1863.06.07
3,392 rows · 28,329 words · 266 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΙΗʹ.
Τῆς 7 Ἰουνίου 1863.
(Παρασκευή).
Ὥρα 9. Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας συνεδριάσεως.
Πολυπληθέστατον ἀκροατήριον κατέχει ἅπαντα τὰ θεωρεῖα, καθὼς καὶ τὰ τοῦ ὡραίου φύλλου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι!
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ζιμπρακάκης ζητεῖ δεκαπενθήμερον ἀπουσίας ἄδειαν.
§4ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Χθὲς διωρίσθη μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἠμπορεῖ νὰ πάρῃ ἄδειαν.
§5ΧΑΡ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Εἶναι καὶ φρούραρχος τῆς Συνελεύσεως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ν’ ἀναβληθοῦν τὰ περὶ τούτου.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι μία ἀναφορὰ ἀξιωματικῶν ἐναντίον τοῦ καταλόγου.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§10ΚΑΛΟΣ. Ἡ Συνέλευσις γνωρίζει περὶ τῶν ταραχῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ, καὶ ὅτι ἀπεφασίσθη ἡ φρουρὰ νὰ ᾖναι ἐναλλὰξ ἀπὸ τὸν στρατὸν τὴν ἐθνοφυλακὴν καὶ τὴν πανεπιστημιακὴν φάλαγγα. Ἡ πανεπιστημιακὴ φάλαγξ, ἔχουσα ἀσχολίας ἕνεκα τῶν σπουδῶν της, ἐζήτησε ν’ ἀσχοληθῇ εἰς αὐτάς· ἐπίσης ἡ ἐθνοφυλακὴ τῆς πόλεως παρέσχε πάντοτε τὴν συνδρομήν της, ὄχι μόνον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ καὶ ὅπου ἡ ἀνάγκη τὸ ἀπῄτει· ἀλλὰ φρονῶ, ἐὰν ἐξακολουθῇ ἐρχομένη νὰ φυλάττῃ τὴν τάξιν ἐν τῇ Συνελεύσει, ἐὰν ὁ στρατὸς ἠμπορῇ νὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὸ τὸ καθῆκον, φρονῶ ὅτι εἶναι καλὸν καὶ συμφέρον εἰς τὴν οἰκονομίαν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐθνοφυλακὴν, ἡ ὁποία ζημιόνεται ἀπασχολουμένη ἀπὸ τὰ ἔργα της νὰ παύσῃ ἡ ἐθνοφυλακὴ ἐρχομένη, ἐκτὸς ἐν ἀνάγκῃ. Ὁ φρούραρχος φρονῶ καλὸν νὰ συνεννοηθῇ ἢ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τοῦ Προέδρου, καὶ ἂν ᾖναι εἰς κατάστασιν ὁ στρατὸς νὰ χορηγῇ τὴν ἑκάστοτε φρουρὰν, νὰ παύσῃ ἡ ἐθνοφυλακὴ.
§11ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἦλθεν αὐτὸ τὸ ζήτημα κ’ ἐγένετο παρεξήγησις· ἐνόμιζον τινὲς ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε νὰ μὴ φρουρῆται ἀπὸ τὴν ἐθνοφυλακὴν, ἐγένετο μάλιστα μεγάλη καὶ ἰσχυρὰ συζήτησις, τότε εἴπομεν λοιπὸν ὅτι ἀφίνεται εἰς τὸν φρούραρχον νὰ οἰκονομήσῃ τὸ πρᾶγμα, ὅπως θέλει καὶ γνωρίζει· ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ὁ λοχαγὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι προσδιωρισμένος νὰ φέρῃ ἓν ἀπόσπασμα τοῦ λόχου ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ζημιοῦται, ὁ φρούραρχος νὰ φροντίσῃ ν’ ἀναπληροῦται ἀπὸ τὸν στρατόν. Δὲν πρέπει νὰ γίνῃ παρεξήγησις· ἡ Συνέλευσις ἐπίσης χαίρει νὰ φρουρῆται καὶ ἀπὸ τὸν στρατὸν καὶ ἀπὸ τὴν ἐθνοφυλακήν. (θόρυβος)
§12ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε! Σήμερον ἀπεμακρύνθη ἐνταῦθα ἡ ἐθνοφυλακή· τοῦτο ἐγένετο χάριν οἰκονομίας, καθὼς εἶπεν, ὁ Κ. φρούραρχος καὶ ὁ Κ. Πρόεδρος. Ἐὰν πρόκηται δι’ αὐτὴν τὴν μικρὰν οἰκονομίαν νὰ μὴ ἔλθῃ ἐθνοφυλακὴ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ κάμουν αὐτὴν τὴν μικρὰν θυσίαν οἱ ἴδιοι ἐθνοφύλακες· ὥστε παρακαλῶ νὰ μείνῃ αὐτὸ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἐὰν ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν θυσίαν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται μία δαπάνη καθ’ ἑκάστην περὶ αὐτῆς καὶ περὶ τούτου εἶναι ὁ λόγος· εἰδεμὴ μάλιστα τιμὴν κάμνει εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ φρουρῆται καὶ ἀπὸ τὴν ἐθνοφυλακήν.
