1863.07.12
1.781 στίχοι · 15.084 λέξεις · 98 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΛΔʹ.
Τῆς 12 Ἰουλίου 1863.
(Παρασκευή).
Ὥρα 12.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας. Τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ Ἀντιπρόεδρος Κύριος Καραγιαννόπουλος.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει κανεὶς ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως ἐδημοσιεύθησαν τὰ ὀνόματα τῶν ἀπουσιασάντων τῶν Κυρίων Πληρεξουσίων, ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τῶν ὁποίων δὶς ἐματαιώθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλησαν πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Συνελεύσεως.
§5ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΛΟΝΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἀπεφασίσθη νὰ δημοσιευθοῦν τὰ ὀνόματα εἰς ἄλλην ἐφημερίδα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ τοῦτο, ἐὰν δὲν ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις, ἀλλὰ προχθὲς ὅταν τὸ ἀπεφάσισε δὲν ἦτο πλήρης.
§7ΚΑΛΟΣ. Ὁ κανονισμὸς ἐπιβάλλει εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ δημοσιεύῃ τὰ ὀνόματα τῶν μὴ παρουσιασθέντων.
§8ΤΙΝΕΣ. Νὰ δημοσιευθοῦν καὶ δι’ ἄλλης ἐφημερίδος.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Συνέλευσις, ἐὰν θέλει ν’ ἀποφασίσῃ νὰ δημοσιεύωνται τὰ ὀνόματα τῶν ἀπουσιαζόντων καὶ ἀποχωρούντων Πληρεξουσίων καὶ δι’ ἄλλης ἐφημερίδος· ὅσοι παραδέχονται τοῦτο, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§10ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερ.). Κύριοι, πολλὰ ἐῤῥέθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῶν γενομένων ἐσχάτως προβιβασμῶν τῶν στρατιωτικῶν. Πρῶτον σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ πρὶν γείνωσιν οἱ προβιβασμοὶ ἐκηρύχθη κατὰ τῶν προβιβασμῶν, διότι ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θελήσας νὰ προσλάβῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὡς γενικὸν Γραμματέα τὸν Σωτήριον Πετιμεζᾶν λοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ κωλυόμενος πρὸς τοῦτο, διότι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ ὁ γενικὸς γραμματεὺς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἦναι Ταγματάρχης, ὑπέβαλε θέσπισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸν προβιβασμὸν τοῦ Σωτηρίου Πετιμεζᾶ ὡς Ταγματάρχου τοῦ πυροβολικοῦ, θέλων ν’ ἀποκτήσῃ προηγουμένως τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Ὅλοι οἱ ὑπουργοί, καὶ πρῶτος ἐγὼ ἀντέστημεν κατὰ τῆς ἀρχῆς τῶν προβιβασμῶν. Μετὰ ταῦτα ἐπῆλθον οἱ νομικοὶ προβιβασμοί, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς ἐξήγησε καὶ τοὺς σκοποὺς καὶ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ δὲν εὑρέθην εἰς ὅλας τὰς συζητήσεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ποῖαι ἰδέαι ἀνεπτύχθησαν, καὶ ποῖα ζητήματα ἐσυζητήθησαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· σᾶς λέγω ὅμως, Κύριοι, ὅτι εἴμεθα πάντοτε κατὰ παντὸς προβιβασμοῦ, ἔστω καὶ τοῦ δικαιοτάτου, καὶ σᾶς λέγω τοῦτο, καθόσον ἀνεπτύχθη ἡ ἰδέα τοῦ νὰ προβιβασθῶσιν ἄνθρωποι, ἀδικηθέντες μέχρι σήμερον, ἔχοντες δικαιώματα καὶ εἰς τὴν ἐπανάστασιν, καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἦσαν ὁ ἀδελφός μου, καὶ πρῶτος ἀντέστην κατ’ αὐτοῦ τοῦ προβιβασμοῦ· ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀξιοτίμων Πληρεξουσίων Κυρίων Γεωργίου Μαυρομιχάλη καὶ Τιμολ. Βάσσου, ὅτι ὁ ἀδελφός μου ἔχει αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι καὶ τὴν αὐτὴν ἀρχαιότητα, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα εἶναι ἀνθυπασπιστής· καὶ ὅμως ἀντεστάθην, διότι ἐθεώρουν, καὶ ἐθεώρει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, διότι ἔλαβον χώραν πολλοὶ προβιβασμοὶ κακῶς, καὶ εἷς ἂν ἐγίνετο καλῶς, αὐτὸς ἤθελεν ἠχήσει κακῶς εἰς τὴν κοινωνίαν· ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὑπ’ ἄλλην ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νὰ δοθῇ ἡ ἀρχαιότης εἴς τινας ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἠδικήθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ ἐπαρουσιάζετο ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν. Τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον λοιπὸν ἀνέθεσεν εἰς τὸν Κύριον Καλλιγᾶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἀναγνώσας τὰς διαφόρους ἀποφάσεις τῶν διαφόρων δικαστηρίων καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐξετίμησεν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀδικηθέντες ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ τοῖς δοθῇ ἡ ἀρχαιότης των, οὐδέποτε ὅμως ἐννοοῦμεν οὔτε ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, οὔτε ἡμεῖς, ὅτι ἡ ἀρχαιότης συνεπάγει τὸν προβιβασμόν, ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξετάσας λέγει, καὶ ἴσως τοῦτο εἶναι ἴδιον ζήτημα, δὲν πρέπει ν’ ἀπαιτῆτε, ναὶ μὲν τὰ καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβάλλουν εἰς ὅλους τὴν ἐξέτασιν πάσης προτάσεως, ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀπαιτῆτε ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ γνωρίζῃ τὴν ἐπιστήμην τοῦ πολέμου· αὐτὸ εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον—ἀνεῦρεν, ὅτι ἕνεκα τῆς νομικῆς αὐτῆς ἀρχῆς ἐπῆλθον οἱ προβιβασμοὶ, οἱ ὁποῖοι τὸ ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι κατὰ πλάνην. Σᾶς ἀνέφερον ἓν περιστατικὸν καὶ ἐπεκαλέσθην τὴν μαρτυρίαν ἐντίμων στρατιωτικῶν καὶ ἐντίμων Πληρεξουσίων, ὅτι ἐδικαιούμην εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ν’ ἀπαιτήσω τὸν προβιβασμὸν τοῦ ἀδελφοῦ μου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοσοῦτον εἶναι ἠδικημένος, καὶ ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης δύναται νὰ ὁμολογήσῃ, ἐὰν εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι.
§11ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀληθέστατον.
§12ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ μόλον τοῦτο ἀντεστάθην, διότι δὲν διστάζω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ὅτι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐπάνω εἰς τὰ αἵματα 200 ἀδελφῶν, ἦλθε νὰ κάμῃ συμφέροντα προσωπικὰ, συμφέροντα ἀτομικὰ, (εὖγε! εὖγε!) Θέλετε νὰ περιορίσητε, ὡς λέγετε, τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβιβάζῃ; Ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως θ’ ἀντισταθῇ εἰς τὰ δικαιώματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔσχεν ἡ Συνέλευσις. Ἡ Κυβέρνησις μάλιστα νομίζει, ὅτι δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολήν της ἔτι καλλίτερον, ἐὰν θελήσητε νὰ ἐκδώσητε ψηφίσματα, διὰ τῶν ὁποίων ν’ ἀποτρέπητε ἀπ’ αὐτὴν τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν μέχρι κλητῆρος, καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ μετ’ εὐχαριστήσεως τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει θεωρήσει ὡς προσβολήν της τὸν περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα πᾶσα νομοτελεστικὴ ἐξουσία εἶχεν, οὔτε θὰ νομίσῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀνεξάρτητα καὶ ἄνευ κανενὸς ἐμποδίου ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἀρχὴν, ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἡ Κυβέρνησις νομίζω, ὅτι θέλει εὑρεθῆ εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἀποστολὴν, διὰ τὸν ὁποῖον ἦλθεν, ἐὰν τῆς ἐμποδίσητε ὅλα τὰ μέσα τοῦ νὰ διορίζῃ, ἔστω καὶ τὸν τελευταῖον κλητῆρα, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁποιονδήποτε Ὑπουργεῖον καὶ ἂν ἔλθῃ, εὑρισκόμενον ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν ἀπαιτήσεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ναυαγήσῃ. Ἀφήσατε λοιπὸν ἐλευθέραν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως ἦτο, καὶ τότε πιστεύω, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐξησφαλισμένην καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν, ἄλλως ἡ εὐθύνη πρέπει νὰ πέσῃ ἐφ’ ὅλων ἡμῶν.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Ψηφοφορία.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ἀναστάσεως.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ μεταβῇ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὰς ἄλλας προτάσεις. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλοῦ. «Ἀπαγορεύεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀπονείμῃ βαθμοὺς καὶ νὰ προβιβάζῃ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Συνελεύσεως.»
§17ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία ἄλλη πρότασις ὁμοίας φύσεως φέρουσα ἐπὶ τέλους τὴν φράσιν «μέχρις ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως».
§18ΚΑΛΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη δὲν ἔχει κἀμμίαν ἐφαρμογὴν, καθόσον ὅταν φθάσῃ ὁ Βασιλεὺς καὶ λάβῃ τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους, ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις παύει, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἔρχεται εἰς ἅπαντα τὰ δικαιώματά του.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις, ἐὰν γείνῃ παραδεκτὴ, ὡς πιστεύω, δὲν θὰ ἔχῃ κᾀμμίαν ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τὸ παρελθόν· δὲν πρόκειται νὰ νομιμοποιήσωμεν δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως, ὅ,τι ἴσως παρανόμως ἐνηργήθη· παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις, ἐὰν παραδέχεται τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλοῦ, ὡς ἀνεγνώσθη. Οἱ παραδεχόμενοι, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται πρότασις τοῦ Κυρίου Καλοῦ, Ζαΐμη, Νικολαΐδου, Ἀφεντούλη, Σαράβα, Στεφανοπούλου, κ.λ.π. περὶ τῆς δικαιοδοσίας τῶν δικαστηρίων Ἡ Βʹ. ἐν Ἀθήναις τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴ Συνέλευσις. Ψηφίζει. Ἄρθον 1. Τὰ τακτικὰ δικαστήρια κηρύσσονται ἀναρμόδια νὰ δικάζωσιν ἀγωγὰς περὶ ἀνακτήσεως βαθμοῦ ἢ ἀρχαιότητος ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, καθὼς καὶ τὰς ἐκ τοιούτων λόγων ἀποζημιώσεις. Ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τὰ περὶ τῆς ἐκδικάσεως τοιούτων ἀπαιτήσεων. Ἄρθρον 2. Αἱ ὑπάρχουσαι τοιαῦται δίκαι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀνατρέπονται. Λ. Καλὸς, Θ. Α. Ζαΐμης, Νικολαΐδης, Λ. Α. Γιουρδῆς, Θεόφιλος Γεωργίου, Δ. Δρόσος, Θ. Ἀφεντούλης, Θ. Τσανετάκης, Δ. Σαράβας, Σ. Χ. Στεφανόπουλος, Χ. Σολιώτης.
§21ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Κύριε Πρόεδρε, θέσατέ την εἰς ψηφοφορίαν.
§22ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἐσυζητήθη.
§23ΕΤΕΡΟΙ. Ἐσυζητήθη.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν θέλει νὰ συζητηθῇ ἢ ὄχι.
§25ΖΕΡΒΑΣ. Φέρετε τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ ἰδῆτε ὅτι ἐσυζητήθη.
§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἂν ἐσυζητήθη τότε μόνον ἀπαγορεύεται ἡ περαιτέρω συζήτησις, ὅταν ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις ὅτι ἐκλείσθη ἡ συζήτησις. Τὸ νὰ λαλήσῃ ὅμως εἷς ῥήτωρ ἢ δύο περὶ ἑνὸς ζητήματος, δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ περαιτέρω συζήτησις. Ἐπιθυμῶ πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ γνωρίζῃ ἡ Συνέλευσις πῶς ἔχει τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, καθ’ ὅσον νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἐφέρθη σήμερον, ἐφέρθη ἄνευ πολλῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος. Ἂν θέλετε, Κύριοι, νὰ ἀφαιρέσετε ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων τὰς δίκας, περὶ ὧν ὁμιλεῖ τὸ ψήφισμα, ἐννοεῖτε νὰ μεταῤῥυθμίσητε ἕνα ἐκ τῶν θεμελιωδεστέρων νόμων, ὅστις εἶναι ἡ βάσις τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι ὁ διαχωρισμὸς τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας θεωροῦνται εἰς ὅλα τὰ εὐνομούμενα ἔθνη ὡς ἡ βάσις τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς κοινωνικῆς εὐδαιμονίας. Διὰ τοῦτο τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν κατεστήσαμεν ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὰ πάθη τῆς πολιτικῆς καὶ ἐν γένει ἀπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Πρὸς πλειοτέραν δὲ ἀσφάλειαν τῆς δικαιοσύνης ἐξετείναμεν εὐρύτατα τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων καὶ καθιερώσαμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁσάκις παραβιάζεται νόμος καὶ ἡ παραβίασις αὐτοῦ προξενεῖ εἴς τινα ζημίαν καὶ ἡ ζημία αὕτη δύναται νὰ ἐκτιμηθῇ εἰς χρήματα, ἔχει τὸ δικαίωμα ἐξουσία ἀνεξάρτητος ὡς εἶνε ἡ δικαστικὴ καὶ μόνη αὐτὴ νὰ ἀποφανθῇ αὐθεντικῶς καὶ ἀποκλειστικῶς. Τί ὅμως πρόκειται νὰ καθιερώσητε τώρα διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ; τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς· θέλετε νὰ ἰσχύῃ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ὑπὲρ πάντων τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας, νὰ μὴ ἰσχύῃ ὅμως ὑπὲρ μιᾶς μόνον τάξεως αὐτῆς. Εἴμεθα πολιτισμένοι, μὲ ἄλλας λέξεις, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἥμισυ, εἴμεθα φιλοδίκαιοι, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἥμισυ, καί, ἂν θέλετε νὰ ἀναστρέψετε τὴν πρότασίν μου, καταντᾶτε εἰς τοῦτο, θέλετε κατὰ τὸ ἄλλο ἥμισυ νὰ εἴμεθα βάρβαροι, διότι δὲν θέλετε νὰ εἴμεθα δίκαιοι. Δὲν ἐννοῶ; διατὶ, ἂν ἡ παραβίασις ἑνὸς νόμου ἐπιφέρῃ ζημίαν εἰς στρατιώτην, ν’ ἀποκλείσετε εἰς αὐτὸν τὴν ὁδὸν τῆς δικαιοσύνης, καὶ νὰ τοῦ εἰπῆτε, «σὲ καθιστῶ δοῦλον τῆς ἐξουσίας, θέλω νὰ ᾖσαι διὰ παντὸς εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ἀδικημένου.» Ἀλλὰ θὰ μὲ εἰπῆτε, οὕτως ἐμφιλοχωρεῖ κατάχρησις· καὶ νομίζετε ὅτι οὕτω θεραπεύονται αἱ καταχρήσεις; Συνέλευσις ἀντιπροσωπεύουσα ἓν ἔθνος τότε μόνον ἀποφασίζει καὶ σκέπτεται κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτῆς, ὅταν λαμβάνῃ μέτρα γενικά. Μόνον ὅμως διότι ἐξεδόθη προχθὲς μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη παράνομος παρά τινων, οἵτινες δὲν τὴν ἐξέτασαν ἴσως ἢ δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ τὴν ἐννοήσουν, διὰ τοῦτο θέλετε νὰ καταστρέψετε βάθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ δικαιοσύνη; Ἐκτὸς ὅμως τούτου, θαυμαστὸν μοὶ φαίνεται πῶς μετὰ τοσαύτης σπουδῆς θέλετε νὰ δώσητε λύσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δεχόμενοι ἀσυζητητεὶ τὸ ψήφισμα τὸ προτεινόμενον, ἐνῷ ὀλίγον ἂν ἐσκέπτεσθε, ἠθέλατε ἰδεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει τί κατεπεῖγον, διότι ἀπὸ πρώτης Ἰουλίου τὰ δικαστήρια ἔκλεισαν καὶ εἶναι ἐλπὶς, ὅτι μέχρι πρώτης Σεπτεμβρίου θὰ λείψῃ ἡ ἄτακτος αὐτὴ κατάστασις, ἢ τέλος πάντων ἔχομεν ἑξήκοντα ἡμέρας, δυνάμεθα τὸ ψήφισμα τοῦτο νὰ τὸ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν τμημάτων ἢ ἐπιτροπῶν καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀπόφασιν ἐν γνώσει. Καὶ τί ἄλλο μεγαλύτερον ἄδικον πρόκειται νὰ γίνῃ; ἐνῷ 100 ἀξιωματικοὶ ἐδικαιώθησαν ἕως τώρα παρὰ τῶν δικαστηρίων, διὰ τοῦ σημερινοῦ ψηφίσματος καταδικάζετε τοὺς ἑτέρους 100 νὰ μὴ λάβωσι δικαιοσύνην, διότι οὐδὲν ἀπεφασίζετε περὶ τῶν δευτέρων. Ἀλλ’ ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι οὕτω κλονίζετε τὸ ὀφειλόμενον σέβας πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων χωρὶς ἐξετάσεως, χωρὶς βασάνου, χωρὶς αἰτίας, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι σᾶς προξενεῖ ἐντύπωσιν ἡ πληρωμή. Δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ λησμονῆτε ὅτι ἡ πληρωμὴ αὕτη εἶνε ἡ δικαιοτέρα δαπάνη, διότι σκοπεῖ τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς ἀδικίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ψήφισμα αὐτὸ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀνάξιον συζητήσεως· ἂν δὲ ἡ Συνέλευσις δὲν θέλει οὕτω νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ, τότε παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴν τὸ συζητήσῃ ἀμέσως ἀλλὰ νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν τακτικὴν βάσανον.
