1863.07.08
1,797 rows · 14,685 words · 201 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΛΒʹ.
Τῆς 8 Ἰουλίου 1863.
(Δευτέρα).
Ὥρα 10 π. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ πλήρους γενομένης τῆς Συνελεύσεως, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ζυμβρακάκης ἐζήτησε τὸν λόγον νὰ κάμῃ μίαν ἐπερώτησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶναι παρὼν ὁ Κ. Ζυμβρακάκης;
§4ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν αὐτοῦ ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Λ. Μαυρομιχάλης.
§6ΚΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω μίαν πρότασιν, ἂς ἀναγνωσθῇ πρώτη αὐτή.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Καλὸς καὶ ἄλλοι ὁμοῦ ὑπέβαλον μία πρότασιν, ἀφοῦ δ’ ἐγκριθῇ τὸ κατεπεῖγον αὐτῆς, ἠμπορεῖ νὰ τῷ δοθῇ ὁ λόγος νὰ τὴν ἀναπτύξῃ. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει «Ἄρθρον 1. Τὰ τακτικὰ δικαστήρια κηρύσσονται ἀναρμόδια νὰ δικάζωσιν ἀγωγὰς περὶ ἀνακτήσεως βαθμοῦ ἢ ἀρχαιότητος ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, καθὼς καὶ τὰς ἐκ τοιούτων λόγων ἀποζημιώσεις.» «Ἰδιαίτερος νόμος θέλει κανονίσει τὰ περὶ τῆς ἐκδικάσεως τοιούτων ἀπαιτήσεων» «Ἄρθρον 3. Αἱ ὑπάρχουσαι τοιαῦται δίκαι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀνατρέπονται».
§8ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§9ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, τὸ θεωρῶ κατεπεῖγον. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι ἐκινήθησαν δίκαι πολλαὶ περὶ βαθμολογιῶν (θόρυβος). Ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐπαρουσιάσθησαν, Κύριοι, ἀπαιτήσεις νέαι περὶ βαθμολογιῶν καὶ ἀρχαιότητος (θόρυβος).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι, μὴ τὸν διακόπτετε.
§11ΚΑΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὅλα τὰ προηγούμενα ψηφίσματα καὶ διατάγματα, ἤτοι κατὰ τὸ ψήφισμα τοῦ Κυβερνήτου, τὸ διάταγμα τοῦ 34, εἶχε μόνη τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτιμήσῃ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἕκαστος τῶν ἀξιωματικῶν ἠδύνατο νὰ λάβῃ· εἶχεν ὁρίσει καὶ τὴν ἀρχαιότητα, ἀλλ’ ἔλεγε νὰ συνοδεύεται αὐτὸς καὶ μὲ τὸ δεῖνα καὶ δεῖνα προσόν. Σήμερον εἰς τὰ δικαστήρια καταφεύγουσιν ἀξιωματικοί τινες, λέγοντες, ὅτι παρελείφθησαν παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς καὶ προὐβιβάσθησαν ἄλλοι ἀντ’ αὐτῶν, καὶ ζητοῦσιν ἀποζημιώσεις, χωρὶς νὰ δικαιῶνται τοιούτων· διὰ τοῦτο θεωρῶ τὴν πρότασίν μου ἀναγκαιοτάτην καὶ κατεπείγουσαν, καθόσον αἱ ἀπαιτήσεις αὐταὶ ἴσως φθάσωσι πλέον τῶν 3,000,000 δραχμῶν.
§12ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§13Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Καλοῦ ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ κατεπείγουσα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ καὶ ὡς ἀπαράδεκτος· ἀπορῶ μάλιστα πῶς ὁ Κύριος Καλὸς ἔφερε τοιαύτην πρότασιν, διότι οὕτω θέλει νὰ καταστρέψῃ δικαιώματα κεκτημένα, τὰ ὁποῖα κατεπατήθησαν ἀπὸ τὸ παρελθὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον τόσον πολὺ κατεπολέμει τοὺς ἀγωνιστάς· αἱ ἀπαιτήσεις αὗται εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς καταπιέσεως τοῦ παρελθόντος συστήματος, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωρίζετε, πάντα μὲν εὐνοούμενον προήγαγε, πάντα δὲ μὴ εὐνοούμενον κατεδίωκεν. Εἰς οὐδὲν ἐλόγιζε τοῦ νὰ λάβῃ ἕνα ἀπὸ τὸν δρόμον καὶ νὰ τὸν βαθμολογήσῃ. Διὰ τοῦτο, καὶ ὁ Κ. Καλὸς τὸ γνωρίζει πολὺ καλά, ἐγεννήθη αὐτὴ ἡ ἰδέα νὰ καταφύγουν εἰς τὰ δικαστήρια. Τὰ δικαστήρια μέχρι σήμερον εἶναι ἡ τελευταία ἄγκυρα τοῦ ἀδικουμένου πολίτου. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων κατεπατήθησαν τὰ δικαιώματα, θέλετε σήμερον, ὅτε καθ’ ἡμέραν καὶ σεῖς, Κ. Καλὲ, καὶ οἱ ἄλλοι φωνάζετε, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἦλθε νὰ διορθώσῃ τὰ ἀδικήματα, θέλετε νὰ μὴ δικαιωθῶσι; Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι σήμερον ἡ Συνέλευσις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπέμβῃ εἰς δικαιώματα κεκτημένα.
§14ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τοῦ κατεπείγοντος.
§15ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι κατεπείγουσα ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπαράδεκτος ὅλως διόλου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ κατεπείγοντος ἔχει τις νὰ λαλήσῃ;
§17ΠΑΝΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν Κ. Καλόν· ἕνας ἐξ ἐκείνων, οἵτινες κατεδιώχθησαν καὶ ἔπαθον, εἶμαι καὶ ἐγὼ, ὅστις ἤμην μοίραρχος· ἐπιθυμῶ τέλος πάντων αὐτὰ ὅλα νὰ δοθοῦν εἰς ὄφελος τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ὅσοι κατεπάτησαν τὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἄλλων, ὅσοι ἐπροβιβάσθησαν μέχρι σήμερον παρανόμως, ὅλοι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς ἣν ἦσαν πρότερον κατάστασιν πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου.
§18ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος, πρόκειται περὶ τοῦ κατεπείγοντος.
§19ΠΑΝΑΣ. Διὰ τῆς κατασκοπίας ἐπροβιβάσθησαν πολλοὶ, ὄχι διότι ἔδειξαν ἀρετὴν καὶ ἱκανότητα· ἐγὼ ἔδειξα περισσότερον πατριωτισμὸν, καὶ ἐν τούτοις οὔτε βαθμολογίαν, οὔτε ἀποζημιώσεις ἔλαβον· καὶ ποῖος λοιπὸν θὰ μὲ δικαιώσῃ; διὰ τοῦτο προσέφυγα εἰς τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐσεβάσθην. Ἀλλ’ ἂν θέλετε νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸ Ἔθνος αὐτὰ τὰ δικαιώματα, πρέπει νὰ τὰ ἀφήσωμεν ὅλα.
§20ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὁ προλαλήσας ὁσάκις λαμβάνει τὸν λόγον ἀναφέρει τὰ δικαιώματά του. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν οὐσίαν, διότι ὅλοι, ὅσοι κατέλαβον τὸ βῆμα, ὡμίλησαν μᾶλλον ἐπὶ τῆς οὐσίας· λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδὲν κατεπεῖγον· εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ δύω αὐτοὶ μῆνες εἶναι καιρὸς διακοπῆς τῶν δικαστηρίων, καὶ οὐδεμία δίκη ἠμπορεῖ νὰ δικασθῇ. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν πῶς θέλει ὁ Κ. Καλὸς νὰ συζητήσωμεν καὶ παραδεχθῶμεν ἓν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ κακὰς συνεπείας· ἕνας ὑπουργὸς δύναται ἕνα ἀξιωματικὸν νὰ τὸν στερήσῃ τοῦ βαθμοῦ του· τότε θέλετε νὰ μὴ προστρέξῃ οὗτος εἰς τὰ δικαστήρια; μὴ τρέχωμεν, Κύριοι, ἂς ἔχωμεν περισσότερον σέβας εἰς τὰ δικαστήρια· ἀλλὰ πρὸ πάντων σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ κατεπεῖγον, καθόσον ὑπάρχει διακοπὴ τῶν δικαστηρίων κατὰ τοὺς δύω τούτους μῆνας. Ἔχομεν τὸν καιρὸν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν, ἐὰν τὸ ψήφισμα τοῦτο εἶναι καὶ συμφέρον καὶ σύμφωνον μὲ τὸν νόμον.
§21ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσι, τί θὰ γείνουν;
§22ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὑπάρχουν τοιαῦται, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ τελεσίδικός τις ἀπόφασις, δὲν πρέπει ποτὲ ἡ Συνέλευσις νὰ ἔλθῃ νὰ καταπατήσῃ κεκτημένα τελεσιδίκως δικαιώματα, καὶ οἱ νόμοι οὐδέποτε ἔχουν ἀναδρομικὴν ἰσχὺν, οὐδὲ τὸ ψήφισμα τοῦ Κ. Καλοῦ προβλέπει περὶ αὐτῶν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται νὰ συζητηθῇ τὸ ψήφισμα τοῦτο σήμερον, νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί.) Εἶναι ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸ ἐναντίον. Οἱ θέλοντες νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ ψήφισμα ὡς κατεπεῖγον νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί).
§26ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, Κύριε, Πρόεδρε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον καὶ πάλιν ἀμφιβάλλει.
§28ΣΧΙΝΑΣ. Ἀφοῦ μετὰ δύω ἀποπείρας τὸ προεδρεῖον ἀμφιβάλλει, πρέπει νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§29ΚΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἀναβάλλω διὰ τὴν ἐρχομένην τετάρτην, ἀλλ’ ὡς πρώτην πρᾶξιν τῆς Συνελεύσεως.
§30ΜΙΛΗΣΗΣ. Κ. Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις, ἡ τοῦ Κ. πληρεξουσίου Μεγαρίδος Κ. Πανούση· «Ἡ Συνέλευσις ψηφίζει. Ὁ πρόεδρος νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστίας τῆς Συνελεύσεως εἰς τὸν Μητροπολίτην Ἀθηνῶν δι’ ἃς προσπαθείας κατέβαλε κατὰ τὰς ἀποφράδας ἡμέρας τοῦ Ἰουνίου πρὸς κατάπαυσιν τῶν αἱματηρῶν συγκρούσεων.»
§32ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις ἀπὸ κἀνένα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Πανούσης εἶναι ἐδῶ;
§34ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.
§36ΖΕΡΒΑΣ. Ὄχι, παρὰ ἀποῤῥίπτεται.
§37ΠΑΝΟΥΣΗΣ. Ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι 100 περίπου ἀναφοραὶ πληρεξουσίων, ζητούντων νὰ ἀπέλθωσι μὲ ἀδείας δι’ ἀνάγκας των.
§39ΤΙΝΕΣ. Δὲν δίδομεν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταξὺ τῶν ζητούντων ἄδειαν ἀπουσίας εἶναι ὁ Κύριος Φαρμάκης, ὅστις ἀπαιτεῖ νὰ κάμω λόγον περὶ τῆς ἀναφορᾶς του. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπόν· ἀλλ’ ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι, ἂν δοθῶσιν ἄδειαι, κινδυνεύομεν νὰ μὴ συγκροτήσωμεν πλέον συνεδρίασιν.
§41ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἀπεφασίσαμεν νὰ ἐργασθῶμεν μίαν ἑβδομάδα κατὰ συνέχειαν.
§42ΔΑΓΡΕΣ. Φρονῶ, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ αὐστηρότης αὐτή· καὶ εἰς ἄλλους δὲν ἐδόθη ἄδεια, καὶ ἐν τούτοις ἀνεχώρησαν. Ἀφοῦ ὁ Κύριος Φαρμάκης ἐπιμένει νὰ φύγῃ, πρέπει νὰ τοῦ δώσητε ἄδειαν, διότι ἄλλως θὰ φύγῃ καὶ ἄνευ αὐτῆς.
§43ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Ἂς φύγῃ χωρὶς ἄδειαν.
§44ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ἀφεντούλη, κάθησαι εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ δὲν ἔχεις ἄλλα συμφέροντα.
§45ΖΕΡΒΑΣ. Ἐὰν ἐπράττομεν ὅλοι, ὡς μερικοὶ πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν διάθεσιν νὰ ὀνομασθῶσι πληρεξούσιοι μόνον ψιλῷ ὀνόματι, βεβαίως ἡ Συνέλευσις ποτὲ δὲν θὰ προέβαινεν εἰς κἀνὲν ἔργον· πολλοὶ τῶν Κυρίων πληρεξουσίων ἐπὶ ψιλῷ ὀνόματι ἔμειναν μόνον, καὶ δὲν ἦλθον νὰ λάβωσι μέρος, παρ’ ἅπαξ ἢ δίς. Ὑπάρχουν ὅμως πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι εἶναι τακτικοὶ καὶ δὲν ἀπουσίασαν οὐδὲ μίαν ἡμέραν. Ἡ γνώμη μου εἶναι, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἄδειαν εἴτε ἅπαξ εἴτε δὶς νὰ μὴ δοθῇ πλέον, εἰς ὅσους ὅμως δὲν ἐδόθη διόλου, δικαιοῦνται νὰ λάβωσι 10 τοὐλάχιστον ἡμερῶν. Ὅσοι δὲ λείπουν, νὰ προσκληθῶσιν ἐπισήμως ἀπὸ τὸν Πρόεδρον νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν Συνέλευσιν· ἄλλως νὰ δημοσιευθοῦν τὰ ὀνόματά των διὰ τοῦ τύπου.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χρεωστῶ νὰ σᾶς εἴπω ὡς Πρόεδρος, μόλον ὅτι ἕκαστος ἐξ ὑμῶν τὸ γνωρίζει, ὅτι μετὰ μεγάλης δυσκολίας κατορθοῦμεν νὰ συγκροτῶμεν συνεδρίασιν, ὅτι ἂν δοθῶσιν ἄδειαι, εἶναι 80 οἱ ζητοῦντες τοιαύτας καὶ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ συγκροτήσωμεν συνεδρίασιν.
§47ΑΝΤΥΠΑΣ. Νὰ προσκαλέσητε ἐπιμόνως τοὺς ἄλλους.
§48ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ. Ἂς προσκληθῶσιν ὅλοι οἱ ἐν ἀδείᾳ, καὶ νὰ πάρουν οἱ ἄλλοι.
§49ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, Κύριε Πρόεδρε.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον περὶ τῶν ζητουμένων ἀδειῶν.
§51ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Νὰ μὴ δοθοῦν ἄδειαι.
§52ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, Κ. Πρόεδρε, νὰ λύσετε αὐτὸ τὸ ζήτημα σήμερον· ὅσοι εἶναι ἀπὸ σταφιδοφόρους ἐπαρχίας θὰ φύγουν περὶ τὰς 18, 20 αὐτοῦ τοῦ μηνὸς, ἀφήσατε τὰς ἀναφορὰς νὰ μένουν, καὶ ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἀναγκαίας ἐργασίας· ὅταν δὲ φθάσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην, τότε φροντίζομεν. Ἂς φροντίσῃ τὸ προεδρεῖον νὰ προσκαλέσῃ μετὰ πάσης αὐστηρότητος ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λείπουν τόσους μῆνας.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικὰ προχθὲς, ὅτι δὲν δίδονται ἄδειαι, καὶ ἰσχύει αὐτὸ τὸ μέτρον.
§54ΑΝΤΥΠΑΣ. Εἶναι πολλοὶ ὑπάλληλοι πληρεξούσιοι· διὰ ποῖον λόγον δὲν ἔρχονται ἐδῶ;
§55Χ. ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Ἔπρεπε καὶ αὐτοὶ νὰ ἔχουν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντός των, καὶ πρέπει νὰ ἔρχωνται· εἶναι 200 πληρεξούσιοι εἰς Ἀθήνας, καὶ δὲν ἔρχονται.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε τὸ ἀντικείμενον τοῦτο περὶ ἀπόντων καὶ μεταβαίνομεν εἰς ἄλλο. Ὁ Κύριος Σαρίπολος κάμνει τὴν ἑξῆς πρότασιν. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει· «Αἱ κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς 18, 19, 20, 21 καὶ 22 Ἰουνίου ε. ε. λήξασαι δικαστικαὶ προθεσμίαι κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, παρατείνονται ἐπὶ 5 μετὰ τὴν 22 Ἰουνίου ἡμέρας, ἤτοι μέχρι τῆς 27 Ἰουνίου καὶ ταύτης συμπεριλαμβανομένης».
§57ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πολὺ πρόδηλος ἡ σπουδαιότης αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη συζητήσεως οὐδὲ ἀποδείξεως.
§58ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Διὰ μόνας τὰς Ἀθήνας ἢ καὶ τὰς ἐπαρχίας.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ μόνας τὰς Ἀθήνας.
§60ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Παραδέχομαι ἐν τῷ ψηφίσματι αὐτὴν τὴν διασάφησιν τοῦ Κ. Νικολαΐδου, διότι εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους δὲν ὑπάρχουν αἱ αὐταὶ περιστάσεις.
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ αὐτὸς λόγος ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν νομὸν τῆς Λακωνίας.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἀλλ’ εἶναι εἰς ἄλλας ἡμέρας.
§63ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Λοιπὸν μόνον κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικείου.
§64ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα· ἐρωτήσατε, Κ. Πρόεδρε.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅσοι παραδέχεσθε μόνον διὰ τὰς Ἀθήνας τὴν πρότασιν αὐτὴν, νὰ σηκωθῆτε (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ ἐκ μέρους τοῦ υἱοῦ τοῦ Κριεζώτη, ζητοῦντος νὰ μεταφερθῶσι καὶ ἐνταφιασθῶσιν ἐν Ἑλλάδι τὰ λείψανα τοῦ ἀποθανόντος πατρός του.
§66ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Αὐτὸ εἶναι ἀποφασισμένον καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχήν.
§67ΚΑΛΟΣ. Ἰδοὺ τί ζητεῖ ἡ οἰκογένεια. Ἡ Συνέλευσις νὰ ἐπιτάξῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ φέρῃ τὰ ὀστᾶ καὶ νὰ γείνῃ μία τελετὴ ἐπίσημος.
§68ΤΙΝΕΣ. Ἐγένετο τοῦτο.
§69ΚΑΛΟΣ. Δὲν ἐξετελέσθη.
§70ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἐκτελεσθῇ.
§71ΚΑΛΟΣ. Ἀλλὰ ψήφισμα δὲν θὰ γείνῃ.
§72ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ διατί νὰ μὴ γίνῃ καὶ ψήφισμα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινε τοιοῦτον πρὸ πολλοῦ. Ὁ Κ. Ζιμπρακάκης ἔχει τὸν λόγον.
§74ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Περιῆλθον εἰς τὰς ἀκοάς μου πράξεις τινὲς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀντιβαίνουσαι εἰς τοὺς κειμένους νόμους τοῦ Κράτους· δι’ αὐτὸ τοῦτο ἀπετάνθην εἰς τὸν Κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως αἰτήσας νὰ παρουσιασθῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον θέλω ἐπερωτήσει, ἂν πραγματικῶς ἔλαβον χώραν προβιβασμοὶ εἰς τὸν στρατὸν, τοποθετήσεις ἀξιωματικῶν εἰς ἀργίαν διὰ προσωρινῆς παύσεως καὶ εἰς διαθεσιμότητα· ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι αἱ πράξεις αὗται ἀντίκεινται εἰς τοὺς κειμένους νόμους, δι’ αὐτὸ κάμνω αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν, ὅπως ἔλθῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§75ΤΙΝΕΣ. Τὴν τετάρτην.
§76ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σήμερον.
§77ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει πλέον νὰ σταματήσωμεν τὸ κακόν· καὶ ἄλλοτε μὲ ἠκούσατε νὰ κάμω λόγον περὶ παύσεων ἢ προβιβασμῶν· δυστυχῶς ἤκουσα ὅτι προβιβασμοὶ ἐγένοντο, ἄνευ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, εἰς μὴ νομοθετημένας θέσεις, προσώπων μὴ ἐχόντων δικαιώματα εἰς προβιβασμόν, καθὼς καὶ εἰς τοποθετήσεις εἰς ἀργίαν καὶ διαθεσιμότητα. Ὁ νόμος προβλέπει τοὺς τοιούτους ὅρους καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως θέλω ἀποδείξει εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς παρηνόμησε. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ ἐπερώτησις εἶναι σπουδαία καὶ εἶναι ἀνάγκη ὅσον ἔνεστι ταχέως νὰ συζητηθῇ, διὰ νὰ θέσωμεν φραγμὸν, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπα, εἰς τὰς παρανομίας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι ἡ δημόσιος ὑπηρεσία εἶναι δημόσιον κτῆμα καὶ ὀφείλει ὁ ὑπουργὸς νὰ τὴν μεταχειρίζεται πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους καὶ οὐχὶ πρὸς ὄφελος τῶν συγγενῶν καὶ φίλων του.
