1863.06.12
1.496 στίχοι · 12.347 λέξεις · 159 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΚΑʹ.
Τῆς 12 Ἰουνίου 1863.
(Τετάρτη)
Ὥρα 9. Π. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι!
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητοῦν ἄδειαν ἀπουσίας οἱ ΚΚ. Παππαγεωργίου δεκαπενθήμερον καὶ Μουσοῦρος τριακονθήμερον.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ δοθῇ.
§5ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, τὸ φρουραρχεῖον σήμερον διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητηρίου ἔγραψε πρὸς τὸ φρουραρχεῖον τῆς Συνελεύσεως, εἰδοποιοῦν αὐτὸ, ὅτι ἐπειδὴ μέρος τῆς φρουρᾶς ἀπεσπάσθη καὶ ἐστάλη ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης, δὲν ἔχει δύναμιν νὰ στείλῃ ὡς φρουρὰν τῆς Συνελεύσεως. Πρὸς τοῖς ἄλλοις σᾶς εἰδοποιῶ, ὅτι εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ ὑπουργείου ἀξιωματικούς τινας διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Συνελεύσεως, τοὺς ὁποίους διώρισε μὲν, ἀλλὰ κατόπιν τοὺς προσδιώρισε δι’ ἄλλας ὑπηρεσίας, ὥστε ἀξιωματικοὺς δὲν ἔχομεν.
§6ΚΑΛΟΣ. Ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ καὶ νὰ τοὺς ἀναπληρώσουν.
§7ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις εὐαρεστῆται νὰ τοὺς προσδιορίσῃ, δι’ ἐμὲ θὰ ᾖναι εὐχάριστον, ὁ Κ. Λοχαγὸς Σταμάτης ἐδέχθη ἤδη ὑπηρεσίαν.
§8ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Συνεννοηθῆτε μετὰ τῶν Κυρίων ἀξιωματικῶν τῶν πληρεξουσίων.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Δεληγιάννης θὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§12Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ θὰ μὲ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑποβάλλω· συνεπείᾳ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἐπέφερε τὸ ὑπουργεῖον, πρὸ πολλοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ὑπέβαλε σχέδιον ψηφίσματος διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθοῦν αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας προσδιώρισε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡ ἐπιτροπή· ἀλλ’ ἔκτοτε δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ τότε αἱ δαπάναι ἐξακολουθοῦν νὰ γίνωνται καὶ ὅσον παρέρχεται ὁ καιρὸς, κατὰ τοσοῦτον αἱ δαπάναι αὐξάνουν καὶ θὰ παρέλθῃ καὶ ὁ Ἰούλιος καὶ ὅλαι αἱ ἐργασίαι καὶ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς θέλουν εἶσθαι καθαρὰ ματαιοπονία· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος. Ἀνέγνω τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, ὅπερ κατέθετο εἰς τὸ Προεδρεῖον. Σᾶς παρακαλῶ νὰ θεωρήσητε τὸ ψήφισμα αὐτὸ ὡς κατεπεῖγον, διότι ἄλλως ὅλαι αἱ ἐργασίαι θὰ ᾖναι ἐπὶ ματαίῳ.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§14Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τὸ θεωρήσητε ὡς κατεπεῖγον, νὰ συζητηθῇ μετ’ ὀλίγον (θόρυβος).
§15ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε μίαν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἦλθε καὶ σᾶς ἐζήτησε τὴν ἄδειαν τοῦ νὰ δύναται ὁ δήμαρχος τῶν Ἀθηνῶν νὰ διορίζῃ δικηγόρους ἀντιπροσώπους διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς δίκας τοῦ δήμου Ἀθηνῶν, διότι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐθεωρεῖτο ὡς κατάλληλον μέσον· τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους δήμους. Ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω σήμερον, ὅτι καὶ ὁ δῆμος τῶν Σπετσῶν ἔχει πολλὰς ἐκκρεμεῖς δίκας τὰς ὁποίας οἱ ἐνάγοντες γνωρίζοντες ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον εἶναι παρὰ τοῦ λαοῦ καταλελυμένον σπεύδουσι νὰ τὰς συζητήσουσι κατὰ προτίμησιν διὰ νὰ ζημιώσωσι σημαντικὰ τὸν δῆμον· ζητῶ ὅθεν παρ’ ὑμῶν ν’ ἀποφασίσητε, ὅ,τι ἀπεφασίσθη διὰ τὸν δῆμον τῶν Ἀθηνῶν, ν’ ἀναβληθῶσι δηλ. αἱ δίκαι αἱ ἐκκρεμεῖς.
§16ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπεφασίσθη, αὐτὸ ἔγεινε δι’ ὅλα τὰ συμβούλια.
§17ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐνόμιζα, ὅτι ἀπεφασίσθη μόνον διὰ τὸν δῆμον τῶν Ἀθηνῶν, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρεκάλεσα νὰ ἀποφασισθῇ καὶ διὰ τὸν δῆμον τῶν Σπετσῶν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς προχθεσινῆς συζητήσεως.
§19ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις δὲν προηγοῦνται κατὰ τὸν κανονισμόν;
§20ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§21ΣΟΥΪΔΑΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ μᾶς δῶ ἡ λόγον, διότι μανθάνομεν, ὅτι καταπατοῦνται τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν.
§22ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κᾀμμία ἐπερώτησις δὲν δύναται σήμερον νὰ προηγηθῇ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως τῆς ἀρξαμένης προχθές, διότι τὸ ὑπουργεῖον διατελεῖ ὑπὸ τὸ κράτος μιᾶς κατηγορίας, ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου.
§23ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν Κ. Βουδούρην. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔγεινε μία στάσις (θόρυβος).
§24Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Περὶ τῶν Ναυπλιακῶν ἔχω ἐπιστολὴν καὶ ἂν θέλῃ ἡ Συνέλευσις νὰ τὴν ἀναγνώσω.
§25ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Ἔχω ἐπερώτησιν περὶ τῆς Σύρου.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε (θόρυβος).
§27ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς κατηγορίας κατὰ τοῦ ὑπουργείου, δὲν ἠμπορεῖ νὰ μένῃ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς κατηγορίας τὸ ὑπουργεῖον.
§28ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Πρόκειται νὰ κάμω μίαν ἐπερώτησιν τοιαύτην· ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν σήμερον ἢ μεθαύριον θὰ ἀπαντήσῃ· ἔχω λάβει σήμερον γράμμα ὑπὸ χθεσινὴν ἡμερομηνίαν, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ λέγει ἕνας ὁ ὁποῖος γνωρίζει πολὺ καλὰ τὰ πράγματα τῆς Σύρου, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι ἐκεῖ ἐπισφαλὴς, διῃρέθη ἡ ἐθνοφυλακὴ εἰς δύο, καὶ ἐπαπειλεῖται σύγχυσις, ἐὰν δὲν προληφθῇ.
§29ΤΙΝΕΣ. Ἡ Σύρος ἔχει Πληρεξουσίους.
§30ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Μοὶ λέγουν τινὲς, εἶναι πληρεξούσιοι τῆς Σύρου· τί σημαίνει, ἐὰν ἐγὼ δὲν εἶμαι πληρεξούσιος τῆς Σύρου, εἶμαι τοῦ κράτους.
§31ΔΑΓΡΕΣ. Ποῖα εἶναι τὰ αἴτια;
§32ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Εἶναι πρόσωπα.
§33ΒΕΑΚΗΣ. Χρεωστῶ, Κύριοι Πληρεξούσιοι, ὡς Πληρεξούσιος τῆς ἐπαρχίας Σύρου, νὰ ὑποβάλω, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ προλαλήσας ὑπέβαλεν, ὅτι πραγματικῶς ἀπό τινος καιροῦ ὑπάρχει μία διένεξις, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἐνεφώλευσεν εἰς τὸ σῶμα τῆς Ἐθνοφυλακῆς, τὴν ὁποίαν θεωροῦν ἅπαντες ὡς ἄγκυραν τῆς σωτηρίας τοῦ ἔθνους· αὐτὴ ἡ διένεξις ὑποβλέπεται ἀπ’ αὐτὰς τὰς ἀρχὰς, ἀλλεπάλληλα γράμματα λαμβάνω, ὅτι ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Δήμαρχος ἐνεργοῦν αὐτὰ, ἑπομένως εἶναι ἐπάναγκες νὰ ληφθῇ μία πρόνοια, διότι αὐτὸς ὁ τόπος συνετέλεσε τοσοῦτον εἰς τὴν μεταβολὴν, ὥστε δὲν εἶναι δίκαιον νὰ καταστραφῇ ἕνεκα τῆς διχονοίας τῆς ἐμφωλευσάσης εἰς τὰ πνεύματα τῶν ἀρχῶν.
§34Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἐκτιμῶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Συνελεύσεως, καθόσον σήμερον μᾶς δίδετε ἐκ νέου ἀφορμὴν νὰ μεμφθῶμεν τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς τραγικωτέρας τῆς τύχης ἀνατροπὰς ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μηνός· ἂς ἐκτιμήσῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος καὶ τὴν ὑπομονὴν τῆς Συνελεύσεως καὶ τὴν ὑπομονὴν τῶν Πληρεξουσίων ὅλων ἐκείνων, οἵτινες διὰ τὴν πατρίδα των ἔθυσαν καὶ ἀπώλεσαν καὶ αἵματα καὶ περιουσίας. Καὶ σήμερον λέγουν ὅλοι συμφώνως ἐν μιᾷ φωνῇ πρέπει τὸ ὑπουργεῖον ἐὰν ᾖναι τιμωρητέον νὰ καταδικασθῇ, ἐὰν ᾖναι ἀθῶον ν’ ἀναλάμψῃ ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου ἀμάραντος στέφανος τῆς ἀθωότητος. Πόσον, Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἤθελον εἶσθαι εὐτυχὴς καὶ σήμερον νὰ διαχαράξω πάντοτε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν πρὸ 5 μηνῶν διεχάραξα ἐνώπιόν σας. Σᾶς εἶπον πάντοτε, ὅτι ἕνεκα ἀτομισμῶν δὲν θὰ ἀναβαίνω τὸ ἱερὸν τοῦτο βῆμα, ἀλλὰ φεῦ, σήμερον, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπικρίσεων καὶ δὲν ἠδυνάμην ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας νὰ ναυαγήσω εἰς τὴν καρδίαν μου αὐτὸ τὸ αἴσθημα, δηλ. τοῦ νὰ μὴ ἔλθω εἰς τὰς ἐπικρίσεις. Ἀλλὰ σήμερον, ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι τῶν προσώπων τιμαλφέστερον εἶναι ἡ Πατρίς, ἔρχομαι νὰ μεμφθῶ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Κύριοι, τὸ Ναύπλιον σήμερον ἐνδύεται τὸ φάσγανον τοῦ Χάρωνος, τὸ Ναύπλιον σήμερον, τὸ ὁποῖον ἐμπερικλείει τὰ ἱερὰ ἐκεῖνα καὶ γιγαντιαῖα λείψανα τοῦ 21 καὶ τοῦ 62, κρούει τὸν ἀπαίσιον κώδωνα τῆς καταστροφῆς· τὸ Ναύπλιον σήμερον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν ἦτον ἡ ἀσπὶς τῶν ἐλευθεριῶν μας, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ πῦρ, τὸ ἀποσκυβαλῆσαν πρῶτον τὸν Ὄθωνα, σήμερον κατέστη ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων· τὸ Ναύπλιον σήμερον, τὸ ὁποῖον καὶ διὰ τὴν πατρογονικήν του εὔκλειαν καὶ διὰ τοὺς ἄνδρας, τοὺς ὁποίους ἐμπερικλείει, κατέστη σήμερον, ἕνεκα τῆς μὴ περισκέψεως, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι περισσότερον, τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μία χίμαιρα καὶ οὐδὲν περισσότερον. Ἔρχομαι κατὰ πρῶτον νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἂν ὄχι ἐγὼ, εἷς συνάδελφός μου, ὁ ὁποῖος μοὶ ἐνετείλατο τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Ἀνέγνω μέρος αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς, δι’ ἧς λέγουσιν αὐτῷ ὅτι διετάχθη ἡ προσωρινὴ μετάθεσις τῆς ἕδρας τοῦ Νομοῦ εἰς Ἄργος. Κύριοι, τὴν προσωρινὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας του, συλλογισθῆτε καλῶς αὐτὴν τὴν φράσιν, καὶ ἔπειτα συγχωρήσατέ μοι μίαν παρατήρησιν· ὁ Ὄθων, Κύριοι, μετὰ τὴν Φεβρουαριανὴν ἐπανάστασιν δὲν ἠδυνήθη νὰ μεταθέσῃ τὴν ἕδραν τοῦ Ναυπλίου εἰς τὸ Ἄργος, καὶ εὑρέθη τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ μεταθέσῃ τὴν ἕδραν τοῦ Νομοῦ· τίνος Νομοῦ; τοῦ ὡραιοτέρου, Κύριοι, καὶ καλλιτέρου Νομοῦ τῆς πατρίδος μας. Μεταθέτει, Κύριοι, τὴν ἕδραν κατὰ τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸς ἁπάσας τὰς στρατιωτικὰς καὶ πολιτικὰς ἀρχὰς ὁ Νομάρχης Θεαγένης. Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν. Φαντασθῆτε τραγέλαφος, λέγει ἡ ἐπιστολή· καὶ τὶ περισσότερον τούτου τραγέλαφον; ὁ Νομὸς τῆς Ἀργολιδοκορινθίας τὴν στιγμὴν ταύτην ἔχει τρεῖς Νομάρχας· εἷς Νομάρχης ἐγκαθιδρυμένος ἐν Ἄργει, εἷς Νομάρχης περιοδεύων πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας, καὶ εἷς Γραμματεὺς ἐνεργῶν τὰ τοῦ Νομάρχου καθήκοντα ἐντὸς τοῦ καταστήματος, ἐντὸς τοῦ Ναυπλίου. Ἤθελον εἴπει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Κράτους· διατί νὰ διατηρῇ τρεῖς Νομάρχας; καὶ ἐὰν ἐπαύσατε τοὺς ἄλλους, διατὶ αἱ παύσεις δὲν ἐκοινοποιήθησαν, διατὶ δὲν εἴχατε αὐτὴν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἀρετὴν τὴν ὑπουργικὴν, ἐὰν δὲν ἠδύνασθε διὰ τῶν ὑπαλλήλων σας καὶ τῶν μέσων σας νὰ ἐνεργήσητε, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ εἷς Νομάρχης, διατὶ δὲν μετέβητε αὐτοπροσώπως ἕνεκα τῆς βαρύτητος τοῦ ἀτόμου σας νὰ ἐγκαθιδρύσητε τὸν Νομάρχην, ὅπως ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας Κύριος Δεληγεώργης, μετέβησαν εἰς τὸ Μεσολόγγιον; καὶ πότε, καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν; καὶ μολοντοῦτο τὸ Μεσολόγγιον καὶ ἡ Ἀκαρνανία ἐσεβάσθησαν τὰς ἀρχὰς, ἐσεβάσθη τὰς ἀρχὰς ὁ Θεόδωρος Γρίβας, ὁ ὁποῖος μὲ μίαν ματιάν του ἠδύνατο νὰ ἀναστατώσῃ ὅλην τὴν Ἀκαρνανίαν, διατί λοιπὸν δὲν ἔπραξαν τὸ αὐτὸ καὶ οἱ σήμερον Ὑπουργοί; διότι εἰσὶν ἀνίκανοι καὶ ἀσθενεῖς. Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Ναυπλίας προχθὲς εἰς τὴν ὁμιλίαν του εἶπεν, ὅτι τρεῖς κακοῦργοι δὲν δέχονται τὰς ἀρχὰς, δὲν δέχονται τὸν Νομάρχην· ἀλλὰ διατὶ σήμερον λέγουν, ὅτι στρατὸς καὶ λαὸς εἶναι ἡνωμένοι; ἠδυνήθησαν αὐτοὶ οἱ τρεῖς κακοῦργοι ν’ ἀποῤῥοφήσουν ὅλας αὐτὰς τὰς δυνάμεις τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ τοῦ Ναυπλίου; Ποίας πληροφορίας δύνανται νὰ μᾶς δώσουν οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους ἐπὶ τούτων; καὶ δὲν γνωρίζουν, ὅτι, οὕτω πως ποιοῦντες, οὐχὶ μόνον καταργοῦν ἑαυτοὺς καὶ τὴν ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος διακινδυνεύουν; ἢ νομίζετε, διότι σιωποῦμεν, διότι σιωπᾷ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ὅπερ ὡς ἱερὰν παρακαταθήκην τοῦ μέλλοντός του ἔθεσεν ὑμᾶς, Κύριοι Πληρεξούσιοι, φύλακας τῶν ἐλευθεριῶν του, πρέπει νὰ σφάξητε τὴν ἐπανάστασιν. Ὅταν λοιπὸν σήμερον ἔχωμεν τρεῖς Νομάρχας εἰς τὴν Ἀργολίδα, ὅταν ἔχωμεν ἀναστατωμένην τὴν Μεσσηνίαν, ὅταν ἔχωμεν κατὰ τὰς σημερινὰς εἰδήσεις τὴν Λακωνίαν καὶ αὐτὴν ἀναστατωμένην, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ μεταβῇ αὐτοπροσώπως, ὅταν ἀντὶ νὰ μεταβῇ αὐτοπροσώπως στέλλῃ στρατὸν καὶ κανόνια, θέτουσα, οὕτως εἰπεῖν, πυρίτιδα εἰς τὸ πῦρ, ἀντὶ νὰ θέσῃ ὕδωρ, ἂς ἐγκαταλείψῃ τὰς πολυπτυχεῖς ἕδρας τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἂς παραδώσῃ εἰς ἀκμαιοτέρας χεῖρας τοὺς οἴακας τῆς Κυβερνήσεως. Δύνασθε, Κύριοι ὑπουργοὶ τῆς Ἐπικρατείας, νὰ εἴπητε δικαιολογούμενοι, ὅτι συνένοχοι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοί μας; δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι διωρίσαμεν τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑπεύθυνοι, διότι τὸ σύνταγμα μᾶς ἐπιτρέπει νὰ παύωμεν καὶ διορίζωμεν· ἂν ὅμως τοιαύτην γλῶσσαν ἔχητε καὶ τοιαύτην πολιτικὴν μεταχειρίζεσθε, δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς εἴπωμεν, «ἕως πότε θὰ καταχρᾶσθε τῆς ὑπομονῆς μας; ἕως πότε θέλετε νομίζει πῶς τὸ ψεῦδος εἶναι ἀνώτερον τῆς ἀληθείας; ἕως πότε θέλετε νομίζει, ὅτι διὰ τῆς καταπιέσεως καὶ καταχρήσεως θέλετε φέρει τὸ Ἔθνος ἡμῶν εἰς ἀσφαλῆ λιμένα; εἰς ἀσφαλῆ ἄγκυραν;» Παρήλθε Κύριοι ὑπουργοί, ἡ ἐποχὴ ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν, ὑπουργὸς τοῦ 1844 ἔγραφεν εἰς τὰς Πάτρας· «γαία μιχθήτω πυρί.» Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, ὅτε εἷς ὑπουργὸς ἔγραφε πρὸς τὸν μοίραρχον Πανταζόγλουν· «παῦσον, θῦσον, ἀπόλεσον», ὁ δὲ Πανταζόγλους ἔρχεται εἰς τὸν Ὄθωνα καὶ παρουσιάζεται, διότι τὸν μετέθεσεν ὁ ὑπουργὸς καὶ ὁ Ὄθων, καὶ ἐπέδειξε τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν τοῦ ὑπουργοῦ αὐτοῦ· αὐτὸς ὅμως τώρα ὁ ὑπουργὸς εἶναι ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§35ΤΙΝΕΣ. Εἶναι τῆς ἐκλογῆς σου.