§27ΚΑΛΟΣ. Ὁ προαγορεύσας ἀντέστη κατὰ τῆς προτάσεως μου λόγῳ, ὅτι ἀρνούμεθα δικαιοσύνην εἴς τινας τῶν Κυρίων ἀξιωματικῶν· ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο ἄρνησις δικαιοσύνης· ἀπεναντίας ἡ πρότασίς μου ἦλθε νὰ διασώσῃ τὴν δικαιοσύνην ὑπὲρ τῆς κοινωνίας· κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους δικαίωμα προβιβασμῶν δὲν προσκτᾶται ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς, λόγῳ ἀρχαιότητος, αὕτη εἶναι προσὸν, εἶναι πλεονέκτημα, ὅπως ὁ νόμος ἐκφράζεται· τοῦτο καθιερώθη ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυβερνήτου τρεῖς νόμοι ἐξεδόθησαν, τὸ ψήφισμα τοῦ Κυβερνήτου, ὁ νόμος τοῦ 1834 καὶ ὁ τοῦ 1861, τὰ μεταξὺ αὐτῶν διαστήματα διείποντο ἀπὸ ἑκατέρου τῶν νόμων τούτων μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ μεταγενεστέρου· ἐντεῦθεν ἐγεννήθη ἡ ἰδέα εἴς τινας ἀξιωματικοὺς, ὅτι ὁ προβιβασμὸς εἶναι δικαίωμα αὐτῶν, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία παρεγνώρισε τὰ δικαιώματά των, ἐπιτρέπεται νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια· τινὲς κατέφυγον οὐχὶ μόνον πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ προβιβασμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἵνα λάβωσι τοὺς μισθούς των ὡς ἐν ἐνεργείᾳ, τὰ δὲ δικαστήρια ἀναρμοδίως κατ’ ἐμὲ ἐπεμβῆκαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν· ἐπεμβάντα, Κύριοι, κατεδίκασαν τὸ δημόσιον εἰς πληρωμὴν λόγῳ μισθοῦ ἐνεργείας ποσοῦ οὐ σμικροῦ, καὶ ὡς σᾶς εἶπεν εἰς τὴν προλαβοῦσαν ὁμιλίαν του ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν πρόκειται περὶ πληρωμῆς ἑκατομμυρίων. Ἡ τελευταία ἀπόφασις ἥτις ἔδοσεν χώραν εἰς τοὺς τελευταίους προβιβασμοὺς δὲν ἔχει ὡς παρεστάθη παρὰ τοῦ Κ. Καλλιγᾶ· ἡ ἀπόφασις τοῦ ἐφετείου καταδικάζει τὸ δημόσιον νὰ πληρώσῃ περίπου 20,000 δραχμῶν καὶ τόκον πρὸς 12%, δὲν λέγει δὲ ἂν ὁ ἀξιωματικὸς ὁ κινήσας τὴν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ δημοσίου λόγῳ τῆς στερήσεως τῶν μισθῶν του ἔχῃ δικαίωμα προβιβασμοῦ· καὶ ὅμως, ἐνῷ λόγος ἐγένετο περὶ μισθοδοσίας, ἐδόθη καὶ ἀρχαιότης καὶ προβιβασμός· ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποῤῥίπτει τὴν περὶ ἀναιρέσεως αἴτησιν τοῦ δημοσίου. Τὸ δικαστήριον κατ’ ἐμὲ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ δικάσῃ περὶ μισθῶν, διότι πρὸ τοῦ 54 δὲν ὑπῆρχε μισθὸς συνταγματάρχου καὶ ὅμως ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ μισθοῦ τοιούτου βαθμοῦ. Μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα, περὶ οὗ ἡ εἰσαχθεῖσα πρότασις. Ὑπάρχει τὸ Ψήφισμα τοῦ Κυβερνήτου τῆς 21 Δεκεμβρίου 1828· αὐτὸ λέγει· «Ἂν δὲν ὑπάρχῃ λόγος ἐναντιούμενος εἰς τοῦτο» ὅπερ σημαίνει, ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν εἶναι ἁρμόδια νὰ διζάσωσι περὶ τούτου. Ἐπῆλθε κατόπιν τὸ Διάταγμα τοῦ 1834, ὅπερ λέγει, ὅτι «ὁ προβιβασμὸς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ γίνεται κατ’ ἀρχαιότητα, ἂν δὲν ὑπάρχῃ παράπονον τῶν ἀνωτέρων κατὰ τῶν ὑποψηφίων ὡς ὑπολοχαγῶν κτλ...» Βλέπετε, ὅτι δὲν περιωρίσθη τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ εἰς μόνην τὴν ἀρχαιότητα, ἀλλ’ ἀπαιτοῦνται καὶ ἕτερα προσόντα. Ἐπῆλθε κατόπιν ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν εἰς πολλοὺς τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ προβιβασμὸς εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς ἀρχαιότητος. Τὸ ἄρθρον 7 κάμνει λόγον περὶ προβιβασμῶν. Ἰδοὺ τί λέγει· «Ἀνέγνω αὐτό.» Ἐπειδὴ ὁ νόμος ἐνταῦθα λέγει, δικαίωμα προβιβασμοῦ ἐνόμισαν πολλοὶ, ὅτι εἶναι δικαίωμα ἀναφαίρετον, ἀλλ’ ἐπῆλθε τὸ Διάταγμα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου, καὶ κατόπιν ὁ νόμος περὶ προβιβασμῶν, ὅστις μέχρις αὐτῆς τῆς ἐποχῆς, ἤτοι μέχρι τοῦ 1861, δὲν ὑπῆρχεν, εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1861. Δι’ αὐτοῦ ἐπετράπη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ τὰ προσόντα περὶ προβιβασμοῦ διὰ Διατάγματος, καὶ τὸ τοιοῦτο Διάταγμα ἔχει ἰσχὺν νόμου, διότι εἶναι κανονιστικόν. Ἰδοὺ τί λέγει αὐτὸ Διάταγμα. Ἀνέγνω αὐτό. Βλέπετε, ὅτι δὲν θεωρεῖται δικαίωμα πρὸς προβιβασμὸν ἡ ἀρχαιότης, ἀλλὰ πρέπει νὰ συνδέηται αὕτη καὶ μὲ ἄλλα προσόντα. Ἡ ἀρχαιότης εἶναι μὲν προσὸν κύριον, ἀλλὰ μόνη αὐτὴ δὲν ἀρκεῖ, ἀπαιτεῖται νὰ συνδέηται μὲ ἄλλα προσόντα, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτίμησις μένει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὰ δικαστήρια. Ὑποθέσετε, ὅτι κατατάσσομαι μεταξὺ ἑπτὰ ὑπολοχαγῶν, καὶ πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ προβιβασμοὺς, ἐγὼ εἶμαι πρῶτος, καὶ ἐν τούτοις λαμβάνεται ὁ πέμπτος, ὑπερέχων ἐμοῦ καὶ τῶν λοιπῶν κατὰ τὴν ἱκανότητα, τὸν ζῆλον κλπ., ἐγὼ δὲ δὲν δικαιοῦμαι νὰ καταφύγω εἰς τὰ δικαστήρια, ζητῶν τὸν προβιβασμὸν, λόγῳ ἀρχαιότητος, καταπατηθείσης. Ἐνταῦθα ὅμως τὰ δικαστήρια ἔκαμαν ὑπέρβασιν τῆς δικαιοδοσίας των. Ἡ διαίρεσις, Κύριοι, τῆς δικαιοδοσίας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία σώζει τὰ Ἔθνη. Ὅταν οἱ δικασταὶ ἐπεμβαίνουν εἰς τὰ διοικητικὰ, τότε ἐπέρχεται τὸ χάος· ὁ διαχωρισμὸς τῶν ἐξουσιῶν σώζει τὰς κοινωνίας καὶ τὰ ἄτομα. Διὰ τῆς προτάσεως δὲν προτιθέμεθα νὰ ἀφαρπάσωμεν δικαιώματα, καὶ ν’ ἀρνηθῶμεν δικαιοσύνην εἴς τινας. Ὑποθέσατε, ὅτι ὑπάρχουσί τινες δικαιούμενοι βαθμῶν καὶ προβιβασμοῦ, οἵτινες ὑπηρέτησαν κατὰ τὰ 1834, 1835 καὶ 1836 εἰς τὸν στρατὸν, ἢ καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, καὶ σήμερον καταφεύγουν εἰς τὰ δικαστήρια, ζητοῦντες βαθμοὺς ἐπὶ λόγῳ, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν τοῖς ἀπένειμεν αὐτούς. «Ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τοῦ 1843, δὲν ἐδικαιώθημεν, ἐπῆλθεν ἡ τελευταία αὕτη μεταβολὴ, δὲν ἐδικαιώθημεν, ζητοῦμεν τοὺς βαθμούς μας κατὰ τὰ μητρῷα καὶ τὴν ὑπηρεσίαν μας.» Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἐπέμβασις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν καθαρὰν διοίκησιν· δὲν δύνανται, ὅσοι ἔχουν τοιαύτας ἀπαιτήσεις, ν’ ἀποτανθῶσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ εἴπωσι, «δότε μας τοὺς βαθμούς μας καὶ τὰς ἀποδοχάς μας». Ἔρχεται τὸ δεύτερον ζήτημα· ὑπάρχει τις, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχαιότης κατεπατήθη, διότι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου κατὰ τὴν κρίσιν του· οὗτος ἐτέθη εἰς ἀργίαν καὶ ἀντὶ ν’ ἀνακληθῇ εἰς ἐνέργειαν μένει εἰς τὴν ἀργίαν· ἐν τῷ μεταξὺ προβιβάζονται ἕτεροι ἀξιωματικοὶ, καταπατουμένης τῆς ἀρχαιότητός του, κατὰ τὴν κρίσιν του, διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἠθέλησε νὰ χειροτερεύσῃ τὴν κατάστασίν του, θέτουσα αὐτὸν εἰς ἀποταξίαν. Τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον, ἀπ’ ἐναντίας εἶναι ἀδίκημα κατὰ τῆς κοινωνίας. Ὑποθέσατε, ὅτι εἰμὶ ὑπουργικὸς γραμματεὺς ἑνὸς Ὑπουργείου, ἔχων δικαίωμα προβιβασμοῦ· ἔρχεται ἕνας Ὑπουργὸς καὶ ἀντὶ νὰ προβιβάσῃ ἐμὲ, προβιβάζει ἕνα ἄλλον· δικαιοῦμαι ποτὲ νὰ κινήσω ἀγωγὴν διὰ τοῦτο; Διὰ τὰς τοιαύτης φύσεως δίκας ὑπάρχουσιν εἰδικὰ δικαστήρια εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἔπειτα μήπως διὰ τῆς προτάσεώς μας ἀφαιροῦμεν ὅλως διόλου πᾶν δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ; ὄχι· τοῦτο δι’ ἰδιαιτέρου νόμου θέλει κανονισθῆ· καὶ φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ τοιοῦτος νόμος, μάλιστα εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ διὰ τὴν νομοθεσίαν, καὶ διὰ τὰς πολλὰς ἀμφισβητουμένας διοικητικὰς δίκας, καθὼς εἶναι αἱ περὶ ὑδάτων δίκαι κτλ. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις ᾖναι εἰς κατάστασιν σήμερον ν’ ἀποφασίσῃ τὸ τοιοῦτον, θὰ πράξῃ ἄριστα, ἄλλως ἂς τὸ ἀφήσῃ εἰς τὴν ἐρχομένην νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους φρονῶ ὅτι ἡ πρότασίς μας πρέπει νὰ παραδεχθῇ παρὰ τῆς Συνελεύσεως, ἐπειδὴ ἐξασφαλίζει τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου εἰς τοιαύτας ἀπαιτήσεις. Σημειώσατε ὅτι ἀπὸ τοῦ 1813 μέχρι τοῦ 1857 δὲν ἐπαρουσιάσθη τοιαύτη ἀπαίτησις παρὰ τοῖς δικαστηρίοις· εἷς καὶ μόνος εἶχε τὴν ἐπίνοιαν νὰ παρουσιασθῇ, ἀλλ’ ὅταν ἔλαβε μεγάλην ὑποστήριξιν παρ’ ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἐξεδιώξαμεν, ὁ Κ. Ἀξελός. Ἐν τοῖς ἀνακτόροις ἀπεφασίσθη νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, ἀφοῦ ἠρνήθη ὁ ὑπουργὸς νὰ τὸν βαθμολογήσῃ καὶ ἐπαρουσιάσθη αὐτὸς μόνον ἵνα βαθμολογηθῇ καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐνεργητικὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως καὶ ἦλθε. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη δὲν ἐφαντάσθησαν ποτὲ ὅτι ἠδύναντο νὰ κινήσωσιν ἀγωγὰς τοιαύτας ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Φρονῶ ὅθεν ὅτι ἡ πρότασίς μας εἶναι δικαία καὶ πρέπει νὰ παραδεχθῇ.
§28ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἀπρομελέτητος ὅλως ἔρχομαι νὰ ἀποκρούσω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλοῦ· καὶ αὐτὸς δὲ ὁ ἴδιος δὲν πείθεται πολὺ, φαίνεται, εἰς τὸ δίκαιον τῆς προτάσεώς του. Τί σᾶς εἶπεν; Ἀφοῦ σᾶς ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἦλθε μετὰ ταῦτα καὶ σᾶς εἶπεν, ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν δίκαιον, θὰ τὸ εὕρουν ἐνώπιον μιᾶς ἄλλης ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θὰ συστήσωμεν, τὸ ὁποῖον, φρονῶ, δὲν θὰ ἔλεγεν, ἂν εἶχε περισσότεραν πεποίθησιν εἰς τὴν πρότασίν του. Μία κατάχρησις προσώπου, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὁ προλαλήσας, παρεκίνησε τὸν Κ. Καλὸν, φαίνεται, νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μάθῃ ὁ Κ. Καλὸς τὰ διατρέξαντα κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην, καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην τὰ δικαστήρια οὐδόλως ἔσφαλαν, ἀλλ’ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι παρέστησαν κακῶς τὰ πράγματα. Ὁ Κ. Ἀξελὸς εἶχε ζητήσει ἐπὶ τῆς ἀντιβασιλείας εἰσέτι νὰ παραιτηθῇ, εἰς δὲ τὸ ἔγγραφον τῆς παραιτήσεώς του ἡ ἀντιβασιλεία φαίνεται ὅτι διέταξε νὰ κοινοποιηθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ἀποδοχὴ τῆς παραιτήσεως. Ὅλοι ἐννοοῦμεν ὅτι βεβαίως αὐτὴ ἡ διαταγὴ ἐξετελέσθη· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς μεταξὺ τοσούτου καιροῦ καὶ τῶν ἐνεργειῶν τίνος, αὐτὸ τὸ ἔγγραφον τῆς κοινοποιήσεως τῆς παραιτήσεως ἐχάθη. Ὁ Κ. Ἀξελὸς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἠμφισβήτησεν ὅτι ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτὸ ποτὲ ἔγγραφον παραιτήσεως. Τώρα ἐρωτῶ ὑμᾶς ἔσφαλον τὰ δικαστήρια παραδεχθέντα τὴν ἀρχήν του; ἀναγνωρίσαντα αὐτὸν ὡς μὴ παραιτήσαντα τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατεῖχε καὶ δόντα αὐτῷ τοὺς μισθούς του; Τί ἠθέλατε κάνει σεῖς, ἐὰν ἐπαρουσιάζετο ἐνώπιων ὑμῶν τοιαύτη ὑπόθεσις; Κύριοι, πρέπει νὰ ἤμεθα πολὺ προσεκτικοὶ, ὅταν ἐρχώμεθα ἐνώπιον ὅλου τοῦ Ἔθνους νὰ ψέγωμεν ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας οὔτε ἀνεγνώσαμεν, οὔτε ἐμελετήσαμέν ποτε.
§29ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Μόνον αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸ δικαστήριον τοιαύτης φύσεως.
§30ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν γνωρίζω τώρα ἂν ἐπαρουσιάζοντο ἄλλα πρόσωπα τί ἠθέλατε εἰπεῖ; ὑποθέσατε, ὅτι εἷς στρατιωτικὸς ἐκ τῶν συναδέλφων μας ζητεῖ τὴν παραίτησίν του, καὶ τὸν ἀφίνουν ἐπὶ πολὺν καιρὸν εἰς ἀμφίβολον θέσιν, δὲν τοῦ δίδουν οὔτε μισθὸν οὔτε τίποτε· δὲν ἔπρεπε νὰ προστρέξῃ εἰς τὰ δικαστήρια; Τὰ δικαστήρια οὐδέ ποτε ἀπεφάσισαν, ὅτι ὁ δεῖνα εἶναι προβιβαστέος ἢ ὄχι· εἰς τοῦτο μάλιστα διεκηρύχθησαν ἀναρμόδια ν’ ἀποφασίσουν, εἶπον μόνον, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἕνεκα τῶν καταχρήσεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐζημιώθη, καὶ ἐκτιμῶντα τὴν χρηματικὴν ζημίαν αὐτοῦ ὑπεχρέωσαν τὸ δημόσιον εἰς χρηματικὰς ἀποζημιώσεις. Καὶ πιστεύω, ὅτι πολὺ ὀρθῶς ἀπεφάνθησαν τὰ δικαστήρια. Ἂν δὲ ἐγὼ, καί τοι νομικὸς, ὡς μὴ μελετήσας τὴν ὑπόθεσιν, δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ἀποφανθῶ περὶ τοῦ ζητήματος, πιστεύω ὅτι καὶ σεῖς θέλετε εὑρεθῆ εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, καὶ δὲν θὰ δυνηθῆτε βεβαίως νὰ ἐπικρίνητε ἀπρομελέτητοι ἀποφάσεις, στηριζομένας καὶ εἰς αὐτὴν τὴν νομολογίαν τῶν δικαστηρίων τῆς Γαλλίας, τῆς ὁποίας ἀντεγράψαμεν τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους· τί λοιπὸν πρέπει νὰ κάμωμεν; Καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Δεληγεώργης, καὶ καθὼς εἶχον τιμὴν νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ προχθὲς, τὸ ψήφισμα δὲν εἶναι ποσῶς κατεπεῖγον· τὰ δικαστήρια δὲ συνεδριάζουν τώρα, ἑπομένως δὲν δύνανται ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπ’ οὐδεμιᾶς ὑποθέσεως· ὥστε πρέπει ν’ ἀποφανθῆτε, κατ’ ἐμὲ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν εἶναι κατεπείγουσα καὶ νὰ σταλῇ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς διὰ νὰ ἔλθῃ μία ἐργασία ἐκκαθαρισμένη, τὴν ὁποίαν, ἐὰν ᾖναι δικαία, νὰ τὴν παραδεχθῇ τε, ἄλλως νὰ τὴν ἀποῤῥίψητε. Ἄλλως τε καὶ ἡ σύνταξις τοῦ ψηφίσματος δὲν μοὶ φαίνεται πολὺ ὀρθή. Ἔχομεν νόμον καταστατικὸν τοῦ στρατοῦ· φρονεῖτε σεῖς ὅτι τὰ δικαστήρια ἀναρμοδίως ἐπελήφθησαν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως; κάμετε ἕνα ἑρμηνευτικὸν νόμον, μὴ προσβάλλετε δωρεὰν τὰ δικαστήρια, μὴν ἔρχεσθε ἐδῶ τυχαίως καὶ φέρετε ἐνδοιασμοὺς κατὰ τῶν ἀποφάσεων χωρὶς νὰ τὰς λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ἐνθυμηθῆτε, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ Πληρεξούσιος Καλαβρύτων, ὅτι θέλετε δικαιώσει τὸν πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας διὰ τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη διὰ τὰ δικαστήριά μας· θέλετε καὶ εἰς τὸν ἔξω κόσμον καὶ εἰς τὸν ἔσω ἀποδείξει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κἀμμία πεποίθησις εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ὅτι εἶναι ὄργανον τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Ὄχι, Κύριοι, ἂν ὑπῆρξεν ἀσφάλεια τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ προσώπου, ὑπῆρξεν ἕνεκα τῶν δικαστηρίων, καὶ εἰς αὐτὰ μόνον ἠδύναντο νὰ προστρέξουν οἱ πολῖται· διὰ τοῦτο χωρὶς νὰ ἔλθω νὰ ἐξετάσω τὸ ψήφισμα κατ’ οὐσίαν, διότι σᾶς λέγω ὅτι εἶμαι ἀμελέτητος, προτείνω νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπὰς καὶ τὰ τμήματα καὶ νὰ ἔλθῃ ἐπεξειργασμένον, ἄλλως φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔλθωμεν ποτὲ εἰς ψήφισμα τοιοῦτον, ἀλλ’ ἁπλῶς ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν ἓν ἑρμηνευτικὸν ψήφισμα τοῦ περὶ καταστατικοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου.
§31ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὁμιλία μου θὰ ᾖναι ἐπὶ τῆς ὁμιλίας τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ.
§32ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μολονότι, Κύριοι, σέβομαι ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὰς θεωρίας τοῦ Κ. Πληρεξουσίου ἐκ Μεσσολογγίου, σέβομαι ὅμως ἐπίσης κατὰ μείζονα λόγον τὰς πολιτικὰς θεωρίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νομοδιδασκάλου ἐν τῇ Ἑλλάδι Κ. Καλλιγᾶ· ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ὅμως, καθόσον ἀφορᾷ τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι πλανῶνται. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη πολλάκις εἶναι ἀντίθετος τῆς κοινῆς δικαιοσύνης τοῦ κράτους, ἡ αὐτοδικία τιμωρεῖται κατὰ τὸν κοινὸν νόμον τοῦ κράτους, ἀλλ’ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς εἰς ὡρισμένας περιστάσεις εἶναι καθῆκον, καὶ ἂν δὲν τὸ ἐκτελέσῃ ὁ στρατιωτικὸς, θεωρεῖται ἄτιμος· ὅταν ὁ πολιτικὸς ῥαπισθῇ καθ’ ὁδὸν καὶ ἀντιῤῥαπίσῃ, παραπέμπεται εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον καὶ καταδιώκεται· ὅταν ὅμως ἀξιωματικὸς ῥαπισθῇ καθ’ ὁδὸν καὶ δὲν σκοτώσῃ τὸν ῥαπίσαντα, θεωρεῖται ἄτιμος. (ἀποδοκιμασία γενική).
§33ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ εἶναι συνήθειαι στρατιωτικαὶ, δὲν εἶναι γραπτοὶ νόμοι.
