1863.06.08
2,312 rows · 19,480 words · 105 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΙΘʹ.
Τῆς 8 Ἰουνίου 1863.
(Σάββατον)
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἤρχισεν ἡ Συνεδρίασις.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ Συντάκτης τῶν πρακτικῶν δὲν συνέταξε τὰ πρακτικὰ, δὲν ἔχομεν ἀνάγνωσιν αὐτῶν σήμερον, καθόσον ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις ἦτο ἐκτεταμένη καὶ ἀπαιτεῖται πολὺς καιρὸς πρὸς σύνταξιν αὐτῶν. Ὁ Κ. Μπουκουβάλας ζητεῖ ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν ἀπουσίας.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τοῦ δοθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ζιμβρακάκης ζητεῖ διὰ κατεπειγούσας ὑποθέσεις 15 ἡμερῶν ἀπουσίας ἄδειαν· ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀπέλθῃ.
§4ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ Κ. Ζιμβρακάκης εἶναι μέλος τῆς ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς, αὐτὸς ἔφερε τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως· ἄλλως, Κύριοι, ν’ ἀναβληθῇ καὶ ἡ ἐξέλεγξις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν νὰ ἔλθῃ ὁ ἴδιος νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Ὑπάρχουν διάφοροι ἀναφοραὶ, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν αἰτήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις· δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες παραπέμπονται εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἢ εἰς τὰ ὑπουργεῖα, μοὶ ἐγένοντο δὲ παράπονα, διατὶ δὲν εἰσάγω αὐτάς. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὰς εἰσάξω, διότι ὑπάρχουσι πολλὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα προσδιωρίσθησαν νὰ συζητηθῶσιν εἰς ὡρισμένας ἡμέρα. Λοιπὸν, λέγω, νὰ προσδιορίσωμεν τὸ ἐρχόμενον Σάββατον διὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν, διὰ νὰ παύσωσι καὶ τὰ παράπονα. Παρακαλῶ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ἐξελεγκτικῆς τῆς πραγματικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, νὰ συνέλθωσι, νὰ διορίσωσι τὸν Πρόεδρόν των καὶ ν’ ἀρχίσωσι τὰς ἐργασίας των. Ὑπάρχει, Κύριοι, μία πρότασις τοῦ Κ. Ῥεβελάκη, ἀφορῶσα τὰς ἕδρας τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου· πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§6ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῇ (θόρυβος).
§7ΒΑΣΤΑΣ. Ὑπάρχει ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, δύναται νὰ παραπεμφθῇ εἰς αὐτὴν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τυπωθῇ;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πληρεξούσιος Κ. Σ. Λόντος ἔχει ἑτοίμην τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογιομοῦ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· λοιπὸν νὰ τυπωθῇ καὶ αὐτή. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ χθεσινοῦ ἀντικειμένου.
§11ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται εἰς συζήτησιν, εἶναι λίαν σπουδαῖον, τὸ γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ. Ἡ προσοχὴ, μεθ’ ἧς χθὲς ἠκροάσθητε παρὰ τὸ σύνηθες τόσους πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀποδεικνύει βεβαίως τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος. Εἰς τοιούτου εἴδους ζητίματα, ὁσάκις πρόκειται συζήτησις, πρέπει πρὸ πάντων οἱ δημόσιοι ἄνθρωποι νὰ συμβουλεύωνται τὸν νοῦν των καὶ οὐχὶ τὴν καρδίαν. Βεβαίως δὲν περιμένετε ν’ ἀκούσητε ἀπὸ τὸ στόμα ἐμοῦ ἐπιστημονικὴν, νομικὴν ἀνάλυσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν περιστάσεων αὐτῶν, αἵτινες ἔλαβον χώραν, μεταξὺ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ πρέσβεως τῆς Γαλλίας ἐνεργοῦντος ἐν ὀνόματι τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Σουλιέ. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, Κύριοι, τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τόσον ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καθὼς καὶ διάφοροι τῶν Κυρίων πληρεξουσίων μετὰ ταῦτα ὁμιλήσαντες, εὑρέθησαν σύμφωνοι· διότι κατὰ τὰς ἰδέας τόσον τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ τὰς ἰδέας τῶν προλαλησάντων Κυρίων Πληρεξουσίων, τὸ ζήτημα αὐτὸ ἦτο κατὰ τὰς κρίσεις αὐτῶν καθαρῶς δικαστικὸν, ἀλλ’ ὁ Κύριος πληρεξούσιος τοῦ Μεσσολογγίου, ἐλθὼν εἰς τὸ βῆμα καὶ συμφωνήσας ἐν μέρει ὡς πρὸς τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα πρὸς ὅσα ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διεκοίνωσε πρὸς τὸν Κ. Πρέσβυν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως μετὰ ταῦτα ὅμως κατέληξεν εἰς ὅλως διόλου διάφορον ἀποτέλεσμα, ἤθελε διὰ τῆς ὁμιλίας του νὰ μεμφθῇ τὴν Κυβέρνησιν· τουτ’ αὐτὸ ἔπραξεν καὶ ὁ πληρεξούσιος ἐκ Φθιώτιδος, ὁ Κύριος Βάσσος· ἀπορῶ ὅμως, πῶς ὁ πληρεξούσιος τοῦ Μεσολογγίου, καθὼς καὶ ὁ τῆς Φθιώτιδος, κατέληξαν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, εἰς ὃ καὶ αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως· οἱ ἴδιοι λόγοι ἴσως, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τοὺς Κυρίους πληρεξουσίους διὰ νὰ καταλήξουν εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξαν, οἱ ἴδιοι λόγοι ἴσως ὑπηγόρευσαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταντήσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι νομομαθὴς, δὲν γνωρίζω ἐπ’ ἀκριβῶς τοὺς νόμους, οἵτινες δέπουν τὰς δίκας μεταξὺ δύω ἐθνῶν, οὐχ ἧττον ὅμως ἐφρόντισα ἀπὸ χθὲς νὰ λάβω τινὰς πληροφορίας καὶ μὲ ἐβεβαίωσεν ἄνθρωπος λίαν σπουδαῖος, μὴ Ἕλλην, Ἄγγλος, μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὁσάκις λαμβάνει χώραν ὁμοία περίστασις μεταξὺ ἀνθρώπων τῆς ἐξουσίας καὶ ξένων ὑπηκόων, τότε ἡ διαφορὰ αὕτη λύεται διοικητικῶς μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων, καὶ οὐχὶ δικαστικῶς. Ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδική μας εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι εἰς παρομοίας περιστάσεις λύεται τὸ ζήτημα μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλ’ ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος, καθ’ ἣν ἐποχὴν διέπραξαν τὸ παράπτωμα, ἦσαν εἰς ὑπηρεσίαν, καὶ γενικῶς δὲν ἦσαν ἄνδρες τῆς ἐξουσίας, μὴ διατελοῦντες καθ’ ἣν ἐποχὴν διεπράχθη τὸ ἔγκλημα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας των, τότε δὲν διατρέχει τὴν συνήθη ὁδὸν τῆς διαδικασίας τῶν δικαστηρίων τῆς πολιτείας, ἐν ᾗ διεπράχθη. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἀπαιτήσεως συζητεῖται διὰ διακοινώσεων διὰ συνεννοήσεων μεταξὺ τῶν δύω Κυβερνήσεων. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἂν καὶ εἰς ἄλλας χώρας διέπεται ἀπὸ ἄλλους νόμους, εἰς μίαν ἀπὸ τὰς πλέον φιλελευθέρους χώρας, εἰς μίαν ἀπὸ τὰς χώρας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐνασμενίζωνται, ὅτι ἐξήτασαν καλῶς καὶ τὸ δίκαιον τῆς πολιτείας, καὶ τὸ δίκαιον τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸ ἀνέπτυξαν ὅσον ἦτο δυνατὸν περισσότερον, εἰς τὴν Ἀγγλίαν, τὸ θεωροῦσιν, ὅπως ἐγὼ σᾶς τὸ ἐξέθετα. Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι αἱ συζητήσεις αἱ χθεσιναὶ παρεξετράπησαν, ὅπως μοὶ φαίνεται, πέραν τοῦ δέοντος, καὶ λέγω πέραν τοῦ δέοντος, διότι ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, καὶ αἱ ὁμιλίαι ἡμῶν ἔχουν βαρυτάτην ἐπιῤῥοὴν, καὶ ἂν θέλετε, Κύριοι, ἡ ἁβροφροσύνη, τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τὰς μεγάλας αὐτὰς Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ἐχειραγώγησαν ἀπὸ κοινοῦ τὴν τελευταίαν αὐτὴν ἐπανάστασιν, αἱ ὁποῖαι ὑπηρέτησαν ὄχι μόνον κατὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ παρὸν τὴν πατρίδα μας, μᾶς ἐπιτάττουσι νὰ φανῶμεν πλέον εὐλαβέστεροι, ὀφείλομεν νὰ μετρῶμεν καὶ νὰ μετρῶμεν πολὺ σπουδαίως τοὺς λόγους ἡμῶν, καὶ ἔπειτα νὰ τοὺς ἐκφέρωμεν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι, καθὼς σᾶς προεῖπον, εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐπικρατεῖ τὸ δίκαιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναφέρει καὶ ὁ Πρέσβυς τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων, ὅστις, συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι παραδεδεγμέναι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἀπηύθυνε τὴν διακοίνωσιν καὶ ὑπεστήριξε τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Σουλιὲ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, τουτέστι διὰ τῆς συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν δύω Κυβερνήσεων· καὶ τί ἀκόμη, Κύριοι; ὁ Κύριος Πρέσβυς τῆς Γαλλίας, πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν του, πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Σουλιὲ, ἔφερεν εἰς ἀπόδειξιν, τί, Κύριοι; τὴν διακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡμῶν ὁ Κύριος Πρέσβυς τῆς Μεγάλης Βρεττανίας· βλέπετε ὅθεν, ὅτι κατὰ διπλωματικὸν λόγον ἔπρεπεν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν καὶ διὰ πολὺ μεγαλήτερον λόγον νὰ σεβασθῶμεν ἑαυτοὺς, νὰ σεβασθῶμεν τὰς μεγάλας αὐτὰς Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι πάντοτε εὐηργέτησαν καὶ ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα, καὶ αἱ ὁποῖαι τέλος πάντων ἐχειραγώγησαν καὶ τὴν ἐπανάστασίν μας αὐτὴν, καὶ ὅστις εἶναι ὁ ἀμφιβάλλων, ἂς ἀναγνώσῃ τὰ τρία πρωτόκολλα, τὰ ὁποῖα χθὲς διὰ τοῦ Γαλλικοῦ ἐκομίσθησαν, καὶ θέλει ἰδεῖ ποίαν ὑπηρεσίαν προσέφερον αἱ μεγάλαι Δυνάμεις ἀπὸ κοινοῦ εἰς τὴν πατρίδα.
§12ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ κἀνείς.
§13ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ σεβασθῶμεν διὰ πολὺ μεγαλήτερον λόγον αὐτὰς, διότι αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Κυρίου Πρέσβεως τῆς Γαλλίας ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς μαρτυρίας τοῦ Πρέσβεως τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι μία μεγάλη Δύναμις, ἡ ὁποία ἔχυσεν αἷμα ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς πατρίδος μας, ὅτι ἤθελε καταδεχθῆ νὰ καταβῇ εἰς τὴν εὐτελῆ ἀπαίτησιν 60,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ πιστεύῃ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῆς ὅτι εἶχε δίκαιον· Δύναμις, Κύριοι, ἡ ὁποία χθὲς διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν ἐπανάστασιν καὶ διὰ νὰ λύσῃ τὸ βασιλικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἦτον ἐκκρεμὲς, καὶ τὸ ὁποῖον κατεῖχεν ὅλους ἡμᾶς μετεώρους, προσέφερεν εὐθὺς ἐκ τοῦ βαλαντίου τέσσαρας χιλιάδας λιρῶν, ποτὲ δὲν ἤθελε καταδεχθῆ νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικὴν μίαν ἀπαίτησιν δι’ ἕνα Σουλιὲ, χωρὶς νὰ ἔχῃ πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις εἶναι δικαία. Περαίνων τὸν λόγον μου λέγω, ὅτι οἱ πληρεξούσιοι οἱ προλαλήσαντες δὲν ἔπρεπε νὰ μεμφθῶσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐπολιτεύθη κακῶς, διότι εἰς τὰς σκέψεις των κατέληξαν εἰς τὸ σημεῖον, ὅπου κατέληξε καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§14ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐγὼ ὄχι.
§15ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ διὰ νὰ μεμφθῶσι τὴν Κυβέρνησιν ἔπρεπε πρῶτον νὰ μεμφθῶσιν ἑαυτοὺς, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξε τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅ,τι οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι ὑπεστήριξαν ἀπὸ τοῦ βήματος. Κατὰ καθῆκον, Κύριοι, σᾶς λέγω, σᾶς παρακαλῶ, σᾶς καθικετεύω, ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ τοιούτων σπουδαίων ἀντικειμένων νὰ ἤμεθα ὀλίγον προσεκτικώτεροι, νὰ μὴ νομίσωμεν, ὅτι διὰ τῆς μεγάλης αὐτῆς ἐπιδείξεως, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ κάμωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ὑπηρετοῦμεν τὴν πατρίδα, ἀπεναντίας, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οὐχὶ μόνον δὲν τὴν ὑπηρετοῦμεν, ἀλλ’ ἀπεναντίας ὑπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τῶν ξένων καὶ προδίδομεν τὰ ἐδικά μας. Οὐχ ἧττον κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἡ Κυβέρνησις τὸ ὑπέβαλεν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ζητήματος διπλωματικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μετὰ ξένης Δυνάμεως· εἶναι καλὸν νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζονται ὅλα τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη, δηλ. νὰ ἀναφέρωμεν τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικὴν καὶ τὴν Γαλλικὴν χωρὶς νὰ ὀνομάζωμεν Πρέσβεις, διότι ἐνταῦθα ὁ Πρέσβυς ἐνεργεῖ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλικῆς Μεγαλειότητος.
§17ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἂν δὲν ἀνήρχετο τὸ βῆμα ὁ ἀμέσως πρὸ ἐμοῦ λαλήσας, δὲν ἐσκόπουν ποσῶς νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα περὶ τοῦ δικαίου ἢ ἀδίκου τῆς ἀπαιτήσεως καὶ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ αὕτη ἐγένετο, διότι πάντες οἱ πρὸ αὐτοῦ ἀπέδειξαν κάλλιστα τὸ δίκαιον ἡμῶν. Ἀλλ’ ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς, ἐξετάσας τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην κυρίως, μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐπανέλθω, καθότι ἔχω ὅλως πρὸς αὐτὸν ἀντίθετον γνώμην. Ἀληθῶς ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς δὲν ἀνέφερε ποσῶς, ὅτι θεωρεῖ δικαίαν τὴν ἀπαίτησιν, ἐξετάθη ὅμως ἀρκετὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἂν ἡ διαφορὰ ἔπρεπε νὰ λυθῇ διοικητικῶς, καὶ ἔλυσε καταφατικῶς αὐτὸ, ἀναφέρων τὴν αὐθεντίαν Ἄγγλου τινὸς, ὡς λέγει, ὅστις διδάσκει, ὅτι ἐπὶ ζημιῶν προξενουμένων παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας πρὸς ἀλλοδαποὺς ἡ διαφορὰ λύεται διοικητικῶς καὶ οὐχὶ δικαστικῶς. Τὴν θεωρίαν ταύτην, ἥτις καὶ ἂν ὑπετίθετο ἀληθής, ἐδύνατο νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν μόνον, ἐὰν πρόσωπα τῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας των ἔπραττον ἀδικίαν κατά τινος ἀλλοδαποῦ, ὥστε μόνον δύναται τὸ δημόσιον νὰ ᾖναι ὑπόλογον, ὅπερ ὅμως εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν δὲν ὑφίσταται, καθότι οἱ ἐπενεγκόντες τὰς ζημίας, ἐὰν ἐπήνεγκον τοιαύτας, εἰς τὸν Γάλλον Σουλιὲ δὲν ἔφερον δημόσιον χαρακτῆρα κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκτελέσεως τῶν προκειμένων πράξεων— τὴν θεωρίαν ταύτην, λέγω, τὴν ἀποκρούω ὡς ἐσφαλμένην καὶ ἀνυπόστατον καὶ ἀποφαίνομαι, ὅτι καὶ εἰς τοιαύτην περίπτωσιν πάλιν τὰ δικαστήρια εἶναι τὰ ἁρμόδια νὰ ἀποφασίσωσι περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ὅτι ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἠθέλησεν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, εἶναι ὅλως ἀκατάλληλος. Καὶ πρῶτον μὲν, διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου εἶναι ἑπόμενον νὰ ἐπέλθῃ ἀδικία, καὶ αὕτη πάντοτε κατὰ τοῦ ἀσθενεστέρου, μόνα τὰ δικαστήρια εἶναι ἀρχαὶ, αἵτινες καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των καὶ τοῦ καθήκοντός των, ἀλλὰ προσέτι καί καθ’ ἕξιν, θεωροῦν πάντας τοὺς ἐμφανιζομένους ἐνώπιόν των ἴσους, καὶ δύνανται ὡς ἐκ τούτου νὰ ἀποφανθῶσιν ἀμερολήπτως· νομίζω περιττὸν ἐνταῦθα νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι πολλοὶ τῶν προλαλησάντων ὀρθότατα ἀνέπτυξαν περὶ τῆς ἀμεροληψίας τῶν ἡμετέρων δικαστηρίων ἐπὶ διαφορῶν μετὰ ἀλλοδαπῶν, προσέτι δὲ, ὅτι καὶ ἂν ποτὲ ὑπῆρξε μεροληψία, ὅτι αὕτη ἐγένετο ὑπὲρ τῶν ἀλλοδαπῶν· ἀλλ’ ἡ βεβαιότης αὕτη τῆς ἀμεροληψίας οὐδόλως ὑπάρχει καὶ ἐπὶ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, καὶ ἔτι μᾶλλον ἐπὶ Κυβερνήσεων· αἱ Κυβερνήσεις, ὁσάκις ἐπιλαμβάνονται τινος ζητήματος, ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν των ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ τὴν δύναμίν των καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν των καὶ πρὸ πάντων τὸ πολιτικὸν συμφέρον· ἕνεκα δὲ τούτων εἶναι κίνδυνος μέγας νὰ μεροληπτήσουν, ἡ δὲ ἀπόφασίς των δὲν δύναται νὰ ᾖναι δικαία. Δεύτερον δὲ διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου φθάνομεν εἰς μέγα ἀτόπημα, καθιστῶντες τοὺς διαδίκους καὶ δικαστὰς συγχρόνως· καὶ βεβαίως ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι οἱ διάδικοι ἐπὶ τῆς παρούσης διαφορᾶς, δικαστὴς δὲ ὑπῆρξε πάλιν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ἀποφανθεῖσα ὅτι ἐπιμένει εἰς τὴν ἀπαίτησίν της· ὁ τρόπος ὅμως οὗτος δὲν ἀποτελεῖ διαδικασίαν ἀλλ’ αὐθαιρεσίαν καθαράν· ὑποθέτω ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ἀποφασίσασα οὕτω, δὲν προέθετο νὰ ἀδικήσῃ, ἀλλ’ ὅτι ἐθεώρησε δικαίαν τὴν ἀπαίτησίν της, τοῦτο ὅμως δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ῥηθέντος κανόνος καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως, καθ’ ὅτι συνήθως, ὅταν τις πράττῃ τι, νομίζει αὐτὸ δίκαιον, ἀλλ’ ὡς ἐκ τούτου μάλιστα εἶναι ἀναρμόδιος νὰ δικάσῃ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι χαρακτηρίζω τὸν τρόπον τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος ἀνάρμοστον καὶ παρὰ τὸ δίκαιον· ἀληθῶς τὸ διεθνὲς δίκαιον δὲν ἔχει εἰσέτι κώδηκα θετικὸν, ὅστις νὰ ῥυθμίζῃ τὰς διεθνεῖς σχέσεις καὶ τὴν λύσιν τῶν διαφορῶν, τὸ διεθνὲς δίκαιον τὸ ἀποτελοῦν εἰσέτι τὰ ἔθιμα καὶ αἱ συνθῆκαι· καθὸ δίκαιον ὅμως καὶ τοῦτο τὸ διέπουν αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ ἀπολύτου δικαίου, ὅπερ εἰς οὐδένα ἐπιτρέπει νὰ ᾖναι δικαστὴς τῶν ἰδίων ἑαυτοῦ πράξεων. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀρχικῶς ἐσκόπουν, ἤτοι, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργείου, πρέπει νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἀπαίτησιν ταύτην, καίτοι ἄδικον, διότι αὕτη γίνεται παρὰ Δυνάμεως, εἰς ἣν ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην. Ἂς μὴ νομίζωμεν ποτὲ, ὅτι θὰ πλησιάσωμεν τὴν συμπάθειαν τοῦ ξένου Κόσμου, καὶ ὅτι θὰ καταστῶμεν ἀγαπητότεροι πρὸς τὰς Δυνάμεις, ἂν δειχθῶμεν εὐτελεῖς, ἂν δειχθῶμεν ἄνθρωποι περιφρονοῦντες τὰ δικαιώματά μας, καὶ ἀνάξιοι αὐτοβουλίας, οὐδὲ, ὅτι ἁπλῶς συμπάθεια, ἂν ἐπέλθῃ, δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰ σχέδια καὶ τὴν πολιτικὴν τῶν ἄλλων ἐθνῶν, καὶ μάλιστα τῶν μεγάλων. Μόνον σεβομένους μὲ ἱερὸν σεβασμὸν τὰ δικαιώματά μας, καὶ δεικνυομένους ἱκανοὺς περὶ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν, δύνανται νὰ μᾶς ἐκτιμήσωσι καὶ νὰ μᾶς λάβωσι σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν των ὁσάκις πρόκειται ἡ λύσις μεγάλων ζητημάτων. Ὡς ἀπόδειξις τούτου ἔστω αὕτη ἡ τελευταία ἐπανάστασις, ἥτις μεγάλως τὴν περὶ ἡμῶν ἰδέαν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κόσμου ἐπὶ τὸ βέλτιον μετέβαλε· καὶ τοῦτο, διότι, ἐνῷ πρότερον ἐπαρουσιαζόμεθα ταπεινοὶ ἐνώπιον ἑνὸς τυραννίσκου, ἡ ἐπανάστασίς μας ἔδειξεν, ὅτι ἐννοοῦμεν καὶ τείνομεν πρὸς τὴν πρόοδον καὶ τὸν πολιτισμὸν, καὶ πάντα ἀνθιστάμενον τὸν αἴρομεν ἐκ τοῦ μέσου, ἤτοι, διότι δι’ αὐτῆς ἐδείξαμεν, ὅτι σεβόμεθα τὰ δικαιώματά μας, καὶ ὅτι τὰ διεκδικοῦμεν ἀμφισβητούμενα. Ἐπίσης λοιπὸν καὶ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν λέγω, ὅτι, ἂν ἀντισταθῶμεν κατὰ τῆς ἀδικίας, καθ’ ὅσον ἡ θέσις μας τὸ ἐπιτρέπει, πολὺ μᾶλλον θὰ μᾶς ἐκτιμήσῃ ἡ Γαλλία, παρὰ ἂν ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεώς της, διότι δῆθεν τὴν ἀπαίτησιν ταύτην παρουσιάζει εὐεργέτις Δύναμις. Πολλοὶ προηγουμένως ἀνέφερον, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν διαιτησίαν τῶν ἑτέρων δύω μεγάλων δυνάμεων, ἢ νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ὑπόθεσιν εἰς αὐτὸν τὸν Αὐτοκράτορα τῶν Γάλλων, ἢ τέλος νὰ παραστήσωμεν καθαρώτερον τὸ δίκαιον ἡμῶν πρὶν προσφερθῶμεν εἰς τὴν ἀπότισιν τῆς ἀπαιτήσεως, καὶ τὰ τοιαῦτα· πλὴν, καὶ ἂν ταῦτα πάντα θεωρηθῶσιν ἀνωφελῆ, οὐδέποτε νομίζω πρέπει νὰ φέρωμεν τοιαύτην κατὰ τῆς Γαλλίας προσβολὴν, καὶ νὰ τῇ εἴπωμεν, ὅτι, ἂν καὶ ἡ ἀπαίτησίς σου εἶναι ἀνυπόστατος, οὐχ ἧττον, διότι εἶσαι εὐεργέτις Δύναμις, ἤτοι πρὸς ἀμοιβὴν τῶν θυσιῶν σου σοὶ ἐπιτρέπομεν τὴν αὐθαιρεσίαν· βεβαίως ἡ Γαλλία δικαιοῦται νὰ ἀπαιτήσῃ παρ’ ἡμῶν θυσίας ἀναλόγους τῶν ἰδικῶν της, δὲν δύναται ὅμως νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλω οἱ πολῖταί μου νὰ ᾖναι προνομιοῦχοι ἐν Ἑλλάδι· ἐὰν τὸ ἔλεγε, καὶ ἂν τὸ εἴπῃ, παύει πλέον τοῦ νὰ ᾖναι εὐεργέτις, καὶ καθίσταται τύραννος· τὴν ἀδικοῦμεν λοιπὸν, ὑποθέτοντες, ὅτι, ὅταν εὐηργέτει τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸν ἀγῶνα μετὰ τῶν λοιπῶν, ἀπέβλεπεν εἰς τοιαύτας βαρβάρους ἀμοιβὰς, καὶ, ἀντὶ οὕτω νὰ ἐκφράζωμεν εὐγνωμοσύνην πρὸς αὐτὴν, τὴν ὑβρίζομεν. Ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ ἀδίκου τῆς ἀπαιτήσεως καὶ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ αὕτη ἐγένετο, θεωρῶ ἀκατάλληλον ὅλως καὶ ὑβριστικὸν διά τε τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Γαλλίαν τὸν λόγον, δι’ ὃν συνῄνεσεν, ἢ τουλάχιστον φαίνεται συναινέσασα ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις εἰς τὴν προκειμένην ἀπαίτησιν. Ἡ Κυβέρνησίς μας ὤφειλε πρὸ πάσης ἀποφάσεως νὰ ἔλθῃ καὶ ἐρωτήσῃ ἡμᾶς περὶ τοῦ πρακτέου, οἵτινες ἠδυνάμεθα ἀξιοπρεπέστερον νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ὅμως, καὶ ἀφοῦ ἀπεφάσισε μόνη νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ἔπρεπε νὰ προτιμήσῃ παντὸς ἄλλου μέτρου τὴν εἰλικρίνειαν, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι πληρώνει, ὄχι διότι ἡ Γαλλία εἶναι εὐεργέτις Δύναμις, ἀλλὰ διότι ἀναγκάζεται.
§18ΤΙΝΕΣ. Τοῦτο εἶναι ὕβρις.
§19ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Μᾶλλον πρέπει νὰ θεωρήσῃ ὕβριν δι’ ἑαυτὴν ἡ Γαλλία τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου διαγωγήν της. Ἔπειτα, ὅταν μᾶς λέγῃ, ὅτι διὰ τῆς βίας ἀναλαμβάνει τὴν ἀπαίτησίν της, θὰ τῇ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι βιαζόμενοι τὰ δίδομεν.
§20ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ εἶπε.
§21ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Προτείνω λοιπὸν, ὅτι χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας μας, ὡς μὴ δυνάμενοι δυστυχῶς νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν πληρωμὴν, πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι πληρόνομεν ἐνδίδοντες εἰς τὴν ἀνάγκην.
