1863.07.01
1,560 rows · 13,046 words · 131 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΚΗʹ.
Τῆς 1 Ἰουλίου 1863
(Δευτέρα).
Ὥρα 11 Π. Μ. Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Καραγιαννόπουλος.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας. Ἀναβαίνει τὴν ἕδραν του ὁ Πρόεδρος Κ. Διομήδης Κυριακοῦ.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν πολλαὶ ἀναφοραὶ, ἐκ τῶν ὁποίων τινὲς εἶναι καὶ κατεπείγουσαι, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν· πολλοὶ δὲ ἐζήτησαν τὸν λόγον ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων· πρέπει δὲ νὰ συνεννοηθῶ μετ’ αὐτῶν ἵνα μὴ περιπέσωμεν εἰς θορυβώδεις συζητήσεις.
§2ΚΕΧΑΓΙΑΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ὑπέβαλα εἰς τὴν Συνέλευσιν πρότασιν περὶ τελωνιακῶν δικαιωμάτων, τὴν πρότασιν ταύτην ἡ Συνέλευσις τὴν ἐθεώρησε κατεπείγουσαν καὶ τὴν ἐσημείωσε καὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ συγκαλέσω τὴν Συνέλευσιν. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ δύω νομοσχέδια τοῦ ὑπουργείου λίαν κατεπείγοντα.
§4ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρὶν ἀναπτύξω τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν καὶ ὡς πληρεξούσιος τότε καὶ τώρα ὑπέβαλα, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς θέσεως, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις μ’ ἐτίμησε. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε, ὅτι οὐχὶ πολιτικοὶ λόγοι, ἀλλ’ ὅλως ἰδιωτικοὶ δὲν μοὶ ἐσυγχώρουν νά δεχθῶ τὴν θέσιν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Συνέλευσις μ’ ἐτίμησεν· ἀλλ’ ὑπείκων εἰς τὴν ἀπόφασίν της καὶ ἐμβλέπων πρὸ πάντων εἰς τὸ ἀνώμαλον τῶν περιστάσεων ἐδέχθην δι’ ὀλίγας ἡμέρας. Εὐτυχῶς ὁ σάλος παρῆλθε, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μ’ ἀντικαταστήσῃ.
§5ΠΟΛΛΟΙ. (Ἀριστερόθεν) Ὄχι, ὄχι.
§6ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὅστις ὑπουργὸς αἰσθάνεται, ὅτι δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ κυβερνήσῃ, πρέπει νὰ τὸν ἀφίνωμεν ἐλεύθερον νὰ παραιτῆται.
§7ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω εἰς τὴν Συνέλευσιν, εἶναι, ὅτι καμμία πλαγία σκέψις δὲν μοὶ ὑπηγόρευσεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον· δὲν εἶναι λόγοι πολιτικοί. Ἐξετάζων τὰς δεινὰς περιστάσεις ἐδέχθην ἴσα ἴσα ἵνα μὴ παρεξηγηθῇ ἡ παραίτησίς μου. Ἡ πρότασίς μου ὅμως αὐτὴ εἶναι ὅλως ἄσχετος, διότι ὡς πληρεξούσιος τὴν ὑπέβαλα, καὶ ὡς πληρεξούσιος τὴν ὑποστηρίζω σήμερον.
§8ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Προχθὲς ὅτε συνεδρίαζεν ἡ Συνέλευσις κάτω εἰς τὸ Βαρβάκειον δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι παρών. Ἡ Συνέλευσις εὐηρεστήθη νὰ μὲ διορίσῃ ὡς ὑπουργὸν, ἐγὼ ὅμως κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν δὲν ἤμην παρών. Τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν προσῆλθον ἐνταῦθα νομίζων, ὅτι ἤθελε συνεδριάσει ἡ Συνέλευσις, διὰ νὰ τὴν παρακαλέσω νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τοῦ βάρους, διότι οἱ βραχίονές μου αἰσθάνομαι, ὅτι δὲν εἶναι τόσον ἱκανοὶ διὰ νὰ ἀνθέξωσιν εἰς αὐτὸ, ἐπειδὴ ἐγὼ πάσχω πρό τινος καιροῦ ἀπὸ πυρετόν· ἐδέχθην ὑποκύψας εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, διότι αἱ περιστάσεις ἦσαν κρισιμώταται καὶ ἔπρεπε νὰ ὑποκύψω διὰ νὰ ἀποφύγω πᾶσαν ἐνδεχομένην παρεξήγησιν. Ἤδη, Θεοῦ εὐδοκοῦντος, τὰ πράγματα ἔλαβον ἄλλην μορφὴν καὶ καθησύχασαν. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν πολὺ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τοῦ βάρους αὐτοῦ, οὐχὶ διὰ λόγους πολιτικοὺς, ἀλλὰ διότι πάσχω.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐλάλησαν, ἐνδέχεται νὰ ἔχουν ἰσχυροὺς λόγους, οὐχὶ πολιτικούς· αἱ περιστάσεις ὅμως εἶναι τοιαῦται, ὥστε πρέπει νὰ ἐκφράσῃ ἡ Συνέλευσις τὴν ἐπιθυμίαν της νὰ μὴ γίνῃ λόγος περὶ παραιτήσεως, ἀλλὰ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη. (θόρυβος).
§10ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ ἕως 2 ἢ 3 ἡμέρας.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχεσθε ν’ ἀναβληθῇ πᾶσα συζήτησις περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, παρακαλεῖσθε νὰ ἐγερθῆτε· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν δεχόμεθα ποσῶς τὰς παραιτήσεις.
§13ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅπως καὶ προχθὲς, οὕτω καὶ τώρα σᾶς λέγω μόνον, ὅτι ἀναλαμβάνω πάλιν τὴν θέσιν μου δι’ ὀλίγας ἡμέρας διὰ νὰ σκεφθῆτε. Σᾶς εὐγνωμονῶ δὲ διὰ τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις μοὶ παρέχει. Κύριοι, ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου δὲν εἶναι ποσῶς εὐάρεστος· ἀρκεῖ νὰ μάθετε, ὅτι ἐντάλματα ἀπλήρωτα καὶ γραμμάτια ἐπὶ κινητοῖς κεφαλαίοις ὑπάρχουσι περὶ τὰς 800,000 δραχ. καὶ διὰ τοῦτο πολιορκεῖται τὸ ταμεῖον καθ’ ἑκάστην· εἶχον λάβει τὸ μέτρον οἱ προκάτοχοί μου νὰ μὴ ἐκδίδωσιν ἐντάλματα· ἐθεώρησα ἄτοπον τοῦτο καὶ ἠναγκάσθην νὰ ὑπογράψω τὰ ἐντάλματα διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν τελευταίων μηνῶν, διότι, ὅταν μία ὑπηρεσία ἐξεπληρώθη, ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἐκδίδῃ τὰ ἐντάλματα. Ὑπάρχουσιν ἐκκρεμῆ χρηματικὰ ἐντάλματα καὶ γραμμάτια ἐπὶ κινήσει κεφαλαίων, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν ἀναβαίνει εἰς δραχ. 800,000· τ’ ἀπλήρωτα τοῦ Ἰουνίου ἔξοδα 1,829,000, περὶ δὲ τῶν ἐξόδων τοῦ Ἰουλίου πρέπει νὰ προβλέψωμεν 1,500,000, ὥστε τὸ ὅλον εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἰουλίου θὰ ἔχωμεν 4,129,000· ἀφαιρέσει δὲ τῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν προκαταβολῆς ἐκ 400,000, τὸ ἀπαιτητὸν κεφάλαιον ἀναβαίνει εἰς δραχ. 3,729,000. Ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν ἔχομεν παρὰ τὰς εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας ἐλπίζομεν νὰ κάμωμεν καὶ αἱ ὁποῖαι ἀνέβαινον μέχρι τοῦδε περὶ τὰς 500 ἢ 600 χιλ. δραχμῶν, ἀλλὰ μετὰ τὰ τελευταῖα λυπηρὰ συμβάντα ἀμφιβάλλω ἂν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν, ὅ,τι μέχρι τοῦδε εἰσεπράττομεν. Ἐκ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον τελευταῖον συνωμολογήσαμεν μετὰ τῆς Τραπέζης μία δόσις ἀκόμη ἔμεινε, διότι ἡ τρίτη δόσις εἶναι σχεδὸν ἐξηντλημένη. Λοιπὸν 500,000 ὑπολογίζομεν ἀπὸ εἰσπράξεις, 250,000 ἀπὸ τὴν τελευταίαν δόσιν, ἤτοι τὸ ὅλον 750,000· καὶ ἐντούτοις ἔχομεν πληρωτέα 3,729,000· εἰς τὸ Κεντρικὸν καὶ εἰς ὅλα τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους μόλις ὑπάρχουν 300,000 δραχμαί· προβλέπων τὴν στενοχωρίαν, εἰς ἣν θέλει εὑρεθῆ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν περὶ καταργήσεως τῶν προθεσμιῶν, αἵτινες δίδονται διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τελωνιακῶν δικαιωμάτων. Ὅπως θέλετε παρατηρήσει, τὸ μέτρον τοῦτο ὑπαγορεύεται οὐχὶ μόνον ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, τοσούτῳ περισσότερον, καθ’ ὅσον οὐδὲ ὑπὸ αὐτοῦ τοῦ τελων. νόμου δικαιολογεῖται ἡ χορήγησις τοιούτων προθεσμιῶν· εἰς κἀνὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν χορηγεῖται προθεσμία διὰ τὰ τελωνιακὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πληρώνονται ἅμα τῇ παραλαβῇ τῶν ἐμπορευμάτων· αὐτὸ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ὁ ἡμέτερος νομοθέτης εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῶν τελωνείων ἀπὸ 19 Μαρτίου 1843. Ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται· Ἄρθρον 116 «Πρὶν πληρωθῇ τὸ τελώνιον δὲν συγχωρεῖται νὰ σηκωθῇ τὸ ἐμπόρευμα, καθ’ ὅσον δὲν ἤθελεν ἐπιτρέπεσθαι προθεσμία διὰ Β. διαταγμάτων». Βλέπετε, ὅτι ὁ νόμος ὡς ἐξαίρεσιν καθιέρωσε τὴν προθεσμίαν καὶ ἡ ἐξαίρεσις κατέστη κανὼν στηριζόμενος εἰς τὸ ἀπὸ 30 Νοεμβρίου 1835 Β. Διάταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον δίδεται προθεσμία ἑνὸς μηνὸς διὰ τὰ ἀπὸ 100–200 δραχμῶν δικαιώματα, δύω δὲ μηνῶν διὰ τὰ ἀπὸ 200–500 καὶ τριῶν διὰ τὰ ἐπέκεινα τῶν 500. Ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κατὰ μέσον ὅρον 400–500 χιλιάδας δραχμῶν κατὰ μῆνα, ὥστε ἐντὸς τῆς ἐρχομένης τριμηνίας διὰ τῆς καταργήσεως τῶν προθεσμιῶν θέλομεν ἔχει διπλασίας εἰσπράξεις, ἤτοι τὰς ληξιπροθέσμους ὁμολογίας τῆς παρελθούσης τριμηνίας καὶ τὰ δικαιώματα τῶν εἰσπραχθησομένων ἤδη δικαιωμάτων· οὕτω πιστεύω δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς μᾶλλον κατεπειγούσας ἀνάγκας. Ἴσως εἴπωσί τινες, ὅτι ἂν λείψῃ ἤδη ἡ εὐκολία, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸ ἐμπόριον, θέλουσι παραπονεθῆ οἱ ἔμποροι· ἐγὼ ὅμως πιστεύω, ὅτι οἱ ἔμποροι θέλουν εὐχαριστηθῆ παρὰ νὰ δυσαρεστηθῶσι διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον· εἰς προηγουμένην ἐποχὴν ὀλίγοι ἔμποροι, μεγαλέμποροι, εἰσήγαγον ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα μετεπώλουν εἰς ἄλλους, οἵτινες μετὰ τὴν λῆξιν τῶν τριῶν μηνῶν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ πληρώσουν, σήμερον ὅμως καὶ ὁ ἐλάχιστος ἔμπορος ἀνταποκρίνεται μὲ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ φέρει ἐμπορεύματα· ληγούσης δὲ τῆς προθεσμίας, τινὲς μὲν πληρώνουν, τινὲς δὲ ὄχι, καὶ ἰδοὺ ἐπέρχεται μία ἀνισότης βλάπτουσα τὸ ἐμπόριον, διότι οἱ μὴ πληρώνοντες ἐλαττώνουν τὴν τιμὴν τῶν ἐμπορευμάτων. Περὶ τίνος δὲ ἐμπορίου πρόκειται; οὐχὶ τῆς ἐξαγωγῆς, ἀλλὰ τῆς εἰσαγωγῆς, τοὐτέστι περὶ τῶν καταναλωσίμων ἐμπορευμάτων καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος τσοχῶν, μεταξωτῶν καὶ τῶν τοιούτων· οἱ εἰσάγοντες τοιαῦτα ἐμπορεύματα δὲν δύνανται νὰ παραπονεθῶσι, διότι ὡς γνωρίζετε ὑπάρχει τὸ entrepôs, ἡ διαμετακόμισις, εἰς τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ μένουν τὰ ἐμπορεύματα μέχρι τριῶν ἐτῶν καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξάγουσιν ὅσα τοῖς εἶναι ἀναγκαῖα· ὅθεν ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ κατάργησις τῶν προθεσμιῶν αὐτῶν τὸ παραμικρὸν παράπονον δὲν θέλει γεννήσει· διὰ νὰ προλάβω ὅμως πᾶν ἐνδεχόμενον εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω περιέλαβον τὸ μέτρον νὰ γίνηται μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1863 μία ἔκπτωσις 1% κατὰ μῆνα, τοὐτέστι 12% κατ’ ἔτος, ὥστε καὶ κατὰ τοῦτο δὲν ζημιοῦνται οἱ ἔμποροι, οἵτινες δύνανται νὰ δανεισθῶσι πρὸς 8% καὶ νὰ προπληρώσωσι ὠφελούμενοι τόκον 12%. Ἕτερον, Κύριοι, κακὸν, ὡς καὶ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος πολλὰ ὀρθῶς παρετήρησεν, εἶναι ἡ πολυγραφία, ἥτις ἐπικρατεῖ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν· ἡ κατάργησις τῶν προθεσμιῶν θέλει ἐλαττώσει καὶ τὴν γραφικὴν ὑπηρεσίαν, διότι κατὰ τὸ ὑπάρχον σύστημα ὁ ταμίας ἀνοίγει εἰς ἕκαστον ἔμπορον ἰδιαίτερον λογαριασμὸν, τὸ ὁποῖον θέλει παύσει. Κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας, ἔλαβον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ τελευταῖος ἀπολογισμὸς τοῦ 1857 παρουσιάζει καθυστέρησιν ἀπὸ τελωνιακὰ δικαιώματα, 222 000 δραχμῶν, πολλάκις μάλιστα ἐχρεωκόπησαν ἔμποροι, καὶ ὡς ἐκ τῶν πρὸς τὸ δημόσιον χρεῶν των ἀπολαβόντων τὸ δικαίωμα τῆς προτιμήσεως ἔχασαν ἄλλοι ἔμποροι· βλέπετε, ὅτι ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις τὸ σύστημα τῶν προθεσμιῶν εἶναι πολέμιον διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ δὲν πηγάζει ἀπὸ τὸν νόμον, εἶναι μόνον μία κακὴ συνήθεια. Ὁ νόμος προέβλεψε νὰ ἐκδίδεται ἰδιαίτερον διάταγμα δι’ ἑκάστην περίστασιν εἰδικῶς· ἂν θέλετε δὲ, δυνάμει τοῦ νόμου ἤθελον προκαλέσει θέσπισμα, ἀλλ’ ἀφοῦ τριακονταετὴς συνήθεια καθιέρωσε τὰς προθεσμίας ταύτας, δὲν ἤθελον νὰ ἀναλάβω εἰς ἐμαυτὸν μίαν εὐθύνην, θέλω δὲ συνάμα νὰ ἐμποδίσω καὶ διὰ τὸ μέλλον τὴν ἔκδοσιν ὁμοίων διαταγμάτων. Ἐπιτρέψατέ μοι τώρα νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος. «Ἄρθρον 1. Ἀπὸ τῆς δεκάτης ἀρξαμένου μηνὸς Ἰουλίου οὐδεμία χορηγεῖται διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τελωνιακῶν δικαιωμάτων προθεσμία.» «Ἄρθρον 2. Ἐπὶ τῶν ὑπερβαινόντων τὴν ποσότητα τῶν 100 δραχμῶν τελωνιακῶν δικαιωμάτων θέλει γίνεσθαι μέχρι τέλους τοῦ τρέχοντος ἔτους ἔκπτωσις 1% κατὰ μῆνα, δι’ ὅσους μῆνας ἐχορηγεῖτο μέχρι τοῦδε κατὰ τὸ ἀπὸ 30 Νοεμβρίου 1835 Διάταγμα προθεσμία, ἥτις θέλει λογίζεσθαι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τοῦ τελωνισμοῦ.» Ἐνόμισα ἀναγκαῖον διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς ἐμπόρους ἀπὸ μίαν ἐνόχλησιν ὅλως περιττὴν τοῦ νὰ δίδωσι διπλᾶς διασαφήσεις, διότι κατὰ τὸν νόμον, ἡ μία τῶν δύω διασαφήσεων μένει εἰς τὸ τελωνεῖον καὶ ἡ ἑτέρα παραπέμπεται εἰς τὸ ὑγειονομεῖον, ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ ὑγειονομεῖα κατηργήθησαν περιττὴ εἶναι ἡ ὑποχρέωσις αὕτη. Ἄρθρον 3. Ἰδοὺ τί λέγει «Ὅπου δὲν ὑφίστανται ὑγειονομικαὶ ἢ λιμενικαὶ ἀρχαί, ἡ δευτέρα τῶν διασαφήσεων θέλει παραδίδεται εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἐν τῷ τόπῳ διοικητικὴν ἀρχὴν, καὶ, τοιαύτης μὴ ὑπαρχούσης, εἰς τὴν δημοτικὴν διὰ νὰ διαβιβάζῃ ταύτας κατὰ τὰ κανονισμένα εἰς τὸ ὑπουργεῖον». Ἐκτὸς αὐτοῦ, Κύριοι, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ προεξοφληθῶσιν αἱ τελωνιακαὶ ὁμολογίαι τῶν 3 παρελθόντων μηνῶν, αἱ μὴ ληξιπρόθεσμοι, διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ θεραπεύσῃ κατεπειγούσας ἀνάγκας, ὁ τόκος τῆς προεξοφλήσεως ὁρίζεται μέχρις 8%. Ἄρθρον 4. «Ἐπιτρέπεται ἡ προεξόφλησις τῶν μὴ ληξιπροθέσμων ἐκ τελωνιακῶν δικαιωμάτων ὁμολογιῶν ἐπὶ ἐτησίῳ τόκῳ μέχρις 8%». Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν ἐπιψήφισίν σας, διότι διὰ τῶν τοιούτων μέτρων θέλομεν προλάβει τὰς μᾶλλον κατεπειγούσας ἀνάγκας, ἂν καὶ, ὡς ἠξεύρετε, τώρα δὲν πληρώνονται εἰμὴ ὁ στρατὸς καὶ αἱ συντάξεις· ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι μὲ τὰ ἐντάλματα εἰς τὰς χεῖρας πολιορκοῦσι τὸ ταμεῖον.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ Κ. Ὑπουργὸς θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ. Πρόκειται περὶ ζητήματος σπουδαίου, συνεχομένου μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ Ταμείου καὶ μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου· νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ νὰ συζητήσῃ τὴν τετάρτην τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, μὲ μίαν ἡμέραν δὲν ἔχει νὰ χάσῃ τὸ δημόσιον, ἐὰν ὅμως ἡ Συνέλευσις δὲν θέλῃ, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὸ συζητήσωμεν, διότι εἰς μερικὰ μέρη δὲν συμφωνῶ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν θέλει νὰ συζητηθῇ σήμερον· οἱ παραδεχόμενοι νὰ συζητηθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἄρχεται ἡ συζήτησις.
