1863.06.10
2,333 rows · 19,488 words · 171 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΚʹ.
Τῆς 10 Ἰουνίου 1863.
(Δευτέρα)
Ὥρα 9 Π. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῶν δύω προηγουμένων συνεδριάσεων, τῆς 7 καὶ 8 Ἰουλίου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει παρατήρησίς τις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ὡς πρὸς τὴν ὀνομασίαν τῆς Ἀμαλιαπόλεως, καὶ περὶ αὐτῆς μοῦ ἐζητήθη ὁ λόγος· ἐρωτῶ ἤδη, ὑπάρχει ἄλλη τις ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ὁρκίζεται ὁ πληρεξούσιος Ἰασίου Κ. Σακελλαρίδης.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πληρεξούσιος Φθιώτιδος Κ. Ζητουνιάτης ζητεῖ τριακονθήμερον ἀπουσίας ἄδειαν.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ δοθῇ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Καλαμίδας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§6ΤΙΝΕΣ (Ἀριστερόθεν). Εἶναι ἀποφασισμένον, Κ. Πρόεδρε, τὸ περὶ τῆς νέας ὀνομασίας τῆς Ἀμαλιουπόλεως.
§7ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν καὶ δύναται νὰ ὁμιλήσῃ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι Πληρεξούσιοι. Πρόκειται νὰ λαλήσῃ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ τοῦ ἀρνηθῶ τὸν λόγον.
§9ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Κύριοι, ὅταν αἱ ὑποβαλλόμεναι εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀναφοραὶ δὲν παραπέμπωνται εἰς τὰς εἰδικὰς ἐπιτροπὰς τὰς συνεστηκυίας, διὰ νὰ μελετῶνται καὶ ὑποβάλλωνται εἰς τὸ σῶμα ἐσκεμμέναι γνῶμαι, δύνανται πολλάκις νὰ συμβαίνωσι λάθη, καὶ λάθη σπουδαῖα.
§10Α. ΔΟΣΙΟΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, Κ. Πρόεδρε.
§11ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν θὰ λαλήσω. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς ὑποδείξω ἓν τοιοῦτον λάθος, τὸ ὁποῖον συνέβη τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν. (θόρυβος). Λάβετε ὑπομονὴν, Κύριοι. Σᾶς ἀνεγνώσθη ἡ περίληψις ἀναφορᾶς κατοίκων τινῶν τῆς πρώην Ἀμαλιαπόλεως, αἰτούντων νὰ μετονομασθῇ αὕτη Πελασγία, καὶ ὑμεῖς τὸ παρεδέχθητε ἀβασανίστως καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγὼ ὁ πληρεξούσιος τοῦ Θεσσαλικοῦ τούτου συνοικισμοῦ δὲν ἤμην παρὼν, ὅπως σᾶς διαφωτίσω.
§12Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ ἀπεφασίσθη.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πετσάλη, δὲν ἔχετε τὸν λόγον, μὴ διακόπτητε.
§14ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ἀλλ’ ὡς καλῶς γνωρίζετε, Κύριοι, τὴν πόλιν ταύτην μετωνομάσατε ὑμεῖς αὐτοὶ Νέαν Μιζέλαν.
§15ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ἀληθές.
§16ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, τὴν πόλιν ταύτην μετωνομάσατε ὑμεῖς αὐτοὶ Ν. Μιζέλαν ἀπὸ τῆς 5 Ἰανουαρίου, καθ’ ἣν ἐγένετο ὁ πρῶτος λόγος ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Θεσσαλικοῦ τούτου συνοικισμοῦ. Συνεζητήσατε δὲ κατόπιν καὶ ἐπεκυρώσατε τὴν ἐκλογήν μου, ὡς πληρεξουσίου Νέας Μιζέλης, καὶ ὑπὸ τὸν τίτλον αὐτὸν μ’ ἔχει τὸ Προεδρεῖον ἐγγεγραμμένον εἰς τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν πληρεξουσίων. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων ἐκείνων, ὡς καὶ τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν πληρεξουσίων, καὶ θέλετε πεισθῆ ἀμέσως περὶ τούτου.
§17ΣΟΥΪΔΑΣ. Κ. Καλαμίδα, εἶναι λάθος ἰδικόν σας.
§18ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσῃ.
§19ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Δὲν ἀναχωρῶ ἀπ’ ἐδῶ, ἂν δὲν μὲ ἀφήσητε νὰ ὁμιλήσω.
§20ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὰ πρακτικὰ εἶναι ἡ ἀφήγησις τῶν λαβόντων χώραν κατὰ μίαν συνεδρίασιν. Ὁ πληρεξούσιος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, ὅταν νομίζῃ, ὅτι τὰ γεγονότα ἐκεῖνα δὲν ἐξετέθησαν καλῶς.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σαρίπολε, δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§22ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὀνομασία καὶ μετωνομασία τῶν Δήμων εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ὡς ἀναγομένη εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν Δήμων, ὅστις, κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ περὶ Δήμων Νόμου, διατάσσεται παρὰ τοῦ Βασιλέως, τὸ Δημοτικὸν συμβούλιον ὑπέβαλε πρᾶξίν του καὶ οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως ἐκείνης διεβίβασαν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξαιτούμενοι νὰ μετονομασθῇ ἡ πρώην Ἀμαλιάπολις Νέα Μιζέλα, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον προεκάλεσε Θέσπισμα τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου μετωνομάσθη ἡ Ἀμαλιάπολις Νέα Μιζέλα, ὅπως εἶχε δηλαδὴ ἀναγνωρισθῆ καὶ παρὰ τῆς Συνελεύσεως ἀπὸ τῆς 5 Ἰανουαρίου. Ἰδοὺ τὸ Θέσπισμα τῆς Κυβερνήσεως.
§23ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι περὶ τῶν πρακτικῶν τοῦτο (θόρυβος).
§24ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Τὸ ἔφερα λοιπὸν ὡς νέαν πρότασιν. Ἰδοὺ τὸ Θέσπισμα.
§25ΔΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. (ἀριστερόθεν) Ὅταν ἀναπτύξετε τὴν πρότασίν σας, τότε τὸ ἀναγινώσκετε.
§26ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ (δεξιόθεν). Διατί νὰ μὴν ἀναγνωσθῇ; Ἡμεῖς θέλομεν νὰ τὸ ἀναγνώσῃ.
§27ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προσδιορίσατε μίαν ἡμέραν, Κύριε Καλαμίδα.
§28ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Προσδιορίζω τὴν τετάρτην.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§30ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Μετὰ τὸν Κ. ὑπουργὸν ζητῶ τὸν λόγον.
§31ΒΟΤΣΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κύριοι, πρὸ πολλοῦ γνωρίζετε τί συνέβησαν εἰς τὴν πρωτεύουσαν, τὰ λεγόμενα ἄθλα τοῦ Σουλιὲ, τὰ διάφορα δυσάρεστα πράγματα· εἶχον τὴν τιμὴν τότε νὰ ἦμαι νεοδιορισθεὶς ὑπουργός· εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω μέτρα, ὅσα ἦσαν ἐκ τῶν δυνάμεών μου. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι μᾶλλον ὡς στρατιώτης θὰ ὑπηρετήσω τὴν πατρίδα, ἢ ὡς ὑπουργός. Εἰς δύο πράγματα ἔχω ἐγωϊσμὸν, εἰς τὸ «καλὸς στρατιώτης, καὶ καλὸς πατριώτης.» Ἐκ τοῦ βήματος τούτου εἶπα, ὅτι δὲν εἶμαι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠμπορῶ νὰ διοργανώσω μεγάλα πράγματα καὶ νὰ κάμω ἐπιδείξεις· ὡς στρατιώτης πιστεύω, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκον μου, καὶ ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἔχω καὶ διαχείρισιν, καὶ ἰδοὺ καὶ μία κατάστασις τῶν ἐξόδων τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοὺς πρὸ ἐμοῦ ὑπουργοὺς, καὶ εἰς τὸ διάστημα τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶμαι ὑπουργός. Εἶναι κατὰ μῆνα ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ στρατοῦ. Ἀπέναντι ὅλων τούτων εἶδα πολλοὺς νὰ μὲ ὀνομάζουν καὶ ἀνίκανον καὶ ἀδρανῆ μόλον τοῦτο ἐγὼ τὴν ἱκανότητα τὴν ἰδικήν μου μὲ τὴν ἱκανότητα ἐκείνων δὲν τὴν ἀνταλλάσσω. Κατόπιν τῶν τοῦ Κ. Σουλιὲ, συνέβησαν καὶ ἄλλα πράγματα ἐν Ναυπλίῳ. Τὸ ὑπουργεῖον ὅλον ἀπεφάσισε νὰ ὑπάγω εἰς Ναύπλιον νὰ ἴδω τὰ πράγματα ἐκ τοῦ σύνεγγυς, καὶ μοὶ ἔδωκε καὶ μίαν μικρὰν πληρεξουσιότητα νὰ διορθώσω τὰ πράγματα. Ἐγὼ ἐπειδὴ ἤμην 2½ μῆνας εἰς τὸ Ναύπλιον, ὅτε ἐκαίετο, ἂν θέλετε, οἱ ἄνθρωποι εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ μὲ δεχθῶσι καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡς πολίτην, καὶ ὑπήκουσαν εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἐδέχθησαν τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον τοὺς ὑπῆγα, καὶ τοὺς ἔδωκα ὡς Νομάρχην. Ἐπέστρεψα ἐδῶ, δὲν ἠξεύρω πῶς τὰ πράγματα ἤλλαξαν κάποιαν μορφήν· μοὶ εἶπαν, ὅτι δὲν ὑπῆγον καλὰ, διότι δὲν ἐκοινοποίησα κἄτι παύσεις, καὶ τοὺς εἶπον, ὅτι αὐτὸν τὸν τρόπον ἐγνώρισα καταλληλότερον καὶ δικαιότερον· ἠθέλησαν νὰ λάβουν κἄτι μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐσυμφώνησα, οὐδὲ θὰ συμφωνήσω ποτὲ, διότι δὲν θέλω εἰς αὐτὰς τὰς ἡμέρας νὰ γείνῃ ὁ νομὸς τῆς Ἀργολιδοκορινθίας, ὅ,τι ἔγεινε τὸ 1789 ἡ Βανδέα.
§32ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§33ΥΠΟΥΡΓ. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Ὁ νέος νομάρχης ἐπῆγεν ἐκεῖ καὶ δὲν τὸν ἐδέχθησαν· τί συμβαίνει ἐδῶ, θέλουν νὰ μεταφέρουν τὴν πρωτεύουσαν ἀπὸ τὸ Ναύπλιον εἰς τὸ Ἄργος· ἐγὼ δὲν ἐσυμφώνησα, οὔτε θὰ συμφωνήσω ποτέ.
§34ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§35ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ἔφυγα ἀπὸ τὸ συμβούλιον καὶ δὲν ἐξαναπῆγα πλέον. Δι’ ὅλα αὐτὰ ἔχω γραπτὴν μίαν παραίτησιν, καὶ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ τὴν δεχθῇ, καθόσον δὲν συμβιβάζομαι καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑπηρετήσω. Ἀναγινώσκεται ἡ παραίτησις. «Ἐπειδὴ ὁ Κύριος Βουρὲ, διϊσχυριζόμενος ὅτι ἐν Ἑλλάδι οὐχ ὑπάρχει δικαιοσύνη καὶ δικαστήρια ἀνεξάρτητα, ἀπονέμοντα αὐτὴν, ἀδικεῖ καὶ ὑβρίζει μεγάλως τὴν πατρίδα καὶ τὴν ἐπανάστασίν της.» «Ἐπειδὴ, καθόσον ἀφορᾷ ἐμὲ προσωπικῶς, ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου καὶ τὰ τοῦ χωροφύλακος ἔργα, ὡς γινώσκετε, κατὰ τὰς περιπολίας ἐκτελῶν.» «Ἐπειδὴ οἱ συνάδελφοί μου δὲν συναισθάνθησαν τὴν γενομένην εἰς τὴν πατρίδα μεγίστην προσβολὴν διὰ τῶν ὕβρεων τοῦ Κ. Βουρὲ, σιγήσαντες ἀπέναντι τῶν ὕβρεων τούτων καὶ ὑποσχεθέντες παρὰ τὸν Νόμον καὶ τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν ἀποζημίωσιν.» «Μὴ δυνάμενος τοῦ λοιποῦ νὰ συνυπηρετῶ μετὰ τοιούτων συναδέλφων, παραιτοῦμαι ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ παρακαλῶ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησίν μου.» Ἀθῆναι τὴν 10 Ἰουνίου 1863.
Δ. Ν. ΜΠΟΤΖΑΡΗΣ.
(Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου καὶ τοῦ ἀριστεροῦ μέρους τῆς Συνελεύσεως).
§36ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ἐδῶ εἶναι καὶ ἡ διαχείρησις τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τὸ διάστημα τοῦτο.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§38ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ σᾶς παρακαλῶ.
§39ΤΙΝΕΣ. (Ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ). Ἀπὸ τοῦ βήματος.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου;
§41ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§42ΖΕΡΒΑΣ. Πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ τί τρέχει εἰς τὸ Ναύπλιον, καὶ τότε νὰ συζητήσωμεν· ἀνήκω κ’ ἐγὼ εἰς τὸν αὐτὸν Νομὸν, καὶ γνωρίζω πλαγίως, ὅτι ζητοῦν νὰ παύσουν ὅλους τοὺς Δημάρχους, ὅσους ἔφερεν ἡ ἐπανάστασις.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Σαρίπολος.
§44ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἀναβαίνω τὸ βῆμα ὅπως ἐκτρίψω τὸν εἰς τὸ σεμνὸν τῆς πατρίδος πρόσωπον ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως προστριβέντα ῥύπον. Φέρω γενικὸν κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Ὑπουργείου ὁλοκλήρου· ἀνοίγω πρῶτος τὴν βίβλον τῶν ἁμαρτημάτων του, προκαλῶ δὲ πάντα τῶν Κυρίων πληρεξουσίων νὰ φέρῃ μετ’ ἐμὲ εἰς τὴν δημοσιότητα, οἵαν γινώσκῃ ἀξιόμεμπτον πρᾶξιν τοῦ νῦν ὑπουργείου· διότι, κατ’ ἐμὲ, ἀδύνατον εἶναι, οἱ τὴν μεγίστην ἀτιμίαν ἐπενεγκόντες τῇ πατρίδι, εἰς αὐτὴν καὶ μόνην, τὴν κακίστην, νὰ περιωρίσθησαν πρᾶξιν. Λυποῦμαι, διότι εἰσὶν Ἕλληνες οἱ ὑπουργοὶ οὗτοι, χαίρω ὅμως, διότι ἓν ὄνομα τοὐλάχιστον, ἔνδοξον ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς πατρίδος, ὄνομα, ὅπερ ὑφ’ ἑνὸς ἄλλου φέροντος αὐτὸ ἠμαυρώθη, ἀναλάμπει καὶ σήμερον ἔνδοξον ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ, ὡς ἔλαμψεν ἐν Καρπενησίῳ καὶ ἐν Ναυπλίῳ· τὸ ὄνομα τοῦ Βότσαρη· χαίρω, διότι ἐν τῷ ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ εὑρέθη εἷς ἄνθρωπος κατανοῶν ἐντελῶς τὴν ὑψηλὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπουργὸς ἐκλελεγμένος παρὰ τῆς Συνελεύσεως. Τὸν Βότσαρην, πλὴν μόνον τὸν Βότσαρην, ἐξαιρῶ τῆς κατηγορίας. Προχθὲς, Κύριοι, κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐγὼ ἡττώμην καὶ ἔπιπτεν ἡ πρότασίς μου, ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐθεώρουν ὅλως ἐθνικὴν, ἐλυπήθην· ἀλλὰ καιριώτερον ἐπληγώθην, διότι τὸ ἐνώπιον ὑμῶν ὑπουργεῖον τοῦτο, οὐ μόνον δὲν συνήχθετο ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἐπέχαιρεν ἐπὶ τῇ ταπεινώσει, ἐπὶ τῇ ἀτιμίᾳ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο, καὶ ἂν ὑπεῖκεν, ὡς εἶπεν, εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν περιστάσεων, καὶ ἂν ἀληθῶς λόγοι εὐγνωμοσύνης, ὡς ἐξαπατῶν ἡμᾶς ἔλεγεν, ὑπηγόρευσαν αὐτῷ νὰ πολιτευθῇ, ὅπως ἐπολιτεύθη, ἔπρεπεν ὅμως, ἂν ὀλίγην αἰδὼ Ἑλληνικὴν εἶχε, νὰ κύπτῃ τὴν κεφαλὴν καὶ κατηφὲς νὰ ἵσταται ἐπὶ τῇ νίκῃ, ἣν ᾖρεν ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ. Καὶ ὅμως, Κύριοι, εἶδον, μὲ λύπην μου τὸ λέγω! τοὺς ὑπουργοὺς τούτους γελῶντας, διότι ἔβλεπον τὴν πλειονοψηφίαν κηρυττομένην ὑπὲρ αὐτῶν. Ἐπλησίασα τότε αὐτοὺς, καὶ μετ’ ἀγανακτήσεως τοῖς εἶπον, «Καδμείαν νίκην, Κύριοι ὑπουργοὶ, ἐνικήσατε σήμερον, ἀλλ’ ἡ νίκη αὕτη θέλει μεταστραφῆ καθ’ ὑμῶν εἰς Σαρδώνιον γέλωτα». Τὸν γέλωτα τοῦτον ἔρχομαι νὰ τοῖς προμηθεύσω σήμερον.
§45ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Θέλεις ν’ ἀνάψῃς πυρκαϊὰν, ἀλλ’ ἡμεῖς θὰ τὴν σβύσωμεν.
§46ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἔρχομαι νὰ σᾶς ἀνάψω, Κύριοι ὑπουργοὶ, τοιαύτην πυρκαϊὰν, ἥτις δὲν θέλει σβέσει, εἰμὴ ἀφοῦ μεταβάλῃ εἰς τέφραν ὅλην σας τὴν ἐξουσίαν, ἐφ’ ᾗ ἐπαίρεσθε. Ἀπὸ τῆς σήμερον ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη θέλει εἶσθαι μία ἀλήθεια, καὶ οὐχὶ ἁπλοῦς καὶ κενὸς λόγος, ὡς ἐπὶ Ὄθωνος. Καταγγέλλω, Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης τοὺς ὑπουργοὺς τούτους, ὅτι ἔδειξαν μεγάλην ἀδεξιότητα κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος τοῦ ἱππαγωγοῦ Σουλιὲ, καὶ λέγω ὅτι, ἢ ἔπρεπεν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ σκεφθῶσι καλῶς, νὰ σταθμίσωσιν ἀκριβῶς τὰς περιστάσεις, νὰ ἐξετάσωσι ποία ἦτο ἡ δύναμις ἐκείνη, τῆς ὁποίας ὁ ἀντιπρόσωπος ἀπῄτει παρ’ ἡμῶν τοιαύτην ἀποζημίωσιν.....
§47ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ ζήτημα τοῦ Κ. Σουλιέ; Διαμαρτύρομαι κατὰ τοῦ Κ. Σαριπόλου καὶ καθιστῶ τὸ Προεδρεῖον προσεκτικὸν νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου (θόρυβος).
§48ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὤφειλον, λέγω, ἐὰν ἦσαν ἀληθῶς πολιτικοὶ, νὰ σκεφθῶσι καλῶς, πρὶν κάμωσι τὸ πρῶτον βῆμα· ἀφοῦ δ’ ἔκαμαν τὸ πρῶτον βῆμα, τοῦτο ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς μεμελετημένον καὶ ἐσκεμμένον, καὶ δὲν ἔπρεπε πλέον νὰ ὑποχωρήσωσιν. Διεξῆλθον μετ’ ἐπιστασίας τὴν ἀλληλογραφίαν ὅλην, ἐπῄνεσα τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὰς πρώτας αὐτοῦ ἐκθέσεις, διότι πραγματικῶς αἱ διακοινώσεις αὗται ἐστηρίζοντο εἰς τὸ ἀξιοπρεπὲς καὶ τὸ δίκαιον, καὶ ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ δημοσίου δικαίου. Δὲν ἠρκέσθη δ’ ὁ Κ. ὑπουργὸς εἰς τὰ φῶτά του ἀλλὰ προὐκάλεσε καὶ γνωμοδότησιν νομομαθῶν, καὶ ἡ γνωμοδότησις αὕτη, ὡς εἶπεν, διότι ἀπηξίωσε νὰ τὴν ὑποβάλῃ πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ἐνίσχυσεν αὐτὸν ἐν τῇ ἀρνήσει πάσης ἀποζημιώσεως. Διατί λοιπὸν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὤκλασαν καὶ δὲν ἔμειναν εἰς τὴν θέσιν τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτάχθησαν ἐν ἀρχῇ; Εὐγνωμοσύνη, λέγουσι, πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἔκαμεν αὐτοὺς νὰ μεταστῶσιν εἰς τὴν ἐναντίαν θέσιν· ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐκαπηλεύθησαν τ’ ὄνομα τῆς εὐγνωμοσύνης, ἵνα χαριζόμενοι πρὸς τὸν Κ. Πρέσβυν τῆς Γαλλίας δώσωσι χρήματα πρὸς φαῦλόν τινα ἄνθρωπον. Ἐὰν εἴχομεν τὸ δίκαιον, ἐγὼ τοῖς λέγω «ἔπρεπε νὰ ἐμμείνητε εἰς αὐτό, ἄλλως ἔπρεπεν ἐξ ἀρχῆς νὰ ὑποχωρήσητε, καὶ οὐχὶ νὰ ἐκτραχύνητε τὰ πράγματα, ὅπως ἐξετραχύνετε αὐτά». Ἡ παλιμβουλία σας Κύριοι Ὑπουργοὶ, ἐὰν δὲν ἐμφαίνῃ ἄλλο τι, πάντως ὅμως δεικνύει μεγάλην ἀνικανότητα καὶ ἀβελτηρίαν. Ἄνθρωποι, οἵτινες λαβόντες ἐντολὴν παρὰ τῆς Συνελεύσεως, νὰ προασπίσητε τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους καὶ νὰ δειχθῆτε ἄξιοι ἐντολοδόχοι τῆς ἐθνικῆς ταύτης Συνελεύσεως, ἤρξασθε μὲν προασπίζοντες τοῦ δικαίου, ἀλλ’ ἐγένεσθε ῥίψασπιδες, ἐπέσατε δὲ πρηνεῖς καθ’ ἣν στιγμὴν ἔπρεπε νὰ ἄρητε τὴν νίκην.
§49ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐπανέρχεται εἰς τὰ δεδικασμένα (θόρυβος).