§22ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§23ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, συμμερίζομαι πληρέστατα τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Καλαβρύτων ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει νὰ συζητηθῇ ζήτημα, δυνάμενον νὰ ἔχῃ σπουδαίας συνεπείας διὰ τὴν πατρίδα. Οἱ μεμετρημένοι λόγοι καὶ ἡ φρόνησις εἶναι τὸ πρώτιστον καθῆκον τῶν μικρῶν ἐθνῶν, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς διαφορὰν μετά τινος κραταιοῦ ἔθνους· διότι πολλάκις μία ἀπρεπὴς φράσις, μία τραχεῖα συμπεριφορὰ ἔστρεψαν τὸ δίκαιον ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχεν ἡ ὑλικὴ δύναμις. Τὸ καθῆκον τοῦτο, Κύριοι, λαμβάνει μείζονα ἔντασιν, ὅταν τὸ αἴσθημα θερμὸν πληροῖ τὴν καρδίαν καὶ παραφέρῃ τὴν διάνοιαν. Θέλω λοιπὸν προσπαθήσει νὰ μείνω ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἀποφεύγων πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ τραχύνῃ καὶ καταστήσῃ δύσκολον τὴν ἔκβασιν τῆς ἀτυχοῦς ταύτης ὑποθέσεως. Δὲν θέλω, Κύριοι, ἐνδιατρίψει πολὺ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τῆς προκειμένης ὑποθέσεως· διότι πάντες οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες, μηδ’ αὐτοῦ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξαιρουμένου, συνεφώνησαν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τοῦ Σουλιὲ εἶναι ἄδικος κατ’ οὐσίαν, καὶ ὁ τρόπος τῆς διεξαγωγῆς αὐτῆς ἀσυμβίβαστος ὅλως μὲ τὴν κυριαρχίαν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους. Μόνος ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Καλαβρύτων ἀπεπειράθη νὰ ῥίψῃ ὡς πρὸς τοῦτο ἀμφιβολίαν τινὰ, ἐπικαλεσθεὶς τὴν προφορικὴν ὁμολογίαν Ἄγγλου τινος φίλου του, ὅστις τὸν ἐβεβαίωσεν ὅτι τὸ ἐναντίον σύστημα ἐπικρατεῖ ἐν Ἀγγλίᾳ· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀμφιβολία βεβαίως δὲν εἶναι σπουδαία, καὶ φαίνεται ὅτι ἢ ὁ Ἄγγλος οὗτος δὲν γνωρίζει τὴν νομοθεσίαν τῆς πατρίδος του, ἢ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς παρακούσας, ἐνόμισεν ὅτι ὁ φίλος του ὡμίλει περὶ τῆς Ἀγγλίας, ἐνῷ ἐκεῖνος ὡμίλει ἴσως περὶ τῆς Τουρκίας. Εἶναι πρόδηλον, Κύριοι, ὅτι ἡ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐγειρομένη ἀπαίτησις τοῦ Σουλιὲ ἀντιβαίνει εἰς τὰς κοινοτέρας τοῦ δικαίου ἀρχάς. Ἡ πολιτεία τότε μόνον εὐθύνεται διὰ τὰς πράξεις τῶν λειτουργῶν της, ὅταν αἱ πράξεις αὗται ἐνηργήθησαν ἐν αὐτῇ τῇ ὑπηρεσίᾳ· αἱ ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας διαπραττόμεναι πράξεις τῶν δημοσίων λειτουργῶν βαρύνουσι τούτους ὡς ἄτομα, καὶ δὲν ἀνατρέχουσι μέχρι τῆς πολιτείας, διότι αὕτη δὲν σκεπάζει τὸ ἄτομον, ἀλλὰ τὸν λειτουργόν της. Ἡ ἀναμφισβήτητος αὕτη ἀρχὴ τοῦ δικαίου δὲν ἀλλοιοῦται ἀπέναντι τῶν ἀλλοδαπῶν· διότι ὁ ἀλλοδαπὸς δὲν δύναται νὰ ᾖναι προνομιοῦχον πρόσωπον ἐν τῇ ξένῃ πολιτείᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν διατρίβει. Ἄλλοτε ἐθεωρεῖτο ξένος, μὴ ἀπολαύων πολλῶν ἀστικῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἐπεφυλάσσοντο εἰς μόνους τοὺς πολίτας, ἐπιτηρούμενος δὲ ἀδιαλείπτως ὡς πρόσωπον ὕποπτον καὶ ἐχθρικόν· σήμερον ἡ πρόοδος τοῦ πολιτισμοῦ κατέστρεψεν εὐτυχῶς τὰς ἀποκλειστικὰς ταύτας ἰδέας, καὶ ὁ ἀλλοδαπὸς τίθεται, μέ τινας ἀσημάντους ἐξαιρέσεις, παραλλήλως μὲ τὸν πολίτην ἀπέναντι τοῦ νόμου, οὐδέποτε ὅμως ἐν οὐδεμιᾷ πολιτείᾳ ὁ ἀλλοδαπὸς θεωρεῖται προνομιοῦχον πρόσωπον. Τούτου τεθέντος, ἐρωτῶ οἱ αὐτουργοὶ τῶν κατὰ τοῦ Σουλιὲ γενομένων ἀτακτημάτων ἦσαν δημόσιοι ὑπάλληλοι; Διῆλθον Κύριοι, μετ’ ἐπιστασίας ὅλα τὰ ἔγγραφα τοῦ ἐντίμου πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ δὲν εὐτύχησα νὰ σχηματίσω παρομοίαν πεποίθησιν. Τινὲς στρατιῶται φαίνονται τῳόντι λαβόντες μέρος εἰς τὰ ἀτακτήματα, ἀλλ’ οἱ στρατιῶται οὗτοι δὲν ἐνήργουν ὑπηρεσίαν ἀτακτοῦντες· ἡ εὐθύνη λοιπὸν τῶν πράξεών των δὲν ἀνατρέχει μέχρι τῆς πολιτείας, ἀλλὰ περιορίζεται αὐστηρῶς ἐντὸς τοῦ ἀτομικοῦ κύκλου. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸς ὁ προτεινόμενος ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ πολιτεία, φύλαξ τῆς δημοσίας τάξεως, εὐθύνεται ἀπολύτως διὰ πᾶσαν διατάραξιν αὐτῆς· διότι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἀπολύτου εὐθύνης ἤθελε καταστήσει τὴν πολιτείαν ὑπεύθυνον διὰ πᾶσαν εἰς τοὺς κόλπους αὐτῆς διαπραττομένην παράνομον πρᾶξιν· διατί τῳόντι ἡ πολιτεία νὰ ᾖναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Σουλιὲ, διὰ τὰ κατ’ αὐτοῦ γενόμενα ὑπὸ ἰδιωτῶν ἀτακτήματα, καὶ νὰ μὴν ᾖναι ἐπίσης ὑπεύθυνος ἀπέναντι παντὸς προσώπου, παθόντος ἐκ κλοπῆς, ληστείας, φόνου, κτλ; μήπως καὶ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα δὲν διαταράσσουν τὴν δημοσίαν τάξιν, τῆς ὁποίας φύλαξ εἶναι ἡ πολιτεία; Ἀλλὰ ποῦ ἤθελε μείνει πολιτεία, ἥτις ἤθελε παραδεχθῆ καὶ ἐφαρμόσει τοιαύτην παράδοξον ἀρχήν; Οὔτε μεταβάλλει τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων ἡ εἰς τὸν Σουλιὲ δοθεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἄδεια τῆς παραστάσεως. Ἡ ἄδεια αὕτη γνωρίζει βεβαίως ὁ ἔντιμος πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας ποίαν πηγὴν καὶ σημασίαν ἔχει, διότι τὴν διοίκησιν ἡμῶν ἠρανίσθημεν σχεδὸν ὁλόκληρον ἐκ τῆς Γαλλίας, χάρις δὲ εἰς τὴν ἐν αὐτῇ ἐπικρατοῦσαν ἀρχὴν τῆς ἀπολύτου συγκεντρώσεως, οἱ πολῖται δὲν δύνανται νὰ ἐπιχειρήσωσί τι ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς διοικήσεως· ἡ ἄδεια ὅμως αὕτη εἶναι δικαίωμα, δὲν εἶναι καθῆκον, καὶ ἡ πολιτεία, ἥτις δι’ αὐτῆς θέλει νὰ ἦναι ἐν γνώσει παντὸς ὅ,τι πράττεται ἐν τῇ κοινωνία, δύναται εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ, χωρὶς ν’ ἀναδεχθῇ κἀμμίαν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἰδιώτου. Εἰς τὴν Γαλλίαν πολλάκις ἀνεκλήθησαν τοιαῦται ἄδειαι, ἀλλὰ πότε οἱ ἰδιῶται ἀπέκτησαν ἐντεῦθεν δικαίωμα ἀποζημιώσεως ἀπέναντι τῆς Γαλλικῆς κυβερνήσεως; Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὴν προκειμένην ἀπαίτησιν βαρεῖαν, ἀφόρητον, καὶ σκανδαλώδη δὲν εἶναι, Κύριοι, τὸ ἄδικον αὐτῆς, ἀλλ’ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκεται. Καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ πολιτεία εὐθύνετο διὰ τὰ κατὰ τοῦ Σουλιὲ ἀτακτήματα, ἡ ἀξίωσις ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην, καὶ νὰ διατρέξῃ τὴν κανονισμένην διαδικασίαν, διὰ νὰ ἐξευρεθῇ οὐ μόνον ἡ ἀρχὴ, ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἀπαιτήσεως· τοῦτο ῥητῶς ὑπαγορεύουν αἱ κοινότεραι καὶ πανθομολογούμεναι ἀρχαὶ τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν. Πότε ὁ ἀλλοδαπὸς δικαιοῦται νὰ περιφρονήσῃ τὴν προστασίαν τῶν νόμων τῆς ξένης πολιτείας; ὅταν ἡ προστασία αὕτη δὲν χορηγῆται, ὅταν ἡ ξένη πολιτεία τὸν καταδιώκῃ, ἀρνουμένη νὰ τοῦ δώσῃ δικαιοσύνην· τότε, ἀλλὰ μόνον τότε δύναται νὰ παρέμβῃ ἡ Κυβέρνησίς του καὶ νὰ κατασταθῇ οὕτω τὸ ζήτημα ἀπὸ ἰδιωτικὸν καθαρῶς διπλωματικόν. Τοῦτ’ αὐτὸ κατενόησε καὶ ὁ ἔντιμος πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας, καὶ διὰ τοῦτο λέγει σαφῶς καὶ καθαρῶς ἐν τῇ διακοινώσει του, ὅτι παρεμβαίνει ἡ Αὐτοκρατορικὴ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἀδυναμίαν τῆς δικαιοσύνης, προερχομένην ἐκ τῆς συνενοχῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ κατὰ τοῦ Σουλιὲ διαπραχθέντα. Ἀγωνίζεται δὲ νὰ παραστήσῃ τὰ γεγονότα οὕτως, ὥστε νὰ στηρίξωσι τὴν ἄδικον ταύτην κατάκρισιν, προβάλλων τὴν ἀτιμωρησίαν τῶν ἐνόχων καὶ ὑποδεικνύων διὰ τρόπου, οὐχὶ πλαγίου καὶ κεκαλυμμένου, τὴν συνενοχὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς Συνελεύσεως, ἥτις ἐτόλμησε νὰ τὸν ἐκλέξῃ καὶ αὖθις ὑπουργὸν ἄνευ πολιτικῆς ἀνάγκης! Ἐὰν ἡ αἰτίασις αὕτη ἦτο ἀληθὴς, ἔπρεπε νὰ καλύψωμεν τὸ πρόσωπόν μας ὑπὸ ἐντροπῆς, ἀλλ’ ἀναφέρομαι, Κύριοι, μετὰ θάῤῥους εἰς τὴν συνείδησίν σας· ὑπήρξατε θεαταὶ τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων σκηνῶν. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν ἡ μομφὴ αὕτη εἶναι δικαία; τὸ μαῦρον τοῦτο στῖγμα εἶναι ἄξιον νὰ ἐγκολαφθῇ εἰς τὸ μέτωπον τῆς πατρίδος; Ὄχι, μυριάκις ὄχι· τίς ποτὲ ἀλλοδαπὸς προέτρεξε κατὰ τὴν ἐπανάστασιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια καὶ δὲν ἔλαβε δικαιοσύνην; τί δὲ ζητοῦσα ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις ὑπέθαλπε τὰ κατὰ τοῦ Σουλιὲ ἀτακτήματα; μήπως ἐζήτει νὰ ἐκδικηθῇ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ θεατρώνου τούτου τὴν ἐν Ἑλλάδι Γαλλικὴν πολιτικήν; Ἀλλὰ, Κύριοι, αἰσθάνομαι ὑπερεκχυλίζον ἐν ἐμοὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἀγανακτήσεως· ἐπιτρέψατέ μοι λοιπὸν νὰ ἐγκαταλείψω ταχέως τὴν σκληρὰν, τὴν ὑβριστικὴν ταύτην ἔποψιν τοῦ ζητήματος. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἐθνικὴ τιμὴ ὑπαγορεύουσι τὴν ἄμεσον ἀπόῤῥιψιν τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Σουλιέ. Θέλω ἐξετάσει τώρα ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους οἱ προλαλήσαντες προέβαλον ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς αὐτῆς. Ἀρχίζω ἀπὸ τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ Κύριος Δεληγιάννης ἀνέπτυξεν εὐγλώττως τὰ ἰσχυρὰ καὶ ἀκαταγώνιστα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀρχὰς ἀντέταξεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Σουλιέ· ἀλλ’ ἀπέναντι τούτων μᾶς ὑπενθύμισεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ Γαλλικοῦ βήματος ὑψώθη τὸ πρῶτον ἡ ἰσχυρὰ φωνὴ τοῦ Σατωβριάνδου, διαμαρτυρηθέντος ἐν ὀνόματι τῆς Γαλλίας κατὰ τῶν ὠμοτήτων, ἃς ὑφίστατο τὸ ἔθνος μας εἰς τὸν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα, ὅτι ἡ συμπάθεια τοῦ εὐγενοῦς Γαλλικοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῆς ἀγωνιζομένης τό τε πατρίδος μας ἔφθασε μέχρις ἀκράτου ἐνθουσιασμοῦ, καὶ ὅτι τὰ ῥιφθέντα Γαλλικὰ τηλεβόλα ἔν τινι ἐνδόξῳ λιμένι τῆς Πελοποννήσου ἐπετέλεσαν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τῆς εὐγλώττου δὲ ταύτης ἐκδρομῆς, θίγων ἐπιτηδείως τὸ εὐγενέστερον τῶν αἰσθημάτων, τὴν εὐγνωμοσύνην, ἐζήτησε νὰ θυσιάσωμεν ὑπὲρ αὐτῆς τὰς δικαίας ἀξιώσεις μας. Ἐκτιμῶ, Κύριοι, τὸ αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης, καὶ δὲν φρονῶ, ὅπως τις τῶν προλαλησάντων, ὅτι τοῦτο εἶναι ὅλως ξένον τῆς πολιτικῆς, καὶ ὅτι τὰ ἔθνη, ἐστερημένα τῆς καρδίας, πρέπει νὰ βαδίζωσι ψυχρὰ καὶ ἀπαθῆ, μετρῶντα πᾶν βῆμά των μὲ τὸν διαβήτην τοῦ συμφέροντος. Ἀλλὰ μᾶς ζητεῖ τίποτε ἡ εὐεργέτις Γαλλία; Αἲ Κύριοι! πῶς κατορθώνουν νὰ κάμουν ἄφαντον ἕνα ἄσημον θεατρώνην καὶ νὰ φέρουν εἰς τὴν θέσιν του τὴν κραταιὰν, τὴν προστάτιδα Γαλλίαν, ζητοῦσαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ὡς φόρον εὐγνωμοσύνης, τὴν πληρωμὴν ἑνὸς εὐτελοῦς ποσοῦ χρημάτων; δὲν αἰσθάνονται ὅτι καταβιβάζεται οὕτως ἡ Γαλλία εἰς θέσιν ἀναξίαν ἑαυτῆς; Ἡ Γαλλία, Κ. ὑπουργὲ, συντελέσασα εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἐννόησε καὶ ἠθέλησε νὰ ἀποκαταστήσῃ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἓν κράτος ἐλεύθερον καὶ πλῆρες ζωῆς, τὸ ὁποῖον νὰ διαχύσῃ τὸν Εὐρωπαϊκὸν πολιτισμὸν εἰς τὴν ἱστορικὴν ταύτην χώραν· δὲν ἐννόησεν οὔτε ἠθέλησε νὰ δημιουργήσῃ κράτος νόθον καὶ ῥαχητικὸν, ἱκανοποιοῦν μετὰ τυφλῆς ὑποταγῆς τὰς ἰδιοτρόπους ἀξιώσεις τοῦ πρώτου παρουσιαζομένου τυχοδιώκτου ὑπηκόου της. Θὰ δείξωμεν λοιπὸν τὴν πρὸς τὴν Γαλλίαν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν, καθιστῶντες τὴν πατρίδα μας ἀξίαν τῶν τόσων θυσιῶν, τῶν τόσων αἱμάτων, καὶ τῶν τόσων πόθων της, οὐχὶ δὲ πληρόνοντες ἑξήκοντα χιλιάδας δραχμὰς εἰς ἕνα Σουλιέ. Προβάλλουσιν ἄλλοι τὸν λόγον τοῦ δημοσίου συμφέροντος. «Τὰ σπουδαιότερα ἐθνικὰ ζητήματα, λέγουν, εἶναι ἐκκρεμῆ, μία δὲ δυσαρέσκεια τοῦ Αὐτοκράτορος κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμὴν δύναται νὰ διακυβεύσῃ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ὑποχωρήσωμεν» Πολὺ ἐπιπόλαιον ἰδέαν πρέπει νὰ ἔχωσι, Κύριοι, οἱ οὕτω κρίνοντες περὶ τοῦ Αὐτοκράτορος καὶ περὶ τῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ Γαλλικῆς πολιτικῆς. Ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῶν μεγάλων ἐθνῶν στηρίζεται ἐπὶ συμφερόντων καὶ ἀρχῶν ἀναλλοιώτων, καὶ δὲν τροποποιεῖται οὔτε δι’ αὐτῶν τῶν ῥιζικῶν ἐσωτερικῶν μεταβολῶν. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ πρὸς τὴν Ἑλλάδα Γαλλικὴ πολιτικὴ, χαράξασα τὸν δρόμον της ἀπὸ τῆς ἀνεξαρτησίας ἡμῶν, ἐξακολουθεῖ μένουσα ἀναλλοίωτος ὑπὸ πάσας τὰς ἐσωτερικὰς μεταβολὰς τῆς Γαλλίας, ὑπὸ τοὺς Βουρβώνους τῶν δύω κλάδων, ὑπὸ τὴν δημοκρατίαν, καὶ ὑπὸ τὸν Ναπολέοντα· καὶ φρονεῖτε ὅτι θὰ μεταβληθῇ τώρα διὰ τὴν ἀξιοπρεπῆ ἄρνησιν μιᾶς πληρωμῆς, ἀντιβαινούσης εἰς τὸ δίκαιον καὶ προσβαλλούσης τὴν τιμήν μας; Μὴ πτοῆσθε, Κύριοι, ἀπὸ τοιούτους κενοὺς φόβους· τὰ φάσματα εἶναι διὰ τὰ παιδία. Ἐξετιμήσαμεν, Κύριοι, μέχρι τοῦδε τὴν ἀληθῆ ἀξίαν δύο λόγων, προτεινομένων ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς πιστώσεως καὶ θεωρουμένων ὡς τῶν μᾶλλον σπουδαίων· σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέξεις καὶ περὶ τῶν λοιπῶν λόγων. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μεσολογγίου ἐπρότεινε νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πίστωσιν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔφθασε ν’ ἀναδεχθῇ ἀπέναντι τῆς Γαλλικῆς πρεσβείας τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. «Πρέπει νὰ ἐνδώσωμεν, λέγει, ἀπέναντι τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ νὰ καταστήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ὑπεύθυνον, διότι μᾶς ἔδεσε τὰς χεῖρας». Δὲν ἐξετάζω, Κύριοι, ἂν ᾖναι εὐπρεπὲς ἐπὶ ζητήματος οὐσιωδῶς ἐθνικοῦ νὰ εὕρωμεν ἀφορμὴν διὰ νὰ δώσωμεν μάχην κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις καλῇ τῇ πίστει δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς κακῶς διαξαγαγοῦσα αὐτό· λέγω ὅμως ὅτι τὸ καταφύγιον, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ζητοῦν νὰ σκεπάσουν τὴν ἐθνικὴν τιμήν, ἐκθέτει αὐτὴν περισσότερον. Ποῖον θὰ κάμουν, παρακαλῶ, νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν ὑποβληθεῖσαν αὐτῇ πίστωσιν; Ἐνδίδετε καὶ ζητεῖτε νὰ δανεισθῆτε ἐντεῦθεν ὅπλα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ῥίψητε· ἐνδίδετε καὶ ζητεῖτε νὰ σώσετε τὴν ἐθνικὴν τιμὴν ὑπὸ τὰ ῥάκη ἐλεεινῆς δικανικῆς σοφιστείας! Δὲν εἶσθε οὔτε δίκαιοι οὔτε ἀξιοπρεπεῖς. Τελευταῖον προέβαλον τὸν λόγον τοῦ δικαιώματος τοῦ ἰσχυροτέρου. «Εἴμεθα μικροὶ, εἶπον, καὶ ἀσθενεῖς· ἡ δὲ Γαλλία εἶναι ἰσχυρὰ καὶ δύναται νὰ μᾶς συντρίψῃ ὑπὸ τοὺς πόδας της ὡς στρουθίον· δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ μὴ ὑποχωρήσωμεν· ὑποχωροῦντες ὅμως πρέπει νὰ σώσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους, κηρύττοντες δημοσίᾳ, ὅτι ἐνδίδομεν εἰς τὴν βίαν». Αἴ, Κύριοι, καὶ φρονεῖτε ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης διακηρύξεώς σας σώζετε τῳόντι τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος σας; Ποίαν ἰδέαν θέλετε νὰ συλλάβῃ περὶ ἡμῶν ὁ κόσμος, ὅταν, πρὶν ἢ μετέλθῃ τις τὴν ἐλαχίστην βίαν, τὴν παραμικρὰν ἀπειλὴν καθ’ ἡμῶν, πλάττωμεν διὰ τῆς φαντασίας τὸν κίνδυνον, τὸν ὑπολαμβάνομεν ἐπικείμενον, παρόντα, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἀλόγου τούτου φόβου φωνάζομεν περιδεεῖς εἰς τὸν κόσμον. «Εἴχομεν δίκαιον, ἀλλὰ τὸ ἐθυσιάσαμεν εἰς τὴν βίαν τοῦ ἰσχυροτέρου»; Τοιαύτην δὲ παριστῶντες τὴν Ἑλλάδα, δειλὴν καὶ ποταπὴν, οἰκονομεῖτε τοὐλάχιστον τὸ πρὸς τὴν Γαλλίαν ὀφειλόμενον σέβας; Ὄχι· ἡ πρότασίς σας εἶναι ὕβρις κατὰ τῆς προστάτιδος ταύτης δυνάμεως· εἶναι ὄνειδος, ῥιπτόμενον κατὰ πρόσωπον τῆς Αὐτοκρατορικῆς Κυβερνήσεως.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀνοίκειον νὰ λέγωνται τοιαῦτα πράγματα.
§25ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐφύλαξα ὑπὲρ πάντα ἄλλον, Κ. Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν εὐσχημοσύνην καὶ τὴν μετριοπάθειαν· διὰ τῆς ἀνωτέρω φράσεως ἠθέλησα νὰ παραστήσω τὸ ἄτοπον μιᾶς ἰδέας, τὴν ὁποίαν βλέπετε ὅτι πολεμῶ· ἐὰν ἐν τούτοις ἡ φράσις ᾖναι πολὺ τραχεῖα, δὲν τὴν φυλάττω.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννόησα τὴν ἰδέαν σας, ἀλλ’ οὔτ’ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν πρέπει, νομίζω, νὰ γίνεται χρῆσις φράσεως πολὺ τραχείας καὶ ὀλίγον κοινοβουλευτικῆς.
§27ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν εἴμεθα δοῦλοι, Κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὰ δικαιώματά μας· διὰ τοῦ αἵματός μας ἠγοράσαμεν τὴν ἐλευθερίαν μας· δὲν εἴμεθα ἀνδράποδα· ἠδυνάμεθα νὰ ζῶμεν ὑπὸ τὸν Τοῦρκον, ἂν ἠνειχόμεθα νὰ μένωμεν ἀνδράποδα.
§28ΜΙΛΗΣΗΣ. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ἵνα ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν μᾶς διαγράφει τὸ καθῆκον καὶ ἡ τιμὴ τοῦ ἔθνους. Ἂς μείνωμεν λοιπὸν ἀσάλευτοι εἰς τὴν θέσιν μας· ἂς σεβασθῶμεν ἡμεῖς αὐτοὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν μας, διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωμεν παρὰ τῶν ἄλλων νὰ τὴν σεβασθῶσι. Μὴ περιφρονῶμεν τῆς καρδίας τὰς εὐγενεῖς καὶ αὐθορμήτους ἐμπνεύσεις, διότι ἡ καρδία ὑπῆρξε πολλάκις ὁ βαθύτερος πολιτικός· ὅταν δὲ τὰς ἐμπνεύσεις τῆς καρδίας ἐπιδοκιμάζῃ καὶ υἱοθετῇ ἡ κρίσις, εἶναι ἄνανδρον νὰ τὰς περιφρονῶμεν, ὑπείκοντες εἰς φόβους κενοὺς καὶ ματαίους. Ἂς ἀναφερθῶμεν εἰς τὴν δικαίαν κρίσιν τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γαλλίας· ὁ κραταιὸς οὗτος ἡγεμὼν, ὅστις ὑπῆρξεν ὑπέρμαχος τῶν εὐγενεστέρων ὑποθέσεων, θέλει ἐκτιμήσει δεόντως τὴν ἀπόφασιν μικροῦ ἔθνους, ἀρνουμένου νὰ κάμῃ θυσίαν δικαίου καὶ τιμῆς δι’ οἱονδήποτε λόγον. Ἡ ἀρετὴ, Κύριοι, ἀφ’ οἱασδήποτε θέσεως καὶ ἂν παρίσταται, εἶναι σεβαστὴ καὶ ἐπιβάλλει τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ὑψηλότερον καὶ εὐγενέστερον εἶναι τὸ πρόσωπον, πρὸς ὃ ἀντιτάσσεται. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι ἂν ἡ ἰσχὺς ἔχῃ τὰ δικαιώματά της, ἡ ἀδυναμία ἔχει τὰ ἰδικά της, καὶ ὅτι ὑπεράνω παντὸς μονάρχου καὶ παντὸς στρατοῦ ἵσταται σήμερον ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Εὐρώπης, λαμβάνουσα ὑπὸ τὴν σκέπην αὑτῆς πᾶσαν δικαίαν ὑπόθεσιν· ἡ ἀκαταμάχητος αὕτη δύναμις δὲν θὰ ἀφήσῃ βέβαια ὀρφανὴν καὶ ἀπροστάτευτον τὴν Ἑλλάδα ἀδικουμένην, ἐὰν αὕτη κατορθώσῃ νὰ μείνῃ ἀσάλευτος εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύουν τὸ καθῆκον καὶ ἡ τιμή της. Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν πρότασιν, ἐν ᾗ διετύπωσα τὴν ἰδέαν μου. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. «Θεωροῦσα, ὅτι ἡ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐγειρομένη ὑπὸ τοῦ Γάλλου ὑπηκόου Σουλιὲ ἀπαίτησις περὶ ἀποζημιώσεως ἀντιβαίνει προφανῶς εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν καὶ «Ἀναφερομένη μετ’ ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν δικαίαν κρίσιν τοῦ Μεγαλειοτάτου Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων» «Δὲν χορηγεῖ τὴν ἐκ δραχ. 60,530 πίστωσιν, αἰτηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς ἀποζημίωσιν τοῦ Γάλλου ὑπηκόου Σουλιέ».
§29ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Ἀντὶ τῆς λέξεως «εὐμενὲς» νὰ βάλλῃς ἓν ἄλλο ἐπίθετον.