§16ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος ἐν γένει εἰς τὸ ψήφισμα, ἀντιλέγω ὅμως εἰς τὴν παραχώρησιν τόκου πρὸς τοὺς ἐμπόρους διὰ τὰς ποσότητας ἐκείνας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἄχρι τοῦδε ἐδίδετο προθεσμία, καὶ ἐκτιμῶ τὸ αἴσθημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐκινήθη ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν παραχώρησιν ταύτην, ἀλλὰ τὰ αἰσθήματα ταῦτα ἀντιβαίνουσιν εἰς τὴν αὐστηρὰν δικαιοσύνην. Ἂν τῷ ὄντι ἡ μέχρι τοῦδε διδομένη προθεσμία δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὸν νόμον, ἀλλ’ ἀντέκειτο εἰς αὐτὸν, ἡ συνήθεια ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, δὲν δύναται νὰ καθιερώσῃ δικαιώματα· «τὰ κακῶς κείμενα, καὶ αἱ κακαὶ συνήθειαι δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὸ δημόσιον δίκαιον.» Ὅλοι οἱ νόμοι οἱ φορολογικοὶ, ὅλοι οἱ Τελωνιακοὶ, εἶναι νόμοι τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ δὲν δύναται νὰ κατισχύσῃ αὐτῶν συνήθεια. Μ’ ὅλα ταῦτα ὁ Τελωνιακὸς νόμος, ὁ ἐκδοθεὶς τὸ 1860, αὐτὸς ὁ νόμος τὴν συνήθειαν ἐκείνην, ἢ τὸ δίκαιον ἐκεῖνο τῆς συνηθείας τὸ κατήργησεν, ὥστε ἡ παρουσιαζομένη συνήθεια ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Τελωνιακοῦ αὐτοῦ νόμου, εἶναι συνήθεια, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς πολὺ μικροῦ χρόνου διάστημα. Ὁ τελευταῖος νόμος ὁ Τελωνιακός, ὅστις κατήργησε τὴν διατίμησιν τὴν παλαιὰν καὶ ἀντικατέστησε τὸν παλαιὸν τελωνιακὸν νόμον ἐξεδόθη τὸ 1860· εἶναι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἀνεγνώσατε ὑμεῖς, Κ. ὑπουργὲ, τὸ ἄρθρον 113.
§17ΚΕΧΑΓΙΑΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐκεῖνο εἶναι δασμολόγιον.
§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πολὺ καλὰ, ἀδιάφορον, ἂς ᾖναι ὁ νόμος αὐτὸς καὶ τοῦ 1833 καὶ ὄχι τοῦ 43 (ἂς ὑπάγωμεν καὶ ὀλίγον ὀπίσω). Κατὰ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω, αὐτὴ ἡ συνήθεια δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κᾀμμίαν δύναμιν ὑποχρεωτικὴν ὡς πρὸς τὸ δημόσιον· ἑπομένως ἀντίκειμαι ἐντελῶς εἰς τὴν παραχώρησιν τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπον, τὰ αἰσθήματα τὰ φιλάνθρωπα καὶ συμβιβαστικὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησαν νὰ κάμωσι πρὸς τὸ ἐμπόριον εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις. Μίαν μόνην παραχώρησιν δέχομαι ἐκ τῶν δύο, τὰς ὁποίας κανονίζει τὸ ψήφισμα· τὸ νὰ ἐκπεσθῇ ὁ τόκος εἰς τὰς ἄχρι τοῦδε ἐκδοθείσας ὁμολογίας· διότι ἠμποροῦν νὰ εἴπωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε συνηλλάγησαν, ὅτι ἐνήργησαν μὲ καλὴν πίστιν καὶ ἀπέκτησαν ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύεται ἐκ δημοσίων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν ἰσχύν των, ἕως οὗ ἀκυρωθῶσιν ἀπὸ ἓν δικαστήριον ἢ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν· ἀλλὰ δὲν νομίζω ἄξιον εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ καταβῇ εἰς τοῦτο, προκειμένου λόγου περὶ ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν. Καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν, ἐπιμένω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ λόγου καὶ τοῦ δικαίου.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, μοῦ φαίνεται, ὅτι ἓν λάθος ἔγεινεν εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ, διϊσχυρισθέντος...
§20ΤΙΝΕΣ. Δυνατώτερα.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτι ἐμοῦ ἀκόμη ὑπουργοῦντος, ἡ δευτέρα δόσις εἶχεν ἐξαντληθῆ· τῳόντι ἐγὼ εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὴν Τράπεζαν 80,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευσαν διὰ τὸν Σουλιὲ καὶ διὰ στρατιωτικὰς ἀνάγκας· ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν 80,000 δραχμῶν αὐτῶν, ὑπῆρχε τὸ μέρισμα τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον ἐκ τῶν χρημάτων τῆς Τραπέζης, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέβαινον εἰς 80,000 δραχμάς· τοῦτο δὲν τὸ λέγω, παρὰ διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ δημοσίου εἶναι μεγάλαι καὶ κατεπείγουσαι, ὥστε εἰς ὀλίγας ἡμέρας ἐξωδεύθησαν αὐταὶ αἱ δραχμαί.
§22ΚΑΛΟΣ. Καλὰ ἐκάματε.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι ἐγώ. Κύριοι, ὅπως εἶναι τὸ νομοσχέδιον, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καλὸν νὰ τὸ παραδεχθῆτε· ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου, εἶναι μεγάλαι, καὶ πρέπει παντοιοτρόπως νὰ τὸ συνδράμωμεν, διότι κατ’ οὐδένα λόγον δὲν ἐπαρκοῦν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἐπιμένῃ καὶ εὐχαριστῆται εἰς τὴν διάταξιν μόνον τοῦ δʹ. ἄρθρου, τοῦ ἀφορῶντος τὰς τριμήνους ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι τῳόντι ἤθελον φέρει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἓν ποσὸν 600,000 ἢ 700,000 δραχμῶν, αὐτὸ ἤθελεν ἀρκέσει καὶ καλύψει τὰς ἀνάγκας μας, διότι πιστεύω, ὅτι τὸν ἐρχόμενον μῆνα, αἱ εἰσπράξεις θέλουν αὐξηθῆ, καὶ ἐὰν δὲν αὐξηθῶσι, τότε τὸ μέσον αὐτὸ εἶναι πολλὰ ἀτελὲς καὶ ἀνίκανον νὰ οἰκονομήσῃ. Τὸ μέτρον αὐτὸ διὰ τοὺς 3 μῆνας ἔχει πραγματικὰ ἀποτελέσματα, διότι εἰς αὐτοὺς τοὺς 3 μῆνας θὰ εἰσπράξωμεν τὰ ὀφειλόμενα κατ’ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους τρεῖς μῆνας καὶ ἐκ τῆς παρελθούσης τριμηνίας· μετὰ τοὺς τρεῖς μῆνας δὲν ἔχετε τίποτε νὰ εἰσπράξητε, καὶ χάνετε τὰ ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν τριμηνίαν ὀφειλόμενα· π. χ. αὐτὸς ὁ μὴν ὀφείλει νὰ πληρώσῃ 100,000 δραχμὰς, ἀλλὰ χρεοῦται αὐτὸς ὁ μὴν, καὶ πληρόνεται τὸ χρέος αὐτοῦ τοῦ μηνὸς μετὰ τρεῖς μῆνας· ἐὰν δὲ καταργήσητε τὰς προθεσμίας αὐτὰς, θὰ εἰσπράξητε σήμερον ὅ,τι ὀφείλετε μετὰ τρεῖς μῆνας· ἀλλὰ τὸν μῆνα αὐτὸν δὲν ἔχετε νὰ εἰσπράξητε τίποτε. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διὰ τὴν τριμηνίαν αὐτὴν ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα νὰ εἰσπράξῃ τὰ ἔσοδα τὰ ὀφειλόμενα καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ μηνός· διὰ τοὺς ἄλλους μῆνας δὲν ἔχει κᾀνὲν ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι διὰ τὴν τριμηνίαν αὐτὴν τὸ νομοσχέδιον ἐκπληροῖ μίαν ἀνάγκην, ἄλλως γεννᾷ ἓν κακὸν, ὑποχρεώνει τοὺς ἐμπόρους νὰ πληρώσουν ἀμέσως καὶ τοῖς μετρητοῖς τὸν φόρον. Εἶναι, Κύριοι, ἡ προθεσμία ἓν μέτρον εἰσαχθὲν ἐναντίον τοῦ νόμου ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, διότι πρόχειρα δὲν ἔχομεν χρήματα, διότι ἡ προθεσμία ἦτο τέκνον ἀναπόφευκτον τῆς ἀνάγκης, καὶ γνωρίζω ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἠθέλομεν ὠθήσει εἰς χρεωκοπίαν τοὺς ἐμπόρους νὰ μὴ λάβουν τὰς πραγματείας των, ἂν τοὺς ἀναγκάσωμεν νὰ πληρώσουν ἀμέσως τὰ χρήματα, ὅτε ἤθελον λάβει τὸ ἐμπόρευμα· καὶ συνέβησαν ἐσχάτως σκηναὶ μεταξὺ ἐμπόρων, τελωνείου καὶ ὑπουργείου, ἐπιμένοντος τοῦ ὑπουργείου εἰς τὰς πληρωμὰς, διότι δὲν ὑπῆρχον χρήματα· καὶ ὅ,τι σᾶς εἶπεν ὁ Κ. ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἀληθὲς διὰ τὸ ἐμπόριον· ὑπάρχει ἡ διαμετακόμισις, ἀλλ’ ὄχι εἰς ὅλα τὰ μέρη· ὑπάρχει π. χ. εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει εἰς τὰς Καλάμας, εἰς τὸ Μεσολόγγιον, εἰς τὰς Σπέτσας, ἑπομένως ὁ ἔμπορος τῶν Ἀθηνῶν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν εὐκολίαν νὰ ἀφήσῃ εἰς τὰς ἀποθήκας τὸ ἐμπόρευμά του, καὶ νὰ τὸ λάβῃ ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην, ὁ ἔμπορος ὅμως τῶν ἐπαρχιῶν δὲν ἠμπορεῖ, καὶ οἱ ἔμποροι τῶν ἐπαρχιῶν ἔχουν μεγαλειτέραν ἔλλειψιν χρημάτων, ἔχουν ὀλιγωτέραν εὐκολίαν εἰς τὸ νὰ πορίζωνται τὰ μέσα· ἑπομένως θέλει εἶσθαι καταπιεστικὸν διὰ τὸ ἐμπόριον τῶν ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, οὔτε εἰς τὰς Ἀθήνας εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι δὲν ἔχετε ἀποθήκας· ἔχετε τῳόντι ἕνα νόμον περὶ διαμετακομίσεως, ἀλλὰ ποῦ θὰ βάλετε τὰ ἐμπορεύματα; τὰ ἐμπορεύματα μένουν ἐκτεθειμένα εἰς τὸν Πειραιᾶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ τελωνείου· τότε ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι δὲν ἐπέρχεται βλάβη διὰ τῆς μετακομίσεως, ὅταν ἔχητε παντοῦ ἀποθήκας, εἰς τὰς ὁποίας οἱ ἔμποροι ἠμποροῦν νὰ βάλουν τὰ ἐμπορεύματα, καὶ νὰ τὰ λαμβάνουν, καθ’ ὃν καιρὸν ἠμποροῦν νὰ τὰ λάβουν καὶ νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην δὲν δίδεται προθεσμία, ἀλλ’ ἠξεύρετε τί συμβαίνει ἐκεῖ; πολλὰ ὀλίγοι ἔμποροι ἔχουν ἀποθήκας, ἀλλ’ ἔχει καταστήματα τὸ δημόσιον, ὅπου μένουν τὰ ἐμπορεύματα, καὶ ὅταν ὁ ἔμπορος ἔχῃ ἀνάγκην, λαμβάνει καὶ πληρόνει· ὁ ἔμπορος εἰς τὴν Εὐρώπην μὲ τὴν ἄνεσίν του περιμένει νὰ πωλήσῃ τὸ πρᾶγμά του καὶ νὰ πληρώσῃ. Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, διατὶ ἐξ ἀρχῆς εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται εἶναι σπουδαῖον· ἂν καταργήσητε τὰς προθεσμίας, σκεφθῆτέ το καλὰ· ἠμπορεῖτε νὰ φέρητε εἰς μεγάλας στενοχωρίας τὸ ἐμπόριον, νὰ τοὺς φέρητε εἰς χρεωκοπίαν. Ἠξεύρω, Κύριοι, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη, ἐὰν ἐπιμένῃ τὸ ὑπουργεῖον νὰ εἰσπράξῃ τὰ τελωνειακὰ δικαιώματα, θέλει φέρει εἰς μεγάλην στενοχωρίαν τοὺς ἐμπόρους. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς σᾶς φέρει μίαν σημείωσιν τῶν καθυστερουμένων κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1857· αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ, καὶ δὲν ὠφελεῖ, οὔτε βλάπτει τίποτε· ἔπρεπε νὰ μᾶς φέρῃ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν μίαν σημείωσιν τῶν ἀπολεσθέντων, καὶ τότε νὰ ἴδωμεν, ἐὰν τὸ σύστημα αὐτὸ, περὶ οὗ πρόκειται, ἔφερε τὰς ἀπωλείας εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἀνάγκη ἦτο νὰ προλάβωμεν τὰς ἀπωλείας αὐτὰς, ἀρνούμενοι μίαν εὐκολίαν εἰς τὸν τόπον· αὐτὴν ὅμως τὴν ἀπόδειξιν δὲν τὴν ἔχομεν καὶ διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν. Νομίζω διὰ τοῦτο, Κύριοι, λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς μίαν διάταξιν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν τριμηνίαν τὴν παρελθοῦσαν, διότι αὐτὴ ἡ διάταξις θὰ μᾶς δώσῃ τῳόντι τὸ ποσὸν τῶν καθυστερουμένων καὶ τῶν ὀφειλομένων κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας· ἐκτὸς τούτου νὰ σταματήσωμεν, ἢ ἐὰν θέλητε τὸ πολὺ καθιερώσατε καὶ καταργήσατε τὰς προθεσμίας μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, μὴ λαμβάνοντες ἓν μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν συνείθισε τὸ ἐμπόριον· διότι ἡ πίστις ὑπάρχει μικρὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα· εἰς τὰς ἐπαρχίας δὲν ὑπάρχουσι κεφάλαια. Ἑπομένως θέλετε φέρει εἰς πολλὰς στενοχωρίας τὸ ἐμπόριον, καὶ αὐτὸς ὁ περιορισμὸς, ἡ βλάβη αὐτὴ, τὴν ὁποίαν ἐνδέχεται νὰ προξενήσητε, θέλει στραφῇ ἐναντίον τῶν συμφερόντων καὶ τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ δημοσίου. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὴν κατάργησιν τῶν προθεσμιῶν δὲν πρέπει νὰ τὸ δεχθῆτε.
§24ΚΕΧΑΓΙΑΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ προκάτοχός μου νὰ τὸν ἀκολουθήσω εἰς ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, καὶ οὐχὶ μόνον πρὸς τὸ ζήτημα τῶν τελωνιακῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν προκαταβολήν. Ἀπέναντι γραπτῶν ἀποδείξεων φυσικῷ τῷ λόγῳ εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις. Σᾶς λέγει ὁ κεντρικὸς ταμίας, ὑπάρχει ποσότης 70,000 δραχμῶν μόνον ἀπὸ τὴν τρίτην δόσιν διαθέσιμος· τὸ μέρισμα εἶναι πληρωτέον εἰς τὰς 6 Ἰουλίου· τί σημαίνει ἂν πάρετε καὶ τὰ μερίσματα τοῦ Δεκεμβρίου; Παραδέχεται μόνον ἀπὸ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν τὸ ἄρθρον 4, τουτέστι τὴν ἄδειαν νὰ προεξοφλῶνται αἱ τελωνιακαὶ ὁμολογίαι, διότι, λέγει, δι’ αὐτῆς τῆς εὐκολίας δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν τὸν Ἰούλιον, διότι θὰ ἔχωμεν 600–700 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ἔχοντες αὐτὰς τὰς δραχμὰς ἠμποροῦμεν κατὰ 1,000,000 νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς ἀνάγκας μας· ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἄρθρον 4 δὲν συνδυασθῇ μὲ τὸ ἄρθρον 1, θὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ εἰσπράξεις τῶν ἑπομένων δύο μηνῶν, τὸ ὁποῖον παρέτρεξεν ὁ προαγορεύσας, διότι αἱ ὁμολογίαι αὗται προεξοφλούμεναι θὰ μᾶς δώσωσι κατὰ τὸν τρέχοντα μῆνα τὸ ποσὸν τῶν 700,000 δραχμῶν, ἂν καὶ εἶναι εἰσπρακτέαι κατὰ τὸν Αὔγουστον· ἄρα δὲν θὰ ἔχωμεν κατὰ τὸν Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον τελωνιακὰς εἰσπράξεις, διότι τὰς κατὰ τοὺς μῆνας αὐτοὺς ληγούσας προθεσμίας ἐξωφλήσαμεν κατὰ τὸν τρέχοντα μῆνα· νομίζω, ὅτι ἐξηγήθην· τί μᾶς ὠφελεῖ ἐὰν κατὰ τὸν Ἰούλιον οἰκονομήσωμεν 700,000 δραχ. καὶ ἀφήσωμεν τοὺς λοιποὺς μῆνας ἐστερημένους αὐτῆς τῆς προσόδου τῆς προερχομένης ἀπὸ τὰς τελωνιακὰς ὁμολογίας; Ἀποκρούει ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος τὴν κατάργησιν τῶν προθεσμιῶν, διότι θὰ στενοχωρήσωμεν τὸ ἐμπόριον καὶ θὰ τὸ ἀναγκάσωμεν εἰς χρεωκοπίας· νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἐξετίμα τὰς λέξεις αὐτὰς δὲν ἤθελε φθάσει εἰς τοιοῦτον συμπέρασμα. Χρεωκοπίαι γίνονται ἴσα ἴσα, ὅταν δίδεται προθεσμία καὶ εἰς τὴν λῆξιν αὐτῆς δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ ὁ ἔμπορος· αἱ χρεωκοπίαι γίνονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὰς εὐρείας πιστώσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν οἱ ἔμποροι, καὶ τὰς ὁποίας ἀδυνατοῦσι νὰ ἐκπληρώσουν· ἑπομένως, ἂν καταργηθοῦν αἱ προθεσμίαι, μᾶλλον σωφρονεστέρους θὰ καταστήσωμεν τοὺς ἐμπόρους παρὰ νὰ τοὺς ἀναγκάσωμεν εἰς χρεωκοπίας, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον, καὶ ὁ ἐλάχιστος ἔμπορος διὰ τῆς εὐκολίας αὐτῆς φέρει ἐμπορεύματα ἀπὸ τὴν Εὐρώπην καὶ ὅταν ἔρχεται προθεσμία τῆς πληρωμῆς τῶν δικαιωμάτων δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ. Δὲν συνέβησαν, λέγει, ζημίαι εἰς τὸ Δημόσιον· τοῦτο εἶναι ἄγνωστον, διότι πρέπει νὰ παρουσιασθῇ ἕνας Νόμος περὶ ἀπαλείψεως καὶ τότε θέλει ἐξακριβωθῇ· πρέπει νὰ διατρέξῃ τις τὰς καταστάσεις ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον διὰ νὰ εἴδωμεν πόσα ἐχάθησαν· ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὸ Δημόσιον δὲν χάνῃ, διότι ἔχει τὸ προνόμιον νὰ προτιμᾶται ἀπὸ τὰς πιστώσεις τῶν ἄλλων, τοῦτο τὸ νομίζετε καλόν; Τοῦτο βλάπτει τὴν πίστιν τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐμπόρων καὶ πολλοὶ ἐζημιώθησαν ἀπὸ αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ προνομίου· ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι εἷς σιτέμπορος τοῦ Πειραιῶς ἐχρεωκόπησε καὶ εὑρέθη ὀφειλέτης 48,000 δραχ. ἀπὸ τελωνιακὰ δικαιώματα σίτου· οἱ πιστωταὶ οἱ ἄλλοι ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου ἔχασαν, διότι ἐπροτιμήθη τὸ Δημόσιον. Νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ προνόμιον, ὅταν μάλιστα τὸ Δημόσιον δὲν ᾖναι ἐνήμερον εἰς τὰς εἰσπράξεις του καὶ ἀφίνῃ ἑνὸς καὶ δύω ἐτῶν καθυστερήσεις, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἐπισωρεύονται ἐν ὥρᾳ χρεωκοπίας τοῦ ἐμπόρου μεγάλα προνομιοῦχα, οὕτως εἰπεῖν, ποσὰ πρὸς βλάβην τῶν πιστωτῶν, βλάπτει καὶ δὲν ὠφελεῖ τὸ Δημόσιον. Λέγει ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος, ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην δὲν καταργεῖται ἡ προθεσμία, ἀλλ’ ὑπάρχει entrepôts, διαμετακόμισις· ἔπρεπε νὰ συγκρίνῃ τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Εὐρώπης· φυσικῷ τῷ λόγῳ εἰς τὴν Εὐρώπην δὲν εἰσάγονται, ὅπως εἰς ἡμᾶς, ἐνδύματα, ἀλλ’ ὑλικὸν, καὶ τοῦτο δὲν καταναλίσκεται ἀμέσως, κάμνουν μεγάλας προμηθείας, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς ποία προμήθεια γίνεται διὰ τὴν ἐνδυμασίαν; δὲν εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν τὸ ἰδικόν μας ἐμπόριον μετὰ τῆς Εὐρώπης· ἂν καὶ εἰς ἡμᾶς ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ ὑλικὸν διὰ τὰ ἐργοστάσια καὶ τοὺς βιομηχάνους μας ἠθέλομεν διευκολύνει αὐτοὺς τοὺς ἐμπόρους διὰ νὰ μὴ πληρώσουν διὰ μιᾶς τὰ τελωνιακὰ δικαιώματα, ἀφοῦ διὰ νὰ κατεργασθῇ τὸ εἰσαχθὲν ὑλικὸν ἀπαιτεῖται καιρὸς· ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ τῶν ἐνδυμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα καὶ τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν εἰς Ἑλληνικὰ ἐργοστάσια ὑφίστανται κατεργασίαν, ὥστε δὲν βλέπω αὐτοὺς τοὺς φόβους σπουδαίους· διὰ τοῦτο δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην νὰ μὴ καταργηθῇ ἡ προθεσμία.