§50ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὰ δεδικασμένα λέγουσιν· ἂς μοὶ συγχωρηθῇ λοιπὸν νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου ὅτι ἡ ἔνστασις αὕτη γίνεται παρ’ ἀνδρῶν τοὺς νομικοὺς ἐπαγγελλομένων, τούτου ἕνεκα καὶ ἐγὼ θέλω δικηγορικῶς, ἤτοι χρώμενος τῇ πολιτικῇ δικονομίᾳ, τοῖς ἀποδείξει πόσον ἔσφαλον προτείνοντες τὸ δεδικασμένον. Τελεσιδικία, ἤτοι δεδικασμένον, κατὰ τὸν ὁρισμὸν τοῦ νόμου, δὲν ὑπάρχει εἰμὴ ὅταν, περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, μεταξὺ τῶν αὐτῶν διαδίκων, ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἰδιότητα, τὸ αὐτὸ διεκδικεῖται δίκαιον. Νῦν ἐρωτῶ ὑμᾶς, συντρέχουσι ταῦτα πάντα ἐπὶ τοῦ προκειμένου; καὶ σημειώσατε ὅτι ὅταν θάτερον αὐτῶν ἐλλείπῃ δεδικασμένον δὲν ὑπάρχει. Κατὰ τὴν προγεγονυῖαν συζήτησιν πρόσωπα, ἤγουν διάδικοι, ἦσαν ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Γαλλία, κατὰ τὴν παροῦσαν δὲ ἡ Συνέλευσις καὶ τὸ ὑπ’ αὐτῆς ἐκλεχθὲν ὑπουργεῖον· τότε ἀντικείμενον συζητήσεως ἦν ἡ ἀποζημίωσις πρὸς τὸν Σουλιὲ, νῦν δὲ ἡ τῶν ὑπουργῶν εὐθύνη· ὁμοιότης δὲ ἰδιότητος, ὅταν τὰ αὐτὰ δὲν ὑπάρχωσι πρόσωπα, βεβαίως ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ. Προσέξατε λοιπὸν, Κύριοι, μήποτε διὰ τοῦ περὶ δεδικασμένου σοφίσματος τούτου ἐξαρπάσωσι παρ’ ὑμῶν ἀθωωτικὴν οἱ ὑπουργοὶ ψῆφον. Ἡ Γαλλία ὁπωσδήποτε, καλῶς ἢ κακῶς, δὲν δύναμαι πλέον νὰ τὸ ἐξετάσω, διότι τοῦτο εἶναι ἀληθῶς δεδικασμένον, ἱκανοποιήθη ἤδη παρὰ τῆς Ἑλλάδος, πλήρης ὅμως καὶ ἀκεραία καὶ ἐντελῶς διακεκριμένη ἐκείνης εἶναι ἡ πρότασις, ἣν ὑποβάλλω σήμερον, ὅπως ἐλεγχθῇ ἡ διαγωγὴ τοῦ ὑπουργείου Σας. Διαστείλας, ὡς νομίζω, τὴν νέαν φάσιν τοῦ ζητήματος, ὑφ’ ἣν παρουσιάζω αὐτὸ σήμερον, ἐπαναφέρω τὸν λόγον ὅθεν παρεξέβην ὅπως ἀποκρούσω τὴν περὶ τοῦ δεδικασμένου ἔνστασιν. Ἀφοῦ τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον προέβη μέχρις ὁριστικῆς ἀρνήσεως, ἔπρεπεν, ὅπως ἀλλάξῃ τὴν πολιτικήν του πορείαν, νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως· ὤφειλε νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Συνέλευσιν καὶ συνεπείᾳ τῶν διαταγῶν αὐτῆς νὰ πράξῃ. Τὸ ὑπουργεῖον ἀπέναντι τῆς Συνελεύσεως εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἐν Συνταγματικῇ Μοναρχίᾳ εὑρίσκονται οἱ ὑπουργοὶ ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως. Τίς λοιπὸν Βασιλεὺς ἤθελεν ἀνεχθῆ τοιούτους ὑπουργούς; Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα νομοθετικὴ Βουλὴ ἁπλῶς, εἴμεθα συντακτικὴ Συνέλευσις· ὤφειλε λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἔλθῃ πρὸς τοὺς ἐντολοδότας αὐτοῦ, πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐνετείλαντο αὐτῷ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα λάβῃ παρ’ αὐτῶν τὰς ὁδηγίας των καὶ καλύψῃ οὕτω τὴν εὐθύνην του. Ἀφοῦ λοιπὸν τοῦτο δὲν ἔπραξε τὸ ὑπουργεῖον, προφανῶς παρεγνώρισε τὴν ἀποστολήν του, παρεγνώρισε τὴν ἐντολὴν δι’ ἧς ἐτιμήθη, παρεγνώρισε τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐτάχθη, ἐπολιτεύθη ὡς φρουρὸς, ὅστις τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπλησίασεν ὁ ἐχθρὸς, ἔῤῥιψε τὰ ὅπλα καὶ ἔτρεψε τὰ νῶτα. Τοιαύτην ἀνικανότητα δὲν δύναται βεβαίως ν’ ἀνεχθῇ ἡ Συνέλευσις· ἡ τιμὴ τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ ἱκανοποίησιν, ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβωμεν ἀξιοπρεπῆ. Δὲν μέμφομαι τὴν Συνέλευσιν, διότι ἐκάλυψε τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἐψήφισε τὴν πίστωσιν· ἴσως ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο, ὡς καὶ ἰδιώτης ἐντολεὺς, ἀδεξίῳ καὶ ἀνικάνῳ ἐντολοδότῃ διαπιστευθεὶς σπουδαίαν ἐντολὴν, ὑφίσταται τὰς ἀπὸ τῆς ἀδεξιότητος καὶ ἀβελτηρίας τοῦ ἐντολοδόχου του κακὰς συνεπείας· ἀλλ’ ὡς ἀπερίσκεπτος ἤθελεν εἰκασθῆ ὁ ἰδιώτης ἐντολεὺς, ἂν μὴ ἀνεκάλει τὴν τοιούτῳ ἐντολοδότῃ δοθεῖσαν ἐντολὴν, οὕτω φοβοῦμαι μὴ καὶ τὸ ἔθνος μεμφθῇ ἡμᾶς, ἂν μὴ ἀμέσως παύσωμεν τοὺς ὑπουργοὺς τούτους. Οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποχώρησιν τῆς Συνελεύσεως, εἶναι λόγοι, οἱ ὁποῖοι διαφεύγουσι σήμερον πᾶσαν νομικὴν ἐκτίμησιν, ἡ ἱστορία μόνη δικαιοῦται ἠθικῶς νὰ τοὺς κρίνῃ. Ἂς ἀναμνησθῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ τῆς ἀρχαιότητος ἱστορία μνημονεύει περιστάσεώς τινος ὁμοίας κατὰ τοῦτο μόνον, ὅτι ὁ ἐντολοδόχος ὑπερέβη τῆς ἐντολῆς του τὰ ὅρια, καί τοι αἱ τῆς ὑπερβάσεώς του συνέπειαι ὑπῆρξαν ἔνδοξοι. Ὅταν ὁ στρατηγὸς τῶν Θηβαίων Ἐπαμινώνδας ἐκράτησε τὴν Βοιωταρχίαν ὑπὲρ τὸν νενομισμένον χρόνον, καί τοι ἐνίκησε τὴν ἐν Λεύκτροις μάχην καὶ ἀνῳκοδόμησε τὴν Μεσσήνην, οἱ Θηβαῖοι ὅμως ἀπεδοκίμασαν αὐτὸν καὶ ἔπαυσαν τῆς ἀρχῆς· καὶ ὅμως ὁ Ἐπαμινώνδας ἔπραξεν ἔνδοξα, ἂν καὶ παρὰ τὸν Νόμον, ἔπραξεν ὅμως ὑπὲρ τῆς τιμῆς τῆς πολιτείας, ἧς ἦτο στρατηγός. Ἂν λοιπὸν ὁ τὰς Θήβας δοξάσας ἐτιμωρήθη, διότι ὑπερέβη τὴν ἐντολὴν, ποίας τιμωρίας ἄξιοί εἰσιν οἱ ὑπουργοί Σας; Ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς τοὺς παραβάτας τοῦ νόμου, κἂν ἐδόξαζον τὴν πατρίδα, ἐτιμώρει, ἡ δὲ νέα Ἑλλὰς τοὺς τὴν πατρίδα ἀτιμάσαντας θέλει ἀφήσει ἀτιμωρήτους; Ὄχι βέβαια· ἐπέστη σήμερον ἡ ἡμέρα ὅπως ὑποστῶσι τὰς εὐθύνας τῶν πράξεών των. Πρέπει πάντως σήμερον νὰ ῥίψωμεν ἐπ’ αὐτῶν τὴν καταδίκην, ὅπως σώσωμεν τοὐλάχιστον τὴν τιμὴν τὴν ἡμετέραν, ὅπως δείξωμεν ὅτι, αἰσθανόμενοι σήμερον εἰς οἵαν θυσίαν ἡ ἀδεξία καὶ ἀβέλτερος διαγωγὴ των ἠνάγκασεν ἡμᾶς, ἀποδοκιμάζομεν αὐτοὺς διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου, καὶ δεικνύμενοι ἡμεῖς ἄξιοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους κηρύττομεν ὅτι ἐπὶ πλέον διαχειριζομένους τὴν ἀρχὴν δὲν ἀνεχόμεθα ὑπουργοὺς ἀνικάνους, ὑπουργοὺς ἀναξίους, ὑπουργοὺς γελῶντας ἐπὶ τῇ αἰσχύνῃ τῆς πατρίδος, ὑπουργοὺς οἱ ὁποῖοι καυχῶνται καὶ νομίζουσιν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία ἐψήφισε προχθὲς τὴν πρότασίν των, ἦτο πλειονοψηφία, ἥτις ὑπεστήριζεν αὐτοὺς καὶ ἔκαμνε τὴν ἐν ἀνομίαις δύναμίν των. Ὄχι, ἂς μάθωσιν ὅτι ἡ ἰσχύς των ἐκείνη ἦτο μία ἐκ πυρετώδους καταστάσεως ἰσχὺς, ἥτις ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς δυνάμεις· ὅτι παρῆλθεν ὁ πυρετὸς, καὶ κατάδηλος εἶναι ἡ ὑπουργική των ἀτονία. Σήμερον πρέπει νὰ πέσωσι, πρέπει πάντως νὰ πέσωσιν αἰσχύνης πτῶσιν. Ἐξετάσατε τὴν πορείαν αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔλαβον εἰς χεῖρας τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ θέλετε τὴν εὑρεῖ πάντοτε πορείαν ἄνευ ἀρχῶν, πορείαν ἄνευ πυξίδος· θέλετε ἀποκαλύψει ἀνθρώπους μὴ ἐννοοῦντας, εἰμὴ πῶς νὰ οἰκονομῶσι τῆς ἡμέρας πρὸς τὴν ἡμέραν τὰ πράγματα, καὶ μὴ ἀποβλέποντας εἰμὴ πῶς διὰ παντὸς τρόπου καὶ πάσης ἐθνικῆς ἐκφαυλίσεως νὰ διατηρηθῶσιν εἰς τὰ πράγματα χωρὶς πρὸς οὐδένα σκοπὸν γενναῖον νὰ σκοπῶσιν. Ἀλλοίμονον εἰς τὰ Ὑπουργεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τόσον ἀμβλεῖαν τὴν ὅρασιν καὶ δὲν βλέπουσιν εἰμὴ τὰ πρὸ τῶν ποδῶν των! Ἐνθυμεῖσθε τὰς διακοινώσεις τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας καὶ τοῦ Πρέσβεως τῆς Γαλλίας; ἐνθυμεῖσθε τὰς ἀταξίας, αἵτινες συνέβησαν, τοὺς φόβους, οἵτινες κατέτρυχον ἡμᾶς; Ποία ἦτον ἡ αἰτία καὶ τῶν φόβων καὶ τῶν ἀταξιῶν ἐκείνων, παρὰ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχε μὲν τὴν ἰσχὺν ἐν τῇ Συνελεύσει αὐτῇ, δὲν ἤξευρεν ὅμως νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς δυνάμεώς του; Ὅταν σᾶς ἐδίδοντο αἱ ψῆφοι διὰ νὰ γείνητε ὑπουργοὶ, Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε λάβει εἰσέτι οὐδεμίαν κηλίδα, οὐδένα κολαφισμὸν παρ’ οὐδενὸς, δὲν εἶχεν εἰσέτι προπηλακισθῇ οὐδαμοῦ· οἱ πάντες ἐπῄνουν αὐτὴν, ὅλος ὁ κόσμος τὴν ἐθαύμαζε. Τί ἐκάμετε τὴν Ἑλλάδα, Κύριοι ὑπουργοὶ, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐδώκαμεν ἔντιμον; (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, θ’ ἀναγκασθῶ νὰ διατάξω νὰ κενωθῇ τὸ μέρος αὐτό. Δὲν ἀνεχόμεθα ἐπιδοκιμασίας καὶ ἀποδοκιμασίας.
§52ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι προετοιμασμένα αὐτὰ (θόρυβος μέγας).
§53ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Οὐάρε, Οὐάρε! ἀπόδος μοι τὰς λεγεωνάς μου! (γέλως δεξιά..... Ὄχι, Οὐάροι δὲν εἶσθε, εἶσθε Ἀνταλκίδαι! (Εὖγε εὖγε, ἀριστερὰ,—θόρυβος δεξιά). Πρὸ τῆς ἀπαισίας ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλάβετε εἰς χεῖράς σας τὰ χαρτοφυλάκια,—καὶ ὅλως ἐν συντριβῇ καρδίας ὁμολογῶ, ὅτι διὰ τοὺς τέσσαρας ἐξ ὑμῶν ἔδωκα καὶ ἐγὼ τὴν ψῆφόν μου, εὐτυχῶς ὅμως, καὶ ἐπὶ τούτῳ καυχῶμαι, δὲν ἔδωκα ψῆφον διὰ τοὺς μᾶλλον ἐνόχους, τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν,—οἱ Ἕλληνες δὲν ἤκουον εἰμὴ ἐπαίνους. Ἀπὸ τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως πάντοθεν ἡ Ἑλλὰς ἐπῃνεῖτο, διότι ῥίψασα τὴν δυναστείαν τοῦ Ὄθωνος ἐδείκνυεν, ὅτι ἐβάδιζε στεῤῥῷ ποδὶ εἰς τὴν ὁδὸν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διεχάραττεν αὐτῇ ὁ προορισμός της. Ἀλλὰ φεῦ! σήμερον ἕνεκεν ὑμῶν ἵσταται τεταπεινωμένη! Δείξατε ἡμῖν μίαν κἂν διακοίνωσιν ξένου Πρέσβεως ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ τῆς ἐλεύσεως ὑμῶν εἰς τὰ πράγματα πολλῷ πόῤῥωθεν δυναμένην νὰ συγκριθῇ πρὸς τὰς ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως ὑμῶν εἰς τὴν ἀρχὴν χαλαζηδὸν ἐφ’ ὑμᾶς ἐπιπεσούσας. Πρὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, καί τοι ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ὀκτωβρίου ἦν ἐν ὅλῃ αὑτῆς τῇ ἀκμῇ, καί τοι ἦτο ἐποχὴ ἀνησυχίας καὶ δεινῆς ἀβεβαιότητος, καί τοι ἦτο ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε μὲ μεμετρημένα βήματα νὰ βαδίζῃ, καὶ ὅμως γνωρίζω, ὅτι ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπέστρεψεν ἓν ἔγγραφον πρός τινα Πρέσβυν, διότι ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ ἔλεγεν ὁ Πρέσβυς «je vous invite» σᾶς προσκαλῶ, καὶ ὁ Πρέσβυς ἀνεκάλεσε τὸ ἔγγραφόν του καὶ ἔγραψε «je vous prie,» σᾶς παρακαλῶ. Λάβετε, Κύριοι, καὶ παραβάλετε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ ὑπουργείου ἀπὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς 25 Μαρτίου, καὶ δὲν θέλετε εὑρεῖ οὐδὲ ἓν ὅμοιον ἐκείνοις, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἐλεύσεώς σας πρὸς ὑμᾶς ὑπὸ τῶν ξένων διημείφθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνάλγητος ἐδέχθη ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Δι’ ὅλην ὑμῶν κατηγορίαν, Κύριοι Ὑπουργοὶ, ἀρκεῖ νὰ εἴπω ὅτι ὁμοιάζουσι τὰ ἔγγραφα, τὰ πρὸς ὑμᾶς διακοινωθέντα, πρὸς τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, ἅπερ ἐπεσέλλοντο ὑπὸ τῶν ξένων Πρέσβεων πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ Ὄθωνος. Σεῖς εἶσθε οἱ ἄμεσοι ἐκείνων διάδοχοι. Λοιπὸν κηρύττω ὑμᾶς ἀνικάνους καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ ῥίψῃ ὑμᾶς τῆς ἀρχῆς καὶ προτείνω τὸ ἑξῆς ψήφισμα· «Θεωροῦσα ἡ Συνέλευσις ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διεξήγαγεν ἀδεξίως τὸ περὶ ἀποζημιώσεως τοῦ Γάλλου Σουλὲ ζήτημα, κηρύττει αὐτὴν ἀνίκανον πρὸς τὸ νὰ διαχειρίζηται ἐπὶ πλέον τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ψηφίζει δ’ αὐτὴν ἔκπτωτον αὐτῆς, καὶ ὁρίζει τὴν προσεχῆ Τετάρτην 12 Ἰουνίου ὡς ἡμέραν πρὸς ἐκλογὴν νέας Κυβερνήσεως» Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι Πληρεξούσιοι, νὰ προλάβωμεν τὴν δυσαρέσκειαν τοῦ ἔθνους, εἶναι ἀνάγκη νὰ προλάβωμεν τὴν καθ’ ἡμῶν ἔκφρασιν τῆς Ἑλλάδος, καὶ πρὶν ἢ ὁ Τύπος ἔλθῃ νὰ μᾶς ὑποδείξῃ τὰ καθήκοντά μας, νὰ δείξωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ ὅτι τὰ γνωρίζομεν. Ἠδικήθη χθὲς ἡ πατρίς. Ψηφισθείσης τῆς προτάσεως τοῦ Ὑπουργείου, δείξατε τοὐλάχιστον σήμερον διὰ τῆς ψήφου σας, ὅτι ἀκουσίᾳ ἠδικήσατε τὴν πατρίδα, διότι εἰς τὸ πνεῦμά τινων ἐξ ὑμῶν ἡ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὴν Γαλλίαν ἦτο ἐκείνη, ἥτις ἐπεκράτει, καὶ ἐνόμισαν, κακῶς κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ὅτι ἤθελον δειχθῆ ἀγνώμονες πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἐὰν δὲν ἐψήφιζον τὴν πρότασιν. Σήμερον ὅμως δὲν ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν εἰμὴ τοὺς ὑπηρέτας σας, πρέπει νὰ ἐγκολάψητε ἐπὶ τοῦ μετώπου των τὴν κηλῖδα, ἣν προσετρίψαν τῇ πατρίδι· τὴν αἰσχύνην τῆς πατρίδος ἐπιῤῥίψατε ἐπ’ αὐτοὺς τοὺς πρωτουργούς της, ἂς τὴν φέρωσιν αὐτοί, ἔστωσαν κατῃσχυμένοι! (Θόρυβος δεξιά). Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπὸ τοῦδε διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ ὁρκίζομαι εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ὡς εἰς τὸν βωμὸν τῆς αὐτονομίας τῆς πατρίδος· εἴθε κολληθῇ ἡ γλῶσσά μου εἰς τὸν λάρυγγά μου, ἐὰν ἀπὸ τῆς σήμερον ἐπιψηφίσω ποτὲ πρότασίν τινα τοῦ νῦν ὑπουργείου! Ἂς ξηρανθῇ αὐτὴ ἡ χείρ μου, ἐάν ποτε ἐγγράψῃ ἐπί τινος ψηφοδελτίου τὸ ὄνομα ἑνὸς τῶν ἑπτὰ τούτων ὑπουργῶν τῆς αἰσχύνης, ἑνὸς τῶν ἑπτὰ τούτων ἐργατῶν τῆς ἀτιμώσεως τῆς πατρίδος (χειροκροτήματα).
§54ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νὰ κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον.
§55ΔΑΓΡΕΣ. Ὄχι. Ἀλλὰ νὰ ἐξέλθουν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἔβαλλον ἐπίτηδες. Θ. Π. Δηλιγιάννης, Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν ἀναβαίνει τὸ βῆμα.
§56ΚΑΛΟΣ. Δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ ζητῶ τὸν λόγον· θὰ ζητήσω τὴν ἀναβολήν.
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν δέχομαι τὴν ἀναβολήν.
§58ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιὰ) Ὄχι, δὲν τὴν δεχόμεθα.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς ὑπερβαίνει πάντα ὅρον δικαιοσύνης. Εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ ὑπάρξωσιν ἄνθρωποι ἀνεχόμενοι καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ μείνωσιν ὑπὸ τὸ βάρος τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους τόσον ἀπηνῶς ἀπήγγειλαν τινὲς τῶν Πληρεξουσίων; Εἶναι δυνατὸν νὰ θέλητέ ποτε, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤκουσαν τὴν κατηγορίαν, νὰ μὴ ἀκούσωσι τὴν ὑπεράσπισιν, διὰ τῆς ὁποίας θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι τὴν τιμὴν νὰ κατηγορῶνται, ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, μετὰ πατριωτισμοῦ, τοῦ ὁποίου φαίνονται ἐστερημένοι οἱ κατηγοροῦντες;
§60ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τρεῖς παρήγοροι ἰδέαι μοὶ ἦλθον κατὰ νοῦν, ὅταν εἶχον τὴν δυστυχίαν ν’ ἀκούσω ἐντεῦθεν τοὺς ἀπαγγελθέντας λόγους ὑπὸ τοῦ Πληρεξουσίου ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου· αἱ τρεῖς αὗται παρήγοροι ἰδέαι ἀνεκούφισαν ἀληθῶς τὴν τεθλιμμένην ψυχήν μου ἀπὸ τῆς θλίψεως, τὴν ὁποίαν κατηγορία μεμακρυσμένη τῆς καλῆς πίστεως καὶ ᾠκοδομημένη ἐπὶ σκέψεων μὴ ἀληθῶν, μοὶ ἐπήνεγκεν. Ἰδοὺ αἱ ἰδέαι αὗται. Ἐν πρώτοις εὐχαριστήθην, διότι ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Συνταγματικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος τελεῖται πρώτην φορὰν σήμερον ἡ ἐγκαινίασις τῆς Ὑπουργικῆς εὐθύνης· δεύτερον εὐχαριστήθην, διότι ἡ ἐγκαινίασις αὕτη τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης ἄρχεται ἀπὸ ἄνθρωπον, ὅστις μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν ἐνεκαινίασε τὸν πολιτικόν του βίον. Τέλος τρίτον ηὐχαριστήθην, διότι εἰς τοῦτο δίδωσιν ἀφορμὴν πρᾶξις, ἥτις κατ’ οὐσίαν μὲν ἐξεταζομένη θέλει ἀποδείξει τὴν κατηγορίαν διαβολὴν, κατὰ τύπον δὲ θέλει καταδειχθῆ μηδόλως ἀπέχουσαν τῶν Συνταγματικῶν δικαιωμάτων. Πρὶν ἢ ἐξακολουθήσω, Κύριοι, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε μετ’ ἀνοχῆς τὴν ὑπεράσπισιν, ὡς ὀφείλετε νὰ πράξητε, διὰ νὰ δείξητε τὴν ἀγαθοπιστίαν τῆς κατηγορίας, καθὼς θὰ παρακαλέσω καὶ τὴν ἀντίθετον πτέρυγα ν’ ἀκούσῃ μεθ’ ὑπομονῆς καὶ ἀταραξίας τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κατηγορίας. Αἱ συζητήσεις αὗται ἕνεκα τοῦ εἴδους των εἶναι σπουδαῖαι, εἶναι δ’ ἀνάγκη ν’ ἀκούσητε αὐτὰς, διότι αἱ διακοπαὶ καὶ οἱ θόρυβοι, μαρτυροῦντες ὀλίγην προσοχὴν, παριστῶσιν ὅτι ἀντὶ μικροῦ θεωρεῖτε τὸ σπουδαιότατον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον μέλλετε νὰ ἐξασκήσητε. Ἀλλὰ δὲν ἦτον αὕτη ἡ μόνη εὐχαρίστησις, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην· καὶ ἄλλην ᾐσθάνθην ἐκ τῶν σήμερον λεχθέντων, διότι ἐξ αὐτῶν ἀπεκαλύφθη ἀληθὴς ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν προχθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς κάμω, τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν ὑπὸ ψηφοφορίαν. Ἐπεθύμουν ὅμως, Κύριοι, καὶ τὸ ηὐχόμην ἀπὸ καρδίας, ἵνα αἱ ἔμμεσοι καὶ αἱ πλάγιαι προτάσεις, αἵτινες προχθὲς προὐτέθησαν ὑπὸ συζήτησιν, ἐφέροντο ἔκτοτε καθαρῶς καὶ εὐκρινῶς διατετυπωμέναι, διότι ἐπίσης εἰλικρινῶς καὶ καθαρῶς ἤθελε γίνει ἀπὸ τότε ἡ ἐξήγησις τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐκαλεῖτο νὰ φέρῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐκείνης· διότι προτάσεις, περιέχουσαι ὑπεκφυγὰς καὶ κεκαλυμμένας γνώμας, δὲν ἁρμόζουσιν εἰς δημοσίους ἄνδρας ἀντιποιουμένους τὸν συνταγματισμὸν καὶ τὴν ἐπανάστασιν. Δὲν θέλω νὰ σᾶς κρύψω, Κύριοι, καὶ ἄλλην εὐχαρίστησιν, διότι προκαλοῦμαι νὰ ἐξηγήσω ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ καθαρῶς σκέψεις, αἵτινες θέλουσι σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον τοσοῦτον ἀπηνῶς ἐκατηγορήθησαν ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι, λέγω, ὑπηρέτησαν τὴν Πατρίδα μετὰ μεγαλειτέρου πατριωτισμοῦ, παρὰ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον φαίνεται ὅτι ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες σήμερον δημοσίᾳ κατηγοροῦσιν αὐτούς. Ἡ ἐξήγησις αὕτη θὰ πείσῃ καὶ ὑμᾶς καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετ’ ἐπιδείξεων ἐπευφημιῶν καὶ ἐνθουσιασμοῦ ἀκούουσι τοὺς λόγους, τοὺς ἐκφερομένους ἐντεῦθεν πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ εὐχαριστήσουν τοὺς ἀκούοντας, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Συμβουλίου τῶν Ὑπουργῶν εἶναι ζωηρῶς ἐντετυπωμένον τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον· θέλει σᾶς πείσει, λέγω, ὅτι μόνον τὰ συμφέροντα, τὰ σεβαστὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, αὐτὰ ὑπηγόρευσαν τὴν πορείαν καὶ τὰς σκέψεις τῶν Ὑπουργῶν σας. Ὁ Κύριος Ζέρβας διακόπτει τὸν ἀγορεύοντα.
§62ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε.
§63ΘΕΟΔΩΡΟΣ Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ σπουδαῖον δίλημμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου Πληρεξούσιος σᾶς παρέστησεν. Ἐπὶ τοῦ διλήμματος τούτου ἐστήριξεν, ἐπ’ αὐτοῦ ἐθεμελίωσε τοὺς ἰσχυρισμούς του, δι’ αὐτοῦ ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ τὴν προδοσίαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς ἐμέ.
§64ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὄχι προδοσίαν, ἀνικανότητα. Ἐὰν ἐνόμιζον ὑμᾶς ἐνόχους προδοσίας, ἀντὶ τῆς προτάσεως, ἣν ὑπέβαλον, ἤθελον ὑποβάλει πρότασιν περὶ εἰσαγωγῆς ὑμῶν εἰ δίκην. Παρακαλῶ, Κύριε ὑπουργὲ, μὴ μοὶ ἀποδίδητε τοιαύτην ἄγνοιαν τῶν ὅρων καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς γλώσσης.
§65ΘΕΟΔΩΡΟΣ Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, νὰ δηλώσω πρὸς πάντας, ὅτι δὲν θέλω ἀπαντήσει εἰς κἀμμίαν διακοπὴν, ἀλλ’ ἱστάμενος ἐνταῦθα θέλω περιμένει νὰ παρέρχηται ὁ θόρυβος καὶ τότε μόνον θέλω ἐξακολουθεῖ τὸν λόγον. Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ δίλημμα, ἐπὶ τὸ ὁποῖον προσπαθοῦσι νὰ ὠθήσωσι τὴν Συνέλευσιν, ἵνα ἐπ’ αὐτοῦ καθεσθεῖσα ἀπαγγείλῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀτιμίας, τὴν ὁποίαν προκαλοῦσι. Τὸ δίλημμα εἶναι ὅτι, ἢ τὸ Ὑπουργεῖον ἔπρεπεν ἀρχῆθεν, ἅμα τὴν πρώτην αἴτησιν τοῦ ἐντίμου πρεσβευτοῦ τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων λαβὸν, νὰ ὁμολογήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν ὑπόχρεων πρὸς ἀποζημίωσιν, ἢ, ἀφοῦ ἅπαξ ἠρνήθη τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ἀφοῦ ἅπαξ ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριζε τὴν κρίσιν του, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσῃ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐμμείνῃ ἀρνούμενον μέχρις ἐσχάτων. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὰ λυπηρὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἐν καιρῷ περιῆλθον εἰς γνῶσιν ὑμῶν, καὶ ἠκούσατε τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνεγνώσθησαν, ἀπευθυνθέντα πρὸς ὑμᾶς μὲ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ ἐντίμου πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας, δι’ ἐμοῦ δὲ πρὸς ὑμᾶς ἐπίσης ἀπὸ τοῦ ἐντίμου πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας· ἔγνωτε ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων ἐκείνων τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας τὰ λυπηρὰ ἐκεῖνα γεγονότα ἀφῆκαν πρὸς τοὺς ἐντίμους ἀντιπροσώπους τῆς Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας, καὶ ἐὰν δὲν ἦσαν γνωσταὶ ὑμῖν, εἰμὴ μόναι αἱ ἐντυπώσεις αὗται, ἐπειδὴ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἀνεγνώσατε, ὡς ὑποθέτω, τὰ φύλλα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Τύπου, ἐπληροφορήθητε βεβαίως ἐξ αὐτῶν ποίαν ἀντήχησιν εἶχον εἰς τὴν Δύσιν ἐκεῖνα τὰ γεγονότα· αἱ ἐντυπώσεις αὗται τῶν Κυρίων πρεσβευτῶν τῶν προστατίδων Δυνάμεων, ἡ εἰς τὴν Δύσιν γενομένη, ὡς εἴρηται, ἀντήχησις τῶν γεγονότων τούτων, δὲν ἦτο γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησίς σας νὰ θεωρήσῃ ὡς ἀνάξιον προσοχῆς, διότι ταῦτα ἐγίνοντο καὶ ἐτελοῦντο κατὰ στιγμὰς, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ τύχαι τῆς πατρίδος ἡμῶν ἦσαν ἐκκρεμεῖς, ταῦτα ἐξετάζοντο κατὰ στιγμὰς, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ μέλλον ἡμῶν ἦτον ἀβέβαιον, ἑπομένως ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν τυχῶν καὶ ἐπὶ το ἀβεβαίου μέλλοντος ἡμῶν, ταῦτα πάντα μεγάλην ἐδύναντο νὰ ἐξασκήσωσιν ἐπιῤῥοήν· ἐνθυμῆσθε δὲ, Κύριοι, ὅτι ὅσον ἄγνωστος ἦτον ἡμῖν τότε ἡ ψῆφος τῶν προστατίδων Δυνάμεων, τοσοῦτον μόνη ἡ ὑπὲρ ἡμῶν εὐμενὴς κρίσις τῆς Εὐρώπης ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ ἀσφαλὲς τὸ μέλλον ἡμῶν. Ἐν ᾧ δὲ ἀπέναντι τῶν ἐντυπώσεων τούτων, ἀπέναντι τῆς ἐν τῇ Δύσει γενομένης, ὡς εἴρηται, τοιαύτης ἀντηχήσεως, ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία εἶχε τὴν θλίψιν νὰ ἔχῃ πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ γεγονότα ταῦτα δὲν ἦσαν ἱκανὰ νὰ προαγάγωσι τοιαῦτα ἀποτελέσματα, προέβλεπεν ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, καὶ συνδυάζουσα ταῦτα μετὰ τῶν ἐνεργειῶν, αἵτινες ἦτο γνωστὸν εἰς αὐτὴν, ὅτι κατεβάλλοντο πολλαχόθεν, ἵνα ἐπηρεάσωσιν ἐναντίον τῶν εὐχῶν τοῦ ἔθνους τὴν τύχην τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, Κύριοι, δὲν ἠδύνατο νὰ κατάσχῃ τὴν ἀνησυχίαν, ἥτις ἐπεκράτει εἰς τὸν νοῦν τῶν μελῶν της διὰ τὴν ἔκβασιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἠσθάνετο δὲ διὰ ταῦτα τὴν θλίψιν τόσο μεγαλητέραν, ἐφ’ ὅσον ἔβλεπεν ὅτι ἀτομικὰ ἀδικήματα παριστάνοντο εἰς τὸν εὐρωπαϊκὸν κόσμον ὡς μαρτυροῦντα εἰκόνα ἀναρχίας δυσειδοῦς, ἐφ’ ὅσον ἔβλεπεν, ὅτι ἀπὸ τῆς εἰκόνος ταύτης ἦτο λίαν ἐνδεχόμενον νὰ ἀποστρέψωσι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνοι, ἐκ τῆς γνώμης τῶν ὁποίων ἤρτητο ἡ βεβαίωσις τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος ἡμῶν. Πρὸς τούτοις κατὰ κακὴν σύμπτωσιν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν εἶχε πλέον οὐδὲ τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο εὐκόλως νὰ παραστήσῃ εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν κόσμον τὰ πράγματα, ὡς ἔλαβον χώραν, καὶ νὰ ἄρῃ ἢ ἐλαττώσῃ τὰς ἐντυπώσεις ταύτας, οὐδ’ ἦτον αὐτῇ δυνατὸν διὰ φιλικῶν καὶ εὐθειῶν παραστάσεων νὰ καταδείξῃ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν συνέβη, εἰμὴ ὅ,τι ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ λάβῃ χώραν καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐπικράτειαν. Σκέψεις καὶ ἀποφάσεις προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀποφάσεις, αἵτινες ἔτυχον τῆς ἐπιδοκιμασίας ὑμῶν καὶ τὰς ὁποίας διὰ μόνον τὸν λόγον τοῦτον δὲν ἔχω τὴν τόλμην νὰ ἐπικρίνω, αἱ ἀποφάσεις, λέγω, αὗται μᾶς ἀφῄρεσαν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Περιωρίσθη λοιπὸν, Κύριοι, ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία εἰς μόνας τὰς ἀπαντήσεις καὶ τὰς παραστάσεις, τὰς ὁποίας ὤφειλε κατὰ καθῆκον νὰ κάμῃ πρὸς τοὺς ἐντίμους πρεσβευτὰς τῶν δύο προστατίδων Δυνάμεων, καὶ ἤλπισεν, ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν μέσων ἤθελε δυνηθῆ νὰ φανερώσῃ εἰς τὰς Κυβερνήσεις αὐτῶν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ἐλάβετε ἤδη γνῶσιν τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθύνω τότε πρὸς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν τῆς Α. Μ. τῆς χαριτοβρύτου Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας, ἐλάβετε βεβαίως γνῶσιν καὶ τῆς ἑτέρας ἀπαντήσεώς μου πρὸς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων. Ἐν τούτοις ἄμεσος μετὰ τὴν ἐξήγησιν τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας ὁ Κ. πρέσβυς ἔλαβεν ἐκ τῶν γεγονότων τούτων, ἄμεσος μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην ὑπῆρξεν ἡ ἀπαίτησις τῆς ἀποζημιώσεως. Ἡ ἐξέτασις τῶν γεγονότων, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω προχθὲς, παρεῖχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ γεγονότα ταῦτα δὲν ἐπιβάλλουσι νομίμως ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν πρὸς ἀποζημίωσιν· τὴν πεποίθησιν ταύτην ὤφειλε νὰ δηλώσῃ πρὸς τὸν Κ. πρεσβευτὴν μετὰ τῆς παῤῥησίας ἐκείνης, μετὰ τῆς ὁποίας ὤφειλε νὰ λέγῃ πάντοτε τὴν ἀλήθειαν. Πολὺ ἐνδεχόμενον τότε τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου σας, ἀρνούμενα τὴν ἀποζημίωσιν, νὰ προέβλεπον ὅτι ἤθελεν ἐλθεῖ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον προκαλέσει τὴν ἀπόφασίν σας πρὸς πληρωμήν· πολὺ πιθανὸν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον νὰ εἶχον πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλουσι πληρώσει μίαν ἡμέραν· ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πείσωμεν ἑμαυτοὺς ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσωμεν, ὡς ἀξιοῖ ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, διότι εἴχομεν πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ κανόνες τοῦ διεθνοῦς δικαίου δὲν ἐπέβαλον ἡμῖν τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς ἀποζημίωσιν. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐσχηματίσαμεν τὴν πεποίθησιν ταύτην, τόσον μᾶλλον, καθόσον βλέπω, ὅτι ἡ πρώτη περίοδος τοῦ διλήμματος δὲν ἐτέθη σπουδαίως ὑπὸ τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος, ἀλλ’ ἐτέθη πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ σχηματισθῇ τὸ δίλημμα. Ἐνῷ δὲ τοιαύτην εἴχομεν σχηματίσει πεποίθησιν, ἐνομίσαμεν ὅτι θυσιάζοντες αὐτὴν καὶ ὑποχωροῦντες ἀμέσως εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς ἀποζημιώσεως, ὅτι λέγω ἀνεγνωρίζομεν καὶ ἐβεβαιοῦμεν οὕτω τὰς ὑπερβολικὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας τὰ περὶ ὧν πρόκειται γεγονότα παρήγαγον, ὅτι ὡμολογοῦμεν πλαγίως τὴν παριστανομένην ὡς ὑπάρχουσαν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν ἀναρχία, οὕτω δὲ ὅτι συνεπράττομεν νὰ ἐπηρεασθῇ ὑπὸ τῶν τοιούτων ἐντυπώσεων καὶ σκέψεων τὸ ἐκκρεμὲς τῆς ἐκλογῆς τοῦ Βασιλέως ζήτημα. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ διλήμματος, ἐξ οὗ ἀρύεται τὰ ὅπλα ὁ μάχιμος πληρεξούσιος, εἶναι ὅτι, ἀφοῦ εἴχαμεν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶναι ἡ Ἑλλὰς νομίμως ὑποχρεωμένη διὰ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν, διὰ τί ὑπεχωρήσαμεν καὶ, ὑποχωρήσαντες, ἐπροδώσαμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα;
§66ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Μὴ μεταχειρίζεσθε τὴν λέξιν προδοσίαν (θόρυβος· ἐγὼ δὲν εἶπα τὴν λέξιν αὐτὴν, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ παραμορφώνητε τοὺς λόγους μου, ἁπλῶς ἐπὶ ἀδεξιότητι καὶ ἀβελτηρίᾳ κατηγορῶ ὑμᾶς, καὶ οὐχὶ ἐπὶ προδοσίᾳ.
