1863.10.05
1,594 rows · 13,269 words · 116 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΝΣΤʹ.
Τῆς 5 Ὀκτωβρίου 1863.
(Σάββατον.)
Ὥρα 1 Μ. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι αὔριον λήγει ἡ μηνιαία περίοδος τοῦ Προεδρείου, καὶ ὅτι τὴν δευτέραν πρέπει νὰ σκεφθῆτε περὶ ἀντικαταστάσεως.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέτι, Κύριοι, παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε δύω λέξεις. Γίνονται εἰς ἐμὲ, ὡς Πρόεδρον, πολλὰ παράπονα καὶ πολλαὶ παρακλήσεις, καὶ κυρίως δι’ ἀναφορὰς ὑποβληθείσας εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις δὲν λάβῃ πρόνοιάν τινα καὶ περὶ αὐτῶν τῶν ἀναφορῶν, θὰ θεωρῆται, ὅτι ἐμμέσως κλείεται ἡ θύρα εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι. Εἶναι λοιπὸν καλὸν νὰ προσδιορίσητε τοὐλάχιστον μίαν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος διὰ τὰς ἀναφοράς. Ποίαν ἡμέραν προσδιορίζετε;
§4ΤΙΝΕΣ. Τὴν Τρίτην.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§6ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι ἀποφασισμένη ὡς ἡμέρα προσδιωρισμένη διὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀναφορῶν τὸ Σάββατον. Ἐπειδὴ δὲ σήμερον δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀναφορὰς, νὰ συνέλθωμεν ἐκτάκτως τὴν Τρίτην.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι. Τὸ Σάββατον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἕκαστον σάββατον χρεωστῶ νὰ σᾶς ὑποβάλλω ἀναφοράς.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις δύω προτάσεων. Ἀναγινώσκεται ἡ μία ὡς ἑξῆς. «Ἡ Συνέλευσις ἐπιτρέπει εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν, ἵνα ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν προτέραν των θέσιν τοὺς παυθέντας τηλεγραφητάς».
§11ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ψηφοφορία ἡ προχθεσινή.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν πρέπει νὰ σᾶς ὑποβάλω τὰς προτάσεις.
§13ΘΕΟΦΙΛΟΥ. Εἶχε προσδιορισθῆ ἡ χθεσινὴ ἡμέρα.
§14ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν δευτέραν.
§15ΖΕΡΒΑΣ. Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζῃ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν ὑπάγει ἐμπρὸς, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη μάλιστα....
§16ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις, ἐπειδὴ ἐγένετο προχθὲς ἡ ἐπερώτησις, καὶ ἡ Συνέλευσις ἀπεφήνατο, καὶ πολλοὶ εἶπον μάλιστα· καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ μάλιστα, μοὶ φαίνεται, περιέχεται, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀρκεσθεῖσα ἐγκρίνει.......
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν δευτέραν;
§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις ἡ ἑξῆς. «Ἡ Συνέλευσις ψηφίζει. Ἄρθρον μοναδικόν. «Τὰ μέλη τοῦ ὑπουργείου τοῦ αἵματος στεροῦνται ἐπὶ δεκαετίαν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων κτλ.
§20ΙΑΛΕΜΟΣ. Προτείνω τὸ κατεπεῖγον αὐτῆς τῆς προτάσεως.
§21ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§22ΕΙΣ. Νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία, Κύριε Πρόεδρε.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζετε τὸ κατεπεῖγον Κύριε;
§24ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§25ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§26ΙΑΛΕΜΟΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν ἔρχεται σήμερον, ἀλλὰ πρὸ τεσσάρων μηνῶν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν ἂν τὴν θεωρῇ κατεπείγουσαν.
§28ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναβληθῇ ἐπ’ ἄπειρον.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, προσέξατε· ὅσοι παραδέχονται ὡς κατεπείγουσαν αὐτὴν τὴν συζήτησιν νὰ σηκωθοῦν· (ἐγείρονται πολλοί)· ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα.
§30ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη.
§31ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§32ΠΟΛΛΟΙ. (ἀριστερόθεν) δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, Κύριε Πρόεδρε, (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς εἴκοσι).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον θὰ εἴπωσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι θὰ εἴπωσιν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 186, ἀρνηθέντων 2· ὑπὲρ τοῦ κατεπείγοντος 111, καὶ κατὰ 75, ὥστε παρεδέχθη τὸ κατεπεῖγον. Λοιπὸν θ’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Πρέπει νὰ τελειώσῃ τὸ ὑπουργικὸν ζήτημα πρότερον· (θόρυβος)
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγουν τινὲς, ὅτι θεωροῦν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα περὶ ὑπουργείου, καὶ ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ καὶ ἐκείνη ἡ ψηφοφορία.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§38ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὑπάρχει εἰς ἐκκρεμότητα ἡ Κυβέρνησις. Νὰ ἐρωτηθῇ λοιπὸν ἡ Συνέλευσις (θόρυβος).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐθεώρουν, ὅτι τὸ ζήτημα περὶ ὑπουργείου δὲν ἦτο πλέον ὑποβλητέον εἰς ψηφοφορίαν, διότι ἔγειναν δοκιμασίαι, αἱ ὁποῖαι μόνον διὰ τὴν ἔλλειψιν δύο προσώπων εἰς τὴν τελευταίαν, καὶ 3 ἢ 4 εἰς τὴν πρώτην, ἐθεωρήθησαν μὴ τετελεσμέναι, ἀλλ’ ἦτο τόσον προφανὴς τῆς Συνελεύσεως ἡ περὶ τούτου γνώμη, ὥστε θεωρῶ, κατ’ ἐμὲ, ὅτι μία τρίτη ψηφοφορία ἤθελεν εἶσθαι περιττή.
§40ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ἀναστάσεως, Κύριε Πρόεδρε.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ θέλοντες τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ὑπουργείου νὰ σηκωθοῦν (ἀνίστανται πολλὰ ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη.
§42ΙΑΛΕΜΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι! ἐπεθύμουν τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ ἤμην κύριος ἐμαυτοῦ· ἐπεθύμουν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης νὰ φέρω τὸν λόγον ὡς ὁ ἀπαθὴς καὶ ψυχρὸς ἀνατόμος φέρει τὴν κοπίδα αὑτοῦ ἐπὶ νεκροῦ καὶ κρύου πτώματος· ἀλλ’ ἂν ἐγὼ δὲν ἦμαι κύριος ἐμαυτοῦ, ἀμφιβάλλω ἂν σεῖς τὸ κατορθώσητε. Πρόκειται νὰ δοθῇ ἓν παράδειγμα εἰς τὸ παρελθὸν, νὰ ἀνοιχθῇ μία ὁδὸς νομιμότητος εἰς τὸ μέλλον. Πρόκειται νὰ στεφανωθῇ ἡ μέλλουσα ἀρετὴ, καὶ νὰ στιγματισθῇ ἡ παρελθοῦσα κακοήθεια καὶ τὸ ἔγκλημα. Γνωρίζω, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς θ’ ἀντιτάξωσιν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην τὸ ἄνομον, ὅτι παραβαίνει πάντα τύπον, ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς, τὸ νὰ καταδικάζεται τις χωρὶς ν’ ἀκούεται. Νομίζω, ὅτι οἱ Κύριοι οὗτοι, τοὺς ὁποίους βλέπω ἀπέναντί μου ὡπλισμένους μὲ τὸ φρικῶδες ὅπλον τῆς νομιμότητος, νομίζω, ὅτι ἐλησμόνησαν ἀκριβῶς τὰς ἱστορίας ἐκείνας, καὶ τὰς ἐποχὰς, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀντλοῦσι καθ’ ἑκάστην τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ μᾶς δώσωσιν. Εἰς τὴν ἀγγλικὴν ἱστορίαν, Κύριοι, οὐδέποτε σχεδὸν ἐγένετο δίκη, ὁσάκις ἐπρόκειτο διὰ πράξεως τοῦ Κοινοβουλίου νὰ καταδικάσωσιν ὑπουργοὺς, ὁποίους ἡμεῖς σήμερον καταδικάζομεν· οἱ Κύριοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι οἱ τρομερώτεροι πολέμιοι τῆς προτάσεως ταύτης, ἂς συλλογισθοῦν, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν ἀγγλικὴν ἱστορίαν ἡ φράσις attainder bill, τουτέστιν ἀπόφασις καταδικαστικὴ ἄνευ δίκης τῶν κοινοβουλίων κατὰ ὑπουργῶν, οἵτινες ἐγκλημάτισαν, καθὼς εἶναι καὶ οἱ ὑπουργοὶ, καθ’ ὧν ἡμεῖς φέρομεν τὴν ἀπόφασιν ταύτην· τοὺς ἀναφέρω τὸν Στράφορ, ὅστις, ἐνῷ ἐγένετο ἡ δίκη του εἰς τὴν ἄνω βουλὴν, κατεδικάζετο παρὰ τῆς κάτω βουλῆς εἰς θάνατον. Σᾶς ἀναφέρω τὸν Βοχλιγβρόκ, τὸν ὑπουργὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐνεκολπώθη ἡ βασίλισσα Ἄννα, κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐκινδύνευε νὰ σβεσθῇ ἡ ἐπανάστασις τοῦ 68. Ὅταν αἱ βουλαὶ εἶδον, ὅτι ὁ ὑπουργὸς οὗτος, συνεννοημένος μὲ τὸν Ἰάκωβον τὸν ἐν τῇ Γαλλίᾳ διατρίβοντα τότε, εἶχε σκοπὸν ὄχι μόνον νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν Ἰακωβισμὸν εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ νὰ πωλήσῃ εἰς τὴν Γαλλίαν τὴν πατρίδα του, ἀμέσως ἐξώσθη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ δι’ ἑνὸς attainder bill κατεδικάσθη εἰς καθαίρεσιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων καὶ εἰς ἐξορίαν. Θὰ μοὶ εἴπωσιν ἀκόμη, ὅτι, ὅταν ἕνας βασιλεὺς, θεωρούμενος ὑπεύθυνος, ἐξορίζεται, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον ἡ εὐθύνη νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς νομικῶς ὑπευθύνους ὑπουργούς. Θὰ προσθέσωσι μάλιστα, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔχομεν τὸ συμφέρον ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι μόνος ὁ πεσὼν ἡγεμὼν ἦτον ὁ ἐγκληματίας. Τοῖς ἐνθυμίζω τὸν Κάρολον Χ. τῆς Γαλλίας, τὸν ἡγεμόνα ἐκεῖνον, ὅστις ἦτον ἀπόγονος Λουδοβίκου τοῦ ὁσίου, τοῦ Λουδοβίκου XIV καὶ ἀδελφὸς τοῦ Λουδοβίκου XVI, τοῦ θύματος ἐκείνου τῆς εἱμαρμένης, τοῦ τοσαύτας ἐγείραντος συμπαθείας. Ἡ Γαλλία ἐπὶ ἥμισυν αἰῶνα εἶχε στρέψει τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὰς ἐλπίδας αὐτῆς εἰς τὸν Κάρολον Χ. Ἡ οἰκογένεια τῶν Βουρβώνων ἐπὶ πολὺν χρόνον ἀντεπροσώπευε τὰς νέας ἰδέας τῆς ἐποχῆς κατὰ τοῦ δεσποτισμοῦ καὶ τῆς τρομοκρατίας, καὶ μόλον τοῦτο, ἀφοῦ ὁ ἡγεμὼν οὗτος ἐξώσθη τῆς Γαλλίας, ἡ Γαλλία δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν ἔξωσίν του, κατεδίκασε τὸν Πολινιὰκ, κατεδίκασε πολλοὺς ἄλλους ἀνήκοντας εἰς τὰς ἀρχαιοτέρας οἰκογενείας τῆς Γαλλίας. Ὁ Κάρολος Χ, ὅταν ἤκουσεν εἰς τὸ Σὲντ–κλοὺ τὸν μυκηθμὸν τῆς ἐπαναστάσεως τῶν Παρισίων, 8 αἰώνων ἱστορία, ἐγειρομένη ἀπὸ γεραρῶν τάφων, διεμαρτύρετο· καὶ μολαταῦτα τὴν διαμαρτύρησιν αὐτὴν δὲν τὴν ἤκουσεν ἡ Γαλλία. Ὁ Κάρολος, Κύριοι, δὲν ἦτον ἄσημός τις Βιτελσβαχίδης, πολλαὶ συμπάθειαι ἔπρεπε νὰ τὸν παρακολουθήσωσιν, ἀλλὰ τὰς συμπαθείας αὐτὰς τὰς ἐλησμόνησεν ἡ πατρὶς του, διότι ἐπρόκειτο περὶ πραγματοποιήσεως νέων ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν. Ὁ Κάρολος X ἦτον ἓν θῦμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀρκεσθῇ ἡ Γαλλία καὶ δὲν ἠρκέσθη· τὸ θῦμα αὐτὸ φεῦγον τὰ ἀνάκτορα τῶν προγόνων του ἐπῆγε νὰ ἑνώσῃ τοὺς στεναγμοὺς του μὲ τοὺς στεναγμοὺς τῆς Στουαρτίδος Μαρίας, τοὺς ὁποίους ἀπέδιδον τὰ μαῦρα τείχη τοῦ φρουρίου τοῦ Ὁλιρόδ. Ὁ Κάρολος ἀπέθανεν εἰς πενιχρὸν χωρίδιον τῆς Γερμανίας, ὅπου πέντε μόλις Γάλλοι εὑρέθησαν νὰ παρακολουθήσωσι τὴν κηδείαν του. Καὶ μολοντοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἀπέναντι τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θύματος, τὸ ὁποῖον συνεδέετο μὲ τὸ παρελθὸν τῆς Γαλλίας, δὲν ἠρκέσθησαν, κατεδίκασαν εἰς ἰσόβια δεσμὰ, καὶ εἰς στέρησιν πολιτικῶν δικαιωμάτων ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο ἴσως νὰ ἐκδώσῃ ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος δυνάμει τοῦ Συντάγματος τοῦ 15. Ἠξεύρω, ὅτι θέλουν θεωρήσει τὴν πρότασιν ταύτην ὡς μέτρον ἐκδικήσεως· πολὺ μακρὰν ἡ ἰδέα αὐτὴ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐπρότειναν· ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους καταδικάζουσι καὶ κατηγοροῦσι καθ’ ἑκάστην ὡς θέλοντας νὰ φέρωσι διαιρέσεις, νὰ ἐπικρατήσωσιν αὐτοὶ ἀπέναντι μιᾶς ἄλλης μερίδος, ἥτις δὲν εἶχε τὴν τύχην νὰ συνωμοτῇ καὶ νὰ ἐπαναστατῇ, αὐτοὶ, ὅταν διεχειρίζοντο τὴν ἐξουσίαν ἄνευ τῆς Συνελεύσεως, ὅταν ἦσαν παντοδύναμοι ἐν Ἑλλάδι, οὐδὲν ἔπραξαν ἄνευ τῆς δικαιοσύνης ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶναι ἀναπόφευκτος εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις, διότι ἐνίοτε ὅσον ἐπιεικὴς καὶ ἂν ᾖναι ὁ ἄνθρωπος, δὲν δύναται νὰ διακόψῃ τὴν ὑπερτάτην, τὴν θείαν δικαιοσύνην. Ἄλλως, Κύριοι, ὅσοι νομίζουν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ θῦμα μόνον αὐτὸ, εἰς τὸ ἀσθενὲς αὐτὸ θῦμα, τὴν ἔξωσιν ἑνὸς ἀναξίου ἡγεμόνος, πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τὴν νέαν Βασιλείαν τὸ κυριώτερον ἔρεισμά της, ὅσοι νομίζουν ὅτι ὁ Βασιλεὺς μόνον ὑπῆρξεν ὑπεύθυνος, αὐτοὶ δὲν συλλογίζονται, ὅτι ἡ ἀρχή των αὐτὴ δύναται νὰ παρακολουθήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον τὴν νέαν δυναστείαν, καὶ ἂς συλλογισθῶσιν ὁποίαν δυσχερείας ἀπὸ τοῦδε θέτουσιν εἰς τὴν πορείαν αὐτῆς· ἔχομεν καθῆκον χάριν τῆς νέας Βασιλείας νὰ θεωρήσωμεν συνυπευθύνους τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους τοῦ αἵματος· χάριν τῆς νέας Δυναστείας ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀπὸ τοῦδε εἶναι ἀνίκανος νὰ πράξῃ τὸ κακόν· ἐὰν δὲ ἔπραξεν αὐτὸ ὁ πεπτωκὼς Βασιλεὺς, καὶ ἂν ἐτιμωρήθη, δὲν θέλει νὰ εἰπῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν οἱ συνένοχοί του· κατὰ τὰς ἀρχὰς παντὸς δικαίου ὁ τοιοῦτος συνένοχος τιμωρεῖται ἂν οὐχὶ βαρύτερον, τοὐλάχιστον ἐπίσης ὡς καὶ ὁ πρωταίτιος. Καὶ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ ὁσάκις ἤθελαν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ παράδειγμα τῆς ἐπιεικείας, ὑπέμνησκαν τὰς δύω ἐπαναστάσεις τοῦ 1688 τῆς Ἀγγλίας καὶ τοῦ 1830 τῆς Γαλλίας, τὰς ἐπαναστάσεις ἐκείνας, αἵτινες ἔγιναν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντεκδικήσεως· εἰς αὐτοὺς λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐνθυμίσω γεγονότα τινὰ, χρονολογίας τινὰς, αἱ ὁποῖαι θέλουν τοὺς πείσει, ὅτι ὅσον ἐπιεικὴς, ὅσον ἐλαφρὰ εἶναι μία ἐπανάστασις, ἔχει ἀνάγκην οὐχὶ θυμάτων, ἀλλὰ παραδειγματισμοῦ τινος πρὸς ἀποφυγὴν μελλόντων κακῶν· ἰδίως μάλιστα ἀνέφερον ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν Μακωλέϋ, ὅστις ἐξυμνῶν