§25ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τί λέγετε Κύριε Ὑπουργέ;
§26ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ τὸ θεωρῶ διαρκὲς μέχρι τοῦ τέλους τοῦ ἔτους παραδέχομαι τὴν ἔκπτωσιν τοῦ 1% κατὰ μῆνα διὰ τὴν προθεσμίαν, καὶ τοῦτο διὰ νὰ προλάβω πᾶν ἐνδεχόμενον παράπονον. Ἡ διαφορὰ τῶν 3–6 μηνῶν εἶναι μικρὰ· ἴσα, ἴσα ἐπειδὴ κατὰ πρώτην φορὰν ἀφαιροῦμεν μίαν εὐκολίαν τὴν ὁποίαν εἶχον, ἂς ἔχουν τὸ ὄφελος τῆς ἐκπτώσεως μέχρι τέλους τοῦ ἔτους.
§27ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ κατάργησις τῶν προθεσμιῶν εἶναι ἀπόλυτος;
§28ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, ἀπόλυτος.
§29ΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ἐπειδὴ αἱ ἀνάγκαι παρουσιάζονται τοιαῦται, ὥστε νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ νὰ συνάξωμεν χρήματα καὶ νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς παρούσας κατεπειγούσας ἀνάγκας, διὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος εἰς τὴν κατάργησιν τῶν προθεσμιῶν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἀπόλυτον χωρὶς νὰ τὴν περιορίσωμεν μέχρι τινὸς βαθμοῦ· διὰ τοῦτο συμφωνῶ, ὥστε πρέπει νὰ δοκιμάσωμεν μέχρι τοῦ τέλους τοῦ ἔτους νὰ καταργηθοῦν. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ νὰ πληρώσωμεν 1% πρέπει νὰ τὸ πληρώσωμεν διὰ τὸ ποσὸν τῶν μὴ ληξασῶν προθεσμιῶν, π. χ. ἔκαμα μίαν ὁμολογίαν καὶ λείπουν 40 ἡμέραι.
§30ΤΙΝΕΣ. Ἔτος εἶναι.
§31ΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς λέγει δὲν εἶναι ἔτος, ἀλλὰ μέχρι τέλους τοῦ 1863, 6 μηνῶν τόκους.
§32ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Ἡ προθεσμία κατὰ τὸν νόμον εἶναι 1, 2 καὶ 3 μηνῶν.
§33ΠΑΡΙΣΣΗΣ. Κ. Ὑπουργὲ, ἐγὼ σᾶς ἐνόησα· τὸ νομοσχέδιόν σας λέγει νὰ πληρώσωμεν τὸν τόκον τῶν προθεσμιῶν αὐτῶν μέχρι τέλους 1863, ἀλλ’ ἀφοῦ σήμερον καταργήσωμεν τὰς προθεσμίας, πρέπει νὰ πληρώνῃ τὸ δημόσιον εἰς ἕνα ἔμπορον σήμερον τόκον διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπεβίβασεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀκόμη; δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κάμουν μίαν ὁμολογίαν μάλιστα.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κ. Ὑπουργὲ, ἐὰν φέρω τὸ ἐμπόρευμά μου σήμερον ὀφείλω νὰ πληρώσω μετὰ τρεῖς μῆνας· ἐπειδὴ ὅμως θὰ πληρώσω σήμερον, κρατῶ τὸν τόκον τῶν 3 μηνῶν;
§35ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§36ΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ἐγὼ ἔκαμα σήμερον μίαν ὁμολογίαν εἰς τὸ δημόσιον νὰ πληρώσω μετὰ τρεῖς μῆνας 1000 δραχ. μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν νόμων ἀπὸ τὰ εἰσαγόμενα θὰ ἐκπίπτηται 1%;
§37ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Αὐτὰ θὰ τὰ προεξοφλήσῃ εἰς τρεῖς μῆνας τὸ δημόσιον, ἢ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἔμπορος ὀφειλέτης ὤν.
§38ΠΑΡΙΣΣΗΣ. Σήμερον γίνεται ἡ κατάργησις καὶ τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται, αὔριον ἔρχομαι εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ ἔχω πραγματείας· λοιπὸν θὰ ἔχω τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ ὠφεληθῶ 1%;
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§40ΠΑΡΙΣΣΗΣ. Διατί;
§41ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Τώρα σᾶς λέγω.
§42ΠΑΡΙΣΣΗΣ. Διατί νὰ τὸ ἔχω ἐγὼ τὸ κέρδος μέχρι 30 Δεκεμβρίου καὶ ὁ ἄλλος μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου ὄχι; Ἐννοῶ νὰ ἔχῃ τὸ κέρδος ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει ὁμολογίας· εἰδεμὴ ἅμα παρέλθῃ ἡ προθεσμία καὶ φέρῃ ἕνας πραγματείας, διατί νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ὠφέλειαν καὶ νὰ ὑποχρεοῦται τὸ δημόσιον εἰς αὐτὴν τὴν ζημίαν; Λοιπὸν κατὰ δύω λόγους εἶμαι ἐναντίος· πρῶτον νὰ δοκιμάσωμεν μέχρι 31 Δεκεμβρίου, διὰ νὰ ἴδωμεν τί ἀποτελέσματα θὰ φέρῃ εἰς τὸ ἐμπόριον ἡ κατάργησις τῶν προθεσμιῶν, καὶ δεύτερον πόσαι ὁμολογίαι ὑπάρχουν ἕως τώρα μέχρι τῆς λήξεως τῶν προθεσμιῶν των. Αὐτοὶ ἀποζημιοῦνται μὲ τὸ 1% διὰ τὰς ὁμολογίας, τὰς ὁποίας ἔχουν καμωμένας, οἱ δὲ μέλλοντες νὰ φέρουν πραγματείας δὲν ἔχουν δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσουν καμμίαν τοιαύτην ἀποζημίωσιν.
§43ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι, διαφωνῶν καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὰ παρὰ τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προλεχθέντα, ἔρχομαι εἰς τὸ βῆμα νὰ πολεμήσω τὸ Αʹ ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὑπὸ συζήτησιν, διότι ἡ κατάργησις τῆς προθεσμίας τῆς πληρωμῆς τῶν τελωνιακῶν τελῶν ἀπολύτως, θέλει ἔχει δεινὰ ἀποτελέσματα διὰ τὸ ἐμπόριον. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς σᾶς ἀνέφερε, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει Νόμος, ὅστις νὰ προσδιορίζῃ τὴν προθεσμίαν αὐτὴν, καὶ ὅτι κατὰ μίαν συνείθειαν γίνεται τοῦτο. Ἀπαντῶ εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν, ὅτι εἰς ὅλα τὰ πολιτισμένα ἔθνη, καί τοι μὴ ὑπάρχοντος Νόμου, ἡ αὐτὴ συνείθεια ἐπεκράτησεν καὶ δίδεται μεγαλειτέρα προθεσμία τῆς ἐν Ἑλλάδι· καὶ τοῦτο σᾶς τὸ λέγω ἐκ πείρας. Εἰς τὴν Ῥωσσίαν ὅλοι οἱ ἔμποροι πληρώνουν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους καὶ τὰ εἰσαγόμενα καὶ τὰ ἐξαγόμενα. Ὁ Κ. Ῥάλλης, ὅστις ἀποτελεῖ μέρος τῆς Συνελεύσεως, καὶ ὁ Κύριος Σ. Ἀλαφοῦζος, ἐμπορευόμενοι ἐν Ῥωσσίᾳ, δύνανται νὰ ὁμολογήσωσι τὸ τοιοῦτον. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπίσης ἡ προθεσμία δίδεται ἐξ ἁβροφροσύνης τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς ἐμπορευομένους. Οὐδεμία Κυβέρνησις, Κύριοι, δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ ἐμπόρου, ἅμα παραλάβῃ τὸ ἐμπόρευμα ἀπὸ τὸ Τελωνεῖον, τὴν ἄμεσον πληρωμὴν τοῦ τέλους· καὶ θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔφθασεν ἓν πλοῖον εἰς ἕνα λιμένα, μὴ ἔχοντα διαμετακόμησιν, μὲ σῖτον ὅστις εἶναι ἕτοιμος νὰ φθαρῇ· ὑπάρχει μία φιλονεικία μεταξὺ τοῦ ἐμπόρου καὶ τῆς Κυβερνήσεως τίνι τρόπῳ θὰ πληρωθῇ τὸ δικαίωμα; Μὴ ὑπαρχούσης ἀποθήκης διαμετακομίσεως, ὁ ἔμπορος, ὁ ἔχων τὸν σῖτον, ἀναγκάζεται νὰ ἀδικηθῇ προφανῶς, ἵνα μὴ καταστραφῇ ἐντελῶς τὸ ἐμπόρευμά του.
§44ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§45ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἰς κανὲν μέρος τοῦ Κόσμου δὲν γίνεται τοῦτο. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ προσέξητε εἰς ἓν ἄλλο παράδειγμα· ὑποθέσατε, ὅτι ἔμπορός τις φέρει ἓν εἶδος καταναλώσιμον ἀλλὰ φθαρτὸν, 500 βαρέλια σαρδέλες π. χ. πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συμβῇ καθ’ ἑκάστην· ἐὰν ὁ ἔμπορος οὗτος δὲν εὐκολύνεται νὰ πληρώσῃ τὰ δικαιώματα ἀμέσως, διὰ νὰ σηκώσῃ τὸ ἐμπόρευμά του, καὶ ὁ λιμὴν ἢ ἡ παράλιος πόλις, εἰς ἣν ἀπεβίβασεν τὸ φθαρτόν του ἐμπόρευμα, δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐχουσῶν τὸ πλεονέκτημα τῆς εὐκολίας τῆς εὑρέσεως χρημάτων ἕνεκα τοῦ μικροῦ κύκλου τοῦ ἐμπορίου των, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἕως οὗ εὕρει χρήματα ἐντὸς 5, 6 ἡμερῶν διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ τέλος, τὸ πρᾶγμα του φθείρεται.
§46ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Πρέπει νὰ ἔχῃ νὰ πληρώσῃ.
§47ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ, Κύριε Ὑπουργὲ, διότι ὅπως τὸ ἐμπόριον ἐκτελεῖται σήμερον ὅπου τὸ κυριώτερον κεφάλαιον τοῦ ἐμπόρου εἶναι ἡ πίστις, μόλις ὁ ἔμπορος ἔχει ἴδια κεφάλαια τὸ ἓν τέταρτον τῶν ἐμπορικῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς κυκλοφορίαν· ἔπειτα εἰς τὸν ἔμπορον τὰ νεκρὰ κεφάλαια ζημίαν ἐπιφέρουσιν. Ἡ τρίμηνος αὕτη προθεσμία εἶναι μία πίστις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς ἐμπορευομένους, καὶ καταργουμένης τῆς προθεσμίας καταστρέφεται καὶ ἡ πίστις· ὅθεν κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι πολὺ σκληρὰ αὐτὴ ἡ διάταξις ἡ ἀπολύτως καταργοῦσα τὴν τρίμηνον προθεσμίαν.
§48ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ αἱ περιστάσεις εἶναι σκληραί.
§49ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αἱ περιστάσεις εἶναι σκληραὶ περισσότερον διὰ τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τῆς γενικῆς τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου χαλαρώσεως, καὶ ἔτι μᾶλλον ὡς ἐκ τῆς ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως εὑρίσκεται εἰς καχεξίαν· τὸ ἐμπόριον, ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διατηροῦν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅταν αὕτη δὲν παρέχῃ τὰς ἀπαιτουμένας εὐκολίας εἰς ταῦτα, οὐδὲν θὰ εἰσπράξῃ.
§50ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Ὁ Πειραιεὺς εἶχε καθυστερήσεις καὶ προθύμως ἀνεδέχθησαν οἱ ἔμποροι τοῦ Πειραιῶς νὰ πληρώσωσι.
§51ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ εἰς Σύρον, καὶ εἰς Πειραιᾶ καὶ εἰς Πάτρας οἱ ἔμποροι δύνανται νὰ πληρώσωσι, διότι εἰς τὰς τρεῖς ταύτας ἐμπορικὰς πόλεις ὑπάρχουν πλεῖστοι ὅσοι δυνάμενοι νὰ δανείσωσι· πρέπει ὅμως νὰ παρατηρήσητε, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι λιμένες εἰς τὴν Ἑλλάδα· δὲν εἶναι δυνατὸν εἷς ἔμπορος νὰ εἰσάξῃ ἐμπορεύματα καὶ νὰ εὕρῃ χρήματα ἀμέσως. Ὅταν φέρετε τὸν Τελώνην εἰς τόσον σκληρὰν θέσιν, τότε θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ χαλαρωθῇ ὁλόκληρον τὸ ἐμπόριον τὸ ὑπὸ τῶν μικρεμπόρων ἐνεργούμενον. Μὴ λαμβάνετε μόνον ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐμπόριον τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Πατρῶν, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει κίνησις ἐμπορίου, ἀλλ’ εἰς τὰ ἄλλα μέρη θὰ γεννηθῇ μία αἰσχρὰ κερδοσκοπία τῶν ἐχόντων ὀλίγα ἀποθεματικὰ κεφάλαια εἰς τὸ νὰ δανείζωσιν ἢ ἐπὶ αἰσχρᾷ τοκογλυφίᾳ ἢ ἐπὶ καταστρεπτικαῖς εἰς τοὺς εἰσάγοντας ὀλίγον εἶδος ἐμπόρους συμφωνίαις, διὰ νὰ δύνανται νὰ πληρώσωσιν ἀμέσως τὰ τοῦ τελωνείου τέλη καὶ νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς ζημίας, ἕνεκεν τῆς φθορᾶς τοῦ πράγματός των. Συμπεραίνων δὲ σᾶς λέγω ὅτι ὡς πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ Κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι εἰς οὐδὲν κράτος δίδεται τοιαύτη προθεσμία, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον. Σᾶς εἶπα, ὅτι ὑπάρχουν ἔμποροι ἐνταῦθα οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὁμολογήσουν, ὅτι εἰς τὴν Ῥωσσίαν οἱ ἔμποροι πληρώνουν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους τὰ τέλη τῶν εἰσαγομένων καὶ τῶν ἐξαγομένων παρ’ αὐτῶν (θόρυβος καὶ διάλογοι).
§52Α. Χ. ΛΟΝΤΟΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, Κύριε Θεοχάρη, τὰ Ντόκ διὰ τοῦτο ἔγειναν, ὄχι μόνον διὰ τὰ ὑφάσματα ἀλλὰ δι’ ὅλα τὰ ἀντικείμενα τοῦ ἐμπορίου. Ἐγὼ θέτω εἰς ἕνα Ντόκ τὸ πρᾶγμά μου, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ μεσίτης πωλῶ τὸ πρᾶγμα, λαμβάνω τὰ χρήματα καὶ πληρώνω τὸ τελωνεῖον.
§53ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐὰν δεχθῶμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο ὅπως ἔχει εἶνε καταστροφὴ ἐντελὴς τοῦ ἐμπορίου. Κύριοι, εἶμαι κατὰ τῆς καταστροφῆς τῆς προθεσμίας, καὶ ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο διὰ μιᾶς ἐπιεικοῦς τροπολογίας, θέλω δώσει τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ αὐτῆς.