§34ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μὴ σκανδαλίζεσθε, διότι οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, σᾶς φέρω παραδείγματα καὶ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησαν κατὰ τὸν κοινὸν νόμον τοῦ κράτους, καὶ τὰ δικαστήρια τῆς τιμῆς κατεδίκασαν αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικοὺς, θὰ σας φέρω πράγματα καὶ ἀποφάσεις στρατοδικείων. Σᾶς εἶπον λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ κοινωνία εἶναι εἰδικὴ, ἔχει ἰδίους νόμους καὶ ἴδια ἔθιμα, τὰ ὁποῖα πολλάκις εἶναι εἰς πλήρη ἀντίθεσιν τῶν κοινῶν νόμων, ἐθίμων καὶ τῆς κοινῆς δικαιοσύνης. Ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ καταδείξω ὅτι τὰ κοινὰ δικαστήρια τοῦ τόπου δὲν θὰ ἔχουν τὰ ἐλάχιστα δικαιώματα τῆς ἐκτελέσεως καὶ κατὰ συνέπειαν τῆς χρηματικῆς ἀποζημιώσεως διότι τὸ ψήφισμα θέλει ν’ ἀπαλλάξῃ τὰ δικαστήρια ἀπὸ τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν τῶν περιστάσεων. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει δύο ἰδιότητας, τοῦ βαθμολόγου καὶ τοῦ ἐν ἀργίᾳ ἀξιωματικοῦ· ὁ βαθμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶναι κτῆμά του, δὲν δύναται οὔτε Κυβέρνησις, οὔτε ὁ βασιλεὺς νὰ τὸν ἀφαιρέσῃ ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως ὁριστικῆς. Τὴν ἰδιότητα ὅμως τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς ἐνεργείας τὴν διαθέτει ἀποκλειστικῶς ἡ Κυβέρνησις κατά τινας ὅρους καὶ διατάξεις, τὰς ὁποίας αὐτὴ ὁρίζει διὰ νόμων ἢ διὰ διαταγμάτων· οὐδεὶς ἐφιλονείκησε τὴν ἰδιότητα τῶν δικαστηρίων περὶ ἀπαλλοτριώσεως βαθμοῦ. Ὅταν πρόκηται, Κύριοι, σήμερον εἰς ἐμὲ, ὅστις δὲν δίδω παραίτησιν, αἴφνης ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ, σὲ καθαιρῶ ἀπὸ τὸν βαθμόν σου, τότε ἐννοῶ, ὅτι δύναμαι νὰ προσφύγω εἰς ἓν δικαστήριον καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀξιωματικὸς, καὶ ἐν τίνι δικαιώματι σὺ, Κ. ὑπουργὲ, μοῦ ἀφαιρεῖς τὸ ἀξίωμά μου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἰδιοκτησία μου ἀναφαίρετος καὶ δὲν δύναται νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ εἰμὴ ἀπόφασις Στρατοδικείου ἐπὶ ὡρισμένῃ κατηγορίᾳ; ἀλλὰ νὰ παρουσιασθῶ ἐγὼ ὁ ἀξιωματικὸς καὶ νὰ εἴπω εἰς τὸν ὑπουργὸν, ἐπειδὴ μὲ ἔβαλες εἰς ἀργίαν, διότι οὕτως ἐβουλήθης, σὲ ἐνάγω εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ζητῶ ἀποζημιώσεις χρηματικὰς καὶ δικαίωμα προβιβασμοῦ! Κύριοι, τὰ δικαστήρια δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτιμήσουν τὴν ἀρχαιότητα· προχθὲς σᾶς ἔφερον τρεῖς νομοδιδάσκαλοι μίαν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ τελευταῖος στρατιωτικὸς ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ κατακρίνῃ ὡς ἀπόφασιν νομικὴν μὲν, ἀλλὰ στρατιωτικῶς σφαλερὰν καὶ ἄδικον καὶ πρωτοφανῆ· σᾶς ἔφεραν μίαν νομολογίαν καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ὁ ἀπότακτος ἀξιωματικὸς τίθεται εἰς ἐνέργειαν· εἶναι ὑπογραφὴ τοῦ Κ. Σαριπόλου, Παππαῤῥηγοπούλου καὶ τοῦ Κ. Τριανταφύλλη ἀνθρώπων δοκιμωτάτων περὶ τὰ νομικά· ἐρωτήσατε τὸν τελευταῖον στρατιώτην, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τὸ τοιοῦτον· καὶ μολαταῦτα οἱ νομολόγοι οὗτοι ἄνθρωποι εἶναι ἀκατάλληλοι, μὲ συγχωρεῖτε, ἐντελῶς ἄλογοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν στρατιωτικῆς δικαιοσύνης. Ἡ ἀργία, Κύριοι, ἐπιβάλλεται διὰ λόγους καθαρῶς στρατιωτικοὺς, δὲν δύνανται νὰ τὴν ἐκτιμήσουν τὰ κοινὰ δικαστήρια, μόνον τ’ ἀνακριτικὰ συμβούλια, ὁ Ὑπουργός. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς συστήσῃ ἓν συμβούλιον ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον ἀποφανθῇ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἐτέθη εἰς ἀργίαν ἀδίκως, τότε τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως ὅτι ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία εἶναι εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πολλάκις μὲ τὴν κοινὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ κοινωνία εἶναι ἰδιάζουσα ἔχει ἔθιμα ὅλως διαφορετικά, πρέπει νὰ τὰ γνωρίζῃ κανεὶς, ὅταν ὑπηρετῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ.
§35ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κύριε Μαυρομιχάλη, σᾶς παρακαλοῦμεν πολὺ νὰ μᾶς φέρετε τὸ ἄρθρον τοῦ Νόμου.
§36ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ γνωρίζητε τοὺς στρατιωτικοὺς Νόμους, καθὼς ἐγὼ τοὺς κυρίως πολιτικοὺς Νόμους· πρέπει νὰ ζήσητε εἰς στρατιωτικὴν κοινωνίαν διὰ νὰ γνωρίζετε καὶ τὰ στρατιωτικὰ ἔθιμα.
§37ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἀλλ’ ὡς νομικὸς δὲν δύναμαι νὰ δώσω πλήρη πίστιν εἰς τοὺς λόγους σας, ἂν δὲν ἴδω καὶ τὸ ἄρθρ. τοῦ Νόμου.
§38ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον οὐδεὶς ἀπότακτος ἀξιωματικὸς ἔρχεται εἰς ἐνέργειαν.»
§39ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νὰ μᾶς φέρητε αὐτὸν τὸν Νόμον διὰ νὰ τὸν ἑρμηνεύσωμεν, καθόσον ἐπιμένω ὅτι δὲν θέλετε μοὶ ἐπιδείξει Νόμον στρατιωτικὸν τοιοῦτον.
§40ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σᾶς εἶπον, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ὅτι τὰ κοινὰ Δικαστήρια δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως, χωρὶς, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα τῶν προβιβασμῶν, διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον, ἀλλὰ μόνον περὶ τοῦ ψηφίσματος, ὅτι τὰ δικαστήρια κηρύττονται ἀναρμόδια δι’ ἐκδίκασιν, δι’ ἐξέλεγξιν ἀρχαιότητος. Ἀλλὰ, Κύριοι, μὲ λέγουν ὅτι αἱ ἀποφάσεις δὲν ἀποφαίνονται ὅτι τὸ δεῖνα ἄτομον εἶναι προβιβαστέον ἢ ὄχι, ἀλλ’ ὅτι ἀνακτᾷ τὴν ἀρχαιότητά του· αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι μία ἰδέα, ἥτις ἢ εἶπες ὅτι ἀνακτᾷ τὴν ἀρχαιότητά του ἢ ὅτι εἶναι προβιβαστέος, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ αὐτό. Τί ἐστὶν ἀρχαιότης, Κύριοι; εἶναι μία λέξις, ἥτις συμπίπτει μὲ τὸν προβιβασμόν· ἡ ἀρχαιότης εἶναι ἀπὸ τὰ οὐσιώδη προσόντα καὶ τὰ κύρια πρὸς προβιβασμὸν, δὲν εἶναι τὸ μόνον, διότι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἀρχαιότης καὶ τὸ ἄτομον νὰ μὴ ᾖναι προβιβαστέον, νὰ μὴ ἔχῃ τὰς ἀναγκαίας ἰδιότητας τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ὅλως ἀσυνεπὲς ἐγὼ ὁ λοχαγὸς ὅστις δύναμαι νὰ ἔχω τὴν ἀρχαιότητα ἀπὸ τοῦ 1830, νὰ λαμβάνω ἀποδοχὰς συνταγματάρχου καὶ νὰ ἔχω βαθμὸν λοχαγοῦ, εἶναι πραγματικὸς παραλογισμὸς, καὶ κατὰ συνέπειαν αἱ Κυβερνήσεις εἰδικῶς ὑποχρεοῦνται, ὅταν τὰ δικαστήρια ἀποφαίνωνται ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀρχαιότητος νὰ τοῦ δώσουν καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ βαθμοῦ αὐτοῦ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι οὔτε τὸ δικαίωμα τοῦ ἀποδίδειν τὴν ἀρχαιότητα ἔχουσι τὰ δικαστήρια, διότι τὸ δικαίωμα τῆς ἀρχαιότητος τὸ προσδιορίζει ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἀξιωματικοῦ, διατίθεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις κατά τινας ὅρους καὶ διατάξεις ὁρίζει τὴν κατάταξιν τῶν ἀξιωματικῶν τὸν ἕνα εἰς ἐνέργειαν τὸν ἄλλον εἰς ἀργίαν· οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους θέτει ἡ Κυβέρνησις τὸν ἀξιωματικὸν εἰς ἀργίαν δὲν δύνανται νὰ ᾖναι εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κοινοῦ δικαστηρίου ἀλλὰ τοῦ στρατιωτικοῦ, διότι ἡ ἀρχαιότης λογίζεται ἀναλόγως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀξιωματικοῦ· ἡ ἀρχαιότης εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τῆς ἀργίας χάνεται καθόσον αὐτὸς μένει εἰς ἀργίαν, ἄρα τὴν ἀρχαιότητα τὴν διαθέτει ἡ Κυβέρνησις καὶ ὄχι τὸ δικαστήριον. Ἐκ τούτων ὅλων, Κύριοι, καὶ ἐκ τῆς σκανδαλώδους ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάκτησιν τῆς ἀρχαιότητος τοῦ Κ. Ἀξελοῦ καὶ τὸν συνεπείᾳ τῆς ἀρχαιότητος ἐκείνης προβιβασμὸν, ὅστις κατέστη τὸ γενικὸν σκάνδαλον τοῦ στρατοῦ, ὅστις μετὰ ταῦτα ἀναγνωρίσας τὴν θέσιν του, ἐξωστρακίσθη μόνος του, βλέπετε ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτιμήσεως δὲν ἔγκειται εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διότι τότε πρὸς τί νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων; μήπως ὁ πολ. νόμος ἢ τὰ καταστατικὰ τῶν διαφόρων ὑπουργείων δὲν ὁρίζουν, ὅταν ὁ ὑπάλληλος φέρῃ ὑπηρεσίαν τόσων ἐτῶν, δὲν δικαιοῦται εἰς προβιβασμόν; βλέπετε πολλάκις ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι κατέτριψαν τὸν βίον των εἰς τὰς πολιτικὰς θέσεις, ἀδικουμένους μάλιστα καὶ ἔρχεται ἕνας ὑπουργὸς φατριαστὴς καὶ τοὺς ἀποπέμπει· ὁ ὑπάλληλος λοιπὸν οὗτος, διατὶ δὲν δικαιοῦται νὰ προσέλθῃ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ὑπηρετῶ ἀπὸ παιδὶ τὸ δημόσιον καὶ ἐν τοσούτῳ μὲ ἀπολύετε; Τί περισσότερον δικαίωμα ἔχει ὁ ἀξιωματικός; ἀλλ’ ἡ βαθμολογία εἶναι ἰδιοκτησία ἀνατεθειμένη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν, διότι δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀπαιτήσω ἐγὼ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὲ ἔχῃ εἰς ἐνέργειαν· ἔχω τὴν ἀπαίτησιν ὅταν μοῦ εἴπῃ αὐτεπαγγέλτως ὁ ὑπουργὸς, σὲ καθαιρῶ Κύριε λοχαγὲ, πρὶν μοῦ τὸ εἴπῃ ἓν στρατοδικεῖον, καθὼς τὸ λέγει εἰς τὸν Νομάρχην καὶ τὸν Δικαστήν· ἠμπορεῖ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ δικαιώματί της νὰ μοῦ εἴπῃ, ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν σὲ μεταφέρω εἰς τὴν ἀργίαν, ἔχει δικαίωμά τι, ἔγκειται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ὑπουργοῦ τοῦτο. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι αἱ ἐκτιμήσεις αὐταὶ τῶν δικαστηρίων δὲν εἶναι ὅμοιαι μὲ ἄλλας, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἔκαμαν νὰ ἀποδώσουν εἰς τὸν Ἀξελὸν 80 χιλ. δραχμὰς καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, εἰς ἄνθρωπον, ὅστις δὲν γνωρίζει τί ἐστὶ στρατιώτης. Αὐτοῦ τοῦ ἀτόπου παραδεχθέντος, βλέπετε ὅτι αἱ αἰτήσεις τῆς θεραπείας θὰ ᾖναι ἄπειροι, καὶ βλέπετε ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἄκυρα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν τῶν πράξεων. Καὶ, Κύριοι, ποῖα παραδείγματα εὐρωπαϊκῶν κρατῶν δύνασθε νὰ φέρετε εἰς ὑποστήριξιν τοιούτων ἰδεῶν; μὴ νομίζετε ὅτι τὰ ἄτοπα λαμβάνουν χώραν μόνον εἰς τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ δὲν γίνονται εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου. Εἰς τὸν στρατὸν τῆς Γαλλίας, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετήσω δύω ἔτη, ἀξιωματικῶν ἐξελθόντων ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ σχολεῖα εἰς ἐκστρατείαν παρεμποδίσθη ἡ ἀρχαιότης καὶ ὁ προβιβασμός των. Ἡ Κυβέρνησις ἐκτὸς τῆς διαθέσεως αὐτῆς ἔχει κατὰ τοὺς νόμους τὴν διάθεσιν τοῦ προβιβάζειν κατ’ ἐκλογὴν, ἢ κατ’ ἀρχαιότητα. Κατ’ ἀρχαιότητα, ὅταν τὴν ἀρχαιότητα τὴν εὑρίσκῃ συνδεδεμένην μὲ ἄλλα πλεονεκτήματα. Λέγω μόλον τοῦτο, ὅτι εἰς τὸν στρατὸν τῆς Γαλλίας καὶ εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς ἀδικήματα δὲν δύνανται παρὰ νὰ γίνωνται. Πάντοτε ὅμως δὲν εἶναι παραδεκτὸν, ὅτι δικαστήριον τῆς Εὐρώπης ἐπελήφθη τῆς ἐξελέγξεως τοῦ δικαιώματος τῶν ἀξιωματικῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ νὰ ἐπέμβουν τὰ δικαστήρια εἶναι πρᾶγμα ὅλως πρωτοφανές· αὐτὰ τὰ ἀδικήματα θεραπεύονται πάντοτε διὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία τὰ κάμνει καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὰ ἐπανορθώσῃ ἀκολούθως. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐπειδὴ τὸ δικαίωμα τῶν προβιβασμῶν εἶναι δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ἐπὶ τῇ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπειδὴ στηρίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχαιότητος καὶ τῶν λοιπῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ νόμου, κατὰ συνέπειαν τὰ δικαστήρια δὲν δύνανται νὰ ἔχουν δικαίωμα εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, διότι σφετερίζονται τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας τοῦ νὰ προβιβάζῃ, διότι ἀποδίδοντα τὰ δικαστήρια τὴν ἀρχαιότητα δὲν λέγουν ἀμέσως «προβίβασον,» ἀλλὰ δός του χρήματα, δός του βαθμόν· κατὰ συνέπειαν ὑποστηρίζω τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ Κ. Καλὸς, διὰ τοῦ ὁποίου κηρύττονται ἀναρμόδια τὰ δικαστήρια τῆς ἀποζημιώσεως καὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν.
§41ΛΑΠΑΣ. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἔχομεν δίκαιον νὰ ἤμεθα ἀντιπολιτευόμενοι πάντοτε, θέλομεν νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ πηγαίνωμεν εἰς τὰ δικαστήρια.
§42ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Κύριοι, πιστεύω, ὅτι σπουδαιότερον ζήτημα ἀπ’ αὐτὸ τὸ εἰσαγόμενον σήμερον, σπουδαιότερον ζήτημα ἴσως δὲν εἰσήχθη ἄχρι τοῦδε ἄλλο εἰς τὴν Συνέλευσιν. Μὴ νομίζετε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἑνὸς λεπτοῦ χαρτί· κατ’ ἐμὲ ὁ Ὄθων ἤθελε χαρῆ μεγάλως, ἐὰν αὐτὸ τὸ ψήφισμα ἐπροτείνετο πρὸ 10, 20 μηνῶν, καὶ ὁ Κ. Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης μεταξὺ τῶν ἄλλων δὲν ἤθελεν ἔχει οὔτε τὸν βαθμόν του, οὔτε τὰ γαλόνια ἐπὶ τοῦ τραχήλου του, καθὼς καὶ ἄλλοι πολλοί. Πρὶν εἰσέλθω κατ’ οὐσίαν εἰς τὰ καθέκαστα, ἀνασκευάζω πρῶτον τὸ ἐδάφιον τοῦτο· «ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τὰ τῆς δικαιοδοσίας διὰ τοιαύτας ἀπαιτήσεις.» Τὸ ἐδάφιον τοῦτο, τολμῶ νὰ τὸ εἴπω, εἶναι δόλιον, διότι πολλοὶ νόμοι ἔγειναν τοιοῦτοι ἀπὸ τὸ 33 ἕως τώρα· καὶ ὁσάκις ἤθελεν ἡ ἐξουσία νὰ δολιευθῇ τὰ δικαιώματα τάξεώς τινος, ἔλεγεν οὕτω π. χ. «περὶ τῶν φαλαγγιτῶν θὰ γίνῃ νόμος ἰδιαίτερος·» καὶ οὐδέποτε ἔγεινεν. Ὅταν, Κύριοι, ἐσχάτως ἐψηφίσθη νόμος μακρὸς, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε βάρη μεγάλα εἰς τὸ κράτος καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, περὶ συντάξεως, εὑρέθη χριστιανός τις καὶ ἐλάλησεν ἐν τῷ συμβουλίῳ ἐκείνῳ, ὅπου ἐγίνετο ὁ νόμος, καὶ περὶ τῶν φαλαγγιτῶν· ἀλλὰ δὲν κατώρθωσεν ἢ νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς ἐδάφιον «ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τὰ περὶ τῶν φαλαγγιτῶν». Κατὰ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν τοῦ 21, ἄνθρωποι πλούσιοι συνενεγκόντες πολλὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ ἔθνος ὤφειλε πολλὰ, εἶχον ἀπαιτήσεις τινάς. Ἐῤῥίφθη ἓν ἐδάφιον εἰς ἕνα νόμον, ὅτι αὐτοὶ θ’ ἀποζημιωθοῦν ἁδρῶς, θὰ λάβουν ὅ,τι ἔδωκαν· ἀλλὰ πότε; ἰδιαίτερος νόμος θέλει τὸ κανονίσει. Κύριοι, ὁ σκοπὸς τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ εἶναι καθαρὸς— νὰ καταργηθῶσι τὰ δικαιώματα τὰ κεκτημένα τῶν ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος αὐξηθέντων· διὰ τοῦτο ἔχω αὐτὸ τὸ ἐνδιαφέρον, ἐπέμενα νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι νομίζω, ὅτι τὸ κακὸν θὰ ᾖναι ἀθεράπευτον, διότι ποτὲ νόμος τοιοῦτος δὲν θὰ γίνῃ· ἄλλως δὲν βλέπω τὸν εἰλικρινῆ σκοπὸν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς καὶ νὰ συστήσωμεν ἓν ἄλλο δικαστήριον, διὰ νὰ δικάσῃ τὰς ἰδίας ὑποθέσεις· τότε δὲν ἔχει σκοπὸν αὐτὸ τὸ ψήφισμα, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἐπιτυγχάνεται, διότι τὸ ἐδάφιον αὐτὸ δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ ποτέ. Ὁμιλῶ λοιπὸν ἐν πνεύματι, ὅτι πρόκειται περὶ καταργήσεως κεκτημένων δικαιωμάτων. Κύριοι, ἀναπτυσσομένου τοῦ λόγου μου, θ’ ἀποδειχθῇ κατ’ ἐμὲ, ὅτι ἡ Συνέλευσις κάμνει πολὺ κακὰ νὰ μεταβάλλεται εἰς δικαστήριον. Καθαρῶς θ’ ἀποδειχθῇ, ἐλπίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις προσβάλλει τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας, παραδεχομένη αὐτὸ, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἱερόν· ἡ Συνέλευσις δίδει ὀπισθενεργὸν δύναμιν, καὶ καταστρέφει δικαίωμα τόσον ἱερὸν, καὶ τόσον δίκαιον, ὅσον ἱερὸν εἶναι τὸ δικαίωμά μου ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας μου. Ἐλπίζω νὰ πεισθῇ ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι τόσον περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, διότι δὲν εἶμαι ἀξιωματικὸς, καὶ δὲν ἔχω συγγενεῖς, ἐνδιαφέρομαι ὅμως ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ κράτους καὶ θέλω ἰσχυρισθῆ, ὅτι εἶναι μέγα ἐνδιαφέρον ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ στρατοῦ (εὖγε). Ἐὰν δὲν ᾖναι ἀνοικτὰ τὰ δικαστήρια, ὁ στρατὸς, ὁ εὐγενὴς αὐτὸς στρατὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ εὐγενέστερος τῶν στρατῶν τοῦ κόσμου, κατ’ ἐμὲ δὲν θὰ εἶχε τὴν δύναμιν νὰ βοηθήσῃ τὴν Ἑλλάδα, νὰ δώσῃ τὴν χεῖρα, καὶ νὰ τὴν ἐγείρῃ πρηνῆ χαμαὶ κειμένην κατὰ τὸ 43, καὶ κατὰ τὸν 8βριον τοῦ 62. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἔθνους διακινδυνεύει, παραδεχομένου αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος· διατί; διότι κινδυνεύει ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἡ ἀνάλογος ἀνεξαρτησία τοῦ στρατοῦ. Ὁ στρατὸς εὐκόλως γίνεται ὄργανον τυφλὸν μιᾶς κακῆς Κυβερνήσεως· ὅταν ἐγὼ ἦμαι Ὑπουργὸς, καὶ ἦμαι βάνδαλος, καὶ θέλω νὰ μεταχειρισθῶ ὡς δήμιον τὸν στρατὸν, εὑρίσκω τὸν τρόπον· ὅλους τοὺς εὐγενεῖς ἀξιωματικοὺς τοὺς πέρνω ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ τοὺς βγάζω ἔξω, καὶ εὑρίσκω δημίους, διότι εἰς κανὲν ἔθνος δυστυχῶς διὰ τὴν ἀνθρωπότητα δὲν ἔλειψαν οἱ δήμιοι. Ἔρχομαι εἰς τὰ καθέκαστα, Κύριοι, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε. Ἡ Συνέλευσις πολλάκις ἐλέχθη ἐδῶ, τί εἶναι· εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ τὸ εἴπω καὶ πάλιν· εἶναι ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους, καὶ συγκεντρώνει εἰς ἑαυτὴν τὴν καταστατικὴν καὶ νομοθετικὴν ἐξουσίαν τοῦ κράτους, τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, διότι συγκεντρώνει τὴν κυριαρχίαν, καὶ ἡ κυριαρχία σύγκειται ἐξ αὐτῶν· πρέπει νὰ αἰσθανθῶμεν ὅμως πολὺ καλὰ ὅτι ἡ σύστασις τῆς Συνελεύσεως, τὰ στοιχεῖα ἐξ ὧν σύγκειται, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἡ Συνέλευσις εὐδοκιμεῖ μόνον εἰς τὰς καταστατικὰς αὐτῆς ἐργασίας καὶ τὰς νομοθετικὰς, εἰς δὲ τὰς διοικητικὰς σφάλλει, ὡς ἀπεδείχθη πάντοτε σχεδὸν καὶ ἐσχάτως δυστυχῶς· ἐὰν δὲ καταβῇ καὶ παρακάτω, καὶ θελήσῃ νὰ ἐξασκήσῃ καὶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, κατ’ ἐμὲ δὲν ἔχομεν τίποτε βέβαιον, οὔτε ζωὴν, οὔτε ἰδιοκτησίαν. Παρατηρήσατε αὐτὴν τὴν Συνέλευσιν, τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ὁ ὄχλος τῶν ἐφημερίδων τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ἐξευτελίζει τόσον πολύ. Εἰς τὰ καθήκοντά της τὰ κύρια, τὰ καταστατατικὰ καὶ τὰ νομοθετικὰ ἐφέρθη λίαν καλῶς· οὐδεμία Συνέλευσις τοῦ κόσμου ἐφέρθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ βασιλέως καὶ τῆς Βαυαρικῆς δυναστείας, καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως, καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ πολιτεύματος, καὶ εἰς ὅλα τὰ νομοθετικὰ ἔργα ηὐδοκίμησεν. Ἐπίσης πνεῦμα οἰκονομίας κατέλαβεν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐζήτησε πανταχοῦ τὴν οἰκονομίαν, πνεῦμα προστασίας εἰς τὴν γεωργίαν καὶ τὴν ἐπροστάτευσεν. Ἐξ ἀνάγκης ἦλθεν εἰς τὰ διοικητικὰ, ἀλλ’ ὅμως δὲν ἠμπόρεσεν ἀκόμη νὰ παγιώσῃ μίαν Κυβέρνησιν. Ταῦτα σᾶς εἶπον, διὰ νὰ ἐννοήσητε ἐξ ἀναλογίας, ὅτι, ἐὰν καταβῶμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, θὰ πάθωμεν τὸ ἴδιον· διότι τοιαύτη εἶναι ἡ φύσις τῶν πραγμάτων· τετρακόσιοι ἄνθρωποι δὲν ἠμποροῦν νὰ διοικήσουν, καὶ τοῦτο εἶναι ἀποδεδειγμένον, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ ἀποδείξω. Δυστυχῶς ἐνηργήθησαν λυπηρὰ ἐσχάτως πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικήσῃ ἡ Συνέλευσις. Εἶναι ὅμως πλέον ἐπικίνδυνον νὰ δικάσωμεν δίκας, καὶ νὰ δικάσωμεν ἐν συνόλῳ ὅλας τὰς δίκας τῶν ἀδικηθέντων ἐπὶ Ὄθωνος διὰ τοῦ παρόντος ψηφίσματος — νὰ δικάσωμεν χωρὶς νὰ ἠξεύρωμεν ποῖοι εἶναι οἱ ἀδικηθέντες καὶ ἐνδιαφερόμενοι! δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν κατόπιν, ὅτι ἐδικάσαμεν καλὰ ἡμεῖς, ἡ ἐπαναστατικὴ Συνέλευσις, καλλίτερα ἀπὸ τὰ δικαστήρια, ἐνῷ ἠξεύρομεν καὶ ἀκούομεν τὸν ἕνα μόνον διάδικον τὸ Δημόσιον, τοὺς δὲ ἀδικηθέντας δὲν γνωρίζομεν παντάπασι!! καὶ ἐν τούτοις θέλομεν νὰ φέρωμεν ὅλους μὲ ἕνα χαρτὶ καὶ νὰ εἴπωμεν «καλῶς ἠδικήθησαν». Τί, Κύριοι; ἐὰν τινὲς φέρωσι λόγους οἰκονομικοὺς, ἐὰν πρόκηται ν’ ἀδικηθῶσί τινες, ὁπωσδήποτε, δὲν εἶναι καλλίτερον, ἀντὶ ν’ ἀδικηθῶσιν οἱ ἀδικηθέντες ἐπὶ Ὄθωνος, ν’ ἀδικηθῶσιν οἱ ἀδίκως βραβευθέντες ἐπὶ Ὄθωνος; (εὖγε, εὖγε)· αὐτὸ εἶναι ὀρθότερον. Ἔλαβόν τινες βαθμοὺς, ἔλαβόν τινες χρήματα, νὰ τοὺς ἀφαιρεθῶσιν· ἐὰν δηλαδὴ ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ κάμῃ ἓν τοιοῦτον βῆμα αὐθαίρετον, δίκαιον εἶναι τοὺς ἀδίκως παραγκωνισθέντας νὰ μὴ τοὺς ἐγγίξῃ, ἢ ἂν θέλῃ ἂς τοὺς ἐγγίξῃ, ἀλλὰ τοὺς ἀδίκως βραβευθέντας ἔχομεν δεκαπλάσιον δικαίωμα ν’ ἀδικήσωμεν διὰ μιᾶς αὐθαιρέτου πράξεως· (γέλως). Λυποῦμαι, διότι εἰσήγαγεν ὁ Κύριος Καλὸς τοιαύτην πρότασιν, ὡς τὴν παροῦσαν· ἡ ἰδιοκτησία εἶναι πολύτιμος· δὲν πρέπει νὰ τὴν καταστρέφητε οὕτως αὐθαιρέτως μὲ τὴν ἀξίνην· αὐτὸ τὸ ψήφισμα προσβάλλει 1,000 ἄλλα ψηφίσματα· καὶ ἔπρεπε νὰ ὡριμάσῃ εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ προτείναντος ἐπὶ πολλοὺς μῆνας. Ὅταν θὰ ἐγγίζητε ζήτημα ἰδιοκτησίας, πρέπει νὰ στέλληται ἡ πρότασις εἰς ἐπιτροπὰς εἰδικῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ προσυζητῆται, καὶ τότε νὰ ἔρχηται εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὄχι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ εἴπωμεν ἀφαιροῦμεν τὴν ἰδιοκτησίαν σου, διὰ τί; διότι ἠδικήθης καὶ ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος, διότι, διότι, διότι τὰ δικαστήρια ἔδωκαν ἀδίκως ἀποζημίωσιν εἰς τὸν Ἀξελόν. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ εἰσαγαγὼν τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν εἶναι εἰλικρινὴς, μέμφεται τὰ δικαστήρια ἀδίκως. Ὁ Ἀξελὸς ἐκίνησεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐζήτησεν ἀποζημίωσιν· ἀλλὰ τὸ Δημόσιον, σᾶς ἐρωτῶ, ἤθελε ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀγωγὴ αὕτη; Τὸ Δημόσιον ἦτον αὐτὸ τὸ ἴδιον ἐνάγον κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐναγομένου. Πῶς λοιπὸν ἠδύνατο ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀγωγὴ, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον ἐνδιεφέρετο νὰ παραδεχθῇ κατ’ αὐτοῦ; Διὰ τί λοιπὸν ἐντρίβετε τόσον εὐκόλως, τόσον ταχέως, μίαν κηλῖδα, τόσον βαρεῖαν εἰς τὸ δικαστήριον; Μόνα τὰ δικαστήρια, ἠμποροῦμεν νὰ καυχηθῶμεν, ὅτι ἀντέστησαν ὅσον ἠδυνήθησαν εἰς τὴν λάβαν τῆς διαφθορᾶς, τοῦ Ἰησουϊτικοῦ συστήματος τοῦ Ὄθωνος. Κάποτε βεβαίως ὠλίσθησαν καὶ τὰ δικαστήρια καὶ ἐγονάτισαν ἀπέναντι τῆς βασιλείας, ἐξασκούσης βίαν κτηνώδη ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ σπανιώτατα, καὶ δὲν λαμβάνεται ποτὲ ἓν παράδειγμα, ratio legis, καὶ μολαταῦτα καὶ αὐτὸ εἶναι ἐναντίον σας, διότι ὄχι ὁ Ἀξελὸς ἐνήγαγε τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον ἐνήγαγε τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν Ἀξελόν. Κύριοι, πρέπει νὰ καθαρίσωμεν καλῶς τὸ ζήτημα, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ συνάδελφός μου, ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης, ἐνόμιζεν ὅτι νομοθετεῖ διὰ τὸ μέλλον μόνον, ἀλλὰ δὲν εἶναι οὕτω· καιρίως προσβάλλει τὸ παρελθόν· μεγάλως διαφέρει ἡ τύχη τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Τοῦ μέλλοντος εἴμεθα ἡμεῖς κύριοι νὰ κάμωμεν ὅ,τι θέλομεν, τοῦ παρελθόντος ὅμως ὄχι. Διὰ τὸ μέλλον ἀποφασίσατε ὅ,τι θέλετε, ἂς σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ νὰ συζητήσῃ αὐτὰς τὰς ἰδέας, νὰ φέρῃ ψήφισμα ἀνάλογον διὰ τὸ μέλλον· ἀλλὰ τὸ παρελθὸν δὲν εἶναι ἰδικόν μας. Τί θὰ γίνῃ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει «οἱ νόμοι δὲν ἔχουν ὀπισθενεργὸν δύναμιν»; δυνάμει τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ θ’ ἀποκλείσητε τοὺς ἀδικηθέντας τοῦ μέσου νὰ δικαιωθοῦν. Κύριε, θὰ σοῦ εἴπῃ ὁ ἀδικηθεὶς, ἐστάλην νὰ νοθεύσω τὴν δεῖνα κάλπην εἰς τὸ Αἰτωλικὸν, καὶ δὲν τὸ ἔκαμα, καὶ μοῦ ἀφῃρέθη ὁ βαθμός· παρηγκωνίσθην καὶ προεβιβάσθησαν ἄλλοι, καὶ τέλος πάντων ἐγὼ δὲν ζητῶ τίποτε· θὰ ὑπάγω εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἐὰν τὰ δικαστήρια εὕρουν νόμον κείμενον, ὁ ὁποῖος μὲ προστατεύει, αὐτὸς θὰ μὲ δικαιώσῃ. Συγχύσατε τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος μὲ τὸ ζήτημα τοῦ προβιβασμοῦ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος εἶναι ζήτημα ἰδιοκτησίας, τὸ ἄλλο εἶναι ζήτημα βαθμοῦ θέσεως, καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Ὅταν τὸ δικαστήριον ἀποφασίζῃ, ὅτι ὁ Ἀθαν. Ῥοντήρης ἔχει ἀρχαιότητα νὰ ᾖναι λοχαγὸς, τοῦτο δὲν συνεπάγεται τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸν κάμῃ λοχαγὸν, διότι εἶναι ἄρθρον τοῦ θεμελιώδους νόμου τοῦ Συντάγματος ἐναντίον τὸ ὁποῖον λέγει «Οὐδεὶς διορίζεται εἰς θέσιν μὴ ὑπάρχουσαν.» Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ κενὴ θέσις λοχαγοῦ, ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ γίνω, οὐχ ἧττον ὅμως ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τῶν δικαστηρίων ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας μου, δικαιοῦμαι ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως, νὰ λάβω τὸν μισθὸν τοῦ λοχαγοῦ χωρὶς νὰ προβιβασθῶ. Κύριοι, πρέπει νὰ σᾶς γίνῃ καὶ αὐτὴ ἡ διάκρισις· ἐδῶ πρόκειται τίς πρέπει νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς σχετικοὺς νόμους, καὶ ἐγὼ νομίζω π. χ. διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ δίδουν ἀρχαιότητα, ἀλλ’ ὄχι διότι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα ἕνεκα δικαιοδοσίας, ἀλλὰ διότι νόμος τις δὲν διαγράφει τὴν ἀρχαιότητα ὡς ψήφισμα. Τοῦτο ἐχρειάζετο λοιπὸν ὁ Κύριος Καλὸς ν’ ἀποδείξῃ προτήτερα· ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος τοιοῦτος νὰ ἐφαρμοσθῇ· ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ, τί φόβον ἔχετε; ὑποτιθεμένου ὅμως, ὅτι ὑπάρχει νόμος δικαιολογητικὸς, τὰ δικαστήρια δικαίως ἐκτελοῦν αὐτὸν τὸν νόμον. Κύριοι, ἐὰν ἐνόησα καλῶς τὸν Κύριον Καλὸν, λέγει, ὅτι τὰ δικαστήρια ἡρμήνευσαν κακῶς τοὺς νόμους.
§43ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα.
§44ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ἀπαντῶ, τὰ μέλλοντα δικαστήρια δὲν ἠξεύρομεν, ἐὰν θὰ ἑρμηνεύσουν κακῶς τοὺς νόμους. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Κύριος Σ. Ἀντωνιάδης. Σᾶς εἶπον προτήτερα, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἅπτεται τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου, καὶ εἰς αὐτὸ θέλω καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς. Τυχαίως τώρα ἐνθυμοῦμαι, διότι τυχαίως εἰσήχθη τὸ ζήτημα, ὅτι μέγας τις συγγραφεὺς, ἴσως ὁ Μοντέσκιος λέγει, ὅτι εἰς τὸ κράτος ἐκεῖνο, ὅπου οἱ βαθμοὶ τοῦ στρατοῦ δίδονται καὶ ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ἐλευθερία δὲν ὑφίσταται. Καὶ νομίζουν τινὲς, ὅτι δίδονται οἱ βαθμοὶ ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐν τούτοις ὑφίσταται ἡ ἐλευθερία· ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτως, ἐπειδὴ καὶ ὁ βαθμὸς δίδεται ἰσόβιος, καὶ ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἐξαρτᾶται πλέον, ταὐτὸν εἰπεῖν, δὲν διορίζεται ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· εἶναι ἐν τούτοις ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἐλευθερία δὲν δύναται νὰ ὑφίσταται μετὰ τακτικοῦ στρατοῦ, ἀπολύτως ἐξαρτωμένου ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὑποστηρίζεται τυφλοῖς ὄμμασιν ἀπὸ τὸν στρατὸν, ἐὰν δηλαδὴ δίδωνται εἰς αὐτὸν καὶ ἀφαιροῦνται οἱ βαθμοὶ ἀπολύτως, ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνον τὸν στρατὸν δὲν εἰμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ. Κύριοι, πολλοὶ θεωροῦν, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι εἰς ἀθλίαν κατάστασιν ὁ στρατὸς, διότι οἱ βαθμοὶ ἀγοράζονται· ἐγὼ, Κύριοι, θεωρῶ καὶ πιστεύω ὅλον τὸ ἐναντίον, διὰ τῆς ἀγορᾶς οἱ βαθμοὶ καὶ ὁ στρατὸς εἶναι ἰδιοκτησία τῆς ἀριστοκρατίας, ἰδιοκτησία τῶν πλουσίων. Τὸ νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ πλούσιοι, οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἔρχωνται εἰς τὸν στρατὸν διὰ τῶν χρημάτων των, αὐτὸ σώζει τὴν ἐλευθερίαν. Ἔγεινε σπουδαία συζήτησις ἄλλοτε κατὰ τὰ 56 εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων περὶ τούτου διὰ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάχρησις, δὲν ἔπαυσεν ὅμως, διότι εἶπον ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ ἅπτεται τῶν θεμελιωδῶν θεσμῶν τῆς μεγάλης Βρεττανίας, καὶ δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀλλάξῃ, διότι ὁ στρατὸς ὁ τακτικὸς πρέπει νὰ ᾖναι πάντοτε ἀνεξάρτητος εἰς τὴν ῥίζαν του ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Κύριοι, περαίνων τὸν λόγον μου, ἀνακεφαλαιόνω, ὅτι ἐκ μιᾶς μόνης αἰτίας δὲν ἠμπορεῖ νὰ σχηματισθῇ νόμος τοιοῦτος, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι κατάργησις κεκτημένων δικαιωμάτων, τοὐτέστι δήμευσις ἰδιοκτησίας, εἶναι ὡς νὰ μοῦ πάρετε τὸ σπῆτί μου, τὸ ἴδιον εἶναι νὰ μοῦ πάρετε τὸν βαθμόν μου· καὶ μάλιστα ὁ βαθμὸς ἀξίζει πολλάκις περισσότερον ἀπὸ ἕνα χωράφι. Λέγω ὅτι δὲν εἶσθε τὸ κατάλληλον Σῶμα διὰ νὰ ἐκδώσητε δικαστικὰς ἀποφάσεις. Λέγω προσέτι ὅτι δὲν ἔχετε καὶ τὴν ὕλην, διότι πρέπει νὰ ἔχητε ὅλας τὰς σχετικὰς ἀποφάσεις διὰ νὰ σχηματίσητε πεποίθησιν κατὰ τῶν δικαστηρίων, ἐνῷ ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι σχεδὸν ὁλόκληρος ὑπὲρ τῶν δικαστηρίων, ὅτι ἐκεῖ εὑρίσκει ἄσυλόν τις ἀσφαλὲς καὶ ἐλεύθερον τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐπαναλαμβάνω, ὅ,τι σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, διότι ἅπτεται καὶ τοῦ θεμελιώδους νόμου. Εἰς τὸ σύνταγμα εἶναι κανονισμένη ἡ ἰδιοκτησία τοῦ βαθμοῦ, καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι τὸ σύνταγμα δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀλλοιωθῇ ποτὲ, καὶ τὸ σύνταγμα εἶναι νόμος περιοριστικὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ βασιλέως, διὰ νὰ μὴν ᾖναι δυνατόν ποτε νὰ ψηφισθῇ, ὅτι ὁ βαθμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ δὲν εἶναι ἰδιοκτησία του. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι θέλετε ἀποῤῥίψει προχείρως αὐτὸ τὸ ψήφισμα, ὡς ἀπαράδεκτον καὶ ἀνάξιον συζητήσεως.
§45ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, οἱ προλαλήσαντες ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος Κύριοι Καλὸς καὶ Κ. Μαυρομιχάλης μᾶς εἶπον πολλὰς πομπώδεις λέξεις, χωρὶς νὰ μᾶς φέρουν πράγματα. Μᾶς ἔφερον κρημνοὺς καὶ ζημίας ἀνυπολογίστους, ἂν δὲν παραδεχθῶμεν τὸ ψήφισμα τὸ Κ. Καλοῦ, κἀμμίαν ἀπόδειξιν ὅμως δὲν μᾶς ἔφερον μᾶς εἶπον, ὅτι τὰ δικαστήρια ἔδωκαν βαθμούς· καμμία, Κύριοι, ἀπόφασις δὲν ὑπάρχει, διὰ τῆς ὁποίας τὰ δικαστήρια ἔδωκαν βαθμούς. Τὰ δικαστήρια ἔδωκαν μόνον δικαιώματα κεκτημένα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπῆρεν ἡ Βαυαροκρατεία καὶ τὸ σύστημα τοῦ Ὄθωνος καὶ ἐπέταξεν εἰς τοὺς δρόμους τοὺς ἀγωνιστάς. Καὶ ὡς παράδειγμα σᾶς φέρω δύω ἀξιωματικοὺς τὸν Κ. Γιανοῦτσον Δομέστιχα καὶ τὸν Κ. Ἰω. Γρηγορακάκην. Αὐτοὶ ὑπηρέτησαν εἰς τὰ σώματα τοῦ Κ. Φέδερ, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς τὴν Λακωνίαν. Εἰς τὰ 42 ἔγεινεν ἡ ἐλάττωσις τοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ θέσουν εἰς ἀργίαν ἕνεκεν διαλύσεως σώματος. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου τοὺς εἶπον πάρετε τὰ γραμμάτιά σας καὶ πηγαίνετε νὰ σκάπτετε, καὶ ἡμεῖς θὰ μένωμεν ἐδῶ νὰ διασκεδάζωμεν, ἐνῷ ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι ὁ ὁ ἀξιωματικὸς δὲν μεταβαίνει εἰς τὴν προικοδοτημένην φάλαγγα, ἐὰν αὐτὸς δὲν τὸ ζητήσῃ. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ εἶπον, ὅτι ἡμεῖς ὑπηρετοῦμεν ἀπὸ τὰ 21, δὲν γνωρίζομεν τίποτε ἄλλο νὰ κάμωμεν, φέρετέ μας εἰς ἐνέργειαν· εἰς τὰ 48, τὸν μὲν Γιανοῦτσον Δομέστιχα ἔφεραν εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν, τὸν δὲ Γρηγορακάκην εἰς τὴν ἐνεργητικὴν φάλαγγα καὶ ἔδωκαν ὀπίσω τὰ γραμμάτια, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ 42 ἕως τὰ 48 αὐτοὶ δὲν ἐλάμβανον μισθὸν, τὰ γραμμάτια βεβαίως δὲν τρώγονται, ἑπομένως αὐτοὶ ἔχουν δικαιώματα κεκτημένα καὶ δὲν δύνανται νὰ τὰ λάβωσι, παρὰ διὰ τῶν δικαστηρίων· ὁ Κ. Καλὸς ὅμως δὲν ἔχει τίποτε νὰ χάσῃ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν.