§67ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς παράσχῃ, Κύριοι, ἡ σημερινὴ συνεδρίασις καὶ τὸ περίεργον θέαμα ὑπουργοῦ κατηγορουμένου ἐπὶ ἀδεξιότητι, ἐπὶ ἀνικανότητι, ἐπὶ ἀβελτηρίᾳ, καὶ ἀκούοντος μετ’ ἀταραξίας τὴν κατηγορίαν του, κατηγόρου δὲ μὴ θέλοντος ν’ ἀκούσῃ ἀταράχως τὸν κατηγορούμενον ὑπουργὸν ἀπολογούμενον· βεβαιῶ δὲ ὅτι λίαν ἀτελῆ ἰδέαν ἔχουσι περὶ ἑαυτῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἀγαθότητα νὰ μὲ διακόπτωσι, νομίζοντες ἴσως, καὶ ἀγνοῶ πόθεν εἰς τοῦτο κινοῦνται, νομίζοντες, λέγω, ἴσως ὅτι περὶ ὀλίγου πρόκειται σήμερον, ὅτι δὲν πρόκειται ἢ περὶ τῆς θέσεως τοῦ ὑπουργοῦ· ἴσως νομίζουσιν ὅτι ἡ θέσις τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι θέσις ἐπὶ τῆς ὁποίας κάθηνται οἱ εἰς αὐτὴν κληθέντες, ὡς ἐπιρόδων, καὶ διὰ τοῦτο ὀρέγουσι τὴν χεῖρα πρὸς αὐτήν. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου μικροῦ πράγματος, πρόκειται περὶ τοῦ μέλλοντος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα των ἐν εἰλικρινείᾳ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν διακοπεῖσαν σειρὰν τοῦ λόγου μου. Μοὶ λέγουν ὅτι «δὲν εἴχατε νόμιμον ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσητε ἀποζημίωσιν, πῶς λοιπὸν ἐτολμήσατε νὰ ὑποσχεθῆτε χωρὶς νὰ ἔλθητε ἐνώπιόν μας νὰ ζητήσητε τὴν ἄδειάν μας;» Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ δεύτερον μέρος τοῦ διλήμματος. Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ, ἀπορῶ, ἀπορίαν τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐξηγήσω προχθὲς καὶ τὴν ὁποίαν θέλω σᾶς ἐξηγήσει καὶ σήμερον, διότι καὶ αὖθις ἐπανελήφθη, ὅ,τι προχθὲς ἐλέχθη, ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τάξεις, ἀπὸ θρανία τῆς Συνελεύσεως ταύτης, ἐφ’ ὧν κάθηνται πληρεξούσιοι ἔχοντες πάντοτε τὴν μετριοφροσύνην καὶ αὐταπάρνησιν ν’ ἀντιποιῶνται ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν δόξαν, ὅτι αὐτοὶ ἀνέτρεψαν θρόνον τριακονταετῆ, ἐν ᾧ οὐχὶ αὐτοὶ, ἀλλ’ ὅλον τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἀνέτρεψε τὸν θρόνον τοῦτον τῆς τριακονταετοῦς δυναστείας, διότι ὁ θρόνος οὗτος εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι ὁ θρόνος οὗτος κατεφρόνησε τὰ νόμιμα καὶ δὲν ἐτήρει πιστῶς τὰς πρὸς τὸ ἔθνος ὑποχρεώσεις του, ἀπορῶ, λέγω, πῶς ἀπὸ τὰ θρανία ταῦτα ἐκτοξεύονται καθ’ ἡμῶν τοιαῦται κατηγορίαι. Ὑπέθετον, Κύριοι, καὶ τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, ὅτι, ἐὰν ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἤρχετο ἐνταῦθα καὶ σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἔχω ὑπόθεσιν οὕτω πως ἔχουσαν, ἠθέλατε ἀποπέμψει αὐτὸν ὡς ὑπουργὸν ἀνάξιον Συνταγματικοῦ Ἔθνους (ἐπιδοκιμασίαι δεξιὰ, θόρυβος ἀριστερὰ). Ἡμεῖς δὲν σᾶς ἀμφισβητοῦμεν δόξαν, τὴν ὁποίαν μετὰ τοσαύτης αὐταπαρνήσεως ἀντιποιεῖσθε, ἐν ᾧ δὲν ἀνήκει εἰς ὑμᾶς, ἀλλ’ εἰς ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν, ἐπιτρέψατε ὅμως καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ ἔχωμεν τὰς ἰδέας μας περὶ συνταγματικοῦ δικαίου καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἰδέας ἰδιοτρόπους, ὡς ἰδιότροπος εἶναι ἡ ἀξίωσις ὑμῶν, ἀλλ’ ἰδέας στηριζομένας ἐφ’ ὅλων τῶν συγγραφέων καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν πράγματι συνταγματικῶν πολιτειῶν. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ, Κύριοι, δὲν ἤθελον συγχωρήσει ἴσως, ὡς ἄτομον, τὴν αἰτίασιν ταύτην, διότι δὲν ἠδυνάμην ποτὲ νὰ ὑποθέσω ὅτι σκοπὸς πλάγιος ὑπηγόρευεν αὐτὴν, σκοπὸς ἄλλος καὶ οὐχὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ἐνταῦθα, οὔτε, ἂν ἠδυνάμην, θέλω ὑποθέσει τοιοῦτόν τι, διότι ὀφείλω νὰ φρονῶ ὅτι πάντες ὑμεῖς ἔχετε τὴν αὐτὴν κρίσιν, ἣν καὶ ἐγὼ, περὶ τῆς ἀξίας τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος ἐν αὐταῖς ταῖς περιστάσεσι. Ναὶ, Κύριοι, ὑπεχωρήσαμεν, ἀλλὰ δὲν ὑπεχωρήσαμεν, ἀναγνωρίζοντες ὑποχρέωσιν πρὸς ἀποζημίωσιν· ἐπεμείναμεν μέχρις ἐσχάτων, ἐπεμείναμεν καὶ ἰσχυριζόμεθα, ὅτι δὲν εἴμεθα νομίμως ὑπόχρεοι, ἀλλὰ πεισθέντες ὅτι ἡ μέχρι τέλους ἐπιμονὴ ἡμῶν ἠδύνατο νὰ ἐκθέσῃ τὸ Ἔθνος οὐ μόνον εἰς ζημίας ὑλικὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς βλάβας ἠθικὰς ἕνεκα τῶν μέτρων τοῦ καταναγκασμοῦ, τὰ ὁποῖα ἦτον ἐνδεχόμενον νὰ ληφθῶσι κατ’ αὐτοῦ, καὶ ὅτι ἦτον δυνατὸν δαπάνη τις χρηματικὴ ἄνευ ἀναγνωρίσεως ὑποχρεώσεως, δαπάνη ὀλίγου ἀργυρίου μετὰ εἰλικρινοῦ καὶ μετὰ παῤῥησιαστικῆς ἐκφράσεως πεποιθήσεως, δαπάνη μετὰ ἐπιμονὴν ἀξίαν καὶ ἐμπρεπῆ εἰς Κυβέρνησιν συνταγματικῆς πολιτείας, ἤθελεν ἀπαλλάξει τὸν τόπον τῶν τοιούτων συνεπειῶν, ἐνομίσαμεν ὅτι εἴχομεν τὸ καθῆκον νὰ σκεφθῶμεν ὅτι ὑποβάλλοντες τὴν πατρίδα εἰς πληρωμὴν μικρᾶς ποσότητος χρημάτων ὑπηρετοῦμεν τὰ ἀληθῆ συμφέροντα αὐτῆς. Πολλὰ εὔκολον, Κύριοι, ἦτον, καὶ ἴσως ἦτον ἐπιθυμητὸν, οὐχὶ δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὕφαινον τὴν κατηγορίαν, ν’ ἀναγνωρίσωμεν ἀπ’ ἀρχῆς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἀποζημίωσιν, διότι οὕτως ἠθέλαμεν δώσει αὐτοῖς πεδίον πρόσφορον πρὸς ἐπίθεσιν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ πολεμήσωσι τελεσφόρως καθ’ ἡμῶν, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐκάμαμεν τὴν χάριν ταύτην· δὲν τοῖς ἐκάμαμεν τὴν χάριν ταύτην, ὑπηρετοῦντες τὴν πατρίδα, προτείνοντες τὰ στήθη ἡμῶν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς· δὲν ἀπορῶ δὲ τελείως τῇ ἀληθείᾳ διὰ τί ὁ τόσον ἔμπειρος περὶ τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιθέσεις λυπεῖται ἕνεκα τούτου. Διϊσχυρίσθη Κύριοι, εἷς τῶν ἀγορευσάντων προχθὲς, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὴν γνωμοδότησιν, τὴν ὁποίαν ἄνθρωποι διακεκριμμένοι ἐπὶ μαθήσει, προσκληθέντες πρὸς τοῦτο, ἔδωκαν εἰς αὐτό· βεβαιῶ ὅμως ὅτι τοῦτο εἶναι πλάνη, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσεν ὁ ῥήτωρ ἐκεῖνος, καὶ ἡ ὁποία πλάνη, καί τοι ἀνθρώπινος, θέλει διδάξει αὐτὸν ὅτι ὀφείλει τοῦ λοιποῦ, πρὶν ἢ φέρῃ τὰς πληροφορίας του, νὰ ἐξετάζῃ μετὰ πλείονος προσοχῆς τὰς πηγὰς, ἐκ τῶν ὁποίων ἀρύεται αὐτάς. Σᾶς λέγω, Κύριοι, ὡς ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι τὸ συμβούλιον τῶν νομομαθῶν, τὸ ὁποῖον συνεβουλεύθην, μᾶς ἔδωκε τὴν γνώμην νὰ πληρώσωμεν.
§68ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς εἶπε νὰ κάμητε ἔκκλησιν εἰς τὸν Αὐτοκράτορα.
§69Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§70ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ μέλη τοῦ Δικηγορικοῦ συμβουλίου τὸ ἀνέφερον.
§71Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν λέγετε ἀλήθειαν.
§72ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σεῖς ψεύδεσθε. (Θόρυβος καὶ φωναὶ πανταχόθεν τῆς Συνελεύσεως νὰ ἀνακαλέσῃ).
§73ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Θέλω νὰ μάθω, ἂν ὕβρεις, ἐκσφενδονιζόμεναι καθαρὰ μένουν καὶ σημειοῦνται.
§74Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ φέρω τροποποίησιν ἐπὶ τῆς ὕβρεως, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Δεληγεώργης μοὶ ἀπηύθυνεν· οὐδὲ θέλω κἂν νὰ ἀναιρέσῃ αὐτὴν· ὄχι διότι περὶ ὀλίγου ποιοῦμαι τὴν τιμήν μου, ἀλλὰ διότι ἡ ὕβρις χαρακτηρίζει τοὺς ὑβρίζοντας.
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὑπάρχει διάκρισις εἰς τὸ νὰ εἴπῃ τις «δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν» καὶ τὸ νὰ τοῦ εἴπῃ «λέγεις ψεύματα»· ἐνόμισα δὲ, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προσφέρεται πρὸς ἐμὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι δύναμαι νὰ τοῦ ἀποδώσω ὅ,τι μὲ ἀπέδωκεν· ἂν δὲν ἦτον ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπέδωκεν αὐτὴν τὴν φράσιν, δὲν ἤθελον τοῦ ἀπαντήσει, τοῦ ἀπήντησα δὲ διότι, ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἤρξατο χειρῶν ἀδίκων, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπερέβην τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον καὶ αὐτὸς ὁ νόμος κανονίζει ἐπὶ προσβολῶν. Αὐτὸ τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι προσωπικόν, μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ, δὲν εἶνε πολιτικόν.
§76Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀλήθεια τῶν γεγονότων εἶναι, ὅτι συμβούλιον νομομαθῶν ἐκαλέσθη ὑπ’ ἐμοῦ, ὅτι τὸ συμβούλιον τοῦτο ἐγνωμοδότησε νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν Κ. Πρέσβυν τῆς Γαλλίας ὅτι ἐκ τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν Γαλλίαν καὶ ἐκ τοῦ μεγάλου σεβασμοῦ πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ τοι φρονοῦσα ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη πρὸς ἀποζημίωσιν, πληρόνει τὴν ποσότητα, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἡ Γαλλικὴ ἤθελε προσδιορίσει. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι τὰ πράγματα δὲν συνέβησαν οὕτω, ἐν ᾧ ἐγὼ μὲν ἀντιληφθεὶς αὐτῶν ἐβεβαίουν ὅτι οὕτω συνέβησαν, ἐκεῖνος δὲ μὴ ἀντιληφθεὶς αὐτῶν ἀνήρει τὴν βεβαίωσίν μου, ἀρξάμενος οὕτως αὐτὸς χειρῶν ἀδίκων, διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει, δὲν εἶναι ἀληθές· δὲν εἶπον, ὅτι ψεύδεται, ἑπομένως ἂς κρίνωσι περὶ ἐμοῦ τε καὶ περὶ αὐτοῦ οἱ ἀκούοντες. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ γλυκυτέρα παραμυθία δι’ ἐμὲ θέλει εἶσθαι ἡ ἐπὶ τῶν πράξεων καὶ τῶν λόγων μου γνώμη τῶν συμπολιτῶν μου, αὐτοὶ ἂς κρίνωσι καὶ περὶ τῶν λεχθέντων. Ἐσταμάτησα ἐκθέτων ὑμῖν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπηντήσαμεν εἰς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας, ὅτι πληρόνομεν τὰ χρήματα. Ἡ γνώμη τῶν νομομαθῶν, τῶν ὁποίων τὴν γνώμην ἐζητήσαμεν, ἦτο νὰ προκαλέσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, (θόρυβος)· ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως παρετηρήθη, ἐν τῇ τελευταίᾳ διακοινώσει· (θόρυβος). Ἐδόθη δὲ καὶ πληροφορία, ἡ ὁποία ἐγένετο βεβαία, καὶ ἡ ὁποία ἦτο ἀνωτέρα παντὸς δισταγμοῦ, ὅτι ἡ πορεία τοῦ ἐντίμου πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶχε λάβει τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπηύθυνε πρὸς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν, εἰς τὸν ὁποῖον προσπάθησε μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο ὑπόχρεως νὰ πληρώσῃ ἀποζημίωσιν, ἰσχυρισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐξακολουθοῦμεν νὰ διακηρύττωμεν, καὶ νὰ φρονῶμεν καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἠτοιμαζόμεθα νὰ πληρώσωμεν τὰ χρήματα, ἐπειδὴ, λέγω, οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ Κυρίου Πρέσβεως ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεώς του, οἱ δὲ ἰσχυρισμοὶ ἡμῶν δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ πείσωσι τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἡ ἔκκλησις, τὴν ὁποίαν οἱ νομομαθεῖς ἐγνωμοδότησαν, ἦτο περιττὴ, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον ὑπεδείκνυον εἰς ἡμᾶς συγχρόνως τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας καὶ συμβιβαστικῆς λύσεως τῆς περιπλοκῆς ταύτης καὶ αἱ συμβουλαὶ Πρέσβεων Δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι κήδονται ἐπίσης τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, ὡς καὶ ἡ Δύναμις ἡ Γαλλική. Αἱ συμβουλαὶ τῶν πρεσβευτῶν τούτων κατέδειξαν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος ἀπῄτει τὴν ταχείαν λύσιν τῆς περιπλοκῆς ταύτης. Ἡ Ἑλλὰς, τῆς ὁποίας πολύτιμα συμφέροντα εὑρίσκοντο τὸν χρόνον ἐκεῖνον ὑπὸ διαπραγμάτευσιν, δὲν εἶχεν ἀγαθὸν συμφέρον νὰ παρατείνῃ περιπλοκὴν, τῆς ὁποίας τὰς συνεπείας ἠδύνατο ν’ ἀγνοῇ· εἶχε μάλιστα τὸ καθῆκον καὶ τὸ συμφέρον νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν λύσιν τῆς περιπλοκῆς εἰς τὴν ὁμολογίαν, τὴν ὁποίαν οὐδὲ μίαν στιγμὴν ἀπὸ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔγεινεν ἡ Ἑλλὰς, δὲν παρεγνώρισε, τὴν ὁμολογίαν τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὰς εὐεργέτιδας Δυνάμεις. Ἡ ἔκβασις αὕτη ἦτον ὑπόθεσις Ἐθνικῆς τιμῆς, ἢ ἦτον ἀποτέλεσμα ἀνικανότητος καὶ ἀβελτηρίας, ἰδιοτήτων, τὰς ὁποίας ἀπέδωκαν εἰς ἡμᾶς κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν; ἡ ἐπιμονὴ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑπόχρεως πρὸς ἀποζημίωσιν, καὶ ἡ ἀπόφασις νὰ προβῇ εἰς δαπάνην ἀργυρίου, τοιαύτην παριστᾷ τὴν διαγωγὴν τοῦ Ὑπουργείου; Ἴσως, Κύριοι, ἦτο πολλὰ ἐνδεχόμενον ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν μᾶς κατακρίνουσι διότι δὲν ἐλάβομεν, ἂν ἠκολουθοῦμεν αὐτὴν, νὰ ἔβλαπτε καιρίως τὴν πατρίδα ἡμῶν· ἐὰν δὲ τοιοῦτόν ποτε γεγονὸς ἐλάμβανε χώραν, ἀγνοῶ, ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐνθουσιάζονται ἀκούοντες τὴν κατηγορίαν, δὲν ἤθελον μας λιθοβολήσει τότε, διότ ἠκολουθήσαμεν τὴν γνώμην ἐκείνην· δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνθουσιάζονται νῦν καὶ χειροκροτοῦσιν ἀκούοντες τὴν κατηγορίαν ἡμῶν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν μέτρα καταναγκασμοῦ ἐλαμβάνοντο καθ’ ἡμῶν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἐζημιοῦντο ἕνεκα τούτου, ἂν, λέγω, τότε δὲν ἤθελον μεταμεληθῆ καὶ λυπεῖσθαι διὰ τοῦτο. Εὔκολος τῳόντι, Κύριοι, ἡ θέσις τοῦ ἀγορεύοντος διὰ νὰ ἐκλέγῃ λέξεις ὡραίας, νὰ ἀπαγγέλῃ ἰδέας ἀρεστὰς, νὰ ἐξηγῇ γνώμας εὐχαριστούσας τὸ κοινόν· εὐχάριστον δὲ συνάμα νὰ ἀκούῃ τὰς ἐπιδοκιμασίας τῶν λόγων του τούτων· ἀλλὰ δὲν εἶναι πατριωτικὸν νὰ προσέχῃ τις πάντοτε εἰς μόνας τὰς ἐντυπώσεις, αἱ ὁποῖαι τὸ πρῶτον ἐπιγίνονται ἐκ τῆς ἀπαγγελίας τῶν ἰδεῶν τούτων, πρέπει νὰ προσέχῃ εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἰδεῶν τούτων, καὶ οἱ μὲν λέγοντες πρέπει νὰ φροντίζωσι νὰ συμβουλεύωσι τὰ βέλτιστα καὶ οὐχὶ τὰ ἀρεστὰ, οἱ δὲ ἀκούοντες ὀφείλουσι νὰ μὴ ἀρέσκωνται εἰς τὴν ἐπιπολαίαν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν τὰ λεγόμενα τοῖς παρέχουσιν, ἵνα μὴ χειροκροτοῦντες σήμερον κλαύσωσιν αὔριον. Αὔριον ἀληθῶς παρέρχονται αἱ ἐντυπώσεις, αἱ γεννῶσαι τὸν ἐνθουσιασμὸν, καὶ διαδέχεται αὐτὰς ἡ συνείδησις τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ἡ πατρὶς εὑρίσκεται. Ἡ δὲ πολιτεία μου, Κύριοι, καὶ πρὶν ἢ ἀναλάβω τὴν ἐντολήν σας ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς Πληρεξουσίου, ἡ πολιτεία μου δὲν ἦτον τοιαύτη· δὲν ἠκολούθησα τὴν πορείαν ἐκείνην, ἀλλὰ τὴν ἀντίθετον, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως δὲν ἤκουσά ποτε τὰς ἐποδοκιμασίας, τὰς ὁποίας οἱ ἀντιλέγοντες ἤκουσαν. Βεβαίως, Κύριοι, θέλετε εὐχαριστήσει τὸν προαγορεύσαντα καὶ τους μετὰ θερμοῦ ζήλου ὑποστηρίζοντας τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἂν ψηφίσητε τὴν πρότασίν του· ἡ πρώτη περίοδος αὐτῆς περιέχει τὴν πτῶσίν μου ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ· εἰς τὴν θέσιν ταύτην οὐδέποτε ἀπέβλεψα, ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἐζήτησα νὰ μὴ ἀναλάβω αὐτὴν, διὰ τοῦτο ὀλίγον φροντίζω· τὸν βον. ὅρον τῆς φράσεως ταύτης, τὴν αἰσχύνην, καὶ ἂν ψηφίσητε σήμερον, σεῖς οἱ ἴδιοι θέλετε ἀναγνωρίσει μετ’ οὐ πολὺ, ὅταν παρέλθῃ ἡ ἐπιθυμία τῆς πτώσεώς μου, ὅτι μὲ ἠδικήσατε, καὶ ἂν σεῖς δὲν ἀναγνωρίσητε τοῦτο, θέλουσιν ὅμως τὸ ἀναγνωρίσει ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σᾶς βλέπουσι, σᾶς ἀκούουσιν ἐνταῦθα καὶ σᾶς συναναστρέφονται ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη ἡ κατηγορία εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπουργείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία σᾶς ἀπασχολεῖ· ἔῤῥιψεν ἓν βλέμμα γενικὸν ἐπὶ τοῦ παρελθόντος τοῦ ὑπουργείου· παρέβαλε τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς 11 8βρίου μέχρι τῆς 25 Μαρτίου, ὅτε ἐξελέχθην ὑπουργὸς, καὶ τὴν εὗρε νεκρὰν, ἔστρεψε τὸ βλέμμα εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τὴν 25 Μαρτίου καὶ εὗρεν αὐτὴν τεθλιμμένην καὶ δακρύουσαν. Ἡ πορεία τοῦ ὑπουργείου ἦτον ἡ αἰτία τῆς μεταβολῆς ταύτης, διότι ἦτο πορεία ἀβεβαία, ἄνευ ἀρχῆς καὶ ἄνευ πυξίδος, διότι ἦτο τὰ πάντα ἐκκρεμῆ. Τοιαῦτα εἶπεν ὁ προαγορεύσας· ἀλλὰ τὶ ἄλλο ἀπῄτει, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις ἀπὸ ἡμᾶς παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὡμολογήσαμεν γενόμενοι ὑπουργοὶ, ἐβεβαιώσαμεν διὰ τῆς ὑπογραφῆς μας, καὶ ἐδημοσιεύσαμεν διὰ τῆς προκηρύξεώς μας, πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν; Τὴν συντήρησιν τοῦ ἐνεστῶτος, τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τάξεως, πρὸς βεβαίωσιν τοῦ μέλλοντος. Καὶ τὶ ἄλλο, Κύριοι, ἐπράξαμεν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, εἰ μὴ προσεπαθήσαμεν νὰ συντηρήσωμεν τὸ ἐνεστὼς, τὸ ὁποῖον ἡ φιλαρχία πολλάκις ἀπεπειράθη νὰ διαταράξῃ; (χειροκροτήματα ῥαγδαῖα). Ἐνεστὼς, τὸ ὁποῖον ἠπείλησαν ἑκατοντάκις οἱ ἐπιζητοῦντες τὰς θέσεις τῶν ὑπουργῶν! (χειροκροτήματα). Καὶ τὶ ἄλλο ἐπράξαμεν, ἢ νὰ συντηρήσωμεν τὸ ἐνεστὼς ἐν καιροῖς, καθ’ οὓς ἡ ἀβεβαιότης τοῦ μέλλοντος καὶ ἡ ἐκκρεμότης τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος ἐξησθένουν τὴν ἐνέργειαν τῆς Νομοτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ δὲν ἄφινον αὐτὴν νὰ παρασχεθῇ οὐδ’ ἔγκαιρος οὐδ’ ἀκμαία; Νὰ τὸ συντηρήσωμεν εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς γνωρίζετε καὶ τὰ ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Κυβέρνησις αὐτή; Νὰ τὸ συντηρήσωμεν, λέγω, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ὠκεανὸς ἐπερωτήσεων κατέκλυζε καθ’ ἑκάστην τὸν περίβολον τοῦτον, ἀδυνατίζων εἰς τὰς ἐπαρχίας τὴν Κυβερνητικὴν ἀξίαν; (Διάλογος ταραχώδης μεταξὺ Α. Πετζάλη καὶ Παπαγεωργίου) Καὶ ποῦ, Κύριοι, ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν πυξίδα, τὴν ὁποίαν μᾶς κατηγοροῦσιν, ὅτι δὲν εἴχομεν εἰς τὴν πολιτείαν μας; ποῦ ἠδυνάμεθα νὰ τὴν εὕρωμεν, παρὰ εἰς τὴν συνδιαλλαγὴν τῶν κομμάτων, παρὰ εἰς τὴν ἀπόφασιν ὅτι, ἐρχόμενοι εἰς τὴν νομοτελεστὴν ἐξουσίαν, ὠφείλομεν νὰ λησμονήσωμεν τὰς τάξεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἕκαστος ἡμῶν προσῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδωκαν ἢ μᾶς ἠρνήθησαν τὴν ψῆφόν των; Τί ἠθέλατε, Κύριοι; Νὰ νομίσωμεν, ὅτι ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἵνα διεκδικήσωμεν ἐπαρχιακὰ συμφέροντα καὶ ἀτομικὰ πάθη, ἀλλ’ εἴχετε τὸ δυστύχημα, ὑπουργοὶ, ὅταν σεῖς ἐλάβετε τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐδώκαμεν, νὰ συμβῶσι τὰ συμβάντα τῶν δραματικῶν παραστάσεων τοῦ Σουλιέ· ἀλλὰ ἡμεῖς ἐκαλέσαμεν τὸν Σουλιὲ ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν ἐν χρόνοις ἐπαναστατικοῖς, ἢ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, οἱ δόντες αὐτῷ τὴν ἄδειαν διὰ νὰ δώσῃ θεατρικὰς παραστάσεις; Ἡμεῖς ἐφροντίσαμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν τάξιν, διὰ μέσων τῶν ὁποίων τὴν ἀσθένειαν καὶ τὴν ἀνεπάρκειαν, πάντες ἀναγνωρίζετε.