§54Α. Χ. ΛΟΝΤΟΣ. Κύριοι, ἂς μὴ νομίσῃ κανεὶς, ὅτι λόγῳ ἀντιπολιτεύσεως ἐρχόμεθα εἰς τὸ βῆμα τοῦτο· σήμερον ἐρχόμεθα διὰ νὰ πληρώσωμεν τὸν ὀφειλόμενον φόρον εἰς τὴν συνείδησίν μας κατὰ πρῶτον, καὶ κατὰ δεύτερον νὰ δώσωμεν καὶ ἡμεῖς πληροφορίας τινὰς ὡς ἐκ τῆς μικρᾶς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι τὸ ἐμπόριον ζῇ διὰ τῶν πιστώσεων, τὸ γνωρίζετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ, καὶ τὸ ἐμπόριον ἔζησε καὶ ζῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τῶν εὐκολιῶν. Ὁποιονδήποτε λοιπὸν μέτρον λάβετε ἢ πρόκειται νὰ λάβητε, καταργοῦν αὐτὰς τὰς εὐκολίας, κτυπᾶτε κατὰ κεφαλῆς τὸ ἐμπόριον· καὶ πιστεύσατε, αὐτὴ εἶναι ἡ κρίσις μου, ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἐπιψηφισθῇ παρὰ τῆς Συνελεύσεως, ὅπως παρουσιάζεται, θέλει κάμει χειρίστην ἐντύπωσιν εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι, ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος λόγοι τινὲς, τοὺς ὁποίους δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἀποκρούσω· ἐξέφρασε, μοὶ φαίνεται, ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τὴν ἰδέαν, ἢ μᾶλλον τὴν ἐπιθυμίαν, νὰ ἴδῃ τὸ ἐμπόριον συγκεντρούμενον εἰς ὀλίγας χεῖρας, νὰ ἴδῃ τὸ ἐμπόριον περιερχόμενον εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνας, αἵτινες εἶναι πρόθυμοι εὐκόλως νὰ πληρώσουν. Τοῦτο εἶναι ὀλέθριον, εἶναι εἷς ἀναχρονισμὸς, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν δύναμαι εἰμὴ νὰ διαμαρτυρηθῶ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὅσας πλειοτέρας δίδετε εὐκολίας εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ μάλιστα εἰς τὸ μικρὸν ἐμπόριον, τόσον προάγετε τὴν τύχην τοῦ τόπου, διότι γεννᾶτε τὸν συναγωνισμὸν, τὸν προάγετε, καὶ ὅπου προάγεται ὁ συναγωνισμὸς ἐκεῖ γεννᾶται ἡ εὐημερία τοῦ τόπου ὑπὸ διαφόρους ἐπόψεις. Κύριοι, ὅλοι γνωρίζετε τί εἶναι τὸ ἀκριβώτερον παρ’ ἡμῖν· εἶναι τὸ νόμισμα, καὶ διατί; διότι ἐλλείπει ἡ πίστις, διότι δὲν εἶναι ἐγκαθιδρυμένη εἰς τὴν πατρίδα μας ἡ πίστις. Πῶς λοιπὸν γεννᾶται ἡ πίστις; διὰ τῆς ἀσφαλείας ἀφ’ ἑνὸς πάσης κινήσεως, καὶ τῶν εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας δίδομεν εἰς τὴν κίνησιν αὐτὴν ἐν τῷ τόπῳ. Κύριοι, πιστεύσατέ το, εἶναι μεγαλέμποροι εἰς τὴν πατρίδα μου, οἱ ὁποῖοι πολλάκις εὑρίσκονται ἐστερημένοι καὶ τῶν ἑκατὸν ταλλήρων, καὶ ἂν ὁ ἔμπορος ἐκεῖνος ἤθελεν ὑποχρεωθῇ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἀποβιβάζεται τὸ ἐμπόριον νὰ πληρώσῃ, ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς στενοχωρίας. Οἱ νεωτερισμοὶ, ὀλέθριοι εἰς πολλὰ πράγματα, εἶναι ὀλεθριώτεροι εἰς τὸ ἐμπόριον. Ὅταν ἓν ἐμπόριον κινῆται εἰς δρόμον ὁμαλὸν, καθὼς μέχρι τοῦδε, ὅταν τὸ ὑποχρεώσητε νὰ παρεκκλίνῃ ἀπὸ τὸν δρόμον ἐκεῖνον, ἕως οὗ νὰ συνηθίσῃ θὰ ἀπαντήσῃ δυσκολίας, καὶ τώρα εἶναι ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ φέρητε οὐχὶ δυσκολίας, ἀλλὰ μεγαλητέρας εὐκολίας. Εἶναι μικροὶ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι κομίζουν μικρὰ πράγματα, πεντακοσίων, χιλίων δραχμῶν, νομίζετε ὅτι ζημιοῦν τὸν τόπον αὐτοί; τὸν ὠφελοῦν. Καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς, πρότερον τὸ ἐμπόριον εἰς τὰς Πάτρας καὶ ἀλλαχοῦ ἦτο εἰς χεῖρας πένθ’ ἓξ ἐμπόρων, σήμερον 500 ἔμποροι εἶναι εἰς τὰς Πάτρας, οἱ ὁποῖοι ἀνταποκρίνονται κατ’ εὐθεῖαν μὲ τὸ Λονδῖνον, καὶ σήμερον τὰ ἐμπορεύματα τὰ ἀγοράζουν ἐκεῖσε δέκα τοῖς ἑκατὸν ὀλιγώτερον· διότι ἐγεννήθη ὁ συναγωνισμὸς, ὅστις παράγει τὴν ἀφθονίαν καὶ εὐθηνίαν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι αἱ εὐκολίαι πρέπει νὰ δίδωνται πάντοτε, καὶ αἱ δυσκολίαι μάλιστα νὰ μὴ παρατίθενται εἰς ἀνωμάλους καὶ ἐκτάκτους περιστάσεις. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων καὶ ἀκολουθῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται ἀλλαχοῦ, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω εἰς τὸ Σ. τοῦτο Σῶμα, ὅτι αἱ εὐκολίαι αὗται δίδονται εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου καὶ εἰς τὴν Ῥωσσίαν, καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν· ταῦτα λέγων, οὐχ ἧττον συμφωνῶ, ὥστε νὰ γίνῃ μία τις παρεκτροπὴ ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἀλλὰ πρόσκαιρος, διὰ τὰς καταπειγούσας περιστάσεις τὰς οἰκονομικάς. Ποία εἶναι ἡ παρεκτροπή; ν’ ἀφήσωμεν τὸν τόκον αὐτὸν τὸν τρίμηνον καὶ νὰ προεξοφλήσωμεν τὰς ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὴν Τράπεζαν· νὰ μὴ καθιερωθῇ δὲ τοῦτο διὰ παντὸς ὡς ἀρχὴ, ἐπιφυλαττόμενοι τοῦ δικαιώματος νὰ λάβωμεν ὁποιονδήποτε μέτρον ἡ ἀνάγκη ἤθελε μᾶς ὑπαγορεύσει κατόπιν. Κύριοι, ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι τινὲς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τῶν ὁποίων πρέπει τις ἀντείπῃ, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἤθελον συμφωνήσει τὸ ψήφισμα τοῦτο, ἂν ὄχι μεθαύριον, αὔριον νὰ συζητηθῇ. Μία τούτων εἶναι καὶ ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ὡς πρὸς τὴν εἰλικρινῆ βεβαίωσιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν. Ἤκουσα, ὅτι εἶπεν ὁ Κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι καταργοῦνται αἱ διασαφήσεις αἱ γινόμεναι εἰς τὰ Ὑγειονομεῖα. Αὐτὸ εἶναι ἀσύμφορον, αὐτὸ, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, δὲν τὸ εὑρίσκω λογικόν. Δὲν ὑπάρχουν ὑγειονομεῖα εἰς τὰ μικρὰ μέρη, ἀλλ’ εἰς τὰς Πάτρας ὑπάρχουν, εἰς τὴν Σύρον ὑπάρχουν καὶ πιστεύσατε, ὅτι ἤθελε θεωρηθῆ ὡς μέτρον μὴ καλὸν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, ἐὰν καταργήσωμεν αὐτὰ τὰ ὑγειονομεῖα. Ἐπειδὴ λοιπὸν θεωρῶ καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ παραδεχθῇ τὴν ὕπαρξιν τῶν ὑγειονομείων, διὰ τοῦτο προτείνω νὰ παραδεχθῇ ἐν μέρει τὸ ψήφισμα, καὶ ἐὰν ἡ Συνέλευσις εὐδοκῇ, ν’ ἀφήσωμεν τὴν ὁλοσχερῆ ἀπόφασιν τοῦ ψηφίσματος διὰ τὴν αὔριον, ὥστε ἕκαστος τῶν πληρεξουσίων νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον.
§55ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀπόφασίν της, θεωρήσασα ὡς κατεπεῖγον τὸ ἀντικείμενον καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ ὁμιλήσω παντάπασι περὶ τούτου, δὲν εἶναι ἄξιος ἀναιρέσεως αὐτὸς ὁ διϊσχυρισμός. Κύριοι, δύω συστήματα ὑπάρχουν εἰς τὸν κόσμον εἴτε οἰκονομικὰ εἴτε πολιτικὰ, ὅπως θέλετε νὰ τὰ θεωρήσητε. Τὸ μὲν ἓν ἔχει τὴν ἀξίωσιν ν’ ἀπαιτῇ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἀτόμου, τὸ δὲ ἄλλο δὲν θέλει οὔτε βεβαίωσιν οὔτε ἐγγύησιν, θέλει ν’ ἀφήσῃ τὸ ἄτομον ἐλεύθερον νὰ φέρηται ὅπως φέρεται καὶ ἐπὶ τέλους νὰ καταντᾷ νὰ παραβαίνῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ δημόσιον, εἴτε τὸν πολίτην ἀφορᾷ τοῦτο, εἴτε τὸν ἔμπορον, πηγάζει ἀπὸ τὸ αὐτὸ δικαίωμα, ἀπὸ τὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν· ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἔμπορον, ὁ νόμος ὁ ἐμπορικὸς εἶναι αὐστηρότερος· ἡ πίστις τοῦ ἐμπορίου στηρίζεται εἰς τὴν αὐστηρὰν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἐμπορικὸς νόμος θεωρεῖ εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας τὸν ἔμπορον, ὁ ὁποῖος ἤθελε λείψει ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ μιᾶς μόνης τῶν ὑποχρεώσεών του. Ἐξεύρετε διατί τοῦτο; διότι ὁ ἐμπορικὸς νόμος θέλει νὰ ἐμποδίσῃ ἀπὸ τὸν ἔμπορον τὰς ἐπιχειρήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὑπαγορεύει ἡ ἐπιθυμία ἑνὸς ἀλόγου κέρδους καὶ ἡ ὁποία καταστρέφει τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα πολλῶν ἄλλων. Ἐὰν ὁ νόμος ᾖναι αὐστηρὸς εἰς τὴν αὐστηρὰν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐμπόρων, θὰ ᾖναι, νομίζω, πολὺ ἄτοπον ν’ ἀξιοῖ τις, ὅτι ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ μικρὰ ποσὰ πρὸς τὸ Δημόσιον ἀπὸ τελωνιακοὺς φόρους, ὅτι αὐτὸς ὁ ἔμπορος βιάζεται καὶ ἐκ τῶν μικρῶν τούτων ποσῶν εἰς χρεωκοπίαν, διότι τοῦτο ἤθελε φέρει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ὁ ἔμπορος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνίκανος νὰ πληρώσῃ ἓν μικρὸν ποσὸν, εἶναι βεβαιότατον, ὅτι εἶναι πλέον ἀνίκανος νὰ πληρώσῃ μεγαλύτερον. Καὶ τίς ἔμπορος εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς ἀμηχανίαν νὰ πληρώσῃ τὸ Τελώνιον ἀπέναντι τόσων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ πρὸς τὸ Κοινὸν ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς; Αὐτὸς δὲν εἶναι λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπον ὑπὲρ τῶν προθεσμιῶν, ἀπ’ ἐναντίας αὗται πηγάζουν ἀπὸ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τινὲς ἐναγκαλισάμενοι κατέστρεψαν τὰ συμφέροντα πολλῶν ἄλλων— τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον κατέστρεψε τὴν ἐμπορικὴν πίστιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Πίστις εἴτε δημοσία, εἴτε ἐμπορικὴ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ αὐστηρότητος τῶν ὑποχρεώσεων, ἄνευ ἐγγυήσεων. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχουν χρήματα, καὶ τὸ παράξενον ἐκεῖνο, ὅτι μεγαλέμποροι πολλάκις δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἔχουν εἰς τὸ ταμεῖόν των 100 τάλληρα· αὐταὶ εἶναι λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν. Ὁ ἔμπορος ὁ ἄθλιος, ὁ ὁποῖος λέγεται καὶ μεγαλέμπορος, καὶ ὁ ὁποῖος εἰς πᾶσαν στιγμὴν δὲν ἠμπορεῖ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ τέλη ἑνὸς Τελωνείου, αὐτὸς, ἐστὲ βέβαιοι, εἶναι πρὸ πολλοῦ χρεωκόπος, καὶ μόνον αὐταὶ αἱ προθεσμίαι, αὐταὶ αἱ παραβλέψεις τὸν διατηροῦν. Εἶχον μάθει μίαν φορὰν ἀπὸ διατριβὴν τοῦ Κυρίου Κεχαγιᾶ, ὅτι τὸ ἀποθεματικὸν Ταμεῖον τῆς Τραπέζης ἔχει 6,000,000 εἰς μεταλλικόν· τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν ἀφθονίαν τοῦ χρηματικοῦ, τὸ ὁποῖον λέγουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει· πίστις δὲν ὑπάρχει. Ἀφοῦ τὸ ἀποθεματικὸν ταμεῖον τῆς τραπέζης ἔχει 6,000,000, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει μέγα πλῆθος χρημάτων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὰ χρήματα εἶναι καθὼς ὅλαι αἱ πραγματεῖαι, αἱ ὁποῖαι, ὅταν κάθηνται ἀργαὶ, μαρτυροῦν, ὅτι δὲν εὑρίσκουν ἀγοραστήν· δὲν ὑπάρχει ἀγοραστὴς, διότι δὲν εἶναι ἀξιόχρεως. Τὸ ἐμπόριον λοιπὸν θέλει ἀξιοχρέους καὶ ἀξιοπίστους ἐμπόρους, αὐτὸ θέλει καὶ ὁ νόμος· διὰ τοῦτο οὗτος προσδιώρισε ποῖα πρέπει νὰ ᾖναι τὰ πραγματικὰ κεφάλαια τοῦ ἐμπόρου καὶ ποῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ δανείζηται ἐπὶ πιστώσει ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὥστε, ἐὰν ὑποπέσῃ εἰς ἀτυχήματα, νὰ μὴ θεωρῆται δόλιος χρεωκόπος. Ὅλα λοιπὸν εἶναι μεμετρημένα, καὶ δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀπόλυτον, εἴτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε εἰς τοὺς ἰδιώτας· αὐτὴ ἡ τυραννία δὲν εἶναι ἴδιον οὔτε ἐλευθέρων ἐθνῶν, οὔτε πολιτισμένων. Αὐτὸ τὸ σύστημα εἶχον εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ἀλλ’ ἔφερε καταστροφὰς, καὶ ἔφερε καὶ ἁρπαγὰς τῶν χρημάτων τῆς Εὐρώπης· εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ὑπερασπίζονται ἀπὸ τοῦ βήματος, σύστημα, τὸ ὁποῖον κατεδίκασε καὶ ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ πολιτικὴ εἰς τὸν τόπον. Ἐὰν λοιπὸν ὁ νόμος ἀπαιτῇ ἀπὸ ἕνα ἔμπορον νὰ ἔχῃ ὡρισμένα κεφάλαια, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ποτὲ δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς στενοχωρίαν νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ τὸ Τελωνεῖον, διότι, ἐὰν εὑρεθῇ, σημαίνει τοῦτο, ὅτι παρεξετράπη τοῦ κανόνος, τὸν ὁποῖον τῷ ἔθεσεν ὁ νομοθέτης, παρεξετράπη τῆς φρονήσεως, καὶ ἐὰν ἐξετράπη εἶναι ἀνάξιος προστασίας, διότι ζητεῖ νὰ κατστρέψῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων. Ἑπομένως, Κύριοι, ἀνέφερεν ὁ ὑπουργὸς ἱκανὰ πολλοῦ λόγου ἄξια, τὰ ὁποῖα κἀνεὶς τῶν ἀγορευσάντων κατ’ αὐτοῦ ἠδυνήθη νὰ ἀναιρέσῃ. Πᾶς σφετερισμὸς χρημάτων δὲν ἀδικεῖ μόνον τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ἀδικεῖ μόνον ἐν ἀρχῇ, ἀλλ’ ἡ ζημία βαρύνει τὸν λαὸν, διότι ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦ δυστυχοῦς ἐργάτου. Διακοσίας χιλ. δραχ. λέγει ὁ ὑπουργὸς, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1857 φέρει ἔλλειμμα ἄχρηστον τῶν Τελωνείων. Ἀλλὰ 200 χιλιάδες δραχμ. εἶναι σημαντικὸν ποσὸν εἰς ἓν ἔθνος μικρὸν, καθὼς τὸ Ἑλληνικὸν, καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ δώσουν εὐκολίας, θέλουν νὰ γίνωσι σφετερισμοὶ περισσότεροι, διότι οἱ ἔμποροι, σᾶς τὸ εἶπα καὶ τὸ ἀπέδειξα, εἶναι πάντοτε εἰς κατάστασιν νὰ πληρόνουν μικρὰ ποσὰ, καὶ μολαταῦτα ἡ ζημία δὲν περιστρέφεται εἰς αὐτὸ μόνον τὸ ἔλλειμμα τῶν 200 χιλιάδων, τοῦτο εἶναι τὸ κατὰ τὸ 1857. Ἐὰν ὀπισθοδρομήσωμεν μέχρι τοῦ 33, καὶ λάβωμεν ὅλην αὐτὴν τὴν σειρὰν τῶν χρόνων, ἴσως θ’ ἀποδειχθῇ ἔλλειμμα πολὺ ἀνώτερον, τὸ ὁποῖον ἐὰν ἐπραγματοποιεῖτο εἰς τὴν σημερινὴν περίστασιν, ἠδύνατο νὰ μᾶς φανῇ χρήσιμον. Ἡ Ῥωσσία βεβαίως δὲν φέρεται ἀκόμη ὡς παράδειγμα εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν κόσμον διὰ τὴν νομοθεσίαν της· εἶναι μέγα κράτος, ἔχει χώραν μεγάλην, μεγάλην δύναμιν, ἀλλ’ ἀκόμη ὁ πολιτισμὸς εἶναι ἐκεῖ ὀπίσω, δὲν εἶναι δὲ τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ ἐξετάσωμεν διατί τὸ Ῥωσσικὸν κράτος παρέχει αὐτὰς τὰς εὐλογίας, ὑπάρχουν εἰς τὸ Κράτος αὐτὸ ἰδιαίτεραι περιστάσεις τοῦ ἐμπορίου, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι δὲν δίδονται αὐταὶ αἱ εὐκολίαι, τὰς ὁποίας εἶπον τινὲς, εἰμὴ διότι ὑποκρύπτουν ἄλλους σκοπούς. Ὁ Κύριος πληρεξούσιος Σπετσῶν, ἔφερε παραδείγματά τινα διὰ νὰ συγχύσῃ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως, παραδείγματα εὔστοχα, ἀλλὰ παραδείγματα τὰ ὁποῖα οὐδόλως εἰμποροῦν ν’ ἀποτελέσουν τὴν ἰσχὺν τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ὑπερασπίσθη· ἔφερε λέγω παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν δυσχερείας τινὰς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς, δυσχερείας ὅμως τὰς ὁποίας ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν εἴσπραξιν εἶναι καὶ ἐπιφορτισμένος κατὰ τὰς περιστάσεις νὰ ἐξομαλύνῃ· διότι εἶναι δυσκολίαι τῆς ἐκτελέσεως, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν ὅμως γενικὴν ἐφαρμογὴν, ἀλλὰ πολὺ σπανίαν, αἱ δὲ νομοθεσίαι δὲν νομοθετοῦν εἰμὴ δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συχνὰ καὶ γενικῶς γίνονται, ὄχι διὰ δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι μίαν φορὰν τὸν χρόνον εἰμποροῦν νὰ παρουσιασθοῦν