1863.10.07
1.963 στίχοι · 16.432 λέξεις · 133 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΝΖʹ.
Τῆς 7 Ὀκτωβρίου 1863.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 1. Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἶχον εἰπεῖ προχθὲς, ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον θέλει εἶναι τὸ ψήφισμα περὶ τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας· ἀλλὰ πραγματικῶς εἶναι ἡ ἐκλογὴ τοῦ προεδρείου....
§2ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Τετάρτην.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλητε νὰ τὴν ἀναβάλητε, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ σημειώσω, ὅτι πρέπει αὔριον νὰ κάμωμεν συνεδρίασιν, διότι χρειάζονται 4 ἡμέραι τοὐλάχιστον διὰ τὸν χρωματισμὸν καὶ τὴν ἐπισκευὴν τῶν θεωρείων.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα λοιπὸν σύμφωνοι αὔριον νὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§7ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει μεταξὺ τῶν πολλῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ναυπακτίας Κύριος Ῥοντήρης ἀνέφερε πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του, ὑπῆρξε καὶ ἀντίφασίς τις, τὴν ὁποίαν εὐαρεστήθη νὰ μοῦ ἐλέγξῃ ἰσχυρισθεὶς ὅτι ὑπερήσπισα προχθὲς τοὺς νόμους κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως, ἐνῷ ἄλλοτε εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Κύθνου ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ἐπαναστάσεως κατὰ τῶν νόμων. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, κατὰ τί συνέβαλε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκεν ὁ ἔντιμος ῥήτωρ μετὰ τῶν φίλων του· ἀφοῦ ὅμως τὸ ἐπρότειναν, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε ἐπὶ μίαν στιγμὴν, διὰ νὰ ἀποδείξω εἰς ὑμᾶς μὲν ὅτι ἤμην πάντοτε σύμφωνος πρὸς ἐμαυτὸν, εἰς αὐτοὺς δὲ ὅτι πρὶν ἀποφασίσουν νὰ μὲ ἐλέγξουν ὡς ἀνακόλουθον, ἔπρεπε νὰ μελετήσουν καλλήτερα τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξεφώνησα, καὶ νὰ ἐκτιμήσουν ἀκριβέστερον τὴν διαφορὰν τῶν περιστάσεων, διὰ νὰ μὴ κατασταθοῦν οἱ ἴδιοι γελοῖοι. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν ὑπάγεται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν τῆς Συνελεύσεως. Κατὰ δὲ τὴν γνώμην διασήμων συγγραφέων τοῦ δημοσίου δικαίου, ἡ πρᾶξις αὕτη ἔχει πολιτικὸν μᾶλλον ἢ δικαστικὸν χαρακτῆρα. Ἐπομένως, ὡς λέγει ὁ Cormenin, κατὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς ἡ Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζῃ Ἰουδαϊκῶς τοὺς νόμους, ἀλλὰ νὰ ἐμπνέεται μᾶλλον ὑπὸ τοῦ ἐπικρατοῦντος πολιτικοῦ πνεύματος. Καὶ ὁ λόγος, Κύριοι, εἶναι ἁπλούστατος· διότι πρόκειται διὰ τῆς ἐξελέγξεως νὰ σχηματισθῇ ἡ Συνέλευσις, εἰς τὰς χεῖρας τῆς ὁποίας θὰ ἀνατεθῇ ἡ τύχη τῆς ἐπαναστάσεως. Ἤθελεν εἶσθαι λοιπὸν ἀδικαιολόγητος πολιτικὴ ἀφροσύνη, ἐμμένοντες Ἰουδαϊκῶς εἰς τὴν αὐστηρὰν τῶν τύπων τήρησιν, νὰ παραδώσωμεν τὴν τύχην τῆς ἐπαναστάσεως εἰς ἐκείνους, οἵτινες σκανδαλωδῶς τὴν ἐπολέμησαν. Αὐτὸ ἦτο τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεώς μου κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Κύθνου· διὰ τοῦτο ἀνέφερον ἐν αὐτῇ τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1848, κατακρίνων τὴν ἐπιείκειαν αὐτῆς κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἐπιείκειαν, ἡ ὁποία ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸν περίβολόν της ὅλοι οἱ ἐχθροὶ τῆς δημοκρατίας, καὶ νὰ λάβουν τὸν καιρὸν καὶ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὴν πνίξουν. Προχθὲς ὅμως περὶ τίνος ἐπρόκειτο; περὶ πράξεως καθαρῶς δικαστικῆς· ἐπρόκειτο νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις, ἐπιβάλλουσα ποινὴν εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, καὶ τοῦτο ἄνευ ἀνάγκης εἰς τὸ τέρμα αὐτὸ τῆς ἐπαναστάσεως. Ἂν λοιπόν, Κύριοι, ὡς πολιτικός, ὤφειλον τότε νὰ προασπίσω τὴν ἐπανάστασιν, ἐνόμισα ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν εἶχον καθῆκον, ὡς ἀπαθὴς δικαστής, νὰ διεκδικήσω τὰ δικαιώματα τῆς δικαιοσύνης. Ποῦ ὑπάρχει ἡ ἀντίφασις; Καὶ δὲν παρέλειψαν μόνον τὴν διαφορὰν τῶν περιστάσεων, ἀλλὰ παρεμόρφωσαν, Κύριοι, καὶ τοὺς προχθεσινούς μου λόγους, διὰ νὰ πλάσουν ἐκ παντὸς τρόπου τὴν ζητουμένην ἀντίφασιν. «Τύπους, εἶπον, ἐπεκαλέσθη σήμερον ὁ Κύριος Μίλησης, τύπους, τοὺς ὁποίους ἄλλοτε ἐπρότεινε νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.» Ὄχι, Κύριοι! δὲν ἐπεκαλέσθην προχθὲς τύπους, διότι τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως δὲν εἶναι τύπος ἀνάξιος, ὡς εἶπον, νὰ προβάλλεται ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἀναλλοίωτος ἀρχὴ τῆς δικαιοσύνης· δὲν ἐπεκαλέσθην τύπους ἐξιτήλους, νόμους ἑώλους οἱ ὁποῖοι ἔχουν κῦρος σήμερον καὶ αὔριον ῥίπτονται εἰς τὴν λήθην, ἀλλ’ ἀρχὰς δικαιοσύνης, αἱ ὁποῖαι θὰ ζήσουν ἐνόσῳ ζῇ ὁ κόσμος, ἐνόσῳ ζῇ ὁ πολιτισμός. Τί σχέσιν ἔχει λοιπὸν τὸ αἰώνιον κῦρος τῶν ἀναλλοιώτων τούτων ἀρχῶν μὲ τὸ πεπερασμένον κῦρος τῶν ἐφημέρων τύπων; ἀλλ’ ἦτον ἀναγκαία ἡ παράδοξος αὕτη σύγχυσις, διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἐξ αὐτῆς ἡ ἀντίφασις. Δὲν ἔφθασεν ἡ σύγχυσις δύω διαφόρων περιστάσεων καὶ ἡ τροπὴ τῶν αἰωνίων ἀρχῶν τοῦ δικαίου εἰς τύπους κενοὺς καὶ ἐξιτήλους. Ὄχι· ἔπρεπεν ἀκόμη νὰ περικόψωσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην, μὴ ἀναγινώσκοντες αὐτὴν ὁλόκληρον διὰ νὰ ἔχουν τὴν εὐχαρίστησιν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ πλάσουν τὴν ποθητὴν ἀντίφασιν. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω, Κύριοι, τὸ ἀποσιωπηθὲν τοῦτο μέρος τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἐξ οὗ θέλετε ἰδεῖ ὅτι καὶ τότε ἐπεκαλέσθην τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως· καὶ τότε εἶπον, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ βιασθῇ νὰ δικάσῃ χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ, χωρὶς ν’ ἀκούσῃ· καὶ τότε ἐπρότεινον νὰ συστηθῇ ἐπιτροπή, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὰ γεγονότα καὶ νὰ τὰ βεβαιώσῃ, τοὐτέστι νὰ σεβασθῶμεν τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως. Ἀκούσατε Κύριοι. «Ἀλλά, Κύριοι, μὴ μᾶς παραφέρῃ ἡ δικαία ἀγανάκτησίς μας, καὶ κτυπήσωμεν ὅπως δὲν πρέπει· τὰ ἀναφερθέντα γεγονότα πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι καὶ βεβαιωθῶσι. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἐκλεχθῇ ἐπιτροπή, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ καὶ βεβαιώσῃ τὰ γεγονότα ταῦτα» κτλ. Ἐδῶ, Κύριοι, σταματῶ, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην πλειοτέρας ἀναπτύξεως διὰ νὰ σᾶς πείσω ὁπόσον ἄδικος, ἵνα μή τι χεῖρον εἴπω, ἦτο ἡ ἀντίφασις, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ μοὶ προσάψουν. (Μάλιστα, μάλιστα.) Λυποῦμαι μόνον, διότι ὁ ἀξιότιμος Κύριος Ῥοντήρης, τοῦ ὁποίου τὸν εὐθὺν χαρακτῆρα πάντοτε ἐξετίμησα, κατεδέχθη νὰ χρησιμεύσῃ ὄργανον ἐπιθέσεως προσωπικῆς τόσον ἀδίκου, ὅσον ἀτόπου.
§8ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις ἐπὶ ἑνὸς ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον πρὸ μηνῶν ὑπεβλήθη, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ περὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ νόμος ..... (θόρυβος).
§9ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Τετάρτην.
§10ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶχον ὑποβάλει νὰ ἀποφασίσητε περὶ μικρᾶς τινος ἀποζημιώσεως τοῦ Ναυπλίου ἀπέναντι ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξώδευσαν κατὰ τὴν ἔνδοξον ἐκείνην ἐπανάστασιν (θόρυβος).
§11ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ Βασιλικὸν ζήτημα.
§12ΖΑΡΕΙΦΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, πρὸ ἓξ μηνῶν καθυπέβαλον πρότασιν μετὰ τοῦ Κ. Αἰνιᾶνος περὶ δασῶν· ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς εἰργάσθη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν, ἥτις ἀνεγνώσθη, ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη. Προτείνω λοιπὸν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βασιλικῆς προτάσεως νὰ συζητηθῇ.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§14ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Ἀπαρέσκομαι εἰς τὰ προσωπικὰ γινώσκων τὰ ἐκ τούτων γινόμενα σκάνδαλα· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναμαι νὰ μὴ φέρω ἐνώπιον τοῦ σώματος τούτου ἓν ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν πρὸς 16 νέους μαθητὰς τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς. Ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις εἰσήγαγεν εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν πολλοὺς παῖδας. Οἱ παῖδες αὐτοὶ ἐσπούδασαν ἓν σχεδὸν ἔτος ἐν τῇ Σχολῇ.
§15ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔμαθον τίποτε.
§16ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Ἤκουσα φωνὰς νὰ λέγουν, ὅτι δὲν ἔμαθον τίποτε, καὶ ἀπαντῶ εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἔχω τὴν τόλμην τοὐλάχιστον τὸν υἱόν μου νὰ τὸν φέρω εἰς διαγωνισμὸν μὲ αὐτοὺς, οἵτινες τὸν ἐξήτασαν (θόρυβος). Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν ὀλίγοις ἀπέβαλε 16 μαθητὰς ἐκ τῆς Σχολῆς· τοῦτο τὸ νομίζω ἄδικον. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ φέρω αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν καὶ ἐὰν ᾖναι δυνατὸν σήμερον, διότι οἱ νέοι οὗτοι πρὸ 20 ἡμερῶν τρέχουν εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς πόλεως. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Κ. ὑπουργὸς τοὺς ἀπέβαλεν, εἶναι ὁ ἀκόλουθος. Ἀφοῦ ἐμαθήτευσαν, ὡς σᾶς εἶπον, ἐπὶ ἓν σχεδὸν ἔτος, κ’ ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ δώσουν τὰς ἐξετάσεις εἰς τὰ μαθήματα τῆς τάξεώς των, αἴφνης ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διορίζει μίαν ἐπιτροπὴν νὰ τοὺς ἐξετάσῃ εἰς τὰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις, ἐνῷ οἱ μαθηταί, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται εἰς μίαν σχολὴν, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἠξεύρουν τόσα γράμματα, ὅταν εἰσέλθουν, ὅσα γνωρίζουν ὕστερον ἀπὸ ἓν ἔτος. Ἐννοεῖτε λοιπὸν ἐκ προοιμίων διατὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἄφησεν οἱ παῖδες οὗτοι νὰ ἐξετασθῶσιν εἰς τὴν τάξιν ταύτην, καὶ ἐὰν ἀνεδεικνύοντο ἀνίκανοι νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατ’ αὐτῶν τὰ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἤθελον νὰ θέσουν εἰς μίαν δοκιμασίαν μίαν πρᾶξιν τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τὰ καθήκοντα γνωρίζετε καὶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τοὺς εἰσήγαγεν· ἂν δὲν τοὺς γνωρίζητε δύνασθε νὰ τοὺς μαντεύσητε. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν, ἐπειδὴ αὐτοὶ οἱ νέοι μένουσι πρὸ 20 ἡμερῶν μετέωροι, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, καὶ εἶναι, μοὶ φαίνεται, δυνατότατον, νὰ συζητήσῃ τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν μετὰ τὸ ψήφισμα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσκληθῇ λοιπὸν ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν;
§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§19ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, πᾶσα πρότασις, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἔχει τὸν βαθμὸν τοῦ κατεπείγοντος καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ οὐσιώδους αὐτῆς. Ἐπομένως ἡ Συνέλευσις κατὰ τὸ κατεπεῖγον καὶ τὸ οὐσιῶδες προσδιορίζει μίαν ἡμέραν εἰς συζήτησιν. Ἡ Συνέλευσις εἶναι κυρία νὰ προσδιορίσῃ μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας, μετὰ δεκαπέντε, μετὰ ἕνα μῆνα ἢ μετὰ δύω. Ἀλλ’ ἅμα προσδιορίσῃ ἡμέραν ὀφείλει κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν νὰ συζητήσῃ αὐτὴν τὴν πρότασιν, διότι ἄλλως αὐτὴ ἡ πρότασις δύναται, νὰ περάσῃ ἕνας χρόνος ἢ δύω, καὶ νὰ μὴ συζητηθῇ ποτέ. Πρὸ 15–20 ἡμερῶν ὑπέβαλον 20 πληρεξούσιοι πρότασιν περὶ συντάξεως τῶν ὀρφανῶν..... (θόρυβος) ζητοῦμεν νὰ συζητηθῇ σήμερον (θόρυβος).
§20ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Βασιλικοῦ ζητήματος.
§21ΤΑΤΣΕΛΟΣ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι ὑπάρχει μία ἄλλη πρότασις ἀφορῶσα πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἴσως ἔχει τὰ μεγαλήτερα δικαιώματα εἰς τὴν τωρινὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, εἶναι τῆς χήρας τοῦ μακαρίτου στρατηγοῦ Γρίβα, ἡ ὁποία εἶναι πρὸ 4 μηνῶν καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ πρὸ πάσης ἄλλης, (θόρυβος).
§22ΖΕΡΒΑΣ. Ὑπάρχει μία πρότασις γενομένη ἀπὸ ὅλον τὸ ἔθνος πρὸ 40 ἐτῶν, νὰ μοιρασθῇ ἡ ἐθνικὴ γῆ, ἀλλ’ οὔτε ἡ Συνέλευσις, οὔτε ὁ Κυβερνήτης, οὔτε ὁ Βασιλεὺς Ὄθων τὴν ἐξετέλεσαν (θόρυβος)· αὔριον ἀναμένομεν τοὺς Ἑπτανησίους, θὰ προσέλθωμεν γυμνοὶ καὶ ἐκτραχηλισμένοι, διότι ἡ γῆ ἡμῶν εἶναι ἐθνική. (θόρυβος) προτείνω λοιπὸν κανὲν μερικὸν ζήτημα νὰ μὴ λυθῇ, ἀλλὰ τὰ γενικὰ ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρεται ὅλη ἡ κοινωνία· (θόρυβος).
§23ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΟΣΙΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι σημειωμένον καὶ ἓν κεφάλαιον 10 χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν ἀποστολὴν ἀξιωματικῶν ἐκπαιδευομένων εἰς τὴν Εὐρώπην. Ἐπειδὴ ἔχω διδόμενα νὰ πιστεύω θετικῶς, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ ὑπερέβη κατὰ πολὺ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ζητῶ εἰς μίαν τῶν ἑπομένων συνεδριάσεων νὰ δώσῃ λόγον ἐπὶ τούτου, καὶ νὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος του πᾶσα ὑπέρβασις. Ὡσαύτως ζητῶ εἰς μίαν τῶν ἑπομένων συνεδριάσεων νὰ ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ νὰ εἴπῃ τὶ ἔκαμε περὶ Πολυτεχνείου, διότι ὑπέβαλε πρότασιν περὶ ἀναδιοργανισμοῦ τοῦ Πολυτεχνείου, καὶ εἶπε συγχρόνως, ὅτι δὲν εἶναι κατεπεῖγον τοῦτο τὸ ψήφισμα, καὶ ἐν τούτοις ἐξετέλεσε τὸν κανονισμὸν τοῦτον, παύων ἀνθρώπους ἀπὸ θέσεις νενομισμένας καὶ διορίζων ἄλλους εἰς θέσεις μὴ νενομισμένας.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν τετάρτην.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ μία πρότασις ὀλίγων λέξεων· ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡ Ἐθνοφυλακὴ τῆς Ἑρμουπόλεως εἶχε ζητήσει τὴν ἄδειαν νὰ συστήσῃ ἕνα λόχον πυροβολικοῦ· ἡ αἴτησις ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν συνιστᾷ τὴν αἴτησιν.
§26ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§27ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ζητηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως ζητῶ τὸν λόγον.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις, ἂς μείνῃ μετὰ τὸ Βασιλικὸν ψήφισμα. Εἶναι καὶ ἄλλο μικρὸν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν δώσῃ λόγον εἰς συζητήσεις· εἶναι ἡ πρότασις περὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Τηλεγραφείου. (Θόρυβος).
§29ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς μίαν ἄλλην συζήτησιν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρχόμεθα εἰς τὸ Βασιλικὸν ζήτημα. Σᾶς εἰδοποιῶ, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἐκτυπωθείσης προτάσεως τοῦ Κυρίου Σαριπόλου καὶ τῆς τυπωθείσης προτάσεως πολλῶν ἄλλων, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, ἔχει ὁ Κύριος Καλὸς μίαν πρότασιν, μὴ τυπωθεῖσαν· εἶναι δεύτερος ἐγγεγραμμένος, ὅταν ἔλθῃ νὰ λαλήσῃ, θὰ τὴν ἰδῆτε.
§31ΚΑΛΟΣ. Ὄχι νὰ ἀναγνωσθῇ τώρα. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Καλοῦ. Ψηφίζει Ἄρθρ. 1. Ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων Γεώργιος Αʹ. ἅμα δώσῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τὸν ἑξῆς ὅρκον. «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ προστατεύω τὴν ἐν Ἑλλάδι ἐπικρατοῦσαν Ἀνατολικὴν ὀρθόδοξον τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, νὰ διατηρῶ καὶ ὑπερασπίζω τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, νὰ φυλάττω δὲ καὶ προστατεύω τοὺς νόμους καὶ τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ». Ἀναλαμβάνει ἅπασαν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἅπαντα τὰ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Βασιλείαν ἀνήκοντα ἡγεμονικὰ δικαιώματα, συμφώνως μὲ τὸ ἀπὸ 10 Ὀκτωβρίου 1862 ψήφισμα τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ ἀπὸ 18 Μαρτίου 1863 ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως. Ἄρθρ. 2. Ἡ Συνέλευσις παραγγέλλει τὸ ὑπουργεῖον, εἰς ὃ ἔχει ἀνατεθειμένην τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ παραδώσῃ ταύτην εὐθὺς μετὰ τὸν ὅρκον, εἰς τὸν Βασιλέα. Ἄρθρ. 3. Τὸ παρὸν ψήφισμα ἰσχύει μέχρι τῆς συντάξεως τοῦ νέου πολιτεύματος ὑπὸ τῆς ἐνεστώσης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, καὶ τῆς μεθ’ ὅρκου παρὰ τοῦ Βασιλέως παραδοχῆς αὐτοῦ. Ἀναγινώσκεται τροπολογία τις τοῦ Κ. Κωνσταντοπούλου. Ἄρθρ. 1. Ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τὰ νομοθετικὰ ψηφίσματα τῆς Συνελεύσεως ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐπεψηφίσθησαν. Ἄρθρ. 2. Ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω προθεσμίας δύναται ὁ Βασιλεὺς διὰ διαγγέλματος αἰτιολογημένου νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Συνελεύσεως ἀνασυζήτησιν. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνασυζητήσεως εἶναι ὁριστικὸν, κυρώνεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ δημοσιεύεται ἐντὸς 10 ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς ἐπεψηφίσθη. Ἄρθρ. 3. Ἐπελθούσης διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως τὸ δικαίωμα τῆς αἰτήσεως ἀνασυζητήσεως ματαιοῦται.
