1863.07.26
973 στίχοι · 8.074 λέξεις · 95 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΛΗʹ.
Τῆς 26 Ἰουλίου 1863.
(Παρασκευή).
Ὥρα 10.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐτηλεγράφησεν, ὅτι ἔληξεν ἡ ἄδειά του, καὶ ὅτι τὴν Κυριακὴν θέλει εἶσθαι ἀφεύκτως ἐδῶ· τὸ ἄλλο τηλεγράφημα εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§2ΚΑΛΛΙΓΑΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι, εὐάρεστον καὶ πρὸ πολλοῦ προσδοκώμενον τηλεγράφημα ἐκ Κερκύρας ἀναγγέλλει ὅτι χθὲς διελύθη ἡ βουλὴ τῶν Ἰονίων Νήσων καὶ συνεκλήθη Συνέλευσις συμφώνως μὲ τὸ πολίτευμα αὐτῶν· γνωρίζομεν δὲ ὅτι αἱ ἐκλογαὶ τῆς Ἑπτανήσου ἀπαιτοῦν ὡς ἔγγιστα 40 ἡμέρας καὶ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν θὰ περιμείνῃ τὸ τελευταῖον πέρας τῶν ἐκλογῶν διὰ νὰ ἀναχωρήσῃ. Ὅπως ἐμάθομεν παρὰ τοῦ Κ. Πρέσβεως τῆς Δανίας, τοῦ ἐσχάτως ἀφιχθέντος ἐνταῦθα, ὁ Βασιλεὺς δὲν περιμένει τὴν τελευταίαν καὶ ὁριστικὴν ἀπόφασιν, ἀλλ’ ἀρκεῖ νὰ προπαρασκευασθῇ τοιαύτη ἀπόφασις, τῆς ὁποίας ἡ ἔκβασις εἶναι βεβαία, καὶ ὅταν ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἐξάγεται ὅτι τὰ ἐκλεχθέντα πρόσωπα εἶναι ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, ὅταν ταῦτα γείνουν ἐν μέσῳ τοῦ γενικοῦ ἐνθουσιασμοῦ τῶν Ἑλλήνων, τότε πλέον οὐδεὶς ὑπάρχει δισταγμὸς καὶ ὁ Βασιλεὺς βεβαίως ἀναχωρεῖ καὶ πρὸ τῆς ὥρας τῆς ἀνακηρύξεως τῆς ἑνώσεως. Ὅτι δὲ ὁ ἐνθουσιασμὸς ὑπὲρ αὐτῆς ὑπάρχει ἔνθερμος καὶ διακαὴς ἐν ταῖς νήσοις ἐκείναις, ἔχομεν πολλὰ πράγματα, ἐξ ὧν μαρτυρεῖται ἡ ἀνυπομονησία τῶν ἀδελφῶν Ἰονίων νὰ ἐκδηλώσουν τὴν πρὸ πολλοῦ σχηματισθεῖσαν ἐπιθυμίαν τῆς ἑνώσεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἰς τὰς 22 τοῦ Ἰουλίου ἐγένετο κατάλογος τῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις πληρεξουσίων καὶ εὑρέθησαν 212, ἔκτοτε ἠναγκάσθην νὰ δώσω ἀδείας ἀπουσίας 8 ἡμερῶν εἰς 10 ἢ 11, ὥστε γίνονται σχεδὸν 200. Δι’ ἐγκυκλίων σταλεισῶν εἰς τοὺς ἐπάρχους προσεκλήθησαν ὅσοι ἄνευ ἀδείας ἀνεχώρησαν, καὶ ἐκεῖνοι, ὅσων αἱ ἄδειαι ἔληξαν, νὰ ἐπανέλθουν διὰ νὰ εὐκολυνθῶσιν οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην ἀδειῶν. Ἐν τοσούτῳ ὑπάρχουν καὶ 13 ἀναφοραὶ πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἄδειαν ἀπουσίας 15–20 καὶ 30 ἡμερῶν, λόγῳ κατεπειγουσῶν ἀναγκῶν. Μάλιστα ὡς πρὸς ἕνα, τὸν Κ. Κατσικογιάννην, ἐπειδὴ ἔμελλε δυνάμει διαταγῆς τῶν ἰατρῶν νὰ μεταβῇ εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ καὶ ἀνεχώρει τὸ ἀτμοκίνητον, ἐζήτησε 15 ἡμερῶν ἄδειαν ἀπουσίας καὶ δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ ἔδωκα αὐτὴν καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ ἔγκρισις ὑπάρχει.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς δὲ ἄλλας τὰς ἔχω ἐδῶ καὶ ἂν θέλῃ ἡ Συνέλευσις τὰς ἐγκρίνει. Εἶναι ὁ πληρεξούσιος Αἰγίου Κ. Λόντος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην διὰ τὰς σταφίδας καὶ ζητεῖ 15 ἡμερῶν ἄδειαν.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ πληρεξούσιος Καλαβρύτων Κ. Α. Β. Πετιμεζᾶς 15 ἡμερῶν, ὁ Κ. Δημήτριος Αἰνιὰν ἑνὸς μηνὸς, ὁ Κ. Νικολαΐδης 30 ἡμερῶν, Δημ. Δημητρακόπουλος καὶ Κονταράτος ἑνὸς μηνὸς, Γ. Α. Πετιμεζᾶς 25 ἡμερῶν, ὁ Κ. Σωμάκης 20 ἡμερῶν, Τσατσάρας ἑνὸς μηνὸς, Φαρμάκης 20 ἡμερῶν, Σολιώτης 30 ἡμερῶν, Μανωλίδης ἑνὸς μηνὸς, Χατσόπουλος ἑνὸς μηνὸς, ὁ πληρεξούσιος Μεγαλουπόλεως Κεφάλας 20 ἡμερῶν, εἷς ἄλλος πληρεξούσιος Νάξου 20 ἡμερῶν, ὁ Ῥούκης γράφει ἐκεῖθεν καὶ ζητεῖ παράτασιν 20 ἡμερῶν, ἐπίσης ζητεῖ παράτασιν ὁ πληρεξούσιος Γόρτυνος Γεώρ. Πλαπούτας καὶ παράτασιν ἐπίσης ὁ Γεωργαντόπουλος πληρεξούσιος Ἰλίου δύω μηνῶν. Εἶναι λοιπὸν 13–14, τί θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις;
§8ΤΙΝΕΣ. Οἱ περισσότεροι ἀνεχώρησαν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπέβαλον τὴν αἴτησιν καὶ ἴσως ἀνεχώρησαν ἐλπίζοντες ὅτι θὰ γείνῃ δεκτή.
§10ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Τὸ τέταρτον τῶν πληρεξουσίων ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι μὲ ἄδειαν καὶ ὄχι περισσότεροι (θόρυβος).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐρωτήσω δι’ ὅλας αὐτὰς τὴν Συνέλευσιν. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ δοθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι ἄδειαι, παρακαλῶ νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ὀλιγώτεροι)· δὲν παρεδέχθη. Παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον· ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἡ λογιστικὴ συγχρόνως δὲν εἶναι πλήρεις, εἶναι μόνον 2 ἢ 3 μέλη, ἐντοσούτῳ ἰδοὺ τί τρέχει ὡς πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ δαπάνας τῆς Συνελεύσεως· ὡς πρὸς τὸν μῆνα Ἰούλιον εἶχεν ὑπολογισθῇ ἓν ποσὸν 10,000 τόσων δραχμῶν, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ Μαΐου εἶχε θεωρηθῆ καὶ ἐγκριθῆ τακτικῶς ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἔμεινε περίσσευμα 1000 τόσων δραχμῶν· ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ Ἰουνίου ἔγεινεν ἀπὸ τὸν πρώην Πρόεδρον Κ. Διομήδην Κυριακοῦ, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν προσώπων νὰ τὸν ἐπεξεργασθῇ καὶ νὰ τὸν ἐγκρίνῃ· κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ Κ. Προέδρου μένει περίσσευμα 2,000 τόσων δραχ. ὥστε μένει 3218 περίσσευμα ἐκ τῶν μηνῶν Μαΐου καὶ Ἰουνίου κατὰ τοὺς δύω προϋπολογισμούς· ἔλαβε καὶ εἰς προκαταβολὴν τὸ Προεδρεῖον 2,000 δραχ. Τώρα ὁ μὴν Ἰούλιος πλησιάζει νὰ τελειώσῃ καὶ χρειάζονται ἀκόμη 5258 δραχ. ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Συνέλευσις νὰ διατάξῃ νὰ πληρωθοῦν εἰς τὸ Προεδρεῖον ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ ὅταν συνέλθῃ τακτικῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ Ἰουλίου καὶ ὅλα τὰ γενόμενα....
§12Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω καλὸν, ἡ μὲν Συνέλευσις νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν νομίζει ἀναγκαίαν διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, νὰ μὴ γείνῃ δὲ χρῆσις τῶν περισσευμάτων, διὰ νὰ μὴ συγχυσθῇ ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία τῶν μηνῶν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν προέρχεται κἀνὲν ἄτοπον. Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται ὑπὸ τὸν ἀνωτέρω ὅρον νὰ δοθῇ ἡ πίστωσις 5258 δρχ. νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται ἅπαντες)· παρεδέχθη. Πρόκειται ν’ ἀναγνωσθοῦν τινες προτάσεις, ἀλλ’ ὑπάρχουν τρεῖς προτάσεις καὶ 3 ἀναφοραὶ, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἰδέαν μου δὲν ἐπιδέχονται νὰ σταλῶσιν εἰς τὰ ὑπουργεῖα, εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε μόνη ἡ Συνέλευσις δύναται ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν. Ἡ μία εἶναι ἑνὸς Ἐθνοφύλακος ὑπηρετήσαντος κατὰ τὰς θλιβερὰς ἐκείνας ἡμέρας καὶ πληγωθέντος καὶ ζητοῦντος ἄν ἦναι δυνατὸν νὰ τῷ δοθῇ ἓν ποσὸν λόγῳ τῶν ἐξόδων του, ἐπειδὴ ἐπληγώθη ἐνταῦθα εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§14ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ μετὰ τὰ συμβάντα αὐτὰ προεκήρυξεν οἱ παθόντες νὰ προσέλθουν καὶ νὰ τοῖς δοθῇ κἄτι τι.
§15ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Αὐτὸς ἐπληγώθη εἰς ὑπηρεσίαν τῆς Συνελεύσεως παρακολουθῶν τὴν Ἐπιτροπὴν, νομίζω.
§16ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ (Παπαγεωργίου). (ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν).
§17ΠΟΛΛΟΙ. Ὅ,τι ἐγκρίνετε, Κ. Πρόεδρε.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλη ἀναφορὰ, ἡ ὁποία ἐπικαλεῖται τὴν ἐπιείκειαν καὶ συμπάθειαν τῆς Συνελεύσεως, εἶναι τοῦ γνωστοῦ τοῖς πᾶσι Κ. Χρυσούλη, παρακαλῶ νὰ τὴν ἀκούσητε. Ἀνεγνώσθη ἡ ἀναφορὰ, δι’ ἧς ὁ ἀναφερόμενος ζητεῖ τὴν ἐπιείκειαν τῆς Συνελεύσεως ὡς πρὸς τὸ ἔλλειμμα τῆς διαχειρίσεώς του, συνιστάμενον εἰς 120 χιλιάδας δραχμῶν.
§19ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει νὰ ἐπέμβῃ ἡ Συνέλευσις εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ αὐτὴ νὰ κάμῃ ἔκθεσιν.
§20ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ προτείνω νὰ σταλῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα, διότι ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐπιληφθῇ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς δὲν θὰ κάμῃ ἄλλο εἰμὴ νὰ ἐπισημοποιήσῃ τὴν ληστείαν (θόρυβος).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ ἀπωτέρα εἶναι νὰ σταλῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα, ἡ ἄλλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα, ἐκεῖνοι παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Ἑπομένως ὅσοι παραδέχονται νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.....