§78ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν τετάρτην.
§79ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Πολὺ καλὰ τὴν τετάρτην.
§80ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, καταγίνεται εἰς σπουδαῖά τινα ἀντικείμενα σήμερον καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλεῖ νὰ τὴν ἀφήσετε σήμερον. (θόρυβος ἀριστερά).
§81ΤΙΝΕΣ. Τὴν Τετάρτην.
§82ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας πρόκειται νὰ δημοσιευθοῦν τινες προβιβασμοὶ, καί τοι μοὶ συντάξαντος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θέσπισμα κατὰ τὸν νόμον.
§83ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Οὕτω συνεβιβάσθησαν.
§84ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ συμβιβασμὸς, τὸν ὁποῖον οἱ ὑπουργοῦ εἰμποροῦν νὰ κάμουν δι’ ἑαυτοὺς, ἀνήκει εἰς αὐτοὺς, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸς εἰς τὸ ἔθνος· δι’ αὐτὸ τοῦτο λέγω, ὅτι ἐὰν τὸ Προεδρεῖον κοινοποιήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀναστείλῃ πᾶσαν ἐνέργειαν μέχρι τῆς τετάρτης, ἔχει καλῶς, τοὐναντίον πρέπει νὰ παρουσιασθῇ.
§85ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι, χωρὶς ν’ ἀποκρούσω τὰς αἰτιάσεις τοῦ προλαλήσαντος, χωρὶς ν’ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μ’ ἀκούσῃ, διότι ὁμιλῶ περὶ ὅλου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὔτε συμπαθῶ οὔτε ἀντιπαθῶ πρὸς κανένα, συνυπευθύνους θεωρῶ ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς, κατὰ συνέπειαν ὅλοι ὀφείλουν νὰ ᾖναι προσεκτικοὶ εἰς πᾶν βῆμα καὶ εἰς πᾶν μέτρον. Κύριοι, μετ’ ἀποστροφῆς βαθείας καὶ μετὰ θλίψεως ἀναπολεῖτε εἰς τὴν μνήμην σας τὰς ἡμέρας τῆς 18 καὶ 19 Ἰουνίου· ὅλοι συνησθάνθητε τὴν δύσκολον, τὴν ἐπικίνδυνον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ πατρὶς καὶ ἡ Συνέλευσις· τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν συνεδρίασαν εἰς τὸ Βαρβάκειον βεβαίως οἱ πληρεξούσιοι δὲν ἐσκέφθησαν ὡς ἄτομα, παρὰ ὡς ἓν ἄτομον, ὡς τὸ ἔθνος ὁλόκληρον (θόρυβος ἀριστερά). Λοιπὸν, Κύριοι, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ Κυρίου Προέδρου καὶ πολλῶν πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι μὲ εἶδον μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς μου νὰ τρέχω δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, ὅπως ἐμποδίσω τὴν χύσιν τοῦ ἀδελφικοῦ αἵματος. Εὑρέθην εἰς δύσκολον θέσιν, ἐκάθισα ἔξω ὁλοκλήρους ὥρας μὲ τὸ πιστόλι εἰς χεῖρας, οὐχὶ διὰ νὰ πολεμήσω, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐμποδίσω τὸν πόλεμον. Ἡ Συνέλευσις, λέγω, ἐσκέφθη ὡς εἷς ἄνθρωπος, καὶ θέλοντες νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν περαιτέρω χύσιν τοῦ ἀδελφικοῦ αἵματος, τὶ εἴπομεν; ἐκάμαμεν ὑπουργεῖον, καὶ ἄνευ ἐξετάσεων, ἀφοῦ τὸ ἀνέδειξεν ἡ ἐπιτροπὴ, τὸ παρεδέχθημεν· τώρα ποία ἦτον ἡ ἀποστολή του; Ἀναντιῤῥήτως ἦτο νὰ συνδιαλλάξῃ τὰ πάθη. Σᾶς ἐρωτῶ Κύριοι, ἀνταπεκρίθη εἰς τὸν προορισμόν του τὸ ὑπουργεῖον;
§86ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§87ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν κατευνάζονται, Κύριοι, τὰ πάθη, ὅταν ἀρχίζωμεν μὲ μίαν ὑπογραφὴν νὰ ῥίπτωμεν εἰς τοὺς δρόμους 100 200, 300, ὑπαλλήλους (θόρυβος ἀριστερά). Μὴ ἐνεργεῖτε κομματικῶς, διότι, ἐὰν φέρω τὸν παράλληλον τῶν ὑπουργῶν, τῶν προκατόχων καὶ τῶν παρόντων, θὰ σᾶς φέρω εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ αἰσχυνθῆτε νὰ ὑπερασπισθῆτε τοιούτους ἀνθρώπους. Κύριοι, ἓν παράδειγμα σᾶς φέρω· δύω ἀνώτεροι ὑπάλληλοι ἐπαύθησαν δι’ ὅλως ἀντιθέτους λόγους, ὁ εἷς διότι συνέτρεξε τὸν στρατὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἕτερος διότι δὲν ὑπεστήριξε τὸν ἄλλον.
§88ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴν ὀνομάζῃς στρατὸν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡμεῖς τὸν ὀνομάζομεν ἀνταρτικὸν (θόρυβος).
§89ΔΑΓΡΕΣ. Λοιπόν, Κύριοι, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ θέσῃ ἕνα φραγμὸν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως (θόρυβος ἀριστερά)· καὶ ὅταν τὴν Τετάρτην σᾶς παρεκάλουν ἐκ τοῦ βήματος τούτου, ἐφωνάζετε, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐκρύπτεσθε εἰς τὰ ὑπόγεια· καὶ φοβοῦμαι — εὔχομαι νὰ μὴ γείνῃ, ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ κρυφθῆτε καὶ πάλιν (θόρυβος).
§90Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ αὐτὸ δὲν μᾶς δίδετε ἀδείας διὰ νὰ σχηματίζωνται πάλιν κυβερνήσεις! (θόρυβος).
§91ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι, ὑπάρχουν ἐπερωτήσεις τινὲς, αἵτινες ἔχουν σχέσιν μὲ τὰ γεγονότα τὰ ἀξιοδάκρυτα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν τὸν παρελθόντα μῆνα· παρακαλῶ ὅθεν τὸ Σ. τοῦτο Σῶμα ν’ ἀπαγορεύσῃ πᾶσαν συζήτησιν, σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, καθόσον δύνανται νὰ δοθῶσιν ἀφορμαὶ ἀντεγκλήσεων λυπηρῶν.
§92ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Καὶ πᾶσα ἐπερώτησις.
§93Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι καὶ πᾶσα ἐπερώτησις.
§94ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν ἐπιψήφισίν σας τὸ κάτωθι ψήφισμα. Ἡ Βʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθν. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. «Ῥίπτουσα πέπλον λήθης εἰς τὰ ἀξιοδάκρυτα γεγονότα τὰ λαβόντα χώραν ἀπὸ τῆς 19–21 παρελθόντος μηνὸς Ψηφίζει· «Προσκαλεῖ τὸν Κ. Πρόεδρον ν’ ἀπαγορεύσῃ πᾶσαν σχετικὴν ἐπὶ τῶν γεγονότων ἐκείνων συζήτησιν.»
§95ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§96Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Καὶ ἡ ἐπερώτησις τοῦ Κ. Ζιμπρακάκη ν’ ἀναβληθῇ· ἔχω κ’ ἐγὼ νὰ ἐπερωτήσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας· ἔπαυσε καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἠδίκησε τὴν παιδείαν· αἱ ἐπερωτήσεις θηρεύουν ὑπουργεῖα· διὰ τῶν ἐπερωτήσεων ἐξηντλήσατε τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους. (θόρυβος μέγας).
§97ΒΑΣΣΟΣ. Κύριοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ διεστρέψαμεν, ὁ Κ. Ζιμπρακάκης, δὲν γνωρίζω, ποῦ βασιζόμενος, ἐζήτησε λόγον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διά τινας παρανομίας, τὰς ὁποίας λέγει, ὅτι ἔπραξεν, αἵτινες ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἀληθεῖς, ἠμπορεῖ καὶ νὰ μὴ ᾖναι ἀληθεῖς· ὁ Κ. ὑπουργὸς θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ μᾶς τὸ εἴπῃ. Δὲν ἐννοῶ πῶς διεστρέψαμεν τὸ πρᾶγμα καὶ ἠρχίσαμεν νὰ καταγγέλλωμεν τὴν Κυβέρνησιν· νομίζω, ὅτι οὔτε τὴν διάθεσιν ταύτην ἔχει κἀνείς, οὔτε αἱ περιστάσεις, οὔτε αἱ ἀνάγκαι τῆς πατρίδος ἐπιτρέπουν σήμερον νὰ ἐγγίζωμεν τοιαῦτα πράγματα· νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ ἀνοχὴ τοῦ κόσμου μὲ τὴν τοιαύτην διαγωγήν μας θὰ ἔχῃ κἄποια ὅρια. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις δύναται ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν θέλει ν’ ἀκούσῃ τὸν Κ. Ζιμπρακάκην, ὅστις ἔκαμε τὴν ἐπερώτησιν ἢ ὄχι, ἢ ἂν θέλει ν’ ἀκούσῃ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀπολογούμενον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ ὄχι νὰ ἐπέμβωμεν εἰς ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα οὔτε συμφέρον εἶναι, οὔτε καλὸν νὰ τὰ ἐξετάζωμεν.
§98ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριοι, μὲ συγχωρῆτε ν’ ἀπαντήσω ἀπὸ τοῦδε, ἐὰν ὄχι ἀκριβῶς εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ Κ. Ζιμπρακάκη, τοὐλάχιστον δίδων πληροφορίας τινὰς, καθόσον κ’ ἐγὼ, ἀποτελῶν μέρος τοῦ ὑπουργείου, εἶμαι συνυπεύθυνος καὶ ἴσως ἐπὶ τῆς πράξεως, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, φέρω καὶ βαρυτέραν εὐθύνην. Ὁ Κ. Ζιμπρακάκης, ἂν δὲν λανθάνωμαι, ἠρώτησεν ἂν ἐγένοντο προβιβασμοί τινες, καὶ βεβαίως ἠρώτησε τοῦτο, διότι πολλάκις ἐξέφρασε τὴν γνώμην, ὅτι θεωρεῖ ἀκαίρους τοὺς προβιβασμούς. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἐξέφρασα ἀπ’ ἀρχῆς τῆς Συνελεύσεως, ὅταν ἐγένετο λόγος περὶ τῆς μορφῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε εἶχον ζητήσει ἐπιμόνως νὰ περιορισθῇ ἡ ἐξουσία τῆς Κυβερνήσεως τοῦ προβιβάζειν καὶ τοῦ ἀπονέμειν βαθμούς· τότε δὲ ἀπέτυχον, διότι δὲν εὑρέθη ὑποστήριξις ἀρκοῦσα τῆς προτάσεως ταύτης. Ἐξ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς δὲν μετέβαλον γνώμην καὶ εὐτυχῶς εὗρον καὶ ὅλους τοὺς Κ. Κ. συναδέλφους μου συμφώνους εἰς τοῦτο, ν’ ἀπέχουν παντὸς προβιβασμοῦ. Δὲν πρέπει ν’ ἀμφιβάλετε, ὅτι κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐσυστήσατε, δὲν ὑπάρχει σκοπὸς προβιβασμοῦ, ὅτι ποσῶς δὲν ἔχει πρόθεσιν νὰ ἐνεργήσῃ καὶ νὰ ἐξασκήσῃ τοιαύτην ἐξουσίαν, ἐξ ἐναντίας ἡ πρόθεσις αὐτῆς εἶναι ν’ ἀποφύγῃ ἐν γένει πάντα προβιβασμὸν, καὶ θέλω σᾶς διηγηθῶ πῶς προέβησαν. Ἴσως τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἀξιοκατάκριτον, ἴσως ὑπέκυψεν εἰς λάθος, ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ τὸ ἐκτιμήσητε καὶ νὰ τὸ μετρήσητε τὸ μέγεθος αὐτοῦ, ἐὰν εἶναι ἐκ τῶν θανασίμων ἁμαρτημάτων ἢ ἐκ τῶν μὴ θανασίμων. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχει δύω ἐπόψεις, μίαν πολιτικὴν καὶ μίαν τῆς νομιμότητος. Ἡ ἔποψις ἡ πολιτικὴ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, τοὐτέστι ν’ ἀπέχῃ ἡ Κυβέρνησις παντὸς προβιβασμοῦ, διότι, ὡς εἶναι ἀναπόφευκτον, ἅμα ἔμβῃ εἰς αὐτὴν τὴν ὁδὸν, βεβαίως θὰ ἐξεγείρῃ πολλὰς φατρίας, καὶ θὰ προσθέτῃ ἐν γένει εἰς τὰς ἔριδας, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς ὑπάρχουν καὶ αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἐκ κακῆς συνεννοήσεως καὶ ἐξ ἀλόγων ὑπονοιῶν. Εὑρέθην εἰς θέσιν νὰ ἦμαι εἰς σχέσιν καὶ πρὸς τὴν δεξιὰν καὶ πρὸς τὴν ἀριστερὰν καὶ νὰ γνωρίσω, ὅτι ὅλων αἱ ὑπόνοιαι δὲν εἶναι παρὰ χίμαιραι, καὶ αὐταὶ ἐν τούτοις μᾶς ἄγουν καὶ μᾶς φέρουν, αὐταὶ γεννοῦν τὸν σάλον καὶ αὐταὶ δυστυχῶς ἐπιφέρουν καὶ σκηνὰς αἱματηράς. Εἶναι καιρὸς λοιπὸν νὰ βλέπωμεν καθαρώτερον τὰ πράγματα, μὲ ψυχρότερον αἷμα, μὲ τὸν νοῦν καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ πολίτου, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται τοὺς κινδύνους τῆς πατρίδος του καὶ ὁ ὁποῖος ἀναβαίνει ἕως εἰς ἐκείνην τὴν ἔποψιν, ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν βλέπει ἄλλο, παρὰ πῶς νὰ γείνῃ ὠφέλιμος ἐν κρισίμοις ὥραις. Ἀφίνω λοιπὸν κατὰ μέρος αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἔποψιν, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν ἀμφιβάλλετε περὶ τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀπέχῃ παντὸς προβιβασμοῦ. Θέλετε τώρα μοὶ ἐπιτρέψει νὰ εἴπω ὀλίγους λόγους περὶ τῆς νομιμότητος τῆς πράξεως. Περὶ αὐτοῦ σᾶς λέγω, ὅτι ἴσως δὲν εἶμαι τρίβων τῶν πραγμάτων καὶ μάλιστα τῶν στρατιωτικῶν διὰ νὰ ἀπολογηθῶ πρεπόντως καὶ νὰ φέρω ἐκείνας τὰς ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ φέρω, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου τινός· τὸ ὑπουργεῖον ὅμως κατὰ τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ἐνόμισεν, ὅτι εὑρίσκεται εἰς μίαν ἀνάγκην ὑποχρεωτικῆς δικαιοσύνης. Ὑπῆρξαν ἀγωγαὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ δι’ αὐτοῦ ἀνεγνωρίσθη δικαίωμα ἀρχαιότητος ἀξιωματικῶν τινων. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρχαιότητος, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν ἀπονομὴν ὡρισμένων μισθῶν, μισθῶν, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀρνηθῆ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ δικαστήρια ἐπεδίκασαν, ἐπὶ τῇ βάσει, λέγω, τοιούτων ἀποφάσεων καὶ γεγονότων ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι δὲν πράττει ἄλλο, εἰμὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις. Περὶ ὅλων τῶν προσώπων δὲν ὑπάρχει δικαστικὴ ἀπόφασις, ὑπάρχει, ἐὰν δὲν λανθάνωμαι, περὶ δύω ἢ τριῶν, ἐνῷ ἔγειναν πέντε προβιβασμοὶ, ἐὰν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, καὶ δύω φαρμακοποιῶν ἑπτά.
§99ΒΑΣΣΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἰπῆτε, ἐὰν ὑπάρχει ἀπόφασις τοιαύτη, καθόσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προβιβάσθησαν;
§100ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα, καὶ τοῖς δίδεται καὶ ἀποζημίωσις. Λοιπὸν ἔγειναν ἑπτὰ προβιβασμοί· δύω ἐξ αὐτῶν εἶχον ἀποκτήσει Δικαστικὰς ἀποφάσεις, καὶ δι’ αὐτῶν ἐπεδικάσθησαν εἰς αὐτοὺς τὰ χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀντιστοιχοῦν εἰς ἐκεῖνον τὸν βαθμὸν κατ’ ἐκείνην τὴν ἀρχαιότητα. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν εἰς τοῦτο ἴσως πλανᾶται, ἀλλ’ ἔκαμεν αὐτὴν τὴν σκέψιν, καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβε, καὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐξετέθησαν εἰς αὐτὴν, καὶ τῶν ἄλλων ἐν γένει γνωμοδοτήσεων ἁρμοδίων προσώπων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συμβουλευθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων εἰδικῶν πραγμάτων, ἐξ αὐτῶν ἐπείσθη, ὅτι συνέπεια ἀναγκαία τῆς ἀναγνωρισθείσης ἀρχαιότητος εἶναι ὁ βαθμός. Ὅταν λοιπὸν ὑπῆρχον δύω τοιαῦται εἰδικαὶ ἀποφάσεις καὶ ἐπεδόθησαν πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ ἐπρόκειτο τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληρώσῃ τὰ χρήματα, 20 χιλιάδας εἰς τὸν ἕνα, 20 χιλιάδας εἰς τὸν ἄλλον, καὶ ὑπάρχουν 100άδες χιλιάδων ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐκκρεμεῖς δίκαι, ἴσως καὶ ἑκατομμυρίου ἀξιώσεις — μεταξὺ δὲ αὐτῶν σᾶς ἀναφέρω καὶ μίαν ἄλλην, περὶ τῆς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ πληροφορίας παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ λέγει πρὸς αὐτὸν, ὁ δεῖνα ἐκίνησε τοιαύτην ἀγωγὴν, ἀπαιτεῖ τοιαύτην ἀποζημίωσιν 20, 18, χιλιάδων δραχμῶν, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν ὁ βαθμὸς καὶ νὰ παραιτηθῇ — νομίζω, ὅτι θ’ ἀνακουφισθῇ τὸ δημόσιον. Βλέπετε λοιπὸν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ δημόσιον ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἀπαιτήσεων. Διὰ νὰ ἀποσβέσῃ λοιπὸν τὰς τοιαύτας ἀπαιτήσεις, ἐνόμισεν ὅτι πράττει ἔργον ὑποχρεωτικῆς δικαιοσύνης. Τὸ πρᾶγμα κατὰ τὴν πεποίθησιν τῆς Κυβερνήσεως ἦτον ἀναπόφευκτον· σᾶς προσθέτω δὲ, ὅτι φέρω καὶ ἐγὼ τὴν περισσοτέραν εὐθύνην τῶν ἄλλων, καὶ δὲν θέλω νὰ κρυφθῶ οὔτε νὰ καλύψω τὸ λάθος μου, ὅτι ἀπηυθύνθησαν πολλοὶ τῶν ὑπουργῶν εἰς ἐμὲ νὰ ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα. Εἶδον τὰς ἀποφάσεις καὶ εὗρον τῷ ὄντι ὅτι ἐπεδικάσθη ἀποζημίωσις. Δίδων αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μεγάλην ἐπιείκειαν τῆς Συνελεύσεως. Εἶναι δικαίωμα αὐτῆς σπουδαῖον νὰ ἐπιφέρῃ παρατηρήσεις καὶ διὰ τοιούτων παρατηρήσεων δύναται νὰ ἐνισχύσῃ τὸ ὑπουργεῖον ὥστε νὰ μὴ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἑξῆς εἰς ὁμοίας πράξεις, ἀλλὰ προσθέτω καὶ τοῦτο, ὅτι ἐπίσης εἶναι κατάλληλος ἡ Συνέλευσις νὰ εὕρῃ τρόπον, πῶς νὰ προφυλάξῃ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τὰς τοιαύτας ἀπαιτήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκκρεμεῖς.
§101ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ ᾖναι γενικόν.