§32ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὸ αὐτὸ πνεῦμα κατάρχει ἐν ἅπασι τοῖς ψηφίσμασιν, ἤτοι σχεδίοις ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ὑμῖν, Κύριοι πληρεξούσιοι. Οἱ προτείνοντες οὐδόλως διαφωνοῦμεν πρὸς ἀλλήλους κατὰ τὴν οὐσίαν, ὑπάρχουσι δ’ ἁπλῶς διαφοραί τινες κατὰ τοὺς τύπους. Τούτου γενομένου σαφοῦς εὐκολώτερον, νομίζω, ἀποβαίνει τὸ ἔργον μου νὰ ὑποδείξω κατὰ τί διαφέρει τὸ σχέδιόν μου ἐκείνων τῶν ἄλλων, καὶ διατί ὑποστηρίζω τὸ ἐμὸν ψήφισμα. Οἱ πάντες ὁμολογεῖτε, ὡς φρονῶ, ὅτι μετὰ τὴν Ὀκτωβριανὴν ἐπανάστασιν, ἰδίως δὲ μετὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, πλήρης ἡ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας ἐνάσκησις ἐνησκήθη ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ τῇ ἐντολῇ αὐτοῦ ἐναπετέθη εἰς τὸ σῶμα τοῦτο· ἐκπροσωπεῖται δ’ ὑφ’ ὑμῶν, διότι ἡ κυριαρχία ἐνυπάρχει ἐν τῷ Ἔθνει καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους εἶναι ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις· αὕτη, ὡς τοιαύτη, ἀπεῤῥόφησεν πάσας τὰς πρὸ τῆς συνόδου της ἐξουσίας, αὕτη λοιπὸν ἔχουσα τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν περιέλαβεν ἐν ἑαυτῇ τὰς τρεῖς ἐξουσίας τῆς πολιτείας, τὴν Νομοθετικὴν δηλαδὴ, τὴν Ἐκτελεστικὴν καὶ τὴν Δικαστικὴν, αἵτινες συνυπάρχουσαι συναποτελοῦσι τὸ ὅλον τῆς κυριαρχίας. Ἐκ τούτων μόνην τὴν δικαστικὴν ἀφῆκεν ὡς καὶ πρότερον εἰς τὰ δικαστήρια· εἰ δ’ ἐν ἐκτάκτοις τισὶ περιστάσεσιν ἀνέλαβε καὶ αὐτὴν ἡ Συνέλευσις καὶ ἐνήσκησε, κακῶς κατ’ ἐμὴν κρίσιν ἔπραξε τοῦτο, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν ἀναλάβῃ, ἐνασκήσασα δ’ αὐτὴν, καὶ μετελθοῦσα τὸ δικάζειν, παρεγνώρισε τὰς θεμελιωδεστάτας τοῦ δικαίου ἀρχὰς, διότι ἐδίκασεν ἀκλητεύτους καὶ κατεδίκασεν ἀναπολογήτους ἀνθρώπους, πρᾶγμα, ὅπερ οὐδ’ αὐτὸς ὁ Θεὸς (ὡσεὶ ὑποδεικνύων τοῖς ἀνθρώποις τὸ κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαστικοῦ ἔργου πρώτιστον καθῆκον τοῦ ἀκροάζεσθαι τῆς ἀπολογίας) ἔπραξεν· οὕτω πρὶν ἢ καταδικάσῃ τὸν Ἀδάμ, ἀνέκρινεν αὐτὸν, πρὶν ἢ καταδικάσῃ τὸν Κάϊν προὐκάλεσεν αὐτὸν εἰς ἀπολογίαν· καὶ ὅμως ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἀκριβῶς γινώσκει καὶ νὰ λανθάσῃ ἀδύνατον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νῦν περὶ τούτου. Τὴν δ’ ἑτέραν τῶν ἐξουσιῶν τούτων, τὴν νομοθετικὴν λέγω, δὲν ἦτο δυνατὸν εἰμὴ ἀναλαβοῦσα αὐτὴν καὶ νὰ τὴν κρατήσῃ μέχρι τέλους τῆς συγκροτήσεως αὐτῆς· ταύτην εἰς οὐδένα δύναται νὰ παραδώσῃ, διότι καὶ παντὸς ἄλλου βέλτιον αὕτη δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ κατ’ αὐτὴν, καὶ βέλτιον βουλεύονται οἱ πολλοί. Τῆς δ’ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὰ ἔργα μὴ δυναμένη ἐν σώματι νὰ μετέλθῃ, ὑπαρχούσης δὲ καὶ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης τοῦ ὑπευθύνου τοῦ τὰ κατ’ αὐτὴν μετερχομένου ἔργα, ἀνέθετο ἰδίως εἰς ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν. Ὥστε ὅ,τι ἡ ἐπιστήμη ἀναγράφει ὡς ἀρχὴν πολιτικὴν, ὡς ἀρχὴν συνταγματικὴν, τὴν διάκρισιν δηλονότι τῶν ἐξουσιῶν, τοῦτο καὶ κατὰ γενικὸν κανόνα ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ταύτης ἐτηρήθη. Ἀλλ’ ἤδη ἔρχεται ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν, εἰς αὐτὸν δὲ φύσει ἁρμόζει ἡ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας λειτουργία, εἰς αὐτὸν ὁμολογουμένως πρέπει νὰ δοθῶσι τὰ περικοσμοῦντα τὸ βασίλειον στέμμα ἡγεμονικὰ δικαιώματα, εἰς αὐτὸν ἄρα ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ παραδώσῃ τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν, τὴν ἐκτελεστικὴν λέγω, αὐτὸν δ’, ὡς ἡγεμόνα τῶν Ἑλλήνων, δέον νὰ περιβάλῃ μὲ τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα, διότι οὗτός ἐστιν ὁ ἀνώτατος τῆς πολιτείας ἄρχων, ὁ ἐκλεκτὸς τῆς Συνελεύσεως διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς, ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ Ἔθνους διὰ τῆς ὁμοθύμου ἐπικροτήσεως τοῦ λαοῦ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἡμῶν· οὗτος δ’ ὁ καὶ τῇ Εὐρώπῃ ἀσπαστὸς ὅπως ἄρξῃ τῶν Ἑλλήνων. Τὴν ἐκτελεστικὴν λοιπὸν ἐξουσίαν πρόκειται νὰ δώσωμεν, καὶ πρέπει νὰ τὴν δώσωμεν ὁλόκληρον τῷ Βασιλεῖ· ἀλλ’ ἔστιν ἀνάγκη ἑνὸς ψηφίσματος ἵνα δοθῇ αὐτῷ· ἔστιν ἀνάγκη ψηφίσματος, ὅπως παραιτηθῇ ἡ Συνέλευσις τῆς ἐξουσίας ταύτης. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι διὰ τοῦ ψηφίσματος δι’ οὗ συνεστήθη ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδόθη μετὰ ταῦτα ἄλλη μορφή, διότι μετεσχηματίσθη εἰς ὑπουργεῖον ὑπεύθυνον ἀμέσως ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως διοριζόμενον ὑπὸ τὴν προεδρείαν ἑνὸς πρωθυπουργοῦ, τὰ καθήκοντα ταῦτα διετυπώθησαν, εἶτα δὲ δι’ ἄλλων ψηφισμάτων ἐγένοντό τινες τροπολογίαι, ἀλλ’ οὐχ ἧττον πάντοτε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔμενε πράγματι ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ, διότι αὐτὴ διώριζε καὶ ἔπαυε τοὺς ὑπουργοὺς, κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ, πάντες δὲ γινώσκομεν ὁποίαν ἀκόρεστον χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου ἐποιήσατο ἡ Συνέλευσις, αὕτη δὲ θέλει παύει αὐτοὺς μέχρις οὗ ὁ Βασιλεὺς δώσῃ τὸν ὅρκον, καὶ ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν. Εἶναι λοιπὸν ἀπόλυτος ἀνάγκη διὰ ψηφίσματος νὰ παραιτηθῇ ἡ Συνέλευσις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἵνα ἐναποθέσῃ αὐτὴν εἰς τὸν Βασιλέα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ κυριαρχία ἐνυπάρχει καὶ συνυπάρχει τῷ Ἔθνει, καὶ ἐν μόνῳ τῷ Ἔθνει, εἶναι δὲ διὰ τοῦτο ἀδιαίρετος, ἀναπαλλοτρίωτος καὶ ἀπαράγραπτος, ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἁπλῶς ὁ ἄρχων τοῦ Ἔθνους, εἶναι ὁ πρῶτος πολίτης τοῦ Ἔθνους, εἶναι ὁ ἐκπροσωπῶν τὸ Ἔθνος· ὅθεν ἐθεωρήθη παρ’ ἅπασι τοῖς χριστιανικοῖς Ἔθνεσι συντελεστικὸν, ὅπως ὁ ἄρχων εἰς τὴν ἀνάληψιν τῆς ἡγεμονικῆς ἐξουσίας δίδῃ ὅρκον, εἴτε ἐκ διαδοχῆς περιέρχεται εἰς τὰ σκῆπτρα, εἴτε αἱρετὸς ὑπὸ τοῦ Ἔθνους λαμβάνει αὐτά. Τούτου ἕνεκεν ἐν πᾶσι τοῖς προτεινομένοις σήμερον ψηφίσμασι προτείνεται ἵνα δοθῇ ὅρκος· ἐπὶ τούτου λοιπὸν θέλω φέρει κατὰ πρῶτον τὸν λόγον καὶ ἀναπτύξει τὰς διαφοράς. Ὁ ὅρκος, ὃν διετύπωσα ἐν τῷ ψηφίσματί μου, ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ προστατεύω τὴν ἁγίαν ὀρθόδοξον τῶν Ἑλλήνων θρησκείαν, νὰ διατηρῶ καὶ ὑπερασπίζω τὴν ἐθνικὴν αὐτονομίαν καὶ ἀκεραιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ νὰ συμπράξω μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος». Μόνη διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἐμῆς καὶ τῆς ἄλλης προτάσεως τῶν Κυρίων πληρεξουσίων, προτάσεως τὴν ὁποίαν ἐν κοινῇ πάντων ἡμῶν συνεδριάσει, καὶ μετὰ μακρὰν σύσκεψιν συνέταξαν καὶ ὑπέγραψαν τὰ σπουδαιότερα πρόσωπα τῆς Συνελεύσεως ταύτης, ὅτι ἐκεῖνα μὲν ἠσπάσθησαν τὴν ἀρχὴν νὰ καταχωρήσωσι τὴν λέξιν τὴν ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν, ἐγὼ δὲ τὴν λέξιν ἐπικρατοῦσαν ἀφῄρουν. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία εἶναι ἡ ἐκκλησία ἥτις περιλαμβάνει τὰ πλεῖστα, σχεδὸν ἅπαντα μάλιστα, τὰ τέκνα τῆς Ἑλλάδος, ἐλευθέρας τε καὶ δούλης. Ἡ ἐκκλησία αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ πατρὶς τῶν δούλων γονέων μας, διότι τοῖς δούλοις μόνη πατρίς ἐστὶν ἡ ἐκκλησία. Ἡ ἐκκλησία αὕτη ἐστὶ τὸ λίκνον, ὅπερ ἐδέχθη ἡμᾶς, ἐστὶν ὁ τάφος ὅστις θέλει δεχθῆ ἡμᾶς. Ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς δουλείας ὑπῆρξεν ἡ παρήγορος ἡμῶν καὶ τὰς ἡμέρας τῆς ἀγαλλιάσεως ἡμῶν ἐπαγγελλομένη, ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς χαρᾶς δυνάμεθα νὰ ἐπιλησθῶμεν αὐτῆς; Ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ μία καὶ μόνη ἐκκλησία ὀρθόδοξος, δὲν εἶναι, ὡς ἐκλαμβάνουσιν αὐτήν τινες, ἁπλῶς ἐκκλησία θρησκευτικὴ, ἀλλ’ ὑπάρξασα δι’ ἡμᾶς ἔτι καὶ νῦν διατελεῖ καὶ διατελέσει ἐσαεὶ ἐκκλησία πολιτική· διότι αὐτὴ περιέθαλψε τὸν Ἑλληνισμὸν, αὐτὴ διετήρησε τὸν ἐθνισμὸν ἡμῶν. Μακρὰν λοιπὸν ἐμοῦ τε καὶ παντὸς Ἕλληνος πᾶσα ἰδέα πολέμου κατ’ αὐτῆς τῆς ἐκκλησίας· ὅστις Ἕλλην ἤθελε πολεμήσει τὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν, ἤθελεν ὑβρίσει τοὺς τάφους τῶν προγόνων του, ἤθελεν ὑβρίσει τοὺς ἁγίους ἐκείνους μάρτυρας, οἵτινες ἐπὶ τέσσαρας μακροὺς αἰῶνας εἰς γενεὰς γενεῶν διεδέχοντο ἀλλήλους, καὶ δὲν ἀντήλλαξάν ποτε ἐξομοτοῦντες τὸ μακρὸν μαρτύριον τοῦ δούλου πρὸς τὰ ἀπατηλὰ θέλγητρα τῆς ἡδυπαθοῦς θρησκείας τῶν τυράννων. Ἡ ἐκκλησία αὕτη ἵσταται πολὺ ὑψηλὰ, εἶναι ἡ ἀληθὴς ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ᾠκοδομημένη ἐπὶ τῆς ἀδιασείστου πέτρας, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς θέλει ποτὲ σαλεύσει, οὐδὲ αἱ πύλαι τοῦ ᾅδου θέλουσι κατισχύσει αὐτῆς. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ τεθῇ ἐν τῷ ψηφίσματι ἡ λέξις ἐπικρατοῦσα θρησκεία, μάλιστα δ’ ἀφοῦ ἐν τῷ Συντάγματι θέλει εὑρεθῆ ἀναγεγραμμένη ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς δημοσίας λατρείας, ἤτοι ἡ ἰσότης τῶν θρησκευμάτων; Ἡ ἡμετέρα θρησκεία, ναὶ, θέλει πάντοτε ἄρχει, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς λαμπρότητος αὐτῆς, ὅπως ἐπὶ τῆς γηΐνης σφαίρας λάμπει ὁ ἥλιος, καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ παντὸς ἄστρου ἐκλείπει ἡ δόξα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως εἶναι καλὸν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ νὰ μὴν ἀρχίσωμεν ἄρθρον πρὸς ἄρθρον.
§34ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὑπάρχει ὡσαύτως μία περιττολογία τὴν ὁποίαν οἱ ἄλλοι ἔντιμοι πληρεξούσιοι ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν· προσέθεντο οὗτοι τὴν λέξιν, Ἀνεξαρτησία πρὸς τῇ λέξει Αὐτονομία, αἱ δύο αὗται λέξεις εἰσὶν ἀλλήλαις ταυτόσημοι, ὁ αὐτόνομος ἀπ’ οὐδενὸς ἄλλου ἐξαρτᾶται.......
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν, διὰ νὰ εὐκολύνωμεν τὴν συζήτησιν Κ. Σαρίπολε νὰ μείνωμεν εἰς τὴν ἀρχήν.
§36ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἔστω· αἱ δύω λοιπὸν ἀρχαὶ, αἵτινες διαχωρίζουσιν ἡμᾶς εἰσὶν αἱ ἑξῆς· Ὑπάρχουσι τρία συστήματα ἐνταῦθα, α) τὸ σύστημα τῆς προτάσεώς μου, καὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Μαυρομαρᾶ, ἅπερ εἰσὶ σύμφωνα, β) τὸ ἕτερον σύστημα, ἤτοι τὸ σύστημα τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Καλοῦ, καὶ γ) τὸ σύστημα τῆς προτάσεως τῶν διαφόρων πληρεξουσίων. Διατί προτιμῶ τὸ σύστημα τὸ ἐμὸν τῶν δύω ἄλλων; Προτιμῶ αὐτὸ διότι πρεσβεύω, ὅτι τὸ σύνταγμα περιελάμβανε κυρίως δύω μέρη, τὸ περὶ δημοσίου δικαίου, καὶ τὸ περὶ συντάξεως τῆς πολιτείας· ὅτι πᾶσα ἐπανάστασις καταργεῖ τὸ δεύτερον μέρος, τὸ δὲ πρῶτον μένει ἄθικτον, διότι τοῦτο οὐδόλως χρῄζει νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ συντάγματι ὅπως ὑπάρξῃ, καθ’ ὅσον τὰ δημόσια δὴ λεγόμενα δίκαια συναποτελοῦνται ἐκ τῶν ἐμφύτων, ἤτοι συμφυῶν τῇ λογικῇ τοῦ ἀνθρώπου φύσει, δικαίων, καὶ διὰ τοῦτο συνυπάρχουσι τῷ ἀνθρώπῳ, ἔν τε τῇ δουλείᾳ, καὶ περ πολλάκις παραγνωριζόμενα καὶ παραβιαζόμενα, ὡς καὶ ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ· εἰ δ’ ἐγγράφονται ἐν τῷ Συντάγματι, γίνεται τοῦτο, οὐχὶ ὅπως δωρηθῶσι τῷ ἀνθρώπῳ, ἀλλ’ ὅπως τεθῶσιν ὑπὸ τὴν ἐγγύην τῆς πολιτείας· ἐγγράφονται, τὸ ἐπαναλέγω, ἐν τῷ Συντάγματι, ὅπως ἐκ φυσικῶν κατασταθῶσιν ἔννομα, ὅπως περιβληθῶσι κῦρος, ὅπως ἐξασφαλισθῶσι κατὰ τῆς ἐπηρείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις τείνουσα, ὡς ἐξ οἰκείας φύσεως, εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἑαυτῆς δυνάμεων, προσπαθεῖ ἵνα περικόψῃ αὐτὰ, ἵνα μειώσῃ τῶν πολιτῶν τὰ δίκαια. Τὰ δικαιώματα ταῦτα κρίνω ὅλως περιττὸν ἐν τῷ παρόντι ψηφίσματι νὰ δημοσιευθῶσι, νὰ καταγραφῶσι· διατυποῦνται μὲν καὶ ἐγγράφονται ἐν τῷ Συντάγματι, ὅπως ἔνθεν μὲν γνωρίζωσιν αἱ καθεστηκυῖαι ἀρχαὶ ὁποῖά εἰσι τὰ ὑπὸ τῆς κυριάρχου τοῦ ἔθνους θελήσεως τεθέντα αὐταῖς ὅρια, ἅπερ οὐδόλως δύνανται νὰ ὑπερβῶσιν, ἑτέρωθεν δὲ ὅπως ἀκριβῶς διαγινώσκωσιν οἱ πολῖται ὁποία ἡ ἔννομος ἔκτασις τῶν ἀτομικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων, ἵνα ἐν παντὶ καιρῷ καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον διεκδικῶσιν αὐτά· αὐτοὶ ἑαυτῶν εἰσὶ φύλακες, αὐτοὶ δ’ ἑαυτῶν ἄγρυπνοι σκοποί εἰσιν οἱ πολῖται, πάντες ὑπὲρ πάντων, καὶ ἕκαστος ὑπὲρ πάντων, καὶ πάντες ὑπὲρ ἑκάστου ἐγρηγόρως μεριμνῶντες. Ὡς δὲ οὐδεὶς στρατηγὸς συμπάσης τῆς στρατιᾶς εὑρισκομένης ὑπὸ τὰ ὅπλα συντεταγμένης διορίζει φύλακας αὐτῆς, οὕτω καὶ ἡ Συνέλευσις οὐδεμίαν ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ ἀπὸ τοῦδε περὶ τῶν δικαίων τούτων ἐγγυήσεις, νὰ θέσῃ τοὺς φύλακας πρὸς σωτηρίαν αὐτῶν, ἐν ἄλλοις λόγοις τοὺς περὶ αὐτῶν νὰ συγγράψῃ ὅρους καὶ θεσμούς· αὕτη ἐστὶ παροῦσα· αὕτη ἐκπροσωπεῖ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, οὐδεὶς ἄρα κίνδυνος μὴ ἡ κυριαρχία αὐτὴ ἑαυτὴν λυμαίνηται. Τὸ ἕτερον μέρος, τὸ περὶ συντάξεως τῆς πολιτείας, ἐστὶν αὐτόχρημα κατηργημένον πράγματι τε καὶ δικαίῳ· δικαίῳ μὲν, διότι πᾶσα ἐπανάστασις ἀναιρεῖ τὸ προϋπάρξαν πολίτευμα· πράγματι δὲ, διότι καὶ ὁ Βασιλεὺς Ὄθων ἐξεβλήθη, καὶ ἡ Βουλὴ διελύθη, καὶ ἡ Γερουσία κατελύθη, καὶ ἡ διαδοχὴ τοῦ Βαυαρικοῦ οἴκου κατηργήθη, καὶ ἡ ἀντιβασιλεία τῆς Βασιλίσσης Ἀμαλίας ἐμηδενίσθη. Ἡ προϋπάρξασα, εἶπον ἐγὼ, τῆς ἐπαναστάσεως πολιτεία ἐξέλιπε, τοὐτέστιν ὁ χάρτης ὅστις διέγραφε τὴν κατάστασιν πάσης ἐξουσίας πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἔγεινε χάρτης ἄγραφος, ἐξεσχίσθη. Ἐξεσχίσθη ὁ χάρτης ἐκεῖνος καὶ πᾶσαι αἱ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο ἀρχαὶ κατελύθησαν. Ἐφίσταται ἄρα ἀνάγκη ἀπόλυτος ἵνα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος, ὅπερ καθαρῶς εἶναι καὶ ἀσφάλτως δύναται νὰ ὀνομασθῇ τὸ ἡμέτερον προσωρινὸν πολίτευμα, νὰ διαχαραχθῇ ὁ κύκλος τῆς ἐνεργείας τοῦ Βασιλέως· ἂς ὁμολογήσωμεν λοιπὸν, ὅτι τοῦτο ἔσται τὸ προσωρινὸν ἡμῶν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον θέλει διέπει τὴν Ἑλλάδα μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν θέλει καταρτισθῇ τὸ Σύνταγμα, καὶ θέλει προσκληθῆ ἐνώπιον ἡμῶν ὁ Βασιλεὺς ἵνα δώσῃ τὸν ἐν αὐτῷ διατυποθησόμενον ὅρκον· ἄρα τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ὅπερ διῆπε τὴν Ἑλλάδα, πρότερον δὲν ὑπάρχει. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν ἀνέγραψα αὐτὸ, δὲν ἐμνημόνευσα αὐτοῦ, καὶ ἂς μοὶ συγχωρήσωσιν οἱ διαφωνοῦντές μοι ἔντιμοι συνάδελφοί μου, οἵτινες ἐμνήσθησαν αὐτοῦ ἐν τῷ σχεδίῳ ὅπερ εἰσάγουσι, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἀνεπόλησα τὴν μνήμην τοῦ Συντάγματος ἐκείνου, διότι ἐθεώρησα ἔλλειψιν ἁβροφροσύνης τὸ παραπέμψαι ἕνα ἡγεμόνα ἁγνὸν καὶ καθαρὸν πρὸς Σύνταγμα βεβηλωθὲν ὑπὸ ἀνθρώπου ὅστις ἐκλήθη νὰ ὑπερασπίσῃ αὐτό. Ἐκφράζων σαφέστερον τὴν ἰδέαν μου Κύριοι, σᾶς λέγω ὅτι ἓν Σύνταγμα εἶναι ἓν συμβόλαιον, εἶναι ἱερά τις συζυγία μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Ἔθνους· ὅταν δ’ ὁ ἕτερος τῶν συζύγων τούτων φωραθῇ μοιχὸς ὡς ἐφωράθη ὁ Ὄθων, ἐκεῖνο τὸ Σύνταγμα ἐξεσχίσθη, τὸ διαζύγιον ἐπῆλθε, τὸ Ἔθνος ἐξεδίωξεν αὐτὸν τῶν σκήπτρων. Εἶναι λοιπὸν ἄτοπον νὰ παραπέμψωμεν τὸν καθαρεύοντα καὶ νεαρὸν ἡγεμόνα ἡμῶν πρὸς τοιοῦτον συμβόλαιον, πρὸς ἐκεῖνο τὸ Σύνταγμα ὅπερ ἀδιακόπως ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτοῦ ἡμέρας, ἀπὸ τῆς 18 Μαρτίου 1844, παρεβιάσθη, καὶ ἐπ’ ὀλέθρῳ τοῦ ἡγεμόνος ἡ βεβήλωσις αὐτοῦ κατέληξε. Τὸ πρῶτον Σύνταγμα ἦτο, ἐξακολουθῶ τὴν μεταφορὰν ᾗ πρὸ μικροῦ ἐχρησάμην, τό προικοσύμφωνον ὅπερ συνήφθη μεταξὺ δύο συζύγων· διαζευχθέντων τούτων διὰ τὴν ἀπιστίαν τοῦ ἑτέρου, ὁ τὴν μοιχαλίδα σύζυγον ἐκβαλὼν τοῦ ἰδίου οἴκου λαμβάνων δὲ νέαν σύζυγον δὲν ἤθελεν ἆράγε ἁμάρτει πρὸς τὰ ἁπλούστερα τῆς ἁβροφροσύνης καὶ κοσμιότητος αἰσθήματα, εἰ ἀνεμιμνήσκετο ἐν τῇ τοῦ νέου συνοικεσίου του πράξει τοῦ πρὸς τὴν προτέραν αὐτοῦ σύζυγον συναφθέντος προικοσυμφώνου; Ἰδοὺ Κύριοι, τίς ὁ λόγος δι’ ὃν δὲν παρέπεμψα εἰς ἐκεῖνο τὸ Σύνταγμα ἀλλὰ προὐτίμησα τὸν ἄλλον τρόπον. Ὁ τρόπος οὗτος ἦναι νὰ καταλέξωμεν τὰ βασίλεια ἔργα ἐν τῷ νέῳ ψηφίσματι, τοῦτο καὶ ἔπραξα, διότι ὡς πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ μνημονεύσω τῶν συναποτελούντων αὐτὴν ἔργων, ἅτε γνωστῶν τοῖς πᾶσιν, ἐφ’ ᾧ καὶ περιωρίσθην νὰ εἴπω ἁπλῶς, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἅμα τῇ ὁρκίσει του ἀναλαμβάνει τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὴν πλήρη ἐνάσκησιν· ἵνα ὅμως γνωρίζῃ ὁ βασιλεὺς ὁποῖα τῶν Βασιλείων ἔργων, ἤτοι ἡγεμονικῶν, ὡς λέγονται, δικαιωμάτων, ἀναθέταμεν εἰς αὐτὸν, ἐνόμισα πολὺ εὐπρεπέστερον τὸ σύστημα τῆς καταλογῆς παρὰ τὸ σύστημα τῆς ἐξαιρέσεως. Ἐξηγοῦμαι· παρὰ νὰ εἴπωμεν «Σοὶ δίδω ὅλα ἐκτὸς τούτου καὶ ἐκείνου», προτιμητέον νὰ εἴπωμεν» «ἕξεις τοῦτο καὶ ἐκεῖνο». Ὁ τρόπος τῆς ἐξαιρέσεως καὶ ἄτοπος καὶ ἀόριστος εἶναι, τοὐναντίον δὲ ὁ τρόπος τῆς καταλογῆς τῶν δικαιωμάτων ἅπερ δώσωμεν τῷ Βασιλεῖ εἶναι ὁμολογουμένως καὶ ἀξιοπρεπὴς καὶ ἀνεπίδεκτος ἀμφιβολίας. Τὸ ψήφισμα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου μέμνηται προσέτι τοῦ ψηφίσματος τοῦ Ἔθνους τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862. Εἶναι ἆρά γε ἀναγκαῖον τοῦτο; Νομίζω ὄχι. Ἐπιτρέψατέ μοι ἵνα μνησθῶ παραπλησίου τινὸς ἱστορικοῦ γεγονότος. Κατὰ τὴν σύναψιν τῆς συνθήκης τοῦ Κάμπου–Φορμίου τὸ 1797 ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἡττημένης Αὐστρίας διομολογῶν συνθήκην πρὸς τὸν Βοναπάρτην, ὅπως περιποιηθῇ δῆθεν τὴν Γαλλικὴν δημοκρατίαν, ἔθετο ὡς πρῶτον ἄρθρον, ὅτι ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Γερμαίνας ἀναγνωρίζει τὴν Γαλλικὴν δημοκρατίαν. Ἀγερώχως ἀπήντησε τότε ὁ Βοναπάρτης, διάγραψον τοῦτο, ἡ δόξα τῆς Γαλλικῆς δημοκρατίας φεγγοβολεῖ ὡς ὁ ἥλιος, τυφλὸς εἶναι ὅστις δὲν βλέπει αὐτήν. (Εὖγε! εὖγε!) Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ μνησθῶμεν τοῦ ψηφίσματος τῆς 10 Ὀκτωβρίου, τυφλώττει ὅστις δὲν βλέπει, τὴν λαμπρὰν αἴγλην δι’ ἧς τὸ ψήφισμα τοῦτο τὸ ὡραῖον μέτωπον τῆς Ἑλλάδος περιέβαλεν (εὖγε! εὖγε! χειροκροτήσεις)· ἡ Εὐρώπη τὴν εἶδεν· ὁ κόσμος ὅλος τὸ ἐπεκρότησεν· ἡ Εὐρώπη ἀνεγνώρισεν ἀμέσως τὸ τελεσθὲν ἀναιμάκτως ὑπὸ τοῦ μεγαλουργοῦ Ἔθνους ἡμῶν (εὖγε! εὖγε!) καὶ βεβαίως ὁ Βασιλεὺς ὅστις ἔρχεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου τὸ γνωρίζει καλῶς, εἶναι ἡ ἑδραία βάσις ἐφ’ ἧς ἱδρύθη ὁ θρόνος του· εἶναι τὸ κατασταῖνον αὐτὸν ἀληθῶς λαοπρόβλητον Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων. Ἄλλως τε Κύριοι, δὲν εἶσθε σεῖς οἱ ἁρμόδιοι νὰ κηρύξητε τὸ κῦρος τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου. Σεῖς ἔχετε μὲν πᾶσαν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἔχετε αὐτὴν ὡς ἐντολοδόχοι τοῦ Ἔθνους, μὴ λησμονῆτε ὅμως, ὅτι ὑπεράνω ὑμῶν εἶναι ὁ λαὸς, ὁ λαὸς ὅστις συνέγραψεν ἐκεῖνο τὸ ψήφισμα. Σεῖς δύνασθε νὰ μεταβάλητε τὰ ψηφίσματα τὰ ὁποῖα κάμνετε, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ψήφισμα ὑπέρκειται τῶν δυνάμεων τῆς ἐξουσίας ὑμῶν. (εὖγε! εὖγε!) Αἱ διατάξεις τοῦ ψηφίσματος τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862 εἰσὶν ἰσχυραὶ, εἰσὶν αἰώνιαι, ὁ δὲ νέος Βασιλεὺς ἡμῶν λαμβάνει ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους τὸ στέμμα του καὶ τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα, ἀπὸ τῶν χειρῶν δηλαδὴ τοῦ λαοῦ ἐκείνου ὅστις συνέγραψεν ἐν τῇ κυριαρχίᾳ του καὶ τὸ ψήφισμα τῆς 10 Ὀκτωβρίου. Δὲν δύναται λοιπὸν ποτε ὁ Βασιλεὺς νὰ θέσῃ εἰς ἀμφισβήτησιν τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα. Ἐναργεστέραν τῶν λόγων μου ἀπόδειξιν δὲν δύναμαι νὰ φέρω εἰμὴ αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ ψήφισμα. Τί λέγει τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο; «Καταργεῖται ἡ βασιλεία τοῦ Ὄθωνος,» ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς ἂν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θρόνου ἠδύναντο νὰ καθεσθῶσι δύο βασιλεῖς; Ὄχι βέβαια! αὐτὴ λοιπὸν ἡ πρᾶξις τῆς ἐκλογῆς τοῦ Βασιλέως Γεωργίου ὡς Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἡ προσεπιβεβαίωσις τῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους, ἣν ἐξεδήλωσεν ἐν τῷ ψηφίσματι τῆς 10 Ὀκτωβρίου, τὴν δ’ ἐκλογὴν ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων του προσεπεκύρωσε διὰ τῆς γενικῆς αὐτοῦ ἀγαλλιάσεως, ἠσπάσθη ἐκ καρδίας αὐτὴν, ἡ δὲ θέλησις τοῦ ἔθνους εἶναι καὶ ἔσται, ὡς εὐχόμεθα, ἀμετάβλητος. Ἔρχομαι εἰς τὸ ψήφισμα τοῦ Κ. Καλοῦ, ὅπερ εἶναι συντεταγμένον κατὰ τὸν δεύτερον τρόπον· διότι, ὡς εἶπον, τὸ τοῦ Κυρίου Μαυρομαρᾶ εἶναι ἀπαράλλακτον πρὸς τὸ ἰδικόν μου, μόνον ὡς πρὸς τὸν ὅρκον κατὰ μικρὸν διαφέρει, ὁ Κ. Καλὸς, οὔτε καταλέγει, ὡς ἐγὼ, τὰ βασίλεια ἔργα, οὔτε παραπέμπει εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ 1844, ὡς οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ θεωρεῖ ἁπλῶς ὅτι ὅτε κύκλος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τὰ τοῦ ἡγεμόνος δικαιώματά εἰσι διευκρινισμένα διὰ τῆς ἐπιστήμης τοῦ δημοσίου δικαίου, ὅθεν οὐδὲ εἰδικῆς τινος χρήζουσι, κατ’ αὐτὸν, μνείας. Καὶ τοῦτο μὲν ἀληθές· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ σαφὲς αἴρει πάντοτε πᾶσαν ἀμφιβολίας ἀφορμὴν, προτιμῶ τὸν τῆς καταλογῆς τρόπον, ὃν ἐγὼ ἠκολούθησα, τοῦ τῆς ἀναφορᾶς πρὸς τὴν ἐπιστήμην, ὃν προτιμᾷ ὁ Κ. Καλὸς, καὶ τὸν ὁποῖον ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὑπεστήριξεν ὁ Κ. Ἀθ. Πετσάλης. Ἀλλ’ ὁ Κ. Καλὸς περιπίπτει εἰς ἓν λάθος, κατ’ ἐμὲ ἀσύγγνωστον, διότι λέγει ἐν τέλει τοῦ σχεδίου του «ἡ Συνέλευσις παραγγέλει τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Βασιλέα». Δὲν εἶναι Κύριοι τὸ ὑπουργεῖον ὅπερ θέλει ἀναθέσει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Βασιλέα, διότι οὐδ’ ἔχει αὐτὴν τὸ ὑπουργεῖον· τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἔχει ἡ Συνέλευσις, τὸ δ’ ὑπουργεῖον κατ’ ἐντολὴν τῆς Συνελεύσεως ἐνεργεῖ αὐτὴν, καὶ ἡ Συνέλευσις, ὡς καὶ πρότερον εἶπον, δύναται ἑκάστοτε ν’ ἀνακαλέσῃ ἣν ἔδωκεν αὐτῷ ἐντολήν. Καταλήγω Κύριοι, ἐνταῦθα τὸν λόγον μου· κατέδειξα ὑμῖν τὰ μειονεκτήματα τῶν προτάσεων τῶν ἀντιφρονούντων μοι· ἐκλέξατε ὑμεῖς οἷον τῶν τριῶν συστημάτων θέλετε· φρονῶ ὅμως ὅτι ἡ ἁβροφροσύνη ἀπαιτεῖ νὰ μὴ δεχθῆτε, οὔτε τὸ τοῦ Κυρίου Καλοῦ διὰ τὴν ἀοριστίαν του, οὔτε τὸ τῶν ἄλλων ἐντίμων πληρεξουσίων διότι εἰς τὸ καταργηθὲν σύνταγμα τοῦ 1844 παραπέμπει, ἀλλὰ νὰ δεχθῆτε τὸ σύστημα τοῦ ψηφίσματος ὅπερ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν, διότι τοῦτο ἓν πρὸς ἓν καταλέγει ἅπαντα τὰ βασίλεια δικαιώματα, ἅτινα πρέπον εἶναι ν’ ἀναθέσωμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὸν Βασιλέα. Τὸ ψήφισμα ὁπωσδήποτε ἂν συνταχθῇ βραχεῖαν ἕξει τὴν ἰσχὺν, καθόσον ἅμα συνταχθέντος τοῦ νέου συντάγματος παύσει αὕτη, καλὸν ὅμως, καί τοι βραχύβιον, νὰ μὴ ᾖναι οὔτε ἀόριστον, οὔτε ἀναφορικὸν πρὸς σύνταγμα οὗ τὴν εὐλαβῆ τήρησιν ἄλλος ἡγεμὼν ὡρκίσθη καὶ ἀνοσίως κατεπάτησεν.
§37ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, περιορίζομαι νὰ ἀντιπαραβάλω τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ προλαλήσαντος ἐντίμου πληρεξουσίου τοῦ Πανεπιστημίου ψήφισμα πρὸς τὸ ὑποβαλλόμενον παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τοῦτο καὶ μόνον ἀνεπτύχθη ἐνώπιόν σας. Κατὰ γενικὴν ἀρχὴν εἰς δύο τινὰ διαφέρουσι τὰ δύο ψηφίσματα, εἰς τοῦτο, ὅτι κατὰ τὸ ψήφισμα τοῦ Κ. Σαριπόλου προσδιορίζονται ὡρισμέναι ἐξουσίαι, αἵτινες ἀπονέμονται εἰς τὸν βασιλέα καὶ γίνεται ἡ ἀπαρίθμησις αὐτῶν. Τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ἡ ἐπιτροπὴ ἀντὶ ν’ ἀπαριθμῇ ὀνομαστὶ καὶ νὰ περιορίζηται ὁ ἀριθμὸς γίνεται ἡ μνήμη τοῦ Συντάγματος. Ἡ διαφορὰ εἶναι σπουδαία διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἐνταῦθα εἶναι δύο μεγάλαι ἐξουσίαι· ὅταν πρόκηται δύω ἐξουσίαι νὰ συμπράξωσιν, ἡ ἐξουσία ἡ βασιλικὴ καὶ ἡ ἐξουσία τῆς Συνελεύσεως, ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι προτιμώτερον νὰ ὑπάρχουν τὰ ὅρια διαγεγραμμένα ἀκριβῶς, καὶ πᾶσα τοιαύτη ἀκρίβεια μέλλει νὰ διατηρήσῃ τὴν πλήρη ἁρμονίαν, διότι πολλάκις ἡ ἁρμονία διαταράττεται οὐχὶ ἀπὸ σπουδαῖόν τινα σκοπὸν, ἀλλ’ ἀπὸ παρεξήγησιν· εἶναι λοιπὸν φρόνιμον ἀπ’ ἀρχῆς νὰ ἀποφύγωμεν πᾶσαν τοιαύτην παρεξήγησιν· τὸ Σύνταγμα τὸ πρὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους τοὺς ἕλληνας, πᾶς τις γνωρίζει καὶ τὰς ἐλαχίστας αὐτοῦ διατάξεις, γνωρίζει τὴν ἔκτασιν αὐτοῦ· τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ἐξασφαλίζει τὰ κυριώτερα τῶν δικαιωμάτων, τά ὁποῖα καὶ ἡ Συνέλευσις ἀναλαβοῦσα τὴν ἀρχὴν τῆς συντάξεως τῆς πολιτείας μέλλει μετ’ ὀλίγον νὰ καθιερώσῃ καί τινα μέρη αὐτῶν νὰ διορθώσῃ ἐπὶ τὸ βέλτιον. Κατὰ τὴν κρίσιν λοιπὸν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἰργάσθη ἐπὶ τούτου, προτιμώτερον εἶναι νὰ ὑπάρχωσι διαγεγραμμένα αὐτὰ τὰ ὅρια, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ μὴ ἐμφιλοχωρήσῃ οἱαδήποτε παρεξήγησις· ἂν θέλωμεν νὰ τὰ ἀπαριθμήσωμεν, ὡς ἔπραξεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου, εἶναι εὔκολον νὰ παραλείψωμέν τι, εἶναι εὔκολον νὰ ὀνομάσωμεν ἤδη ἐξουσίας, αἱ ὁποῖαι καὶ διὰ τῆς νέας φράσεως τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται, νὰ ἔχωσιν ἔννοιαν ἄγνωστον, μὴ δεδοκιμασμένην. Ὡσαύτως δὲν ἀναφέρει ὅλην τὴν σφαῖραν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν διαγράφει τὸ Σύνταγμα. Ἐρχόμεθα πρὸ πάντων εἰς τὸ τοῦ ὅρκου.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Ὑστερώτερα, διὰ νὰ μὴν ἔμβωμεν εἰς τὰ καθέκαστα.
§39ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κατ’ ἀρχὴν λοιπὸν τὰ δύο ταῦτα συστήματα εἰς τοῦτο διαφέρουσι· τὸ πρᾶγμα, νομίζω, ἐκδηλοῦται ἁπλῶς διὰ τῶν λέξεων, ἃς ἀνέφερον εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ νομίζω, ὅτι τοῦτο καὶ μόνον θέλει πείσει τὴν Συνέλευσιν νὰ προτιμήσῃ τὸ ὑποβαλλόμενον παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς σύστημα.
§40ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά, Κύριε Πρόεδρε.
§41ΚΑΛΟΣ. Κύριοι! ὅταν τὰ ἔθνη περιέλθωσιν εἰς ἣν ἡμεῖς σήμερον εὑρισκόμεθα κατάστασιν, δύο συστήματα ἐπικρατοῦν, ἢ ὁ ἡγεμὼν μένει καὶ ἔχει ὅλην τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν μέχρι τῆς καθιερώσεως τοῦ νέου πολιτεύματος, ἢ συντακτικὴ Συνέλευσις ἔρχεται καὶ ἀναλαμβάνει αὐτὴν τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Παρ’ ἡμῖν τὸ πρῶτον ἔλαβε χώραν, ὅταν κατὰ τὴν 3 Σεπτεμβρίου ἠναγκάσθη ὁ ἀδέξιος ἐκεῖνος βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος Ὄθων νὰ καλέσῃ Συνέλευσιν· τότε ἀφέθη εἰς αὐτὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, τινὰ μόνον τῶν νομοθετημάτων εἰσήχθησαν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἐπῆλθε τὴν 10 Ὀκτωβρίου ἡ ἔξωσις τοῦ Ὄθωνος καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐξησκήθη προσωρινῶς ὑπὸ τῆς τότε συσταθείσης Κυβερνήσεως, μετὰ δὲ τὴν συγκάλεσιν ὑμῶν, συνεχωνεύθη εἰς τὴν συντακτικὴν Συνέλευσιν. Τρία συστήματα παρουσιάζονται ἐνώπιόν σας· κατὰ τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον φέρει ἡ ἐπιτροπὴ, δὲν γίνεται ἀρίθμησις τῆς ἐξουσίας τοῦ βασιλέως· κατὰ τὸ δεύτερον γίνεται ἀρίθμησις, ἀλλὰ τοῦτο δὲν συνάδει μὲ τὸ συμφέρον καὶ τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ βασιλέως· κατὰ τὸ τρίτον, τὸ ἰδικόν μου, οὐδὲ ἀρίθμησις γίνεται, οὐδὲ παραπομπὴ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, καὶ τοῦτο ἔπραξα διότι δὲν θεωρῶ τὴν παραπομπὴν σύμφωνον μὲ τὴν διάθεσιν τῆς Συνελεύσεως καὶ μὲ τὸ συμφέρον τῆς βασιλείας. Τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο κατηργήθη ἀπὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου καὶ ἔκτοτε ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ ἡ Γερουσία καὶ πᾶν ἄλλο νομοθετικὸν σῶμα κατηργήθη.
§42ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§43ΚΑΛΟΣ. Ναὶ, Κύριοι, οὐδ’ εἶναι ζήτημα, ἐὰν ὑφίσταται Γερουσία, καὶ ὅμως ἠναγκάσθην νὰ φέρω πρὸ πολλοῦ πρότασιν τὴν ὁποίαν παρακαλῶ ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἐπιψηφίσητε, διότι ἄλλως πιστεύεται τὸ ἐναντίον.
§44ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§45ΚΑΛΟΣ. Ἔρχομαι λοιπὸν εἰς τὸ κύριον θέμα καὶ λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ μνεία, διότι διὰ τῆς μνείας ἐκείνης ἐνδέχεται, παρατεινομένης αὐτῆς τῆς καταστάσεως, τῆς σημερινῆς, τουτέστι νὰ συνεδριάζῃ ἡ Συνέλευσις παρόντος καὶ αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως, νὰ γεννηθῶσι ζητήματα, ἂν καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ὁ νέος ἡγεμὼν καὶ οἱ σύμβουλοι αὐτοῦ θέλουσι σεβασθῆ τὸν ὅρκον καὶ τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους· ἐνδέχεται ὅμως νὰ γεννηθῶσι ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀντὶ νὰ διευκολύνωσι τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ προκαλέσωσι μεγαλειτέραν ἀφοσίωσιν εἰς τὸν ἡγεμόνα, νὰ διεγείρωσι πάθη καὶ ταραχάς. Ἐντεῦθεν φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ μνεία τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844. Τὰ δικαιώματα τῶν συνταγματικῶν ἡγεμόνων εἶναι ἀναμφισβήτητα καὶ ἐκεῖ ὅπου τὰ συντάγματα εἶναι βασιλόδοτα, καὶ ἐκεῖ ὅπου τὰ λαμβάνει ὁ λαὸς διὰ τῆς ἐπαναστάσεως. Ἰδοὺ ὁ λόγος δι’ ὃν δὲν θέλω νὰ γείνῃ μνεία τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844. Δὲν διαφέρω μὲ τὴν πρότασιν τῶν Κυρίων οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι εἰς τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζουν· μόνον καὶ μόνον σιωπῶ τὴν παραπομπὴν διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῇ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ. Καὶ χθὲς καὶ σήμερον διστάζουν πολλοὶ ἂν αὔριον δὲν γείνῃ χρῆσις δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δὲν φαίνεται ἐντελῶς καταργούμενον διὰ τοῦ ψηφίσματος, καὶ ἡ χρῆσις ἑνὸς τοιούτου βασιλικοῦ ἢ κυβερνητικοῦ δικαιώματος ἀντίκειται πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ βασιλέως· ἐντεῦθεν ἐπιμένω εἰς τὸ σύστημα νὰ μὴ γείνῃ παντάπασι μνεία τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, οὐδὲ ἀρίθμησις διότι ἄλλως ἠθέλομεν περιπέσει εἰς ἕνα μέγαν λαβύρινθον.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ἀθανάσιος Πετσάλης....
§47ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ πρῶτον ἕνας ἄλλος.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λόντος· ἐπὶ τοῦ συστήματος.
§49ΛΟΝΤΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν Κύριον Καλλιγᾶν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ. Δηλιγιάννης.
§51Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ἐπιτροπήν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ὁ Κύριος Μαυρομαρᾶς.
§53ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐφρόνουν πάντοτε καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ὑπεστήριξα, ὅτι πολὺ δυσκόλως δύναμαι νὰ συμβιβάσω δύω μεγάλας ἐξουσίας τοῦ ἔθνους, τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, ἥτις περιλαμβάνει ἐν αὑτῇ ὅλας τὰς ἐξουσίας, καὶ τὴν μεγάλην ἐξουσίαν, τὴν ἐκτελεστικὴν, ἥτις θεωρεῖται, ὅτι ἀναβιβάζει ἕνα ἄνθρωπον εἰς τὸν ὑπέρτατον βαθμὸν τῆς ἐξουσίας, καὶ τὸν ὀνομάζει ὑπέρτατον ἄρχοντα· καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἀμφιβολίᾳ, τὴν ὁποίαν εὕρισκον ἐν τῇ κρίσει μου ἐφρόνουν, ὅτι ἐν ὅσῳ ὑπάρχει ἡ Συνέλευσις ἄνευ ὁριστικοῦ πολιτεύματος, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ὁρκισθῇ ἕνας Βασιλεὺς πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς βασιλείας, δὲν πρέπει νὰ ἀναλάβῃ αὕτη τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ περιμείνῃ νὰ τῇ δοθῶσι πλήρεις αἱ συνταγματικαὶ ἐξουσίαι. Οἱ συνάδελφοί μου μὲ ἀντέκρουσαν διὰ λογικῶν ἐπιχειρημάτων, παραστήσαντές μοι ὅτι ἡ ἰδέα μου εἶναι ἄτοπος, διότι δὲν δύναταί τις νὰ λέγηται Βασιλεὺς, χωρὶς νὰ ᾖναι καὶ πράγματι Βασιλεύς. Ἂν θέλητε, ἡ ἰδέα αὐτὴ ἑνὸς συναδέλφου μου, μολονότι εἰς τὴν ἰδικήν μου διάνοιαν εὑρίσκετο ἀδικαιολόγητος, μόλοντοῦτο εἰς τὰ πράγματα μὲ ἔπειθεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ ᾖναι Βασιλεὺς, ἅμα πατήσῃ τὸ ἔδαφος ἑνὸς τόπου, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ἐξουσίαν πραγματικήν. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ ἄλλη ἰδέα πῶς θὰ ἐξασκήσῃ τὰ Βασιλικὰ προνόμια καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὁ Βασιλεύς; καὶ ἐδῶ ἐπῆλθεν ἡ διαίρεσις τῶν δύω συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν οἱ προλαλήσαντες· οἱ μὲν ἠθέλησαν διὰ γενικῆς ἀναφορᾶς εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 νὰ ἀπονεμηθῶσι τῷ Βασιλεῖ ὅλα τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα τοῦ Συντάγματος ἐκείνου, καθόσον συμβιβάζονται μὲ τὸ ψήφισμα τοῦ λαοῦ καὶ τῶν τῆς Συνελεύσεως· ἡ δὲ ἄλλη γνώμη ὑπεστήριζεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν τὸν κυκεῶνα τοῦτον τῆς ἀναφορᾶς τῆς σημερινῆς καταστάσεώς μας μὲ ἓν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θεωροῦμεν πλέον νεκρὸν γράμμα. Συνετάχθην μὲ τὴν δευτέραν γνώμην καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς εἰδικῆς ἀπαριθμήσεως ὅλων τῶν ἐξουσιῶν καὶ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα θέλει ἐξασκήσει ὁ Βασιλεὺς κατ’ αὐτὸ τὸ μεσάζον διάστημα ἀπὸ τῆς ἐλεύσεώς του μέχρι τῆς ὁριστικῆς καταρτίσεως τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀναγκαία διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, λίαν ἐπικίνδυνον νὰ ἀνατρέξωμεν, ἔστω καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν πρόσκαιρον ἐποχὴν, εἰς ἓν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον περιέχει ἀπείρους διατάξεις μὴ συμβιβαζομένας πλέον σήμερον, καὶ παρεχούσας μεγάλας ἀμφιβολίας εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη θέλουσιν ἕλκει πολλὰ συμφέροντα καὶ πολλὰς ἐξουσίας ἐξ ἐκείνου τοῦ πολιτεύματος· κανεὶς δὲν τολμᾷ παῤῥησίᾳ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἰσχύει τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, οὐχ’ ἧττον ὅμως ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι δύναται νὰ ἀρύωνται δικαιώματα ἐξ ἐκείνου τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν λοιπὸν ἀποφύγωμεν νὰ ἀναφερθῶμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ Σύνταγμα, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπωφελέστερον καὶ πολιτικώτερον· καὶ ἂν δὲν καθιερώσωμεν εἰδικῶς τὰς ἐξουσίας, τὰς ὁποίας θὰ ἀπολαμβάνῃ προσωρινῶς ὁ Βασιλεὺς, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἄλλο ἀποτέλεσμα, ὅτι θὰ τῷ δώσωμεν προσωρινῶς ἐξουσίας, τὰς ὁποίας θὰ ἀναγκασθῶμεν μετ’ οὐ πολὺ νὰ ἀφαιρέσωμεν· καὶ ἰδοὺ διατί εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 ἔχει ὁ Βασιλεὺς πολλὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πιθανῶς θὰ ἔλθῃ ἓν νέον πολίτευμα νὰ ἀφαιρέσῃ. Ἐὰν λοιπὸν κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν ὁ Βασιλεὺς ἐξασκήσῃ αὐτὰ τὰ δικαιώματα, καὶ μετὰ ταῦτα ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ τὰ ἀφαιρέσῃ, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς μίαν ἀντίφασιν ἀσυμβίβαστον. Σᾶς ἀναφέρω τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων. Ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 δύναται νὰ προτείνῃ νόμους, ἐπειδὴ ἔχει τοῦτο τὸ δικαίωμα, κατ’ ἐκεῖνο τὸ Σύνταγμα, ἂν τὸ κυρώσητε διὰ τοῦ ψηφίσματος τούτου, ἔχει τὸ δικαίωμα τότε καὶ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως νὰ φέρῃ προτάσεις.