§22ΠΟΛΛΟΙ. Ἀφοῦ τὸ ἄλλο ἀπεῤῥίφθη, ἔγεινε δεκτὸν τοῦτο.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλη ἀναφορὰ τοῦ Κ. Κοβάκου, ἡ ὁποία εἶναι καὶ τυπωμένη.
§24ΚΑΛΟΣ. Οἱ Κύριοι Ὑπουργοὶ ὀφείλουσι πάντοτε νὰ δίδωσιν εἰς τοὺς αἰτοῦντας ἰδιώτας ἀντίγραφα τῶν ἀνακριτικῶν πράξεων, ὁσάκις δὲν προσβάλλεται τὸ δημόσιον συμφέρον.
§25ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Λανθάνεται ὁ ἔντιμος φίλος μου Κύριος Καλὸς, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ὑπόχρεων νὰ δώσῃ ἀπολύτως ἀντίγραφα πράξεων τῶν παρ’ αὐτῷ εὑρισκομένων. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ὁ Κύριος Κοβάκος, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἐθνικότητος, ἐὰν ἔχῃ νόμιμον συμφέρον πρὸς ἀπαίτησιν τοιούτων ἐγγράφων, δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἐκεῖ δύναται νὰ εὕρῃ τὸ στάδιον τῆς θεραπείας· καὶ ὅ,τι δύναται νὰ θεραπευθῇ διὰ τῶν δικαστηρίων, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀντικείμενον τῶν διασκέψεων τῆς Συνελεύσεως, παρ’ ὅταν ἐπέλθῃ ἀρνησιδικία. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, νομίζω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ὑπόχρεων νὰ ἐκδίδῃ τοιαῦτα ἀντίγραφα. Τὰς ἀνακρίσεις αὐτὰς τὰς ἐπεχείρησεν ὁ Κύριος Χαραλάμπης, ἑπομένως ὁ ὑπουργὸς ὡς ὑπεύθυνος, ὡς κάτοχος τῆς διοικήσεως, δύναται νὰ κρίνῃ, ἂν ἡ ἔκδοσις τῶν τοιούτων ἐγγράφων δύναται νὰ γένῃ ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας. Ἤθελεν εἶσθαι ἄτοπον νὰ θεωρῶμεν ὑπόχρεων τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐκδίδῃ ἀντίγραφα διοικητικῶν ἀνακρίσεων.
§26ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§27ΚΑΛΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ζητηθῶσιν ἀντίγραφα πράξεων ἐνδιαφερουσῶν τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατείας, εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸν προαγορεύσαντα· ὁσάκις ὅμως ζητοῦνται ἀντίγραφα πράξεων ἐνδιαφερουσῶν μόνον τοὺς ἰδιώτας, δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἡ ἐξουσία τὴν παραχώρησιν τῶν ἀντιγράφων τούτων, ἡ δικαιοσύνη πρέπει νὰ ἀπονέμηται καὶ ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Ὁσάκις ζητοῦνται ἀντίγραφα πράξεων, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουσι τὸν ἀντίδικον, ἡ ἄρνησις ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου εἶναι ἄρνησις δικαιοσύνης· καὶ πρέπει νὰ μάθωσι τοῦτο πάντες οἱ Κ. Κ. ὑπουργοί.
§28ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἀνεγνώσθη ἀναφορὰ, καὶ παρετηρήσατε ὅτι ἐδόθη ὑποστήριξις, ἡ ὁποία δὲν προέρχεται ἐκ τῆς ἀκριβοῦς γνώσεως τῶν πραγμάτων. Ὁ ἀναφερόμενος ταγματάρχης Κοβάκος ἐζήτησε τῷ ὄντι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δύο τινά· πρῶτον ν’ ἀποκηρύξῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρόσωπον, τὸ ὁποῖον διαμένει ἐν Αἰγύπτῳ, ὡς μὴ ἀνῆκον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἐνῷ αὐτὸ τὸ πρόσωπον ἀνεγνωρίσθη παρὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀπολαμβάνον τὴν ἰθαγένειαν ταύτην ἀπὸ τοῦ 1850. Τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐκίνησε τὸν ἀναφερόμενον, ἦτο κληρονομία μεγάλη, καὶ αἱ μεγάλαι κληρονομίαι γεννῶσι καὶ μεγάλας ἐνεργείας. Ἡ κληρονομία αὕτη ἠνεῴχθη κατὰ τὸ 1857· πολὺν καιρὸν πρὸ τῆς κληρονομίας ταύτης, καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς προσδοκίας κληρονομίας, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπροστάτευσε τὸν ἐν Αἰγύπτῳ διαμένοντα ὡς ἰθαγενῆ, διότι ἔβλεπεν ὅτι εἶχε τὰ προσόντα τοῦ ἰθαγενοῦς. Σήμερον βεβαίως δὲν δύναται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ν’ ἀποσύρῃ τὴν προστασίαν της ἀπέναντι τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ζητεῖ ν’ ἀποσύρωμεν τὴν προστασίαν μας, χάριν τοῦ Ταγματάρχου Κοβάκου ὑπηκόου Ῥώσσου· ὑποθέτω ὅτι ὁ σκοπὸς, ὁ ὁποῖος παρακινεῖ τὸν ἔντιμον ἀναφερόμενον, δὲν εἶναι ἄλλος, εἰμὴ τὸ νὰ περιέλθῃ τὸ πρόσωπον αὐτὸ εἰς τὴν Αἰγυπτιακὴν ὑπηκοότητα καὶ τότε νὰ μεταχειρισθῇ ἐκεῖνος ἄλλην ἐνέργειαν ἰσχυροτέραν κατ’ αὐτοῦ, δηλαδὴ ἀπαιτεῖ νὰ προπαρασκευάσωμεν ἡμεῖς τὴν ἐπιτυχίαν ἐκείνων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ μεταχειρισθῇ διὰ τῆς Κυβερνήσεώς του, διὰ νὰ κερδήσῃ τὴν δίκην· τοῦτο βεβαίως εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὐδόλως εἶναι πρέπον νὰ πράξωμεν. Δεύτερον ζητεῖ ἀποσπάσματα καὶ ἀντίγραφα ἐγγράφων, καὶ σᾶς λέγω ποίων· ἔγεινε χρῆσις κατὰ τὰ 1852 παρὰ τοῦ ὑπηκόου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ διαβατηρίου, τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη κατόπιν, ὅτι κακῶς ἐξεδόθη· ἔγεινε περὶ τούτου ἀνάκρισις κατὰ τὰ 1853, ἠκυρώθη τοῦτο παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· ἐζήτησε λοιπὸν ὁ ἀναφερόμενος νὰ λάβῃ ἀντίγραφα τῶν διοικητικῶν προανακρίσεων, ὅσαι ἐγένοντο. Ἡ Διοικητικὴ προανάκρισις εἶναι ἀπόῤῥητος τῆς ὑπηρεσίας, μὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν δημοσιότητα, καὶ οὐδεὶς Ἕλλην ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὸ ἀπόῤῥητον καὶ ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν διοικητικὴν προανάκρισιν· κατὰ περίστασιν ὅμως τὰ ἔγγραφα αὐτὰ τῆς προανακρίσεως δὲν εὑρίσκονται ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ· διότι ἐπρόκειτο νὰ προχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, ἡ ὁποία δὲν ἐγένετο κατὰ τὰ 52 διὰ πολλοὺς λόγους, διότι ἐγένετο ἀντικατάστασις τοῦ Προξένου, καὶ δι’ ἄλλας ἐν γένει αἰτίας, ἀλλὰ περὶ τούτου ὡς ἀρχαίου δὲν χρεωστοῦμεν λόγον. Τὸ διαβατήριον αὐτὸ δὲν χρησιμεύει εἰς ὑποστήριξιν τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνει αὐτὸ τὸ πρόσωπον ἐν Αἰγύπτῳ, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἐπεκαλέσθη ἀπέναντι τῆς Αἰγυπτιακῆς. Ἀπήντησα εἰς τὸν ἀναφερόμενον καὶ τῷ εἶπον, ὅτι τὸν παρακαλῶ νὰ προσλάβῃ καὶ νομικὸν σύμβουλον, ὁ ὁποῖος ἴσως ἐννοήσει τὴν βαρύτητα τῶν ἀπαντήσεων, τὰς ὁποίας ἔδιδον. Ἦλθεν ὁ δικηγόρος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀντέταξέ τι εἰς τοὺς λόγους μου, ἀλλ’ ἔλεγε μόνον ὅτι ὁ Κοβάκος τὸ ἀπαιτεῖ, ἐνῷ ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν ὁ νομικὸς σύμβουλος εὕρισκεν ὅτι ἡ ἀπάντησις στηρίζεται εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον. Μετὰ ταῦτα ὁ Κοβάκος ἐστράφη πρὸς τὴν Ῥωσσικὴν Πρεσβείαν, ἥτις ἐζήτησεν ἀνακοίνωσιν ἐγγράφων ὑπὸ τὸν ὅρον, ἐὰν δὲν παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας. Ἀπήντησα εἰς τὴν Ῥωσσικὴν Πρεσβείαν, ἐκθέσας ὅλα τὰ πράγματα ἀκριβέστατα καὶ λεπτομερέστατα, ἀναφέρων πρὸς τούτοις ὅτι αὐτὰ τὰ ἔγγραφα τῆς ἀνακρίσεως, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται, μολονότι δὲν εὑρίσκονται ἐνταῦθα, θέλω διατάξει νὰ ἔλθωσι, καὶ κατόπιν ἐπιφυλάττομαι νὰ ἴδω, ἐὰν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ἀνακοίνωσις αὐτῶν. Μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου εὑρίσκονται τὰ πράγματα.
§29ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§30ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἐνέργεια τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§31ΑΛΛΟΣ. Ὄχι. Ν’ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις λοιπὸν, ἡ ὁποία μοὶ δίδεται εἶναι αὕτη· νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα ἐνεργήσῃ ὅ,τι νόμιμον.
§33ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἀφοῦ αὐτὸς ἀναφέρεται πρὸς τὴν Συνέλευσιν, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν παραπέμψωμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον· ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ ὑπουργείου πληροφορίας ἐκτενεστέρας καὶ τότε δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ἢ μὴ τὴν ἀναφοράν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα πρότασις εἶναι ν’ ἀναβληθῇ εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν.
§35ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ζητεῖ ἀποζημίωσιν.
§36ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι, ὄχι.
§37ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Ὁπωσδήποτε πρέπει ν’ ἀναγνώσωμεν τὴν ἀναφορὰν, διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· ὅταν εἷς καταφεύγῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ παραπονῆται κατὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡμεῖς οἱ πληρεξούσιοι δικαιούμεθα νὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτῶν τῶν παραπόνων.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, δηλαδὴ ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐγκρίνῃ ν’ ἀναβληθῇ εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν ἡ ἀνάγνωσις καὶ ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς τύχης τῆς ἀναφορᾶς, ὅσοι παραδέχονται τοῦτο, ἐκεῖνοι νὰ σηκωθῶσιν· (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Ὅσοι δὲν παραδέχονται τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, παρακαλῶ νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν ἀναβολήν. Ἔχομεν μερικὰς προτάσεις ν’ ἀναγνώσωμεν, πρὸ τούτων ὅμως ὁ Κύριος Μοσχάτος ἐπαρουσίασεν αἴτησιν ἀδείας λόγῳ ἀσθενείας.
