαντῶ εἰς τὸν διακόψαντά με, ὅτι εἰς τὰ ψηφίσματα τῆς 3 7βρίου ὁ Βασιλεὺς ἔκαμε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς κυρώσεως. Ἐὰν ὁ διακόψας με ἦτο ἐνήμερος, ἐὰν εἶχεν ἀναγνώσει τὰ ψηφίσματα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ ἤθελε πράξει ἡ Συνέλευσις ἔλλειψιν μεγίστην, ἔλλειψιν, τῆς ὁποίας αἱ συνέπειαι θὰ ἦναι ἀκαταλόγιστοι, ἐὰν ἤθελεν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸν Βασιλέα αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ἴσως τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπειληθῇ ἀπὸ κινδύνους καὶ ἀνωμαλίας σπουδαίας καὶ σοβαρὰς ὡς ἐκείνας τὰς ὁποίας διῆλθεν καὶ ἔτι σοβαρωτέρας, ἐὰν ἀφαιρεθῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὴν μοναρχικὴν ἀρχήν. Μόνον εἰς δημοκρατίαν δὲν ὑπάρχει τὸ Veto πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν θέλητε νὰ συστήσωμεν δημοκρατίαν, εἶναι ἄλλος ὁ λόγος· τότε ἂς ἀκολουθήσωμεν τοὺς τύπους τοὺς δημοκρατικούς· ἂν θέλετε νὰ συστήσωμεν συνταγματικὴν πολιτείαν, τότε ἐκ πρώτης στιγμῆς ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τοὺς συνταγματικοὺς τύπους. Μερικοὶ ἔθεσαν εἰς παραλληλισμὸν τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐξουσίαν τῆς Συνελεύσεως ἀπέναντι τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἐξουσίας τῆς Βασιλείας καὶ ἠθέλησαν ἐπ’ αὐτῆς τῆς διαφορᾶς νὰ στηρίξουν τὰ ἐπινοήματά των. Αὐτὴ ἡ διαφορά, Κύριοι, εἶναι ἀνωμαλία ὑπάρχουσα ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, ἀνωμαλία, τὴν ὁποίαν τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ νὰ σπεύσωμεν νὰ ἄρωμεν. Ἡ ἀνωμαλία αὕτη ὅμως δὲν μεταβάλλει τὴν φύσιν τῶν δικαιωμάτων. Ἡ χρῆσις τοῦ Veto ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως ὡς πρὸς τὰ καθαρὰ νομοθετήματα τῆς Συνελεύσεως δὲν θὰ προσβάλῃ κατ’ οὐδὲν τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν τῆς Συνελεύσεως. Γνωρίζετε τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ κράτος, γνωρίζετε, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἀναδιοργανισμοῦ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸ τῆς τάξεως. Ἐὰν λοιπὸν δὲν δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βασιλικὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἐξελεξάμεθα ἵνα σκεφθῇ περὶ τῆς διοργανώσεως τοῦ κράτους, περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως, ὅπως ἐπεμβαίνῃ πλαγίως, ἐμμέσως, χωρὶς νὰ προσβάλῃ τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν Ἀγγλίαν διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς κυρώσεως τῶν νόμων, ἐνεργουμένου μὲ εὔσχημον τρόπον, ὅταν ἐν συνειδήσει θεωρῇ ἀκατάλληλον ἕνα νόμον, λέγω, ὅτι θέλομεν πράξει ἀνάξιον τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων, καὶ τῶν προσδοκιῶν τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, εἰς τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν.