§36ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διότι δὲν ἐγνώριζον τὰ ἆθλα του ταῦτα (θόρυβος). Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν λαοπρόβλητον Δήμαρχον ἐντὸς τοῦ Ναυπλίου παύει, διότι δὲν κατήγετο ἀπὸ τὰς οἰκογενείας τοῦ Καίσαρος καὶ διότι δὲν εἶχε περιουσίαν τεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατεπάτησε τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ ἀναφανδὸν, τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, ἅπερ ἔφερον εἰς τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸν ὡς ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ ὑπουργὸς κατεπάτησε τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μία Αὐτοκρατορία δὲν ἠδύνατο νὰ τὰ καταβάλῃ, μία Αὐτοκρατορία, ὡς γνωρίζετε, ἡ Αὐτοκρατορία τῆς Γαλλίας, ὁ ὑψιπέτης αὐτὸς ἀετὸς τοῦ Ναπολέοντος εἶχεν ἐκλογὰς, εἴδετε εἰς μίαν ἐγκύκλιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν Περσινὺ, ὅστις ἤθελε νὰ καταβάλῃ τὸν Θιὲρς, καὶ μολαταῦτα ὁ λαὸς ἀνεδείχθη κυρίαρχος κ’ ἐξέλεξεν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἠθέλησεν· ὁ Θιέρς, ὁ Διλιὲν Βαρὼ ἐξελέχθησαν· καὶ σήμερον, ὅτε ἡμεῖς ἔχομεν μίαν αὐτοδιοίκησιν, ὅτε, οὕτως εἰπεῖν, ἔχομεν δημοκρατικὸν πολίτευμα, σήμερον ἔρχονται οἱ ὑπουργοὶ ν’ ἀφαιρέσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Καὶ ποῖα δικαιώματα; τὰ δικαιώματα τῆς Φεβρουαρινῆς ἐπαναστάσεως. Δὲν περιαυτολογῶ ὁσάκις ἀναφέρω τὴν Φεβρουαρινὴν ἐπανάστασιν, ἀλλὰ λέγω ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε· καθότι, ἂν τὰ ὅπλα τῆς 10 Ὀκτωβρίου δὲν ἐξηγίαζον τὴν Φεβρουαρινὴν ἐπανάστασιν, ὅλων ἡμῶν αἱ κεφαλαὶ ἤθελον εἶσθαι ὑπὸ τὸ ἰκρίωμα τῆς λαιμητόμου. Στέλλεται ὁ Βότσαρης εἰς τὸ Ναύπλιον καὶ ἐνεργεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῷ ἐνετείλατο τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον· ἐὰν ἔπραξεν ἄλλως πως, οὐδεὶς ἦλθεν ὑπουργὸς νὰ τὸν ἀναιρέσῃ ἕως τώρα. Ὁ φίλος μου Κ. Βαλτινὸς κατηγόρησεν ὡς δικτάτορα τοῦ Ναυπλίου τὸν Κ. Βότσαρην. Πραγματικῶς δικτάτωρ ἦτον ὁ Κ. Βότσαρης, Κύριε Βαλτινὲ, ὅτε ἵστατο τὸν Φεβρουάριον τοῦ 62 εἰς τὸ Ναύπλιον, ὅτε σὺ, τὸ παράδειγμά του ἀκολουθῶν, προεκινδύνευες εἰς Σκόπελον καὶ Μύκωνον κατὰ τοῦ Ὄθωνος. Δὲν θέλω νὰ καταχρασθῶ τῆς ὑμετέρας ὑπομονῆς, θέλουν ἄλλοι ἔλθει νὰ ἐπιληφθῶσι καθ’ ὅλου τοῦ ὑπουργείου. Θέλουσιν ἔλθει ἄλλοι νὰ καταδείξωσι καταχρήσεις ἐκ μέρους ἄλλων ὑπουργῶν. Ἐγὼ περαίνων τὸν λόγον μου ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πρέπει πολὺ νὰ προσέξετε, διότι ὑπεράνω ἡμῶν ἵσταται φωνὴ ὑψηλὴ, ἡ ὁποία εἶναι φωνὴ τῆς Θείας Προνοίας, αὐτὴ εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ, ὅστις ἀναμένει σήμερον τὸ μέγα ἔλεος τῆς δικαιοσύνης σας.
§37ΒΑΣΟΣ. Κύριοι, εἶμαι ὀπαδὸς τῆς ἀρχῆς τοῦ σέβεσθαι τὸ δεδικασμένον· πρεσβεύω τὸ ἀξίωμα ὅτι ἡ ἀπόφασις ἔγεινεν, ἡ κρίσις ἐτελείωσε. Δὲν θέλω ἔλθει νὰ ἐγγίξω τὴν δυστυχῆ ἐκείνην ὑπόθεσιν τοῦ Σουλιὲ, διότι ἡ ψῆφός σας ἐδικαίωσε τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὰς ψήφους ἐκείνας, αἵτινες ἐδικαίωσαν τὴν Κυβέρνησιν ἦσαν 108, αἱ 103 ἦσαν κατὰ, εἰς τὰς 108 ὅμως αὐτὰς ψήφους συμπεριείχοντο καὶ αἱ 7 ψῆφοι τῶν ὑπουργῶν, τῶν ὁποίων ἡ καταδίκη ὑπῆρχεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην. Δὲν ἐγγίζω τὸ δεδικασμένον, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶμαι ἐντὸς τοῦ δικαιώματός μου, ἐὰν μετὰ τὴν ἀπόφασιν ἔλθω νὰ ἐξελέγξω τὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν μας, οἵτινες διαμαρτυρούμενοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μᾶς εἶπον, ὅτι ἔπραξαν ὅσα ἔπραξαν, διότι ἐθεώρησαν ἑαυτοὺς ὑπουργοὺς συνταγματικοὺς, οἵτινες δύνανται νὰ πράξωσιν, ὅ,τι θέλουσι, καὶ ὅταν μόνον θέλωσι χρήματα, νὰ ἔρχωνται νὰ σᾶς ζητῶσιν· ὅταν ἀποφασίσωσι καὶ ἐκτελέσωσι, νὰ ἔλθωσι νὰ σᾶς ἀναγγείλωσιν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισαν κ’ ἐξετέλεσαν. Ἡ ψευδὴς αὐτὴ ἀρχὴ, ἡ μὴ φιλελευθέρα, ἐστηρίχθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξε τὴν ἀρχὴν ταύτην, κατὰ τῆς ὁποίας φέρω τὸν λόγον. Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι πολὺ σπουδαῖον. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν μεταφράσωμεν τὰς φράσεις τῶν λέξεων καὶ τὰς ἰδέας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ, συγκεφαλαιοῦνται εἰς τοῦτο «εἶμαι ὑπουργὸς, πράττω, ὅ,τι θέλω, δὲν σὲ ἐρωτῶ· ἐὰν ἔχω ἀνάγκην ἀπὸ χρήματα δώσατέ μοι». Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδέαι καὶ θεωρίαι, τὰς ὁποίας σᾶς εἶπε καὶ παρεκάλεσε νὰ τὸν ἀφήσητε νὰ ἔχῃ. Ἐγὼ θὰ τὸν ἀποκριθῶ, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς ἀτομικῆς τιμῆς του, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ βαλαντίου του, νὰ ἐφαρμόζῃ αὐτὰς τὰς συνταγματικὰς ἀρχάς· ὅταν πρόκηται ὅμως περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους περὶ τοῦ δημοσίου πλούτου, νὰ κρατῇ τὰς θεωρίας ταύτας εἰς τὴν κεφαλήν του, κ’ ἐνταῦθα νὰ ἐφαρμόζῃ τὰς ἰδέας, τὰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι παραδεδεγμέναι ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη. Εἶναι τὸ παρεμπίπτον ζήτημα· ἀλλ’ ἐὰν σήμερον πρότασίς μου τις τὸ φέρῃ εἰς τὸ μέσον, μόνη ἡ σπουδαιότης του θέλει φέρει μακρὰν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἕνεκα σπουδαιότητο τῶν περιστάσεων ἐπιθυμῶ νὰ τὴν ἀποφύγω· θέλω δὲ τὴν φέρει ἐν καιρῷ. Ἀλλά, Κύριοι, ἴσως μὲ ἐρωτήσετε περὶ τίνος πρόκειται σήμερον; ἐξέλθετε εἰς τὴν ἀγορὰν ἐξέλθετε εἰς τοὺς δημοσίους περιπάτους, ἀπέλθετε εἰς τὰ παντοπωλεῖα, ὑπάγετε εἰς τὰς τριόδους, τὰς ὁποίας δὲν ἀγαπᾷ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς, καὶ θ’ ἀκούσητε τὶ θὰ σᾶς εἰποῦν· ἐρωτῶσι πάντες· «μένει ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ, ἡ καχεκτικὴ, ἡ ὄζουσα τοῦ παρελθόντος; μένει αὐτὴ ἡ ἐναπομείνασα ἀπὸ τὸ παρελθόν;» γέλως δεξιὰ). Κύριοι, ἔρχομαι ἐνθυμούμενος, ὅτι ἐνῷ προχθὲς μόνος ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπάλαιε καθ’ ἡμῶν ἀληθῶς, ἐνῷ, λέγω, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔλεγεν, ὅτι ἀδικοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ, ἐν μέσῳ τόσων δυσκολιῶν, ἐν μέσῳ ἐμφυλίων πολέμων, ἐν μέσῳ διχονοιῶν, ὅτε ὁ κοινὸς ἐχθρὸς ἐπέκειτο καθ’ ἡμῶν, αὐτὴ ῥωμαλέα ἀντεστάθη κατὰ τῆς καταστροφῆς τῆς πατρίδος, κ’ εὐτυχῶς διεξῆλθεν αὐτὴ φέρουσα ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι ἔσωσε τὴν πατρίδα διὰ τῆς δυστυχοῦς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ, ἐνῷ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔλεγε ταῦτα, ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπαθὴς ἐκάθητο εἰς τὴν θέσιν του, ὡσὰν νὰ ἐπλανᾶτο εἰς τὰς ὡραίας πεδιάδας τῆς πατρίδος του, ὡσὰν νὰ ἠγόραζεν ἀγροὺς, ὡς ἂν νὰ ἐκάθητο εἰς τὰς ὄχθας τοῦ Παμίσου καὶ ἐμελέτα νὰ μετατρέψῃ τὴν θέσιν του, ἀπαθὴς ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος δὲν ἐνδιαφέρετο εἰς πᾶν ὅ,τι ἐλέγετο, τὸν ἐνθυμοῦμαι ἀληθῶς, Κύριοι, καὶ εἰς ἄλλην τινα συζήτησιν, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπομνήματος, ὅτε ἐδείκνυε τὴν αὐτὴν ἀπάθειαν. Ἀλλὰ Κύριοι, ἐπῆλθεν ἀτυχὴς ἡ μεταβολὴ, διότι οὕτω πρέπει νὰ ὀνομάσῃ τις μίαν μεταβολὴν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἔλειψεν, εἰμὴ ὁ Ὄθων ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα καὶ ἡ Ἀμαλία ἀπὸ τὴν κοίτην της, ἡ δὲ καχεξία ἔμεινεν εἰς τὸν τόπον, ἵνα τὸν διαφθείρῃ, καὶ μολύνουσα τὴν ἐπανάστασιν ἀπειλεῖ νὰ διαταράξῃ τὸ μέλλον. Πῶς ἄλλως ἐδιοικούμεθα ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος, εἰμὴ, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τῆς τύχης μας, ὅτε εἴμεθα ὑπουργοὶ, διετρέχαμεν τὴν νύκτα δίδοντες χρήματα, ὅπως διαφθείρωμεν τὰς συνειδήσεις; Τί ἄλλο ἔπραξαν οἱ σημερινοὶ ὑπουργοί. (Θόρυβος). Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀνοχὴν τῆς δεξιᾶς πτέρυγος. Ἤκουσα, Κύριοι, νὰ προκαλοῦμαι ν’ ἀποδείξω, ἂν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω, εἶναι ἀληθές· δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω, διότι, ἂν ἠδυνάμην, δὲν ἤθελον τὸ καταγγείλει ἐδῶ, ἀλλὰ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Θεωρῶ τοὺς ὑπουργοὺς ὡς ἐνόχους τοῦ σπουδαιοτάτου ἐγκλήματος τῆς διαφθορᾶς τῶν συνειδήσεων. Ἤθελον, Κύριοι, νὰ ἐνθυμηθῶ προχθὲς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου Πληρεξουσίου ἐκ Ναυπλίας τοῦ ἀναβάντος ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ὑπερασπιζομένου τὴν Κυβέρνησιν, εὐχαριστῶν τὸν Κύριον πληρεξούσιον διότι λαμπρὰν κατηγορίαν ἀνέπτυξε κατὰ τοῦ Ὑπουργείου. Τρεῖς κακοῦργοι ἐπέβαλον εἰς μίαν Κυβέρνησιν τὴν θέλησίν των, τρεῖς κακοῦργοι ἐδίωξαν τὸν Νομάρχην καὶ μιὰ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της· τοιαύτη Κυβέρνησις εἶναι ἀναξία νὰ ὑπάρχῃ. Ὑπάρχουν πλεῖσται κατηγορίαι καθ’ ὅλων τῶν ὑπουργῶν ἐν γένει, ἐξαιρέσει τοῦ καλοῦ καὶ ἀγαθοῦ ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. (γέλως δεξιὰ) Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ μὴ καταβῶ εἰς τὸ στάδιον τῶν προσωπικοτήτων· ὄχι, Κύριοι, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἀκατάλληλον τὸ σύστημα τοῦτο, ἀλλ’ ἐπειδὴ συναισθάνομαι, ὅτι δὲν ἔχω τὰς νομίμους ἀποδείξεις, κ’ ἐπειδὴ προβλέπω θορυβώδη διαμαρτύρησιν, διὰ τοῦτο σιωπῶ καὶ λέγω μόνον, ὅ,τι ἡ συνείδησίς μου, ὡς καὶ ἡ κοινὴ τῶν ἀνθρώπων συνείδησις, εἶναι πεπεισμένη περὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων, τοῦ νὰ εἶμαι ὀπαδὸς θερμὸς τῆς ἀρχῆς, νὰ ἐξηγῶ οὐχὶ τοὺς ἀνθρώπους διὰ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ διὰ τῶν ἀνθρώπων τὰ πράγματα. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους; πάντες τὴν γνωρίζουσιν· οὐδεμίαν ἡ ἐξουσία ἔχει ἰσχύν. Εἰς τὴν Μεσσηνίαν φόροι δὲν εἰσπράττονται, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν· ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ μὲ ἀναιρέσῃ, θέλω σᾶς φέρει ἐπιστολὰς λειτουργοῦ αὐτῆς. Ἡ Λακωνία εὑρίσκεται εἰς ταραχάς. Εἰς τὴν Ἠλείαν ὑπάρχει ἀδύνατος ἡ ἐξουσία, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι περισσότερον. Εἰς τὸ Ναύπλιον ἐδίωξαν τὸν Νομάρχην τῆς Κυβερνήσεως. Εἴμεθα, Κύριοι εἰς ἔκρυθμον κατάστασιν. Ὁ πολίτης αἰσθανόμενος τὴν ἀνηθικότητα μιᾶς Κυβερνήσεως ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ αὐτοδιοικηθῇ. Εἶναι σημεῖα αὐτοδιοικήσεως, τὰ ὁποῖα ἀνεφάνησαν εἰς ὅλα τὰ Ἔθνη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις κατέστη τοσοῦτον διεφθαρμένη, ὅσον ἡ σημερινή. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν λαλῶ κατὰ Κυβερνήσεως· ἐὰν πάρητε τὰ πρακτικὰ καὶ ἴδητε τὰς ψηφοφορίας, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἤμην ὑπερασπιστὴς ὅλων τῶν Κυβερνήσεων· δὲν ἔφαγα ὡς ὁ Κρόνος τὰ παιδιὰ του, ὡς ἐποίει τοῦτο ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ. (Ἀποδοκιμασία) Κατηγοροῦσιν ἡμᾶς, ὅτι θέλομεν νὰ ῥίψωμεν καὶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὡς ἐκείνην τοῦ Βάλβη, ἢ τοῦ ἄλλου, σεῖς ἐκάματε ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, καὶ σεῖς τὰς ἐῤῥίψατε· ἐὰν λοιπὸν ἡμεῖς, οἵτινες κρατοῦμεν πάντοτε τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς συντηρήσεως τοῦ παρόντος, ἐὰν ἡμῶν σήμερον ἐξηντλήθη ἡ ἀνακωχὴ καὶ ἡ ὑπομονὴ, διότι βλέπομεν περιπολοῦντα εἰς τὴν κοινωνίαν μας τὸν δαίμονα τῆς διαφθορᾶς, διότι βλέπομεν ἀγοραζόμενον τὸν τύπον, ὡς ἐγίνετο ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος...