§30ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, μετὰ τὰς εὐγλώττους ἀναπτύξεις τοσούτων καὶ τοιούτων προαγορευσάντων μόλις τολμῶ νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος. Δύο σκοπέλους πρὸ πάντων βλέπω ἐνώπιόν μου, τὴν ἔξαψιν τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τὸν κυκεῶνα τῆς πολυμαθείας. Ἀπὸ τοῦ πρώτου θέλω βεβαίως διασωθῆ, ἀπαθῶς ἀναλύων τὸ προκείμενον ζήτημα. Τὸν δεύτερον ὀλίγον φοβοῦμαι, διότι αἱ μικραί μου γνώσεις μ’ ἐκθέτουν εἰς τοιοῦτον κίνδυνον. Δύο τινὰ, Κύριοι, πρέπει νὰ διαστείλητε εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Γαλλικῆς πρεσβείας, ἢ μᾶλλον τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως· πρέπει νὰ διαστείλητε τὴν οὐσίαν καὶ τὸν τρόπον, τὴν ἔκφρασιν ἢ τὴν μορφὴν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἡ ἀπαίτησις ἀπευθύνεται πρὸς ἡμᾶς. Τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας εἶναι, ἐὰν στηρίζηται εἰς τὸ δίκαιον. Τὸ δεύτερον εἶναι ἐὰν ἔγεινεν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ προσβάλληται ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ ἔθνους. Θέλω ὁμιλήσει πρῶτον περὶ τῆς οὐσίας. Εἰς τί στηρίζεται ἡ ἀπαίτησις περὶ Σουλιὲ; στηρίζεται εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος ἀποζημιώσεως, διότι ἐγένοντο προσβολαί, κακοπραγίαι ἀλλεπάλληλοι καὶ συνετείᾳ αὐτῶν ζημίαι εἰς ὑπήκοον Γάλλον· ἐγένοντο δὲ παρ’ ἀνθρώπων ἀνηκόντων εἰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, παρὰ δεκανέων, λοχιῶν, ἀνθυπασπιστῶν. Διότι λοιπὸν ἐγένοντο ἐπανειλημμένως, ἐνῷ δὲν ἐφάνη ἡ δέουσα συνδρομὴ τῆς ἀστυνομίας, ἢ ἐν γένει ἐκείνων, οἵτινες εἶναι ἐπιτετραμμένοι νὰ δώσωσι τοιαύτην συνδρομὴν, εἰς τοῦτο κυρίως στηρίζεται ἡ ἀπαίτησις. Ἐρωτᾶται, εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις, ἢ τὸ δημόσιον εἶναι ὑπεύθυνον, εἴτε ἀπέναντι ἡμεδαπῶν εἴτε ἀπέναντι ἀλλοδαπῶν, ὅταν αἱ ζημίαι ἔχουν τοιοῦτον χαρακτῆρα; Εἶδον, ὅτι τοῦτο φιλονεικεῖται· μόνος ὁ Κ. Πληρεξούσιος Καλαβρύτων ἀνέφερεν ἐπὶ τῇ αὐθεντείᾳ, ὡς εἶπεν, Ἄγγλου τινὸς λύσιν καταφατικὴν, ἀλλὰ σχεδὸν παρ’ ὅλων τῶν προαγορευσάντων ἠμφισβητήθη. Θέλω τολμήσει, Κύριοι, νὰ τὸ ὑποστηρίξω καὶ ἐγὼ συμφώνως μὲ τὸν Κ. πληρεξούσιον Καλαβρύτων καὶ θέλω τὸ ὑποστηρίξει οὐχὶ ἐπικαλούμενος αὐθεντίαν ἀγνώστου τινὸς, ἀλλ’ ἐπικαλούμενος αὐθεντίαν λίαν γνωστῶν καὶ εἰδικῶν περὶ τῶν τοιούτων πραγμάτων Συγγραφέων. Ὁσάκις, Κύριοι, ἐπέρχεται ἡ ζημία παρὰ τοῦ ἐπιτετραμμένου νὰ φυλάττῃ τὴν τάξιν, παρὰ τοῦ δημοσίου ὑπηρέτου, εἴτε ἐπέρχεται, διότι αὐτὸς κάμνει κακὴν χρῆσιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει, εἴτε διότι δὲν γίνεται ἡ δέουσα πρόνοια, ὥστε νὰ κατασταλῇ ἡ παρεκτροπὴ, καὶ διὰ τοὺς δύο λόγους, εἴτε ἐκ πράξεως, εἴτε ἐκ παραλείψεως, ὑπάρχει ἡ εὐθύνη τοῦ δημοσίου πρὸς ἡμεδαποὺς καὶ πρὸς ἀλλοδαπούς· καὶ αὐτὴ ἡ εὐθύνη εἶναι, νομίζω, πολὺ φυσική. Δίδετε εἰς τὸν στρατιώτην τὰ ὅπλα καὶ τὰ δίδετε διὰ νὰ φρουρήσῃ τὴν τάξιν· ὅταν τὰ αὐτὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα ἐδώκατε διὰ νὰ φρουρήσῃ τὴν τάξιν, τὰ μεταχειρίζηται κατὰ τοῦ ἀόπλου πολίτου ἢ κατ’ ἀλλοδαποῦ, τὶ θέλετε νὰ πράξῃ ὁ πολίτης ἢ ὁ ἀλλοδαπός; Θέλετε νὰ ἦναι πάντοτε προπαρεσκευασμένος καὶ σιδηροφορῶν, ἕτοιμος νὰ ἀποκρούσῃ τὰς ἐπιθέσεις τοῦ στρατιώτου; ἔπειτα, ὅταν τοιαῦται πράξεις ἐπαναλαμβάνωνται κατὰ σειρὰν καὶ ἀλλεπαλλήλως, τὶ δύνανται νὰ σᾶς εἴπουν; δὲν δύνανται νὰ σᾶς εἴπουν, πρὸς τὶ ἔχετε πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ποίαν χρῆσιν ἐκάματε τῆς πειθαρχικῆς ταύτης ἐξουσίας διὰ νὰ καταστείλετε τοιαύτας παρεκτροπάς; Τὰς εἴδατε ἅπαξ, τὰς εἴδατε δὶς, τὰς εἴδατε τρὶς καὶ μολαταῦτα ἐξακολουθοῦν καὶ ἐπαναλαμβάνονται. Ἡ πειθαρχική σας ἐξουσία τάχα ἐξηντλήθη; Ἐφθάσατε εἰς τὴν ἀδυναμίαν; Ἀλλοίμονον ἂν δώσητε τοιαύτην ὁμολογίαν· τοιαύτη ὁμολογία εἶναι ἡ ὑμετέρα καταδίκη. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀμφισβητούμενον καὶ θέλω σᾶς ἀναφέρει μάρτυρας τῶν λόγων μου, ὅτι εἰς πᾶσαν τοιαύτην περίπτωσιν τὸ δημόσιον εἶναι ὑπεύθυνον εἴτε πρὸς τὸν ἡμεδαπὸν, εἴτε πρὸς τὸν ἀλλοδαπὸν ἄνευ διακρίσεως. Καὶ πρὸς τὸν ἡμεδαπὸν αὐτὸν ἅμα ἐπέλθῃ ἡ ζημία παρ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐτάχθη διὰ τὴν φρούρησιν τῆς τάξεως, καὶ πρὸς τὸν ἡμεδαπὸν θέλετε ἀποδώσει ἀποζημίωσιν, διότι ὁ ἡμεδαπὸς δὲν δύναται κἂν νὰ ἀντιστῇ εἰς τὸν ἀντιπροσωπεύοντα τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἡ ἀντίστασίς του εἶναι στάσις, εἶναι ἀντίστασις κατὰ τῆς ἀρχῆς. Θέλετε λοιπὸν νὰ τὸν θέσητε εἰς ἔγκλημα διὰ νὰ σώσῃ τὴν περιουσίαν του, τὴν τιμήν του, ἄοπλον τὸν παραδίδετε ἀπέναντι ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὡπλίσατε διὰ τὴν τάξιν;
§31ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἠμπορῶ νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;
§32ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι! Παρὰ τὰς ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας ἠμπορεῖτε νὰ ἀπευθύνετε εἰς ἐμὲ, καὶ τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω, λάβετε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσετε τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας δίδουν σπουδαῖοι συγγραφεῖς. Ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς ἐκφράζονται ὁμοφώνως οἱ σπουδαιότεροι συγγραφεῖς περὶ τοιαύτης ὕλης. Θέλω προτιμήσει νὰ τὸ μεταφράσω ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ καὶ θέλω καταθέσει τὸ κείμενον διὰ νὰ τὸ ἐξελέγξετε, ἂν νομίσητε, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές. «Δὲν πρέπει νὰ συγχύσῃ τις τὴν πολιτικὴν ἀγωγὴν καὶ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν, ἥτις ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ πρόσωπον τοῦ ἐνόχου. Ἐπομένως, ὅτε τὸ ὄργανον τῆς ἐξουσίας κατεδικάσθη εἰς ποινήν τινα λόγῳ ἀδικήματος καὶ εἰς χρηματικὴν ἀποζημίωσιν, δὲν δύναται τὸ δημόσιον νὰ ἀποφύγῃ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τῶν ἀποζημιώσεων τούτων, ἐπὶ λόγῳ ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ἐνέχεται ἕνεκεν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνέτειλε, διότι ἡ δοθεῖσα ἐντολὴ τῆς ὑπηρεσίας ἀρκεῖ πρὸς τοιαύτην εὐθύνην. Τοιαύτη εἶναι ἡ ὁμόφωνος γνώμη τῶν Mangin, Cotelle, Dumesnil, Dalloz». Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν συγγραφεὺς, ὁ ὁποῖος νὰ ἀμφισβητῇ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, καὶ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, Κύριοι, οἱ συγγραφεῖς ἠξεύρετε πόθεν ἀρύονται; Ἀνατρέχουν εἰς ῥῆσιν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Ῥωμαίων ἀκόμη ἀναγνωρίζεται αὐτὴ ἡ εὐθύνη καὶ οἱ Ῥωμαῖοι λέγουν εἰς τοὺς Πανδέκτας, ὅτι εὐθύνεταί τις διὰ πράξεις ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους μεταχειρίζεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, διότι εἶναι πταῖσμα ἡ κακὴ αὐτῶν ἐκλογή. Et alicugus culpæ reus est quod opera malorum hominum uteratur. Κύριοι, νομίζετε, ὅτι μόνον οἱ συγγραφεῖς, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθην, μόνον αὐτοὶ ἀνεγνώρισαν αὐτὸ τὸ ἀξίωμα; Αὐτὸ τὸ ἀξίωμα μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ τὸ ὑποστηρίξω ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος δι’ ἀποφάσεώς του τὸ καθιέρωσε. Δύναμαι νὰ σᾶς φέρω παράδειγμα δίκην, ἡ ὁποία ἐδικάσθη κατὰ τὰ 1861 δίκην τοῦ Κ. Τζανετάκη Γρηγοράκη, ὅτε τὸ δημόσιον κατεδικάσθη, διὰ τί; διὰ τὴν ζημίαν τὴν ἐπενεχθεῖσαν εἰς αὐτὸν παρὰ στρατιωτῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνος μοιράρχου. Ἐν ὀλίγοις, Κύριοι, σᾶς λέγω τὶ συνέβη. Καθ’ ὃν χρόνον ἐγίνετο δημοτικὴ ἐκλογὴ εἰς τὸ Γύθειον ὁ Κ. Τζανετάκης Γρηγοράκης κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐκεῖ πολιτοφυλακῆς νὰ διατηρῇ τὴν τάξιν. Ἡ ἀντίθετος μερὶς δοκιμάζει νὰ εἰσβάλῃ εἰς Γύθειον ἔνοπλος κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐκλογῆς, ἀποκρούεται παρὰ τοῦ Κ. Τζανετάκη Γρηγοράκη, εἰς τὸ μεταξὺ ὅμως αὐτὸ φθάνει ὁ Μοίραρχος, τοῦ ὁποίου σᾶς εἶπον δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα.
§33ΚΑΣΤΑΝΑΚΟΣ. Κακὰς πληροφορίας ἔχεις (γέλως).
§34ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Εἶναι δικαστικὴ ἀπόφασις.
§35ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Φθάνει ὁ Κ. Μοίραρχος καὶ προσκαλεῖ τὸν Κ. Τζανετάκην Γρηγοράκην ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε περὶ τούτου ἐντολὴν νὰ διαλύσῃ τὴν πολιτοφυλακὴν ἀναδεχόμενος αὐτὸς τὴν ἀσφάλειαν τῆς πρωτευούσης τοῦ Δήμου. Διαλύεται ἡ πολιτοφυλακὴ, ἀναδέχεται ὁ Μοίραρχος τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Δήμου· ἀλλ’ οἱ στρατιῶται, οἱ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ μοιράρχου, καίουσι τὰς δύο οἰκίας τοῦ Κ. Τζανετάκη Γρηγοράκη. Κινεῖται ἀγωγὴ καὶ ζητεῖται ἡ ἀποζημίωσις παρὰ τοῦ δημοσίου αὐτοῦ καὶ τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ 1861 καθιεροῖ αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἀρχὴν, ἀναφέρον αὐτοὺς τοὺς ἰδίους συγγραφεῖς, αὐτὴν τὴν ἰδίαν ῥῆσιν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου καὶ καταδικάζει τὸ δημόσιον.
§36ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, Κύριε πρόεδρε, ὅτι οἱ στρατιῶται τοῦ μοιράρχου ἔκαμαν αὐτό.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ παρασύρεσθε εἰς ἄλλα ἀντικείμενα. Ὁ ἀγορεύων λαλεῖ περὶ νομολογίας καὶ οὐχὶ περὶ πραγματικῶν ἀντικειμένων.
§38ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Κ. Κοσσονάκος, δύναται νὰ ᾖναι ὀρθὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος τὸ ἐπίστευσεν, ἴσως κακῶς τὸ ἐπίστευσεν. Ἐγὼ λέγω τί καθιερώθη. Σᾶς λέγω, Κύριοι, καὶ ἄλλο παράδειγμα, τὸ παράδειγμα τῆς Ὑπάτης. Ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὸ 1847, ἂν δὲν μὲν λανθάνῃ ἡ μνήμη, ἢ 48, ἐγένετο στάσις καὶ εἰσβάλλουν τὰ στρατεύματα τῆς Κυβερνήσεως εἰς Ὑπάτην, ἀποκρούσαντα τοὺς ἀντάρτας, καὶ μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῶν ἀνταρτῶν, ἀφοῦ οὐδεὶς ὑπῆρχε πλέον ἐντὸς τῆς Ὑπάτης φέρων τὰ ὅπλα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὐχ ἧττον συμβαίνει ἐμπρησμός· οἱ στρατιῶται δεικνύουν ἀδιαφορίαν βλέποντες τὰς φλόγας βοσκούσας ἐντὸς τῆς Ὑπάτης. Αὐτὸ καὶ μόνον, Κύριοι, ὅτι ἔδειξαν ἀδιαφορίαν, ἐπέφερε καταδίκην τοῦ δημοσίου, τὴν ὁποίαν καθιέρωσε τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Μόνη ἡ ἀδιαφορία· διὰ τί; διότι εἶχον χρέος καὶ αὐτοὶ καὶ μόνοι τότε, ὄντες ἐν ὑπηρεσίᾳ, ἠδύναντο νὰ δώσουν συνδρομὴν νὰ κατασβέσουν τὸ πῦρ καὶ νὰ καταστείλουν παρεκτροπὰς, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐφαίνοντο ἀδιάφοροι καὶ ἀπαθεῖς εἰς τὰ δυστυχήματα τῶν ἀόπλων πολιτῶν. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι πρᾶγμα πρωτοφανὲς, εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον καθ’ ἡμέραν δικάζεται, καθ’ ἡμέραν ἀποφασίζεται αὐτὴ ἡ εὐθύνη καὶ δὲν ἐπίκειται μόνον ὡς πρὸς ἀλλοδαποὺς, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ἡμεδαπούς. Εἰς τοῦτο στηρίζεται ἡ ξένη ἀπαίτησις καὶ τοιαύτη ἡ βάσις αὐτῆς· τόρα ἐπέρχεται ὅμως ἄλλο ζήτημα, δὲν περιορίζομαι εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ἀλλ’ ἔρχομαι τώρα νὰ ἐξετάσω ἄλλο τι ἐπίσης σπουδαῖον. Θέλετε μὲ εἴπει λοιπὸν, τὰ πολιτικὰ δικαστήρια συμφώνως πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα, εἶναι ἁρμόδια ν’ ἀποδώσουν ἀποζημίωσιν, ὑπαρχούσης τοιαύτης βάσεως δικαίας. Τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀμφιβάλλει, ὅτι θέλουν βασανίσει ἐπισταμένως, ἂν χρεωστεῖται ἀποζημίωσις καὶ κατὰ τοῦτο μὲ λέγετε πρᾶγμα λίαν ὀρθὸν, τὸ ὁποῖον κ’ ἐγὼ ἀποδέχομαι. Λοιπὸν θέλετε εἴπει, διὰ ποίαν αἰτίαν νὰ μὴ δώσωμεν αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν καὶ νὰ μὴ εἴπωμεν ἰδοὺ ὑπάρχουν τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια; Τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια ἂς διατάξουν ἀνακρίσεις, ἂς διεξαγάγουν μετὰ πάσης ἀκριβείας τὴν ἔρευναν καὶ ἅμα βεβαιωθοῦν ὅτι αὐτὰ ὅλα εἶναι ἀληθῆ, ὅτι αὐτὴ ἡ ζημία ἔγεινε τῳόντι, ὅτι ἔνοχοι ὑπάρχουν οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια θέλουν ἀποδώσουν δικαιοσύνην· ἂν, Κύριοι, τοῦτο δυνάμεθα νὰ τὸ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν ἀλλοδαπὸν, νομίζετε, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν ἀξιοπρεπῶς τοῦτο καὶ πρὸς φιλικὴν Κυβέρνησιν; νομίζετε, ὅτι, ὅταν φιλικὴ Κυβέρνησις στηρίζῃ τοιαύτην ἀπαίτησιν ἡ ὁποία ἔχει βάσιν δικαίαν, νομίζετε, ὅτι ἡ φιλικὴ Κυβέρνησις πρέπει νὰ περιμένῃ, ὥστε ὁ προστατευόμενος παρ’ αὐτῆς ὑπήκοος νὰ δικαιωθῇ παρὰ τῶν δικαστηρίων; Τοῦτο, Κύριοι, ἠξεύρετε ὁποῖοι τὸ πράττουν; Τὸ πράττουν ὅσοι ἀδιαφοροῦν περὶ τῶν φιλικῶν σχέσεων, καὶ οὐδεμίαν περὶ τῆς διατηρήσεως αὐτῶν λαμβάνουν φροντίδα· ὅταν τὸ πρᾶγμα ζητῆται παρὰ Δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἐντελῶς παραμελεῖ τις, παρὰ μικρᾶς τινος δυνάμεως καὶ ἀσημάντου, τότε μάλιστα δίδει αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν· ὑπάρχουν τὰ δικαστήρια καὶ δύνασαι ν’ ἀποτανθῇς εἰς αὐτὰ, ἀλλ’ εἰς φιλικὴν δύναμιν, ὅταν θέλῃ τις νὰ διατηρήσῃ τὰς φιλικὰς σχέσεις, τί πράττει; Ἐγὼ, Κύριοι, σᾶς λέγω τί πράττει. Πράττει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττει καὶ ὁ ἰδιώτης, ὁ καλῆς πίστεως, πρὸς ἄνθρωπον, τοῦ ὁποίου θέλει νὰ διατηρήσῃ τὴν ὑπόληψιν. Ὅταν, Κύριοι, ἔχητε χρέος, καὶ χρέος βέβαιον, νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀξιοπρεπὲς νὰ ἐξαντλήσητε ὅλην τὴν δυστροπίαν καὶ νὰ εἴπητε· ἰδοὺ τὰ δικαστήρια, κάλεσόν με εἰς αὐτὰ, εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον κατὰ πρῶτον, ἔπειτα εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ τελευταῖον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ ὅταν ὁ Ἄρειος Πάγος ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του, τότε βεβαίως σὲ πληρώνω.» Εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος ὁ εὐπρεπὴς, εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος, ὁ ὁποῖος δεικνύει καλὴν πίστιν; Ὄχι, Κύριοι, αἱ Κυβερνήσεις προλαμβάνουν, ὅταν ὑπάρχουν τοιαῦται ἀξιώσεις, καὶ ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἂν θέλητε ἐρχόμεναι εἰς τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ᾖναι ἔτι μᾶλλον ἐπιβλαβεῖς διὰ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἐναγομένου, διότι δύνανται νὰ φέρουν εἰς φῶς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ν’ ἀποκαλύψουν πράγματα εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν δυσάρεστα νὰ λέγωνται, καὶ ἔτι μᾶλλον δυσάρεστα ν’ ἀποδεικνύωνται· νομίζετε, ὅτι τοῦτο πράττει Κυβέρνησις καλῆς πίστεως, νὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖνον τὸν βαθμὸν, νὰ διεξέλθῃ ὅλα αὐτὰ τὰ στάδια, καὶ τότε μόνον, ὅταν ὑπάρξῃ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ εἴπῃ εἰς τὴν δικαιωθεῖσαν Κυβέρνησιν, τώρα λάβε, ἀφοῦ ἐδικαιώθης; Ὄχι, Κύριοι, δὲν εἶναι συνετὸν, οὔτε πρέπει νὰ φέρηταί τις οὕτω πρὸς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους χρεωστεῖ σέβας, πρὸς ἐκείνους, τῶν ὁποίων θέλει νὰ διατηρήσῃ τὴν ὑπόληψιν, πρὸς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους τὸν συνδέουν δεσμοί, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀδιάῤῥηκτοι, καὶ δεσμοὶ εὐγνωμοσύνης. Μὴ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον προτείνω πρὸς ὑμᾶς. Νομίζετε, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικρὸν ἔθνος, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀπολύτως ἀσθενὴς ἀπέναντι τοιαύτης ἐπικρατείας, πρώτης Δυνάμεως ἐν τῇ Εὐρώπῃ καὶ ἐν τῷ κόσμῳ, ὅτι διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραχωρήσῃ τὴν ζητουμένην ἀποζημίωσιν; Ἴσως ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, παράδειγμα ὄχι παλαιόν, ἂν δὲν λανθάνωμαι πρὸ 20 ἐτῶν, τὸ ὁποῖον συνέβη μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας τοῦ Πριτζάρ. Τί συνέβη; Ὑπῆρχον ἱεραπόστολός τις Πριτζὰρ ὀνομαζόμενος εἰς τὸ Ταΐτι εἰς τὴν Ὠκεανίαν, αὐτὸς ἐκεῖ διέδιδε τὸ Εὐαγγέλιον καὶ ἐδίδασκε τοὺς ἀγρίους αὐτῶν τῶν Νήσων, ὅτε αἴφνης τὰς κατέλαβον οἱ Γάλλοι, καὶ ἐπειδὴ φαίνεται δὲν εὐηρεστήθη ὁ διοικητὴς αὐτῶν τῶν νήσων πρὸς τὸν τρόπον τοῦ Πριτζάρ, ὅστις δὲν ἐνέκρινε τὴν κατάκτησιν, διὰ τοῦτο ἄνευ περιποιήσεως οἱ Γάλλοι τὸν ἥρπασαν ἐκ τῆς νήσου καὶ τὸν ἔθεσαν ἐντὸς πολεμικοῦ πλοίου εἰς τὸ ὑπόστρωμα, ὅπου φαίνεται δὲν εὑρῆκεν ἀναπαύσεις. Ἡ Ἀγγλία ἐζήτησεν ἀποζημίωσιν καὶ ἡ Γαλλία ἀπέδωκε τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ἀπέδωκεν ἀμέσως, δὲν εἶπεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, «εἶμαι μὲν ὑπόχρεως, ἐὰν ἀποδειχθοῦν αὐτά, τὰ ὁποῖα βεβαιοῖς, ἀλλ’ ἂς προηγηθῇ ἡ συνήθης διαδικασία καί, ὅταν ἐπέλθῃ δικαστικὴ ἀπόφασις, τότε πληρώνω.» Δὲν εἶπε τοῦτο· ἦσαν τότε σπουδαῖοι ὑπουργοί, οἱ σπουδαιότεροι τῆς Γαλλίας, οἵτινες διεπραγματεύθησαν περὶ τούτου τοῦ ζητήματος, ὁ Γυϊζώ, ὁ Βρολῆ ὡς γερουσιαστής...
§39ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ προπαρεσκεύασε τὴν ἔξωσιν τοῦ Φιλίππου. Τὰ γνωρίζω καλλίτερά σας· ἤμην ἐν Γαλλίᾳ τότε.
§40ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς εἶπον, μὴ νομίζετε, ὅτι ἠμπορῶ νὰ πλανηθῶ ἀπὸ πολυμάθειαν, διότι αὕτη μοῦ λείπει ἐντελῶς. Ἐν τούτοις ἐπλήρωσεν ἡ Γαλλία καὶ ἔγεινε μεγάλη συζήτησις εἰς τὰς Βουλάς, ἔγεινε πολὺ σφοδροτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν κάμνομεν ἡμεῖς, διότι ἡμεῖς ὅσον θάῤῥος καὶ ἂν ἔχωμεν, θάῤῥος νεανικὸν καὶ ἐπαναστατικόν, πάντοτε ἡ ἀδυναμία μας εἶναι ἀχώριστος ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ κόπτει τὰ νεανικά μας νεῦρα (γέλως) ἀλλ’ εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν κόπτονται τὰ νεῦρα ἐκ τοῦ αἰσθήματος τῆς ἀδυναμίας, ἐκεῖ τὸ θάῤῥος εἶναι ἄμικτον, ἡ καρδία εἶναι πλήρης, οἱ παλμοὶ ἔχουν ὅλην τὴν ἐπίτασιν. Ἔγεινε λοιπὸν πολὺ σπουδαία συζήτησις, ἥτις διήρκεσε πολλὰς ἡμέρας καὶ ἐῤῥέθησαν πολὺ δεινότερα τούτων, τὰ ὁποῖα ἤκουτα χθὲς καὶ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἤθελον τ’ ἀκούσει....
§41ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν μετεμελήθην.
§42ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ μεταμεληθῆτε, οὔτε ἠμπορῶ νὰ σᾶς ζητήσω πρᾶγμα ἀδύνατον. Ἐν Γαλλίᾳ μάλιστα ἐξετέθησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ὑπὲρ τῆς ἀποζημιώσεως, ἐξετέθησαν ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ, ἐξετέθησαν ἀπέναντι τῆς δημοσιογραφίας καὶ τοὺς ὠνόμασαν Πριτζάρδους. Ἀλλ’ ἡ Γαλλία ἐπλήρωσε τὴν ἀποζημίωσιν, καὶ τὴν ἐπλήρωσεν ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ μᾶς ταράττῃ αὐτὴ ἡ ἰδέα, ἐπειδὴ εἴμεθα ἀδύνατοι, διὰ τοῦτο πιεζόμεθα, διὰ τοῦτο θλιβόμεθα, ὄχι! ὅταν ἔχωμεν τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης, τότε δυνάμεθα μόνοι νὰ κρίνωμεν, ἐὰν ἡ ἀπαίτησις εἶναι δικαία, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιμείνωμεν δικαστικὴν ἀπόφασιν διὰ νὰ τὸ μάθωμεν· ἅμα αἰσθανόμεθα, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀποφάσεως, διότι εἴμεθα καλῆς πίστεως, καὶ ὡς καλῆς πίστεως δὲν περιμένομεν νὰ ἔλθῃ ὁ κλητὴρ νὰ τοιχοκολλήσῃ τὴν ἐπίδοσιν. Σᾶς ἀνέφεραν γνώμην τοῦ Νέστορος τῆς Εὐρωπαϊκῆς διπλωματίας, τοῦ δευτέρου Νέστορος τῆς Εὐρωπαϊκῆς διπλωματίας, τοῦ κόμητος Νεσελρὼδ κατὰ τὸ 49 ἢ 50, διὰ νὰ σᾶς πείσουν. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι ὅλως ἀντίθετον, ἐπ’ ἄλλων βάσεων στηρίζεται ἡ ἀπάντησις ἐκείνης τῆς διακοινώσεως, ὅτι δηλαδὴ οὐδεμία Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν ζημίαν, ἥτις συμβαίνει εἰς ἀλλοδαπόν. Βεβαίως οὐδεμία Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος καὶ μάλιστα ἐν ὥρᾳ ἐπαναστάσεως, ὅπου τὰ πάντα καταῤῥέουν, ὡς ἔγεινεν ἐν Τοσκάνῃ, ὁ λαὸς ὁπλίζεται, ὁρμᾷ κατὰ τοῦ στρατοῦ, ὁ στρατὸς κατὰ τῶν πολιτῶν, διαιρεῖται ὁ στρατὸς, συγκρούεται, γίνονται ἐμπρησμοὶ, λεηλασίαι καὶ οἱ ἡμεδαποὶ πάσχουν καὶ οἱ ἀλλοδαποί· διὰ τοιαῦτα συμβάντα οὐδεμία Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος. Τοῦτο παραδέχονται ὅλοι, οὔτε εἶναι ζήτημα, ἐν ὥρᾳ ἐπαναστάσεως, ὅτι δὲν ἐπίκειται τοιαύτη εὐθύνη. Ἄλλο ὅμως εἶναι, ὅταν γίνωνται ἐν ὥρᾳ ἐπαναστάσεως, καὶ ἄλλο, ὅταν γίνωνται ἐν ὥρᾳ ἡσυχίας, ὅταν ὁ στρατὸς ἦναι ἐν ταῖς τάξεσιν, ὅταν ἡ ἀστυνομία ἰσχύῃ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐπαγρυπνῇ ἐπὶ τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ ὅταν ἡ πολιτεία ἀναγνωρίζῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἄλλο, ὅταν ἀνετράπη ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν ὑπάρχει πλέον. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ, οὔτε εὐθύνη κατὰ γενικὸν λόγον ἐπίκειται. Πῶς θέλετε νὰ ἦναι ὑπεύθυνος, ὅταν τὰ πάντα ἀνεστατώθησαν; Ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος εὐθύνη, καὶ μάλιστα, ἂν θέλετε, καὶ ἐν ὥρᾳ γαλήνης οὐχὶ ἐν ὥρᾳ στάσεως ὅσαι ζημίαι γίνονται παρ’ ἰδιωτῶν τούτους μόνον εὐθύνουν. Ἀλλὰ διαφέρει, ὅταν βιαιοπραγίαι ἐνεργῶνται παρ’ ὑπηρετῶν τῆς ἐξουσίας, παρὰ στρατιωτῶν, ἢ ἀνθρώπων, οἵτινες ἔχουν ἐντολὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι ἐπιτετραμμένοι τὰ δημόσια πράγματα, ἢ ὅταν ἐνεργῶνται παρ’ ἰδιωτῶν, ὅτε οὐδεὶς εἶναι ὑπεύθυνος. Ἂν κατ’ αὐτὸ τὸ ἱπποδρόμιον ἤθελον γίνει ὅσα συνέβησαν παρ’ ἰδιωτῶν, δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ ζητηθῇ ἀποζημίωσις, οὔτε ἦτο ὑπεύθυνος ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἦσαν ἰδιῶται ὅσοι ἔῤῥιπτον τοὺς λίθους, ὅσοι ἔσυρον τὰ ξίφη. Τοῦτο φαίνεται ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἠρνεῖτο τὸ ἀξίωμα, θέλον νὰ προφυλάξῃ τὴν ζημίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ πλούτου, ἠρνεῖτο τὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ὄχι, ἀλλὰ τὸ ἀλλεπάλληλον ὄχι, καὶ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀρνηθῇ, ὅστις ἦτον ἐν γνώσει τῶν συμβάντων, καὶ τινὰ τῶν συμβάντων ἔχουν πολὺ σοβαρὸν χαρακτῆρα, δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ φέρωμεν εἰς τοιαύτην ἀνάλυσιν καὶ νὰ ζητήσωμεν ὥστε νὰ τὰ καταστήσωμεν γνωστὰ καθ’ ὅλας τὰς λεπτομερείας. Μᾶς φαίνεται παράδοξον, διατὶ μᾶς ζητεῖται ἀποζημίωσις δι’ ἕνα Αἰθίοπα. Δὲν καταβιβάζεται τὸ ἔθνος διότι δίδει ἀποζημίωσιν εἰς ἕνα Αἰθίοπα, ἀλλ’ ἀναβιβάζεται εἰς τὴν ὑψηλὴν βαθμίδα τοῦ πολιτισμοῦ, καθ’ ὃν τὸ χρῶμα δὲν καθιστᾷ τὸν ἄνθρωπον. Αὐτὸς ὁ Αἰθίοψ κατέφυγεν εἰς τὸ φαρμακεῖον τοῦ Καβαλιώτη καὶ ἐκεῖ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι προσβολεῖς του ὥρμησαν ἐκ νέου ξιφήρεις καὶ ἤθελον τὸν κόψει μεληδὸν, ἂν δὲν ἤρχετο εἰς βοήθειάν του, οὐχὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἔξω, ἀπαθεῖς θεαταὶ τοιούτου συμβάντος, ἀλλὰ ποῖος, Κύριοι; ὁ ἀκόλουθος τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας.