§77Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸν λόγον Κ. Πρόεδρε.
§78ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ, Κ. Πρόεδρε.
§79ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ, Κ. Πρόεδρε.
§80ΘΕΟΔΩΡΟΣ Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Θέλω περιμείνει, Κύριοι, τὴν ψῆφόν σας μετὰ τῆς ἀταραξίας κείνης, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐμπνέει ἡ πεποίθησις, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ψῆφός σας δὲν θέλει εἶσθαι λευκὴ, ὡς ἔχω δικαίωμα νὰ τὴν ζητήσω, δὲν θέλω λυπηθῇ, διότι ἐλπίζω, ὅτι θέλετε μεταβάλει τὴν πεποίθησίν σας ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου εὐθὺς ὡς θεραπευθῇ ἡ μεγάλη ἐπιθυμία τῆς ἐπιζητήσεως τῆς ἐξουσίας.
§81ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, εὖγε.
§82ΙΑΛΕΜΟΣ. Ἄρχομαι, Κύριοι, τῆς ὁμιλίας μου ἀπό τινος λέξεως, τὴν ὁποίαν ἐπρόφερεν ὁ Κ. Δηλιγιάννης, ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀγορεύσεώς του· ἡ φιλοδοξία, εἶναι ἐκείνη, εἶπεν, ἥτις ἔφερε τὴν ἀξίαν· ἡ φιλαρχία εἶναι ἐκείνη ἥτις δὲν ἄφησεν ἥσυχον, οὔτε τὸν τόπον, οὔτε τὴν Συνέλευσιν. Τῷ ὄντι, Κύριοι, ἡ φιλαρχία εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἔῤῥιψε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Βάλβη διά τινος μαύρης συκοφαντίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἡ φιλαρχία, ἥτις ἐξετόξευσεν ἐντεῦθεν, κατὰ τοῦ γηραιοῦ ἐκείνου Προέδρου, τὴν κατηγορίαν, ὅτι δῆθεν αὐτὸς ἀπήντησεν εἰς πληρεξουσίους, ζητοῦντας αἷμα, ὅτι δὲν βάφει τὰς χεῖράς του εἰς αἷμα. Δὲν ἐπερίμενα, Κύριοι, ἡ σημερινὴ συζήτησις νὰ λάβῃ τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβεν, οὔτε ἐπίστευα ὅτι ὁ Κ. Σαρίπολο, ἤθελε φέρει ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἰδίως ὅτι ἤθελε τὸ περιορίσει εἰς μόνην τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Σουλιέ· ἡ σημερινὴ ἡμέρα ἦτο προσδιωρισμένη δι’ ἐπερωτήσεις, ἀλλ’ αἴφνης ἦλθεν ἐνταῦθα ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ σᾶς ἔφερεν ἐκ νέου τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῷ μέσῳ, καὶ σᾶς τὸ ἔφερε δικαίως πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς τιμῆς του. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, Κύριοι, καὶ ὅμως εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις τόσον κατηγορεῖται, κατὰ τοῦ ὁποίου τόσαι μαῦραι συκοφαντίαι ῥίπτονται ἐντὸς τοῦ ἀκατανοήτου τούτου ἐγγράφου, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὃς εὑρίσκετο συνένοχος τῶν ἐγκλημάτων εἰς τὸ θέατρον τοῦ Σουλιέ, ὅτι αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς δὲν εἶχε μέχρι τῆς προχθὲς γνῶσιν τῶν περιεχομένων τοῦ ἐγγράφου τούτου. Ἦτο ἑπόμενον λοιπὸν, Κύριοι, νὰ ἐπανέλθῃ ἐκ νέου τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως ἦλθε, μὲ ὅλην τὴν σφοδρότητα, τὴν ὁποίαν ἀπῄτει ἡ ἱκανοποίησις προσβληθείσης τιμῆς, καὶ μάλιστα παρὰ συναδέλφων. Ἦτον ἑπόμενον, ἂν δὲν εἶχε σκοπὸν ὁ Κ. Σαρίπολος νὰ φέρῃ κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ἦτον ἑπόμενον νὰ ἔλθῃ μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν ἔντιμον τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων ἀντιπρόσωπον, δὲν εὑρίσκει οὔτε μίαν λέξιν, διὰ τῆς ὁποίας ν’ ἀπομακρύνεται μία κατηγορία τῆς Συνελεύσεως, ὅτι ἐξέλεξεν ἐκ νέου ἕνα τοιοῦτον ὑπουργόν. Διατρέξατε, Κύριοι, τὴν ἀπάντησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ῥίπτεται ὡς ἕν βάρος ἔκθετον, ἀνυπεράσπιστον, ὡς καὶ ἡ Συνέλευσις, ἥτις τὸν ἐψήφισε καὶ κατὰ τῆς ὁποίας διευθύνεται τοσοῦτον σκληρὰ κατηγορία, ὅτι ἀπὸ φατριασμὸν τὸν ἐψήφισεν ἐκ νέου· δὲν θέλετε εὑρεῖ οὔτε μίαν λέξιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Δὲν ἔπρεπεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ νομίσῃ ὅτι αἱ ἀπὸ τῆς προχθὲς γενόμεναι προτάσεις ἐγένοντο διὰ τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου· τὴν δίδει σήμερον ἡ Συνέλευσις τὴν ὑπουργικὴν φάσιν, διότι εὑρίσκει τις τὸ ὁποῖον δὲν ἐπίστευέ ποτε ὅτι ἦτο δυνατὸν, οὔτε μακρόθεν νὰ φαντασθῇ, ὅτι ὑπουργοὶ ἐπιβουλεύονται τοὺς συναδέλφους των· εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς οἱ ὑπουργοὶ θεωροῦνται οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐνοχῆς ὅλου τοῦ Κράτους, λέγει εἰς τὸν Πρέσβυν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἔχει πλῆρες δίκαιον, διότι ἡ Συνέλευσις φατριάζουσα ἐξέλεξε τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ νέου.
§83Α. ΛΟΝΤΟΣ (Ὑπουργός.). Ποῦ τὸ λέγει; δείξατέ μας τὸ μέρος, αὐτοὶ δὲν εἶναι λόγοι εὐπρεπεῖς.
§84ΔΑΓΡΕΣ. Ἢ θὰ μᾶς ἀναγνώσητε τὸ μέρος, Κ. Ἰάλεμε, ἢ ἄλλως εἶναι συκοφαντίαι ὅσα λέγετε.
§85ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐδῶ ὁμιλεῖτε δημοσίως, Κ. Ἰάλεμε, καὶ ὀφείλετε νὰ λέγετε ἀλήθειαν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριε.
§87ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὅσον σέβας καὶ ἂν ἔχῃ τις εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ μηδεὶς νὰ ψεύδεται.
§88ΔΑΓΡΕΣ. Εἶπεν ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν....
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§90ΙΑΛΕΜΟΣ. Διότι τὸν ἀφίνει ἀνυπεράσπιστον ἐνώπιον τοιούτων συκοφαντιῶν, ἑπομένως παραδέχεται πᾶν ὅ,τι λέγει ὁ Πρέσβυς.
§91ΛΑΠΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΣ. Ζητοῦμεν νὰ ἀναγνώσητε αὐτὸ τὸ μέρος, Κ. Ἰάλεμε.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§93ΙΑΛΕΜΟΣ. Ἄλλως τε Κύριοι, τὰ χωρία τοῦ Πρέσβεως, τὰ ὁποῖα τοιοῦτον μαύρας συκοφαντίας ἐπιῤῥίπτουσι κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ ἀνέγνωσαν νομίζω πάντες, καθὼς καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν· καὶ εἰς τὴν ἀπάντησιν ταύτην δὲν εὑρίσκεται οὔτε ἡ ἐλαχίστη λέξις πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· ἀφ’ ἑτέρου Κύριοι, εἶναι πασίγνωστον ὅτι ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁμιλῶν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην μέ τινας τῶν πρέσβεων, δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνας, εἶπεν ὅτι δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα τῆς καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ της ἀδυνατεῖ νὰ φέρῃ τὴν τάξιν.
§94ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πῶς θὰ τ’ ἀποδείξητε αὐτὰ, (διάλογοι ταραχώδεις, μεταξὺ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν καὶ Βάσσου).
§95ΙΑΛΕΜΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τοῦτο, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκεται εἰς ἄκραν ἀντίθεσιν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, δυστυχῶς καὶ ἄλλα ζητήματα, ἐπηρεάσαντα τὴν θέσιν αὐτοῦ, ἦτον ἑπόμενον νὰ παράξωσι τὴν διάστασιν, τὴν ὁποίαν σήμερον εἴδομεν. Γνωρίζετε, Κύριοι, καθὼς πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέφερεν ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι τὸ Ναύπλιον ἐπρόκειτο νὰ μεταβληθῇ εἰς Βανδέαν, δὲν ἠξεύρω τίνος τοῦτο εἶναι κυρίως τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παραιτηθῇ καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπομακρυνθῶσιν οὔτε ὁ Κύριος πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου, οὔτε ὁ μετ’ αὐτὸν λαλήσας Ὑπουργός.
§96ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§97ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐγένετο γενικὴ κατηγορία περὶ ἀνικανότητος τοῦ ὑπουργείου ὅλου καὶ μετὰ ταῦτα θὰ εἴπωμεν καὶ περὶ τῆς ἀνικανότητος ἑκάστου τῶν Ὑπουργῶν (θόρυβος).
§98ΙΑΛΕΜΟΣ. Καὶ ὁ πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἄφηκαν ἄθικτα ἄλλα ζητήματα· ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ἡ Συνέλευσις, πρέπει νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§99ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριε, Ἰάλεμε, σᾶς παρακαλῶ.....
§100ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅστις θέλει ἂς ὁμιλήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος.
§101ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κατηγορίαν γενικὴν θὰ ἔχωμεν, Κύριε Πρόεδρε, ἢ τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν;
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἰμπορῶ νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, Κύριε Γόντικα.
§103ΙΑΛΕΜΟΣ. Ὁ Κύριος πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου σᾶς ἐξέθηκε τὴν κακὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν βλέπει ἀπὸ τῆς 25 Μαρτίου καὶ ἐντεῦθεν· ἐγὼ δὲν τὴν βλέπω τόσον κακὴν, καὶ δὲν ἀποδίδω ὅλα τὰ φαινόμενα τῆς καταστάσεως ταύτης μόνον εἰς τὸ ὑπουργεῖον· ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας ἐξωτερικὰς περιστάσεις, εἰς ἄλλας διαφοροτρόπους ἐνεργείας, τὰς ὁποίας ὅμως τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐστάθη ἱκανὸν νὰ προλάβῃ καὶ ἀπομακρύνῃ. Δὲν θέλω νὰ ἐξακολουθήσω συζήτησιν ἐπὶ ὅλων τούτων τῶν φαινομένων· ἐπὶ δύο ὅμως ἢ τριῶν, παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσετε τὴν προσοχήν σας. Τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τὴν παραίτησιν τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἦτον, ἐκτὸς τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ, καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Ναυπλίου· ἠξεύρετε πόσον ἔντιμος ἐφάνη ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἱππότης ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ὑπουργείας του ἐδείχθη, ὅπως διαψευσθῶσιν ἀνόητοι δυσφημίαι· ἐδείχθη ἀμερόληπτος, ὅσον οὐδεὶς ἄλλος, ἱππότης πρὸς πάντας τοὺς συναδέλφους του, μὴ συλλογιζόμενος ἂν ἀπὸ αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν πλευρὰν ἐξελέχθησαν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἰδίως τοῦ Ναυπλίου, εἶναι γνωστὴ ἡ σύνεσις, μεθ’ ἧς προσηνέχθη· μάρτυς ὢν τῆς δυστυχοῦς ἐκείνης ἐποχῆς, καθ’ ἣν τὸ Ναύπλιον ἐγένετο ὁ σκοπὸς τῶν ἐλεεινῶν ἐκείνων βολῶν τῆς τυραννικῆς ἐξουσίας, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπισφραγίσῃ κατάστασιν, ἥτις ἤθελεν ἐπαναφέρει τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὴν ἀρχαίαν ἐκείνην διαπάλην, ἥτις ἀναντιῤῥήτως θὰ ἐπήρχετο, ἐὰν δὲν μετέβαινεν ἐκεῖ, καὶ ἡ συνεσίς του δὲν ἐπρολάμβανεν ὅλας τὰς ἐπαπειλουμένας ἀταξίας. Ἡ Κυβέρνησις, νομίζουσα ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰ, ἕνα ἀναπληρωτὴν τοῦ Νομάρχου νὰ εἴπῃ, «ἔρχομαι, ἂν θέλετε, νὰ σᾶς κυβερνήσω ἐν ὀνόματι τῶν ἰδεῶν τοῦ λαοῦ,» μὴ ἀνεχθεῖσα ἡ Κυβέρνησις τὴν φράσιν ταύτην, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀπομακρύνῃ ἓν πρόσωπον ἐγκατασταθὲν παρὰ τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔδωσαν ὅρκον πίστεως καὶ ἀφοσιώσεως ὅλαι αἱ στρατιωτικαὶ καὶ πολιτικαὶ ἀρχαί. Ὅταν, Κύριοι, κατ’ ἀρχὰς ἀνέφεραν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπίστευσα καὶ ἐγὼ μετὰ ἄλλων τινῶν φήμας τινὰς κακοβούλους, ὅτι δῆθεν οἱ ἀποκρούσαντες τὸν πρῶτον Νομάρχην ἐσκόπουν ἀνατροπὴν τῶν καθεστώτων, καὶ ζητῶ συγγνώμην, διότι μίαν στιγμὴν ἔκρινα ἐπισφαλῶς, μὴ συλλογισθεὶς, ὅτι τὰ κατακρινόμενα πρόσωπα ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ τῆς εὐνομίας, οἱ δὲ ἀντίπαλοί των ἐπέβαλλον ἐπὶ Ὄθωνος εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια τὸν τύπον τῆς ἀφοσιώσεως. Ἡ διαγωγὴ, Κύριοι, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ Ναυπλιακὸν ζήτημα, ἔντιμος καὶ ἱπποτικὴ, ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τοὺς ἐπαίνους τῶν συναδελφῶν του, ἀντὶ νὰ γεννήσῃ τὰ σκάνδαλα ἐκεῖνα ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου, τὰ ὁποῖα ἔφερον εἰς τὴν ἀνάγκην τὸν ὑπουργὸν νὰ παραιτηθῇ. Ἀναντιῤῥήτως ἡ σύνεσις ὑπηγόρευσε τὰ μέτρα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ Ναύπλιον, ἄνευ τῶν ὁποίων ἠθέλατε ἰδεῖ τὴν πάλην ἐκείνην, ἥτις ἔξωθεν τοῦ Ναυπλίου ἐπέβαλεν ἄλλοτε τὴν ὑποταγὴν καὶ τὴν ταπείνωσιν. Οὐδέποτε ἐνόμιζα, ὅτι δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι σήμερον, ὅ,τι ἄλλοτε ἐπὶ Ὄθωνος ἐπεβάλλετο εἰς τὸν λαὸν τοῦ Ναυπλίου· ἡ πίεσις, τὴν ὁποίαν θέλουν νὰ ἐπιβάλωσι σήμερον ἀντιπράττοντες κατὰ τῆς συνέσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ φανέντος ἀνωτέρου παντὸς ἐπαίνου, ἡ πίεσις αὕτη ἐπροκάλεσε τὸ ὑπουργικὸν ζήτημα, ἐν ᾧ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶχεν σκοπὸν νὰ τὸ φέρῃ· ἡ πίεσις αὕτη ἐπροκάλεσε τὴν ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ συνεργασθῇ μετὰ τοιούτων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐξασκήσουν πίεσιν ἐπὶ τοῦ λαοῦ, καὶ ἐκτὸς, ὅτι ἐλησμόνησαν τὸ καθῆκόν των τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα, ἔσπευσαν νὰ ὑπακούσουν εἰς τὰς διαταγὰς ἑνὸς ἀντιπροσώπου ἀναλαβόντος τὴν ὑπεράσπισιν ἑνὸς τυχοδιώκτου.
§104ΤΙΝΕΣ. Τίνος ἀντιπροσώπου;
§105ΙΑΛΕΜΟΣ. Τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Σουλιὲ (θόρυβος), ἀλλὰ δυστυχῶς, Κύριοι, ἐκτὸς τοῦ Ναυπλιακοῦ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον μετὰ τοσαύτης ἀδεξιότητος προσηνέχθη τὸ Ὑπουργεῖον ὁλόκληρον ἐκτὸς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι παρὰ νὰ καθυποβάλω ὑπὸ τὴν βαθεῖαν ὑμῶν μελέτην καὶ σκέψιν· τὸ ζήτημα τῶν ξενικῶν ἐνεργειῶν, αἵτινες λυμαίνονται πρὸ πάντων μίαν δυτικὴν ἐπαρχίαν τῆς Πελοποννήσου. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ θέλω νὰ φέρω ἐνώπιόν σας, ἀνέβαλον ὅμως, πιστεύων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μέλλει νὰ λάβῃ σπουδαῖα μέτρα, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐπανέλθω σήμερον. Ἠκούσατε, ὅτι εἰς τὴν Ἠλείαν συνελήφθησαν προκηρύξεις ἀντεπαναστατικαὶ, συνελήφθησαν πυριτοβολαὶ, ὅτι ἀνεκαλύφθη συνωμοσία, ἥτις εἶναι ἐξηπλωμένη εἰς τὴν Ἑπτάννησον καὶ ἥτις σκοπὸν ἔχουσα ν’ ἀποτρέψῃ τὸν νέον Ἡγεμόνα νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα θέλει νὰ κατορθώσῃ τοῦτο ἀντιπράττουσα κατὰ τῆς ἑνώσεως. Γνωρίζουσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔθεσεν ὡς ὅρον ἀμετάτρεπον τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπταννήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ νομίζουσιν, ὅτι ματαιοῦντες τὴν ποθητὴν ἕνωσιν θέλουσι κατορθώσει τὸν ποθούμενον σκοπὸν, θέλουσιν ὑψώσει τὴν ἀτιμωτικὴν ἐκείνην σημαίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς τὰ ὑπόγειά των καὶ τὴν ὁποίαν ἀνεκάλυψεν ἡ Κυβέρνησις λέγουσαν, Ζήτω, δὲν θέλω νὰ τὸν ὀνομάσω,..... ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Ὄθωνος.
§106ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Νὰ τὸν ὀνομάσῃς.
§107ΙΑΛΕΜΟΣ. Ὁ Λουδοβῖκος.
§108ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Εἶναι συκοφαντίαι.
§109ΙΑΛΕΜΟΣ. Συνέλαβαν πυριτοβολὰς εἰς τὴν Ἠλείαν, ἐστάλησαν ἀνακριτικαὶ ἀρχαὶ, ἐστάλησαν ἐπίτηδες ὑπάλληλοι διὰ ν’ ἀνακρίνωσι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ὅμως ἀκούω, ὅτι, ἀφοῦ ἀνεκαλύφθη τὸ ἔγκλημα, ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ. Ἀκόμη, Κύριοι, τι συμβαίνει ἐπὶ τῆς περιστάσεως ταύτης; γνωρίζει πολὺ καλὰ τὸ Ὑπουργεῖο, ὅτι τινὲς πρόσφυγες διαμένουν εἰς τὴν Ἑπτάννησον, ὅτι αὐτοὶ ἔχουν σχέσεις μετά τινων ἐνταῦθα ἀντεπαναστατῶν, ὅτι ἀντενεργοῦν κατὰ τοῦ ζητήματος τῆς ἑνώσεως, καὶ μολοντοῦτο τινὲς ἐξ αὐτῶν ἐναντίον τῶν διαταγῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐτόλμησαν νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα καὶ μένωσιν ἄνευ τινὸς περιορισμοῦ· ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα δίδουσι βεβαίως ἀφορμὴν πρὸς κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐσκόπουν σήμερον νὰ φέρω· ἕνεκα ὅμως τῆς ὁμιλίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἕνεκα τῆς ἀπροσδοκήτου προτάσεως τοῦ Σαριπόλου, καὶ ἣν λέγω ἀπροσδόκητον, διότι δὲν ἦτο σήμερον ἡμέρα δι’ αὐτὴν, ἀναγκαζόμενος ν’ ἀποφανθῶ, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον προσενεχθὲν πρὸς ἕνα συνάδελφόν του ἀπαθῶς, ἔλαβεν ἓν παράδειγμα πρὸς τὴν διαγωγὴν τοῦ ἐν Ναυπλίῳ μίαν παρελθοῦσαν δυστυχῆ ἐποχήν· νομίζω, ὅτι εἶναι Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ τύχῃ οὐδ’ ἐπὶ ὀλίγας στιγμὰς τῆς ὑποστηρίξεώς σας.
§110ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν λαμβάνω, Κύριοι τὸν λόγον πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ Ὑπουργείου, διότι τὴν πτῶσιν τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ ὁ κόσμος ὁλόκληρος τῆς Ἑλλάδος πρὸ ἡμερῶν πολλῶν τὴν περιμένει· κατὰ τὰς ἐφημερίδας τὰ τηλεβόλα ἐστήθησαν πρὸ καιροῦ, λέγουσιν αἱ ἐφημερίδες, καὶ παραξενεύονται, διατί ἀκόμη δὲν ἔπεσε (γέλως). Παραξενεύονται, Κύριοι, αἱ ἐφημερίδες τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ κόσμος ὁλόκληρος, διατί ἀκόμη οἱ σήμερον ὑπάρχοντες ὑπουργοὶ δὲν παρεχώρησαν τὰς θέσεις αὐτῶν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ πᾶν καταβάλλουσιν, ὅπως ὀνομασθῶσιν ὑπουργοὶ ἵνα δεχθῶσι τὸν Βασιλέα αὐτοί. (εὖγε εὖγε). Μὴ ἐπιδείξεις, Κύριοι, συνταγματικάς· εἰπέτε το καθαρά· ἐκουράσθημεν περιμένοντες τὴν ἀρχὴν, θέλομεν τὴν ἐξουσίαν. Ἔλειπον ἡμέρας τινὰς, Κύριοι, καὶ ἐπίστευον, ὅτι ἐπανερχόμενος θέλω εὕρει ἄλλο ὑπουργεῖον· μοὶ φαίνεται πολὺ παράξενον, πῶς δὲν τὸ κατώρθωσαν μέχρι σήμερον.
§111ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἀπεπειράθησαν ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν.
§112ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, πολὺ παράξενον. Ἠξεύρετε διατί; διότι εἰς τὰς ἐπαρχίας πολλὰ διέδωκαν, προετοιμάζοντες τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου· ταχυδρόμους ἐκτάκτους εἰς Χαλκίδα ἔστειλα, καὶ ψηφοφόροι ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πληρεξούσιοι προσεκαλοῦντο, ὅπως ταχέως φθάσωσιν εἰς Ἀθήνας ἵνα καταθέσωσι τὰς ψήφους αὐτῶν (γέλως δεξιά). Μοὶ ἐφάνη πολὺ παράξενον, Κύριοι, διότι οἱ ψηφοφόροι οὗτοι προσεκάλεσαν διευθυντὴν ἀτμοπλοίου ἐθνικοῦ νὰ τοὺς δεχθῇ καὶ δὲν τοὺς ἐδέχθη. Δὲν ἠξεύρω πῶς κατώρθωσαν νὰ ἔλθωσι διὰ τοῦ Βελισσαρίου. Εἶναι ἑτοιμόῤῥοπον λοιπὸν, Κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἐπιζητοῦμεν τὴν πτῶσιν αὐτοῦ διὰ λόγους μὴ πατριωτικῆς δῆθεν πορείας αὐτοῦ. Ἂς πέσωσιν, ἄλλοι ἂς κληρονομήσωσι τὰς ἕδρας, καὶ ἐκεῖνοι θὰ πέσωσι, καὶ ἄλλοι θὰ πέσωσι. Τὰ ὑπουργεῖα παρέρχονται, ἡ Ἑλλὰς μόνη μένει (εὖγε δεξιά). Ἀλλὰ Κύριοι, μοὶ ἐφάνη πολὺ παράδοξον, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἤκουσα τὸν ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου πληρεξούσιον ὑψώνοντα τὴν φωνὴ διὰ νὰ ὑψώσῃ τὴν δόξαν αὐτοῦ. Μοὶ ἐφάνη πολὺ παράδοξον δημοκοποῦντα νὰ βλέπω τὸν Κ. Σαρίπολον.
§113ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Πάντοτε τὸ ἔκαμνε.