§39ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ τοῦ δοθῇ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ αἱ προτάσεις. Ἀναγινώσκεται μία πρότασις περὶ συστάσεως τοῦ τάγματος τοῦ Σωτῆρος ὡς ἑξῆς. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. «Πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἄρθρων Δʹ. (Ε, ΣΤ.) καὶ Ζʹ. τοῦ ἀπὸ πρώτης Ἰουλίου 1829 Ηʹ. ψηφίσματος τῆς ἐν Ἄργει Δʹ. Ἐθνικῆς τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως ἥτις ὑπῆρξεν ὁ ἀρχικὸς ἱδρυτὴς τοῦ Τάγματος τοῦ Σωτῆρος Ψηφίζει. «Τὸ διάσημον τοῦ Τάγματος τοῦ Σωτῆρος θέλει φέρει, ἔνθεν μὲν τὴν εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος καὶ περιγραφὴν Η ΔΕΞΙΑ ΣΟΥ ΧΕΙΡ ΚΥΡΙΕ ΔΕΔΟΞΑΣΤΑΙ ΕΝ ΙΣΧΥΪ, ἔνθεν δὲ τὸν Ἑλληνικὸν Σταυρὸν, ἄνευ θυρεοῦ ἐν τῷ μέσῳ, καὶ περιγραφὴν «Ἡ ἐν Ἄργει Δʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ΑΩΚΘ.» «Ὡσαύτως ὁ ἀστὴρ τῶν ἀνωτέρων Ταξιαρχῶν καὶ Μεγαλοσταύρων θέλει φέρει ἐν τῷ μέσῳ τὴν εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος καὶ περιγραφὴν Η ΔΕΞΙΑ ΣΟΥ ΧΕΙΡ ΚΥΡΙΕ ΔΕΔΟΞΑΣΤΑΙ ΕΝ ΙΣΧΥῚ.»
§41ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ Συνέλευσις ἐκτιμᾷ βεβαίως τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους κατεπείγει εἰ δυνατὸν καὶ σήμερον νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις αὕτη.
§42ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως εἶναι ἀναγκαῖον αὐτὸ τὸ ψήφισμα, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῇ ἡ Συνέλευσις, ἂν πρέπει ἀμέσως νὰ τὸ ψηφίσῃ, διότι γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχει νόμος κανονίζων τὸν ἀριθμὸν τῶν παρασήμων τοῦ Σωτῆρος, ὅστις ἐψηφίσθη ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος· δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου προσδιωρίσθησαν οἱ μεγαλόσταυροι κτλ. Ὁ Ὄθων ἔκαμε χρῆσιν καὶ κατάχρησιν αὐτοῦ τοῦ προνομίου, ὥστε τὸ παράσημον αὐτὸ ἐξηντλήθη· τώρα παρουσιάζεται τὸ ψήφισμα τοῦτο· νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀτελὲς, καὶ πρέπει ν’ ἀναβληθῇ, ὥστε νὰ σκεφθῇ ἡ Συνέλευσις ὡριμώτερον τί πρέπει νὰ γείνουν αὐτὰ τὰ παράσημα, θὰ διατηρηθῶσιν; ἐγὼ φρονῶ, ὅτι σήμερον ἀμέσως τῆς προτάσεως δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὸ τὸ ψήφισμα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν περὶ τοῦ κατεπείγοντος, ὅσοι παραδέχονται τὸ κατεπεῖγον, δηλ. νὰ συζητηθῇ σήμερον, παρακαλῶ νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Πρὶν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς τῆς προτάσεως ὑπάρχουν τινὲς προτάσεις πρὸς ἀνάγνωσιν. Ἀναγινώσκεται πρότασις περὶ βαμβακοσπορᾶς.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ προτείνων εἶναι Κ. Δυοβουνιώτης, προτείνει ὡς ἡμέραν συζητήσεως τὴν αὔριον.
§45ΛΑΠΑΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι οἴκοθεν ἀναγνωρίζει αὐτὰ, καὶ οἴκοθεν θὰ φέρῃ διορθώσεις, διότι εἰς τὴν Λεβαδείαν ὅλοι ἐδόθησαν εἰς τὴν σπορὰν τῶν βαμβακίων. Τώρα ἔμεινεν ἀνοικίαστον τὸ πλεῖστον μέρος τῆς ἐπαρχίας. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἀδικοῦνται, μοὶ εἶπε δὲ ὁ ὑπουργὸς, ὅτι θὰ φέρῃ διορθώσεις. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ῥοντίρη περὶ ἀποζημιώσεως δημοσιογράφων καὶ ἄλλων φυλακισθέντων ἐπὶ Ὄθωνος (θόρυβος. Πολλοὶ τῶν πληρεξουσίων ἐγείρονται φωνάζοντες «νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ» νὰ τεθῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα.»)
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν προσδιορίζετε, Κύριε Ῥοντίρη.
§47ΤΙΝΕΣ. Ἀποῤῥίπτεται.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται μόνον νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἡμέρα καὶ ὄχι ἂν ὑποστηρίζεται ἢ ὄχι;
§49ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Προσδιορίζω τὴν ἐρχομένην Τετάρτην.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πρότασις τοῦ αὐτοῦ. Ἀνεγνώσθη καὶ αὕτη, δι’ ἧς προτείνεται νὰ δοθῇ σύνταξις εἰς τοὺς πληγωθέντας ἀγωνιστάς.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Τετάρτην καὶ αὐτή;
§52ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μάλιστα.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα πρότασις πρὸς ἀνάγνωσιν δὲν ὑπάρχει· ἑπομένως ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἥτις ἔχει τρία ἀντικείμενα, τὸ σχέδιον ψηφίσματος τοῦ Κ. Μπούμπουλη περὶ τῶν ἐφέδρων, τὸ περὶ τῶν ἐμπρησθέντων ὑποθηκοφυλακείων τοῦ Κυρίου Ῥοντήρη· καὶ τοῦ Κ. Καλοῦ περὶ τῆς Γερουσίας.
§54ΚΑΛΟΣ. Ἀνάπτυξιν μόνον θὰ κάμω.
§55ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ περὶ παρασήμων τί ἔγεινε;
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ αὐτό.
§57ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι, πολλοὶ τῶν πληρεξουσίων, ἐξ ὧν καὶ ἐγὼ, ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ψήφισμα περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ τύπου τοῦ παρασήμου τοῦ Τάγματος τοῦ Σωτῆρος, ὁ δὲ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται τοιαύτη πρότασις, εἶναι ὁ ἑξῆς. Γνωρίζετε, ὅτι οἱ ἡγεμόνες φέρουν ὅλα τὰ παράσημα τοῦ Κράτους· ὁ βασιλεὺς ἡμῶν μέλλει νὰ διέλθῃ, ὡς ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω, τὰς Βρυξέλλας, τὸ Λονδῖνον καὶ τοὺς Παρισίους, καὶ εἶναι πρέπον καὶ ἀξιοπρεπὲς νὰ φέρῃ τὸ παράσημον τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ τὸ παράσημον τοῦ Σωτῆρος, ὅπως ὑπάρχει σήμερον, ἔχει τοιαῦτα σύμβολα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν δύνανται νὰ διατηρηθοῦν. Ὁ ἔκπτωτος βασιλεὺς, ἀντιποιηθεὶς ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἱδρυτὴς τοῦ Τάγματος τοῦ Σωτῆρος, προσδιώρισε διὰ διατάγματος ὅτι ἀείποτε πρέπει νὰ φέρῃ τὴν προτομὴν τοῦ βασιλέως Ὄθωνος. Τὸ Τάγμα τοῦ Σωτῆρος ἀρχικῶς συνεστήθη παρὰ τῆς ἐν Ἄργει Δʹ. Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἐν ἔτει 1829, ἡ Συνέλευσις τοῦ Ἄργους εἶναι λοιπὸν ὁ ἱδρυτὴς αὐτοῦ τοῦ Τάγματος· ποία δύναται νὰ ᾖναι ἡ σχέσις μεταξὺ τοῦ Τάγματος, τὸ ὁποῖον τότε ἀπεφάσισεν ἡ ἐν Ἄργει Συνέλευσις; ποία εἶναι ἡ σχέσις μεταξὺ τοῦ Τάγματος τὸ ὁποῖον κατόπιν κατὰ τὸ 1833 ἐνομοθετήθη; περὶ τούτου νομίζω, ὅτι εἶναι μακρὸν νὰ τὸ ἐξετάσω· ἡ συζήτησις δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς πολλὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔκολον διὰ μιᾶς συνεδριάσεως νὰ λύσωμεν. Ἐν τοσούτῳ, ἐὰν βραδύνωμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὴν προαίρεσιν τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, ὥστε νὰ φέρῃ ὁ βασιλεὺς τὸ παράσημον τοῦ Σωτῆρος, ἐπισκεπτόμενος αὐτὰς τὰς μεγάλας Αὐλάς. Ἀφίνοντες λοιπὸν δι’ ἄλλην ἐποχὴν ὡριμώτερον νὰ σκεφθῶμεν τί μέλλομεν νὰ πράξωμεν περὶ τοῦ Τάγματος τοῦ Σωτῆρος, ὅπως τώρα ὑπάρχει, πῶς θέλομεν κανονίσει τὴν ἐκτέλεσιν ἐκείνων, ὅσα ἦσαν ἐν τῷ τῆς ἐν Ἄργει Συνελεύσεως; ἀρκεῖ μόνον νὰ μεταβάλωμεν τὸν τύπον αὐτοῦ τοῦ παρασήμου συμφώνως μὲ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον προέθετο ἡ ἐν Ἄργει Συνέλευσις, καὶ ὅστις βεβαίως ἀπαιτεῖ νὰ ὑπάρχουν τὰ ἐθνικὰ ἐμβλήματα καὶ νὰ μαρτυρῆται ὅτι ἡ Συνέλευσις ὑπῆρξεν ὁ ἀληθὴς ἱδρυτὴς αὐτοῦ τάγματος· κατόπιν δὲ θέλομεν προβλέψει καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν αὐτὸ τὸ Τάγμα μέλλει νὰ ὑπάρχῃ. Νομίζω ὅτι οὐδεμία χρῆσις δύναται νὰ γίνῃ αὐτοῦ τοῦ παρασήμου, καίτοι μεταβληθέντος τοῦ τύπου, καὶ ἂν θέλετε δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀποφανθῶμεν ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς οὐδεμία χρῆσις δύναται νὰ γείνῃ τοῦ παρασήμου, ἕως οὗ ἐπέλθῃ ἄλλος νόμος, ὥστε ἡ χρῆσις αὐτοῦ νὰ περιορισθῇ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐξέφρασα. Ἡ μεταβολὴ αὐτοῦ τοῦ τύπου εἶναι ἁπλουστάτη· γνωρίζετε ὅτι τὸ παράσημον αὐτὸ ἔνθεν φέρει τὸ πρόσωπον τοῦ βασιλέως Ὄθωνος· ἀντὶ τούτου νομίζω καταλληλότερον νὰ ὑπάρχῃ ἡ εἰκὼν τοῦ Σωτῆρος, τοῦ ὁποίου τὸ Τάγμα εἶναι φερώνυμον καὶ μὲ τὴν ἐπιγραφὴν κύκλῳ «ἡ δεξιά σου χεὶρ Κύριε δεδόξασται ἐν ἰσχύϊ»· ἐπὶ δὲ τοῦ ἄλλου προσώπου νὰ ὑπάρχῃ πάλιν ὁ Σταυρὸς ὁ Ἑλληνικὸς κατὰ τὸ σχῆμα, καὶ ὅπως ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν οὐδὲν ἄλλο νὰ φέρῃ σημεῖον ἢ οἰκόσημον, καὶ τοῦτο ἐπιθυμεῖ καὶ κατὰ τὰς σημαίας καὶ τὰ σύμβολά μας τὰ ἐθνικὰ νὰ μὴ ὑπάρχουν ἄλλαι ἀναμνήσεις πλὴν τοῦ ἐνδόξου ἡμῶν ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος· νὰ ἀφαιρέσωμεν λοιπὸν ἐκ τοῦ μέσου τοῦ σταυροῦ τὸν θυρεὸν τὸν περιέχοντα τοὺς ῥόμβους, διότι αὐτὰ εἶναι σύμβολα τοῦ βαυαρικοῦ οἴκου, κύκλῳ δὲ νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ ἀληθοῦς ἱδρυτοῦ αὐτοῦ τοῦ Τάγματος τῆς Δʹ. ἐν Ἄργει Συνελεύσεως καὶ τὸ ἔτος 1829. Αὐτὰ λέγω, διότι παρατηρῶ καὶ ἄλλην πρότασιν, ἥτις κατὰ τοῦτο διαφέρει, ὅτι προτείνει νὰ ὑπάρχῃ τῆς παρούσης Ἐθνοσυνελεύσεως τὸ ὄνομα· ἀλλ’ αὕτη δὲν δύναται ποτὲ νὰ ὀνομασθῇ ἱδρυτής· ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν πράξῃ ἡ παροῦσα Συνέλευσις, ἁπλῶς φέρει μεταῤῥύθμισιν, καὶ ποτὲ ὁ μεταῤῥυθμίζων δὲν ὀνομάζεται ἱδρυτής. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ὑπάρχῃ τῆς ἐνεστώσης Συνελεύσεως τὄνομα, διότι τότε ἠθέλομεν ἀντιποιηθῆ ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἱδρυταὶ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἡ ἱστορία ἤθελε διαμαρτυρηθῆ, ὅτι δὲν ἱδρύθη ἐν Ἀθήναις τὸ τάγμα τοῦτο ἀλλ’ ἐν Ἄργει κατὰ τὸ 1829. Ἐὰν λοιπὸν νομίζῃ ἡ Συνέλευσις προτιμώτερον νὰ τηρηθῇ ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν οὐδὲν ψήφισμα δύναται ν’ ἀλλοιώσῃ, θέλομεν ἐπιγράψει τὄνομα τῆς ἐν Ἄργει Συνελεύσεως, καὶ ἂν θέλετε συνάμα ἐκφράζομεν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ χρῆσις εἰμὴ μόνον πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ὅπως ἀνέφερα. Οὔτε προδικάζεται οἱονδήποτε ζήτημα, ἀλλὰ κατόπιν θέλομεν ἐνασχοληθῆ εἰς τὰ καθέκαστα.