§46ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, δυνάμει τοῦ θεμελιώδους νόμου τοῦ κράτους, τοῦ Συντάγματος, ὁ βαθμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶναι ἰδιοκτησία του· κατόπιν δ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἦλθε καὶ ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος κατὰ τὰ 52· ὁ νόμος αὐτὸς ὁρίζει τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιωματικὸς δύναται νὰ διατεθῇ εἰς μίαν τῶν καταστάσεων ά. εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ἐνεργείας, βʹ. ἡ κατάστασις τῆς ἀργίας, ἡ ὁποῖα θεωρεῖται ἐνέργεια, διότι ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ παραλάβῃ ἀξιωματικοὺς, τοὺς ὁποίους προσκαίρως ἔθεσεν εἰς ἀργίαν ἕνεκα καταργήσεως θέσεως ἢ διαλύσεως σώματος, γʹ. δὲ εἶναι ἡ κατηγορία τῆς ἀργίας διὰ προσκαίρου παύσεως ἢ δι’ ἀπολύσεως. Ἡ ἀπόλυσις εἶναι πειθαρχικὴ ποινὴ, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἀξιωματικὸν διὰ πειθαρχικὰ παραπτώματα, καὶ τὰ ὁποῖα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία σταθμίζει ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας αὐτὸς ὁ ἀξιωματικὸς εὑρέθη, λέγω, σταθμίζει, διότι ἀπαιτεῖ ὁ νόμος ἔκθεσιν ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου προϊσταμένου ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ ὁποίου διατελεῖ ὁ ἀξιωματικὸς, καὶ οὕτως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σταθμίζει τὴν καταγγελίαν, καὶ κάμνει ἔκθεσιν εἰς τὸν βασιλέα καὶ οὕτω τίθεται ὁ ἀξιωματικὸς εἰς ἀργίαν. Ἡ ἀργία αὕτη διαφέρει ἀπὸ τῶν ἄλλων κατηγοριῶν, διότι ὁ ἀξιωματικὸς δὲν λαμβάνει ὁλόκληρον τὸν μισθόν του, ἀλλὰ τὰ ⅖ αὐτοῦ, χάνει δὲ πρὸς τούτοις καὶ τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητός του, καθ’ ὅσον χρόνον διαμένει εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἑτέρα θέσις ἡ τῆς ἀποταξίας καὶ ἡ τελευταία τῆς ἀποστρατίας· ὁ ἀξιωματικὸς ὁ εἰς ἀποταξίαν δὲν ἔχει ὑπὸ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα οὔτε τὴν στολὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ νὰ φορῇ. Ἐπεκαλέσθην τὸν περὶ καταστάσεως τοῦ στρατοῦ νόμον καὶ ἰδίως τὸ 7 ἄρθρον, περὶ οὗ πολὺς λόγος ἐγένετο καὶ περὶ οὗ ὁ Κ. Καλὸς σᾶς ὡμίλησε, διότι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἐστηρίχθη τὸ δικαστήριον, ἀπονέμει δικαιοσύνην εἰς πολλοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες κατέφυγον ἐνώπιον αὐτῶν λόγῳ ἀπονομῆς δικαιοσύνης, διότι κακῶς κατ’ ἐμὲ ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰ πράγματα κατὰ τὴν στρατιωτικὴν γλῶσσαν, καὶ λέγω κακῶς, διότι τὰ δικαστήρια οὐδέποτε ἐπεδίκασαν ἢ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν· ἐξηγοῦμαι. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας πρὸ πάντων τοῦ Κ. Σμολένσκη κατὰ τὸ παρελθὸν πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἐτέθησαν εἰς ἀργίαν, παρανόμως, χωρὶς νὰ διατηρηθῶσιν αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος ὁρίζει. Διὰ τὶ δ’ ἔγεινε τοῦτο; διότι ἤθελον νὰ προβιβάσωσι τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα προστατευόμενον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν ἢ ἀπὸ ἰσχυρόν. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ δι’ ἀπολύσεως τιθεμένου εἰς ἀργίαν ἡ θέσις μένει κενὴ ἐπὶ ἓν ἔτος· ἐν τούτοις ὅμως, ἅμα ἐτίθετο εἷς ἀξιωματικὸς εἰς ἀργίαν, ἀμέσως ἐπροβιβάζετο ἕτερος καὶ κατελάμβανε τὴν θέσιν, πρὸς δὲ τούτοις ἐλάμβανε καὶ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ κατέχων πρῶτος τὴν θέσιν. Αἱ παρελθοῦσαι λοιπὸν κυβερνήσεις ἐδίκασαν πολλοὺς τῶν ἀξιωματικῶν θέσασαι αὐτοὺς εἰς ἀργίαν καὶ πληρώσασαι ἀμέσως τὰς θέσεις, προβιβάζουσαι ἄλλους. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι οἱ ἀδικηθέντες κατέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια καὶ τὸ δημόσιον οὐχὶ μόνον ἐπλήρωσεν, ἀλλὰ θὰ πληρώσῃ ἴσως ἓν ἑκατομμύριον· διατί τοῦτο; διότι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος ἐπεκαλέσθη τὸν περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμον προσφυγὼν εἰς τὰ δικαστήρια· «ἔλεγε, δικαιοῦμαι, διότι δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ ἁρμοδίου σωματάρχου, καὶ ὁ ὑπουργὸς παρανόμως μὲ ἔθεσεν εἰς ἀργίαν. Ὁ βαθμὸς εἶναί τι, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἦμαι εἰς ὑπηρεσίαν καὶ ἐνέργειαν, ἐκτὸς ἂν παρέβην τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ὥρισε· δὲν τὰς παρέβην ὅμως, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶμαι ἔνοχος»· λέγω λοιπὸν, ὅτι τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν καὶ πολλαὶ τοιαῦται ἀπαιτήσεις ὑπάρχουσι, δι’ ὧν ἐδικάσθησαν πολλοὶ ἀδικηθέντες ἀξιωματικοί. Εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν, ἐπειδὴ λόγος πολὺς ἐγένετο περὶ Ἀξελοῦ, θὰ σᾶς εἴπω πῶς τὰ δικαστήρια ἐδικαίωσαν αὐτόν. Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Καποδιστρίου ἀνεχώρησε διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ὅλοι γνωρίζουσι, διὰ τὴν δίκην τοῦ μακαρίτου Γεωργ. Μαυρομιχάλη, ὅστις ἐτουφεκίσθη ἔξωθεν τοῦ προχώματος τοῦ Ναυπλίου. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κωλέττου ἦλθεν εἰς τὸ Ναύπλιον, ὁ Ἀξελὸς φοβηθεὶς ἀνεχώρησε. Λέγουν τινὲς, ὅτι εἰς τὸν Ἀξελὸν ἐπὶ Ἀντιβασιλείας ἐδόθη ἡ ἄφεσίς του ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἀπεδείχθη ὅμως, ὅτι ἐπεδόθη πρὸς αὐτὸν τοιαύτη. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐνήργησε πολλάκις ν’ ἀναγνωρισθῇ ὁ βαθμός του, τὸν ὁποῖον εἶχε, διότι ἦτο ἐπιλοχαγός· εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ βαθμὸς οὗτος ἦτο ἐν τῷ μέσῳ ταγματάρχου καὶ λοχαγοῦ, ὁ ὁποῖος βαθμὸς προητοίμαζε τὸν λοχαγὸν εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ ταγματάρχου. Τὸν Ἀξελὸν τὸν εἶχον ἐγὼ εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν, ὅτε ἤμην μαθητὴς, ὑποδιευθυντὴν, κ’ ἑπομένως ἐν γνώσει σᾶς ὁμιλῶ. Ὁ Ἀξελὸς λοιπὸν δὲν ἔλαβε τὴν παραίτησίν του, δὲν ἔκαμεν αἴτησιν διὰ νὰ ζητήσῃ νὰ παραιτηθῇ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν. Ἡ ἀντιβασιλεία τὸν εἶχεν ἐντελῶς διαγράψει ἀπὸ τοὺς ἐλέγχους τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἔπρεπε νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του. Τὸ δικαστήριον ἀνεγνώρισεν εἰς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν εἶχεν. Ἠξεύρετε, ὅτι ὑπῆρχον ἀξιωματικοὶ εἰς τὸν στρατὸν σύγχρονοι τοῦ Ἀξελοῦ, καὶ ἴσως ὑποδεέστεροι τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ Ἀξελὸς, καὶ οἱ ὁποῖοι, ὅτε ὁ Ἀξελὸς ἔλαβε τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ἦσαν συνταγματάρχαι. Δὲν εἶπε τὸ δικαστήριον ὅτι ἀναγνωρίζει εἰς τὸν Ἀξελὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἀρχαιότητος καὶ τοῦ προβιβασμοῦ, ἀλλ’ εἶπε μόνον, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἶχε, καὶ διὰ τοῦτο τοῦ ἀπέδωκε δικαιοσύνην· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου· ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἀποφάσεις δικαστηρίων καὶ ἄλλων ἀξιωματικῶν τεθέντων εἰς ἀργίαν. Αὐτὸ τοῦτο ἔγεινε καὶ εἰς τὴν περίστασιν τοῦ Ν. Πετιμεζᾶ καὶ Κ. Βλαχοπούλου. Οἱ δύω οὗτοι ἦσαν μοίραρχοι τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰ 44 ἐπροβίβασεν αὐτοὺς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου τῆς χωροφυλακῆς· ὡρίσθη δὲ εἰς αὐτοὺς μηνιαῖος μισθὸς 400 δραχμαί· ὁ μισθὸς οὗτος ἦτο ὁ ἥμισυς ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὥριζε τὸ διάταγμα τοῦ 34 διὰ μισθὸν συνταγματάρχου· Ἀλλ’ ὁ μισθὸς, ὡς γνωρίζετε, διαιρεῖται εἰς μισθὸν ἐργασίας καὶ εἰς μισθὸν τοῦ βαθμοῦ δι’ ἀποζημίωσιν. Ἀπὸ τοὺς δύω τούτους ἀξιωματικοὺς ἀφηρέθησαν αἱ 80 δραχ. τοῦ ἐνοικίου, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο εἰς τοὺς ἄλλους συνταγματάρχας, ἂν καὶ ἦτο γενικὸν εἰς ὅλους. Κατέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ταῦτα ἀπεφάνθησαν, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν δικαίωμα νὰ τὰς λάβωσι, διότι δὲν ἔβλεπον ποῦ στηριζομένη ἡ Κυβέρνησις ἀφῄρεσε τὸ ἐνοίκιον ἀπ’ αὐτοὺς, καὶ τὸ δικαστήριον τοῖς ἀπέδωκε τοῦτο· ποτὲ ὅμως τὰ δικαστήρια δὲν ἀπεφάνθησαν περὶ ἀρχαιότητος, εἰμὴ μόνον, ἐὰν αὐθαιρέτως ἡ Κυβέρνησις ἔθεσεν ἕνα ἀξιωματικὸν εἰς ἀργίαν κ’ ἐπροβίβασεν εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ ἕτερον, καταπατοῦσα τὴν ἀρχαιότητα ἐν γνώσει. Κατὰ τὰ 34 ὑπῆρχε διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἰσχὺν νόμου, διότι ἡ Συνέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου ἐθεώρησεν, ὅτι αὐτὸ τὸ διάταγμα εἶχεν ἰσχὺν νόμου, κανονίζον κατὰ ποῖον τρόπον πρέπει νὰ γίνωνται οἱ προβιβασμοὶ εἰς τὸν στρατόν. Τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν μόνον περὶ τῶν χρηματικῶν ἀπαιτήσεων, περὶ ἀρχαιότητος δὲ ἢ περὶ τοῦ βαθμοῦ ἄφησαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ τὸ ἐκτιμήσῃ, διότι αὐτὴ γνωρίζει καὶ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἕνας ἀξιωματικὸς, ἢ ὄχι. Λέγω, ὅτι εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν κατὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, διότι τὰ δικαστήρια δὲν ἔπραξαν τίποτε ἄλλο εἰμὴ νὰ δώσωσι δικαιοσύνην, καθόσον ἀφορᾷ τὸ χρηματικὸν μέρος τῶν ἀπαιτήσεων· δὲν ἐπεμβῆκε δὲ διόλου εἰς τὰ περὶ ἀρχαιότητος καὶ προβιβασμοῦ, καθότι αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ σταθμίσῃ. Πιστεύω, ὅτι, ἂν μοὶ δοθῇ καιρὸς νὰ ἐξετάσω μέρος δικαστικῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου, θέλω σᾶς εἴπει, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις περὶ ἀπονομῆς βαθμοῦ. Πᾶν ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς βαθμοὺς, περὶ τῶν ὁποίων τόσος λόγος ἐγένετο, ἔπραξε παρανομίαν, διότι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον τοῦ 61, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, πῶς πρέπει νὰ γίνωνται οἱ βαθμοὶ ὡς καὶ τὸ ἑρμηνευτικὸν διάταγμα, καθ’ ὃ εἰς μὲν τοὺς ὑποδεεστέρους τοῦ ταγματάρχου ἀξιωματικοὺς οἱ βαθμοὶ ἀπονέμονται κατὰ μὲν τὸ ⅓ κατ’ ἐκλογὴν, κατὰ δὲ τὰ ⅔ κατ’ ἀρχαιότητα, ὁ δὲ βαθμὸς τοῦ ταγματάρχου ἀπονέμεται κατὰ τὸ ἥμισυ κατ’ ἐκλογὴν, κατὰ δὲ τὸ ἄλλο ἥμισυ κατ’ ἀρχαιότητα· οἱ δὲ ἀνώτεροι τοῦ ταγματάρχου βαθμοὶ ἀπονέμονται κατ’ ἐκλογὴν παρὰ τοῦ Βασιλέως. Ἄρα οἱ ἀπονεμηθέντες ἀνώτεροι τοῦ ταγματάρχου βαθμοὶ συνεπεία ἀναγνωρισθείσης ἀρχαιότητος οὐδόλως δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσι, διὰ δὲ τοὺς ὑποδεεστέρους καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι προεβιβάσθησαν κατ’ ἐκλογὴν, δὲν ὑπηρέτησαν ἐν τούτοις ὃν ὁρίζει χρόνον ὁ περὶ προβιβασμῶν κατ’ ἐκλογὴν νόμος· πρὸς τούτοις δὲ παρατηρῶ, ὅτι τὸ θέσπισμα, δι’ οὗ προβιβάζονται οἱ ὑποδεέστεροι ἀξιωματικοί, δὲν ἀναφέρει τὸν βαθμὸν εἰς ὃν προβιβάζεται ἕκαστος.
§47ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ὑπογεγραμμένη παρὰ πολλῶν· ἐσημειώθησαν δὲ πολλοὶ νὰ λάβωσι λόγον ὑπὲρ τῆς προτάσεως, καὶ πολλοὶ κατ’ αὐτῆς. Βλέπω μὲ λύπην μου, ὅτι δίδεται ὁ λόγος εἰς τοὺς κατὰ τῆς προτάσεως ἀγορεύοντας, χωρὶς νὰ τηρῆται κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἢ κατ’ ἐναλλαγὴν ἀγόρευσις. Νὰ ἐρωτηθῇ λοιπὸν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὅστις μάλιστα νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἂν ᾖναι ἐναντίον τῆς προτάσεως, ἄλλως διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς παραβιάσεως ταύτης τοῦ κανονισμοῦ.
§48ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἐρωτήσεως τοῦ Κ. Ζυμβρακάκη.
§49ΡΟΥΦΟΣ (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔφερε διαφόρους προτάσεις· πλησίον μου ἐκάθητο ὁ Κ. Καλλιγᾶς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν Κ. Καλλιγᾶν, ὅτι ἐπειδὴ νομικὸς δὲν εἶμαι, παρατήρησε τὰς προτάσεις αὐτὰς, καὶ ἂν ᾖναι δίκαιαι, νὰ τὰς ὑπογράψω. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς μαζὺ μὲ τὸν Κ. Σωτήριον Πετιμεζᾶν ἐξήτασαν τὰς προτάσεις αὐτὰς, καὶ ἔπειτα μ’ εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει προβιβασμὸς, ἀλλ’ ἀναγνώρισις μόνον ἀρχαιότητος· τοῦτο ἅμα ἤκουσα, ὑπέγραψα.
§50ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἐὰν ἦμαι ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐγέννησεν ἡ ἐπανάστασις καὶ ἡ ἐλευθερία, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἀκουσθῶ. Ἐὰν ὅμως ἦμαι ἐνώπιον Συνελεύσεως, ἥτις ἐξέχασε τὴν γέννησιν καὶ τὸν προορισμόν της, ἂς κωφεύσῃ εἰς τὴν φωνήν μου, καὶ ἂς ἀκούσῃ τὴν φωνὴν τῶν ῥαδιούργων, τῶν αἰσχρῶν καὶ ποταπῶν ἀνθρώπων, οἵτινες, ἠθέλησαν νὰ μᾶς συκοφαντήσωσιν.
§51ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ποῖοι εἶναι οὗτοι;
§52ΗΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐννοῶ τοὺς ἔξω ἀπ’ ἐδῶ συκοφαντοῦντας, Κύριοι· ἀκόμη νωπὴ εἶναι εἰς τὰς ἀκοάς σας ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις εἶναι καὶ νομομαθὴς, ἀπήγγειλε, τὴν ἀφορῶσαν.....
§53ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. (θόρυβος).
§54ΗΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριε Νικολαΐδη, πρέπει νὰ ἔχῃς ὀλίγην ὑπομονήν· προσβάλλεται ἡ ὑπόληψις ἐδῶ (θόρυβος)· ἔπρεπε νὰ μὴν ἀφήσῃς τὸν πρωθυπουργὸν νὰ φέρῃ τὴν ἐξήγησιν· ἤδη πρέπει νὰ ἀπαντήσω δύω λέξεις, διότι ἀναφέρεται εἰς αὐτὴν καὶ τὸ ὄνομά μου. Εἶναι νωπὴ ἡ ὁμιλία τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, λέγω, καὶ ἡ ἐξήγησις τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς ἔδωκε καὶ τί σᾶς εἶπεν; ὅτι πλησίον τοῦ πρωθυπουργοῦ καθήμενος καὶ θεωρῶν τὰ συντεταγμένα παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν θεσπίσματα, ἀνεκάλυψεν ὅτι ὑπῆρχε δικαιοσύνη καὶ τοὺς ἔδωκε καὶ τὰ ὑπέγραψε. Καὶ σήμερον ἔρχεται ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως καὶ σᾶς λέγει ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν ὑπέγραψε! Μεταξὺ τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπάρχει μία διαφωνία, ἥτις, ἂς μὲ συγχωρήσῃ ἡ Συνέλευσις νὰ τὸ εἴπω, δὲν κάμνει τιμὴν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ δέουσα ὁμοφωνία.
§55ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν εἶπε τοῦτο ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§56ΤΙΝΕΣ. Τὸ εἶπε.