εἰς ἓν εἶδος ἐμπορεύματος. Φρονῶ κατὰ πεποίθησιν ὡς ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν πρεσβεύω καὶ θέλω πάντοτε ὑποστηρίξει, ὅτι πᾶν ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων καὶ τὴν ἀσφάλειαν αὐτῶν, εἶναι ἔργον πατριωτικὸν, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἀποκλειστικῶς εἶναι ἀνατεθειμένον εἰς ταύτην τὴν Συνέλευσιν, ἔργον τὸ ὁποῖον ἤδη ἐξεπληρώσαμεν εἰς δύο ἄλλας περιστάσεις. Τὸ παρελθὸν ἐφάνη ἀνίκανον νὰ διορθώσῃ πολλὰ, διότι διάφορα συμφέροντα ἐντὸς τῆς Κυβερνήσεως ἀνθίσταντο εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν νόμων. Τὰ συμφέροντα εἶχον ἀλληλεγγύην μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ποτὲ τὸ δημόσιον συμφέρον εἰς τὸ παρελθὸν ἠδυνήθη νὰ κατισχύσῃ αὐτῶν. Σήμερον ὅμως, δὲν ὑπάρχουν πλέον αὐταὶ αἱ πιέσεις· ἡ Συνέλευσις πρέπει καὶ δύναται σήμερον νὰ σκεφθῇ ἐλευθέρως περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Κανεὶς λόγος ὀρθὸς δὲν ἐπαρουσιάσθη εἰς ἀντίκρουσιν τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ χωρὶς νὰ παρεξηγηθῇ ὁ λόγος μου, διότι εἶναι γνωστὸς ὁ χαρακτήρ μου, ὅτι δὲν κολακεύω κανένα, χρεωστῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἐξεφράσθη, μὲ τόσον πρακτικὸν νοῦν, μὲ τόσην λογικὴν, ὥστε ἠπόρησα, ὅταν ἐπαρουσιάσθησαν ἄνθρωποι ν’ ἀντικρούσουν τὰς τόσον φανερὰς ἀληθείας αὐτοῦ· ἦσαν ἀλήθειαι στηριζόμεναι ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Δὲν ἀμφιβάλλω λοιπὸν παντάπασιν, ὅτι ὁ πατριωτισμὸς θὰ σᾶς ὑπαγορεύσῃ διὰ νὰ δεχθῆτε σήμερον τὴν διόρθωσιν αὐτοῦ τοῦ νόμου τοῦ πλημμελοῦς, τοῦ ὁποίου αἱ συνέπειαι σᾶς ὑπεδείχθησαν ἤδη ἐξ αὐτῆς τῆς πείρας. Ἐγὼ προβαίνω καὶ περαιτέρω· ἐνόμισα ὅτι ὁ πατριωτισμὸς αὐτῶν τῶν ἰδίων ἐμπόρων, εἰς αὐτὰς τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις τὰς χρηματικὰς, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ πατρὶς, δὲν θ’ ἀνεχθῇ νὰ θυσιασθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ αὐτῶν, ἀφοῦ τὸ δικαίωμα, ὑπὲρ οὗ πρόκειται, εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη ὅτι δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον. Ἐὰν ἐστηρίζετο εἰς τὸν νόμον, τότε διέφερε πολὺ τὸ πρᾶγμα, ἤθελον συναινέσει ὁ ἴδιος μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ γείνῃ κἄποια παράβλεψις· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα δὲν πηγάζει ἀπὸ νόμον. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἰσχυρίζομαι, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ πολεμήσῃ ἰσχυρῶς τοῦτο, διότι εἶναι ἀλήθειαι, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιστήμη καθιέρωσε, τὰς ὁποίας κᾀνεὶς δὲν ἠμφισβήτησεν εἰς τὸν κόσμον· «Αἱ κακαὶ συνήθειαι δὲν εἰμποροῦν νὰ κατισχύσουν τοῦ δημοσίου δικαίου». Πᾶν ὅ,τι λοιπὸν πηγάζει ἀπὸ τὴν συνήθειαν, τὴν ὁποίαν λέγει ὁ ὑπουργὸς, εἶναι δικαίωμα κακῶς ἀποκεκτημένον. Μέχρι σήμερον ἡ Συνέλευσις ἠκολούθησε τοιαύτην ὁδὸν, ἥτις δίδει πλήρη τὴν ἰσχὺν εἰς τὸν νόμον. Δὲν προσβάλλεται κᾀνὲν δίκαιον, καὶ ἐπειδὴ δὲν προσβάλλεται κᾀνὲν δίκαιον, τὸ Ἔθνος δὲν χρεωστεῖ κᾀμμίαν ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, τὰ αἰσθήματα καὶ ἡ κρίσις τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἤθελον διαφέρει τῶν ἰδικῶν μου, λέγω πάλιν, ὅτι ἡ παραχώρησις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ψηφίσματος, ὡς πρὸς τὰς ἤδη ἐκδοθείσας ὁμολογίας, εἶναι πλέον τοῦ δέοντος εὐεργετική. Σήμερον μὲ τὸν τηλέγραφον καὶ τὰ ἀτμόπλοια, κᾀμμία ἐπιχείρησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραταθῇ πλέον τοῦ ἑνὸς μηνός. Ἐκτὸς τούτου καὶ ν’ ἀνακληθοῦν δύνανται αἱ παραγγελίαι καὶ νὰ μεταποιηθοῦν καὶ ἄλλην διεύθυνσιν νὰ λάβουν. Δὲν εἶναι ὡς τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, ὁπότε ἔλλειπον αὐτὰ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας. Λέγω λοιπὸν, ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελον παραδεχθῆ μίαν παραχώρησιν πρὸς τοὺς ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν παραγγελίας δεδομένας εἰς τὴν Εὐρώπην, ἢ καὶ οἱ ὁποῖοι μέλλουν σήμερον νὰ δώσουν, τοὐλάχιστον πρέπει αὐτὴ νὰ μὴν ἐπεκτανθῇ πλέον τοῦ μηνὸς, καὶ ὄχι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους.
§56ΤΙΝΕΣ. Διὰ τρεῖς μῆνας.
§57ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μολοντοῦτο ἂς ᾖναι καὶ τριμηνία.
§58Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, πολλοὶ πολλὰ ὡμίλησαν, καὶ τὸ ζήτημα θεωρεῖται ἴσως εἰς τὸ τέρμα του, καὶ ὅμως τὸ κατ’ ἐμὲ νομίζω, ὅτι ἀκόμη δὲν ἠρχίσαμεν νὰ τὸ συζητήσωμεν· τόσον σπουδαῖον τὸ βλέπω αὐτὸ τὸ ζήτημα! Ἤκουσα τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον Χαλκίδος ἀγορεύοντα μετὰ μεγάλης σπουδῆς καὶ ὑποστηρίζοντα ἀντίθετον τάξιν πραγμάτων καὶ δὲν ἠπόρησα. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ὑπῆρξαν ποτὲ εἰς αὐτὰς τὰς Ἀθήνας δύω συστήματα, τὸ μὲν ἐσυμβούλευε νὰ τραπῶσιν οἱ Ἀθηναῖοι πρὸς τὴν ξηρὰν, καὶ τὸ ἄλλο πρὸς τὴν θάλασσαν· ἐπρυτάνευον δὲ ἀφ’ ἑνὸς ὁ Ἀριστείδης, καθὼς γνωρίζετε, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ Θεμιστοκλῆς. Ὁ Κ. Πετσάλης συνιστᾷ σήμερον τὸ πρῶτον σύστημα, καὶ ὅμως τοῦτο ἐστάθη διὰ τοὺς Ἀθηναίους ὀλέθριον. Δὲν θαυμάζω τὸν Κ. Πετσάλην, ἂν ὁμιλῇ μετὰ τοσαύτης θερμότητος ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς Στερεᾶς, ἂν ἀντιστρατεύηται κατὰ τῆς θαλάσσης, ἤγουν κατὰ τοῦ ἐμπορίου, διότι εἰς τὴν ξηρὰν ἔχει τὰ συμφέροντά του, τὰς συμπαθείας του· ἀπορῶ μὲ τοὺς πληρεξουσίους τῶν ἐμπορικῶν πόλεων, πῶς δὲν κατεξανέστησαν, πῶς δὲν ὕψωσαν φωνὴν γοερὰν καθ’ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὀλέθριον, τὸ ὁποῖον φονεύει τὸ ἐμπόριον. Ἐσυνειθίσαμεν, Κύριοι, νὰ ὀνομάζωμεν εὐεργετικοὺς Νόμους, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται καὶ παρουσιάζει τινὰς εὐκολίας, εἴτε διὰ τὴν βεβαίωσιν, εἴτε διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων. Τοὺς τοιούτους νόμους, ἐπειδὴ εὐεργετικοὺς τοὺς ἔλεγον οἱ ἄλλοι, εὐεργετικοὺς τοὺς ὠνόμαζον καὶ τοὺς ὀνομάζω καὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἐν συνειδήσει δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι τοιοῦτοι· νομίζω, ὅτι ὅλοι οἱ νόμοι ἔγειναν διότι ἦτον ἀνάγκη νὰ γείνουν, διότι ἄλλως δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἔκαμα καὶ ἐγὼ εὐεργετικοὺς νόμους· ἠξεύρετε διατί; διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ συνάξω οὐδὲ ὀβολὸν ἄνευ τούτων. Κύριοι, αὐτὴ ἡ εὐκολία τοῦ ἐμπορίου τὸ νὰ πληρώνῃ ὁ ἔμπορος δηλ. εἰς προθεσμίας τὰ δικαιώματα τοῦ τελωνείου εἶναι ἀπαραίτητος· ἄνευ εὐκολιῶν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐμπόριον· ὁ ἔμπορος, ὅστις δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ ἀμέσως, λέγουν τινὲς, τὰς 3,000 δρ. ἐκ δικαιωμάτων τελωνιακῶν, δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ἔμπορος, διότι δὲν δύναται νὰ κάμῃ τὸν ἔμπορον, διότι δὲν ἔχει κεφάλαια. Αἴ! Κύριοι, ὅλα τὰ πράγματα ἐμεγάλυναν εἰς τὰς νεωτέρας κοινωνίας δι’ ἀποφάσεων παρατόλμων, καὶ αὐτὴ ἡ Ἀμερικὴ, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ προαγορεύσας, ἐμεγαλύνθη, ἐπλούτησε καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν καταστροφῶν, τὰς ὁποίας ἐπέφερον αἱ πολυπληθεῖς αὐτῶν Τράπεζαι· ἂν σήμερον βλέπετε διαρκοῦντα πόλεμον τρομερόν, ἂν ἑκατέρωθεν παράγωνται δι’ αὐτὸν τὸν πόλεμον τόσα μέσα, τοσαῦται μηχαναὶ μεγάλης ἀξίας, τοῦτο προέρχεται διότι ὁ τόπος εἶναι πλούσιος. Κανὲν ἔθνος πτωχὸν δὲν ἤγειρεν, οὐδ’ ὑπεστήριξεν ἐπὶ πολὺ τοιούτους μεγαλοδαπάνους πολέμους. Θὰ ἔλθω εἰς ἓν προηγούμενον, καὶ παρακαλῶ τὸν Κύριον Ὑπουργὸν νὰ μὴ τὸ θεωρήσῃ διόλου προσωπικόν· σήμερον ὅλοι εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ὑποστηρίξωμεν τοὺς παρόντας Ὑπουργοὺς, διότι εὑρισκόμεθα εἰς δυσκόλους περιστάσεις· τοῦτο ὑπαγορεύει ὁ ἀληθὴς πατριωτισμός. Τὸ ζήτημα τῶν ἐμπορικῶν γραμματίων, Κύριοι, εἶναι ζήτημα παλαιότατον· αὐτὸ τὸ ζήτημα μὲ ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραιτηθῶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1852. Ἐζητεῖτο τότε ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ὅτε ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς ἀνάγκας, ἢ μᾶλλον ὅτε ἐπίστευεν ἡ Τράπεζα, ὅτι εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀνάγκας, ἐσυμβούλευε κατὰ συνέπειαν ἡ Τράπεζα τὴν Κυβέρνησιν νὰ προεξοφλήσῃ τὰ ἐμπορικὰ γραμμάτια· καὶ ἐννοεῖται ἡ προεξόφλησις ἔμελλε νὰ γείνῃ εἰς τὸν τόπον. Ἐγένοντο ὅμως σπουδαῖαι παρατηρήσεις ἀπὸ τὸν τότε ὑπουργόν· ἐὰν προεξοφλήσωμεν, εἶπε, τὸν ἕνα μῆνα, θὰ στερήσωμεν τὸν ἕτερον ἑνὸς τακτικοῦ πόρου, καὶ οὕτω θὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προεξοφλήσωμεν ἀλληλοδιαδόχως ὅλους τοὺς ἐφεξῆς μῆνας καὶ ἑπομένως θὰ ᾖναι οὕτως ἠναγκασμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώνῃ διαρκῶς φόρον εἰς ἓν ἰδιωτικὸν πιστωτικὸν κατάστημα, εἴτε Τράπεζαν τὸ ὀνομάσητε, εἴτε ἄλλως πως. Ἐπὶ ἕνα μῆνα, Κύριοι, ἔκαμα, ὅ,τι κάμνει μία σωφρονοῦσα οἰκογένεια, ὅταν ἀποφασίζῃ νὰ μὴ ἐξοδεύῃ πολλὰ, καὶ ὤ τοῦ θαύματος, αὐτὴ ἡ ἀνάγκη δὲν ὑπῆρχε πλέον. Ἐπέμεινα νὰ μὴν κάμω θυσίαν τινὰ καὶ τὸ κατώρθωσα, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις πρέπει νὰ κάμνῃ, ὅπως καὶ μία οἰκογένεια. Τὸ παρὸν, Κύριοι, εἶναι τὸ εὐκολώτερον νὰ οἰκονομηθῇ· τὸ μέλλον εἶναι μέλαν, τρομερὸν, φοβερὸν, καὶ ἐκεῖνο ὀφείλει, ὅπως ἡ οἰκογένεια, οὕτω καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβλέπῃ, ἐκεῖνο ὀφείλει νὰ ἐξασφαλίζῃ. Πρέπει οἱ παρόντες ὑπουργοὶ, ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, νὰ ἔχωσι τὴν γενναιότητα νὰ ὑποφέρωσιν ὅλας τὰς στερήσεις, τὰς κακουχίας, τὰς δυσχερείας, καὶ νὰ προπαρασκευάζωσιν εὐχερεῖς τὰς τρίβους τοῦ μέλλοντος εἰς τοὺς διαδόχους των, ἢ νὰ μὴ τὰς δυσχεραίνωσι τοὐλάχιστον. Παντοῦ, Κύριοι, ὁ νομοθέτης, καὶ εἰς αὐτὸν ἀκόμη τὸν Δημοτικὸν Νόμον, παρατηρήσατε πόσον προνοεῖ διὰ τὸ μέλλον· δὲν συγχωρεῖ εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ἐνοικιάζῃ τὰ δημοτικὰ νομήματα καὶ κτήματα πέραν τῶν 9 ἐτῶν· διατί; Διότι δὲν θέλει ἡ παροῦσα γενεὰ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν μέλλουσαν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἠγέρθη καὶ μετ’ ἐμὲ ἀκολούθως μεταξὺ Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως, καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι εὑρέθησαν διάφοροι Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ἀπέκρουσαν αὐτὴν τὴν εὐκολίαν τῆς προεξοφλήσεως· ἕνα μῆνα, Κύριοι, ἂς νηστεύσωμεν, καὶ ἂν εἶναι ἀνάγκη, ἂς ἐγκαρτερήσωμεν πλειότερον διὰ νὰ μὴν περιπλέξωμεν τὸ μέλλον. Ἀλλὰ τὶ νομίζετε ὅτι εἶναι αὐτὴ ἡ εὐκολία ἡ χορηγουμένη εἰς τὸ ἐμπόριον; Ἀκούσατε. Ὁ ἔμπορος λαμβάνει πρὸς χρῆσιν τοῦ ἐμπορίου του μίαν πίστωσιν 40 χιλιάδων δραχμῶν· ἐὰν τώρα τὸν ὑποχρεώσητε νὰ πληρώσῃ ἀμέσως διὰ τελωνιακὰ δικαιώματα 5 χιλιάδας 4 ἢ 3, τὸν ἀναγκάζετε νὰ ἀναβιβάσῃ τὴν πίστωσίν του ἀπὸ 40 εἰς 45 χιλιάδας καὶ νὰ πληρώνῃ διὰ τὸ περιπλέον τοῦτο μεγαλήτερον τόκον εἰς κατάστημα ὁποιονδήποτε πιστωτικόν. Ἡ ἀπαίτησις λοιπὸν, ἥτις γίνεται σήμερον εἰς τὸ ἐμπόριον, αὐξάνει τὰ βάρη τοῦ ἐμπορίου. Διὰ τὶ νὰ χάσῃ, Κύριοι, ὁ ἔμπορος;
§59ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ χάσῃ λοιπὸν τὸ Δημόσιον;
§60ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὸ δημόσιον δὲν χάνει οὔτε ὀβολόν· τὸ δημόσιον ἔχει ἀλληλοδιαδόχους κατὰ μῆνα δαπάνας νὰ κάμῃ, ὅταν ἄρχηται ὁ μὴν, ἄρχονται ἀλληλοδιαδόχως καὶ αἱ εἰσπράξεις του· εἶναι ἐντεῦθεν ἀδιάφορον, ἐὰν πρότερον ἢ ὕστερον ἔχῃ τὰ χρήματα τὸ δημόσιον εἰς τὸ ταμεῖον, ἢ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἐμπόρου. Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι αὐτὰς τὰς εὐκολίας καὶ προχθὲς ἀκόμη τὰς ἐκάματε ὡς πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους· πότε, ἐρωτῶ, πληρώνει τὸν φόρον του τὸ ἔλαιον; Πότε πληρώνεται ὁ ποιμνιακὸς φόρος; Πότε ὁ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ὁ τῶν ἐπιτηδευμάτων; Παντοῦ δὲν δίδετε προθεσμίας; Καὶ διὰ τί ἔρχεσθε νὰ ἀφαιρέσητε τὴν ἀναγκαιοτάτην καὶ ἀπαραίτητον αὐτὴν εὐκολίαν τοῦ ἐμπορίου; Ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ἔχῃ μέλλον, τὸ ἔχει ἀπὸ τὸ ἐμπόριον· ἐὰν ἔχῃ πόλεις πλουτούσας, τὰς ὀφείλει εἰς τὸ ἐμπόριον· ἀντὶ λοιπὸν νὰ ἔλθητε νὰ φέρητε νέας εὐκολίας εἰς τὸ ἐμπόριον, μὴ ἀφαιρῆτε τὰς ὑπαρχούσας. Παρετήρησε τινὰ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἀπήντησεν ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας προσφέρει ἡ διαμετακόμισις. Κύριοι, ἡ διαμετακόμισις, εἴτε εἶναι, εἴτε δὲν εἶναι, καμμίαν σχεδὸν διαφορὰν ὡς πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα δὲν φέρει· ἡ διαμετακόμισις ἰσοδυναμεῖ μὲ ἓν διάστημα χρόνου, καθ’ ὃ ἔμπορος ἔχει νὰ σκεφθῇ ποῦ θὰ διευθύνῃ τὸ ἐμπόρευμά του· ὅταν ἀποφασίσῃ νὰ τὸ εἰσάξῃ εἰς τὸν τόπον, τὸ εἰσάγει εἰς τὴν κατανάλωσιν· ἀλλὰ νομίζετε ὅτι τὸ πωλεῖ ἀμέσως; ὄχι· καὶ αὐτὸς δὲ ὁ μεγαλέμπορος τὸ πωλεῖ μὲν ἀμέσως εἰς τοὺς μικροὺς ἐμπόρους, ἀλλὰ τὸ δίδει μὲ προθεσμίας, χρήματα δὲν λαμβάνει ἀμέσως. Σπουδάσατε καλῶς τὸ ἐμπόριον, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἀπὸ τὸ Α ἕως τὸ Ω δὲν εἶναι, εἰμὴ πιστώσεις, προθεσμίαι, παρατάσεις. Εἶπον τινὲς, ὅτι ἡ παρ’ ἡμῖν διαμετακόμισις ὁμοιάζει τὸ dog τῆς Ἀγγλίας· αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ἠξεύρετε τὶ ἄλλο γίνεται εἰς τὸ dog τῆς Ἀγγλίας; ἐκεῖ καθιερώθη ἓν σύστημα ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἤρχισαν νὰ εἰσάγωσιν εἰς τὸ ἐμπόριόν των καὶ οἱ Γάλλοι· ὑπάρχει τὶ, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται warang· ἅμα εἰσαχθῇ εἰς τὸ dog, ἤγουν εἰς τὰς ἐμπορικὰς ἀποθήκας, τὸ ἐμπόρευμα, ὁ ἐπιστάτης χορηγεῖ εἰς τὸν ἔμπορον ἓν γραμμάτιον, καὶ αὐτὸ τὸ γραμμάτιον δύναται ὁ ἔμπορος νὰ τὸ ἐκποιήσῃ ἢ νὰ τὸ ὑποθηκεύσῃ καὶ ἀμέσως ἔχει χρήματα· παρ’ ἡμῖν ὅμως ἅμα εἰσαχθῇ τὸ ἐμπόρευμα, ποῦ χρήματα; ἐκεῖ ἔχουν καὶ ἄλλας πολλὰς εὐκολίας, ἐδῶ δὲν ὑπάρχει εἰμὴ αὐτὴ ἡ μικρὰ εὐκολία, καὶ δὲν ἐξετάζω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἂν εἰς Νόμον χρεωστῆται αὕτη, ἢ εἰς Διάταγμα, ἢ ἂν ἐκ συνηθείας παρήχθη, λέγω μόνον ὅτι εἶναι μία εὐκολία καλὴ, ὅτι ἐπ’ αὐτῆς ἐβάδισε 30 ἔτη τὸ ἐμπόριον καὶ μὴ τὴν ἐγγίζετε, διότι καὶ τὸ ἐμπόριον εἶναι φρενοτρόπον, καὶ ἅμα ἐγγιχθῇ ἀλλάζει διεύθυνσιν, καὶ ὅταν ἅπαξ ἀλλάξῃ δρόμον, οὐδεὶς ἠξεύρει τί θὰ γένῃ, ποῦ θὰ κατασταλάξει.