§105ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§106ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Μὴ σπεύδετε τόσον πολύ. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία προτείνει τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων τῆς Συνελεύσεως καὶ ἰδίως ὁ Κύριος Πετσάλης, ὁ ὁποῖος ἠγόρευσεν ἤδη ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, ὑπέπεσαν εἰς μίαν μεγάλην σύγχυσιν μεταξὺ δύω ὅλως διαφόρων ἀρχῶν, σύγχυσιν δηλ. τῆς Βουλῆς μετὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ὁλόκληρος ἡ ἀγόρευσις τοῦ Κυρίου Πετσάλη εἰς οὐδὲν ἄλλο περιεστράφη εἰμὴ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι ἀνυπόστατον εἰς συνταγματικὸν πολίτευμα τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ κυροῦν τοὺς Νόμους, εἰπὼν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκτελῇ καλῶς τοὺς νόμους, ὅταν δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ φέρῃ γνώμην ἐπ’ αὐτῶν. Δὲν πρόκειται ὅμως τὸ ζήτημα αὐτὸ σήμερον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὅπως ἔχουσι σήμερον ἔτι τὰ πολιτεύματα εἰς οὐδὲν μέρος ἀμφισβητεῖται τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νόμων παρὰ τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’, ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον, πρόκειται περὶ νομοθετημάτων, ψηφιζομένων χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ σύνταγμα, καθότι σήμερον ἡ πολιτεία μας εἶναι ἀσυνταγμάτιστος. Ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι μόνον νομοθετικὸν Σῶμα, ὅπερ νὰ συνδέῃ τὰς τρεῖς ἐξουσίας, δηλ. τὴν τῆς Βουλῆς, τῆς Γερουσίας, καὶ τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἔχει ἀκόμη ἓν μεγαλείτερον δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος, δηλ. ἐκπροσωπεῖ αὐτὴ ἡ ἰδία τὸ σύνταγμα ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει αὐτὸ, ἤτοι ἀποτελεῖ ἐξουσίαν ἀνωτέραν καὶ τῶν τριῶν αὐτῶν ὁμοῦ, καὶ μὴ ἔχουσαν οὐδένα περιορισμόν. Δὲν δύναται λοιπὸν ποσῶς νὰ παραβληθῇ ἡ Συνέλευσις πρὸς τὰς Βουλὰς, καὶ ἑπομένως νὰ θεωρήσωμεν ἀληθὲς, προκειμένου περὶ αὐτῆς, ὅ,τι εἶναι σήμερον ἀληθὲς, ὅταν πρόκηται περὶ Βουλῶν. Διὰ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὰ πράγματα, πρέπει νὰ δώσωμεν ὡς βάσιν τὴν ἀκόλουθον ἀρχὴν, ὅτι οὐδεὶς δύναταί ποτε νὰ ἀποξενοῦται τῶν δικαιωμάτων, ὧν ἡ ἐξάσκησις τῷ ἀνατίθεται. Τὸ μόνον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τις, εἶναι ὅτι δύναται νὰ παραιτηθῇ, ἑπομένως καὶ ἡ Συνέλευσις ἐὰν θεωρῇ, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ ἐξουσία της, εἴτε διότι θεωρεῖ ἑαυτὴν ἀναξίαν νὰ τὴν διαχειρίζηται μόνη, εἴτε διότι θεωρεῖ ἀπαράδεκτον τὴν σύμπραξιν τοῦ Βασιλέως, δύναται νὰ παραιτηθῇ ὁλόκληρος· λέγουσα πρὸς τὸν λαὸν ὅτι εἶναι ἀναξία νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἐντολήν της καὶ νὰ προκαλέσῃ οὕτω τὴν ἐκλογὴν νέας, διατηροῦσα ὅμως δικαίωμα τοῦ νὰ ᾖναι αὐτὴ Συνέλευσις, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποξενωθῇ οὐδεμιᾶς ἐξουσίας ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρὰ τοῦ λαοῦ ἔλαβεν, ἀλλ’ ὀφείλει μόνον νὰ ἐκπληρώσῃ αὐστηρῶς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὴν ἀνετέθησαν. Ἔπειτα, ἀπονέμοντες εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνήσεως τῆς κυρώσεως, τί πράττομεν; Πράττομεν ἔργον συντακτικὸν δηλ. κάμνομεν