τὴν Ἀγγλικὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1688, λέγει τῳόντι πομπωδῶς καὶ μετ’ αὐχήσεως πολὺ δικαίας, διότι συνέγραψε τὴν ἱστορίαν του μετὰ τὰ 48, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη ἐγένετο χωρὶς νὰ ταραχθῶσιν αἱ ὁδοὶ τοῦ Λονδίνου, χωρὶς νὰ πάθωσιν αἱ ἰδιοκτησίαι τῶν πολιτῶν, χωρὶς νὰ βλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου· ἀλλὰ δὲν ἐνθυμήθησαν, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος Μακωλέϋ, ὅταν πρόκηται νὰ δικαιολογήσῃ μέτρα ληφθέντα πρὸς παραδειγματισμὸν καὶ εὐόδωσιν τῆς ἐπαναστάσεως, δογματίζει ἐντόνως, ὅτι πολλάκις αἱ δημόσιαι ἐλευθερίαι ἔχουν ἀνάγκην, διὰ νὰ στερεωθῶσι, περιορισμῶν τινων· αἱ δὲ στεναὶ κεφαλαὶ αἱ ἀνήκουσαι ἰδίως εἰς τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, ὅπερ κατεστράφη ἐκ τῶν ἐπαναστάσεων, αἱ στεναὶ αὗται κεφαλαὶ τὰς μεταχειρίζονται διὰ νὰ δυσφημίσωσι ταύτας, ἀλλ’ ἂς συλλογισθῶσιν προσθέτει, ὅτι αἱ νέαι Κυβερνήσεις δὲν ἔχουν τὰς ῥίζας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχουν δυναστεῖαι πολλῶν αἰώνων, δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι διὰ τῶν νομίμων καὶ συνήθων μέσων, διὰ τῶν ὁποίων μία ἄλλη κατάστασις πραγμάτων ἀρχαία δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ· μία νέα ἐξουσία διατρέχει μυρίους κινδύνους, καὶ τοὺς κινδύνους αὐτοὺς ἐὰν δὲν τοὺς διετρέξαμεν ἡμεῖς, ὀλίγον ὅμως ἔλειψε νὰ τοὺς ὑποστῶμεν· ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον θεωρία, ὅ,τι λέγει ὁ Μακωλέϋ, ἐγένετο καὶ πρᾶξις, διότι μετὰ τὸ 1688 ἐλήφθησαν μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ταύτης, ἰδίως εἰς τὴν μερίδα ἐκείνων, ἡ ὁποία θὰ ὑψωθῇ ὑπὲρ τῆς νομιμοφροσύνης, θὰ φανῶσιν ὄρη ἐνώπιόν της, θὰ τὴν καταπλήξωσιν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ οὐχὶ μόνον δι’ ἐκείνους, ἀλλ’ ἐν γένει διὰ τοὺς ἐννοοῦντας τὰς πορείας τῶν ἐπαναστάσεων, διὰ τοὺς γνωρίζοντας μὲ ποῖα μέσα πραγματοποιοῦνται αἱ ἰδέαι καὶ αἱ ἀρχαὶ τῶν ἐπαναστάσεων, τὰ μέτρα ταῦτα θέλουν φανῆ ἀσθενῆ· μεταξὺ τούτων, Κύριοι, ἦτον ἡ ἀναστολὴ τοῦ νόμου τοῦ habeas corpus, τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἡ μεγαλειτέρα καὶ σπουδαιοτέρα κατάκτησις τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους κατὰ τὸν 17ον αἰῶνα· μεταξὺ τῶν μέτρων αὐτῶν ἦτον ἡ ἀπόφασις περὶ στρατοδικείων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἰδίως θεωροῦνται μετὰ τοσαύτης ἀποστροφῆς πάντοτε· προκειμένου δέ ποτε νὰ κηρυχθῇ τὸ κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον πρῶτον ἀνηγόρευσε τὸν Οὐλιέλμον ἡγεμόνα τῆς Ἀγγλίας, ὡς νόμιμον κοινοβούλιον, πολλοὶ ἠγέρθησαν κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης· πολλοὶ ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο μία τολμηρὰ παρανομία· ἀλλ’ εἷς γέρων νομομαθὴς ὁ Μέϋρεν, ὁ σεβαστότερος νομομαθὴς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅστις ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ ἀνθρωπότης οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ τῶν τύπων, ἰδοὺ τὶ λέγει. «Εἴμεθα ἐκτὸς τῆς συνήθους καὶ πεπατημένης τρίβου, ἑπομένως ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ μὴ κινώμεθα παρὰ ἐντὸς αὐτῆς, δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ κάμωμεν τὸ ἐλάχιστον βῆμα· ἄνθρωπος ὅστις ἐν ἐπαναστάσει ἀποφασίζει νὰ μὴ κάμῃ τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ᾖναι αὐστηρῶς σύμφωνον μὲ τοὺς καθεστῶτας τύπους, ὁμοιάζει μ’ ἐκεῖνον ὅστις ἐν τῇ ἐρήμῳ φωνάζει ζητῶν τὸν βασιλικὸν δρόμον· εἰς τὴν ἔρημον ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ λαμβάνῃ πάντοτε τὴν ὁδὸν ἥτις θὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὴν οἰκίαν του, ἐν τῇ ἐπαναστάσει πρέπει νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὸν πρώτιστον καὶ ὑπέρτατον τῶν νόμων, τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους». Σπεύδω, Κύριοι, ἐνταῦθα νὰ σᾶς προσθέσω διασάφησίν τινα διὰ νὰ μὴ νομίσητε, ὅτι ἐκινδύνευσε τότε ἡ Ἀγγλία· ἡ Ἀγγλία ἔκαμε τῳόντι τὴν νομιμωτέραν ἐπανάστασιν, ἐπανάστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν διεφιλονεικεῖτο ἀκόμη ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου ἂν ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ἐνῷ ὑπῆρχεν ὁ Γουλιέλμος ἐντὸς τοῦ Λονδίνου, νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὸν Ἰάκωβον Βʹ. οὕτως ἐσέβετο τὴν νομιμότητα ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη, ὥστε ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παρεκβῇ οὔτε κεραίαν τῶν συνήθων τύπων· καὶ μόλον τοῦτο τὸ ἀξίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ σεβαστὸς ἐκεῖνος νομομαθὴς εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν τὸ ἐπρέσβευον καὶ τὸ ἐφήρμοσαν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐπαναστάσεως. Τοσοῦτον δὲ ἀναγκαῖον εἶναι τὸ δόγμα αὐτὸ, ὥστε μ’ ὅλα τὰ ἔκτακτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἀγγλίας ἤθελεν ἐκπνεύσει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἕνεκα τῆς ἐπιεικείας, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ Γουλιέλμος Γʹ. Ὁ ἡγεμὼν οὗτος ἐλθὼν εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ διὰ ν’ ἀπελευθερώσῃ τὸ Ἔθνος τοῦτο ἀπὸ τὴν τυραννίαν τοῦ Ἰακώβου, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ νὰ εὕρῃ σταθμὸν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου νὰ πολεμήσῃ τὴν Γαλλίαν, ἔχων ἀνάγκην συμμάχων, μετῆλθε τὴν μεγαλειτέραν ἐπιείκειαν πρὸς τὸ κόμμα τὸ καθολικὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀφοσιωθῆ μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς εἰς τὸν Ἰάκωβον Βʹ. διὰ νὰ περιποιηθῇ καθολικάς τινας δυνάμεις· ἡ ἐπιείκειά του δὲ εἶχε προβῆ εἰς τοσοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἂν μετὰ 13 ἔτη δὲν ἐπήρχετο εἷς ἡγεμὼν, φέρων κατὰ τύχην τὸ ὄνομα τοῦ ἡμετέρου ἡγεμόνος Γεωργίου τοῦ Αʹ. νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὰς τάξεις τῆς ὑπαλληλίας καὶ τὰς ἀνωτέρας βαθμίδας τὸ φιλελεύθερον τῶν Οὐΐγκων κόμμα, ἡ ἐπανάστασις ἤθελε ταφῆ τότε, καὶ μόνον τότε ἐπραγματοποιήθησαν αἱ ἀρχαὶ, αἵτινες ἐκινδύνευσαν εἰς τὸ διάστημα τοῦτο τῶν 13 ἐτῶν.....
§43Π. ΘΕΟΦΙΛΟΥ. Εἰς τὸ προκείμενον, Κ. Πρόεδρε.
§44ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. (θόρυβος)
§45ΙΑΛΕΜΟΣ. Τὸ διάστημα τῶν 13 ἐτῶν τῆς Ἀγγλίας εἶναι τὸ διδακτικώτατον πάντων μάθημα καὶ μάλιστα δι’ ἡμᾶς· κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἡ ἐπιείκεια πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ παρελθόντος καὶ τοὺς φίλους τοῦ Ἰακώβου εἶχε προβῆ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ὁ Βόλιμβροκ εἶχε τολμήσει, ἐλθὼν εἰς τὰ πράγματα, νὰ συνεννοῆται μετὰ τῆς αὐλῆς τῆς Γαλλίας καὶ τοῦ παρ’ αὐτῇ διαιτωμένου ἐξορίστου Στουαρτίδου. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἐπανάστασιν τῶν 30· ἡ ἐπανάστασις αὕτη θεωρεῖται μεταξὺ ἐκείνων, αἵτινες ἐτελέσθησαν διὰ τῆς μεγαλειτέρας νομιμότητος· καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἐπροσπάθησαν νὰ τηρήσωσιν ὅλους τοὺς δυνατοὺς τύπους τῆς νομιμότητος εἶναι τὸ ἑξῆς μεταξὺ ἄλλων. Ὁπότε πρόγραμμα τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου ἔμελλε νὰ ἀνακηρύξῃ τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἐπειδὴ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Αὐλῆς ἐτέθη ἡ λέξις «εἷς χάρτης θέλει εἶναι τοῦ λοιποῦ μία ἀλήθεια» τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἡ ἐξουσία ἔσπευσε νὰ ἐπανορθώσῃ ταύτην, θέτουσα τὴν ἑπομένην· «ὁ Χάρτης θέλει εἶναι μία ἀλήθεια»· τοσοῦτον ἤθελον νὰ ἐμμείνουν εἰς τὸ παρελθὸν, τοσοῦτον ἀπέφευγον νὰ προβῶσιν εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀνεπόλουν ἄλλας ἐποχὰς τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως τοῦ 89· καὶ μόλον τοῦτο καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν, ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς συνέβησαν τοσαῦται μεταβολαὶ καὶ εἰς τὸν στρατιωτικὸν καὶ εἰς τὸν διοικητικὸν καὶ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, ὥστε ἀναγινωσκομένη ἡ περὶ τούτων ἔκθεσις ἐν καιρῷ, ὅταν ἔλθῃ ἄλλο ζήτημα ὁμοίας φύσεως μὲ τὸ σημερινὸν, θὰ σᾶς κάμω νὰ ἀπορήσητε ἐὰν ἐκάματε ἐπανάστασιν. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ ἐπανάστασις τῶν 30 δὲν ἐπέτυχε μὲ ὅλην τὴν τιμωρίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τοῦ παρελθόντος, δὲν ἐπέτυχε, διότι ἦλθον εἰς τὰ πράγματα, ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, ὅτε ὁ λαὸς τῶν Παρισίων ἐμάχετο καὶ ἐσφάζετο, ἐφιλονείκουν, ἂν πρέπῃ νὰ πέσῃ ἡ δυναστεία Καρόλου τοῦ Ιʹ. αὐτοὶ δὲ οἱ ἄνθρωποι, ἀπομακρυνθέντες ἐπὶ ὀλίγα ἔτη τῶν πραγμάτων καὶ ἐπανελθόντες ὕστερον ἀπὸ τὰ 40 μέχρι τοῦ 48 ὑπῆρξαν ἡ δυστυχία καὶ τῆς πατρίδος καὶ τοῦ θρόνου, τὸν ὁποῖον κακῶς ὑπηρέτησαν. Ἐκ τούτων, νομίζω, καταδεικνύεται ὅτι δὲν δύναται κανὲν παρελθὸν πῖπτον νὰ μείνῃ ἄνευ παραδειγματισμοῦ τινος. Καὶ τί εἶναι ὁ παραδειγματισμὸς, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν; δὲν θέλω νὰ φέρω τὴν στιγμὴν ταύτην ἀναμνήσεις ἱερὰς, ἀλλ’ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐντὸς τῆς καρδίας σας κυκλοφοροῦσιν αὗται ζωηρόταται· οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐλησμόνησεν, ὅτι εἰς διάστημα δύο ἐτῶν ὁλοκλήρων οἱ ἀνεξάρτητοι καὶ οἱ τίμιοι πολῖται μετεφέροντο ἀπὸ τῆς αὐλῆς τοῦ Ἄννα εἰς τοῦ Καϊάφα· ἐφυλακίζοντο, ἡ κεφαλή των ἦτο καθ’ ἑκάστην ὑπὸ τὴν λαιμοτόμον· δύο τέκνα ἀγωνιστῶν, τοὺς ὁποίους ἔχετε εἰς τοὺς κόλπους σας, ὁ υἱὸς τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Γρίβα ἐφονεύοντο ἁρπαζόμενοι ἀπὸ τὰς ὁδοὺς, ἐδολοφονοῦντο, ὅτε ἦσαν ἀσθενεῖς δὲν τοὺς ἄφιναν στιγμὴν ἀναπαύσεως, τοὺς ἔστελλον ἀπὸ νοσοκομείου εἰς νοσοκομεῖον, καὶ ἀπὸ φυλακῆς εἰς φυλακήν. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐλησμόνησεν, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ὅλη ἐπένθει, ὁπότε τόσαι οἰκογένειαι ἔτιλλον τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς των, ἐκεῖνοι ἐχόρευον εἰς τὰ Ἀνάκτορα, συνέχαιρον τὸν ἡγεμόνα, ἐκεῖνοι ὡς καὶ ἄλλοι, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι θὰ κηρυχθῶσιν ὑπὲρ τῆς νομιμότητος (χειροκροτήματα).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀκροατήριον ἐπάνω νὰ ἡσυχάσῃ.
§47ΙΑΛΕΜΟΣ. Τί ἐχρειάζετο διὰ νὰ καταδικασθῇ ὁ κόμης Πολινιὰκ, ὁ εὐγενὴς ἐκεῖνος ἱππότης τῆς Γαλλίας; ἐχρησίμευσε μία μαρτυρία· ἡ ἀκόλουθος. Τὸν ἠρώτησαν, ἐὰν, ὅταν ὁ στρατὸς τύχῃ νὰ συναντηθῇ μὲ τὸν ἐπαναστατήσαντα λαὸν, πρέπει νὰ τὸν κτυπήσῃ. Τοσοῦτον περισσότερον εἶπεν ὁ Πολινιάκ. Τί ἤθελε χρησιμεύσει διὰ ν’ ἀποκεφαλισθῇ ὁ Πολινιάκ; ἤθελε χρησιμεύσει μία μαρτυρία τοῦ Ἀραγὼ, τὴν ὁποίαν ἀπὸ οἶκτον καὶ κατὰ παράκλησιν τοῦ συνηγόρου του Μαρτινιὰκ δὲν κατέθεσεν ἐκεῖνος. Ὑπῆρχεν ἀξιωματικός τις Βλανκὰρ, ἄνθρωπος καλλίφωνος· εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦτον διατάττοντα κατὰ τῶν πολιτῶν πῦρ, εἶχεν εἴπει ὁ Πολινιὰκ «Ποτὲ δὲν ἤκουσα νὰ ἔχῃς τόσον ὡραίαν φωνήν». Ὁ Μαρτινιὰκ συγκαλύψας τὸ πρόσωπον ὑπὸ φρίκης, ἐγονυπέτησε καθικετεύων τὸν Ἀραγκὼ νὰ μὴ προφέρῃ πρὸς Θεοῦ τὴν φράσιν ἐκείνην, διότι εἰς τὴν στιγμὴν θὰ ἐγκατέλιπε τὸν πελάτην του καὶ θ’ ἀπεμακρύνετο ἀπὸ τὸν τόπον τῆς ὑπερασπίσεως. Καὶ ἂν αὐτὴ ἡ φράσις ἦτον ἱκανὴ νὰ ἀπομακρύνῃ συνήγορον ὑποδίκου ὑπουργοῦ, σεῖς θέλετε νὰ συζητήσητε ταύτην τὴν στιγμὴν, ὁπότε ἔχετε ἐνώπιόν σας τόσα θύματα, ὁπότε ἔχετε πλησίον, ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, τόσα πένθη, τόσους μάρτυρας τῆς πιέσεως ἐκείνης, ὁπότε ἔχετε φράσεις ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον, ἐάν ποτε διωχθῇ ὁ Ὄθων θέλουσι τὸν παρακολουθήσει πατοῦντες ἐπὶ τῶν πτωμάτων τῶν συμπατριωτῶν των, ἂν πρέπει νὰ τηρήσητε ἀσημάντους τινὰς τύπους, τοὺς ὁποίους καθίστα ἀναγκαίους εἰς τὴν καταδίκην τοῦ Πολινιὰκ ἡ ἔλλειψις συνελεύσεως καὶ ἡ διανομὴ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας εἰς τὰ δύο νομοθετικὰ σώματα, τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν; Τελευτῶν, Κύριοι, σᾶς ἐνθυμίζω ἐκ νέου τὸ παράδειγμα τοῦ Καρόλου ΙΘʹ. Ἡ Γαλλία ἔπρεπε ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τόσον μέγα θῦμα, διότι ἦτον ἡ ἱστορία 8 αἰώνων, ἡ ὁποία παρίστατο ἐνώπιόν της, διότι ἐπὶ τέλους εἶχε καταπέσει μία δυναστεία, ἡ ὁποία ἐξῆλθεν ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία παρηκολούθησεν ὅλα τὰ παθήματα αὐτῆς· καὶ μολοντοῦτο δὲν ἠρκέσθη· κατεδίκασε κόμητας, κατεδίκασεν ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων τὸ παρελθὸν ἦτο στενῶς συνδεδεμένον μὲ τὸ τῆς Γαλλίας καὶ μὲ τὴν δυναστείαν τῶν Βουρβώνων. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν θέλετε λησμονήσει τύπους, θέλετε διασώσει τὴν ἀρχὴν τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, θέλετε προπαρασκευάσει εἰς τὸν μέλλοντα ἡγεμόνα τὸ σπουδαιότερον στήριγμα τοῦ θρόνου, τὴν ἀρχὴν, ὅτι αὐτὸς θέλει βασιλεύει καὶ δὲν θέλει κυβερνᾷ.
§48ΜΙΛΗΣΗΣ. Αἰσθάνομαι, Κύριοι, πληρέστατα τὴν μεγίστην δυσκολίαν τῆς θέσεώς μου, ἐρχομένου ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα καταπολεμήσω πρότασιν τοσοῦτον δημοτικὴν κατ’ ἐπιφάνειαν. (θόρυβος).
§49ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν «κατ’ ἐπιφάνειαν».
§50ΜΙΛΗΣΗΣ. Οἱ ἁγνοὶ ἐπαναστάται ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν, ὅτι ὁ μεγαλείτερος ἐμπαιγμὸς τῶν ἐπαναστάσεων εἶναι ἡ παρεμπόδισις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι· νὰ μὴ διακόπτωμεν, ἀλλὰ νὰ ἀφήσωμεν νὰ προβῇ ἡ συζήτησις.