§102ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι πρᾶγμα πολὺ ἀμφισβητούμενον, ἐὰν τὰ δικαστήρια ἔχουν τοιαύτην δικαιοδοσίαν νὰ δικάζουν περὶ τῆς ἀρχαιότητος, περὶ τοῦ βαθμοῦ, περὶ τοῦ ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος τῆς καταστάσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ, περὶ τοῦ ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς καταλλήλως ἐτέθη εἰς τὴν δεῖνα κατάστασιν· ἐντοσούτῳ τὰ δικαστήρια δὲν ἔδειξαν δειλίαν ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ ἀνέλαβον ὅλην τὴν ἐνδεχομένην δικαιοδοσίαν, καὶ σήμερον ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι τὰ δικαστήρια διευθύνουν ἐν μέρει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρισκόμεθα, καὶ ἂν ἔγεινεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου λάθος, ἴσως δύναται νὰ τραπῇ πρὸς καλὸν καὶ δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν, ὥστε νὰ τεθῇ ὁ κατάλληλος φραγμὸς καὶ ἂν θέλετε καὶ σήμερον ἀκόμη νὰ ψηφίσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴχαμεν προτείνει ἀπ’ ἀρχῆς. Ἀπαγορεύοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν πάντα προβιβασμὸν, συγχρόνως πρέπει νὰ προφυλάξητε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τῶν ἀγωγῶν περὶ ἀποζημιώσεως· αὐταὶ αἱ ἀγωγαὶ εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς μέχρι τοῦδε κακῆς διοικήσεως, διότι δυστυχῶς κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἐτηρήθη ἀκριβῶς ὁ κανὼν, τὸν ὁποῖον διέγραψαν οἱ νόμοι περὶ προβιβασμῶν καὶ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ τοῦ πῶς τίθενται εἰς ἀργίαν καὶ πῶς εἰς ἐνέργειαν καὶ διαθεσιμότητα, καὶ τώρα ἐπελήφθησαν τὰ δικαστήρια, ἅτινα τίθενται ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἔρχονται διὰ νομικῶν σκέψεων, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν καὶ μόνον διὰ νομικῶν, νὰ ἐπανορθώσωσιν ὅλας τὰς λεγομένας παρανομίας ἢ παρεκτροπὰς περὶ ὧν ἐκινήθησαν ἀγωγαί. Προσέτι ὁ Κύριος Ζυμβρακάκης ἔκαμε λόγον καὶ περὶ μεταθέσεως εἰς ἀργίαν καὶ διαθεσιμότητα· νομίζω ὅτι ὡς πρὸς τὴν μετάθεσιν εἰς ἀργίαν καὶ διαθεσιμότητα δὲν ἐπράξαμεν ἄλλο, ἢ νὰ ἐφαρμόσωμεν ἀκριβῶς τὸν νόμον, ὅστις δίδει τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἴτε λόγῳ ἀπειθείας, εἴτε λόγῳ παραλείψεως τοῦ καθήκοντος κατὰ τὴν οἰκείαν ἐκτίμησιν νὰ μεταθέσῃ τὸν ἀξιωματικὸν εἰς ἀργίαν· ἂν ὁ Κ. Ζυμβρακάκης ἔχῃ ἑτέρας γνώμας περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἂς μᾶς καταδείξῃ ὁποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, διὰ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ νὰ ἴδωμεν ἂν ἡ γνώμη τοῦ Κ. Ζυμβρακάκη εἶναι καταλληλοτέρα· ἐν ὅσῳ δὲ δὲν μᾶς ὑποδείξῃ, δὲν ἐσφάλαμεν.
§103ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπερώτησιν ἔκαμα μόνον. Τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν θὰ τὴν ἀναπτύξω. Θὰ παρουσιάσω διατάγματα, νόμους, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐπερώτησίν μου.
§104ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔλαβα, Κύριοι, τὸν λόγον διὰ νὰ φέρω μερικὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Κ. Καλλιγᾶ. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως ἀποκρούει τοὺς προβιβασμοὺς, ἀλλὰ καθῆκον δικαιοσύνης ὑπηγόρευσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προβῇ εἰς τοὺς προβιβασμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐνήργησεν. Ἀναγνωρίζω τὴν νομικὴν ἀξίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ καταδείξω ὅμως ὅτι ἐκ τῶν προβιβασμῶν, τοὺς ὁποίους ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον δὲν ἠκολούθησε τὰς νομικὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ τὰς παρεβίασε. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιλαμβάνωνται τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἀρχαιότητος καὶ τοῦ προβιβασμοῦ, ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται ἂν ἔχωσι ἢ δὲν ἔχωσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὰ δικαστήρια, θέλω μόνον ν’ ἀποδείξω εἰς τὸν προλαλήσαντα, ὅτι νομικὴ δικαιοσύνη δὲν ὑπηγόρευσε τοὺς προβιβασμοὺς αὐτοὺς, ἀλλὰ νομικὴ ἀδικία. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ὁ βαθμὸς εἶναι κτῆμα τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶναι κτῆμα αὐτοῦ, ἀλλὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ δημοσίου. Ὁ ἀξιωματικὸς δὲν δύναται νὰ στερηθῇ τοῦ βαθμοῦ του παρὰ δι’ ἀποφάσεως Στρατοδικείου, τὸ νὰ ᾖναι ὅμως εἰς ὑπηρεσίαν ἢ ὄχι δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ ἀτόμου, ἀλλὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει εἰς ἐνέργειαν ἢ ἀργίαν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀκολουθοῦσα ῥητὰς διατάξεις νόμων. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα νὰ θέτῃ πάντα εἰς ἀργίαν διὰ λόγους προβλεπομένους ἀπὸ τὸν νόμον. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, πῶς ἐξῆλθεν ἡ ἰδέα ὅτι ὁ ὑπουργὸς, ἢ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀνακαλῇ τὸν ἀξιωματικὸν εἰς ἐνέργειαν μετὰ τὸ τρίτον ἔτος τῆς ἀργίας. Εἰς τὸν νόμον, Κύριοι, περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοιαύτη φράσις δὲν ὑπάρχει, μόνον εἰς τὸ ἑρμηνευτικὸν διάταγμα τοῦ 1852 φαίνεται, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὑποχρεοῦται ν’ ἀνακαλῇ εἰς ἐνέργειαν τὸν ἀξιωματικὸν τὸν εἰς ἀργίαν διατελοῦντα πλέον τῶν 3 ἐτῶν, ἢ νὰ διατάξῃ τὴν συγκρότησιν ἀνακριτικοῦ συμβουλίου, ἀλλ’ ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ μεταγενέστερον ἑρμηνευτικὸν διάταγμα καὶ πολὺ συμφωνότερον πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς 7. Ἰουλίου 1861, τὸ ὁποῖον λέγει, ὁ εἰς ἀργίαν ἀξιωματικὸς, μένει εἰς ἀργίαν μέχρις οὗ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας τὸν καλέσῃ· δὲν προσδιορίζει κἀνὲν χρονικὸν διάστημα καὶ κᾀμμίαν ἀπαίτησιν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἀξιωματικὸς κατὰ τοῦ δημοσίου ἐν ὅσῳ διατελεῖ εἰς ἀργίαν, καὶ ἀπορῶ πῶς τὰ δικαστήρια ἐπιλαμβάνονται τοιούτων ὑποθέσεων. Τὰ δικαστήρια δὲν δύνανται νὰ ἐκτιμήσωσι τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις θέτει τὸν ἀξιωματικὸν εἰς ἀργίαν, διότι εἶναι λόγοι καθαρῶς στρατιωτικοί. Εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν τὰ δικαστήρια ἀπὸ τοῦ 1861 παύουν ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχουν αὐτὴν τὴν δικαιοδοσίαν, διότι τὸ διάταγμα λέγει ὅτι δύναται νὰ ᾖναι ὁ ἀξιωματικὸς εἰς ἀργίαν ἐπ’ ἄπειρον.
§105ΑΘ. Β. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπάρχει ἕτερον διάταγμα τῆς 20 Σεπτεμβρίου τοῦ 1862.
§106Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζω. Κατὰ συνέπειαν, Κύριοι, οὐχὶ μόνον αἱ ἀποζημιώσεις, εἰς τὰς ὁποίας τὰ δικαστήρια ὑπεχρέωσαν τὸ δημόσιον, εἶναι κατ’ ἐμὲ μὴ ὑποχρεωτικαὶ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἐξασκεῖ ἡ Κυβέρνησις διαθέτουσα τοὺς ἀξιωματικοὺς, εἶναι δικαίωμα αὐτῆς καὶ μόνης καὶ οὐχὶ τῶν δικαστηρίων. Ἔρχομαι ἐπὶ τὰ καθέκαστα. Προσβάλλω τὸν προβιβασμὸν τοῦ Κ. Κοσονάκου, τοῦ Κ. Λάππα καὶ τοῦ Κ. Πετμεζᾶ. Ὁ κ. Κοσονάκος διωρίσθη ἀνθυπολοχαγὸς κατὰ τὸ 1848, ἀκολούθως κατὰ τὸ 1851 ἐτέθη εἰς ἀργίαν, ἔμεινεν εἰς ἀργίαν μέχρι τοῦ 1861 ἐπὶ 9 ἢ 10 ἔτη, τότε ὑπῆρχε τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι τὸν ἀξιωματικὸν μετὰ τὸ 3 ἔτος τῆς ἀργίας του ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ σχηματίσῃ ἓν ἀνακριτικὸν συμβούλιον ἵνα τὸν δικάσῃ, ἂν μὲν ᾖναι κατάλληλος εἰς ἀποταξίαν νὰ τὸν θέσῃ εἰς ἀποταξίαν, ἢ νὰ τὸν φέρῃ εἰς ἐνέργειαν, ἀλλὰ τὸ διάταγμα αὐτὸ εἶναι προγενέστερον ἑτέρου διατάγματος, ἐν ἰσχύϊ ὄντος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ εἰς ἀργίαν τεθεὶς ἀξιωματικὸς μένει εἰς ἀργίαν, μέχρις οὗ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας τὸν καλέσῃ εἰς τὰς τάξεις, ἐν ἄλλοις λόγοις ἀφίνει τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν ὑπουργὸν ἀπεριόριστον· ὁ ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα ἀνεξαρτήτως παντὸς χρονικοῦ διαστήματος ὅταν πεισθῇ ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἔχει τὰ προσόντα, ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς ἐνέργειαν, σχηματίζων ἓν ἀνακριτικὸν συμβούλιον τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται.
§107ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. ...... (θόρυβος).
§108Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σᾶς λέγω ὅτι ἂν καὶ εἰς τὸ διάταγμα ἐτέθη ὁ Κ. Κοσονάκος εἰς ἀργίαν διὰ καταργήσεως θέσεως, τὸ διάταγμα ἐκεῖνο δὲν ἦτον εἰλικρινές· ἂν ὁ Κ. Κοσονάκος ἐπροβιβάζετο πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος αὐτοῦ, ἦτον ἐν τῷ δικαιώματί του, καὶ ὤφειλεν ὁ ὑπουργὸς νὰ τὸν προβιβάσῃ. Ἀλλὰ σήμερον δὲν ἔχομεν τοιοῦτον διάταγμα, διότι τὸ μετέστρεψεν οὐσιωδῶς τὸ μεταγενέστερον διάταγμα· ὥστε βλέπετε ὅτι ὁ Κ. Κοσονάκος ἐπροβιβάσθη παρανόμως· ἀλλ’ ὁ Κ. Κοσονάκος ἐπροβιβάσθη πέρυσι κατὰ τὸν Μάϊον ὑπολοχαγὸς, καὶ μετὰ ἓν ἔτος προβιβάζεται λοχαγὸς, πρᾶξις ἀποκρουομένη ἀπὸ τὸν περὶ προβιβασμοῦ νόμον τῶν ἀξιωματικῶν, ὅστις λέγει, ὅτι «οὐδεὶς Ὑπολοχαγὸς προβιβάζεται Λοχαγὸς ἢ ἀφοῦ ὑπηρετήσῃ ὡς ὑπολοχαγὸς τοὐλάχιστον δύο ἔτη»· ὤφειλε λοιπὸν νὰ ὑπηρετήσῃ δύο ἔτη εἰς τὸν ἐν ἐνεργείᾳ στρατὸν, ἀλλὰ τοιοῦτον χρονικὸν διάστημα δὲν παρῆλθεν· ὥστε καὶ διὰ τοὺς δύο αὐτοὺς σπουδαίους λόγους, ὁ προβιβασμὸς τοῦ Κ. Κοσονάκου εἶναι παράνομος. Ἐκτὸς τούτου ἔρχομαι εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ Κ. Λάπα· ὁ Κ. Λάπας ἦτον ἀξιωματικὸς τῆς Ὁροφυλακῆς μέχρι τοῦ 54, ὅτε διελύθη τὸ σῶμα τοῦτο, καὶ μετεσχηματίσθη εἰς τάγματα ἀκροβολιστῶν. Τότε καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἦτον ἀνάγκη νὰ συγχωνευθῶσι μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Γραμμῆς.....
§109ΛΑΠΑΣ. Τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς.... (θόρυβος).
§110Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἔχητε δίκαιον, ὄχι ὅμως καὶ νόμιμον. Ὁ Κ. Λάπας σᾶς λέγει, ὅτι, ἐπειδὴ ἀνῆκεν εἰς τὰ τάγματα τῆς Ὁροφυλακῆς, ὤφειλε νὰ παραλληλισθῇ ἡ ἀρχαιότης μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς γραμμῆς· τότε ἐξεδόθη διάταγμα, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ κανονίσῃ τὴν ἀρχαιότητα, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸν πρῶτον βαθμὸν, ὁ ἐστὶ τοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ, καὶ εἶπε π. χ. ὁ Κ. Λάπας λοχαγὸς εὑρίσκεται μετὰ 4 ἢ 5· πρόκειται νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν ἀρχαιότητα· πότε ἔγεινεν Ἀνθυπασπιστὴς ὁ Κ. Λάπας; εἰς τὰ 40· ὁ Κ. Λάπας κατέχει τὸν βαθμὸν τοῦ Λοχαγοῦ 16 ἔτη, ἀλλ’ ὅλη του ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸν στρατὸν δὲν ὑπερβαίνει τὰ 20 (θόρυβος). Πᾶς πληρεξούσιος, ἔχει καθῆκον ὅταν βλέπῃ ὅτι παραβιάζονται οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, ὀφείλει νὰ καθιστᾷ προσεκτικοὺς τοὺς Ὑπουργοὺς (θόρυβος). Ἀλλ’ ὁ Κ. Λάπας, εἶχε καὶ ἕτερον παράπονον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ἦτο δίκαιον, εἶχε ζητήσει νὰ τεθῇ εἰς τὸν εὐεργετικὸν στρατιωτικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐξέδωκεν ὁ Κ. Βότζαρης, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἐδίδετο βαθμὸς ἀνώτερος εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας κατὰ τὸν ἀγῶνα τοῦ 21. Ὁ Κ. Λάπας, εἶχεν ὑποβάλει τὴν αἴτησίν του ταύτην, καὶ δυστυχῶς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν τὸν ἀνεγνώρισεν ὡς ἀγωνιστὴν τοῦ 21 καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἔγεινε ταγματάρχης· ἀλλ’ ἐὰν ὁ Κ. Λάπας ἦναι ἀγωνιστὴς, ὅπως διατείνεται, καὶ πράγματι εἶναι, τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, καὶ τότε θέλει λάβει βαθμὸν ἀνώτερον καὶ σύνταξιν. Ὁ Κ. Λάπας εἶναι ἕκτος λοχαγός· ἂν τὸ διάταγμα δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ, εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἀλλὰ τὸ διάταγμα, ἐνόσῳ ἕτερον νέον δὲν τὸ καταστρέφει, ἐνόσῳ ὁ ὑπουργὸς δὲν μᾶς φέρει νομοσχέδιον νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα φέρουν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὄθωνος, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν παρὰ μέσα διαφθορᾶς, καταργοῦνται, ἐνόσῳ δὲν φέρει τοιοῦτον ψήφισμα, τὸ ὁποῖον νὰ καταστρέψῃ τὸν πρῶτον νόμον, ὅστις κατέστρεψε τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ στρατιώτου, καὶ ὁ ὁποῖος, ὅτε ἐψηφίσθη ἐπὶ Σπυρομήλιου, ὅλος ὁ Κόσμος ἐξηγέρθη, δὲν ὀφείλομεν παρὰ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ ὑπάρχον (θόρυβος)·
§111ΛΑΠΑΣ. Ἐγὼ ἔλαβον τὴν ἀρχαιότητα σύμφωνα μὲ τοὺς ὅρους τοῦ διατάγματος.
§112ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι κατὰ τὰ 54 δυνάμει διατάγματος μὴ καταστραφέντος δι’ ἄλλου μεταγενεστέρου ἡ σειρὰ τῆς ἀρχαιότητος τοῦ Κ. Λάπα ἦτο ἕκτη, ἐκτὸς ἂν ὁ ὑπουργὸς τὸν ἐπροβίβασε κατ’ ἐκλογὴν· ἀλλὰ καὶ τότε ἔπρεπε νὰ πράξῃ κατὰ τὸν νόμον. Ἔρχομαι εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ Κ. λοχαγοῦ Πετιμεζᾶ. Οὗτος ὑπηρέτησε πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν, ἐτέθη εἰς ἀργίαν, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐποχὴν, ἀλλὰ πρὸ τοῦ 50· ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν δὲν ὑπῆρχε τότε· οἱ πρὸ τοῦ νόμου τιθέμενοι ἀξιωματικοὶ εἰς ἀργίαν εἶχον πολλὰ δικαιώματα· εἶχον δικαίωμα εἰς πλείονας ἀποδοχάς. Ἐξεδόθη ὁ νόμος τοῦ 52, ὁ ὁποῖος ὥριζε τὴν κατάστασιν τῆς ἀργίας· οὗτος ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑπαρχόντων εἰς ἀργίαν πρὸ τοῦ νόμου διὰ συστάσεως μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ ἐξελέγξῃ ἂν οἱ ὑπάρχοντες εἰς ἀργίαν ἀξιωματικοὶ, ὤφειλον νὰ ᾖναι εἰς ἀργίαν ἢ ὄχι. Τέλος πάντων ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἔμεινεν εἰς ἀργίαν μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἅμα ἐπαρουσιάσθη ὁ νόμος τοῦ 52, ἡ ἀργία ἐθεωρεῖτο ποινὴ, καὶ ἕνεκα τῆς ποινῆς αὐτῆς, οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχασαν τὰ δικαιώματα τῆς ἀρχαιότητος· κατὰ συνέπειαν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, μείνας πλέον τῶν 15 ἐτῶν εἰς ἀργίαν, ἐστερήθη ὅλων τῶν δικαιωμάτων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε ὁ Βότζαρης ἠθέλησε νὰ σχηματίσῃ τὸ σῶμα τῆς ἐφεδρείας. Γνωρίζετε, Κύριοι, ἡ ἐφεδρεία ἔχει δύο τάξεις σπουδαίας, τὴν ἐνεργητικὴν καὶ τὴν διαρκῆ. Τῆς διαρκοῦς ἐφεδρείας οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν ἔχουν ἕτερον στάδιον, παρὰ τὸ στάδιον τῆς συντάξεως· δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς ἐνέργειαν. Μόνον τῆς ἐνεργοῦς ἐφεδρείας οἱ ἀξιωματικοὶ δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς εὑρίσκετο εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς διαρκοῦς ἐφεδρείας, καὶ δὲν ἠδύνατο οὔτε νὰ προβιβασθῇ οὔτε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἐνέργειαν, ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ὁ Κ. Πετιμεζᾶς· ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἐκεῖνος ὁ νόμος, ἡ θέσις τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ καὶ πολλῶν ἑτέρων θὰ ἦτο τοῦ συνταγματάρχου καὶ ὑποστρατήγου, ἀλλ’ ἐνόσῳ ὑπάρχει, ὀφείλουν οἱ Κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ὅλων, Κύριοι, ἐκτὸς ὅτι κατὰ τὴν νομικὴν δικαιοσύνην τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ἡ ὁποία παύει καὶ θεωρεῖται νομικὴ ἀδικία, ἀπολύτως ἀδικίαν δὲν τὴν θεωρῶ, ἀλλ’ ἄδικον καθόσον προσβάλλει τοὺς κειμένους νόμους, ἐκτὸς τούτων ὅλων, Κύριοι, σᾶς λέγω ὅτι τὸ ζήτημα τῶν προβιβασμῶν εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις εἶναι ζήτημα πολιτικόν. Ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ὡς καὶ πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν πρότασιν, ἥτις δυστυχῶς....