§114ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ Κ. Σαρίπολος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπετάνθη εἰς τὴν τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅσα καὶ ἂν εἶπε κατὰ τοῦ ὑπουργείου, κατὰ τῆς ἀντισυνταγματικῆς αὐτοῦ πορείας, ἐπεθύμουν τὰς λέξεις ταύτας νὰ τὰς εἴπῃ προχθὲς, προχθὲς, Κύριοι, ὅτε ἐσυζητεῖτο ἡ ὑπόθεσις τοῦ Σουλιὲ, ἡ κατηραμένη αὐτὴ ὑπόθεσις. Διατί, Κύριοι, προχθὲς δὲν ἤρχετο νὰ κατηγορήσῃ τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν πορείαν αὐτοῦ, νὰ ἐξυπνήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ αἴφνης νὰ δώσῃ τὸν τρόπον εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ σώσῃ τὴν αἰωρουμένην ἐθνικὴν τιμὴν διὰ τῆς πτώσεως τοῦ ὑπουργείου; Ἡ μομφὴ, Κύριοι, διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τὴν κατηραμένην τοῦ Σουλιὲ, ἡ μομφὴ, ἡ ὁποία πίπτει σήμερον κατὰ τοῦ ὑπουργείου, γνωρίζει ὁ Κ. Σαρίπολος, ἔπρεπε νὰ πέσῃ, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ τὸ εἴπῃ, καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως, κατ’ αὐτῆς ἔπρεπε νὰ πέσῃ ἡ ἀρὰ τοῦ ἔθνους, διότι ἡ Συνέλευσις ἐπεκύρωσε τὴν πρᾶξιν τοῦ ὑπουργείου καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ἔπραξε παρὰ πρᾶξιν ἐθνικήν. Ἔρχεται σήμερον, Κύριοι, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου καὶ τί μᾶς λέγει; ἡ Συνέλευσις εἶναι ἀντεθνικὴ, καὶ δὲν τὸ λέγει εἰς τὴν Συνέλευσιν, τὸ λέγει εἰς τὸ ὑπουργεῖον· τὸ ὑπουργεῖον τί πταίει διὰ τὴν ψήφισιν; τὸ ὑπουργεῖον εἶχε μίαν γνώμην, αὐτὴν τὴν ἐπαρουσίασε καὶ ἐζήτησε καθαρῶς τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως· δύο προτάσεις ἐπαρουσιάσθησαν· ἡ πρότασις βεβαίως τοῦ Κ. Σαριπόλου, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ λάβῃ ἡ Συνέλευσις ὑπ’ ὄψιν, ἀπεσκοπιζομένη τὴν κατὰ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ προσβαλλομένην ἐθνικὴν τιμὴν, εἰς οὐδὲν ἐλογίσατο τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν· διότι βεβαίως ὁ Κ. Σαρίπολος, ἐὰν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε περιορισθῆ εἰς διακοινώσεις, ἐὰν ἔστελλε τὰ τηλεβόλα αὐτῆς βεβαίως, τὸ στῆθος αὐτοῦ δὲν ἤθελε προτάξει πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος. Χαίρομαι, Κύριοι, ὅταν ἀκούω λόγους πατριωτικούς, ἀλλ’ οἱ λόγοι αὐτοὶ οἱ πατριωτικοὶ δὲν πρέπει νὰ ἐγγίζουν τὴν καρδίαν τοῦ ἔθνους· εἰς τὴν καρδίαν τῶν ἀτόμων μόνον πρέπει ν’ ἀποτείνεσθε, εἰς τοῦ ἔθνους ὅμως τὸν νοῦν. Τὸν νοῦν τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ προετοιμάζετε διὰ τὰ μεγάλα ἔργα, τὰ ὁποῖα εἴχετε σκοπὸν νὰ φέρητε εἰς τὸ μέσον, καὶ ὁ νοῦς τοῦ ἔθνους διὰ τῆς ἀπείρου πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως εἰς τὴν τελευταίαν ψηφοφορίαν ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ φρόνησις ἔπρεπε νὰ ὑπερισχύσῃ τῆς καρδίας. Ἆ, Κύριοι, κακίζουσί τινες, διατί δὲ ἐπέτυχε μία ἄλλη πρότασις, ἡ ὁποία δὲν ἔλεγε τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ἔδιδεν ἓν μέγα καὶ φρικτὸν ῥάπισμα εἰς μίαν μεγάλην καὶ κολοσσιαίαν δύναμιν· διατί δὲν ἐκέρδισε; διότι τὸ ῥάπισμα ἐκεῖνο ἤθελεν ἀντανακλάσει εἰς τὸν ἀναποδογυρισμὸν, φοβοῦμαι, τῆς Ἑλλάδος, καὶ τότε οἱ καλοὶ ὑμεῖς πατριῶται ἠθέλατε κλαίει καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ἠθέλαμεν ἀποθάνει ὑπὸ τα ἐρείπια τῆς πατρίδος. Δὲν εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, ποσῶς ζήτημα ὑπουργικῆς κρίσεως ἡ λύσις τῆς τραγῳδίας αὐτῆς, τῆς τραγικοκωμικῆς αὐτῆς σκηνῆς τοῦ Σουλιέ· καὶ μοὶ φαίνεται πολὺ παράδοξον, πῶς τὸ ἔφερεν εἰς τὸ μέσον ὁ Κ. Σαρίπολος· ὤφειλε νὰ μεμφθῇ τὴν Συνέλευσιν, διὰ ν’ ἀκούσωμεν τοὺς ὡραίους λόγους, τοὺς ὁποίους ἤθελεν εἴπει κατὰ τῆς ἐθνικῆς φρονήσεως. Οὐδὲν περὶ τούτου εἶπεν. Ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν παραίτησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Μὴ νομίσητε, Κύριοι, τὴν σημερινὴν παραίτησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τυχαῖόν τι συμβάν· εἶναι πολύτιμος, ἐκ συνεννοήσεως πρᾶξις τῆς μερίδος τῆς ὑποστηριζούσης αὐτόν· διότι τοιουτοτρόπως, ἀφ’ ἑνὸς ἐμέμφθη κατὰ τοῦ ὑπουργείου ὁλοκλήρου, ἀφ’ ἑτέρου ἐσώζετο ἡ δόξα τῶν Βοτσαρέων. Ἀλλὰ, Κύριοι, σέβομαι τὰ ὀνόματα, ὅπως τὰ σέβεσθε καὶ ὑμεῖς, μέμφομαι ὅμως τὰς πράξεις. Ἄ, Κύριοι, μοὶ ἐφάνη πολὺ παράδοξον σήμερον, ὅταν ἤκουσα τὸν Κύριον Βότσαρην, τὸν πολιὸν Βότσαρην, προτείνοντα ὡς λόγον τῆς παραιτήσεως αὑτοῦ τὸν πατριωτισμόν· εἷς μόλις εὑρίσκεται ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ πατριώτης, λέγει, «εἶμαι ἐγώ· ἔρχομαι σήμερον νὰ δώσω τὴν παραίτησίν μου, ἀφοῦ προχθὲς δὲν ἐσκέφθην νὰ τὴν φέρω.» Προχθὲς ἐπερίμενε, Κύριοι, τὴν ἧτταν τοῦ ὑπουργείου· τὸ ὑπουργεῖον ἐνίκησεν· εἶναι ἀνάγκη ὅμως, ἐσκέφθησαν οἱ φίλοι του, νὰ πέσῃ. Ἀλλὰ τὸ μὲν Ὑπουργεῖον θὰ σωθῇ σήμερον, ὁ Βότσαρης ὅμως θὰ πέσῃ. Ὁ Κ. Βότσαρης θὰ πέσῃ, Κύριοι, διότι ἔρχεται κατόπιν ἑορτῆς καὶ μᾶς παρουσιάζει τὸν πατριωτισμὸν αὑτοῦ. Ποῦ αὐτοὶ οἱ ὡραῖοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι συνετάχθησαν εἰς τὸ χαρτὶ ἐκεῖνο τῆς παραιτήσεώς του; διατί δὲν μᾶς ἦλθον προχθὲς νὰ ἴδωμεν, ὅτι μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου ὑπάρχει εἷς κἂν πατριώτης; Ἀλλὰ προχθὲς ἦτο σύμφωνος, δὲν ἐπερίμενε βεβαίως, τί ἤθελε τέξει ἡ νὺξ τῆς Κυριακῆς. Ἂς σᾶς εἴπω λοιπὸν ἐγὼ, τί ἔτρεξεν· ἂς τὸ εἴπω, διότι ἐσυνείθισα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μηδὲν περιμένων ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν δι’ ἐμὲ, νὰ ψέγω τοὺς πάντας καὶ δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Ἠξεύρετε, τί ἐγέννησε τὴν παραίτησιν αὐτὴν τοῦ Βότσαρη; Εἶναι ἡ φήμη, ὅτι πολὺ πιθανὸν ἐντὸς ὀλίγου νὰ μὴ δύναται αἴφνης νὰ συγκροτήσῃ τὸ ὑπουργεῖον μία μερὶς, ἡ ὁποία τόσον καραδοκεῖ τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῆς.
§115ΑΛ. ΔΟΣΙΟΣ. Ἐξηγήσου.
§116ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐξηγοῦμαι, ἐπειδὴ δὲν μὲ ἐνοήσατε. Δὲν θέλετε νὰ δώσητε καιρόν· λέγετε ὅτι, ἂν παρέλθουν ἡμέραι τινὲς, ἴσως δὲν δυνάμεθα νὰ κερδίσωμεν τὰ ὑπουργικὰ χαρτοφυλάκια. (γέλως δεξιά). Τί λέγει εἰς τὴν παραίτησίν του ὁ Κ. Βότσαρης; Συνιστᾷ τὸν πατριωτισμὸν αὑτοῦ, ἐξελέγχει τὴν διαγωγὴν τοῦ πρεσβευτοῦ τοῦ αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων, τὴν ἀντεθνικὴν, τὴν ἀνθελληνικὴν, καὶ λέγει· «δὲν καταδέχομαι νὰ ἦναι ὑπουργός.» Πότε; Σήμερον· προχθὲς κατεδέχετο. Κύριοι, τα ἔγγραφα ταῦτα ὑπῆρχον, διότι, πρὶν ἔλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν πληρεξουσίων, ἦσαν εἰς χεῖρας τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἔρχεται νὰ χωρίσῃ ὁ Κ. Βότσαρης ἑαυτὸν ἀπὸ τοῦ ὁμίλου τῶν συναδέλφων του· ἀπὸ ποίων; Τοὐλάχιστον ὤφειλε νὰ σεβασθῇ ἕνα κἂν, ὤφειλε νὰ σεβασθῇ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὴν 9 Φεβρουαρίου διὰ τῆς πατριωτικῆς αὑτοῦ διαγωγῆς ἔσωσε τὸ ἔθνος, ὤφειλε νὰ σεβασθῇ τὸν Βενιζέλον Ῥοῦφον, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα, ὅταν ἡμεῖς τὸ ἐῤῥίψαμεν εἰς τὸ μέσον, ἐταχύνατε νὰ τὸ δεχθῆτε ὡς ὑποψήφιον τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου, ἐκτιμῶντες βεβαίως τὸν πατριωτισμὸν αὑτοῦ. Δὲν λέγω λοιπὸν τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ὅτι ὁ Κ. Βότσαρης, σεβόμενος τὸ ὄνομα αὑτοῦ, τὸ ὁποῖον, ἂν καὶ πρὸ ὀλίγου ἔσπευσεν εἷς συγγενής του νὰ τὸ μολύνῃ, πάλιν ἀγλαὸν ἀνέδειξε, μέγα καλὸν ἤθελε πράξει, ἐὰν μὴ ἐγίνετο ὄργανον τῶν ὑποκινησάντων αὐτὸν εἰς τὸ νὰ γράψῃ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ὁποῖον τὰ μέγιστα τὸν προσβάλλει· τὰ μέγιστα, Κύριοι, προσβάλλει τὸν Βότσαρην, καθὼς σᾶς εἶπον, ἐρχόμενον κατόπιν ἑορτῆς νὰ δείξῃ τὸν πατριωτισμόν του. Οἱ λόγοι δὲ οἱ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους ἐπρόφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶναι λόγοι λίαν δευτερεύοντες· δὲν δίδω τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Βότσαρην νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του ὡς ὑπουργὸς, διότι μὰ τὴν ἀλήθειαν δικαιοῦνται οἱ ἀτομικοὶ αὐτοῦ ἐχθροὶ νὰ εἴπωσιν, ὅτι δίδει τὴν παραίτησίν του, διότι τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν τὸν κατέστησε δικτάτορα τῆς Ἀργολιδοκορινθίας, διότι δὲν τῷ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ, ὅπως αὐτὸς ἤθελεν ἐγκρίνει, εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν προσέφερε ἀληθῶς θυσίας πραγματικάς· ἀλλ’ ἐὰν τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν τῷ ἔδωκε τὸ δικαίωμα τοῦτο, δὲν ὠφελεῖ νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα νὰ ἐπιδείξῃ τὴν γενναιότητά του ταύτην, ἂς περιμένῃ, καὶ ἡ πτῶσις τοῦ ὑπουργείου, σᾶς ὑπόσχομαι, ἐπέρχεται ταχεῖα. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι παυόμενοι τῆς ὑποθέσεως ταύτης, πρέπει νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπιβάλλοντες εἰς τὸν Κ. Βότσαρην νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ καθῆκον αὐτοῦ.
§117ΡΗΓΑΣ ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κᾀγὼ ὀλίγους ἐπιτρέψατέ μοι ἵνα φέρω λόγους ἐπὶ τοῦ προκειμένου.....
§118ΔΗΜ. ΒΟΤΣΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Δύω λέξεις μόνον θὰ εἴπω. Ἤκουσα ἀπὸ τὸν Κ. Βαλτινὸν, δὲν ἤμην προηγουμένως ἐδῶ, ἤκουσα μόνον τὸ τελευταῖον· ἐγὼ δὲν ἤθελα νὰ ἀνακοινώσω τὰς παύσεις εἰς τὴν ἐπαρχίαν...
§119ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἠθέλατε νὰ διοργανίσητε τὴν ἐπαρχίαν, ὅπως ἠθέλετε, καὶ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἤθελε.
§120ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὄχι, διόλου.
§121ΡΗΓΑΣ ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Πολλὰ δὲν ἔχω νὰ εἴπω, ἀλλὰ μὲ ἀπάθειαν ἀκούσατέ με, παρακαλῶ. Δύω τινὰ ἀντικείμενα ἐπελήφθη ἡ συζήτησις σήμερον εἰδικῶς, τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἄργους καὶ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σουλιέ· ἄρχομαι ὅμως ἀπὸ τοῦ δευτέρου νὰ εἴπω τὰς πεποιθήσεις μου. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συμφωνοῦν, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἔχομεν δίκαιον· Ἐκ τῶν ἐκτεθέντων εἶδον, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις τὸν αὐτὸν δρόμον ἐβάδισε, καὶ οἱ ἀναπτύξαντες ἐν τῷ βήματι τούτῳ τὰς διαφόρους πεποιθήσεις των ἐξεπλήρωσαν τὸ ἔργον των, ἀποδείξαντες τὸ δίκαιον ὡς ἐκεῖ ὅπου ἦτο δυνατόν. Ἐν τούτοις, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις ἐνέκρινεν διά τε πολλῆς ἢ ὀλίγης πλειονοψηφίας τὴν ἁβροφροσύνην τοῦ ὑπουργείου εἰς τὸ ν’ ἀποδεχθῇ, ὄχι κατὰ δικαίωμα, ὄχι κατ’ ὀφειλὴν, τὴν ἀπαιτουμένην ἀποζημίωσιν, διότι μία Δύναμις σεβαστὴ εἰς ἡμᾶς ἐπείσθη, ἀπὸ ἐσφαλμένας δυστυχῶς πληροφορίας, νὰ ἀπαιτήσῃ τοῦτο. Ἀλλὰ, Κύριοι, λαμβάνων τις ὑπ’ ὄψιν τὰ ὅσα ἀνεπτύχθησαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τουτέστι τὰς ἐκθέσεις τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας, τὰς δημηγορίας τῶν διαφόρων ῥητόρων ἐν τῷ βήματι τούτῳ καὶ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία καί τοι παραδεχθεῖσα τὴν πρότασιν τοῦ περὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ Σουλιὲ ποσοῦ ἀπεφάσισεν τοῦ νὰ δημοσιευθῇ καὶ ἅπασα ἡ περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἀνταπόκρισις Ἑλληνιστὶ καὶ Γαλλιστὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων. Θέλει ὁμολογήσει, Κύριοι, ὅτι τὸ ἔθνος ἐνίκησε πληρέστατα ἠθικῶς, καὶ ἀκόμη εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι καὶ πράγματι θὰ νικήσῃ, ἐὰν δὲν ἐπέλθουν προσκόμματά τινα διὰ νέων ἀγορεύσεων, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ ἀλλάξουν τὴν φάσιν τοῦ τρόπου τῆς Συνελεύσεως, τοῦ τρόπου τοῦ ὡραίου. Εἰς τοῦτο προτίθεμαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ὅτι τὰ περὶ τούτου εἰσὶ τετελεσμένα, διότι αἱ προβαλλόμεναι σήμερον προτάσεις ἐτυπώθησαν χθὲς, ἐψηφοφορήθησαν καὶ ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισεν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀδικούμεθα διὰ τῆς ἀπαιτήσεως μιᾶς μεγάλης Δυνάμεως εἰς πληρωμὴν τοῦ εἰρημένου ποσοῦ λόγῳ ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ὡρμήθημεν εἰς τοῦτο χάριν αὐτῶν τῶν συμφερόντων τοῦ κράτους, πρὸς τιμὴν δὲ τῆς πράξεως τῆς Συνελεύσεως ἂς μὴ προοδεύσῃ πλέον νέα συζήτησις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου· ἀλλ’ ἂς ἐμμείνωμεν εἰς τὰ ἀποφασισθέντα χθὲς, διότι τοῦτο ὠφελεῖ τὴν Ἑλλάδα, καὶ θὰ τὴν ὠφελήσῃ μεγάλως. Ἔρχομαι δὲ εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα τοῦ Ναυπλίου διότι εἶμαι Μισοναυπλιώτης, κατὰ τὴν κοινὴν φράσιν, εἶμαι ἀπὸ τοὺς ἐνοικήσαντας κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Ἰμπραίμη καὶ ἀποκαταστηθέντας. Παρατηρῶ δὲ ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πεμφθεὶς ἐκεῖ, ἵνα ἐξετάσῃ τὴν τόλμην τῆς μὴ παραδοχῆς ἑνὸς Νομάρχου, ἀξιοτίμου μέλους τῆς Συνελεύσεως, ἀντὶ νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν αἰτίων καὶ τῶν συνεργῶν αὐτῶν, εἶπεν, ὅτι ἐγκρίνει νὰ ἐνδώσῃ οὕτως ἀπολύτως εἰς τὰ γενόμενα ἄνευ τινὸς ἐλέγχου καὶ ἀκριβοῦς διαγνώσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν δευτέραν τόλμην. Τὸ Ναύπλιον, Κύριοι, ἡρωϊκῶς ἀντεστάθη εἰς τοῦ Ὄθωνος τὴν δυναστείαν, ἀπέδειξε τὰ συνταγματικὰ αἰσθήματά του ὡς κατοικούμενον ἀπὸ στοιχεῖα ἐκλεκτὰ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ οὐδὲ ἐσκέφθησάν ποτε οἱ Ναυπλιεῖς νὰ ᾖναι πάντοτε εἰς μίαν παράλογον αἴτησιν· εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην τὴν γενομένην τότε κατὰ τοῦ Κ. Ῥοντίρη, οὐδεμίαν εἶχον, ὡς βεβαιοῦται, οἱ πολῖται μετοχὴν, οὐδὲ εἰς τὰ γενόμενα ὕστερον. Ἀλλὰ ποῖα τὰ αἴτια, ποῖοι οἱ αἴτιοι; αὐτὸ τὸ μυστήριον δὲν μᾶς ἐφανέρωσεν ἀκόμη ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· καὶ χρεωστεῖ νὰ μᾶς τὸ φανερώσῃ, διότι ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἀργολίδος εἶναι πόλις ἐλευθέρα, ἡ ὁποία ἐσήκωσε πρώτη τὴν σημαίαν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ καταδικάζηται τόσον εὐκόλως. Ὡς πρὸς δὲ τὴν γνώμην, ἥτις ἐλέχθη, ἂν δηλαδὴ πρέπῃ νὰ ἐξετάσωμεν ἀμέσως ἤδη τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ναυπλίου, θεωρουμένην ὡς νέαν, πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν, Κύριοι, ὅτι πρὸ 5 ἡμερῶν ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις νὰ ἔλθῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ λόγον περὶ τῶν ἐν Ναυπλίῳ· ἡ ὑπόθεσις αὕτη πρέπει νὰ διευκρινιθῇ οὕτω καὶ ἄνευ ἀναβολῆς, καθὼς καὶ διὰ τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὁ Κ. πληρεξούσιος Σμύρνης περὶ γεγονότων δῆθεν ἐν Ἠλείᾳ καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ συμβάντων ἀνέφερα, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ᾖναι ἀληθῆ, διότι, ἐὰν δὲν ἀποδειχθῶσι, δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ πιστεύσωμεν, δὲν πρέπει νὰ ἐξομοιῶμεν τὰς ἐθνικὰς ἀποφάσεις μὲ τὴν παλίῤῥοιαν τῆς Γεφύρας τοῦ πορθμοῦ τῆς Εὐρίπου.
§122ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐφρόνουν, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἡ Συνέλευσις ἔμελλε νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τοὺς λόγους, οἵτινες συνώδευσαν τὴν παραίτησιν αὐτοῦ, λόγους γραπτοὺς καὶ λόγους προφορικοὺς, τοὺς τελευταίους ἀφορῶντας τὰ Ναυπλιακά. Ἀλλὰ μετὰ τὸν Κύριον ὑπουργὸν, ὅστις ὡς πρὸς τοὺς προφορικοὺς λόγους ὤφειλε νὰ δώσῃ πᾶσαν ἐξήγησιν, ἣν εἴχομεν καὶ ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, ἔρχεται ἑτέρα πρότασις τοῦ Κυρίου πληρεξουσίου ἐκ Πανεπιστημίου, μὴ κουρασθέντος νὰ δρέπῃ δάφνας, πρότασις, ἐρειδομένη μὲν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σουλιὲ, ἀλλὰ χαρακτῆρα φέρουσα κατηγορητηρίου καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου· ἔρχεται καὶ μεταφέρει τὴν συζήτησιν εἰς ἄλλο στάδιον· ἐζήτησε πάλιν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν προχθὲς ἐκάμαμεν, ἐζήτησε καὶ αὖθις νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ζήτημα περὶ ἀνικανότητος τοῦ ὑπουργείου, ἢ περὶ ἐμπιστοσύνης ὡς πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς, τὸ ὁποῖον καὶ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως ὑποβληθὲν ἐν προτάσεσιν ὑπὸ διαφόρους μορφὰς ἐξηντλήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ἀποῤῥιφθεισῶν πασῶν μὲν τῶν ἄλλων προτάσεων, ἐπιψηφισθείσης δὲ τῆς ζητηθείσης πιστώσεως ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σουλιέ. Ἀλλὰ πρέπει καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ ὁ κόσμος ὅλος νὰ μάθῃ ποῖα εἶναι τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα παρεκίνησαν τὸν Κύριον πληρεξούσιον τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ἀνακυκλώνῃ τὰ πάντα. Δὲν εἶναι βεβαίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φαίνεται, ὅτι ὁ πατριωσμὸς ὠθεῖ αὐτὸν εἰς τὸ νὰ μὴ παραιτηθῇ ἀπὸ μίαν ἰδέαν, τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ καταφέρηται ἀδιακόπως κατὰ τῆς ὑποθέσεως Σουλιὲ, δὲν εἶναι, λέγω, μόνος ὁ πατριωτισμὸς, εἶναι καὶ ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθωσιν οἱ πάντες. Ὁ δεύτερος οὗτος λόγος θέλει χρησιμεύσει ὡς βάσις ἐκτιμήσεως τῆς ὁμιλίας τοῦ Κυρίου πληρεξουσίου τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῆς δικαιοσύνης τῆς ὀφειλομένης κατὰ τὴν προκειμένην περίστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι, ὁ Κύριος Σαρίπολος εἶναι πληρεξούσιος Γάλλου τινὸς, ὅστις ἐν διαφορᾷ τινι δὲν ἔμεινεν εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸν ἐν Ἑλλάδι πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας, μετέβη δὲ εἰς Γαλλίαν, καὶ ἐκεῖ τὶ ἔπραξεν ἀγνοῶ, ἠξεύρω ὅμως, ὅτι μετὰ τὸ τέλος τῆς Ναυπλιακῆς ἐπαναστάσεως ἔπεμψεν εἰς τὸν Κύριον Σαρίπολον ἐπιστολὴν ἐκ Παρισίων, διὰ τῆς ὁποίας ἐφανέρωσεν αὐτῷ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας ἀνεγνώρισε τὰ δίκαια αὐτοῦ παράπονα κατὰ τοῦ πρέσβεως Κυρίου Βουρὲ, καὶ ὅτι οὗτος ἀνακαλεῖται, ἀφοῦ ἀπεδοκιμάσθη ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ. Τὸ γράμμα τοῦτο περιήγαγεν ὁ Κύριος Σαρίπολος, καὶ ἔκτοτε ἦτο κακῶς διατεθειμένος προσωπικῶς ὡς πρὸς τὸν Κύριον Βουρέ.
§123ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὶ ἔχει νὰ κάμῃ τοῦτο μὲ τὸ ζήτημα;
§124ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Μάλιστα ἔχω τὰς ἐπιστολὰς (θόρυβος).
§125ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐπικυρόνετε ὅ,τι λέγω· θὰ ἔλθω ἤδη εἰς τὸ συμπέρασμα. Καὶ ἀπὸ τοιαύτας διαθέσεις ὁρμώμενος ὁ Κύριος Σαρίπολος ἦλθεν ἐδῶ καὶ ἀνέμιξε τὸν λεγόμενον πατριωτισμὸν μὲ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Κυρίου Πρεσβευτοῦ, ἔδωκεν ὤθησιν σήμερον εἰς αὐτὴν, οἵαν ἔδωκε καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν· λέγω ὅμως εἰς τὸν Κύριον Σαρίπολον, καὶ δὲν ἀδικῶ κἀνένα ἄλλον, διότι εἰς κἀνένα ἄλλον δὲν ἀποδίδω τοιαῦτα αἰσθήματα, λέγω αὐτῷ, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο τῆς Συνελεύσεως, τὸ ἀνεργεθὲν διὰ τοσούτων θυσιῶν, δὲν εἶναι παλαίστρα παθῶν, ὀλιγώτερον δὲ προσωπικῶν· τὸ βῆμα τοῦτο δὲν θέλει κατασταθῆ παίγνιον ἕνεκα ἰδιαιτέρων γνωμῶν τὰς ὁποίας ἔχει περὶ ἰδιαιτέρων σκοπῶν καὶ συμφερόντων. Μετὰ τὸν Κύριον Σαρίπολον ἄλλος πληρεξούσιος ἐκ Σμύρνης, ὁ Κύριος Ἰάλεμος, ὡρίσατο περίστασιν βαρύνουσαν τὸν τράχηλον τοῦ ὑπουργείου, τὴν περίστασιν ὅτι τοῦτο δὲν ὑπεράσπισε τὸν συνάδελφον αὐτοῦ ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν προσβαλλόμενον διὰ τῶν διακοινώσεων.