§52ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀντιστρατευόμενος, Κύριοι, κατὰ προτάσεως, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἄντικρυς ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τὰς ἀρχάς της, αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω νὰ πολεμήσω πρὸς πάθη ζωηρὰ ἐδῶ, ταπεινὰ ἐκεῖ, καὶ πρὸς τὴν φοβερὰν δημοτικότητα, ἡ ὁποία ἐκάλυψε πολλῶν δεινῶν ῥητόρων καὶ πολλῶν μεγάλων πολιτικῶν ἀνδρῶν τὴν ἰσχυρὰν φωνήν. Θέλω ἀντλήσει ὅμως ἐκ τοῦ βάθους τῆς συνειδήσεώς μου τὴν δύναμιν νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν ἱερότητα τῶν πεποιθήσεών μου· θέλω καταβῆ εἰς τὸ βάθος τῆς καρδίας τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ θίξω τὰ εὐγενέστερα ἐλατήρια αὐτῆς, χωρὶς νὰ μείνω εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, τὴν κλυδωνιζομένην ἀπὸ τὸ ἄγριον κῦμα τῶν ἐφημέρων παθῶν. Ναὶ, Κύριοι· ἡ καρδία τῶν λαῶν εἶναι κατ’ οὐσίαν γενναία, εὐγενής· εἰς τὸ βάθος αὐτῆς ἐγκρύπτονται ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀλήθεια. Εὐτυχὴς δὲ θέλω λογισθῆ, ἐὰν ἡ ἀσθενής μου χεὶρ δυνηθῇ νὰ θίξῃ ἐλαφρῶς τὰ τρυφερὰ αὐτῆς ἐλατήρια, διὰ νὰ ἐξυπνήσῃ τὸ πρὸς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀλήθειαν ὀφειλόμενον σέβας. Ἀπὸ ὑμᾶς, Κύριοι, δὲν ἔχω ἄλλο νὰ ζητήσω, παρὰ τὴν τιμὴν τοῦ νὰ μὲ ἀκούσητε εὐμενῶς μέχρι τέλους καὶ νὰ δικάσητε ἔπειτα τὴν γνώμην μου. Κύριοι! Ἠδυνάμην, ἐξετάζων κατ’ οὐσίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ἰαλέμου καὶ λοιπῶν, ν’ ἀποδείξω αὐτὴν μὴ στηριζομένην εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης. Ἠδυνάμην, ἀναπολῶν εἰς τὴν μνήμην σας τὴν μετὰ τῶν ὑπουργῶν τοῦ Φεβρουαρίου σύμπραξιν καὶ βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν καὶ στρατιωτικῶν κτλ, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἀληθὴς δικαιοσύνη εἶναι πάντοτε καὶ πρὸς πάντας ἡ αὐτὴ, καὶ ὅτι ἡ τιμώρησις ἐκείνων καὶ ἡ ἄφεσις τούτων, καθισταμένων μάλιστα δικαστῶν τῶν συντρόφων των, εἶναι ἡ σκανδαλωδεστέρα παραβίασις τῶν κοινοτέρων ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης. Ἠδυνάμην νὰ προβῶ ἀκόμη περαιτέρω· ἠδυνάμην νὰ προσθέσω ὅτι ζητοῦντες τὴν τιμωρίαν τῶν ὑπουργῶν τοῦ αἵματος ἀορίστως, χωρὶς νὰ στηρίζητε τὴν κατ’ αὐτῶν κατηγορίαν ἐπὶ ὡρισμένης παραβάσεως τοῦ νόμου, ἐπὶ συγκεκριμένης παρανόμου πράξεως, ζητεῖτε μ’ ἄλλας λέξεις νὰ καταδικάσητε, νὰ στιγματίσητε τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος· διότι πᾶσα θέσις, Κύριοι, ἐπιβάλλει καθήκοντα, λυπηρὰ πολλάκις, ἀποτρόπαια, ἂν θέλετε, ἀλλὰ καθήκοντα, συντρίβοντα ἀδυσωπήτως καὶ τὰ τρυφερώτερα τῆς καρδίας αἰσθήματα. Κατηγορήθησαν οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Καρόλου κατὰ τὸ 1830, ὄχι ὅμως ἀορίστως διότι κατεπολέμησαν τὴν ἐπανάστασιν, ἀλλὰ συγκεκριμένως διότι διὰ διαταγμάτων παρεβίασαν τὸ Σύνταγμα. Τοιαύτη ὡρισμένη παράνομος πρᾶξις δὲν ἀναφέρεται καμμία ἐν τῇ προτάσει. Τίνος λοιπὸν πράξεως ζητεῖται ἡ τιμωρία; Τῆς ἁπλῆς ἀντιστάσεως κατὰ μιᾶς ἐπαναστάσεως, ἔστω καὶ δικαίας· μ’ ἄλλας λέξεις, ζητοῦν τὴν τιμωρίαν τῶν ὑπουργῶν τοῦ Φεβρουαρίου, διότι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκρήξεως ἐπαναστάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ διοίκησίς των προεκάλεσε, δὲν ἄφησαν τὸν ἡγεμόνα μόνον ἀπέναντι αὐτῆς, καὶ τὴν ζητοῦν χάριν τῆς ἠθικῆς καὶ πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς νέας Βασιλείας! Ἠδυνάμην καὶ ταῦτα ν’ ἀναπτύξω, καὶ ἄλλα πολλὰ νὰ προσθέσω, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν. Θέλω παρακαλέσει λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ εἰς ἄλλο πεδίον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλω μεταφέρει τὴν πάλην, εἰς τὸ πεδίον τοῦ ἀπαραδέκτου. Δύο εἰδῶν εὐθύναι παρακολουθοῦσι, Κύριοι, τοὺς ὑπουργοὺς εἰς τὰς συνταγματικὰς πολιτείας, ἡ κοινοβουλευτικὴ, στρεφομένη περὶ τὴν καθόλου διοίκησιν, ἐλεγχομένη ὑπὸ τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων καὶ κυρουμένη διὰ τῆς στερήσεως τῆς ἐξουσίας ἀπὸ τοῦ ἐνόχου, καὶ ἡ ποινικὴ, στρεφομένη περὶ ὡρισμένας παρανόμους πράξεις, ἐλεγχομένη ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ κυρουμένη διὰ τῆς ἐπιβολῆς ὡρισμένης ποινῆς κατὰ τοῦ ἐνόχου. Ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ζητοῦν διὰ τῆς προτάσεως, νὰ καταλογίσωμεν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ αἵματος, ὁποίας φύσεως εἶναι; Προδήλως τῆς δευτέρας· διότι κυροῦται διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἑνὸς ἀγαθοῦ, διὰ τῆς ἐπιβολῆς μιᾶς ποινῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν πρόκηται νὰ ἐπιβληθῇ εἴς τινα ποινὴ, ἡ ἀνθρωπίνη συνείδησις, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἀναδράμητε, καὶ μέχρις αὐτῶν τῶν ἡμιβαρβάρων λαῶν, ἀναγνωρίζει ἀναλλοιώτους τινὰς ἀρχὰς δικαιοσύνης, ἀπὸ τὰς ὁποίας κανεὶς δὲν δύναται νὰ παρεκτραπῇ, οὔτε Ἡγεμὼν, οὔτε Βουλὴ, οὔτε Συνέλευσις, οὔτε καμμία ἀνθρωπίνη ἐξουσία. Πρώτη τοιαύτη ἀρχὴ εἶναι τὸ νὰ μὴ δικάζηταί τις χωρὶς ν’ ἀκούηται, δηλ. τὸ φυσικὸν καὶ ἔμφυτον δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως, τὸ ὁποῖον μόνον ὠμοὶ τύραννοι παρεγνώρισαν. Δευτέρα ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἀπαντῶμεν εἰς τὰ πολιτισμένα κράτη, εἶναι ὅτι ποινὴ δὲν καταγινώσκεται ἄνευ νόμου, προορίζοντος αὐτήν· καὶ τρίτη, ὅτι ποινὴ δὲν καταγινώσκεται εἰμὴ ὑπὸ δικαστηρίου, πρὸς τοῦτο καθεστηκότος. Παραδεχομένης τώρα, Κύριοι, τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως, ποῦ μένουσι, παρακαλῶ, αὐταὶ αἱ ἀναλλοίωτοι ἀρχαὶ τῆς δικαιοσύνης; δὲν καταπατοῦμεν αὐτὰς σκανδαλωδῶς, καὶ δὲν ὠθοῦμεν τὴν Ἑλλάδα πολλοὺς αἰῶνας ὀπίσω; ποῦ; δὲν γνωρίζω ἐπ’ ἀληθείας· διότι ὁποιανδήποτε ἱστορικὴν περίοδον ἐξετάσητε, θὰ εὕρητε ἐν Ἑλλάδι τὰς ἀρχὰς ταύτας ἀνεγνωρισμένας καὶ καθιερωμένας. Ἀλλὰ τὶ ἀντιτάσσουν εἰς τὰς αἰωνίους ταύτας ἀρχάς; Ἀκούσατε, Κύριοι. «Μᾶς πολεμεῖτε, λέγουν, μὲ κενοὺς τύπους· μᾶς προβάλλετε τὴν ξηρὰν νομιμοφροσύνην, λησμονοῦντες ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι κυρίαρχος, καὶ ὅτι ἀπέναντι αὐτῆς καὶ τύποι καὶ νόμοι πρέπει νὰ σιγήσωσι». Κενὸς τύπος, ξηρὰ νομιμοφροσύνη ἡ ἐπίκλησις ἀρχῶν δικαιοσύνης, ἀνεγνωρισμένων παρ’ ὅλων τῶν λαῶν καὶ παρ’ ὅλων τῶν αἰώνων; Ὁποία παράδοξος σύγχυσις ἰδεῶν καὶ πραγμάτων! Ἀλλ’ οἰκτρὰ καταφαίνεται ἡ σύγχυσις αὕτη, ὅταν κατὰ τῆς δικαιοσύνης ἀντιτάσσουν μετὰ στόμφου τὴν κυριαρχίαν. Καὶ τῳόντι ὁποία τις εἶναι, Κύριοι, αὐτὴ ἡ κυριαρχία, τὴν ὁποίαν ὡς φοβερὸν φάσμα ἐπισείουν εἰς πᾶσαν στιγμήν; εἶναι ἆρά γε ἐξουσία ἀπόλυτος, ἄνευ ὁρίων, τοῦ ἐνεργεῖν αὐθαιρέτως καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν; καὶ δύναται ἆρα ἡ Συνέλευσις, διότι εἶναι κυρίαρχος, νὰ καταπατήσῃ ὑπὸ τοὺς πόδας αὑτῆς τὰ αἰώνια ἀποφθέγματα τῆς ἠθικῆς, τὰς ἀναλλοιώτους ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης, τὰ ἔμφυτα δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου; Ὄχι Κύριοι· Οὐδεμία ἀνθρωπίνη ἐξουσία δύναται νὰ ᾖναι ἀπόλυτος, διότι οἱ ἄνθρωποι, ὡς καὶ ὁ κόσμος οὗτος, εἶναι ὄντα σχετικὰ καὶ πεπερασμένα. Καὶ ἡ κυριαρχία λοιπὸν ἔχει ὅρια· τὰ ὅρια δὲ ταῦτα διαγράφουν ἡ ἠθική, ἡ δικαιοσύνη, ὁ λόγος. Ὁ κυρίαρχος, εἴτε αὐτοκράτωρ ὀνομάζεται εἴτε Συνέλευσις, δὲν δύναται οὔτε νὰ διατάξῃ, οὔτε νὰ νομιμοποιήσῃ πρᾶξιν κακοήθη· ἐπίσης δὲν δύναται νὰ παραβιάσῃ τὴν ἐλευθερίαν, τὴν συνείδησιν, τὴν ἰδιοκτησίαν, καὶ ἐν γένει κανὲν τῶν ἐμφύτων ἐκείνων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν ἀξίαν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἀνθρώπου. Κυριαρχία ἀπόλυτος, ὅπως τὴν ἐννοοῦν οἱ Κύριοι ἐν τῇ πολιτείᾳ, εἶναι ἡ τερατώδης ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἐξήσκει ὁ Νέρων ἐν Ῥώμῃ, τὴν ὁποίαν ἐξασκοῦσιν, ἢ μᾶλλον ἐξήσκουν, οἱ Σουλτάνοι ἐν Βυζαντίῳ· εἶναι ὁ δεσποτισμὸς εἰς τὴν ἀνωτάτην του ἔκφρασιν, ἐξασκούμενος σήμερον ὑπὸ μιᾶς Συνελεύσεως καὶ αὔριον ὑπὸ ἑνὸς ἀτόμου ὁποιουδήποτε. Μὴ ἀπατᾶσθε, Κύριοι! κυριαρχίαν ἀπόλυτον ἔχει μόνη ἡ ἀλήθεια, μόνον τὸ δίκαιον, μόνος ὁ λόγος. Τὸ δόγμα δὲ τῆς ἐν τῇ πολιτείᾳ κυριαρχίας τοῦ λαοῦ ταύτην μάλιστα ἔχει τὴν βάσιν, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει τῶν λαῶν ζῶσιν ἀνεξάλειπτοι αἱ ἀπόλυτοι αὗται ἀρχαί· ὁ λαὸς ἀνεκηρύχθη ἀπὸ τῆς ἐπιστήμης κυρίαρχος ἐν τῇ πολιτικῇ κοινωνίᾳ, διότι ἐθεωρήθη ὡς πιστότερος θεματοφύλαξ τοῦ δικαίου, τῆς ἀληθείας, τοῦ λόγου, ἢ ὡρισμένον τι ἄτομον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀνώτερον τῶν παθῶν του. Καὶ παρατηρήσατε, Κύριοι, ὅτι οὕτως ἐνόησαν τὴν κυριαρχίαν καὶ λαοὶ καὶ Συνελεύσεις εἰς αὐτὸν ἔτι τὸν πυρετὸν τῆς ἐξάψεώς των. Κατὰ τὸ 1791 ἡ Συμβατικὴ Συνέλευσις (Convention) τῆς Γαλλίας δὲν ἐπεκαλέσθη τὴν κυριαρχίαν αὑτῆς, διὰ νὰ στείλῃ ἀδίκαστον καὶ ἀναπολόγητον εἰς τὴν λαιμητόμον τὸν Λουδοβῖκον ΙΣΤʹ, ἀλλὰ κατηρτίσθη εἰς δικαστήριον, τὸν ἔφερεν ἐνώπιόν της, τὸν ἐξέτασε, τὸν ἤκουσεν ἀπολογούμενον, τὸν ἐδίκασε καὶ τὸν κατεδίκασε, δικαίως ἢ ἀδίκως ἂς τὸ εἴπῃ ἡ ἱστορία. Ἡ ἐπανάστασις μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Λουδοβίκου ΙΣΤʹ, πολεμουμένη πανταχόθεν, διὰ παντὸς μέσου καὶ δι’ αὐτῶν ἔτι τῶν ξένων, ἠναγκάσθη νὰ μετέλθῃ κατὰ τῶν ἐχθρῶν της τὴν βίαν καὶ τὸν τρόμον· καὶ ἔπιπτον αἱ κεφαλαὶ σωρηδόν, καὶ ἐχύνετο τὸ αἷμα ποταμηδόν, καὶ ἐπένθησεν ἡ Γαλλία καὶ ἐθρήνησεν ἡ ἀνθρωπότης τόσα ἔξοχα θύματα τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης. Καὶ ὅμως καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν τοῦ τρόμου ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐλησμόνησε τὸν σεβασμὸν τὸν ὀφειλόμενον πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Οἱ ὕποπτοι παρεπέμποντο εἰς δικαστήριον ἐπαναστατικόν· ἐκεῖ ἐδικάζοντο, ἠκούοντο ἀπολογούμενοι καὶ κατόπιν οἱ μὲν δικαίως, οἱ δὲ ἀδίκως ἐστέλλοντο εἰς τὴν λαιμητόμον. Καὶ ὅ,τι, Κύριοι, δὲν ἤγγισε μία ἐπανάστασις, ἀνατρέψασα ἐκ βάθρων τὴν κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν κατάστασιν οὐ μόνον τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης, ὅ,τι ἐσεβάσθη μία ἐπανάστασις, ἠναγκασμένη νὰ ἀντιτάξῃ τὸν τρόμον κατὰ παρελθόντος μαινομένου καὶ ὡπλισμένου κατ’ αὐτῆς, τοῦτο ζητεῖτε νὰ παραβιάσητε σεῖς, καθιστῶντες παρίας ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι τοὺς υἱοὺς τοῦ Μιαούλη, τοῦ Κουντουριώτη, τοῦ Μπότζαρη, χωρὶς νὰ τοὺς ἐξετάσητε, χωρὶς νὰ τοὺς ἀκούσητε, καὶ χωρὶς νὰ τοὺς δικάσητε; καὶ πράττετε τοῦτο, ὡς λέγετε, ἐν ὀνόματι τῆς δημοσίας ἠθικῆς καὶ τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος; Ἐμπαιγμός! Μὴ μοῦ ἀντιτάξητε δὲ τὸ τυπικὸν ἐπιχείρημα ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔλυσεν ἤδη τὸ ζήτημα τοῦτο προχθὲς, ἀναπολογήτους καταδικάσασα τὸν Τζίρον καὶ τὸν Χρυσοβέργην. Ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, ἂν δὲν ἦτο ὑφαρπαγὴ, ἦτο πλάνη (θόρυβος), καὶ ἡ πλάνη δὲν δύναται νὰ καθιερώσῃ προηγούμενον, διότι ἡ πλάνη δὲν ἔχει ὕπαρξιν ἐν τῷ ἠθικῷ κόσμῳ, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀποκτήσῃ τίτλους κατοχῆς ἐν αὐτῷ. Ἡ ἀλήθεια μόνη ἔχει τοιούτους τίτλους, διότι μόνη αὕτη δύναται νὰ ἐγκατασκηνώσῃ εἰς τὸν ἠθικὸν κόσμον καὶ νὰ ἐκδηλώσῃ τὸ κράτος της ἐν χρόνῳ. Δὲν θὰ ἔμβω, Κύριοι, εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν ἱστορικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα μετά τινος ἐπιδείξεως ἀνέφερεν ὁ Κ. Ιάλεμος. Μετ’ ἐμὲ θὰ ἔλθωσιν ἄλλοι εἰς τὸ βῆμα, οἵτινες ἴσως θὰ ἔχουν τὴν ὄρεξιν ν’ ἀναλάβωσι τὸν τοιοῦτον φιλολογικὸν ἀγῶνα· θὰ προσθέσω μόνον τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Αἱ πράξεις, Κύριοι, τῆς αὐθαιρέτου βίας, εἰς τὰς ὁποίας αἱ ἐπαναστάσεις ἀναγκάζονται νὰ καταβαίνουν χάριν τῆς ἐπιτυχίας, ἢ τῆς σωτηρίας αὐτῶν, εἶναι κηλίδες, τὰς ὁποίας ἡ ἱστορία σημειόνει εἰς τὴν σελίδα αὐτῶν, καὶ τὰς δεικνύει εἰς τὰς ἐπερχομένας γενεάς. Καὶ ὅταν μὲν αἱ κηλίδες αὗται συνυπάρχωσι μετὰ μεγάλων ἰδεῶν, ἢ μεγάλων πράξεων, τὰς ὁποίας ἡ ἐπανάστασις ἐπετέλεσεν, ἡ ἱστορία εἶναι τότε τοὐλάχιστον ἐπιεικὴς εἰς τὴν κατάκρισιν· ἀλλ’ ὅταν ἡ σελὶς τῆς ἐπαναστάσεως εἶναι λευκὴ, μὴ φέρουσα τὴν ἐλαχίστην κατάκτησιν εἰς τὸν ἠθικὸν καὶ πολιτικὸν κόσμον, αἱ κηλίδες φαίνονται τότε μελανώτεραι, ἀδυσώπητος δὲ ἡ ἱστορία καταδεικνύει αὐτὰς καὶ στιγματίζει. Διατί; διότι αἱ ἐπαναστάσεις ἔρχονται, ἀνατρέπουσαι τὴν βίαν καὶ τὴν πλάνην, νὰ καθιερώσωσι τὴν βασιλείαν τοῦ δικαίου, τὴν βασιλείαν τοῦ λόγου· ἡ βία εἶναι εἰς χεῖράς των ὅπλον, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζονται μόνον ὅταν ἀναγκασθοῦν νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν ἰδίαν ἑαυτῶν ὕπαρξιν. Εὐτυχεῖς δὲ ὅσαι, μὴ εὑρεθεῖσαι εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἐμφανίζονται ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἁγναὶ ὡς παρθένοι. Τοιαύτης τύχης ἠξιώθη ἡ ἡμετέρα Ὀκτωβριανὴ ἐπανάστασις· διότι ἐτελέσθη ἄνευ ἀντιστάσεως, ἄνευ χύσεως αἵματος· ἤδη δὲ εὑρίσκεται εἰς τὸ τέρμα της, ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἐπὶ θύραις, καὶ οὐδεὶς ὁ ἐπιβουλευόμενος τὴν ὕπαρξίν της. Πρὸς τί λοιπὸν αὐτὸ τὸ ἔκτακτον μέτρον; πρὸς τί αὐτὴ ἡ παραγνώρισις τῶν ἀναλλοιώτων ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης; πρὸς τί αὐτὴ ἡ μαύρη κηλὶς εἰς τὴν λευκὴν σελίδα τῆς ἐπαναστάσεώς μας; Τελειόνω, Κύριοι, μὲ ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ καὶ τὸ συμπέρασμα τοῦ λόγου μου. Κατὰ τὸ 1848 οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου, οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν ἄφθονον τὸ αἷμα εἰς τοὺς Παρισίους, πολεμοῦντες τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Φεβρουαρίου, κατηγορήθησαν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν καὶ δι’ ἄλλας παραβάσεις τοῦ Συντάγματος· δὲν ἐδικάσθησαν ὅμως ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ παρεπέμφθησαν εἰς τὸ ὁρκωτικὸν δικαστήριον σύμφωνα μὲ τοὺς καθεστῶτας νόμους. Ἐνθυμηθῆτε δὲ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀνατραπεῖσα βασιλεία τοῦ Φιλίππου εἶχεν ἀφήσει ὀπίσω ἰσχυρὰς ῥίζας ἐν Γαλλίᾳ. Ἡ Συνέλευσις ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης εἰς τὸ μέλλον· τὸ ἔπραξεν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ παραβιάσῃ τὰς αἰωνίους, τὰς ἀναλλοιώτους ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης. Τὸ παράδειγμα τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν ἀπομίμησίν σας, προτείνων νὰ παραπέμψητε τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ Φεβρουαρίου εἰς τὸ ὁρκωτικὸν δικαστήριον. Σεβάσθητε, Κύριοι, τὴν δικαιοσύνην· αὕτη εἶναι ἡ τιμὴ τῶν ἐπαναστάσεων, ἡ δόξα τῶν λαῶν, ἡ κρηπὶς τῆς ἐλευθερίας. Μὴ ἀναδέχεσθε τὴν βαρεῖαν εὐθύνην τῆς παραβιάσεως αὐτῆς ἀπέναντι τῆς ἱστορίας, ἄφετε τὴν ἀπαθῆ δικαιοσύνην νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους κατὰ τὸν Νόμον, ἐὰν ᾖναι ἔνοχοι. Τότε, ἀλλὰ μόνον τότε, ὁ παραδειγματισμὸς θὰ ᾖναι σωτήριος, διότι θὰ ᾖναι δίκαιος. (Ἐπιδοκιμασία ἐκ τοῦ κέντρου).