§113ΚΑΛΟΣ. Ἔμεινεν ἐκκρεμής.
§114ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τέλος πάντων ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ νὰ προβιβάζῃ. Ἀλλὰ τέλος πάντων, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ· σήμερον βλέπετε ὅτι διὰ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ Κυρίου Κοσονάκου κατεπατήθη ἡ ἀρχαιότης 30 ὑπολοχαγῶν ὑπηρετούντων 15 καὶ 20 ἔτη εἰς τὸν στρατὸν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ὑποστάντων πάντοτε ὅλας τὰς κακουχίας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ὁ Κύριος Κοσονάκος πόσα ἔτη ἐνεργεῖ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ; τὸν εἶχον εἰς ἀργίαν θὰ μὲ εἴπῃ· πολὺ καλὰ, ἀλλ’ εἴτε διὰ τοῦτο, εἴτε διότι δὲν ἐπεθύμει τὴν ὑπηρεσίαν ἕνεκα λόγων οἰκογενειακῶν, ὁ Κύριος Κοσσονάκος ἐν ᾧ φέρει κατάταξιν ἀπὸ τοῦ 48 πραγματικῆς ὑπηρεσίας, ἀμφιβάλλω, ἂν ἔχῃ δύω ἔτη. Σήμερον διὰ τοῦ προβιβασμοῦ ἔχετε 30 ὑπολοχαγοὺς καὶ 5–6 εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, τῶν ὁποίων καταπατεῖται ἡ ἀρχαιότης. Λοιπὸν δὲν εἶναι δικαιολογημέναι αἱ πράξεις αὗται καὶ δὲν ἔχουν καμμίαν ὑπόστασιν καὶ δὲν ὑπηγορεύθησαν οὔτε ἀπὸ τὴν νομικὴν οὔτε ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην, ἀλλ’ εἶναι καθαρὸν σκάνδαλον. Τί πρόκειται νὰ γείνῃ; Πρὸ πολλοῦ σᾶς ὑπέβαλεν ὁ Κύριος Καλὸς, καὶ εἶναι σύμφωνος ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι πρέπει ν’ ἀρθῇ ἡ δικαιοδοσία τῶν δικαστηρίων ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἀρχαιότητος· ὁ δικαστὴς δὲν εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς ὅρους· ἐννοῶ πολὺ καλὰ ὅτι ὁ Κύριος Ἀρειοπαγίτης ἠμπορεῖ νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι προσεβλήθη ἡ δεῖνα διάταξις· ἀλλὰ νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι τὸ πταῖσμα τοῦ Κ. Κοδρικὰ δὲν ὑπάρχει πρᾶξις προβλεπομένη ἀπὸ τὸν Νόμον, τοῦτο εἶναι εἰς τὴν ἐκτίμησιν δικαστοῦ, ἀλλὰ στρατιωτικοῦ. Ὥστε βλέπετε ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον πρόκειται νὰ ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ ζημίας, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν ν’ ἀναβαίνωσιν εἰς ἑκατομμύρια. Πῶς θὰ δικαιολογηθῆτε ἀπέναντι ἓξ λοχαγῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἀρχαιότης καταπατεῖται, καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν εἰς ὑπηρεσίαν τακτικοὶ πλέον τῶν τριάκοντα ἐτῶν; τί θὰ κάμητε διὰ 30 ὑπολοχαγοὺς, τῶν ὁποίων τὴν ἀρχαιότητα καταπατεῖ ὁ Κύριος Κοσσονάκος; Τί θὰ κάμητε διὰ 30 ἄλλους λοχαγούς, τὴν ἀρχαιότητα τῶν ὁποίων κατεπάτησεν ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς; Τί θὰ κάμητε διὰ τὴν ἀρχαιότητα τοσούτων ἀπαιτήσεων; βλέπετε, Κύριοι, καὶ ἐννοεῖτε πολὺ καθαρὰ, ὅτι τὰ τοιαῦτα δὲν δύνανται παρὰ οὐσιωδῶς νὰ παραλύσωσι καὶ καταστρέψωσιν ὅ,τι ὀλίγον ὑπάρχει ἀκόμη ἐν τῷ τακτικῷ στρατῷ. Κατὰ συνέπειαν προτείνω καὶ ἐγὼ νὰ ἀνασταλοῦν οἱ προβιβασμοὶ μέχρις οὗ ἡ Συνέλευσις......
§115ΔΙΑΛΕΤΗΣ. Ὅλοι ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ ὕστερον;
§116ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἂς γείνῃ καὶ ἀπὸ τοῦ 36, ἕως οὗ ἡ Συνέλευσις θέλῃ λάβει μέτρον ὁριστικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ μὲν δημόσιον νὰ ἀπαλλαχθῇ δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσιν οὐδὲν δικαίωμα οἱ δῆθεν δικαιούμενοι, καὶ ἀρθῇ πᾶν σκάνδαλον δυνάμενον νὰ διαταράξῃ σπουδαίως τὴν ὀλίγην σύστασιν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει σήμερον ὁ στρατός.
§117ΚΑΛΟΣ. Κύριοι! Ἠκούσατε τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὁμιλήσαντα ἐν ὀνόματι τοῦ ὑπουργείου περὶ τῶν τελευταίων λαβόντων χώραν προβιβασμῶν· σᾶς παρέστησεν ἐκτὸς τῆς ἀνάγκης νὰ ἀφαιρεθῇ διὰ παντὸς ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάζῃ, νὰ ἀφαιρεθῇ καὶ ἀπὸ τὰ δικαστήρια τὸ δικαίωμα νὰ δικάζωσι τὰ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, δηλαδὴ νὰ ἀρθῇ ἐκ τῆς ἁρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων τὸ ζήτημα περὶ βαθμολογίας ἢ ἀρχαιότητος. Καὶ τὰ δύω ζητήματα εἶναι σπουδαιότατα, Κύριοι· καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ ἐκ τῶν προαγορευσάντων δὲν ἦλθον εἰς τὴν ἀκριβῆ ἔρευναν τῶν πραγμάτων· ἂν ἀνατρέξητε εἰς τὸ ψήφισμα τοῦ Κυβερνήτου θέλετε ἰδεῖ ποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάζῃ καὶ πῶς. Θέλετε μὲ συγχωρήσει νὰ ἔλθω εἰς ἀνάγνωσιν τῶν διατάξεων ἐκείνων. Τὸ ψήφισμα τοῦ Κυβερνήτου τῆς 21 Δεκεμβρίου 1828 ἐν Τμήμ. Βʹ. Μέρος δευτέρῳ λέγει· «τὸ ἓν τρίτον τῶν προβιβασμῶν εἰς τοὺς βαθμοὺς ἀνθυπολοχαγοῦ, ὑπολοχαγοῦ καὶ λοχαγοῦ γίνεται κατὰ λόγον τῆς ἀρχαιότητος εἰς τρόπον ὥστε, ὅταν χηρεύσωσι τρεῖς ἀνθυπολοχαγίαι, ὁ παλαιότερος ἀνθυπασπιστὴς ἢ ἐπιλοχίας, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ λόγος ἐναντιούμενος εἰς τοῦτο, γίνεται ἀνθυπολοχαγός· τὸ αὐτὸ γίνεται καὶ διὰ τοὺς ἄλλους δύω βαθμούς. Ἄρθρ. 14. Ἡ Κυβέρνησις φυλάττει ἐπὶ τὸ παρὸν τὸ δικαίωμα νὰ χορηγῇ τὰ δύω τρίτα τῶν προβιβασμῶν εἰς τοὺς ἀνωτέρω σημειωθέντας τρεῖς βαθμοὺς, καθὼς ἐπίσης καὶ ὅλους τοὺς προβιβασμοὺς εἰς τοὺς βαθμοὺς τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν.» Βλέπετε, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν διάταξιν δίδεται μὲν τὸ δικαίωμα κατ’ ἀρχαιότητα, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ λόγος ἐναντίος, καὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ λόγου αὐτοῦ τὴν εἶχε μόνον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, διότι λέγει· ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 «Ἡ Κυβέρνησις φυλάττει τὰ ⅔ κτλ.... καὶ οὐδέποτε τὴν εἶχεν ἢ τὴν ἔχει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ἐπῆλθε κατόπιν τὸ διάταγμα τοῦ 34. Καὶ κατὰ τοῦτο πάλιν ἀφίνεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ ἐκτίμησις τοῦ λόγου τοῦ προβιβασμοῦ· δὲν ἤρκει μόνον ἡ ἀρχαιότης, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα προσόντα, τῶν ὁποίων ἐκτιμητὴς ἦτο μόνον ἡ Κυβέρνησις καὶ οὐδεὶς ἄλλος. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν παρόδῳ περὶ τῶν κατ’ ἀρχαιότητα προβιβασμῶν. Διὰ δὲ τοῦ περὶ καθηκόντων τοῦ ὑπουργείου ψηφίσματος ἀφέθη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάζῃ, καὶ σήμερον ζητοῦμεν μόνον νὰ παύσῃ ἐξασκοῦσα τοῦτο.
§118ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὅλοι εἶναι σύμφωνοι εἰς τοῦτο καὶ τὸ ὑπουργεῖον.
§119ΚΑΛΟΣ. Παύω λοιπὸν τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν πρότασιν· αὕτη ἔμεινε πρὸ πολλοῦ ἐκκρεμὴς καὶ εἶναι τοῦ Ζιμβρακάκη, ἐμοῦ, τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ καὶ ἄλλων, ἔχει δὲ αὕτη, ὡς ἑξῆς· «Ἡ Συνέλευσις ψηφίζει. Ἀπαγορεύεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀπονέμῃ βαθμοὺς καὶ νὰ ἀναγορεύῃ βαθμολόγους τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Συνελεύσεως.» Ἐπῆλθε κατόπιν ἄλλη τροπολογία τοῦ Κυρίου Μαυρομιχάλη, τουτέστιν· «Οὐδεὶς βαθμὸς ἀπονέμεται ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Συνελεύσεως.» Κατόπιν ἐπῆλθεν ἡ τοῦ Κυρίου Βούβουλη «οὐδεὶς βαθμὸς ἀπονέμεται ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως καὶ τῆς θελήσεως τῆς Συνελεύσεως». Ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ ψηφοφορηθοῦν αὗται αἱ προτάσεις, ἐπαρουσιάσθη ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ. «Ἡ Συνέλευσις μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,» ἥτις καὶ ψηφοφορηθεῖσα ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 101 κατὰ 84, ἡ συνεδρίασις διελύθη καὶ οὕτως ἔμεινεν ἐκκρεμὴς ἐπὶ τῶν ἄλλων προτάσεων ἡ ψηφοφορία. Σήμερον ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι ἐπανέλαβεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τοῦ ὑπουργείου καὶ τῆς κοινωνίας· τοῦ ὑπουργείου, διότι δυνάμει τῶν κειμένων νόμων ἔχει τὸ δικαίωμα τῶν προβιβασμῶν καὶ παρενοχλεῖται· τῆς κοινωνίας, διότι εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἡ οἰκονομία εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι τὸ κυριώτερον μέλημα ἡμῶν. Προτείνω λοιπὸν, Κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις ἐκείνη.
§120ΒΑΣΣΟΣ. Προβιβασμοὶ δὲν ἔγειναν;
§121ΚΑΛΟΣ. Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ δὲν ἐρχόμεθα μὲ σκοπὸν νὰ προσβάλωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ σκοπῷ νὰ τὴν ῥίψωμεν, ἀπεναντίας ἔχομεν τὴν διάθεσιν νὰ τὴν ὑποστηρίξωμεν, ἀλλὰ ἐνεργοῦσαν τὸ καθῆκον της ἐντὸς τοῦ νόμου· ὀφείλει μάλιστα ἡ Συνέλευσις νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρεκτρεπομένην νὰ τὴν φέρῃ ἐντὸς τοῦ καθήκοντός της· ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ τοὺς νόμους. Δὲν εἶναι ζήτημα ὑπουργικὸν ἡ πρότασίς μας περὶ προβιβασμῶν.
§122ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Ὅταν ἤκουσα, Κύριοι, ὅτι ἔγειναν προβιβασμοὶ ὕστερον ἀπὸ τὰ συμβάντα, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ Κύριος Δαγρὲς ὑπὸ τὰς αὐτὰς καὶ ἐγὼ ἐμπνεύσεις ὁρμώμενος ἀνέφερεν, (ἀλλὰ κατὰ διάφορον τρόπον) εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐξεπλάγην· ἐσκέφθην καὶ ἐγὼ, ὅπως καὶ ὁ Κύριος Ζυμβρακάκης, νὰ κάμω ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις ἔκρινα προτιμώτερον νὰ παραλείψω αὐτὴν παρὰ νὰ προκαλέσω νέας ἀφορμὰς καὶ συζητήσεις· καὶ τόσον περισσότερον ἀπέφυγα τὸ τοιοῦτον, καθ’ ὅσον πᾶσα ἐπερώτησις γινομένη ἐπὶ μιᾶς παρανομίας ἑνὸς ὑπουργοῦ θεωρεῖται ὡς ζήτημα ὑπουργικόν. Λέγω λοιπὸν ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς προβιβασμούς τοὺς γενομένους, ἂν ἔγειναν παρανόμως, εἶναι ἀξιοκατάκριτος ὁ ὑπουργὸς καὶ ἀξιόμεμπτος· ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἰδέαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τοὺς προβιβασμούς. Μόνον εἰς τὴν παρανομίαν πρέπει νὰ τεθῇ φραγμός· Κύριοι, προγενέστερος ὑπουργὸς ἦλθεν ἀδιακρίτως καὶ ἐπροβίβασε μίαν σωρείαν ἀνθρώπων μὴ ἐχόντων δικαίωμα οὐδὲν, πῶς θέλετε νὰ ἀφαιρέσητε τὸ δικαίωμα ἀπὸ ἐμὲ, ὅστις ἔχω 21 ἔτη καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀποκτήσω τὸ δικαίωμά μου διὰ τὰς παρανομίας τῶν ἄλλων; Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ κάμῃ τοῦτο, διότι θὰ κάμῃ μέγιστον ἄδικον. Κύριοι, ὅταν οἱ προβιβασμοὶ ἦναι ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ γίνωνται καθ’ ὅσον ἡ ὑπηρεσία τὸ ἀπαιτεῖ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνωνται καὶ εἶναι δίκαιον νὰ γίνωνται· τοὺς προβιβασμοὺς, Κύριοι, τοὺς προκαλοῦν αἱ θέσεις· ἂν χηρεύσῃ ἡ θέσις, ὁ ἀμέσως κατώτερος δικαιοῦται νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀνωτέρου· ἐὰν τοιοῦτος προβιβασμὸς γείνῃ, καλῶς· ἐὰν δὲ παράνομος, τότε συμφωνῶ μὲ τοὺς προλαλήσαντας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβουν χώραν, τόσον δὲ περισσότερον καθ’ ὅσον δὲν ἔγειναν ὡς ἔμαθον ἐγκρίσει ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου συμφώνως πρὸ τὸ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς ἀνεξαρτήτως καὶ ὑπὸ ἰδίαν αὐτοῦ εὐθύνην ἐπροβίβασεν.
§123ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, μετὰ πολλῆς ὑπομονῆς καὶ ἐπιθυμίας ἤκουσα τοὺς προλαλήσαντας· παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μόνον ἀντικείμενον τῶν μικρῶν καὶ ἐλαχίστων αὐτῶν προβιβασμῶν, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἐπαρουσίασε σήμερον, ἀλλ’ εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ νόμου, ἔρχεται νὰ καταστρέψῃ τὴν ὑπόληψιν τῶν δικαστηρίων, τὸ ζήτημα ἂς τὸ φέρουν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, εἶναι ἄξιον προσοχῆς μεγάλης, διότι σᾶς ἐπαρουσίασαν ὡς βάσιν τὴν οἰκονομίαν καὶ σᾶς εἶπον νὰ παραβλέψητε, νὰ ἀφήσητε τὸν νόμον νὰ κινῆται δεξιὰ καὶ ἀριστερά, νὰ μὴν ἀποδίδῃ τὸ δίκαιον εἰς τοὺς ἠδικημένους, διότι ἄλλως δὲν θέλετε πράξει ἄλλο τι παρὰ νὰ συντρίψητε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου παρὰ νὰ ἐκκενώσητε τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Καὶ τί σᾶς εἶπον, καὶ σᾶς ἐτρόμαξαν; ὅτι θὰ ἔλθουν κατόπιν ἀπαιτήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀφαρπάσουν ὅλον τὸν πλοῦτόν σας καὶ θὰ σᾶς γυμνώσουν. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἰς εὐνομούμενον κράτος εἶναι συγχωρημένον νὰ ὑψώσητε τοιαύτην φωνήν; ὅτι ὅταν τις, ὅποιος δήποτε, ἔχῃ δικαιοσύνην, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τρέξῃ εἰς τὰ δικαστήρια; καὶ ἐλησμονήσατε σεῖς ὅτι προχθὲς ἠγείρατε πικρὰ παράπονα, ὅταν ἠκούσατε ἕνα Πρέσβυν εἰπόντα ὅτι ἡ δικαιοσύνη σας δὲν μὲ ἐξασφαλίζει; Τότε ἠθελήσατε νὰ ἀποδείξητε ὅτι ἡ δικαιοσύνη ὑφίσταται ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ὅτι ὁ τόπος οὗτος εἶναι εὐνομούμενος, καὶ ἔρχεσθε σεῖς οἱ ἴδιοι σήμερον νὰ εἴπητε εἰς τὰ δικαστήρια μὲ τόσην σκληρότητα, δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς ἐσᾶς, διότι δὲν ἠξεύρετε νὰ ἐξηγήσητε τοὺς Νόμους; καὶ ἠξεύρετε σεῖς νὰ τοὺς ἐξηγήσητε, οἱ ὁποῖοι δὲν τοὺς ἐμελετήσατε, καὶ δὲν ἠξεύρουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατέτριψαν ὅλον τὸν βίον των εἰς τὰ τοῦ Νόμου; πρέπει, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν ὀλίγην αἰδῶ· ἤθελον αἰσχυνθῆ ἔχων ἄντικρύ μου τὸν Μωραϊτίνην νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἠξεύρεις σὺ νὰ ἐξηγήσῃς τοὺς Νόμους. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀπειλεῖται τὸ Δημόσιον Ταμεῖον· νομίζετε ὅτι ἔχετε δικαίωμα νὰ σταματήσητε τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν; νὰ καταστρέψητε συμφέροντα στηριζόμενα εἰς τὸ δίκαιον; καὶ ποία εὐνομουμένη πολιτεία ἂν ἀκούσῃ ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισεν οὕτω, δὲν θὰ φρικιάσῃ; ἢ ποίας Συνελεύσεως τόσων ἐτῶν καὶ ἐδῶ εἰς αὐτὸ τὸ Κράτος καὶ ἐκτὸς ἔχετε παρόμοιον παράδειγμα νὰ φέρετε ἐνώπιόν μας σήμερον; Ἀλλ’ ἐλησμονήσετε ὅτι ὑπάρχει ἕνας νόμος, ὅστις καθιεροῖ ὡς ἰδιοκτησίαν τὸν βαθμὸν καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἀξιωματικοῦ; Καὶ θέλετε σεῖς νὰ συντρίψητε τὴν ἐλπίδα καὶ τὸ θάῤῥος αὐτοῦ τοῦ ἀτόμου, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ Κράτος τὰς ὑπηρεσίας του καὶ τὴν ὕπαρξίν του τὴν ἀτομικὴν, ὅπερ ἔρχεται καὶ τίθεται ὑπὸ τὰς ὁδηγίας καὶ τὰς διαταγάς σας διὰ νὰ καταστρέψῃ, ὅπου φανῇ, τὴν ληστείαν, διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς ἐπικρατείας κατ’ ἐπερχομένων ἐχθρῶν; Αἴ, Κύριοι! συλλογισθῆτέ το καλά· θὰ ἀφήσῃ ἐντύπωσιν φρικτὴν καὶ εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχὴν, καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν. Θέλετε μὲ ἄλλους λόγους νὰ καθιερώσητε ὅτι ὁ βαθμὸς καὶ τὰ δικαιώματα αὐτὰ εἰς τὸ ἄτομον δὲν εἶναι ἰδιοκτησία, ὅτι ἡ Συνέλευσις δύναται, ὁπότε θέλει καὶ ὅπως θέλει, νὰ τὰ καταστρέψῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα, καὶ ἀπορῶ πῶς οἱ προλαλήσαντες παρημέλησαν νὰ ἀναγνώσουν τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχονται εἰς τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα κεῖνται ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἐγὼ λαμβάνω τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσω αὐτὰ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα προβλέπουν περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἡ Συνέλευσις ἔχει τὴν δύναμιν καὶ αὐτοὺς τοὺς νόμους, ἂν θέλῃ, νὰ καταστρέψῃ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν θέλει προβῆ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ὑπολήψεώς της εἰς μέτρον τόσον ἀσυνεπές. Σᾶς ἀναγινώσκω, Κύριοι, τὸν νόμον. Ἄρθρ. 7. Οἱ ἐν ἀργίᾳ ἕνεκα διαλύσεως σώματος, καταργήσεως θέσεως ἢ ἐπανόδου ἐξ αἰχμαλωσίας ἀξιωματικοὶ ἀναλαμβάνουν τὸ ἥμισυ τῶν χηρευουσῶν θέσεων τοῦ βαθμοῦ των εἰς ὃ ἀνήκουσιν ὅπλον· ὁ δὲ χρόνος τῆς τοιαύτης ἀργίας λογίζεται χρόνος πραγματικῆς ὑπηρεσίας ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ, τῆς διοικήσεως, τῆς ἀποτάξεως καὶ τῆς συντάξεως. Ἰδοὺ, Κύριοι, ποῦ ἔγκειται τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ δικαιοσύνην· σᾶς λέγει ὁ νόμος ὅτι οἱ ἐν ἀργίᾳ ἕνεκα διαλύσεως σώματος κτλ. οὗτοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἔρχωνται εἰς ὑπηρεσίαν κατὰ τὸ ἥμισυ τῶν βαθμῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπονείμῃ. Ὑποθέσατε ὅτι ἐγὼ εἶμαι τοιοῦτος, ὅτι ἡ πρώτη πρᾶξις ἑνὸς ὑπουργοῦ ἔρχεται νὰ φέρῃ προβιβασμοὺς εἰς τὸν στρατὸν κατὰ τὸ ½· πρέπει οἱ προβιβασμοὶ αὐτοὶ νὰ ἀποδώσουν εἰς ἐμὲ, ὅστις μένω εἰς ἀργίαν, ἕνεκα αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν τὸν βαθμόν. Ἀκούσατε τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν· τίποτε δὲν καταστρέφει δι’ αὐτὰ ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ ὁ νόμος· δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ εὑρισκόμενοι εἰς ἀργίαν ἔχουν τὰ δικαιώματα ἀπαράλλακτα μὲ ἐκείνους, οἵτινες διατελοῦσιν ἐν ἐνεργείᾳ.