§57ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἔχει τόσην γενναιότητα, ὥστε νὰ τὸ εἴπῃ καὶ εἰς σᾶς κατὰ πρόσωπον νὰ τὸ μάθητε. Δὲν εἰσέρχομαι λοιπὸν εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ τῆς συζητήσεως· ἀλλ’ ἀφίνω τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν κρίσιν τοῦ κόσμου ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ἦτο πρέπον ὁ εἷς νὰ διαψεύσῃ οὕτω πως τὸν ἄλλον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἔχει ἐκεῖνος, ὅστις προσβάλλεται, τόσας ἀποδείξεις καὶ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα θὰ τὰ φέρῃ αὔριον διὰ τοῦ τύπου εἰς γνῶσιν ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὸν κόσμον ὅτι συκοφαντίαι τρέχουν κατόπιν τῆς ὑπολήψεώς του, διότι τὸν φθονοῦσι, θέλει φέρει ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως θέσπισμα, τὸ ὁποῖον ἐπαινεῖ τὰς πράξεις του καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι δημοσιευμένον ἤδη, Κύριοι, ἀναγνώσατέ το ἵνα μάθετε τί περιέχει· περιέχει ὅτι εἰς τὰς τρικυμιώδεις καὶ σπουδαίας ἐκείνας περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἐσχάτως διήλθομεν, ἔδωκε χεῖρα ἀρωγὸν εἰς τὴν πατρίδα καὶ διὰ τῆς συνδρομῆς καὶ τῶν ἀτρύτων κόπων του ἐπανέφερε τὴν τάξιν. Τοιούτους ἀγῶνας δὲν δύνανται νὰ τοὺς καταστρέψωσιν οἱ συκοφάνται ἐκ τῶν πλαγίων ἐρχόμενοι. Ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα, Κύριοι, καὶ φρίττω, διότι ἐνώπιον Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἥτις μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 8βρίου, τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην, ἥτις ἀνήγαγε τὸ ἔθνος ἀπὸ τὸν βόρβορον τῆς ἀτιμίας καὶ τὸ ἀνύψωσεν εἰς τὸν κολοφῶνα τῆς δόξης, ὕστερον, λέγω, ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην μὲ καταλαμβάνει φρίκη, ὅταν ἔρχωμαι εἰς τὸ βῆμα νὰ ὑπερασπίσω τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, τὴν τιμὴν τῶν δικαστηρίων καὶ τὴν δικαιοσύνην κολαφιζομένην. Ναὶ, Κύριοι, ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὰ δικαστήριά μας κακῶς διεξήγαγον ὑποθέσεις, ὅτι ἐχαρίσθησαν πρὸς τὰ πρόσωπα, ἐὰν νομίζητε ὅτι ἡ πεσοῦσα ἐξουσία ἐπέβαλε τὴν θέλησίν της καὶ τὰ κατέστησε δοῦλα, προσέξατε, Κύριοι, μὴ σήμερον τὰ μεταθέσετε σεῖς εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον καὶ προσβάλλετε τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τὴν ἀθάνατον, οὕτως εἰπεῖν, τῆς 10 8βρίου, ἥτις κατεπάτησε καὶ κατεσύντριψε αὐτὸ τὸ ἐπάρατον σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην κ’ ἐκράτει εἰς αὐτὴν τὴν ἀθλίαν καὶ ἐλεεινὴν κατάστασιν τὸν τόπον. Πράξατε ὅ,τι ἂν θέλετε, ἀλλὰ συλλογισθῆτε, ὅτι ἐκτὸς ἡμῶν εἶναι καὶ ἄλλοι. Ὁ πρῶτος λαλήσας Κ. Καλὸς μᾶς ἔφερεν ὑπὸ συζήτησιν, ἠξεύρετε ποίους νόμους; ἀποθαμμένους ἐξέθαψε τοὺς νόμους τοῦ Καποδιστρίου διὰ νὰ δικαιώσῃ τὰς ἰδέας του. Νομίζω, ὅτι εἰς τὰς ἡμέρας, εἰς τὰς ὁποίας ζῶμεν, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς τοὺς νόμους ἑνὸς ἄρχοντος, τὸν ὁποῖον ἡ κοινωνία καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις κατεδίκασεν, ἑνὸς ἄρχοντος, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο μία ἐπανάστασις καὶ τὸν ὁποῖον τὸ ἔθνος τότε καλῶς ἢ κακῶς ἐκάλεσε τύραννον· τότε ἄνθρωποι μεγάλης περιωπῆς παρακαθήμενοι σήμερον ἐδῶ ὕψωσαν τὴν σημαίαν τῆς ἀνταρσίας κατ’ αὐτοῦ διὰ νὰ φέρωσιν εἰς τὸ ἔθνος τὰς ἐλευθερίας καὶ τὸ σύνταγμα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν ἔρχεσθε νὰ συζητήσητε καὶ νὰ προσβάλητε δικαιώματα κεκτημένα, νὰ καταστρέψητε μετὰ θυσιῶν κτηθείσας ἰδιοκτησίας καὶ νὰ προσβάλητε τὴν ὑπόληψιν τῶν δικαστηρίων, δὲν πρέπει νὰ ἔρχεσθε ἐδῶ μὲ ἐπιχειρήματα νεκρὰ, ἀλλὰ μὲ ζωντανὰ, μὲ τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναπνέωσιν τὸν ἀέρα τὸν ὁποῖον ἀναπνέετε καὶ σεῖς, μὲ τῆς ἡμέρας τὰ ἐπιχειρήματα· διότι νομίζω ὅτι ἄλλως πράττοντες ζητεῖτε νὰ δώσητε εἰς τοὺς νόμους ἀναδρομικὴν δύναμιν, δηλ. ζητεῖτε τὴν καταστροφὴν τῆς κοινωνίας. Διατρέξατε ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου τὰ πλέον βάρβαρα καὶ ἀπολίτευτα καὶ θέλετε εὑρεῖ καὶ ἐκεῖ τῆς δικαιοσύνης τὴν θύραν ἀνοικτὴν πρὸς ὅλους, θέλετε εὑρεῖ καὶ εἰς τὴν Ἀσίαν τὸν Καδῆ ἕτοιμον νὰ δικάσῃ πάντα παραπονούμενον καὶ νὰ ψηφίσῃ ἢ νὰ καταψηφίσῃ κατ’ αὐτοῦ, καὶ θέλετε σεῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις ἐθεωρήθη ὅτι ἐτυραννήθη, ὅτι οἱ νόμοι της κατεπατήθησαν ἀπὸ ἓν σύστημα καταχθόνιον, θέλετε, λέγω, σήμερον νὰ κλείσητε τὴν θύραν τῆς δικαιοσύνης πρὸς μίαν μόνην τάξιν ἀνθρώπων; Καὶ Κύριοι, ἐὰν νομίζητε ὅτι εἶσθε ἐλεύθεροι, νομίζετε, ὅτι δὲν εἶσθε καὶ ἴσοι καθ’ ὅλα; ὄχι βέβαια· γνωρίζω ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεγάλας καταστάσεις, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται εἰς τὸν περίπατον ἐφ’ ἁμάξης, οἱ ὁποῖοι ἐντρυφῶσιν εἰς τοὺς οἴκους των καταδαπανῶντες πολλά· ἠξεύρω ὅμως καὶ πολλούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἴμεθα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ Κύριος Δηλιγιάννης, ὡς λέγει, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν περιωρισμένην τὴν τροφήν μας, οἱ ὁποῖοι ἐξερχόμεθα πεζοὶ εἰς τὸν περίπατον. Δὲν εἴμεθα διόλου δυσηρεστημένοι, διότι ἡ τύχη μᾶς δεικνύει αὐτὴν τὴν ἔνστασιν. Χαρίζομεν εἰς αὐτοὺς καὶ τὰ πλούτη καὶ ὅλας τὰς ἀπολαύσεις· εἰς ἓν ὅμως μέρος οὐδὲν εἰς αὐτοὺς παραβλέπομεν· ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ ἐνώπιον τοῦ τάφου ἐσμὲν ὅλοι ἴσοι. Εἰς αὐτὰ τὰ δύω σημεῖα ἡ ἀνθρωπότης αἰσθάνεται τὴν ἐλευθερίαν της τὴν πραγματικήν· τότε τὸ ἔθνος λέγεται ἐλεύθερον, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὅταν οἱ νόμοι αὐτοῦ προβλέπωσιν ἐξ ἴσου περὶ ὅλων· ἀλλά, Κύριοι, οἱ ὑπερασπιζόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην ἔλαβον ὡς ἐπιχείρημα καὶ εἶπον, ὅτι ὑπάρχουν τόσαι ἀπαιτήσεις, ὥστε θὰ ἐξαντλήσωσι δικαζόμεναι τὸν δημόσιον πλοῦτον! Ἀπαντῶν εἰς τὸν Κύριον Καλὸν λέγω, ὅτι οἱ νόμοι τοῦ Καποδιστρίου ἀπέθανον, ἀφ’ ἧς ἀφίχθη ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ὁ Ὄθων, καὶ οἱ νόμοι τοῦ Ὄθωνος οἱ ἀπόλυτοι καὶ αὐθαίρετοι ἀπέθανον, ἀφ’ ἧς ὁ Στρατὸς, περὶ τῆς τύχης τοῦ ὁποίου σήμερον συζητοῦμεν, κατὰ τὴν 3 Σεπτεμβρίου ἀναστὰς κατέστρεψεν τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὴν ἔθεσεν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν δικαιωμάτων τῶν Ἐθνῶν. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1843, Κύριοι, κατήργησε τοὺς νόμους, οἵτινες ἦσαν ὄπισθέν της, καὶ σᾶς εἶπε, λάβετε νόμους νὰ δικάζωσι τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, νὰ δικάζωσι καὶ νὰ τιμωρῶσι τὰ κοινὰ ἐγκλήματα, νὰ προστατεύωσι τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὰ δικαιώματα. Αὐτοὶ οἱ νόμοι, Κύριοι, δὲν ἐφαρμόζονται οὔτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν, οὔτε ἀπὸ τὴν Γερουσίαν, οὔτε ἀπὸ τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, οὔτε ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς μαζὺ, διότι αὐτοὶ εἶναι νομοθέται, καὶ ὑπάρχει πρόληψις, ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν δύναται νὰ ἐφαρμώσῃ τοὺς νόμους αὑτοῦ. Ποῖος λοιπὸν θὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτὰ τὰ τρία νομοθετικὰ Σώματα κάμνουσι; βεβαίως μία δικαστικὴ ἐξουσία· καὶ ἔρχεσθε σεῖς νὰ εἴπητε πρὸς αὐτὴν, ὅτι δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ δικάζῃς ὅ,τι ὁ νόμος ἐκανόνισε, καὶ ὅ,τι ὑπὲρ τῆς κοινωνίας καθιέρωσεν; ἦλθον πολλοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ σᾶς εἶπον ν’ ἀφήσητε τὴν τύχην τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν ἀπόφασιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, μιᾶς Κυβερνήσεως! Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀθλιέστερον ἐπινόημα δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμφωλεύσῃ εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Τίς εἶναι, Κύριοι, ὅστις ἀδικεῖ; ὁ Ὑπουργός· καὶ θέλετε αὐτὸς, ὅστις ἀδικεῖ νὰ δικάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ δικαιώσῃ! Ὑπάρχει εἰς κἀνὲν μέρος τοῦ Κόσμου τοιαύτη διανομὴ δικαιοσύνης; καὶ ἂν ὑπάρχῃ, δὲν εἶναι παράλογος; καὶ ὅταν τὸ παράλογον προΐσταται τοῦ νόμου, ἐκεῖνος ὁ νόμος δὲν εἶναι πλέον νόμος προστατευτικὸς, ἀλλὰ σκιά. Βλέπω, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐβασανίσθη σήμερον παραπολὺ, βλέπω, ὅτι τῷ ὄντι ἡ Συνέλευσις εἶναι δικαίως κουρασμένη, ἀλλὰ τὴν παρακαλῶ, ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, νὰ προσέξῃ πολὺ εἰς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται εἰς τὴν καρδίαν, οὐχὶ τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὅλου τοῦ Ἔθνους· προφυλάξατε αὐτὴν τὴν καρδίαν, διότι, ὅταν ἐπέλθωσιν αἱ πληγαὶ κατ’ αὐτῆς, τότε θὰ αἰσθανθῆτε τὸν πόνον, ἀλλὰ ματαίως. Κύριοι, μετὰ τὸ 1843, ἤτοι μετὰ τὴν καθιέρωσιν καὶ ἀναγνώρισιν τοῦ θεμελιώδους νόμου, δύω νόμους ἔφερε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, τὸν τοῦ 1851 καὶ τὸν τοῦ 1861. Βεβαίως, Κύριοι, εἰς ἓν Συνταγματικὸν Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στέκῃ στρατὸς, ὅστις νὰ μὴν ὑποβάλληται εἰς διατάξεις καὶ νόμους, οἱ ὁποῖοι νὰ προστατεύωσι τὰ δικαιώματά του καὶ νὰ τὸν ὑποβάλλωσιν εἰς τὸ καθῆκόν του, διότι τοῦτο μόνον εἰς τὰ ἀπόλυτα καὶ αὐθαίρετα Κράτη ὑπάρχει· ἐκεῖ οἱ ἀξιωματικοὶ ἀμείβονται κατὰ τὸ δοκοῦν, μᾶλλον κατὰ συμπάθειαν· ἀρέσκει εἰς τὸν Σουλτάνον τὸ πρόσωπον, ἀρκεῖ νὰ γείνῃ παπᾶς ὁ Τοῦρκος· ἀλλ’ εἰς τὰ εὐνομούμενα Κράτη δὲν ἔχει οὕτως. Εἰς αὐτὰ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ πρόσωπον, οὔτε ἡ καταγωγὴ, ἀλλ’ ἡ ἱκανότης καὶ τὸ δικαίωμα, τὰ προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται ἵνα ἔχῃ πραγματικὴν ὑπηρεσίαν ἡ Ἐπικράτεια. Λοιπὸν εἰς τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα, Κύριοι, ὅπου ἀπαιτεῖται αὐτὸ τὸ προσὸν τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἀρετῆς· ἐκεῖ γίνονται νόμοι. Λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς νόμους ἔχομεν καὶ ἡμεῖς. Καὶ προχθὲς λαλῶν σᾶς ἀνέγνωσα καὶ σᾶς ἐξήγησα μετὰ λεπτομερείας ἀκριβεστάτης τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ὅστις δὲν ἀφίνει οὐδὲ τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτος λόγος ἐγένετο Σήμερον. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς τὸ ἐπαναλάβω ἐκ δευτέρου, καὶ νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὰ παρεπόμενα, διότι προχθὲς δὲν ἤλπιζα ὅτι ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι νὰ σκληρύνωσιν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ νόμος τοῦ 51, Κύριοι, ὅστις ἐψηφίσθη ἀπὸ τὰ νομοθετικὰ σώματα τῆς πατρίδος μας διὰ νὰ προβλέψῃ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ της, ἰδοὺ τὶ λέγει· «Οἱ ἐν ἀργίᾳ (καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὰς λέξεις, διότι ὁ νόμος ἐξηγεῖται κατὰ γράμμα καὶ οὐχὶ κατ’ ἔννοιαν) λόγῳ διαλύσεως σώματος», ἀναλυτικῶς θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Ὅταν ἐγὼ π. χ. ἀνέλαβα τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν στρατὸν, ἐννοεῖτε οἴκοθεν, ὅτι ἀνέλαβα μίαν ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ ἐννοεῖτε ἐπίσης, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντί μου ἀνέλαβε μίαν ἄλλην, ὡς ἐπίσης λαμβάνει ὁ Κύριος ἑνὸς οἴκου πρὸς τοὺς ὑπηρέτας του. Ἂν τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς λαμβάνει εἷς οἰκοδεσπότης, οὔτε ὁ νόμος, οὔτε ἡ κοινωνία, οὔτε ἡ ἠθικὴ συγχωροῦσι νὰ τὰς παραβῇ τις, νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ τὰς παραβῇ, ὅταν γίνεται σύμβασις μεταξὺ προσώπου καὶ Κυβερνήσεως, μία Κυβέρνησις, ἥτις πρέπει νὰ ᾖναι πάντοτε καλῆς πίστεως; Λοιπὸν, Κύριοι, τί σᾶς λέγει ἐδῶ ὁ νόμος; «ἕνεκα διαλύσεως σώματος»· ἕνεκα δηλαδὴ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ Δημόσιον θέλει μὲ τὴν διάλυσιν ἑνὸς σώματος νὰ κάμῃ οἰκονομίαν, ἄρα ἡ ἀργία, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ θέτει ἕνεκα τούτου, ἀφορᾷ τὸ συμφέρον του, ὥστε τὸ ἰδικόν μου συμφέρον δὲν δύναται νὰ παραλειφθῇ χωρὶς ν’ ἀδικηθῶ «ἕνεκα καταργήσεως θέσεως». Ἐπίσης θέλει νὰ κλείσῃ ἓν κατάστημα, λοιπὸν καταργεῖ τὴν θέσιν καὶ ἔχει συμφέρον· νομίζετε, ὅτι διὰ τὸ συμφέρον τὸ ἰδικόν του, πρέπει νὰ παραβλάψῃ καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων; «καὶ οἱ ἐξ αἰχμαλωσίας ἐρχόμενοι ἀξιωματικοὶ», καὶ τί σᾶς λέγει παρακάτω δι’ αὐτὴν τὴν τρίτην κατηγορίαν, διὰ τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον; «ἐὰν ἡ θέσις τοῦ αἰχμαλωτισθέντος δὲν ἐπληρώθη» ἔχετέ το ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, Κύριοι, οἱ δὲ ἐν ἀργίᾳ ἕνεκα τῶν ἄλλων δύω αἰτιῶν λαμβάνουσι τὸ ἥμισυ τῶν χηρευουσῶν θέσεων τοῦ βαθμοῦ των· ἀκούετε, Κύριοι, τοῦ βαθμοῦ των, εἰς ὃ ἀνήκουσιν ὅπλον. Ἡ εἰς ἐνέργειαν ἀνάκλησις αὐτῶν γίνεται κατὰ λόγον ἀρχαιότητος· — ἀκούετε, Κύριοι, κατὰ λόγον ἀρχαιότητος· — ὁ δὲ χρόνος τῆς τοιαύτης ἀργίας λογίζεται χρόνος πραγματικῆς ὑπηρεσίας ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ τῆς διοικήσεως, τῆς ἀποτάξεως καὶ τῆς ἀποστρατείας. Ἀλλὰ σᾶς λέγουσι, τοὺς δίδομεν τὴν ἀρχαιότητα, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει θέσις διὰ νὰ λάβωσι καὶ τὸν βαθμόν. Αἴ! Κύριοι! ὅταν ἔρχεσθε ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως προδιατεθειμένοι νὰ κόψητε τὰ δικαιώματα μιᾶς τάξεως κοινωνικῆς, πρέπει νὰ ἐξηγῆτε μὲ τὴν μεγαλητέραν εἰλικρίνειαν καὶ λεπτομέρειαν τοὺς νόμους· τί σᾶς λέγει ὁ νόμος; Ἡ εἰς ἐνέργειαν ἀνάκλησις αὐτῶν γίνεται κατὰ λόγον ἀρχαιότητος ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ κτλ. Καὶ διατί; διότι ἐτέθη διὰ τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατείας εἰς ἀργίαν, καὶ ἔχει τὴν ἁβροφροσύνην καὶ τὴν γενναιότητα ἡ ἐξουσία νὰ μὴ τὰ καταπατήσῃ, διότι, ἂν πράξῃ τὸ ἐναντίον εἶναι κακῆς πίστεως καὶ ἀγνώμων. Τί σᾶς ζητοῦν, Κύριοι; μὴ τυχὸν ἦλθε κἀνεὶς καὶ σᾶς ἐζήτησεν ὄπισθεν τοῦ 51 τί; ὄχι· οὐδεὶς ἔρχεται τοιοῦτος, ὅστις νὰ φέρῃ ἀπαιτήσεις ὄπισθεν τοῦ 51. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἔκαμαν αὐτὸν τὸν νόμον, αὐτὸς ἐπικαλύπτει τοὺς πάντας· τί σοῦ λέγει ὁ ἀδικηθείς; μάλιστα, Κύριε· ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ μὲ βάλῃς εἰς ἀργίαν χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ἀλλ’ ὅταν σοῦ ἐπέλθῃ ἡ ἰδέα νὰ ἐξοδεύσῃς πάλιν καὶ θέλῃς νὰ ἀνοίξῃς ἐκ νέου τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον χθὲς διέλυσες, καὶ ἕνεκα τῆς διαλύσεως τοῦ ὁποίου ἐτέθην ἐγὼ εἰς ἀργίαν, ὅταν, λέγω, σοῦ ἔλθῃ ἡ ἰδέα νὰ ἐξοδεύσῃς ἐκ νέου καὶ νὰ τὸ συστήσῃς, πρέπει ἐγὼ, ὅστις ἔπαθον διὰ τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατείας, νὰ ἐπανέλθω εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, καὶ δὲν σοῦ ζητῶ ἄλλο παρὰ νὰ μοῦ δώσῃς αὐτὴν τὴν θέσιν ἀπὸ τοῦ 51 καὶ ἐντεῦθεν, ὅτε καθιερώθη αὐτὸς ὁ Νόμος· — δὲν σοῦ ζητῶ τὶ ἔγεινε πρὸ τοῦ 51, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς παρέδωκες εἰς τὴν κοινωνίαν αὐτὸν τὸν Νόμον. Ἰδοὺ, Κύριοι, ποῖα δικαιώματα προστατεύει τὸ ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον παρεξήγησαν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν, ὅτι τὸ ἄρθρον 17 προβλέπει μόνον διὰ τοὺς ἐξ αἰχμαλωσίας προερχομένους, δὲν σᾶς τὸ ἐξήγησαν εἰλικρινῶς· ἐγὼ θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω, καὶ ὅστις τολμᾷ, ἂς ἀντείπῃ.