§43ΒΑΣΟΣ. Εἶναι ψευδὲς, ψευδέστατον, εἶναι ψεῦδος ἀναιδέστατον.
§44ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Οὕτω πῶς τὸ γνωρίζω δυστυχῶς, Κύριοι. Ἀλλὰ τὰς κρίσεις περὶ τῆς εὐθύνης ἡμῶν δὲν τὰς εὑρίσκει τις μόνον εἰς τὴν διακοίνωσιν τοῦ Πρέσβεως τῆς Γαλλίας. Ἂν αὕτη ἦτο μεμονωμένη, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ἂς ἀποκρούσωμεν τὴν εὐθύνην ἡμῶν, ἂς δοκιμάσωμεν τὴν ἄμυναν, ἂς ἀρνηθῶμεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἂς ζητήσωμεν ὅλα νὰ ἀποδειχθῶσι μέχρι κεραίας καὶ ἴσως εὕρωμεν καὶ συνδρομήν· ἀλλὰ δυστυχῶς ἐγενικεύθη ἡ κρίσις αὕτη καὶ εἴδατε τὴν διακοίνωσιν τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ἡ ὁποία ἦτο πολὺ αὐστηροτέρα καὶ σπουδαιοτέρα, διότι περιεῖχεν, ὅτι ὁ Πρέσβυς θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπομακρυνθῇ τῶν Ἀθηνῶν, διὰ νὰ μὴν ᾖναι θεατὴς τοιούτων συμβάντων. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι τότε ἐγένετο ἀπάντησις τῆς Συνελεύσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλλει ἐγὼ καὶ μάλιστα, ὅταν ἐψηφοφορήθη, δὲν ἤμην παρὼν, ἔγεινε δὲ τροποποίησίς τις εἰς τὴν πρότασίν μου, περιορισθεῖσα εἰς μόνον τὸ γεγονὸς τῆς ἁρπαγῆς γυναικὸς, ἐπῆλθεν ὅμως κατόπιν ἐπεξηγηματικὴ ἀνταπάντησις τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ὅτι δὲν περιωρίζετο εἰς μόνον ἐκεῖνο τὸ γεγονὸς, ἀλλ’ ἐν γένει εἰς ὅλα τὰ διαπραχθέντα· ἀκούομεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ διακοίνωσις τοῦ Πρέσβεως τῆς Ῥωσσίας, ἡ ὁποία εἶναι ἐπίσης πικρά· βλέπετε ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς περιστάσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ εἴπωμεν, «πάντες συνηγοροῦν ὑπὲρ ἡμῶν, ἄρα μετὰ θάῤῥους ἀπαντῶμεν, ἂς παραπεμφθῇ εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια.» Διὰ νὰ ἔχῃ τις, Κύριοι, τοιοῦτον θάῤῥος, πρέπει νὰ ἔχῃ βεβαίαν ἐπιτυχίαν, ἀλλέως ἡ συνέπεια εἶναι βαρεῖα. Καὶ τί θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι μεταξὺ δύω Κυβερνήσεων, ἂς ὑποβληθῇ εἰς διαίτησιν; Ὅταν βλέπετε ἐκ προοιμίων τὰ σημεῖα, πρὸς τὶ νὰ δοκιμάσητε ἀνωφελῶς; Τὸ μέγεθος τῆς ἀποζημιώσεως δὲν πρέπει νὰ ταράττῃ τὰς σκέψεις ἡμῶν, δὲν εἶναι τὸ μέγεθος, ἀλλ’ ἡ αἰτία τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, σᾶς εἶπον, ὅτι διέστειλα δύω τινὰ, διέστειλα τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος καὶ τὴν ἔκφρασιν· ἡ ἔκφρασις τῆς διακοινώσεως εἶναι τῳόντι δεινὴ, εἶναι βαρυτάτη, δὲν ἐκπληροῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνήθως οἱ διπλωμάται τηροῦσι τὸ suavi tem in modo, τῳόντι δὲν ἐκπληροῖ αὐτὸ τὸ παράγγελμα· ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν ὑπάρχῃ μία τοιαύτη περίστασις ἐκφράσεως δεινῆς, γίνεται διάκρισις τῆς δυνάμεως ἐκ τῆς ὁποίας προέρχεται. Ἡ Ἑλλὰς πολλάκις ἔλαβε τοιαύτας διακοινώσεις, οὐχὶ εἰς τὴν τελευταίαν ἐποχὴν, ἀλλ’ εἰς ἐποχὰς πολὺ προγενεστέρας, ὅταν ὅμως ἔλαβεν αὐτὰς ἀπὸ εὐεργέτιδος Δυνάμεως, δὲν τὰς ἐζύγισε τοσοῦτον, ὡς τὰς ζυγίζει, ὅταν προέρχωνται παρὰ Δυνάμεως, ἥτις δὲν ὑπῆρξεν εὐεργέτις· ἐνταῦθα εἶναι ἡ περίστασις νὰ ἐρωτήσωμεν, ἂν εἶναι πρέπον ἡμεῖς εἰς τίποτε νὰ μὴν ἀποβλέψωμεν, ἀλλὰ μόνον ἱπποτικὸν αἴσθημα φιλοτιμίας ν’ ἀκολουθήσωμεν καὶ κατὰ τοῦτο νὰ κρίνωμεν τὴν ἔκφρασιν, καὶ νὰ ἀδιαφορήσωμεν ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν; Δὲν πρέπει μᾶλλον νὰ θεωρήσωμεν ὡς συμβουλὴν τὴν παρ’ εὐεργέτιδος Δυνάμεως πικρὰν ἔκφρασιν, οὐχὶ ἐκ δυσμενείας καὶ προθέσεως προσβλητικῆς προερχομένην, ἀλλ’ ἐκ σκοποῦ παραινέσεως ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ τῆς δικαιοσύνης; Δὲν εἶναι προτιμώτερον νὰ θεωρήσωμεν ἔργον φιλοτιμίας τὸ νὰ δεικνύωμεν θρησκευτικὴν λατρείαν πρὸς τήρησιν τῆς δικαιοσύνης καὶ τὰ πάντα νὰ ἐνεργῶμεν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἡ τάξις καὶ ἡ προστασία τῶν νόμων, εἴτε χάριν ἡμεδαπῶν, εἴτε χάριν ἀλλοδαπῶν; Ὅταν, Κύριοι, πρόκηται νὰ ἐξεγερθῇ τὸ αἴσθημα φιλοτιμίας, ὡς ἐκ τοιούτων ἐκφράσεων, παρ’ ἐμοὶ, δὲν μένει μεμονωμένον, ἀλλ’ ἐξεγείρεται συνάμα καὶ τὸ αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἥτις ἐν δεινοῖς καιροῖς ἐχορήγησεν εἰς τὸν Κυβερνήτην συνδρομὴν δέκα ἑκατομμυρίων καὶ οὐδὲν ἐζήτησεν καὶ ἐδαπάνησεν ἑκατὸν ἑκατομμύρια ἀποστείλασα στρατὸν διὰ νὰ διώξῃ τὸν Ἰμπραήμην ἀπὸ τῆς Πελοποννήσου, οὐδέποτε ἀπήτησεν ὀβολόν. Ἐνθυμηθῆτε, ὅ,τι κατὰ τὴν ἀναχώρησίν του ὁ Γαλλικὸς στρατὸς ἀφῆκεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀποσκευὰς καὶ τηλεβόλα, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς σήμερον ὑπάρχουν καὶ οὐδέποτε κατεδέχθη νὰ τ’ ἀπαιτήσῃ, καὶ σήμερον εἶναι δυνατὸν ταῦτα νὰ ἐξαλειφθοῦν ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς καρδίας; ὄχι, Κύριοι, εἶναι γεγραμμένα μὲ γράμματα πυρὸς ἐκεῖ, ὅπου ἐμφωλεύει ὁ πατριωτισμὸς, ὅστις δὲν δύναται νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ μὴ ἴδῃ τὸ φῶς τῶν πυρίνων τούτων γραμμάτων. Εἶναι δίκαιον πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατέβαλε τοιαύτας θυσίας ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἐξέφρασε τὸ αὐτὸ πνεῦμα............. τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκετε καὶ εἰς τὸ τελευταῖον πρωτόκολλον, ὅτι πρὸ πάντων μεριμνᾷ ὑπὲρ τῆς παγιώσεως τῶν ἡμετέρων πραγμάτων, εἶναι δίκαιον νὰ ἐρίσωμεν περὶ ἐκφράσεων καὶ νὰ φιλονεικήσωμεν περὶ ἀπαιτήσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐντελῶς ἄδικος καὶ ἔχει βάσιν, μαρτυρουμένην παρὰ πάντων καὶ αὐτῶν τῶν δικαστηρίων τῆς Ἑλλάδος; Εἰς τὸν πεφωτισμένον ὑμῶν πατριωτισμὸν ἀφίνω τὴν περὶ τούτου κρίσιν!
§45ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς Κύριοι, ὅτι ἀναλαμβάνω μέγαν ἀγῶνα· μέγαν ἀγῶνα, καὶ διότι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ διότι ἔχω νὰ ἀντισταθῶ πρὸς τοὺς προλαλήσαντας, οἵτινες ἔχουν μεγάλην περὶ τὰ νομικὰ παιδείαν καὶ πεῖραν. Τὸ ζήτημα κατὰ τὴν κρίσιν μου ἔχει 2 ὄψεις, ά. πολιτικὴν καὶ βʹ. νομικήν· ὑπὸ τὴν πολιτικὴν ἔποψιν θέλω θεωρήσει τὸ ζήτημα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως· ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους. Κύριοι, εὑρίσκω δικαιολογημένην τὴν πορείαν, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησεν ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα· καὶ ἤθελον τὴν ἐκτιμήσει, καὶ ἤθελον τὴν ὑποστηρίξει ὅλαις δυνάμεσι, ἂν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον ᾐσθάνετο· κατὰ τὴν κρίσιν μου ἡ Κυβέρνησις ὀπισθοχώρησεν· ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκτυλίξας ὅλα τὰ διατρέξαντα μὲ ὅλην τὴν εὐφράδειαν τοῦ λόγου κατέληξεν εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα αἱ εὐεργέτιδες Δυνάμεις ἔχουσιν ἐπὶ τῆς Ἐπικρατείας ταύτης. Ἐνόμισεν ὅτι διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἠδύνατο νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ νὰ παραβλέψῃ πᾶν ὅ,τι ἐπροστάτευε τὴν κοινωνίαν καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Καὶ τί σᾶς εἶπε, Κύριοι, πρὸς δικαιολόγησιν; Σᾶς εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν τοὺς κεραυνοὺς τοῦ Ναυαρίνου, ὅτι πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὰς ἐκστρατείας τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ ἐν τῇ Ἑλλάδι, ὅτι πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὰ πολλὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα αἱ Δυνάμεις ἐδαπάνησαν ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ ἐπὶ τέλους, ὅτι πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὰς προσπαθείας ὅσας αἱ Δυνάμεις κατέβαλλον πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ τόπου αὐτοῦ. Ἐγὼ ἀμφισβητῶ τὴν ἀπαίτησιν ταύτην τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ, διότι πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Ἐπικρατείᾳ, ὅστις νὰ μὴν ἀναγνωρίζῃ αὐτὰ τὰ δίκαια, ὡς πιστεύω ἐπίσης, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ξένος, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ εὐεργετήματος πρέπει νὰ σιωπᾷ, νὰ πνίγεται τὸ δίκαιον τοῦ ἔθνους, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ εὐεργέτημα ἐγένετο, διότι τότε, Κύριοι, ἡ κοινωνία φαίνεται παραλυτικὴ καὶ δὲν ἀκολουθεῖ πορείαν στηριζομένην ἐπὶ τῆς λογικῆς ἀξίας τῆς δικαιοσύνης. Μοὶ φαίνεται πολὺ μικρὰ, πολὺ ἀναξία, ἡ ἀποζημίωσις, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς νὰ δώσῃ εἰς ἀπαιτήσεις τοῦ Γάλλου πρέσβεως, στηρίζων τὸ δίκαιον ἐπὶ τῶν εὐεργετημάτων. Ἐάν, Κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐσυζήτησε τὸ ζωτικὸν αὐτὸ ζήτημα, ἐὰν ἐπίστευον, ὅτι ἤρκει ἡ εὐεργεσία, τὴν ὁποίαν ὤφειλε τὸ ἔθνος πρὸς τὰς Δυνάμεις, τότε ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ πᾶσαν σκέψιν στηριζομένην ἐπὶ τοῦ νόμου καὶ νὰ λύσῃ ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας τὸ ζήτημα οὕτως. Ἀλλ’ οὕτω σκεφθέντες, διατί παρετείνατε, Κύριοι ὑπουργοί, τὴν λύσιν αὐτοῦ καὶ ἐξηγείρατε τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ξένου πολίτου; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἤθελεν εἶσθε ἀξιοπρεπέστερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιμείνῃ καὶ νὰ εἴπῃ σταθερῶς, ὅτι ἐθεώρησεν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα καὶ τὸ ὑποστηρίζει, διότι τὸ ἐξάγει ἐκ τοῦ νόμου καὶ ὅτι στηριζομένη ἐπὶ βάσεως νομίμου, ἐπιμένει εἰς τὴν λύσιν, ὡς τὸ κατέταξεν. Ἐν περιπτώσει δε, καθ’ ἣν ἡ λύσις, στηριζομένη εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ δικαίου, ἀντέβαινεν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἀπαιτοῦντος, ἂς παρῃτεῖτο καὶ ἂς ἔδιδε τὴν ἐξουσίαν εἰς ἄλλους νὰ λύσωσι καλλίτερον τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Ἀλλ’ ὄχι, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ ἔχῃ καὶ τὸν λέβητα πλήρη καὶ τὸν ἄνθρωπον χορτάτον, ἐξέτεινε δηλ. τὸν πατριωτισμόν της ἕως ἐκεῖ, ὅπου νὰ μὴ προσβάλλωνται τὰ ἀτομικά της συμφέροντα, καὶ ἐσταμάτησεν εἰποῦσα, ὅτι φρονεῖ μὲν καλῶς περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ὅτι ἐνταυτῷ, λόγῳ εὐεργεσίας, πρέπει νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν ἀπαίτησιν, παραβλέπουσα τὸ δίκαιον. Διὰ τὸν ἄτοπον τοῦτον λόγον δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ ἐγκρίνω τὴν πρώτην αὑτῆς διαγωγὴν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα. Κύριοι, αἱ γνώσεις αἱ δικανικαὶ τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ, ἡ μεγάλη πεῖρα τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, τὴν ὁποίαν ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός του ἀπέκτησε, δίδει εἰς τοὺς λόγους του μεγίστην βαρύτητα· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι οἱ νόμοι τῆς Ἐπικρατείας, οἵτινες προστατεύουν τὰ ζητήματα καὶ τῶν ἀλλοδαπῶν καὶ τῶν ἡμεδαπῶν εἰσὶ πολὺ τούτων βαρύτερα. Δὲν πρέπει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ παρασυρώμεθα ἀπὸ νομομαθεῖς ἀνθρώπους, διότι ἡ νομομάθεια καὶ ἡ πεῖρα, τὸ λάβαρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ὁ νομομαθὴς εἰς τὰς χεῖρας του, καταπνίγει τὰ δίκαια διαστρέφουσα τὸν νόμον. Ἀληθῶς διέστρεψεν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς τὸ ζήτημα, καὶ τί σᾶς εἶπεν; ὅτι ἡ πολιτεία ὀφείλει ἀποζημίωσιν εἰς τοὺς ἀδικημένους ἀλλοδαπούς, ὁπόταν οἱ δημόσιοι ὑπηρέται προσβάλωσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Μάλιστα, Κύριοι, ἡ πολιτεία εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἔχει καθῆκον νὰ ἀποζημιώσῃ· ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι δημόσιος ὑπηρέτης δὲν εἶναι ὁ ὑπάλληλος, παρ’ ὅταν κάθηται εἰς τὸ γραφεῖόν του ἢ ὅταν ἐκπληροῖ διαταγὰς κατ’ ἐντολὴν τῆς ἀρχῆς, καὶ οὐχὶ ὅταν εἰσέρχηται εἰς τὸ Θέατρον ἵνα ἀπολαύσῃ τὴν διασκέδασιν αὐτοῦ. Δὲν ἐπίστευα νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὴν κεφαλὴν τοιούτου νομομαθοῦς ἀνδρὸς, οἷος ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, αὕτη ἡ ὀλεθρία ἀρχὴ, οὔτε ὅτι ἠδύνατό ποτε νὰ στηρίξῃ τὸ ἐπιχείρημά του εἰς δύο παραδείγματα, τὰ ὁποῖα πολεμοῦσι κατὰ δυστυχίαν αὐτό. Σᾶς ἀνέφερε τὴν Ὑπάτην καὶ τὸ Γύθειον, ὅπου συνέβησαν δυστυχήματα εἰς ἄτομα, καὶ τί σᾶς εἶπε; Τὸ Δημόσιον κατεδίκασε» ὁ Ἄρειος Πάγος εἰς ἀποζημίωσιν, διότι οἱ ὑπηρέται τῆς ἀρχῆς ἔπραξαν τὰς ζημίας. Ὅταν, Κύριοι, συνέβησαν αὐτὰ, εἰς τὴν Ὑπάτην ἦτο στάσις, ὁ στρατὸς τῆς ἐξουσίας εἰσῆλθε νικητὴς ἐκεῖ· ἡ δὲ οἰκία ἐκείνου τοῦ πολίτου, ἥτις παρεδόθη εἰς τὰς φλόγας, ἀνῆκεν εἰς ἄνθρωπον, ὅστις εἶχεν ἐνοχοποιηθῆ εἰς τὴν στάσιν, ἑπομένως τότε κατ’ ἐντολὴν τῆς ἐξουσίας, ἤτοι κατ’ ἐντολὴν τοῦ Διοικητοῦ, ἐπυρπολήθη, ἄρα ἦτο δίκαιον οἱ νόμοι περὶ αὐτοῦ οὕτω νὰ προβλέψωσι, καὶ δέχομαι καὶ σέβομαι τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ δικαιώσαντος τὸν πολίτην. Ἐὰν π. χ. ἡ Κυβέρνησις σήμερον διέταττε νὰ πυρπολήσωσι τὰς Ἀθήνας, ἡ πυρὰ προήρχετο ἀδιαφιλονεικήτως ἀπὸ τὴν ἀρχήν· ἀλλ’ ὅταν εἷς στρατιώτης ἐμπρήσῃ μίαν οἰκίαν ἐντὸς μιᾶς πόλεως, ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τοῦτο. Ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης ἀλάνθαστον προκύπτει τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν δὲν εὐθύνεται ἡ ἀρχὴ, καὶ ἑπομένως τὸ ζήτημα μεταβαίνει αὐτοδικαίως εἰς τὴν κοινὴν διαδικασίαν. Τὸν Κύριον Καλλιγᾶν, μὲ ὅλην τὴν προσπάθειαν, ἣν κατέβαλεν, εἰς τὸ νὰ συγκρίνῃ τὸ πολιτικὸν τοῦτο ζήτημα πρὸς τὸ τῆς Ὑπάτης καὶ τοῦ Γυθείου, τὸν εἶδον ἐπὶ τέλους ὀπισθοδρομοῦντα, καὶ εἰπόντα, ὅτι, ὡς ὁ ἡμεδαπὸς, οὕτω καὶ ὁ ἀλλοδαπὸς ὀφείλει πάντοτε νὰ προσφεύγῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην τοῦ τόπου, ἐν τῷ ὁποίῳ μένει καὶ ἐμπορεύεται· ἀλλ’ ὅτι τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν πρὸς τὴν Γαλλίαν, ὡς Δύναμιν εὐεργέτιδα, πρέπει νὰ τὸ καταστήσῃ ἐξαιρετικῶς ἀντικείμενον καλῆς πίστεως. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, μὲ ὅλας τὰς μικρὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τὰ πολιτικὰ καὶ τὰ νομικὰ, ὅτι, ἂν αὕτη ἡ ἀρχὴ τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ καθιερωθῇ, θὰ ἦναι δυστύχημα διὰ τὰ ἔθνη. Θὰ εἶναι δυστύχημα διὰ τὰ ἔθνη, διότι ἐντὸς τῶν ἐθνῶν βιοῦσι καὶ διέρχονται ὅλων τῶν ἐθνῶν πολῖται· ἑπομένως ἡ ἐντόπιος κοινωνία ἀπέναντι τῶν ξενιζομένων θὰ διατελῇ πάντοτε ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ τρόμου; μὴ τυχὸν προσβάλῃ κατά τι τὰ συμφέροντα αὐτῶν· ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐκείνου τοῦ τόπου ἐπίσης θὰ διατελῇ πάντοτε ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ τρόμου, μήπως σωρεία διακοινώσεων ξημερώσῃ εἰς τὸ γραφεῖον αὐτῆς, ἕνεκα προσβολῆς τῶν συμφερόντων αὐτῶν. Οὔτε τὸ διεθνὲς δίκαιον, οὔτε ἡ πολιτικὴ τοῦ κόσμου καθιεροῖ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τοῦ τρόμου εἰς τὰ ἔθνη· καὶ ἂν, Κύριοι, ὁ Γάλλος ἔμπορος σήμερον προσβληθῇ παρὰ πολίτου ἀτομικῶς, ἐὰν προσβληθῇ κατὰ τὸ συμφέρον τοῦ ἐμπορίου του, νομίζετε ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν Πρέσβυν; νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ περιφρονήσῃ τὴν κοινωνίαν, ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁποίας ζῇ, καὶ παραβλέπων τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι προστατεύουν αὐτὴν νὰ δεικνύηται πάντοτε ξένος; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν λάβῃ αὐτὸς ὁ ἔντιμος πολίτης, τότε ἔπρεπεν ἐξ ὑπαρχῆς νὰ μὴ παρακαθήσῃ εἰς τὸν τόπον τοῦτον, διότι καθήμενος ἤθελεν ἀποδείξει διὰ τῶν τελευταίων μέτρων του, ὅτι δὲν ἐσεβάσθη τὰς ἀρχὰς τῆς κοινωνίας ταύτης, ἀλλ’ ὅτι ἦλθε μόνον ἁπλῶς ἀπὸ τὸ συμφέρον ἐξευτελιστικῆς κερδοσκοπίας ὁρμώμενος. Θαυμάζω, Κύριοι, πῶς οἱ νομομαθεῖς ἐθεώρησαν τὸν στρατιώτην, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκεται, ὡς δημόσιον ὄργανον· ὁ στρατιώτης, Κύριοι, ἐκπληροῖ τὰς διαταγὰς κατ’ ἐντολὴν τῆς ἀρχῆς του, ἑπομένως τότε καὶ μόνον τότε συνδυάζεται μὲ τὰς πράξεις αὐτοῦ ἡ Κυβερνητικὴ εὐθύνη, καὶ λυποῦμαι διατὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν διόλου, ὅτι νόμος ἐπίτηδες γεγραμμένος τιμωρεῖ ἁπάσας τὰς πράξεις τοῦ στρατιώτου, ὅτι συνάμα οὗτος ὑποβάλλεται καὶ τιμωρεῖται διὰ τὰς πράξεις του καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν κοινὸν νόμον. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ κοινωνία ἐφρόντισε νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸν ἴσα ἴσα διὰ τὴν σπουδαιότητα τῶν ἔργων του ὑπὸ διττὴν δικαιοδοσίαν νόμων. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὶ ἔπραξαν αὐτοὶ οἱ στρατιῶται διὰ νὰ ἐγερθῇ αὐτὸ τὸ ἀκανθῶδες ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἦλθε νὰ θορυβήσῃ τὸ ἔθνος καὶ τὴν Συνέλευσιν; Ἐπετέθησαν καθ’ ἑνὸς Γάλλου πολίτου, δὲν τὸν ὀνομάζω Ἄραβα, οὔτε τὴν ὄψιν του κατακρίνω, διότι εἶναι μέλαινα, διότι εἶναι ὄψις τὴν ὁποίαν ἐτύπωσεν ἐπ’ αὐτοῦ ὁ θεός· τὸν κρίνω ὡς ἄνθρωπον ζῶντα ἐντὸς τῆς κοινωνίας, καὶ τὸν ὑποβάλλω εἰς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα πρὸς τὴν κοινωνίαν ὀφείλει· δὲν εἶναι ἄγνωστον, διότι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τὸ λέγει, δὲν εἶναι ἄγνωστον, διότι ἀποδεικνύεται ἀπὸ δικαστικὴν ἀπόφασιν, ὅτι οἱ προσβαλόντες αὐτὸν τὸν πολίτην τὸν ξένον κατεδικάσθησαν ἀπὸ τοὺς νόμους, καὶ διατελοῦσιν ἐν τῇ φυλακῇ, ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ ξένος αὐτὸς ἠκρωτηριάσθη, λέγουσιν, ὁ ἀκρωτηριασμὸς αὐτὸς εἶναι δυστύχημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συγκινήσῃ τὴν καρδίαν μας· ἡ θέσις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται εἶναι δυστυχὴς, πρέπει νὰ τῷ παράσχωμεν τὰ μέσα νὰ ζήσῃ. Ἀλλ’ ἔχομεν, Κύριοι, μίαν ἀπόφασιν, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ παθόντος μέλους κατεστράφη; ὅτι αὐτὸς ἐκίνησε πολιτικὴν ἀγωγὴν κατὰ τῶν ἀδικησάντων αὐτῶν, καὶ δὲν ἠδύνατο καὶ δὲν εἶχε τὴν ἐλπίδα νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν παρ’ αὐτῶν; Κᾀμμίαν τοιαύτην ἀπόδειξιν δὲν ἔχομεν· καὶ ἠξεύρετε πῶς δὲν τὴν ἔχομεν; διότι ἡ πρᾶξις ἐθεωρήθη, ὡς πλημμέλημα, καὶ ἐτιμωρήθη μὲ δύο ἐτῶν φυλάκισιν· ἐὰν ἡ πληγὴ τοῦ ἀπεστέρει τὴν χεῖρά του, ἡ πρᾶξις τότε εἶναι κακούργημα, καὶ ἤθελε τιμωρηθῆ τοὐλάχιστον μὲ εἰρκτὴν· λοιπὸν ἔχω ἐκ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ σεβασθῶ, τὸ διδόμενον νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἔχασε τὴν χρῆσιν τῆς χειρός του, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ἀπαίτησις, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνει εἰς τὸ ἔθνος, λέγων, ὅτι ζητεῖ αὐτὴν τὴν ἀπαίτησιν διὰ νὰ προστατεύσῃ ἑαυτὸν, δὲν ὑφίσταται. Ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, καὶ ἴσως μὲ τὴν ἰδέαν μου συνταχθῶσι πολλοὶ, ὅτι ἐδῶ ὅπου ἔφθασε τὸ ζήτημα ἀποβαίνει λίαν σπουδαῖον, λίαν λεπτὸν, καὶ ὅτι ἡ Συνέλευσις, ὀφείλει νὰ προσέξῃ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα τοιαύτην λύσιν, ὥστε νὰ δύναται νὰ κρατήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους ἀνέπαφον, καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ζητοῦντος ἐπίσης ἀνέπαφον. Δὲν μου φαίνεται νὰ ἠχήσῃ εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν ξένων, ἰδίως τοῦ Πρέσβεως τῆς Γαλλίας, εὐχάριστος ἡ φωνὴ ἡ ὑψωθεῖσα ἐντεῦθεν παρ’ ἑνὸς μέλους τῆς Κυβερνήσεως, εἰπόντος, ὅτι χάριν τῆς εὐγνωμοσύνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πρὸς τὴν Γαλλίαν, πρέπει νὰ πληρώσωμεν αὐτὸ τὸ ποσὸν, καὶ οὐχὶ χάριν τοῦ δικαίου. Ἀμφιβάλλω πολὺ, ἂν μετὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς ἐτέθη, ἦναι δυνατὸν νὰ εὐχαριστηθῇ ὁ Πρέσβυς τῆς Γαλλίας, πολὺ ἀμφιβάλλω. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δύναται νὰ τὸ διασκεδάσῃ πληρέστατα ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ συνάδελφός μας, Κύριος Μίλησης ἔφερεν, διότι φαίνεται, ὅτι τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτὴν τὴν ἐκτείνομεν ἀληθῶς πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τῆς Γαλλίας, πρὸς τὸν ὁποῖον τὴν ὀφείλομεν, καὶ πιστεύω ἀδιστάκτως ὅτι ἀξιοπρεπέστερον θέλομεν λύσει τὸ ζήτημα, ἐὰν ἀφήσωμεν αὐτὸν κριτὴν τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ πρέσβεώς του. Ἐθαύμασα τὸν Κύριον Καλλιγᾶν καὶ διὰ τὴν ἀφοσίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε πρὸς τοὺς ξένους, ἀφοσίωσιν εὐγενῆ· ἀλλὰ νομίζει ἆρα γε, ὅτι ἡ ἀφοσίωσις αὕτη δὲν ἔπρεπε νὰ δεικνύεται ἐπίσης καὶ πρὸς τοὺς συμπολίτας του; ἔπραξε σφάλμα μέγιστον ὡς πολίτης προστατευόμενος ἀπὸ τὴν ἠθικὴν νὰ φέρῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ παράπονον, ὅτι 100 Ἕλληνας εἶδεν ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν συνδρομὴν ἔδωσαν εἰς τὸν παθόντα. Καὶ ἂν εἴδετε αὐτοὺς τοὺς 100 Ἕλληνας, Κύριε Καλλιγᾶ, διατὶ σεῖς δὲν εἴχετε τὴν τόλμην, τὴν στολὴν τῆς ἐθνοφυλακῆς φέροντες, νὰ εἰσέλθετε εἰς τὸ φαρμακεῖον καὶ νὰ δώσητε βοήθειαν εἰς τὸν ἀδικούμενον; Νομίζω ἐξευτελεστικώτατον, Κύριοι, τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον φέρουσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τινὲς, θέλοντες νὰ θυμιάσωσι τὴν ὀφειλομένην ἁβροφροσύνην πρὸς τοὺς ξένους, παραβλέποντες τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν ἁβροφροσύνην, τὴν ὁποίαν ὀφείλουσι πρὸς τὸ ἔθνος των· ὁ Κύριος Καλλιγᾶς διὰ νὰ ἐξασθενήσῃ τὴν ἰδέαν, ἥτις πιθανὸν ἔλαβεν ὑπόστασιν ἐν τῇ Συνελεύσει, τὴν ἰδέαν λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν πληρωμὴν τῶν 60,000 πρὸς τὸν Σουλιὲ, τὶ σᾶς ἔφερε; τὸ ἀσθενὲς ἐπιχείρημα τῆς καλῆς πίστεως, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ παρόμοιον γεγονὸς ἔλαβε χώραν καὶ ὅτι ἡ ἰσχυρὰ Γαλλία τὸ ἔστρεψε κατ’ αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ ξένου καὶ ἐνέπαιζε κατά τινα τρόπον τὸν ἐνθουσιασμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπὲρ τῆς πατρίδος καὶ τῆς τιμῆς αὐτῆς δεικνύομεν, ἐμβλέπων εἰς τὴν σμικρότητα καὶ ἀδυναμίαν μας. Ἐὰν ὅμως ἤθελεν ἀκολουθήσει μετὰ προσοχῆς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο τῆς Γαλλίας, ἐὰν ἠδύνατο σήμερον νὰ φέρῃ ἐδῶ ἐνώπιόν σας ἀναλυτικῶς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, νὰ τὸ σχετίσῃ μὲ ὅλα τὰ συμφέροντα τῆς Γαλλίας πρὸς τὸν κόσμον κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ἐνδεχόμενον ἦτον ἡ Γαλλία τότε νὰ εὑρίσκετο πολὺ ἀσθενεστέρα ἡμῶν ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας. Ὑπάρχουν, Κύριοι, ζητήματα εἰς τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦσιν ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύουν ἔξωθεν αὐτῶν. Λοιπὸν μὲ ξηρὸν τὸ ἀποτέλεσμα δὲν δύναται νὰ μᾶς ἀποπλανήσῃ, πρέπει νὰ φέρῃ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου ζητήματος, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι, καὶ τοι οὐδὲν συμφέρον ἔχουσα πολιτικὸν ἡ Γαλλία, ἀλλὰ μόνον τὸ συμφέρον τοῦ νὰ διατηρήσῃ τὴν καλὴν πίστιν πρὸς τὴν ἄλλην Κυβέρνησιν, ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν. Καταστρέφων τὸν λόγον μου, Κύριοι, ἐπιμένω ὡς ἐπιμένει καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν ὑποχωρῶ νὰ συστήσω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν πλήρη παραδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ Κ. ὑπουργοῦ, διότι δι’ αὐτῆς, κατὰ τὴν κρίσιν μου φρονῶ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἐντίμως ἀπὸ τὸ δύσκολον αὐτὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγέννησε τῆς Κυβερνήσεως ὁ ζῆλος ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἡ δειλία ἀφ’ ἑτέρου.