§124ΒΑΣΣΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐνθυμίσω ὅτι τὰ ἔτη τῆς ἀργίας θεωρεῖ ὁ νόμος ὡς ἔτη τῆς ὑπηρεσίας διὰ τὰ ἔτη τῆς συντάξεως.
§125ΗΡΑΚ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλ’ ἰδοὺ ὁ νόμος αὐτὸ λέγει· ὅταν ὁμιλοῦν τὰ βιβλία, δυστροπία δὲν δύναται νὰ γείνῃ· ἀλλ’ οὔτε ἀμφιβολία ἐπιτρέπεται, ὅ,τι σεῖς λέγετε, ἀναφέρεται εἰς τὸ ἄρθ. 8, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ τῶν δι’ ἀπολύσεως ἢ χρονίου νοσήματος. Ἐκεῖ ῥητῶς λέγει ὅτι ὁ χρόνος αὐτὸς δὲν ἀποκτᾷ δικαίωμα προβιβασμοῦ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐντὸς τοῦ Νόμου καὶ ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὁ δοὺς δικαιοσύνην εὑρίσκεται ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ Νόμου, καὶ νομίμως ἐξετέλεσεν αὐτά. Ἀλλὰ Κύριοι, μὲ πόσην εὐστροφίαν ὁ Πληρεξούσιος ἐξ Οἰτύλου, ὁ ἔντιμος Κύριος Μαυρομιχάλης, σᾶς ἀνέφερεν ἕνα ἄλλον Νόμον διὰ νὰ σᾶς ταράξῃ καὶ συγχύσῃ! διότι σᾶς ἀναφέρει τὸν Νόμον τοῦ 52 ὅστις ἔρχεται καὶ προβλέπει περὶ αὐτῶν τῶν περιστάσεων καὶ δὲν σᾶς ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον, τὸ ἀναγιγνώσκω ἐγώ. Ἄρθρ. 2. Ὁ εἰς ἀργίαν τεθεὶς δι’ ἀπολύσεως μένει ἐν τῇ ἀργίᾳ του μεχρισοῦ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας ἐπιτρέψῃ ἢ ἀπαιτήσῃ ν’ ἀνακληθῇ κτλ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὁ Νόμος αὐτὸς τοῦ 52 δὲν προβλέπει τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν φέρω ἐγὼ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τοῦ ἄρθρ. 7, ἀλλὰ τὴν δευτέραν, ἤτοι τοῦ ἄρθρ. 8 καὶ λέγει «οἱ δι’ ἀπολύσεως τιθέμενοι εἰς ἀργίαν»· λοιπὸν ἂν οἱ προαγορεύσαντες φέρωσιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως μίαν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ πρὸς αὐτοὺς ἀποδοθεῖσα κατὰ τὴν κρίσιν μου δικαιοσύνη παρὰ τοῦ ὑπουργείου ἐδόθη αὐτοῖς, ἐνῷ πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς ἀργίαν διετέλουν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν Νόμου, τότε ἡ συνέπεια τοῦ ἄρθ. 2 τοῦ Νόμου 52 τοῦ ἐπεξηγοῦντος αὐτὸ εἶναι φυσική· καὶ τότε ἡ ἀπονομὴ αὑτοῦ τοῦ δικαιώματος εἶναι ἄδικος, καὶ εἶμαι πρῶτος ἐγὼ ὅστις θὰ ψηφοφορήσω κατ’ αὐτοῦ· ἂς φέρωσι λοιπὸν μίαν ἀπόδειξιν τοιαύτην καὶ διὰ τὸν Γ. Κουτσουνάκον καὶ διὰ τὸν ἀναφερόμενον Πετιμεζᾶν, καὶ τότε δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι κακῶς ἐπροβιβάσθησαν, ὅτι κακῶς τοῖς ἀπεδόθη ἡ ἀρχαιότης των. Ἐπειδὴ ἐῤῥέθη λόγος, ὅτι ὁ Νόμος προβλέπει περὶ Ἐφεδρείας, καὶ ὅτι εἷς ἐκ τῶν τριῶν ἀξιωματικῶν ἀνήκει εἰς τὴν ἐφεδρείαν, καὶ ἑπομένως ὅτι ὁ προβιβασμὸς εἶναι ἀνέφικτος, ἀπαντῶ, πιθανὸν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ νὰ ἐπροβιβάσθησαν καὶ δὲν μετεφέρθησαν εἰς τὸν ἐνεργητικὸν στρατὸν, ὁ νόμος προβλέπει, ὅτι καὶ εἰς τὴν ἐφεδρείαν προβιβάζονται. Ἀλλὰ δὲν λέγει τίποτε περὶ τούτου, τὸν ἀφίνει εἰς τὴν σειρὰν τῆς δικαιοδοσίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τὸ φέρουν ὡς ἐπιχείρημα, ἀλλὰ τὰ ἔφερον ὅλα αὐτὰ διὰ νὰ μᾶς ἁρπάξουν τὸ δικαίωμα, καὶ λέγουν ἁπλῶς, αἱ ἐπενεχθεῖσαι μεταβολαὶ εἶναι ἄδικοι καὶ παράνομοι. Ἐὰν ἤθελον λάβει τὴν καλοσύνην νὰ μελετήσουν αὐτὰ τὰ τρία ἄρθρα, δὲν ἤθελε φερθῆ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία εἶναι λίαν σκανδαλώδης, καὶ τῆς ὁποίας ἡ πρώτη ἐντύπωσις ὑπῆρξεν ὀδυνηρά. Λοιπὸν τοιαῦτα σοβαρὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κηλιδώσωσι τὰς ὑπολήψεις τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἐδικαίωσαν, δὲν πρέπει νὰ φέρωνται μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ μεγάλου κυριάρχου Σώματος. Διὰ τοῦτο νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἡ Συνέλευσις θεωρήσῃ ἀναγκαῖον, μ’ ὅλον ὅτι ἐγὼ δὲν τὸ θεωρῶ, νὰ κλείσῃ τὴν θύραν τῆς Δικαιοσύνης, κυρίαρχος εἶναι, ἂς τὸ κάμῃ· δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ μίαν στροφὴν καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως αἱ μέχρι τοῦδε εἰσὶ παράνομοι, διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσβάλῃ ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων αἱ κεφαλαὶ ἐλευκάνθησαν εἰς τοὺς ἀγῶνας, τὰς κακουχίας, τοὺς πολέμους καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τοὺς ὁποίους ἐπροστάτευσε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὑφιστάμενος νόμος. Δὲν νομίζω δίκαιον ν’ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Συνέλευσιν, διότι φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἄρθρων τοῦ Νόμου ἐφωτίσθη, καὶ κατὰ συνέπειαν παύω τὸν λόγον μου πεποιθὼς, ὅτι ἡ Συνέλευσις θ’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην πρὸς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὁποίου τὸ κορμὶ εἶναι γεμάτον ἀπὸ πληγὰς, καὶ δυσκόλως καταχρᾶται ὡς τὸ ἐφαντάσθησαν πολλοί. Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπάρχουν ἐκθέσεις ἐπιτροπῶν στηριζόμεναι εἰς τοὺς Νόμους. Τὰς καταθέτω εἰς τὸ γραφεῖον πρὸς ἀνάγνωσιν.
§126ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης, Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἐζήτησε στρατιωτικὰς ἀποφάσεις, καὶ ὄχι δικαστικὰς, ἔρχομαι νὰ τῷ παρουσιάσω τοιαύτας. Ἐτέθην εἰς ἀργίαν κατὰ τὸ 1851, 13 Δεκεμβρίου ἄνευ λόγου· αὐτὸ ἔλεγε τὸ διάταγμα, καὶ διὰ νὰ σᾶς βγάλω ἀπὸ κάθε ἀπορίαν προϋπῆρχεν ἕνας λόγος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἑξῆς, διότι ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης εἶπεν, ὅτι ἡ ἀργία εἶναι ποινή. Ἐτέθην, διότι δυστυχῶς μὲ τὸν πατέρα τοῦ Μαυρομιχάλη, τὸν θεῖόν του, τὸν Παπούλην του καὶ ἄλλους συγγενεῖς του, διότι ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι συγγενής των, κατηγορήθην ὡς συνεργὸς τῆς δολοφονίας τοῦ Κορφιωτάκη. Ἤμην εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον, ἦλθεν ὁ Μιτζάκης ὁ εἰσαγγελεὺς, μὲ ἐπῆγεν εἰς τὴν φυλακὴν, ἤμην δύω ἥμισυ ἔτη ὑπόδικος, τέλος ἐδικάσθην, καὶ εἶχον προϊστάμενον τῶν ἐνόρκων τὸν Κωστῆν, τὸν Φίλιππον Ἰωάννου, τὸν Βενθύλον, Ψαῤῥᾶν καὶ ἄλλους τοιούτους δικαστάς· ἠθωώθην δὲ παμψηφεί. Ποτὲ στρατιωτικὸν ἔγκλημα δὲν ἔπραξα· 24 ὡρῶν περιορισμὸν ἂν μοῦ παρουσιάσῃ ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, παραιτοῦμαι. Λοιπὸν ἐτέθην εἰς ἀργίαν ἄνευ λόγου. Ἐξεδόθη ὁ Νόμος κατὰ τὸ 1852 ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ Κ. Μήλιου, ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἔπρεπε νὰ τεθῶ εἰς μίαν κατηγορίαν. Μὲ ἔθεσαν λοιπὸν εἰς τὴν κατηγορίαν «ἕνεκα καταργήσεως θέσεως», ἀλλὰ κατάργησις θέσεως δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ διὰ τὸν ἀνθυπολοχαγὸν, ἐν τούτοις καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ ἔθεσαν, ὁ νόμος ῥητῶς ὁρίζει, τὸ 7 ἄρθρον, ὅπως ἀνέγνωσεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι ὁ ὑπὸ τοιαύτην κατηγορίαν τιθέμενος εἰς ἀργίαν ἀξιωματικὸς δὲν χάνει τὴν ἀρχαιότητά του. Κατὰ τὸ 1854 παρεπέμφθην εἰς ἓν συμβούλιον συγκείμενον ἀπὸ τὸν ἀντισυνταγματάρχην τότε Κ. Α. Βαλτινόν, ὑπασπιστὴν τοῦ πρώην Βασιλέως, ἀπὸ τὸν Κ. Κυπριανὸν Ταγματάρχην, Κατζαρὸν, Καμπάνην καὶ Χαρώνην λοχαγοὺς, τὸ Συμβούλιον αὐτὸ μὲ ἐξέτασεν εἰς τὸν μεγάλον στρατῶνα ἐνταῦθα, καὶ ἀπεφάνθη παμψηφεὶ νὰ ἔλθω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ διατελῶ ἐν ἀργίᾳ. Συνεξετάσθην τότε μὲ ἕνα ἄλλον ἀνθυπολοχαγὸν Νικόλαον Μαντούβαλον καὶ διὰ τὸν ὁποῖον τὸ αὐτὸ συμβούλιον ἀπεφάνθη νὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατίαν. Τί νομίζετε, ὅτι ἔκαμε τότε ὁ Κ. ὑπουργὸς, διότι ἐκ τῆς προγενεστέρας αἰτίας, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, ἡ Ἀμαλία μὲ εἶχεν εἰς τοῦ Διαβόλου τὸ κατάστιχον; τὸν Μαντούβαλον ἐπροβίβασεν ὑπολοχαγὸν καὶ τὸν ἔφερεν εἰς ὑπηρεσίαν καὶ τὸν Κοσονάκον τὸν ἀφίνει ἀκόμη εἰς ἀργίαν. Κατὰ τὴν μεταβολὴν ἀνεφέρθην καὶ ἐγὼ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν Κ. Σμόλεντς, καὶ ἐζήτησα τὰ δικαιώματά μου. Ὁ Κ. Σμόλεντς προκαλεῖ συμβούλιον καὶ ζητεῖ πληροφορίας. Ὁ Κ. Κωνσταντέλης ταγματάρχης τοῦ δίδει τὴν πληροφορίαν ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ τίποτε, ὅ,τι ἔγεινε ἔγεινε, καὶ τοῦτο δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, διότι τῳόντι ἠδικήθη, νὰ τὸν προβιβάσωμεν κατ’ ἐκλογήν. Εἰς τὸν Κ. Ὑπουργὸν εἶπον, ὅτι δὲν δέχομαι τὸν προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν, ζητῶ νὰ δικαιωθῶ. Μὰ τί νὰ κάμω λέγει ὁ Ὑπουργός; Νὰ παραπέμψητε, τῷ εἶπον, τὴν ἀναφοράν μου εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, καὶ αὐτὴ ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἔχω δίκαιον νὰ μοῦ τὸ δώσητε, ἐὰν δὲν ἔχω, τότε δὲν θὰ ἔχω κανὲν παράπονον. Κάμνει λοιπὸν συμβούλιον κατὰ τὴν 2 Μαρτίου 1863, συγκείμενον ἐκ τοῦ Ἀντισυνταγματάρχου τοῦ ἱππικοῦ Κ. Δ. Σούτζου καὶ τοῦ Κ. Χαντζερῆ καὶ ἐκ τοῦ Κ. Β. Βαλτινοῦ. Τοῦτο ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἀποφαίνεται ὡς πρὸς τὸν ὑποφαινόμενον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. «Ὁ ὑπολοχαγὸς Γεώργιος Κοσονάκος Φωκᾶς εἶχε μετατεθῆ εἰς ἀργίαν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 3 Ἰανουαρίου 1851, ἄνευ λόγου. Μετὰ ταῦτα, ἤτοι μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου, ὑπήχθη εἰς τὴν κατηγορίαν ὡς ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ μητρώου, ὅτι εἶχε τεθῆ εἰς ἀργίαν ἕνεκα καταργήσεως θέσεως. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ ἄρθρ. 7ον τοῦ εἰρημένου νόμου οἱ ὑπὸ τοιαύτην κατηγορίαν εἰς ἀργίαν τιθέμενοι ἀξιωματικοὶ οὐδαμῶς στεροῦνται τῆς ἀρχαιότητος αὐτῶν· κρίνομεν νόμιμον, ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἀνακτήσῃ τὴν ἀρχαιότητα αὑτοῦ ἀπὸ τῆς 3 Ἰανουαρίου 1851. Ἀθήνησι, τῇ 20 Μαρτίου 1863. Ἡ Ἐπιτροπή. Δ. Σοῦτσος Ἀντισυνταγματάρχης, Γ. Χαντσερῆς Λοχαγὸς, Βλ. Βαλτινὸς λοχαγός. Ἡ δὲ Κυβέρνησις συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ στρατιωτικοῦ δικαστηρίου κατὰ τὸν Κ. Μαυρομιχάλην ἐκδίδει τὸ θέσπισμα αὐτὸ καὶ λέγει, ὅτι· «Προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διορίζομεν Νὰ λογισθῇ ἡ ἀρχαιότης τοῦ ὑπολοχαγοῦ Γεωρ. Κοσονάκου Φωκᾶ ἀπὸ τὴν 3 Ἰανουαρίου 1851 προβιβαζομένου λοχαγοῦ βʹ τάξεως μετὰ τὸν λοχαγὸν Κ. Ἰωάννην Δαγγλήν.» Τοιαύτη ἦτο ἡ θέσις διὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὴν καλωσύνην ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης νὰ μὲ συστήσῃ ὅτι ἐπροβιβάσθην κακῶς.
§127ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι· «νομίμως» εἶπον, ὄχι «κακῶς.»
§128ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Κακῶς καὶ παρανόμως εἴπατε· ἀλλ’ ἔχω δύο ἀποφάσεις στρατιωτικὰς καὶ ἄλλας δύο ἀποφάσεις πολιτικάς· ἐὰν ᾖναι ὀρθαὶ ἢ ὄχι, ἀφίνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ τὸ κρίνῃ.
§129ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δύω λέξεις παρακαλῶ. Δὲν παρέλειψα τὸ ἄρθρον 7 διότι ἦτο ἐναντίον μου, ἀλλὰ διότι ἐνόμιζον, ὅτι ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἦτο ἐν γνώσει, καθὼς ἤμην καὶ ἐγώ.
§130ΒΑΣΣΟΣ. Μὰ ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον, Κ. Μαυρομιχάλη.
§131ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀφήσατέ με νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§132ΒΑΣΣΟΣ. Ὄχι, θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
§133ΒΕΑΚΗΣ. Κ. πρόεδρε, δικαστήριον ἔχομεν ἐδῶ ἢ Συνέλευσιν; θὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν (θόρυβος ἀριστερά).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Βάσσος ἔχει τὸν λόγον.
§135ΒΑΣΣΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἀπεφάνθη ἐν συνεδριάσει, ὅτι προβιβασμοὶ δὲν πρέπει νὰ γίνουν, λέγω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔφερε τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ὑπὸ ἄλλην ὄψιν.
§136ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.) Ὄχι, Κύριε.