§38ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΣ. Ὄχι δὰ, αὐτὰ ἐγίνοντο ἐπὶ τῆς προσωρινῆς κυβερνήσεως.
§39ΒΑΣΟΣ. Ἐὰν, Κύριοι, ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, ἐρχώμεθα σήμερον καὶ ἐπιτεθέμεθα καθαρῶς κατὰ μιᾶς ἐξουσίας, κατὰ τὴν κρίσιν μου, πολιτικῶς ἀνηθίκου, ἐὰν μετὰ παῤῥησίας, οὐχὶ διὰ πλαγίων μέσων, ἐρχώμεθα νὰ λέγωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, «δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς σὲ, νομίζομεν ὅτι προτίθεται, ὅτι καταγίνεσαι εἰς τὴν διαφθορὰν τοῦ τόπου, νομίζομεν ὅτι, ἀνήκουσα εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ ὅλως ὄζουσα τοῦ παρελθόντος, ζητεῖς νὰ ἐπαναφέρῃς τὸ παρελθὸν κατὰ τὴν πεποίθησίν μας...»
§40ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν). Ὁ Ῥοῦφος!
§41ΒΑΣΣΟΣ. Μὴν ἀναμιγνύετε, Κύριοι, τὸν γέροντα Ῥοῦφον μετὰ τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων, μετὰ τῶν ὁποίων τὸν ἡνώσατε.
§42Α. ΛΟΝΤΟΣ. Εἶσαι κοινοβουλευτικὸς νέος.
§43ΒΑΣΣΟΣ. Κατ’ εὐτυχίαν εἶμαι νέος, Κύριε Λόντε, δὲν ἤμην ἄλλοτε Ὑπουργός. Θεωρῶ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἀνηθίκους...
§44ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν) Ἀποδείξατέ το.
§45ΒΑΣΣΟΣ. Καὶ πῶς, Κύριοι, θέλετε νὰ μὴ θεωρήσητε ἕνα ἄνθρωπον τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος σᾶς λέγει, ὅτι τὸν εὑρίσκει τὸ παρελθὸν προσκολλημένον καὶ ὑποστηρίζει αὐτὸν, ἔρχεται τὸ παρὸν καὶ ὑποστηρίζει αὐτὸ· πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ μὴν ἔχῃ τις ἀμφιβολίας ἀφοῦ μάλιστα ἔχει καὶ διδόμενα ἀρκετὰ ἰσχυρὰ ν’ ἀμφιβάλλῃ περὶ τῆς καλῆς προθέσεως αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων; Τί πράττει, Κύριοι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Τὶ πράττει, ὅταν ὅλοι οἱ Νομοὶ τοῦ κράτους, οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον, διατελῶσιν εἰς πλήρη ἀνησυχίαν καὶ ἀνωμαλίαν; Τί πράττει ὁ Κύριος Ὑπουργὸς, ὅταν δὲν ἀκούεται; Κάμνει διορισμοὺς, παύσεις Δημάρχων, καὶ διορίζει νέους· πρὸς τὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ διορισμοί, Κύριε Ὑπουργὲ; Διὰ νὰ ἐπαναφέρῃς τὴν τάξιν; ὅταν μάλιστα οἱ διορισμοὶ καὶ αἱ παύσεις αὐταὶ δὲν σκοποῦσι τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν, καθόσον δὲν γίνονται εἰς τόπους, ἔνθα ἐπικρατεῖ ἀνησυχία; Τὶ θέλετε, Κύριοι, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, παρανομῶν καθαρὰ, ἀπονέμει εἰς πολίτας βαθμοὺς ἐναντίον τοῦ νόμου;
§46ΠΟΛΛΟΙ. Ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης δὲν ἔκαμε τὰ ἴδια καὶ χειρότερα;
§47ΒΑΣΣΟΣ. Πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ ἀνεχθῇ μία Συνέλευσις τοιαῦτα πράγματα; Πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ μᾶς κλείσητε τὸ στόμα, ἐνῷ σᾶς καταλαμβάνομεν παρανομοῦντας καθαρὰ! Τὸν προκαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ὅλοι αὐτοὶ οἱ προβιβασμοὶ, τοὺς ὁποίους βαρύνομαι ν’ ἀναγνώσω.
§48ΠΟΛΛΟΙ. Ἀναγνωσάτέ τους·
§49ΒΑΣΣΟΣ. Προκαλῶ τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν ὁ Νικόλαος Ι. Χ. Λεξάνδρου ἔγεινεν ἀξιωματικός.
§50ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα ἔπρεπε νὰ γίνῃ.
§51ΒΑΣΣΟΣ. Ἐν τίνι δικαιώματι τὸν ἐκάματε Κύριε Ὑπουργέ;
§52ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα εἶσθε, Κύριε Βάσσε, εἰς τὴν ἀληθῆ θέσιν, ὁρίσατε τὰς πράξεις, καὶ θὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτάς.
§53ΒΑΣΣΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν Κύριον ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ.
§54ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ ποῖον ἐστείλατε τὸ γράμμα εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν Κύριε Βάσσε;
§55ΒΑΣΣΟΣ. Μὲ τὸν Χατζῆ Ἀλεξάνδρου.
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθόσον ἀφορᾷ τὰ Ναυτικὰ, εἶναι ἐπερώτησις πρὸ ἑνὸς μηνός· νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος νὰ τὴν ἀναπτύξω σήμερον.
§57ΒΑΣΣΟΣ. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ ἐρωτήσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅταν ὁ ἀξιωματικὸς ἔλθῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀποστράτου, ἐὰν ἐπανέρχεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ φωτίσῃ ποῖος νόμος ἐπιτρέπει τὸ τοιοῦτον.
§58ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐπῆρε παράδειγμα ἀπὸ τὸν Βότσαρην διὰ τὸν Κοδρικᾶν.
§59ΒΑΣΣΟΣ. Καὶ αὐτὸ θὰ τὸ εἴπω· μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι ἐγὼ εἶμαι τόσον φατριαστὴς, ὥστε νὰ ὑπερασπίζωμαι τὴν παρανομίαν ἐδῶ καὶ νὰ τὴν καταδιώκω ἐκεῖ. Ἀλλὰ, κύριοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀπηγγέλθη ἀρκετὰ καλὰ ἡ κατηγορία ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Κοδρικᾶ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἀκόμη, ἐὰν ὑπερέβη ἀκόμη τὸν ὡρισμένον ἀπὸ τὸν νόμον ἀριθμὸν τῶν ἐπιτάκτων ἀξιωματικῶν, καὶ ἐὰν ἐξακολουθεῖ ἀκόμη καθ’ ἑκάστην νὰ τὸν ὑπερβαίνῃ βαθμολογῶν πολίτας, καὶ προβιβάζων ἄλλους νὰ τοὺς φέρῃ εἰς τοὺς ἀποτάκτους. Ὅλα ταῦτα εἶναι παρανομίαι καθαραὶ, δὲν εἶναι θεωρίαι ἢ ἰδεολογίαι. Προκαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ πείσῃ ὅτι ἔχω ἄδικον, τὸ ὁποῖον θέλω ἀκούσω μὲ πολλὴν εὐχαρίστησιν. Ἐρχόμενος, Κύριοι, πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἤθελα τῷ ἐνθυμίσει, ὅτι, ὅταν ἠγόρευεν ἀπὸ τὸ βῆμα, ἀπέτεινα πρὸς αὐτὸν μίαν ἐρώτησιν, αὐτολεξεὶ δὲ ἔχω τὴν ἀπάντησίν του. Μᾶς ἐζήτησε, μᾶς εἶπε, νὰ μὴ τὸν ἀδικῶμεν, μᾶς εἶπεν ὅτι μᾶς παρακαλεῖ νὰ τὸν ἀφήσωμεν νὰ ἔχῃ τὰς συνταγματικὰς αὐτοῦ θεωρίας, νὰ τὸν ἀφήσωμεν νὰ συντάξῃ τὴν γνώμην του εἰς ἓν δίκαιον, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὸν εἶναι ἀληθὲς καὶ βέβαιον. Μὴν ὑποθέσητε, Κύριοι, ὅτι ἀναφέρων τοῦτο θέλω νὰ ἐγγίξω τὸ δεδικασμένον. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος Κ. Ἀντωνιάδης.
§60ΒΑΣΣΟΣ. Ἠρώτησα τὸν Κ. ὑπουργὸν, ἐὰν ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ ἔντιμος πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας ἐστήριξε τὰς ἀπαιτήσεις του, ἦσαν ἐγκλήματα, ἅτινα διεπράχθησαν ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς ἐξουσίας, ὁ ὑπουργὸς μοὶ ἀπεκρίθη, «ἓν ἔγγραφον, εἶπεν, ἀποδεικνύει ὅτι αἱ πράξεις ἐτελέσθησαν παρ’ ἀνθρώπων τοῦ στρατοῦ»· προσέθηκα αὐτῷ «ἐὰν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἦσαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐξετέλουν δημόσιον ὑπηρεσίαν, καθ’ ἣν ὥραν ἐξετέλεσαν τὸ ἔγκλημα·» μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι κατὰ τοῦτο διεφώνησε καὶ διαφωνεῖ μετὰ τοῦ Κ. πρέσβεως, πρεσβεύων τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνέχεται, εἰμὴ διὰ τὰς πράξεις ἐκείνας αἵτινες γίνονται παρὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, καθ’ ὃν χρόνον ἐκτελοῦσι τὴν ὑπηρεσίαν». Ἀφοῦ Κύριοι, ἀναγνωρίζει ὁ Κ. ὑπουργὸς, ὅτι ἡ βάσις τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Κ. Πρέσβεως εἶναι ὅτι διεπράχθησαν τὰ ἐγκλήματα ὑπὸ ἀνθρώπων τῆς δημοσίου ἐξουσίας, ἑπομένως δὲν εὐθύνεται ἡ ἐξουσία καὶ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἄνθρωποι τοιοῦτοι δὲν ἦσαν, ἐκτελοῦντες τὴν ὑπηρεσίαν, ἐπιθυμῶ συγχρόνως, ἀφοῦ ἔλαβον τὸν καιρὸν, νὰ ἐρωτήσω τὸν Κ. ὑπουργὸν ποῦ ἐστηρίχθη καὶ ἐνέδωκεν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ πρέσβεως.
§61ΠΟΛΛΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ εἶναι δεδικασμένον.
§62ΒΑΣΣΟΣ. Δὲν ἔρχομαι εἰς τὸ πρᾶγμα. Ἀφοῦ διαφωνεῖ ὁ Κ. ὑπουργὸς, σᾶς φαίνεται τόσον ἀσυνεπὴς καὶ ἐνδίδω. Εἰς ποῖον νόμον, καὶ εἰς ποίαν συνταγματικὴν θεωρίαν ἀληθῆ, ἐστηρίχθη ὁ Κ. ὑπουργὸς καὶ ἐνέδωκεν; ἐστηρίχθη εἰς μίαν ἄλλην ἀνάγκην ἀνωτέραν· λέγω εἰς τὸν ὑπουργὸν, διατὶ δὲν τὴν ὡμολόγησε τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, αὐτὴ ἐζητήσαμεν νὰ ὁμολογήσῃ. Ἦλθε δὲ ὁ Κ. ὑπουργὸς, καὶ ἀποτόμως πρὸς τὴν Συνέλευσιν σᾶς εἶπε, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰς λέξεις του καλῶς, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι μεταφράζω ἀρκετὰ καλὰ τὸ νόημά του· «ἐνῷ παρελάβομεν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς κρισίμους ἐκείνας περιστάσεις». Τὸ δὲ ὕφος του, Κύριοι, καὶ ὁ τρόπος τοῦ ἀπαγγέλλειν, μοὶ ἐφάνη, ὡς ἐὰν ἤκουέ τις μέγαν τινὰ ἄνδρα· ἴσως ὁ Καβοὺρ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ εἰς ἐπερωτῶντα ἢ κατηγοροῦντα αὐτόν· «ἀχάριστε, ἐμὲ ὅστις ἔλαβα τὴν Ἰταλίαν μικρὰν, ἀσήμαντον, καὶ τὴν ἔκαμα τόσον μεγάλην, σήμερον ἔρχεσαι νὰ μὲ κατηγορῇς ὅτι ἐγὼ παρανομῶ, καὶ ὅτι δὲν εἶμαι πατριώτης!» Τοιοῦτον ἐφάνη τὸ ὕφος τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ, θέλοντος ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τὸν συκοφαντοῦμεν, ὅτι θέλοντες ἡμεῖς νὰ καταλάβωμεν τὴν ἐξουσίαν ἐπετέθημεν κατ’ αὐτοῦ. Δὲν μᾶς ἀπέδωκεν ὁ Κ. ὑπουργὸς καί τινες φίλοι μας τοὐλάχιστον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐκινήθημεν ἀπὸ ἰδέας νομιμωτάτας, αἱ ὁποῖαι βεβαίως πολὺ ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ ἦσαν λανθασμέναι· ἐὰν ἐπλανήθημεν, ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀποδείξουν τὴν πλάνην, ὄχι ὅμως νὰ μᾶς ἀποδώσουν κακὴν πρόθεσιν, ἰδέας φατριασμοῦ καὶ φιλαρχίας. Περαίνων τὸν λόγον μου, Κύριοι, γνωματεύω καὶ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ θεωρήσῃ καὶ χαρακτηρίσῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν κατάστασιν τῆς πολιτείας ὁποία ὑπάρχει σήμερον, ὅλως ἀνίκανον νὰ διευθύνῃ τὰ πράγματα αὐτῆς. Γινώσκετε ὅλοι Κύριοι, καλῶς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων τοῦ κράτους, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὴν πρότασίν μου ἥτις εἶναι καθαρὰ, τὴν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα εἶναι ἀνίκανος νὰ διευθύνῃ τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, καθόσον τὸ κράτος ὅλον εὑρίσκεται σχεδὸν εἰς πλήρη ἀνησυχίαν, καὶ εἰς πολλὰ μέρη φαίνονται σημεῖα αὐτοδιοικήσεως. Ἐγὼ δὲ Κύριοι, σήμερον εἰς τὴν ψῆφόν μου τὴν ὁποίαν θὰ δώσω κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, κινεῖ ἀκόμη τὴν ψῆφόν μου καὶ ἄλλο τι κατὰ τῆς ἐξουσίας· ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ὅλως ἀτομικὴ, καὶ δίδω τὴν ψῆφόν μου κατὰ τῆς ἐξουσίας, ἐκτὸς τοῦ λόγου τὸν ὁποῖον σᾶς προεῖπον, διότι βλέπω ὅτι ἡ σημερινὴ ἐξουσία ὕστερον ἀπὸ τὴν μεταβολὴν, εἶναι ἡ πρώτη εἰς τὴν ὁποίαν ἀνευρίσκω τὰ σημεῖα τοῦ παρελθόντος, εἶναι ἡ πρώτη εἰς τὴν ὁποίαν ἀνευρίσκω τὴ διαγωγὴν ἐκείνην τὴν πολιτικὴν, ἕνεκα τῆς ὁποίας πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἠναγκάσθητε νὰ ἀποδοθῆτε εἰς τὴν ἐπανάστασιν, θεωρήσαντες αὐτὴν ἀναγκαίαν. Νομίζω, Κύριοι, καλὸν, νομίζω ὅτι ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου, θὰ σᾶς εἴπω, θελήσατε εἰλικρινῶς νὰ στρέψητε, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν νὰ κατέλθητε εἰς τὰ στρώματα τοῦ λαοῦ· θέλετε ἰδεῖ ἐξεγηγερμένην μίαν κοινὴν γνώμην.
§63ΠΟΛΛΟΙ. Μπᾶ, μάλιστα!
§64ΒΑΣΣΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, σᾶς τὸ λέγω διότι δὲν πρόκειται ν’ ἀπατήσῃ ὁ εἷς τὸν ἄλλον, νὰ πείσω ἐγὼ σᾶς, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ἐξεγηγερμένη, ἢ σεῖς νὰ μὲ πείσητε τὸ ἐναντίον· ἕκαστος ἂς συναισθανθῇ μὲ τὴν συνείδησίν του, ἐὰν ᾖναι ἡ κοινὴ γνώμη δικαίως ἢ ἀδίκως· κατ’ ἐμὴν κρίσιν δικαίως εἶναι ἐξηγεγερμένη κατὰ μιᾶς ἐξουσίας, ὅτι ἡ ἐπιμονὴ τῆς ἐξουσίας ταύτης, ἂν διατηρηθῇ εἰς τὴν θέσιν της, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ παρὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσητε διὰ τῆς ψήφου σας νὰ προλάβητε. Θέλω ἐνθυμηθῆ ἀκόμη, Κύριοι, καὶ τὴν περίστασιν τοῦ Κυρίου Βότζαρη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχον κατὰ νοῦν πάντοτε νὰ προτάξω εἰς τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐκ Ναυπλίας Πληρεξούσιος ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, καὶ θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ ἓν μέλος αὐτῆς εἶπεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔστειλεν ἔγγραφον πρὸς τὸν Κύριον Πρέσβυν τῆς Γαλλίας διὰ τοῦ ὁποίου καταφαίνεται, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅτι ἂν καὶ σιωπηλῶς εἰς τὰς πρὸς αὐτὸν ἀπαντήσεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀπήντησεν οὐδὲ λέξιν ἐναντίον τῶν μὴ τόσον κολακευτικῶν φράσεων κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς ψήφου μας, μολαταῦτα τὰ ἔγγραφα ταῦτα οὔτε ὡς μία δικαιολόγησις, ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἔντιμος κύριος Πληρεξούσιος ἐκ Ναυπλίας, μολονότι τὸ ἐπιχείρημά του ἦτον ἀρκετὰ εὐφυὲς, ἦτον ὅμως ἀτυχὲς, διότι τῷ ἐνθυμίζω καὶ τῷ λέγω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἴδῃ καλῶς μὲ ποῖα ἔγγραφα ἀπεστάλησαν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διὰ ποίας διακοινώσεις ἐξύβριζε καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἐξύβρισις ἦτο μεταγενεστέρα τῶν ἐγγράφων, ὥστε ἐπλανήθη ὁ Κύριος Πληρεξούσιος· εἶχε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ὑπερασπισθῇ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’....