§61ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ δώσωμεν εὐκολίας διὰ νὰ εἰσάγουν κρινολίνα;
§62ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς μὲ ὁμιλεῖ περὶ κρινολίνων, καὶ ἴσως ἔχει ἀφορμὰς ἰδίας διὰ νὰ μάχεται τὰ κρινολίνα, ἐγὼ δὲν γνωρίζω αὐτὰς τὰς ἀφορμάς· μοὶ εἶναι δὲ πάντη ἀδιάφορον, ἂν τὰ εἰσαγόμενα ᾖναι, εἴτε κρινολίνα, εἴτε δαντέλαι, εἴτε ἄλλο τι· ἠξεύρω μόνον, ὅτι, ὅπου εἰσάγονται ἐμπορεύματα, ἐκεῖ ὑπάρχει ζήτησις, ἐκεῖ ὑπάρχουν ἀντικείμενα ἀνταλαγῆς, καὶ ὅτι ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι αὐτὰ, πρέπει μὲ μικρὰν ἴσως ἐξαίρεσιν νὰ τὰ ἀφήσητε νὰ εἰσέρχωνται καὶ νὰ ἐξέρχωνται ἐλευθέρως. Μὲ τὰς ἐλευθερίας, Κύριοι, ἐμεγάλυναν, τὰ ἔθνη, μὴ ἔρχεσθε νὰ λέγητε «φέρει κρινολίνα τὸ ἐμπόριον.» Φέρετε ἐνταῦθα τὸν ἐμπορικὸν πίνακα διὰ νὰ σᾶς δείξω, ὅτι δὲν εἶναι κρινολίνα τὰ εἰσαγόμενα. Ἐξετάσατε τὸ μετὰ τῆς Ἀγγλίας ἐμπόριόν μας καὶ θέλετε μάθει, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἐμπορευμάτων, ἡ γινομένη ἐξ αὐτῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀναβαίνει εἰς ὑπέρογκον ποσὸν, καὶ ὅμως τὸ μετὰ τῆς Ἀγγλίας ἐμπόριον δὲν σᾶς φέρει κρινολίνα, σᾶς φέρει ἀπεναντίας λίαν χρήσιμα πράγματα. Τὸ ἐμπόριον, Κύριοι, μᾶς βάλλει εἰς ἁρμονίαν μὲ τὰ ἄλλα ἔθνη, καὶ τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα φέρουν δυσκολίας εἰς τὸ ἐμπόριον ἄνευ ἰσχυρῶν λόγων μένουν βάρβαρα, πτωχὰ, χάνονται. Ἔχετε νὰ προτείνητε νέαν τινα εὐκολίαν εἰς τὸ ἐμπόριον; φέρετέ την· τὰς ὑπαρχούσας ὅμως μὴ τὰς ἀφαιρεῖτε, μὴ τὰς ἐγγίζετε· διότι θὰ βλάψητε, θὰ καταστρέψητε. «Μὴ εὐκολύνετε, σᾶς λέγει ὁ Κύριος ὑπουργὸς, τοὺς μικροὺς ἐμπόρους, διότι οὕτω θὰ τοὺς κάμετε νὰ χρεωκοπήσωσι». Ὁ τελωνιακὸς φόρος, Κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τῶν κεφαλαίων τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἐμπορευμάτων. Ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος θὰ φέρῃ 10,000 δραχμῶν ἐμπορεύματα, ἂν θὰ χρεωκοπήσῃ, θὰ χρεωκοπήσῃ εἰς τὸ κεφάλαιον καὶ οὐχὶ εἰς τὸν φόρον, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ εἰκοστημόριον. Μὴ λησμονήσετε ἔπειτα, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιζήμια οἰκονομικὰ μέτρα ἐπαρουσιάσθησαν πάντοτε ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀνάγκης, οὐχὶ μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλα τὰ ἔθνη. Ὑπάρχουν ὡς λέγετε, ἀνάγκαι χρηματικαί; Κάμετε οἰκονομίας, Κύριε ὑπουργέ. Δὲν δύνασθε; Πολὺ καλά! μίαν θεραπείαν λοιπὸν προσωρινὴν ἂς κάμωμεν. Σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος Πληρεξούσιος τῶν Πατρῶν «προεξοφλήσατε τὰς ὁμολογίας, τὰς ὁποίας ἔχετε, εἶναι 700,000 δραχμαὶ, καὶ ἰδοὺ μία πρόσκαιρος βοήθεια.» Θέλετε καὶ ἕτερον βοήθημα; κάμετε ὥστε νὰ πληρώνουν οἱ ἔμποροι ἐπὶ ἕνα ἢ δύω μῆνας μόνον ἐπὶ χεῖρας, περισσότερον δὲν εἶναι ἀνάγκη· μετ’ ὀλίγον θὰ ἔχωμεν τὴν σταφίδα, τοὺς δημητριακοὺς καρπούς· ἂς εἴπωμεν εἰς τοὺς ἐμπόρους σήμερον «εἶσθε καὶ σεῖς πατριῶται, κάμετε καὶ σεῖς αὐτὴν τὴν εὐκολίαν εἰς τὸ ἔθνος διὰ δύο μῆνας·» καὶ θὰ τὴν κάμουν. Τὸ μέτρον ὅμως αὐτὸ, ὅπως τὸ λαμβάνετε διαρκῶς, ἤγουν τὸ νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ εὐκολία αὕτη τῶν προθεσμιῶν διὰ παντὸς ἀπὸ τὸ ἐμπόριον, δὲν εἶναι ὀρθόν· ἐὰν ἦτο, ἐπαναλαμβάνω, διὰ δύω ἢ καὶ τρεῖς μόνον μῆνας, τὸ ἐννοῶ· ἀλλὰ νὰ ἔλθετε σήμερον ὅτε εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις καὶ οὐχὶ Νομοθετικὸν Σῶμα, ὅτε δὲν ἔχομεν συμβούλιον τοῦ κράτους, τὰ ὁποῖον νὰ προπαρασκευάζῃ τοὺς νόμους καὶ νὰ φέρῃ ἔργα καλῶς κατηρτισμένα, ὅτε ἐν ἔχομεν ὑπουργεῖον πέντε ἢ ἓξ μηνῶν, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ φέρῃ ὥριμόν τι ἔργον, στοχασθῆτε, ὅτι πράττομεν κακῶς, βλάπτομεν καιρίως τὸν τόπον. Ἐδῶ πρέπει νὰ λαμβάνωμεν μέτρα προσωρινὰ, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκηται περὶ ἐμπορίου, καὶ περὶ ἄλλων κλάδων ζωτικῶν τῆς κοινωνίας· μέτρα σπουδαῖα καὶ διαρκῆ πρέπει νὰ ληφθοῦν εἰς ἑτέραν ἐποχὴν, εἰς ἐποχὴν ὀργανικήν· σήμερον δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ μελετήσωμεν, δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ ἐπισπεύδωμεν τοσοῦτον τὰ πράγματα. Ἰδέτε ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον ὑπάρχει καὶ μία διάταξις καταργοῦσα τὸ μέτρον τῶν διπλῶν διασαφήσεων· εἶναι τοῦτο ὀρθόν; παντάπασιν. Ἡ ἀρετὴ πάσης διοικήσεως εἶναι ὁ ἔλεγχος. Ἐπαύσαμεν, εἴπατε, τὰς ὑγειονομικὰς ἀρχάς· ἀλλ’ ὑπάρχουν αἱ λιμενικαὶ, εἰς αὐτὰς ἃς δίδωμεν τὴν μίαν ἐκ τῶν δύω διασαφήσεων διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἔλεγχος. Θὰ γελάσῃ ὁ Εὐρωπαϊκὸς κόσμος, ὅταν ἴδῃ ὅτι ἐρχόμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν μίαν ἐγγύησιν σπουδαιοτάτην. Δὲν δύναμαι σήμερον νὰ ἐκταθῶ πλειότερον· ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ὀλέθριον, ἂν μάλιστα τὸ λάβετε διαρκῶς.
§63ΚΕΧΑΓΙΑΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ Κ. Χρηστίδου, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν εἶναι εἰς τὸ τέλος ἀλλ’ εἰς τὴν ἀρχὴν, θέλω ὅμως συζήτησιν στηριζομένην εἰς πράγματα καὶ οὐχὶ εἰς λόγους κενούς· λέγει, ὅτι τὸ ἐμπόριον πιέζεται διὰ τοῦ νέου μέτρου, ἐνῷ ἐπροστατεύετο διὰ τῶν προθεσμιῶν· περὶ τούτου δὲν ἀμφίβαλλον· ὀπαδὸς ὢν τῶν προθεσμιῶν ἔπρεπε νὰ τὰς ὑποστηρίξῃ, ἀλλ’ αἱ προθεσμίαι ἀφίνουν 60,000,000 καθυστεροῦντα, τὰ ὁποῖα ἐσφετερίσθησαν ὀλίγοι πρὸς βλάβην ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας. (Ἐπιδοκιμασίαι). Ἐὰν εἴχομεν τὰ 60,000,000 τὰ ὁποῖα ἐσφετερίσθη ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος, δὲν θὰ εὑρίσκετο ἡ ἐπικράτεια εἰς τοιαύτην στενοχωρίαν.
§64ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἀπὸ τὰς προθεσμίας αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τὸ Τελωνεῖον, ὁποῖαι καθυστερήσεις ὑπάρχουν;
§65ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οἱ ἀπολογισμοὶ δὲν εἶναι εἰσέτι τετελεσμένοι διὰ νὰ σᾶς εἴπω πόσα χρήματα ἐχάθησαν καὶ πόσα καθυστεροῦνται. Λέγω, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ περιστραφῇ εἰς πράγματα καὶ οὐχὶ εἰς λόγους, τὸ ἐμπόριον πιέζεται, λέγουν, διότι ἡ Συνέλευσις τοῦ ἀφαιρεῖ τὸ μέσον τοῦ νὰ ἔχῃ πίστωσιν παρὰ τοῦ Δημοσίου· εἰς τίνα δὲ ποσότητα, νομίζετε, ἀναβαίνει ἡ πίστωσις αὕτη; εἰς δραχ. 800,000· ἀξίζει λοιπὸν τὸν κόπον νὰ καταβιβάζητε τόσον τὸ ἐμπόριον;
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 4 ἑκατομμύρια.
§67ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι τὰ 4 ἑκατομμύρια ἐξωφλήθησαν εἰς διάστημα ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τριμηνίας εἰς τριμηνίαν, εἰς τὸ διάστημα δὲ αὐτὸ ἔμειναν μόνον ὀφειλόμενα περὶ τὰς 700,000 δραχμῶν· καὶ ὁ ἴδιος εἴπατε τώρα διὰ νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς ἀνάγκας νὰ προεξοφλήσωμεν τὰς Τελων. ὁμολογίας. Ἡ Τράπεζα, Κύριοι, διὰ νὰ ἴδητε πόσον τὸ ἐμπόριον δὲν θὰ συλλογισθῇ αὐτὰς τὰς τελευταίας πιστώσεις, ἡ Τράπεζα κατὰ τὰς καταστάσεις τὰς ὁποίας ἐδημοσίευσε τὴν 30 Ἰουνίου, ἤτοι χθὲς, ἔχει χορηγήσει εἰς τὸ ἐμπόριον 7,800,000 δραχ. πιστεύετε λοιπὸν, ὅτι ἐὰν τὸ δημόσιον στερήσῃ πίστωσιν 800,000 δραχμῶν καταστρέφεται τὸ ἐμπόριον; Μόνον τῆς Τραπέζης εἶναι 8,000,000 δραχ. ἀλλὰ τί εἶπεν ὁ Κ. Χρηστίδης; Ἐδῶ ἠθέλησεν, ἐπειδὴ ἐγὼ ἤμην ὑποδιοικητὴς τῆς Τραπέζης, ἐνόμισεν ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἔγινε διὰ νὰ ὠφεληθῇ ἡ Τράπεζα, τουτέστι νὰ προεξοφλήσῃ. Πρῶτον μὲν δὲν περιορίζεται ἡ προεξόφλησις εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ καὶ ὁ Κ. Χρηστίδης καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος δύναται νὰ προεξοφλήσῃ. Ἀλλὰ τὶ λέγει; Θὰ ζημιωθῇ τὸ δημόσιον διὰ τῆς προεξοφλήσεως αὐτῆς καὶ τοιουτοτρόπως θὰ γίνῃ ἀφορμὴ ὠφελείας εἰς τοὺς δανειστὰς, μὲ ἄλλους λόγους ὁ Κ. Χρηστίδης θεωρεῖ ἐπιζήμιον εἰς τοὺς ἐμπόρους νὰ δανείζωνται· ἐὰν τὸ δημόσιον δὲν προεξοφλήσῃ τὰς Τελων. ὁμολογίας, δὲν θὰ δανεισθῇ ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη; Θὰ δανεισθῇ ἐπὶ ὑποθήκῃ κτημάτων, ἐπὶ παραχωρήσει τῶν δικαιωμάτων τῆς Σμύριδος, καθὼς ἔκαμεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ δὲν πληρώνει τόκον τὸ δημόσιον; Βεβαίως πληρώνει, ὁ τρόπος τῆς ἐγγυήσεως διαφέρει, τὸ πρᾶγμα ὅμως ὑπάρχει, διότι καὶ κατὰ τοὺς δύω τρόπους τὸ δημόσιον πρόκειται νὰ ὑποστῇ μίαν ζημίαν, δηλ. νὰ πληρώσῃ τὸν τόκον τῶν Τελωνιακῶν ὁμολογιῶν· δὲν βλέπω λοιπὸν κατὰ τί θὰ ὠφεληθῇ τὸ δημόσιον, ἐὰν δὲν προεξοφλήσῃ τὰς Τελωνιακὰς ὁμολογίας. Σᾶς εἶπε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ 1859 ὅτε συνετάχθη ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1857 ἐφαίνοντο καθυστερήσεις ἐκ Τελωνιακῶν τοῦ ἔτους αὐτοῦ ἀναβαίνουσαι εἰς δραχ. 222,991. Ἠξεύρετε πόθεν προῆλθον αἱ καθυστερήσεις αὗται; Ὄχι ἀπὸ τὸ ἀληθὲς ἐμπόριον τῆς Σύρου, Πειραιῶς καὶ Πατρῶν· κρίνετε, Κύριοι, ἐὰν τῳόντι συνηγορεῖ ὑπὲρ τοῦ ἀληθοῦς ἐμπορίου, διότι ὑποπτεύομαι ὅτι συνηγορεῖ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες σκέπτονται πῶς νὰ μὴ πληρώσωσι τὰ πρὸς τὸ δημόσιον χρέη των; ἰδέτε, αὐτὴ ἡ κατάστασις μαρτυρεῖ «Ἐκ τῶν ὀφειλομένων ἀπὸ Τελωνιακὰ δικαιώματα τοῦ 1857 δραχ. 222,891, τὸ ἐμπόριον τῆς Σύρου οὐδὲν ὀφείλει, ἂν καὶ πλέον τοῦ 1 ἑκατομμυρ. ἐβεβαιώθησαν, ὡσαύτως αἱ Πάτραι καὶ ὁ Πειραιεὺς, ἐνῷ ἐν Ἠλείᾳ ἐβεβαιώθησαν ἐκ Τελωνιακῶν δικαιωμάτων περὶ τὰς 60 χιλ. δραχ. καὶ ἐξ αὐτῶν ὀφείλονται 40 χιλ. δραχ. ἐν Τριφυλίᾳ σχεδὸν ὅσα ἐβεβαιώθησαν». Ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ ἐμπορίου, Κύριε Χρηστίδη, συνηγορεῖτε.
§68ΛΟΝΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀφορμὴ εὐδαιμονίας εἰς τὸν τόπον.
§69ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν δέχομαι ὁ εἷς νὰ πληρώνῃ καὶ ὁ ἕτερος νὰ μὴ πληρώνῃ. Ὁ Κ. Χρηστίδης εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς διοργανώσεως, ἐγὼ δὲ ἀπαντῶ; ὅτι ἐὰν μία Συνέλευσις δὲν κόψῃ τὰς ῥίζας τῶν κακῶν ἕξεων, τὰς ὁποίας καθιέρωσε σύστημα τριάκοντα ἐτῶν, οὐδὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν εἰς τὸ μέλλον· καθὼς ἀπεδείχθη, Κύριοι, ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1857 αἱ καθυστερήσεις γίνονται ἀπὸ μόνον τοὺς μικρεμπόρους τῶν ἐπαρχιῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων συνηγορεῖ ὁ Κ. Χρηστίδης καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ πραγματικοῦ ἐμπορίου.