§137ΒΑΣΣΟΣ. Μάλιστα, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς εἰπῆτε, ἂν δὲν ἔγεινεν οὕτως. Τί εἶπεν ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργός; εἶπεν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, καὶ προκαλῶ, ἂν ᾖναι εἷς τῶν ὑπουργῶν ἐδῶ, νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν δὲν ἔχῃ οὕτω, εἶπεν ὅτι προβιβασμοὺς δὲν θὰ κάμω· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην σκοπῶν ἄλλα παρ’ ὅσα εἶπεν, τί ἔκαμε; Λέγει, ὅτι θέλει νὰ ἀποδώσῃ ἀρχαιότητας παρανόμως καταπατηθείσας, καὶ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον νομίσαν ὅτι πρόκειται νὰ ἀποδώσῃ καταπατηθέντα δικαιώματα ἐνέδωκε, ὁ δὲ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς τούτῳ τῷ τρόπῳ κάμνει προβιβασμούς. Κύριοι, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδώσῃ ἀρχαιότητας, δὲν εἶχεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδώσῃ βαθμοὺς, καὶ θὰ σᾶς φέρω ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπὶ ὁμοίας περιστάσεως, ἀλλὰ δὲν περιορίζεται ἕως ἐκεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἀπέδωκε μόνον ἀρχαιότητας, ἀλλ’ ἐπροβίβασεν ἀξιωματικοὺς, ὥστε βλέπετε, ὅτι εἰπὼν εἰς τοὺς συναδέλφους του ἄλλα, ἔπραξεν ἄλλα, κατεχράσθη μιᾶς περιωρισμένης ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, σκοπούσης ἀπόδοσιν δικαιοσύνης καὶ τὴν ἐπεξέτεινε μέχρι προβιβασμῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἀρχαιότης οὐδέποτε κατεπατήθη. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ διατάξῃ νὰ φέρουν τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐδῶ καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ θὰ ἔλθω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου, Κύριον Ἡρακλῆν Πετιμεζᾶν, ὁ ὁποῖος θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐπλανήθη εἰς τὴν ἀγόρευσίν του καὶ ὅτι, ὄχι ἐκ πεποιθήσεων, ὄχι τέλος πάντων ἐξ ἄλλου τινὸς λόγου ἐκινήθη νὰ ὑποστηρίξῃ τοιοῦτον πρᾶγμα, ὁποῖον ἐκεῖνο, ὅπερ ὑπεστήριξε· διότι τί σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς; ἰδοὺ τί σᾶς εἶπεν· ἐπεκαλέσθη τὸ 7 ἄρθρ. τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν ὅπερ λέγει· τί λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο; πρῶτον, «οἱ ἐν ἀργίᾳ ἕνεκα διαλύσεως Σώματος ἀναλαμβάνουσι τὸ ἥμισυ τῶν εἰς τὰ Σώματα χηρευουσῶν θέσεων·» ἐρωτῶ τὸν Κύριον ὑπουργὸν, ποῖαι θέσεις χηρεύουσι; δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι εἰς τὸ πεζικὸν ὑπάρχουν ὑπεράριθμοι λοχαγοὶ πλέον τῶν εἴκοσιν· ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἄρα δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάσῃ. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅμως, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐπεξηγεῖται ὡς ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου Κύριος Η. Πετιμεζᾶς τὸ ἐπεξήγησεν· εὐτυχῶς ὅμως ἐπεξήγησίς τις ὑπάρχει εἰς ἄλλον νόμον καὶ τί σᾶς λέγει ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν ἄρθρον 16 καὶ 17, ὅστις εἶναι μεταγενέστερος;
§138ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Εἶναι διερμηνευτικὸς νόμος.
§139ΒΑΣΣΟΣ. Δὲν εἶμαι νομικὸς, δὲν εἶμαι δικηγόρος. Ὁ νόμος ἄρθρον 16 καὶ 17 ἰδίως λέγει, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὄντες εἰς ἀργίαν εἰς ἐκείνην τὴν κατάστασιν τῆς ἀργίας ἔχουσι τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ, καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸ σαφηνίζει καλῶς, ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 17ον τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν. «Οἱ αἰχμάλωτοι ἀξιωματικοὶ διατηροῦσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν ὡς πρὸς τὸν προβιβασμὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 7ον», τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκεῖνο ὅπερ σᾶς ἀνέγνωσα· ὥστε τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει μόνον· «Οἱ ἐξ αἰχμαλωσίας ἀξιωματικοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα αὐτὸ,» ἀλλὰ, Κύριοι, τί προστίθεται ἀκόμη; «δὲν ἀπονέμεται εἰς αὐτοὺς εἰμὴ μόνον ὁ ἀμέσως ἀνώτερος βαθμός», δηλαδὴ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι ὁ Κύριος Κοσονάκος, τὸν πέρνω ὡς παράδειγμα μόνον, ἔμενεν 20 χρόνους εἰς ἀργίαν ἢ αἰχμαλωσίαν καὶ ἐπιστρέψας εὑρίσκει τοὺς ὁμοβάθμους του, πρὶν αἰχμαλωτισθῇ, συνταγματάρχας, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ συνταγματάρχης, ἀλλὰ μόνον λοχαγός. Βλέπετε, Κύριοι, πόσον καθαρὰ ὁρίζει ὁ νόμος, ὅτι δικαίωμα προβιβασμοῦ οἱ τώρα προβιβασθέντες δὲν ἔχουν, ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, ἂν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν δίκαιον ἢ ἄδικον, διότι δὲν γνωρίζω, ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἀδίκησαν, ἠμπορεῖ καὶ νὰ μὴ τοὺς ἀδίκησαν, ὅταν τοὺς ἔθεσαν εἰς ἀργίαν κατ’ ἀρχάς. Ὅταν ἐτέθησαν οἱ Κύριοι οὗτοι εἰς ἀργίαν, ἐτηρήθησαν οἱ νόμιμοι τύποι; ἡ ἀργία εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν νόμον; ἂν καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς ὑπηρεσίαν καὶ νὰ τοῖς ἀποδώσῃ τὴν ἀρχαιότητα, εὐθύνονται οἱ παρανομήσαντες, διότι ἠξεύρετε, ποίας συνεπείας ἔχουσιν οἱ τοιοῦτοι εἰς τὸν προβιβασμόν; 50–100 ἀξιωματικοὶ θέλουν κάμει ἀναφορὰς εἰς τὴν Συνέλευσιν ζητοῦντες τὴν ἀρχαιότητά των, τοὺς βαθμούς των, διότι εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ οἱ προμνησθέντες ἀξιωματικοὶ, καὶ ἐὰν θέλετε ἔχουν περισσότερα δικαιώματα, διότι ὡς ἠκούσατε πολλοὶ αὐτῶν τῶν ἐντίμων ἀξιωματικῶν ἔχουν 30, 25 ἐτῶν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ ἡμεῖς καὶ ὁ Κύριος Κοσονάκος δὲν ἔχομεν παρὰ πάνω ἀπὸ 10–15 ἔτη. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα τώρα, καὶ διότι ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μίαν διέξοδον εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Φρονῶ δὲ κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὅτι ἡ διέξοδος αὕτη εἶναι καὶ νόμιμος, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀντιτάξῃ εἰς αὐτήν. Ἐὰν, Κύριοι, τὰ πρακτικὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπογεγραμμένα ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, ἐκτὸς, νομίζω, δύω ἢ τριῶν, τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καί τινων ἄλλων, λέγουσιν, ὡς εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἀποδίδεται ἡ ἀρχαιότης ἀδικηθέντων τινῶν ἀξιωματικῶν, τότε, Κύριοι, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν ἔδωκε τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κάμῃ προβιβασμοὺς, καὶ ὁ ὑπουργὸς ἐπροβίβασεν ἀξιωματικοὺς, τῶν ὁποίων ἡ ἀρχαιότης δὲν κατεπατήθη, κατὰ συνέπειαν ὁ ὑπουργὸς δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἔπειτα, Κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκπληρῶν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἦτο ν’ ἀποδώσῃ ἀρχαιότητα, τί νομίζετε, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῆς ἀρχαιότητος συνεπιφέρει προβιβασμόν; Ἐδῶ εἶναι ζήτημα, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐνίσταμαι, ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῆς ἀρχαιότητος δὲν συνεπιφέρει προβιβασμὸν, καὶ ἰδοὺ ποῦ στηρίζομαι. Κύριοι, ἀξιωματικός τις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ παλαιὸς, κατέχων ἐπὶ Καποδιστρίου, νομίζω πρὸ τοῦ θανάτου τοῦ Καποδιστρίου, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς πότε, τὸν βαθμὸν τοῦ ἐπιλοχαγοῦ— ὁ βαθμὸς τοῦ ἐπιλοχαγοῦ, Κύριοι, ἀντιστοιχεῖ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, τοὐλάχιστον ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου εἶναι τοιαύτη— ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἀπεμακρύνθη τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ· δὲν εὑρίσκετο δὲ ὑπὸ κἀμμίαν ποινὴν, ἡ παραίτησις ἐκ τοῦ βαθμοῦ του δὲν τῷ ἐδόθη ποτὲ, κατὰ συνέπειαν, Κύριοι, αὐτὸς ἐθεωρεῖτο πολίτης, καθὼς ὅλοι τὸν γνωρίζετε, τὸν Κύριον Ἀξελόν. Ὅτε μετὰ 29 χρόνια, δὲν ἠξεύρω, ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ζητεῖ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὸν βαθμόν του, τὴν ἀρχαιότητά του, τοὺς μισθούς του, ἡ Κυβέρνησις τῷ λέγει, ὅτι νομίζει, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τίποτε. Αὐτὸς λέγει, ὅτι ἔχει, ἡ ὑπόθεσις ὑπῆγεν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ τὰ δικαστήρια εἶπον, ὅτι ἀναγνωρίζουν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ἀξελόν, ὅτι εἶναι ἀξιωματικός, ὅτι τοῦ ἀποδίδουν τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχε τότε, τοῦ ταγματάρχου, ὅτι τῷ δίδουν τοὺς μισθούς του, δὲν τῷ δίδουν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον θὰ εἶχεν, ἐὰν ἦτον ἐν ὑπηρεσίᾳ· ὥστε νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη, ἡ νομολογία αὕτη τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων, εἶναι πολὺ σχετικὴ μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τεθέντες οἱ κύριοι οὗτοι ἀξιωματικοὶ εἰς ἀργίαν κατὰ τοὺς νομίμους τύπους δὲν ἠδικήθησαν, λέγω, ὅτι ἐτέθησαν εἰς ἀργίαν κατὰ τὸν νόμον, ἀλλὰ παραδέχομαι διὰ μίαν στιγμὴν τὴν ἔνστασιν αὐτὴν, ὅτι ἠδικήθητε, πολὺ καλὰ, ἠμπορεῖ τὸ διάστημα τῆς ἀπομακρύνσεώς σας νὰ ἦτον 20 ἔτη, καὶ οἱ σύντροφοί σας νὰ ἔγειναν συνταγματάρχαι. Δὲν δύνανται νὰ λάβουν τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, δύνανται νὰ τοῖς ἀποδοθοῦν οἱ μισθοί των, ὡς ἀπεδόθησαν καὶ εἰς ἄλλους. Ἀλλὰ, Κύριοι, κατ’ ἐμὴν κρίσιν ἡ νομολογία αὕτη πρέπει νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος· φρονῶ ὅμως, ὅτι ὅταν εἰς ἕνα ἀξιωματικὸν δοθῇ ἕνας βαθμὸς, δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ ἀφαιρεθῇ, διότι εἶναι κτῆμά του. Εἶναι ὑπεύθυνος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸν δίδει. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγὼ θέτω θέμα εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν ἐδόθη. Ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν ἐδόθη, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἐβαθμολογήθη. Ἔκαμε μίαν ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου διὰ τῆς ὁποίας λέγει, ὅτι ἀποδίδει τὴν ἀρχαιότητα· εἶναι λοιπὸν ζήτημα, ἐὰν, ἀποδιδομένης τῆς ἀρχαιότητος, ἀποδίδεται καὶ ὁ βαθμός. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διαταγὴ διὰ τῆς ὁποίας σὲ προβιβάζω εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, Κύριε Ὑπολοχαγέ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐὰν θέλουν νὰ δικαιολογηθοῦν, λέγοντες, καθὼς ἤκουσα πολλάκις, ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάζουν κατ’ ἐκλογὴν, λέγω, ὄχι, οὔτε κατ’ ἐκλογὴν ἔχουν τὸ δικαίωμα, διότι τότε πρέπει νὰ προηγηθοῦν πολλὰ πράγματα, πρέπει νὰ ἀποκλεισθοῦν δικαιώματα, πρέπει νὰ ἐγγραφοῦν εἰς πίνακας, πρέπει νὰ παρέλθουν δύω ἔτη διὰ ν’ ἀποδοθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ κατ’ ἐκλογήν· καὶ ἔπειτα, ὅταν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν πιάνει ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ τὸν προβιβάζει. Ἀλλ’ ἀκόμη ὑπάρχει καὶ ἕτερος νόμος, σᾶς τὸν εἶπε καὶ ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης, ὅτι εἷς ἀξιωματικὸς, διὰ νὰ προβιβασθῇ εἰς βαθμὸν ἀνώτερον, πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ τοὐλάχιστον ἕνα ὡρισμένον χρόνον 3,4 ἐτῶν· ὁ Κύριος Κοσονάκος προβιβάζεται, ἐνῷ μόλις ἔχει ἓν ἔτος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ὥστε ὁ Κύριος Ὑπουργὸς παρηνόμησε καταπατήσας τὸν Νόμον, διὰ ν’ ἀποδώσῃ βαθμούς. Κατ’ ἐμὴν κρίσιν, Κύριοι, δὲν γνωρίζω τοὺς προβιβασθέντας, μοὶ λέγουν ὅμως ὅτι ἔγειναν δύο ὑποστράτηγοι, ὁ Βλαχόπουλος, καὶ εἷς ἕτερος· ὡς πρὸς τοῦτο ἐπαινῶ τὴν πρᾶξιν τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε· καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τοὺς προβιβασμοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἐδόθησαν διὰ νὰ ἀποδοθῇ ἡ ἀρχαιότης, σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἐπροβιβάσθησαν αὐτοὶ, καὶ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν, ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος, ἂν, ἀποδιδομένης τῆς ἀρχαιότητος, οἱ ἀξιωματικοὶ θεωροῦνται προβιβασμένοι· καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τοὺς ἐπιλοίπους προβιβασμοὺς, αὐτοὶ ἐπῆλθον ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§140ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, δύο λέξεις θέλω ἀναφέρει ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Κ. Λάπα, καὶ μετὰ ταῦτα θέλω ἀντικρούσει τοὺς ἐντίμους προλαλήσαντας Κυρίους Βάσσον καὶ Μαυρομιχάλην ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν εἰς τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ εἰς τὸν μεταγενέστερον περὶ προβιβασμῶν νόμον τοῦ 1861. Ἠκούσατε, Κύριοι, τὸν Κ. Κοσονάκον, καὶ τὸν Κ. Πετιμεζᾶν ἀπολογουμένους λίαν εὐστόχως. Τὸ ζήτημα τοῦ Κ. Λάπα εἶναι τῆς αὐτῆς κατηγορίας, ἔχει ὅμως καὶ ἓν περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον διαφέρει ὀλίγον ἀπὸ τὰς περιστάσεις τῶν δύο ἄλλων ἀξιωματικῶν, ἐννοῶ τοῦ Κ. Κοσονάκου καὶ τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ. Ἠμφισβητεῖτο ἐπ’ αὐτῶν ἂν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ἔπαυσαν διὰ καταργήσεως θέσεως, ἢ διὰ διαλύσεως σώματος. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Κ. Λάπα ἐζητεῖτο, ἂν ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον διετέλεσεν ὑπηρετῶν ἐν τῇ ὁροφυλακῇ, ἔπρεπε νὰ συνυπολογισθῇ εἰς τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον διήνυσεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἀφ’ ὅτου τὰ τάγματα τῆς ὁροφυλακῆς διελύθησαν κατὰ τὸ 1855, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη. Δὲν ἤθελον κάμει περὶ τούτου λόγον, ἐὰν δὲν ἐτύγχανον μέλος τοῦ γνωμοδοτικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον συνέταξε καὶ ὑπέβαλε τὴν περὶ τούτου γνωμοδότησίν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ δὲν ἤθελον ἐπίσης ἐπιμένει εἰς τὴν γνωμοδότησίν μου, ἐὰν μεταξὺ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος εἰς αὐτὴν δὲν ὑπῆρχε πρόσωπον, τὸ ὁποῖον καὶ ζῶν ἐσεβάσθην, καὶ τοῦ ὁποίου θανόντος δὲν ἔπαυσα τοῦ νὰ τιμῶ τὴν μνήμην, τὸ πρόσωπον τοῦ Κυρίου Πήληκα. Προσθέτω δὲ πρὸς ἀνάπαυσιν τῆς συνειδήσεως τῶν ἀξιοτίμων Κυρίων τῆς ἄλλης πτέρυγος, ὅτι εἰς τὴν γνωμοδότησιν ταύτην ὑπῆρχε καὶ πρόσωπον, τοῦ ὁποίου πολλάκις ἐπεκαλέσθησαν τὴν αὐθεντίαν, ὅταν ἔζη, καὶ τὴν μνήμην ὅταν ἀπέθανε, καὶ τὸ πρόσωπον τοῦτο εἶναι ὁ μακαρίτης Ἰωάννης Δαμιανός.
§141ΚΑΛΟΣ. Μὴ ἀναφέρετε αὐθεντίας ὀνομάτων.