§65ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ δώσω μίαν μικρὰν ἐξήγησιν. Ἦλθον ἐδῶ τὴν 8ην. ὥραν μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ σπουδάσω καὶ μελετήσω ἔγγραφα, δώσαντα χώραν εἰς τόσην συζήτησιν· δὲν τὰ εὗρον ἐδῶ· μοὶ εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχουν· ἔχων ἀνάγκην νὰ τὰ ἴδω, ἐπέμενον, ὥστε νὰ μοὶ δοθῶσι· εἷς τῶν ὑπαλλήλων τότε μοὶ εἶπεν, ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν· παρεκάλεσα νὰ ζητηθῶσιν ἀμέσως· ἀργότερα ἔμαθον, ὅτι ἐζητήθησαν μὲν, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκοντο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι τὰ εἶχεν ὁ ὑπουργός. Αὐτὴ ἡ πληροφορία ἀκριβὴς ἢ μὴ προέρχεται ἀπὸ ἐμὲ, ἑπομένως παρακαλῶ τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὴ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ Κυρίου Καλοῦ, διότι ἡ πληροφοιρία αὕτη προέρχεται ἀπὸ ἐμέ.
§66ΛΟΝΤΟΣ. (Ὑπουρ. Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ χθὲς εὑρισκόμενος εἰς το γραφεῖον παρεκάλεσα νὰ μοὶ δοθῶσι τα ἔγγραφα αὐτὰ, καὶ νὰ μοὶ τὰ φέρουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τώρα πρὸ ὀλίγου ἦλθεν εἷς ὑπάλληλος καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι τὰ ζητεῖ ὁ πρόεδρος· διέταξα νὰ δοθῶσιν, ἀλλὰ μοὶ παρετηρήθη, ὅτι λείπει ἓν ἔγγραφον, δὲν ἠξεύρω ποῖον, πιθανὸν νὰ ἦναι ἐπὶ τῆς τραπέζης μου.
§67Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον γίνεται μνεία τῆς διαγωγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ἔγγραφον λίαν σπουδαῖον, ἑπομένως ἐπιμένω ζητῶν αὐτό.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραγγείλατε λοιπὸν, Κ. Λόντε, νὰ τὸ φέρουν.
§69ΛΟΝΤΟΣ. Παρήγγειλα.
§70ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἅμα ἓν ἔγγραφον κατατεθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ το λάβῃ παρ’ αὐτῷ, μηδ’ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς, πρέπει τὸ ἔγγραφον νὰ μένῃ ἐδῶ· καὶ ἄν τις θέλῃ νὰ ἐργασθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἔλθῃ νὰ ἐργασθῇ ἐδῶ· δὲν ἐμπιστεύομαι τὰ ἔγγραφα τὰ παραδιδόμενα εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ στέλλωνται καὶ περιφέρωνται εἰς τὰ ὑπουργεῖα. Εἶναι ὑπεύθυνον τὸ γραφεῖον διὰ πᾶσαν τῶν τοιούτων ἐγγράφων ἀπώλειαν.
§71ΚΑΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἀνέφερα Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ῥητῶς· ἂς ἀκούσῃ καλὰ ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο πλησίον μου, καὶ ἂς μὴ παραφέρεται τόσον πολύ.
§72ΥΠΟΥΡ. ΕΞΩΤΕΡ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐβεβαίωσε τὴν Συνέλευσιν, ὅτι οὐδὲ ἔθιξε τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἀλλὰ τὰ κατέθεσεν εἰς τὸ γραφεῖον, καὶ ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶπον ἀφῃρημένως, ὅτι ὁ ὑπουργὸς καὶ τὸ ὑπουργεῖον εἶχόν τι πλάγιον εἰς τὸν νοῦν των, μένει εἰς τὸ ἀκροατήριον νὰ τὸ κρίνῃ.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς παύσουν πλέον οἱ διάλογοι.
§74ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἂν δώσῃ τις τόσην σπουδαιότητα εἰς μόνην τὴν ἰδέαν, καὶ ἂν θεωρήσῃ τις ὡς κατηγορίαν, τὸ νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα εἰς χεῖράς του, ὅπερ ἐγὼ ποσῶς δὲν ὑπαινιττόμην, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁμολογήσαντος, ὅτι αὐτὸς ἔλαβε τὰ ἔγγραφα, ἡ κατηγορία κατ’ αὐτοῦ μόνον ἀντανακλᾷ.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνω μίαν ἐξήγησιν, τὰ ἔγγραφα ἦσαν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐζητήθησαν παρά τινων νὰ τὰ ἴδωσιν· ἐνόμισα ἐγὼ ὑπ’ εὐθύνην μου νὰ τὰ δώσω, καὶ λέγω, ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθῃ ὡς ἐκ τούτου καμμία ἀταξία.
§76ΒΑΣΟΣ. Χαίρω, Κύριοι, διότι σύμπασα ἡ Συνέλευσις ἐνθυμεῖται τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο· ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν ὁποῖον εἶδον νὰ ἐγγιχθῇ τόσον πολὺ, ἢ νὰ ἐγγίζεται μάλιστα τόσον πολὺ εἰς τὰς παραμικρὰς πλαγίως ἴσως προσβολὰς, αἵτινες ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ μὴ ᾖναι καὶ προσβολαὶ, ὁ ἔντιμος Κ. Ὑπουργὸς, λέγω, ὡς Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ὑπερασπισθῇ, νὰ εἴπῃ μίαν κἂν λέξιν, ὅταν τοιαύτη μομφὴ ἀπεδίδετο εἰς ἕνα συνάδελφόν του ἀπὸ τὸν ἔντιμον πρέσβυν τῆς Γαλλίας, ἂν οὐχὶ χάριν καθήκοντος, ἀλλὰ χάριν ἁβροφροσύνης τοὐλάχιστον· ὡς Ὑπουργὸς παρεγνώρισε τὸ καθῆκόν του, καὶ δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ κατ’ οὐδένα λόγον εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐπειδὴ βλέπω τὴν ἐπιθυμίαν σας θὰ τελειώσω ἀφίνων εἰς ἄλλους νὰ πλέξουν τοὺς στεφάνους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εἴπουν τοὺς πανηγυρικοὺς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὰ ἐπιτάφια τοῦ ὑπουργείου.
§77Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, προχθὲς εἶχα ἀναβῆ τὸ βῆμα νὰ ὁμιλήσω τελευταῖος· ἡ συνεδρίασις διεκόπη ἀναβληθεῖσα διὰ σήμερον. Μέχρι τῆς ὥρας ταύτης δὲν ἐκλήθην εἰς τὸ βῆμα· σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμιλήσω.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ὡς ὑπουργὸς ἠμπορεῖτε.
§79ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§80ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, θέλομεν πρῶτον νὰ ὁμιλήσωσιν οἱ κατήγοροι ὅλοι, νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ κατόπιν ἔρχεσθε.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Κατσικαπῆς.
§82ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν. Δὲν ἀνέβην τὸ βῆμα τοῦτο μήτε νὰ ὑβρίσω μήτε νὰ συκοφαντήσω κανένα, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, μὲ ὁποιονδήποτε σκοπόν· καὶ τοῦτο διότι ἐκτιμῶ τὴν σοβαρότητα καὶ ἱερότητα τοῦ βήματος αὐτοῦ. Δὲν τὸ λέγω σήμερον, Κύριοι, πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶδον τὸν ἐπερχόμενον εἰς τὴν πατρίδα κίνδυνον, ἤθελον νὰ τὸν προλάβω, δὲν ἠδυνήθην, ὁ κύβος ἐῤῥίφθη· ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, ὅτι πρό τινος καιροῦ ἔκαμα πρότασιν διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, διότι εἶδα τὰ πάθη ἐξαγριωθέντα εἰς τὸν ἀνώτατον βαθμόν· διότι, Κύριοι, εἶδον τὴν φιλοδοξίαν, τὴν ἀρχολιπαρίαν καὶ τὴν ἰδιοτέλειαν ἀναπτυχθεῖσαν εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν, καὶ ἐντὸς αὐτοῦ εἶδα καθαρῶς, καθαρώτατα τὸν κίνδυνον τῆς φίλης ἡμῶν πατρίδος. Δὲν ἠδυνήθην, Κύριοι, νὰ προλάβω τὸν κίνδυνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔσπρωξαν σήμερον τὴν πατρίδα, ἀλλὰ θὰ ἔχω τὴν συνείδησιν καθαρὰν καὶ ἀναπεπαυμένην, ὅτι ἐξεπλήρωσα ἱερώτατον καθῆκον. Ὁ Κ. Σαρίπολος, ὁ καθηγητὴς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ἀποτεινόμενος προχθὲς εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, εἶπε. «Κύριοι ὑπουργοὶ, τί ἐκάματε τὴν Ἑλλάδα;» ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν Κ. Σαρίπολον ἤδη, «Κύριε Σαρίπολε, εἰς ποῖον κίνδυνον σπρώχνεις τὴν Ἑλλάδα;» Ἐρωτήσατε, Κύριε Σαρίπολε, τὴν καρδίαν σας, ἐὰν πονῇ εἰλικρινῶς τὸν τόπον, σᾶς ἐρωτῶ ἐγὼ ἤδη· Κύριε Σαρίπολε, ὁ πατήρ σας σᾶς ἔδειξέ ποτε τὰ ἐρείπια τῆς πυρποληθείσης οἰκίας σας, τὰ ἴχνη τῆς καταστραφείσης περιουσίας σας, τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔπεσαν ἀγωνιζόμενοι οἱ συγγενεῖς σας πρὸς ἀπελευθέρωσιν τοῦ τόπου τούτου, ἐν ᾧ ἀπολαμβάνετε τόσα ἀγαθά; Τότε, ναὶ, τότε καὶ μόνον, Κ. Σαρίπολε, ἠδύνασθε νὰ ἐπιδείξητε τὸν πατριωτισμὸν αὐτὸν καὶ νὰ ἀμφισβητήσετε τὸν πατριωτισμὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην ἔβλεπον αὐτὰ (θόρυβος μέγας ἀριστερὰ, κρούεται ὁ μέγας κώδων.)
§83ΣΟΥΪΔΑΣ. Κύριε Κατσικαπῆ, ἐὰν σὺ ἔχασες τὴν καλύβην σου, ἡμεῖς ἐχάσαμεν καὶ τὴν περιουσίαν μας (θόρυβος).
§84ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐὰν δὲν μὲ ἀφήσητε νὰ ἐξηγηθῶ, πιστεύω ὅτι θὰ μεταμεληθῆτε, διότι μοὶ ἀποδίδετε μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε συνέλαβον· ἀπετάνθην πρὸς τὸν Κ. Σαρίπολον, τὸν ὁποῖον θέλω νὰ φέρω εἰς ἓν σημεῖον (θόρυβος).
§85ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀνακαλέσῃ τὸν λόγον του, Κ. Πρόεδρε, ὁ Κ. Κατσικαπῆς.
§86ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὄχι, νὰ λαλήσῃ, Κύριοι, νὰ λαλήσῃ μὲ ὅλην τὴν θρασύτητα, τῆς ὁποίας εἶναι ἐπιδεκτικός (θόρυβος).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρατηρῶ, Κύριε Κατσικαπῆ ὡς πρόεδρος, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μεταχειρισθῆτε ἐπιχειρήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα προσβάλλουν τὸ ἔθνος (θόρυβος).
§88ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφήσατέ τον νὰ ἐξηγηθῇ, Κ. Πρόεδρε.
§89ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὁ Κ. Σαρίπολος μὲ ὕβρισε, δὲν θέλω νὰ τὸν ἀνθυβρίσω, διότι δὲν θέλω νὰ γείνω ἀνήθικος· ἀποτεινόμενος ὅμως εἰς αὐτὸν, λέγω, κρίμα εἰς τὰ γράμματα καὶ τὴν ἐπιστήμην του. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη ὡς καθηγητὴν τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου τὸν Κ. Σαρίπολον.
§90ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ θέμα ἀπεσύρθησαν.
§91ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν ἀποσύρομαι ἐγώ· δὲν πρέπει νὰ μείνῃ τὸ δηλητήριον, πρέπει νὰ ἐξέλθῃ.
§92ΝΙΚ. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἀνέχομαι ποτέ· μοῦ εἶπες, ὅτι εἶμαι ἑτερόχθων (θόρυβος).
§93ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι, στρατηγὲ, εἶναι ἀπάτη αὐτό.
§94ΧΡ. ΓΑΡ. ΓΡΙΒΑΣ. Πληροφορῶ τὸν στρατηγὸν Ζέρβαν, ὅτι μίαν Συνέλευσιν ἠδυνήθη νὰ διαλύσῃ, δευτέραν Συνέλευσιν ὅμως δὲν θὰ δυνηθῇ ποτέ· (εὖγε καὶ χειροκροτήματα ῥαγδαῖα).
§95ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ Συνέλευσις τοῦ 1832· (θόρυβος καὶ διάλογοι ταραχώδεις).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις ἐπὶ ¼. Ἐνταῦθα γίνεται διακοπὴ ἑνὸς τετάρτου.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλεῖσθε εἰς τὰς θέσεις σας.
§98ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προτείνω καὶ ἐγὼ καὶ ὁ Κ. Γιολδάσης τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως σήμερον, ἐπειδὴ εἶναι θορυβώδης.
§99ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§100ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§101Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅστις θέλει ν’ ἀναχωρήσῃ, ἠμπορεῖ ν’ ἀναχωρήσῃ· κατόπιν, Κ. Πρόεδρε, παρατηρήσατε, ἐὰν συμπληροῦται ὁ νόμιμος πρὸς συνεδρίασιν ἀριθμὸς, καὶ ἐξακολουθοῦμεν, ἐὰν τὸ ἐναντίον, ἠμπορεῖτε νὰ τὴν διαλύσητε.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κατσικαπῆ, ἐξακολουθήσατε.