§54ΠΟΛΛΟΙ. Γίνεται ῥητὴ ἐξαίρεσις ὡς πρὸς τοῦτο εἰς τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος;
§55ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ δικαίωμα, εἶναι καὶ πολλὰ ἄλλα.
§56ΠΟΛΛΟΙ. Φέρετε ἕν.
§57ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι προχείρως ἄλλα. Τέλος πάντων κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι αἱ ἐξουσίαι ἢ προνόμια, ὅσα ἔχει ὁ Βασιλεύς, πρέπει νὰ ᾖναι καθιερωμένα δι’ ἑνὸς ψηφίσματος· διότι ὅταν ἔλθωμεν καὶ εἰς τὴν οὐσίαν θὰ ὁμιλήσω κατὰ τῆς ἀρνησικυρίας.
§58ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§59ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἂς ἀκούσωμεν, Κύριε Πρόεδρε, τὸν Κύριον Διομήδην.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸν ἐμποδίζω.
§61ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διατηρήσητε τὴν τάξιν τῆς ἐγγραφῆς.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλος ἐγγεγραμένος, ὁ Κύριος Μίλησης.
§63ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ὡμίλησε, εἶναι οἱ ΚΚ. Ῥοντήρης. Ζαΐμης, Διομ. Κυριακοῦ.
§65ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ διεγράφην, Κύριε Πρόεδρε;
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπατε ὅτι περὶ τοῦ συστήματος δὲν θέλετε νὰ ὁμιλήσητε.
§67ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶπα, ὅτι ἐπειδὴ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸ σύστημα τοῦ Κυρίου Καλοῦ, λαμβάνω κατόπιν τὸν λόγον.
§68ΔΙΟΜ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ διαιρεθῶμεν σπουδαίως. Δὲν ὑπάρχει κατ’ ἐμὲ οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι προτιμώτερον εἶναι τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον τὰ πολλὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον μέρος εἰς αὐτήν, ἀλλ’ εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος. Δὲν εἶναι δὲ παντάπασιν ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατό τις νὰ ἐξάξῃ ἔκ τινων ἀγορεύσεων, ὅτι τρόπον τινὰ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει τι βασιλικώτερον, θέλει νὰ δώσῃ μεγαλείτερα δικαιώματα εἰς τὸν Βασιλέα.
§69ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§70ΤΙΝΕΣ. Ἄλλως δὲν ἰσχύει τὸ Σύνταγμα.
§71ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι βλασφημία, Κύριοι, νὰ θέσωμεν εἰς ἀμφιβολίαν τὴν ἱερότητα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1813. Εἰς αὐτὸ χρεωστοῦμεν τὰς διασωθείσας ἐλευθερίας μας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κακῶς ἐφηρμόσθη τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἔπαθεν ὁ ἔκπτωτος ἡγεμών. Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐξασκοῦν τὰς ἐλευθερίας των, περὶ πολλοῦ ποιοῦνται τοὺς τίτλους των, ἔστω καὶ ἀτελεῖς, καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν Ἀγγλίαν. Ἐὰν παραβάλλητε τὸν μέγαν χάρτην τῆς Ἀγγλίας, καθὼς καὶ τὰς ἄλλας κυρώσεις τῆς Ἀγγλικῆς ἐλευθερίας, τὰς γενομένας κατὰ καιροὺς μεμακρυσμένους μὲ τοὺς νεωτέρους θεσμοὺς τῆς Ἀγγλίας θέλετε ἰδεῖ ὅτι οἱ νεώτεροι εἶναι ἐντελέστεροι καὶ πληρέστεροι, οὐχ ἧττον ὅμως οἱ Ἄγγλοι δὲν περιφρονοῦν, ἀλλὰ μετ’ εὐλαβείας ἐπικαλοῦνται τοὺς ἀρχαίους χάρτας των καὶ εἰς πάντας τούς τε ἀρχαίους καὶ τοὺς νεωτέρους θεσμούς των στηρίζουν τὰς ἐλευθερίας των. Διατὶ λοιπὸν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀπαξιῶμεν τοῦ νὰ μνημονεύσωμεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, τὸ ὁποῖον ἐκύρωσε διὰ κοινῆς ψήφου ὅλον τὸ ἔθνος; Μακρὰν τοῦ νὰ τὸ θεωρῶμεν μετὰ περιφρονήσεως, πρέπει περὶ πολλοῦ νὰ τὸ ποιώμεθα, ἐὰν καὶ τυπικῶς δὲν ἰσχύει τώρα, ὅτε βέβαια ἰσχύει διὰ τῆς Συνελεύσεως ἡ ἐνεργείᾳ θέλησις τοῦ ἔθνους. Μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην λέγω, ὅτι δύο εἶναι τὰ προτεινόμενα συστήματα. Κατὰ τὸ ἓν γίνεται ἡ ἀπαρίθμησις τῶν Βασιλικῶν δικαιωμάτων· κατὰ τὸ ἄλλο γίνεται παραπομπὴ αὐτῶν εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὸ δεύτερον σύστημα προτείνουσιν εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς Συνελεύσεως οἱ συνελθόντες πολλοὶ πληρεξούσιοι, ἐν οἷς καί τινες πολύπειροι, καὶ αὐτὸ ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ· ἐσκέφθησαν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα τὸ μέχρι τῆς συντάξεως τοῦ νέου συντάγματος, ἤτοι ἐπὶ ἕνα, δύο, ἢ τρεῖς τὸ πολὺ μῆνας, καὶ πρέπει νὰ εὐχηθῶμεν τὸ διάμεσον τοῦτο διάστημα νὰ ᾖναι ὅσον ἔνεστι βραχύτερον, ἐσκέφθησαν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ ἐν λεπτομερείᾳ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ μόνον ἐν συνόλῳ διὰ τῆς μνείας τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος. Τὸ δὲ οὔτε νὰ ὁρισθῶσι ῥητῶς αἱ βασιλικαὶ πράξεις, οὔτε νὰ γείνῃ παραπομπὴ εἰς τὸ παλαιὸν σύνταγμα, τοῦτο δὲν τὸ ἐννοῶ, καθότι μόναι αἱ λέξεις ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ βασιλικὰ δικαιώματα εἶναι ὅλως ἀόριστοι, ἐξηγούμεναι διαφόρως κατὰ τοὺς διαφόρους θεσμοὺς ἑκάστης χώρας. Ὅτι δὲ τὸ πρῶτον σύστημα, δηλαδὴ τῆς ῥητῆς μνείας τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων, δὲν εἶναι ἤδη τὸ καταλληλότερον, φέρω εἰς παράδειγμα τὸ λεγόμενον, ὅτι ὁ βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κόπτῃ νομίσματα, καθὼς καὶ συνάπτῃ συνθήκας καὶ νὰ τὰς ὑποβάλλῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Συνελεύσεως. Νομίζετε ἆρά γε, ὅτι ἐν τῷ βραχυτάτῳ τούτῳ διαστήματι ὁ Βασιλεὺς θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ μεταχειρισθῇ ἐν σπουδαιότητι πάντα τὰ βασιλικὰ δικαιώματα; καὶ ὅμως καταγράφοντες αὐτὰ ἐν λεπτομερείᾳ, ὑποδεικνύομεν τὴν καὶ ἄνευ ἀνάγκης χρῆσίν των. Ὀρθότερον εἶναι λοιπὸν τὸ ἄλλο σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀποδίδεται εἰς τὸν Βασιλέα ἀπεριορίστως, ἀλλὰ καθ’ ὁμάδα τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν θέλει κάμει χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, ἅπερ ὅπως δήποτε ἄνευ ἀνάγκης δύνανται νὰ ἐξηγηθῶσιν ὡς προσβάλλοντα ἐμμέσως τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Συνελεύσεως· σᾶς ἀνέφερα παράδειγμα τὸ νὰ κόψῃ νόμισμα ἅμα φθάσῃ ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλο κακὸν ἡ ἀπαρίθμησις τῶν βασιλικῶν πράξεων. Διὰ νὰ ᾖναι τελεία, πρέπει νὰ ᾖναι πλήρης· ἀλλὰ διὰ νὰ ᾖναι πλήρης, πρέπει νὰ γείνῃ μνεία καὶ πολλῶν ἄλλων διατάξεων, μὲ τὰς ὁποίας εἶναι εἰς συνάφειαν τὰ βασιλικὰ δικαιώματα. Παραδείγματος χάριν ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σαριπόλου ἀναφέρει ῥητῶς τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπαλλήλους· ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ μία διάταξις τοῦ συντάγματος, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἐννοοῦμεν ὡς ἰσχύουσαν, δηλ. ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι δι’ ὀλίγων στίχων δὲν δυνάμεθα νὰ καταγράψωμεν ἓν σύνολον πλῆρες, ἄλλως πρέπει ν’ ἀντιγράψωμεν εἰς τὸ ψήφισμα ὅλα τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Προτιμότερον λοιπὸν εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ παραπέμπον εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ 1844, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ περισσοῦ δὲν θεωρῶ κακὸν, ἂν καλῶς ἐφηρμόζετο. Ἐπειδὴ ὅμως ἐφηρμόσθη κακῶς, διὰ τοῦτο ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις. Ἔχω ὅμως ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἄρθρου τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἀντιῤῥήσεις.
§72ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ εἶναι εἰς τὰ καθέκαστα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Πετσάλης.
§74ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἂν δὲν ἐπροκαλούμην. Τρία συστήματα ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν καὶ ἐγὼ μέρος· τὸ ἓν εἶναι τὸ τοῦ Κυρίου Σαριπόλου, τὸ δεύτερον εἶναι τὸ ὑπογραφὲν σχέδιον ψηφίσματος ὑπὸ τῶν πληρεξουσίων, ἓν τρίτον, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσίασεν ἐνώπιόν σας ὁ Κύριος Καλὲς, καὶ ἐπαρουσιάσθη ὡσαύτως ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ τελευταῖον ἀπεμακρύνετο καὶ ἀπὸ τὰ δύω προηγούμενα, ἐθεώρει περιττὸν τὸ νὰ γείνῃ παραπομπὴ εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ 1844, καὶ τὸ νὰ ἐκτεθῶσι λεπτομερῶς αἱ ἐξουσίαι, αἱ ἀπονεμόμεναι εἰς τὸν Βασιλέα, καθ’ ὅσον ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη. Ἐὰν καλῶς, Κύριοι, προσέξωμεν, ἐὰν θελήσωμεν μετ’ ἐπιστασίας νὰ κρίνωμεν, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀνάγκη, οὔτε τοῦ πρώτου συστήματος, οὔτε τοῦ δευτέρου. Ἐὰν ἡ ἀκριβολογία ἡ αὐστηρὰ εἶναι ἀναγκαία πρὸς ἀπομάκρυνσιν συγκρούσεως καὶ ἐρίδων μεταξὺ τῶν ἐξουσιῶν, αὐτὴ ἡ ἀνάγκη δὲν δικαιολογεῖται σήμερον, ἀλλὰ παρουσιάζεται μόνον εἰς τὸ σύνταγμα, τὸ μετ’ ὀλίγον συζητηθησόμενον καὶ ψηφισθησόμενον. Αὐτὴ, λέγω, ἡ ἀκριβολογία δὲν ὑπαγορεύεται ἀπὸ ἀμφισβητήσεις, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται εἰς τὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον, ἀλλ’ ἀπὸ ἀμφισβητήσεις, τὰς ὁποίας τὸ συμφέρον, τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ἐμπνέεται ὁ ἄνθρωπος ὡς τοιοῦτος, ἠμποροῦν νὰ κάμουν νὰ γεννηθοῦν. Τὶ εἶναι, Κύριοι, ἐκτελεστικὴ ἐξουσία; Εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων τῶν παρῳχημένων, τῶν μέχρι τοῦδε ἰσχυόντων, καὶ τῶν ἑπομένων, τίποτε περισσότερον, τίποτε ὀλιγώτερον. Κανεὶς δὲν θέλει ἰσχυρισθῆ, ὅτι εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὑπάρχει τι πλειότερον. Ὅσον θέλομεν ἂς ἀναπτύξωμεν τὴν ἰδέαν ταύτην δι’ εἰδικοτήτων ἑνὸς συντάγματος ἢ ψηφίσματος, περισσότερον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐννοοῦμεν. Λέγομεν δὲ ὅτι ἁπλῶς καὶ γενικῶς ἀπονέμοντες πλήρη τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Ἡγεμόνα, τῷ δίδομεν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐνεργῇ τοὺς ὑπάρχοντας ἐν ἰσχύϊ νόμους. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἓν μέρος τοῦ ζητήματος. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ δεύτερον μέρος τὸ ἀφορῶν τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα. Ἡγεμονικὰ δικαιώματα λέγονται, διότι παντοῦ καὶ πάντοτε καὶ εἰς τὰ συνταγματικὰ καὶ εἰς τὰ δεσποτικὰ κράτη ἐθεωρήθησαν ἀναπόσπαστα ἀπὸ πᾶσαν μοναρχικὴν πολιτείαν διὰ νὰ συντηρῆται ἡ μοναρχία. Ἀλλὰ μήπως εἶναι τόσον πολυπληθῆ καὶ τόσον ὑπεράριθμα, ὅσον τὰ ἐθεώρησεν ὁ πρὸ ἐμοῦ λαλήσας ἔντιμος πληρεξούσιος Σπετσῶν; Εἶναι τόσον εὐάριθμα καὶ τόσον ὀλίγα, καὶ τόσον εὐνόητα καὶ εὐδιάκριτα, ὥστε κανεὶς ἠμπορεῖ νὰ τὰ ἀπαριθμήσῃ εἰς τὰ δάκτυλά του, ὡς τοιαῦτα δὲ δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἐκτεταμένων ἐκθέσεων καὶ λεπτομερειῶν. Ὅσον καὶ ἂν ἐπροσπάθησα νὰ ἐξερευνήσω αὐτὰ τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα, πρὸ πάντων ἐντὸς τοῦ μοναδικοῦ συντάγματος, τὸ ὁποῖον εὔχομαι ἡ πατρίς μου νὰ ἀκολουθήσῃ αὐστηρῶς καὶ ἀπαρεγκλίτως, τοῦ Ἀγγλικοῦ, δὲν εὗρον περισσότερα ἀπ’ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα θέλω σᾶς εἴπει. Καὶ μόλον τοῦτο ἐκεῖ θεωρεῖται ἡ ἐξάσκησις τῆς μοναρχικῆς ἐξουσίας ἀρκοῦσα, αὐτοτελὴς, δυναμένη νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν κοινὸν σκοπόν· καὶ οὐδέποτε μέχρι σήμερον ἀπὸ τοῦ 1668 δὲν ἠκούσθη παράπονον οὔτε ἐκ μέρους τῆς μοναρχίας, οὔτε ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἢ περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα ἂν καὶ μὴ εἰδικῶς ὁρισθέντα. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα εἶναι τὰ ἑξῆς. Τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπουργοὺς καὶ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ κράτους, μὴ ἐξαιρουμένων καὶ τῶν δικαστικῶν, διότι ὁ Βασιλεὺς εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη πρὸ πάντων, θεωρεῖται ἡ πηγὴ τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἓν τῶν δικαιωμάτων, γνωστότατον, διότι κανεὶς δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ, κανεὶς δὲν ἦλθέ ποτε νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν πρέπει νὰ τὸ ἔχῃ ἡ μοναρχικὴ ἐξουσία εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη. Καὶ εἰς τὰ δεσποτικὰ δὲ ἀκόμη αὐτὸ τὸ δικαίωμα θεωρεῖται ἀναμφισβήτητον.
§75ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον Κ. Πρόεδρε.