§53ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, σήμερον πρόκειται νὰ ἀποφανθῶμεν διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος ἐχαρακτήρισε μὲ τὸ ὄνομα «ὑπουργοὺς τοῦ αἵματος»· ἂν σήμερον πρέπῃ ν’ ἀποφασισθῇ ἡ τύχη αὐτῶν, φρονῶ, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, πρέπει νὰ προβῶμεν μετὰ περισκέψεως μεγάλης· δὲν ἐπιτρέπω εἰς οὐδένα ν’ ἀμφιβάλλῃ περὶ τῆς ἰδέας ἐμοῦ. Θέλω τὴν καταδίκην, τὴν θέλω μεγαλειτέραν αἴφνης καὶ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προβάλλουσιν· ἀλλὰ τὴν θέλω νὰ ἔλθῃ μὲ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀφίνει μῶμον (θόρυβος). Κύριοι, μὴ βιαζώμεθα πολύ· δύω εἶναι αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι πρὸ ἐμοῦ ἦλθον· ἡ πρώτη συνίσταται εἰς τὸ νὰ καταδικασθῶσιν αὐτοὶ ἀμέσως· ἡ δευτέρα εἶναι νὰ στείλωμεν τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ αἵματος εἰς τὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον· διαφωνῶ καὶ πρὸς τὴν πρώτην καὶ πρὸς τὴν δευτέραν καὶ θέλω τὴν καταδίκην αὐτῶν, θέλω τὰς κεφαλάς των. Κύριοι, πῶς θέλετε σήμερον ἡμεῖς, κυρίαρχοι ὄντες, νικηταί, νὰ σύρωμεν εἰς τὴν λαιμοτόμον τὴν πολιτικὴν τοὺς φυγάδας! Πῶς θέλετε ὑμεῖς νὰ καταδικάσητε ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους δὲν θέλετε ν’ ἀκούσωμεν! Καὶ ἠξεύρετε τὶ δύνανται νὰ εἴπωσιν οὗτοι; Ἂς συλλογισθῶμεν καὶ μὴ σᾶς κακοφανῇ ἡ ἔκφρασις, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς εἴπω. Εἶναι βία, θὰ εἴπωσι· μᾶς κατεδίκασαν ἄνθρωποι καθήμενοι εἰς τὸν περίβολον τῆς Συνελεύσεως, μετὰ τῶν ὁποίων συνειργάσθημεν. Ἆ! Κύριοι, ἂς ἐνθυμηθῶμεν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἂς τὴν ἐνθυμηθῶμεν καὶ ἂς τὴν πολεμήσωμεν καλῶς, σοβαρῶς, ἀνδρείως, γενναίως. Κύριοι, ὅταν ἐκεῖνοι οἱ ὑπουργοί, οἱ λεγόμενοι τοῦ αἵματος, μᾶς ἔσυραν δεξιὰ καὶ ἀριστερά, μᾶς ἐφόνευαν, ἐφόνευαν καὶ γυναῖκας ἀθώας, εἶχον συντρόφους πολλοὺς ἀπὸ τοὺς σήμερον διώκτας αὐτῶν. Αὐτοὶ οὗτοι θὰ καταψηφίσωσι σήμερον θάνατον εἰς τοὺς ὑπουργοὺς διὰ νὰ ἐπιδειχθῶσι σήμερον ἐπαναστάται. Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ διαιρῶ τοὺς ἐπαναστάτας εἰς δύο κατηγορίας, καὶ συγχωρήσατέ μοι τοῦτο, διότι τὸ λέγω μετὰ πεποιθήσεως. Δὲν θεωρῶ ἐπαναστάτας εἰμὴ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐπαναστάται πρὸ τοῦ 8βρίου. Δὲν θεωρῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠσπάσθησαν τὸ κίνημα, τὸ ὁποῖον ἠσπάσθη καὶ ὁ λαὸς ὅλος. Καὶ σήμερον θέλουν τὸν πολιτικὸν θάνατον τῶν ὑπουργῶν πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἐπρόδιδαν τότε, καὶ τώρα λέγονται ἐπαναστάται (εὖγε). Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν πολιτικὸν θάνατον, καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ περιβόλου τούτου, ἀλλὰ περὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τὸ κάμνουσι διὰ νὰ ὀνομάζωνται ἐπαναστάται, διὰ νὰ θηρεύσωσιν εὐμένειαν παρὰ τῷ μέλλοντι Βασιλεῖ. Ἀλλά, Κύριοι, ἀποτείνομαι πρὸς τοὺς θεωρουμένους θιασώτας τῆς ἐλευθερίας, πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι περιεφρόνησαν τὴν βασιλείαν τοῦ Ὄθωνος καὶ οὐχὶ πρὸς ὅλον τὸν κόσμον· Κύριοι, σεῖς οἱ ὁποῖοι τότε περιεφρονεῖτε τὴν δυναστείαν τοῦ Ὄθωνος, τὰ χρήματα, τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐκηρύττεσθε κατὰ τῆς κυριαρχίας αὐτοῦ, ἐρωτήσατε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται σήμερον ὡς σύντροφοί σας, τί ἔκαμαν τότε, ὅτε οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι ἦσαν ὑπουργοὶ τοῦ αἵματος; ὀλίγιστοι σᾶς παρηκολούθησαν τότε· ὅλοι δὲ ἔτρεχον ἄνω καὶ κάτω εἰς τὰ ἀνάκτορα τοῦ Ὄθωνος, ὅλοι παρηκολούθουν τοὺς ὑπουργοὺς, ὅλοι τοὺς ἔδιδον τὴν συνδρομήν των τὴν πραγματικήν· καὶ ἂν τότε δὲν ἐδίδετο εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ αἵματος ἡ πραγματικὴ συνδρομή, ἡ ἐπανάστασις πολὺ ὀγρήγορα ἤθελε θριαμβεύσει εἰς τὴν ἀκρόπολιν τοῦ Ναυπλίου, εἰς τὸ Παλαμῆδι. Ἰδοὺ λοιπὸν εἰς τὶ διαφέρομεν· δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν πρὸ ὀλίγου λαλήσαντα Κ. Μίλησην, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δικάσῃ· ἡ Συνέλευσις περιέχει ἐνταῦθα ὁλόκληρον τὴν ἐξουσίαν, τὴν δίκην τῶν ὑπουργῶν τῆς ἐπαναστάσεως ἀπὸ τοῦ 8βρίου τοῦ 62 μέχρις σήμερον, μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως· ἐρωτῶ, πῶς θὰ τὴν κάμωμεν ἂν κρίνωμεν ὑπουργόν τινα ἄξιον νὰ ἀχθῇ εἰς δίκην; βεβαίως ὑμεῖς θὰ δικάσητε τοὺς ὑπουργοὺς αὐτούς· κατὰ τὸν αὐτὸν λοιπὸν τρόπον πρέπει νὰ δικάσητε καὶ τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ αἵματος· διότι δὲν ὑπάρχει Γερουσία, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ νὰ παραπέμψῃ τοὺς θεωρουμένους ἐνόχους· ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ δικάσῃ, καὶ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν της, καὶ οὐχὶ νὰ παραπέμψῃ εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια. Ἀλλά, Κύριοι, διὰ νὰ δικάσῃ ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ἀκούσῃ, καὶ διὰ νὰ ἀκούσῃ πρέπει νὰ κινηθῇ ἀπὸ τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κινῇ πάντα ἄνθρωπον, ὅστις φλέγεται ἀπὸ τὸν πρὸς τὴν πατρίδα ἔρωτα· διὰ νὰ δικάσῃ ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ζητήσῃ ἐὰν παράγεται πρακτικὸν ἀποτέλεσμα· διὰ νὰ παραχθῇ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θέλει χρησιμεύσει καὶ εἰς τὸ μέλλον, πρέπει νὰ ἀκούσητε· Κύριοι, μὴν ἤμεθα δειλοί, ὅταν λέγωμεν ὅτι εἴμεθα γενναῖοι· ἡ βία, μὲ τὴν ὁποίαν θέλομεν σήμερον νὰ διεξαγάγωμεν τὸ ζήτημα, ἀποδεικνύει, ὅτι εἴμεθα δειλοί, ὅτι δὲν ἔχομεν πεποιθήσεις, ἀποδεικνύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω, φοβεῖσθε νὰ δικάσητε, ὅταν θὰ ἦναι ὁ Γεώργιος εἰς τὰ Ἀνάκτορα, δὲν ἔχετε πεποιθήσεις, ἀλλὰ θέλετε νὰ ἐκδικηθῆτε ἀτομικὰ πάθη, ὁ μὲν θέλει νὰ τιμωρήσῃ τὸν Μπότζαρην διὰ τὸν θάνατον τῆς γυναικός του, ὁ ἄλλος δι’ ἄλλο. Διὰ τῆς βίας δεικνυόμεθα δειλοί· ἂς ἔχωμεν καὶ σήμερον τὸ θάῤῥος ἡμεῖς οἱ καυχώμενοι, ὅτι εἴμεθα ἀρχῆθεν ἐπαναστάται, νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν ἀπέναντι ὅλου τοῦ κόσμου· καὶ νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον βασανισμένην, φανεράν, καὶ ἀφοῦ ἀκούσωμεν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ καταδικάσητε· ἐγὼ θέλω τὴν κεφαλικὴν ποινήν, δὲν ἀρέσκομαι εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλετε σεῖς, καὶ ἐπειδὴ θέλω τὴν κεφαλικὴν ποινήν, θέλω νὰ τοὺς ἀκούσω, θέλω νὰ ἴδω ἐξηντλημένην ὁλόκληρον τὴν ὑπεράσπισιν, καὶ τοῦτο διὰ νὰ παραχθῇ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα· καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, τί κερδίζει ὁ κόσμος, ἂν σήμερον ἐξορίσωμεν τοὺς ἐξορίστους; Ὄχι, Κύριοι, τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν εἶναι τοῦτο, νὰ μὴ ῥίπτωμεν ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ὀλίγων ἀνθρώπων τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς πολλούς· θέλω τὴν δίκην καὶ τὴν θέλω φανεράν, γενναίαν, ὡς γενναίως πολλοὶ ἐπολέμησαν τὸν Ὄθωνα εἰς τὰ ἀνάκτορα εὑρισκόμενον. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἤμεθα ῥιψάσπιδες, νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῆς παντοδυναμίας μας. Θέλω ἀποτελεσματικὰ πράγματα, καὶ ἀκούσατε ποῖα εἶναι ταῦτα· τὰ ἐζήτησα καὶ εἰς τὸ ἄνοιγμα τῆς ἀλληλογραφίας τοῦ Ὄθωνος. Θέλω νὰ ἀποδειχθῇ εἰς τὰς δίκας τῶν ὑπουργῶν, ὅτι πολλοὶ σήμερον ἐπαναστάται καλούμενοι τότε ἔστελλον εἰς τ’ ἀνάκτορα ἐπιστολὰς κατηγοροῦντες τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, προδίδοντες τὴν ἐπανάστασιν καὶ ἐν τούτοις αὐτοὶ σήμερον θὰ καταδικάσουν τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ αἵματος. Δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω, διότι δὲν θέλω νὰ ὑπερασπίσω τοὺς ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ κορυφωθῇ τὸ κακὸν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν των· δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐχρησίμευσαν ὡς βάσις τῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας· λέγω βάσις, διότι ἂν δὲν ἦσαν αὐτοὶ νὰ μᾶς σπρώξουν, ὅπως μᾶς ἔσπρωξαν, δὲν ἠθέλαμεν ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὴν δυναστείαν τοῦ Ὄθωνος. Δὲν θέλω λοιπόν, Κύριοι, νὰ ἐπέμβω οὐδόλως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἱστορίας αὐτῶν τῆς πολιτικῆς, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸν βίον αὐτῶν, καὶ προβαίνω εἰς τὴν πρότασίν μου. Φρονῶ ἀναγκαῖον, εἶπα, νὰ μὴ φανῆτε δειλοί, φρονῶ ἀναγκαῖον νὰ δικασθῶσι παρὰ τῆς Συνελεύσεως, νὰ δώσῃ ἡ Συνέλευσις χρόνον ὡρισμένον, καὶ ἐδῶ ἐὰν ᾖναι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, ἐδῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τοὺς κατηγορήσωμεν καὶ νὰ τοὺς καταδικάσωμεν· προτείνω ὅπως προσκληθῶσι νομίμως οἱ ὑπουργοί, οἱ χαρακτηρισθέντες ὑπουργοὶ τοῦ αἵματος, νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνταῦθα τὴν ά. Νοεμβρίου, καὶ νὰ δικασθῶσιν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως καθισταμένης δικαστήριον ὁρκωτόν.
§54Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐχὶ μετὰ συγκινήσεως, ἀλλὰ μετ’ εὐλαβείας, Κύριοι, ἤκουσα καὶ τοῦ πρῶτον ἀγορεύσαντος καὶ τοῦ μετ’ αὐτόν, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις, ἥτις ὑπάρχει σήμερον ὑπὸ τὴν βάσανόν σας εἶναι τοσοῦτον σπουδαία, καὶ τοσαύτης προσοχῆς καὶ μελέτης ἀξία, ὥστε χρῄζει τῆς εὐλαβείας καὶ ὑμῶν, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι περὶ ἡμᾶς καὶ μᾶς ἀκούουσι. Μόνον διὰ τοιαύτης διαγωγῆς καὶ τοιούτου τρόπου θέλομεν δείξει, ὅτι ἔχομεν πλήρη καὶ ἀκριβῆ συνείδησιν τῶν καθηκόντων ἡμῶν, ὅτι ἐκτιμῶμεν τὴν θέσιν ἡμῶν, καὶ ὅτι ἐσμὲν ἀληθὲς δικαστήριον, ἐμπνέον τὸ σέβας εἰς πάντας κατὰ τὴν ἀνάλυσιν τῶν πολιτικῶν πράξεων καὶ τοῦ δημοσίου βίου ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν τὸ κράτος φέροντες εὐθύνας. Διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι αἱ φράσεις, αἱ μαρτυροῦσαι τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι τὸ πάθος τῆς ὀργῆς τῶν ἀκροωμένων, ὅτι αἱ ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος, δὲν ἁρμόζουσιν οὔτε εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προτίθενται νὰ λάβωσι τὸν λόγον, οὐδὲ εἰς ὑμᾶς, οἵτινες ἀκούετε αὐτῶν. Ὑμεῖς δικασταὶ ψυχροὶ πρέπει ν’ ἀκούσητε μετ’ ἀπαθείας νὰ σκεφθῆτε μετὰ εὐθύτητος καὶ νὰ φέρητε ψῆφον σύμφωνον μὲ τὴν πεποίθησίν σας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι εἶναι τόσον μεγάλη ἡ ἐξουσία, μεθ’ ἧς εἶναι περιβεβλημένη Συνέλευσις Συντακτική, ὥστε δυσκόλως δύναταί τις νὰ διαγράψῃ τὰ ὅρια αὐτῆς, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἐκτὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα, καθ’ ἃ ὁ εὐφυέστατος φίλος μου, ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος πληρεξούσιος σᾶς ἐξέθηκε, τὰ ὁποῖα διαγράφουσιν εἰς τὴν μεγάλην ἐξουσίαν αὐτῆς τὸ δίκαιον καὶ ἡ ἠθική, ἐκτὸς τῶν ὁρίων τούτων, ἡ ἐξουσία Συνελεύσεων ἐπικρατειῶν, ὡς ἡ ἑλληνική, ἔχει καὶ ἄλλα ὅρια, τὰ ὁποῖα διαγράφουσιν ἥ τε ἠθικὴ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν φέρομεν ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀείποτε χορηγοῦσι τὴν συνδρομήν των πρὸς εὐημερίαν καὶ ἀποκατάστασιν τῆς μικρᾶς αὐτῆς χώρας.
§55ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι Ὀθωνισταί.