χρῆσιν δικαιώματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ δύναται νὰ μεταχειρισθῇ αὐτὸς τὸ τῆς κυρώσεως δικαίωμα· ἑπομένως δυνάμεθα καὶ ἀκολούθως μόνοι ἄνευ τῆς συμπράξεώς του νὰ τὸ ἀφαιρέσωμεν· ἄρα τί ἄλλο πρόκειται νὰ πράξωμεν, εἰμὴ νὰ ὑποβάλωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς εἰς περιορισμὸν ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐκ τῆς ἰδιοτροπίας μας ἐξαρτᾶται νὰ ἀπαλλαγῶμεν αὔριον; ὑποθέσατε, ὅτι ψηφίζομεν ἕνα νόμον, τὸν ὁποῖον θεωρεῖ ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις συμφερώτατον, αἴφνης δὲ ὁ Βασιλεὺς θεωρῶν αὐτὰ μὴ συμφέροντα τὰ ἀκυρεῖ, ἡ Συνέλευσις αὕτη τὰ θεωρεῖ τοσοῦτον σπουδαῖα καὶ ἀναπόφευκτα. Τί θὰ πράξῃ; Θὰ καταργήσῃ βεβαίως τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ζητοῦν σήμερον νὰ ψηφίσωμεν ὡς πρὸς τὴν ἰδικὴν τοὐλάχιστον περίπτωσιν. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου λοιπὸν ἀποδεικνύω προσέτι καθαρῶς, ὅτι τὸ προτεινόμενον ἄρθρον εἶναι καὶ περιττὸν, διότι δὲν ἔχει κᾀμμίαν ἀξίαν ἡ ἀπονομὴ ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ ὁ ἀπονέμων κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐξασκήσεώς της. Εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη, ἤτοι ὅταν ὑπάρχῃ καὶ τὸ πολίτευμα κατηρτισμένον, τότε ἑκάστη ἐξουσία ἔχει διαγεγραμμένα τὰ ὅριά της, καὶ δὲν δύναται ἡ μία νὰ ἀντιποιηθῇ τοῦ δικαιώματος τῆς ἄλλης· ἀνώτερον δὲ θέλει αὐτῶν ἵσταται τὸ σύνταγμα, ὅπερ διατηρεῖ ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν του. Σήμερον ὅμως παρ’ ἡμῶν δὲν ὑπάρχει οὐδὲν ἐξ ὅλων τούτων, ὅθεν εἶναι ἑπόμενον ὅτι εἰς μίαν τῶν ὑπαρχουσῶν ἐξουσιῶν θὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ῥυθμίσεως τῶν λοιπῶν, τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀναντιῤῥήτως ἀνήκει εἰς τὴν Συνέλευσιν· αὐτὴ λοιπὸν δύναται εἰς πᾶσαν περίπτωσιν νὰ ῥυθμίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως καὶ νὰ ὁρίζῃ τὴν ἐξουσίαν του. Ἔρχομαι ἤδη ν’ ἀναιρέσω καὶ μίαν ἄλλην ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ Κ. Πετσάλης εἰπὼν, ὅτι σεῖς θέλετε νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς ἓν πρόσωπον, καὶ νὰ τὸ θεωρῶμεν ὑπεύθυνον χωρὶς νὰ τῷ δώσωμεν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ὁ Κύριος Πετσάλης, παρεγνώρισεν οὕτως ὅλως διόλου αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, διότι τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα ἀνεξαιρέτως παραδέχονται τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως.
§107ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ὑπουργεῖον.
§108ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Τὸ ὑπουργεῖον ποτὲ νομοθετικὴν ἐξουσίαν δὲν θὰ ἔχῃ. Καθ’ ὅλας λοιπὸν τὰς ἐπόψεις ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ὅπερ θέλουν νὰ ἀπονείμουν, δὲν εἶναι ὀρθὸν· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἶναι καὶ περιττὸν καὶ ἀνωφελὲς, διότι πολλὰ ὀλίγα νομοθετήματα μέλλομεν νὰ ψηφίσωμεν ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι οὐδενὸς ἴσως ἐξ αὐτῶν δὲν θὰ ἀρνηθῇ ὁ Βασιλεὺς τὴν κύρωσιν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν εἰμὴ περὶ μιᾶς ἁπλῆς δῆθεν ἁβροφροσύνης, δι’ ἧς ὅμως καταβιβάζεται ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν βαθμίδα τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ δημοσίων