§58Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρὸς ποῖον σκοπόν; ὁρίσατέ το;
§59ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διὰ νὰ σταλῇ εἰς τὸν Βασιλέα τὸ τοιουτοτρόπως μετασχηματισθὲν παράσημον, ὥστε νὰ τὸ φέρῃ ἐρχόμενος εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§60ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ εἶναι, Κύριε Πρόεδρε.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ Κ. Γλαράκης.
§62ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ προδικάσωμεν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετά.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ λοιπόν. Ἀνεγνώσθη τὸ ἀνωτέρω σχέδιον.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἀναπτύξῃ ὁ Κ. Χαραλάμπης.
§65ΔΗΜ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματός του). Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα τὸ ἀπὸ 31 Ἰουλίου 1829 8ον ψήφισμα τῆς ἐν Ἄργει 4ης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῶν Ἑλλήνων καὶ τὸ ἀπὸ 20 Μαΐου 1833 διάταγμα περὶ συστάσεως τάγματος ἀριστείου διὰ τὸ βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, Ψηφίζει· Τὸ διάσημον τοῦ τάγματος τοῦ Σωτῆρος θέλει φέρει εἰς τὸ μέλλον, ἔνθεν μὲν τὴν εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος, καὶ περιγραφήν. «Ἡ δεξιά σου χεὶρ, Κύριε, δεδόξασταί σοι ἐν ἰσχύϊ, ἔνθεν δὲ τὸν Ἑλληνικὸν Σταυρὸν ἄνευ θυρεοῦ ἐν τῷ μέσῳ, καὶ περιγραφὴν «Ἡ ἐν Ἄργει Δʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις 1829.» «Ὡσαύτως ὁ Ἀστὴρ τῶν ἀνωτέρων Ταξιαρχῶν καὶ Μεγαλοσταύρων θέλει, φέρει ἐν τῷ μέσῳ τὴν εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος καὶ περιγραφήν. «Ἡ δεξιά σου χεὶρ, Κύριε, δεδόξασται ἐν ἰσχύϊ.» Εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος κατά τι ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν καὶ τὸν σκοπὸν μὲ τὸ προταθὲν παρὰ διαφόρων πληρεξουσίων ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα, φρονῶ ὅμως, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας μόνον τοῦ αἰτιολογικοῦ μέρους αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν φέρει τὸ ὑποβαλλόμενον παρ’ ἐμοῦ καὶ δύω ἄλλων συναδέλφων μας σχέδιον, τὸ προκείμενον ψήφισμα καθίσταται τελειότερον καὶ λογικώτερον ὡς ἀναφερόμενον, ὄχι μόνον εἰς τὸ 8ον ψήφισμα τῆς ἐν Ἄργει 4ης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὅπερ ἐπιτρέπει ἁπλῶς τὴν σύστασιν διασήμου ὑπὸ τὸ ὄνομα «τάγμα τοῦ Σωτῆρος» διὰ νὰ δοθῇ τοῦτο εἰς ῥητὰ πρόσωπα τοῦ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος ἱεροῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ὑπάρχον ἐν ἰσχύϊ καὶ ἐφαρμοσθὲν ἐπὶ τριακονταετίαν ὅλην βασιλικὸν διάταγμα τῆς 20 Μαΐου 1833, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ διάσημον τοῦτο, ἢ μᾶλλον διάσημον ὑπὸ τὸ αὐτὸ ἀνωτέρω ὄνομα, ἐσυστήθη οὐχὶ μόνον πρὸς τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν, ἀλλὰ διὰ νὰ δίδεται τοῦτο καὶ πρὸς τοὺς μετὰ τὸν ἀγῶνα διαπρέψαντας καὶ ἀριστεύσαντας πολίτας Ἕλληνας ἢ ξένους. Ἄλλως, ὡς ἔχει τὸ αἰτιολογικὸν τοῦ ὑπὸ διαφόρων πληρεξουσίων προσυπογεγραμμένου σχεδίου τοῦ προκειμένου ψηφίσματος, ὄχι μόνον ὑποθέτει, ὅτι τ’ ἄρθρα Εʹ, Ϛʹ Ζʹ τοῦ ψηφίσματος τῆς ἐν Ἄργει Συνελεύσεως οὐδέποτε ἐξετελέσθησαν διὰ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 20 Μαΐου 1833, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀσυνεπὲς μὲ τὸ διατακτικὸν αὐτοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου διατακτικοῦ ἀντὶ νὰ συνιστᾶται καὶ νὰ κανονίζηται τὸ διάσημον τοῦτο, τροποποιεῖται ἐν μέρει τὸ ὑφιστάμενον διάσημον, ἢ μᾶλλον τροποποιεῖται τὸ συσταθὲν καὶ κανονισθὲν διὰ τοῦ ἀνωτέρω βασιλικοῦ διατάγματος.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν περὶ τοῦ πρώτου σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη καὶ ὑπεστηρίχθη παρὰ τοῦ Κ. Καλλιγᾶ.
§67ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ψήφισμα τῆς ἐν Ἄργει Συνελεύσεως. Ἀναγινώσκονται τὰ σχετικὰ ἄρθρα τέταρτον καὶ ἕβδομον τοῦ ψηφίσματος τῆς ἐν Ἄργει Συνελεύσεως τοῦ 1829.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, θὰ εἴπω νὰ σηκωθοῦν ὅσοι παραδέχονται τὸ πρῶτον ψήφισμα, τὸ ὑποστηριχθὲν παρὰ τοῦ Κ. Καλλιγᾶ. Λοιπὸν, ὅσοι παραδέχονται τοῦτο, νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται ὅλοι)· παρεδέχθη παμψηφεί. Τώρα ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Μπούμπουλη, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει μία τροποποίησις.
§69Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ φύγωσιν οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι.
§70Ρ. ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, γράψατε εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι δὲν μοῦ ἐδώκατε τὸν λόγον.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Παλαμήδης διαμαρτύρεται, Κύριοι, ὅτι δὲν τῷ ἔδωκα τὸν λόγον, ἐν ᾧ ἐγὼ δὲν τῷ ἠρνήθην.
§72Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπετρέψατε ἀληθῶς, Κύριε Πρόεδρε, συζήτησιν, ἐκ τῆς ὁποίας ἔμελλε νὰ φωτισθῇ ἡ Συνέλευσις.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησαν τὸν λόγον 10, καὶ κᾀνεὶς δὲν ἀπήτησε νὰ λαλήσῃ· εἶπον οἱ περισσότεροι νὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως· ἐδήλωσα πρῶτον ὅτι θὰ ζητήσω νὰ σηκωθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραδέχονται αὐτὴν τὴν πρότασιν, νομίζω, ὅτι, ὅσοι ἤθελον νὰ συζητηθῇ τὸ ἀντικείμενον καὶ νὰ μὴ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἤθελον ἀντικρούσει τὸν λόγον μου καὶ εἰπεῖ· «Κύριε Πρόεδρε, ὄχι· νὰ μὴ ἐρωτήσῃς τὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ συζητηθῇ.» Δὲν τὸ εἶπον· ἐνόμισα ὅτι ἐφωτίσθησαν, καὶ ὅλη ἡ Συνέλευσις ἐζήτησε νὰ ἐρωτήσω.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§75ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Κύριοι πληρεξούσιοι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν μία φωνὴ μεγαλόσχημος καὶ σοβαρὰ, ὡς λαῖλαψ, μαύρη ἐπιπεσοῦσα κατὰ τοῦ ἀτυχοῦς σεσαθρωμένου σκάφους μου, ὀλίγον ἔλειψε νὰ παρασύρῃ αὐτὸ εἰς τοὺς ὑφάλους, καὶ νὰ καταστρέψῃ καὶ αὐτὸ καὶ τὸν Κυβερνήτην· αὐτὸς τέλος πάντων, Κύριοι, ἐδύνατο νὰ συστείλῃ τὰ ἱστία του, καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἀκάθεκτον ὁρμὴν αὐτῆς. Ναὶ, Κύριοι! νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ὁρμὴν αὐτῆς τῆς λαίλαπος, μέχρις ὅτου μὲ ἀναγκάσῃ νὰ πλεύσω (θόρυβος). Ὁμιλῶ, Κύριοι, ὡς ναύτης καὶ μὴ θορυβεῖσθε· ἂν μὲ ἀναγκάσῃ νὰ προσέλθω καὶ ἀσφαλίσω τὸ σκάφος μου εἰς τὸν λιμένα, θὰ προσέλθω, καὶ ἂν καὶ ἐκεῖ μὲ εὕρῃ, θὰ δυνηθῶ νὰ σώσω τοὐλάχιστον τὸν ἑαυτόν μου, ἂν ὄχι τὸ χαρτοφυλάκιον.
§76ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. (ἀριστερόθεν). Τὸ ἀποτέλεσμα, Κύριε ὑπουργέ.
§77ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ τὸ φέρω, μὴ σκανδαλίζεσθε. Ἐὰν δὲ, Κύριοι, σωθῶ ἐπὶ τὴν ξηρὰν, ἔχω νὰ εἴπω ἓν ἀρχαῖον λόγιον ὅτι, «ἀνέμου γενομένου σφοδροῦ καὶ τὰ πάντα «ἀνατρέψαντος, πάντα ἀπωλέσθησαν, αὐτοὶ δὲ ἐπὶ τὴν ξηρὰν διεσώθησαν». Κύριοι, τὰς τύχας τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας διέπουσιν οἱ περὶ ἀποκαταστάσεως νόμοι τῶν ἀξιωματικῶν· κατὰ τὸν περὶ ἀποκαταστάσεως ναυτικὸν νόμον ὁ ἀξιωματικὸς ὑπάρχει, ἢ εἰς ἐνέργειαν, ἢ εἰς διαθεσιμότητα, ἢ ἀποταξίαν, ἢ εἰς ἀποστρατείαν· αὐτὰ ὑπάρχουν κατὰ τὸν νόμον περὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ ναυτικοῦ, καθὼς καὶ κατὰ τὸν νόμον περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ· ὅτε ἐγένετο ἡ διαίρεσις τοῦ σώματος τοῦ ναυτικοῦ εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ καὶ ἐπιτάκτους ὀνομασθέντας κατὰ πρῶτον, ἡ Κυβέρνησις τότε λαβοῦσα ἐκ τῶν ἐπιτάκτων τινὰς δυναμένους νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὰ Λιμεναρχεῖα, ἔπλασε μίαν νέαν θέσιν, καὶ ἀφοῦ ἀπέστειλε τοὺς ἄλλους εἰς ἀποστρατείαν, τοὺς ἐκράτησεν, ὡς ἐνόμιζεν ἀναγκαῖον, διὰ τὴν λιμενικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τοὺς ὠνόμασεν ἐπιτάκτους. Αὐτὸ, Κύριοι, ἦτο μία παράβασις, ἀλλὰ τέλος πάντων αὐτὴν τὴν παράβασιν τὴν ἐδικαιολόγησε διὰ τοὺς ἀγῶνάς των. Ἠθέλησε λοιπὸν νὰ παραβιάσῃ τὴν κατάταξιν αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ διέταξεν αὐτοὺς τοὺς ὀλίγους διὰ τὴν λιμενικὴν ὑπηρεσίαν. Ὡς δὲ νὰ μὴ ἐπήρκει ἡ κατάχρησις αὐτὴ, ἐπῆλθε κατόπιν μία ἄλλη θέσις ἀξιωματικῶν, προνομιούχων, ἡ θέσις τῶν ἐφέδρων. Κατ’ ἀρχὰς ἡ ἀρχικὴ ἰδέα τῶν ἐφέδρων ἦτο, ἐπειδὴ ἐν τῷ ναυτικῷ, ἤτοι εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ λεγομένους, ὑπάρχουν τινὲς ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ διορίσῃ καταλλήλως εἰς θέσεις νομίμους διὰ νὰ ἔχωσιν αὐτὰ τὰ ἱερὰ λείψανα πόρον ζωῆς, ἀπεφάσισε καὶ συνέλαβεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, καὶ ἔκαμεν αὐτὸν τὸν ἐξαιρετικὸν νόμον τῶν ἐφέδρων, ἀποδίδουσα εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνην διὰ τὰς ἐξαιρετικὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ νόμος αὐτὸς ἀπὸ τῶν γραφείων τοῦ Ὑπουργείου διὰ τῆς Αὐλῆς εἰς τὰς Βουλὰς μετεβλήθη καὶ ἔγεινεν ὅπως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω· τοὐτέστιν ἀντὶ νὰ περιορισθῇ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη εἰς τοὺς πραγματικῶς ἀγωνισαμένους εἰς τὸν ἀγῶνα, καὶ ἔχοντας ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας κατ’ αὐτὸν, καὶ ὑπηρετήσαντας 25 ἔτη τὴν Βασιλείαν, νὰ τοὺς θέσῃ εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν ν’ ἀπολαμβάνωσιν, οὕτως εἰπεῖν, αὐτὴν τὴν ἰσόβιον σύνταξιν διὰ νὰ ἔχωσιν εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας των ἓν κομμάτι ψωμὶ, δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους, δύνασθε νὰ τὸ ἐννοήσητε, μετεβλήθη ἡ ἀρχικὴ ἰδέα, καὶ ἀντὶ τῆς ἐξαιρέσεως αὐτῆς εἰσῆλθον πολλοὶ, μὴ ἔχοντες δικαίωμα. Καὶ διατί ἐγένετο τοῦτο, Κύριοι; ἐγένετο διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ στείλωσί τινας ἐκ τοῦ σώματος τοῦ τακτικοῦ ναυτικοῦ εἰς τὸ σῶμα τῆς ἐφεδρείας, καὶ κατόπιν νὰ δυνηθοῦν νὰ κενώσουν ἀριθμοὺς καὶ νὰ προβιβάσουν ἄλλους. Ἀλλὰ τί ἐγένετο, Κύριοι; ποία κατάχρησις ἔλαβε χώραν; τί λέγει ὁ νόμος ἐδῶ; (Ἀναγινώσκει τὸν νόμον). Ἐπειδὴ οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν προσῆλθον νὰ τεθῶσιν εἰς ἐφεδρείαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρὰ τὰ κείμενα, παρὰ τὴν ἀρχαιότητα τοὺς εἶπεν· ἐλᾶτε, ζητήσατε τὴν εἰς ἐφεδρείαν κατάταξίν σας, καὶ σᾶς δίδω ἀκόμη καὶ ἕνα ἄλλον βαθμόν. Ἐκ τῆς ἐξαιρέσεως ταύτης, Κύριοι, διπλῆ ἐγένετο ἡ κατάχρησις· πρῶτον, διότι ἐπροβίβασεν αὐτοὺς παρὰ τὸν καιρὸν, καὶ δεύτερον, διότι, προβιβασθέντων αὐτῶν, ἐπῆλθεν ἀνάγκη κατόπιν καὶ δευτέρων προβιβασμῶν. Διπλῆ λοιπὸν ἡ σπατάλη, Κύριοι! Τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως, Κύριοι, εὑρισκόμενος ἐγὼ σήμερον ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, δὲν δύναμαι ἐν γνώσει αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἐν γνώσει αὐτῆς τῆς ἀσυγγνώστου σπατάλης, αὐτοῦ τοῦ ἀσυγγνώστου σκανδάλου νὰ ὑπηρετήσω ὡς ὑπουργὸς, καὶ νὰ ἔχω ἐν ἰσχύϊ αὐτὸν τὸν νόμον. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ἀναγκαῖον, Κύριοι, νὰ φέρω τὸ ψήφισμα εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ νὰ καθικετεύσω αὐτὴν, ἂν ἀγαπᾷ καὶ ἐπιθυμῇ νὰ ἄρῃ τὸ σκάνδαλον αὐτὸ ἐκ τοῦ μέσου, τὴν ἀσύγγνωστον ταύτην σπατάλην, ὀφείλει νὰ τὸ παραδεχθῇ χωρὶς νὰ δειλιάσῃ παντελῶς. Ἐγὼ, Κύριοι, καταλαμβάνετε, πόσον προκινδυνεύω ἀπέναντι μιᾶς μερίδος ἀνθρώπων, καὶ προκινδυνεύω χάριν τοῦ δημοσίου· οὐδεμία προσωποληψία καὶ ἰδιοτέλεια μὲ κινεῖ διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, εἰμὴ μόνον ἡ δικαιοσύνη καὶ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Ἄνθρωποι, Κύριοι, οὐδαμῶς ἔχοντες τὰ δικαιώματα τῆς ἀρχικῆς ἰδέας, εὑρίσκονται σήμερον ἐν ἐφεδρείᾳ, καὶ μετὰ τῶν λειψάνων ἐκείνων τῶν ἀνεκτιμήτων εὑρίσκονται φύρδην, μίγδην μετὰ τῶν ἀπαιδεύτων καὶ οἱ πλοίαρχοι τῆς ἱερᾶς ἐκείνης ἐπαναστάσεως, οἵτινες ἀτυχῶς ἐπῆλθον εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀποστράτου, οἵτινες ἐκινδύνευσαν, οἵτινες ἐξώδευσαν καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολὸν, οὗτοι, λέγω, λαμβάνουν 150 δραχμὰς σύνταξιν, καὶ ὁ ναύτης ἐκεῖνος, ὅστις τοὺς ὑπηρέτησε καὶ ἐκωπηλάτει ὑπ’ αὐτοὺς, λαμβάνει 400! Ἀνέχεσθε λοιπὸν τοιαύτην ὕβριν, Κύριοι, καὶ σπατάλην ἀσύγγνωστον; Ἐλπίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ συνέσει σας θὰ παραδεχθῆτε τὸ ψήφισμα αὐτὸ, θὰ παραδεχθῆτε δικαιοσύνην ἐξερχομένην ἐκ τῶν σπλάγχνων ὑμῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνόμισα δίκαιον νὰ προφυλάξω ἀπὸ αὐτὴν τὴν περίστασιν καὶ τέσσαρα, πέντε λείψανα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὸν ἕνα πόδα ἐπὶ τοῦ τάφου· τὰ λείψανα αὐτὰ, Κύριοι, εἰσὶ πέντε ἀγωνισταὶ, πέντε πλοίαρχοι τοῦ ἀγῶνος, πέντε ἱερὰ ὀστᾶ, τὰ ὁποῖα ἐκτὸς τῶν τρομερῶν ἀγώνων των ὑπηρέτησαν καὶ 25 ἔτη καὶ δὲν ἔχουσι μηδὲ ὀβολόν. Δι’ αὐτοὺς λοιπὸν κάμνω ἐξαίρεσιν. Εἶναι τινὲς οἵτινες μοὶ ἔκαμαν τὴν παρατήρησιν, ὅτι πιθανὸν νὰ θέλουν αὐτοὶ νὰ ἔλθουν εἰς τὸ σῶμα· δύνασθε νὰ τοὺς φέρετε ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ πρέπει ν’ αὐξήσητε τὸν νόμον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ πρῶτον καὶ δεύτερον νὰ τοὺς φέρετε εἰς τὸν βαθμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον εἶχαν, ὅτε παρανόμως προεβιβάσθησαν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐφέδρων. Ἐλπίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἔχοντες αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν ἀδιστάκτως θέλετε παραδεχθῆ αὐτὸν τὸν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἄρετε τὸ σκάνδαλον ἐκ τοῦ μέσου καὶ θὰ φυλάξετε τὸ δημόσιον ἐκ τῆς ἀσυγνώστου μέχρι τοῦδε γινομένης σπατάλης καὶ τῆς γενησομένης, καθόσον τὸ στάδιον εἶναι ἀνοικτὸν καὶ εἰσελεύσονται κατόπιν ζῶα μικρὰ μετὰ μεγάλων.
§78ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποία εἶναι ἡ οἰκονομία;
§79ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ οἰκονομία εἶναι ἀπέραντος διὰ τὸ μέλλον, τώρα δὲ εἶναι 25 χιλ. δραχ.