§103ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μήτε λυποῦμαι, μήτε παραξενεύομαι, διότι παρεξηγήθη ἐλεεινῶς ἡ ἔκφρασίς μου, τὰ πάντα σήμερον παρεξηγοῦνται. Οὐδέποτε ἐπῆλθεν εἰς τὴν καρδίαν μου ἡ σατανικὴ ἰδέα νὰ διαιρέσω τὸ ἔθνος εἰς αὐτόχθονας καὶ ἑτερόχθονας, σέβομαι πολὺ τοὺς ἑτερόχθονας, καὶ ἀναγνωρίζω εἰς αὐτοὺς ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τοῖς ἀνήκουν, ἤθελον μόνον νὰ πολεμήσω τὸν Κ. Σαρίπολον διὰ τὰς ἰδέας του, καὶ αὐτὸν, ὡς πολίτην καὶ ὡς Καθηγητὴν τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου θέλω ἐξελέγξει διὰ τῶν πραγμάτων. Ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ, Κύριοι, ἐπιτρέπεται εἰς πάντα ἄλλον ἡ καταπάτησις τῶν Συνταγματικῶν ἀρχῶν, οὐδέποτε ὅμως ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Κ. Σαρίπολον, τοῦτο θέλω νὰ ἐξετάσω τώρα. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, καὶ ἂν ὑμεῖς δὲν ἐνθυμεῖσθε, τὰ Πρακτικὰ τὸ μαρτυροῦν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Σουλιὲ ἐξεδικάσθη ἐνταῦθα ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, πόσον ἐκτεταμένη, πόσον σοβαρὰ ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐκείνη ἀναλόγως τῆς σοβαρότητος καὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἦλθον τινὲς νὰ ἐκφράσουν τὴν λύπην των, ἦλθον τινὲς νὰ ἐπιδείξουν τὰ αἰσθήματά των, ἦλθον νὰ κλαύσουν δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ὡσανεὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ἐγελῶμεν ἀλλ’ οὐδεὶς εὑρέθη νὰ γελάσῃ διὰ τὴν δυστυχίαν τῆς Πατρίδος (εὖγε). Ἀλλὰ τὸ λυπηρότερον, Κύριοι, ἦλθον νὰ κλαύσουν διαστρέφοντες τὰ γεγονότα καὶ προσβάλλοντες τὸ ἔθνος καὶ ὠθοῦντες αὐτὸ εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως ἐξεδικάσθη, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον διεξήγαγεν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις. Πολλοὶ εὑρέθησαν, καὶ ἰδίως ὁ Κ. Σαρίπολος, νὰ καταγγείλουν τὸν τρόπον αὐτὸν, νὰ τὸν ἀποδείξουν ὄχι Συνταγματικὸν, ὄχι καλὸν, καὶ νὰ ἐπιζητήσουν τοιουτοτρόπως μίαν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ἀποδοκιμάζουσαν τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλος δέ τις πληρεξούσιος ὁ Κ. Πύρλας χωρὶς νὰ ὁμιλήσῃ μὲν, διὰ προτάσεως γραπτῆς ὅμως, ἐζήτησε τὴν καταδίκην τῆς Κυβερνήσεως· ἡ πρότασις δὲ εἶναι αὕτη. «Ἀφοῦ κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους ἐνηργήθησαν τὰ δέοντα πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς τοῦ Σουλιὲ ὑποθέσεως, ἡ Συνέλευσις ἐκκαλεῖ τὰ τῆς ἐπιβαλλομένης ἀποζημιώσεως παρὰ τοῦ Πρέσβεως τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων ἐνώπιον αὑτοῦ, ἀποδοκιμάζουσα τὴν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης πρᾶξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ὑπουργείου, καθ’ ὑπέρβασιν ἐνεργήσαντος». Καὶ ἡ πρότασις αὕτη ἀπεῤῥίφθη παμψηφεὶ, καὶ ἀποῤῥίπτουσα ἡ Συνέλευσις τὴν πρότασιν, δὲν ἀπεδοκίμασε τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μὴ ἀποδοκιμάζουσα, ἐπεδοκίμασεν αὐτὴν, καὶ ἐν γένει δι’ ἑνὸς πορίσματος τῆς συζητήσεως, διὰ μιᾶς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ἐν τέλει καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐπεψήφισε τὴν πίστωσιν τῶν 60 χιλιάδων, ἐκάλυψε τὰ πάντα, ἐκεῖ ἐκάλυψε καὶ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχῃ τοιαύτη, ἐκεῖ πλέον ἐκάλυψε ὅλον τὸ οἰκοδόμημα αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, καὶ τὸ κατέστησεν ἓν μυστήριον, περὶ τοῦ ὁποίου ἠμπορεῖ ἰδιωτικῶς μὲν νὰ γείνῃ λόγος, δημοσία ὅμως οὐδέποτε· καὶ ὅμως ὁ Κ. Σαρίπολος καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου ἔρχεται ἐνταῦθα διὰ τῆς προτάσεώς του καὶ προτείνει νέαν κατηγορίαν κατὰ τῶν ὑπουργῶν· ἂν καὶ δὲν τὸν ἤκουσε κἀνεὶς, οὐχ ἧττον ὅμως ὁ Κ. Σαρίπολος περιέπεσεν εἰς αὐτὸν τὸν συνταγματικὸν σολοικισμὸν, καὶ δὲν ἐπιτρέπω εἰς ἕνα Καθηγητὴν τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου νὰ σολοικίζῃ συνταγματικῶς. Ἦλθον, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τῆς οὐσίας αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως· καὶ ἦλθον λέγοντες μόνον ὅσα ἐσύμφερον εἰς αὐτοὺς νὰ εἴπωσι, σιωπῶντες δὲ, ὅσα ἐσύμφερε νὰ σιωπήσουν, ἐν ᾧ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας δὲν ἦτον αὐτό· ἐννοῶ, ὅτι ἡ ἐπιδοκιμασία ἦτο δικαιοτάτη, βεβαίως ὁ Ἕλλην ἐν τῇ φιλοπατρίᾳ του, ἐν τῇ φιλοτιμίᾳ του χειροκροτεῖ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μὲ τόσον καλὴν ἔκφρασιν, μὲ τόσον καλὰς ἰδέας, ἔρχεται νὰ παραστήσῃ τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ ἔθνους· σφάλλουν ὅμως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δι’ οἱονδήποτε σκοπὸν δηλητηριάζουν τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ τὴν ἐξαπατοῦν μὴ λέγοντες τὴν ἀλήθειαν (εὖγε). Καὶ δὲν εἶπον τὴν ἀλήθειαν, καὶ δὲν ἐπρόσεξαν εἰς τὴν ἀπολογίαν τῶν ὑπουργῶν καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι, ἐὰν ἐπρόσεχον, δὲν ἤθελον τολμήσει νὰ κατηγορήσουν μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τοσοῦτον ἀξιοπρεπῶς, τοσοῦτον πατριωτικῶς εἰργάσθη εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν· ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, καὶ βεβαιοῦται ἐκ τῶν ἐγγράφων τὶ ἐῤῥέθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, Κύριοι, ὅτι ἀντέταξεν ὅλην τὴν ἰσχυρὰν θέλησιν κατὰ τῆς ἀδίκου ἀπαιτήσεως ἡ Κυβέρνησις· ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲ ἐῤῥέθη, ὅτι καὶ ὅλαι αἱ Δυνάμεις ὑποστηρίζουσι τὴν ἀπαίτησιν, αἵτινες ἐπίσης προστατεύουσι τὴν Ἑλλάδα, ἐπίσης ἀγαπῶσιν αὐτὴν, καὶ κήδονται τῆς ὑπολήψεως αὐτῆς, καὶ ἐτόλμησεν ὁ Κ. Σαρίπολος, καὶ μόνος ὁ Κ. Σαρίπολος, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὴν συζήτησιν αὐτὴν τοσοῦτον σκανδαλωδῶς καὶ μὲ μέγιστον τῆς πατρίδος κίνδυνον, διότι βεβαίως, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν μάθῃ τοὺς ἀληθεῖς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν αὐτὴν τὴν γενναίαν καὶ ἔντιμον ὑποχώρησιν, ἐννοεῖται, ὅτι σκανδαλίζεται καὶ σκανδαλιζομένου τοῦ λαοῦ, σκανδαλίζεται ἡ δημοσία τάξις, καὶ σκανδαλιζομένης τῆς δημοσίας τάξεως, δὲν ἠξεύρω τί μέγιστον δυστύχημα ἐπίκειται κατόπιν. Καὶ χειροκροτοῦν τὸν Σαρίπολον! Ἀλλὰ τὸν χειροκροτοῦν τίνες; Ἐκεῖνοι, οἵτινες ἄλλοτε τὸν ἀπεδοκίμασαν, καθὼς ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις τὸν ἀπεδοκίμασεν, ὅταν ἦλθε νὰ ἐξελέγξῃ τὴν διακοίνωσιν τοῦ ἐντιμοτάτου πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, μὲ τρόπους καὶ μὲ φράσεις ὄχι εὐπρεπεῖς. Τότε τὰ αἰσθήματα τοῦ Σαριπόλου κατὰ τοὺς χειροκροτοῦντας — δὲν ἦσαν Ἑλληνικὰ, σήμερον εἶναι Ἑλληνικὰ (εὖγε). Τότε, Κύριοι, ὅταν δεινοτέρας ἐκφράσεις, σκληρὰς μὲν, ἀποῤῥεούσας ὅμως, καθὼς ὅλαι αἱ διακοινώσεις τῶν φιλικῶν Δυνάμεων, ἀπὸ εὐγενεῖς προθέσεις, ἦλθε νὰ ἐξελέγξῃ ὁ Σαρίπολος, τὸν ἀπεδοκίμασαν· σήμερον ὄχι μόνον δὲν τὸν ἀπεδοκίμασαν, ἀλλὰ καὶ τὸν ὑπεστήριξαν διὰ νὰ ὑβρίσῃ μίαν κραταιὰν Δύναμιν (θόρυβος ἀριστερά). Ἀλλὰ παραδόξως, Κύριοι, τὸ κακὸν δὲν περιορίζεται ἕως ἐδῶ, ὄχι μόνον χειροκροτοῦν, ὄχι μόνον ἐπιδοκιμάζουν, ἀλλὰ καὶ ἀσπάζονται τὴν ἰδέαν αὐτὴν, τὴν πρότασιν τοὐτέστι τῆς ἐπαναλήψεως τῆς συζητήσεως τῆς καταδίκης τῆς Κυβερνήσεως. Ἔρχομαι λοιπὸν νὰ ἐρωτήσω τοὺς ὑπερασπιστὰς τῶν ἰδεῶν τοῦ Κ. Σαριπόλου, ἀπὸ πότε ἤρχισαν νὰ θεωρῶσι αὐτὸν ὡς καλὸν πατριώτην; Καί τοι δυνάμενος πολλὰ νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, παύω ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ μεταβαίνω εἰς τὰ κατόπιν γενόμενα. Ἔρχεται ὁ Κύριος Δεληγεώργης, τοῦ ὁποίου μήτε τὴν παιδείαν, μήτε τὸν πατριωτισμὸν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τις, ἀλλὰ δυστυχῶς περιέπεσεν εἰς ἀνακολουθίαν, δὲν ἐξετάζω τοὺς λόγους ἢ τὰς πηγὰς, ὀφείλω ὅμως νὰ τὴν καταδείξω. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ Κύριος Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἀνήκει εἰς τὸ Ἔθνος καὶ οὐχὶ εἰς τὰ ἄτομα· τὸν ἐχειροκρότησα διὰ τοῦτο, καὶ θέλω, Κύριοι, ἐγὼ τὸν χειροκροτεῖ πάντοτε, ὁσάκις ὁμιλεῖ μὲ τὴν αὐτὴν ἀληθῆ καὶ πατριωτικὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα τί μᾶς εἶπεν; Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις Ὀθωνίζει· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι μία προφανὴς ἀνακολουθία, προφανὴς πολιτικὸς σολοικισμός. Τί εἶναι σήμερον ἡ Κυβέρνησις; ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀπαύγασμα, ἀπόῤῥοια τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Συνελεύσεως, ἀποῤῥέει ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν αὐτῆς, καὶ κἄτι περισσότερον, οὐχὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ τῆς παμψηφίας, καὶ θὰ ἀποδείξω τοῦτο. Ὁ Πρόεδρος, ὅπως γνωρίζετε, ἐξελέχθη παμψηφεί· ἐκ τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου, τὰ μὲν ἐξέλεξεν ἡ δεξιὰ, τὰ δὲ ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ, ὥστε τὸ ὅλον ἀποῤῥέει ἀπὸ τὴν παμψηφίαν τῆς Συνελεύσεως. Λέγων λοιπὸν ὁ Κύριος Δεληγεώργης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ, τὴν ὁποίαν ἡ ὁλομέλεια τῆς Συνελεύσεως ἐξέλεξεν, ὀθωνίζει, λέγει ἴσα, ἴσα, ὅτι τὸ Ἔθνος ὀθωνίζει, εἰς τὸ ὁποῖον εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἀνήκει ἡ ἐπανάστασις· ποῖον Δεληγεώργην πρέπει νὰ πιστεύσωμεν τώρα, τὸν λέγοντα, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἀνήκει εἰς ὅλον τὸ Ἔθνος, ἢ τὸν Δεληγεώργην, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἐκλέγει τὸ Ἔθνος, ὀθωνίζει; Ἐπομένως φρονῶ, ὅτι δὲν ἐτεχνολόγησε καλῶς τὴν λέξιν ὁ Κύριος Δεληγεώργης. Τί θὰ εἰπῇ ὀθωνίζω; μιμοῦμαι τὰς πράξεις τοῦ Ὄθωνος· ποῖαι εἶναι αὗται, αἵτινες καὶ ἐπροκάλεσαν τὴν ἀποπομπήν του; ἡ διαίρεσις εἰς τὸ Ἔθνος, ἡ διαίρεσις εἰς τὰς Ἐπαρχίας, ἡ διαίρεσις εἰς τοὺς Δήμους, ἡ διαίρεσις εἰς τὰς οἰκογενείας, ἀφίνω τὴν συγκέντρωσιν τῆς ἐξουσίας. Ποῖος εἶναι Ὀθωνισὴς σήμερον; ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀναπτύσει τὰ πάθη καὶ προκαλεῖ τὴν διαίρεσιν· ἀφίνω λοιπὸν νὰ τὸν ἐννοήσῃ ἕκαστος τὸν Ὀθωνιστὴν αὐτὸν, ποῖος εἶναι· (ἐπιδοκιμασίαι). Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τὸ κακὸν ἐσταμάτησεν ἕως ἐδῶ; πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Θὰ ἤμεθα εὐτυχεῖς, Κύριοι, ἐὰν ἐσταμάτει· ἐπροχώρησε, Κύριοι, καὶ ὑπὲρ τὰ ὅρια· ὀνειρεύονται στάσεις, ὀνειρεύονται συνωμοσίας, ὀνειρεύονται ταραχὰς, καὶ ταύτας ἔρχονται ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς θέσεώς των νὰ ἐκθέσωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος διὰ νὰ καταδείξωσι δι’ ὅλων τῶν μέσων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀνάστατος. Χαίρω βλέπων ἐδῶ τὸν ἀληθῆ ἐπαναστάτην, τὸν Κύριον Ἀρτέμην, διότι μετ’ ὀλίγον θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν του. Ἔρχεται ὁ Κύριος Ἰάλεμος, ὅστις συνήθως βλέπει τοιαῦτα ὄνειρα, καὶ λέγει, ὅτι εἰς τὴν Ἠλείαν ἦτο συνωμοσία. Ἠρώτησα κατ’ ἰδίαν τὸν Κύριον Ἀρτέμην καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι τίποτε δὲν ἀνεκαλύφθη, μοὶ ἔδειξε καὶ τῆς ὥρας ἐκείνης ἐπιστολὴν, δι’ ἧς ἐφαίνετο, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Ἠλείας δὲν εἶναι, ὅπως τὴν ζωγραφίζει ὁ Κύριος Ἰάλεμος, διότι εἶναι ἡσυχωτάτη, καὶ εὐχαριστοῦσι μάλιστα τὸν Κύριον Ἀρτέμην μὲ τὴν καλὴν διαγωγὴν, μεθ’ ἧς διεξήγαγε τὴν ἔκτακτον ἀποστολήν του· δὲν λέγω τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον μοὶ εἶπεν ὁ Κύριος Ἀρτέμης, διότι πιστεύω, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ βεβαιώσῃ, ὅσα μὲ εἶπε. Βλέπετε ποῦ φθάνει τὸ κακόν; συκοφαντεῖτε τὸ Ἔθνος, διαβάλλετε τὸ Ἔθνος εἰς τὸν ἐξωτερικὸν Κόσμον, καὶ τί, Κύριοι, θὰ κερδίσητε; ἀλλὰ δὲν ἐπροχώρησαν περαιτέρω, εἰς τὰς σκέψεις των ἐσταμάτησαν ἕως αὐτοῦ, ὅπου ἔβλεπον τὸ συμφέρον. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, πῶς δύναται νὰ ἀναλάβῃ τις τὴν εὐθύνην τῆς ἀνωτάτης διοικήσεως Κράτους, τὸ ὁποῖον παριστῶσι μὲ τοιαῦτα χρώματα, Κράτους, καθὼς λέγουν, ἀναρχικοῦ καὶ στασιαστικοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει ν’ ἀναγνωρίσῃ ἀρχὰς, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει νὰ ὑποταχθῇ εἰς τοὺς Νόμους. Ἀλλὰ καὶ τί ἄλλο, Κύριοι; ἔρχονται νὰ ἐπιβαρύνουν τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἀορίστων ἐκφράσεων καὶ κατηγοριῶν· ταῦτα, Κύριοι, δυσχεραίνουν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ἔτι περισσότερον. Ἔρχεται ὁ Κύριος Ἡρακλῆς Πετμεζᾶς, ὁ ὁποῖος κλαίει καὶ θρηνεῖ διὰ τὴν κατάστασιν τῆς Ἀργολίδος, ὁ ὁποῖος μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶπεν, ὅτι ἡ ἔνδοξος Ναυπλία δὲν ὑποκύπτει εἰς τὰς αὐθαιρέτους πράξεις μιᾶς τοιαύτης Κυβερνήσεως. Λέγω εἰς τὸν Κύριον Πετμεζᾶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκφράσῃ πλήρη τὴν ἰδέαν διὰ νὰ γίνῃ νικητής· διότι ἠξεύρετε, Κύριοι, τί κάμνουν πολλοὶ; ὑπεξαιροῦν τὰς πρώτας πράξεις καὶ μᾶς παρουσιάζουν τὴν τελευταίαν πρᾶξιν τῆς σκηνῆς. Ὄχι, Κύριοι, ὅλας τὰς πράξεις πρέπει νὰ φέρωμεν ἐνταῦθα. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἀποπομπὴν τοῦ Κυρίου Θεαγένους. Ἐρωτῶ τὸν Κύριον Πετμεζᾶν, ποία πρᾶξις αὐθαίρετος, ποία πρᾶξις καταπιεστικὴ ἠνάγκασε τοὺς Ναυπλιεῖς νὰ ἐκδιώξωσι τὸν Κύριον Νομάρχην, τὸν ἀξιότιμον Κύριον Ῥοντήρην; Θὰ σᾶς ἐκθέσω, Κύριοι, τὴν ἀληθῆ κατάστασιν μὲ τὰ ἀληθῆ αἴτια· καὶ μολονότι ἡ θέσις μου εἶναι πολὺ δυσάρεστος, μόλα ταῦτα ἐκπληρῶν πατριωτικὸν καθῆκον ἐκθέτω αὐτά· ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ σκέπτεται, ὅπως θέλει, καὶ νὰ φρονῇ, ὅπως θέλει, ἔστω καὶ περὶ τοῦ εἴδους αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος. Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, κύριοι, καὶ εὐτυχῶς πολλὰ ὀλίγοι ἴσως ἀπὸ πλανημένας ἰδέας, ἴσως ἀπὸ σωστὰς πεποιθήσεις, ἀγαπῶντες τὴν Δημοκρατίαν· δὲν ἔρχομαι νὰ εἴπω πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι ν’ ἀποδείξω, διότι γνωρίζω τὴν ἀρχὴν, ὅτι πᾶν, ὅ,τι δὲν δύναταί τις ν’ ἀποδείξῃ, δὲν πρέπει καὶ νὰ τὸ ἰσχυρίζεται, ἵνα μὴ ἐκλαμβάνηται ὡς συκοφαντῶν, ἵνα μὴ ὑποτίθεται ὡς ψευδόμενος· ἠκούσθησαν, λέγουν, φωναί τινὲς, «ζήτω ἡ Δημοκρατία», καὶ αἱ φωναὶ ἐκεῖναι ἦσαν ὀλίγαι, ἦσαν ἀσθενεῖς, διότι ὀλίγων Ἑλλήνων κεφαλαὶ δὲν σκέπτονται, ὅπως πρέπει νὰ σκέπτωνται· ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Σταματῶ καὶ πάλιν ἕως ἐδῶ, διότι, πᾶν, ὅ,τι δὲν συμφέρει νὰ ἐκτίθεται χάριν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, δὲν πρέπει νὰ ἐκτίθεται καὶ ἐνταῦθα (εὖγε). Ἔρχονται καὶ σήμερον ἀκόμη ἄνδρες, τῶν ὁποίων τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τις, ἀλλὰ τὶς οἶδεν, ἄνθρωποι εἴμεθα, ἔχομεν ἀδυναμίας, ἔχομεν πάθη, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπηρεάσουν τὰς ἰδέας μας, ἔρχονται καὶ σήμερον καὶ διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ὑπεμφαίνει ὅτι κινδυνεύει ἡ πατρὶς, ἐπιτίθενται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐμβρόντητος ἔμεινα εἰς τὴν πρώτην ἔκφρασιν, ἐπὶ τέλους εἶδον ἀοριστίας, δὲν θέλω νὰ εἴπω τι περισσότερον, ὅτι τινὲς ἀνέμιξαν καὶ ἀτομικὰ κατὰ τῶν ὑπουργῶν πάθη, καὶ πείθεσθε, πιστεύω, Κύριοι, ὅτι εἶχα δίκαιον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου νὰ εἴπω, ὅτι ἐῤῥίφθη ὁ κύβος, ὅτι σπρώχνουν τὴν φίλην Πατρίδα εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ὁ εἰρηνικώτατος καὶ ἡσυχώτατος λαὸς τοῦ Κόσμου· ἂν δὲ συμβαίνουν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἀταξίαι τινὲς, αὐταὶ ἀνήκουν εἰς μίαν ἀνωτέραν τάξιν τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει σκοποὺς ἄλλους, ἡ ὁποία ἐκμεταλλεύεται τὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (εὖγε). Καὶ τὶ φρονεῖτε, Κύριοι; ὅτι θέλετε κερδίσει, ὅταν ἐκθέτετε πράγματα οὐχὶ ἀληθῆ; νομίζετε ὅτι θὰ ὠφεληθῆτε; ὄχι μόνον δὲν θὰ ὠφεληθῆτε, ἀλλὰ καὶ θὰ βλαφθῆτε καὶ θὰ καταστραφῇ ἡ Πατρίς· διότι μὴ νομίσητε ὅτι οἱ ἐξωτερικοὶ ἐχθροί μας ἐκοιμήθησαν· μὴ νομίσητε δὲ ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν τοὺς λόγους ἡμῶν ἀπὸ τοῦ στόματός μας καὶ τοὺς μεταφέρουν ἐκεῖ, ὅπου δύναται νὰ βλαφθῇ ἡ Πατρίς. Ταῦτα, Κύριοι, ὤφειλον νὰ ἐκθέσω εἰλικρινῶς, διότι καὶ εἰλικρινῶς τὰ αἰσθάνομαι, οἱ δὲ τἀναντία λέγοντες καὶ πράττοντες αὐτοὶ ὄψονται.