§142ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Δὲν θέτω τὴν αὐθεντίαν αὐτῶν τῶν δύο ὑπεράνω τῆς αὐθεντίας τοῦ ὀρθοῦ λόγου, ἀλλὰ σεμνύνομαι καὶ χαίρω ὁσάκις τὴν αὐθεντίαν τοῦ ὀρθοῦ λόγου ὑπηρετῶν δύναμαι συγχρόνως ν’ ἀποδώσω φόρον σεβασμοῦ καὶ ὑπολήψεως εἰς πρόσωπα ἄξια αὐτῶν. Ἔρχομαι λοιπὸν, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀποδείξω διὰ τῆς αὐθεντίας τοῦ ὀρθοῦ λόγου, ὅτι ἡ γνώμη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίζετο ἡ ἀπόφασις τοῦ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Κ. Λάπα, ἦτο δικαία καὶ νόμιμος. Ἠμφισβήτουν εἰς τὸν Κ. Λάπαν, καὶ τὸ ἠμφισβήτει, ποῖος, Κύριοι; Ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου λυπηρὸν νὰ ἐπικαλῶνται εἰς τὸν περίβολον τοῦτον τὴν αὐθεντίαν ὁ Δημ. Βότσαρης· ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἠμφισβήτει, ὅτι ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπηρέτησεν εἰς τὰ τάγματα τῆς ὁροφυλακῆς, δὲν ἔπρεπε νὰ λογισθῇ ὡς πρὸς τὴν ἀρχαιότητα· ἀλλ’ ὅτι ἡ ἀρχαιότης ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν ἐποχὴν, ἀφ’ ἧς μετέβη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τακτικοῦ σώματος (διάλογοι θορυβώδεις μεταξὺ Σ. Νικολαΐδου καὶ Λάπα). Λοιπὸν, Κύριοι, τὸ γνωμοδοτικὸν συμβούλιον, ἡ στρατιωτικὴ ἐπιτροπὴ τί ἀπεφάσισε, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τί ἐθεώρησεν; ὅτι ὁ χρόνος ἐκεῖνος ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀρχαιότητος τοῦ Κ. Λάπα· καὶ τοῦτο ἦτο πολὺ εὔλογον καὶ ὀρθόν· διότι, ἐὰν τὰ σώματα ἐκεῖνα τῆς ὁροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα συνέκειντο ἀπὸ πρόσωπα ὑπηρετήσαντα εἰς τὸν ἀγῶνα, τὰ ὁποῖα ὑπέφεραν τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ τὸν παγετὸν τῆς νυκτὸς μαχόμενα ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ἐὰν τὰ σώματα ἐκεῖνα διελύθησαν, τὸ μέτρον τῆς διαλύσεως ἦτο μέτρον καθαρῶς πολιτικὸν, οὐδέποτε δὲ καὶ μέτρον ἀδικίας, διὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν ἔπραξαν οἱ ὑπουργοὶ τοῦ 1854 ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Βαυαρικὴ ἀντιβασιλεία· δὲν διέλυσαν τὰ σώματα ἐκεῖνα, διὰ νὰ παραδώσωσι τοὺς ἀγωνιστὰς εἰς τὴν τύχην των, ἀλλὰ διετήρησαν εἰς αὐτοὺς τὰ δικαιώματα αὐτῶν ἀνέπαφα, ἵνα συμπαραλάβωσιν αὐτὰ εἰς τὴν νέαν τάξιν τῶν πραγμάτων, προσδοκῶντες ὅτι καὶ αὐτοὶ ἤθελον ὑπηρετήσει μὲ τὴν αὐτὴν ἀφοσίωσιν, μεθ’ ἧς ὁ τακτικὸς στρατὸς ὑπηρέτει. Διὰ τοῦτο τῶν σωμάτων τούτων διαλυθέντων, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτῶν ἔλαβον τοὺς βαθμοὺς, τοὺς ὁποίους εἶχον, καὶ μετ’ αὐτῶν τὴν ἀρχαιότητα, διότι ἡ ἀρχαιότης εἶναι παρακολούθημα ἀναπόσπαστον, ἀχώριστον ἀπὸ τὸν βαθμόν. Ὅταν λοιπὸν ὁ Κ. Λάπας κατετάχθη εἰς τὸ τακτικὸν σῶμα, ὁμοῦ μὲ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἔφερεν ἐν τῇ ὁροφυλακῇ, εἵπετο ὅτι ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας, καθ’ ὃν ὡς ἀξιωματικὸς εἶχεν ὑπηρετήσει εἰς τὸν ἄτακτον στρατὸν, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ζωήν του, ὅτι καὶ ὁ χρόνος ἐκεῖνος ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσῃ μέρος ὁλοκληρωτικὸν τῆς καταστάσεώς του, καὶ ἑπομένως νὰ λογισθῇ καὶ αὐτὸς πρὸς καταρτισμὸν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀρχαιότητος, ὅπως ἐλογίζετο καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ Κ. Λάπα. Ἔρχομαι τώρα ν’ ἀντικρούσω τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος Ἀντ. Μαυρομιχάλης καὶ ὁ Κ. Τιμ. Βάσσος ἔδωκαν εἰς τὸν Νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ 1851 ὡς καὶ εἰς τὸν Νόμον περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ 1861. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι λίαν εὐστόχως, ὁ Κύριος Ἡρ. Πετιμεζᾶς σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ γνώμη τῶν Κυρίων Βάσσου καὶ Μαυρομιχάλη. Ὡς ἠκούσατε οἱ Κύριοι οὗτοι ἀξιοῦσιν, ὅτι τὸ ἄρθρον 7 καὶ 8 περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου περιστρέφονται εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ χρόνος τῆς ἀργίας ἔδιδεν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποστρατείας, καὶ διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως. Ἓν ἐπιχείρημα ἔρχομαι νὰ προσθέσω εἰς ὅσα ἐξέθεσεν ὁ Κ. Ἡρ. Πετιμεζᾶς, διὰ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι καὶ τὸ ἄρθρον 7 καὶ 8 δὲν ἔχουσι τὴν σημασίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης καὶ ὁ Κ. Βάσσος τοῖς ἔδωκαν. Ἐὰν, Κύριοι, ἐννόουν τὰ ἄρθρα ταῦτα ν’ ἀναγνωρίσωσι τὸν χρόνον τῆς ἐν ἀργίᾳ διαμονῆς ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, μόνον ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως, οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ κάμωσι λόγον περὶ προβιβασμῶν καὶ περὶ ἀρχαιότητος, ἤθελεν εἶσθαι ἐντελῶς ἀνακόλουθον καὶ ἀσυμβίβαστον ν’ ἀναφέρωσι τὴν ἀποστρατείαν καὶ νὰ συνδέωσιν αὐτὴν μετὰ τῆς ἀρχαιότητος καὶ τῶν προβιβασμῶν. Ἡ ἀποστρατεία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐγκαταλιμπάνουσι τὸν στρατιωτικὸν βίον καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ν’ ἀποκτήσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὸν βίον αὐτῶν, διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν, εἰς τοῦ ἁπλοῦ πολίτου τὸν βίον. Οὗτοι διαγράφονται ἀπὸ τοὺς ἐλέγχους τοῦ στρατοῦ, καὶ θεωροῦνται ὡς πολῖται· οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον δικαίωμα, διὰ προβιβασμὸν καὶ διατήρησιν ἀρχαιότητος, διότι καὶ ὁ προβιβασμὸς, καὶ ἡ διατήρησις τῆς ἀρχαιότητος εἶναι προσόντα ἀχώριστα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἑπομένως εἰς ἐκεῖνον μόνον ἀνήκουσιν, ὅστις δὲν ἀποχωρήσει ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, διὰ ν’ ἀσπασθῇ τὸν βίον τοῦ πολίτου, καὶ ὅστις δὲν ἀποβλέπει εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ὡς πρὸς παρελθὸν, εἰς τὸν ὁποῖον οὐδέποτε πλέον θέλει ἐπανέλθει. Τὸ νὰ ἀναφέρωσι τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 περὶ προβιβασμῶν καὶ περὶ ἀρχαιότητος εἶναι ἀπόδειξις ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἀσυγχώρητος παραλογισμὸς νὰ ἐκλάβωμεν αὐτὰ ὡς ἐννοοῦντα τὴν κατάστασιν τῆς ἀποστρατείας καὶ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, καὶ ἓν ἄλλο. Ἀληθεύει ἄρα ὡς ἀξιοῦσιν οἱ προλαλήσαντες ὅτι ὁ περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν Νόμος τῆς 16 Ὀκτωβρίου 1861 κατήργησεν ἢ ἐτροποποίησε τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου, τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς προβιβασμοὺς καὶ τὴν ἀρχαιότητα τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οὐχὶ διὰ προσωπικὴν αἰτίαν περιῆλθον εἰς ἀργίαν, ἀλλὰ διότι κατηργήθη ἡ θέσις, ἢ διελύθη τὸ σῶμα; Τί λέγει, Κύριοι, ὁ Κ. Βάσσος; Μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐπεξηγεῖ τὸν νόμον τὸν περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν; Ἂν ὁ νόμος αὐτὸς ἐπεξηγῇ τὸν περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμον, ἔπρεπε νὰ ᾖναι νόμος ἑρμηνευτικὸς, καὶ χωρὶς νὰ ᾖναι νόμος ἑρμηνευτικὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ἀλλὰ οἱ ἑρμηνευτικοὶ νόμοι ἔρχονται, Κύριοι, μετὰ παῤῥησίας καὶ εἰλικρινείας νὰ θεραπεύσωσι κατάστασιν πραγμάτων κακῶς κειμένην, οὐχὶ διὰ τὸ μέλλον μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ παρελθόν. Πᾶς ἑρμηνευτικὸς νόμος κατηγορεῖ πλαγίως ἐπὶ ἀπροσεξίᾳ καὶ ἐπὶ ἀστοχίᾳ τὸν αὐτουργὸν τοῦ προτέρου νόμου, καὶ προτίθεται νὰ διορθώσῃ τὰ λάθη αὐτοῦ καὶ νὰ ἐξαλείψῃ τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν τὰ λάθη ἔσχον ἐπὶ τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ εἶχε τοιαύτας ἀφορμὰς, εἶχε τοιοῦτο πρόσχημα ὁ περὶ προβιβασμῶν Νόμος τοῦ 1861; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Δὲν εἶναι ἑρμηνευτικὸς ὁ νόμος αὐτὸς, ὅπως σεῖς μὲ τόσην προθυμίαν τὸν κηρύττετε. Δὲν ἦλθεν ὁ νόμος αὐτὸς νὰ καταλύσῃ δι’ ἑρμηνείας δικαιώματα ἀποκτηθέντα εἰς τὸ παρελθόν. Εἶναι, Κύριοι, ὅλως ἀνακόλουθον, ἐν πλήρει συνταγματικῇ καταστάσει νὰ ἐπινοῶμεν νόμους ἑρμηνευτικούς. Εὑρισκόμενοι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονέμωμεν μὲ τόσην εὐκολίαν εἰς τὸ κοινὸν δίκαιον τὸν χαρακτῆρα τῶν ἑρμηνευτικῶν νόμων. Ὅταν νόμος τις δὲν μᾶς εἶπε σαφῶς καὶ ἀνενδοιάστως ὅτι εἶναι νόμος ἑρμηνευτικὸς, εἶναι ὅλως ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἄτοπον νὰ ζητῶμεν ἡμεῖς νὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ὁ νομοθέτης δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ, αἰδούμενος αὐτὸς ἑαυτὸν καὶ σεβόμενος τὰ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν παρελθόντων νόμων κεκτημένα δικαιώματα. Ἀλλὰ σᾶς χαρίζω διὰ μίαν στιγμὴν καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦτον τοῦ ἑρμηνευτικοῦ νόμου. Ὀφείλετε ὅμως καὶ σεῖς νὰ συνομολογήσητε, ὅτι πᾶς ἑρμηνευτικὸς νόμος πρέπει νὰ ἑρμηνεύηται στενώτατα, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἐκτείνεται εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ῥητῶς δὲν ἤθελε νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸ κράτος αὐτοῦ. Τί λέγει ὁ καθ’ ὑμᾶς ἑρμηνευτικὸς, καθ’ ἡμᾶς δὲ νόμος τοῦ κοινοῦ δικαίου; «Οἱ αἰχμάλωτοι ἀξιωματικοὶ διατηροῦσι τὰ πρὸς προβιβασμὸν δικαιώματα αὑτῶν, ἀλλὰ δὲν ἀπονέμεται εἰς αὐτοὺς ἢ ὁ ἀμέσως ἀνώτερος βαθμός.» Περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν περιελθόντων εἰς αἰχμαλωσίαν, καὶ ἕνεκεν αὑτῆς εἰς ἀργίαν. Εἰς αὐτοὺς, ἐπανερχομένους εἰς ἐνέργειαν, λογίζεται μὲν ὁ ἐν τῇ ἀργίᾳ χρόνος πρὸς ἀρχαιότητα, ἀλλὰ μόνον πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ἀμέσως ἀνωτέρου βαθμοῦ. Ὁ νόμος, Κύριοι, ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, περιλαμβάνει 3 κατηγορίας α) ἀξιωματικοὶ περιελθόντες εἰς ἀργίαν ἕνεκα τῆς διαλύσεως τοῦ σώματος, βʹ) ἕνεκα τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως, καὶ γʹ) τὴν κατηγορίαν τῆς αἰχμαλωσίας. Ἕτερος δὲ νόμος, αὑτὸς, τὸν ὁποῖον σεῖς ἀρέσκεσθε νὰ ὀνομάζετε νόμον ἑρμηνευτικὸν, ἡμεῖς δὲ θεωροῦμεν ὡς νόμον τοῦ κοινοῦ δικαίου, ὁρίζει περὶ τῆς μιᾶς τῶν κατηγοριῶν τούτων, περὶ τῶν ἕνεκεν αἰχμαλωσίας εἰς ἀργίαν περιελθόντων, ὅτι ἡ ἐν τῇ ἀργίᾳ διαμονή των θέλει ἔχει περιωρισμένα ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἀρχαιότητος αὐτῶν. Εἶναι δίκαιον, εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὸν αὐτὸν περιορισμὸν καὶ τὰς δύω ἑτέρας κατηγορίας τῶν ἀξιωματικῶν, ἀφ’ οὗ ὁ νόμος τοῦ 1861, μόνον περὶ τῆς μιᾶς κατηγορίας ἐνεωτέρησεν; Ἀλλὰ, Κύριοι, θέλετε νὰ σᾶς εἴπω τί σημαίνει ὁ νόμος τοῦ 1861, καὶ ἂς μὴ εἶμαι καὶ στρατιωτικός. Ἔρχομαι νὰ σᾶς ἀποδείξω τὸ ἀληθὲς αὐτοῦ πνεῦμα. Βλέπομεν ἐκ τοῦ ἄρθρου 7 καὶ 8, ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου ἔκαμε διάκρισιν μεταξὺ ἀργίας καὶ ἀργίας, καὶ διέκρινε τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ καταργήσεως θέσεως ἢ διὰ διαλύσεως σώματος περιῆλθον εἰς ἀργίαν, ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἕνεκα χρονίου νοσήματος ἢ διὰ προσκαίρου παύσεως περιῆλθον εἰς κατάστασιν ἀργίας, καὶ διὰ τοὺς τελευταίους μόνον ὥρισεν, ὅτι ὁ χρόνος τῆς ἀργίας θέλει λογισθῆ αὐτοῖς μόνον ὡς πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ πρὸς σύνταξιν δικαιώματος, καὶ οὐχὶ τοῦ προβιβασμοῦ καὶ τῆς ἀρχαιότητος. Ὁ νόμος ἔκαμεν αὐτὴν τὴν διάκρισιν, διότι εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν ἐθεώρησεν ἄδικον νὰ ῥίψῃ εἰς βάρος τῶν ἀτόμων τὰς συνεπείας τῶν ἀναγκῶν τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας. Καταργῶ, λέγει, τὴν θέσιν καὶ σὲ μεταφέρω εἰς κατάστασιν ἀργίας, δὲν ἠμπορῶ νὰ σὲ ἔχω εἰς ἐνέργειαν, ἀλλὰ δὲν εἶσαι καὶ ὑπεύθυνος δι’ αὐτὸ τὸ γεγονός, καὶ δὲν σοὶ καταλογίζω τὸ βάρος καὶ ἑπομένως τὰς συνεπείας αὐτοῦ. Εὑρέθης εἰς τοιαύτην θέσιν ἀναιτίως, εἶσαι ἄξιος συμπαθείας, ὅθεν σοὶ διατηρῶ ὅλα τὰ δικαιώματα. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν περίπτωσιν ταύτην διαφέρει ἡ περίπτωσις τῶν ἐξ ἰδίας ὑπαιτιότητος εἴτε καὶ ἐκ τύχης, τῆς ὁποίας αὐτοὶ πρέπει νὰ φέρωσι τὸ βάρος, περιελθόντων εἰς κατάστασιν ἀργίας ἕνεκα προσκαίρου παύσεως, ἢ ἕνεκα χρονίου νοσήματος. Ἀλλὰ, θέλουσιν ἴσως εἰπεῖν, ὅταν περιέλθω ἕνεκα χρονίου νοσήματος εἰς ἀργίαν τί πταίω ἐγὼ ὁ ἀξιωματικὸς διὰ τοῦτο; Δὲν πταίεις μὲν διὰ τὸ νόσημα, ἀπαντῶμεν, διότι τοῦτο εἶναι ἓν γεγονὸς τῆς τύχης, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποστῇς γενναίως τὰς συνεπείας αὐτῆς. Ἂν περιῆλθες εἰς κατάστασιν ἀργίας ἕνεκα χρονίου νοσήματος, δὲν δύναται κανεὶς νὰ σὲ κατακρίνῃ, ἀλλὰ ἀφ’ ἑτέρου δὲν σοὶ ὀφείλει καὶ ἡ πολιτεία ἱκανοποίησιν, καθ’ ὅσον αὐτὴ μόνον περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων μεριμνᾷ, ἀδυνατοῦσα ν’ ἀναδεχθῇ τὴν θεραπείαν παντὸς ἰδιωτικοῦ ἀτυχήματος. Εἰς ἐκεῖνον μόνον ὀφείλει ἱκανοποίησιν ἡ πολιτεία, εἰς ὃν ἐπιβάλλει θυσίας ἕνεκα τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Οὐχ’ ἧττον ὅμως πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὴν κατηγορίαν αὐτὴν τῶν ἕνεκεν αἰχμαλωσίας περιελθόντων εἰς κατάστασιν ἀργίας ἀξιωματικῶν ἀπὸ τὴν κατηγορίαν τῆς ἕνεκα καταργήσεως θέσεως, ἢ διαλύσεως σώματος, διότι οἱ τελευταῖοι ὑφίστανται ἐλάττωσιν τῆς καταστάσεώς των, καὶ τὴν ὑφίστανται ἄνευ ἰδίας ὑπαιτιότητος, ἀλλ’ ἕνεκα πράξεως τῆς πολιτείας· διὰ τοῦτο ἡ πολιτεία δὲν δύναται ἄνευ ἀδικίας νὰ καταλογίσῃ αὐτοῖς τὰ βάρη καὶ τὰς συνεπείας· ἀλλ’ ὁ ἀξιωματικὸς ὁ περιελθὼν εἰς αἰχμαλωσίαν, ὑπηρέτησε μὲν τὴν πατρίδα, οὐχ ἧττον ὅμως συνετέλεσε, συνέπραξεν εἰς τὸ ἀτύχημα αὐτοῦ καὶ ἡ τύχη κατὰ μέγα μέρος· διὰ τοῦτο πρέπει ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος νὰ περιέλθῃ εἰς θέσιν κρείττονα τῆς θέσεως ἐκείνου, ὅστις περιῆλθεν εἰς ἀργίαν ἕνεκα χρονίου νοσήματος, ἐλάσσονα ὅμως τῆς θέσεως ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡ πολιτεία περιέστησεν εἰς ἀργίαν διὰ λόγους μόνον τοῦ κοινοῦ συμφέροντος· διὰ τοῦτο εὑρέθη μέση κατηγορία, καὶ ἐπλάσθη ἡ θέσις αὕτη. Περὶ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν, περὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα καταργήσεως θέσεως καὶ διαλύσεως σώματος ἐτέθησαν εἰς ἀργίαν, ὁ νόμος ἀφήνει τὴν θέσιν αὐτῶν, οἵαν τὴν εἶχεν ὁρίσει ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος, ὥστε, βλέπετε, ὅτι ὁ περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν νόμος τοῦ 1861 μακρὰν τοῦ νὰ ᾖναι ἑρμηνευτικὸς, εἶναι νόμος τοῦ κοινοῦ δικαίου, καὶ ὡς τοιοῦτος δὲν ἐφαρμόζεται εἰς κἀμμίαν τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ῥητῶς δὲν ἐτροποποίησε διὰ τῶν διατάξεών του. Εἶχε δὲ, ὡς εἶπον, εὔλογον ἀφορμὴν καὶ αἰτίαν ἵνα μεταβάλῃ τὴν διάταξιν τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι περιῆλθον εἰς ἀργίαν ἕνεκεν αἰτίας, εἰς ἣν καὶ ἡ τύχη συνέπραξεν, ὡς καὶ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας· διότι τὸ στοιχεῖον τῆς τύχης δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ ὅλως ἀλλότριον τῶν σκέψεων τοῦ νομοθέτου, οὐδὲ ἠδύνατο δικαίως νὰ ἀφομοιωθῇ ἡ θέσις τῶν ἀξιωματικῶν τούτων μὲ τὴν θέσιν τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἦλθον εἰς ἀργίαν ἕνεκα καταργήσεως θέσεως, ἢ διαλύσεως σώματος. Αὐτὴ λοιπὸν, Κύριοι, εἶναι ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία, καὶ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἕκαστος θέλει τὴν ἀσπασθῆ· ἀλλ’ ἔρχονται νὰ παρεξηγήσωσι καὶ τὴν νομολογίαν καὶ λέγουσιν, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος, εἶπεν, ὅτι ποτὲ τὰ δικαστήρια δὲν πρέπει νὰ ἀπονέμωσι προβιβασμούς. Τί εἶπον, Κύριοι, τὰ δικαστήρια; Εἶναι καλὸν τοὐλάχιστον σεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχετε τόσην οἰκειότητα μὲ τὰ δικαστικὰ πράγματα, νὰ μελετᾶτε τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς ἀποφάσεις, πρὶν παραδώσητε τὰς γνώμας σας εἰς τὴν πανελλήνιον κρίσιν. Βεβαίως, Κύριοι, τὰ δικαστήρια τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔπρεπε νὰ ἀπέχωσι καὶ ἀπέσχον ἀληθῶς τοῦ νὰ ἐπιδικάσωσι προβιβασμούς. Ἀλλὰ διατί ἔπραξαν οὕτω; διότι ἐχρεώστουν νὰ σεβασθῶσι καὶ ἐσεβάσθησαν τὰ ἀμετάθετα ὅρια, τὰ ὁποῖα χωρίζουσι τὴν δικαστικὴν ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν. Ἐθεώρησαν ὅτι ἡ ἀπονομὴ προβιβασμῶν εἶναι ἔργον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τῆς Κυβερνήσεως, ἔργον δὲ τῶν δικαστηρίων εἶναι νὰ δικάζωσι μόνον περὶ χρηματικῶν ἀποζημιώσεων, ὁσάκις διὰ πράξεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας προσεβλήθη δικαίωμα, ἐπιδεκτικὸν χρηματικῆς ἐκτιμήσεως.
§143Σ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. (θόρυβος).
§144ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Οὔτε σεῖς, Κύριε Οἰκονομικὲ Ἔφορε, οὔτε ἐγὼ ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐπικρίνωμεν τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις.
§145ΖΕΡΒΑΣ. Φέρω μίαν ἀπόφασιν περὶ τοῦ Ἀξελοῦ· (θόρυβος).
§146ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Δὲν ἔχω φίλον τὸν Κύριον Ἀξελὸν, ἀλλὰ σέβομαι τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, καὶ ὅστις δὲν τὰς σέβεται, δὲν εἶναι ἄξιος νὰ λαλῇ περὶ ἐλευθεριῶν.
§147ΒΑΣΟΣ. Ἐπειδὴ εἶσθε νομικὸς, Κύριε Κόκκινε, παρακαλῶ νὰ μοῦ εἴπητε· ἡ ἀπόφασις αὕτη ποίου βαθμοῦ ἀποδοχὰς ἀπένειμεν εἰς τὸν Κύριον Ἀξελόν.