§58ΚΑΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§59ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄν τις ἐξ ἡμῶν ἔχῃ τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸν Νόμον τοῦ 61, παρακαλῶ νὰ μοῦ τὸ δώσῃ· Κύριε Καλὲ· (ὁ Κύριος Καλὸς ἐγχειρίζει εἰς τὸν ῥήτορα τὸν Νόμον τοῦ 61). Ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ ἄρθρον 17· «Οἱ αἰχμάλωτοι ἀξιωματικοὶ διατηροῦσι τὰ πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἀρχαιότητα δικαιώματα αὐτῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν Νόμου· δὲν ἀπονέμεται ὅμως αὐτοῖς, εἰμὴ ὁ ἀμέσως ἀνώτερος βαθμός». Ἀκούσατε; κάμετε ἤδη διάκρισιν· διότι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι συζητοῦμεν αὐτὰ εἴμεθα οἱ μᾶλλον ἀγράμματοι, καὶ προσέξατε ἵνα μὴν ἁρπάσῃ τις τὴν συνείδησίν σας, καὶ ἵνα μὴ ἔλθῃ στιγμὴ νὰ μετανοήσητε, βλέποντες αὐτὰ τὰ θύματα, δι’ ἃ οἱ ὀφθαλμοί σας θὰ κλαίουν τότε ματαίως. Τί λέγει λοιπὸν αὐτὸ τὸ ἄρθρον 17; Λέγει ῥητῶς, ὅτι οἱ τοιοῦτοι μόνον τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμὸν λαμβάνουσιν. Ὅθεν προκύπτει, ὅτι οἱ ἕνεκα καταργήσεως θέσεως, ἢ διαλύσεως σώματος κατὰ τὸ ἄρθρον 7, πρέπει νὰ λάβωσιν οὐχὶ τὸν ἀμέσως ἀνώτερον, ἀλλὰ τὸν ἀνήκοντα. Καὶ διατὶ τοῦτο; διότι ὁ ἐξ αἰχμαλωσίας προερχόμενος ἀξιωματικὸς ἐθεωρήθη ὅτι κἄτι τι ἔσφαλεν εἰς τὴν πατρίδα, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔσφαλεν ἐξ ἑκουσιότητος, παρ’ ἐκ τύχης, καθὼς ὅστις ἐκ τύχης ἀσθενεῖ, ἠθέλησαν νὰ τὸν κατατάξουν εἰς μίαν τάξιν ὑποδεεστέραν ἐκείνης, ἥτις ἐμπεριέχεται εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ἀπὸ 51 καταστατικοῦ νόμου, διότι ἐκεῖ εἶχε μεγαλείτερα πλεονεκτήματα, ἀφ’ ὅ,τι ἔχει εἰς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ ἀπὸ 61 νόμου· διότι, τί λέγει; «Δὲν ἀπονέμεται ὅμως αὐτοῖς, τοῖς ἐξ αἰχμαλωσίας ἐπανερχομένοις ἀξιωματικοῖς, εἰμὴ ὁ ἀμέσως ἀνώτερος βαθμὸς, καὶ οὐχὶ ὁ βαθμὸς, τὸν ὁποῖον δικαιοῦνται.» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα ἦλθε νὰ καταστρέψῃ ἐκ θεμελίων τὰ ἐπιχειρήματά σας; ἀλλ’ ἂν πιστεύητε ὅτι, ὅταν τίς δὲν προβλέπῃ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἄλλου τότε, ἄνωθεν αὐτοῦ καθήμενος, ὁ Θεὸς, προστατεύει τὴν δικαιοσύνην· μὴ ἔρχεσθε, μὲ αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα νὰ πληγώσητε τὴν καρδίαν ἑνὸς στρατοῦ, ὁ ὁποῖος τόσα σᾶς ἔδειξε δείγματα ἀφοσιώσεως πρὸς τὴν πατρίδα. Φοβηθῆτε, μὴ καταστήσητε οὕτως ἐργαζόμενοι εἰς τὸ μέλλον ἕνα στρατὸν Πραιτωριανόν. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ἄρθρον, τὸ 8 διότι ὑποσχέθην ν’ ἀναγνώσω ὅλον τὸν νόμον «Οἱ ἕνεκα χρονίου νοσήματος, βλέπετε, ὁ νόμος ὑποδιαιρεῖ καὶ προβλέπει, καὶ οἱ δι’ ἀπολύσεως ἢ προσκαίρου παύσεως ἀπὸ τῆς θέσεώς των, τιθέμενοι εἰς ἀργίαν ἀξιωματικοὶ ἀνακαλοῦνται μὲν εἰς ἐνέργειαν ἀλλ’ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν διαμένουσιν ἐν ἀργίᾳ, λογίζεται ὡς πραγματικὴ ὑπηρεσία, ὡς πρὸς μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἀποτάξεως καὶ συντάξεως καὶ τῆς ἀποστρατείας.» Αὐτὰ τὰ 2 οὐσιώδη ἄρθρα τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα προστατεύουν τὴν ὕπαρξιν τοῦ στρατιώτου, τὰ ἑρμηνεύει παρακάτω. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἀποφάσεις τῆς αὐθαιρέτου παρελθούσης ἐξουσίας, κατὰ τῶν ἀτόμων, κατὰ τῶν βαθμολόγων, δὲν ἐκλείοντο εἰς τὰ στενὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα, αἱ διατάξεις αὐταὶ τοῦ νόμου καθιέρωσαν, διὰ τοῦτο τὰ δικαστήρια εἶπον· δὲν ἀφίνωμεν αὐτὴν τὴν τάξιν, ἥτις νυχθημερὸν ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἀσφαλείας ἡμῶν, εἰς τὴν θέλησιν ἑνὸς αὐθαιρέτου ὑπουργοῦ· καὶ πολλάκις ἤκουσα τὸν πρώην ὑπουργὸν Βότζαρην, καταγγελλόμενον ὡς αὐθαίρετον, κακοῦργον, παράνομον, αἱμοβόρον, ἀπ’ αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται σήμερον νὰ φέρουν τὴν τύχην τοῦ στρατοῦ, πολὺ κατώτερον, ἀφ’ ὅ,τι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἦτο περιβεβλημένος μὲ αὐτὰ τὰ προσόντα, ὡς λέγουσι, τὴν εἶχεν (εὖγε, εὖγε) (θόρυβος ἀριστερά). Κύριοι, μὴ δυσανασχετῆτε ἐναντίον μου, ἀκούσατέ με, καὶ θὰ ἔλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν θὰ μὲ δικαιώσητε, καὶ τὴν παραφοράν μου ἴσως, διότι αἰσθάνομαι εἰς τὴν καρδίαν μου ἕνα παλμὸν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ εἰσχωρήσῃ μὲ τὴν αὐτὴν δύναμιν καὶ εἰς τὰς καρδίας ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐλάλησαν κατὰ τῶν δικαιωμάτων του· ἰδοὺ περὶ ἀποτάξεως. «Εἰς ἀπόταξιν ἕνεκα ἀνιάτου νοσήματος τίθεται ὁ ἀξιωματικὸς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου, ἢ ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων ἐπὶ τῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν στηριζομένῃ εἰς γνωμοδότησιν ἀνακριτικοῦ συμβουλίου. Ἀλλὰ δὲν σταματᾷ ἐδῶ ὁ νομοθέτης· φοβεῖται τὸ αὐθαίρετον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ θέλει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν δυστυχῆ ἀξιωματικὸν, καὶ προβαίνει νὰ ὁρίσῃ καὶ ἓν ἄλλο σημεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ τὸν ἐξασφαλίσῃ, καὶ τί διατάσσει; τὴν γνωμοδότησιν ἀνακριτικοῦ συμβουλίου. Ἔρχονται καὶ σᾶς λέγουν, ὡς νὰ μὴ ὑπῆρξάν ποτε εἰς τὸν στρατὸν, ὅτι ὁ εἰς ἀργίαν ἀξιωματικὸς, δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα. Ἰδοὺ τὶ λέγει παρακάτω ὁ νόμος ἄρθρ. 13 § 2 «ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς ᾖναι ὑπὲρ τὰ 3 ἔτη εἰς ἀργίαν τίθεται εἰς ἀπόταξιν, ἀλλὰ μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν ἀνακριτικοῦ συμβουλίου. Τί θέλει μὲ τοῦτο ὁ νόμος; θέλει περὶ τοῦ ἀνθρώπου, ὃν ἔθεσας εἰς ἀργίαν, μετὰ 3 ἔτη, ν’ ἀποφασισθῇ ὁριστικόν τι περὶ τῆς τύχης του, δὲν δίδει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν κρεμάσουν ἐπάνω εἰς μίαν ἀοριστίαν, καὶ νὰ ξεψυχήσῃ ἐκεῖ, ὡς ὁ τέττιξ ἐπὶ τοῦ δένδρου. Ἡ κοινωνία δὲν καταστρέφει τοὺς ἀνθρώπους, ἡ κοινωνία ἔρχεται νὰ σωφρονίσῃ, νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὴν τάξιν, καὶ νὰ τοὺς ὑπερασπισθῇ. Πρέπει λοιπὸν μετὰ 3 ἔτη νὰ τὸν φέρῃ ὑπὸ τὴν ἀπόφασιν, ἑνὸς ἀνακριτικοῦ συμβουλίου· καὶ ἠξεύρετε διατὶ δὲν τοὺς ἔφερε; διότι ἐὰν τοὺς ἔφερε, τὸ ἀνακριτικὸν συμβούλιον, ἤθελεν εἰπεῖ, νὰ τοὺς ἐπαναφέρουν εἰς ὑπηρεσίαν, καὶ δὲν τὸ ἤθελον αὐτό· τοὺς ἄφιναν λοιπὸν εἰς τὰ πελάγη, νὰ τοὺς δέρνῃ ὁ ἄνεμος καὶ αἱ καταιγίδες, καὶ νὰ ᾖναι ἀπομακρυσμένοι καὶ λυπημένοι αἰωνίως ἀδίκως καὶ παραλόγως.
§60ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Προσθέτω, ὅτι μ’ ἔφεραν ὑπὸ ἀνακριτικὸν συμβούλιον, ἀλλὰ δὲν τὸ ἤκουσαν.
§61Η. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀληθῶς τὸν Κύριον Κοσονάκον ἔφεραν ὑπὸ ἀνακριτικὸν Συμβούλιον. Τοῦτο ἀπεφάσισεν ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ μολαταῦτα τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου, ἡ αὐθαίρετος ἐκείνη ἐξουσία τὴν ἐξώρισεν ἐκ τοῦ γραφείου της. Ἀλλ’ ἐπέπρωτο εἷς λοχαγὸς νὰ ἔλθῃ σήμερον, Κύριοι, ὕστερον ἀπὸ τοιαῦτα παραδείγματα ἐκ τοῦ βήματος τούτου, νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ξενυκτᾷ καὶ φωνάζει «φύλακες ἐγρηγορεῖτε» διὰ νὰ κοιμῶμαι ἥσυχος ἐγὼ, ὁ ὁποῖος καταδιώκει τὴν ληστείαν, διὰ νὰ ᾖμαι ἀσφαλὴς ἐγὼ, πρέπει νὰ ὑπόκηται εἰς τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν αὐθαιρεσίαν ἑνὸς ὑπουργοῦ!! Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὅσα ἔφεραν ἐνώπιόν σας, διὰ νὰ καταστρέψουν αὐτὰ τὰ δικαιώματα, διὰ νὰ προσβάλουν τὰς τελευταίας ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως ὡς μὴ νομίμους, λόγῳ συμφέροντος δῆθεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ὅτι οὐδεμίαν ὑποστήριξιν εὑρίσκουσιν ἐπὶ τῶν νόμων. Σᾶς ἔφεραν κατόπιν ἓν ψήφισμα δρακόντειον! Καὶ τὶ λέγουν; Ἐάν ποτε εὑρεθῇ Κυβέρνησις ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμά σας, καὶ νὰ σᾶς δώσῃ τὸν βαθμόν σας, νὰ μὴν ᾖναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον νὰ προστατεύσῃ αὐτὰ τὰ δικαιώματα. Αἴ, Κύριοι, ἂς κλείσωμεν λοιπὸν τὴν θύραν αὐτὴν τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἂς μὴ ξαναέλθωμεν ἐδῶ, ἂς φέρωμεν τὸ ἔθνος εἰς τὴν παράλληλον ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Ταμπουκτοῦ τῆς Ἀφρικῆς, ἂς τὸ παραδώσωμεν κάλλιον εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν, καὶ τὰς διαθέσεις τοῦ τυχόντος. Ἠπόρησα ἀπορίαν μεγίστην, θλιβερὰν ἀπορίαν, ὅταν ὁ Κ. Ἀντ. Μαυρομιχάλης λαλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς εἶπεν, ὅτι τοῦ ἀξιωματικοῦ αἱ ἰδιότητες εἶναι δύο εἰδῶν, ὁ βαθμὸς καὶ αἱ ἀποδοχαί.
§62ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶπον ἀποδοχαί, ὁ βαθμὸς καὶ ἡ ὑπηρεσία.
§63ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ. Ἀποδοχαὶ ἐννοοῦσιν τὴν ὑπηρεσίαν. Κύριοι, τὶ νομίζετε σᾶς εἶπον; Μπὰ, ἡ Κυβέρνησις τὸν ἔβαλεν εἰς ἀργίαν καὶ ἔρχεται ὕστερον ἀπὸ τόσα ἔτη, ἀφοῦ τοῦ ἐδόθη ἀπὸ τὰ δικαστήρια τὸ δικαίωμά του νὰ σᾶς ζητήσῃ ἀπειρίαν χρημάτων. Τὶ ὀφείλει τὸ δημόσιον; Ὄχι, δὲν σᾶς ζητεῖ ἀπειρίαν χρημάτων, μὴ σᾶς τρομάζῃ τοῦτο. Ἐὰν ἦτον ἀνθυπολοχαγὸς, ἔρχεται νὰ σᾶς ζητήσῃ τὴν διαφορὰν τοῦ μισθοῦ τοῦ βαθμοῦ πρὸς τὸν μισθὸν τῆς ἀργίας· αὐτὸ σᾶς ζητεῖ, καὶ θέλετε νὰ τοῦ τὸ ἀποστερήσητε· ἐν τίνι δικαιώματι, Κύριε, λαμβάνεις ἕναν ὑπηρέτην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν σου, καὶ κάμνεις συμβόλαιον, νὰ σὲ ὑπηρετήσῃ ἓν ἔτος, καὶ ὕστερον ἀπὸ ἕνα μῆνα δυσαρεστεῖσαι καὶ λέγεις, δὲν σὲ θέλω φύγε; Νομίζετε, ὅτι τῶν 11 μηνῶν τοὺς μισθοὺς θὰ τοὺς καταχρασθῆτε; Ὄχι· διότι αὐτὸς θὰ σᾶς ἐγκαλέσῃ εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ θὰ εἴπῃ, ὅταν συνέταξες συμβόλαιον νὰ σὲ ὑπηρετήσω, καὶ ἐγὼ παρεδέχθην, ἠδυνάμιν ἐὰν σὺ δὲν ἐπαρουσιάζεσο νὰ εὕρω ὑπηρεσίαν ἄλλην· ἀλλὰ σήμερον ἡ ἐποχὴ ἐκείνη παρῆλθε, καὶ δὲν δύναμαι νὰ εὕρω· κάθημαι λοιπὸν 11 μῆνας, καὶ τὰ ἔξοδα τὰ πληρώνεις σύ. Λοιπὸν θέλετε, ἀφοῦ ἐτέθη εἰς ἀργίαν, καὶ ἐπέρασαν 19 ἔτη, νὰ μὴ ζητήσῃ τὸ συμπεφωνημένον, τὸ ὁποῖον δίδει ὁ νόμος; Ὁ Κ. Ζιμπρακάκης, τελευτῶν ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. «Ὁ Κ. Καλὸς τὸ ἔφερε πρῶτος, ἀλλ’ ἴσως ἀπὸ λεπτότητα πρὸς ἐμὲ, δὲν ἤθελε νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τὸ ὄνομα.» Ἐγὼ περισσότερον εὐχαριστῶ τὸν Κ. Ζιμπρακάκην, καὶ περισσοτέραν ὑποχρέωσιν χρεωστῶ πρὸς αὐτὸν παρὰ πρὸς τὸν Κ. Καλόν. Ὅταν ἐγὼ ἔχω τὸ δίκαιον, εἶμαι ἀνώτερος ὅλων. Σᾶς ἐμνημόνευσε μίαν ἀπόφασιν ἐξ 22,000 δραχμῶν, ἐκτελεστήν· δὲν θ’ ἀφήσω εἰς τὸ ἔθνος, οὐδὲ τὸν ἐλάχιστον δισταγμόν· εἰμπορῶ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἔπρεπε νὰ πάρω 120 χιλ, διότι οἱ ἄλλοι ἐπῆραν χωρία ὁλόκληρα· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐζήτησα διὰ τὰ δικαιώματά μου τίποτε. Ζητῶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν μου. Καὶ τὶ σᾶς εἶπεν ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως; Ὅτι ὁ πατήρ μου καὶ ὁ θεῖός μου Βλαχόπουλος, ἄτομα Κύριοι τὰ ὁποῖα φέρουν πληγὰς εἰς τὰς σάρκας των, καὶ ὅστις ἀμφιβάλλει τοῦ πληρόνω τὰ ἔξοδα νὰ τοὺς ἐπισκεφθῇ διὰ νὰ τὰς ἀνακαλύψῃ καὶ πεισθῇ. Ἐκίνησαν ἀγωγὰς καὶ ἔλαβον ἀποφάσεις. Αὐτοὶ ὑπηρέτησαν, Κύριοι, εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν, καθὼς καὶ ὁ θεῖος τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη, ὁ Ἀντώνιος, εἰς τὴν χωροφυλακὴν δηλαδὴ καὶ ἠξεύρετε, διατί; Διότι τοὺς παρεκάλεσαν τότε ἐπιμόνως νὰ δεχθοῦν διὰ νὰ δώσουν βαρύτητα εἰς ἐκεῖνο τὸ σῶμα. Καὶ λυποῦμαι διότι δὲν ἔχω τὰ γράμματα ἐκεῖνα ἐδῶ, διὰ νὰ ἰδῆτε μὲ ποῖον τρόπον παρεκάλεσαν τοὺς στρατηγοὺς τῆς ἐπαναστάσεως, διὰ νὰ ἐνισχύσουν τὸ ἠθικὸν βάρος τοῦ στρατοῦ. Ὑπηρέτησαν λοιπὸν, καὶ ὁ θεῖός του εἶναι πρὸ 20 ἐτῶν στρατηγὸς, ὁ κόσμος ἂς κρίνῃ, διατὶ ὁ ἕνας ἐγένετο πρὸ 20 ἐτῶν, καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς ἔκαμεν ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ῥούφου. Λοιπὸν αὐτοὶ κατετάχθησαν εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν, καὶ παρημελήθησαν καὶ μετὰ τὰ 43, ὁ μακαρίτης ὁ Λόντος, ὁ ὁποῖος τοὺς εἶδε πολλάκις εἰς τὸ πλευρόν του μαχομένους ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ἀνεγνώρισε τὴν ἀδικίαν, καὶ ἐπροκάλεσε διάταγμα, καὶ τοὺς ὠνόμασε συνταγματάρχας τῆς χωροφυλακῆς. Θέλετε τώρα νὰ μάθητε, πῶς ἐγεννήθη αὐτὴ ἡ δίκη; Θὰ φρίξητε. Αὐτοὺς τοὺς συνταγματάρχας τῆς χωροφυλακῆς, αἱ Κυβερνήσεις, αἱ κατόπιν τοῦ 43, τοὺς κατέγραψαν εἰς τὸ βιβλίον τῶν Φαλαγγιτῶν, καὶ τοὺς ἔλεγαν εἶσθε Φαλαγγῖται. Αὐτοὶ διϊσχυρίζοντο ὅτι τὸ διάταγμα λέγει, ὅτι εἶναι συνταγματάρχαι τῆς χωροφυλακῆς. Ὄχι, τοῖς ἀπήντων, εἶσθε Φαλαγγῖται!!! Ἐλησμόνησεν ὁ Κ. Ζιμπρακάκης νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐκανόνισεν ἡ ἐξουσία τὸν μισθὸν δι’ αὐτοῦ τοῦ διατάγματος. Τοῦτο λέγει ῥητῶς, ὅτι τοὺς ταγματάρχας τῆς χωροφυλακῆς, τοὺς προβιβάζει Συνταγματάρχας, καὶ τοὺς διορίζει νομοεπιθεωρητάς. Ἀπόκειται λοιπὸν τώρα εἰς ἐσᾶς Κύριοι νὰ ἐννοήσητε, ἐὰν ἐγὼ ὅστις εἶμαι λοχαγὸς τοῦ πυροβολικοῦ, προβιβασθῶ σήμερον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκδώσῃ τοιοῦτον διάταγμα «Τὸν λοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ Ἡρ. Πετιμεζᾶν, προβιβάζομεν ταγματάρχην» ποῦ ἀνήκω. Κύριοι, ἐπειδὴ οἱ πλεῖστοι εἶσθε πολῖται καὶ δὲν γνωρίζετε αὐτὰ τὰ πράγματα, θὰ σᾶς τὰ ἐξηγήσω. Ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος κανονίζει αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἀκούσατε, Κ. Νικολαΐδη, διότι ἐγὼ σᾶς σέβομαι εἰς τὰ οἰκονομικὰ, καὶ φεύγω ὅταν ἦναι τοιαῦτα. Ὑπάρχει ὡς προεῖπον, Κύριοι, ἕνας ὀργανισμὸς, ὁ ὁποῖος προστατεύει τὰς θέσεις καὶ τὰς ἰδιότητας τῶν ἀξιωματικῶν, διότι ὁ στρατὸς σύγκειται ἀπὸ πυροβολικὸν, πεζικὸν, ἱππικὸν, χωροφυλακὴν, φάλαγγα προικοδοτημένην, ἐνεργητικὴν καὶ καθεξῆς. Ὅταν λοιπὸν ἐκδοθῇ ἓν διάταγμα περὶ ἑνὸς ἀτόμου θὰ εἴπῃ καὶ τὸ σῶμα εἰς τὸ ὁποῖον τὸν μεταφέρει. Ὅταν λέγῃ π. χ. τὸν λοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ Ἡρ. Πετιμεζᾶν προβιβάζωμεν ταγματάρχην, ἐννοεῖται οἴκοθεν ὅτι ἐπροβιβάσθην Ταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ. Ἀλλ’ ὅταν τὸ διάταγμα προχωρήσῃ καὶ εἴπῃ. Τὸν λοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ Ἡρ. Πετιμεζᾶν προβιβάζομεν ταγματάρχην, καὶ μεταθέτομεν εἰς τὴν φάλαγγα, ἢ εἰς τὸ πεζικόν, τότε δὲν εἶμαι πλέον τοῦ πυροβολικοῦ. Λοιπὸν τὸ δικαστήριον συγκεκροτημένον ἀπὸ τοὺς Ἀρειοπαγίτας, τοὺς ὁποίους γνωρίζετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ, τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸν Οἰκονομίδην καὶ τὸν Μωραϊτίνην μέλη αὐτοῦ, συμφώνως μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς νομοθεσίας, συμφώνως μὲ τὸν ὀρθὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ὅσον καὶ ἂν θέλῃ νὰ παραβιάσῃ τις εἶναι ἀδύνατον, ἐξήγησε τὸ διάταγμα, καὶ εἶπεν, ὅτι οἱ συνταγματάρχαι αὐτοὶ εἶναι συνταγματάρχαι τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ δὲν ἐπρόβλεψες νὰ τοὺς μεταθέσῃς ἀλλοῦ· καὶ εἰξεύρετε τί εἶπον οἱ ὑπουργοὶ εἰς ἀντίκρουσιν; ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶχεν αὐτὸ εἰς τὴν κεφαλήν του, δηλ. ἐνόει ὅτι τοὺς ἐπροβίβασεν εἰς τὴν φάλαγγα, ὡς ἂν νὰ εἶχον τὴν δύναμιν αὐτοὶ τὴν μαγικὴν νὰ εἰσχωρήσουν εἰς τὸν ἐγκέφαλον τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἠξεύρετε πότε τὸ ἔλεγον; Ὅταν ὁ Λόντος ἀπέθανεν. Εἴπατέ μοι, Κύριοι, παρακαλῶ, ἐὰν ᾖναι συγκεχωρημένον εἰς τὸν ἄνθρωπον οὕτω νὰ διανοῆται, νὰ εἰσέλθῃ δηλ. αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν διάνοιάν σας, καὶ νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν διανοεῖσθε περὶ αὐτῶν; τὰ ὁποῖα λαλῶ, ἀλλὰ περὶ ἄλλου ἀντικειμένου. Τί δὲ ἔκαμε τὸ δικαστήριον; ἐξέδοτο μίαν ἀπόφασιν, καὶ εἶπεν, ἀναγνωρίζω αὐτοὺς Συνταγματάρχας τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, καὶ διατάττω τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ τὴν διαφορὰν τοῦ μισθοῦ τὸν ὁποῖον λαμβάνει ὁ Συνταγματάρχης τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ εἰξεύρετε τὶ εἶπεν ὁ Κ. Καλὸς, διὰ νὰ σᾶς δελεάσῃ; Εἶπεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε βαθμὸς συνταγματάρχου εἰς τὸν τακτικὸν στρατόν· καὶ ἐλησμόνησες Κ. Καλὲ τοὺς Βαυαροὺς Συνταγματάρχας, οἱ ὁποῖοι ἀπεῤῥόφησαν ὅλα τὰ χρήματα τοῦ δανείου, καὶ ἐλησμόνησες τοὺς Συνταγματάρχας Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι μισθὸν 510 δραχ. τὸν μῆνα. Κύριε Καλὲ, ἐδῶ εἶναι ὁ Καλλέργης, ἐδῶ εἶναι ὁ Σωνιέρος, ἐδῶ εἶναι ὁ Σπυρομήλιος, ἐδῶ εἶναι τόσοι ἄλλοι. Λοιπὸν ὅταν δὲν ἔχετε βεβαιότητα, μὴ ῥίπτετε αὐτὸ εἰς τὴν Συνέλευσιν, διότι δὲν ἔχει γνῶσιν αὐτῶν τῶν πραγμάτων καὶ δύναται νὰ πλανηθῇ καὶ νὰ καταστρέψῃ δικαιώματα, διὰ τὰ ὁποῖα νὰ μεταμελῆται ἐφ’ ὅρου ζωῆς. Καταδικάζεται λοιπὸν τὸ δημόσιον νὰ πληρώσῃ αὐτὴν τὴν διαφορὰν, καὶ ὅταν καταδικάζηται, πρέπει νὰ πληρώνῃ παραχρῆμα, πρέπει νὰ μὴ ταράττεται, διότι πρέπει νὰ ᾖναι καλῆς πίστεως. Τὰ ἔθνη διὰ νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν ἐλευθερίαν των, Κύριοι, ἐγείρονται εἰς ἐπανάστασιν καὶ καταστρέφουν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν των, καὶ τὴν ὕπαρξίν των, καὶ τὴν περιουσίαν των. Λοιπὸν μὴ θέλετε σήμερον ν’ ἀποκλείσητε τὴν δικαιοσύνην εἰς ἡμᾶς, φοβούμενοι μικρὰν δαπάνην. Μάθετε, Κ. Νικολαΐδη, ὅτι ἐνόσῳ τὰ Δικαστήρια δὲν ἐξέδωκαν ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ περιστείλωσιν αὐτὸ τὸ δημόσιον, τὸ δημόσιον ἦτο τυραννικὸν κατὰ τῶν ὑπαλλήλων του. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἐξεδόθησαν αὗται αἱ ἀποφάσεις, ἐγένοντο αὐτοὶ οἱ νόμοι οἱ προστατευτικοὶ, καὶ τὸ δημόσιον ἠξεύρει, ὅτι δὲν δύναται τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ὑπαλλήλων του νὰ τὰ καταχρασθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν. Λοιπὸν, ἐὰν ἡ πατρὶς ἐδαπάνησεν ὀλίγα χρήματα διὰ ν’ ἀπολαύσῃ αὐτὸ τὸ προσὸν, μὴ τὴν λυπῆσθε, συγχαρῆτε μᾶλλον αὐτήν.