§76ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ δεύτερον δικαίωμα τὸ ἡγεμονικὸν, εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ ἄρχειν τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων τοῦ ἔθνους, τὰς ὁποίας δύναται ὁ ἡγεμὼν καὶ αὐτοπροσώπως νὰ διοικῇ. Τὸ τρίτον εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ συνάπτειν συνθήκας περὶ ἐμπορίου καὶ συμμαχιῶν, τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν πόλεμον καὶ κλείειν εἰρήνην, καὶ αὐτὸ οὐδέποτε ἠμφισβητήθη. Θέλετε βέβαια θεωρήσει, ὅτι τὰ δικαιώματα αὐτὰ ὅλα καὶ ἄλλα τὰ ὁποῖα θέλω εἰπεῖ ἐντὸς ὀλίγου, ὀλίγιστα ἀκόμη, μὲ τὰ ὁποῖα περιβάλλεται ἡ μοναρχία, εἶναι μεγάλα, ἀποτελοῦν μίαν δύναμιν ὑπέρογκον καὶ σοβαρὰν ἐντὸς τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ δικαιώματα ἰσοῤῥοποῦνται εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη ἀπὸ μίαν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν διατηρεῖ τὸ συνταγματικὸν ἔθνος ἐν ἑαυτῷ, τὴν δύναμιν τοῦ ἐλέγχειν καὶ τὴν τοῦ διατάττειν τοὺς φόρους. Εἰμπορεῖ πολὺ καλὰ εἰς βασιλεὺς νὰ κηρύξῃ πόλεμον, ἀλλ’ ὅταν τὸ ἔθνος δὲν τοῦ δίδῃ χρήματα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν κηρύξῃ, καὶ ἐν γένει δὲν εἰμπορεῖ νὰ καταχρασθῇ οὐδὲν αὐτῶν τῶν μεγάλων δικαιωμάτων, ὑπάρχοντος εἰς τὸ ἔθνος τοῦ ἐλέγχου· οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ κατάχρησις, ἥτις νὰ προσβάλῃ τὰ δικαιώματα τούτου. Τὸ τέταρτον δικαίωμα εἶναι τὸ τοῦ κόπτειν νόμισμα. Ὁ προλαλήσας Κύριος πληρεξούσιος Σπετσῶν ἐφοβήθη μεγάλην ζημίαν εἰς τὸ ἔθνος, ἐὰν ὁ βασιλεὺς ἤθελε σπεύσει νὰ κόψῃ νόμισμα. Νομίζω ὅτι αὐτὸ ἤθελεν εὐχαριστήσει πολὺ τὸν τόπον, ἐὰν ταχύτερον ἔβλεπεν ἓν νόμισμα σταθερὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε χρησιμεύσει ταχύτερον νὰ κανονίσῃ τὰς ἐμπορικὰς σχέσεις, καὶ τὰς δοσοληψίας μεταξὺ τῶν πολιτῶν, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς μίαν σύγχυσιν, παραδεχόμενοι ὅλα τὰ ξένα νομίσματα, τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα φθαρμένα δὲν ἔχουν τὴν πραγματικήν των ἀξίαν. Ἀλλ’ ὁ βασιλεὺς βεβαίως, ἐρχόμενος ἐνταῦθα, ἔχει πολλὰ ἄλλα σπουδαιότερα ἀντικείμενα περὶ ὧν νὰ σκεφθῇ. Τέλος εἶναι τὰ δικαιώματα τῆς χάριτος καὶ τῆς ἀμνηστείας, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ᾖναι ἀπαραβίαστος, ἢ καθὼς λέγουν οἱ Ἄγγλοι «Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἠμπορεῖ νὰ πράξῃ ἀδικίαν, κακόν.» Καὶ πραγματικῶς ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην τῆς ὑπογραφῆς τῶν ὑπουργῶν διὰ νὰ ἐνεργῇ, πῶς δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν σωτήριον αὐτὴν ἀρχὴν, ἥτις ἐξασφαλίζει τὰς συνειδήσεις τῶν λαῶν, τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν τῶν κοινωνιῶν, ὅταν ὁ νόμος θεωρῇ τὸν Βασιλέα ἀνεύθυνον διὰ πράξεις τὰς ὁποίας δὲν δύναται μόνος νὰ ἐνεργήσῃ. Αὐτὰ λοιπὸν εἶναι ὅλα τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα. Δὲν δύναταί τις νὰ εὕρῃ ἓν, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποδείξῃ ὅτι παρέλειψα. Εἰς κανὲν σύνταγμα τοῦ κόσμου μοναρχικὸν, καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἀγγλικοῦ περιλαμβανομένου, δὲν θέλει εὑρεθῆ τις νὰ παραστήσῃ ἓν ἕτερον τὸ ὁποῖον νὰ θεωρῆται ἀναγκαῖον εἰς τὴν ὕπαρξιν ἢ τὴν ἐνέργειαν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας τῆς Μοναρχίας καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προστεθῇ ἀκόμη, ἢ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐκ τῶν ἀπαριθμηθέντων ὑπάρχει τι τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ. Αὐτὰ τὰ δικαιώματα ὠνομάσθησαν ἡγεμονικὰ διὰ τὸν λόγον, ὅτι θεωροῦνται μόνον εἰς τοὺς ἡγεμόνας ἐκτελοῦντας τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀναπόσπαστα. Εἰς δὲ τὰς δημοκρατίας δὲν ἐθεωρήθησαν ἀναπόσπαστα ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν, τοὐλάχιστον εἰς τὰς περισσοτέρας αὐτῶν. Κανὲν προνόμιον ἐξ αὐτῶν δὲν ἐδόθη εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἀμερικανικῆς δημοκρατίας, μήτε αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν τοὺς ὑπαλλήλους τῷ ἐδόθη ὁλόκληρον. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ μόνον τοὺς κατωτέρους ὑπαλλήλους, τοὺς ἀνωτέρους τοὺς διορίζει ἡ Γερουσία. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν κατὰ τὸ 1848 εἰς τὸν Πρόεδρον ἐδόθησαν περισσότερα δικαιώματα, τοῦτο ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους. Δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα ταῦτα εἰς δημοκρατικὴν ἐκτελεστικὴν κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐκεῖ ἡ Προεδρεία ἐθεωρήθη μία γέφυρα πρὸς τὴν μοναρχίαν. Ὅταν λοιπὸν δὲν ᾖναι ἀποδεδειγμένη ἡ ἀνάγκη νὰ προστρέξωμεν εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ 1844, διὰ νὰ ὁρίσωμεν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὸν βασιλέα, ὅταν ἀφ’ ἑαυτῶν ᾖναι ἀναμφισβήτητα εἰς τὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον, ὅταν αὐτὰ εὑρίσκωνται ἐντὸς ὅλων τῶν συνταγμάτων τοῦ κόσμου καὶ ἐντὸς ὅλων τῶν βιβλίων, ὅταν αὐτὰ ἀναγνωρίζωνται καὶ εἰς συνταγματικὰ καὶ καθαρῶς μοναρχικὰ κράτη, ποῖος ὁ λόγος ἄνευ ἀνάγκης νὰ κάμωμεν παραπομπὴν εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ 1844, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε εἷς ἀνεμοστρόβιλος τῆς ἐπαναστάσεως διέλυσεν, ἀπελάκτισεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ἀπελάκτησε, λέγω, ὡς ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, (θόρυβος) ὡς ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξεπλήρωσε τὸν σκοπόν του, ὡς ἔργον τέλος πάντων, τὸ ὁποῖον πολὺ καλῶς εἰς τὴν ἀρχὴν εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἐλυμήνατο τὸ πνεῦμα τῆς διαφθορᾶς, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐξοικείωσε μὲ τὰς οἰκτρὰς παραβιάσεις του καὶ νοθεύσεις του. Ἰσχυρίζονται ὅτι τὸ ἔργον ἦτο καλὸν, καὶ ὅτι ὁ ἡγεμὼν ἦτο κακὸς, ὁ ἡγεμὼν τὸ παρεβίασε καὶ διὰ τοῦτο ἐτιμωρήθη! Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἔργον ἐκεῖνο, Κύριοι, ἦτο καλὸν, φρονῶ, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ οὔτε κἂν Συνέλευσις· ἤθελε περιορισθῆ ἡ ἐπανάστασις εἰς τὴν ἀποπομπὴν τοῦ ἡγεμόνος, εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, τῆς κακῆς ἐκείνης Βουλῆς, καὶ ἤθελε μία νέα Βουλὴ ὁμοῦ μὲ τὴν Γερουσίαν πράξει ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Συνέλευσις ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν νέου ἡγεμόνος. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ πέσῃ συγχρόνως καὶ ἡ Γερουσία· ἦτο ἀνάγκη νὰ πέσῃ ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα· καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀνακαλέσῃ τις ἓν μέρος αὐτοῦ χωρὶς νὰ ὑβρίσῃ τὴν ἐπανάστασιν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀνακαλέσῃ μέρος τοῦ οἰκοδομήματος αὐτοῦ χωρὶς νὰ δώσῃ ἰσχὺν εἰς ἀπαιτήσεις σαθρὰς καὶ ἐκμηδενισθείσας πολλῶν γερουσιαστῶν ἑτοιμαζομένων νὰ κινήσωσιν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ δημοσίου, διεκδικούντων δικαιώματα κατὰ τὸ σύνταγμα· δὲν ἐννοῶ τὴν λογικήν σας, δὲν καταλαμβάνετε ὅτι δίδοντες ἐν μέρει ἰσχὺν εἰς τὸ ἐκπορνευθὲν ὑπὸ τοῦ Ὄθωνος σύνταγμα, ἐλαττόνετε τὴν ἰσχὺν τῆς ἐπαναστάσεως, δίδετε ἠθικὴν ἰσχὺν πλαγίως, ἐμμέσως εἰς ἀπαιτήσεις φανταστικὰς καὶ παραλόγους; Παρακαλῶ νὰ τὸ σκεφθῆτε. Τέλος πάντων δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ἀποδείξετε τὴν ἀνάγκην, δὲν ἔχετε ὑπὲρ ὑμῶν τὴν λογικὴν, μᾶς προκαλεῖτε εἰς σολοικισμὸν πολιτικὸν, μᾶς προκαλεῖτε εἰς ἀσυνέπειαν πολιτικὴν, ἡ ὁποία, ἐὰν δὲν ᾖναι προφανὴς εἰς ὅλους, τοὐλάχιστον εἰς πολλοὺς εἶναι προφανής. Ὑποτεθείσθω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρισθῶσιν ἀπὸ τοῦδε τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν Ἡγεμόνα, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐκ πρώτης ἀφετηρίας ἀρχίζομεν ἀπὸ δυσπιστίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐδείξαμεν εἰς τὰς κυβερνήσεις τὰς πολλῷ ὑποδεεστέρας ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, τὰς ὁποίας εἰς τὸ διάστημα δέκα μηνῶν ἐδημιουργήσαμεν, καὶ πρὸς τὰς ὁποίας ποτὲ δὲν ἐδυσπιστήσαμεν ὥστε νὰ ἀπαιτήσωμεν καὶ ὁρίσωμεν ἀκριβῶς τὰ δικαιώματά των. Συνετάξαμεν δι’ αὐτὰς ἓν ψήφισμα, εἰς τὸ ὁποῖον εἴπομεν, ἀπονέμομεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ὄχι τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα, καὶ ἐνοήσαμεν νοερῶς νὰ ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπαλλήλους. Ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλὰ τὸ ψήφισμα, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι περιορίζεται εἰς αὐτὰς τὰς λέξεις. Ἐνεπιστεύθημεν αὐτὰς τὰς Κυβερνήσεις καὶ σήμερον δι’ ὀλίγας ἡμέρας, (πιστεύω ὅτι θὰ ᾖναι ἡμέραι μόνον), κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος, διότι αἱ περιστάσεις, τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος θὰ μᾶς ἀναγκάσωσι νὰ σπεύσωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερα εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ Συντάγματος, θέλομεν νὰ λάβωμεν πᾶσαν ἀσφάλειαν κατὰ τῆς βασιλικῆς ἀρχῆς; Ἀλλ’ ἔστω ὅτι θέλει παρέλθει εἷς μὴν ἢ καὶ δύο· δι’ αὐτοὺς τοὺς δύο μῆνας θέλομεν νὰ λάβωμεν ὅλα τὰ προφυλακτικὰ μέτρα κατὰ μίαν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδὲν μᾶς δικαιώνει, ἐν ᾧ τὸ ἔθνος ἀναθέτει τὰς χρηστοτέρας ἐλπίδας εἰς τὴν ἔλευσιν τοιούτου ἡγεμόνος; Καὶ ἀλλοίμονον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλοίμονον εἰς τὸ ἔθνος, ἐὰν αὐτοῦ ἤδη ὑπάρξῃ ἡ ἄγκυρα τῆς διατηρήσεως τῶν ἐλευθεριῶν του, εἰς τὸν αὐστηρὸν ὁρισμὸν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα δι’ ὀλίγας ἡμέρας, δι’ ἕνα μῆνα, διὰ δύο μῆνας θέλει ἐξασκήσει ὁ ἡγεμὼν μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου συντάγματος, ὅπερ δὲν ἐκάμαμεν ὁσάκις ἀνεθέσαμεν τὴν ἐξουσίαν εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐξελεξάμεθα ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν Συνέλευσιν, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν οὐδεμιᾶς ἀξίας, ὥστε νά δείξωμεν κατ’ ἐξαίρεσιν πρὸς ταῦτα τοσαύτην ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀποποιούμεθα εἰς τὸν ἐκλεκτὸν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Οἱ ὑπερασπιζόμενοι τὸ σύστημα τῆς παραπομπῆς στηρίζονται καὶ εἰς ἕνα ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἰς τὰ ὄμματά μου τὸν θεωρῶ γελοῖον. Πρέπει νὰ μὲ συγχωρήσητε, διὰ τὴν ἔκφρασιν ταύτην, ἠμπορεῖτε νὰ θεωρήσητε τὴν κρίσιν μου διημαρτημένην καὶ ἐσφαλμένην, ἀλλὰ μὲ τὸν μικρόν μου νοῦν τὸν βλέπω γελοῖον· εἶναι ἀνάγκη λέγει, νὰ ὁρίσωμεν ἐντὸς τοῦ ψηφίσματος τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων, τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὰ προσωπικὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ σεβασθῇ ὁ βασιλεὺς εἰς τὴν ἐνέργειάν του. Θὰ ἐρωτήσω ὅμως αὐτοὺς τοὺς Κυρίους νὰ μὲ ἀπαντήσωσιν, ἂν αἱ περὶ αὐτῶν ἀόριστοι διατάξεις, αἱ περιεχόμεναι ἐντὸς τοῦ συντάγματος τοῦ 1844 ὠφέλησαν κατά τι τὸ ἔθνος, ἢ ὠφέλησαν κατά τι αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, ἐὰν εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὰς ἐπικαλεσθῶσι. Μία Συνέλευσις ἀντιπροσωπεύουσα ὁλόκληρον τὸ ἑλληνικὸν κράτος, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ὁλόκληρον τὴν ἑλληνικὴν φυλὴν, πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ εἰς πράγματα, καὶ ὄχι εἰς ματαίας θεωρίας, διότι αἱ θεωρίαι εὑρίσκουσι χώραν εἰς τὰ σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐξετάζονται μόνον θεωρητικῶς τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἐνώπιον μιᾶς Συνελεύσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ τακτοποίησις καὶ ἐξασφάλισις τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος, πρέπει νὰ ἐνασχοληθῶμεν νὰ καθιερώσωμεν πραγματικὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουν ὑπερασπισθῆ τὰς ἐλευθερίας της κατὰ πάσης ἐνδεχομένης προσβολῆς καὶ ἐπ’ αὐτῶν εἰς τὸ μέλλον νὰ στηριχθῶμεν καὶ οὐχὶ ἐπὶ ἁπλῶν θεωριῶν, ἀπομεμακρυσμένων ἢ διαψευδομένων ἀπὸ τὰ πράγματα, διότι τοῦτο ἤθελεν εἶναι παράβλεψις μεγίστη τοῦ καθήκοντος. Νομίζω ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν θὰ ἐῤῥίψατε τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸ κάτω μέρος τῆς Ἑρμαϊκῆς ὁδοῦ πρὸς τὸν Πειραιᾶ καὶ θὰ ἴδετε πολλὰ ἐρείπεια, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἀπὸ τὰς πράξεις τῆς παρελθούσης ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἔγειναν αὐτὰ ἐρείπεια, χωρὶς νὰ δοθῇ καμμία ἀποζημίωσις, καὶ εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος καὶ εἰς πολλὰ τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ὅλου τοῦ Κράτους, ἂν καὶ μία διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 ὁρίζει ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἱερὰ καὶ οὐδεμία αὐτῆς ἀφαίρεσις γίνεται εἰμὴ μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν. Τί ὠφελεῖ λοιπὸν, ἡ θεωρία ἡ ἀόριστος, ἡ ὑπάρχουσα εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ ἡ ὁποία σήμερον μᾶς ἀναγκάζει νὰ κάμωμεν παραπομπὴν εἰς αὐτὸ ἀκυρωμένον ὄν;
§77ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ἐκείνη ἡ διάταξις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἱερὰ, ὠφέλησεν εἰς τὸ ν’ ἀποβάλωμεν δικαιολογημένως τὸν Ὄθωνα, ἡ παραβίασις αὕτη, καὶ ἡ ὅλων τῶν ἄλλων ἐντὸς τοῦ Συντάγματος διατάξεων.
§78ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν σᾶς ἀπατῶ (γέλως). Τί ὠφέλησεν ἡ διάταξις ἐκείνη, ὅτι ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος, ἀφοῦ γνωρίζομεν, ὅτι ἡ παρελθοῦσα ἐξουσία μετεχειρίσθη ὅλα τὰ ἀθέμιτα μέσα καὶ κατεπίεζε τοὺς ἐφημεριδογράφους καὶ ἐφυλάκιζεν αὐτοὺς καταδικάζουσα αὐτοὺς αὐθαιρέτως; τί ὠφελεῖ ἐκείνη ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι οὐδεὶς συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἐντάλματος δικαστικοῦ, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐπὶ τῆς Ναυπλιακῆς ἐπαναστάσεως ἡ ἐξουσία ἐκείνη ἄνευ ἐντάλματος καὶ αὐθαιρέτως ἐγέμισε τὰς φυλακὰς, καὶ τέλος πάντων τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν, περὶ τοῦ ὁποίου τοσάκις ἐγένετο λόγος, εἰς τί ὠφέλησε; Δὲν σᾶς εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ Μουντζουρίδης κατέστησε τὸ γραφεῖόν του ταχυδρομεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὅλα τὰ γράμματα ἀπὸ τὸ ταχυδρομεῖον, τὰ ἀπεσφράγιζε καὶ διένεμεν ἐξ αὐτῶν ὅσα καὶ ὅπου ἤθελεν; Καὶ ταῦτα ἐποίει πληθούσης ἀγορᾶς, συνεδριαζούσης Γερουσίας καὶ Βουλῆς, ὑπάρχοντος ἐλευθέρου τοῦ τύπου. Ποῖα μέσα παρεῖχε τὸ Σύνταγμα κατὰ τῶν παραβιάσεων τούτων; Μερικοὶ, Κύριοι, δὲν ἐννοοῦν, ὅτι τὰ Συντάγματα δὲν εἶναι, θεωρίαι· τοὺς συγχωρῶ, δὲν ἐννοοῦν ὅτι τὰ Συντάγματα εἶναι ἐγγυήσεις, καὶ πᾶσα διάταξις περιεχομένη εἰς ἓν Σύνταγμα, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται ἐπὶ ἐγγυήσεων εἶναι διάταξις ματαία. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἐγγυήσεων ὁποῖαι πρέπει νὰ ᾖναι. Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν νὰ συντάξωμεν διδασκαλικὸν καὶ θεωρητικὸν Σύνταγμα, ἠμποροῦμεν νὰ συντάξωμεν αὐτὸ εὐκόλως, ἢ νὰ παραπέμψωμεν εἰς τὸ τοῦ 1844. Ἐγὼ ὅμως ἐπεθύμουν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐπεθύμουν διὰ τὴν πατρίδα μου ἑκάστη διάταξις αὐτοῦ νὰ στηρίζηται εἰς πραγματικὴν ἐγγύησιν, διότι ἡ τάσις τῶν ἐξουσιῶν τοῦ νὰ σφετερίζωνται δικαιώματα ἀλλότρια ὑπάρχει εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, σπάνιαι εἶναι αἱ ἐξαιρέσεις Ἡγεμόνων σεβομένων ἀκριβῶς καὶ αὐστηρῶς τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν, ἡ φιλαρχία εἶναι ἔμφυτος εἰς τὸν ἄνθρωπον. Ἐὰν μόνον αἱ θεωρίαι ἦσαν ἱκαναὶ νὰ περιορίσουν τὰς καταχρήσεις, οὐδόλως ἤθελον γίνεσθαι ἐπαναστάσεις. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Σπετσῶν ἔδωκε καὶ ἕνα ἄλλον λόγον, λόγον τὸν ὁποῖον, ἂς μὲ συγχωρήσῃ, τὸν θεωρῶ ἐσφαλμένον καὶ ἀπομακρυνόμενον ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν. Ἐπεκαλέσθη τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος, ἐπεκαλέσθη τὸ Ἀγγλικὸν Σύνταγμα, τὰ πράγματα εἶναι ὅλως ἀλλοῖα ἐκεῖ, ἀφ’ ὅ,τι τὰ ἐπαρουσίασεν. Οὐδέποτε οἱ Ἄγγλοι, ὁσάκις ἔκαμαν ἐπανάστασιν, ἠμφισβήτησαν τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὰ δικαιώματα τοῦ ἡγεμόνος, οὐδὲ ἐζήτησαν ὁμολογίας ἐπὶ θεωριῶν· ὁσάκις τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος ἔλαβε τὰ ὅπλα, τὰ ἔλαβε διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ δικαιώματά του, τὰ ὁποῖα ἡ ἐξουσία εἶχεν ἀποῤῥοφήσει, τὰ δικαιώματα αὐτὰ ἐστήριζεν εἰς πραγματικὰς ἐγγυήσεις. Δὲν εἶναι ἄρα ἀληθὲς εἰς παλαιότερον Σύνταγμα ὅτι ἔγεινε παραπομπὴ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὁσάκις ἔγεινε νέον ἔγγραφον, τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐπρωτοκόλλησε νέα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ὁ Βασιλεὺς νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ νὰ σεβασθῇ εἰς τὸ μέλλον. Τέλος πάντων, Κύριοι, ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἀπέναντι τοῦ ὀλίγου χρόνου, ὡς πρὸς τὸν ὁποῖον ἡμεῖς μέλλομεν νὰ παραδώσωμεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Βασιλέα, πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁριστικοῦ Συντάγματος, συνεδριαζούσης μέχρι τότε τῆς Συνελεύσεως, οὔτε ἀναγκαῖον εἶναι, οὔτε εὐπρεπές, νὰ θελήσωμεν νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς λεπτομερείας καὶ εἰς ἀκριβολογίας περὶ τοῦ ὁρισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς αὐτὸν ὡς ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ὡς ἡγεμόνα, δικαιώματα, λέγω, περὶ τῶν ὁποίων οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἀμφισβήτησις, οὔτε δύναται νὰ ὑπάρξῃ καθ’ ὅσον νομίζω, ὅτι ἡ ἁβροφροσύνη ἀπαιτεῖ νὰ δείξωμεν εἰς αὐτὸν τόσην ἐμπιστοσύνην, ὅσην ἀπεδείξαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κ. Ῥούφου, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν προσδιωρίσαμεν μὲ τόσην αὐστηρότητα ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματά της. Ἀλλά, Κύριοι, ἐπὶ ὑποθέσει, ὅτι δὲν πείθεσθε εἰς τὴν πρότασίν μου, εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νὰ μὴ ἐκτεθῶμεν εἰς ὁρισμοὺς, περιττοὺς τῶν ἐξουσιῶν, τὰς ὁποίας τῷ παραχωροῦμεν, ἀλλὰ νὰ χαρακτηρίσωμεν αὐτὰς διὰ γενικῆς ἐκφράσεως, ἡ ὁποία κατὰ πάντα τὸν σκοπὸν συμπληροῖ, ἐν περιπτώσει λέγω, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑμεῖς ἀπαιτεῖτε νὰ ὁρίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως, τὰ ὁποῖα, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀποδείξω, εἶναι πολλὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα ἅπαντα ἠμποροῦμεν ἐντὸς μιᾶς σελίδος χάρτου νὰ περιγράψωμεν, διὰ τὶ νὰ μὴ τὰ περιγράψωμεν χωρὶς νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ παραπέμψωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844. Δὲν ἐπιθυμῶ αὐτὴν τὴν παραπομπὴν, τὴν βλέπω σκολιὰν, τὴν βλέπω σκοτεινὴν, δὲν ἠξεύρω τὶ ὑποκρύπτει, ἡ συνείδησίς μου μὲ θέτει εἰς δυσπιστίαν καὶ τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον δὲν μὲ πείθουν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα πολλοὶ τῶν Κυρίων μετεχειρίσθησαν διὰ νὰ μὲ πείσουν. Τί θὰ εἴπῃ, Κύριοι, ἡ Ἑλλάς, τί θὰ εἴπῃ ἡ Εὐρώπη, ὅταν μία Συνέλευσις τοῦ 1863, περιέχουσα ὅλους τοὺς λογάδας τοῦ Ἔθνους, ὅλους τοὺς σοφοὺς, ὅλους τοὺς ἐπιστήμονας, ἔχῃ ἀνάγκην ν’ ἀτενίσῃ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ὡς εἰς ἱερὰς δέλτους καὶ κλίνει γόνυ, κλίνει τὴν κεφαλὴν, ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ ἀγάλματος τοῦ 1844; Δὲν θέλει νὰ ἐγγίζουν αὐτὰ τὰ βιβλία τῶν Σιβιλλῶν, θέλει νὰ σεβασθοῦν τὰς αἰνιγματώδους λέξεις των καὶ νὰ τὰς ἀντιγράψωσι μὲ θρησκευτικὸν σέβας ἢ μᾶλλον μετὰ δεισιδαιμονίας; Ἡ Συνέλευσις συντάττουσα τὸ Σύνταγμα ἐκ προοιμίων ἀποδεικνύει εἰς τὸ Ἔθνος, εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀντιγράψῃ, καὶ ἀκόμη καὶ ἐκεῖ εὑρίσκει δυσκολίας, διότι ζητεῖ καιρὸν πολὺν ν’ ἀντιγράψῃ, δὲν δύναται ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀντιγράψῃ τὸ μέρος, τὸ ἄρθρον περὶ τῶν Βασιλικῶν δικαιωμάτων. Ἐὰν δὲν ἦναι ἀνικανότης τοῦτο, θὰ μᾶς εἴπουν τοὐλάχιστον, ὅτι εἶναι ῥαθυμία. Ἀφοῦ ἐπαγγέλλεται ἡ Συνέλευσις νὰ συντάξῃ ἓν ὁλόκληρον Σύνταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ αἰῶνας ἡ Ἑλλὰς θέλει κυβερνηθῆ, ποῖος εἶναι ὁ λόγος, νὰ μὴ δύναται σήμερον νὰ συντάξῃ ἓν μικρὸν μέρος αὐτοῦ περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Βασιλέως, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις ἐπιστημονική; Ἐὰν θέλουν οἱ Κύριοι νὰ εὐχαριστήσουν τὴν περιπάθειάν των εἰς τὰς θεωρίας, καὶ ν’ ἀνακαλέσουν εἰς τὴν ζωὴν τὰς ὁποίας τὸ παρελθὸν τόσον ἀναιδῶς ἐμυκτήρισε, χωρὶς νὰ καθιερώσωσι περὶ αὐτῶν συνάμα νέας ἐγγυήσεις, τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ πρὸς χάριν των, ἀλλὰ νὰ τὰς ἀντιγράψωμεν ἀπὸ ὅποιον Σύνταγμα εὐαρεστοῦνται, οὐδέποτε ὅμως νὰ καταφύγωμεν εἰς τυπικὴν παραπομπὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 τοῦ καταπεσόντος ἐνώπιον τῆς πνοῆς τῆς ἐπαναστάσεως. Καὶ τὶ δύνασθε νὰ εἴπητε διὰ τὴν πρᾶξίν σας αὐτὴν, ἐνῷ ἐσυστήσατε ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἀναθεωρηθῇ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ἀποδεικνύοντες, ὅτι τὸ θεωρεῖτε ἀπὸ τοῦδε ἀτελές; Τί δύνασθε νὰ εἰπῆτε πρὸς δικαιολογίαν σας, ἐὰν ἀπὸ τοῦδε προλέγετε, ὅτι τὸ ἀναθεωρηθὲν Σύνταγμα κατ’ οὐδὲν θὰ παραλλάξῃ ἀπ’ ἐκεῖνο τοῦ 1844; Θέλετε νὰ δεσμεύσητε ἀπὸ τοῦδε τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως χωρὶς νὰ γνωρίζητε, ποία θὰ ᾖναι ἡ ἀπόφασίς της. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν πρόκειται, εἰμὴ περὶ πράξεως μεταβατικῆς, φύσει προσωρινῆς, ἐπειδὴ τὸ ἔργον εἶναι εὔκολον, δὲν παρουσιάζει κἀμμίαν δυσκολίαν, εἶναι προτιμώτερον τὸ νὰ καταγραφῇ εἰς τὸ ψήφισμα ἡ ἐξουσία τοῦ Βασιλέως καθ’ ὅλας της τὰς λεπτομερείας, διότι ὡς προεῖπον αὐταὶ δὲν εἶναι πολλαί, παρὰ νὰ γίνῃ μία παραπομπὴ πρὸς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχουν ἄπειροι διατάξεις, συσχετιζόμεναι μεταξὺ των, τὰς ὁποίας ἡ Συνέλευσις χωρὶς νὰ τὰς ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι καὶ ὁ ἴδιος δὲν τὰς ἐμελέτησεν ὁ συνιστῶν ἐνταῦθα, ὡς οἱ πλεῖστοι ἡμῶν, πρόκειται μὲ κλεισμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παραδοχῆς, ἑπομένως χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης πράξεώς της. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, Κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι θεωρῶ καὶ ἀξιοπρεπὲς καὶ ὠφέλιμον, καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ νὰ παραδεχθῇ τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον εἶπον, διὰ γενικῶν λέξεων ν’ ἀποδώσῃ τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Βασιλέα, ἢ ἂν θέλῃ νὰ παραδεχθῇ τὸ σύστημα τοῦ Κυρίου Σαριπόλου, καὶ τοῦ Κυρίου Μαυρομαρᾶ· οὐδέποτε ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τινὲς θέλουν, τὸ νὰ γίνῃ δηλαδὴ παραπομπὴ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, διότι ἡ παραπομπὴ αὕτη ἠθικῶς ἐξασθενίζει τὴν ἐπανάστασιν. Ὅσοι ἐμπνέονται ἀπὸ τὰ αἰσθήματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐμπνέομαι ἐγὼ ὡς πρὸς τὴν ἐπανάστασιν, λέγουν, ὅτι ἡ μνημόνευσις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 εἶναι μία ἐλάττωσις τῆς ἠθικῆς δυνάμεως τῆς ἐπαναστάσεως, εἶναι μία ἐξασθένισις τῶν νομίμων συνεπειῶν της.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδεμία ἰδέα δυσπιστίας, Κύριοι, ὑπηγόρευσε τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ψηφίσματος, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ Κ. Πετσάλης θέλει νὰ παραβάλῃ τὴν μέλλουσαν θέσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας μὲ τὴν παροῦσαν καὶ τὴν παρελθοῦσαν, ἐνῷ, καθὼς ἠξεύρετε, ἡ ἐπὶ τῆς μεταβολῆς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἦτο ἁπλῆ ἐντολοδόχος καὶ ὄργανον τῆς Συνελεύσεως κυβερνώσης· τὴν σύνταξιν ψηφίσματος ὑπηγόρευσαν σπουδαῖαι ἰδέαι πρακτικαὶ καὶ θεωρητικαὶ, τὰς ὁποίας θ’ ἀκούσητε· καὶ ἀπορῶ ἀκούων ἀπὸ τὸν ἔντιμον Κ. Πετσάλην ὅτι τὰ δικαιώματα τὰ καθιερούμενα ἐντὸς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843 εἶναι ἁπλαῖ θεωρίαι, καθὼς καὶ ὅτι θεωρίαι ἀφῃρημέναι εἰσὶν ἅπασαι αἱ ἐν τοῖς συντάγμασιν ἐμπεριεχόμεναι διατάξεις· καὶ λοιπὸν εἰς μάτην ἐχύθησαν τόσα αἵματα, διὰ νὰ ἀναγνωρισθῶσιν αὐτὰ τὰ δικαιώματα διὰ τῆς ἐγγραφῆς των εἰς τοὺς Συνταγματικοὺς χάρτας; Ὑπάρχουν ἐν τῷ κόσμῳ δικαιώματα ἔμφυτα εἰς τὸν ἄνθρωπον, προγενέστερα παντὸς νόμου, πάσης συμφωνίας, ἀλλὰ τὰ δικαιώματα ταῦτα ἦτον ἀνάγκη ν’ ἀναγνωρισθῶσι, διὰ νὰ ἐφελκύσωσι τὸ σέβας τῶν παραβιαζόντων αὐτὰ, καὶ διὰ ν’ ἀποκατασταθῶσιν ὑποχρεωτικὰ εἰς ὅλους καὶ οὐχὶ ἁπλαῖ θεωρίαι· καὶ ἠξεύρετε ὅτι πολλὰ αἵματα ἐχύθησαν καὶ πολλοὶ ἔλαβον χώραν ἀγῶνες χάριν τούτου· εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἰδίως πέντε αἰῶνες ἐχρειάσθησαν πραγματικῶν θυσιῶν καὶ ἐργασίας διὰ τὴν ἀναγνώρισιν αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων ἀπὸ τοῦ Ἐδουάρδου μέχρι τοῦ Ἰωάννου· καὶ τὸ πρακτικώτερον τῶν ἐθνῶν τὸ Ἀγγλικὸν ἐμάχετο λοιπὸν διὰ ν’ ἀναγράψῃ ἀρχὰς, αἵτινες πρακτικῶς εἰσὶν ἁπλαῖ θεωρίαι; καὶ ἡ διὰ τῶν Συνταγμάτων καθιέρωσις τῶν δικαιωμάτων δὲν ἔχει οὐδεμίαν πρακτικὴν ἀξίαν; γνωρίζετε ὅτι οἱ μεγάλοι ἀγῶνες ἐγένοντο χάριν αὐτῆς τῆς διὰ τῶν Συνταγμάτων ἀναγνωρίσεως· ματαία λοιπὸν καὶ ἀνόητος εἶναι αὐτὴ ἡ ἐργασία τῶν αἰώνων, καὶ περιττὴ ἡ προσπάθεια; ὄχι· ἀλλὰ, Κύριοι, συνέβη εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, ὅ,τι συνέβη εἰς ἡμᾶς σήμερον, ἤτοι παρεβιάσθησαν τ’ ἀναγνωρισθέντα δίκαια. Τὰ Συντάγματα ἐμπεριέχουν δύω τινὰ, τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, καὶ τὰς ἐγγυήσεις πρὸς τήρησίν των· ὅ,τι ἔσφαλεν, ὅ,τι ἀπέτυχεν εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, ἠξεύρετε δὲ ὅτι μετὰ τὴν πάλην τὴν ἐθνικὴν πρὸς ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, ἦλθεν ἡ δευτέρα πάλη πρὸς καθιέρωσιν ἐγγυήσεων· εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲ μόλις μετὰ αἰῶνας ὁ μέγας χάρτης πρῶτος ἔδωκε τοιαύτας ἐγγυήσεις· ἡ γέννησις τοῦ Παρλαμέντου εἶναι πολὺ μεταγενεστέρα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν δικαιωμάτων, μετὰ τὴν καθιέρωσιν τούτων καὶ τῶν ἐγγυήσεων ἤρξατο νέα πάλη κατὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα πρὸς φύλαξιν τῶν ἀναγεγραμμένων δικαιωμάτων, καὶ ὡς ἐγγυήσεις, ἀλλὰ τὰ παρεβίασαν. Καὶ ἡ ἐπανάστασίς μας τοῦ Ὀκτωβρίου ποῖον εἶχεν ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ στερεώσῃ τὰς ἐγγυήσεις αὐτὰς, καὶ ν’ ἀπομακρύνῃ τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδολιεύθησαν τὸ Σύνταγμα κατὰ τὴν ἐφαρμογήν; Δὲν ἦτο λοιπὸν ἡ ἐπανάστασις κατὰ τῶν δικαιωμάτων, δὲν ἦτο κατὰ τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλίζουν τὴν τιμὴν, τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν ζωὴν τοῦ πολίτου, διότι αἱ ἀρχαὶ αὗται αἱ καθιερωμέναι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος ὡς εἴρηται εἶναι ἀρχαὶ αἰώνιαι, ἀναλλοίωτοι· ἡ ἐπανάστασις ὅθεν ἦτο κατὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, κατὰ τοῦ συστήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παρεβίαζεν αὐτὰς τὰς ἀρχὰς, καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ ἐσκόπει νὰ καταστρέψῃ, καὶ νὰ καθιερώσῃ μεγαλητέρας καὶ ἀσφαλεῖς ἐγγυήσεις. Τώρα, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦ Κ. Πετσάλη, τοῦ Καλοῦ κλπ. ἢ νὰ παραπέμψωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα; Ἀλλὰ πρῶτον ἐρωτῶ, ἡ ἐπανάστασις ἀνέτρεψε τὸ σύνταγμα ἄρδην; κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ὄχι, καθὼς ἐξ ὅσων εἶπον ἐννοήσατε βεβαίως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὰ δικαιώματα αὐτὰ, δὲν ἀνετράπη, καθότι καὶ κατ’ αὐτῶν δὲν ἦτο ἡ πάλη, ὡς εἴρηται· ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῆτε ὅτι ἀνετράπη, πρέπει ἀμέσως νὰ τὸ ἐπαναφέρητε εἰς τὴν ζωήν. Σᾶς λέγουσιν ὅμως ὅτι εἶναι τοῦτο προσβολὴ πρὸς τὴν ἐπανάστασιν, ὅτι τὴν ἀτιμάζετε, ἐὰν θέσητε εἰς ἐνέργειαν καὶ εἰς ζωὴν ὅ,τι παρ’ αὐτῆς ἀνετράπη, διότι τὸ Σύνταγμα αὐτὸ εἶναι Ὀθωνικὸν, τὸ ἐπιχείρημα, ὡς βλέπετε, δὲν εἶναι σπουδαῖον· ἄλλως ὅ,τι σᾶς ζητοῦμεν, δὲν εἶναι πρωτοφανὲς εἰς τὴν μητέρα τῶν ἐλευθεριῶν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου τὸ Σύνταγμα ἔχει ἱστορικὴν ἀνάπτυξιν, καμμία ἐπανάστασις δὲν ἦλθε νὰ ἀνατρέψῃ τὰ καθιερωθέντα δικαιώματα· ὅλαι αἱ ἐπαναστάσεις ἀνεγνώρισαν αὐτὰ καὶ προσέθεσαν νέα· δὲν ἐθεώρησαν δὲ ὡς προσβολὴν εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἐπαναστάσεως τὴν καθιέρωσιν τῶν ἀρχικῶν ἰδεῶν καὶ ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἑκάστη ἐποχὴ ἔθετο, ἀπεναντίας τὰς ἐσεβάσθησαν καὶ τὰς ἑδραίωσαν. Εἶναι τοῦ χαρακτῆρος τῆς Σαξωνικῆς φυλῆς κατὰ μέγα μέρος ἡ φιλονομία, ἀλλὰ μὴ ἀμφιβάλητε, ὅτι ἡ ἀρχαία καταγωγὴ καὶ ἡ ἀδιάκοπος ἐξακολούθησις τῶν ἰδεῶν τοῦ καθήκοντος καὶ τῶν δικαιωμάτων συνετέλεσε μεγάλως εἰς τὴν μόρφωσιν τοῦ χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον θαυμάζομεν εἰς τὸ ἀγγλικὸν ἔθνος, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀρχαί τινες ἀμετάβλητοι, αἰώνιοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ καθιερωθῇ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ μὴ θεωρῶμεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι προϊὸν ἐπιστημονικῆς ἁπλῶς ἐργασίας, καὶ αἰφνιδίας ἐμπνεύσεως ἢ τυχαίων συνδυασμῶν· ὅπου ἡ ἰδέα αὕτη εἰς ἄλλα ἔθνη ἐπροέδρευσεν ἐπὶ τῆς συντάξεως πολιτείας, μεγάλως συνετέλεσεν εἰς τὸ εὐμετάβλητον τῶν ἰδεῶν καὶ τὸ εὐμετακίνητον τῶν θεσμοθετημάτων ἐν αὐτοῖς· ὅθεν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐπαναλάβωμεν καὶ ἤδη τὴν ἀναγνώρισιν αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν νὰ τὰ ἀναπτύξωμεν, καὶ νὰ περιγράψωμεν ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη. Δὲν παραδέχομαι τὸ σύστημα, τὸ νὰ παραπέμπωμεν διὰ γενικῶν φράσεων εἰς Συνταγματικὰ δικαιώματα, διότι γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ, ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν τοῖς συνταγματικοῖς πολιτεύμασι δὲν εἶναι ἀναμφισβήτητα, δὲν εἶναι βέβαια καὶ ὡρισμένα, ὥστε ἐννοοῦσι τὰ αὐτὰ πάντοτε καὶ παντοῦ ἐν ταῖς γενικαῖς ἐκφράσεσι. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀναμφισβητήτων, ὡς τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας π. χ. δὲν ὑπάγεται εἰς τόσας ἀμφισβητήσεις; Ὑπάρχουν συνταγματικὰ κράτη ἤδη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐξοδεύει ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ νομίζει ὅτι τοῦτο εἶναι ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων της· ὑπάρχουν ἄλλα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀρνεῖται πᾶσαν ἐγγύησιν διὰ τὴν περιουσίαν καὶ τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ἑπομένως παραπέμποντες εἰς τὰ Συνταγματικὰ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις ἁπλῶς δὲν ἀσφαλίζομεν ὅ,τι θέλομεν ν’ ἀσφαλίσωμεν, δὲν λέγομεν ὅ,τι θέλομεν νὰ εἴπωμεν. Εἰς ἔθνη ζωηρὰ ἰδίως, ὡς εἶναι τὸ ἑλληνικὸν, πρέπει νὰ τεθῶσιν ἀρχαί τινὲς ἀμετάβλητοι διὰ νὰ ᾖναι οὕτως ἡ Πυξὶς, περὶ ἣν νὰ περιστρέφωνται, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ κοινωνία, ὅτι ὑπάρχει τὶ ἐν αὐτῇ αἰώνιον καὶ ἀμετάβλητον. Ἰδοὺ ἡ θεωρητικὴ ἔποψίς μας· πρακτικῶς δὲ ἐσκέφθημεν ὡς ἀκολούθως. Τὸ Σύνταγμα ἠκύρωσε νόμους τινάς· αὐτοὶ δὲν ὑπάρχουν πλέον, π. χ. ὁ Νόμος περὶ τύπου, περὶ δικαιοδοσίας ἐπὶ ἀμφισβητουμένων διοικητικῶν ὑποθέσεων κλπ. ἂν παρουσιασθῇ ὑπόθεσίς τις, ἢ ἓν ζήτημα σχέσιν ἔχον μὲ αὐτοὺς τοὺς Νόμους, πῶς θέλουσι λυθῆ; Δὲν θέλει προσκόψει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰς τὴν ἐνέργειαν καὶ δὲν θέλει ἐγείρει ἀμφισβητήσεις καὶ θορύβους; Δὲν θέλει ἐπέλθει τότε ἡ ἀνάγκη τῆς ἰδικῆς μας μεσολαβήσεως ἐντὸς τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Πιστεύω δέ, ὅτι δὲν ἔχετε τὴν διάθεσιν νὰ μακρύνητε πολὺ τὴν ζωήν σας ὡς κυβερνῶντες καὶ διοικοῦντες, ἀλλ’ ὁ Κ. Πετσάλης δὲν ἐνόησε τὰ δύο αὐτὰ νεκραγάλματα τὸ σύνταγμα καὶ τὸ ψήφισμα. Εἷς εὐφυὴς φίλος μου μοὶ ἔκαμε τὴν ἀκόλουθον παρατήρησιν, ὁ Κύριος Πετσάλης συνέπραξε καὶ ὑπέγραψε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 καὶ εἰς τὸ ψήφισμα περὶ οὗ πρόκειται εἶναι ὑπογεγραμμένος, τὰ δύο λοιπὸν αὐτὰ ἀγάλματα εἶναι ἔργον τῶν χειρῶν του ἐν μέρει, ὁ Κ. Πετσάλης συνειθίζει νὰ ἀνεγείρῃ ἀγάλματα διὰ νὰ τὰ καταστρέφῃ κατόπιν; δὲν εἶναι γνωστὸν τὸ Σύνταγμα εἰς ἡμᾶς, ἰσχυρίζεται ὁ Κύριος Πετσάλης· καλὰ τί ἄλλο γνωρίζετε καλλίτερα παρὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὸ εἶναι ἀναγεγραμμένα; Ἀλλά, Κύριοι, διατὶ θεωρεῖ ὕποπτον τὸ Σύνταγμα ὁ Κ. Πετσάλης, ποίας παγίδας σταίνει αὐτὸ, ποίαν δολιότητα ὑποκρύπτει; Τοιαῦτα ἐπιχειρήματα δὲν δύνανται νὰ ῥηθῶσι σπουδαίως. Τὸ ψήφισμα ῥητῶς ὁμιλεῖ περὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάγονται εἰς ἀμφισβήτησιν (θόρυβος). Ὅταν τὸ ἔθνος συγκαλῇ Συνέλευσιν διὰ νὰ δώσῃ Σύνταγμα εἰς τὸν τόπον, ἐννοεῖται, ὅτι Συνταγματικὴ ἐξουσία οὐδεμία ὑπάρχει, ἀφ’ ὅτας αὐτὸ καθιέρωσε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι μετὰ τῆς Συνελεύσεως συνυπάρχει Βουλὴ καὶ Γερουσία· ἑπομένως αὐτὰ τὰ δύω σώματα, ἔπεσαν αὐτοδικαίως καὶ οὐδὲν δύνανται νὰ προτείνωσι δικαίωμα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνομεν, διότι διαγράφονται ἐν αὐτῷ τὰ ὅρια τῆς ἐνεργείας τῶν ἐξουσιῶν, καὶ οὕτω λείπει πᾶσα σύγχυσις, πᾶσα ἀμφιβολία, καὶ προλαμβάνονται τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀναφανῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν· ἄλλως ὁ Βασιλεύς μας γνωρίζει τὸ Σύνταγμά μας, καὶ ἐν γνώσει αὐτοῦ ἐδέχθη νὰ Βασιλεύσῃ συνταγματικῶς· ἀποφασίζομεν λοιπὸν περὶ γνωστῶν καὶ παρ’ αὐτοῦ ἀντικειμένων. Κύριοι, ἡ ἐξουσία, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἐκτελοῦσα τοὺς νόμους πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὰ ὅρια τῆς ἐνεργείας της, σεῖς δὲν ἀναπληροῦτε τὴν ἔλλειψιν ταύτην, εἶσθε ἡ ἐγγύησις περὶ τῆς ἀκριβοῦς τῶν νόμων ἐφαρμογῆς· ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι θέλετε δεχθῆ τὸ ψήφισμα, ὅπως συνετάχθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς.
§80ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι ἐφωτίσθησαν παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη.
§82ΚΑΛΟΣ. Ἐπειδὴ παρεμπιπτόντως ἐνδεχόμενον νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ Γερουσίας, διὰ τοῦτο θέλω νὰ ὑποβάλλω ἓν ψήφισμα.
§83ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νὰ σημειωθῇ μόνον εἰς τὰ πρακτικὰ ῥητῶς ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐννοεῖ, ὅτι τὸ σῶμα τῆς Γερουσίας εἶναι κατηργημένον ἀπὸ τῆς 10 8βρίου.
§84ΚΑΛΟΣ. Ἰδοὺ τὸ ψήφισμα. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. «Ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862 ψήφισμα τοῦ Ἔθνους, δι’ οὗ κατηργήθη ἡ Βασιλεία τοῦ Ὄθωνος καὶ Ἐθνικὴ Συνέλευσις συνεκλήθη ἵνα συντάξῃ τὴν πολιτείαν καὶ ὅτι διὰ τῆς Ἐθνικῆς ταύτης ἀποφάσεως κατελύθη πᾶσα ἄλλη ὑπάρχουσα νομοθετικὴ ἐξουσία. Ψηφίζει. Θεωρεῖται καταλυθεῖσα ἀπὸ τῆς 11 Ὀκτωβρίου 1862 ἡ Γερουσία καὶ καταργηθεὶς ἔκτοτε ὁ ὑπὸ στοιχ. ΤΠΒʹ. τῆς 27 Ὀκτωβρίου 1856 Νόμος.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὸ ψήφισμα αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Πρόκειται ἡ Συνέλευσις νὰ ψηφίσῃ ποῖον ἐκ τῶν τριῶν συστημάτων θέλει παραδεχθῆ διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν. Ἡ πρώτη πρότασις, ἡ ὁποία σᾶς εἶχεν ἀναγνωσθῆ ἦτο ἡ τοῦ Κυρίου Σαριπόλου, ἥτις ἦτο καὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· αὐτὴ θεωρεῖται κυρίως ὑπὸ συζήτησιν· ἑπομένως πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀπ’ αὐτῆς ἀπωτέρω· ἡ ἀπωτέρω αὐτῆς εἶναι ἡ τοῦ Κυρίου Καλοῦ· διότι ἡ τοῦ Κυρίου Σαριπόλου ἀπαριθμεῖ ὅλα τὰ δικαιώματα, ἡ δὲ βʹ. δὲν ἀναφέρει οὐδὲν, ἀλλ’ ἐν γένει εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα, ὥστε αὕτη εἶναι ἡ ἀπωτέρω, καὶ ἑπομένως ὡς τοιαύτη ὑποβλητέα πρώτη εἰς ψηφοφορίαν. Ἡ πρότασις τίθεται οὐχὶ διὰ τὰς λέξεις, ἀλλὰ μόνον διὰ τὴν ἀρχήν· θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν. Ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως εἶναι, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀναλαμβάνει πᾶσαν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ πάντα τὰ εἰς τὴν συνταγματικὴν βασιλείαν ἀνήκοντα βασιλικὰ δικαιώματα. Ὅσοι λοιπὸν παραδέχονται τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Καλοῦ παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἔρχεται μετὰ ταῦτα ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις παραπέμπει εἰς τὸ Σύνταγμα μὲ τὰς ῥητὰς ἐξαιρέσεις· ὅσοι παραδέχονται παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ἐπ’ αὐτῆς λοιπὸν νὰ γίνῃ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις. Ὁ Κ. Σαρίπολος ἔχει τὸν λόγον.