§56Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐν ὅλαις ταῖς κρισίμοις περιστάσεσι καὶ τελευταῖον ἔτι ἔδωκαν χεῖρα ἀρωγόν, τότε μὲν ἵνα σχηματίσωσι, τώρα δὲ ἵνα σώσωσι τὸ μικρὸν τοῦτο κράτος· καὶ προσέτι ἡ εὐθύνη πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι περιέβαλον ἡμᾶς διὰ τῆς ἐντολῆς των. Καὶ τῳόντι, Κύριοι, ἡ πρὸς τὸ ἔθνος εὐθύνη ἡμῶν εἶναι μεγάλη, διότι ἀντιπροσωπεύομεν ἔθνος, ὡς τὸ ἑλληνικόν, τὸ ὁποῖον ἐδείχθη εὐγενὲς καὶ γενναῖον, τοῦ ὁποίου τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν σύνεσιν οἱ τελευταῖοι αὐτοὶ καιροὶ ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 62 ἐμαρτύρησαν, ὀφείλομεν δὲ διὰ τοῦτο νὰ ῥυθμίσωμεν τὰς σκέψεις καὶ τὰς πράξεις ἡμῶν κατὰ τὰς ἰδιότητας ταύτας τοῦ ἔθνους. Δὲν μοὶ εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ ἀκολουθήσω τὸν πρῶτον ἀγορεύσαντα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, εἰς τὴν μακρὰν καὶ διεξοδικὴν ἐκδρομήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, περιηγούμενος ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς Ἀγγλίας· δὲν μοὶ εἶναι εὔκολον, διότι νομίζω, ὅτι ἤθελον ἐπιχειρήσει συναγωνισμὸν πρὸς αὐτὸν πρὸς ἐπιζήτησιν διδακτικῆς ἕδρας· ἄλλως τε δὲν πρόκειται σήμερον ν’ ἀντλήσητε ἐκ τῶν ἱστορικῶν ἀναμνήσεων ἄλλων ἐπικρατειῶν καὶ ἀπωτάτων χρόνων φῶτα, δυνάμενα νὰ σᾶς ὁδηγήσωσιν εἰς τὴν εὐθεῖαν καὶ προσήκουσαν λύσιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως· πρόκειται νὰ ἀποφανθῆτε, πρῶτον ἂν ἀναγνωρίζητε ἀρχὰς ἀναλλοιώτους τῆς δικαιοσύνης, ἀρχάς, τὰς ὁποίας πρὸ αἰώνων ἐσεβάσθησαν καὶ αὐταὶ αἱ ἐποχαὶ τῆς τρομοκρατίας, καὶ αἱ ὁποῖαι νῦν ἰσχύουσι καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀγρίους λαούς· ἀφ’ οὗ δὲ ἐπὶ τούτου ἀποφανθῆτε, πρόκειται ἔπειτα νὰ ἐκτιμήσητε πράγματα, νὰ σχηματίσητε ἐπ’ αὐτῶν πεποίθησιν, καὶ εἶτα νὰ ψηφοφορήσητε. Ἀλλὰ καὶ ἂν, ὡς εἶπον, δὲν μοὶ ᾖναι εὔκολον νὰ κάμω παραπλησίαν τινα ἐκδρομήν, μοὶ εἶναι ὅμως εὔκολον νὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον ἐκεῖνον πληρεξούσιον νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους δὲν μαρτυρεῖ, ὅτι ἐδίκασάν ποτε καὶ κατεδίκασαν ὑπουργοὺς διὰ νόμων καὶ ψηφισμάτων, ἀλλὰ διὰ διαδικασιῶν καὶ ἀποφάσεων, φερουσῶν ὅλους τοὺς τύπους τῶν δικαστικῶν πράξεων, καὶ ὅτι ἕν, ναὶ, ἓν καὶ μόνον ὑπάρχει ἐν τῇ Ἀγγλικῇ ἱστορίᾳ παράδειγμα νόμου, καταδικάζοντος ὑπευθύνους ὑπουργοὺς, ἀλλὰ καὶ τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο εἶναι τοιοῦτο, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν εἰσαγαγόντα σήμερον τὴν πρότασιν ταύτην, διότι τὸ κοινοβούλιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ bill κατεδίκασε τὸν ὑπουργὸν ἐκεῖνον, κατεχώρισεν ἀκροτελεύτιον ἄρθρον εἰς τὸ αὐτὸ bill, δι’ οὗ διέταττε νὰ μὴ χρησιμεύῃ πλέον τὸ γεγονὸς τοῦτο εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὡς παράδειγμα, οὐδὲ νὰ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τις αὐτὸ ὡς προηγούμενον. Οἱ πολῖται Ἄγγλοι, εἶπεν, ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ νόμου τούτου, πρέπει νὰ ἔχωσι τοὺς δικαστάς των καὶ νὰ δικάζωνται ἀπὸ αὐτούς, οὐδεμία δὲ δύναμις νὰ δύναται νὰ τοὺς ἀφαιρῇ ἀπὸ αὐτῶν. Τοιαύτη ἦτον ἡ φρίκη, τὴν ὁποίαν αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ διὰ νόμου καταδικάσαν κοινοβούλιον ᾐσθάνετο διὰ τὴν πρᾶξίν του ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐν παραφορᾷ καὶ ἀγανακτήσει ἔπραξεν, ὥστε αὐτὸ τοῦτο τὸ κοινοβούλιον ἀπετροπιάζετο τὴν πρᾶξίν του ταύτην καὶ ἀπεκήρυττε καὶ ἀφώριζεν αὐτήν. Καὶ τῳόντι, Κύριοι, τὰ πολιτικὰ κοινοβούλια, εἴτε Συνελεύσεις ταῦτα ὦσιν, εἴτε Βουλὴ καὶ Γερουσία, ἐκλήθησαν ἐπ’ ἄλλα ὅλως ἔργα· τὰ συνήθη καὶ κύρια αὐτῶν ἔργα εἶναι ἡ σύνταξις τῆς πολιτείας, ἢ ἡ νομοθεσία, ἢ ἡ ἐπιτήρησις καὶ ὁ πολιτικὸς ἔλεγχος τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, ἡ ἐπίκρισις ἡ κοινοβουλευτικὴ τῶν πράξεών των, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ κατάπτωσις αὐτῶν, ἡ ἀπόφανσις τῶν Βουλῶν, ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν δὲν ἐπολιτεύθησαν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος· ἀλλὰ τὰ δικαστικὰ ἔργα δὲν εἶναι τὸ σύνηθες ἔργον τῶν κοινοβουλίων, καὶ ὅταν ποτὲ κληθῶσιν ἐπ’ αὐτά, τότε ὀφείλουσι νὰ τὰ διεξαγάγωσιν οὕτως, ὥστε νὰ πείθωσι πάντας, ὅτι εἶναι ἐν πλήρει καὶ ἀναντιῤῥήτῳ δικαιοσύνῃ. Καὶ εἰς ποίαν ποτὲ δίκην ὑπουργῶν, ποῖον κοινοβούλιον, ποίου ἔθνους δὲν ἐτήρησεν ὅλους τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὰς ἀναγκαίας περὶ ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἐγγυήσεις; Τοὺς τύπους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἠκούσατε νὰ ὀνομάζωσιν ἐντεῦθεν μετὰ περιφρονήσεως ξηροὺς τύπους; τοὺς τύπους, οἱ ὁποῖοι ἐγγυῶνται περὶ τῆς ἀληθείας καὶ ἐξασφαλίζουσι τὴν δικαιοσύνην; Ἡ ἐπανάστασις, ἥτις ἐτελέσθη ἐν μιᾷ μεγάλῃ χώρᾳ κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1830, σᾶς παρέχει κἄν τοιοῦτόν τι παράδειγμα, ὡς σᾶς εἶπον ἐσφαλμένως; Οἱ ἐκεῖ ὑπουργοὶ ὑπεύθυνοι, ὄργανα τῆς θελήσεως τοῦ δυνάστου, ὑπέγραψαν διατάγματα ἀντικείμενα προφανῶς εἰς τὸ Σύνταγμα· δι’ αὐτῶν περιώριζον τὴν ἐλευθεροτυπίαν, διέλυσαν τὴν Βουλήν, μετέβαλλον τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν καὶ προεκήρυξαν τὰς νέας ἐκλογὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διαταγμάτων αὐτῶν. Ἐγένετο ἐπανάστασις, πέντε ἡμέρας ἐσφάζοντο ἐν τῇ Μητροπόλει ἐκείνῃ τοῦ πολιτισμοῦ, ἐν Παρισίοις, πέντε ἡμέρας τὰ ὁδοφράγματα ἐμπόδισαν τὴν συγκοινωνίαν. Τὰ γενόμενα προσεκάλεσαν τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ, ὅστις ἐν τῇ ἄκρα ἀγανακτήσει του ἐζήτει καὶ τιμωρίαν τῶν ὑπουργῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λαὸς διὰ συσσωματώσεων καὶ ἐπιθέσεων ἀπεπειράθη νὰ τιμωρήσῃ μόνος τοὺς ὑπουργοὺς, ἡ νέα τάξις τῶν πραγμάτων ἐπείσθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην τοῦ λαοῦ. Ὅθεν προτείνεται ἐν τῇ Βουλῇ ἡ κατηγορία τῶν ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη συζητεῖται ἐκεῖ ὁλοκλήρους ἑβδομάδας, καὶ μετὰ τὰς μακρὰς ταύτας συζητήσεις ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ὑπουργοὺς ἐνώπιον τῆς Γερουσίας μόλις κατὰ τὴν 28 Σεπτεμβρίου. Φρονεῖτε δέ, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ Γερουσίᾳ ἐξεδόθη ἓν ψήφισμα καὶ ἐστέρησεν αὐτοὺς τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων των, ὡς σᾶς προτείνουσι σήμερον; Ὄχι. Ἡ Βουλὴ ἐκατηγόρησε τὴν 28 Σεπτεμβρίου μετὰ μακρὰς συζητήσεις δεικνυούσας εἰς τὸ Γαλλικὸν Ἔθνος, ὅτι αἱ τοιαῦται πράξεις πρέπει νὰ ᾖναι προϊὸν οὐχὶ τῶν ὀχλαγωγικῶν πιέσεων, ἀλλὰ τῆς εὐσυνειδήτου κρίσεως, ἀπέστειλε δὲ εἰσηγητικὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὴν Γερουσίαν, ἥτις ἀπήγγειλε τὸ κατηγορητήριον· ἡ δὲ Γερουσία διώρισε πενταμελῆ εἰσηγητικὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ἀνέκρινεν 100 μάρτυρας, ἂν καὶ ἡ κατηγορία ἐστηρίζετο ἐπὶ τῶν διαταγμάτων, τῶν ἀντιβαινόντων εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἐβεβαιοῦτο δι’ αὐτῶν, διῆλθεν ὁλόκληρον φάκελλον δικογραφίας, καὶ μετὰ τοῦτο ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Ἂν μοὶ δίδητε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀπόσπασμα τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέγνω ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς Κόμης Bastar, θέλετε πεισθῇ μετὰ πόσης σπουδαιότητος ἐβασανίσθησαν ἐκεῖ τὰ πράγματα ταῦτα. «Ἀνέγνωμεν μετὰ προσοχῆς, λέγει ἡ ἔκθεσις τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Γαλλίας, ὅλην τὴν δικογραφίαν· ἐξαγάγομεν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ μᾶς χορηγηθῶσιν· ἠκούσαμεν ἑκατὸν περίπου μάρτυρας, οἱ κατηγορούμενοι ἐξητάσθησαν πολλάκις· δὲν παρελείψαμεν τέλος τι διὰ νὰ πορισθῶμεν ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν τὰς πληροφορίας, αἵτινες ἐδύναντο νὰ μεταβάλωσι τὴν προσωπικὴν θέσιν των· ἐξεπληρώσαμεν τὴν ἀποστολήν μας μετ’ ἐκείνης τῆς ἀμεροληψίας τοῦ δικαστοῦ, τὴν ὁποίαν ἀρνοῦνται πάντοτε νὰ πιστεύσωσιν ἐν χρόνοις πολιτικῶν ταραχῶν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὰ πάθη ἢ τὰ συμφέροντα δὲν ὑπηρέτησέ ποτε ἡ δικαιοσύνη.» Τοιουτοτρόπως συζητοῦνται τὰ πράγματα ταῦτα ἀλλαχοῦ καὶ τοιουτοτρόπως προβαίνουσιν ἐκεῖ εἰς τὸν ποινικὸν ἔλεγχον τῆς διαγωγῆς τῶν δημοσίων ἀνθρώπων. Καὶ ταῦτα πάντα γίνονται πότε; ὅταν κατηγορητήριον διατετυπωμένον, πλῆρες καὶ ἀκέραιον ὡς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκδίδωσιν ἡ δικαστικὴ ἀρχή, εἶχεν ἐκδοθῆ, ἀναφέρον ῥητῶς τὰς πράξεις, δι’ ἃς ἐκατηγοροῦντο, καὶ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τῶν ὁποίων τὴν ἐφαρμογὴν ἐπεκαλοῦντο. Τὸ κατηγορητήριον ῥητῶς ἀνέφερεν ὅτι καταδιώκονται ἐπὶ παραβιάσει τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1814, καὶ τῶν ἄρθρων 91, 109, 110, 123 καὶ 125 τοῦ ποιν. Γαλλικοῦ Νόμου. Μεθ’ ὅλην δὲ ταύτην τὴν προδικασίαν καὶ τὴν λεπτομερῆ βάσανον καὶ εἰσήγησιν, νομίζετε, ὅτι ἐκεῖ, ὅταν ἤρχισεν ἐν τῇ Γερουσίᾳ ἡ συζήτησις, αὕτη περιεστράφη εἰς τὴν ἀγόρευσιν δύω ὑπὲρ καὶ δύω κατὰ τῶν ὑπουργῶν, καὶ ὅτι μετὰ τοῦτο τὸ σῶμα ἐκεῖνο ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν του; Ὄχι, Κύριοι. Προσεκλήθησαν καὶ ἐξετάσθησαν ἐνώπιον τῆς Γερουσίας τριάκοντα μάρτυρες τῆς κατηγορίας, καὶ δέκα τῆς ὑπερασπίσεως ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, ἠκούσθησαν συνήγοροι τῶν κατηγορουμένων ἐπὶ τοῦτο ὑπ’ αὐτῶν διορισθέντες καὶ μετὰ ταῦτα προέβησαν εἰς τὴν συζήτησιν. Τοιαύτη διαδικασία δύναται ν’ ἀφήσῃ ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ κοινοβουλίου ἐκείνου ἠδύνατο νὰ ᾖναι ἀποτέλεσμα ἐκδικήσεως ἢ μνησικακίας καὶ οὐχὶ προϊὸν ἀκραιφνοῦς πεποιθήσεως; Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς δίκης ἀτόμων καὶ περὶ τῆς τύχης αὐτῶν, ἃς ὑποχωρήσωσι τὰ ἄτομα ἀπέναντι τοῦ ὅλου, ἂς ἀδικηθῶσιν, ἐὰν κατὰ τοῦτο δὲν πρόκηται νὰ ζημιωθῇ ἡ πολιτεία. Ἀλλὰ νῦν πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους καὶ ὑπὲρ αὐτῆς ὀφείλω νὰ μὴ παύσω φωνάζων καὶ ἀγωνιζόμενος. Ἡ τιμὴ τοῦ ἔθνους ἀπαιτεῖ, ἵνα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουσιν αὐτό, παρίστανται δικασταὶ ψυχροὶ καὶ ἀπαθεῖς, καὶ ὄχι ἐκδικηταὶ παθῶν καὶ θεραπευταὶ μίσους καὶ ὀργῆς. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, πᾶν ὅ,τι δὲν δύναται νὰ ᾖναι τιμωρία, εἶναι ἐκδίκησις. Ἡ τιμωρία εἶναι περιορισμὸς καὶ καταστολὴ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου πρὸς ἠθοποίησιν αὐτοῦ, πρὸς ἀνόρθωσιν τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ πραχθέντος ἀδικήματος, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἁρμονίας ἐν τῇ πολιτείᾳ· ἀλλ’ ὅταν ὁ περιορισμὸς ἢ ἡ καταστολὴ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου δὲν περιέχῃ τοὺς χαρακτῆρας, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ φέρῃ ἡ ποινή, τότε ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀτόμου εἶναι πρᾶξις ἀδικαιολόγητος τοῦ ἰσχυροῦ πρὸς τὸν ἀσθενῆ, εἶναι ἐκδίκησις. Ὅταν δέ, οἱ ἐπιβάλλοντες τὸν τοιοῦτον περιορισμὸν τοῦ ἀτόμου ἀποτελῶσι Συνέλευσιν, τὴν ὁποίαν ἐπανάστασις ἐγέννησε, πρέπει νὰ μὴ λησμονῶσι τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπανάστασις αὕτη προέθετο. Ἄλλοτε, Κύριοι, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπέβαλεν ἡ ἐντολή μου, ν’ ἀντιταχθῶ κατὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα τότε ἐπροτάθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐθεώρουν ὡς ἀναιροῦντα τὸν σκοπὸν καὶ ἀντιτιθέμενα εἰς τὰς ἀφορμὰς τῆς ἐπαναστάσεως. Τότε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ὀκτωβρίου δὲν ὁμοιάζει πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας πολλοὶ ἀνέγνων εἰς τὰς ἱστορίας καὶ ἐπεθύμησαν νὰ μικρογραφήσωσι παρ’ ἡμῖν· ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑλλάδος δὲν ἦτον κοινωνική, διότι ἡ κοινωνία τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ πολέμου ἦτο τοσοῦτον φυσικὴ καὶ ἁρμονικῶς διωργανωμένη, ὥστε οὐδεμία ἀνισότης, οὐδὲν προνόμιον, οὐδὲν ἀδίκημα ἐγκείμενον εἰς τὴν διάταξιν τῆς κοινωνίας προεκάλει αὐτήν· δὲν ἦτο κατὰ θεσμῶν, διότι θεσμοὶ ἐν Ἑλλάδι κατεστάθησαν εὐθύς, ἀφ’ οὗ τὸ καρυοφύλλι τοῦ Ἕλληνος ἠκούσθη κατὰ τοῦ Τούρκου, καὶ μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ θεσμοὶ οὗτοι συνεπληρώθησαν κατὰ τὸ πνεῦμα τῶν εὐρωπαϊκῶν νομοθεσιῶν. Ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑλλάδος ἐγένετο ὑπὲρ θεσμῶν· θεσμοὶ ὑπῆρχον καὶ δὲν ἐξετελοῦντο· ἡ δ’ ἐπανάστασις ἐγένετο διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Ὅταν δ’ ἡ ἐπανάστασις τοιοῦτον σκοπὸν εἶχεν, ἡμεῖς οἱ γεννηθέντες ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως πρέπει ν’ ἀθετήσωμεν τὸν σκοπὸν τοῦτον; Ἡμεῖς ἔχομεν ὑποχρέωσιν μεγαλειτέραν ἢ πᾶν ἄλλο ἀντιπροσωπικὸν σῶμα, νὰ τηρήσωμεν τοὺς θεσμούς, νὰ σεβασθῶμεν τὰς ἀναλλοιώτους καὶ ἀϊδίους ἀρχάς της δικαιοσύνης διὰ νὰ δείξωμεν ὅτι εἴμεθα εἰλικρινεῖς ἐπαναστάται. Ὅταν, Κύριοι, κατὰ τὰς ἐποχάς, τῶν ὁποίων οἱ προαγορεύσαντες ἐμνήσθησαν, οἱ θεσμοὶ ἠθετοῦντο, ἡ δὲ προσωπικὴ ἀσφάλεια δὲν εἶχε πραγματικὰς τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἡ νομοθεσία παρεῖχεν εἰς αὐτήν, τότε ἐξανίσταντο κατὰ τῆς δυνάμεως ἐκείνης, τῆς ἀθετούσης τοὺς νόμους, συνεμεριζόμην δὲ καὶ ἐγὼ τὰς κρίσεις αὐτῶν, καὶ οὐδέποτε ὑπέθετον ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡ διὰ τὴν ἀνατροπὴν τῆς τάξεως ἐκείνης συγκαλεσθεῖσα Συνέλευσις νὰ πράξῃ ἄλλο τι ἢ νὰ ἐμπεδώσῃ τὸ κῦρος τῶν νόμων. Ἄλλως, Κύριοι, κατακρίνων τις τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ὑποστηρίζων δὲ τὴν δι’ ἀθετήσεως τῶν νόμων καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου παραδοχὴν τῆς κατηγορίας, περὶ ἧς πρόκειται, δείκνυται ὅτι κατέκρινε τὴν τυραννίαν, ὡς μὴ θεραπεύουσαν τὰ συμφέροντά του, ὑποστηρίζει δὲ αὐτὴν ὅταν θεραπεύῃ αὐτά. Καὶ τί ἄλλο δὲ ἡ τυραννία εἶναι ἢ καταπάτησις τῶν νόμων καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, καὶ τυραννία λίαν ἐπαισθητὴ ὡς ἐξασκουμένη ὑπὸ πολλῶν καὶ οὐχὶ ὑπὸ ἑνός; Συλλογισθῆτε δὲ, Κύριοι, ὅτι παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παριστᾶτε τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύετε, φιλέκδικον καὶ ἄγριον, τοῦτο δὲ θέλει αἰσθανθῆ καιρίως τὴν κακὴν ταύτην διερμηνείαν τῶν ἰδεῶν του, διότι ἐδείχθη ἐπιεικὲς καὶ γενναῖον καὶ ἐν αὐτῇ τῇ παραφορᾷ τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ θέλει σᾶς ζητήσει ποτὲ καὶ λόγον ἕνεκα τούτου, διότι θέλει διαβληθῆ ἐνώπιον τῆς Εὐρωπαϊκῆς γνώμης ὡς βάρβαρος ὁ λαός, ὅστις ἀντιποιεῖται εὐλόγως καὶ ἀξιοῖ νὰ ἐκπολιτίσῃ τὴν Ἀνατολήν. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ μὴν εἰσέλθω ποσῶς εἰς τὴν οὐσίαν, διότι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἐξήγησα, ἀποτελοῦσι προκαταρκτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει προηγουμένως νὰ λύσητε, καὶ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀπόφασίς σας δὲν ᾖναι σύμφωνος πρὸς τὰς σκέψεις μου, θέλετε ἐπιτρέψει ἰδίαν συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας, ὅτε ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω ἀπ’ αὐτῆς τὸν λόγον. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ σιωπήσω, Κύριοι, ὅτι ὁ πλήρης πατριωτισμοῦ πληρεξούσιος ἐκ Σμύρνης ἐπλανήθη καὶ εἰς ἄλλο τι ἱστορικὸν γεγονός, διότι ἐλησμόνησεν, ὅτι ὅταν ὁ Ἰάκωβος Βʹ ἔπεσεν ἀπὸ τὸν θρόνον τῆς Ἀγγλίας, τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος δὲν παρέσχε παράδειγμά τι, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται ὁ εἰρημένος πληρεξούσιος νὰ ἐπικαλεσθῇ σήμερον. Ἐλησμόνησεν ὁ Κύριος Ἰάλεμος, ὅτι ὁ Σούντερλανδ, ὁ ὑπαγορευτὴς ἐκεῖνος τῆς κακίας, ὁ Σούντερλανδ, τὸ σκεῦος τῶν ῥᾳδιουργιῶν καὶ δολοπλοκιῶν, ὅτι λέγω, ὁ πονηρὸς ἐκεῖνος Σούντερλανδ δὲν κατεδιώχθη ποσῶς. Τὴν ἀνόρθωσιν τῆς ἱστορικῆς ταύτης πλάνης ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ κάμω, οὐχὶ διὰ νὰ ἐπηρεάσω ὑμᾶς κατὰ τὴν προκειμένην περίστασιν, διότι ἀπέχω τῆς οὐσίας, καθ’ ὅσον ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἂν δὲν γένηται παραδεκτὴ ἡ γνώμη μου· ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν Κύριον πληρεξούσιον, ὅτι ἐπεκαλέσθη μὴ ἀληθῆ πράγματα διὰ πεπλανημένης ἀφηγήσεως ἱστορικῶν γεγονότων. Ὑποθέσεις τοιαῦται, ὁποία ἡ προκειμένη, δύνανται εὐκόλως νὰ πλανήσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρίστανται, διότι φέρουσι τύπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὁμοιότητά τινα πρὸς ὑποθέσεις ἐθνικάς. Εἰς παραπλησίας ἄλλας ὑποθέσεις ἡ πλάνη αὐτὴ ἔλαβε χώραν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ εὐφυὴς φίλος μου Κύριος Μίλησης εἶχε δίκαιον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη παρίσταται ὡς δημοτική. Προτίθεμαι ὅμως ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὸ σχῆμα, τὸ ὁποῖον προσπαθοῦσι νὰ δώσωσιν εἰς αὐτήν, δὲν εἶναι ἀληθές. Ἡ δημοτικότης τῶν ζητημάτων δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴν στιγμιαίαν θεραπείαν τῶν αἰσθημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διεγερτικοὶ λόγοι καὶ ζωηραὶ ἐντυπώσεις παράγουσιν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν θεραπείαν τῶν κοινῶν ἀναγκῶν, ἐφ’ ὅσον δὲ τοιαῦται ἐθνικαὶ ἀνάγκαι δὲν θεραπεύονται, ἐπὶ τοσοῦτον ἀπέχουσι τὰ ζητήματα ταῦτα ἀπὸ τὴν δημοτικότητα, ἐφ’ ὅσον δὲ ἐθνικὰ συμφέροντα βλάπτονται, ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ζητήματα ταῦτα ἔχουσιν ἀντίθετον ἰδιότητα. Ἑπομένως ἤθελον ἐρωτήσει τὸν εἰσαγαγόντα τὴν πρότασιν ταύτην ἔντιμον πληρεξούσιον, κατὰ ποῖον τρόπον ἐννοεῖ ὅτι θεραπεύονται δημόσιαι ἀνάγκαι δι’ αὐτῆς, ὅτι ἐξασφαλίζεται τὸ μέλλον. Τὸ ἔρεισμα, τὸ ὁποῖον φρονεῖ νὰ δώσῃ δι’ αὐτῆς εἰς τὴν νέαν Βασιλείαν, δὲν εἶναι ἀκράδαντον, ἐξ ἐναντίας θέλει ἔχει διαρκῶς ἐν ἀμφιβολίᾳ πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ κληθῶσιν εἰς τὴν σκέψιν περὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων περὶ τῶν ὁρίων τοῦ καθήκοντος. Μ’ ὅλον ὅτι δὲ δὲν δύναμαι νὰ ἐπιδοκιμάσω τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Σμύρνης πληρεξούσιος ἠκολούθησε, μόλα ταῦτα δύναμαι νὰ θίξω τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, καὶ νὰ δείξω ὅτι τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἀπεμάκρυνεν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ σκοποῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ προσεγγίσῃ. Ἱστορικὸς πολὺ γνωστὸς, ὁ κύριος Γκιζώτ, ὁμιλῶν περὶ τῶν στάσεων καὶ ταραχῶν, αἱ ὁποῖαι προηγήθησαν τῆς Ἰουλιανῆς ἐπαναστάσεως, φέρει μίαν κρίσιν, ἥτις νομίζω εἶναι ἀληθής. Κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ αἱ ἐπαναστάσεις τότε μόνον τελοῦνται, ὅταν ἡ ἀνάγκη, τῆς ὁποίας τὴν θεραπείαν σκοποῦσιν, ἦναι ἀνεγνωρισμένη ἀπὸ τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους. Τῷ ὄντι, Κύριοι, τὰ συμβάντα τῆς 1 Φεβρουαρίου ἐν Ναυπλίῳ μαρτυροῦσιν, ὅτι τὴν ἀνάγκην, τῆς ὁποίας τὴν θεραπείαν ἐσκόπουν ταῦτα, ἀνεγνώριζεν ἡ συνείδησις τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὰ Ναυπλιακὰ ἐκεῖνα συμβεβηκότα, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ τῶν ἄλλων· διὰ τοῦτο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὴν Γερουσίαν τότε, ὄχι μόνον δὲν ἔδειξαν, ὅτι εἶχον τὴν συνείδησιν τῆς ἀνάγκης ταύτης, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐναντίου δι’ ἀπολύτου πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐμπιστοσύνης ἔδωκαν εἰς αὐτὸ ἀπόλυτον ἐξουσίαν νὰ καταστείλῃ τὰ συμβάντα ἐκεῖνα. Καὶ ποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὴν Γερουσίαν; Ἦσαν σεβαστοὶ πολῖται τῆς Ἑλλάδος, καὶ μετ’ αὐτῶν αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐθεωρήθησαν ἀρχηγοὶ τῆς κατόπιν ἐπαναστάσεως. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, συμβεβηκὸς καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὸ ἀναφέρω, διότι τότε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, καὶ ἐντύπωσιν πολὺ ζωηράν. Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, κατὰ τοῦ ὁποίου ἡ κατηγορία προτείνεται σήμερον, ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ ἐζήτησε τὴν ἐξουσίαν, τῆς ὁποίας εἶχεν ἀνάγκην διὰ νὰ καταστείλῃ τὰ συμβεβηκότα ἐκεῖνα τοῦ Ναυπλίου. Τινὰ τῶν μελῶν τῆς Γερουσίας συνεδριάζουσι μεθ’ ἡμῶν ἐνταῦθα. Ἡ Γερουσία ἐχορήγησε τὴν ζητηθεῖσαν πίστωσιν καὶ ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Ποίαν ἐξουσίαν; τὴν συνταγματικήν; τὴν νόμιμον; ὄχι! τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν. Εἷς μόνος Γερουσιαστής, καὶ μνημονεύω αὐτοῦ πρὸς τιμήν του, ἐπρότεινε νὰ τεθῇ ὅριον τῆς ἐξουσίας ταύτης εἰπὼν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ ὑπουργεῖον ἐντὸς τῶν κειμένων νόμων, ἀλλ’ ἡ φωνή του δὲν ἠκούετο. Ἡ δὲ Γερουσία ἔδωκεν ἀπόλυτον ἐξουσίαν.
§57ΤΙΝΕΣ. Ποῖος ἦτον αὐτός;
§58ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς Γερουσίας τὸν λέγουν. Καὶ ὅμως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέδιδον τοιαύτας ἀποφάσεις τότε, ἐκεῖνοι μετ’ ὀλίγους μῆνας ἐπείσθησαν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναλάβωσι τὸ βαρὺ τῳόντι ἔργον νὰ σχεδιάσωσι τὴν ἐπανάστασιν, νὰ προετοιμάσωσιν αὐτήν, νὰ ἐργασθῶσι πρὸς σχηματισμὸν τῆς πεποιθήσεως τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπαναστάσεως καὶ νὰ φέρωσι σήμερον, τὸ λέγω πρὸς τιμήν των, τὸ ὄνομα τῶν ἀρχηγῶν τῆς ἐπαναστάσεως. Τὰ γεγονότα ταῦτα ἀνέφερον, Κύριοι, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Γκιζὼ ἀναφέρει, εἶναι ὀρθή, ὅτι αἱ ἐπαναστάσεις τελοῦνται τότε, ὅταν ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους σχηματισθῇ περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅταν τὸ ἔθνος ὁλόκληρον πεισθῇ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἄνευ ἐπαναστάσεως νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ του. Καὶ τάχα νομίζετε, ὅτι εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερον, καὶ τάχα εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναφέρω ἄλλα παραδείγματα, καὶ λησμονεῖτε τὴν σειρὰν τῶν κυβερνητικῶν πράξεων ἀπὸ τοῦ 1843 κ’ ἐντεῦθεν; Ἡ ἀθέτησις τοῦ Συντάγματος ἤρχισεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔγεινε τὸ Σύνταγμα. Ἀπὸ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1843 ἔλαβε τὴν ἀρχήν της. Δὲν γνωρίζω ποῖος ἦτο κυρίως ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ Βασιλεία ἐκείνη ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ πορείαν τοιαύτην. Ἦτον προαίρεσις νὰ μὴ φυλάξῃ τὸ Σύνταγμα; δὲν ἐτήρει αὐτό, διότι δὲν ἠννόει τὸ συνταγματικὸν σύστημα; ἦτον πεποίθησις αὐτῆς; Δὲν εἶμαι τόσον θερμός, τὸ αἷμά μου δὲν κοχλάζει ὅσον κοχλάζει τὸ αἷμα τοῦ ἐντίμου ἐκ Σμύρνης πληρεξουσίου, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦτο θερμόν, ὤφειλον νὰ τὸ ψυχράνω. Θέλω διέλθει τροχάδην, ὡς ἱστορικός, συμβεβηκότα τινὰ διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, ὅτι ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους τότε μόνον ἐσχηματίσθη, ὅτε ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ὀκτωβρίου ἐτελέσθη. Ἡ ἱστορία θέλει κρίνει, ἐὰν ὁ βασιλεὺς Ὄθων ἐκ πεποιθήσεως ἠκολούθησε τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ 43 ἠκολούθησεν, ἢ ἐξ ἀγνοίας τοῦ συστήματος τοῦ συνταγματικοῦ ἢ ἐκ προαιρέσεως νὰ ἀθετήσῃ αὐτό, ἐγὼ ἀφίνω τοῦτο εἰς τὴν ἱστορίαν, οὐδὲ θέλω νὰ ἐπιβαρύνω ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι προωρίσθησαν ὑπὸ τῆς θείας προνοίας νὰ διέλθωσι δυστυχῆ βίον. Μὴ λησμονήσωμεν ὅμως, Κύριοι, ὅτι ἡ κυβερνητικὴ ἐκείνη πορεία εἶχεν ὄργανα, ὄχι μόνον ἐκείνους, τοὺς ὁποίους σήμερον ὀνομάζουν ὀθωνιστάς, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους σήμερον ὀνομάζουν ἐπαναστάτας. Ἂς μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι παρὰ χρόνοι, δύναμαι νὰ μετρήσω αὐτοὺς εἰς τὰ δάκτυλα· δὲν εἶναι παρ’ ὀλίγα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προεκινδύνευσαν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, ἐκεῖνοι ἐφρόνουν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου δὲν πρέπει νὰ ἐκτελῶνται στενῶς, καὶ δὲν τὸ ἐφρόνουν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐφήρμοζον. Ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ἴσως δύναταί τις νὰ κρίνῃ, ὅτι δὲν φέρουσι πρὸς σκοπόν τινα ὡρισμένον· ἐὰν ἔχετε ὅμως τὴν καλοσύνην νὰ συναρμολογήσητε αὐτὰ μετὰ τῆς προτάσεώς σας, καὶ μετὰ τῆς πορείας τῆς κατηγορίας θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶναι τοῦ προκειμένου. Ἐνθυμίζω εἰς ὑμᾶς λοιπόν, ὅτι δὲν ἦσαν μόνοι αὐτοὶ οἱ ὑπηρετήσαντες τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ἀλλὰ πολλοί. (θόρυβος) (;)
§59ΤΙΝΕΣ. Ὑμεῖς ὑπηρετήσατε.
§60ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπαντῶ καὶ πρέπει νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἀκουσθεῖσαν φωνήν, διότι οἱ δημόσιοι ἄνθρωποι δὲν πρέπει νὰ ἀφίνωσι τίποτε νὰ μένῃ ἄνευ ἀπαντήσεως ἀναγόμενον εἰς τὸν δημόσιον βίον των, πλὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπομακρύνονται τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς ἀληθείας. Μόνον εἰς ἐκεῖνα δὲν ἀπαντῶ, καθὼς δὲν ἀπήντησα κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας εἰς τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διαδοθέντα. Ἀφίνω εἰς τοὺς διαδότας αὐτῶν νὰ ἔχωσιν ἀπάντησιν τὴν σιωπήν μου, ἀξίαν τῶν διαβολῶν καὶ συκοφαντιῶν. Λοιπὸν ἀπαντῶ, ὅτι ναὶ ὑπηρέτησα ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1861, ἀλλ’ ὑπηρέτησα ἐκτελῶν τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μου, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μυκῶνται, ἂς φέρωσι παράδειγμα παραβάσεως τῶν νόμων ὑπ’ ἐμοῦ· ὑπηρέτησα μετὰ τοῦ θάῤῥους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ μαρτύρομαι τὸν σεβαστὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου κατὰ τὸ 1854 Κ. Μαυροκορδάτον καὶ τὸν σεβαστὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου κατὰ τὸ 1856 Κ. Βούλγαρην, καὶ ἂς μαρτυρήσωσιν ἐὰν ἐσυμβούλευσά ποτε παράβασιν νόμων, ἢ ἐὰν δὲν ἔκαμα παρατηρήσεις κατὰ πάσης τοιαύτης. Ἠναγκάσθην, Κύριοι, νὰ ἀκολουθήσω ἄτακτον πορείαν ἀνάλογον τοῦ ἀτάκτου τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν κατηγορίαν· τὸ συμπέρασμα δὲ τῆς ἀτάκτου ταύτης πορείας μου εἶναι, ὅτι ἡ πρότασις ἡ σήμερον ὑποβληθεῖσα δὲν φέρει κανένα χαρακτῆρα παραδεξίμου προτάσεως. Ἐννοῶ πρότασιν παραδεκτέαν πρὸς συζήτησιν τὴν διατυπόνουσαν πράξεις ὡρισμένας ἀξιοπίστους, ἀναφέρουσαν ῥητῶς τοὺς νόμους τοὺς τιμωροῦντας αὐτάς· ἐννοῶ τὸ πολὺ τὴν Συνέλευσιν σχηματίζουσαν ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ τὴν διαγωγὴν τῶν ὑπουργῶν, νὰ ἀνεύρῃ τοὺς λόγους τοὺς ὑποστηρίζοντας τυχὸν κατηγορίαν, νὰ ἀκούσῃ τὴν ὑπεράσπισιν καὶ τὴν ἀπολογίαν τῶν ὑπουργῶν, νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ πρόσωπα· ἄλλως δὲν ἐννοῶ κατηγορίαν. Ἀλλὰ σᾶς ἐπαρουσίασαν τὴν κατηγορίαν ταύτην καὶ ὡς ἔκτακτον μέτρον. Πλὴν τὰ ἔκτακτα μέτρα δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσιν εἰς ἔκτακτον ἐποχήν· ἐννοῶ ἐπανάστασιν προβαίνουσαν εἰς ἔκτακτα μέτρα, ἀλλὰ τότε δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσιν, ὅταν ἡ ἐπανάστασις κινδυνεύῃ, ὅταν μάχηται πρὸς τοὺς πολεμοῦντας αὐτήν· ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις ἡ Ἑλληνικὴ ἐτελέσθη ἐν ἐν μιᾷ νυκτί, ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ, οὐδένα εἶχε πολέμιον ἐσωτερικῶς ἢ ἐξωτερικῶς· τελεσθεῖσα δ’ οὕτως ἔφθασεν εἰς τὸ τέλος της ἐκλέξασα Βασιλέα ὁδεύοντα ἤδη πρὸς ἡμᾶς καὶ ὄντα εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ βασιλείου. Δὲν βλέπω λοιπὸν καμμίαν τῶν ἐκτάκτων ἐκείνων περιστάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσι τὰ ἔκτακτα μέτρα. Τελευτῶν, Κύριοι, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον γραπτὴν πρότασιν καὶ καταβαίνω τὸ βῆμα τοῦτο μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι θέλετε ἐνθυμηθῆ, ὅτι σήμερον δὲν πράττετε πράξεις ἁπλῶς κοινοβουλευτικάς, ὅτι σήμερον ἐξασκεῖτε δικαίωμα, τὸ ὁποῖον χρῄζει μεγάλης προσοχῆς, καὶ εὐλαβοῦς μελέτης, ὅτι σήμερον πρόκειται νὰ μαρτυρήσητε εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Εὐρώπης καὶ εἰς τὸ ἔθνος κατὰ πόσον σέβεσθε τὴν ἐντολήν του.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ῥοντήρης ἔχει τὸν λόγον.