§104ΓΕΩΡΓ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αἱ συζητήσεις αὗται, Κύριοι, μοὶ ἐνθυμίζουσι μίαν ἐποχὴ δυστυχῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα, μοὶ ἐνθυμίζουσι τὴν Βυζαντινὴν ἐποχήν. Ὅτε, Κύριοι, τὸ Βυζάντιον ἐπολιορκεῖτο, ὅτε αἱ ὀρδαὶ τῶν Τούρκων ἐπέπιπτον κατὰ τῆς Ἑπταλόφου, οἱ Βυζαντινοὶ πατριῶται ἠξεύρετε τί ἔκαμνον; ἐφιλονείκουν περὶ τοῦ Καὶ, ἂν εἶναι συμπλεκτικὸς ἢ ὄχι. Εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν εἴμεθα, Κύριοι. Ἡ Πελοπόννησος εὑρίσκεται εἰς τὴν μεγαλειτέραν ἀναρχίαν, ἠξεύρετε ὅλοι ὅτι ἀντενέργειαι γίνονται εἰς τὴν Ἑπτάννησον καὶ ἐντούτοις ἡμεῖς συζητοῦμεν περὶ προσωπικῶν κατηγοριῶν. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις, ἂν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἂν δὲν ἔχῃ, ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀντικατάστασίν του· ἂν δὲ ἔχῃ, ὀφείλει νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ, ἵνα καταστείλῃ τὰς ταραχὰς, αἱ ὁποῖαι λυμαίνονται τὴν Πελοπόννησον ὅλην. Αὐτὸ προτείνω, Κύριοι· ἂν τὸ Ὑπουργεῖον χαίρῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Συνελεύσεως, ἂς λάβῃ πᾶσαν συνδρομὴν, ἄλλως ἂς προβῶμεν εἰς τὴν ἀντικατάστασίν του.
§105ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω πράγματι, ὅτι περὶ τούτου συζητοῦμεν, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας. Ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω πῶς εἰς αὐτὸν τὸν Καὶ σύνδεσμον περιεπέσαμεν, καὶ ἂν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ γεννηθῇ μία τοιαύτη συζήτησις ἐπὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἦσαν ἄξια προσοχῆς ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ. Ὁ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσας Κύριος Κατσικαπῆς σᾶς ἐξέθεσε δι’ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ πείσουν τὴν Συνέλευσιν, ὅτι τὸ ζήτημα ἢ τὸ κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Σαρίπολος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου εἰσήγαγεν ἐν τῇ Συνελεύσει κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, δὲν ἦτο, οὔτε συνταγματικὸν, οὔτε ὀρθόν. Ἔρχομαι τώρα νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἦτο συνταγματικὸν, ἀλλὰ καὶ ὀθωνικόν. Θέλω δὲ ἀναχωρήσει ἀπὸ τοὺς ἀντιθέτους συλλογισμοὺς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀνεχώρησεν ὁ Κ. πληρεξούσιος Μεσολογγίου, καὶ θέλω συμπληρώσει τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ πληρεξούσιος Δωρίδος Κ. Κατσικαπῆς. Διατὶ, Κύριοι, ἀπεπέμψαμεν τὸν Ὄθωνα; Διότι ἐλέγομεν, ὅτι καταπατεῖ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, διότι δὲν ἐφαρμόζει τὸ σύνταγμα, διότι δὲν ἤθελε νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ ψηφίσματα τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1843. Καὶ τὶ ἦσαν αὐτὰ τὰ ψηφίσματα τοῦ 1843; Ἦσαν Κύριοι, ἡ ἀπόφασις μιᾶς Συνελεύσεως. Καὶ τί ἦτο τὸ ψήφισμα τὸ ἰδικόν σας προχθὲς, ὅτε διὰ 130 ψήφων παρεδέχθητε τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως; ἦτον ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως· καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ἔρχεται ὁ Κ. Σαρίπολος, οὐχὶ μόνον ὡς ἐθνικὴν νὰ μὴ τὴν ἐφαρμόσῃ, ὁ συγγραφεὺς, Κύριοι, τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν κατηγορήσῃ· ἔρχεται νὰ φέρῃ αὐτὴν τὴν κατηγορίαν ἐνώπιον τοῦ ἰδίου δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον κατηγορεῖ, ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ συνεδρίου, τὸ ὁποῖον καταγγέλλει. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, τὸ ὁποῖον ἐγέννησε τόσον παρατεταμένην καὶ τόσον σπουδαίαν συζήτησιν, εἶναι ἀκόμη καὶ ἡ παραίτησις τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀπήγγειλε τὴν κατηγορίαν ὁ Κ. Σαρίπολος, αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἦλθεν εἰς τὸ βῆμα, ἐξέθεσεν ὅτι δὲν δύναται νὰ συνυπηρετήσῃ μεθ’ Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι τοῦ παρεμβάλλουν προσκόμματα, ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων τοῦ Ναυπλίου, καὶ δι’ ἐγγράφου παραιτήσεώς του εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐκθέτει ἄλλους λόγους, λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ, διότι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Σουλιὲ ἐλύθη οὕτω πως. Βεβαίως θ’ ἀποδείξω, ὅτι ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ τοιαύτην παραίτησιν, διότι, διὰ νὰ δικαιοῦται νὰ δώσῃ παραίτησιν, ὤφειλεν ἀφ’ ἧς στιγμῆς παρεκατετέθησαν τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀφοῦ ἐπὶ δύο ἡμέρας ἐσυζητήθη ἡ ὑπόθεσις, ὤφειλε νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας του, νὰ μᾶς μεταδώσῃ αὐτὰς καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, παρῃτεῖτο· ἀφοῦ ὅμως δὲν μᾶς διεφώτισε ποσῶς, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν παραίτησιν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, διότι ἡ παραίτησις αὕτη προσβάλλει αὐτὴν τὴν Συνέλευσιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐξηγηθῶμεν καθαρώτερα, πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν θέλομεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θὰ τὴν ῥίψωμεν καὶ θὰ σχηματήσωμεν ἄλλην. Ὁ Κύριος πληρεξούσιος τῆς Φθιώτιδος, ὁ φίλος μου Κύριος Βάσσος, εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι αὐτὴ ἡ μερὶς εἶναι πάντοτε ἡ ῥίπτουσα τὰ ὑπουργεῖα· εἶπον εἰς τὸν Κύριον πληρεξούσιον νὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσουν αἱ δύω πτέρυγες κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ Βάλβη, ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὑπεστήριξα τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, καὶ μάρτυρες εἶναι αὐτοὶ οἱ ὑπάρχοντες ὑπουργοί· καὶ καθ’ ὅσον ἐγὼ δὲν ἀπετέλουν ὅλον τὸ μέρος ἐκείνης τῆς πτέρυγος, οὔτε καὶ σεῖς δὲν ἀποτελεῖτε ὅλον τὸ μέρος αὐτῆς τῆς πτέρυγος, δύνασθε δὲ νὰ ἰδῆτε ἐντὸς τῶν πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως τοὺς ὑπὲρ καὶ κατὰ ψηφίσαντας καὶ θέλετε ἰδεῖ, ἂν λέγω τὴν ἀλήθειαν, ἢ ὄχι· ὀφείλετε λοιπὸν, Κύριοι, ὡς καὶ τότε, καὶ τώρα, διότι σεῖς δὲν εἶσθε Βουλὴ διὰ νὰ ῥίψητε εἰς συζήτησιν ἕνα πολιτικὸν ζήτημα καὶ ν’ ἀφαιρέσητε τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον διὰ νὰ τὸ μάθῃ ὁ Βασιλεὺς καὶ νὰ προσκαλέσῃ ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς νέον ὑπουργεῖον, χαῖρον τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ σήμερον σεῖς εἶσθε ἡ Βουλὴ, σεῖς ὁ Βασιλεὺς, σεῖς ἡ Γερουσία, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ θέσητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης· ἀρκεῖ νὰ εἴπητε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, «ἀπὸ τὴν μίαν θύραν σὲ ἔμβασα, ἀπὸ τὴν ἄλλην σὲ ἐκβάλλω». Λέγω, ὅτι εἶναι πολὺ λυπηρὸν μόνον καὶ μόνον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον, νὰ θέλετε νὰ ῥίψετε τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν θέσιν της, παρουσιάζοντες ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶνε ἀνάξια συζητήσεως· τοῦτο μὲ κάμνει, Κύριοι, νὰ ἐννοήσω ὅτι ὑπάρχει συνεννόησις μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ Κυρίου Σαριπόλου, ὅστις ἔφερε τὴν κατηγορίαν. Τὸ κατηγορητήριον τοῦ Κυρίου Σαριπόλου, παραβαλλόμενον πρὸς τὴν παραίτησιν τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, ἴσως εἶνε τυχαία σύμπτωσις, οὐχ ἧττον ὅμως ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν εἶναι σύμπτωσις· νομίζω λοιπὸν ὡς σαφὲς τὸ πρῶτον ζήτημα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ λόγος, διότι πᾶσα καταδίκη, ἡ ὁποῖα ἤθελεν ἔλθει κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελεν ἔλθει καθ’ ἡμῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεφασίσαμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὰ ἄλλα ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα κατηγόρησαν τὴν Κυβέρνησιν. Βεβαίως δὲν θέλω περιπατήσει, ὡς ὁ φίλος μου Κ. Μαυρομιχάλης, ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τοῦ Βυζαντίου οὔτε θέλω περιδιαβάσει ἐπὶ τῶν ὀχθῶν τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, ὡς ὁ φίλος μου Κύριος Βάσσος, θὰ ἐξετάσω τὰ πράγματα· ἂν, Κύριοι, αὐταὶ αἱ κατηγορίαι σπουδαίως ἐπιβαρύνουν τὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλω ἐν πρώτοις νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ποιητικὴ φαντασία τῶν δύο προλαλησάντων τὰς ἔπλασε· ἂν αὐταὶ αἱ κατηγορίαι ἦσαν σπουδαῖαι, σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἤθελον μᾶς κεραυνοβολήσει· διότι, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη κατηγορίαν αὐτοὶ διὰ τῆς φαντασίας των ἔπλασαν αὐτὴν καὶ κατήγγειλαν μὲ τὸν πλέον ἐλεύθερον τρόπον τὴν Κυβέρνησιν. Θέλω σᾶς ἀποδείξει, Κύριοι, ὅτι, ὅταν σήμερον ὑποστηριχθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὑποστηρίζετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσατε· καὶ ἡ δυστυχὴς αὐτὴ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν μόνον καὶ μόνον καταδικάζετε διὰ νὰ τὴν ῥίψετε, ἂν ἤθελεν ἄλλως πολιτευθῆ, ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ἐπ’ αὐτῆς ἡ παροιμία «ἐκύλισε τ’ αὐγὸ, κακὸ εἰς τὸ αὐγὸ, ἐκύλισε τὸ λιθάρι, κακὸ εἰς τὸ αὐγό», καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Ὅταν, Κύριοι, ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διέταξε τὸν Κύριον Σαχτούρην, καὶ τὸν Κύριον ...... διότι ἐφάνησαν συμπτώματα τινὰ ἀπειθείας, σεῖς, Κύριοι, καταθορυβηθέντες, εἴπατε νὰ προσπαθήσῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐπιβάλῃ τὸν σεβασμὸν εἰς τοὺς Νόμους καὶ ἐδώκατε ὅλην σας τὴν συνδρομὴν, εἰπόντες, «νὰ προσπαθήσῃς νὰ καταστήσῃς τὰς διαταγάς σου σεβαστὰς,» σεῖς ἐλέγατε, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν ὅλην ἡμῶν τὴν συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ σήμερον τὶ λέγετε; Διώρισε Νομάρχην ἡ Κυβέρνησις, καὶ ποῖον; τὸν Κύριον Ῥοντήρην, ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς Συνελεύσεως, διότι αἱ συχναὶ ἀπαιτήσεις τοῦ Κυρίου Μαυρομιχάλη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπῄτουν τὴν παῦσιν τοῦ πρώην Νομάρχου Ζαφειροπούλου, ὑπεστηρίζετο δὲ καὶ παρὰ τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἀργολίδος καὶ τοῦ φίλου μου Κ. Θεοχάρη πληρεξουσίου, οἵτινες ἀνήκουν εἰς αὐτὴν τὴν πτέρυγα (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς ἐνέδωκε, παύει τὸν Νομάρχην Ζαφειρόπουλον ἢ τὸν μεταθέτει καὶ ἀποστέλλει ἐκεῖ τὸν Κύριον Ῥοντήρην· δὲν τὸν δέχεται ὁ τόπος καὶ γίνονται ὅλα αὐτὰ τὰ παρατράγωδα, τὰ ὁποῖα μετὰ ταῦτα ἠκολούθησαν εἰς τὸ Ναύπλιον. Τώρα, Κύριοι, ἔρχονται καὶ κατηγοροῦν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐνέδωκαν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις των, καὶ ἔρχονται, Κύριοι, καὶ τὴν κατηγοροῦσιν ἐπὶ ἐγκλήματι ἐσχάτης προδοσίας. Κύριοι, ὅταν Ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν Γεώργιος Πετιμεζᾶς διώρισεν ὑπάλληλον εἰς τὰ Καλάβρυτα, εἴτε κατὰ κακὴν σύστασιν, εἴτε διότι δὲν ἐγνώριζεν ὅτι ἦτο πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὑπηρέτησε τὸ παρελθὸν ἐπὶ σειρὰν χρόνων, ὡς Γραμματεὺς τοῦ Ἐπαρχείου, ἐν τούτοις ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διώρισεν αὐτὸν, ἡ δὲ πόλις τῶν Καλαβρύτων εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦτο ἔστειλαν ἀμέσως εἰδικὸν ἐπίτηδες πεζὸν, λέγοντες ὅτι δὲν τὸν δέχονται ὡς ἔπαρχον, ἐγὼ τοῖς ἀπήντησα, ὅτι πρέπει νὰ τὸν δεχθῆτε διότι ἡ διόρθωσις πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἐδέχθησαν. Ὑποθέσατε λοιπὸν, Κύριοι, ἂν ἐγὼ ἔγραφον «μὴ τὸν δέχεσθε,» βεβαιωθῆτε ὅτι μίαν ὥραν μακρὰν τῆς πόλεως ἤθελον τὸν ἐμποδίσει. Ἐν ᾧ λοιπὸν ἡμεῖς εἴμεθα αἴτιοι τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων ἕνεκα τῶν ἀπαιτήσεών μας, ἔρχεται ὁ Κ. Σαρίπολος ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ μᾶς λέγει νὰ πέσῃ τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ, καὶ νὰ πέσῃ φέρον μαζύ του τὴν κηλίδα τῆς αἰσχύνης. Ἔρχεται ὁ Κ. Σαρίπολος νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Ῥοῦφον, εἰς ἐκεῖνον, ὅστις οὐχὶ, ὡς ὁ ἐξάδελφός μου Ἡρ. Πετιμεζᾶς εἶπε προχθὲς, ὅτι ἔσυρε τὸ ἅρμα τοῦ Ὄθωνος, ἀλλὰ τὸ ἅρμα τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ἔθεσε τὴν κεφαλήν του ὑπὸ τὸ φάσγανον τοῦ δημίου δι’ αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει, ὅτι διὰ τοὺς κόπους καὶ τὰς θυσίας καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει, στιγματίσατέ τον, ῥίψατε ἐπὶ τῆς πλάτης αὐτοῦ τὰ ἐλαττωματικώτερα καὶ προδοτικώτερα στίγματα.