§86ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὡς πρὸς τὸν ὅρκον ἔχω πολλὰ ὀλίγα νὰ προσθέσω, διότι ὡς πρὸς τὴν λέξιν ἐπικρατοῦσα ἐλάλησα ἤδη ἱκανῶς· ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος νομίζω καλὸν νὰ προστεθῇ ἡ φράσις τὴν ὁποίαν ἔχω ἐν τέλει τοῦ κατὰ τὸ σχέδιόν μου ὅρκου, δηλαδὴ ὅτι ὁ Βασιλεὺς θέλει συμπράξει μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ φράσις αὕτη εἶναι πολὺ ἀναγκαία, διότι καθησυχάζει τινὰς ἐπιῤῥεπεῖς νὰ πιστεύωσι πᾶσαν ἀδέσποτον φήμην, οἵα ἡ ἐσχάτως διαδοθεῖσα, ὅτι δῆθεν ὁ Βασιλεὺς διανοεῖται νὰ διαλύσῃ τὴν παροῦσαν ἐθνικὴν Συνέλευσιν· βεβαίως, τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔχω τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν, ὅστις ἐδέχθη νὰ κυβερνήσῃ τὴν νέαν αὑτοῦ πατρίδα συνταγματικῶς, θέλει σεβασθῆ τὴν ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην συνταγματικὴν ἀρχὴν, ἀσφαλῆ καὶ ἀναντίῤῥητον, ὅτι δὲν εἶναι ὑπέρτερος τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, ὅτι ὁ Ἡγεμὼν δὲν ἔχει ποτὲ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ Συντακτικὴν Συνέλευσιν, διότι αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις ἐκπροσωποῦσι τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, καὶ ἐντολὴν λαμβάνουσαι παρὰ τοῦ ἔθνους ὅπως ἐκπληρώσωσιν ὡρισμένον ἔργον, ἅμα τὸ ἔργον των περατωθῇ αὐταὶ ἑαυτὰς διαλύουσιν. Τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως ἡμῶν ἐστὶ διπλοῦν, ἵνα ἐκλέξῃ Βασιλέα καὶ συντάξῃ ἐκ νέου τὴν πολιτείαν· τὸ πρῶτον ἐξεπλήρωσεν ἤδη, ἀπολείπεται αὐτῇ νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὸ δεύτερον. Καὶ βεβαίως, ἅμα συντελεσθῇ καὶ τὸ δεύτερον αὐτῆς ἔργον, ἅμα συγγραφῇ τὸ σύνταγμα, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἔλθῃ ἐνώπιον ἡμῶν καὶ ὁρκισθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν τήρησίν του, ἡ Συνέλευσις αὕτη θέλει διαλυθῆ ἀφ’ ἑαυτῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καλὸν εἶναι, ἂν καὶ οὐχὶ ἀπολύτως σκόπιμον, νὰ τεθῇ ἡ φράσις αὕτη· γνωρίζω, ὅτι ταράττει τινὰς ἡ λέξις συμπράττειν, καθόσον τὸ σύνταγμα μέλλει ἀποκλειστικῶς νὰ συνταχθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, καὶ νὰ παραδεχθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, οὐχὶ δὲ νὰ συμπράξῃ ὁ Βασιλεὺς. Κατ’ αὐτοὺς εἶναι κίνδυνος μὴ ἡ λέξις συμπράττειν παρέξῃ ἀμφιβολίας τινὰς, ὅτι καὶ ὁ Βασιλεὺς θέλει συμπράξει, ἤτοι ὅτι θέλει δικαιωθῆ νὰ ἐγείρῃ ἀξιώσεις ὅπως δι’ ἰδίων ἐπιτρόπων (commissaires) παρασταθῇ ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ καὶ συζητήσῃ μεθ’ ἡμῶν τὸ σύνταγμα. Τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδένα τοιοῦτον φόβον ἔχω, διότι οὐδεὶς μὴ πληρεξούσιος ἢ ὑπουργὸς ἔχει εἴσοδον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, οὐδ’ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπιτρέπεται τῷ τοιούτῳ νὰ λαλήσῃ. Ταῦτα λέγων, δὲν ἀρνοῦμαι ὅμως ὅτι, ὅταν τὸ σύνταγμα συνταχθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, πρέπει νὰ διαβιβασθῇ τῷ Βασιλεῖ, ὅπως διομολογηθῇ καὶ ὑπ’ αὐτοῦ, ὅπως δὲ διομολογήσηται αὐτὸ, πρέπει νὰ τὸ ἀσπασθῇ, νὰ τὸ ἀσπασθῇ μάλιστα ἐγκαρδίως καὶ εἰλικρινῶς, οὐχὶ δὲ κατὰ τὸ Ἰησουϊτικὸν δόγμα τοῦ προκατόχου του, «ἡ μὲν γλῶττ’ ὀμώμοκεν, ἡ δὲ φρὴν ἀνώμοτος». Ἐπιτρέποντες τῷ Βασιλεῖ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν παρατηρήσεις, δὲν ἐννοοῦμεν βεβαίως, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως θέλει ἐπικρατήσει τῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους, ἂν ὅμως ἐπετράπη τῷ Ὄθωνι νὰ ὑποβάλῃ σκέψεις τινὰς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου, τίνος ἕνεκα νὰ μὴ συγκατατεθῶμεν ὅπως καὶ ὁ ἡμέτερος Βασιλεὺς Γεώργιος ποιήσηται χρῆσιν τῆς αὐτῆς ἀδείας; Ἀφοῦ ἡμεῖς μόνοι συντάξωμεν τὸ σύνταγμα, ἂς ὑποβάλωμεν αὐτὸ τῷ Βασιλεῖ ἡμῶν, οὗτος δ’ ἐλευθέρως ἂς ἐπιφέρῃ τὰς ἐπ’ αὐτοῦ κρίσεις του. Διότι, Κύριοι, ναὶ μὲν τὸ σύνταγμα εἶναι ὁ χάρτης τῶν ἐλευθεριῶν ἡμῶν, ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι καὶ τὸ συμβόλαιον μεταξὺ τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως, καὶ μάλιστα εἶναι συμβόλαιον ἀμφοτεροβαρὲς, διότι τὸ Ἔθνος ἀνεγνώρισεν αὐτὸν ὡς Βασιλέα, ἐκεῖνος δὲ τὸ Ἔθνος ὡς κυρίαρχον, γενικὸς δὲ νομικὸς κανὼν εἶναι, ὅτι πρὸς σύναψιν οἱουδήποτε ἀμφοτεροβαροῦς συναλλάγματος, ἀνάγκη ἐστὶν ἀπόλυτος ὅπως ἀμφοτέρων τῶν συναλλαττομένων αἱ θελήσεις συμπέσωσιν ἐπὶ τῷ αὐτῷ, διότι ἡ δι’ ἐλευθέρας θελήσεως πλήρης διομολόγησις αἴρει πᾶσαν πρόφασιν ἀθετήσεως τοῦ συμβολαίου. Ὁ Βασιλεὺς ἄρα δυνηθήσεται μὲν νὰ ὑποβάλῃ παρατηρήσεις, οἵας ἐγκρίνει, ἡ δὲ Συνέλευσις πλήρη ἔχει ἄδειαν ἀφ’ ἑτέρου νὰ τὰς δεχθῇ ἢ νὰ τὰς ἀποῤῥίψῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ λέξις συμπράττειν δὲν ἔχει τι ἀνάρμοστον, ὡς φρονοῦσί τινες, οὐδὲ δυνατὸν εἶναι νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν ἄλλη ἑρμηνεία παρ’ ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἀνέφερον. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἑτέρα τις λέξις ἵνα ἐκφράζῃ τὴν ἰδέαν μου ταύτην, ἤθελον τὴν ἀσπασθῆ ἐγκαρδίως, ἐν τῇ συζητήσει ὅμως, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ πολιτεύματος, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εὕρωμεν ἑτέραν λέξιν καταλληλοτέραν, καί τοι οὐδεὶς ἠρνήθη ὅτι ὁ Βασιλεὺς πλήρη ἕξει ἄδειαν νὰ ὑποβάλῃ τῇ Συνελεύσει τὰς παρατηρήσεις του.
§87ΚΑΛΟΣ. Ἀντιλέγω εἰς τὸν προαγορεύσαντα· οὐδόλως πρέπει νὰ γείνῃ παραδεκτὴ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἐπὶ τοῦ ὅρκου. Ὁ Βασιλεὺς καλούμενος νὰ ὁρκισθῇ, δὲν θέλει ἀνακτήσει κἀνὲν δικαίωμα ὡς πρὸς τὴν μέλλουσαν κατάστασιν τῆς πολιτείας· τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς φράσεως αὐτῆς θέλετε παραχωρήσει, δὲν εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θέλει προσκτήσει μόνον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν εἰς τὸν ἡγεμόνα, καὶ μ’ ὅλην τὴν καλὴν ἴσως πρόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς αὐτὸν καὶ τοὺς συμβούλους του, οὐδέποτε θέλομεν ποτὲ ἀναγνωρίσει τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἔλθῃ εἰς συζητήσεις μετὰ τῆς Συνελεύσεως εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ πολιτεύματος· θέλομεν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρωμεν παρατηρήσεις τινὰς, καὶ ἂν θέλῃ νὰ τὰς ἀποῤῥίψῃ, ὀφείλει ν’ ἀκυρώσῃ τὸ σύνταγμα. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ ἐγὼ οὐδόλως συμμερίζομαι τὴν ἀρχὴν νὰ συμπράξῃ ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν κατάρτισιν τῆς πολιτείας. Σᾶς εἶπα, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ στείλῃ ἀντιπροσώπους, ἀλλὰ δύναται νὰ φέρῃ παρατηρήσεις καθ’ ἑκάστην διὰ διαγγελμάτων· διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν ζητοῦν νὰ θέσουν, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ παραδεκτὴ, ἀλλὰ νὰ μείνωμεν εἰς τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Λόντος ἔχει νὰ εἴπῃ τι;
§89ΛΟΝΤΟΣ. Ὄχι.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Δηλιγιάννης;
§91Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν προτίθεμαι νὰ κάμω, κύριε Πρόεδρε, συνίσταται εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἀντικαταστάσεως μιᾶς καὶ μόνης λέξεως ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ ὅρκου. Τὴν παρατήρησιν ταύτην τὴν κάμνω μετὰ δειλίας, διότι ὡς ἐνθυμεῖσθε δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἐν τῷ συλλόγῳ, τὸν ὁποῖον συνεκαλέσατε πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ψηφίσματος. Τὴν κάμνω δὲ μετὰ δειλίας ἔτι μᾶλλον, διότι ἐνδέχεται νὰ κρίνωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοί μου, ὅτι πρόκειται περὶ διορθώσεως γραμματικοῦ τινος λάθους, καὶ ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη φέρει γραμματικὸν καθαρῶς χαρακτῆρα. Ἐὰν τοιοῦτόν τι συνέβαινε, βεβαίως δὲν ἤθελον ἐπιμένει σήμερον· ἐπειδὴ ὅμως νομίζω ὅτι ἐκ τῆς παρατηρήσεως ταύτης, καὶ τῆς διαφορᾶς τῶν δύω λέξεων τούτων, ἐξήρτηνται δύω διάφορα συστήματα, καὶ ἐπειδὴ κατ’ ἐμὲ ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία, ἡ κανονίζουσα τὰς σχέσεις τῆς ἐκκλησίας πρὸς τὴν πολιτείαν ἐν Ἑλλάδι, παραδέχεται τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θέλω ὑποστηρίξει, προτείνω τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως· διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι, μόλον ὅτι ἡ μὴ παραδοχὴ τῆς γνώμης μου ἐν τῷ συλλόγῳ μὲ εἶχεν ἀποδειλιάσει, ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ τὴν φέρω. Προτείνω λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις προστατεύω, διὰ τῆς λέξεως ὑπερασπίζομαι· ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἡ λέξις προστατεύω ἐμφαίνει σχέσιν μεταξὺ τοῦ προστατεύοντος καὶ προστατευομένου, σχέσιν ὑπεροχῆς τῆς πολιτείας ἐν ᾧ κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν μας, ἡ ἐκκλησία ὑπάρχει ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἀλλ’ οὐδεμία σχέσις ἀνωτέρου πρὸς κατώτερον ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἐκκλησίας καὶ πολιτείας. Βεβαίως ἡ πολιτεία ὀφείλει νὰ δίδῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν ἐκκλησίαν εἰς πάσας τὰς ἐξωτερικὰς αὐτῆς σχέσεις, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει διὰ τοῦτο καὶ σχέσις ὑπεροχῆς τῆς πολιτείας πρὸς τὴν ἐκκλησίαν. Ἐλπίζω μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοί μου, ἐὰν δὲν δυνηθῶσι νὰ μοὶ ἀντιτάξωσι λόγον τινὰ σπουδαῖον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δυσκολεύονται νὰ παραδεχθῶσι τὴν λέξιν ὑπερασπίζομαι, ἀντὶ τῆς προστατεύω, ἐὰν δὲν ἔχωσι νὰ προτείνωσι λόγον τινὰ σπουδαῖον, ὑποθέτω ὅτι θέλουσιν ἔχει τὴν καλοσύνην νὰ παραδεχθῶσι τὴν πρότασίν μου αὐτὴν, ἥτις κατ’ οὐδὲν μεταβάλλει τὰς ἰδέας αὐτῶν· ἄλλως τε μία ἀντίστασις ἐπίμονος, μὴ στηριζομένη ἐπὶ ἐννοίας καὶ ἐπὶ ἰδεῶν, βεβαίως ἤθελεν ἀφήσει μικράν τινα ἀνησυχίαν εἰς τὴν συνείδησίν μου.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Μίλησης.
§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι! δύο τινὲς τροπολογίαι προτείνονται ἐπὶ τοῦ τύπου τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον περιέχει τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς· ἡ μὲν πρώτη, ἡ τοῦ Κ. Σαριπόλου, ἔχει ὡς ἑξῆς· «καὶ νὰ συμπράξω μετὰ τῆς Συνελεύσεως εἰς τὴν κατάρτισι τοῦ Συντάγματος»· ἡ δὲ δευτέρα, ἡ τοῦ Κ. Δηλιγιάννη, τὴ ἠκούσατε, συνίσταται εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως ὑπερασπίζομαι, ἀντὶ τοῦ προστατεύω. Ἀμφοτέρας τὰς τροπολογίας ἀποκρούω. Ἡ τροπολογία, Κύριοι, τοῦ Κ. Σαριπόλου ὑποθέτει δύο δυνάμεις, δύο κυριαρχίας συνυπαρχούσας ἐν τῇ πολιτείᾳ καὶ συμπραττούσας εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἔργον. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ψευδὴς εἰς τὴν θεωρίαν, καὶ ἀνεφάρμοστος εἰς τὴν πρᾶξιν. Ἡ κυριαρχία εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος, ὅπως μία καὶ ἀδιαίρετος εἶναι ἡ δικαιοσύνη, ἐφ’ ἧς στηρίζεται. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων τῆς πολιτείας, συντεταγμένης ἤδη, ἀλλ’ ἡ σύνταξις αὐτῆς εἶναι καθῆκον τῆς Συνελεύσεως· μόνον δὲ ἀφοῦ τὸ ἔργον τελεσθῇ, δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ ὑποβάλῃ, ἂν θέλῃ, τινὰς παρατηρήσεις, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτίμησις ἀφίεται πάντοτε εἰς τὴν κυριαρχικὴν τῆς Συνελεύσεως θέλησιν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Συνέλευσις μόνη ὀφείλει νὰ συντάξῃ τὸ πολίτευμα, δὲν ἠμποροῦμεν εἰς τὸν τύπον τοῦ ὅρκου νὰ προσθέσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Βασιλέως εἰς τὸ νὰ συμπράξῃ μετ’ αὐτῆς εἰς τὸ ἔργον τοῦτο. Ἄλλως τε, Κύριοι, καὶ ἐὰν παραδεχθῆτε διὰ μίαν στιγμὴν ὡς θεωρητικῶς ὀρθὴν τὴν ἰδέαν τῆς Βασιλικῆς συμπράξεως, πῶς θὰ λάβῃ χώραν αὐτὴ ἡ σύμπραξις; πῶς θὰ συμπράξῃ ὁ Βασιλεὺς μετὰ τῆς Συνελεύσεως; Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος θὰ παρασταθῇ ἆραγε ἐνταῦθα δι’ ἀντιπροσώπου, δι’ ἐπιτρόπου; πῶς; Μένει, βλέπετε, τοῦτο ἐντελῶς ἀόριστον καὶ λίαν ἐπικίνδυνον. Ἀντικρούω, Κύριοι, καὶ τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως προστατεύω, διὰ τῆς ὑπερασπίζομαι· καὶ τὴν ἀντικρούω δι’ οὐσιαστικὸν λόγον, παραχωρῶν εἰς τὸν φίλον μου Κ. Δηλιγιάννην τὴν γραμματικὴν διαφοράν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ δώσῃ εἰς τὰς δύω ταύτας λέξεις. Μὴ λησμονήσητε, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, ἀφ’ ἧς ἐνεφανίσθη εἰς τὸν κόσμον, ὑπῆρχε πάντοτε ἐν τῇ πολιτείᾳ καὶ ὑπ’ αὐτὴν, τουτέστιν ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ ὑπῆρξε πάντοτε ἀνωτέρα αὐτῆς· οὗτος δὲ μάλιστα ἦτον ὁ ἰσχυρότατος λόγος, τὸν ὁποῖον ἀντέταξεν ὁ Φώτιος εἰς τὴν ἀξίωσιν τοῦ Πάπα τοῦ νὰ ἑδρεύῃ ἐν Ῥώμῃ ἡ ὑπερτάτη ἀρχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν ὑπὸ τὴν πολιτείαν, καὶ ὀφείλει αὕτη πρὸς ἐκείνην προστασίαν, ὡς ἀνωτέρα πρὸς ὑποδεεστέραν. Ἐὰν θελήσητε νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἐναντίαν ἀρχὴν, θ’ ἀνατρέψητε τοὺς ὅρους τῆς ἠθικῆς ζωῆς, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἔζησε τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἐπὶ τοσούτους αἰῶνας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους προτείνω νὰ μείνῃ ὁ τύπος τοῦ ὅρκου ὅπως ὑπάρχει εἰς τὸ σχέδιον.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μαυρομαρᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§96ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Σαριπόλου, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ μακρηγορήσω, διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει μετὰ προθυμίας δεχθῇ νὰ κάμῃ ὁ Βασιλεὺς πᾶσαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ συνταχθησομένου Συντάγματος, ἀφ’ ἑτέρου ὁ Βασιλεὺς μετὰ πλήρους ἐμπιστοσύνης ἔρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀφίνει εἰς ταύτην ν’ ἀποφασίσῃ τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ της. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἄλλην πρότασιν, τὴν ἐπὶ τῆς λέξεως προστατεύω, ἐνδέχεται νὰ ἐνισχυθῇ δι’ αὐτῆς ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀποκρούω, καὶ διὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὸν Κύριον Δεληγιάννην καὶ παραδέχομαι κατὰ τὴν τροπολογίαν του νὰ τεθῇ ὑπερασπίζω ἀντὶ τοῦ προστατεύω. Ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἂν δὲν γείνῃ δεκτὴ ἡ προτεινομένη τροπολογία, δὲν τρέχομεν μέγαν κίνδυνον. Ἀλλ’ εἶναι καλὸν νὰ ἀναπτυχθῇ ἐν ὀλίγοις ἡ περὶ τούτου ἰδέα, διότι ἐμπεριέχει τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι παντάπασι κατὰ τῆς θρησκείας τῆς ἡμετέρας, ἐξ ἐναντίας εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς. Τὸ προστατεύειν τὴν ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν συνεπάγεται τὴν ἰδέαν τοῦ ὅτι εἶναί τις προστάτης τῆς θρησκείας, καὶ συνέχεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν μετὰ τῆς ἰδέας περὶ καταθλίψεως τῶν ἄλλων θρησκειῶν, ὅπερ βεβαίως δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ὑπάρξῃ ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἀφ’ ἑτέρου περὶ ὑποτελείας, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἐκκλησίας εἰς τὸν Βασιλέα. Τὸ νὰ κηρυχθῇ ὁ Βασιλεὺς προστάτης τῆς θρησκείας συνέχεται μὲ τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες, οἵτινες ἤθελον ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς ὅλα τὰ τῆς ἐκκλησίας, καὶ εἰς αὐτὰ τὰ δογματικά, καὶ ἕνεκα τοῦ τίτλου των ὡς προστατῶν τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας ἀνεκηρύττοντο, κατὰ τὴν Βυζαντινὴν ἱστορίαν, καὶ μέγιστοι Ἀρχιερεῖς καὶ ἐπιστημονάρχαι. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες εἶχον τάσιν ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς ὅλα τὰ τῆς ἐκκλησίας, ὡς καὶ αὐτὰ τὰ θεολογικὰ καὶ τὰ τῶν Συνόδων καὶ νὰ τηρῶσιν οὕτω τὴν ἐκκλησίαν ὑποτελῆ εἰς αὐτούς. Διαφέρει τὸ νὰ ὑπόκηται ἡ ἐκκλησία εἰς τὴν πολιτείαν, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι ζήτημα ἐπιδεκτικὸν ἀμφισβητήσεων, ἀπὸ τοῦ νὰ ὑπόκηται εἰς τὸν Βασιλέα ἢ Αὐτοκράτορα, ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς θρησκείας, καθὸ προστάτην, Μέγιστον Ἀρχιερέα καὶ ἐπιστημονάρχην τῆς ἐκκλησίας. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ἀπεῤῥίφθη ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῆς 3. Σεπτεμβρίου μία πρότασις πληρεξουσίου ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἥτις εἶχεν οὕτως. «Ὁ Βασιλεὺς εἶναι προστάτης τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας.» Βεβαίως τὴν πρότασιν ταύτην ἔκαμε τότε ὁ Κύριος Πληρεξούσιος ὁρμηθεὶς ἐκ τῆς μεγάλης τότε σπουδῆς τοῦ νὰ ἐνισχυθῇ ἡ θρησκεία μας ἀπέναντι ἡγεμόνος ἑτεροδόξου· ἦτον ὑπερβολικὸς ζῆλος τῆς τότε ἐποχῆς. Μόλα ταῦτα ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἀπέῤῥιψε τὴν τοιαύτην πρότασιν διὰ νὰ ἀπομακρύνῃ πᾶσαν ἰδέαν περὶ τῆς ὑπεροχῆς, τὴν ὁποίαν ἠξίουν οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες, διότι καὶ ἡ Βυζαντινὴ ἱστορία μᾶς παρακολουθεῖ καὶ εἶναι κτῆμά μας, ὅπως καὶ τὸ Σύνταγμα τῆς 3. Σεπτεμβρίου, μ’ ὅλην τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Κυρίου Πετσάλη, ἀποτελεῖ μέρος ἀναπόσπαστον τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τῆς ἰδέας τῆς προστασίας τῆς ἐκκλησίας κατὰ τὴν Βυζαντινὴν ἱστορίαν, ἀναφέρω καὶ ἓν νεώτερον παράδειγμα, τὴν κατάστασιν τῆς Ἀγγλικανικῆς ἐκκλησίας ἀπέναντι τοῦ ἡγεμόνος τῆς Ἀγγλίας. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ ἡγεμὼν εἶναι προστάτης τῆς ἐκκλησίας καὶ διὰ τοῦτο ὀνομάζεται καὶ ἀρχηγὸς αὐτῆς. Βλέπετε, Κύριοι, τὴν μεγάλην σημασίαν, ἥτις δίδεται εἰς τὸ σύστημα τῆς προστασίας τῆς θρησκείας. Ὡς ἐκ τούτου τινὲς Γάλλοι συγγραφεῖς, καὶ ἄλλοι Εὐρωπαῖοι, παρεξηγοῦν τὰς σχέσεις τῆς ἐκκλησίας τῆς Ῥωσσίας πρὸς τὸν αὐτοκράτορα αὐτῆς καὶ ἀναφέρουν ἐσφαλμένως τὸν αὐτοκράτορα τῆς Ῥωσσίας καθὸ προστάτην καὶ ἀρχηγὸν τῆς θρησκείας· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι λίαν ἐσφαλμένως ἐξάγουν ἐκ τῆς ἀπολύτου ἐξουσίας τοῦ αὐτοκράτορος ἐπὶ τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων ὅτι ἔχει καὶ ψῆφον ἐπὶ τῶν δογματικῶν ἀντικειμένων· ἀνοικοδομοῦν τὴν ἰδέαν ταύτην ἐκ τοῦ δεσποτικοῦ σχήματος τῆς Ῥωσσικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ τῆς βυζαντινῆς ἱστορίας περὶ προστάτου, Μεγίστου Ἀρχιερέως καὶ ἐπιστημονάρχου. Ἐν τούτοις ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν βέβαια νὰ δώσωμεν τοιαύτην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸν Βασιλέα ἐπὶ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας, καὶ ἐνθυμηθῆτε ὅτι μετὰ πολλὰ ἔτη, ὅτε ὁ διάδοχος τοῦ θρόνου θὰ λατρεύῃ τὸ ἡμέτερον δόγμα, ἐνδέχεται νὰ γεννηθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ὄρεξις ἕνεκα τοῦ τίτλου τῆς προστασίας νὰ ἐξασκῇ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ λαοῦ καὶ διὰ τῆς θρησκείας. Ταῦτα λοιπὸν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ Κυρίου Δεληγιάννη. Ἤδη καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκφρασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Κυρίου Μίληση ἰδέαν, ὅτι ἡ ἐκκλησία ὑπόκειται ἀναμφισβητήτως εἰς τὴν πολιτείαν, λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ λύσωμεν ἡμεῖς τώρα τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠμποροῦν νὰ λεχθῶσι πολλὰ τὰ ὑπὲρ καὶ κατά· ἡ ἀσφαλεστέρα ἰδέα εἶναι, ὅτι ἡ πολιτεία πρέπει νὰ ὑπερασπίζεται τὴν ἐκκλησίαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξωτερικὴν αὐτῆς ἐνέργειαν, ἀλλὰ νὰ ἀφίνῃ αὐτὴν πάντη ἀνεξάρτητον εἰς τὰ καθαρῶς δογματικά· ὑπάρχουσι δηλαδὴ δύω χωρισταὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ συμβαδίζωσι παραλλήλως ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἢ ἄλλως, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰ δόγματα καὶ τοὺς κανόνας τῆς ἐκκλησίας, ἡ πολιτεία ὑπόκειται εἰς αὐτὴν, καθόσον δηλαδὴ οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἔτι μᾶλλον ὅταν οἱ πολλοὶ πολῖται ᾖναι ὁμόδοξοι, δὲν πρέπει νὰ διαταραχθῶσιν ὑπὸ τῆς πολιτείας εἰς τὴν θρησκευτικήν των συνείδησιν, καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὴν ἐξωτερικὴν ἐνέργειαν, ἤτοι τὴν λατρείαν, ἡ ἐκκλησία ὑπόκειται ἀναγκαίως εἰς τὴν πολιτείαν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος.
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παραχωρῶ εἰς τὸν Κύριον Καλλιγᾶν.