πραγμάτων, ἡ ἁβροφροσύνη εἶναι ἀνάξιον νὰ λέγηται, εἶναι δὲ ἀνάξιον νὰ διαχειρίζηται τὰ δημόσια, ὅστις ὡς κανόνα τῶν πράξεών του περὶ αὐτὰ ἔχει τὴν ἁβροφροσύνην, ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος ἀκόμη· Ὑπάρχουν τινὲς νόμοι, οἱ ὁποῖοι πολλὰ ὀλίγον διαφέρουν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, ἤτοι νόμοι, τῶν ὁποίων ἡ φύσις δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ἂν ᾖναι καθαρῶς νομοθετικῆς φύσεως ἢ ἂν μετέχῃ καὶ τῆς συντακτικῆς· τοιαῦτα δύναμαι νὰ ἀπαριθμήσω πολλά· ὡς ἐπὶ παραδείγματι, τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, τὸν περὶ δήμων, τὸν περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, τὸν περὶ ἐθνοφυλακῆς, τὸν περὶ τύπου, οἱ νόμοι αὐτοὶ, λέγει, δύνανται ν’ ἀμφισβητηθοῦν, ἐὰν ἔχωσιν συνταγματικὴν λύσιν ἢ ἁπλῶς νομοθετικήν. Καὶ ἰδοὺ ποῦ στηρίζω τοῦτο· οἱ νόμοι οὗτοι εἶναι ἐκεῖνοι διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐγγυηθῇ ἡ καλὴ ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ καλὴ ἐκτέλεσις αὐτοῦ. Ὁ περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν νόμος ἐγγυᾶται τὸν καλὸν καταρτισμὸν τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, ἤτοι τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ. Ἐπίσης ὁ περὶ τύπου νόμος ἀφορᾷ τὴν ἐλευθέραν ἔκφρασιν τῆς κοινῆς γνώμης· ὁ περὶ ἐθνοφυλακῆς ἀφορᾷ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, καὶ οὕτω καθεξῆς· πάντες λοιπὸν οὗτοι συντελοῦσι πρὸς καλὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος καὶ πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ. Ἑπομένως καὶ ἐὰν δὲν θεωρηθῶσι καθαρῶς συντακτικοὶ, ἐφάπτονται τοὐλάχιστον τοῦ κύκλου τῶν συντακτικῶν ἔργων, καὶ ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ μένουν ἀνεξάρτητοι τῆς θελήσεως τοῦ Βασιλέως καὶ διὰ παντὸς ἀμετάβλητοι. Πολλοὺς δὲ ἐξ αὐτῶν τῶν νόμων, ἐλπίζω ἡ Συνέλευσις νὰ νομοθετήσῃ μετὰ τὸ πολίτευμα. Γενομένου δὲ δεκτοῦ τοῦ ἄρθρου γεννᾶται τὸ ζήτημα τίνες εἰσὶν οἱ νόμοι οὗτοι; τὸ δὲ ζήτημα τοῦτο θὰ ὑπάρξῃ ἀφορμὴ μακρῶν συζητήσεων καὶ πολλῶν συγχύσεων, δυνατὸν δὲ ὡς ἐκ τούτου νὰ ἐπέλθῃ καὶ βλάβη. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, θεωρῶ ὅλως ἐσφαλμένην τὴν διάταξιν τοῦ προκειμένου καὶ διότι πρόκειται νὰ περιορίσῃ ἐξουσίαν ἀπεριόριστον, καὶ διότι δύναται νὰ φέρῃ συγχύσεις, καὶ διότι εἶναι πρᾶγμα περιττὸν, καὶ διότι τέλος πρόκειται νὰ ἀπονείμωμεν δικαίωμα δυνάμενον νὰ βλάψῃ κακῶς διαχειριζόμενον, καὶ προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου.
§109ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Κύριοι, εἶμαι ἐναντίος τοῦ προλαλήσαντος, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παραδεχθῶ καὶ τὰς σκέψεις τοῦ Κ. Πετσάλη. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπή. Φρονῶ, ὅτι τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς κυρώσεως, πρέπει νὰ ἀπονεμηθῇ εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ πρέπει ν’ ἀπονεμηθῇ οὐχὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Πετσάλης, ἀλλὰ διότι τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας ἀπαιτεῖ ὥστε μηδὲν ὄργανον, μηδεμία ἐξουσία νὰ ᾖναι παντοδύναμος, μηδεμία ἐκ τῶν ἐξουσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀσκοῦσιν ὡρισμένας λειτουργίας, νὰ μὴ δύναται ἐν τῇ λειτουργίᾳ ταύτῃ τὰ πάντα, ἀλλὰ νὰ γνωρίζῃ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς καὶ τὴν εὐθύνην μετὰ τῶν λοιπῶν ἐξουσιῶν. Τὸ ζητοῦμεν δὲ τοῦτο, οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βασιλείας, οὐχὶ ὡς ἐνόμισάν τινες, ἵνα πωλήσωμεν ἐκδούλευσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ προφυλάξωμεν τὰς ἐθνικὰς ἐλευθερίας· τὰς προφυλάττομεν δὲ, ὅταν ἀποφύγωμεν τὴν ὡραίαν μὲν ἐκείνην θεωρίαν, ὀλεθρίαν δὲ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς τελείας διαιρέσεως, τοῦ τελείου χωρισμοῦ τῶν ἐξουσιῶν. Οὔτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἐνδοιᾷ, καὶ νὰ μένῃ ἐντελῶς ξένη τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οὔτε ὁ ἄρχων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δύναται νὰ ᾖναι νεκρὰ μηχανὴ τῶν θελήσεων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Εὑρισκόμεθα, Κύριοι, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἐν τῇ φοβερᾷ ἐκείνῃ ἀντιθέσει, εἰς τὴν ὁποίαν εἴδατε, πῶς ἐφέρθησαν αἱ δημόσιαι ἐλευθερίαι. Ἐδῶ μὲν ὁ ἄρχων τῆς ἐξουσίας, ἀπέναντι δὲ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, εἶναι ἀδύνατον ἡ μία ἐξουσία νὰ μὴ καταναγκάσῃ τὴν ἄλλην, ἀδύνατον ἡ πολιτεία νὰ μὴ περιέλθῃ εἰς κίνδυνον. Πῶς θέλετε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ Βουλὴ, ἡ Γερουσία, θ’ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν πραγμάτων, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνῃ τὸ πνεῦμα τῆς διοικήσεως, χωρὶς ν’ ἀναγνωρίσητε καὶ τὸ ἐναντίον, ὅτι πρέπει νὰ μετέχῃ καὶ ὁ Βασιλεὺς εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν νομοθετικῶν πράξεων; Ἡ κύρωσις, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισαν εἰς τὸν Βασιλέα, δικαιολογεῖ τὴν κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, δικαιολογεῖ τὸ δόγμα, καθ’ ὃ οἱ ὑπουργοὶ εἶναι προϊόντα τῆς Βουλευτικῆς πλειονοψηφίας, ἄλλως θὰ φέρητε εἰς ἀντίθεσιν δύο ἐξουσίας· ἀλλὰ τοιαύτη διοίκησις καταστρέφει τὰς ἐλευθερίας. Λέγουσί τινες ὅτι ἡ παροῦσα κατάστασις τῶν πραγμάτων διαφέρει τῆς καταστάσεως ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ Βουλαὶ ἀπετέλουν νομοθετικὴν ἐξουσίαν· καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν δύναται χωρὶς νὰ καταβιβασθῇ τὸ μεγαλεῖον τῆς Συνελεύσεως, ν’ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νόμων. Λέγω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ συστήματος τούτου, διότι τῳόντι ὡς πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ἡ Βουλὴ θέλει ἔχει τὸν τελευταῖον λόγον· πρόκειται περὶ τῶν λοιπῶν νόμων· καὶ λέγων περὶ τῶν νόμων δὲν κάμνω διάκρισιν μεταξὺ τῶν ὀργανικῶν νόμων καὶ τῶν λοιπῶν.
§110ΚΑΛΟΣ. Ἐννοεῖτε παρελθόντας νόμους ἢ μέλλοντας;
§111ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐννοῶ τοὺς νόμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφισθῶσιν ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως· διότι οἱ λοιποὶ νόμοι ἔλαβον ἤδη ἰσχὺν, δὲν πρόκειται πλέον νὰ ἐπανέλθωμεν. Δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν διάκρισιν μεταξὺ ὀργανικῶν νόμων καὶ ἄλλων, οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον τὴν ἐθεώρησαν οἱ ἀξιότιμοι ἀντιλέγοντες· πραγματικῶς οἱ ὀργανικοὶ νόμοι ἔχουσι σπουδαιότητα ἀνωτέραν ἐκείνης, ἣν ἔχουσιν οἱ λοιποί. Ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς μεταβολῆς αὐτῶν, ὑπάγονται εἰς τοὺς αὐτοὺς κανόνας· εἷς μόνον νόμος ἔχει θέσιν ὑπέροχον καὶ ἀνωτέραν, ὁ νόμος τῶν νόμων, τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἅμα ψηφισθὲν μένει ἀναλλοίωτον καὶ ἀμετάβλητον, δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ, ἢ διὰ μεγάλων συμβεβηκότων τῆς ἱστορίας. Δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ, εἰμὴ διὰ τῆς συνδρομῆς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καθ’ ὅλας τὰς λοιπὰς περιπτώσεις, ὅλοι οἱ νόμοι ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν εἶναι μεταβλητοί· διότι ὑπάρχει ἡ πρόληψις, ὅτι ἡ ἀνθρώπινος σοφία εἶναι ἀτελὴς, ὅτι ἡ πρόοδος τοῦ χρόνου, ὁ νοῦς τῆς ἱστορίας καὶ τῶν φώτων διδάσκει τὴν ἀνθρωπίνην διάνοιαν εἰς τὰ ἁμαρτήματα ἐπὶ τῶν προτέρων νομοθετημάτων. Δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ θεσπίσωμεν τὸ ἀμετάβλητον τῶν νόμων, παρ’ ὅταν ἠθέλαμεν ἐπαρθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἐνεδύθη τὸ ἀναμάρτητον τῆς θεότητος. Ἀφοῦ αὐτοὶ οἱ νόμοι λοιπὸν ὑπόκεινται εἰς μεταβολὰς, πῶς θέλετε νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν τοιούτων; Κινδυνεύοντες οὕτω ν’ ἀναβιβάσωμεν αὐτοὺς τοὺς νόμους εἰς ἴσην τιμὴν μὲ τὸ Σύνταγμα; Πῶς δὲν θέλετε ἀναγνωρίσει εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ τοιοῦτον δικαίωμα, καὶ δὲν τὸ ἀναγνωρίζετε ἀπὸ τοῦδε; Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ Βασιλεὺς, εὑρισκόμενος ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης, ἐνώπιον τῆς συνειδήσεως τῆς Συνελεύσεως, θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν, ὑπὸ ἐκτίμησιν τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι σήμερον δύνανται νὰ συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς μιᾶς, ἢ τῆς ἄλλης γνώμης. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θέλομεν παραχωρήσει εἰς τὸν Βασιλέα εἰς τὸ Σύνταγμα, δυνάμεθα νὰ τὸ παραχωρήσωμεν ἀπὸ τοῦδε.
§112ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι ἐφωτίσθησαν νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἐφωτίσθη. Ἐρχόμεθα εἰς ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Κωνσταντοπούλου περὶ μὴ παραχωρήσεως εἰς τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀρνησικυρίας. Ὅσοι παραδέχονται τὴν τροπολογίαν αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν, (ἐγείρονται ὀλίγοι) ἡ Συνέλευσις τὴν ἀπέῤῥιψεν. Ἕπεται ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Ῥοντίρη. Φαίνεται ὅτι περὶ τῆς οὐσίας οὐδεὶς ἀμφιβάλλει· ὁ Κ. Ῥοντίρης, ἀπαιτεῖ νὰ τεθῇ εἰς τὸ ψήφισμα (θόρυβος). Ὅσοι παραδέχονται νὰ τεθῇ εἰς τὸ ψήφισμα, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Συνέλευσις ἀπέῤῥιψε.
§114ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται ἡ δευτέρα τροπολογία τοῦ Κ. Ῥοντίρη.
§116ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ψηφοφορητέα, διότι κανεὶς δὲν τὴν ὑπεστήριξεν· ἐγὼ δὲν ἐπιμένω (θόρυβος) ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους, προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. «Οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους πηγάζει ἐκ τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως». Ἡ τοιαύτη διάταξις, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ, διότι τοιαῦτα ζητήματα εἰς τὰ πολυμελῆ σώματα δὲν λύονται ἐνίοτε δεόντως, καθόσον τὰ μέλη αὐτῶν ὁρμῶνται ἐκ συμπαθειῶν ἢ ἐπιεικείας ἢ ἄλλων ἰδιωτικῶν συμφερόντων.