§106ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Τὸν Φεβρουάριον δὲν ἦτο τοιοῦτος;
§107ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἦτο ποτὲ βουλευτὴς τοῦ Ὄθωνος ὁ Κύριος Ῥοῦφος.
§108ΤΙΝΕΣ. Σᾶς λέγει διὰ τὴν 9ην Φεβρουαρίου.
§109ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶμαι ἕτοιμος διὰ νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν, ἐπιθυμῶ μόνον λογικὴν καὶ ἥσυχον συζήτησιν. Ἔρχεται μετὰ ταῦτα ὁ πληρεξούσιος τῆς Φθιώτιδος, ὁ φίλος μου Κύριος Βάσος, καὶ δι’ ἀορίστων κατηγοριῶν, διὰ γενικῶν ἐκφράσεων, θέλει νὰ ἀποδώσῃ κατηγορίας εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἔνοχοι· ἀλλ’ ὅταν ἔρχεσαι, Κύριε, νὰ στιγματίσῃς ὑπουργοὺς τῆς πατρίδος σου, Κυβερνήτας τῆς πατρίδος σου, πρέπει νὰ εἴπῃς καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς τοὺς κατηγορεῖς· διότι, Κύριοι, μὲ μίαν γενικὴν λέξιν «κατηγορῶ τὸν δεῖνα ὅτι εἶναι προδότης», εἶναι προδότης μὲ τοῦτο; πρέπει νὰ ῥίψῃς εἰς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν ἱστορίαν τὴν λέξιν «προδοσία» δι’ ἕνα ἔντιμον ἄνθρωπον, κατὰ τοῦ ὁποίου, ὅταν σοῦ ζητήσω τὴν ἀπόδειξιν, δὲν ἔχεις τι νὰ εἴπῃς; ὄχι, Κύριοι! Μάλιστα οἱ Κύριοι Πληρεξούσιοι, ὅταν ἔρχωνται ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ κατηγορῶσι καὶ νὰ ὑπερασπίζωνται, ὀφείλουν νὰ ἔχουν λόγους, καὶ λόγους σπουδαίους· διότι, Κύριε Πληρεξούσιε τῆς Φθιώτιδος, ὅταν κατηγορῇς ἀορίστως, ποίαν ὑπεράσπισιν θὰ κάμω εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν διὰ τὴν Κυβέρνησιν; ποία εἶναι ἡ κατηγορία διὰ νὰ ἴδω, ἂν ᾖναι πραγματικὴ καὶ ἀληθὴς, νὰ καταψηφίσω καὶ ἐγὼ κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἢ, ἐὰν ᾖναι ψευδὴς, νὰ τὴν ἀνασκευάσω καὶ νὰ πείσω καὶ σὲ, ὅτι ἔχεις ἄδικον, καὶ νὰ σὲ κάμω νὰ ψηφοφορήσῃς καὶ σὺ ὑπὲρ τοῦ ὑπουργοῦ;
§110ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Γνωρίζω ἐγὼ, Κύριε Πετιμεζᾶ.
§111ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε.
§112ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προσκαλῶ τὸν Κύριον Σαρίπολον, ἐὰν ᾖναι τίμιος ἄνθρωπος, νὰ κάμῃ τὴν ἐπερώτησιν.
§113ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Κύριος Σαρίπολος ἴσως ἀκολουθεῖ τὸ σύστημα ἑνὸς πληρεξουσίου, ὅστις εἶπε, «προσκαλῶ τὸν Κύριον ὑπουργὸν νὰ ἔλθῃ νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσας ἐπερωτήσεις τοῦ ἔκαμα, καὶ εἰς ὅσας θὰ τοῦ κάμω·» (γέλωτες). Βεβαίως, Κύριε Σαρίπολε, εἰς ὅσας ἐπερωτήσεις προτίθεσαι νὰ κάμῃς, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ σοῦ ἀπαντήσω, διότι γνωρίζω, ὅτι μετὰ Χριστὸν προφῆται δὲν εἶναι. Μᾶς εἶπεν ἄλλος Πληρεξούσιος, ὅτι εἰς διαφόρους ἐπαρχίας οἱ φόροι δὲν εἰσπράττονται. Κύριοι, ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν, εἰς ἣν καὶ ἔζησα καὶ ἀνετράφην· βεβαιωθῆτε, σᾶς τὸ λέγω σπουδαίως καὶ ἐν συνειδήσει, ὅτι διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀντίστασις ἀπὸ φορολογουμένους, ἄνευ τινῶν μικρῶν ἐξαιρέσεων, ἡ ἀντίστασις εἶναι ὑπηγορευμένη ἀπὸ τὰς Ἀθήνας· ὁ Κύριος Ἰάλεμος Πληρεξούσιος Σμύρνης εἶδεν εἰς τὴν Ἠλείαν σημαίαν, φέρουσαν γράμματα, καὶ τὰ ἀνέγνωσε, καὶ ἰδοὺ διὰ τὴν σημαίαν αὐτὴν καὶ τὰς ἐνεργείας αὐτὰς ὑπεύθυνος ἐνεργὸς ὁ Κύριος Ῥοῦφος καὶ τὸ ὑπουργεῖον αὐτοῦ! Καὶ τί ἔλεγον τὰ γράμματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ Κύριος Πληρεξούσιος τῆς Σμύρνης; ἔλεγον, ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦν τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑπτανήσου. Ἀναφέρομαι, Κύριοι, εἰς τὸν πατριωτισμόν σας, ἐὰν ὁ υἱὸς τοῦ Κανάρη, ἐὰν ὁ Μπενιζέλος Ῥοῦφος, ὅστις εἰς δύω ἐπαναστάσεις ἐθυσίασε καὶ τὴν τύχην τοῦ πατρὸς καὶ τῆς μητρὸς, καὶ τὴν τύχην αὐτοῦ, καὶ τὴν τύχην τῆς μεγάλης καὶ κολοσιαίας περιουσίας εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος, ἐὰν δὲν ἐπιθυμῇ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, ἀναφέρομαι, λέγω, εἰς τὰ αἰσθήματά σας, ἐὰν αὐτὸς δὲν θέλῃ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἐπιποθεῖ ὁ Κύριος Ἰάλεμος!
§114ΒΑΣΣΟΣ. Ἐὰν ὑπερασπίζεσθε τὸν Κ. Ῥοῦφον, τὸν ἀδικεῖτε παρὰ πολὺ.
§115ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν, Κ. Βάσσε, δὲν ὑπερασπίζομαι τὸν Κ. Ῥοῦφον, ἀλλὰ τὴν ἄδικον κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκαν κατὰ τοῦ Κ. Ῥούφου ἀποκρούω, μὴ νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ μὲ ἐπηρεάζῃ ὁ Κ. Ῥοῦφος. Ὁ Κ. Πληρεξούσιος τῆς Φθιώτιδος, κατηγορῶν καὶ καταγγέλλων σήμερον τὸ ὑπουργεῖον, ἐν μὲν τῷ ἱστορικῷ μέρει τῆς ὁμιλίας του εἶπεν, ὅτι ἐξαιρεῖ τὸν καλοκάγαθον ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἐπὶ δὲ τοῦ συμπεράσματος τῆς κατηγορίας, τὴν ὁποῖαν ἔφερεν, οὔτε τοῦτον ἐξῄρεσε· θέλετε λοιπὸν, Κ. Πληρεξούσιε, νὰ τὸν ἐξαιρέσω, ἢ νὰ τὸν ἀφήσω συγκατηγορούμενον; Ἂν θέλετε νὰ τὸν ἐξαιρέσω, σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἐξαιρεῖται, διότι, ἐὰν ᾖναι ἔνοχοι, εἶναι καὶ οἱ 8 ἔνοχοι· οὔτε ὁ Κ. Βότσαρης δύναται νὰ ἐξαιρεθῇ τῶν κατηγοριῶν, αἵτινες ἀπευθύνονται κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ὁ δὲ λόγος τῆς παραιτήσεως, ἐρχόμενος συγχρόνως μὲ τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ τῶν κατηγοριῶν, καθόσον, ἐὰν σήμερον ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι ἔνοχοι οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ, τοὺς ὁποίους κατηγορεῖτε, καὶ σᾶς εἴπουν, ὅτι παραιτοῦνται, ἕπεται, ὅτι ἀπαλλάττονται τῆς ἐνοχῆς; Πότε ἦλθεν ἡ παραίτησις τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ; αὐτὴν ἐκείνην τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐπῆλθον τὰ κατηγορητήρια κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς κατηγορίας ὁ Κ. Βότσαρης· εἶναι ἀντισυνταγματικὸν νὰ θελήσωμεν νὰ χωρίσωμεν ἕνα ὑπουργὸν ἐκ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα διεγράψαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· οὐδεμία πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἰσχὺν, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἀποφασισθῇ ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ· ἐκτὸς πλέον, Κύριοι, ἂν θέλετε νὰ κατηγορήσητε τὸ λοιπὸν ὑπουργεῖον διὰ τὰς πράξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔπραξεν ἀπὸ τῆς χθὲς, ὅπου τὸ κατηγορεῖτε, ἐντεῦθεν, τότε τὸ παραδέχομαι· μέχρι τῆς δευτέρας ὁ Κ. ὑπουργὸς, ὅστις ἔδωκε τὴν παραίτησίν του, συνταγματικῶς καὶ δικαίως καὶ νομίμως δὲν δύναται νὰ χωρίσῃ τὴν τύχην του ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὑπουργούς. Ἀλλ’ ἐκτὸς ὅλων αὐτῶν, Κύριοι, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, συντάσσομαι μαζύ σας, ῥίψατε αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐγὼ ἐβαρύνθην νὰ τὴν βλέπω· αἱ ἄλλαι 30 μόνον ἡμέρας ἔζησαν, καὶ αὐτὴ 42, ὑπερέβη τὸ ὅριον· δείξατε ὅμως τὴν νέαν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν θὰ σχηματίσωμεν διὰ νὰ μὴ κατασταθῶμεν, ὡς θέλομεν βεβαίως κατασταθῆ διὰ τοῦ συνδυασμοῦ μας καταγέλαστοι· ποῦ τὴν ἔχετε; ἀλλὰ τὶ, περιμένομεν σήμερον νὰ κατηγορήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἴσως εὕρομεν πολλοὺς λόγους καὶ πολλὰς αἰτίας νὰ δυνηθῶμεν νὰ κάμωμεν ἄθροισμα μιᾶς ἢ δύο ψήφων κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, νὰ ἀρχίσουν νέοι συνδυασμοὶ καὶ νέαι φιλίαι, νὰ βλέπωμέν τινας τῶν Πληρεξουσίων ἀπὸ τὴν μίαν πτέρυγα πηδῶντας εἰς τὴν ἄλλην, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην εἰς τὸ ἄκρον τῆς ἄλλης· μὴ ἐπιθυμῆτε λοιπὸν, Κύριοι, τόσον συχνὰ νὰ βλέπετε τὰ πολιτικὰ αὐτὰ παιγνίδια, τόσον δὲ περισσότερον, καθόσον τὰ γνωρίζετε ὅλοι, καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι τοῦτο τὸ φέρω ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου, ὄχι· ὀλίγον μὲ μέλλει ἂν ᾖναι ὁ Δεληγιάννης ἢ ὁ Δεληγιώργης ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν τὸ λέγετε σκοπίμως, Κ. Πετιμεζᾶ, ἐγὼ δὲν ἐζήτησα οὐδόλως διὰ ὑπουργὸς, καὶ ἂν τὸ λέγετε ἀστειευόμενος, ἄλλος λόγος.
§117ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι, Κύριε Δεληγεώργη, μὲ συγχωρεῖτε, ἀνέφερα ὀνόματα τυχαίως· (πρὸς τοὺς στενογράφους), σβύσατε τὸ ὄνομα Δεληγιώργης, καὶ γράψατε ὁ Κ. Πετιμεζᾶς. Γνωρίζετε καὶ γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν ἀπεστείλαμεν νὰ προσφέρῃ τὸ στέμμα εἰς τὸν Βασιλέα μας, μᾶς ἔγραψαν πολλάκις, ὅτι αἱ συχναὶ ὑπουργικαὶ ἐν Ἑλλάδι γενόμεναι μεταβολαὶ, κάμνουν τὴν χειρίστην ἐντύπωσιν εἰς τὴν Εὐρώπην.
§118ΤΙΝΕΣ. Τὸ λέγουν καὶ αἱ ἐπαρχίαι.
§119ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατὶ, Κύριοι, δὲν θέλομεν νὰ σεβασθῶμεν τὴν γνώμην αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπίσης τὸν πατριωτισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχετε καὶ σεῖς, ἐὰν δὲν ἔχουν περισσότερον; Καὶ διατὶ νὰ ἐπιμένωμεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ βλέπωμεν συχνὰς καὶ συνεχεῖς μεταβολὰς ἐπὶ τῆς πατρίδος μας, εἰς περιστάσεις μάλιστα, Κύριοι, ὅταν, οἱαδήποτε Κυβέρνησις καὶ ἂν ὑπάρχῃ, ἔπρεπεν ὅλοι νὰ τῆς δώσωμεν τὴν ὑποστήριξιν καὶ συνδρομήν μας; Δὲν ἔπρεπε νὰ γελῶμεν, νὰ τεντωνώμεθα, ὅταν εἰς μίαν ἐπαρχίαν δὲν εἰσπράττωνται οἱ φόροι, ἔπρεπε διὰ τῆς ὁμοφώνου ἀποφάσεως ἡμῶν, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀντισταθῆ εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Νόμου, νὰ τοὺς ἀναγκάζωμεν νὰ πείθωνται ὑπὸ τὸν νόμον· ἐὰν μία μικρὰ κοινότης εἰς τὴν αὐστηρότητα ὑπεβάλλετο τῶν Νόμων, ἤθελει φέρει τὰ πλέον εὐάρεστα ἀποτελέσματα, δὲν ἤθελε καθημέραν ὁ Α. καὶ ὁ Β. διὰ τοὺς λόγους του, τοὺς ὁποίους ἔχει εἰς τὸν τόπον του προσωπικοὺς, ἀποβάλει τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Κυβερνήσεως, διότι τότε καταπίπτει ἡ ὑπόληψίς της, καὶ συνάμα τῆς Συνελεύσεως. Ὅθεν περαίνων τὸν λόγον μου, σᾶς λέγω, ὅτι ἡ μὲν κατηγορία τοῦ Κυρίου Σαριπόλου εἶναι τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἂν τὴν ψηφίσητε, θέλετε ψηφίσει τὴν καταδίκην τὴν ἰδικήν σας. Καθόσον δ’ ἀφορᾶ τὰς ἄλλας κατηγορίας, τὰς θεωρῶ ὅλως ἀορίστους καὶ ὑποκινουμένας ἀπὸ τὰς Ἀθήνας, διότι οἱ φορολογούμενοι οὐδέποτε δύνανται ν’ ἀντισταθοῦν εἰς τὸ ν’ ἀποδώσουν τὸν φόρον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. (θόρυβος). Κύριε Μαυρομιχάλη, μία ἐπιστολὴ ἑνὸς Νομάρχου δὲν δύναται νὰ λογισθῇ ὡς κατηγορία τῆς Κυβερνήσεως, διότι πάντοτε ἡ πρόληψις ὑπάρχει, ὅτι τὸ ἀληθὲς λέγει ἡ Κυβέρνησις καὶ ὄχι τὸ ὄργανον αὐτῆς. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐπειδὴ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουν καθόλου κατηγορίαι, ἀλλὰ κατηγορίαι ἀόριστοι, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ὡς κατηγορίαι, ἐπειδὴ ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἔφερεν ὁ Κύριος Ἰάλεμος διὰ τὴν Ἠλείαν, οὐδόλως ὑφίσταται, κατὰ τὴν μαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Δωρίδος τοῦ Κ. Ἀρτεμίου Μίχου.
§120ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Νὰ ἴδῃς τί θὰ εἰπῶ ἐγώ!
§121ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τοῦτο λέγω καὶ προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ψηφίσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας τῆς ἀποδίδουν, ἐπολιτεύθη καλῶς.
§122ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ τῶν Μεσσηνίων.
§123ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναὶ Κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὴν τόλμην ὁ Κύριος Γλαράκης νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ (θόρυβος).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, γίνεται αἴτησις παρά τινων Κυρίων πληρεξουσίων νὰ ἀναγνωσθῶσι μία ἢ δύω ἀναφοραὶ, αἱ ὁποῖαι ἐστάλησαν κατὰ τοῦ Κουμουνδούρου· πρέπει περὶ τούτου νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις.
§125ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ κατετέθησαν εἰς τὸ γραφεῖον, ἕκαστος ῥήτωρ δύναται νὰ ἴδῃ ὅ,τι χωρίον ἢ φράσιν ἐξ αὐτῶν θέλει καὶ νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του.