§126ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§127ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποκρούων τὴν κατὰ τῶν ὑπουργῶν κατηγορίαν, δὲν λέγω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ νὰ παραιτηθῇ τῆς ἐρεύνης ὅτι τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ εἶναι ἄξιον μομφῆς, ἐὰν δὲν ὑπερασπίζῃ ἓν ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ τὸν Κυρίον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν. Ἓν ἔγγραφον, τὸ τελευταῖον μάλιστα, τοῦ Κυρίου Πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, μεταξὺ τῶν ἄλλων παρατηρήσεων, ἀναγομένων εἰς τὴν σχετικὴν τοῦ Σουλιὲ ὑπόθεσιν περιέχει καὶ ἐκείνην, ὅτι ὁ Κύριος Μπότσαρης ἐξελέχθη καὶ αὖθις ὑπουργός. Τὴν παρατήρησιν ταύτην χαρακτηρίζουν ὕβριν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου καὶ ἕνεκα ταύτης αἰτιῶνται τοὺς λοιποὺς Ὑπουργοὺς, ὅτι δὲν ὑπεράσπισαν τὸν συνάδελφον αὐτῶν διελθόντες ἄνευ παρατηρήσεως τὴν περίστασιν ταύτην· ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσω τὴν ἀλληλογραφίαν ἐκείνην, διῆλθον ὅλας τὰς διακοινώσεις καὶ τὰς ἀπαντήσεις καὶ ὅλα τ’ ἄλλα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὸν φάκελλον ἐκεῖνον, ἔγγραφα ὑπερασπίζοντα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ Κυβέρνησις, κατ’ ἐμὲ, πρὶν ἢ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Κύριον Πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας, καλῶς ποιοῦσα, ἐζήτησε νὰ μάθῃ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν κατ’ ἐκείνων τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα προσέβαλον τὸν ἰδιώτην Σουλιὲ, ξένον ὑπήκοον, ὁ δὲ Ὑπουργὸς πέμπει πράξεις ὑποδεεστέρων ὑπαλλήλων, πράξεις ὑπαλλήλων τοῦ Φρουραρχείου, δι’ ὧν βεβαιοῦνται τὰ γεγονότα καὶ συγχρόνως ἀναγγέλλεται ὁποῖα μέτρα ἐλήφθησαν ὡς πρὸς τὴν πρόληψιν περαιτέρω ἀτοπημάτων. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐγένοντο γνωστὰ τῷ Κυρίῳ Πρεσβευτῇ τῆς Γαλλίας, ἐγένοντο γνωστὰ διὰ νὰ μάθῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἔνοχος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ὅμως, ἀφοῦ τοιαῦται διαβεβαιώσεις ἐγένοντο πρὸς τὸ Κύριον Πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀπέκρουσεν ἀξιώσεις, ἀπομακρυσμένας τοῦ δικαίου, πράξασα πᾶν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἡ σιωπὴ αὐτῆς, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἐπὶ μιᾶς παρατηρήσεως τοῦ πρεσβευτοῦ τούτου ὡς πρὸς τὴν ἐκ νέου ἐκλογὴν τοῦ Κυρίου Μπότσαρη, εἶναι ἄρα, νομίζετε, λόγος, ἵνα καταστήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἢ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ἀξίους ἀγχόνης; Ἀναγνώσατε, λέγω, ὅσοι ἐπιθυμεῖτε ἐκ τῶν μὴ ἀναγνόντων, ὡς θέλει ἀναγνώσει καὶ τὸ κοινὸν μετ’ οὐ πολὺ τὰ ἔγγραφα τοῦ Σουλιὲ, ἅτινα ἀπεφασίσατε νὰ δημοσιευθῶσι καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν θέλετε πεισθῆ, ὅτι καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους ὑπεράσπισαν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ἐκείνην τῶν συναδέλφων καὶ τὸ δίκαιον εἰς τὴν ὑπόθεσιν Σουλιὲ ὑπεστήριξαν. Δὲν ἐμβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λόγων, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν παραδοχὴν τῆς πληρωμῆς τῶν χρημάτων, διότι οἱ λόγοι οὗτοι ἀνεπτύχθησαν ἀρκούντως, ἕκαστος δὲ, νομίζω, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει αὑτοῦ δὲν εὑρίσκει, ὅτι ἐπὶ τῶν λόγων τούτων δύναται νὰ στηριχθῇ καὶ βαρεῖα κατηγορία ἐπὶ προδοσίᾳ ἢ ἐπ’ αἰσχύνῃ τῶν Ὑπουργῶν σας, ὡς ἠθέλησεν ὁ πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου ν’ ἀπαιτήσῃ, διότι τὸ ὑπεύθυνον Ὑπουργεῖον, σταθμίζον τὰς περιστάσεις καὶ θεωρῆσαν ἀναπόφευκτον τὴν πληρωμὴν τῶν χρημάτων, ἐζήτησε πίστωσιν, ἣν μετὰ τὴν ἔρευναν τῶν πραγμάτων ἐνέκρινεν ἡ Συνέλευσις. Οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες, μὴ περιορισθέντες εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν κατὰ τῶν ὑπουργῶν κατηγορίαν, ἀνέμιξαν καὶ τὰ Ναυπλιακὰ, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ προβῶ εἰς ἐξηγήσεις, ἐὰν δὲν ἤκουον καὶ ἄλλους μέν, ἀλλὰ καὶ τὸν Κ. Ἰάλεμον ἀναμιγνύοντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τὸν λαὸν, τοὺς κατοίκους Ναυπλίου. Ὁ λαὸς αὐτὸς βεβαίως δὲν ἐνέχεται εἰς καμμίαν τῶν πράξεων ἐκείνων, αἵτινες ἀσχημίζουσι τὴν ἐπανάστασιν, διότι, κατὰ τὸ ἐδικόν μου φρόνημα, ἐπανάστασις σημαίνει τάξις. Ὁ Κύριος Ῥοντίρης μετέβη εἰς Ναύπλιον, ἐξῆλθε τοῦ ἀτμοπλοίου, ἐξενίσθη εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Κυρίου Βάλβη, Προέδρου τῶν Ἐφετῶν, καὶ καθ’ ἣν ὥραν ἔμελλε νὰ κοιμηθῇ, τουτέστι τὴν 11 Μ. Μ. εἰσέρχονται ἄνθρωποι εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Κυρίου Βάλβη, καὶ λέγουσιν εἰς τὸν Κ. Ῥοντίρην, «νὰ φύγῃς, διότι ἡ πόλις δὲν σὲ θέλει». Τίνες νομίζετε, ὅτι ἦσαν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι; ὁ Μοίραρχος κατὰ πρῶτον· τίνες δὲ κατὰ δεύτερον; ὁ Δήμαρχος, καὶ εἷς ξιφηφόρος ἀξιωματικὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς. Δὲν ἠξεύρω, τὶ εἶπεν ὁ Κύριος Ῥοντίρης· δὲν ἠξεύρω τὶ παρετήρησεν ὁ Κύριος Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν, ἤκουσα μόνον, καὶ περὶ τούτου διαβεβαιῶ τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὁ λαὸς κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν ἐκάθευδεν, ὅτι οἱ στρατιῶται ἦσαν εἰς τοὺς στρατῶνας αὐτῶν, οἱ δὲ ἐθνοφύλακες εἰς τὰς οἰκίας των, μέρος δὲ μόνον αὐτῶν περιεπόλει· ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐξηπάτησαν ἐλεεινῶς, εἰπόντες πρὸς αὐτὸ, ὅτι εἰς τὴν ἀπέναντι παραλίαν τοῦ Ναυπλίου τοὺς Μύλους ὑπάρχουσι 50 ἔνοπλοι, οἵτινες προτίθενται νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὴν πόλιν, νὰ ἀνοίξωσι τὰς φυλακὰς καὶ ἑνούμενοι μετὰ τῶν ἐν αὐταῖς νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν λεηλασίαν τῆς πόλεως. Ἠπατήθησαν οἱ περίπολοι, ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω, ἠπατήθησαν· διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ πολίτης Ναυπλιεὺς, ὅστις ν’ ἀντισταθῇ εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ ν’ ἀποπέμψῃ Νομάρχην, ἢ ἄλλον ὑπάλληλον· εἶναι ἀδύνατον, διότι τὴν ἐπιοῦσαν, εἰς τὸ ἄκουσμα ὅτι ἀπέπεμψαν τὸν Νομάρχην, ὁ εἷς ἠρώτα τὸν ἕτερον, ποῖος ἀπέπεμψε τὸν Νομάρχην καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν; Εἶναι ἀδύνατον, διότι ἡ φυσιογνωμία πάντων ἐμαρτύρει τὴν ἀπορίαν τῶν πολιτῶν. Μετὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ Νομάρχου Ζαφειροπούλου ἀνεπλήρου αὐτὸν ὁ γραμματεὺς, ὅστις κατ’ ἐκείνην τὴν νύκτα περιεφέρετο τὰς ὁδούς· ὁ Γραμματεὺς οὗτος ἔπεμψε τὴν πρωΐαν τῆς νυκτὸς ἐκείνης τηλεγράφημα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δι’ οὗ ἀνήγγειλεν αὐτῇ, ὅτι λαὸς, στρατὸς, ἐθνοφυλακὴ ἀποπέμπουσι τὸν Νομάρχην, ἐγνωμοδότει δὲ νὰ ἐπαναφέρωσι τὸν μετατεθέντα Νομάρχην εἰς τὴν θέσιν του —παράστασις, Κύριοι δεινὴ ἥτις ἔφερε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβῃ τὰ σπουδαιότερα μέτρα· διὸ ἀπεστάλη ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ Ἀτμοδρόμονος. Ὁποίας δ’ ὁδηγίας εἶχεν ὁ ἀπεσταλμένος τῆς Κυβερνήσεως, ἀγνοῶ, ἐπίσης ἀγνοῶ τὶ ἐν τῇ συνέσει καὶ τῷ πατριωτισμῷ αὐτοῦ ἠθέλησε νὰ πράξῃ· τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι ἔν τινι προκηρύξει πρὸς τοὺς κατοίκους Ναυπλίας εὐχαριστεῖ αὐτοὺς διὰ τὴν ὑποδοχήν του, διὰ τὴν φρόνησιν καὶ τὴν τάξιν, ἣν ἐτήρησαν, ἀλλ’ οὐδὲν περὶ τῆς ἀποπομπῆς τοῦ Κυρίου Νομάρχου Ῥοντίρη λέγει, ὡσανεὶ ἀπωλέσθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἰς τὰς πανηγύρεις. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἐπανέρχεται εἰς τὴν Πρωτεύουσαν, ἀλλ’ ὁποίας πληροφορίας δίδει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἰς ὁποίας αὕτη προβαίνει ἀποφάσεις, ἐπίσης ἀγνοῶ· ὅ,τι ὅμως ἠξεύρω, καὶ ἀπαντῶ εἰς τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον ἐκ Σμύρνης, εἶναι, ὅτι τὸν Νομάρχην Κ. Ῥοντίρην ἀπέπεμψεν ὁ Μοίραρχος, ὁ Δήμαρχος, καὶ εἷς ἀξιωματικὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς, τοῦ λαοῦ καθεύδοντος. Ἐρωτῶ τὸν Κ. Ἰάλεμον καὶ αὐτὸν τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζουσιν ὅτι παγιοῦται ἡ τάξις ἔν τινι ἔθνει, ὅταν οἱ πολῖται δι’ οἱουσδήποτε λόγους ἀντιτάσσωνται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως; δὲν θέλω διὰ τῶν ἐρωτήσεων τούτων νὰ φθάσω εἰς ἄλλο συμπέρασμα, εἰμὴ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ προβῇ εἰς μέτρα οἱαδήποτε, ὧν τὴν ἐκτέλεσιν ἀνέθηκεν εἰς τὸν ἀπεσταλμένον αὐτῆς, εἶχε καὶ ἔχει πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι οὐδένα περιορισμὸν ἐθέσαμεν εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς, διότι αὐτὴ καὶ μόνη φέρει τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της καὶ τέλος πάντων, διότι ἡ σύνεσις καὶ αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς τάξεως ὑπηγόρευον νὰ πράξῃ τὸ καθ’ ἑαυτήν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι λόγος μομφῆς κατ’ αὐτῆς, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἐσυμφώνει πρὸς ταῦτα ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργός; λέγω, Κύριοι, ἐὰν ὑποτεθῇ, διότι δὲν δύναμαι ν’ ἀνεύρω τὸν χαρακτῆρα τῆς εὐθύτητος εἰς τὸν λόγον τοῦτον τῆς παρατηρήσεως, τὸ μὲν, διότι διὰ στόματος προσέθηκεν ἁπλῶς καὶ ἄνευ ἐξηγήσεως τινὸς, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τῆς μετὰ τῶν συναδέλφων του διαφωνίας, τὸ δὲ, διότι πολλαὶ παρῆλθον ἡμέραι, ἀφ’ ἧς ἐπανῆλθεν ἐκ Ναυπλίου, καθ’ ἃς δὲν φαίνεται, ὅτι ἐθεώρησε σπουδαῖον τὸν λόγον τοῦτον, ἄλλως ὤφειλεν ἔκτοτε νὰ φέρῃ τὴν παραίτησίν του· ἀλλ’ ἡ τακτικὴ αὕτη ἔχει τὴν ἐξήγησιν αὐτῆς. Διατελῶν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὸ τὸ βάρος διαφόρων ἐπερωτήσεων, ἐνόησε νὰ ὑπεκφύγῃ τὴν δυσχέρειαν αὐτῶν διὰ παραιτήσεως ἐγγράφου, στηριζομένης ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνου λόγου, γοητευτικοῦ μὲν κατ’ ὄψιν, ἀτυχοῦς δὲ κατὰ βάθος· ἀλλ’ ὁ προφορικὸς τῆς παραιτήσεως λόγος δὲν εἶναι εὐτυχέστερος τοῦ γραπτοῦ, διότι ἀρκεῖ τις νὰ ὑπενθυμίσῃ τῷ Κ. ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ εἰς Ναύπλιον μετάβασίς του δὲν εἶχε περιοδείας σκοπὸν, ἀλλὰ Κυβερνητικὰς ἀνάγκας. Τὸ προηγούμενον τοῦτο τῶν Ναυπλιακῶν ἔφερε τὴν δευτέραν ἀποπομπὴν τοῦ νέου Νομάρχου. Καὶ ἦτο, Κύριοι, ἑπόμενον τοῦτο· ἀνεγνώσατε ἴσως τὴν προκήρυξιν τοῦ προσωρινοῦ Νομάρχου, τὸν ὁποῖον καθίδρυσεν ὁ Κ. Μπότσαρης εἰς Ναύπλιον· ἡ προκήρυξις ἐκείνη δὲν ἥρμοζεν εἰς ὑπάλληλον τῆς Κυβερνήσεως, διότι κατὰ τὴν φράσιν, ἥτις ἐμπεριείχετο εἰς τὴν διακήρυξιν ἐκείνην, δὲν ἀνεγνώριζεν αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διώρισεν αὐτὸν, ἀλλὰ μόνον ὀχλοκρατικήν τινα δύναμιν, ἧς ἐπεζήτει τὴν ἔγκρισιν· δὲν ἠξεύρω ποῖος ἀναδέχεται τὴν μεγάλην εὐθύνην, ὑπουργὸς ὢν, νὰ μὴ θέλῃ νὰ σκεφθῇ περὶ Νομάρχου τοιούτου, ὅστις οὕτω πως σκέπτεται περὶ Κυβερνήσεως. Ἐσκέφθη λοιπὸν αὕτη καὶ προέβη εἰς τὸ μέτρον νὰ πέμψῃ ἄνδρα συνετὸν, τὸν Κύριον Θεαγένην πληρεξούσιον Θηβῶν, τοῦ ὁποίου ἡ φρόνησις εἶναι ἀποδεδειγμένη. Τὶ δὲ συνέβη καὶ εἰς αὐτόν; παρέστη ὁ λαός; παρέστη ἡ ἐθνοφυλακὴ εἰποῦσα εἰς αὐτὸν «δὲν σὲ θέλει ἡ πόλις;» ἤθελον τὸ παραδεχθῆ πρὸς στιγμὴν, καὶ ἤθελον μείνει εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ἴσως εἶχον λόγους, καὶ λόγους ἰσχυροὺς νὰ μὴ θέλωσι νὰ δεχθῶσι τὸν Νομάρχην. Ἀλλ’ ἀκούσατε, Κύριοι! ἓξ ἄνθρωποι ἐμβαίνουν εἰς μίαν λέμβον καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι εἷς κρεωπώλης, εἷς ἕτερος Μόρος καλούμενος καταδεδικασμένος εἰς πολυετῆ δεσμὰ, ἀπολυθεὶς δὲ, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι, κατὰ τὴν Φεβρουαρινὴν ἐπανάστασιν, ὁ Μόρος αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἐκρεούργησε μετ’ ἄλλων ἐν Ναυπλίῳ τὸν Ζαχαροπλάστην, τὰ δὲ μέλη τοῦ σώματος ἔκρυψεν εἰς τὰ ὑπὸ τὸ Παλαμίδιον σπήλαια· αὐτὸς καὶ οἱ λοιποὶ ἐμβαίνουν εἰς λέμβον, ῥίπτουν τουφεκισμοὺς, προσέρχονται εἰς τὸ ἀτμόπλοιον, ἀνέρχονται εἰς αὐτὸ καὶ λέγουν εἰς τὸν Κύριον Θεαγένην «εἴμεθα ἐπιτροπὴ τοῦ λαοῦ, διὰ τοῦτο σᾶς λέγομεν ἐν ὀνόματι αὐτοῦ τοῦ λαοῦ νὰ μὴν ἐξέλθητε, διότι δὲν σᾶς δέχεται·» τὰ δὲ πράγματα τοῦ Κυρίου Θεαγένους φθασμένα ἤδη εἰς τὴν παραλίαν ἀποπέμπουσιν ἐπίσης. Ὁ Κ. Θεαγένης ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἐρωτήσῃ καὶ τὰς ἀρχὰς, ἐκάλεσε τὸν Κύριον ἀντιμοίραρχον (ἀπόντος τοῦ μοιράρχου) καὶ τὸν Φρούραρχον εἰς τὸ Ἀτμόπλοιον· τὶ εἶπε μετ’ αὐτῶν βεβαίως μοὶ εἶναι ἄδηλον, ἠξεύρω ὅμως, ὅτι ἀφοῦ ἐπέστρεψαν αἱ ἀρχαὶ αὐταὶ εἰς τὴν πόλιν, ὁ Κύριος Νομάρχης ἐπέβη εἰς λέμβον καὶ μετέβη εἰς Μύλους καὶ ἤδη διαμένει εἰς Ἄργος. Τὶ μέρος ἔλαβον αἱ ἀρχαὶ, καὶ τὶ μέρος ὁ λαὸς διατελῶν ὑπὸ κατάστασιν ἔκτακτον, δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ τὰς ......... φράσεις, τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται αἱ ἐκ Ναυπλίου ἐπιστολαί· τί μέρος ἔλαβον εἰς αὐτὰ αἱ ἀρχαὶ, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἀλλ’ ὁποιονδήποτε μέρος καὶ ἂν ἔλαβον, δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἐρχόμενον εἰς τὴν Συνέλευσιν, πρέπει νὰ μείνῃ ἀκανόνιστον, ἢ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὁρίσῃ ἡ Συνέλευσις τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ περιστρέφωνται αἱ εὐχαὶ καὶ αἱ θελήσεις ἑνὸς λαοῦ, δὲν ἠξεύρω ἂν δὲν ὀφείλει ἡ Συνέλευσις νὰ πράξῃ τοῦτο, σήμερον μάλιστα ὅτε δὲν ἔπαυσαν αἱ ἰδέαι, ὅτι εἰς τὸ ἓν καὶ εἰς τὸ ἄλλο μέρος ὑπάρχουσι σπέρματα διαταράξεως τῆς κοινῆς ἡσυχίας. Ὁ Κύριος πληρεξούσιος ἐκ Σμύρνης σᾶς λέγει ὅτι παρόμοια συμβάντα ὑπάρχουσι καὶ ἀλλαχοῦ· δὲν φρονεῖτε ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰς παρεκτροπὰς ταύτας; βεβαίως τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς Συνελεύσεως. Δι’ ἐμὲ, Κύριοι, διὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν, καὶ δι’ ἐκείνην τῶν φίλων, τοὺς ὁποίους ἔχω, εἶναι ἀδιάφορον, τίς εἶναι ἢ τίς ἔσεται ὁ Νομάρχης, διότι ἔχω τὴν σταθερὰν πεποίθησιν ὅτι ἡ πατρὶς καὶ τὰ πράγματα αὐτῆς θέλουσιν ἀποκατασταθῆ ἐντὸς ὀλίγου· ἂν τοὐναντίον, ὅπερ ἀπεύχομαι, θέλει εὑρεθῆ μικρὰ γωνία γῆς ἵνα καὶ ἐγὼ καὶ ἐκεῖνοι ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν Νόμων βιώσωμεν.
§128ΚΑΛΟΣ. Ἔχω τηλεγράφημα νὰ σᾶς ἀναγνώσω διὰ νὰ σᾶς ὁδηγήσω εἰς τὰς σκέψεις σας· (ἀναγινώσκει δὲ τηλεγράφημα, δι’ οὗ ζητοῦσιν αἱ Στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ ὁδηγίας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὶ μέρος νὰ λάβῃ ὁ στρατὸς εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν.)
§129ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐρωτήσω ποῖα εἰσὶ τὰ τηλεγραφοῦντα πρόσωπα καὶ ὁποίας διαταγὰς ἔδωκε πρὸς τὰς Στρατιωτικὰς ἀρχὰς ὁ Κύριος ὑπουργὸς, ἐρωτώμενος ὑπ’ αὐτῶν περὶ τοῦ πρακτέου· πλὴν δὲν μοὶ ἀπαντῶσιν, ἑπομένως περαίνω τὸν λόγον μου, διότι καὶ ἄλλοι κατόπιν μου θέλουσι σᾶς δώσει πληροφορίας καὶ ὅλα ταῦτα θέλουν θέσει ὑμᾶς εἰς θέσιν νὰ κρίνητε. Προσθέτω μόνον καὶ ἀποκρούω τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Ναυπλίου, ὅστις πάντοτε προσήνεγκεν εἰς τὴν πατρίδα πᾶσαν θυσίαν καὶ δύναται νὰ ἐγκαυχᾶται διὰ τοῦτο, ὅτι ὁ λαὸς οὗτος εἶναι ἔνοχος τῶν πράξεων ἐκείνων. Σᾶς λέγω ἀδιστάκτως μετὰ πεποιθήσεως ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος εἰς οὐδεμίαν περίστασιν δὲν θέλει ἔλθει εἰς τὸ στάδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς σᾶς ὑπέδειξε· θέλει ἔχει τὴν ὑπομονὴν ἕως οὗ παρέλθῃ ἡ ὀργὴ Κυρίου, πλὴν οὐδέποτε θέλει ἐπιτρέψει, θυσιάζων ἐν ἀνάγκῃ καὶ περιουσίαν καὶ ὕπαρξιν, ἵνα μεταβληθῇ ὁ περικλεὴς ἐκεῖνος τόπος του εἰς Βανδέαν. Ὁ Κύριος Σαρίπολος ἀναβαίνει ἐπὶ τοῦ βήματος.
§130Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπικαλεσθῇς τὸν νόμον; (ἀναβαίνει καὶ οὗτος ἐπὶ τοῦ βήματος).
§131ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι μοῦ ἀφαιρεῖται ὁ λόγος· καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν γνωμοδότησιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ὑπὲρ τοῦ Γάλλου Κυρίου Βὰρς κατὰ τῆς αὐθαιρέτου κατακρατήσεως πολίτου Γάλλου, ἣν ἔκαμεν ὁ Κύριος Βουρὲ, καὶ ὁ βουλόμενος ἂς τὴν ἐξελέγξῃ.
§132ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι ἡ σειρά σου, κάτω, κάτω· ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά σου, ὁμιλεῖς· (καταβαίνει τοῦ βήματος ὁ Κύριος Σαρίπολος).
§133ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, οὐδέποτε ὑπῆρξα συμμέτοχος τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν φρονημάτων τοῦ Κυρίου Σαριπόλου· φιλίαν μετ’ αὐτοῦ ἔχω, ὅσην ἔχετε καὶ σεῖς πολιτικῶς οὐδέποτε συνεδέθην μετ’ αὐτοῦ, ἔπεται κατὰ συνέπειαν, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔφερε σήμερον ἐδῶ, εἶναι ἔργον τῆς ἰδίας θελήσεώς του. Λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διατὶ σήμερον νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τόσον πικρὰ ἐγένησε παράπονα καὶ Πληρεξουσίων καὶ Ἔθνους.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι, τὸν ἀγορεύοντα.
§135ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θέλω ἐκφρασθῆ, Κύριοι, τὰς ἰδέας μου· βλέπω δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ συνομιλίας καὶ συνδιαλέξεις· ἴσως αὗται τείνουσι νὰ μὲ διακόψωσι καὶ νὰ μὲ συγχύσωσιν.
§136ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§137ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μετὰ γενναιότητος ἴσης πρὸς ἐκείνην, μὲ τὴν ὁποίαν συζητοῦσιν ἄλλοι, ἔχω πεποίθησιν νὰ ἐκφράζω ἐλευθέρως τὸ φρόνημά μου καὶ εἰς τοὺς ἀκούοντας καὶ μὴ ἀκούοντας, διότι νομίζω, ὅτι, ἀπαγγέλλων τις τὸ φρόνημά του ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ ἀπαγγέλλει διὰ νὰ τὸ ἀκούσῃ καὶ ὁ ἔξω κόσμος, καὶ τὸ ἀκροατήριον καὶ ἡ Συνέλευσις, καὶ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον. Δὲν ἐπεθύμουν, Κύριοι, ζήτημα ἐμπιστοσύνης κατὰ τοῦ ὑπουργείου νὰ φέρῃ ἡ ἐξωτερικὴ ὑπόθεσις, διότι ἄλλα κατόπιν ζητήματα ἐσωτερικὰ ἰσχυρὰ δύνανται νὰ προκαλέσωσιν αὐτὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τὸ ζήτημα· ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως ὑπερίσχυσε καὶ ἦλθε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν διὰ τῶν διακοινώσεών του εἷς Πρέσβυς μεγάλου Ἔθνους ἀπέτεινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν μομφὴν ἰδίως, τὴν ὁποίαν ἡ διακοίνωσις τοῦ Πρέσβεως ἐκείνου ἀπηύθυνε καθ’ ἑνὸς μέλους σεβαστοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς οὐδὲν ἄλλο κατὰ τὴν κρίσιν μου συνέτεινε, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ ὑποστηρίξαντες ὑπουργοὶ τὴν πρότασιν ταύτην ὑπεστήριξαν τὴν καταδίκην των. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Βάλτου ἀπὸ τοῦ βήματος ἤλεγξε τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, λέγων· ὅτι, ἐὰν ᾐσθάνετο τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν γενομένην προσβολὴν εἰς τὸ Ἔθνος, ὤφειλε τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐσυζητοῦμεν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του· ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι τότε, ἂν οὕτως ἔπραττε, δὲν ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι ἔρχεται κατανοῶν τὴν ἰδέαν τοῦ πατριωτισμοῦ του, οὔτε τῆς πληγῆς τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται εἰς τὴν καρδίαν του, ἀλλ’ ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ἀντίθετον γνώμην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφαίνετο συντεταγμένος, ἡ πρᾶξις αὕτη ἤθελεν εἶσθαι ἀγενεστάτη. Λέγω, Κύριοι, καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ παραίτησις, τὴν ὁποίαν σήμερον ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔχει τὴν συνέπειαν τῆς ὀφειλομένης ἁβροφροσύνης πρὸς τοὺς συναδέλφους του. Καὶ πῶς θέλετε, Κύριοι, τόσον ταχέως νὰ διέλθῃ ἀπὸ τὴν ἰδέαν μας, νὰ σηκωθῇ ἀπὸ τὴν καρδίαν μας τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἐπροξένησεν ὁ ἔλεγχος κατὰ τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας; Προέρχεται μία Ἀρχὴ εὐνομουμένου κράτους, ἀληθῶς μεγάλου, ἥτις λέγει εἰς ἡμᾶς ὅλους συνηγμένους ἐδῶ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη σας δὲν ὑφίσταται, ὅτι δὲν ἐμπιστεύομαι τὴν τύχην τῶν ὑπηκόων μου εἰς τὴν δικαιοσύνην σας, κατὰ συνέπειαν αἴρω τὰς ἀπαιτήσεις μου ἀπὸ τὰ δικαστήριά σας, καὶ τὰς ἀνάγω εἰς τὴν πολιτικὴν διαδικασίαν τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ὑπεροχῆς· καὶ θέλετε, Κύριοι, τοῦτο, νὰ μὴ μᾶς ἀφήσῃ ἴχνη ἀνεξάληπτα θλίψεως!