§80ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Οἱ νομίζοντες ὅτι ὑπερασπίζουσιν αὐτοὺς ἐκ πείρας, θὰ ἀποδειχθῶσι δήμιοι αὐτῶν, μείνατε ἥσυχοι. Εἶπεν ὁ προλαλήσας ὅτι δὲν ἐνόησε τὴν ἐξαίρεσιν αὐτῶν τῶν 5 λειψάνων καὶ εἶπε συνάμα ὅτι ὅπως εἶναι ὡρισμένον, ἡ θύρα εἶναι ἀνοικτὴ καὶ δύνανται νὰ ἔλθωσι καὶ ἄλλοι. Πώποτε· διότι ἐκ τῶν ἤδη ὑπαρχόντων ἐν ἐφεδρίᾳ ἐξαιροῦνται οἱ 5. Ἐννοεῖται πολὺ καλὰ, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸ δικαίωμα, οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ ἔλθῃ. Τώρα νομίζω ὅτι καλῶς μὲ ἐνοήσατε εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν. Ἔρχεται κατόπιν καὶ σᾶς λέγει· ἀλλὰ τί θὰ κάμωμεν τόσους ἄλλους ἀγωνιστὰς, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν ἔξω καὶ εὑρίσκονται εἰς ἀποστρατείαν; καὶ τί πταίω ἐγὼ; ἂς ἀποδείξουν τίνες πταίουν· ἐκεῖνοι, οἵτινες σήμερον ἔρχονται ἐν ἐφεδρίᾳ ἔρχονται δυνάμει προσόντων κεκτημένων, οἱ λοιποὶ οἵτινες προστατεύονται παρὰ τοῦ προλαλήσαντος δὲν ἔχουν τὰ κεκτημένα αὐτὰ δικαιώματα, ἔχουν μόνον τὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν 25 ἐτῶν, αὐτοὶ ἦσαν εἰς τὴν ἐφεδρείαν, κατόπιν ἑνὸς νομοσχεδίου περὶ συντάξεως ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, τοὐτέστιν ἔχουν καὶ εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν, καθ’ ὃν καιρὸν ἂν ὄχι ὅλοι οἱ πλεῖστοι ἐμπορεύοντο καὶ οἱ ἄλλοι ὑπηρέτουν. Κύριοι, πρέπει νὰ ἤμεθα δίκαιοι, ὁ Ζάκας, διότι ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω τὸ ὄνομα, ὑπηρέτει καὶ ἔζη μόνον ἀπὸ τοὺς μισθούς του, ἄλλοι ἐμπορεύοντο, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι πολλοὶ εἶναι ἠδικημένοι καὶ ἠδικημένοι μεγάλως, ἀλλ’ ἄλλη ἡ μία περίστασις καὶ ἄλλη ἡ δευτέρα. Εἶναι πρόσωπα τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται νὰ ᾖναι Ναύαρχοι, νὰ ἔχουν καὶ συντάξεις, ἀλλὰ σήμερον δὲν ἔχει σχέσιν τοῦτο μὲ ἐκεῖνο, τοὐτέστιν οἱ ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ προσελθόντες αὐτοὶ οἱ 5 ἦλθον δυνάμει προσόντων κεκτημένων, τὰ ὁποῖα οἱ ἄλλοι δυστυχῶς, ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ αἴτιος, δὲν τὰ ἀπήλαυσαν. Ἔρχεται τώρα εἰς τὰ προσόντα καὶ λέγει ὅτι κακῶς τοὺς διῄρεσα δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, ἀλλὰ τί συνέβη εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν; κατὰ τὴν διαίρεσιν αὐτὴν οἱ πλεῖστοι ἐπροβιβάσθησαν, ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ εὐεργετήματος τοὺς εἶπον ὅτι ἐρχόμενοι εἰς ἀποστρατείαν καὶ τοι μὴ ἔχοντες τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως λαμβάνετε τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Ἐὰν σήμερον τοὺς φέρετε εἰς ἀργίαν θὰ ἔλθουν νὰ ἐξετασθῶσι μὲ τὰ δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ· ὅταν ἔλθουν λοιπὸν, τότε παύει τὸ προνόμιον τῆς συντάξεως καὶ πρέπει νὰ ὑποστῶσιν 25 ἔτη εἰς ὑπηρεσίαν διὰ νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι τόσον μάταιοι, ὥστε νὰ θέλουν δι’ αὐτὰ τὰ μπεχλιμπίδια νὰ ἔλθουν εἰς ὑπηρεσίαν, ἔχουν καὶ τοὺς βαθμούς των καὶ τὰ παρασημά των καὶ δύνανται νὰ τὰ φέρουν. Λοιπὸν ἐὰν τοὺς φέρωσιν εἰς ἀργίαν θὰ ἔλθουν εἰς τὸ σῶμα καὶ τότε χάνουν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐκτήσαντο τῆς συντάξεως, καὶ μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους ἀποθνήσκουν καὶ ἀφίνουν τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανὰ εἰς τοὺς δρόμους.
§81Α. ΟΡΛΑΝΔΟΣ. Δὲν εἶναι βέβαιον,
§82ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἰδοὺ ἓν πρᾶγμα. Τὸν χρόνον τῆς ἀργίας θὰ τὸν λογίσητε χρόνον τῆς ὑπηρεσίας; Ποῦ ἠκούσθη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Θέλετε νὰ τοῖς διατηρήσητε καὶ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως; Ἡμεῖς παλαίομεν περὶ ἑνὸς προνομίου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θέλομεν νὰ καταστήσωμεν ἄλλο προνόμιον; Εἶναι, ὅπως λέγουν, θέλετε καὶ τὴν πίτα ὁλόκληρη καὶ τὸ σκυλὶ χορτάτο. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, ἐὰν τοὺς φέρετε δυνάμει τῶν νόμων δὲν δύνανται παρὰ νὰ χάσουν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως καὶ νὰ ἔλθουν εἰς ἐξίσωσιν μετὰ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἀπόταξις δὲν λογίζεται ὡς ὑπηρεσία. Δὲν μοὶ λέγετε, Κύριοι, ἡμεῖς ἔχομεν ἓν ταμεῖον ναυτικὸν, τὸ ὁποῖον συνεκροτήσαμεν ἡμεῖς αὐτοί· πῶς θὰ κάμωμεν, αὐτοὶ θὰ ἔλθουν ὡς λύκοι ἀπ’ ἔξω ν’ ἁρπάξουν τὸ ποίμνιον; Αὐτὰ τὰ χρήματα εἶναι ἰδικά μας, τὰ κατεθέσαμεν ἡμεῖς, πῶς θὰ ἔλθουν εἰς τὸ κτῆμά μας αὐτοί; Ἀγαποῦν νὰ πᾶμεν ἡμεῖς εἰς τὸ ἰδικόν των; Ὅλα ταῦτα εἶναι ἰδέαι πεπλανημέναι, ἰδέαι παντελῶς ἀνυπόστατοι, καὶ σᾶς λέγω, εἶναι ἀληθὲς, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἠδικήθησαν, φέρετε ἕνα νόμον, ἀλλὰ ποτὲ δὲν δύνασθε νὰ τοὺς φέρετε εἰς τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, διότι ἀντὶ νὰ τοὺς ὠφελήσητε θὰ τοὺς ζημιώσητε, καὶ ἀντὶ νὰ φανῆτε εὐεργέται αὐτῶν, θὰ φανῆτε δήμιοι αὐτῶν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἔγεινε μία παρέκβασις, σήμερον ἔχομεν μόνον περὶ τῶν ἐφέδρων.
§84Α. ΟΡΛΑΝΔΟΣ. Κύριοι, ὁ κύριος ἐπὶ τῶν ναυτικῶν ὑπουργὸς εἶναι τῷ ὄντι ἀξιέπαινος διὰ τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ διὰ τὸν ζῆλον, τὸν ὁποῖον δεικνύει διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς ἐθνοσυνελεύσεως μία δικαιοσύνη ὑπὲρ τῶν ἀνδρῶν τοῦ ἀγῶνος, μᾶς παρουσιάζει λοιπὸν ἐπὶ τούτῳ νομοσχέδιον καὶ μᾶς λέγει «ὁ νόμος ὁ περὶ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. ναυτικοῦ καταργεῖται» αὐτὸ εἶναι μία ἔκφρασις σαφής. Β) «Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. ναυτικοῦ μένουσιν ἐν ἐφεδρείᾳ ὅσοι ἐχρημάτισαν πλοίαρχοι ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, οἱ λοιποὶ τάσσονται ἐν ἀργίᾳ»· ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς καταργεῖ νόμον, ἀφ’ ἑτέρου διατηρεῖ τὸν αὐτὸν νόμον, τοῦτο νομίζω εἶναι μία ἀντίφασις, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν σᾶς ἐξήγησεν ἀρκετὰ τὰς αἰτίας, διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖ κατάργησιν, ὥστε ἀπαλλάττομαι ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόπον νὰ κάμω ἐπανάληψιν τῶν αἰτίων τῆς καταργήσεως. Εἶπεν ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔγεινε βεβαίως καταχρηστικῶς, διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ ἀνθρώπους εἴτε ἀφοσιωμένους εἴτε ὁπωσδήποτε· ὅταν λοιπὸν ζητῇ τὴν κατάργησιν ἑνὸς τοιούτου νόμου πηγάζοντος ἀπὸ τοιαύτας ἀρχὰς, ἐννοεῖται ὅτι αὐτὴ πρέπει νὰ ᾖναι ὁλοσχερὴς κατάργησις καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἡ θύρα ἀνοικτὴ εἰς τοιαύτας καταχρήσεις, διότι ἐὰν σήμερον θελήσωμεν νὰ καταργήσωμεν ἐν μέρει αὐτὸν τὸν νόμον, τότε θὰ εἴπῃ ὅτι ἀφίνομεν ἓν παράθυρον ἀνοικτὸν καὶ δύναται ὅποιος θέλει νὰ κάμῃ ἀπ’ αὐτὸ τὸ παράθυρον μίαν θύραν μεγάλην, νομίζω ὅτι ὁ ἴδιος Κ. ὑπουργὸς ἀπέδειξεν ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι μία κατάχρησις καὶ ἠμπορῶ νὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι εἰς ὅλους τοὺς νόμους τῆς πεσούσης δυναστείας ἐμπεριείχοντο καὶ ὑπόνομοι, ὥστε ἡ ἐξουσία τότε ἠδύνατο διὰ τῶν ὑπονόμων ἐκείνων τοὺς μὲν νὰ καταστρέψῃ, τοὺς δὲ νὰ προφυλάξῃ ἀπὸ κάθε προσβολὴν κεκτημένων δικαιωμάτων. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι δὲν θέλω νὰ συζητήσω τὰ δικαιώματα τῶν 5 ἐκείνων πλοιάρχων τοῦ ἀγῶνος, διὰ τοὺς ὁποίους προτείνει ὁ Κ. ὑπουργὸς τὴν διατήρησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Τολμῶ νὰ σᾶς εἴπω ἀκόμη ὅτι δὲν εἶναι αὐτοὶ μόνον οἱ 5 πλοίαρχοι οἱ ἄνδρες τοῦ ἀγῶνος, ἀλλ’ εἶναι πλεῖστοι ἄλλοι. Χωρὶς λοιπὸν νὰ προσδιορίσῃ καὶ προσόντα καὶ ἄλλα πράγματα, ὁποῖα ὤφειλε πρῶτον νὰ προσδιορίσῃ, δὲν ἐφύλαξε τίποτε παρὰ εἶπεν εἰς τοὺς μὲν σᾶς φέρω εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον καὶ ἠξεύρετε ποίους ἀπέστειλεν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον; ἀπέστειλεν ἐκείνους τοὺς ἄνδρας, οἵτινες καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐπαναστάσεως ἐθυσίασαν καὶ τὴν νεανικὴν ἡλικίαν των καὶ τοὺς στιβαροὺς βραχίονας των καὶ τὴν περιουσίαν των καὶ τὰ πλοῖά των καὶ, τὰ πάντα ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ τοῦ ἔθνους. Αὐτοὺς λοιπὸν ὅλους ἔκαμεν ἀποστράτους, πολλάκις οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι οἱ ἀπόστρατοι ἀνεφέρθησαν, πολλάκις παρεπονέθησαν δι’ αὐτὴν τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ ἔθνους, διότι νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀντιπροσωπεύει τὸ ἔθνος. Ἡμεῖς εἴχομεν κάμει πρότασιν περὶ τούτου καὶ εἶναι ἀπὸ τὴν 30 Μαΐου 1863 εἰς τὴν ὁποίαν ἐπίσης ἐλέγαμεν καὶ περὶ δοκίμων, ἀλλ’ ὁ Κ. ὑπουργὸς μᾶς ἀπήλλαξεν ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόπον καὶ τὸ ἰδιοποιήθη· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν μέρει ζητεῖ τὴν διατήρησιν τοῦ νόμου, ὡμίλησα διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν εἶναι εἰμὴ ἕνας τραγέλαφος· ἦλθε δὲ καὶ εἰς τὸ περὶ καταργήσεως τῆς ἀποστρατείας, διότι ὑπάρχουν δικαιώματα τὰ ὁποῖα χρεωστεῖ ν’ ἀποδώσῃ ἡ Συνέλευσις ἡ σημερινὴ, ἡ ὁποία ἐξήχθη ἀπὸ τὰ σπλάχνα τοῦ λαοῦ, καὶ ἠξεύρετε πόσον ὁ λαὸς γνωρίζει καὶ σέβεται τὰ δικαιώματα τῶν κατὰ τὴν ἱερὰν ἐπανάστασιν ἀγωνισθέντων. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Συνέλευσις θελήσῃ ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην, βεβαίως πρέπει νὰ στρέψῃ τὰ βλέμματά της ἐπὶ τῶν ἀγωνισθέντων κατὰ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν, διότι βεβαίως ἡ πεσοῦσα δυναστεία δὲν ἤθελε ν’ ἀποδείξῃ δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου, παρὰ νὰ ἐξουδενώσῃ τοὺς ἄνδρας τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἐξουδενίζουσα τοὺς ἄνδρας τῆς ἐπαναστάσεως ἐννοεῖται ὅτι ἐξουδένωνε τὴν ἐπανάστασιν αὐτήν. Ὥστε ὁ σκοπὸς καταδεικνύεται ποῖος ἦτο· σήμερον φέρετε 5 ἄνδρας εἰς τὴν ἐφεδρείαν καὶ τί νὰ κάμωμεν τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι τῷ ὄντι ἀνεδείχθησαν εἰς τὴν ἐπανάστασιν; πῶς ἠμπορεῖ ὁ Κύριος ὑπουργὸς νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ὅτι αὔριον ἕνας ἄλλος ὑπουργὸς ἐρχόμενος δὲν θὰ εὕρῃ ἀκόμη ἄνδρας ἀγωνιστὰς νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν ἐφεδρείαν; Πρὸ πολλοῦ καὶ οἱ ἀπόστρατοι ἔφεραν εἰς τὴν Συνέλευσιν μίαν ἀναφορὰν, ἡ ὁποία δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν δι’ ἄλλας σπουδαίας αἰτήσεις. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι τοῦ ἀγῶνος δὲν ζητοῦν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ τοὺς ἀποδοθῇ ἡ τιμὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία τοὺς ἀφῃρέθη τοῦ νὰ ᾖναι ἀξιωματικοὶ, διότι βλέπετε ὅτι πέμπονται βιαίως εἰς τὴν ἀποστρατείαν, ἐνῷ εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος προσδιορίζει καὶ λέγει ὅτι δύνανται νὰ ἔλθουν εἰς τὴν ἀποστρατείαν ὅταν τὴν ζητήσουν. Κἀνεὶς δὲν ἐζήτησε τὴν ἀποστρατείαν, ἐν τούτοις τοὺς εἶπαν πηγαίνετε, δὲν εἶσθε τίποτε. Λοιπὸν αὐτοὶ σήμερον ζητοῦν νὰ ἐπανακτήσουν τὴν τιμήν των. Αὔριον, Κύριοι, ἔρχεται ὁ Βασιλεὺς καὶ ἐννοεῖται ὅτι κάθε Ἕλλην, ἢ νὰ εἴπω οἱ περισσότεροι θὰ ζητήσουν νὰ λάβουν τὴν τιμήν των, νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὸν Βασιλέα ἕκαστος διὰ νὰ δείξῃ εἴτε τὰς ἐκδουλεύσεις του, εἴτε τὸ πρόσωπόν του, εἴτε δι’ ἄλλην αἰτίαν. Οἱ χθεσινοὶ ἀξιωματικοὶ ἐννοεῖται ὅτι δύνανται νὰ παρουσιασθοῦν μὲ τὰς στολάς των, μὲ τὰ παράσημά των, μὲ ὅλην τὴν λαμπρότητα τοῦ ἀξιωματικοῦ. Οἱ ἄνδρες τοῦ ἀγῶνος οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν τὸ πᾶν ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως δὲν δύνανται παρὰ νὰ παρουσιασθοῦν ὡς ἁπλοῖ ἰδιῶται, ὅπως δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἕνας χαλκεὺς, ἕνας τυχαῖος ἄνθρωπος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λοιπὸν εἴχομεν κάμει πρότασιν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς προτάσεως, ἀλλὰ περὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§86Α. ΟΡΛΑΝΔΟΣ. Ἐγὼ προτείνω λοιπὸν ὡς τροπολογίαν τῆς προτάσεως αὐτὸ τὸ σχέδιον. Ἀναγινώσκει μίαν του πρότασιν περὶ καταργήσεως ἐν γένει τῆς ἐφεδρείας. Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ ὡμίλησα περὶ τῆς καταργήσεως τῆς ἐφεδρείας.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ ἔχει μόνον ἓν τὸ σχετικὸν ὅτι καταργεῖται ἡ ἐφεδρεία ἐν γένει.
§88ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ ἄχρι τοῦδε Κύριοι συζήτησις ἀπέδειξεν ὅτι κακῶς ἀπεφασίσθη τὸ κατεπεῖγον. Ἡ ὑπόθεσις χρῄζει ἀνακρίσεως, χρῄζει ἐξετάσεως. Ὅλα τὰ μέλη τῆς Συνελεύσεως δὲν ἔχουν τὴν εὐκολίαν ν’ ἀντιλαμβάνωνται τῶν τεχνικῶν αὐτῶν ζητημάτων, τῶν ζητημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς εἰδικοὺς κλάδους· τοὐλάχιστον ἀπαιτεῖται νὰ δίδεται ἀνάλογος χρόνος εἰς τὰ μέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται ἔχοντα προηγουμένως τοιαύτας γνώσεις, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἐξετάσουν ἐκ τοῦ προχείρου τὰ τοιαῦτα ἀντικείμενα. Ἐκτὸς τούτου παρατηρεῖται μία μεγάλη ἀτέλεια κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, λείπει μία ἔκθεσις αἰτιολογικὴ, ἡ ὁποία ἠδύνατο ἐκ προοιμίων νὰ διευκολύνῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως. Εἰς τὴν ἔκθεσιν ἤθελον ἀναπτυχθῆ, ἢ ἐκτεθῆ τοὐλάχιστον καλλίτερον οἱ λόγοι, οἱ δικαιολογοῦντες τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου. Προσέτι ἤθελον ὁρισθῆ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ δικαιώματα τῶν προσώπων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν τοιαῦτα δικαιώματα. Τέλος ἡ Συνέλευσις ἤθελεν ἐπιφέρει μίαν ἀπόφασιν ἐν γνώσει, ἐνῷ τώρα ὅπως γίνεται ἡ συζήτησις, πιστεύω, ὅτι οἱ περισσότεροι θὰ ἐπιφέρουν τὴν ψῆφόν των, χωρὶς νὰ δυνηθῶσιν ἐντελῶς νὰ φωτίσωσι τὴν συνείδησίν των. Γινώσκω τὸν ζῆλον καὶ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καθὼς καὶ τὸ πνεῦμά του περὶ τὰς οἰκονομίας καὶ ἐκτιμῶ αὐτὰ τὰ αἰσθήματα κατὰ τὸ δέον. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς ὡς προχθὲς, οὕτω καὶ σήμερον ἀπησχόλησε περισσότερον τὴν Συνέλευσιν ὁμιλῶν περὶ ἑαυτοῦ καὶ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἐνῷ κανεὶς δὲν τὸν κατηγόρησεν. Ἐὰν προχθὲς μία φωνὴ, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὸν σημερινὸν οἶστρον εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν, ἠγέρθη διὰ νὰ αἰτήσῃ τὴν ἀναβολὴν, νομίζω, αὕτη ἐστηρίζετο εἰς σπουδαίους λόγους, εἰς τοὺς λόγους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔλαβον τὴν τιμὴν προηγουμένως νὰ ἐκθέσω, δὲν ἔπρεπε ἆρά γε νὰ σκανδαλίσῃ τόσον τὸν Κύριον ὑπουργόν. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ἐκ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως τοῦ προκειμένου ψηφίσματος, ὅτι δὲν εἶναι τοὐλάχιστον λογικῶς κατηρτισμένον. Ἐν τούτοις εἶναι ψήφισμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται εἰς τὴν Συνέλευσιν, διὰ νὰ τὸ ἐπικυρώσῃ τοιοῦτον, ὁποῖον ὑπάρχει. Τὶ βλέπω εἰς αὐτό; Βλέπω δύω διατάξεις ἀσυμβιβάστους μεταξύ των, διὰ μὲν τῆς μιᾶς καταργεῖται ὁ νόμος, δηλαδὴ ἡ βάσις, ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου, διὰ τῆς ἄλλης παραδέχεται μία ἐξαίρεσις. Τὶ συμβαίνει λοιπόν; Ἡ ἐξαίρεσις θὰ γείνῃ κανὼν καὶ ὁ κανὼν ἐξαίρεσις. Ὁ ἴδιος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἐξαίρεσις ἀφορᾷ 5 ἄτομα, καὶ ὅτι τὸ ὅλον, ἤτοι ὁ ὅλος ἀριθμὸς αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν δικαίωμα τοιοῦτον, ἀνέβη μέχρι τῶν 30. Καὶ ἐκ τῆς ἐννοίας τοῦ παρουσιαζομένου ψηφίσματος καὶ ἐκ τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν, ἐπιβεβαιοῦται καὶ ἀποδεικνύεται ἀναμφιλέκτως ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παρουσιάζει ἀρχὴν γενικὴν, ἡ ὁποία καταργεῖ τὸν νόμον, καὶ συνάμα μίαν ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία μόνον ὡς πρὸς αὐτὴν συγχωρεῖ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Νόμου. Ἐξ ὅσων νομοθετημάτων ἀνέγνωσα, δὲν ἐνθυμοῦμαι κἀνὲν ἐξ αὐτῶν νὰ ᾖναι οὕτω κατηρτισμένον. Ἂς μὲ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ὑπάρχει κατηρτισμένον, ἀπομακρύνεται τῆς τάξεως τῆς λογικῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, πιστεύω, ὅτι ὁ Κύριος ὑπουργὸς πεπεισμένος, ὅτι ὁ ὑπάρχων νόμος εἶναι προϊὸν καταχρήσεως, καὶ κατὰ τὴν ἀρχὴν καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν του, ὤφειλε τακτικῶς φερόμενος νὰ παρουσιάσῃ ἁπλῶς καὶ καθαρῶς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου. Κἀνεὶς ἐξ ἡμῶν, καὶ τοῦτο τὸ ἀπέδειξεν ἡ Συνέλευσις εἰς ὅλα τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὡδηγήθη πάντοτε εἰς τὰς ἀποφάσεις της καὶ ἀνεξαρτήτως παντὸς πολιτικοῦ φρονήματος ὑπὸ μόνης τῆς ὀρθοφροσύνης ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου συμφέροντος, οὐδεὶς λέγω ἐξ ὑμῶν δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ καθιερώσῃ καταχρήσεις. Ἠδυνήθη ὁ Κύριος ὑπουργὸς ν’ ἀποδείξῃ τὸ θέμα του, ὅτι ὁ νόμος εἶναι προϊὸν καταχρήσεων; Τοῦτο ἀρκεῖ διὰ τὴν Συνέλευσιν. Πιστεύω, ὅτι οὔτε μεγάλη συζήτησις ἤθελε γείνει τότε, ἡ δὲ Συνέλευσις ἐκ τῆς πρώτης ἡμέρας ἤθελε παραδεχθῆ τὴν κατάργησιν τοῦ Νόμου. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι δυνάμει αὐτοῦ τοῦ Νόμου τινὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄξια νὰ καθέξωσι μίαν θέσιν, ὁμοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ καταργήσωμεν; εὔκολον πρᾶγμα τοῦτο· ἠδύνατο νὰ παρουσιάσῃ ὁ αὐτὸς ὑπουργὸς ἕτερον νομοσχέδιον στηριζόμενον ἐπὶ ἑτέρας ἀρχῆς, ὑποβαλλομένης συνάμα αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία νὰ ἐνισχύσῃ τὴν παραδοχὴν του ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, ὅπως ὑπάρχει τὸ νομοσχέδιον, οὔτε κατὰ τὴν τάξιν τῆς συντάξεως, εἴτε κατὰ τὰς ἐννοίας του νὰ ψηφισθῇ. Φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις διορθόνουσα τὰ ἐσφαλμένα τοῦ ψηφίσματος τοῦ ὑποβαλλομένου ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ὀφείλει νὰ δεχθῇ ἁπλῶς καὶ καθαρῶς τὴν πρότασιν τῆς καταργήσεως καὶ ἀκολούθως ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἂς ὑποβάλῃ ἕτερον νομοσχέδιον, στηριζόμενον εἰς δικαιοτέρας καὶ ἐθνικωτέρας ἀρχάς. Ἂς τὸ ὑποβάλῃ διὰ μιᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἂς ὑποδείξῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα, τὰ δικαιούμενα νὰ τύχωσιν αὐτῆς τῆς εὐνοίας καὶ εὐγνωμοσύνης τοὺς Ἔθνους, καὶ πιστεύω, ὅτι, καθὼς εἰς τὴν πρώτην περίστασιν ἡ Συνέλευσις θέλει ὁρμηθῆ εἰς τὴν ἀπόφασίν της ἀπὸ αἰσθήματα ἐθνικὰ καὶ εὐγενῆ, οὕτω καὶ εἰς τὴν δευτέραν θέλει φθάσει εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἑτέρου ζητήματος ἐμπνεομένη ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων. Κάμνω λοιπὸν τὴν πρότασιν, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος ἁπλῶς καὶ καθαρῶς.