§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὶ ἐννοεῖ ὁ Κ. Δόσιος, Κυβέρνησιν, τοὺς ὑπουργούς;
§118ΔΟΣΙΟΣ. Μάλιστα.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν· ὅσοι παραδέχονται ταύτην, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσι (ἐγείρονται πολλοὶ) ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Τώρα θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροπολογήθη, ὅσοι παραδέχονται τὸ ἄρθρον οὕτω τροπολογημένον παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσι (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐψηφίσθη· τὸ ἄλλο, ὅπως εἶναι εἰς τὸ κείμενον, θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἔχει εἰς τὸ κείμενον νὰ σηκωθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Τὸ τρίτον ἄρθρον, ἔχει οὕτως· «ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος ψηφίσματος παύει μετὰ τὴν παρὰ τοῦ Βασιλέως ὑπογραφὴν τοῦ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως συνταχθησομένου πολιτεύματος καὶ τὸν ἐπὶ τούτου ὅρκον Αὐτοῦ. Μέχρι δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἰσχύουσιν ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ ά ἄρθρῳ τοῦ παρόντος ψηφίσματος ἀναφερομένων, καὶ οἱ λοιποὶ ὁρισμοὶ τοῦ πρὸ τῆς 10 8βρίου 1862 Συντάγματος, καθόσον δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ τῆς 10 8βρίου 1862 ψήφισμα τοῦ ἔθνους, τὰ ἀπὸ 18 Μαρτίου 15 Ἰουνίου καὶ 7 8βρίου 1863 ψηφίσματα τῆς Συνελεύσεως καὶ τὸ παρὸν ψήφισμα.
§121ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος, πρῶτος Διομήδης Κυριακοῦ.
§123ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, οἱ παραδεχόμενοι τὸ τρίτον ἄρθρον, ὅπως ἀνεγνώσθη, παρακαλῶ νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες) παραδέχθη.
§125ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ σύνολον.
§126ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττόν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι μία πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς οἰκονομικῆς τῆς Συνελεύσεως περὶ πιστώσεως εἰς τὸ Προεδρεῖον 100,000 δραχ., ἃς ὁ Πρόεδρος θέλει διαθέσει κατὰ τὰς ὑποδειχθείσας ἀνάγκας. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§128ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπεται τὸ περὶ τῆς συντάξεως τῆς χήρας τοῦ στρατάρχου Θ. Γρίβα καὶ περὶ ἀνεγέρσεως ἡρῴου αὐτοῦ.
§130ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμετέ το 500 δραχμάς.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ Κύριος Μαυρομμάτης.
§132ΖΕΡΒΑΣ. Εἴπομεν ὅτι καμμία πρότασις δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως πρὸς ὄφελος προσώπων. (ἀποδοκιμασίαι).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς προτάσεως νὰ σηκωθοῦν. (Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀνάπαλιν (θόρυβος). Σεῖς νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει τὸ παραμικρὸν συμφέρον, καὶ προχθὲς μάλιστα μοὶ ἔγειναν παράπονα, ὅτι ἐναντίον τῆς πεποιθήσεώς μου, εἶπα, ὅτι θεωρεῖται ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι εἶναι δύσκολον πολλάκις νὰ σχηματίσῃ κανεὶς πεποίθησιν, χθὲς ἤμεθα 173 παρόντες, ὅταν ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις, ἑπομένως τὸ ἥμισυ εἶναι 86. Ὅταν ἔγεινεν ἡ ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν 97 ἦσαν ὑπὲρ τοῦ κατεπείγοντος. Βλέπετε λοιπὸν, πόσον εἶναι δύσκολον ν’ ἀντιληφθῇ κανείς. Λοιπὸν Κύριοι, τ’ ἀνάπαλιν· οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον ἄρθρον νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) δὲν παραδέχθη. Ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν· πρῶτον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς. Θὰ ψηφίσῃ ἡ Συνέλεσις σύνταξιν εἰς τὴν χήραν;
§134ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ψηφισθῇ σύνταξις εἰς τὴν χήραν τοῦ μακαρίτου Θ. Γρίβα νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται ὅλοι) παρεδέχθη. Τὸ κείμενον ἔχει 1000 δραχμὰς, τώρα ἔγεινε μία τροπολογία διὰ 600.
§136ΤΙΝΕΣ. 500.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον μὲν, Κύριοι, προτείνουν νὰ προστεθοῦν δύο λέξεις, περὶ τῶν ὁποίων, νομίζω, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, ἐκτὸς τοῦ κειμένου εἶναι μία περὶ 500, ἑτέρα τοῦ Μίληση περὶ 600, καὶ ἄλλη τοῦ Ἀντ. Μαυρομιχάλη διὰ 700.
§138ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. 400.
§139ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον ἡ σύνταξις εἶναι ὑπὲρ τὰς 400.