§46ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν. Ὁ Κ. Σαρίπολος ἀναβαίνει τὸ βῆμα.
§47ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πότε ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ Κ. Σαρίπολος;
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν ἐζήτησε χθές.
§49ΚΑΛΟΣ. Ἐπιμένομεν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις, ἂν δύναταί τις, ἔχων τὴν αὐτὴν ἰδέαν μὲ τὸν προαγορεύσαντα, νὰ ὁμιλήσῃ.
§50ΓΟΝΤΙΚΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα, Κύριε Πρόεδρε, ἔχει δίκαιον ὁ Κ. Καλός.
§51ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Χθὲς, ὅτε ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, ἐμοῦ λαλοῦντος, ἐζήτησε τὸν λόγον, ἀμέσως ἐζήτησα ἐγὼ νὰ μὲ ἐγγράψῃ ὁ Κ. Πρόεδρος κατόπιν αὐτοῦ.
§52ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐδῶ θέλει καὶ ἕκαστος νὰ δείξῃ τὰ φῶτά του· Κύριε Σαρίπολε, ἠξεύρομεν, ὅτι ἔχετε παιδείαν μεγάλην.
§53ΚΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὁ καταλαβὼν τὸ βῆμα εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν προαγορεύσαντα, δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ.
§54ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ ζητήματος ἀπ’ ἀρχῆς, καθόσον ἐξήντλησα αὐτὸ χθές· δὲν θέλω ὅμως ν’ ἀφήσω τὸν Κ. Καλλιγᾶν ἄνευ ἀντικρούσεως ὡς πρὸς ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐπίβουλα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ Κ. Ἡρακλῆς Πετιμεζᾶς βεβαίως ἐλάλησε πολὺ καλὰ, ἀλλὰ δὲν ἐπελήφθη διόλου τοῦ νομικοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς· κατὰ συνέπειαν τούτου, ἐγὼ ἔρχομαι πράγματι πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν νομικῶν δῆθεν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ καὶ ἐδῶ, καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, καὶ ἐν τῇ δικηγορίᾳ συνάδελφός μου Κ. Καλλιγᾶς.
§55ΓΟΝΤΙΚΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ᾖναι τὸ αὐτό; (θόρυβος).
§56ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, περιβεβλημένη ἐξωτερικόν τι νομομαθείας κάλυμμα, εἶναι ἱκανὴ ν’ ἀποπλανήσῃ τοὺς ἧττον εἰδήμονας τῆς νομικῆς ἐπιστήμης· διὰ τοῦτο ἐντύπωσίς τις ἐνεποιήθη ἐν ἐμοί, ἐντύπωσις ὀδυνηρὰ, καθόσον νομίζω ὅτι ὑπὸ τοιαῦτα σοφίσματα ὑφέρπει ὁ ὄφις τῆς ταπεινώσεως τῆς Πατρίδος· ἐνεποιήθη μοι, λέγω, ἐντύπωσις ἀνακαλοῦσα εἰς τὴν μνήμην μου περίεργόν τι φυσικὸν φαινόμενον, τὸ ὁποῖον πρό τινων ἐτῶν συνέβη εἴς τι δάσος τῆς Οὑγγαρίας. Τὰ δένδρα τοῦ δάσους τούτου ἐξηραίνοντο ὡς ἵσταντο καὶ κατέπιπτον ἀποτεφρωμένα καὶ ὅμως οὐδαμοῦ ἐφαίνετο πυρὸς ἴχνος· οἱ πάντες ἠπόρουν πόθεν ἐπῆλθε τὸ πῦρ, ὑπέβοσκεν ὅμως τοῦτο λάθρα ὑπὸ τὴν γῆν, κατέκαιε δ’ οὕτω τῶν δένδρων τὰς ῥίζας καὶ τὰ ἀπετέφρονεν. Οὕτω μοὶ ἐφάνη, ἐν οἰκτρᾷ εἰκόνι, τῆς πατρίδος ἡ τιμὴ ὑπὸ τοιαῦτα σοφιστικὰ ἐπιχειρήματα κινδυνεύουσα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ν’ ἀπολέσῃ ὅ,τι ἀνθηρὸν εἶχε καὶ διὰ μιᾶς ἀποτετεφρωμένη νὰ παρασταθῇ εἰς τοὺς ἐκπλήκτους ἡμῶν ὀφθαλμούς. Τὸν κίνδυνον τοῦτον ἀποσοβῶν θέλω λογίζεσθαι εὐτυχὴς ἂν κατορθώσω ν’ ἀποδείξω ὑμῖν, ὅτι οὐδὲν ἄλλο εἰμὴ πομφόλυγες ἦσαν οἱ λόγοι τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, καὶ ὅτι ἐπὶ ἄμμου τὴν ὑπεράσπισιν τῶν πελατῶν του ᾠκοδόμησεν. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, εἶσθε νομικοὶ, γνωρίζετε, ὅτι τὰ λεγόμενα ταῦτα εὑρετήρια τῆς νομολογίας ὁμοιάζουσιν ἀπαραλλάκτως πρὸς τοὺς φετφάδας, τοὺς ὁποίους οἱ Τοῦρκοι μουφτῆδες ἐκδίδουσιν· ἁπλαῖ ταῦτα συλλογαὶ ἀποφάσεων ἀντιφασκουσῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, πρὸς ἀλλήλας, ἐννοεῖτε ὅτι ἀπ’ αὐτῶν ἀμφότεροι οἱ διάδικοι δύνανται νὰ λάβωσι τὴν πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῶν ἁρμόζουσαν, ὅπως παρὰ τοῦ αὐτοῦ Μουφτῆ σύμφωνον πρὸς τὸν σκοπόν του φετφᾶν ἑκάτερος τῶν διαφερομένων δύναται νὰ λάβῃ ὅπως ἐμφανισθῇ πρὸς τὸν δικάσοντα Καδδῆν. Ὁ Dalloz λοιπὸν, ὅστις ἔδωκεν αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα εἰς τὸν Κ. Καλλιγᾶν, αὐτὸς οὗτος δίδει ἄλλα ἐπιχειρήματα σταθερώτερα, δὲν ἀμφιβάλλω, καὶ σύμφωνα πρὸς τὰς ἀρχὰς, ἃς ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιόν σας, καὶ προχείρως ἐγὼ αὐτὸς ἤθελα εὑρεῖ ἡμῖν ταῦτα, ἂν εἶχον πρόχειρον τὸν Dalloz ἢ τὸν Sirey, ἢ τὸν Ledru-Rollin. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἄς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ Κ. Καλλιγᾶς νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι αὐτὸς, ἴσως ἕνεκα τῶν πολλῶν ἔργων του, δὲν ἔσχε καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὴν ἐπιστήμην τῶν διεθνῶν νομίμων διὰ χρόνου μακροῦ καὶ ὑπομονῆς πολλῆς, ὡς ἐγὼ, ὅστις, εἰδικὸς Καθηγητὴς καὶ συγγραφεὺς τοῦ Διεθνοῦς δικαίου ὢν, δὲν ζητῶ τὰς λύσεις τῶν τοιούτων ζητημάτων εἰς τὰ εὑρετήρια τῆς νομολογίας, ἀλλ’ ἐν τοῖς Βιγκερσοικίοις καὶ τοῖς Γροτίοις καὶ τοῖς ἄλλοις διασήμοις συγγραφεῦσι τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν. Ἐξέστω τῷ Κ. Καλλιγᾷ ν’ ἀρύηται εὐχερῆ πολυμάθειαν ἐν τοῖς εὑρετηρίοις· ἐξέστω αὐτῷ νὰ καταφεύγῃ εἰς τὰ σκωριασμένα ὅπλα τοῦ ὁπλοστασίου τῶν εὑρετηρίων, ἀλλ’ ἐμοὶ τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ὅλως ἀσύγγνωστον. Ἐὰν ἦσαν ἀληθῆ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, δὲν ἤθελεν ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ δικάζωνταί ποτε ξένοι ἐνώπιον ἐγχωρίων δικαστηρίων ἄλλων ἐπικρατειῶν· πᾶσα ἀπαίτησις ξενικὴ ἤθελεν ἐγείρεσθαι ἀμέσως κολοσσιαῖα, ἤθελεν ἀμέσως πάλλει καὶ κραδαίνει εἰς τὰς χεῖράς της τὴν σημαίαν καὶ τὸ δόρυ τῆς πατρίδος τοῦ ξένου, καὶ τότε ἀπὸ ἁπλῆς ἰδιωτικῆς ἀπαιτήσεως καὶ ἁπλῶς ἀτόμου πρὸς ἄτομον διαφορᾶς, ἤθελε γίνεσθαι αἰτία συγκρούσεως ἔθνους πρὸς ἔθνος. Προσέξατε δὲ ὅτι, ἅπαξ τεθείσης τῆς ἀρχῆς ταύτης, αἱ συγκρούσεις δὲν πρέπει νὰ ὑποτίθενται ὅτι θέλουσι συμβαίνει πάντοτε μεταξὺ ἔθνους ἰσχυροῦ καὶ ἑτέρου ἀσθενοῦς, ὅπερ διὰ τὴν ἀσθένειάν του, ἀναγκαζόμενον ἑκάστοτε νὰ ὑπενδίδῃ τῷ ἰσχυρῷ, δὲν θέλει ποτὲ ἐν τῷ δικαίῳ του περιχαρακονόμενον εὑρεθῇ εἰς θέσιν διὰ τῶν ὅπλων νὰ διεκδικήσῃ τὴν τιμήν του. Δύνανται τοιαῦται συγκρούσεις νὰ παρουσιασθῶσι μεταξὺ ἐθνῶν λίαν ἰσχυρῶν, καὶ τότε ὁ ὀκρυόεις πόλεμος καὶ τὰ πολλὰ δάκρυα θέλουσι διαλύσει παρεκτροπὰς Κυβερνήσεως ἐξερχομένης τοῦ δικαίου, ἵνα προσφύγῃ εἰς τὴν ἰσχὺν τῶν ὅπλων. Παρῆλθε, παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτεὶ, καὶ αἱ νεώτεραι συνθῆκαι τὸ κηρύττουσι, παρῆλθε, λέγω, ἀνεπιστρεπτεὶ ὁ καιρὸς ἐκεῖνος, καθ’ ὃν χρηματικὰ συμφέροντα, λόγοι ἀπαιτήσεων ἰδιωτικῶν ἠδύναντο νὰ ὁπλίσωσι στόλους, καὶ συνεγείρωσι στρατοὺς, καὶ συγκροτήσωσι μάχας, καθ’ ἃς νὰ πέσωσι χιλιάδες, ἑκατοντάδες χιλιάδων ἄνθρωποι ἐπὶ τοῦ πεδίου διὰ μίαν μικρὰν ἀπαίτησιν, τὴν ὁποίαν τὰ δικαστήρια ἑνὸς τόπου δύνανται μὲ θυσίαν ὀλίγης μελάνης καὶ ὀλίγων χαρτοσήμων νὰ διαλύσωσιν· ὅπως καὶ καθ’ ἑκάστην διαλύουσι, καὶ πάντες οἱ Πρέσβεις, ἐκτὸς ἴσως τοῦ Κ. Βουρὲ, τοὺς ὑπηκόους τῶν πατρίδων των παραπέμπουσιν εἰς τὰ δικαστήρια ταῦτα.
§57ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Σαρίπολε, Μὲ συγχωρεῖτε. Εἰς τὸ Μεξικὸν τί γίνεται σήμερον;
§58ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἄ! Εἰς τὸ Μεξικόν! Διαφέρει τὸ πρᾶγμα· Ἡ προσβολὴ, ἥτις ἐκίνησε τὸν πόλεμον τοῦ Μεξικοῦ, εἰς ἄλλην ἀνάγεται τάξιν· ἀξιοῖ ἡ Γαλλία ὅτι προσεβλήθη ὑπὸ τῆς Μεξικανικῆς αὐτῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προσεβλήθη εἰς τὸ Ἀλγέριον κατὰ τὸ 1830. Βεβαίως τοιοῦτον ζήτημα δὲν εἶναι πλέον τῆς ἁρμοδιότητος τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ τῶν τηλεβόλων. Ἀνέφερεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Πριτσάρδ· ἤμην ἐν Γαλλίᾳ τότε, Κύριοι· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου ἐνέδωκεν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἀγγλίας· ἀλλ’ αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος ἐγενόμην μάρτυς τῆς ἀποδοκιμασίας, ἣν ἐξήγειρε κατὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Κυβερνήσεώς του ἡ ὑποχώρησις ἐκείνη· ναὶ, Κύριοι· καὶ ὅμως ἐκεῖ ἡ προσβολὴ εἶχε γείνει, ἂν καλῶς ἐνθυμῶμαι, παρ’ ἑνὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ Γαλλικοῦ ναυτικοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ πρώτη ἀφορμὴ, ἥτις ἤρχισε νὰ ὑποσκάπτῃ τὸν θρόνον τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου, ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τοῦ Πριτσὰρδ, καὶ τὸ κατὰ τῆς βασιλείας του κατηγορητήριον οὐδόλως ἐπελάθετο νὰ μνημονεύσῃ καὶ αὐτῆς. Παραπλησίως πως καὶ ὁ Ὄθων ἐπολιτεύετο ἐν Ἑλλάδι, καὶ διὰ τοῦτο... ...διὰ τοῦτο εὑρίσκεται, ὅπου εὑρίσκεται. Θέλετε Κ. Καλλιγᾶ, παλινόρθωτον νὰ καταστήσωμεν τὸ σύστημα τοῦ Ὄθωνος; Μοὶ κακοφαίνεται νὰ εὑρίσκω πάντοτε τὸν συνάδελφόν μου Κύριον Καλλιγᾶν ἀπέναντί μου ἐν τοῖς ἐθνικοῖς ζητήμασι, τεταγμένον εἰς τὴν ἀντεθνικὴν τοῦ ζητήματος θέσιν καὶ τὸν ἥττονα λόγον ὑποστηρίζοντα· οὕτως εἶχον αὐτὸν καὶ εἰς τὴν δίκην τοῦ Ἀργυροκαστρίτου ὑπερασπιζόμενον τὸν Ἀλῆ ἀγᾶν καὶ τὰς ἀτόπους καὶ παρανόμους πράξεις τοῦ ἐν Σύρῳ Προξένου τῆς Τουρκίας. Προσέθετο ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅτι ἴδιον καλῆς πίστεως καὶ τιμίου ὀφειλέτου εἶναι νὰ πληρώνῃ τὸ χρέος του, ὅταν ζητῆται παρὰ τοῦ δανειστοῦ του· συμφωνῶ πληρέστατα, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν Κ. Καλλιγᾶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν τὸ χρέος τοῦτο εἶναι πρόθυμος νὰ τὸ πληρώσῃ πάντοτε, εἴτε ἐκκαθαρισμένον εἶναι, εἴτε ἀνεκκαθάριστον, εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως ἀπαιτεῖται. Ἐὰν ζητῇ ὁ Κ. Καλλιγᾶς 1000 δραχμὰς μετὰ τοῦ τόκου των, τὰς ὁποίας μοὶ ἐδάνεισεν, ὀφείλω βεβαίως νὰ τῷ τὰς ἀποδώσω· ἀλλ’ ἐὰν ὁ Κ. Καλλιγᾶς λέγῃ, ὅτι ἐπέρασεν ὁ ὑπηρέτης του ἔμπροσθεν τῆς οἰκίας μου καὶ ἐκεῖ ἐσκόνδαψε ἄνευ ἐλλείψεως ἰδικῆς μου, καὶ διὰ τοῦτο κινεῖ μίαν ἀγωγὴν κατ’ ἐμοῦ, ἵνα τὸν πληρώσω ἀποζημίωσιν, ἕπεται ἆρά γε ὅτι ἐγὼ διὰ νὰ δειχθῶ καλῆς πίστεως ὀφειλέτης, καὶ μόνον διότι τὸ συμβὰν ἐγένετο πρὸ τῆς οἰκίας μου, πρέπει νὰ πληρώσω τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Κ. Καλλιγᾶ; Σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Κ. Καλλιγᾶς εἶναι καλὸν νὰ εὑρίσκῃ περισσότερον καιρὸν διὰ νὰ μελετᾷ τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν πρὶν ἢ διὰ στόμφου περὶ αὐτοῦ ὁμιλήσῃ. Σᾶς εἶπεν ἔτι ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅτι ἡ διακοίνωσις τοῦ Κόμητος Νεσσελρὼδ, ἧς ἐμνήσθην χθὲς ἐν τῇ ἀγορεύσει μου, δὲν εἶχεν οὐδεμίαν ὁμοιότητα πρὸς τὸ ἐκκείμενον ζήτημα τοῦ Σουλιέ. Ἀπατᾶται τὴν μεγίστην ἀπάτην, διότι διατείνομαι ἐγὼ ὅτι a fortiori ἐφαρμόζονται ἐπὶ τοῦ προκειμένου αἱ ἐν αὐτῇ ἀρχαί· καθόσον, ἂν ἡ Κυβέρνησις Κράτους τινὸς δὲν εὐθύνεται, ὅταν αὐτὴ αὕτη ἐπιφέρῃ τὰς ζημίας, πολλῷ μᾶλλον ἀνεύθυνος εἶναι, ὅταν παρ’ ἰδιώτου καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς παρ’ αὐτῆς ἐντολῆς ἐπηνέχθησαν αὗται εἰς τὸν ξένης πολιτείας ὑπήκοον. Ἰδοὺ, Κύριοι, πότε πληρόνουσι τὰ ἔθνη. Πληρόνουσιν ὅταν ἦναι ἀναμφισβήτητος ἡ ἀπαίτησις, ὡς ἐν παραδείγματι, ὅταν ἐν πολιορκουμένῃ πόλει εἰσέρχεται ἓν πλοῖον ξένον, καὶ ἐκ τοῦ πλοίου τούτου τὸ φορτίον λαμβάνεται ὑπὸ τοῦ φρουράρχου τῆς πόλεως τῆς πεινώσης, καὶ διανέμεται μεταξὺ τῶν πεινώντων κατοίκων. Βεβαίως μία τοιαύτη πρᾶξις δὲν εἶναι κατ’ αὐστηρὸν, κατ’ ἀπόλυτον δίκαιον, δικαία, ἀλλὰ συγχωρεῖται ὑπὸ τοῦ Δικαίου τῶν ἐθνῶν· ὅταν, λέγω, ἡ ξένη δύναμις φέρῃ τὴν ἀπαίτησίν της περὶ ἀποζημιώσεως, ἡ ἄλλη δὲν ἐνίσταται, θέλει δ’ εἰπεῖ τοὐναντίον, μάλιστα, ἡ πρᾶξις αὕτη ἐγένετο ἐν προφανεστάτῃ ἀνάγκῃ, προσφέρομαι νὰ πληρώσω. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν ὁμοίας φύσεως, ὡς ἡ τοῦ Σουλιὲ, περιπτώσεις παρουσιάζωνται καθ’ ἑκάστην ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν ἐκ διαφόρων ἐθνῶν ἀνθρώπων, ὅταν διὰ πᾶν συμβὰν, τὸ ὁποῖον ἤθελε συμβῇ μεταξὺ δύω πολιτῶν ἕλληνος καὶ ἀλλοδαποῦ, κηρύξωμεν ἀναρμόδια τὰ ἐγχώρια δικαστήρια, τότε πρέπει νὰ κλείσωμεν τοὺς πολιτικοὺς καὶ ποινικοὺς Κώδηκάς μας, νὰ μὴ συζητῶμεν πλέον ὑπόθεσιν ἀλλοδαπῶν ἐνώπιον τῶν ἡμετέρων δικαστηρίων, ἀλλ’ ἑκάστη τοιαύτη ὑπόθεσις νὰ γίνηται ἀντικείμενον διαμοιβῆς πλήθους διπλωματικῶν ἐγγράφων, ἐπὶ τέλους δὲ ν’ ἀποφασίζῃ ὁ ἰσχυρὸς, γινόμενος αὐτὸς αὐτόκλητος δικαστὴς τῆς δίκης του, ἀντιλογίαν δ’ οὐδεμίαν νὰ δέχηται παρὰ τοῦ ἐναγομένου, νὰ δεικνύῃ αὐτῷ τὴν δίστομον τῆς πατρίδος του ῥομφαίαν, μόνον δὲ ἄρθρον νόμου νὰ ἔχῃ τὸ sic volo, sic jubeo, fiat pro ratione voluntas. Ὤ! λέγω καὶ ἐπαναλέγω, τοῦτο δὲν εἶναι τὸ δίκαιον· ἀλλ’ εὐτυχῶς τοιαύτη βεβαίως δὲν εἶναι τὴν σήμερον ἡ κατάστασις τῆς Εὐρώπης, τὸ δὲ Διεθνὲς δίκαιον, ὅπερ πρεσβεύει αὕτη, δὲν συμφωνεῖ πρὸς τοῦ Κ. Καλλιγᾶ τὰς θεωρίας. Ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, ἂν οὐχὶ λόγῳ τῆς ἐπιστήμης, τοὐλάχιστον λόγῳ τῆς δικηγορικῆς αὑτοῦ ὑπηρεσίας, ὤφειλε συνεχῶς, ἂς ἀκούσῃ αὐτὴν κἂν τὴν συμβουλήν μου, νὰ μελετᾷ τοῦ Fœlix καὶ Demangeat τὸ σύγγραμμα du Droit international privé, ἵνα μὴ εἰς τόσον συχνοὺς περιπίπτῃ ἐπιστημονικοὺς σολοικισμούς. Τὸν παραπέμπω αὖθις ἐκεῖ, ὅπως τὸν παρέπεμψα καὶ κατὰ τὴν δίκην τοῦ Ἀργυροκαστρίτου, δυστυχῶς ὅμως δὲν ὠφελήθη ἔκτοτε τῆς συμβουλῆς μου, ὅπως ἴδῃ, ὅτι πᾶσα ἀπαίτησις ἰδιώτου, εἴτε κατ’ ἰδιώτου ἀποτείνεται, εἴτε κατὰ Κυβερνήσεως, εἰσάγεται ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων τοῦ φόρου τοῦ ἐναγομένου. Ἐὰν λοιπὸν ὁ Κύριος Σουλιὲ εἶχεν ἀπαίτησιν, ἡ ἀπαίτησις αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι εἰμὴ ἰδιωτική. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἀνέφερεν εἰς παράδειγμα δίκην τινὰ τοῦ Τζανετάκη Γρηγοράκη, ὅπως συνήγορος τοῦ Κ. Βουρὲ καὶ τοῦ Κ. Σουλιὲ ἀποδείξῃ τὴν ἄμεσον ἐνοχὴν τῆς Ἑλλάδος· ἐγὼ δύναμαι ν’ ἀναφέρω ἄλλα, πολλῷ νεώτερα, ἐναντία παραδείγματα, ὅπως ἀποδείξω ὅτι τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ὤφειλεν ἀποζημίωσιν δι’ ὅσα τυχὸν πράξωσιν οἱ ὑπάλληλοί της ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητός των· ἐσχάτως ἐγὼ εἶχον τοιαύτην δίκην Νικολαΐδου τινος κατὰ τῆς Κ. Ἐπιστήμης τοῦ Γκούρα καὶ τοῦ Δημοσίου, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον ἐτέθη ἐκτὸς τῆς δίκης, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ νεωτέρα Νομολογία. Ἂς μὴ λοιπὸν κάθηται ν’ ἀναδιφῇ τὰ ἀρχεῖα τῶν δικαστηρίων, διότι καὶ ἐν αὐτῷ τῷ βραχυχρονίῳ καὶ μικρῷ Εὑρετηρίῳ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου εὑρίσκονται λίαν ἀντιφάσκουσαι πρὸς ἀλλήλας ἀποφάσεις, ἐν βραχεῖ διαστήματι χρόνου ἐκδοθεῖσαι. Ἀντὶ λοιπὸν ν’ ἀναζητῶμεν τὰς παλαιὰς ἀποφάσεις, πρέπει μᾶλλον νὰ προσφεύγωμεν εἰς τὴν καθαρὰν πηγὴν παντὸς Δικαίου, εἰς τὸ αἰώνιον δίκαιον, εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἐπροίκισε πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. Σᾶς εἶπεν ἀκόμη, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ φέρωμεν οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν, ἀπαιτούσης τῆς Γαλλίας. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πολὺ, βέβαια δὲ περισσότερον ἀγαπῶ τὴν Γαλλίαν ἐγὼ, παρὰ ἄνθρωπος, ὅστις δὲν τὴν γνωρίζει, εἰμὴ ἐξ ὀνόματος μόνον, διότι ἑπτὰ ἔτη ὅλα ἔζησα ἐν Γαλλίᾳ, ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη ὅλα ἐφωτίζετο ἡ ψυχή μου ἀπὸ τῆς διδασκαλίας τῶν Γάλλων· ἀλλ’ ἴσα ἴσα, διότι ἐξετράφην ἐν Γαλλίᾳ, ἠξεύρω νὰ εἴπω καὶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι οἱ Γάλλοι δὲν τιμῶσιν εἰμὴ ἐκείνους, οἵτινες τιμῶσιν ἑαυτοὺς, τοὺς οὐτιδανοὺς δὲ καὶ ταπεινοὺς καὶ ἀνάνδρους περιφρονοῦσιν· οἱ Γάλλοι θέλουσι περισσότερον ἐκτιμήσει ἡμᾶς, ἐὰν ἐναντιωθῶμεν εἰς παράλογον ἀπαίτησιν τοῦ Πρέσβεώς των, καθόσον καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅπερ δὲν θέλω πιστεύσει μέχρις ἐναντίας ἀποδείξεως, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Πρέσβεώς της, πάλιν, λέγω, ὅτι ὑπεράνω παντὸς Πρέσβεως, ὑπεράνω τοῦ Αὐτοκράτορος αὐτοῦ, ὑπάρχει ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία, ἡ ἐθνικὴ τῆς Γαλλίας συνείδησις, καὶ θέλομεν ἰδεῖ πῶς θέλει ἀποφανθῆ ἡ συνείδησις τοῦ φιλέλληνος ἔθνους τῶν Γάλλων ἐπὶ τῆς ἀπαιτήσεως αὐτῆς. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἐννοήσητε πόσον τὴν σήμερον κύπτουσι τὰς κεφαλάς των καὶ Βασιλεῖς καὶ Δυνάσταται ἐνώπιον τῆς κοινῆς ἐθνικῆς γνώμης. Ὁ ὑπουργὸς Βιλέλλος τῆς Γαλλίας ἦτο ἀνθελληνικώτατος· ὅ,τι ἠδυνήθη ἔκαμε κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως· στρατιώτας καὶ ἀξιωματικοὺς Γάλλους ἀπέστειλεν εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὅπως συνοδεύσωσι τὸν Ἰβραΐμην εἰς τὴν κατὰ τῆς Πελοπονήσου ἐκστρατείαν του, ἵνα προγυμνάσωσι τὰ τακτικὰ τοὺς Ἄραβας καὶ Φελλάχους του διὰ νὰ πολεμήσωσι τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ὅμως ἐξηγέρθη κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου ἡ κοινὴ γνώμη, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη δὲν συνετρίβη, ἀλλ’ ἐνίκησε, διότι ἡ φωνὴ τοῦ Λαοῦ, εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου· ἔπεσε καὶ ἐξώσθη ὁ Βιλέλλος τοῦ ὑπουργείου. Τοιουτοτρόπως εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Γαλλίας ἤθελεν ἀποφανθῆ ὑπὲρ ἡμῶν, ἂν ὁ Κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς, ἐμπειρότερος περὶ τὰ πολιτικὰ, ἐνήργει ὅ,τι ἐπ’ αὐτῷ, ὅπως φέρῃ εἰς τὴν δημοσιότητα τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σουλιὲ, ὅπως παραστήσῃ τὰ πράγματα ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτῶν ὄψιν, καὶ οὐχὶ ν’ ἀφήσῃ τὸν καιρὸν εἰς τὸν Κύριον Βουρὲ νὰ παραστήσῃ αὐτὰ παραμεμορφωμένα πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του, ἥτις εἶχε πάντα λόγον νὰ δώσῃ πίστιν τοῖς ὑπ’ αὐτοῦ γραφομένοις, ἀφοῦ ὁ ἡμέτερος ὑπουργὸς ἐσιώπα, καὶ διὰ τῆς ἀσυγγνώστου ταύτης σιωπῆς του ἔκαμνεν ἕκαστον νὰ εἰκάζῃ ὅτι διωμολόγει πάντα, ἅτε μηδὲν ἀπολογούμενος. Ἂν ἄλλως ἔπραττεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἡμῶν, οἱ Γάλλοι, οἵτινες ἀγαπῶσι τὴν Ἑλλάδα, δὲν διστάζω ποσῶς, ὅτι πρὸ πάντων οἱ Γάλλοι, οἱ ἱπποτικοὶ καὶ φιλελεύθεροι Γάλλοι, οἵτινες ἐκτιμῶσι πάντα, ὅστις ἠξεύρει νὰ φρουρῇ τὴν τιμήν του, καὶ νὰ προτιμᾷ αὐτὴν τῆς ἰδίας του καταστροφῆς, ἤθελον μετὰ τῆς Κυβερνήσεώς των συνταχθῆ μεθ’ ἡμῶν, καὶ ἡ Κυβέρνησίς των ἤθελεν ἀκολουθήσει τῆς Ἐθνικῆς γνώμης τὰς κρίσεις. Ἓν ἄλλο ἔτι νεώτερον παράδειγμα πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι εἰμὶ εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τοὺς Γάλλους· φέρω παράδειγμα, τοῦ ὁποίου ἐγένετο αὐτὸς ὁ νῦν Αὐτοκράτωρ τὸ ὑποκείμενον. Μετὰ τὴν ἀπόπειραν τοῦ Στρασβούργου κατὰ τὸ 1836 ὁ νῦν Αὐτοκράτωρ Ναπολέων ἡττηθεὶς ἐφυγαδεύθη εἰς Ἀγγλίαν, ἡ μήτηρ αὐτοῦ Ὁρτενσία κατώκει ἐν Ἐλβετίᾳ. Ἀσθενούσης τῆς μητρὸς αὐτοῦ, ὁ Πρίγκηψ Ναπολέων μετέβη πρὸς ἐπίσκεψίν της. Τοῦτο μαθὼν ὁ Βασιλεὺς Φίλιππος καὶ μηδόλως σεβασθεὶς τὸν πόνον υἱοῦ προσφέροντος τὸν τελευταῖον ἀσπασμὸν πρὸς τὴν μητέρα του, ἐζήτησεν, ἀπήτησε μάλιστα, παρὰ τῆς Ἐλβετίας ν’ ἀποβάλῃ αὐτόν. Οἱ ἀνδρεῖοι ὅμως Ἐλβετοὶ τί κάμνουν; Εἰσὶν Ἔθνος μικρὸν ὡς ἡ Ἑλλὰς, ἀλλ’ εἰσὶν Ἔθνος γενναῖον, ὡς εὔχομαι νὰ βλέπω πάντοτε τὴν Ἑλλάδα· ἀπήντησαν, ὄχι· ἡ Ἐλβετία εἶναι γῆ ἐλευθέρα, δὲν θέλομέν ποτε παραγνωρίσει τὸ δίκαιον, δὲν θέλομέν ποτε ἐνδώσει εἰς ἄδικον ἀπαίτησιν. Ὀργίζεται ὁ Φίλιππος, κηρύττει ἀποκεκλεισμένην τὴν Ἐλβετίαν, τοὐτέστι κηρύττει τὴν καταστροφὴν τῆς Ἐλβετίας. Ἐγκαρτεροῦσιν ὅμως οἱ Ἑλβετοί· ἠξεύρετε δὲ τὶ ἀπήντησεν ἡ Ἐλβετικὴ δίαιτα; Κἂν ὅλον τὸ Ἔθνος πρόκηται νὰ θυσιασθῇ, κἂν πέπρωται μόνα τὰ ὄρη ταῦτα τὰ χιονοσκεπῆ νὰ μείνωσιν, ὅπως μαρτυρῶσιν εἰς τὰς ἐπερχομένας γεννεὰς, ὅτι ἐδῶ ὑπῆρξέ ποτε τὸ Ἐλβετικὸν Ἔθνος, δὲν ἐνδίδομεν (θόρυβος). Ἡ δὲ Γαλλία, θαυμάσασα τὸν χαρακτῆρα τῶν Ἐλβετῶν, ἠναγκάσθη νὰ ἐνδώσῃ καὶ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπαίτησίν της. Καὶ ὅμως ἡ Ἐλβετία εἶναι ἡ ἀρχαιοτάτη τῶν συμμάχων τῆς Γαλλίας, καὶ ὅμως ἡ Ἐλβετία λέγεται ἡ ἀδελφὴ τῆς Γαλλίας, καὶ ὅμως οἱ Ἐλβετοὶ πλείστας ὀφείλουσιν, ὡς καὶ ἡ Ἑλλὰς, χάριτας τῇ Γαλλίᾳ, καὶ ὅμως οἱ Ἐλβετοὶ πρόθυμοι πάντοτε προσέφερον τὸ αἷμα των ὑπὲρ τῆς Γαλλίας, εἶναι οἱ φυσικοὶ σύμμαχοι τῆς Γαλλίας, εἶναι οἱ προμαχῶνες τῆς Γαλλίας. Διὰ τοῦτο λοιπὸν λέγω, Κύριοι, μὴ ὑψόνωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς θέσεως τῆς ταπεινῆς, εἰς ἣν εὑρίσκεται, εἰς μίαν θέσιν τόσον ὑψηλὴν, εἰς ἣν ὡς ἐκ περιγραφῆς ζητεῖ νὰ τὸ ἀναγάγῃ ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ δώσῃ τὸν ὀβολὸν αὐτῆς, τὸν ὁποῖον ὠνόμασα χθὲς τὸν ὀβολὸν τῆς ἀτιμίας. Πρέπει νὰ τὸν ἀρνηθῇ, ὅπως ἠρνήθη ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς νὰ δώσῃ πρὸς τὸν Ξέρξην γῆν καὶ ὕδωρ. Ἀλλὰ μὴ φοβῆσθε, Κύριοι, ἡ Γαλλία εἶναι πολὺ πλέον δικαία, παρὰ τὸν Πέρσην. Ἡ Γαλλία, ἀφοῦ ἀκούσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, θέλει εἰς τὴν πρὸς τὴν τιμὴν καὶ τὴν δικαιοσύνην της ἔκκλησιν ἡμῶν ἐνδώσει ἀνενδοιάστως, ἢ, πρὶν ἢ προβῇ εἰς μέτρα βίαια, θέλει κάμει ὅ,τι συνήθως γίνεται ὑπὸ τῶν Ἐθνῶν εἰς ὁμοίας περιστάσεις, τουτέστιν ἐκ συμφώνου μετὰ τῆς Ἑλλάδος θέλουσιν ὑποβάλει τὸ ζήτημα πρὸς φίλον καταρτιστῆρα, ὅστις δεχόμενος καὶ ἐξετάζων ὡς διαιτητὴς τὴν ὑπόθεσιν, θέλει ἀποφανθῆ ὑπὲρ τοῦ δικαίου. Τότε, ναὶ, τότε μετὰ πάσης τιμῆς, ἂν καταδικασθῶμεν, δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἀποζημίωσιν, οἵαν ὁ ἀμερόληπτος οὗτος δικαστὴς ἤθελεν ἀποφασίσει. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως ἀρνηθῆτε καὶ μὴ πτοῆσθε, μὴ φοβῆσθε τὰ φαντάσματα, δι’ ὧν ὁ Κ. ὑπουργὸς καὶ ὁ Κύριος Καλλιγᾶς χάριν τῶν φίλων των σᾶς ἀπειλῶσιν. Ἡ Γαλλία δὲν θέλει ποτὲ ταπεινωθῆ, ὥστε νὰ καταστρέψῃ τὸ ἔργον τῶν χειρῶν της· δὲν θέλει ποτὲ τὴν ἐπιοῦσαν μιᾶς ἐπαναστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐχειροκρότησεν, εἰπῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι δὲν θεωρεῖ τὸ Ἔθνος αὐτὸ αὐτόνομον καὶ αὐτοδιοίκητον, ἀλλ’ ὅτι ὡς νόμον τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἀπόφασιν ὑποχρεωτικὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα θεωρεῖ τὴν αὐτογνώμονα ἀπόφασιν τοῦ Κυρίου Βουρέ. Λοιπὸν προτείνω καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν χθεσινὴν πρότασίν μου, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀποφαίνεται, ὅτι οὐδεμία ἀποζημίωσις ὀφείλεται εἰς τὸν Σουλιὲ, καὶ ὅτι ἐπιφυλλάσσεται εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ ἁρμόδια τακτικὰ Δικαστήρια διὰ νὰ διεκδικήσῃ τὰς ἀξιώσεις του, εἴτε κατὰ ἰδιώτου, εἴτε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τὰς ἀπευθύνῃ. Ὅταν δ’ ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων καταδικασθῇ τὸ Δημόσιον, τότε, ναὶ, τότε ἀξιοπρεπῶς δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὴν ἐπιδικασθεῖσαν ἀποζημίωσιν. Ἂν δ’ οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ, ὡς φαίνεται, συνταυτίζωσι τὴν τύχην των μετὰ τῆς προτάσεως τῆς πιστώσεως, ἣν εἰσήγαγον, μοὶ κακοφαίνεται δι’ αὐτοὺς, ἂν ἡ μὴ ἐπιψήφισις τῆς προτάσεώς των ἐπιφέρῃ τὴν πτῶσίν των.
§59ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι δὲν θέλω βλάψει τὴν συζήτησιν καὶ ὅτι ὁ ὀλίγος χρόνος, τὸν ὁποῖον θέλω δαπανήσει ἀγορεύων, θέλει εἶσθαι ὠφέλιμος διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως· διότι δὲν σκοπεύω, οὔτε πάθη νὰ συνδαυλίσω, ἀλλ’ οὔτε πολιτικήν τινα ἐξωτερικὴν νὰ περιποιηθῶ ἢ νὰ καταδιώξω, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ προπαρασκευάσω κατὰ δύναμιν καὶ κατὰ τὸ χρέος μου τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ὅπως τὸ δικαίωμα καὶ τὸ χρέος τοῦτο ἔχει ἕκαστος τῶν πληρεξουσίων. Ἀπαντῶν, Κύριοι, εἰς τοὺς προλαλήσαντας, ὀφείλω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ν’ ἀποκρούσω τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἐπέῤῥιψαν, ὅτι ἐναντίον τῆς Γαλλίας ἐξεφράσθησαν λόγοι ἀπρεπεῖς. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι μὲ ἄπειρον μετριοπάθειαν ὡμίλησα, μολονότι ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος σκανδαλώδους, τὸ ὁποῖον πολὺ στενῶς περιέπλεκε τὸ ἠθικὸν αὐτὸ πρόσωπον τῆς ἐπικρατείας ἐκείνης· ἀλλ’ ἀναβαίνων τὸ βῆμα ἔχω πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι δὲν ὁμιλῶ ὡς ἄτομον, ἀλλ’ ὅτι ὁμιλῶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς πατρίδος μου. Ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, δὲν εἶπον τίποτε ἄλλο περὶ Γαλλίας, εἰμὴ ὅτι εἶναι ἡ μήτηρ τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ· δὲν εἶπον τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅτι ἔχυσεν ἀφειδῶς τὸ αἷμα της πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς Ἑλλάδος· εἶναι λοιπὸν λυπηρὸν, Κύριοι, νὰ ἐπιχειροῦν τινες τὴν ὑπεράσπισιν τῆς γνώμης των ἐπιῤῥίπτοντες κατὰ τοῦ ἀντιπάλου των συκοφαντίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπιβλαβεῖς. Θέλω ἀπαντήσει ἰδίως εἰς δύω ἀρχὰς, εἰς δύο θεωρίας, τὰς ὁποίας ἐξέθεσαν δύο ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ἐναντίον, εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ καὶ εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Κ. Καλλιγᾶ. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὁ πρῶτος λαλήσας, ἀκολουθῶν λέγει τὴν γνώμην ἑνὸς Ἄγγλου, σᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὁσάκις γίνεται προσβολὴ παρ’ ἀνθρώπου ἐκπροσωποῦντος τὴν ἐξουσίαν, ἡ Ἀγγλία ἐπεμβαίνει καὶ ζητεῖ ἀποζημίωσιν. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἔθεσε τὸ ζήτημα καὶ τὸ ἐπραγματεύθη πολὺ καλήτερα, παρ’ ὅτι ὁ δεύτερος, ὁ Κύριος Καλλιγᾶς. Ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς ἔφθασε τοὐλάχιστον εἰς ἓν συμπέρασμα, ἠκολούθησε μίαν θεωρίαν, ἀλλ’ ὁ Κ. Καλλιγᾶς μεταξὺ συμπεράσματος καὶ θεωρίας δὲν ἔθεσε δεσμὸν κανένα, καὶ τοῦτο μὲ λυπεῖ. Ἀλλὰ πόσον σόλοικος εἶναι ἡ θεωρία τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ καὶ τοῦ Ἄγγλου, ὁ ὁποῖος τῷ ἐνέπνευσεν αὐτήν! Ἀλλ’ ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ θεωρία τῆς Ἀγγλίας, ἡ Συνέλευσις ὀφείλει νὰ σταθῇ εἰς τὴν θεωρίαν τῆς Γαλλίας, τὴν θεωρίαν τῆς στιγμῆς, τὴν θεωρίαν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, διότι, ὅπως ἔλαβον τὴν τιμὴν καὶ χθὲς νὰ σᾶς εἴπω, ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ ἀποζημίωσις ἡ ζητηθεῖσα, ἡ βάσις αὕτη εἶναι προσβλητικὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Θέλω κατὰ πρῶτον, Κύριοι, ἐξετάσει τὸ ζήτημα, ὅπως τίθεται παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου πρέσβεως τῆς Γαλλίας, καὶ μετ’ ἔπειτα θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ὁ Κύριος Πρέσβυς τῆς Γαλλίας δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα παρ’ ὅπως τὸ ἔθεσε, καὶ ὅτι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν τὰ ἔθνη, προκειμένου περὶ ἐπεμβάσεως, εἶναι αὐτὴ ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ Κύριος Πρέσβυς τῆς Γαλλίας. «Τὰ ἀνωτέρω ῥηθέντα, λέγει ὁ Κύριος Πρέσβυς, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι θεωρῶ ὑγιεεστάτην τὴν θεωρίαν τὴν ἐν τῷ τέλει τοῦ ἐγγράφου σας ἐκτιθεμένην ὡς πρὸς τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων ὑποθέσεις. Τὰ δικαστήρια ὅμως δικάζουν τὰ συνήθη γεγονότα· ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ ἀδυναμία τῆς δικαιοσύνης, συνεπεία ἐνοχῆς αὐτῆς τῆς ἐπικρατείας, ἡ ἐνέργεια τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ξένων Κυβερνήσεων καθίσταται ἀναγκαία πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἰδίων ἑαυτῶν ὑπηκόων· καὶ διότι εὑρίσκομαι εἰς μίαν τῶν περιστάσεων τούτων, παρεμβαίνω μεθ’ ὅλης τῆς αὐθεντίας τοῦ Δικαίου». Ἀδιάφορον λοιπὸν τί εἶπεν ὁ ξένος αὐτὸς Ἄγγλος εἰς τὸν Κ. Πετιμεζᾶν, ὅταν ἔχω πολὺ καθαρὰ μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρέσβεως τῆς Γαλλίας τὸ δίκαιον του, μεγάλοις γράμμασι γεγραμμένον. Ζητεῖ ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὴν ζητεῖ διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς μεγάλης Γαλλίας, διότι εὑρίσκεται εἰς τὴν περίστασιν, ἡ ὁποία τῇ δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο· καὶ ποία εἶναι ἡ περίστασις αὕτη; «ὅταν ὑπάρχῃ ἀδυναμία τῆς δικαιοσύνης, προσθέτει ὁ Κ. Πρέσβυς, προερχομένη ἀπὸ τὴν συνενοχὴν τῆς ἐπικρατείας». Ἐνώπιον τοιαύτης θεωρίας, ἐνώπιον τοιούτου δικαίου, ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμόν σας, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, ἐπικαλοῦμαι τὴν φωνὴν τῆς Ἑλλάδος! Ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἐφέραμεν δὲν ἔχει τίποτε προσβλητικὸν διὰ τὴν Γαλλίαν· θὰ εἴμεθα ὀλετῆρες τοῦ τόπου μας, ἐὰν ἠθέλαμεν Δύναμιν τοιαύτην νὰ προσβάλωμεν! ἀλλ’ ὅμως εἴμεθα ἀνάξιοι ν’ ἀντιπροσωπεύωμεν τὴν πατρίδα μας, ἐὰν ἐνώπιον τοιούτου ὀνείδους ἠθέλομεν κλείσει τοὺς ὀφθαλμοὺς, ὁρμώμενοι ἀπὸ θεωρίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄξιαι καταδίκης, ὅταν ἔρχωνται εἰς ἐπαφὴν μὲ τοιαῦτα ζητήματα. Σᾶς εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἡ θεωρία τῆς διακοινώσεως τοῦ Κ. Πρέσβεως εἶναι ἡ μόνη ἀληθὴς, εἶναι ἡ μόνη δικαία, ἡ μόνη δίδουσα ζωὴν εἰς ἀπαιτήσεις, καὶ θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει. Ὁ Μαρτῖνος, Κύριοι, ἀναφέρει ῥητῶς τὰ ἑξῆς. Ἀφοῦ προηγουμένως ἐκθέτει, ὅτι τὸ παλαιὸν δίκαιον κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ξένοι δὲν ἐγίνοντο δεκτοὶ ἐν ταῖς ἐπικρατείαις, ὅτι ἐὰν ἐγένοντο δεκτοὶ ἀπῃτεῖτο νὰ ὑποστῶσι προηγουμένως ἀνακρίσεις, νὰ δίδωσιν ἐγγυήσεις κτλ. ἀφοῦ ἐκθέτει, ὅτι τὸ δίκαιον τοῦτο ἐξέλιπεν, ἔρχεται εἰς τὸ νεώτατον δίκαιον καὶ λέγει, ὅτι τοῦ νεωτάτου δικαίου ἡ ἀρχὴ εἶναι ἡ ἑξῆς, εἶναι δεκτοὶ οἱ ξένοι ὑπήκοοι ἐν ταῖς ἐπικρατείαις, ἀλλ’ ὑπάγονται εἰς τὴν συνήθη φορολογίαν, τιμωροῦνται, κατὰ τοὺς νόμους, δύνανται νὰ ἀποβληθῶσιν, ὁσάκις ἡ τάξις τοῦ τόπου ἠδύνατο νὰ διαταραχθῇ ἐξ αἰτίας των, καὶ δὲν δύνανται νὰ ὑποβάλουν κἀνὲν παράπονον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουν, ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ὁποίας διαμένουν, ὅταν ἀπονέμεται εἰς αὐτοὺς ἡ αὐτὴ δικαιοσύνη, ἡ ὁποία ἀπονέμεται καὶ εἰς τοὺς ὑπηκόους. «Ἀλλ’ εἰς περιπτώσεις ἀρνησιδικίας, λέγει, ἢ ἀντισυνταγματικῆς ὑπερβάσεως, ὡς καὶ ἐν περιπτώσει ὁμολογουμένης διαφθορᾶς ἢ κακῆς πίστεως τῶν δικαστῶν, καθ’ ἃς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ τις ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, οἱ ξένοι δύνανται ν’ ἀπευθυνθῶσιν εἰς τὸν ἴδιον αὑτῶν Ἡγεμόνα, ἵνα τύχωσι διὰ τῆς προστασίας του τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀξιώσεών των.» «Mais dans les cas d' un déni ou d' une protraction inconstitutionnelle de justice, ainsi que dans ceux d'une perversité évidente ou constatée du juge et dont on n' aurait aucun redressement à espérer par la voie ordinaire de la justice, les étrangers seraient autorisés à s' adresser à leur propre souverain pour obtenir de sa protection le redressement de leurs griefs.» Ὁ Κ. Πρέσβυς τῆς Γαλλίας ἐν γνώσει, Κύριοι, τοῦ δικαίου ἔγραψεν ὅσα ἔγραψεν· χωρὶς δὲ νὰ φέρῃ εἰς ὑποστήριξιν τῆς ὑποθέσεως τοῦ Σουλιὲ τὴν ἀρχὴν αὐτήν· χωρὶς νὰ προσπαθήσῃ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη εἰς τὴν περίστασιν τὴν ἀφορῶσαν τὰ ἐγκλήματα κατὰ τοῦ Σουλιὲ, εὑρίσκει ἐφαρμογὴν, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀποζημίωσιν. Εἶναι δ’ ὅλως σόλοικος ἡ θεωρία τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ὁ ὁποῖος σολοικότατον ἔπλασε συλλογισμὸν, ὑποστηρίξας, ὅτι, ὅταν τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας βλάψωσι τὸν ξένον, ὑπάρχει δικαίωμα ἐπεμβάσεως, ὅταν δὲ ἁπλοῦς πολίτης, δικαίωμα τοιοῦτο δὲν ὑπάρχει. Δι’ ἕκαστον ἔγκλημα, Κύριοι, πραττόμενον κατὰ ὑπηκόου ξένης Δυνάμεως, εἴτε ὑπὸ δημοσίου λειτουργοῦ, εἴτε παρ’ ἰδιώτου, καὶ εἰς τὰς δύω περιστάσεις τὸ αὐτὸ δίκαιον ἐφαρμόζεται· εἴτε στρατιώτης, εἴτε ὑπάλληλος τῆς ἐξουσίας, εἴτε καὶ ἰδιώτης ἁπλοῦς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κακοποιεῖ ἕνα ξένον, ἐὰν ὁ ξένος αὐτὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ δικαιοσύνην διὰ τῶν Δικαστηρίων, διὰ τῶν ἀρχῶν, διὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ξένη Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐπέμβῃ· καὶ δὲν δύναταί ποτε νὰ ἐπέμβῃ, ἂν καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐξουσίας εἶναι ὁ βλάψας, ὅταν ἡ θύρα τῶν Δικαστηρίων ᾖναι ἀνοικτὴ, ὅταν δίκη δὲν ἐγένετο ἀκόμη, ὅταν ὁμολογουμένη διαστροφὴ ἢ κακὴ πίστις τῶν δικαστῶν δὲν ἐφωράθη· καὶ θαυμάζω, Κύριοι, πῶς ἄνθρωπος συνετὸς ἔφερεν εἰς μέσον τοιαύτην θεωρίαν! τοιαύτη πολιτεία εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν Ἐθνῶν, ὅπου, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ἔθνη ζῶσιν ὡς ἐν μιᾷ οἰκίᾳ, ὡς ἐν μιᾷ οἰκογενείᾳ, ὅπου τόσον συνεχεῖς καὶ στεναὶ εἶναι αἱ σχέσεις τῶν ἀλλοεθνῶν πρὸς ἀλλήλους. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ εὐδαιμονία, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὸν κόσμον σήμερον, ἐὰν ὑπῆρχεν εἰς ἐνέργειαν τὸ δίκαιον τοῦ Κ. Καλλιγᾶ! ἐν ᾧ εἶναι ἀνοικταὶ αἱ θύραι τῶν Δικαστηρίων, ἐν ᾧ δὲν ἔγεινε καμμία ἀπόπειρα προσφυγῆς εἰς τὴν δικαιοσύνην, μόνον καὶ μόνον, διότι ὁ προσβληθεὶς εἶναι ξένος νὰ δύναται ὁ Πρέσβυς τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ νὰ ζητήσῃ ἀμέσως ἀποζημίωσιν διὰ τῆς Διοικητικῆς ὁδοῦ. Ναὶ, Κύριοι, συλλογισθῆτε τὰ ἀποτελέσματα! ὅταν μία Κυβέρνησις ἅπαξ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν, τίθησι τὴν βάσιν ἑνὸς πολέμου ἐνδεχομένου, καὶ ὁ πόλεμος θεωρεῖται κατὰ τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν, σήμερον ὡς δυστύχημα· ὁποῖον σμῆνος πολέμων κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Κ. Καλλιγᾶ! Δὲν δύναται λοιπὸν ὁ ξένος νὰ ἀναφερθῇ ἀμέσως εἰς τὸν οἰκεῖον Πρέσβυν, ὅπως ἡ θεωρία τοῦ Κ. Καλλιγᾶ ὑποθέτει. Ἀλλὰ καὶ ἑτέρα πλάνη τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ εἶναι καταφανὴς, δὲν πιστεύω δὲ κἀνεὶς ἐξ ὑμῶν νὰ μὴ ἐννοήσῃ τὸ ἄτοπον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται. Τί σᾶς εἶπε; Σᾶς εἶπεν, ὅτι, ὅταν τὸ ἀδίκημα προέρχεται ἀπὸ ἄνθρωπον, ὑπάλληλον τῆς ἐξουσίας, ἡ Κυβέρνησις εὐθύνεται. Ἐὰν ἐστέκετο ἕως ἐδῶ, ἠθέλομεν ἔχει μίαν θεωρίαν τοῦ δικαίου, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς ἀκόμη ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης· πρόκειται περὶ τοῦ δικαίου τῆς ἐπεμβάσεως, ὅπερ ἡ εἰρημένη ἀρχὴ οὐδόλως ἐξηγεῖ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐδαπάνησεν ἀρκετὸν χρόνον ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ἀνεδίφισε πολλοὺς συγγραφεῖς, ἀλλὰ πρὸς οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Τίς ἀρνεῖται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἀποζημίωσιν, ὅταν ἡ βλάβη προέρχηται ἀπὸ ἀντιπροσώπους αὐτῆς, ἐξαιρουμένων τινῶν περιπτώσεων; τὶς ἀρνεῖται τοῦτο; Τίς εἶπεν ὅτι ὁ Σουλιὲ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐνάξῃ τὸ Δημόσιον, διότι ὁ Φρούραρχος, φέρ’ εἰπεῖν, ἐκείνην τὴν ἡμέραν τοῦ ἐπροξένησεν ζημίαν, τοῦ ἔκαψε τὴν τένταν; Κανεὶς δὲν τὸ ἠρνήθη. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῷ ἠρνήθη δικαιοσύνην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνεμίχθη εἰς τὰ ἐγκλήματα, ὅτι ὑπάρχει ἀδυναμία δικαιοσύνης διὰ τὴν συνενοχὴν τῆς ἐπικρατείας· διότι ἐκ τούτου ἐξαρτᾶται τὸ δίκαιον τῆς ἐπεμβάσεως. Ἐπίσης διαμαρτύρομαι κατὰ τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ὅστις εἶπεν, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ φερθῇ μὲ καλὴν πίστιν· διαμαρτύρομαι, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι δὲν εἶναι διόλου ἀληθὲς, ὅτι ἠρνήθημεν τὴν δικαίαν ἀποζημίωσιν· ἡ Ἑλλὰς ἐπλήρωσε τὴν παθοῦσαν Αὐστριακήν· ὁ Πρέσβυς, ὁ ὁποῖος τὴν ἐπροστάτευεν, ὁ τῆς Αὐστρίας, ἐζήτησεν ἀποζημίωσιν, καὶ ἀποζημίωσις ἐδόθη ἐκ δραχ. τεσσάρων χιλιάδων νομίζω.