§62ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Κύριοι! τὸ κατ’ ἐμὲ, ὅ,τι μὲ κάμνει μεγίστην ἐντύπωσιν εἰς τὴν συνεδρίασιν αὐτὴν, καὶ εἰς τὴν μακρὰν συζήτησιν, εἶναι, ποῦ ἤντλησάν τινες ἐνθουσιασμὸν, ποῦ ἤντλησαν αὐτὸ τὸ θάῤῥος, ἐμφανιζόμενοι ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ν’ ἀμφισβητήσωσι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς Συνελεύσεως, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπαναστάσεως. Ἄνθρωποι, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι παθαίνονται, καὶ πιστεύω παθαίνονται πολὺ ὅταν πάθῃ ἡ ἰδιοκτησία των, ὅταν πάθῃ τὸ βαλάντιόν των, καὶ καταφεύγουν εἰς τὸν εἰσαγγελέα, καὶ τὰ δικαστήρια, καὶ ζητοῦν ἱκανοποίησιν, καὶ θεωροῦν κακοῦργον τὸν κλέπτην, ἄνθρωποι τοιοῦτοι, ἀντὶ νὰ παθαίνωνται ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, καταπατηθείσης ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν τοῦ αἵματος, καταπατηθείσης τοσάκις, ἀντὶ νὰ παθαίνωνται ἐξ αὐτῆς τῆς συζητήσεως, εὑρίσκονται διατεθειμένοι ὅλως ἀντιθέτως. Ἀμφισβητοῦσι, Κύριοι, τὴν αἰτίαν τῆς ἐπαναστάσεως, λέγοντες δηλονότι οὐδεὶς ἔπταισεν! ἀφοῦ δηλαδὴ δὲν ἔπταισαν οὐδ’ οἱ ὑπουργοὶ τοῦ αἵματος! Σᾶς εἶπον προηγουμένως, ὅτι αὐτὸ μὲ ἐτάραξεν. Ἐπροσπάθησαν οἱ δύο ὁμιλήσαντες πρῶτοι, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, διὰ στρεψοδικιῶν νὰ φέρωσι τὴν μάχην εἰς στάδιον ὅλως ξένον τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ὁ δὲ τελευταῖος, καίτοι ἐγγίξας τὸ ζήτημα, τίποτε ἄλλο δὲν ἤθελε παρὰ ν’ ἀφήσῃ ἓν ἀόριστον αἴσθημα ἐντυπώσεων, μίαν σύγχυσιν διὰ νὰ μὴ γνωρίζῃ ἕκαστος ποῦ τὸ ζήτημα κεῖται, ποῦ εἶναι κεκλημένος ὑπὸ τῆς πατρίδος ἕκαστος νὰ ψηφίσῃ· διὰ τοῦτο ἐν ὀλίγαις λέξεσι ἦλθα νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου. Καὶ δι’ ἐμὲ ἴσως εἶναι ἀλγεινὸν διὰ νὰ κάμω σήμερον τὸν εἰσαγγελέα, ἀλλ’ εἶναι ἀλγεινότερον νὰ παραλείψω τὸ καθῆκόν μου, καὶ ἀφοῦ ἦλθεν ἡ πρότασις νὰ παραδεχθῶ, ὅτι καμμία αἰτία δὲν ὑφίσταται τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ὅτι ἡμεῖς ἀδίκως ἐλάβομεν τὰ ὅπλα, καὶ ὁ λαὸς ὅλος ἀδίκως δι’ ἀναστάσεως, οὕτως εἰπεῖν, ἀπέβαλε τὸν Ὄθωνα, καταρώμενος αὐτὸν καὶ ἀναθεματίζων τὰ ὄργανά του. Κύριοι! τὸ πρᾶγμα δὲν δύναμαι νὰ τὸ θεωρήσω ἄλλως πως, ἢ ἡ ἐπανάστασις εἶχε δίκαιον, ἢ ἐκεῖνοι εἶχον δίκαιον, διότι εἰς ἀντίθετον θέσιν εὑρέθημεν τὰ μέρη· ἐκεῖνοι ὑπεστήριζον τὸν Ὄθωνα εἰς τὴν καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἔφερον αἱματοχυσίας διὰ πλαστογραφιῶν καὶ διὰ καλπονοθεύσεων κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἐπροκάλεσαν στάσεις, ἐπροκάλεσαν ἐμφυλίους πολέμους, καὶ εἰς μίαν ὁλόκληρον πεδιάδα βογκᾷ ἀκόμη τὸ αἷμα τόσων χρηστῶν ἀνδρῶν, ἀποθανόντων ἐκεῖ· τόσοι εὐγενεῖς μάρτυρες ἐφυγαδεύθησαν ἀπὸ τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, ἡμεῖς, τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, δι’ ἀναστάσεως, οὕτως εἰπεῖν ἠγέρθημεν, καὶ δι’ ἐπαναστάσεως ἀπεδοκιμάσαμεν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἀπεδοκιμάσαμεν τὰ ἔργα τῆς ἐσχάτης προδοσίας· καὶ φέρω τὸν ὅρον αὐτὸν, διότι θὰ φέρω κατηγορίαν τυπικὴν (εὖγε! εὖγε!) Εἶναι ἔνοχοι τῆς ἐσχάτης προδοσίας ἐκεῖνοι, ὡς παραβιάσαντες τὸ Σύνταγμα, παραβιάσαντες τὸ 123 ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου. Κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Ἐὰν εἶχον δίκαιον ἐκεῖνοι, δὲν εἶχε δίκαιον νὰ ἐπαναστατήσῃ τὸ ἔθνος. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν Κύριον συνάδελφόν μου, τὸν Κύριον Δηλιγιάννην, εἶναι ἔντιμον εἰς τὸ ἔθνος νὰ εἴπῃ, ὅτι οὗτοι οἱ μιαιφόνοι εἶχον δίκαιον, καὶ ὅλον τὸ ἔθνος ἔχει ἄδικον; Καὶ ἦτον ὀλίγον ἔντιμος ἡ ὁμοφωνία αὕτη τοῦ ἔθνους; εἶναι ὀλίγον ἔντιμον, ὅτι ἠγέρθημεν μίαν ἡμέραν καὶ ὡς ἀδελφοὶ δόντες τὴν χεῖρα ὁ εἷς εἰς τὸν ἄλλον, ἐδιώξαμεν ἕνα τύραννον, ἕνα ἐφιάλτην, ὅστις ἐκάθητο εἰς τὰ στήθη μας καὶ μᾶς ἐβασάνιζε τόσα ἔτη; Εἶναι πρᾶγμα ἐντιμότατον καὶ κάμνει πολλὴν τιμὴν εἰς τὸ ἔθνος. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἄλλοι δύο πρῶτοι κατὰ τῆς προτάσεως ἀγορεύσαντες ἐνόησαν καλὰ ποῦ ἠδύναντο νὰ πολεμήσωσιν, ἐνόησαν, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον δὲν ἠδύναντο νὰ σταθῶσι, διότι ἔπρεπε νὰ ἀρνηθῶσι τὸν ἥλιον, καὶ ἔφερον προτάσεις τινὰς, τὰς ὁποίας ἔρχομαι νὰ ἀνασκευάσω. Ὁ Κύριος πληρεξούσιος Ἑρμιονίδος μεταξὺ ἄλλων λόγων εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι κατηγορία· ἰσχυρίσθη δὲ καὶ ἔφερεν ἐνστάσεις τινὰς ἐκ ποινικῆς τινος δικονομίας, μὴ ὑπαρχούσης, νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον ἐνώπιον ἐνόρκων· ἀντιτάσσω δύω λέξεις, πρῶτον, ὅτι τοιαύτη ποινικὴ δικονομία δὲν ὑπάρχει διὰ τὴν Συνέλευσιν ἐψηφισμένη, ἀντιτάσσω δεύτερον, ὅτι καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν παραπέμπονται οἱ ὑπουργοὶ, ὡς ὑπεύθυνοι, οἱ παραβιάσαντες τὸ Σύνταγμα, ἐνώπιον τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως συγχωνευούσης καὶ τὰ δύω σώματα. Δὲν ἔρχομαι ἐδῶ μὲ κενὰς ἐκφράσεις, ἔρχομαι καὶ κατηγορῶ τοὺς ὑπουργοὺς αὐτοὺς, καὶ τοὺς εἰσάγω εἰς δίκην δυνάμει τῶν κειμένων νόμων. Οἱ ὑπουργοὶ οἱ παραβιάζοντες τὸ Σύνταγμα, οἱ ἀνατρέποντες τὸ καθεστὼς, οἱ ἔνοχοι τῆς ἐσχάτης προδοσίας, κατηγοροῦνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ δικάζονται ὑπὸ τῆς Γερουσίας. Ἐν δὲ τῇ Συνελεύσει δὲν ὑφίσταται ἡ Βουλή; δὲν ὑφίσταται ἡ Γερουσία; τὰ πάντα ὑφίστανται, καὶ ὅλοι συναισθάνονται τὴν ἀλήθειαν ταύτην, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὴν ἀποδείξω. Ἡ Συνέλευσις συγχωνεύουσα ἐν ἑαυτῇ καὶ τὰ δύω σώματα κατηγορεῖ καὶ δικάζει ἀπολύτως· οὐδεὶς ἠρνήθη, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐξασκεῖ καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ τὴν δικαστικὴν, διότι ἡ κυριαρχία ἄλλως δὲν ἐννοεῖται, ἐν τῇ κυριαρχίᾳ ὑφίστανται καὶ αἱ τρεῖς αὗται ἐξουσίαι, αἱ ὁποῖαι ἄλλως ἐξασκοῦνται ὑπὸ τριῶν σωμάτων ἀνεξαρτήτως ἀπ’ ἀλλήλων ἀπεσπασμένων. Τίς λοιπὸν ἔχει τὸ δικαίωμα σήμερον νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ποινικὴν δικονομίαν, τὴν ὁποίαν εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἀκολουθήσῃ μόνον ἐνώπιον τῶν εἰρηνοδικείων; Κύριοι! καὶ εἰς τὸν Κύριον πληρεξούσιον Ἑρμιονίδος καὶ εἰς τὸν τελευταῖον προαγορεύσαντα Κύριον πληρεξούσιον Γόρτυνος ἀπαντῶ. Ὅταν ἡ Συνέλευσις αὕτη ἐψήφιζε τὸν κανονισμόν της, ἐγνώριζε πολὺ καλά, ὅτι εἶναι Συνέλευσις, ὅτι εἶναι Συνέλευσις πλήρης, καὶ ὅτι ἐξασκεῖ πλήρη τὰ δικαιώματά της, καὶ συνέταξε κανονισμόν, καθ’ ὃν ἡ δικαιοδοσία της ἔπρεπε νὰ ἐξασκῆται· κατὰ τὸν κανονισμὸν αὐτὸν εἰσάγονται αἱ προτάσεις ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως διὰ προτάσεως ἑνὸς οἱουδήποτε πληρεξουσίου, ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις, καὶ παραδίδεται εἰς τὸ Προεδρεῖον· ὁ Πρόεδρος ἐρωτᾷ, ἐὰν ᾖναι κατεπείγουσα, ἡ Συνέλευσις ἀποφαίνεται περὶ αὐτοῦ, ἔπειτα τυποῦται ἢ δὲν τυποῦται, καὶ συζητεῖται· αὐτὴ εἶναι ἡ ποινικὴ καὶ ἡ πολιτικὴ δικονομία τῆς Συνελεύσεως, καὶ αὕτη ἐτηρήθη μέχρι σήμερον. Δύναται κανεὶς νὰ μοῦ εἴπῃ, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἐνόει τότε νὰ ἐξασκήσῃ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν! ἂς τὸ ἀποδείξῃ. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ εἴπω τι νέον· ὑπῆρξέ τι προηγούμενον. Ὅλαι ἀπολύτως αἱ ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, ὅσαι ἐγεύθησαν τοῦ δικαίου καὶ ἄκρῳ δακτύλῳ τὸ γνωρίζουσιν ὅτι εἶναι δικαστικαὶ πράξεις. Ἀφίνω τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ τις ν’ ἀμφισβητήσῃ, μολονότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι αἱ ἀποφάσεις ἐπὶ παρελθόντων γεγονότων εἶναι φύσεως δικανικῆς. Ὅπωςδήποτε ὅμως ἡ Συνέλευσις ἐξασκεῖ ἀναντιῤῥήτως δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὅταν δικάζῃ. Ἐδικάσθη ὅθεν ἡ ὑπόθεσις τοῦ Σταθοπούλου, καὶ ἀπεβλήθη τῆς Συνελεύσεως ὁ πληρεξούσιος αὐτὸς διά τι ἀρχαιότερον παράπτωμά του· ἔφερε τὸν λόγον τότε κανεὶς νὰ εἴπῃ, δὲν ἐτηρήθησαν προθεσμίαι, δὲν προσῆλθεν ὁ Σταθόπουλος νὰ ἀπολογηθῇ, δὲν ἔλαβε δικηγόρους;
§63ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Μάλιστα ὡμίλησε καὶ ὁ Κ. Μίλησης τότε.
§64ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τώρα ἰσχυρίζονται οἱ φίλοι μου, ὅτι ὁ Κ. Μίλησης εἶναι εἰς ἀντίφασιν εἰς ἑαυτὸν, καὶ εἶναι ζήτημα, πότε ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ τὰ ἴδια ἑαυτοῦ αἰσθήματα, διότι ἢ εἰς τὴν μίαν ἢ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν βεβαίως ἠγόρευε καθ’ ἑαυτοῦ. Ἀναγινώσκει ἀπόσπασμα μιᾶς ἀγορεύσεως τοῦ Κυρίου Μίληση ἐκ τοῦ πρώτου τόμου τῆς ἐπισήμου ἐφημερίδος τῆς Συνελεύσεως Σελ. 93. Κύριοι! ἐδῶ δύναμαι νὰ παρεξηγηθῶ, ὅτι συμφωνῶ μὲ τὸν Κύριον Μίλησην, τοὐλάχιστον μὲ τὸν Μίλησην ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, καὶ ὅτι δὲν συμφωνῶ τώρα· ὁ Κύριος Μίλησης ἔλεγε τότε, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τηρήσωμεν τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους ἵνα μὴ εἰσέλθῃ τὸ σκάνδαλον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐγὼ δὲ λέγω τοὐναντίον νὰ τηρηθῶσιν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους καὶ νὰ εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Συνέλευσιν, νὰ εἰσαχθῇ ὅπως πρέπει νὰ εἰσαχθῇ, καὶ οὐχὶ ὅπως ὁ Κύριος Βλάσσης ἐπρότεινεν. Ὁ Κύριος Βλάσσης ἐπρότεινεν, ἔκαμεν ἐπίνοιαν, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ περίεργος καὶ πρὸς ἑαυτὴν σχεδὸν ἀντιφατική. Ὁ Κύριος Βλάσσης διὰ τῆς προτάσεώς του σᾶς λέγει τὰ ἑξῆς. Εἶμαι σύμφωνος νὰ δικασθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ τοῦ αἵματος καὶ νὰ καταδικασθῶσιν εἰς θάνατον ἵνα ἐπέλθῃ ἐθνική τις ἱκανοποίησις διὰ τὸ χυθὲν αἷμα (πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπανάστασις αὐτὴ δὲν ἐζήτησεν), ἀλλὰ νὰ μὴ δικασθῶσι σχεδὸν πώποτε ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν. Ποῦ στηρίζεται, Κύριοι, ἡ ὑπόθεσις; τινὲς λέγουν, ὅτι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ δικάσωμεν. Τοὐναντίον ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν δικαιοδοσίαν νὰ δικάσωμεν, ὅπως καὶ ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν εἶναι ἐγγεγραμμένον· τὰ ὁρκωτικὰ δικαστήρια δὲν δικαιοῦνται εἰς τοῦτο· ἡ Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν περὶ τούτου, ὡς προηγουμένως ἀνέπτυξα Ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν, ὁ Κύριος πληρεξούσιος Γόρτυνος ὑπερησπίσθη τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ αἵματος διὰ πολλῶν περιόδων καὶ φράσεων, τὸ σύνολον τῶν ὁποίων ἦτο, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν ἀπεδέχθη τὴν ἐπανάστασιν, ἐν τῷ αἵματι τῆς ὁποίας ἔβαψαν τὰς χεῖράς των οἱ κατηγορούμενοι, ἤτοι τὴν Ναυπλιακήν, διότι, λέγει, κατὰ τὸν Γκιζώ, (καὶ φέρει ὡραῖον μάρτυρα, ὁ ὁποῖο, ἐπῆρεν εἰς τὸν λαιμόν του τὴν ὡραιοτάτην δυναστείαν, ἡ ὁποία ὑπῆρξέ ποτε εἰς τὴν Εὐρώπην·) κατὰ τὸν Κύριον Δεληγιάννην καὶ κατὰ τὸν Κύριον Γκιζῶ ἡ ἐπανάστασις πρέπει πρῶτον νὰ γείνῃ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους καὶ τότε νὰ τελεσθῇ· ἀλλ’ ἀπαντῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπανάστασις, ἡ ὁποία ἔγεινεν εἰς Ναύπλιον, καὶ ἀπετελέσθη ἤδη, ἦτο τετελεσμένη ἀπὸ τῆς 18 Μαρτίου 1844· ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἦτο ἔκτοτε συμπεπληρωμένη· ὅλοι συναισθανόμεθα ἔκτοτε, ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι καὶ οὐχὶ κτήνη, καὶ ἔλαβε τὸ ἔθνος διὰ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς τρίτης Σεπτεμβρίου τὰς ἐθνικὰς ἐλευθερίας. Ὁ Κύριος Γκιζὼ ἐννοεῖ ἴσως κἄτι τι ἄλλο; ἐννοεῖ τὴν ἐπανάστασιν τὴν κατὰ τῶν νόμων, οὐχὶ δηλαδὴ πολιτικήν, ἀλλὰ κοινωνικήν τινα ἐπανάστασιν, καὶ δι’ αὐτὴν συμφωνῶ μὲ τὸν Κύριον Δεληγιάννην καὶ τὸν Κύριον Γκιζώ. Ὑπάρχουν, Κύριοι, ἐπαναστάσεις κατὰ τῶν νόμων, καὶ τοιαύτη ἦτον ἡ ἐπανάστασις τοῦ 89, ἀλλ’ ἐνταῦτα ἐγένετο ἐπανάστασις ὑπερ τῶν νόμων! Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους παρεβίασαν καὶ καθ’ οὓς δικάζονται; οἱ ὑπεύθυνοι ὑπουργοί; ὅλοι τοὺς γνωρίζετε. Ἓν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος μᾶς δίδει τὸν τίτλον τῆς κατηγορίας, καὶ ἕτερον ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου μᾶς διαγράφει τὴν ποινήν. Κύριοι, ὁ Ὄθων κατεπάτει ἢ κατήργει τὸ Σύνταγμα δι’ αὐτῶν, διότι ὅταν ὑπάρχῃ νόμος τις καὶ ἐνεργῆται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅλως τὸ ἐναντίον ὑφίσταται αὐτόχρημα κατάλυσις τοῦ νόμου. Ὁ Ὄθων ἂν ἦτο ἐδῶ δὲν ἠδύνατο τὸ ἔθνος νὰ τὸν δικάσῃ, διότι τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως εἶναι καθιερωμένον εἰς τοὺς νόμους, εἰς τὸ Σύνταγμα, εἴμεθα ὑπόχρεοι (πρέπει νὰ τὸ συναισθανθῶμεν) νὰ εὕρωμεν τοὺς ὑπευθύνους καὶ νὰ τοὺς δικάσωμεν καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, καὶ διότι ἐθυσίασαν τὴν Βασιλείαν τοῦ Ὄθωνος! καὶ ἐγὼ ἴσως θλίβομαι πλειότερον παντὸς ἄλλου, διότι πᾶσα βασιλεία εἶναι σεβαστή, καὶ ἰδία τὴν ἐκφαύλισιν πάσης βασιλείας καὶ διὰ τὴν πτῶσίν της πρέπει νὰ τιμωρῶμεν καὶ νὰ ἤμεθα ἀδυσώπητοι κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ αἴτιοι τῆς σχετικῆς καταστάσεως τῆς λυπηρᾶς... Μισῶ ὡς πολίτης ὀλιγώτερον τὸν Ὄθωνα παρὰ τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ αἵματος.... λέγω, ὅτι οὗτοι παρεβίασαν τὸ Σύνταγμα, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἔνοχοι ἐσχάτης προδοσίας καὶ πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι μὲ θάνατον, διότι τὸ ἄρθρον 123 ἀναφέρει ἐν συνόψει τὰ ἑξῆς· «ὅστις ἐνεργεῖ κατὰ τῶν καθεστώτων τιμωρεῖται μὲ θάνατον·» ἀλλὰ τὸ κυριώτερον καθεστώς, νομίζω, Κύριοι, εἶναι τὸ Σύνταγμα, ἐξ οὗ ἀποῤῥέει πᾶσα ἐξουσία· ἂν τὸ ἐναντιοῦσθαι κατὰ τοῦ Βασιλέως ᾖναι καὶ θεωρῆται ὡς ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας, πόσῳ μᾶλλον τὸ ἐναντιοῦσθαι κατὰ τοῦ Συντάγματος, ἐξ οὗ ἀποῤῥέει αὐτὸς ὁ Βασιλεύς! καὶ ἐπειδὴ οἱ ὑπουργοὶ αὐτοὶ παρεβίασαν τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ τοὺς θεωρήσητε ἐνόχους ἐσχάτης προδοσίας καὶ νὰ τοὺς καταδικάσητε εἰς θάνατον.... καὶ μολοντοῦτο οὔτε ἡ Συνέλευσις, οὔτε ῥήτωρ τις, οὔτε τὸ ἔθνος θέλει τὴν χύσιν τοῦ αἵματος· οὐδείς, ζητοῦμεν μόνον τὰς συνεπείας τῆς ποινῆς, ἡ ποινή, τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ προτεινόμενον ψήφισμα, εἶναι μόνον συνέπεια τῆς ποινῆς. Ὁ ποινικὸς νόμος ὁρίζει· «ἄν τις καταδικασθῇ εἰς θάνατον ἢ δεσμὰ πρόσκαιρα κλπ. διὰ τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα κακούργημα στερεῖται τῶν πολιτικῶν αὑτοῦ δικαιωμάτων·» τοῦτο εἶναι συνέπεια μόνον τῆς ποινῆς, καὶ τοῦτο ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν· δὲν θέλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ τὴν ποινήν· εἰς τοῦτο δὲν δύναται κανεὶς νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔχομεν καμμίαν ὑποχρέωσιν εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ ποινήν· καθόσον