§99ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Συγχωρήσατέ με ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἀναπτύξεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως «προστατεύω»· μετὰ μακρὰς συσκέψεις ἐνομίσαμεν προτιμώτερον νὰ διατηρήσωμεν τὰς αὐτὰς λέξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ οὐδεμίαν νὰ ἐπιφέρωμεν μεταβολήν, καθόσον, ἐνόσῳ τὰ πράγματα εἶναι γνωστά, δὲν μεταβάλλονται καὶ αἱ ἔννοιαι, ἀλλὰ μένουν αἱ αὐταί. Ἅμα εἰσάγετε νέαν λέξιν, εἰσάγετε καὶ νέαν ἔννοιαν. Ὑποπτεύουν ὅμως πρώτην ἤδη φορὰν τὴν λέξιν «προστατεύω» ὅτι ἔχει σημασίαν τοιαύτην, ἥτις ἴσως δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν ἡμετέραν Ἐκκλησίαν, ὅτι δίδει εἰς τὴν κοσμικὴν ἐξουσίαν, ἐξουσίαν μεγαλητέραν, καὶ ὅτι δὲν ἐξηγεῖ ἕν, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ζητοῦμεν, καὶ ὅλοι συμφωνοῦμεν, νὰ περιορίσωμεν τὴν κοσμικὴν ἐξουσίαν νὰ δίδῃ τὴν συνδρομὴν τῆς κοσμικῆς δυνάμεως καὶ οὐδὲν πλέον. Ὅσα σᾶς ἀνέφερον περὶ Βυζαντινῶν καὶ Ἱεραρχῶν καὶ ἐπιστημοναρχῶν, ποσῶς δὲν συνέχονται μετὰ τῆς λέξεως «προστάτης». Ἡ λέξις «προστατεύω», καὶ ἐτυμολογικῶς καὶ γραμματικῶς δὲν σημαίνει τὰ προΐσταμαι, ἀλλὰ ἵσταμαι ἐμπρός, δηλ. εἶμαι ὁ θώραξ, ἡ ἀσπίς. Τὸ προστατεύω καὶ τὸ ὑπερασπίζομαι εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ λέξις, εἶναι συνώνυμα εἰς ὅλα τὰ λεξικά. Δὲν περιέχεται λοιπὸν ποσῶς ἡ ἔννοια τοῦ μεγίστου Ἀρχιερέως καὶ τῶν Βυζαντινῶν. Πόθεν προῆλθεν εἰς τοὺς Βυζαντινοὺς ἡ ἔννοια τοῦ μεγίστου Ἀρχιερέως; Ἂν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, ἐκ τούτου. Ὅταν συνεκροτήθη ἡ πρώτη οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τότε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, συμβουλευόμενος τοὺς τότε θεολόγους καὶ ἱεράρχας, ἔκρινεν, ὅτι πρέπει νὰ προεδρεύσῃ τῆς Συνόδου καὶ ὅτι αἱ πράξεις τῆς Συνόδου ἔχουν μόνον ἰσχὺν κυρούμεναι παρὰ τοῦ Αὐτοκράτορος. Ἰδοὺ πόθεν εἶναι ὁ μέγιστος Ἀρχιερεύς. Ὅταν δώσητε εἰς τὸν κοσμικὸν Ἄρχοντα αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν τοῦ νὰ προεδρεύῃ οἰκουμενικὴν Σύνοδον, ὅταν ἀπόκηται εἰς αὐτὸν τὸν ἄρχοντα τὸν κοσμικὸν νὰ κυρώνῃ τὰς πράξεις τῆς ἐκκλησίας, τότε ἐπέρχεται ἡ ἰδέα τοῦ μεγίστου Ἀρχιερέως, οὐχὶ ὅμως ἐκ τῆς λέξεως προστατεύω. Ἄλλο εἶναι νὰ προσθέτω τὴν λέξιν, νομίζων ὅτι δὲν εἶναι ἑλληνική, κατάλληλος· κατ’ ἔννοιαν δὲν τὴν πολεμεῖτε ποσῶς, διότι περιέχει τὸν κοσμικὸν βραχίονα, ὅστις θὰ προστατεύῃ καὶ ὑπερασπίζηται τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἐπέμβασιν εἰς τὰ κοσμικά. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, νὰ μὴ ἐμπλέκηται εἰς τὰ τοῦ βίου, ὁσάκις πρόκειται ὁ κοσμικὸς βραχίων νὰ παρέξῃ τὴν ἰσχύν του, ὥστε νὰ γίνῃ σεβαστὴ ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον τῆς κοσμικῆς Ἐκκλησίας, καὶ οὐδὲν πλέον· δὲν ἐκφράζει λοιπὸν τὴν λέξιν παρέμβασιν εἰς τὰ κοσμικά· καὶ ἂν θέλῃ τις νὰ ὁρίσῃ τὰς σχέσεις μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ πολιτείας, μοὶ φαίνεται, ὅτι δύναται κάλλιστα νὰ δεχθῇ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ Καβούρ, ἥτις κάλλιστα ἁρμόζει εἰς τὴν ἡμετέραν ἐκκλησίαν «ἐλευθέρα ἐκκλησία ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ πολιτείᾳ.» Νομίζω λοιπόν, ὅτι ποσῶς δὲν παραβαίνομεν τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ὑπονοοῦμεν ὡς ἀρχὰς θεμελιώδεις τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας, ὅταν ἀπονείμωμεν εἰς τὸν κοσμικὸν ἄρχοντα τὸ νὰ προστατεύῃ νὰ ἵσταται ἐμπρός, καὶ νὰ κωλύῃ πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ φέρῃ ἐνοχλήσεις εἰς τὴν ἐκκλησίαν, νὰ διαταράξῃ τὴν ἐξωτερικὴν εἰρήνην τῆς ἐκκλησίας.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ὁ Κύριος Κόκκινος.
§101ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά, Κύριε Πρόεδρε.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἂς θέσωμεν τέλος εἰς τὸ περὶ ὅρκου. Πρῶτον ἐπρότεινεν ὁ Κύριος Σαρίπολος νὰ προστεθοῦν εἰς τὸν ὅρκον αὐταὶ αἱ λέξεις· «καὶ νὰ συμπράξω μετὰ τῆς Συνελεύσεως εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ Συντάγματος.» Λοιπόν, Κύριοι, ὑποστηρίζεται;
§103ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, κανείς.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ τὴν θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν.
§105ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα εἶναι ἡ ἀντικατάστασις τῆς λέξεως προστατεύω διὰ τῆς ὑπερασπίζομαι. Ὑποστηρίζετε καὶ αὐτήν;
§107Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ὑποστηρίζω ἀπὸ τοῦ βήματος.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις προστατεύω διὰ τῆς λέξεως ὑπερασπίζομαι, νὰ σηκωθοῦν (ἀνίστανται οἱ ὀλιγώτεροι) ἀπεῤῥίφθη. Μένει λοιπὸν ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ ἕτερα· ὁ Κ. Ῥοντήρης προτείνει ἀντὶ τοῦ πρὸ τῆς 10 8βρίου τὸ «πρὸ τῆς Ὀκτωμβριανῆς ἐπαναστάσεως».
§109ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Κύριε Πρόεδρε τὴν δεχόμεθα ἄνευ συζητήσεως.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Συνέλευσις δέχεται αὐτὰς τὰς λέξεις; δὲν ἐπιφέρει οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν;
§111ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, δὲν ὑπάρχει.
§112ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος. Ἡ Ὀκτωβριανὴ ἐπανάστασις ἠξεύρετε ὅτι ἤρχισε πρὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου, τὸ Σύνταγμα ὅμως δὲν ἔπαυσε πρὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου νὰ ἰσχύῃ, διότι ἡ κατάργησις τῆς βασιλείας, καὶ ἡ συγκάλεσις τῆς Συνελεύσεως, αὐταὶ αἱ πράξεις εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐπέφερον τὴν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος, ἰδίως τοῦ περὶ πολιτείας. Λοιπὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς τοὺς Ὀκτωβριανοὺς ἐπαναστάτας, διότι περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀρχή της, δηλ. ἡ ἐν Ἀκαρνανίᾳ, καὶ ἐν Πάτραις ἐπανάστασις. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα δὲν κατηργήθη ἔκτοτε οὔτε ἡ βασιλεία τοῦ Ὄθωνος. Τὸ ψήφισμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπέφερεν οὐχὶ αὐταῖς λέξεσιν, ἀλλὰ κατ’ ἔννοιαν, εἶναι τὸ ψήφισμα τῆς 10 Ὀκτωβρίου. Ἔκτοτε θεωρεῖται καταργηθὲν τὸ Σύνταγμα· διὰ τοῦτο θεωρῶ πολὺ ὀρθὴν τὴν ἔκφρασιν τοῦ ψηφίσματος.
§113ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Νομίζω περιττὸν νὰ ἀντικρούσω.
§114ΠΟΛΛΟΙ. Καλλίτερον εἶναι Ὀκτωβριανὴ ἐπανάστασις.
§115ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ, Κύριε Πρόεδρε «τοῦ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς 10 Ὀκτωβρίου».
§116ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν ἀντικατάστασιν τῶν λέξεων «πρὸ τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως» ἀπὸ τὰς τοῦ κειμένου, νὰ σηκωθοῦν (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).
§118ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, δὲν ἐγένετο συζήτησις.
§119ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἐπιτρέπεται πλέον ὁ λόγος, τἀνάπαλιν, Κύριε Πρόεδρε.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὀλίγη σιωπὴ παρακαλῶ.
§121ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ἡ βασιλεία τοῦ Ὄθωνος κατηργήθη τὴν 4, τὴν 7 Ὀκτωβρίου (θόρυβος). Οἱ πλεῖστοι, οἱ ὁποῖοι ταράττουσι, καὶ οἱ ὁποῖοι φωνάζουν, νομίζουν, ὅτι πρόκειται ἓν ζήτημα ἄνευ συνεπειῶν· νομίζουν, ὅτι ἦλθον εἰς τὸ βῆμα αὐτὸ ἀπὸ ματαιότητα διὰ νὰ ἐπιδειχθῶ ὡς ἐπαναστάτης· καὶ μοῦ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔκαμόν ποτε χρῆσιν τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ, ὅτι ὑπῆρξα ἐπαναστάτης. Ἠμπορῶ νὰ ἀγαπῶ τὴν ἐπανάστασιν περιπαθῶς, ἀλλὰ δικαιώματα ἐπ’ αὐτῆς, οὐδὲ ἐζήτησα, οὐδὲ θὰ ζητήσω. Τὸ ζήτημα τὸ προτεινόμενον ἔχει νομικὰς συνεπείας· πρόκειται τὸ ἑξῆς ζήτημα. Συνέλαβον ἐγὼ τὸν δεῖνα καὶ ἐφυλάκισα αὐτὸν τὴν δεῖνα ἡμέραν, τὴν 7. Ὀκτωβρίου, εἰς τὸ Μεσολόγγιον· παρεβίασα τὸ δεῖνα ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; ναὶ, ἢ ὄχι; καὶ ἐὰν τὸ παρεβίασα, ὑπόκειμαι εἰς ποινήν τινα ναὶ ἢ ὄχι; ἡ ἐπανάστασις, Κύριοι, καθὼς ἠξεύρετε, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τελεσθῇ εἰς μίαν ἡμέραν· κάπου ἔχει ἀρχὴν, καὶ κάπου λαμβάνει τέλος, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ ἐπανάστασις, ὅλαι αἱ πράξεις αὐτῆς ὁμοῦ ἡνωμέναι θεωροῦνται ὡς ἓν σύνολον, καὶ ἂν ἐπιτύχῃ ἡ ἐπανάστασις εἶναι εἰς λογαριασμὸν τῶν ὅλων πράξεων· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐκλέξητε ἓν μέρος τῆς ἐπαναστάσεως καὶ νὰ τὸ πετάξητε· ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἀπέκτησε δικαιώματα, ἀφοῦ ἐπέτυχεν. Ἀληθῶς αἱ ἐπαναστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτυγχάνουν δὲν παράγουσι δικαιώματα· (καὶ ἡ ἐπανάστασις ἔχει τὸ δίκαιόν της). Ἀφοῦ ἐπιτύχῃ ἡ ἐπανάστασις, κτᾶται δικαιώματα, καὶ ἔχει συνεπείας. Ἐπειδὴ οἱ πλεῖστοι ἔχουν γενικὴν ἰδέαν περὶ ἐπαναστάσεως, θὰ μὲ συγχωρήσητε ν’ ἀναγάγω ἐγὼ αὐτὴν εἰς ἰδέας πλέον καθαρὰς, καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἠμποροῦμεν νὰ μείνωμεν σύμφωνοι καλήτερα· πόθεν παράγονται αὐτὰ τὰ δικαιώματα τῆς ἐπαναστάσεως; Ἐν δυσὶ λοιπὸν λέξεσι σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἡ ἐπιτυγχάνουσα ἔχει τὴν δύναμιν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Ἐν τῇ ἐπαναστάσει ὑπάρχει δύναμις καθολικῆς ψηφοφορίας, ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ, ἠθικὴ καὶ νομική· ἀνατρέχει δὲ ἐπιτυγχάνουσα ἡ ἐπανάστασις εἰς τὴν ἀρχήν της, καὶ ἄρχουσιν ἔκτοτε τὰ δικαιώματα τῆς ἐπαναστάσεως. Κύριοι! εὐτυχῶς ἡμεῖς ἢ δυστυχῶς ἐκάμαμεν πολλὰς ἐπαναστάσεις, καὶ εἶναι παράδοξον, ὅτι καὶ τινὲς νομικοὶ ἀκόμη δὲν θεωροῦν σπουδαίαν τὴν πρότασιν, ἐνῷ εἰς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναφέρω πιστεύω ὅτι δὲν ἠμποροῦν παρὰ νὰ μείνουν βωβοί. Ἔγεινεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1821 τὴν 25 Μαρτίου καὶ ἐτελείωσεν εἰς τὴν μάχην τῆς Πέτρας τὸ 1827. Ἐρωτῶ τώρα τοὺς ὀλίγους νομικοὺς αὐτοὺς, εἰς τὸ διάστημα τὸ παρατεταμένον αὐτὸ τῶν ἑπτὰ ἐτῶν, ποῖον δίκαιον ἴσχυε τὸ Τουρκικὸν ἢ τὸ Ἑλληνικόν; Μοὶ φαίνεται ὅτι οὐδεὶς δισταγμὸς, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν δίκαιον, καὶ ὄχι καθὼς μὲ διακόπτει λέγων ὁ φίλος μου Κύριος Καλλιγᾶς, «διότι ἡ δεῖνα Συνέλευσις τὸ εἶπεν», ἀλλὰ διότι ἡ φύσις τῶν πραγμάτων εἶναι τοιαύτη. Τὸ ὅλον ἔθνος κατέβαλε καὶ ἐξεδίωξε τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, καὶ κηρυχθὲν ἀνεξάρτητον ἀπέδειξε διὰ τοῦ ἀποτελέσματος, ἤτοι τῆς ἐπιτυχίας, ὅτι εἶχεν ἡ ἐπανάστασις πρὸς τοῦτο ἐξ ἀρχῆς τὴν διὰ καθολικῆς οὕτως εἰπεῖν ψηφοφορίας ἐκφραζομένην πληρεξουσιότητα καὶ ἀπείρως μείζονα ταύτης. Τὸ ἔθνος εἶχε τὴν θέλησιν ἐξ ἀρχῆς, ἤτοι κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν 25 Μαρτίου 1821, πλήρη, ἵνα γείνῃ ἀμέσως ἀνεξάρτητον καὶ αὐτόνομον· ἡ δὲ θέλησις τοῦ ἔθνους εἶναι νόμος· ἡ δὲ κατόπιν παρατεινομένη διεξαγωγὴ τῆς ἐπαναστάσεως δὲν ἦτο εἰμὴ ἁπλῆ ἐκτέλεσις τοῦ μεγάλου τούτου Νόμου· διὰ ταῦτα ἰσχυρίζομαι ὅτι τὸ δίκαιον τῆς ἐπαναστάσεως ἐπιτυγχανούσης ἀνατρέχει καὶ ἐπενεργεῖ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐπαναστάσεως. Τὸ ἐναντίον, δὲν ἠξεύρω τὶ θὰ βλάψῃ· γνωρίζω μόνον ὅτι ὅσοι ἐπανεστάτησαν πρὸ τῆς 10 8βρίου αὐτοὶ κατὰ τὸ σχέδιον παρεβίασαν τοὺς κειμένους νόμους, καὶ ἠξεύρω, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ὅ,τι ἐνήργησε πρὸ τῆς 10 8βρίου δὲν τὸ ἐνήργησεν ἐπαναστατικῷ δικαιώματι καὶ ἔχει νὰ δώσῃ λόγον. Κύριοι δὲν ἔχω τίποτε προσωπικὸν, ποῖαι θὰ ᾖναι αἱ συνέπειαι δὲν γνωρίζω (θόρυβος). Κύριοι! Σᾶς παρακαλῶ. Εἶναι πολλοὶ, οἵτινες ἔχουν τὴν ματαιότητα, ἡ ἐπανάστασις αὐτὴ νὰ ὀνομασθῇ τῆς δεκάτης Ὀκτωβρίου. Εἶναι πολλοὶ οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι τὴν ἐπανάστασιν τὴν ἔκαμεν ἡ πρωτεύουσα μόνη καὶ τὴν ἐπέβαλεν εἰς τὸ κράτος. Ἀλλὰ Κύριοι, καὶ ἂν ἦτο μόνη ἡ ἐπανάστασις τῆς πρωτευούσης, δὲν ἤθελον ὑποστηρίξει αὐτὴν τὴν ἰδέαν· θὰ ἠγάπων νὰ ὑποστηρίξω ὅτι τὴν ἐπανάστασιν τὴν ἔκαμε τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, καὶ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἔχει ἠθικὴν ἀξίαν διαφορετικὴν, ἀπέραντον, καὶ βαρύτητα μεγίστην ἡ ἐπανάστασις, ἐὰν δὲν θεωρηθῇ ὅτι ἐπεβλήθη παρ’ οὐδενὸς, ἐὰν φανῇ ὅτι ἦτο ὁρμέμφυτος, καθὼς εἶπον χθές. Πολλοὶ ἢ μᾶλλον ὀλίγιστοι τινὲς ἔχουν τὴν ματαιότητα ταύτην τὴν μηδαμοῦ τῆς ἀληθείας στηριζομένην, ἀφ’ οὗ δηλαδὴ ἡ ἀπέλασις τοῦ Ὄθωνος ἔγινε διὰ μιᾶς καθολικῆς ἀναστάσεως τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζουν τινὲς μόνον διὰ ματαιότητα, αὐτὸ μόνον ἄγει εἰς τὸν ἐγωϊσμόν. Ἐὰν, Κύριοι, ἡμεῖς εἴχαμεν τὴν παραμικρὰν ματαιότητα, ἠθέλαμεν ἐπιμείνει καὶ ἠθέλαμεν γράψει εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ ἠθέλαμεν γράψει ἄρθρον λέγοντες ἓν πρᾶγμα πασίδηλον τὸ ὁποῖον ἔχομεν δικαίωμα. «ἡ ἐπανάστασις αὐτὴ εἶναι ἐπανάστασις τῆς τετάρτης Ὀκτωβρίου» ὁ θεμέλιος λίθος εἶχε τεθῆ τότε· ὁ μακαρίτης στρατάρχης κατέλυσε τὴν βασιλείαν τοῦ Ὄθωνος τὴν 4 Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ δὲν ζητοῦμέν τι, δὲν ἐπηρεαζόμεθα ἀπὸ αἰσθήματα ἐγωϊστικά. Τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν τοῦ 1821 τὴν λέγουν τοῦ 1821 τῆς 25 Μαρτίου καὶ οὐχὶ τοῦ 1827.
§122ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Εἶναι τῆς 18 Μαρτίου.
§123ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Τὸ δίκαιον τῆς ἐπαναστάσεως ἀνατρέχει εἰς τὴν ἀρχήν της· περὶ ὀνόματος δὲν πρόκειται, παρακαλῶ μόνον τὴν Συνέλευσιν νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τοὐλάχιστον ἀπὸ τὴν εὐθύνην, ὅτι ἡμεῖς ἐγίναμεν ἀντάρται, ὅτι προσεβάλαμεν ἰσχυρὸν σύνταγμα. Αἱ συλλήψεις αἵτινες ἔγιναν τὴν 4 Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς δεκάτης, αἱ πράξεις αἱ ἐπαναστατικαὶ ἅπασαι ἔγιναν ἐπαναστατικῷ δικαιώματι εἰς τὴν Βόνιτσαν, εἰς τὸ Μεσολόγγιον, εἰς τὴν Ναύπακτον, εἰς τὰς Πάτρας, εἰς τὴν Κόρινθον, εἰς τὴν Ἠλείαν, κατήργησαν τὴν βασιλείαν τοῦ Ὄθωνος καὶ τὸ Σύνταγμα πρὸ τῆς 10ης Ὀκτωβρίου, διότι εἰ ἐκεῖνα τὰ μέρη ἔπαυσεν ἡ κυριαρχία τοῦ Ὄθωνος καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ συντάγματος πρὸ τῆς 10 8βρίου.
§124ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§125ΜΑΚΡΗΣ. Ὑπάρχουσι νομοθετήματα πρὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου.
§126ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Κύριοι, συζήτησις δὲν ἔγεινε, διότι πολλοί, οἱ περισσότεροι εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§127ΠΟΛΛΟΙ. Ὁμιλήσατε, Κύριε Ῥοντίρη.
§128ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὴν προτεινομένην παρὰ τοῦ Κυρίου πληρεξουσίου Ναυπακτίας τροπολογίαν δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω εἰς ἄλλο τι εἰμὴ εἰς μίαν παραγνώρισιν τοῦ προκειμένου. Ἡμεῖς πρόκειται σήμερον νὰ ὁρίσωμεν τὴν σφαῖραν τῆς ἐξουσίας καὶ ἑπομένως εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταχειρισθῶμεν ἡμερομηνίας, αἱ ὁποῖαι συγχωνεύονται μετὰ ψηφισμάτων. Τὸ ψήφισμα τῆς δεκάτης Ὀκτωμβρίου 1862 πῶς τὸ θεωρεῖ ὁ Κύριος πληρεξούσιος Ναυπακτίας; Τὸ θεωρεῖ ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν ἐντὸς τῆς ἐπαναστάσεως; τὸ ψήφισμα αὐτὸ περιλαμβάνει ὅλον τὸ πνεῦμα τῆς ἐπαναστάσεως, ὅταν ὅμως ἔχῃ τις τὴν φιλοτιμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Κύριος πληρεξούσιος τῆς Ναυπακτίας τοῦ νὰ ἀφίνῃ κατὰ μέρος τὰς ἡμερομηνίας τῶν τοιούτων γεγονότων καὶ μόνον νὰ προσέχῃ εἰς τὴν μετοχήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε πρὸς ἐπιτυχίαν αὐτῶν τῶν γεγονότων, τότε ἔχει δυστυχῶς τὴν προθυμίαν νὰ μὲ διακόπτῃ καὶ νὰ μὴ μὲ ἀφίνῃ νὰ τῷ ἀποδείξω τοῦτο, ὅτι, ὁσάκις παραδέχεται τις τὸν σκοπόν, παραδέχεται καὶ τὰ μέσα, ὅστις παραδέχεται τὰ ἀποτελέσματα, παραδέχεται καὶ ὅλα τὰ προπαρασκευαστικὰ μέσα, δηλαδὴ καθαρῶς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Φεβρουαρίου, καὶ ὅλα τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἐπέφερον τὴν λύσιν τοῦ δράματος. Ἡ λύσις τοῦ δράματος εἶναι ἡ 10 Ὀκτωμβρίου καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἡμέρας οὐδεὶς πλέον ἐδύνατο νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἐπανάστασιν. Εἰς τὴν πρωτεύουσαν, τὴν δεκάτην Ὀκτωβρίου ἐξετελέσθη ὅ,τι διὰ τοῦ πατριωτισμοῦ διὰ τοῦ φρονήματός της ἡ Ἑλλὰς ἅπασα ἤρχισε νὰ ἐκτελῇ. Δὲν ἕπεται ποσῶς ὅτι θεωροῦμεν πᾶσαν προηγουμένην πρᾶξιν ὑποδεεστέραν, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν καθιεροῦμεν.
§129ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω, ἂν ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις. Ὅσοι παραδέχονται ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη παρακαλῶ νὰ σηκωθοῦν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἐφωτίσθη· (θόρυβος). Ὁ Κύριος Ῥοντίρης ἐπρότεινε νὰ ἀντικατασταθοῦν αἱ λέξεις τῆς 10. Ὀκτωμβρίου διὰ τῶν λέξεων «Ὀκτωμβριανὴ ἐπανάστασις»· λοιπὸν πρῶτον θὰ ἐρωτήσω περὶ τούτου.
§131ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, (θόρυβος).
§132ΠΟΛΛΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, φεύγουν οἱ πλεῖστοι.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον. (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις εἰς τὰς 5 καὶ ¼.)
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς. Γ. Μ. Ῥοῦφος.