§126Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, οἱ ἔχοντες τὴν ἀξίωσιν νὰ κατέχωσι τὰς πρώτας βαθμίδας τοῦ Κράτους καὶ νὰ διέπωσι τὰς τύχας τῆς Πατρίδος δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ προσφέρωσιν, ὡς προσὸν, τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ των, διότι τοῦτο τὸ εὑρίσκω ἁγνότερον καὶ καθαρώτερον εἰς τὰς τάξεις τοῦ λαοῦ, καὶ ἀπηλλαγμένον πάσης φιλοκερδείας. Αὐτὸς, ὅστις θέλει νὰ διέπῃ τὰς τύχας τῆς Πατρίδος, χρεωστεῖ νὰ ἔχῃ καὶ πεῖραν πολιτικὴν καὶ σύνεσιν δραστηρίαν· διὰ δὲ τὴν ἔλλειψιν αὐτῶν εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους. Καὶ αὐτοὶ οἱ Δημάδαι καὶ αὐτοὶ οἱ Κλέωνες, τὸ ἱερὸν ὄνομα τοῦ πατριωτισμοῦ εἶχον ἐπὶ στόματος, ὅταν ἐπολιτεύοντο τὰ ναυάγια τῆς Πατρίδος των. Ἐπεθύμουν μεγάλως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ μὴ ἀκούω κατακόρως νὰ γίνηται χρῆσις τῆς ἱερᾶς αὐτῆς λέξεως, διότι, Κύριοι, τὸ αἴσθημα αὐτὸ ὡς ἐνδιάθετον ἐκδηλοῦται ἐξωτερικῶς διὰ τῶν ἐνεργειῶν καὶ πράξεών μας· καταμέτρησις λοιπὸν τοῦ πατριωτισμοῦ μας εἶναι τὸ παρελθόν μας· ἡ δὲ παρελθοῦσα πολιτικὴ διαγωγή μας εἶναι ἐγγύησις τῆς μελλούσης.
§127ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Μ’ αὐτὸν τὸν κανόνα νὰ μᾶς κρίνητε καὶ νὰ σᾶς κρίνωμεν.
§128Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σὲ οἰκτείρω, ἐὰν μοῦ ἀμφισβητῇς τὸν πατριωτισμόν μου.
§129ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Εἶπα τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, σὺ δὲν εἶσαι ἴσως πολιτικὸς ἀνήρ.
§130Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λοιπὸν ἀπομακρύνω τὸ ζήτημα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ ἔρχομαι μόνον νὰ ἐξετάσω... (θόρυβος). Ἴδατε ὅτι πρόσωπα δὲν ἀνέφερα· εἶπα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται κατάχρησις τῆς λέξεως πατριωτισμὸς, ἀλλ’ ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ὀφείλουν νὰ ἔχουν συνάμα καὶ σύνεσιν δραστηρίαν καὶ ἐμπειρίαν πολιτικήν. Ὅθεν προβαίνω, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ Ἔθνους καὶ ἡμῶν, ἂν ἔδειξε τὴν κοινὴν φρόνησιν καὶ ἐὰν ἔδειξεν ἱκανότητα κατὰ τὴν διεξαγωγὴν ὅλων τῶν συμπεσόντων ζητημάτων. Περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ παρεμπιπτόντως κάμνω μνείαν.
§131ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μὴ τὴν ἀναφέρητε!
§132Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἀναφέρω, τὴν ἐξετάζω ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἱκανότητος, μεθ’ ἧς τὸ ὑπουργεῖον τὴν διεξήγαγε, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐνταῦθα καλῶς ἢ ὄχι δὲν φέρεται τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπὸ ἡμᾶς ὡς ζήτημα κατηγορίας κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ἀλλ’ ὡς γεγονὸς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἱκανότητός του.
§133ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Φέρετε ἓν ψήφισμα κατὰ τῆς Συνελεύσεως!
§134Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχετε μεγάλον ἄδικον νὰ θέλετε μὲ αὐτὰς τὰς ἐνστάσεις νὰ ἀπομακρύνητε αὐτὸ τὸ ζήτημα· δὲν κατηγοροῦμεν τὸ ὑπουργεῖον διὰ τὴν ἐπιψηφισθεῖσαν πίστωσιν, δὲν ἐξετάζομεν αὐτὴν ὑπὸ τὴν πολιτικὴν ἔποψιν, ἀλλ’ ὡς γεγονὸς εἰς ἀπόδειξιν τῆς ἀνικανότητός του. Τὰ δικαιολογήματα, ἅπερ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς πιστώσεως ἀνέπτυξεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, προϋπῆρχον, οὐδὲν δὲ νέον γεγονὸς ἐπῆλθεν, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὴν ἀρχικὴν ἄρνησίν του ὑπὲρ τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Κ. Πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας. Καὶ τὸ αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν Γαλλίαν ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνάγκη ἀφ’ ἑτέρου, προϋπῆρχον, ἄρα ἡ πάλη σας ἡ διπλωματικὴ κατὰ τοῦ Κ. πρέσβεως τῆς Γαλλίας ἦτον ὅλως ἀπερίσκεπτος, ἀποδεικνύουσα ὅτι ἐξετιμήσατε ἐσφαλμένως τὰ πράγματα, διότι σεῖς ὡς πολιτικοί, ὡς θέλοντες νὰ διέπητε τὴν τύχην τῆς πατρίδος, ἔπρεπε νὰ προγνωρίσητε τὸ τέλος αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Ἡ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἡ φιλελληνικὴ πρὸς τὴν Ἑλλάδα συμπεριφορὰ τοῦ Αὐτοκράτορος εἰς τὰς κρισίμους ταύτας περιστάσεις τῆς πατρίδος πρὸς διευκόλυνσιν τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ζητήματος τοῦ ἡγεμόνος καὶ αἱ θυσίαι, ἃς ἀνεδέχετο ἐν ὀνόματι τῆς Γαλλίας, σᾶς ὑπεχρέωναν νὰ φερθῆτε ἱπποτικῶς, νὰ μὴ φέρητε οὔτε κἂν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ νὰ σπεύσητε νὰ τὸ συμβιβάσητε πρὶν τὸ περιπλέξητε.
§135ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ὁ Σαρίπολος εἶπε τὰ ἐναντία.
§136ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τοιουτοτρόπως δὲν γίνεται συζήτησις.
§137ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§138ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἔλθητε εἰς πόλεμον κατὰ τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας, εὑρισκομένης τῆς πολιτείας μας εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἐγείροντες ἀντιῤῥήσεις, ἀλλ’ ὠφείλατε νὰ ὑπερασπισθῆτε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παραστήσητε ὅτι περίπτωσις πρὸς ἀποζημίωσιν δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ χάριν τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν Γαλλίαν ἔρχεσθε εἰς ἐπικουρίαν τῶν ζημιωθέντων. Βλέπω Σαρδωνικὸν γέλωτα εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ναὶ, ὡς νάνοι καὶ ὡς νήπια ἐφέρθητε.
§139ΤΙΝΕΣ. Γελοῦν καὶ ἄλλοι.
§140ΤΙΝΕΣ. Πῶς;
§141ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐνομίσατε, ὅτι τὸ διεθνὲς δίκαιον στηρίζεται εἰς κἀνένα κώδηκα, ὁ ὁποῖος νὰ περιέχῃ διατάξεις ὡρισμένας καὶ σαφεῖς, ὑποχρεωτικὰς διὰ τὰ Ἔθνη, καὶ δὲν ἠξεύρατε ὅτι κατὰ τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας ὁδηγούμενον ἕκαστον ἔθνος πολιτεύεται ὡς πρὸς τὰ ζητήματα αὐτά.
§142ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην μιᾶς δυνάμεως, πρέπει νὰ τὴν περιποιηθῇ (θόρυβος). Λοιπὸν ἔπρεπε πολιτικώτερον νὰ φερθῇ τὸ Ὑπουργεῖον. Αἱ περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος ὑπηγόρευον μεγαλειτέραν φρόνησιν καὶ σύνεσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀπέδειξε τὸ ὑπουργεῖον· ἡ παλιμβουλία τῆς Κυβερνήσεως, Κύριοι, καταδεικνύει τὴν ἀδεξιότητά της. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διϊσχυρίζεται, ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ ἀπαίτησις τοῦ Πρεσβευτοῦ, καὶ μόλα ταῦτα ψηφοφορεῖ κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Δεληγεώργη, ἡ ὁποία, ἀποκρούουσα τὰς μομφὰς, αἱ ὁποῖαι ἐῤῥίπτοντο κατὰ τοῦ Ἔθνους, παρεδέχετο τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀποζημιώσεως σύμφωνα μὲ τὰς ἰδέας καὶ τὰς πεποιθήσεις τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις καταψηφίζει κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης καὶ ἐζήτησεν ἐναντίον τῶν ἐξηγήσεών της ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἐπιψηφισθῇ ἁπλοῦν καὶ καθαρὸν τὸ Νομοσχέδιόν της, ὅπερ ἀποδεικνύει τὸ δίκαιον τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Κ. πρεσβευτοῦ καὶ τὴν ἀλήθειαν τῶν ἰσχυρισμῶν του. Ἐκ τούτων λοιπὸν ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἀδεξίως διεξήγαγεν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι δωρεὰν ἐξέθηκε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Συνελεύσεως, ὅτι ἄφησεν ἀνυπεράσπιστον καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν αὐτοτέλειαν τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον ἐξελέξατο τὸν δρόμον τῆς φιλονεικίας καὶ τῆς ἀντιῤῥήσεως, ἂς ἴδωμεν, ἐὰν τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν κατέβαλεν ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας ὤφειλε· τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ; Ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῇ ὅλα τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐξασφαλίσει τὴν εὐτυχῆ ἔκβασιν. Σᾶς τὸ λέγω ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἔκκλησιν πρὸς τὸν Αὐτοκράταρα, πρὶν παραμορφωθοῦν τὰ γεγονότα· ἐὰν εἶχε πεποίθησιν, ὅτι παρεμορφόνοντο παρὰ τοῦ πρεσβευτοῦ, ἔπρεπε διὰ τοῦ τύπου νὰ διαφωτίσῃ τὴν κοινὴν γνώμην, ἔπρεπε τέλος νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, τῆς ὁποίας νὰ ζητήσῃ τὴν συμβουλὴν καὶ νὰ μὴ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην εἰς ἑαυτὸ θέλον νὰ φανῇ σοφώτερον τῆς Συνελεύσεως. Ὅλα αὐτὰ τὰ παρέλειψεν, ὥστε δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας μας, εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους. Ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω καὶ τὴν ἄλλην διαγωγὴν τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν δὲν εὑρίσκω ποσῶς οὔτε ἀμερόληπτον, οὔτε πατριωτικὴν, διότι συνελόντι εἰπεῖν κινδυνεύει ν’ ἀνάψῃ τὸν δαυλὸν τῶν ἐμφυλίων ταραχῶν. Περιέπεσεν εἰς τὰς χεῖράς μου ἓν φῦλλον, Κύριοι.....
§143ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Κατὰ τύχην βεβαίως.
§144ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μοὶ περιέπεσαν εἰς τὰς χεῖράς μου αἱ πράξεις καὶ αἱ καταχρήσεις, τὰς ὁποίας προσάπτει αὐτὸ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, φέρουν φρίκην εἰς μίαν εὐαίσθητον καρδίαν, εἰς ἕνα δίκαιον ἄνθρωπον. Ἐνόμισαν οἱ Κ. Ὑπουργοὶ, ὅτι τὴν ἐξουσίαν τὴν ἔχουν τιμάριόν των, καὶ τὴν περιουσίαν τὴν ἐθνικὴν λάφυρον ἰδικόν των καὶ τῶν οἰκείων των. Μία ἐπιστολὴ ἑνὸς Νομάρχου, τοῦ ὁποίου τὴν εἰλικρίνειαν, τοῦ ὁποίου τὸν πατριωτισμὸν οὐδεὶς δύναται νὰ φέρῃ εἰς ἀμφισβήτησιν, μὲ ζοφερώτατα χρώματα ζωγραφίζει τὴν κατάστασιν τῆς Μεσσηνίας· τί λέγει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Ἂς ἀκούσῃ τὸ ἀκροατήριον διὰ νὰ κρίνῃ (θόρυβος). Τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸ ἀκροατήριον τῆς Συνελεύσεως ἐπικαλοῦμαι. Ἐνταῦθα ἀνέγνω τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Νομάρχου Μεσσηνίας Δημητριάδου, κατηγοροῦντος τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν ὡς μεροληπτοῦντα καὶ φατριαστικῶς ἐνεργοῦντα εἰς τὸν Νομὸν Μεσσηνίας. Ποῖος τὰ γράφει αὐτά; Παρακαλῶ τὸν ἔντιμον φίλον μου συνάδελφον Κ. Μαυρομιχάλην νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἔχῃ μίαν τοιαύτην ἐπιστολήν.
§145Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Προκαλοῦμαι, ἐὰν ἔχω ἐπιστολὴν τοιαύτην. Ναὶ, ἔχω· ἀλλ’ ἔχω τὴν ἐντολὴν νὰ τὴν ἐπιδείξω εἰς τὸν βουλόμενον, καὶ οὐχὶ νὰ κάμω λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος εἰς τὴν Συνέλευσιν (θόρυβος).
§146ΔΑΓΡΕΣ. Σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ τὴν ἀναγνώσητε, θὰ ἀναγνώσωμεν καὶ ἡμεῖς ἄλλας ἐπιστολάς.
§147Α. Β. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρέλειψε τὸ καθῆκόν του ὁ Νομάρχης, ἔπρεπε νὰ τὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν (θόρυβος).
§148Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σᾶς λέγει, ὅτι σεῖς ὡς τιμάριον μετεχειρίσθητε τὴν Μεσσηνίαν, τὰς δὲ θέσεις δίδετε εἰς τοὺς φίλους σας λάφυρον, ἀλλὰ ἡ ἐπανάστασις ἐγένετο διὰ νὰ διαθέσῃ ὡς λάφυρον τὰς θέσεις ὁ Κύρ. Κουμουνδοῦρος ἢ ἄλλος τις; (θόρυβος). Ὅταν, Κύριοι, ἐξετάζεται ἡ πολιτεία ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μιᾶς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἱκανότης της, νομίζετε, ὅτι ἀπαιτοῦνται νὰ ὑποβληθῶσι γεγονότα εἰδικὰ, ἢ ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους καὶ τὸ σύνολον τῆς ἐνεργείας της ἀποδεικνύει τὴν ἱκανότητά της καὶ τὴν ἠθικότητά της; (θόρυβος δεξιά). Μόλα ταῦτα θέλετε καὶ γεγονότα;
§149ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐπιθυμεῖς βεβαίως τὴν θέσιν τοῦ νομάρχου.
§150ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν φωνὴν αὐτὴν τὴν ἀποκρούω. Τοῦ Νομάρχου τὴν θέσιν, οὔτε τὴν ἀπήτησα, οὔτε τὴν ἐθήρευσα· γνωρίζετε καὶ τὸν χαρακτῆρά μου καὶ τὰς ἰδέας μου. Ἀπέῤῥιψα καὶ κατεφρόνησα θέσεις ὑψηλοτέρας καὶ ἐπὶ τῆς πεπτωκυίας Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἠθέλησα νὰ τὴν ὑπηρετήσω. Ὁ Κ. Νικολαΐδης Πληρεξούσιος Ξηροχωρίου ἐπιτίθεται κατὰ τοῦ Κ. Πετσάλη διὰ κατηγοριῶν (γέλως καὶ θόρυβος).
§151ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θέλετε λοιπὸν καὶ γεγονότα; Δι’ αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς, Κύριοι, καταγγέλλεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις χρεωστεῖ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ ψεύσῃ τὰς κατηγορίας, διότι, ἐὰν δὲν καταδείξῃ αὐτὰς ὡς μὴ ἀληθεῖς, πάντοτε ἡ εὐθύνη τὸν ἐπιβαρύνει. Ἐπερωτῶ λοιπὸν τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, πῶς ἀπέβη μία δίκη τοῦ δημοσίου διὰ 500 στρέμματα πρώτης ποιότητος τοῦ Ἁγίου Φλώρου; Γνωρίζω ὅτι ὑπῆρχεν ἐγκύκλιος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως ἵνα πᾶσα δίκη μετὰ τοῦ Δημοσίου μὴ ἐκδικασθῇ, διότι ἡ κατάστασις τῆς πολιτείας δὲν ἐχορήγει τὰ μέσα εἰς τὸ Δημόσιον διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν περιουσίαν του, μέχρις οὗ ἡ ἡσυχία ἐπανακάμψῃ· ἐρωτῶ, ἐὰν ἐφηρμόσθη ἡ ἐγκύκλιος αὕτη καὶ εἰς ταύτην, ἐπειδὴ λέγουν, ὅτι εἰς τὴν δίκην αὐτὴν ἐνέχεται καὶ ὁ Κ. πενθερὸς τοῦ ὑπουργοῦ Κουμουνδούρου καὶ ὅτι ἐξεδικάσθη ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τοῦ συμμετόχου του εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν.
§152ΤΙΝΕΣ. Αὐτὴ εἶναι δουλιὰ τοῦ Δικαστηρίου.
§153ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐπὶ τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένετο αὐτὴ ἡ δίκη;
§154ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ βλέπω ἐδῶ τὰ γεγονότα ὅλα.
§155ΕΤΕΡΟΣ. Αὐτὰ ἔγειναν εἰς τὰ 61 ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ Σίμου, δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ παρόν.
§156ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι συκοφαντίαι.
§157ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἀποδείξατέ την, ἡ ἀναφορὰ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τῶν συμπατριωτῶν σου σᾶς καταγγέλλει, καὶ ἐγὼ ὡς Πληρεξούσιος σᾶς προκαλῶ νὰ ἀποδείξετε ὅτι σᾶς συκοφαντοῦσι (θόρυβος μέγας).
§158ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ἄνθρωπος συκοφάντης δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐξακολουθεῖ μέγας θόρυβος καὶ αἱ φιλονεικίαι.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις ὥρα 3 παρὰ ¼.
Ὁ Πρόεδρος
ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ.
Οἱ Γραμματεῖς Α. Σωμάκης. Χ. Γερογιάννης.