§140ΜΠΟΥΣΚΟΣ. Ἐννοεῖτε ὅτι συγχωνεύεται μὲ τὴν σύνταξιν τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἕνεκα τοῦ βαθμοῦ του;
§141ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπωτέρω εἶναι ἡ τῶν 500.
§143ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος ζητῶ τὸν λόγον.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησεν ὁ Κ. Βούβουλης.
§145ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττόν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ σύνταξις νὰ ᾖναι ἐκ 500 δραχμῶν νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη.
§147ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν) δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως Κ. Πρόεδρε.
§148ΕΤΕΡΟΙ. Ἐτελείωσε πλέον.
§149ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Δὲν τὴν δεχόμεθα, οὔτε ἓν λεπτὸν δὲν δεχόμεθα.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁλόκληρον τὸ Προεδρεῖον εἶναι σύμφωνον.
§151ΠΟΛΛΟΙ. Ἡ ἐπιτροπὴ, Κύριε Πρόεδρε.
§152ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἔδωσεν εἰς τὴν χήραν τοῦ Γρίβα 70 δραχμὰς κατὰ μῆνα.
§153Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, φέρω μίαν πρότασιν, τὴν ἑξῆς. Ἡ Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. Πρῶτον. Τὴν ἀνέγερσιν Ἡρώου ὑπὲρ τῶν ὑπὲρ Πατρίδος ἀγωνισαμένων καὶ συνάμα κενοταφείου, ἐν ᾧ θέλουν κατατεθῆ τὰ περισωθέντα λείψανα αὐτῶν. Δεύτερον. Τὸν σχηματισμὸν ἐπιτροπῆς, ἥτις θέλει κατατάξει εἰς ὡρισμένας κατηγορίας τὰς χήρας τῶν ὡς ἀνωτέρω ἀγωνιστῶν (στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν), ὅπως ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτὰς ἡ προσήκουσα σύνταξις.
§154ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νὰ προστεθῇ «καὶ τῶν Ναυτικῶν».
§155ΠΟΛΛΟΙ. Μάλλιστα.
§156Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν συνέταξα τὴν πρότασιν αὐτὴν, βεβαιωθῆτε ὅτι εἶχα, καὶ ἤδη ἔχω ἀμφιβολίαν, ὡς ὁ φίλος μου Κ. Σαρίπολος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὀνομασθῇ πολυανδρεῖον, ἀλλὰ πάνθεον.
§157ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§158Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ τόπος, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἀφῆκα εἰς ὑμᾶς· καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀμφιβολία καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐπωνυμίαν καὶ ὡς πρὸς τὸν τόπον εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§159ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. — Κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε μίαν πρότασιν.
§161ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, εἰς τὴν κλήρωσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§162ΠΟΛΛΟΙ. Ἡ κλήρωσις.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πόσα ὀνόματα;
§164ΠΟΛΛΟΙ. Εἴκοσι. Γίνεται ἡ κλήρωσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς μελλούσης νὰ ὑποδεχθῇ τὸν Βασιλέα. Ἀλ. Κουμουνδοῦρος, Δ. Δρόσος, Κ. Πετσάλης, Θεόφ. Γεωργίου Γ. Δυοβουνιώτης, Ἀδ. Παπαδιαμαντόπουλος, Ἰω. Πύρλας, Ἀσημ. Χαραλάμπης, Σωτήριος Λόντος, Δημ. Μαυρομιχάλης, Στέλ. Α. Ζῶτος, Ῥοντήρης, Ἀρτέμιος Μίχου, Γρ. Μαυρομαρᾶς, Κ. Κωνστάκης, Κ. Ἐμπειρῖκος, Σαρίπολος, Ἀθ. Β. Πετιμεζᾶς, Λυκοῦργος Κανάρης, Δ. Νικολόπουλος. Κληρωθέντων καὶ τῶν Κυρίων Κ. Σταΐκου, Γ. Ι. Σταΐκου, Κ. Ι. Γιολδάση, Ἀθ. Κοντοῦ, Π. Χαλικιοπούλου, Δ. Σαχτούρη, Γερασίμου Κούπα καὶ Διαλέτου καὶ ὡς ἀπόντων μὴ συμπεριληφθέντων.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον λοιπὸν διὰ τὸ προεδρεῖον, Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 5 καὶ ¼ Μ. Μ.
Ὁ Προεδρεύων Ἀντιπρόεδρος
Δ. ΔΡΟΣΟΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Λ. Σωμάκης, Εὐάγ. Ἀντύπας.