§70ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἀκόμη καθυστεροῦνται αὐτά;
§71ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅτε συνετάττετο ὁ ἀπολογισμὸς εἶχον παρέλθει δύο ἔτη καὶ ἐν τούτοις αὐτὴ ἡ καθυστέρησις ὑπῆρχε.
§72ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αὐτὸ συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἰδέας μας, ὅτι εἰς τὰς μεγάλας πόλεις εὐκολύνονται οἱ ἄνθρωποι.
§73ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔπειτα, Κύριοι, εἶπεν ἰδίως ὁ Κ. Λόντος ὅτι οἱ μικροὶ ἔμποροι πιέζονται διὰ τῆς καταργήσεως τῶν προθεσμιῶν· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι κατὰ τὸ ἰσχύον σύστημα οἱ εἰσάγοντες ἐμπορεύματα, τῶν ὁποίων τὰ δικαιώματα εἶναι κατώτερα τῶν 188 δραχ. δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῶν προθεσμιῶν· βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν μικρῶν ἐμπόρων, ἀλλὰ περὶ τῶν μεγαλεμπόρων, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ πληρώσουν μὲ προθεσμίαν.
§74ΛΟΝΤΟΣ. Μὲ 188 δραχ. δὲν φέρουν ἐμπορεύματα.
§75ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὴ τὰ λέγετε αὐτὰ Κύριε ὑπουργέ.
§76ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, ὅτι ἀπὸ τὰς 400 χιλ. δραχ. τὸ ¼ εἰσπράττεται εἰς μετρητά· βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ εὐτελὲς ποσὸν φθάνει εἰς 100 χιλ. δραχ. κατὰ μῆνα, ὥστε δὲν εἶναι λίαν εὐτελὲς τὸ ποσὸν τὸ ὑπὸ τῶν μικρῶν ἐμπόρων πληρωνόμενον. Ὁ Κ. Χρηστίδης συγκαταβατικῶς δέχεται διὰ μόνον τρεῖς μῆνας· ἂν τὸ περιορίσωμεν διὰ τρεῖς μῆνας μετ’ ὀλίγον καιρὸν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην, διότι ὡς ἠκούσατε ἴσως εὑρισκόμεθα εἰς δυσχερείας μεγάλας καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ 1863 ἔτους θὰ ἔχωμεν ἓν ἔλλειμμα ἀπὸ 12 ἑκατομμύρ. Ἂν προεξοφλήσωμεν τώρα τὰς Τελων. ὁμολογίας, δὲν θὰ ἔχωμεν ἐξ ὁμολογιῶν εἰσπράξεις τοὺς δύω ἑπομένους μῆνας τὸν Αὔγουστον καὶ 7βριον, διότι θὰ μᾶς λείψῃ ἡ πρόσοδος, ἂν ὅμως καταργήσωμεν τὰς προθεσμίας τότε θὰ ἔχωμεν τὰς τακτικὰς εἰσπράξεις, ὥστε δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος κατὰ τὸ διάστημα μιᾶς τριμηνίας θὰ ἔχωμεν διπλᾶς εἰσπράξεις ἀπὸ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν καὶ ἀπὸ τὰς ληφθείσας κατὰ τοὺς παρελθόντας τρεῖς μῆνας ὁμολογίας· ἂν παραδεχθῶμεν τὸ ἓν μέτρον καὶ ἀποῤῥίψωμεν τὸ ἕτερον, τίποτε δὲν θὰ κάμωμεν, διότι κατὰ τὸν ἑπόμενον μῆνα θὰ μᾶς λείψουν 400 χιλιάδες δραχμαί. Ἐὰν, Κύριοι, τὸ μέτρον αὐτὸ ὑπηγορεύετο ἀπὸ τὸν λόγον τῆς ἀνάγκης, ἴσως ἤθελον παραδεχθῆ τὴν ἐκφρασθεῖσαν γνώμην, ἀλλ’ ὡς σᾶς εἶπον, τὸ θεωρῶ πολὺ ὠφέλιμον διὰ τὸ ἐμπόριον.
§77ΛΟΝΤΟΣ. Ζωτικόν.
§78ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ θεωρῶ ὡς μέσον προλήψεως τῶν καταχρήσεων.
§79ΛΟΝΤΟΣ. Νὰ ὑπάρχουν βέβαια πέντε μόνον ἔμποροι, οἱ δὲ ἄλλοι νὰ γίνουν ἕρμαιον τῶν 5 ἐμπόρων. Αὐτὸ εἶναι ἐλευθερία.
§80ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐλευθερία εἶναι νὰ κάμῃ τις ὅ,τι θέλει χωρὶς νὰ βλάπτῃ τὸν ἄλλον· ἄλλως νὰ σφετερίζηται ὁ εἷς τοὺς δημοσίους φόρους καὶ ὁ ἕτερος νὰ πληρώνῃ, αὐτὸ δὲν λέγεται ἐλευθερία, ἀλλ’ αὐθαιρεσία καὶ κατάχρησις· ἐλευθερίαν ἐννοῶ τὴν ἰσότητα. Δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω ἕν τι, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἰδίως τὸν Κ. Χρηστίδην· ὁ Κ. Χρηστίδης εὑρεθεὶς εἰς τὴν ἀνάγκην εἰς πολλὰς περιστάσεις διὰ νὰ εἰσπράξῃ τὰ καθυστεροῦντα ἀπεφάσισε νὰ καταθλίψῃ τῳόντι τοὺς ὀφειλέτας καὶ διὰ τοῦτο τῷ ἀπεδόθη τὸ Ταμιευτικὸν πνεῦμα, ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως αὐτὸ δὲν θὰ τὸ κρίνω ἐγώ, τὸ ἀφίνω νὰ τὸ κρίνῃ ἡ ἱστορία, ἀφοῦ δὲ τῷ ἀπεδόθη τὸ πνεῦμα τοῦτο δὲν ἐννοῶ πῶς ἔρχεται νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῶν εὐκολιῶν καὶ πιστώσεων τοῦ ἐμπορίου καὶ μάλιστα ἐκείνου τοῦ εἴδους, τὸ ὁποῖον πρὶν κατέδειξα· προτιμώτερον ἦτο, Κύριοι, νὰ μὴν ἐχορηγοῦντο προθεσμίαι καὶ νὰ ἐπληρώνοντο ὅλοι οἱ φόροι ἀμέσως παρὰ νὰ εὑρίσκεται εἰς θέσιν πολλάκις τὸ Δημόσιον νὰ δαπανᾷ εἰς τὴν καλύβην καὶ αὐτὰ ὡς λέγουν τὰ τεντζερέδια τῶν ὀφειλετῶν.
§81ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. (Διάλογοι ταραχώδεις μεταξὺ Α. Χαραλάμπη καὶ Καλαμίδα).
§82Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις αὐτὴ, Κύριε Πρόεδρε.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
§84ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὕστερον ἀπὸ τοιαῦτα ἀτυχῆ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔφερε τὸ σύστημα τῶν προθεσμιῶν καὶ τῶν πιστώσεων καὶ τὰ ὁποῖα ἀφῆκαν καθυστεροῦντα 60,000,000 δραχμῶν τὰ ὁποῖα εἶμαι βέβαιος μίαν ἡμέραν θέλουσι σβυσθῆ ἀπὸ τὰ δημόσια κατάστιχα (τὸ λέγω μὲ λύπην μου), εὑρίσκονται ἄνθρωποι ἐπιθυμοῦντες τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ αὐτοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταστραφῇ καὶ δι’ ἄλλον οὐσιώδη λόγον, διὰ νὰ μὴ δύναται μία Κυβέρνησις νὰ πιέζῃ τὸν λαὸν κατὰ τὸν καιρὸν τῶν ἐκλογῶν, ἤτοι διὰ νὰ λείψῃ ἡ ἀπειλὴ τοῦ Ταμία πρὸς τὸν πολίτην, ὅτι ἂν δὲν ψηφοφορήσῃ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις θέλει, θὰ φυλακισθῇ. Ὅσον θέλετε, γράφετε ἐλευθερίας εἰς τὸν χάρτην, αὗται οὐδέποτε ἀποβαίνουσι πραγματικαί, ὅταν ὁ λαὸς ᾖναι ἐπιφορτισμένος μὲ τόσον σημαντικὸν χρέος. Δὲν ἠξεύρω, Κύριε Χρηστίδη, ἂν ὑμεῖς περιελθόντες ὅλην τὴν Εὐρώπην ἴδετε εἰς κἀνὲν μέρος αὐτῆς νὰ ᾖναι τὸ Δημόσιον πιστωτὴς τῶν πολιτῶν· ἀπεναντίας οἱ πολῖται εἶναι πιστωταὶ τοῦ Δημοσίου καὶ οὐδέποτε τὸ Δημόσιον· μόνον εἰς τὴν Τουρκίαν ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα αὐτό. Καὶ οἰκονομικῶς λοιπὸν ἐξεταζόμενον καὶ πολιτικῶς, ἂν θέλωμεν πραγματικῶς νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας, εἶναι καταδικαστέον τὸ σύστημα τῶν προθεσμιῶν, πρέπει νὰ κοπῇ πᾶσα σχέσις δοσοληψίας μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ πολίτου· ἐνόσῳ ὁ πολίτης εἶναι ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον, ἂς μὴ πιστεύσωμεν ποτε, ὅτι θέλει δυνηθῆ νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμά του κατὰ πεποίθησιν. Τὸ Δημόσιον τῳόντι εἰς τὸ διάστημα τῶν 30 ἐτῶν μετῆλθεν ὄχι μόνον τὸν δανειστὴν ἀλλὰ καὶ τὸν ἔμπορον καὶ τὸν τραπεζίτην καὶ τὸν κτηματίαν· ἀλλ’ ὅλοι γνωρίζομεν, ποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα· ὅλα τὰ ἐθνικὰ κτήματα κατεστράφησαν καὶ μόνος ὁ πολιτικὸς σκοπὸς ἐξεπληρώθη, τὸ νὰ πιέζῃ τὸν λαὸν τὸν καιρὸν τῆς ἐξασκήσεως τῶν δικαιωμάτων του· προεῖπον ὅτι τὰ ἐθνικὰ κτήματα κατεστράφησαν διαχειριζόμενα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ, ἐὰν τὰ παρεχώρει εἰς ἰδιώτας, ἤθελον εὑρίσκεσθαι εἰς ἀκμαίαν κατάστασιν· ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐκποιηθῶσι κτήματα ἢ νὰ ἐνοικιασθῶσι πρόσοδοι, πάντοτε παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις τὰς πιστώσεις καὶ διὰ τοῦτο ἀναδεικνύονται ἀγορασταὶ οἱ ἐνοικιασταὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον κατὰ νοῦν νὰ μὴ ἐκπληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις των. Εἶμαι λοιπὸν ἐχθρὸς ἀδιάλλακτος πάσης προθεσμίας χορηγουμένης ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς πολίτας. Εἶπεν ὁ Κύριος Χρηστίδης, ὅτι ὅλοι οἱ φόροι πληρώνονται μὲ προθεσμίας· δὲν εἶναι ἀληθές· ἂν δὲν πληρώνουν ἐγκαίρως, τοῦτο προέρχεται ἀπὸ τὴν ὀλιγωρίαν τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν εἴσπραξιν ὀργάνου καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν Νόμον, ἀπὸ κατάχρησιν, ἥτις οὐδέποτε δύναται νὰ θεωρηθῇ νόμιμος. Ὅλοι οἱ ἔμμεσοι φόροι πληρώνονται ἀμέσως, ὅπως τοῦ χαρτοσήμου καὶ τοῦ ἅλατος, τὰ δὲ Τελωνιακὰ δικαιώματα εἶναι ἔμμεσοι φόροι, πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ μὴ πληρώνονται, ὅπως ὅλοι οἱ ἔμμεσοι φόροι, τοὐτέστι νὰ καταβάλλωνται ἀμέσως; Νομίζω, Κύριοι, περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω πλειότερον εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς καταργήσεως τῶν προθεσμιῶν· ὡς πρὸς δὲ τὴν κατάργησιν τῶν διπλῶν διασαφήσεων, εἶπον, ὅτι τοῦτο ὑπηγορεύθη ἀπὸ λόγον εὐκολίας πρὸς τοὺς ἐμπόρους· ἐὰν ὅμως ὁ Κ. Χρηστίδης καὶ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, οἵτινες ἔχουν πεῖραν περισσοτέραν (διότι ἐγὼ καθὼς ἠξεύρετε 8 ἡμερῶν ὑπουργὸς εἶμαι) δὲν συμφωνοῦσιν, ἐγὼ δὲν ἐπιμένω· ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος εἶναι εἰς καλλιτέραν κατάστασιν νὰ εἴπῃ, ἂν ἡ διπλῆ διασάφησις χρησιμεύῃ ἢ ὄχι· ἐγὼ ἔχω τόσην ὑπόληψιν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Κύριον Κουμουνδοῦρον, ὥστε ἂν εἴπῃ ὅτι αὐτὸ τῳόντι εἶναι ἔλεγχος νὰ μὴ γίνῃ, ἂν ὅμως χρησιμεύῃ διὰ νὰ παρενοχλῶνται μόνον οἱ ἔμποροι, θεωρῶ περιττὰς τὰς διασαφήσεις.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐφωτίσθη;
§86ΚΑΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐξαγωγήν; ἐπειδή..... (θόρυβος).
§87ΚΕΧΑΓΙΑΣ (Ὑπουρ. Οἰκονομ.). Ἠξεύρετε ὅτι ὁ φόρος ἰδίως τῆς Σταφίδος πληρώνεται ἀμέσως, μένει τὸ τελωνιακὸν δικαίωμα· ἀλλ’ ἠξεύρετε εἰς πόσον περιωρίσθη; εἰς 2% ὥστε εἶναι ἀσήμαντον τὸ ποσὸν τοῦ τελωνιακοῦ δικαιώματος διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἐμπορευμάτων, διὰ τοῦτο ἔκαμα πολὺν λόγον περὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς εἰσαγωγῆς· ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς ἐξαγωγῆς, βεβαιωθῆτε ἤθελα σκεφθῇ πολὺ, ἀλλὰ διὰ τοῦτο τὸ ἐθεώρησα πάντῃ περιττόν.
§88ΚΑΛΟΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ βαλανιδίου, τῆς μετάξης καὶ τοῦ σίτου.
§89ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἀλλ’ αὐτῶν ὁ φόρος πληρώνεται ἀμέσως, τὰ ἄλλα εἶναι 2%, εἶναι ἀσήμαντον.
§90ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ σᾶς ἐρωτήσω;
§92ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὄχι δὰ, ἔχω ἕν προσωπικόν· (ἀναβαίνει ἐπὶ τοῦ βήματος).
§93ΤΙΝΕΣ. Ἀρκεῖ.
§94ΖΕΡΒΑΣ. Ἐξαιρέσεις δὲν ὑπάρχουν, Κ. Πρόεδρε, αὐτὴ εἶναι κατάχρησις. Λοιπὸν διαμαρτύρομαι.
§95ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἶναι προσωπικὸν, Κύριοι.
§96ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τότε θὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον διὰ προσωπικά.
§97ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Λάβετέ τον.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μαυρομμάτη, ἔχετε τὸ λόγον· παραχωρεῖτε εἰς τὸν Κύριον Χρηστίδην;
§99ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Μάλιστα.
§100ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν, ἐτελείωσεν. Ὁ ἔντιμος Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ποῦ εἶναι παρακαλῶ;
§101ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ ΤΙΝΕΣ. Ἐδῶ.
§102ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ ἔντιμος Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ὡμίλησε, Κύριοι, μὲ τόσον στόμφον καὶ ἐνθουσιασμὸν, ὥστε ἐκινδύνευσε καὶ ἐμὲ νὰ ἀποπλανήσῃ. Σᾶς ἔφερε εἰς τὸ μέσον τὸ καθυστέρημα τῶν 60,000,000, καὶ σᾶς εἶπεν, ἂν δὲν εἴχετε τὸ σύστημα τῶν προθεσμιῶν, αὐτὰ τὰ 60,000,000, τὰ ὁποῖα ἔφαγαν οἱ μεγάλοι καὶ ὄχι οἱ μικροὶ, δὲν ἤθελον καθυστερήσει. Καὶ ἐγὼ ἐξέτασα, Κύριοι, ὡς ὑπουργὸς αὐτὰ τὰ 60,000,000, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι διόλου δὲν ἔχει ἡ ὑπόθεσις, ὅπως σᾶς τὴν παρέστησαν. Ἐὰν ἀνεγίνωσκεν ὁ Κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν ἀναγνώσητε καὶ ὑμεῖς τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ ὑπέβαλον εἰς τὰς Βουλὰς, ἤθελε πληροφορηθῆ, ὅτι ἡ καθυστέρησις αὐτῶν δὲν εἶναι ἕνεκα τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπεν, ἀλλ’ ἕνεκα ἄλλων, τοὺς ὁποίους παρουσιάζει κάθε Κράτος ἀρτισύστατον καὶ πτωχόν. Ἔρχομαι τώρα εἰς ἕν τι προσωπικώτερον· Σᾶς εἶπεν ὡς ἔγγιστα ὁ Κ. Ὑπουργός· «αὐτὸς, ὅστις ὁμιλεῖ τώρα περὶ ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου μὲ τόσον ἐνθουσιασμὸν, ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐτυράννησε ἄλλοτε τὴν Ἑλλάδα, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεδόθη εἰς αὐτὸν τὸ ὄνομα «ταμιευτικὸς.» Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς σᾶς εἶπε προσέτι, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του· «ὁ προαγορεύσας ἐξέφρασε λόγους κενοὺς, κλπ.» Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι τόσον ὀλίγον κοινοβουλευτικὰς ἐκφράσεις μετεχειρίσθη ὁ Κύριος Ὑπουργός· δὲν εἶναι ὅμως τόσον ἀξιοκατάκριτος, διότι δὲν ἔχει ἀκόμη τὴν ἕξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου, θὰ ἔλθῃ βεβαίως ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν δὲν θὰ μεταχειρίζεται αὐτὰς τὰς ἐκφράσεις· εἶναι τῳόντι ὀλίγον σκανδαλῶδες, ἐνῷ αἱ τρίχες του εἶναι πλέον μαῦραι ἀπὸ τὰς ἐδικάς μου, νὰ φρονῇ, ὅτι ἠξεύρει, ἢ εἶδε περισσότερα· ὅ,τι ὅμως ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι ὁ Κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἔπρεπε νὰ φέρῃ εἰς τὸ βῆμα λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν ἠξεύρει πόθεν τοὺς συνέλεξεν. Πᾶς Ὑπουργὸς, ὅστις ἀναβαίνει εἰς τὸ βῆμα καὶ ὁμιλεῖ, ὑποτίθεται, ὅτι, ὅσα λέγει, εἶναι ἀληθῆ, πηγάζοντα ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς καταχωρήσεως, ὅπου ἐναποτίθενται αἱ ἐπίσημοι, αἱ ἀληθεῖς πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας. (θόρυβος). Κύριοι, ὄχι μόνον δὲν ἐστάθην ταμιευτικὸς ὑπὸ τὴν ἔποψιν, τὴν ὁποίαν λέγει ὁ Κύριος Ὑπουργὸς καὶ ἐννοεῖ ὅλος ὁ Κόσμος, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἐστάθην ὁ ἄνθρωπος τοῦ συστήματος τῶν παραχωρήσεων, καὶ ἂν ᾖναι ἁμάρτημα τὸ νὰ συνέπραξέ τις εἰς αὐτὰς τὰς συγκαταβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγέννησαν τὰς καθυστερήσεις, δέχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ἔχω δι’ αὐτὸ τὸ μέρος μου. Τόσον εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐστάθην ταμιευτικὸς, ὥστε ἄφινα κατ’ ἔτος καθυστερήματα 3,000,000, 3,600,000, 3,900,000. Εἶναι βέβαιον, Κύριοι, καὶ προκαλῶ τὸν Κύριον Ὑπουργὸν νὰ ὑπάγῃ νὰ φέρῃ εἰς αὐτὴν τὴν Συνέλευσιν μίαν ἐναντίαν ἀπόδειξιν, ναὶ, εἶναι βεβαιότατον, ὅτι εἰς τὰς ἡμέρας μου δὲν ἐπωλήθη οὔτε κόττα, οὔτε αὐγὸν, οὔτε κλίνη, οὔτε σῖτος τοῦ γεωργοῦ. Προκαλῶ τὸν Κύριον Ὑπουργὸν ἐπισήμως νὰ ἀνερευνήσῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα καὶ νὰ φέρῃ ἐδῶ μίαν πώλησιν τοιαύτην. Δὲν κατηνάγκασα, Κύριοι, ποτὲ τὴν εἴσπραξιν, ὁσάκις ἔβλεπα ὅτι αὐτὴ ἡ εἴσπραξις ἔμελλε νὰ φέρῃ ζημίαν ἐπαισθητὴν εἰς τὸν φορολογούμενον χωρὶς νὰ φέρῃ οὐσιώδη ὠφέλειαν εἰς τὸ δημόσιον· νὰ πωλήσω τὸν σῖτον, τὸ πρόβατον, τὸν ὄνον, τὸ σκεῦος τοῦ γεωργοῦ, τοῦ πολίτου, ποτὲ δὲν τὸ ἔκαμα, Κύριοι, καὶ ἐπανειλημμένως προκαλῶ τὸν Κύριον ὑπουργὸν δημοσίᾳ νὰ φέρῃ μίαν μόνον πρᾶξιν τοιαύτην καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς τριετοῦς ὑπουργίας μου. Ναὶ, Κύριοι, ἓν κακὸν ἔπραξα καὶ ἐγὼ, καὶ ἠξεύρετε ποῖον; περιώρισα τὰς δαπάνας τοῦ κράτους εἰς 14,250,000 περίπου καὶ δι’ αὐτῆς τῆς οἰκονομίας κατώρθωσα εἰς τὰ 1851 νὰ ἀφήσω περίσσευμα εἰς μετρητὰ 341000 δραχμὰς, εἰς τὰ 1852, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τῆς σταφίδος, 147,800 δραχμὰς, εἰς δὲ τὰ 1853, 991000. Εἶχα ἀκόμη, Κύριοι, καὶ ἓν ἄλλο πνεῦμα ταμιευτικὸν, καὶ αὐτὸ ἦτον ὅτι δὲν ἄφινα νὰ κλέπτῃ κἀνεὶς, οὔτε νὰ ἐξοδευθῇ τίποτε περιττὸν, καὶ ἐντεῦθεν ὕψωσαν φωνὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὠφελοῦντο ἄλλοτε, κατὰ τοῦ ταμιευτικοῦ μου πνεύματος, δηλ. τοῦ πνεύματος τῆς φειδοῦς, ἤτοι τοῦ πνεύματος τῆς ὀρθῆς οἰκονομίας ἑνὸς Κράτους. Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, ὕστερον ἀφ’ ὅσα σᾶς εἶπα, πῶς ὁ Κ. ὑπουργὸς ἔῤῥιψεν εἰς τὸ μέσον μίαν τοιαύτην φράσιν, χωρὶς νὰ μελετήσῃ προηγουμένως τὶ ἐσκόπει νὰ εἴπῃ.