εἶναι ἄνθρωποι ἔχοντες οἰκογενείας, ἔχοντες τέκνα κτλ. καὶ δὲν θέλομεν νὰ τοὺς ἐπιβάλωμεν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου· ἀλλ’ οὕτως ἡ Συνέλευσις παραβιάζει τὰς ἀρχὰς τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπιβάλλουσα μόνον μέρος τῆς ποινῆς; μάλιστα δ’ ἐπιβάλλουσα μόνον τὰς συνεπείας τῆς ποινῆς;.... Ἔχομεν λοιπὸν τὸ δικαίωμα κατὰ τὰ λεχθέντα νὰ ἐπιβάλωμεν οἱανδήποτε ποινήν, ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις ἡμῶν εἶναι ἠπία, εἶναι παράδειγμα τῶν καλῶν ἐπαναστάσεων, πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς τύπος ὅλων τῶν ἐπαναστάσεων καὶ ὡς πρὸς τοῦτο. Δὲν θέλω νὰ ἔχῃ τι ἄγριον ἡ ἀγαπητὴ ἡμῶν ἐπανάστασις· θέλω νὰ στιγματίσῃ μόνον τὸ παρελθὸν καὶ νὰ προφυλάξῃ τὸ μέλλον. Νὰ διαβαίνουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ τοὺς δεικνύῃ ἕκαστος μὲ τὸν δείκτην λέγων· ἰδὲ ὁ ἄνθρωπος, οὗτος ὡρκίσθη νὰ φυλάττῃ πίστιν εἰς τὴν πατρίδα καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ τὰ παρεβίασεν ὅλα, οὔτε τὴν πατρίδα ἐφύλαξεν, οὔτε τὸν Βασιλέα ἠγάπησε· καὶ μήπω, Κύριοι, αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν, εἶναι τυπικὸν μόνον; μήπως μόνον παρεβίασαν τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς; ὄχι! ἐκεῖνο δὲ εἰς τὸ ὁποῖον θέλει ἡ κοινὴ γνώμη νὰ φθάσῃ καὶ αὐτὴ ἡ Συνέλευσις νὰ στιγματίσῃ εἶναι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθησαν· ὅταν διέλυσαν, Κύριοι, μίαν βουλὴν ἐθνικήν, διότι εὑρέθη μετὰ 18 ἔτη μία βουλὴ καὶ εἶπεν ἕν ὄχι! (διότι κατὰ τὸν Ὄθωνα καὶ τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ αἵματος τὸ ὄχι ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ δὲν ἐπετρέπετο) ὅταν, λέγω, ἐκολάφισαν τὸ Ἔθνος, πολὺ καλὰ ἐγνώριζον, ὅτι ἔμελλον νὰ κάμουν νέας ἐκλογάς, πολὺ καλὰ ἐγνώριζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἀποτύχουν καὶ ὅτι ἔμελλον νὰ γείνωσι μιαιφόνοι, διότι ἐν τῇ συνειδήσει αὑτῶν ἐν τῇ διανοίᾳ ὑπῆρχεν ἡ μιαιφονία· ἐγνώριζον, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπέμβωσιν εἰς τὰς ἐκλογάς, καὶ ὅτι ἐκ τῶν ἐπεμβάσεων γίνονται ἀντιστάσεις, γίνονται φόνοι, καὶ ἔγειναν ἀντιστάσεις καὶ ἔγεινεν ἐμφύλιος πόλεμος καὶ ἔγειναν φόνοι καὶ πολλαὶ οἰκίαι ἕνεκα αὐτῶν τὴν σήμερον πενθοῦσι· πάντα ταῦτα ἐγνώριζον, διότι ὁ διώκων τὸ ἀθέμιτον τέλος ἐπιτρέπει καὶ τὰ μέσα· ὅταν σὺ μοὶ ἐπιτίθεσαι διὰ τῆς βίας, θέλων νὰ μὲ κλέψῃς ἐννοεῖται, ὅτι, ὅταν ἐγὼ ἀντισταθῶ, ἐνδέχεται νὰ μὲ φονεύσῃς. Ὁ λῃστὴς, Κύριοι, εἶναι δολοφόνος, ἐνῷ δὲν ζητεῖ τὴν δολοφονίαν, θέλει μόνον τὴν περιουσίαν τοῦ ἄλλου· ἀλλ’ ὅταν ἐπιτίθεται μὲ ὅπλα νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ ἄλλου, οὗτος δ’ ἀνθιστάμενος φονεύεται, εἰς τὸν λῃστὴν καταλογίζεται ἡ πρᾶξις τοῦ φόνου, ὡς νὰ εἶχεν ἐξ ἀρχῆς προμεμελετημένον αὐτὸ τὸ κακόν· ὅταν ὁ λῃστὴς ἐπιτίθηται ἵνα λάβῃ τὸ βαλάντιον καὶ εὕρῃ ἀντίστασιν, τότε δὲν θέλει τὸ βαλάντιον πλέον ἀλλὰ τὴν ζωήν... Οἱ ὑπουργοὶ διέλυσαν τὴν Βουλήν, ἔκαμαν ἐπεμβάσεις καὶ ἐγνώριζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ προκαλέσωσι πάντα ταῦτα τὰ κακά, τοὺς πολέμους, καὶ τὸ αἷμα τῆς Ἀρείας ἂς πέσῃ ἐπὶ τὰς κεφαλάς των.... (ἄρ. 361 τοῦ Ποιν. Νόμου). Κύριοι, ὁ Κύριος Βλάσης Βαλτινὸς ἔκαμε λόγον πολὺν περὶ τῶν ὑπουργῶν αὐτῶν, σχετικῶς πρὸς τοὺς ἐπαναστάτας, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐνόησα τὴν ἀκολουθίαν, τὴν ἀλληλουχίαν τοῦ ἐπεισοδίου του ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ περὶ ἐπαναστατῶν, ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἔχει τι προσωπικὸν ἰδιάζον ἡ ἐπανάστασις μὲ αὐτὰ τὰ πράγματα· ἡμεῖς παραπονούμεθα, ὅτι ἠδικήθη τὸ ἔθνος, οὐχὶ οἱ ἐπαναστάται, ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἡ ἐπανάστασις εἶναι ἐθνική· ἡμεῖς κατηγοροῦμεν τοὺς ὑπουργοὺς, διότι διέλυσαν μίαν Βουλὴν, διότι προὐκάλεσαν ἐμφυλίους πολέμους, διότι ἐδείχθησαν αἱμοχαρεῖς, διότι ἐπεβουλεύοντο τὸ Σύνταγμα καὶ ἔργῳ κατέλυσαν αὐτὸ, καὶ ἐγένοντο ὡς ἐκ τούτου ἔνοχοι ἐσχάτης προδοσίας, διὰ τοῦτο παραπονεῖται τὸ ἔθνος, ἂν δὲ ἐξετάσητε τὸ πρᾶγμα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐπαναστάσεως ὡς προσωπικότητος, θέλετε μόνον εὕρει ἐξ ἀντιθέτου εἰς τοὺς ὑπὲρ ἐκείνων ἀγωνιζομένους αἰτίας ἀρχαίας τινὸς συμπαθείας· ἀλλὰ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀναπτύξω ταύτας. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἐθνικόν. Τὸ ἔθνος τοὺς θεωρεῖ ἐνόχους ἐσχάτης προδοσίας· εἶναι ἄξιοι θανάτου. Τοὺς χαρίζομεν τὴν ζωήν, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐμπιστευόμεθα τὰ πολιτικὰ δικαιώματα τοὐλάχιστον ἐπὶ 10 ἔτη. Τὰ πολιτικὰ δικαιώματα εἶναι ἐθνικὴ ἰδιοκτησία. Κύριοι, ἡ αἱμοχαρὴς πρότασις τοῦ Κυρίου Βλάσση, τοῦ νὰ δικασθῶσι καὶ καταδικασθῶσιν οἱ κατηγορούμενοι εἰς θάνατον, εἰ δυνατόν, φθάνει μόνον νὰ δικασθῶσι μίαν ἄλλην φορὰν, φθάνει μόνον νὰ δικασθῶσι πιθανῶς οὐχὶ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἡ πρότασις αὕτη, λέγω, εἶναι πρότασις τοῦ νὰ δικασθῶσι καὶ καταδικασθῶσιν οἱ κατηγορούμενοι, ἀλλ’ εἰς ἕνα μῆνα, ὅστις νὰ μὴ ἔχῃ σάββατον! Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ εἴπω, ἵνα μὴ ἀποπλανηθῶσί τινες λόγιοι, πεπαιδευμένοι ἄλλως ἄνδρες, περὶ πάντα τὰ ἄλλα μεγάλην μάθησιν ἔχοντες, ὀλίγην ὅμως πεῖραν ἔχοντες περὶ τὰ δικανικά. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἄνευ δισταγμοῦ θέλετε παραδεχθῆ τὴν ὑποστηριζομένην ἐπιεικῆ πρότασιν (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§65ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἐφωτίσθημεν (θόρυβος).
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ἐκ τῆς θέσεώς του). Ἐὰν πιέζωμεν, Κύριε Πρόεδρε, οὕτω πως διὰ χειροκροτημάτων καὶ δι’ ἄλλων ἐκφράσεων, τὸν λόγον, δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ μείνωμεν ἐνταῦθα (ὁ Κύριος Σαρίπολος ἀναβαίνει εἰς τὸ βῆμα).
§67ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§68ΕΤΕΡΟΣ. Νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ῥήτωρ, νὰ μὴ πιέζηται ὁ λόγος.
§69ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω δύω λέξεις ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, ὃ ἔθιξεν ὁ Κύριος Ῥοντήρης. (θόρυβος καὶ ταραχὴ μεγάλη).
§70ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§71ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν τελευταῖον πρέπει νὰ ἀγορεύῃ ὁ κατὰ τῆς προτάσεως. (θόρυβος καὶ φωναί, ἐφωτίσθημεν, ὁ ῥήτωρ διακόπτεται).
§72ΜΙΛΗΣΗΣ. Δύο λέξεις, Κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος. (θόρυβος).
§73ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι ὄχι.
§74ΜΙΛΗΣΗΣ. Βλέπω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶσθε δίκαιοι καὶ τὴν πρότασίν σας τὴν ἐφέρατε διὰ νὰ θεραπεύσητε προσωπικὰ πάθη καὶ ἐκδικήσεις, (θόρυβος).
§75ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§76ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν πιεζώμεθα οὕτω πως, κάλλιον νὰ ἀναχωρήσωμεν. (Κρούεται ὁ κώδων, διάφοροι θορυβώδεις συνδιαλέξεις μεταξὺ τῶν Κ. Κ. πληρεξουσίων.)
§77ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις ἂν ἐφωτίσθη.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, μὴ βιάζεσθε εἰς μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἔλθω· ἂν θέλητε νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐφωτίσθη, θὰ τὸ κάμω ἂν μὲ βιάζητε· ὁ κανονισμὸς περὶ τούτου δὲν λέγει τίποτε, δὲν λέγει πότε ὁ Πρόεδρος θὰ ἐρωτήσῃ, σεῖς εἶσθε πάντοτε κύριοι τοῦ ζητήματος· ἂν ἡ πεποίθησις τῆς πλειονοψηφίας ἦναι ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης τῶν προτάσεων θὰ τὸ κάμω, ἀλλ’ ἐὰν ἀκούσητε καὶ ὀλίγας λέξεις περισσότερον, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ᾖναι κακόν.
§79ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετὰ ἐλέχθησαν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν. Προσέξατε. Ὅσοι παραδέχονται, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι. Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§81ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς πιέζῃ οὕτω πως, Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἀκροατήριον (θόρυβος καὶ σάλος μέγιστος). Ἐπικαλοῦμαι τὴν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν συγχωρεῖται εἰς τὸ ἀκροατήριον θόρυβος.... (ἀκούονται φωναί τινες ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου (θόρυβος).
§82ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπαιτοῦμεν ἀσφάλειαν εἰς τὸ ἄτομόν μας (θόρυβος).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι, νὰ ἐξακολουθήσωμεν (θόρυβος). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ ἔγεινεν ἀταξία τις εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἥτις δὲν ἦτο συγκεχωρημένη, καὶ ἥτις ἀποδοκιμάζεται· ἐνδέχεται ὅμως αὗται αἱ ἀταξίαι νὰ ἔγειναν καὶ ἔκ τινων πολὺ ἐρεθιστικῶν ἐνδείξεων τῆς ἰδίας Συνελεύσεως, ἥτις εἶναι καλὸν ἄνευ χειροκροτήσεων καὶ ἄνευ θορύβου νὰ ἀκούῃ ἐν ἡσυχίᾳ. Εἶμαι δὲ πεπεισμένος ὅτι τοῦ λοιποῦ οὔτε φωνὴ οὔτε κίνημά τι θὰ λάβῃ χώραν ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐπειδὴ ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη......
§85ΔΑΓΡΕΣ. Πρέπει νὰ τιμωρηθῇ ἐκεῖνος, ὅστις ἔκλεισε τὰς θύρας· ἂν ᾖναι κλητὴρ, πρέπει νὰ παυθῇ αὐτὴν τὴν στιγμήν. (θόρυβος).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καλλίτερον νὰ τελειώσωμεν τὸ ζήτημα ἐν ἡσυχίᾳ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω λοιπὸν τὰς προτάσεις.
§87ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραδέχθητε ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη;
§88ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ αἱ προτάσεις· ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δεληγιάννη ἔχει οὕτως·
§90ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρελείψατε ἓν μικρὸν καθῆκον· σᾶς ἔδωκα πρὸ μικροῦ μίαν πρότασιν, συμπληροῦσαν τὴν κυρίαν πρότασιν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ εἶναι. Ἰδοὺ ἡ τοῦ Δεληγιάννη. «Νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ δωδεκαμελὴς διὰ ψηφοφορίας μυστικῆς, εἰς ἣν νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐξέτασις τῶν πράξεων τοῦ ὑπουργείου, καθ’ οὗ ἡ κατηγορία, καὶ ἡ σύνταξις κατηγορητηρίου τακτικοῦ, καταδεικνύοντος τὰς ἀξιοποίνους πράξεις καὶ τὸν ἐφαρμοστέον νόμον». Ἰδοὺ ἡ τοῦ Βαλτινοῦ· 1) Νὰ προσκληθῶσι νομίμως οἱ ὑπουργοὶ τοῦ αἵματος, ἵνα ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὴν 1ην τοῦ προσεχοῦς 9βρίου διὰ νὰ δικασθῶσι παρ’ αὐτῆς καταρτιζομένης εἰς δικαστήριον· 2) Μὴ ἐμφανιζομένων αὐτῶν ἡ Συνέλευσις προβαίνει εἰς τὴν κατ’ ἐρήμην δίκην καὶ ἀπόφασιν». Ἰδοὺ ἡ τοῦ Μίληση «προτείνω νὰ παραπεμφθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ τοῦ αἵματος εἰς τὸ ὁρκωτικὸν δικαστήριον, ἵνα δικασθῶσι σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους». Εἶναι καὶ ἡ τοῦ Κ. Αὐγερινοῦ, δι’ ἧς στεροῦνται καὶ οἱ τῆς 16 9βρίου 1860. Αὐτὴ ἡ πρότασις κατὰ τὸ ά μέρος εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν τοῦ Ἰαλέμου. Λοιπὸν, Κύριοι ὡς ἀνωτέρω πρότασιν ὅλων θεωρῶ τὴν τοῦ Κ. Μίληση, ἥτις ὑφαιρεῖ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἐντελῶς τὸ πρᾶγμα, καὶ τὸ παραπέμπει εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια· εἶναι λοιπὸν καὶ ἡ πρώτη ἡ εἰς ψηφοφορίαν τεθησομένη. Ἀναγινώσκεται καὶ πάλιν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν, Κύριοι, τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ Κ. Μίληση, νὰ σηκωθοῦν (ἀνίστανται οἱ ὀλιγώτεροι) ἀπεῤῥίφθη. Ἡ δευτέρα ὡς ἀνωτέρω κατ’ ἐμὲ εἶναι ἡ τοῦ Κ. Δεληγιάννη.
§93ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, Κ. Πρόεδρε, (ἐγείρονται δεξιόθεν ὑπὲρ τοὺς 20).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην θὰ εἴπωσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ, θὰ εἴπωσιν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐψηφοφόρησαν 188· 110 ὑπὲρ τοῦ ὄχι, καὶ 75 ὑπὲρ τοῦ ναὶ, τριῶν ἀρνηθέντων ψῆφον· ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. Τώρα ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ.
§96ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως Κ. Πρόεδρε διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι αἱ τοιαῦται ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως πρέπει νὰ γίνωνται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως διὰ τὴν ἱστορίαν.
§97ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 20).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Βαλτινοῦ θέλουσιν εἰπεῖ ναὶ, οἱ δὲ μὴ, ὄχι.
§99ΤΙΝΕΣ. Δι’ ἀναστάσεως.
§100ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 20). Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐψηφοφόρησαν τὸ ὅλον 179, κατὰ τῆς προτάσεως 106, ὑπὲρ 67, καὶ 6 ἠρνήθησαν· ὥστε ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 106 κατὰ 67.
§102ΠΟΛΛΟΙ. Ἔρχεται τώρα ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰαλέμου.
§103ΤΙΝΕΣ. Προηγεῖται ἡ τοῦ Κ. Αὐγερινοῦ (θόρυβος).
§104ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὅλαι δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως διὰ τὴν ἱστορίαν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι, νὰ προβῶμεν ἐν ἡσυχίᾳ. Ἀνεγνώσθη μία πρότασις τοῦ Κ. Αὐγερινοῦ, ἥτις κατὰ τὸ πρῶτον μέρος εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ διαφόρους λέξεις πρὸς τὴν τοῦ Ἰαλέμου· ἀλλ’ ἔχει μίαν προσθήκην, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἐγένετο παντάπασι λόγος ἀπὸ κᾀνένα.
§106ΕΙΣ. Ἔκαμε λόγον ὁ Κ. Ῥοντήρης περὶ τοῦ Βʹ μέρους.
§107ΖΕΡΒΑΣ. Ἀπαιτεῖ νέαν πρότασιν τὸ νέον πρόσωπον.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι λοιπὸν καὶ ἄλλη πρότασις τῆς 16 Νοεμβρίου 60· καὶ ἐπειδὴ εἶναι ὅλως ἄσχετος δὲν δύναται νὰ παρεμβάλλῃ πρόσκομμα. Τώρα λοιπὸν ἔρχεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰαλέμου.
§109ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 20).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰαλέμου εἶναι τοιαύτη. «Τὰ μέλη τοῦ ὑπουργείου τοῦ αἵματος, ἤτοι ὁ Ἀθ. Μιαούλης, Χ. Χριστόπουλος, Δ. Βότσαρης, Μ. Ποτλῆς, Εὐστ. Σῖμος καὶ Α. Κουντουριώτης στεροῦνται ἐπὶ δεκαετίαν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων».
§111ΖΕΡΒΑΣ. Παρακαλῶ νὰ διευκρινισθῇ, διότι εἰς πολλὰς ἐποχὰς ἐπῆλθον ἐπαναστάσεις καὶ ἐχύθη αἷμα· θὰ τεθῇ εἰς ἀμφιβολίαν ποῖοι εἶναι ὑπουργοὶ τοῦ αἵματος.
§112ΙΑΛΕΜΟΣ. Νὰ προστεθῇ «τῆς ά. Φεβρουαρίου 62».
§113ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι ἀπόφασις καταδικαστικὴ, πρέπει νὰ ἐμπεριέχωνται τὰ ὀνόματα.
§114ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν νὰ εἴπωσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν τὸ ὅλον 164 ὑπὲρ τῆς προτάσεως 108, κατὰ τῆς προτάσεως 37 καὶ 19 ἠρνήθησαν (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις ὥρα 7 παρὰ 20 Μ. Μ.
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Εὐάγ. Ἀντύπας, Δ. Θεοχάρης.