§64ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἐρώτησα, ἐὰν ὑπάρχουν νομοθετημένοι Συνταγματάρχαι εἰς τὴν χωροφυλακήν. (θόρυβος).
§65ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε
§66ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν δὲν μὲ λέγετε, Κύριε Νικολαΐδη, μὲ τὸ μεγάλο πνεῦμα, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ νομοθετημένη θέσις, ποῦ ἐπῆγαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; εἰς τὰ σύννεφα!
§67ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Νὰ κάθηνται νομοεπιθεωρηταί.
§68ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κρῖμα νὰ μὴ σ’ ἔκαμαν.....
§69ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου. (γέλως).
§70ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Φοβοῦμαι μήπως ὁ Σόλων ἀπ’ ἐδῶ, καὶ ὁ Λυκοῦργος ἀπ’ ἐκεῖ (ὁ ῥήτωρ δεικνύει τὰς ἐπὶ τῶν τοίχων ἀμφοτέρωθεν τῆς αἰθούσης τῆς Συνελεύσεως εἰκόνας τοῦ Σόλωνος καὶ τοῦ Λυκούργου), μᾶς ἀκούουν καὶ τρομάζουν (γέλωτες). Ἀρκεῖ νὰ γνωρίσῃ αὐτὸς ὁ κόσμος, ὅτι τὸ ψήφισμά σας εἶναι ἄδικον, εἴμεθα πρόθυμοι καὶ τοὺς βαθμοὺς νὰ δώσωμεν καὶ νὰ ζήσωμεν ζητοῦντες ἐλεημοσύνην ἀπὸ τὸν κόσμον· εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ εἰς τὴν πρώτην καὶ εἰς τὴν δευτέραν καὶ εἰς τὴν τρίτην ἐπανάστασιν ἐλάβαμεν μέρος ἐνεργὸν ὑπὲρ τῶν κοινῶν συμφερόντων καὶ πρέπει, ἂν ὄχι νὰ μᾶς σέβησθε, τοὐλάχιστον νὰ μᾶς θεωρῆτε, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα μας χρέος· περισσότερον ἀπὸ σᾶς ἐκινδυνεύσαμεν διὰ νὰ ἔλθῃς σὺ πληρεξούσιος, Κύριε Νικολαΐδη! Λοιπὸν, Κύριοι, σᾶς ἐξήγησα τὸν λόγον, διὰ τί τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον πιστεύω νὰ ἦναι ἀνώτερον τοῦ Κ. Νικολαΐδου κατὰ τὰ φῶτα καὶ τὴν συνείδησιν, ἀπέδωκε δίκαιον εἰς αὐτούς. Τώρα σᾶς λέγω καὶ τὸ ἄλλο. Ὅταν τὸ Δικαστήριον ἐξέδωκεν αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, τοὺς ἀνεγνώρισεν ὡς ἀξιωματικοὺς τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ἧς ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα. Τί θέλετε λοιπὸν τώρα, ἀφοῦ μία παράνομος ἐξουσία τοὺς ἔστειλεν εἰς τὴν φάλαγγα αὐθαιρέτως καὶ αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην τὴν εὗρον ἐκεῖ, ὅπου τὸ ἔθνος τὴν ἐτοποθέτησε καὶ ἔλαβον, Κύριοι, τὸν βαθμὸν τοῦ Συνταγματάρχου τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ; Θέλετε αὐτὸς ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἔκαμον κατὰ τὰ 51, ἔξωθεν τοῦ ὁποίου τοὺς ἔθεσε μία αὐθαιρεσία νὰ μὴ τοὺς προστατεύσῃ; Μὴ σᾶς ζητοῦν ἀρχαιότητας καὶ βαθμοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς ἀπομεμακρυσμένην ἐποχὴν ἀπὸ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι προστατεύουν τὰ δικαιώματα ἀνθρώπων, χθὲς ἀναλαβόντων ὑπηρεσίαν εἰς τὸν στρατόν; Νομίζετε, ὅτι καλῶς θέλει πράξει μία Συνέλευσις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀναγνωρίζει μὲν, ὅτι οἱ νόμοι προστατεύουν τοῦ χθεσινοῦ ἀνθρώπου τὰ δικαιώματα, καὶ ἀποκλείουν τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι φέρουν πληγὰς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ τοῦ τόπου, οἱ ὁποῖοι ἐδαπάνησαν, ὅ,τι ἂν εἶχον; Εἴπετέ το νὰ τὸ γνωρίσῃ τοὐλάχιστον ὁ κόσμος! εἶσθε ἐλεύθεροι. Φοβηθῆτε ὅμως μὴ μετανοήσητε! Περαίνων τὸν λόγον μου, ἐλπίζω εἰς τὴν μεγαλοφροσύνην τῆς Συνελεύσεως, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ παρ’ αὐτῆς ἀπόφασις, ἡ ὁποία δὲν θὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὄθωνα νὰ χαρῇ διὰ μίαν τοιαύτην πρᾶξιν. Ἐλπίζω τέλος πάντων, ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ προστατεύσῃ τὰ δικαιώματα τῆς τάξεως ἐκείνης, ἥτις μεριμνᾷ καὶ κοπιᾷ ὑπὲρ τῆς εὐημερίας καὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ τόπου, καὶ τρέχει εἰς ὅλους ἐκείνους τοὺς κινδύνους, οἵτινες ἔρχονται εἴτε ἔσωθεν εἴτε ἔξωθεν, ἵνα καταστρέψωσι τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ....
§71ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι ἐφωτίσθησαν, νὰ σηκωθοῦν, (ἐγείρονται ἅπαντες). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη.
§73ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε! Διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς διευθύνσεως τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σπουδαῖον διὰ τὴν πατρίδα. Εἶμαι εἷς ἐκ τῶν συνυπογραψάντων τὴν πρότασιν, ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς παρατηρήσας, ὅτι ἐδόθη κατὰ σειρὰν ὁ λόγος εἰς τρεῖς κατὰ συνέχειαν κατὰ τῆς προτάσεως λαλήσαντας.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Ἐτελείωσεν, ἐφωτίσθημεν! Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλοῦ. Ἡ Βʹ. ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ἄρθρον 1. Τὰ τακτικὰ δικαστήρια κηρύττονται ἀναρμόδια νὰ δικάζωσιν ἀγωγὰς περὶ ἀνακτήσεως βαθμοῦ ἢ ἀρχαιότητος ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, καθὼς καὶ τὰς ἐκ τοιούτων λόγων ἀποζημιώσεις. Ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τὰ περὶ τῆς ἐκδικάσεως τοιούτων ἀπαιτήσεων. Ἄρθρον 2. Αἱ ὑπάρχουσαι τοιαῦται δίκαι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀνατρέπονται.
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν κάμνω, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, διῃρημένον εἰς δύω, διότι περιέχει δύω ζητήματα τὰ ἑξῆς· τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὴν ἀπονομὴν βαθμῶν, τὸ δεύτερον τὴν ἐπιψήφισιν ἀποζημιώσεως· ὅθεν νομίζω, ὅτι δὲν θὰ πεισθῇ ἡ Συνέλευσις, ἐὰν ἀναγκασθῇ νὰ ψηφοφορήσῃ διὰ μιᾶς ψηφοφορίας δύω ζητήματα.
§76ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Φρονῶ, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον δὲν περιέχει δύω διάφορα ζητήματα· διότι τὸ ἓν εἶναι συνέπεια τοῦ ἄλλου· διότι αἱ χρηματικαὶ ἀποζημιώσεις δίδονται ἐπὶ τῇ βάσει ἀνακτηθείσης ἀρχαιότητος. Ἅμα τὸ δικαστήριον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀνακτήσῃ ἀρχαιότητα, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ περὶ ἀποζημιώσεως· κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι ἅμα τὰ δικαστήρια θεωρηθῶσιν ἀναρμόδια, κατὰ συνέπειαν καθίστανται συγχρόνως ἀναρμόδια νὰ καταδικάσουν τὸ Δημόσιον εἰς χρηματικὴν ἀποζημίωσιν. Ἐγὼ φρονῶ μάλιστα τὸ τῆς ἀποζημιώσεως νὰ μὴ τεθῇ ὅλως διόλου.
§77ΚΑΛΟΣ. Ἐξαλείψατέ το.
§78ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Δὲν φθάνει αὐτό· «Καὶ τὰς συνεπείας ἐπιφυλαττομένων καὶ τῶν ἀγωγῶν». Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§79ΒΑΣΣΟΣ. Κύριοι, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν Κύριον Δεληγεώργην, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ὅλη μαζὺ, πρέπει νὰ διαιρεθῇ καὶ νὰ προστεθῶσι καὶ κάτι ἄλλα ἀκόμη. Σᾶς παρακαλῶ, πότε ἐπελήφθησαν τὰ δικαστήρια τοιούτων ὑποθέσεων, ὥστε νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτον πρᾶγμα· ὁ Κύριος Ἀξελὸς ἐζήτησε τὸν βαθμόν του, τὸ δικαστήριον εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ βαθμὸν, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἁρμόδιον εἰς τοῦτο. Ἡ Συνέλευσις ἐπιλαμβάνεται ἑνὸς πράγματος σήμερον, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδέποτε ἔγεινε κατάχρησις, οὔτε φόβος μεγάλος ὑπάρχει νὰ γείνῃ, (θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ, ἀκούσατέ με νὰ ἐξηγηθῶ, καθόσον πρέπει νὰ λαμβάνωμεν μίαν ἰδέαν ἀπὸ συμφέρον πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ μίαν ἐπιθυμίαν νὰ φανῶμεν ὠφέλιμοι εἰς τὴν πατρίδα. Λέγει ὁ φίλος μου, ὁ Κύριος Ζέρβας, ὅτι πρόκειται περὶ 50,000 δραχμῶν, τοῦτο εἶναι ἄσχετον. Τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεως λέγει, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τὰ δικαστήρια νὰ δώσωσι βαθμοὺς καὶ ἀρχαιότητας, τὰ δικαστήρια εἶπον, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ δώσωμεν βαθμοὺς, εἶπον μάλιστα, ἠξεύρομεν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἁρμόδια νὰ ἀποδώσωμεν βαθμοὺς καὶ ἀρχαιότητας. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεως δὲν δύναται οὔτε κἂν νὰ ψηφισθῇ. Τὸ δεύτερον μέρος ὅμως λέγει, ὅτι ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τὰ περὶ τῆς ἐκδικάσεως τοιαύτης ἀπαιτήσεως....
§80ΠΟΛΛΟΙ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§81ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κάμνω τὴν πρότασιν νὰ παραπεμφθῇ ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὰ τμήματα· (θόρυβος).
§82ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν ἀπαιτῶ, δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀναβολῆς, οὐχ ἧττον ὅμως πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους θέλω νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὥστε τοῦ λοιποῦ τὰ δικαστήρια μέχρις οὗ ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις αὕτη νὰ ἀπέχωσι τοῦ νὰ δικάζωσι στρατιωτικῶν ἀποζημιώσεων ἀπαιτήσεις. Μὴ κινδυνεύωμεν, Κύριοι, τὴν πολιτείαν. Πολλοὶ ἔχουν πολλὰ δικαιώματα παραγνωρισθέντα, ἀλλὰ τὸ Ἔθνος δὲν εὐθύνεται διὰ τὴν παραγνώρισιν αὐτῶν· (θόρυβος).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Κολιάτσου τοῦ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ τμήματα, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§84ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ παρελθὸν ἀφῆκε τοσαύτας πληγὰς εἰς τὸ ναυτικὸν, ὥστε ἀπαιτεῖται καὶ ἰσχυρὰ θέλησις καὶ ἱκανότης μεγάλη διὰ νὰ θεραπεύσωμεν αὐτάς. Αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο εἰς τὸ ναυτικὸν εἰς τὸ παρελθὸν, εἶναι τοσοῦτον μεγάλαι καὶ ἀσύγγνωστοι, ὥστε, ἐὰν δὲν ἐπιφέρωμεν βελτίωσιν ἐπ’ αὐτῶν, προδίδομεν τὸ καθῆκόν μας. Εἶναι καιρὸς πλέον τὴν ἐπανάστασιν αὐτὴν νά τὴν στολίζωμεν διὰ πράξεων καὶ οὐχὶ διὰ λέξεων. Νόμος τις περὶ ἐφεδρείας εἶχε γείνει διὰ ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐξαιρετικῶς ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα, ἀλλὰ κατόπιν δυστυχῶς διέστρεψαν τὸν νόμον αὐτὸν, καὶ ἀντὶ νὰ βραβευθῶσιν οἱ ἐξαιρετικῶς ὑπηρετήσαντες τὴν πατρίδα, ἐβραβεύθησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπρεπε νὰ βραβευθῶσιν. Ὁ νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς εἶπον, ἦτο νὰ δώσῃ μίαν θέσιν ἐξαιρετικὴν εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας τὴν πατρίδα, εἰς τοὺς πλοιάρχους τῆς ἐπαναστάσεως, οἵτινες καὶ κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα ἦσαν πλοίαρχοι, καὶ μετὰ ταῦτα ὑπηρέτησαν 25 ἔτη εἰς τὸ τακτικὸν ναυτικόν. Κατόπιν Ὑπουργός τις ἤθελε ν’ ἀνοίξῃ στάδιον, εἴτε δι’ αὐτὸν, εἴτε διὰ τοὺς οἰκείους του, καὶ κατέστρεψε τὸν θεμελιώδη νόμον δι’ ἑνὸς Διατάγματος, εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν εἶναι δεκτοὶ καὶ ὅσοι ὑπηρέτησαν καὶ ἅπαξ εἰς τὸν ἀγῶνα εἴτε ὡς ναῦται, εἴτε ὡς πλοίαρχοι, εἴτε ὡς μοῦτσοι, εἴτε ἄλλως πως. Καὶ πλοίαρχοι τῆς ἐπαναστάσεως, πλοίαρχοι προσενεγκόντες εἰς τὸν ἱερὸν ἀγῶνα τὰς περιουσίας των, πλοίαρχοι προκινδυνεύσαντες, πλοίαρχοι, οἵτινες ἐχρημάτισαν ὡς ναύαρχοι, σήμερον λαμβάνουν μισθὸν 150 δραχ. ἐνῷ οἱ κωπηλάται των λαμβάνουν 400· πῶς σᾶς φαίνεται, Κύριοι, ἡ δικαιοσύνη αὕτη; Πρόκειται λοιπὸν, Κύριοι, νὰ περιορίσωμεν τὴν σπατάλην καὶ νὰ δώσωμεν δικαιοσύνην εἰς τὰ ἱερὰ λείψανα τῆς ἐπαναστάσεως, τὰ ὁποῖα μακρόθεν βλέπουσι τοὺς κωπηλάτας των ἁδρῶς πληρονομένους καὶ μὲ ἕνα βαθμὸν περισσότερον. Ἐὰν θέλετε, Κύριοι, πράγματι νὰ στολίσωμεν τὴν ἐπανάστασιν διὰ πράξεων, πρέπει νὰ καταργήσετε τὸν νόμον αὐτὸν καὶ νὰ θέσετε εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξαιρετικῶς ὑπηρέτησαν τὴν ἐπανάστασιν, καὶ οἵτινες δὲν εἶναι περισσότεροι ἀπὸ πέντε, τοὺς ὁποίους καὶ δύναμαι νὰ σᾶς ὀνομάσω, εἶναι ὁ Σαχίνης...... Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ θεωρήσετε τὸ ψήφισμα αὐτὸ ὡς κατεπεῖγον διὰ ν’ ἀποδώσετε δικαιοσύνην εἰς τὰ ἱερὰ αὐτὰ λείψανα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις, θὰ ἐρωτηθῇ, ἂν τὸ θεωρῇ κατεπεῖγον, ἢ ὄχι. Ὅσοι τὸ θεωροῦν ὡς κατεπεῖγον, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως, ἢ ὄχι;
§86ΠΟΛΛΟΙ. Ἀμέσως.
§87ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι!
§88ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐγὼ, ὡς νομικὸς δὲν δύναμαι παρὰ νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὅταν πρότασίς τις θεωρηθῇ κατεπείγουσα, ἀπαλλάσσεται τῆς τυπώσεως καὶ τῆς παραπομπῆς εἰς τὰ τμήματα· πρέπει ὅμως νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§89ΟΡΛΑΝΔΟΣ. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ εἶναι συνέχεια τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τρεῖς πληρεξούσιοι ἐκάμαμεν περὶ ναυτικῶν, τότε δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐτυπώθη καὶ δύναται νὰ συζητηθῇ (θόρυβος).
§90ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ......
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις, ἂν ἐννοεῖ νὰ συζητηθῇ ἀμέσως (θόρυβος).
§92ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνω τὴν ἔνστασιν, ὅτι δὲν εἴμεθα πλήρεις.
§93ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον (θόρυβος, ἐγείρονται πάντες οἱ πληρεξούσιοι).
§94ΒΑΣΣΟΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Ἀπὸ προχθὲς ἀπὸ τὸν Ὑμηττὸν μέχρι τῆς Εὐβοίας ἐκάησαν ὅλα τὰ δάση· οὐδαμοῦ ἐφάνη ἄνθρωπος τῆς ἐξουσίας, πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ.
§95ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐστείλαμεν ἀνθρώπους.
§96ΒΑΣΣΟΣ. Μέχρι τοῦδε 100,000 πεῦκα εἶναι καυμένα (θόρυβος).
§97ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Προχθὲς ὥρισα ὡς ἡμέραν συζητήσεως τὴν Τετάρτην διὰ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν προβιβασμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον χώραν χωρὶς νὰ στηρίζωνται εἰς τὸν νόμον. Ἐπειδὴ δὲ κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν δὲν ἔγεινε συζήτησις, ὁρίζω ὡς ἡμέραν συζητήσεως τὴν αὔριον.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 4 καὶ 25.
Ὁ Πρόεδρος
ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ.
Οἱ Γραμματεῖς Χ. Γερογιάννης.