§103ΥΠΟΥΡ. ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἄλλοι τὸ εἶπον.
§104ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀλλὰ πῶς τὸ ἐπαναλαμβάνετε ὑμεῖς ἀπὸ τοῦ βήματος, Κ. ὑπουργέ; Μίαν παρατήρησιν, Κύριοι, θὰ προσθέσω. Ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐσύγχυσε, νομίζω, δύω ζητήματα ἀπ’ ἀλλήλων οὐσιωδῶς διακεκριμένα. Ἐσύγχυσε τὰς καθυστερήσεις τῶν ἄλλων ἀντικειμένων μὲ τὰς καθυστερήσεις τῶν τελωνιακῶν φόρων καὶ σᾶς ἔφερε, δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον καὶ τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς, σᾶς ἔφερε 200 χιλ. δραχμῶν καθυστέρημα τοῦ 1857· ἀλλὰ διατί δὲν σᾶς ἔφερεν τοιαῦτα καθυστερήματα τοῦ 56, τοῦ 55, τοῦ 54; Καθόσον ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅταν ποτὲ ἐξέτασα καὶ ἐγὼ ποῖα εἶναι τὰ τελωνιακὰ καθυστερήματα τῆς Σύρου, εὗρον ὅτι δὲν ὑπερέβαινον τὰς δύω χιλιάδας δραχμὰς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Τὰ τελωνιακὰ δικαιώματα, ἐὰν ποτὲ δὲν ἐπληρώθησαν, καὶ ὅπου δὲν ἐπληρώθησαν, πταίουν οἱ ὑπάλληλοι. Τὶ ἐπιχείρημα εἶναι, Κ. ὑπουργὲ, ἐὰν εἷς ὑπάλληλος εἰς τὰς Ἀθήνας, εἰς τὰς Πάτρας, ἢ ἀλλαχοῦ δὲν εἰσέπραξε τὰ τελωνιακὰ δικαιώματα, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὸ προνόμιον νὰ λαμβάνῃ τὰ χρήματα εἰς πᾶσαν περίστασιν, καὶ ὅταν ἀκόμη χρεωκοπήσῃ ὁ ἔμπορος; Πᾶσα καθυστέρησις εἶναι ἀδικαιολόγητος καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ ὡς ἐπιχείρημα. Ὅταν ἕνας ταμίας πάρῃ τὸ ταμεῖον καὶ φύγῃ, εἶναι ἐπιχείρημα ἰσχυρὸν νὰ μὴ ὑπάρχουν διὰ τοῦτο ταμεῖα εἰς τὴν Ἑλλάδα; Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιχείρημα. Ἀπὸ τελωνιακὰ δικαιώματα καθυστέρησις δὲν ὑπάρχει, διότι καὶ ὅταν ἀκόμη πτωχύνῃ ὁ ἔμπορος, ὡς προεῖπον, τὸ δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ κατὰ προτίμησιν παντὸς ἄλλου δανειστοῦ τὸ ἰδικόν του· ὥστε ἐὰν ποῦ συνέβη ἢ συμβαίνῃ τοιαύτη καθυστέρησις, θὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι συγκατάβασις τοῦ ὑπαλλήλου ἀξιοκατάκριτος, καὶ ἀντὶ νὰ φέρετε τὸ ζήτημα ἐδῶ, Κ. ὑπουργὲ, ἐχρεωστούσατε νὰ τιμωρήσετε μᾶλλον τὸν πταίσαντα ὑπάλληλον. Δὲν ἔρχομαι εἰς τὴν ἄλλην θεωρίαν, Κ. ὑπουργὲ, τὴν ἀφορῶσαν τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας· τὰ αὐτία μου περιβομβοῦσιν ἀπὸ ἐλευθερίας. Μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ ἐγὼ ἐστάθην ἕνας ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ὡμίλησαν ὑπὲρ ἐλευθεριῶν καὶ ὑπέφερον μάλιστα χάριν αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὡς ὑμεῖς, ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστοι αἱ ἐλευθερίαι μὲ τὰς πιστώσεις. Μὲ πιστώσεις ἤρχισαν, Κύριε ὑπουργέ, ὅλαι αἱ ἐμπορικαὶ πόλεις· αὐτὴν τὴν Σύρον ἐξετάσατε καὶ θέλετε εὕρει, ὅτι, ὅταν ἦλθον καὶ κατῴκησαν εἰς αὐτὴν οἱ ἔμποροι, τινὲς ἐξ αὐτῶν δὲν εἶχον ἴσως οὔτε δέκα λεπτὰ ὡς κεφάλαιον, τινὲς ἤρχισαν πωλοῦντες γλυκύσματα, καὶ μετ’ ὀλίγον ἔγειναν μεγαλέμποροι· τοῦτο σημαίνει ὅτι ἤρχισαν τὰς ἐπιχειρήσεις των ἀπὸ πιστώσεις τοῦ Λονδίνου καὶ ἄλλων πόλεων. Αἱ πιστώσεις ῥητῶς τῶν Ῥάλλιδων συνέτρεξαν τὰ μέγιστα εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς Σύρου. Ἐὰν καθιεροῦτο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἐκθειάζετε, ἤγουν νὰ μετροῦν πρῶτον χρήματα καὶ ἔπειτα ν’ ἀγοράζουν ἐμπορεύματα ἢ κτήματα, οὔτε τὸ ἐμπόριον τῆς Σύρου καὶ τῶν Πατρῶν ὑπῆρχεν, οὔτε ἡ Ἠλεία ἐγίνετο κατάφυτος, ἡ Ἠλεία, λέγω, ὅπου παράγονται κατ’ ἔτος σταφίδων 15–17 ἑκατομμύρια λίτραι, καὶ ἤθελον εἶσθαι σήμερον ἐδῶ καὶ ἐκεῖ πάμπτωχοι ἄνθρωποι. Τὸ σύστημα τῶν ἐλευθεριῶν, Κύριε ὑπουργὲ, συμβιβάζεται κάλλιστα μὲ τὸ σύστημα τῶν πιστώσεων. Ἐὰν θέλετε νὰ κάμετε τοὺς Ἕλληνας ἐλευθέρους ἄνευ πιστώσεων, εἶναι σύστημα ὀλέθριον. Θέλετε νὰ πεινάσουν οἱ Ἕλληνες, νὰ μείνουν πτωχοὶ; ἀκολουθήσατε τὸ σύστημα τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἔχω ὅλως διόλου ἐναντίον φρόνημα· «ἀρχὴ καὶ τέλος πίστωσις·» ἰδοὺ τὸ σύνθημά μου. Αἱ ἐλευθερίαι μὲ τὰς πιστώσεις ἀναπτύσσονται καὶ παγιοῦνται.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐφωτίσθητε.
§106ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὅσοι νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις, παρακαλεῖσθε νὰ σηκωθῆτε· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἐφωτίσθη. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο, νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§108ΤΙΝΕΣ. Δὲν παρεδέχθη· θὰ τεθοῦν εἰς ψηφοφορίαν αἱ τροπολογίαι πρῶτον.
§109ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερά). Ἐτελείωσεν.
§110Α. Χ. ΛΟΝΤΟΣ. Μὴ νομίσῃ κἀνεὶς ὅτι ὡμιλήσαμεν δι’ ἄλλους λόγους, εἰμὴ ἐκπληροῦντες ἓν καθῆκον ἀπέναντι τῆς συνειδήσεως, καὶ ἐπειδὴ ἔγεινε τόσος λόγος, καὶ ἀκόμη ἤθελε προβῆ ἡ συζήτησις καὶ ἐκ μέρους μου, διότι ἀνήκω εἰς μίαν ἐμπορικὴν πόλιν, καὶ εἰξεύρω πῶς γίνεται τὸ ἐμπόριον, ἐνόμισα ὅτι κἄτι τι ὡς πόρισμα ἔπρεπε νὰ φερθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§111ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἤμην κατὰ τοῦ ἄρθρου, ὅταν ἠρωτήσατε, Κ. Πρόεδρε, τὴν Συνέλευσιν ἐὰν παραδέχεται τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσετε ἐὰν ἔχῃ κανεὶς τροπολογίας (Θόρυβος).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον κανὲν συμφέρον, ἐὰν ἐπροτείνετο καμμία τροπολογία, ἀλλὰ κανεὶς δὲν ἐπαρουσίασε τοιοῦτον ἔγγραφον. Ἀνεγνώσθη τὸ δεύτερον ἄρθρον.
§113ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ Κ. Πρόεδρος, ὁ διευθύνων τὴν συζήτησιν, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον κατ’ αὐτὴν νὰ διατυπώσῃ καὶ τὰ θέματα. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ συζήτησις περιεστράφη εἰς τροπολογίας, ὁ Κ. Πρόεδρος ἔπρεπεν ἢ νὰ θέσῃ ὁ ἴδιος θέματα περὶ αὐτῶν, ἢ νὰ προσκαλέσῃ τοὺς ἀγορεύσαντας νὰ φέρουν τὰς τροπολογίας των.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλάκις ὁ Κ. Μίλησης ἐζήτησε νὰ μὲ διδάξῃ τὰ δικαιώματά μου. Ἀπαντῶ δεκάτην φορὰν, ὅτι ὁμολογῶ ὅτι εἶναι δικαίωμά μου, καθῆκόν μου· ἔπρεπε νὰ προσέξῃ περισσότερον νὰ ἴδῃ, ὅτι, ὅταν οἱ ἄλλοι οἱ ἀγορεύοντες, δὲν θεωροῦν ἄξιον μετὰ τὴν ἀγόρευσιν νὰ ἐπιμείνουν πολὺ εἰς τὴν γνώμην των καὶ νὰ κάμουν πρότασιν, δύναται νὰ τὸ κάμῃ τὸ Προεδρεῖον· ἀλλ’ ὅ,τι δύναται, δὲν δύναται νὰ τῷ ἀποδοθῇ ὡς ἔγκλημα, ἐὰν δὲν τὸ ἔκαμε. Λοιπὸν λυποῦμαι ὁ Κ. Μίλησης ἐν τῷ μέσῳ τοιούτων φωνῶν ν’ ἀπαιτῇ τοιαύτας λεπτότητας. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ κάμω θέμα ἴδιον, προσκαλῶ δὲ ὅσοι θέλουν νὰ θέσουν τροπολογίας, νὰ θέσουν.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔκαμα τροπολογίαν, οὔτε θέλω νὰ κάμω, διότι εἶμαι κατὰ τοῦ ἄρθρου, θέλω νὰ πέσῃ τὸ ἄρθρον.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεγνώσθη τὸ ἄρθρον, τώρα θὰ σᾶς ἐρωτήσω, ὅσοι παραδέχονται αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ὅπως εἶναι, νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἐγένετο δεκτόν.
§117ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κύριοι, δύο λέξεις· ἡ δευτέρα διασάφησις περιέχει μίαν ἐγγύησιν· ὁ Κ. ὑπουργός....
§118ΤΙΝΕΣ. Τὴν ἀποσύρει.
§119ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ· ἀφῆτε νὰ ἐξηγηθῶ. Ἀφοῦ κατηργήθησαν αἱ πλεῖσται ὑγειονομικαὶ ἀρχαὶ, ὁ Κ. ὑπουργὸς βεβαίως, ἀφοῦ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὑπεχρεοῦτο ὁ φορτωτὴς τὴν διασάφησιν νὰ παραδίδῃ εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ἀρχὴν, αὐτὴ ἡ ἀρχὴ καταντᾷ νόμος ἄχρηστος. Οὐχ ἧττον ὅμως, ἐπειδὴ διὰ μιᾶς διασαφήσεως, εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀπειρία καταχρήσεων, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα διασάφησις. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ὑγειονομικαὶ ἀρχαὶ δὲν ὑφίστανται, συνέταξα μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι αὕτη· «Ὅπου δὲν ὑφίστανται τελωνιακαὶ ἀρχαὶ, ἡ δευτέρα τῶν διασαφήσεων θέλει παραδίδεσθαι εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἐν τῷ τόπῳ δημοσίαν ἀρχὴν, καὶ τοιαύτης μὴ ὑπαρχούσης, εἰς τὴν δημοτικὴν, διὰ νὰ διαβιβάζῃ ταύτας κατὰ τὰ κανονισμένα εἰς τὸ ὑπουργεῖον.» Ἡ δευτέρα διασάφησις εἶναι πολὺ ἀναγκαία· ὑποθέτω ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς δὲν ἔχει κἀμμίαν ἀντίῤῥησιν.
§120ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μίαν μόνον παρατήρησιν κάμνω εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Μαυρομμάτη, ὅτι ἀντὶ τῆς λέξεως «δημοσία» νὰ τεθῇ «διοικητικὴ», διότι ὅλαι εἶναι δημόσιαι.
§121ΖΕΡΒΑΣ. Ἡμεῖς πάντοτε κατεκρίναμεν τὴν γραφειοκρατίαν, λοιπὸν τὰ πολλὰ ἔγγραφα δὲν συντελοῦν εἰς τὰς ἐγγυήσεις· καὶ 4 διασαφήσεις ἂν κάμετε, ὅταν ὁ Τελώνης θελήσῃ, δύναται νὰ καταχρασθῇ, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι μᾶλλον περιπλοκὴ εἶναι τοῦτο παρὰ εὐκολία, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω συμφώνως μὲ τὸν νόμον.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παραιτεῖται τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καὶ παραδέχεται τὴν τροπολογίαν τὴν γενομένην παρὰ τοῦ Κ. Μαυρομμάτη· οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν προσκαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)· παρεδέχθη. Ἀνεγνώσθη τὸ τέταρτον ἄρθρον. Ὅσοι εἶσθε σύμφωνοι, νὰ σηκωθῆτε, (ἐγείρονται ἅπαντες) παρεδέχθη. Τὸ πέμπτον ἄρθρον λέγει, ὅτι πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ παρὸν καταργεῖται· ὅσοι παραδέχονται καὶ τοῦτο νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ἅπαντες) παρεδέχθη.
§123ΕΥΘ. ΚΕΧΑΓΙΑΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, λάβετε τὴν καλοσύνην νὰ ἐπιψηφίσητε τὴν πίστωσιν τοῦ Ἰουνίου. Ἠξεύρετε, ὅτι ἐκτὸς ὅτι ἔληξεν ὁ μὴν, ἀλλὰ καὶ πληρωμαὶ ἐγένοντο. Τὸ ποσὸν ἀναβαίνει εἰς 1,829,559, εἶναι τὸ δωδέκατον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος.
§124ΠΟΛΛΟΙ. Ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἐὰν τὸ θεωρῆτε κατεπεῖγον. Ὅσοι συμφωνεῖτε παρακαλῶ νὰ σηκωθῆτε (ἐγείρονται πλεῖστοι)· παρεδέχθη. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πίστωσιν παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ἅπαντες)· ἐγένετο δεκτή. Χρεωστῶ, Κύριοι, νὰ σᾶς ὑποβάλω, ὅτι πολλαὶ αἰτήσεις μοὶ ἐγένοντο περὶ ἀδειῶν, σήμερον μόνον εἶναι 10.
§126ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ μὴ δοθῇ εἰς κᾀνένα ἄδεια.
§127ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Πολλοὶ ἔλαβον δὶς καὶ τρὶς ἀδείας, οἱ ἄλλοι δὲν ἔλαβον παντάπασιν· ὅσοι εἶναι ἐν ἀδείᾳ, νὰ προσκληθῶσι νὰ ἐπανέλθουν.
§128ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσεκλήθησαν καὶ τηλεγραφικῶς καὶ ἐγγράφως.
§130ΔΑΓΡΕΣ. Ἂν ἔχωμεν σκοπὸν νὰ συζητῶμεν, καὶ μετὰ τὰ λυπηρὰ συμβάντα, τὰ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενα, ὅπως τὰ ἐσυζητήσαμεν μέχρι τοῦδε, τὰ μετριώτερα ζητήματα νὰ τὰ μεταβάλωμεν εἰς κομματικὰ, προτιμώτερον νὰ διακοπῇ ἡ Συνέλευσις, νὰ διαλυθῇ.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. Ὥρα 3 καὶ ¼ μ. μ.
Ὁ Πρόεδρος
ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ.
Οἱ Γραμματεῖς Α. Σωμάκης, Χ. Γερογιάννης.