§138ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Λοιπὸν ἡμεῖς δὲν πονοῦμεν;
§139ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ὁμιλῶ δι’ ἐσᾶς, ἀλλὰ διὰ τὸν ἑαυτόν μου καὶ ἰδίως πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶπεν, «ἐὰν ἐπιμένετε νὰ σᾶς δώσωμεν τὰ χαρτοφυλάκια, ἔλθετε εἰς τὴν ἀρχὴν, εἰς τὴν ὁποίαν εὐχαριστεῖσθε.» Δὲν θαυμάζω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν νίκην της, διότι ὑπῆρξε Καδμεία· ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἔλειπεν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἐὰν δὲν ἐψηφοφόρουν ὑπὲρ τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξαν αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ, πλειονοψηφίαν βεβαίως δὲν θὰ εἶχον ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ ψῆφος τοῦ ὑποδίκου, Κύριοι, ἔλυσε τὸ ζήτημα (χειροκροτήματα). Ὁ λόγος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐμπεριεῖχε τόσα πολλὰ, τὰ ὁποῖα νομίζω καθῆκόν μου νὰ παραλείψω, διότι τὰ συνεκέντρωσα, τὰ ἐμελέτησα, καὶ οὐδὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξαγάγω, εἰμὴ ὅτι ἠθέλησεν ὑπὸ τὸ πομπῶδες τῆς ῥητορικῆς σχῆμα νὰ καλύψῃ τὰς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργ. Συμβουλίου, ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα· προχθὲς λαλῶν, εἶπον, ὅτι ἤθελον ταχθῆ ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου, ὅτι ἤθελον καταβάλει ὅ,τι ἠδυνάμην διὰ λόγου καὶ δι’ ἔργου ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐὰν ἔμενε σταθερὸν εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἐξ ἀρχῆς ἔθεσε· καὶ τί σᾶς εἶπεν ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν στροφήν του; Ἐνθυμηθῆτε, σᾶς εἶπεν, ὅτι εἴχομεν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦ Βασιλέως, ὅτι τὰ θεμέλια τῆς πατρίδος ἐσείοντο, ὅτε μία ἰσχυρὰ Δύναμις ἤρχετο καθ’ ἡμῶν μὲ ἀπαιτήσεις, ἔπρεπε κατὰ συνέπειαν νὰ ἤμεθα προφυλακτικοί. Καὶ διατί δὲν ἐμετρούσατε ἀπ’ ἀρχῆς, Κ. ὑπουργὲ, μὲ τὴν πολιτικὴν στάθμην αὐτὸ τὸ ζήτημα; Διατί δὲν ἐπεστήσατε διόλου ἀπ’ ἀρχῆς τὴν προσοχήν σας νὰ τὸ λύσητε, ἵνα οἰκονομήσητε καὶ τὰ χρήματα καὶ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος ἐγκαίρως; Ἐὰν ἐνομίσατε, ὅτι εἴχατε τόσας δυνάμεις νὰ ἀποκρούσητε μίαν ἀπαίτησιν, διατί δὲν ἐστάθητε στερεὸς εἰς τὴν ἰδέαν σας; Παράπονον ἠγέρθη, ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐλάλει, διατὶ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἐγένετο ἀπ’ ἀρχῆς γνωστὸν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐνθυμεῖσθε τί ἀπήντησε; «Καὶ δὲν ἠθέλατε μᾶς ἐκδιώξει ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην, λέγοντές μας, ὅτι εἶσθε ὑπουργοὶ ἀνάξιοι συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπ’ ἀρχῆς τὸ ἐφέραμεν ἐνώπιόν σας;» Καὶ δὲν εὑρισκόμεθα, Κύριοι, εἰς τὴν θέσιν νὰ σᾶς εἴπωμεν καὶ σήμερον ἀκόμη, ἐξέλθετε, διότι ὡς συνταγματικοὶ Ὑπουργοὶ κακῶς διεξηγάγετε τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς πατρίδος; Ἡ μορφή σας δὲν μεταβάλλεται ἀπὸ τὴν στιγμὴν τοῦ χρόνου, εἶσθε πάντοτε ὑπεύθυνοι ἀπέναντι τῆς Συνελεύσεως διὰ τὰς πράξεις σας, διὰ τοὺς στοχασμούς σας, ὑπεύθυνοι διὰ τοὺς κακοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ἐνεργειῶν σας. Ἐνθυμηθῆτε, Κύριοι, ὅτι πρὸ μικροῦ ἀπὸ πολλὰ μέρη τῆς Συνελεύσεως ἠγέρθησαν φωναὶ, λέγουσαι, ὅτι ὅλοι ὑπηρετήσαμεν τὸ παρελθὸν, ὅτι αἱ φερόμεναι ἐκ δεξιῶν πρὸς ἀριστερὰ καὶ τ’ ἀνάπαλιν τοιαῦται ἐκφράσεις τείνουσι νὰ μᾶς καταδικάσωσιν ὅλους. Δὲν ἔρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτῶν τῶν ἐκφράσεων, διότι τότε θὰ περιέλθουν εἰς τὰ πρόσωπα ἐκ τῶν ὁποίων ἐξῆλθον, καὶ θέλω νὰ θέσω τὸ ζήτημα γενικόν. Ναί, Κύριοι, ὅλοι πραγματικῶς ὑπηρετήσαμεν τὸ παρελθὸν, αὐτὸς ὁ πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὰς Πάτρας ἔσυρε τὸ ἅρμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκάθησεν ὁ Ὄθων· καὶ νομίζετε ὅτι διὰ τοῦτο δύναται νὰ ὑψώσῃ τις φωνὴν καὶ νὰ τὸν κατακρίνῃ; πρέπει σήμερον, ὅτε ὁμοθυμαδὸν ἐγερθέντες ἐδιώξαμεν αὐτὸ, νὰ τὸ ἀναστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐδημιουργήσαμεν; Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Ναυπλίου, τῆς πολυστενάκτου ἐκείνης πόλεως, τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὅστις κατέστρεψε καὶ αἷμα καὶ ζωὴν, καὶ περιουσίαν, καὶ ἡσυχίαν, ὅτε ἡμεῖς, οἱ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἐντελῶς ἀνεπαυόμεθα ἐδῶ· δὲν ἤμην τότε ἐπαναστάτης· ἐκαθήμην ἥσυχος εἰς τὴν οἰκίαν μου· καὶ νομίζετε ὅτι ἡ πόλις αὐτὴ, ἥτις τόσον ἀφθόνως ἐδαπάνησε τὸ αἷμά της, ὅτι ἡ πόλις αὐτὴ, ἥτις ἀφθόνως ἔδωκε τὰ μέσα της, ὅτι ἡ πόλις αὐτὴ, ἥτις ὑπέφερεν ὅλας τὰς στενοχωρίας μιᾶς στρατιωτικῆς πολιορκίας, ὀφείλει νὰ κύψῃ τὸν αὐχένα ἐνώπιον τοῦ ἐπονειδίστου νεπωτισμοῦ, ὅστις ἀνεγείρεται σήμερον ἐδῶ; Ὁ πρὸ ἐμοῦ λαλήσας ἐκ τοῦ βήματος τούτου σᾶς ἀνέφερε ὅτι δύο τρία πρόσωπα, φαῦλοι ἄνθρωποι, μετέβησαν εἰς τὸ ἀτμοκίνητον, καὶ διέταξαν τὸν νομάρχην ν’ ἀπέλθῃ ἐκ Ναυπλίας· νομίζετε ὅτι ἐπαινεῖ τὸν ἀρειμάνιον λαὸν τῆς Ναυπλίας, ὅστις φέρει εἰς τοὺς κόλπους 1000 γενναίους ἐθνοφύλακας; νομίζετε ὅτι ἐπαινεῖ τὸν στρατὸν, ὅστις ὑπάρχει ἐκεῖ; οὐχὶ, εὑρίσκεται εἰς τὸ ἀντίθετον σημεῖον, τὸν κατηγορεῖ· δὲν πιστεύω εἰς τόσον γενναῖος λαὸς, ἐπιβλεπόμενος ἀπὸ στρατὸν ἐπίσης γενναῖον, ὅτι ἤθελεν ἀνεχθῆ τρεῖς φαύλους ἀνθρώπους νὰ διώξωσι πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἡ ἐξουσία ἔστειλε νὰ τοὺς διοικήσῃ, καὶ αὐτοὶ νὰ στέκωνται ἁπλοῖ θεαταί! Δυσκολεύομαι νὰ τὸ πιστεύσω, μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν προλαλήσαντα. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι καιρὸς νὰ σταματήσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως, τὸ ὁποῖον ἤρχισε ν’ ἀναφαίνεται ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ. Ποῦ ἠκούσθη, Κύριοι, Δήμαρχοι νὰ παύωνται, τοὺς ὁποίους ἀνέδειξεν ὁ λαὸς, καὶ νὰ ἔρχωνται Δήμαρχοι, τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς κατέλυσεν; Ἐχάσαμεν, Κύριοι, ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῆς τῆς Νομοτελεστικῆς ἐξουσίας τὴν ἀνεξαρτησίαν μας. Δήμαρχος, χωρὶς νὰ φέρεται κατ’ αὐτοῦ κατηγορία, χωρὶς νὰ δικασθῇ, νὰ ῥίπτεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, ὡς ἐὰν ἦτο ἁπλοῦς ὑπάλληλος! Εἰς τὸν τόπον λοιπὸν ἐκεῖνον, ὅπου καθιεροῦται τοιαύτη παράδοξος ἀρχὴ, νομίζετε ὅτι ὑπάρχει πλέον ἐλευθερία; Εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, εἰς ὃν μία ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ, ὅπως θέλει, τοὺς Νόμους, νομίζετε ὅτι δὲν ἔρχεται νὰ καταπνίξῃ καὶ νὰ καταστρέψῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ λαοῦ; Μετ’ οὐ πολὺ, ἄλλοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θὰ σᾶς φέρουν γραπτὰς ἀποδείξεις αὐτῶν τῶν πράξεων· καὶ ἂν νομίζετε, ὅτι τὴν τύχην τῆς πατρίδος πρέπει νὰ τὴν παραδώσητε εἰς χεῖρας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ ἐπαναφέρουν τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως, τὸ καταδικασμένον ὑπὸ τῆ ἐπαναστάσεως, τότε δόσατέ το, καὶ ἴσως φέρει τὸ ἔθνος τὴν ἐτυμηγορίαν του καὶ καθ’ ὑμῶν αὐτῶν. Δὲν εἶναι, Κ. Μιχαλόπουλε, αὐτοὶ οἱ τρεῖς κακοῦργοι, τοὺς ὁποίους ὠνόμασες ἀπὸ τοῦ βήματος, οἱ ἐκδιώξαντες τὸν Νομάρχην· εἶναι ἡ πιεζομένη ψυχὴ ἐκείνης τῆς πόλεως, διότι θεωρῶ, ὅτι μία ψυχὴ εἰς μυρία σώματα κατοικεῖ ἐκεῖ· ἡ πιεζομένη ψυχὴ, λέγω, ἥτις ἀνεπέτασε τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας, καὶ τὴν ὁποίαν ἔρχεται σήμερον ἡ ἐξουσία νὰ τὴν ἁρπάσῃ, καὶ τὴν τσαλαπατήσῃ ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν της.
§140ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε.
§141ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ νὰ ἐνισχύσῃ ἐσᾶς, ὅστις εἶσθε συγγενὴς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν.
§142ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ἦλθε πρώτην φορὰν εἰς τὴν πολιτικὴν, σεῖς....
§143ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἦλθα εὐτυχῶς σήμερον.
§144ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὁ ἄνθρωπος τοῦ 40, ὅστις δὲν ὑπηρέτησα οὐδέποτε εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην συστάσεως οὐδενὸς (θόρυβος). Λέγω, καὶ θὰ σᾶς δείξωμεν μὲ ποίους ἐπολέμησε τὸ Ναύπλιον.
§145ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ τὸ ἐπολέμησα, ἀλλ’ ἀνεκάλεσα τὰς ἀρχάς μου.
§146ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τοὺς ἄλλους.
§147ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς σέβομαι ὅσον σᾶς πρέπει (θόρυβος). Δύνασαι νὰ κατακρίνῃς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σοῦ ἔδωκαν τὸν λόγον νὰ σὲ ὑποστηρίξουν, καὶ σὲ ἐγκατέλιπον.
§148ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Προτείνω νὰ στείλωμεν εἰς τὸν Ὄθωνα νὰ μᾶς στείλῃ ὑπόμνημα τοῦ βίου ἑκάστου.
§149ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, Κ. Βαλτινέ· καὶ πρέπει ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα διὰ νὰ φανῇ ἡ εἰκὼν ἑκάστου, ἔχω αὐτὸ τὸ θάῤῥος, σεῖς ὅμως τὸ ἀπεκρούσατε.
§150ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸ θέμα.
§151ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθουν εἰς τὸ βῆμα, θὰ μοὶ εἴπωσιν, ὅτι ἐπολέμησα τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ναυπλίου. Ἐκεῖνοι ὅμως δὲν εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ τὴν βοηθήσουν, ἀλλ’ ἐκρύπτοντο εἰς τὰ ὑπόγεια.
§152ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὀλιγώτερον ἀξιοκατάκριτοι ἀπὸ τοὺς πολεμήσαντας αὐτήν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
§154ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν Κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα κεῖται ἐδῶ, καὶ σπεύσατε νὰ τὸ λύσητε, διότι θὰ σᾶς τυραννῇ ἐν ὅλη σας τῇ ζωῇ ὡς φάσμα καταχθόνιον ἐρχόμενον ἐνώπιόν σας. Αὐτὴ ἡ παρελθοῦσα πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος κατεδίκασε, δὲν ἐτόλμα μὲ τόσην αὐθάδειαν νὰ ἐπιπίπτῃ κατὰ Δημάρχων. Τοὺς ἔῤῥιπτεν εἰς τὰ δικαστήρια, ἢ τοὺς ἐπροστάτευε παρανόμως. Ἀπορῶ, Κύριοι, διατὶ ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ναυπλίας, ὅστις μὲ τόσην περιφρόνησιν ἔῤῥιψε τὰ βέλη του ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐσταμάτησαν τὴν πορείαν τοῦ Νομάρχου, διατὶ, λέγω, ὅταν ὁ λαὸς καὶ ὁ στρατὸς δὲν ἐνήργησε κατ’ αὐτῶν τῶν τριῶν κακούργων, δὲν μετέβαινεν εἰς τὴν ἑστίαν τῆς γεννήσεώς του καὶ τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων νὰ ὑποστηρίξῃ μετὰ τοῦ λαοῦ αὐτὸς τὸν Νομάρχην; ἀλλ’ ἠξεύρετε, Κύριοι, δὲν ἐπρόκειτο περὶ Νομάρχου, ἀλλ’ ἡ ἀποστολὴ τοῦ Νομάρχου ἀντικείμενον εἶχε νὰ καταστρέψῃ πᾶσαν δημοσίαν ὑπόληψιν, ἥτις ἀνεφύη μετὰ τὴν ἐπανάστασιν, πρόσωπα, τὰ ὁποῖα τινὲς θεωροῦν μικρὰ, διότι ἐξέρχονται ἀπὸ τὰ κάτω στρώματα, ὡς ἐὰν αὐτοὶ οἱ κατ’ αὐτῶν ἐνεργοῦντες ἐγεννήθησαν ὑπὸ τοῦ Διός· ἀδιάφορον, αὐτοὶ ἀπολαμβάνουσι σήμερον τὴν ὑπόληψιν αὐτῆς τῆς πόλεως. Παρομοίως ἴσως παρατράγωδα θέλετε ἀπαντήσει εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους· προσέξατε, διότι τὰ παραδείγματα αὐτὰ θ’ ἀφήσουν τὸ ἔθνος εἰς μίαν ἀπροσδόκητον ταραχὴν καὶ ἀκαταστασίαν, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὅλοι καραδοκοῦν τὴν στιγμὴν τοῦ νὰ λάβουν τὴν εὐχάριστον εἴδησιν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν πατρικὴν του ἑστίαν, καὶ ἔρχεται νὰ καθήσῃ εἰς τὰ ἀνάκτορα τῆς πατρίδος του. Προσέξατε, ἀκόμη τὸ ζήτημα καί τοι ὑποτιθέμενον ὡς λελυμένον, ἔχει ὅμως ἀκόμη σημεῖα τινὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ τὸ δυσκολεύσουν.
§155ΠΟΛΛΟΙ. Τίποτε, τίποτε.
§156ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα μετὰ θάῤῥους· ἐγὼ λέγω τὴν ἀλήθειαν. Ἐὰν, Κύριοι, αἱ ἐπαρχίαι λυμαίνωνται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ φατριασμοῦ, ἐὰν τὸ πνεῦμα τοῦ φατριασμοῦ τὰς διετάραξε καὶ τὰς ἔφερεν εἰς κατάστασιν ἀνώμαλον, θέλετε κλαύσει διὰ τὰ μετὰ ταῦτα συμβάντα, θέλετε κλαύσει, Κύριοι, ἂν καὶ δὲν τὸ περιμένετε, εὔχομαι ὅμως ὁ Θεὸς νὰ μὴ σᾶς δώσῃ αὐτὴν τὴν εὐχαρίστησιν, νὰ ἴδητε κατὰ δυστυχίαν, ὅτι ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ κατάστασις. Ἄ, Κύριοι, ἤλεγξαν μερικοὺς ἐξ ἡμῶν ἢ μᾶλλον τὴν μειονοψηφίαν, ἥτις κατεψήφισεν εἰς τὸ προχθεσινὸν ζήτημα, μᾶς ἤλεγξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγοντες, ὅτι τὸ ὑπουργικὸν ζήτημα ἀναγεννώμενον ταύτην τὴν στιγμὴν, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον προδίδει τὰς ἰδέας μας, τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας δῆθεν ἔχομεν νὰ εἰσπηδήσωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἤλεγξαν πρὸ πάντων τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον τοῦ Πανεπιστημίου, διότι ἔθεσεν ὡς ἰδέαν ἐμπιστοσύνης τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, καὶ εἶπαν κατακρίνοντές μας, ὅτι ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις ἐπ’ αὐτοῦ ἀπεφάσισεν, ἀλλοῦ πρέπει νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας. Μὴ λησμονήσητε ὅμως, ὅτι ὁ σήμερον ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξεσφενδόνισε πολλὰς καὶ πικρὰς ἐπιτιμήσεις κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βάλβη, μολαταῦτα οὐδὲ κἂν διῆλθεν εἰς τὸν νοῦν μας, ὅτι ἐσκόπευε νὰ εἰσπηδήσῃ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ, ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ τὴν προσωπικήν μας ἀξίαν, ὡς ἡμεῖς ἐξετιμήσαμεν τὴν ἀξίαν του, διότι ἄλλως ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἡμεῖς ὕστερον νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἀληθῶς αὐτὴν τὴν σκέψιν εἶχε τότε, καὶ τὰ μετὰ ταῦτα ἀπέδειξαν, ὅτι αὐτὸ ἐζήτει. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπερασπιζόμενος τὰς πράξεις τοῦ ὑπουργείου σᾶς εἶπεν, ὅτι μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ ἀκριβείας ἡ Κυβέρνησις βαδίζουσα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ Βασιλέως, ἦλθεν αἴφνης ἀπέναντί της ἡ αἴτησις τότε, καὶ ὅτι ὀφείλομεν μετὰ προσοχῆς νὰ συζητῶμεν τὰ ἀντικείμενα καὶ μᾶλλον ν’ ἀποβάλλωμεν μέρος τῆς ἀξίας ἡμῶν διὰ νὰ διευθετήσωμεν καὶ λύσωμεν αὐτὸ τὸ σπουδαῖον ζήτημα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς μελλούσης τύχης τῆς πατρίδος μας. Αἲ λοιπὸν, Κύριοι ὑπουργοὶ, καὶ ἂν σήμερον συνενωθῆτε εἰς ἓν, καὶ ἂν σήμερον ἀποφασίσητε νὰ διατάξητε τοὺς στρατούς σας ν’ ἀπέλθωσι κατὰ τῆς πόλεως Ναυπλίας, τὴν ὁποίαν πιθανῶς νὰ παρεκτραπῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὠθήσῃ πέραν τῶν ἐλπίδων τοῦ ἔθνους, νομίζετε, ὅτι τότε δὲν δυσχεραίνετε αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνηγορεῖτε; νομίζετε, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδώκατε τὴν ἐμπιστοσύνην σας, δὲν ἔπρεπε νὰ λύσῃ, ὡς ἔλυσε, τὸ ζήτημα; καὶ διατί, ὅταν ἐπέστρεψεν αὐτὸς, εἷς ἄλλος ἐξ ὑμῶν δὲν ἀνέλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ τὸ λύσῃ διαφορετικῶς; διὰ ταῦτα καταγγέλλετε ἐκεῖνον τὸν ἄνδρα τῆς ἐπαναστάσεως, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθητε μόνον εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν, ἵνα ἐκμεταλλευθῆτε τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν χαίρει εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην, καὶ ὅταν αἱ πράξεις του δὲν ἤρεσκον εἰς ὑμᾶς, τὰς ἐσχίσατε καὶ τὰς ἐῤῥίψατε προπηλατικῶς, διότι δὲν ἐσυμβιβάσθησαν μὲ τοὺς σκοποὺς ὑμῶν καὶ μὲ τὰ συμφέροντα ἴσως, τὰ ὁποῖα πρὸς τοῦτο ἔχετε, διότι ἡ τάξις ἐπανῆλθε, διότι ὁ νομάρχης ἐγκαθιδρύθη! Καὶ τί εἶπον σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος; Τὸν παύει ἡ ἐξουσία, διότι ἐπίστευσεν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναθέσῃ τὴν προσωπικήν του ἀξίαν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ πολίτου, καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις ὅπου εὕρει αὐτὸ τὸ αἴσθημα νὰ τὸ πολεμήσῃ; Ἐὰν εἷς ὑπάλληλος εἴπῃ, ὅτι ἔρχομαι νὰ ὑπηρετήσω τὴν πατρίδα ἐγκαυχώμενος εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην σας, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ τοῦ κόψῃ διὰ τοῦτο τὴν κεφαλήν; Ἐνθυμηθῆτε, Κύριοι, ἕνα Βασιλέα, τὸν ὁποῖον λατρεύει ὅλη ἡ χορεία τῶν σοφῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου, τὸν Βασιλέα τοῦ Βελγίου. Ὅταν εἰς τὰ 1848 ἡ δημοκρατία διεσκόρπισε τὰς ἐνεργείας της ἐν τῇ Εὐρώπῃ καὶ οἱ θρόνοι ἐσείοντο, ὁ Βασιλεὺς εἶχε τὴν γενναιότητα νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ του καὶ νὰ εἴπῃ «ἀφιεροῦμαι εἰς τὴν καρδίαν σας· ἐὰν αὐτὴ τὸ ἐγκρίνῃ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ κρατήσω τὸν θρόνον· ἐὰν αὕτη δὲν ἐγκρίνῃ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ γείνω ὁ πρῶτος πολίτης τοῦ Βελγίου.» (εὖγε ἀριστερά). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὅσα ὡμίλησα ἰδίως περὶ τῶν γεγονότων τῆς Ναυπλίας πείθουσι τὴν Συνέλευσιν, ὅτι δὲν διευθύνει εἰλικρινὴς Κυβερνητικὴ πορεία τὰ πράγματα, καὶ ὅτι εὔχομαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀνδρισθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταστείλῃ τὸ φρόνημα αὐτοῦ τοῦ λαοῦ. Εὔχομαι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἷς τῶν ὑπουργῶν, ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξ ὑποθέσεως, νὰ μᾶς ἀναγγείλῃ, ὅτι ἡ πόλις τῆς Ναυπλίας ὑπακούει εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἠθελήσαμε!
§157ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (θόρυβος). Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ δὲν ὑπηρέτησα τὸν Ὄθωνα οὐδέποτε, οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ζῶ μὲ τὸν ἱδρῶτα μου καὶ ὄχι μὲ χαλίκια. (θόρυβος).
§158Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἀναβὰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὁμιλήσω, ἀφοῦ εἶχα ζητήσει τὸν λόγον, ἐνόμισα ἀναγκαῖον πρὶν ὁμιλήσω νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν, διότι θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν εὐκολωτέραν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεών σας. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι, ὅτι δύω τινὰ συζητοῦνται καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἀταξία αὕτη δὲν θὰ μᾶς εὐκολύνῃ. Λόγος ἐγένετο περὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, λόγος ἐγένετο καὶ περὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου Πληρεξουσίου τοῦ Πανεπιστημίου, κατηγορούσης τὸ ὑπουργεῖο. Τὰ δύω αὐτὰ πράγματα εἶναι διακεκριμμένα. Ἐπειδὴ ὡμίλησα μόνον περὶ τοῦ ἑνὸς, ἐπειδὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, εἴτε περὶ τοῦ ἑνός, εἴτε περὶ τοῦ ἄλλου, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διακριθῶσιν αὐτὰ τὰ δύω ἀντικείμενα.
§159ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἡ κατηγορία μου εἶναι γενικὴ καθ’ ὅλου τοῦ ὑπουργείου, κατηγορῶ ὅλον τὸ ὑπουργεῖον ἐπὶ ἀνικανότητι καὶ ἀβελτηρίᾳ.