§148ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Τώρα σᾶς λέγω· ἀπένειμε τὰς ἀποδοχὰς τοῦ ταγματάρχου ἢ τοῦ ἐπιλοχαγοῦ. Ὡς πρὸς τὴν πραγματοποίησιν δὲ τοῦ βαθμοῦ εἶπε· «δὲν εἶναι ἔργον ἐμὸν νὰ ἀπονέμω βαθμοὺς, ἀλλὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας,» καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἡ ἐκτελεστικικὴ ἐξουσία λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, διώρισε τὸν Κύριον Ἀξελὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου.
§149ΒΑΣΟΣ. Δὲν διώρισεν, ἀλλ’ ἀνεγνώρισε· καὶ ὡς πρὸς τοῦτο πλανᾶσθε.
§150ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Πλανᾶσθε σεῖς· νομίζω, ὅτι, ὅταν ὁμιλῶ περὶ δικαστικῶν πραγμάτων, δύναμαι νὰ ἀπαιτήσω τὴν προσοχήν σας. Ἡ βάσις λοιπὸν ἦτο, Κύριοι, ὅτι τὰ δικαστήρια ἀνεγνώρισαν ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, περίπτωσις δηλαδὴ, καθ’ ἣν ὁ πολίτης δικαιοῦται νὰ προσφεύγῃ ἐναντίον τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ δικαστήρια, διὰ νὰ ἐπικαλεσθῇ θεραπείαν τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον ἡ παραγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς ἀρχαιότητος ἐπήνεγκαν εἰς αὐτόν· ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελείαν, τὴν πλήρη ἱκανοποίησιν τῶν δικαιωμάτων τούτων εἶπον τὰ δικαστήρια, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν δεσμεύει τὰς χεῖράς μας, δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἄλλο μέτρον παρὰ νὰ ἐπιδικάσωμεν εἰς χρήματα τὴν ζημίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ὁ ἀξιωματικὸς· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν θεραπείαν τοῦ μέλλοντος, τὴν ἀφίνομεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Λοιπὸν, Κύριοι, ἀφ’ οὗ ὑπάρχουσι τόσον καθαρὰ τὰ καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ οὗ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν ἐσύστησε, καὶ διὰ τοῦ ὑπουργείου ἀνεγνώρισε τὴν καταπάτησιν τῆς ἀρχαιότητος τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικῶν, ἠθέλατε νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμούς της εἰς τὸ φῶς; ἠθέλατε νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖράς της, καὶ ὁμολογοῦσα ὅτι ἐν γνώσει πλέον ἐξακολουθεῖ ἀδικοῦσα τὸν ἀξιωματικὸν, νὰ ἀρνηθῇ εἰς αὐτὸν τὸν βαθμόν του, τὴν ἀρχαιότητά του; Ἀλλὰ τί σᾶς εἶπον ἀκόμη; Εἰς τὴν Γαλλίαν, λέγουσι τὰ δικαστήρια οὐδέποτε ἐδίκασαν περὶ ἀρχαιότητος. Ἐγὼ σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ποτὲ δὲν ἔτυχεν ὑπουργὸς παραγνωρίζων τὰ δικαιώματα τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν κόπων καὶ μόχθων καὶ διὰ τοῦ αἵματός των ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα· ἀλλὰ καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἡ νομοθεσία ἀνοίγει καὶ ἐκεῖ, ὡς καὶ παρ’ ἡμῖν, τὸ στάδιον τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν δικαιοσύνην, ὅταν παραβιασθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς ἀρχαιότητος καὶ τοῦ μισθοῦ· καὶ ἐκεῖ ἐπίσης μία τοιαύτη πρᾶξις θεωρεῖται ὡς περίπτωσις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, καὶ ἐκεῖ ἀνοίγονται αἱ πύλαι τῶν δικαστηρίων εἰς τοὺς ἀδικουμένους. Ὑποθέτει λοιπὸν καὶ ἐκεῖ ἡ νομοθεσία ὅτι δύναται νὰ πραχθῇ ἀδίκημα, καὶ ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ. Μᾶς εἶπαν μίαν ἄλλην παράλογον θεωρίαν ἐνταῦθα, ὡς νὰ ἦτο πεπρωμένον νὰ γείνῃ τὸ βῆμα τοῦτο ἡ ἠχὼ ὅλων τῶν παραδόξων ἰδεῶν. Μᾶς εἶπον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπονείμῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἀρχαιότητα ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀπονείμῃ καὶ τὸν βαθμόν· εἶναι τὸ ἴδιον ὡς τὴν ἀπόφασιν τοῦ ὀθωμανοῦ ἐκείνου δικαστοῦ, ὅστις ἀναγνωρίσας τὸ δικαίωμα μιᾶς ἀπαιτήσεως, μὴ θέλων ὅμως νὰ ἱκανοποιήσῃ πραγματικῶς τὸν ἀδικηθέντα, διέταξε νὰ λάβῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπῄτει παρὰ τοῦ ἐναγομένου, ὄχι εἰς μέταλλον, ἀλλ’ εἰς τὸν ἦχον τοῦ νομίσματος. Ἠθέλατε ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς σκιὰν ἀντὶ τοῦ σώματος; Ἠθέλατε σπουδαιολογοῦσα νὰ εἴπῃ εἰς αὐτοὺς ὅτι ἀναγνωρίζω, ὅτι ἔχετε δικαίωμα θεραπείας, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ σᾶς θεραπεύσω διὰ τῆς δικαιοσύνης, σᾶς στέλλω τὸ φάσμα καὶ τὸ εἴδωλον αὐτῆς! Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀρκετὰ ἐῤῥέθησαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἑπομένως προτείνω, ὥστε ἡ Συνέλευσις ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§151Σ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριε Δικηγόρε.
§152ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Εἶμαι πληρεξούσιος.
§153Σ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Σοῦ ἀπέδωκα τὰ ἴσα, διότι μὲ ὠνόμασες οἰκονομικὸν ἔφορον.
§154ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, Κύριε Πρόεδρε, ἐφωτίσθημεν.
§155ΖΕΡΒΑΣ. Πέντε λόγια θὰ εἴπω· θὰ ἐρωτήσω τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριε Ὑπουργὲ, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ βεβαιώσητε, ὅτι, ἀφοῦ οἱ προβιβασθέντες ἀξιωματικοὶ ἦσαν εἰς ἀργίαν, καὶ βεβαίως ἦλθον εἰς ἐνέργειαν, εἰς ποῖα τάγματα ἀνήκουσι τώρα;
§156ΚΛΙΜΑΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Σᾶς ἐβεβαίωσαν ἄλλοι ἀπὸ τοῦ βήματος διὰ τοῦ νόμου.
§157ΠΟΛΛΟΙ. Ὑπάρχουν ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουν 1,000 ἄλλοι, οἵτινες ἐπροβιβάσθησαν.
§158ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Σήμερον δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω τίποτε, ἀλλ’ αὔριον.
§159ΖΕΡΒΑΣ. Καὶ ἐγὼ λοιπὸν περὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν δὲν θὰ κάμω λόγον, ἀλλὰ θὰ εἴπω περὶ ἄλλων ζητημάτων. Πρόκειται σήμερον περὶ τῶν δικαστικῶν αἰτήσεων, ἐπὶ τῶν βαθμῶν, καὶ περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν προβιβασθέντων. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, ὅπως ἔγειναν οἱ προβιβασμοὶ αὐτοὶ παρανόμως, ἔγειναν καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὴν μεταβολὴν καὶ ὕστερον. Ὁ σκοπὸς λοιπὸν τῆς Συνελεύσεως δὲν εἶναι εἰς τὸ νὰ παύσωμεν εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα τοὺς προβιβασμοὺς, ἀλλ’ ἕως ὅτου ἔλθῃ μία κατάστασις πραγμάτων τακτική. Εἴτε καλὰ, εἴτε κακὰ ἔγειναν, δὲν ἀντιλέγομεν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ φέρωμεν τέρμα νὰ μὴ γίνωνται εἰς τὸ ἑξῆς μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως.
§160ΑΘ. Β. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἠδικημένοι.
§161ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων· παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς......
§162ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ ἀπεφασίσθη διὰ τὴν Τετάρτην.
§163ΖΕΡΒΑΣ. Παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς ὅλους τοὺς προαγορεύσαντας· κᾀνεὶς δὲν διϊσχυρίσθη, οὔτε ἀπέδειξεν, ὅτι εἰς κᾀνὲν ἄλλο μέρος ἐδικάσθησαν οἱ βαθμοὶ τοιουτοτρόπως, καὶ ἀπεδόθη ὁ βαθμὸς αὐτὸς διὰ τοῦ δικαστηρίου. Κύριοι, αὐτὸ τὸ ζήτημα τοῦ Ἀξελοῦ ἦλθεν εἰς τὰς Βουλάς· ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔκαμα λόγον περὶ αὐτοῦ, ὅταν ἐνήγαγε τὸ Δημόσιον εἰς τὰ δικαστήρια. Αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ἦτον ὅλως διόλου μεροληπτική· ἐκίνησεν ἀγωγὴν, καὶ τὰ δικαστήρια ἐδίκασαν τὸν Ἀξελόν· ἄνθρωπος, ὅστις ἔφυγε, διότι ἔλαβε μέρος ὡς εἰσαγγελεὺς εἰς μίαν δίκην τότε κατὰ μιᾶς πράξεως, μετὰ μίαν Ἐπανάστασιν, καθὼς τὴν σήμερον ἔφυγε καὶ ὑπῆγεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν...
§164ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§165ΖΕΡΒΑΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ παύσουν τὰ δικαστήρια ἀπὸ τοῦ νὰ δικάζουν τοιαύτας ὑποθέσεις.
§166ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ φωτισθέντες, νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἔπαυσε λοιπὸν ἡ συζήτησις. Ὁ Κύριος Καλὸς, Κύριοι, ἐπεκαλέσθη μίαν πρότασιν, ἥτις εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ἄλλοτε, καὶ ἔμεινε χωρὶς νὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτῆς ἀπόφασις.
§168ΚΑΛΟΣ. Εἶναι τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ, ἐμοῦ καὶ τοῦ Ζυμβρακάκη.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς ὁμιλίας του, καὶ ἔχει οὕτως· «Ἀπαγορεύεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ν’ ἀπονέμῃ βαθμοὺς ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς Συνελεύσεως.» Λοιπὸν θὰ σᾶς ἐρωτήσω.
§170ΚΛΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, Κύριε Πρόεδρε.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε, Κύριοι «Ἀπαγορεύεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν...
§172ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι καὶ μία πρότασις ἰδική μου.
§173ΚΑΛΟΣ. «Καὶ νὰ ἐνεργῇ προβιβασμούς.»
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τῳόντι καὶ μία ἄλλη πρότασις τοῦ Κυρίου Μπούμπουλη «Οὐδεὶς προβιβασμὸς γίνεται. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τοῦ Κ. Καλοῦ, διότι ἀφαιρεῖ πάντα διορισμόν· θέτω λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν αὐτήν. Προσέξατε, Κύριοι, οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην......
§175ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διὰ τὰς μελλούσας ἢ καὶ τὰς παρελθούσας πράξεις;
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὸ μέλλον.
§177ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐπρότεινα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἡ πρότασις αὐτὴ προηγεῖται.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις αὕτη;
§179ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα προηγεῖται, Κύριοι, ἡ πρότασις αὕτη.
§181ΚΑΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφ. 108 κατὰ 84.
§182ΤΙΝΕΣ. Πρόκειται περὶ τῆς σημερινῆς συζητήσεως.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν προτείνεται μετὰ μίαν συζήτησιν ἡ ἡμερησία διάταξις, αὕτη προηγεῖται. Ὅθεν περὶ αὐτῆς θὰ ἐρωτήσω. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κοκκίνου....
§184ΤΙΝΕΣ. (Δεξιόθεν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 20).
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔστω καὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ὅσοι λοιπὸν θεωρεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ εἴπητε ναὶ, ὅσοι τὸ ἐναντίον, θὰ εἴπητε ὄχι.
§186ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ, Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται νὰ ψηφοφορήσω, παρακαλῶ νὰ διακριθῇ μία ἰδέα, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐὰν, μεταβαίνουσα ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀναγνωρίζῃ, ὅτι οἱ προβιβασμοὶ ἔλαβον χώραν ναὶ, ἢ ὄχι. Θέλομεν νὰ διασαφηνισθῇ, νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν Κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ἔκαμε προβιβασμοὺς ναὶ, ἢ ὄχι.
§187ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Οἱ προβιβασμοὶ οἱ ὁποῖοι ἔγειναν (θόρυβος).
§188ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις ἔλαβε τὴν καλοσύνην νὰ ὁμιλήσῃ εἶναι παρὼν, αὐτὸν τὸν ἴδιον θὰ ἐρωτήσω. Πολλάκις τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῇ βάσει παραπόνων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον ἀξιωματικοὶ, τῶν ὁποίων ἡ ἀρχαιότης εἶχε καταπατηθῆ, ἀπένειμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀρχαιότητα, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐζήτουν. Σήμερον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀντὶ νὰ πράξῃ τὸ τοιοῦτον, τὸ ἔπραξε τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ Δημήτριος Μαυρομιχάλης ὑπασπιστὴς γενόμενος τοῦ βασιλέως, ἐπειδὴ ἦτο λοχαγὸς, ἐπροβιβάσθη ταγματάρχης, ἐπιφυλαχθείσης τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀρχαιοτέρων ἀπ’ αὐτὸν λοχαγῶν, καὶ ἐν τούτοις ἀκόμη ὑπάρχουν. Τὸ αὐτὸ πρᾶγμα ἐζήτησαν καὶ ἐγένετο καὶ ἐπὶ τοῦ Δράκου καὶ ἐπὶ τοῦ Πάλλη. Ἡ ἀρχαιότης τῶν ἀρχαιοτέρων ἀξιωματικῶν δὲν θὰ εἰπῇ, ὅτι δίδει δικαίωμα εἰς αὐτοὺς προβιβασμοῦ, διότι διὰ νὰ προβιβασθῇ τις εἰς μίαν θέσιν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νομοθετημένη· σὲ δίδει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα τῆς ἀρχαιότητος καὶ σὲ λέγει, εἶσαι ἀρχαιότερος ἀπὸ τὸν Κύριον Καλλιγᾶν προβιβασθέντα σήμερον κατ’ ἀνάγκην μιᾶς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὅταν προβιβασθῆτε καὶ σεῖς Ταγματάρχης, ἂν καὶ αὐτὸς εἶναι πρὸ 10 ἐτῶν προβιβασμένος, εἶσθε ἀρχαιότερος ἀπ’ αὐτὸν, αὐτὴ εἶναι ἀρχαιότης.
§189ΑΘ. Β. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ὅταν ὅλοι οἱ ἰσόβαθμοί του ἦναι Ταγματάρχαι;
§190ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχουν θέσεις.
§191ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Αὐτὴ εἶναι μία κατάχρησις τῆς ἐξουσίας, τὸ νὰ ἐπιφυλάσσεται ἡ ἀρχαιότης.
§192ΚΑΛΛΙΓΑΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Μοὶ φαίνεται παράδοξον, ἀφ’ οὗ ἡ Συνέλευσις εἶπεν ὅτι ἐφωτίσθη, ὅτι ἐκφράζονται ἀπορίαι καὶ γίνονται ἐρωτήσεις περὶ ἑνὸς πράγματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπήντησα καταφατικῶς. Σᾶς εἶπον ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἡ Προσωρινὴ αὐτὴ Κυβέρνησις, ἀπένειμε βαθμοὺς πέντε τὸν ἀριθμὸν, καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ἐστήριξε τὴν ἀπονομὴν αὐτὴν ἐπὶ τῇ βάσει ἀναγνωρισθείσης ἀρχαιότητος, καὶ δύω ἐξ αὐτῶν ἔχουν τὴν ἀρχαιότητα δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν σκέψιν ὅτι ἐκτελεῖ αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις. Ταῦτα εἶπα· φέρετε τὴν κρίσιν σας ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ἂν θεωρῆτε τὸ ἁμάρτημα θανάσιμον, φέρετε καὶ τὴν ψῆφόν σας. Τώρα ἂν θέλητε νὰ ἐπαναφέρετε συζητήσεις, εἶναι ἄλλο πρᾶγμα.
§193ΒΑΣΟΣ. Δὲν μᾶς λέγετε ἀλήθειαν, καὶ νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως, διότι ἐπροβιβάσατε τὸν Κογκάρδαν καὶ τὸν Βαρούχαν, πρέπει νὰ λέγετε τὴν ἀλήθειαν, δὲν πρέπει νὰ ψεύδησθε (ἀποδοκιμασίαι, θόρυβος).
§194ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ὅταν ἐπροβιβάσθητε σεῖς, Κύριε Βάσε, καὶ ὁ Κύριος Γ. Μαυρομιχάλης, ὑπῆρχον θέσεις;
§195ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριοι, ἐκτιμῶ πολὺ τὰ γενναῖα αἰσθήματα τοῦ Κ. Βάσσου, ἀλλὰ θέλει μοῦ ἐπιτρέψει νὰ μὴ δίδω πολλὴν βαρύτητα εἰς τοὺς λόγους του, ὅταν ἔρχεται μὲ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ποσῶς κοινοβουλευτικὸς, νὰ λέγῃ· «ψεύδεσθε» καὶ νὰ τὸ λέγῃ πρὶν γνωρίσῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ προαίρεσις πρὸς τοῦτο. Τῳόντι εἶπον, ὅτι ἔγειναν πέντε προβιβασμοὶ δύω εἰς τὴν θέσιν ὑποστρατήγου, εἷς ταγματάρχης καὶ εἷς λοχαγός· σᾶς εἶπον ὅμως προηγουμένως, ὅτι ἔγειναν καὶ δύω φαρμακοποιοί.
§196ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§197ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τώρα, ἐπειδὴ γίνεται ζωηρὰ ἡ συζήτησις ὁ λόγος μου δὲν ἦτο καί περὶ αὐτῶν, καὶ ὁ Κ. Βάσος ἐνόμισεν, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ψεῦδος, δὲν πιστεύω ὅμως, ὅτι τὸ λέγει ἄλλως πως, παρὰ διότι δὲν ἠξεύρει τί σημαίνει ἡ λέξις «ψεῦδος» (γέλως). Ἐὰν τὸ ἤξευρε, δὲν ἤθελε τὸ εἴπει, ἤθελεν ἐρωτήσει τὸν ὑπουργὸν, ἐὰν παρέτρεξέ τι, καὶ ἐὰν ἔβλεπεν, ὅτι δὲν διωρθώνετο, τότε ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀποκρύπτεται ἡ ἀλήθεια. Ἀλλὰ ἐὰν εἶχε μνημονικὸν, ἤθελεν ἐνθυμηθῆ, ὅτι εἶπον προηγουμένως καὶ δύο φαρμακοποιοὺς (γέλως), καὶ ὅτι καὶ αὐτὸ τῶν φαρμακοποιῶν ἐστηρίζετο εἰς τὴν ἰδίαν βάσιν, ὅπως εἶναι τῶν ἄλλων· εἶναι καὶ ἐδῶ γνωμοδότησις, ἔκθεσις, ἀπαίτησις καὶ ἀρχαιότης τοιαύτη καταπατηθεῖσα, ὁποία εἶναι τῶν λοιπῶν. Εἶναι λοιπὸν 5+2=7· περὶ αὐτῶν ἔγεινεν ἡ συζήτησις, περὶ αὐτῶν ἔγεινεν ἡ ἀνάπτυξις τοῦ Κ. Κοκκίνου, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶδον κανένα ν’ ἀπαντήσῃ· καὶ ὅταν εἴπατε, ὅτι ἐφωτίσθητε, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐφωτίσθητε ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ὄχι ἐπὶ ἄλλων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐῤῥέθησαν. (Τινὲς ζητοῦν τὸν λόγον).
§198ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐφωτίσθημεν, ἐφωτίσθημεν, ἐφωτίσθημεν!
§199ΗΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Λέγουν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν θέσεις, ἐδῶ εἶναι αἱ θέσεις (θόρυβος).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐτελείωσε. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐξήγησιν. Ὅσοι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ εἴπωσι ναὶ, ὅσοι εἶναι κατ’ αὐτῆς θὰ εἴπουν ὄχι. Ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις αὕτη, τότε θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄλλων προτάσεων. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ψηφοφορήσαντες ἦσαν 140· ἄρα δὲν ὑπάρχει εἰς ἀπαρτίαν ἡ Συνέλευσις, καὶ ἑπομένως διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 4½ μ. μ.
Ὁ Πρόεδρος
ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ.
Οἱ Γραμματεῖς Χ. Γερογιάννης