§89ΚΑΛΟΣ. Πρόκειται περὶ νόμου, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ν’ ἀκυρώσῃ ἕτερον, δὲν πρόκειται περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ὅπως ὁ πρῶτον ἀγορεύσας εἶπεν· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κανονίσωμεν τὰς τάξεις, οἱ ἀγορεύσαντες ἤθελον ἔχει ἐν μέρει δίκαιον καὶ ἐν μέρει ἄδικον, διότι ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ μας εἶναι ὅπως καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν. Δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμέν τι νεώτερον· ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑποστηρίζεται ἐν μέρει καὶ παρὰ τῶν ἀγορευσάντων. Καὶ αὐτὴ ἡ πρότασις τῶν ΚΚ. Ὀρλάνδου, Θεοχάρη καὶ Κοτζιᾶ καταργεῖ τὴν ἐφεδρείαν. Συμφωνῶ μὲ τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι ὁ νόμος ἔπρεπε νὰ ᾖναι καθαρός, τοὐτέστι νὰ καταργῇ τὸν ὑπάρχοντα, καθόσον καὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του ἔλαβον χώραν καταχρήσεις, καὶ εἰς τὸ μέλλον δύνανται νὰ λάβουν· ἡ ἐφεδρεία ἦτο προσωρινόν τι· σκοπὸν εἶχε ν’ ἀνταμείψῃ λείψανά τινα τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ οὐχὶ νὰ δημιουργήσῃ θέσεις, καὶ ὅμως ἔγεινε τὸ ἐναντίον. Λοιπὸν ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ προαγορεύσας ὑπεστήριξεν, εἶναι ὀρθή, καὶ σύμφωνος πρὸς τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὡδήγησε τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν. Φρονεῖ ὁ Κ. ὑπουργὸς ὅτι εἶναι δίκαιον ἐκ τῶν ἐν ἐφεδρείᾳ διατελούντων ὀλίγοι, μικρὸν χρόνον δυνάμενοι νὰ ζήσωσι, νὰ μὴ στερηθῶσι κατὰ τὰ ἔσχατα τοῦ βίου των τὰς ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς ἀναπαύσεις των· ἡ πρότασις αὕτη βεβαίως εἶναι ἐξαίρεσις, καὶ ἐπειδὴ παντοῦ ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν τὰς ἐξαιρέσεις, ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως, δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ προαγορεύσας τοῦ νὰ παραδεχθῶμεν ἁπλῶς καὶ καθαρῶς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ ἐφέδρων, καὶ ἐναπόκειται εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν θέλῃ νὰ παραδεχθῇ τὴν ἐξαιρετικὴν θέσιν διὰ τοὺς ὀλίγους ἐκείνους ἀξιωματικούς. Τινὲς τῶν ἐν ἐφεδρείᾳ ὑπαρχόντων εὐχαριστοῦνται ἴσως νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος, παραιτοῦντες τὸν βαθμόν, τὸν ὁποῖον ἔλαβον· νομίζω ὅθεν καλὸν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ 2. ἄρθρον «ἢ ἐπανέρχονται ἐπὶ τῇ αἰτήσει των εἰς ἣν ἦσαν πρὸ τῆς ἐφεδρείας κατάστασιν τοῦ βαθμοῦ των.» Οὕτω νομίζω, ὅτι συμβιβάζονται καὶ τὰ δίκαια ἐκείνων, οἵτινες ἦλθον εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἐφεδρείας. Ὑπάρχει ἄλλη τις ἰδέα κυκλοφοροῦσα μεταξὺ τῶν ἄλλων, νὰ μὴ καταργηθῇ ὁ νόμος, ἀλλὰ νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐφεδρείαν ὅλοι οἱ πλοίαρχοι κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, ὅσοι δὲν κατετάχθησαν εἰς ἀποστρατείαν ἐπὶ τῇ αἰτήσει των· ἀλλὰ τούτων ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἄγνωστος· τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν δὲν εἶναι μικρός, καὶ οὕτως ἀντὶ νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ οἰκονομικοῦ θέλομεν τὴν χειροτερεύσει, αὐξάνοντες τὰς δαπάνας. Ἐντεῦθεν προτείνω νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ μὲ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει πρέπει πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ πρὸς ἀποφυγὴν παραπόνων νὰ καταργηθῇ ἡ ἐφεδρεία.
§90ΛΑΠΑΣ. Δὲν εἴμεθα πλήρεις.
§91ΕΤΕΡΟΣ. Δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα (θόρυβος).
§92ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριοι, παρατηρῶ μὲ εὐχαρίστησίν μου, ὅτι ὅλοι σχεδὸν οἱ προαγορεύσαντες ἦσαν σύμφωνοι εἰς ἕν σημεῖον τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου, δηλ. τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται τὴν οἰκονομίαν, καὶ βεβαίως ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐκ τῆς ἰδέας ταύτης ὡρμήθη εἰς τὴν πρόθεσίν του ταύτην. Παρετήρησα κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅτι πάντας προσβάλλει ἡ ἀντίφασις, ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου ἄρθρου τοῦ ὑπὸ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν προτεινομένου νομοσχεδίου· νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ ὅσα οἱ πρὸ ἐμοῦ ἐπανέλαβον καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνέπτυξε· κρίνω ἀναγκαῖον μόνον νὰ κάμω καὶ ἐγὼ τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι συνεπὲς πρὸς ἑαυτό. Ὁ Νόμος περὶ ἐφεδρείας τοῦ βασιλικοῦ ναυτικοῦ καταργεῖται, τοῦτο τὸ προνόμιον τὸ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀνδρῶν τοῦ ἀγῶνος δοθὲν ζητεῖ ν’ ἀφαιρεθῇ, διότι εἰσεχώρησαν καταχρήσεις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου, καὶ διότι ἡ ἀνάγκη τῆς δημοσίας οἰκονομίας τὸ ἀπαιτεῖ. Ὅπως δήποτε τὸ προνόμιον αὐτὸ πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ, καὶ δὲν εἶναι εὔκολον σήμερον νὰ διακρίνωμεν ποῦ ἔλαβε χώραν ἡ κατάχρησις, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ καταργήσωμεν μόνον τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῶν ἀξιωματικῶν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν κατάχρησιν, νὰ διατηρήσωμεν δὲ τὸ μέρος, ὅπου δὲν ἔλαβε χώραν κατάχρησις· ὁ νόμος ὁ συστήσας τὴν ἐφεδρείαν ὥρισε καὶ προσόντα τῆς καταστάσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδικαιοῦντο. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ὅτι ἀρχικὸς σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν προνομιοῦχον θέσιν οἱ ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος ὑπηρετήσαντες ὡς πλοίαρχοι· ἀλλ’ ὁ νόμος διόλου δὲν ἀναφέρει τοιοῦτόν τι, ὁ νόμος εἶναι ῥητὸς καὶ σαφὴς, λέγει, ὅτι οἱ ὑπηρετήσαντες κατὰ τὸν ἀγῶνα καὶ ἐπὶ 25 ἔτη διατελοῦντες ἐν ὑπηρεσίᾳ αὐτοὶ δύνανται ἐπὶ τῇ αἰτήσει των νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν, εἴτε πλοίαρχοι εἶναι, εἴτε ναῦται καὶ ἐπὶ ἓν ἔτος ὑπηρετήσαντας τὸν ἀγῶνα δύνανται νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν κατὰ τὸν νόμον αὐτόν. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ διακριθῇ ποῦ ἔλαβε χώραν ἡ κατάχρησις, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν κατάλογον τῶν ἐν ἐφεδρείᾳ διατελούντων, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ποῖοι ἐξ αὐτῶν καταχρηστικῶς κατετάχθησαν· δὲν εἶναι καὶ δίκαιον καὶ νόμιμον, διότι ὁ νόμος δὲν ἐξαιρεῖ οὐδένα ὑπηρετήσαντα κατὰ τὸν ἀγῶνα. Νομίζω, ὅτι πάντα ταῦτα δύνανται νὰ οἰκονομηθῶσιν ἄλλως πως, π. χ. οἱ ἔφεδροι, οἱ ὁποῖοι θὰ μετατεθοῦν εἰς ἑτέραν κατάστασιν, βεβαίως δὲν θὰ διατηρήσωσι τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἔλαβον ἐν ἐφεδρείᾳ μεταβάντες. Δι’ αὐτοὺς τοὺς ὀλίγους ἄνδρας, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ περιποιηθῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δύναται νὰ δοθῇ τοῦτο τὸ προνόμιον, νὰ τεθῶσιν εἰς ἀργίαν μὲ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἤδη κέκτηνται. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἐφεδρείας, ἐν γένει ὅμως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως.
§93ΚΟΤΖΙΑΣ. Αὐτοὶ οἱ λόγοι πάντες εἶναι μάταιοι, καθόσον δὲν εἴμεθα πλήρεις· ὑποθέσατε ὅτι ἐρχόμεθα εἰς ψηφοφορίαν, ὁποῖον θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα;
§94ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν εἴμεθα πλήρεις.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ βλέπω, ὅτι δὲν εἴμεθα πλήρεις. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις· ἐπιφυλάσσεται δὲ ὁ λόγος εἰς τοὺς κατὰ σειρὰν ἐγγεγραμμένους εἰς τὸν κατάλογον. (Ὥρα 3 καὶ ¼).
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Γ. Παπαγεωργίου.