§160ΕΠΑΜ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀποκρούω, Κύριοι, τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπέῤῥιψεν ἐπὶ τῆς μειοψηφίας, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι δὲν εἶχε τὴν τόλμην νὰ ζητήσῃ διὰ προτάσεως καθαρᾶς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐδείκνυεν, ἀλλ’ ὅτι διὰ προτάσεως πλαγίας ἤθελησε νὰ φθάσῃ εἰς αὐτόν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἡ μειοψηφία ὑπερασπίσθη, εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐγώ. Ἡ πρότασις ἐκείνη, Κύριοι, ἀπέχει ἀπείρως ἀπὸ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου σήμερον· διότι ἡ πρότασις ἐκείνη τότε μόνον ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου, ἣν ὁ Κύριος Σαρίπολος διὰ τῆς προτάσεώς του ἐπιζητεῖ, ὅταν ἡ Συνέλευσις, ἡ πλειοψηφία τῆς Συνελεύσεως, ἤθελεν εἴπει, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην πλέον πρὸς ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἠξίωσε νὰ διεκπεραιώσῃ τὴν σπουδαιοτέραν τῶν ὑποθέσεων, ἐφ’ ὅσας ἐπαρουσίασε μέχρι τοῦδε ἡ ἐπανάστασις, χωρὶς νὰ μὲ ἐρωτήσῃ. Ἀλλ’ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε σήμερον ὁ ἀξιότιμος Πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου λέγει ῥητῶς καὶ καθαρῶς, ὅτι δὲν ἀποδίδει ἐμπιστοσύνην πλέον ἡ Συνέλευσις εἰς τὸ ὑπουργεῖον, διότι ἐπολιτεύθη κακῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἄλλο τὸ ἐπολιτεύθη κακῶς, ἄλλο τὸ νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ἠρώτησε τὴν Συνέλευσιν. Ἡ πρότασις ἡ δευτέρα ἠμπορεῖ καὶ ν’ ἀποκρούῃ τὴν πρώτην, διότι ἠμπορεῖ ἡ Συνέλευσις νὰ πιστεύσῃ, νὰ ἐπεισθῇ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς πολὺ καλῶς ἐπολιτεύθη, καὶ μολαταῦτα νὰ εἴπῃ· «ἐπειδὴ ἀπηξίωσας νὰ μ’ ἐρωτήσῃς, ἐπειδὴ ἐπολιτεύθης ὀπισθοδρομικῶς, ἐπειδὴ δὲν ἐπολιτεύθης συνταγματικῶς, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν σὲ ἐμπιστεύομαι εἰς τὸ ἑξῆς νὰ διαχειρίζεται τὴν ἐπανάστασιν.» Καὶ προχθὲς, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου ἔφερε πρότασιν καὶ τὴν πρότασιν αὐτὴν ἡ μειοψηφία τῆς Συνελεύσεως δὲν τὴν ὑπεστήριξεν. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Πληρεξουσίου τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐμόρφωσε μόνος, καὶ τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξῃ φανερὰ καὶ δημοσίᾳ· ἦτο λοιπὸν οὐχὶ ἀλήθεια, ἀλλὰ τέχνη ἡ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ νὰ θελήσῃ νὰ ἐπιῤῥίψῃ μῶμον κατὰ τῆς μειοψηφίας τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ δειλίᾳ καὶ πονηρίᾳ. Ἄλλως τε, Κύριοι, ἡ πρότασις ἦτο τόσον καθαρὰ, ἡ ὁμιλία μου, καὶ ἡ πρώτη τῆς Παρασκευῆς καὶ ἡ δευτέρα τοῦ Σαββάτου, ἦτο τόσον ἀναλελυμένη, ὥστε δὲν ἔμενε κἀμμία ἀμφιβολία περὶ τοῦ σκοποῦ των. Ἦτο ὅλως περιττὸν νὰ ζητήσῃ ἡ μειονοψηφία ἐμμέσους σκοποὺς, ἀφοῦ ὁ ἄμεσος σκοπὸς αὐτῆς ἦτο καθαρὸς καὶ μάλιστα δὲν ἐξετείνετο εἰς ἄλλο τίποτε, εἰμὴ μόνον εἰς τὸ νὰ ὑπερασπίσῃ την τιμὴν τοῦ ἔθνους ὑβριζομένου ἐπισήμως· δὲν ἀπέβλεπεν εἰς ἄλλο τίποτε, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ καθιερώσωμεν καὶ νὰ φανῶμεν ὀπαδοὶ τῶν ὑγειῶν ἀρχῶν τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου ἀντὶ μιᾶς πολιτικῆς, ἡ ὁποία δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ δίκαιον, ἀλλ’ ἡ ὁποία μορφοῦται εἰς καταχθόνια συμβούλια. Ἡ πρότασις ἐκείνη ἐπεθύμησεν, αἱ ἀγορεύσεις ἐκεῖναι ἐπεζήτησαν ν’ ἀρχίσῃ νέα ἐποχὴ τῆς πατρίδος ἐπὶ αἰσίοις οἰωνοῖς· αἴσιοι δ’ οἰωνοὶ εἶναι ἡ καθιέρωσις πολιτικῆς ἐκ διαμέτρου ἀντικειμένης πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ παρελθόντος. Εἶπον εἰς τὴν Συνέλευσιν τότε, ὅτι διὰ τρὶς λόγους θεωρῶ το ὑπουργεῖον, ὅτι ἔσφαλεν· εἶπον, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔσφαλε, διότι ζήτημα τόσον μέγα τὸ ἀπεφάσισε ἡ Κυβ. χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Συνέλευσιν· δεύτερον, ὅτι δὲν ἐδημοσίευσεν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, ἀφοῦ τὰ ἔγγραφα τῆς Ἀγγλίας, Γαλλίας καὶ Ῥωσσίας ἔλαβον τὴν πλέον ἐπίσημον δημοσιότητα, δημοσιευθέντα διὰ τοῦ μηνύτορος τῆς Γαλλίας· τρίτον, ἐθεώρησα τὸ ὑπουργεῖον ἀξιοκατάκριτον, διότι διὰ τῆς προσφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ἔδεσε τὰς χεῖρας τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ἐνῶ τοιαῦτα κατηγόρουν τῆς Κυβερνήσεως, συγχρόνως διὰ τῆς ἰδίας προτάσεως ἐπρότεινα ἐγὼ αὐτὸς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως· οὕτως, ἡ πρότασίς μου δὲν περιεῖχε τίποτα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Μόνον ἡ Συνέλευσις, ἂν ἤθελε, κατόπιν ἐδύνατο ν’ ἀποφανθῇ κατὰ τοῦ ὑπουργείου, διότι παρεβίασε μίαν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ ἐνέργεια τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ μὴ ἐκθέτῃ ἐξωτερικῶς τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος χωρὶς προηγουμένως νὰ συμβουλεύηται τὸ ἔθνος. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δυσχεραίνει καὶ ἀπορεῖ, πῶς ἡμεῖς ἐπεμβαίνομεν τόσον πολὺ καὶ τόσον πολὺ λεπτολογοῦμεν περὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Δὲν ἀπορῶ, Κύριοι, διόλου διὰ τοῦτο. Γνωρίζετε πόσον μεγάλη εἶναι ἡ ἐπανάστασις ἡμῶν καὶ γνωρίζετε κατὰ συνέπειαν πόσον μεγάλην εὐθύνην ἔχει ἡ Συνέλευσις ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὅστις τὴν ἐπανάστασιν ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὴν νὰ τὴν διευθύνῃ. Ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑλλάδος εἶναι μεγάλη· ὅθεν ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ᾖναι ἀδιακόπως προσεκτικὴ εἰς τὰ διαβήματα τῆς ἐξουσίας, ἥτις εἰς τὰ ἔξω ἀντιπροσωπεύει τὸ σύνολον τῆς Ἑλλάδος· δυστυχῶς ὅμως αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ἠσπάσθη, καὶ αἱ περὶ αὐτῆς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπῄτησαν τὴν λεπτολογίαν καὶ τὴν ἐπιμονὴν τῆς Συνελεύσεως καὶ ἰδίως τῆς μειονοψηφίας αὐτῆς. Διότι, Κύριοι, εἶναι ὅλως Ὀθωνικὸν ζήτημα τοιοῦτον, ὁποῖον τὸ προκείμενον, νὰ τὸ ἀποφασίζῃ ἡ Κυβέρνησις χωρὶς ἡ Συνέλευσις νὰ ἐρωτᾶται. Θέλουν μᾶς εἴπει, καὶ μᾶς τὸ εἶπον νομίζω, ὅτι, ὅταν ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τοῦ ταμείου χρήματα, ἰδοὺ, ὅτι ἤλθομεν καὶ σᾶς ἐζητήσαμεν τὴν ἄδειαν. Ναὶ καὶ ὁ Ὄθων ἔπραττε τὸ αὐτό. Ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ πληρωμὴ, πάντοτε ἐζήτει τὴν συγκατάθεσιν τῶν Βουλῶν. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, διὰ τὸ μηδαμινώτερον ποσὸν, ἐὰν διὰ ποσὸν μικρὸν χρηματικὸν ἀπαιτῆται νὰ γείνῃ νόμος προηγουμένως, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, καὶ καμμία ὑπόσχεσις δὲν γίνεται περὶ πληρωμῆς, ἂν δὲν ὑπάρχῃ νομοθετικὴ πρᾶξις, πῶς οἱ ὑπουργοὶ ἀπεφάσισαν μόνοι των περὶ χρηματικοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ πληρωμὴ συνεπιφέρει τὴν ἐθνικὴν ἀτίμωσιν; Πῶς, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι ἐντίμως δὲν ἠδύνασθε, πρὶν ὑποσχεθῆτε τὴν πληρωμὴν, νὰ καταστήσητε τὴν ἰδέαν σας γνωστὴν εἰς τὴν νόμιμον ἐξουσίαν καὶ μετὰ ταῦτα λαβόντες τὴν συγκατάθεσίν της νὰ δώσητε τὴν ὑπόσχεσιν; Ἀλλὰ, Κύριε, μοὶ φωνάζουν οἱ Κ. ὑπουργοὶ, ἂς μείνουν εἰς βάρος μας τὰ χρήματα· τοιοῦτος ὅμως συμβιβασμὸς περὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς δὲν γίνεται ποτέ. Ἄλλως τε δὲν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος νὰ δίδωσιν ἐγγύησιν οἱ ὑπουργοί. Τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶναι μονοπωλεῖον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν περιουσίαν, διότι αὐτὴ θὰ ἦτον ἡ ἀθλιεστέρα πολιτική· οἱ ὑπουργοὶ γίνονται ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ σέβωνται τὴν πηγὴν, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχονται, νὰ σέβωνται τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖον τοὺς κατέστησε φύλακας τῆς τιμῆς του. Ἡ Συνέλευσις, Κύριοι, ἀντιπροσωπεύει, ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος τοῦ Πανεπιστημίου Πληρεξούσιος, καὶ τὸ κοινοβούλιον καὶ τὸν Βασιλέα· θὰ προσθέσω μόνον ταύτην τὴν παρατήρησιν καὶ θὰ κάμω μόνον ταύτην τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν κρίνω ἀναγκαίαν· ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καθὼς ἡ Συνέλευσις εἶναι κάτοχος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς· εἶναι ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ διαχειρισθῇ αὐτὴν ποτέ· ἡ Συνέλευσις ὅμως δὲν ἔχει αὐτὸν τὸν περιορισμόν. Κανεὶς δὲν εἶπεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τίνι τρόπῳ νὰ ἐνεργῇ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· ἡ Συνέλευσις εἶναι ἡ πηγὴ αὐτῆς, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ποτὲ νὰ διοικήσῃ· μολοντοῦτο εἰς κανὲν Συνταγματικὸν Κράτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἀποφασίζει σπουδαίαν ὑπόθεσιν τοῦ διεθνοῦς δικαίου μεταξὺ δύο ἐπικρατειῶν χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ Βασιλεὺς· κατὰ μείζονα λόγον οἱ σημερινοὶ ὑπουργοὶ ὤφειλον ν’ ἀναφέρωσιν αὐτὴν εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ εἶναι κωμικώτατον νὰ ἰσχυρίζωνται τὴν ἐναντίαν ἀρχὴν καὶ νὰ θέλωσι νὰ τοὺς πιστεύσωμεν· νὰ ὑποστηρίζωσιν, ὅτι εἴμεθα ἐλεύθεροι, ὅτι εἴμεθα Συνέλευσις αὐτόνομος, Συνέλευσις τοῦ Ἔθνους, καὶ συγχρόνως νὰ διϊσχυρίζωνται ὅτι ἠμποροῦν ἐντὸς τοῦ δικαιώματός των νὰ ὑπόσχωνται ὅ, τι θέλωσι, καὶ εἰς τὸ τέλος, ὅταν θὰ πληρώσωσι τὰ ὑποσχεθέντα χρήματα, τότε νὰ ἔρχωνται νὰ μᾶς ἐρωτῶσιν, καὶ νὰ προβάλλωσιν, ὅτι ταῦτα πράττοντες ὑποστηρίζουσι τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Τί εἶναι τότε ἡ Συνέλευσις ἐνώπιόν των; Τί εἶναι, ἂν οὐχὶ ἓν μηδενικόν; Ὅταν δὲ λέγουν, ὅτι εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ ἀποῤῥίψετε τὸ αἰτούμενον ποσὸν, ἀγνοοῦν τὰς σχέσεις αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὰ ἔθνη τοῦ πολιτισμοῦ. Ὅταν ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις, φρονῆτε, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ παρίσταται πάντοτε μ’ ἓν δίπλωμα τῆς Συνελεύσεως ἐνώπιον τῶν ξένων καὶ νὰ λέγῃ εἰς τὴν εἰδικὴν αὐτὴν περίστασιν ὅτι ἔχει τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας τὴν συγκατάθεσιν; Ὄχι, Κύριοι, κατὰ τὴν Εὐρωπαϊκὴν πολιτικὴν τεκμαίρεται πάντοτε ἡ ἄδεια αὕτη ἐνώπιον τῶν ξένων, ὅ,τι ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις, ὑπόσχεται ἡ ἐπικράτεια. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν «ἐπολιτεύθημεν ὅπως ἐπολιτεύθημεν, διότι εἴδομεν ὅτι κινδυνεύουν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος.» Καὶ τὶ σᾶς ζητοῦμεν, Κύριοι; οὐχὶ ἄλλο τίποτε, εἰμὴ νὰ ὑποβάλετε τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν· λέγοντες δὲ ὅτι πρὸς ἀποτροπὴν κινδύνων μᾶς ἀπεφύγατε, προδίδετε τὴν πεποίθησιν ὅτι σεῖς μόνον εἴχετε πατριωτισμὸν καὶ ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ σκεφθῶμεν οὔτε τοὺς κινδύνους, οὔτε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ ἂν ἀπ’ ἀρχῆς σᾶς ἐβλέπαμεν ὅτι ἐθεωρήσατε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, τὴν διεκδικουμένην παρὰ τοῦ Κυρίου Πρέσβεως, ὡς ὑπόθεσιν δικαίαν, ἴσως, ἴσως ἤθελον σᾶς συγχωρήσει πιστεύων, ὅτι ἡ πεποίθησίς σας σᾶς παρέσυρεν· ἀλλ’ ἤδη ὅτε βλέπομεν, ὅτι εἶσθε ἐν γνώσει ὅτι σᾶς ζητοῦν τὰ ἄδικα· τόρα ὅτε βλέπομεν, ὅτι τὸ ἄδικον ἐστηρίζετο ἐπὶ κηλῖδος προστριβομένης εἰς τὸ ἔθνος, τὸ νὰ μὴ ἔλθετε νὰ καθυποβάλετε εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἀναγκάζεσθε νὰ κηρύξετε δίκαιον τὸ ἄδικον, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀποφασίζετε σεῖς οἱ ἴδιοι καὶ νὰ τὸ ἀποφασίζετε ἐν ὀνόματι τοῦ ἔθνους, ἐγκολάπτοντες τοιοῦτον ὄνειδος εἰς τὴν ἐπανάστασιν, δὲν θέλομεν σᾶς τὸ συγχωρήσει, εἰμὴ ὅταν διὰ τῆς πλειοψηφίας μᾶς καταναγκάσητε. Ἐπανερχόμενος εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου κηρύττω ὅτι εἶναι προσέτι Ὀθωνικὸν τὸ ἀποσιωπᾷν τὰ γεγονότα. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐβεβαίωσεν ἐπὶ τέλους, ὅτι ἡ γνωμοδότησις τῶν νομικῶν, τοὺς ὁποίους ἐσυμβουλεύθη, ἦτο τοιαύτη, ὅπως τὴν ἐξέθεσα ἐγώ. Οἱ νομικοὶ ἐσυμβούλευσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ ἔκκλησιν εἰς τὸν Αὐτοκράτορα.
§161ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ ν’ ἀναγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Αὐτοκράτορα.
§162ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς διαιτησίαν.
§163ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὔτε τοῦτο.
§164ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν δὲν λανθάνωμαι, ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἐπειδὴ ὁ Αὐτοκράτωρ ἐπεδοκίμασε τὴν πολιτικὴν τοῦ Πρέσβεώς του, δὲν ἔθεσαν εἰς ἐνέργειαν τὴν γνωμοδότησιν τῶν νομικῶν ἥτις ἦτον ὑπὲρ τῆς διαιτησίας. Τοιοῦτόν τι ἀντελήφθην, ὁ ὑπουργὸς τὸ ἀρνεῖται, τὰ πρακτικὰ θὰ ᾖναι εἰλικρινέστερα αὐτοῦ. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν θέλω ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ εἴπω τὶ ὡμίλησα μετὰ τῶν ἰδίων Κυβερνώντων, καὶ τί ἠξεύρω πληροφορηθεὶς ἐκτὸς τοῦ περιβόλου· σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀδύνατον οἱ νομικοὶ, ἐκτὸς ἂν ἦσαν φρενοβλαβεῖς, νὰ σᾶς εἶπον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεσθε· διότι ἂν οἱ νομικοὶ ἤθελον σκεφθῇ, ἤθελον σᾶς εἰπεῖ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀποφασίσετε τὸ ζήτημα σεῖς μόνοι, ἀλλὰ διὰ τῆς Συνελεύσεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀποῤῥέετε. Ἐπίσης, Κύριοι, ὀθωνικὸν θεωρῶ τὸ δουλεύειν τοῖς ξένοις.
§165ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὰ τὰ εἶπεν ὁ Ἀριστοτέλης.
§166ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὴ σᾶς φαίνεται, Κύριε Γόντικα, βαρεῖα ἡ λέξις, οὔτε Ἀριστοτέλειος, διότι τῳόντι δουλεύειν θεωρῶ τὸ νὰ ὑπακούσῃ μία Κυβέρνησις εἰς ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας φρονεῖ ἀδίκους καὶ τὰς ὁποίας ἐγγράφως ἐξέθεσεν ὡς τοιαύτας· διότι ἡ Ἑλλὰς, κατὰ τὴν ἰδέαν σας, εἶναι τοσοῦτον μικρὰ ἐνώπιον τῶν μεγάλων, ὥστε μὲ μίαν μόνον κονδυλιὰ ἠδύναντο νὰ τὴν σβέσωσιν ἀπὸ τὸν χάρτην. Δουλεύειν τοῖς ξένοις εἶναι, Κύριοι, ὅταν τὸ διεθνὲς δίκαιον σᾶς ἀνοίγῃ τὸν δρόμον νὰ φθάσητε εἰς ἀξιοπρεπὲς τέλος, νὰ προσφύγετε εἰς διαιτητὰς, οἵτινες ἤθελον σᾶς εἰπεῖ, ὅτι ἔχετε ἄδικον ἢ δίκαιον, καὶ ἀντὶ τούτου, πτοηθέντες ἀπὸ τὸ μέγεθος τῶν δυνάμεων ἄλλων ἐπικρατειῶν, εἴπατε «ὑπακούομεν,» διότι οὔτε ἐπείσθητε, Κύριοι, ὅτι ἔχετε ἄδικον, οὔτε εἰς τὴν βίαν ὑπεκύψατε, ἀλλ’ ὑπεκύψατε εἰς ἓν αἴσθημα ποταπὸν καὶ ἀνάξιον ἔθνους ἀνεξαρτήτου. Δύνασθε νὰ μὲ εἴπητε, ὅτι ὑπεκύψατε εἰς τὴν βίαν τῆς Γαλλίας; ὄχι· ἡ Γαλλία ἐζήτησε τὴν πληρωμὴν, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἀπέκλεισε τὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων σας, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι συγχρόνως θὰ χύσῃ καὶ δάκρυ διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐπολιτεύθητε. Μεγαλείτερος δὲ μῶμος δὲν ἠδύνατο νὰ προστριβῇ εἰς τὴν Γαλλίαν, παρὰ τὸν ὁποῖον προσετρίψατε εἰς αὐτὴν εἰπόντες, ὅτι τὰ μεγάλα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑλλάδος ἤνοιξεν, ἡ Γαλλία ἤθελε τὰ καταστρέψει μνησικακοῦσα, διότι εἰς μίαν ὑπόθεσιν ἑνὸς Σουλιὲ ἠθελήσατε νὰ προσφερθῆτε πρὸς αὐτὴν ὡς ἴσοι πρὸς ἴσους. Εἶναι δὲ μεγίστη ἔλλειψις νοὸς πολιτικοῦ τὸ νὰ πιστεύετε, ὅτι μία Δύναμις μεγάλη, ὡς ἡ τῆς Γαλλίας, διευκολύνει τὰ ἐκκρεμῆ ζητίματα τῆς Ἑλλάδος ἐναντίον τῶν συμφερόντων της, καὶ ὅτι ἡ Γαλλία ἀκολουθεῖ εἰς τὴν πολιτικήν της ἄλλο τι ἢ τὸ πολιτικόν της συμφέρον. Καμμία δύναμις εὐρωπαϊκὴ δὲν ἀκολουθεῖ ἄλλον δρόμον, ἢ τὸν δρόμον τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος αὐτῆς, διότι ἐπὶ τῶν ἐπικρατειῶν τὸ πολιτικὸν συμφέρον εἶναι ἡ ἱερωτέρα αἰτία. Τί θὰ εἰπῇ πολιτικὸν συμφέρον εἰς ἐπικράτειαν; Θὰ εἰπῇ πατριωτισμός. Καὶ ὅπως εἶναι ἄξιος μεγίστων ἐπαίνων καὶ στεφάνων ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, παρὰ τὸν πατριωτισμόν του δὲν ἔχει τίποτε ἱερώτερον, οὕτω καὶ αἱ ἐπικράτειαι. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἂν ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ συμφέρον τῆς Γαλλίας ἡ ἐπέκτασις καὶ ἡ πρόοδος τῆς Ἑλλάδος, ἂν ἀντιβαίνῃ εἰς τὰ συμφέροντα τὰ πολιτικὰ τῆς Γαλλίας ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἐκλογῆς τοῦ Γεωργίου καὶ ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι μὲ τὰς 60,000 φράγκα, τὰ ὁποῖα ἐδώκατε εἰς τὸν Σουλιὲ, ὅτι μὲ τὴν ταπείνωσιν, τὴν ὁποίαν ἐδείξατε, ἤθελε μετατρέψει ἡ Γαλλία πολιτικήν; Ὁπόθεν καὶ ἂν λάβετε αὐτὸ τὸ ζήτημα, θέλετε τὸ εὕρει σαθρόν. Ταῦτα δὲ λέγων δὲν θέλω νὰ πέσετε· ὄχι! δὲν τὸ θέλω. Πρέπει ὅμως, Κύριοι, μετὰ πολλῆς προσοχῆς νὰ διευθύνωμεν τὴν ἐπανάστασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος. Πολλοὶ πολλάκις ἀνέβησαν τὸ βῆμα καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς διεκδικεῖ τὴν τιμὴν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ οὐχὶ τὰ ἄτομα. Καὶ τίς ἠρνήθη αὐτῷ τὴν τιμὴν αὐτήν; Τίς διενοήθη ποτὲ νὰ καταβιβάσῃ τὴν ἐπανάστασιν τόσον χαμηλὰ; Ἀλλὰ τὸ νὰ θέλωσί τινες ὄπισθεν τῆς ἰδέας ταύτης νὰ κρυφθῶσι· τὸ νὰ θέλωσι νὰ ἐξαγάγωσιν ἐξ αὐτῆς τὸ συμπέρασμα, ὅτι καὶ εἷς ἕκαστος αὐτῶν, ὡς ἄτομον, διεκδικεῖ τὴν τιμὴν τῆς ἐπαναστάσεως, διότι ἡ ἐπανάστασις ἐγένετο ἀπὸ τὸν λαὸν, εἰς τὸν ὁποῖον συγχωνεύονται, αὐτὸ εἶναι παραλογισμός. Ἐννοεῖτε ποῦ τείνει αὐτὴ ἡ ἰδέα. Κλείσατε τοὺς ὀφθαλμούς σας πρὸς τοὺς διοικοῦντας, διότι μὴ λησμονήσετε ποτὲ, ὅτι καὶ αὐτοὶ μετέσχον τῆς ἐπαναστάσεως, ἀφοῦ ἡ ἐπανάστασις εἶναι τοῦ λαοῦ. Ὄχι, Κύριοι! Χωρὶς ν’ ἀναφέρωμαι εἰς ἄτομα, ἡ ἐπανάστασις πρέπει νὰ ᾖναι προσεκτικὴ πρὸς τοὺς διοικοῦντας, διότι ἡ ἐπανάστασις ἦτο πολὺ ἠπία, μετριοπαθὴς, καὶ διότι ὅριον ἀπότομον χωρίζον τὸ παρελθὸν δὲν ὑπάρχει, καὶ ἄριστα δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ θέλετε νὰ μὴ προσέχετε εἰς τὴν πολιτικὴν ἑνὸς ὑπουργοῦ τῆς ἐπαναστάσεως, ὁ ὁποῖος κατηνάλωσε τὸν χρόνον τῆς ζωῆς του εἰς τὸ νὰ καταδολιεύεται κατὰ τὸ παρελθὸν τοὺς νόμους; δὲν θέλω νὰ θεωρῆται ἐπουσιῶδες, Κύριοι, τὸ νὰ βλέπωμεν τὸν αὐτὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι καὶ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν, καθ’ ὃν αἱ Κυβερνήσεις ἐσκέπτοντο πρὸ αὐτῆς. Δὲν θέλω ἐπίσης νὰ μὴ πτοώμεθα, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος καὶ τὰ δίκαια τῶν Δήμων, ἢ τῆς ἐπαρχίας, γίνωνται ἕρμαιον τῆς θελήσεως τοῦ διοικοῦντος· καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα πολὺ προσεκτικώτεροι, ὅταν διοικῶσιν ἄνθρωποι, περὶ τῆς πολιτικῆς τῶν ὁποίων ἔχω περισσοτέραν ἀφορμὴν νὰ διστάζω, διότι ἔχω διδόμενα κακοῦ παρελθόντος, παρ’ ὅπως ἤθελον σκεφθῆ, ἐὰν εἶχον ἐνώπιόν μου κυβερνήτας, οὐδόλως εἰς αὐτὸ ἐνοχοποιημένους. Πρέπει νὰ ἤμεθα πολὺ προσεκτικοὶ, πρέπει ἀόκνως νὰ ἐξετάζωμεν τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ ἐπανάστασις ἀληθῶς εἶναι μεγάλη, ἀλλ’ εἶναι μεγάλη μόνον διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις τῆς κοινωνίας, αὐτοῦ τοῦ μεγαλείου δὲν ὑπάρχει ἀκόμη ἀπόδειξις· (ἐπιδοκιμασίαι). Ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑλλάδος κατατάττεται εἰς τὰς ἐπαναστάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι γίνονται χάριν τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς· οὔτε δάκτυλος ξένος ὑπεκίνησεν αὐτὴν, οὔτε ἡ ἀνισότης τῶν τάξεων τοῦ λαοῦ, οὔτε θρησκευτικόν τι ζήτημα, ἀλλ’ ὁ πόθος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοῦ νὰ ἴδῃ πραγματοποιουμένην τὴν ἐλευθερίαν του (εὖγε), καὶ αἱ τοιούτου εἴδους ἐπαναστάσεις κατατάττονται εἰς τὴν πρώτην θέσιν τῶν ἐπαναστάσεων. Ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀνωτέρα τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1848 τῆς Γαλλίας· διὰ τί; — διότι ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη τῆς Γαλλίας δὲν ἐνηργήθη παρὰ τῶν συνταγματικῶν, ἀλλὰ παρὰ τῶν δημοκρατικῶν, καὶ οἱ δημοκρατικοὶ δὲν ἐπανεστάτησαν κατὰ τῆς πολιτικῆς ἀνηθικότητος τοῦ Φιλίππου, διότι οἱ δημοκράται, καὶ ἠθικὴ ἂν ἦτον ἡ Ὀρλεανικὴ δυναστεία, ἤθελον ἐπαναστατήσει πρὸς ἐμπέδωσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ἡ ἀντιπολίτευσις τοῦ 1818 ἐμάχετο ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς, ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐτελέσθη παρ’ αὐτῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ δημοκρατικοῦ κόμματος. Ἐνῷ παρ’ ἡμῖν ἐξ ὅλων τῶν στοιχείων, ὅσα παρουσιάσθησαν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐπαναστάσεως, δὲν θέλετε εὕρει πουθενὰ τὸ δημοκρατικὸν, δὲν θέλετε εὕρει οὔτε ἄλλο τι στοιχεῖον· πᾶν ἐπαναστατικὸν στοιχεῖον πηγὴν εἶχε τὸν κοινὸν πόθον τοῦ νὰ ἀποκτήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀληθῆ καὶ ἔντιμον ἐλευθερίαν. Περιπλέον ἡ ἐπανάστασις τῆς Γαλλίας παρεφέρθη, δὲν ἐφάνη τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὥστε νὰ διευθυνθῇ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προὐτίθετο, ἤρχισεν ἀπὸ τῆς διεκδικήσεως τῶν ἐλευθεριῶν τῆς Γαλλίας καὶ κατέληξεν εἰς τὴν Αὐτοκρατορίαν, (εὖγε), Ἡ Ἑλλὰς ὅμως, Κύριοι, ἀκολουθεῖ πάντοτε τὴν αὐτὴν ὁδὸν διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προέθετο, καὶ τοῦτο βεβαίως ὀφείλεται εἰς τὰς ἀρετὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὀφείλεται εἰς τὰς ἀρετὰς τὰς μεγάλας τῆς μετριοπαθείας, τῆς συνέσεως, καὶ ἰδίως εἰς τὴν μεγάλην αὐτοῦ ἀρετὴν τοῦ διαγινώσκειν, ὡς οὐδεὶς ἄλλος λαὸς, τὰ ἀληθῆ συμφέροντά του. Πολυειδεῖς φατρίαι ὑπῆρχον πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως παρ’ ἡμῖν, καὶ μολαταῦτα ὅλα τὰ σπουδαῖα ζητήματα ἐλύθησαν ὁμοφώνως. Τὸ ζήτημα τῆς διαδοχῆς εἰς τὸν θρόνον ὑπὲρ τοῦ Ἀλφρέδου, καὶ μετέπειτα ὑπὲρ τοῦ Γεωργίου, περὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐφαίνετο δυνατὸν ἄλλοτε νὰ συμφωνήσουν τρεῖς ἄνθρωποι, συνεφώνησε τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον. Καὶ τὸ ζήτημα τῆς θρησκείας τοῦ Ἡγεμόνος, τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἠδύνατό τις νὰ φοβηθῇ, διότι πολλοὶ ὑπάρχουσιν ἐν τῷ λαῷ φανατικοί, ἀδιστάκτως ἐλύθη. Ὅλα ταῦτα τὰ ζητήματα ἡ ὁμοφροσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὰ διέλυσε. Διότι λοιπὸν ἡ ἐπανάστασις εἶναι τόσον μεγάλη, τόσον μεγαλόφρων, διότι ἡμεῖς, ἡ τάξις ἡ Κυβερνῶσα, δὲν ἐδώσαμεν δείγματα ἴσης ἀξίας, διὰ τοῦτο δώσατε προσοχήν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἔλθῃ ὁ νέος Βασιλεὺς καὶ νὰ μὴν εὕρῃ μεταβολήν τινα ἰδεῶν, καὶ κρείττονά τινα περὶ τὸ διοικεῖν πολιτικήν. Λυποῦμαι δὲ μεγάλως βλέπων, ὅτι οὐδὲν πρὸς ταῦτα ἐκάμαμεν βῆμα, καὶ τούτου τρανὴν ἀπόδειξιν θεωρῶ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ζήτημα τὸ προκείμενον. Τοὺς λόγους ἐξέθεσα, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ προσθέσω ἄλλους. Ἀποκρούω λοιπὸν τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ἡ μειοψηφία τῆς Συνελεύσεως, ἐπεδίωξε τὴν πτῶσιν τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ διαγωγὴ τῆς μειοψηφίας ὑπῆρξε καθαρά. Ἡ μειοψηφία κατέκρινε καὶ κατεφέρθη, διότι εἰς τὴν πορείαν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως εὗρε δόσιν τινὰ Ὀθωνισμοῦ.
§167ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Θόρυβος).
§168ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ καὶ πάλιν ὁ Ὑπουργός.
§169ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν σειρὰν τῆς ἀγορεύσεως ἐγὼ τὴν εἶχον πρὸ τοῦ Κυρίου Δεληγεώργη καὶ ὑπεχώρησα εἰς αὐτόν. Τώρα δικαιοῦμαι νὰ ἀγορεύσω.
§170ΠΟΛΛΟΙ (ἐγειρόμενοι). Αὔριον, αὔριον.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, (ὥρα 4 καί ½ μ. μ.).
Ὁ Πρόεδρος
ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ.
Οἱ Γραμματεῖς Α. Σωμάκης, Χ. Γερογιάννης