§61Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐδόθη ἀποζημίωσις, ἐδόθη βοήθεια πρὸς γυναῖκα παθοῦσαν καὶ δυστυχῆ (Θόρυβος).
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολὺ καλὰ, σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἐξήγησιν. Λοιπὸν, Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐφέρθη μὲ κακὴν πίστιν, μὲ καλὴν πίστιν ἐφέρθη. Ἀλλὰ πρόκειται τώρα περὶ ἄλλου ζητήματος, περὶ μιᾶς ἀποζημιώσεως ἐμμέσου. Ὁ Σουλιὲ ἠξίωσεν, ὅτι, ἐπειδὴ συνέβη τὸ ἔγκλημα κατὰ μιᾶς ἐκ τῶν ὑποκριτριῶν, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον αὐτὸς ζητεῖ ἀποζημίωσιν, καὶ διότι εἷς ὑπηρέτης του ἐπληγώθη, ζητεῖ ἀποζημίωσιν, καὶ διότι τοῦ ἔῤῥιψαν λίθους, ζητεῖ ἀποζημίωσιν. Δὲν εἶναι κᾂν ἄμεσος συνέπεια βλαβῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη, ἀλλ’ εἶναι ἔμμεσος ζημία, εἶναι ἓν κέρδος, τὸ ὁποῖον, καίτοι παθόντων ἄλλων, θέλει αὐτὸς ν’ ἀντιποιηθῇ. Ἡ κυρία ζημία ἐπανορθώθη. Ἀλλὰ μήπως κᾂν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ὑπῆρξε συνεπής; μήπως ἠμπόρεσε νὰ συνδέσῃ τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐξέθεσε, μὲ τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε. Μάλιστα, Κύριοι, σᾶς εἶπεν, τὰ δικαστήρια αἱ Κυβερνήσεις τὰ προτείνουν εἰς τοὺς ξένους, ἀλλὰ πότε; ὅταν αἱ Κυβερνήσεις, πρὸς τὰς ὁποίας ἔχουν τὴν διαφοράν, εἶναι μικραὶ, εἶναι εἰς ἴσην μοῖραν μὲ αὐτάς· ὅταν ὅμως ᾖναι μεγάλαι, τὸ δίκαιον εἶναι ἄλλο. Δὲν ἔπρεπε, Κύριοι, τοιαύτη θεωρία νὰ ἐκτεθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἐρωτῶ τὸν Κύριον Καλλιγᾶν, ποία εἶναι ἡ δικαία θεωρία, ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν πρὸς τὰς ἴσας Δινάμεις ὑποστηρίζουν τὰ ἔθνη, ἢ ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουν πρὸς τὰς Μεγάλας; Καὶ νομίζει, ὅτι ὑπερασπίζεται δι’ αὐτῆς τῆς θεωρίας τὴν Γαλλίαν! νομίζει ὅτι ὑποστηρίζει τὴν Γαλλίαν, ὅταν λέγῃ πρὸς αὐτὴν, «σοὶ δίδομεν τὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ σοὶ τὴν δίδομεν, χωρὶς ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζεις, χωρὶς ἡ θεωρία αὕτη νὰ ᾖναι δικαία!» Καὶ νομίζει, ὅτι, τοιαῦτα λέγων, ἀναιρεῖ τοὺς λόγους μας! Ἐγώ, Κύριοι, δὲν θέλω κἂν νὰ θέσω ὡς βάσιν τῆς προτάσεώς μου τὴν θεωρίαν αὐτὴν, δὲν λέγω, ὅτι δέχομαι τὴν πίστωσιν ἐνδίδων εἰς τὴν βίαν, ἀλλὰ διότι ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ, καὶ διότι δὲν θέλω ποτὲ νὰ κάμω τὸν συνταγματικὸν σολοικισμὸν, ν’ ἀρνηθῇ ἡ Συνέλευσις, ν’ ἀρνηθῇ τὸ Ἔθνος, ὅ,τι συνωμολόγησεν ἡ Κυβέρνησίς του, ἡ ὁποία εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὴν ἀντιπροσωπεύει, ψηφίζω τὴν πίστωσιν. Ἄλλως τὸ κράτος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὅταν αἱ ἄλλαι ἐπικράτειαι, πρὸς τὰς ὁποίας ἐρχόμεθα ἀδιακόπως εἰς σχέσεις, εἶναι ἠναγκασμέναι νὰ μὴ πιστεύουν τὴν Κυβέρνησίν μας, ἂν δὲν ἐπιδείξῃ εἰς αὐτὰς εἰδικὴν ἐντολὴν τῆς Συνελεύσεως ἢ τοῦ Κοινοβουλίου, περὶ ἑκάστης εἰδικῆς περιστάσεως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, θέλομεν πληρώσει τὴν ἀποζημίωσιν· θέλομεν τὴν πληρώσει, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μᾶς ἐκπροσωπεῖ, εἶπεν, ὅτι θὰ πληρώσῃ. Εἶναι περιττὸν, Κύριοι, νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅ,τι εἶπον χθὲς, διὰ ποίους λόγους δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνεται ἀκαταπαύστως ἡ εὐγνωμοσύνη, τὴν ὁποίαν ὀφείλουν οἱ Ἕλληνες πρὸς τὰς Δυνάμεις, καὶ διατὶ δὲν πρέπει ἡ εὐγνωμοσύνη νὰ διέπῃ τὰς ἀποφάσεις σας ἐπὶ παντὸς ζητήματος. Μίαν μόνην ἰδέαν σᾶς ἀναμιμνήσκω, ὅτι αἱ Δυνάμεις διὰ τοῦτο ἔδωσαν μεγάλας βοηθείας εἰς τὴν ἐπαναστατημένην Ἑλλάδα, διότι ἐνόμισαν, ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ζήσῃ ἀνεξαρτήτως· ἄλλως ἤθελον τὴν κάμει μίαν Σερβίαν, μίαν Μολδοβλαχίαν, καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς, ὁ ὁποῖος νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι, προκειμένου περὶ αὐτονομίας, περὶ ἀνεξαρτησίας, ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἐθνῶν ἀνεξαρτήτων καὶ ἐθνῶν ἀνεξαρτήτων. Ἑπομένως οἰκτιρμοῦ ἀξία ἤθελεν εἶναι ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, ἤθελεν ἐν γνώσει ταπεινωθῆ· ὁ ξένος κόσμος δὲν ἤθελεν ἔχει ὑπόληψιν εἰς αὐτὴν, καὶ αὐτὸ τὸ μέγα μέλλον, ὅπερ μᾶς ἐπαγγέλλεται ἡ ἐπανάστασις, θέλει μᾶς διαφύγει, ἂν ἐμμείνωμεν εἰς τὰ παλαιά. Ἐνθυμεῖσθε τί μᾶς ἔλεγον οἱ Εὐρωπαῖοι πάντοτε, ὅταν οἱ Ἑπτανήσιοι ἐφώναζον πρὸ τοσούτου χρόνου τὴν ἕνωσιν! ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀναξία νὰ προσλάβῃ καὶ ἄλλην χώραν, ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀναξία νὰ ᾖναι μεγαλειτέρα ἀφ’ ὅ,τι εἶναι, ἀφοῦ δὲν ἠξεύρει νὰ διαχειρισθῇ τὴν ἀνεξαρτησίαν της! καὶ θέλετε τώρα, ὁπόταν νέα ἐποχὴ ἔρχεται διὰ τὴν Ἑλλάδα, νὰ δείξωμεν ἓν δεῖγμα νέας ἀνικανότητος; Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν αὐτονομίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν μας, ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου ζητήματος, αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι ἐναντίον τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ. Τὰ ἔθνη, Κύριοι, ὡς καὶ οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι τὰ διοικοῦν, δὲν ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν καρδίαν· γνωρίζετε τὸ μέγα ἀξίωμα τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος, ὅτι ἡ καρδία τῶν διπλωματῶν εἶναι εἰς τὴν κεφαλήν των. Οἱ διπλωμάται δὲν ἀκούουν τὴν καρδίαν των, ἀλλὰ τὸν νοῦν των· καὶ ὅ,τι λέγεται περὶ διπλωματῶν, λέγεται καὶ περὶ πάντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν τὴν τύχην τῶν ἐθνῶν, εἴτε ὑπουργοὶ εἶναι, εἴτε βουλευταὶ, εἴτε ἀντιπρόσωποι. Ἂν τὴν ἐναντίαν ἀρχὴν ἀκολουθήσωσι τὰ ἔθνη, ὁ κόσμος θὰ γείνῃ χάος. Διότι ἡ Ῥωσσία φέρ’ εἰπεῖν, εὐηργέτησε τὴν Αὐστρίαν εἰς πολλὰς περιστάσεις, δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Αὐστρία πρέπει ν’ ἀκολουθῇ ἀπὸ εὐγνωμοσύνην τὴν πολιτικὴν τῆς Ῥωσσίας, ἢ νὰ ἐνδίδῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις αὐτῆς, ὅταν ἀντιβαίνουν εἰς τὸ δίκαιον, εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν ἢ εἰς τὸ συμφέρον της. Ἅμα, ὡς παρετήρησεν, ὅτι ἡ Ῥωσσία ἐπιχειρεῖ τι ἐναντίον τῶν συμφερόντων της, τῶν πλέον μεμακρυσμένων, τὸ 1854, δὲν τὴν ἠκολούθησεν, ἀλλὰ τὴν ἔβλαψεν. Εἶχεν ἐνώπιόν της τὰ εὐεργετήματα τῆς Ῥωσσίας, μολαταῦτα ἐνόμισεν ὅτι τὸ συμφέρον της ἦτο νὰ μὴ συμμαχήσῃ. Ποῖος θὰ τὴν κατηγορήσῃ; Βεβαίως, ἂν τὸ ἔκαμνεν ἓν ἄτομον, ἦτον ἄξιον κατηγορίας· ἀλλὰ τὰ ἔθνη πρὸς ἄλληλα ἄλλως φέρονται, παρ’ ὅπως ἄτομον πρὸς ἄτομον. Αἱ ἀποικίαι τῆς Εὐρώπης ἐν Ἀμερικῇ εἶχον ἀπείρους εὐγνωμοσύνας πρὸς τὴν μητέρα αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ μεγαλείτερα συμφέροντα, προσφορώτερα εἰς τὸν πατριωτισμόν των, ἄφησαν τὰς σχέσεις των. Ἐπὶ τῶν πολέμων τοῦ Ναπολέοντος πόσας εὐγνωμοσύνας δὲν ὤφειλον ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Πρωσσία εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Ῥωσσίαν, ἀλλ’ ὅμως ποτὲ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ οὐδετέραν αὐτῶν, ὁσάκις τὰ συμφέροντά των ἄλλο τι ὑπαγορεύουν. Ὅθεν ἀποκρούω ἐντελῶς τὰς θεωρίας καὶ τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ καὶ τοῦ Κυρίου Π. Καλλιγᾶ, καθόσον δὲν στηρίζονται εἰς τὸ δίκαιον, καὶ καθόσον πρόκειται νὰ φέρωμεν τὴν κρίσιν ἡμῶν ἐπὶ τῆς εἰδικῆς περιπτώσεως, περὶ ἧς πρόκειται, καὶ καθ’ ἣν τὰ πάντα συνηγοροῦσιν ὑπὲρ ἡμῶν. Προτείνω τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω. «Ἡ Συνέλευσις ἀποκρούει τὴν αἰτίασιν, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Σουλιὲ ὑπῆρξεν ἀδυναμία δικαιοσύνης, ἕνεκα συνενοχῆς αὐτῆς τῆς Ἐπικρατείας· ψηφίζει δὲ τὴν πίστωσιν, ὑποσχεθεῖσαν ἤδη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πληρωθῇ τῷ ἀναφερομένῳ Σουλιέ.»
§63ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Μετὰ τὴν χθὲς γενομένην ἔκθεσιν τῶν τε γεγονότων καὶ τῶν παραστάσεων τοῦ Κυρίου πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας, ὡς καὶ τῶν σκέψεων, αἵτινες ὑπηγόρευσαν τὰς ἀπαντήσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν, ὑπέθετον, Κύριοι, ὅτι δὲν ἤθελε πλέον θεωρηθῆ ὑπάρχουσα ἀφορμὴ τόσων λόγων καὶ συζητήσεων. Ὑπέθετον μάλιστα, ὅτι, καὶ ἂν ἐγίνετό ποτε συζήτησις ἐπί τινων ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ πεδίον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἤθελε στηριχθῆ, δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἔκπληξίν μου παρατηρῶ, ὅτι τινὲς τῶν προαγορευσάντων ἐξελέξαντο. Λαμβάνων τὸν λόγον αὖθις σήμερον, δὲν προτίθεμαι βεβαίως οὐδὲ τὴν πληθὺν τῶν παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα ὅ,τε ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Πληρεξούσιος καὶ ὁ ἐκ Πανεπιστημίου ἀνέφερον, νὰ ἀντικρούσω, ἀλλ’ οὐδὲ κανένα λόγον περὶ αὐτῶν νὰ ἀναφέρω, διότι νομίζω, ὅτι ὑμεῖς προελάβετε τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἔμελλον νὰ ἐπιφέρω· διότι ἤκουσα ὅτι ἐκρίνατε, ὅτι οὐδὲν κοινὸν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν παραδειγμάτων ἐκείνων καὶ τοῦ σήμερον ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Ἐννοεῖτε βεβαίως, ὅτι αἱ ἀρχαῖαι Ἀθῆναι, ὅτε προσηνέχθησαν ὅπως προσηνέχθησαν πρὸς τοὺς αἰτήσαντας γῆν καὶ ὕδωρ πρέσβεις, εἶχον νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ ἄλλης ὕλης, καὶ οὐχὶ ἐφ’ ὁμοίας, ἐφ’ ἧς συζητοῦμεν ἡμεῖς σήμερον, καὶ πείθεσθε βεβαίως, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ φέρω κἂν λόγον περὶ τούτου πρὸς ἀναίρεσιν, οὐδὲ νὰ παραστήσω ὑμῖν, ὅτι δυστυχῶς δὲν εἶμαι ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ Περικλέους ἢ τῶν ἄλλων χρόνων τῆς ἀρχαιότητος. Ἐλπίζω οὐχ ἧττον, ὅτι ἠννοήσατε ὡσαύτως, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἐφαρμογὴν τὸ μνημονευθὲν παράδειγμα τῆς μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἑλβετίας διενέξεως τοῦ 1844· διότι ὁ πρώην Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας Λουδοβῖκος Φίλιππος παρεπονεῖτο κατὰ τῆς Ἑλβετίας, ὡς παρασχούσης ἄσυλον εἰς τὸν τότε πολιτικὸν πρόσφυγα πρίγκηπα τῆς Ναπολεοντείου οἰκογενείας, νῦν δὲ Αὐτοκράτορα τῶν Γάλλων, μεταβάντα τότε εἰς τὴν Ἑλβετίαν ἵνα ἴδῃ τὴν θνήσκουσαν Βασίλισσαν μητέρα του, ἠξίου ἤτοι, ἵνα ἡ Ἑλβετία παραβῆ ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ φιλανθρωπία ἐπιβάλλει εἰς πάσας τὰς ἐπικρατείας· ἡ ὑπόθεσις ἑπομένως ἦτον ὅλως διάφορος τῆς ὑπὸ συζήτησιν, διότι ἡ μὲν Ἑλβετία ὤφειλε νὰ παράσχῃ τὸ ἄσυλον, καὶ τὸ παρέσχε, ὁ δὲ πρώην Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας διετείνετο, ὅτι ἡ παροχὴ αὕτη τοῦ ἀσύλου ἐτάραττε τὴν ὑφ’ αὑτὸν Γαλλικὴν χώραν, πρὸς ἣν ἡ Ἑλβετία ὤφειλε καλὴν καὶ ἥσυχον γειτονίαν, ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ὅμως δὲν ἠλάττονε τὸ φιλάνθρωπον τοῦ ἰσχυρισμοῦ τῆς Ἑλβετίας. Ἀλλὰ καθ’ ἡμῶν τὸ παράπονον εἶναι πάντη διάφορον, ἴσως δὲ ὁ ἔντιμος ἐκ Πανεπιστημίου Πληρεξούσιος, ἂν ἤθελε σταθμίσῃ τὰ πράγματα, ἤθελεν ἀποφύγει παραβολὴν τόσῳ κακόζηλον. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται; σᾶς εἶπον καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι ἕνεκα ἀταξιῶν, συμβασῶν ἐν ταῖς θεατρικαῖς παραστάσεσι τοῦ Σουλιὲ, οὗτος διϊσχυρίσθη ὅτι ἐπῆλθεν αὐτῷ ζημία εἰς τὰ ὑλικὰ συμφέροντά του. Ὁ δὲ πρέσβυς τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων, τὴν ἀξίωσιν αὐτοῦ ὑποστηρίζων ἐζήτησεν ἀποζημίωσιν. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅλως διόλου θετικὸν, ζήτημα θεωρίας καὶ δικαίου, οὐχὶ δὲ ζήτημα πολιτικῆς καὶ φιλανθρωπίας. Ἑπομένως ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου κρίσις ἔπρεπε νὰ ᾖναι προϊὸν τῆς ἐξετάσεως τῶν γεγονότων καὶ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἐπ’ αὐτὰ ἐφαρμογῆς τῶν κανονιζουσῶν τὰς διεθνεῖς σχέσεις διπλωματικῶν παραδόσεων, οὐδέποτε δὲ νὰ γίνῃ, ὡς ἐγένετο, ἤτοι νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφορμὴ πρὸς ἀορίστους καὶ ἀτόπους ἐπικρίσεις. Ὑπέθετον, Κύριοι, μάλιστα μετὰ τὰς παραστάσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀθηνῶν Πληρεξούσιος σᾶς ἔκαμε περὶ τῶν ὑποχρεώσεων ἑκάστης πολιτείας πρὸς ἀποζημίωσιν, καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀπαιτεῖν τοιαύτας, ὑπέθετον, λέγω, ὅτι αἱ ἐπικρίσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἤθελον περιορισθῆ εἰς τὸ ὅτι ἠρνήθη τὴν ἀποζημίωσιν, ὅταν ἐζητήθη, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ὅτι παρεδέχθη μετὰ τὴν λαβοῦσαν χώραν ἀμφισβήτησιν νὰ πληρώσωμεν. Ἂν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Πληρεξούσιος εἶχε τὴν καλοσύνην νὰ διέλθῃ ἐπισταμένως ὅλην τὴν διακοίνωσιν τῆς 29 Μαΐου, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας μοὶ ἀπηύθυνε, ἤθελεν ἐξαγάγει συμπέρασμα πολὺ διάφορον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐξήγαγεν ἔκ τινος χωρίου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσε. Ὁ ἔντιμος πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας διὰ τοῦ χωρίου τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι συμπέρασμα ἑτέρου χωρίου προηγουμένου, ἑρμηνείαν ἔχοντος ὅλως διάφορον τῆς τοῦ Κυρίου Δεληγεώργη, λέγει ὅτι ὑπάρχει ἀδυναμία δικαιοσύνης impuissance de la justice, διότι προηγουμένως ἐν ἄλλῳ χωρίῳ τῆς αὐτῆς διακοινώσεως ἐξέθηκεν, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς πολιτείας δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ ὄργανα ἦσαν τὰ διαπράξαντα τὰ λαβόντα χώραν ἐγκλήματα, parceque c'est les agents du gouvernement qui ont commis les crimes, qui avaient eu lieu, c' est les hommes, qui representaient le gouvernement, qui avaient attaqué les sujets français. Διὰ τοῦτο ἰσχυρίσθη ὁ ἔντιμος πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ὠφείλετο, διότι τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως οὐ μόνον δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των πρὸς καταστολὴν τῆς ἀταξίας, ἀλλὰ καὶ διέπραξαν αὐτάς. Βεβαίως, Κύριοι, ἂν αἱ πράξεις, αἵτινες κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Κ. Σουλιὲ καὶ κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ ἐντίμου Πρέσβεως τῆς Γαλλίας, ἂν αἱ πράξεις αἱ πραχθεῖσαι ἐγένοντο παρ’ ἰδιωτῶν, ἡ βάσις τῆς αἰτήσεως δὲν ἤθελεν ὑπάρχει, διότι ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς ἰδιότητος τῶν πραξάντων, οἵτινες ἦσαν τὰ ὄργανα τῆς πολιτείας. Ἑπομένως καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Κ. πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας καὶ ἡ παράστασις αὐτοῦ ἐστηρίζετο ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτον ἀμφισβητήσιμα. Ἀλλὰ ἑκάστη πολιτεία εἶναι πάντοτε ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας τὰ ὄργανα αὐτῆς ἤθελον πράξει κατὰ πάντα χρόνον ἢ διὰ μόνας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔπραξαν, καθ’ ὃν χρόνον ἐξετέλουν τὸ καθῆκόν των· αὕτη εἶναι ἡ κυρία καὶ πραγματικὴ ἀπορία, καὶ ἐπὶ τούτου δυστυχῶς διαφωνῶ πρός τε τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας καὶ πρὸς τὸν ἐξ Ἀθηνῶν εὔγλωττον πληρεξούσιον, διότι, καθ’ ἃ σᾶς ἐξέθηκα χθὲς, φρονῶ καὶ ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις πρὸς ἀποζημίωσιν περιορίζεται ἐφ’ ὅσον αἱ πράξεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἀποζημίωσις, ἐπράχθησαν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς πολιτείας, καθ’ ὃν χρόνον ἐξετέλουν τὸ καθῆκόν των· ἐν τοσούτῳ καὶ ἡ ἐναντία γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας ὑπεστήριξε, δὲν ἦτο γνώμη ἀτομικὴ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐστηρίζετο καὶ ἐπὶ γνώμης ἄλλων, διακρινομένων οὐχ ἧττον ἐν τῷ κόσμῳ τῶν ἐπιστημῶν καὶ ἐπὶ διπλωματικῶν παραδόσεων, καθ’ ἃς ὑποχρέωσις πρὸς ἀποζημίωσιν ὑπάρχει καὶ ἕνεκα πράξεων πραχθεισῶν ὑπὸ δημοσίων ὀργάνων, οὐ μόνον καθ’ ὃν χρόνον ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκον, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὁποιονδήποτε ἄλλον χρόνον. Δὲν εἶμαι πολὺ πεπειραμένος διὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰς διπλωματικὰς παραδόσεις πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδικῆς μου γνώμης ἢ τῆς τοῦ Κυρίου Πρέσβεως τῆς Γαλλίας, διότι αἱ παραδόσεις αὗται ἀποτελοῦσι τὸ δίκαιον, τὸ κανονίζον τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἐπικρατειῶν πρὸς ἀλλήλας, ἀλλ’ ἐνθυμούμενος μίαν κρίσιν δημοσίου τινὸς φύλλου μὴ δημοσιευομένου πλέον, τὸ ὁποῖον ἐλέγετο ὅτι εἶχε κοινόν τι καὶ μετὰ τῆς Συνελεύσεως ταύτης, ἐνθυμούμενος, λέγω, τὰς κρίσεις, τὰς ὁποίας ἐδημοσίευσεν ἀναγγέλλον τὴν ἐκλογήν μου ὡς ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Συνέλευσις μοὶ ἐνεπιστεύθη τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν διαχειρίζομαι, ἐνθυμούμενος τὴν κρίσιν ταύτην ἐφιλοτιμούμην πάντοτε νὰ χαράξω τὴν πορείαν τοῦ διπλωματικοῦ βίου μου ἐπὶ τῆς εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας. Διὰ τοῦτο σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, καθ’ ἃ γνωρίζω ἐκ τῆς μικρᾶς πείρας μου, ἡ ἱστορία τῶν διπλωματικῶν παραδόσεων δὲν ἀποβαίνει ὑπὲρ τῆς γνώμης μου, ἀλλ’ ἐκ τοὐναντίον βεβαιοῖ, ὅτι αἱ ἐπικράτειαι, αἱ εὑρεθεῖσαι εἰς παραπλησίαν θέσιν, ἀπήτησαν ἀποζημίωσιν ἕνεκα πασῶν τῶν καθ’ οἱονδήποτε χρόνον πραχθεισῶν ὑπὸ δημοσίων ὀργάνων ἀταξιῶν καὶ ζημιῶν κατ’ ἀλλοδαπῶν, ἑρμηνεύσασαι εὐρύτατα τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω πολλὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦσι τὰς διπλωματικὰς παραδόσεις· δύναμαι μάλιστα νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι παρ’ ἡμῖν, ἰδίως κατὰ χρόνους παρελθόντας, ἐξησκήθη δικαίωμα τοιαύτης ἀπαιτήσεως καὶ διὰ πράξεις, αἵτινες δὲν ἐπράχθησαν ὑπὸ δημοσίων ὀργάνων κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐντολῆς των, ἀλλ’ ἐπράχθησαν ὑπ’ αὐτῶν κατ’ ἄλλον χρόνον, ὡς καὶ διὰ πράξεις μηδόλως ὑπὸ δημοσίων ὀργάνων πραχθείσας· δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς ἄλλην ἐπικράτειαν προεβλήθη ἀπαίτησις ἀποζημιώσεως διὰ πράξεις δημοσίων ὀργάνων γενομένας κατ’ ἄλλον χρόνον, ἢ κατὰ τὸν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων των, καὶ ὅτι μάλιστα ἡ ἀπαίτησις αὕτη ἐγένετο ἀφορμὴ μακροῦ καὶ ὀδυνηροῦ πολέμου. Ἂν καὶ λοιπὸν αἱ παραδόσεις αἱ διπλωματικαὶ ἦσαν τοιαῦται, ἂν προσέτι καὶ παράδοσις ἐγχώριος καθαρὰ, τὴν ὁποίαν ἠρνήθη ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς χθὲς, ὅτε τὴν ἐπεκαλέσθην, τὴν ὁποίαν ὅμως ἔρχομαι νὰ σᾶς βεβαιώσω σήμερον διὰ τῶν Θεσπισμάτων αὐτῶν τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως, βεβαιοῖ, ὅτι καὶ αὐτὴ Προσωρινὴ Κυβέρνησις παρέσχεν ἀποζημίωσιν εἰς ξένους, οἵτινες ὑπέστησαν ζημίας· (θόρυβος). (Ὁ ῥήτωρ ἐνταῦθα ἀναγινώσκει διάφορα Θεσπίσματα τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὧν ἐχορηγοῦντο ἀποζημιώσεις εἰς διαφόρους ἀλλοδαποὺς, ὑποστάντας ζημίας κατὰ τὴν ἐπανάστασιν). Βλέπω, Κύριοι, ὅτι ταράττεσθε ἐπὶ τῶν διπλωματικῶν τούτων παραδόσεων, διότι ἴσως νομίζετε, ὅτι ἐγὼ ἐμνήσθην αὐτῶν, ἵνα ἐπικρίνω τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἵνα στιγματίσω τὰς πράξεις, ἕνεκεν τῶν ὁποίων ἐδόθησαν αὗται· ἀπατᾶσθε, ὡς ἐπλανήθη καὶ ὁ χθὲς ἀναιρέσας τὸ γεγονὸς τοῦτο, νομίσας, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς Ἑλληνικῆς τιμῆς. Τὰς πράξεις ἐκείνας τὰς ἀναγνωρίζω, ὅτι ἐγένοντο πρὸς τιμὴν τῆς ἐπαναστάσεως, μνημονεύω δ’ αὐτῶν ὡς ἀποτελουσῶν ἐγχώριον διπλωματικὴν παράδοσιν. Δέχομαι εὐγνωμόνως τὸν ἔπαινον, τὸν ὁποῖον ὁ προαγορεύσας εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀπονείμῃ διὰ χορηγίαν χρημάτων πρὸς τὴν παθοῦσαν Αὐστριακὴν δυστυχῆ γυναῖκα Ἐγγελισπέργερ, τὸν δέχομαι ἐφ’ ὅσον εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ἀντισταθῶ εἰς τὴν ἀπαιτηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Κυρίου Πρέσβεως τῆς Αὐστρίας ἀποζημίωσιν, καὶ νὰ προκαλέσω τῇ συναινέσει αὐτοῦ τὴν φιλάνθρωπον ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, χορηγησάσης εἰς τὴν γυναῖκα ἐκείνην, οὐχὶ ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ βοήθειαν, σύμφωνα πρὸς τὰς φιλανθρώπους διαθέσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἡ Συνέλευσις ἔδειξε κατὰ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤκουσε τὸ γεγονός· ὅσον ὅμως δέχομαι τὸν ἔπαινον τοῦτον, ἐπὶ τοσοῦτον ἔρχομαι νὰ διαφωνήσω μετὰ τοῦ ἀγαθοῦ πληρεξουσίου ἐκ Μεσολογγίου ἐπὶ τῆς τροπῆς, τὴν ὁποίαν ἀπὸ χθὲς εἶδον, ὅτι ἐπεχείρησε νὰ δώσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο οὐδόλως δυσκολεύομαι νὰ δεχθῶ καὶ τὴν τροπὴν ταύτην, διότι οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα, θὰ μοὶ παράσχῃ τὴν εὐχάριστον πεποίθησιν, ὅτι ἐξεπλήρωσα δεόντως τὸ καθῆκόν μου. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ τροπὴ τοῦ ζητήματος αὕτη καὶ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ εἰρημένος πληρεξούσιος ἐξέθηκε, τείνουσι νὰ συνοδεύσωσι τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως μετὰ ἐμμέσου καὶ ἀποκρύφου κατακρίσεως τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὑπεσχέθη τὴν χορηγίαν τῆς ποσότητος τῶν χρημάτων, ὡς ἂν ἡ Συνέλευσις δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πίστωσιν, ἂν ἡ ὑπόσχεσις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐλάμβανε χώραν. Ἀλλ’ ἐρωτῶσι, διατί πρὶν ἢ ὑποσχεθῇ, δὲν ἠρώτας τὴν Συνέλευσιν, ὦ ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν; εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἐνόμισαν σπουδαίαν, ἔρχομαι νὰ ἀπαντήσω, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν ὑπουργῶν σας ἀπήντησεν εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Γαλλίας, ὅτι εἶναι διατεθειμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε κριθῇ ἁρμόζον, διότι ἐφρόνει ὅτι εἶχε τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖ εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ ἐλευθέρα ἐνέργεια συνταγματικοῦ ὑπουργοῦ· μόνον κατὰ τοὺς χρόνους τῆς παρελθούσης συνταγματικῆς ζωῆς τῆς Ἑλλάδος τὰ Ὑπουργεῖα ἦσαν δεσμευμένα εἰς θελήσεις ἄλλων· κατὰ τοὺς χρόνους ὅμως, καθ’ οὓς πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν συνταγματικοὺς θεσμοὺς καὶ νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτοὺς μετ’ εἰλικρινείας καὶ πίστεως, ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐνεργεῖν ἀνταποκρίνεται ἐξ ἴσου πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς εὐθύνης, καὶ ὅσον αὕτη εἶναι βαρεία, τόσῳ καὶ ἐκείνη πρέπει νὰ ᾖναι ἀκώλυτος· ἐφ’ ὅσον μετὰ σπουδῆς ἐνήργησε τὸ ὑπουργεῖον, ἐπὶ τοσοῦτον προθύμως ὑποπίπτει εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων αὐτοῦ καὶ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην αὐτῶν. Μετὰ τὰς μικρὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ὑπέβαλλον, Κύριοι, ὑποθέτω, ὅτι αἴρεται ἡ ἀφορμὴ τοῦ πρώτου μέρους τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου ἐκ Μεσολογγίου· ὁ Κύριος Δεληγεώργης σᾶς ἐπρότεινε ν’ ἀποφανθῆτε ὅτι ἀποκρούετε τὴν αἰτίασιν, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Σουλιὲ ὑπῆρξεν ἀδυναμία δικαιοσύνης καὶ ἐνοχὴ τῆς ἐπικρατείας· ἔπλασεν ἰδέας καὶ ἀπέδωκεν αὐτὰς εἰς τὴν διακοίνωσιν τοῦ ἐντίμου πρέσβεως τῆς Γαλλίας, ἐνῷ αὕτη οὐδὲ ἐνοχὴν τῆς ἐπικρατείας εἰς τὰ ἐγκλήματα βεβαιοῖ, οὐδ’ ἄλλο παραπλήσιον. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν δύναμαι νὰ συναινέσω, Κύριοι, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου ἐκ Μεσολογγίου· σᾶς προτείνει νὰ ψηφίσητε τὴν πίστωσιν μόνον, διότι τὴν ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις· ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν αὐτὴν χάριν λόγου τοιούτου, ἐξ ἐναντίας ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς προκαλέσωμεν νὰ ἐξελέγξητε τὴν πορείαν ἡμῶν, καὶ νὰ ψηφίσητε τὴν πίστωσιν μόνον, ὅταν πεισθῆτε, ὅτι καλῶς καὶ ἀρκούντως πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος τὴν ἐπροτείναμεν. Ἴσως δὲν εἶναι περιττὸν, Κύριοι, πρὶν ἢ περάνω τὸν λόγον νὰ σᾶς καταδείξω μίαν περιπλοκὴν, ἥτις παρεστάθη, ἀγνοῶ ἂν ἐκ τύχης ἢ ἐκ προμελέτης, περιπλοκὴν τῶν ἐπιχειρημάτων καὶ τῶν σκέψεων, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐξ Ἀθηνῶν σᾶς ἀνεκοίνωσεν. Οἱ εὐφραδεῖς λόγοι ἐκεῖνοι, ἦταν τοσοῦτον καθαροὶ καὶ αἱ σκέψεις αὐτοῦ τοσοῦτον καταφανεῖς, ὥστε ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ παρασταθῇ ἡ περιπλοκὴ αὕτη. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὑποστηρίζων τὴν ἀρχὴν τῆς εὐρείας ὑποχρεώσεως (καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνεῖ μαζύ μου) τῶν ἐπικρατειῶν, διὰ πᾶσαν πρᾶξιν, πραχθεῖσαν ὑπὸ δημοσίων ὀργάνων κατὰ πάντα χρόνον τῆς ἐνεργείας αὐτῶν, σᾶς εἶπεν, ὅτι βεβαίως κατὰ τῆς αἰτήσεως τῆς ἀποζημιώσεως ἐδύνατο νὰ ἀντιταχθῇ ἡ προσφυγὴ πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν· ἀλλὰ σᾶς εἶπεν, ὅτι ὅταν εἶσθε πεπεισμένοι, ὅτι ὑποχρέωσις ὑπάρχει, καὶ θέλετε ἔχει τὴν πεποίθησιν ταύτην, ὅταν πεισθῆτε περὶ τῶν προκαλεσάντων αὐτὴν, σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν νομίζει, οὔτε ἀξιοπρεπὲς, οὔτε καλῆς πίστεως τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, διότι αὕτη θέλει φέρει εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται σήμερον νὰ ἐπιψηφίσητε· ἑπομένως δὲν βλέπω τὴν σειρὰν ταύτην τῶν σκέψεων τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, οὔτε ἀντιφάσκουσαν, οὐδὲ περιπλοκῆς ἐπιδεκτικήν. Βεβαίως, Κύριοι, αἱ σκέψεις ἑνὸς ἐκ τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων, δι’ ὧν ἠθέλησε νὰ παραβάλλῃ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς Αὐστρίας κατὰ 1854 πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ 1863, βεβαίως αἱ σκέψεις αὐταὶ δὲν χρῄζουσιν ἀνασκευῆς· μένει εἰς ὑμᾶς νὰ ἐξετάσητε τὰ κοινὰ στοιχεῖα τῆς πολιτικῆς τῆς Αὐστρίας κατὰ τὰ 1854, τὰ κοινὰ στοιχεῖα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, καὶ νὰ φέρητε εὐσυνείδητον κρίσιν· οὐδὲ δύναμαι νὰ ἐννοήσω, Κύριοι, τὴν χρησιμότητα παραδειγμάτων τοσοῦτον διαφόρων· ἐκεῖ μὲν ἡ Δύσις σύσσωμος παρεστάθη κατὰ τμήματός τινος τῆς Ἀνατολῆς, ἡ δὲ Αὐστρία συνεμάχησεν ἀναγκαίως μετὰ τῆς Δύσεως, διὰ νὰ σώσῃ τὰ συμφέροντά της· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τοῦ συνδέσμου τούτου τοῦ συμμαχικοῦ μόνη ἡ Αὐστρία, διὰ νὰ συνταχθῇ μετὰ τοῦ μέρους τῆς Ἀνατολῆς, ἤθελεν ὑποστῆ μεγάλην θυσίαν, τὴν ὁποίαν μόνον αἴσθημα εὐγνωμοσύνης διὰ παρελθούσας ὑπηρεσίας δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ δικαιολογήσῃ. Ἐνταῦθα δὲ πρόκειται νὰ ἀποφανθῆτε, ἂν πρέπῃ νὰ πληρωθῶσιν χρήματα πρὸς ἀποζημίωσιν ξένου ὑπηκόου διὰ πρᾶξιν πραχθεῖσαν ὑπὸ ὀργάνων τῆς πολιτείας. Γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ μετατρέπῃ τις τὰς συζητήσεις διὰ νὰ φαίνεται ἀρεστὸς εἰς τοὺς ἀκούοντας· ὅτι ἐπίσης δὲν εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ κατανοήσῃ τις τὴν εὐκολίαν ταύτην καὶ τὴν ὁδὸν αὐτήν· ἀλλὰ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὁ δημόσιος ἄνθρωπος ἔχει νὰ λέγῃ πάντοτε τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ συμβουλεύῃ πάντοτε τὰ βέλτιστα, ἀδιαφορῶν πρὸς τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας οἱ λόγοι του θέλουσι παράσχει, πρέπει νὰ ᾖναι τὸ ἐπικρατοῦν καὶ ὁ μόνος ὁδηγὸς τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀγορευόντων. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος Κ. Ἀντωνιάδης.)
§64ΒΑΣΟΣ. Ἤκουσα πολλάκις νὰ ἀναφέρετε, ὅτι οἱ διαπράξαντες τὰ ἐγκλήματα ταῦτα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἀποζημίωσις, ἦσαν ἄνθρωποι τῆς Ἐπικρατείας, τουτέστιν ἄνθρωποι προωρισμένοι ἀπὸ τὴν Ἐπικράτειαν πρὸς τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν, πρὸς τὴν τήρησιν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, οἵτινες προστατεύουσι τὰ συμφέροντα τῶν τε ἡμεδαπῶν καὶ ἀλλοδαπῶν· σᾶς παρακαλῶ, Κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μᾶς εἴπητε ἂν αὐτοὶ ἦσαν ἄνθρωποι τῆς ἐπικρατείας, ναὶ ἢ ὄχι, ἐν ὑπηρεσίᾳ· καὶ τοιούτους θεωρῶ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ὑπηρεσίας τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας· διότι δημόσιοι λειτουργοί, μὴ ὄντες ὑπηρεσίᾳ, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰς αὐτοὺς ἡ δημόσιος ἀσφάλεια καὶ ἡσυχία.
§65ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὴν ἐρώτησιν ὑμῶν, Κ. Βάσε, δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀναγινώσκων μόνον ἔγγραφον ἐπίσημον, ἐκ τοῦ ὁποίου βεβαιοῦται ὅτι συνελήφθησαν καὶ ἐκρατήθησαν ἐν ταῖς φυλακαῖς ὡς αὐτουργοὶ τῶν εἰρημένων πράξεων ἄνθρωποι, ἀνήκοντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ.
§66ΒΑΣΟΣ. Ἀλλ’ ἐν ὑπηρεσίᾳ;
§67ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουρ. Ἐξωτερ.). Σᾶς ἀναγινώσκω ἔγγραφον, ἐκ τοῦ ὁποίου βεβαιοῦται, ὅτι ἐφυλακίσθησαν καὶ ἐκρατήθησαν ὡς ὑπόδικοι διὰ τὰς περὶ ὧν πρόκειται πράξεις, ἄνθρωποι, ἀνήκοντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Διὰ τούτου λύεται ἡ πρώτη ἀπορία ὑμῶν· ἐπὶ τοῦ βʹ. ἐρωτήματός σας, σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι διὰ τοῦτο εἶχον τὴν δυστυχίαν νὰ διαφωνῶ πρὸς τὸν Κ. Καλλιγᾶν, ὅστις ἐθεώρησεν ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ ὀργάνου τῆς πολιτείας καθιστᾷ τὴν πολιτείαν πάντοτε ὑπεύθυνον διὰ τὰς πράξεις του· ἐνῷ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μόνον αἱ πράξεις αἱ πραχθεῖσαι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν εἰσάγουσι τοιαύτην συνέπειαν.
§68ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, Κ. Πρόεδρε.
§69ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δύο λέξεις θὰ εἴπω μόνον. Οὔτε χθὲς, οὔτε σήμερον ἤθελον λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τοιαύτης ἀτυχοῦς ὑποθέσεως, ἐὰν ἐπανειλημμένως δὲ προσεκαλούμην ἀπὸ τὸν Κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν· ὁ Κ. Ὑπουργὸς μεταχειριζόμενος ὅλην τὴν ὑπουργικὴν εἰλικρίνειαν, ἔφερε πρὸς διάψευσιν τῶν λόγων μου τὰ ψηφίσματα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν κατεδέχθη νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τὴν ἀλληλογραφίαν, ἥτις ἀντηλλάχθη μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν ἁρμοδίων Πρέσβεων. Ἐὰν ἔῤῥιπτεν ἓν βλέμμα, ἤθελε παρατηρήσει ὅτι ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις ἠρνήθη πᾶσαν ὑποχρέωσιν ἀποζημιώσεως καὶ πᾶν δικαίωμα εἰς τοὺς ζημιωθέντας πρὸς ἀπαίτησιν τοιαύτην. Ἀλλὰ λόγῳ ἀρωγῆς καὶ εὐσπλαγχνίας προσέφερεν ἓν ποσὸν εὐτελές. Νομίζετε, ὅτι ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις, ὅ,τι ἡ ὑπερβολὴ τῶν ζημιωθέντων ἀπήτησε; Νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνέδωκεν εἰς τὰς θελήσεις των; Ἡ Κυβέρνησις ἐπεφόρτισε τὸν Κύριον Καλὸν, τὸν Διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας, ὅστις ἔκαμε διαφόρους ἐξετάσεις, κατὰ συνέπειαν τῶν ὁποίων μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπείσθη, ὅτι ἡ πραγματικὴ ζημία ἀναβαίνει εἰς τοιοῦτον ποσόν. Ἡ Κυβέρνησις λόγῳ ἀρωγῆς ἀπέδωκεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος Καλὸς ἀπεφάσισε. Τώρα, Κύριοι, τὶ λέγουν αὐτὰ τὰ ψηφίσματα; ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπέδωκεν αὐτὸ τὸ ποσὸν πρὸς ἀποζημίωσιν τῆς ζημίας· βεβαίως δὲν τὸ ἀπέδωκεν οὐδενὶ λόγῳ, διὰ καμμίαν αἰτίαν ἢ διὰ δωρεὰν, ἀλλὰ λόγῳ ἀποζημιώσεως. Ἄλλως μάλιστα, Κύριοι, τὰ ἐντάλματα παραπέμπουν εἰς τὰ κεφάλαια τῶν ἐλεῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· ἡ φράσις τοῦ γραφείου, ὅτι δίδονται πρὸς ἀποζημίωσιν δὲν ἔχει καμμίαν ἰσχὺν, διότι, οὔτε ἐκοινοποιήθησαν τοιαῦτα ἔγγραφα, οὔτε ἐλήφθησαν τοιαῦτα ἔγγραφα ὑπ’ ὄψιν.
§70ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, Κύριε, Πρόεδρε, ἐρωτήσατε τὴν Συνέλευσιν.
§71ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Διαμαντόπουλε, εἴπατε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις (θόρυβος).
§72ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου θέλει σᾶς πληροφορήσει καλλίτερον ὁ Κύριος Καλός.
§73ΚΑΛΟΣ. Ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω περὶ τούτου, Κύριε Δαγρέ. Κύριοι, πληρεξούσιοι, ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης περιστάσεως. Μετὰ τὴν μεταβολὴν, τὴν βʹ. ἡμέραν στρατιῶται καὶ πολῖται ἐπῆγαν εἰς τὰς οἰκίας τῶν δύο Γερμανῶν καὶ ἔκλεψαν διάφορα πράγματα· ἦλθε λοιπὸν εἰς τὴν ἀστυνομίαν ὁ εἷς, ὅλοι γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν ἦτο τότε ἡ πρωτεύουσα. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν, θέλουσα νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν περισσότερον, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀδικηθέντας νὰ ἱκανοποιήσῃ, ἠθέλησε νὰ τοῖς δώσῃ μίαν μικρὰν ἀποζημίωσιν κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τὴν ἰδικήν μου, καθὼς καὶ εἰς τὸν ἄλλον, ὅστις ἦτο πενέστερος, καὶ τῷ ἔδωκα ἐπίσης τὸ αὐτὸ ποσὸν διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἀδικημένος. Ὁ Χὸλ, Κύριοι, ἦτο ὡρολογοποιός· ὑπῆγαν τὴν 12 ὀκτωβρίου τινὲς καὶ ἐζήτουν νὰ τοῦ πάρουν ὡρολόγια· αὐτὸς δὲν τοὺς ἔδωκε· τὸν παρεφύλαξαν λοιπὸν καὶ τὴν νύκτα ὑπῆγαν καὶ τοῦ ἀφῄρησαν, ὅ,τι εἶχεν, ἑπομένως ἦλθε καὶ αὐτὸς καὶ ἐζήτησεν ἀποζημίωσιν 20,000 δραχμὰς, ὕστερα κατέβη εἰς τὰς 15,000. Εἶδα, ὅτι πραγματικῶς ὑπέστη ζημίαν μεγάλην καὶ ἐπρότεινα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ 8,000 δραχμὰς, διότι πραγματικῶς τῷ διήρπασαν ὅλον τὸ κατάστημά του. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, Κύριε Πρόεδρε, ἐρωτήσατε τὴν Συνέλευσιν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν· ὅσοι φρονοῦν ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη νὰ σηκωθοῦν (ἀνίστανται πολλοὶ). Ἐπειδὴ εἶναι ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀνάπαλιν, ὅσοι νομίζουν, ὅτι δὲν ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις, νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται οἱ ὀλιγώτεροι). Λοιπὸν ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Ἐπανέρχεται τὴν ἕδραν του ὁ Πρόεδρος Κύριος Διομήδης Κυριακοῦ.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν διάφοροι προτάσεις, τροπολογίαι, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀναφέρει τὸν λόγον, ἐπροτάθησαν διάφοροι λόγοι. Εἶναι 5 προτάσεις.
§77ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν πρότασιν, Κύριε Πρόεδρε. (τὴν ὑποβάλλει εἰς τὸ Προεδρεῖον).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε, Κύριοι, διότι τὸ δίκαιον εἶναι νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν προηγουμένως τὴν ἀπωτέρω πρότασιν.
§79ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθοῦν ὅλαι. Ἀναγινώσκονται αἱ προτάσεις τῶν Κ. Κ. Σαριπόλου Μίληση, Πύρλα, Βαλτινοῦ καὶ Δεληγεώργη.
§80ΤΙΝΕΣ. Ἔχομεν καὶ τὴν αἴτησιν τοῦ ὑπουργοῦ.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ ἀπωτέρα εἶναι τοῦ Κυρίου Σαριπόλου, θέλετε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν;
§82ΚΑΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ νὰ προκαλέσητε τοὺς Κ. Κ. προτείναντας νὰ τὰς συγχωνεύσουν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλουν, μάλιστα, ἀλλὰ δὲν θέλουν. Τώρα μοὶ παρεδόθη καὶ νέα ἄλλη πρότασις, ἡ τοῦ Κυρίου Ἀθανασίου Πετιμεζᾶ. Λοιπὸν, Κύριοι, θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαριπόλου, ἡ ὁποία εἶναι ἀπωτέρα πασῶν τῶν ἄλλων. Ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαριπόλου νὰ σηκωθῶσιν, (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Τώρα ἔρχεται ἡ τοῦ Κ. Πύρλα. Τὰς προτάσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐκλαμβάνω ὡς δυναμένας νὰ ἔχωσι περισσοτέρας ψήφους, τὰς ἀφίνω κατόπιν. Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πύρλα παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν. (Οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἀπεῤῥίφθη· ἔρχεται ἤδη ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βαλτινοῦ.
§84ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μένουν δύο προτάσεις, ἡ τοῦ Κ. Δεληγεώργη καὶ ἡ τοῦ Κ. Μίληση. Τοῦ Κ. Δεληγεώργη πλησιάζει περισσότερον εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ· ἡ δὲ τοῦ Κ. Μίληση εἶναι ἡ ἀπωτέρα, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ πρώτη εἰς ψηφοφορίαν. Προσέξατε, Κύριοι! Ὅσοι παραδέχεσθε τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μίληση, παρακαλεῖσθε νὰ σηκωθῆτε. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
§86Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Προτείνω ἡ ἄλλη ψηφοφορία νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§87ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα! Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δεληγεώργη. «Ἡ Συνέλευσις ἀποκρούει τὴν αἰτίασιν, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Σουλιὲ ὑπῆρξεν ἀδυναμία δικαιοσύνης ἕνεκεν συνενοχῆς αὐτῆς τῆς ἐπικρατείας· ψηφίζει δὲ τὴν πίστωσιν, ὑποσχεθεῖσαν ἤδη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πληρωθῇ τῷ ἀναφερομένῳ Σουλιέ».
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅσοι παραδέχεσθε τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δεληγεώργη, ἐρωτώμενοι, θὰ εἴπητε ναὶ, ὅσοι δὲν τὴν παραδέχεσθε, ὄχι. Ἄρχεται, Κύριοι, ἡ ψηφοφορία. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ ἀποτέλεσμα. Εἶναι 214 οἱ ψηφοφορήσαντες· 108 εἶπον ὄχι, 103 ναὶ· ἠρνήθησαν δὲ τὴν ψῆφόν των 3, ὥστε διὰ ψήφων 108 ἀπεῤῥίφθη ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Δεληγεώργη. Τώρα μένει ν’ ἀποφασισθῇ, ἐὰν εἶναι δεκτὴ ἡ αἴτησις τοῦ ὑπουργοῦ.
§90ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· (θόρυβος).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλεῖσθε νὰ ἀναλάβετε τὰς ἕδρας σας!
§92ΒΑΣΣΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε, Κύριε Πρόεδρε, νὰ μᾶς ἀρνηθῆτε ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν· ζητοῦμεν πλείονες τῶν 20 τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ μάλιστα σᾶς ἀντιπροσωπεύω. Ἅμα εἶσθε 20 θὰ γείνῃ ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§94ΔΕΠΑΣΤΑΣ. Νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀπέσυρε.
§96ΔΕΠΑΣΤΑΣ. Τότε τὴν οἰκειοποιοῦμαι ἐγώ.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε τότε μίαν ἄλλην, διότι αὐτὴν τὴν ἔσχισα ὡς περιττήν. Ἡ αἴτησις τοῦ Κ. ὑπουργοῦ εἶναι νὰ χορηγηθῇ ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν 60,000 εἰς τὸ κεφάλαιον «ἀποζημιώσεις τοῦ Γάλλου ὑπηκόου Σουλλιέ». Ὅσοι τὴν παραδέχονται θὰ εἴπουν ναὶ, ὅσοι δὲν τὴν παραδέχονται θὰ εἴπουν ὄχι.
§98ΤΙΝΕΣ. (Δεξιόθεν). Δι’ ἀναστάσεως.
§99ΠΟΛΛΟΙ. (Ἀριστερόθεν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν σᾶς λέγω· τὸ ναί εἶναι ὑπὲρ τῆς αἰτήσεως τοῦ ὑπουργοῦ τὸ ὄχι, εἶναι κατά! Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι! Ἐψηφοφόρησαν 185, 130 ναὶ καὶ 52 ὄχι, ἀρνηθέντων τριῶν ψῆφον· ὥστε ἐγένετο δεκτὸν τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος τοῦ ὑπουργοῦ.
§102ΚΑΛΟΣ. Κύριοι! Χθὲς ἀγορεύων ἐπρότεινα καὶ ἦτο μάλιστα καθῆκον τοῦ γραφείου νὰ τυπώσῃ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ φωτισθῇ καὶ τὸ κοινὸν καὶ τὸ ἐξωτερικόν. Ἐπαναλαμβάνω σήμερον τὴν πρότασίν μου τὴν χθεσινὴν, καὶ παρακαλῶ ἡ Συνέλευσις νὰ ἐπιβάλῃ τὸ καθῆκον εἰς τὸ προεδρεῖον νὰ δημοσιεύσουν τὰ ἔγγραφα ὅλα Ἑλληνιστὶ καὶ Γαλλιστί!
§103ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα!
§104ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν δευτέραν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρα 4 παρὰ 5.)
Ὁ Πρόεδρος
ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ.
Οἱ Γραμματεῖς Λ. Σωμάκης.