§14ΜΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Εἴμεθα ἀκριβοὶ στὰ πίτουρα καὶ φτηνοὶ στὰ ἀλεύρια. Ὁ Καλαμίδας εἶναι ὑπάλληλος τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου καὶ παίρνει 450 δραχ. τὸν μῆνα, καὶ προχθὲς ἐπῆρε κ’ ἕν ἔνταλμα βοηθείας· ἡ ἐθνοφυλακὴ θέλει τὸ πολὺ 400 δραχ. τὸν μῆνα. (θόρυβος).
§15ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε! Τί ἀπεφασίσθη περὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον κάμνει τοῦτο γνωστὸν, ὅτι δαπανῶνται τριάκοντα τοὐλάχιστον δραχμαὶ τὴν ἡμέραν εἰς βοήθειαν τῶν ἐθνοφυλάκων. Ἐγένοντο παρατηρήσεις ὑπό τινων πληρεξουσίων καὶ παράπονα, διατί νὰ γίνηται ἡ δαπάνη αὕτη, ἐνῷ τὴν σήμερον δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ φρουρώμεθα διὰ πάσης θυσίας καὶ δι’ ἐθνοφυλάκων. Ἕνεκα δὲ τούτου ἔκαμα ἔγγραφον πρὸς τὸν Κ. Ἀρχηγὸν τῆς ἐθνοφυλακῆς εἰπὼν ὅτι δύνανται νὰ προσέρχωνται οἱ ΚΚ. ἐθνοφύλακες, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἀπαιτῶσιν ἀντιμισθίαν.
§17ΚΑΛΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ, ἀπασχολοῦνται καὶ ἀπὸ τὰ ἔργα των.
§18ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Εἶναι ἔργον ἰδικόν των· δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ παράπονον, ὅτι ἀπασχολοῦνται ἀπὸ τὰ ἔργα των.
§19ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κ’ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος· λέγω δηλ. νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Ἐθνοφυλακὴ νὰ ἔρχηται· δὲν εἶναι μέγα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ δαπανηθῇ· δύω μῆνας ἢ τρεῖς θὰ διατηρηθῇ ἀκόμη ἡ Συνέλευσις, καλλίτερον νὰ ἔρχωνται διὰ νὰ συνειθίζουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§20ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ ἐκτίμησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐναπόκειται εἰς τὸν Κύριον Πρόεδρον καὶ τὸν Φρούραρχον.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀποφασίσω ἐγὼ μόνος· πρόκειται περὶ δαπάνης· δαπανῶνται 900 δραχμαὶ κατὰ μῆνα. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, ἐννοεῖτε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ πρᾶγμα ὅπως μέχρι τοῦδε;
§22ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι εἶσθε σύμφωνοι νὰ σηκωθῆτε (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῆς Ἀμαλιουπόλεως, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ μετονομασθῇ ἡ πόλις αὕτη Πελασγία.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι ἐγκρίνετε τοῦτο νὰ σηκωθῆτε (ἐγείρονται ἅπαντες). Παρεδέχθη. Κύριοι, ὑπάρχουν διάφορα ἀντικείμενα ἐκκρεμῆ. Εἶναι ά) ἡ συνέχεια τῆς συζητήσεως τοῦ Νόμου τοῦ φορολογικοῦ, ἡ ὁποία διεκόπη· βʹ) εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως περὶ τοῦ ψηφίσματος· ἔπειτα εἶναι ἡ πρότασις περὶ Σουλιὲ, καὶ κατόπιν τόσα ἄλλα ἀντικείμενα. Ἔχει ζητήσει τὸν λόγον ὁ Κύριος Ματζούνης.
§26ΜΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Διωρίσθη ἐπιτροπὴ δωδεκαμελὴς διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ· νομίζω, αὐτὸ δὲν θὰ ᾖναι μόνον διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, θὰ ᾖναι καὶ διὰ τὸ Ναυτικὸν (θόρυβος).
§27ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι, ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ προλαλήσας, εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἀποῤῥίπτονται ἢ παραδέχονται ἀσυζητητεί. Πρέπει πρῶτον νὰ διαφωτισθῇ ἡ Συνέλευσις, ἐὰν ὑπάρχει αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ διορισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἡ ἐξελεγκτικὴ ἐπὶ τοῦ Ναυτικοῦ, διότι καὶ τὸ Ναυτικὸν εἶναι σῶμα, καθὼς εἶναι καὶ ὁ στρατὸς, κ’ ἐπειδὴ πληροφορούμεθα ἀπό τινας, ἐνδέχεται νὰ μὴν ᾖναι καὶ ἀληθὲς, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν πολλῶν χρόνων ἀπολογισμοὺς καθυστερεῖ εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον· τοῦτο μοὶ δίδει ὑπόνοιαν ὅτι δὲν εἶναι ἄδικον νὰ διορισθῇ μία ἐξελεγκτικὴ ἐπιτροπή· ἡ ἐξέλεγξις δὲν προσβάλλει κἀνένα, δικαιοῖ καὶ διασκεδάζει τὰς ὑπονοίας, ἀλλ’ ἂν ἀγαπᾶτε, προτείνω ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπὶ τούτου συζήτησιν δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα αὔριον.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§30ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Δαγρὲς ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ ἑνὸς παρεμπίπτοντος.
§32ΔΑΓΡΕΣ. Καθῆκον συνειδήσεως ἐκπληρῶν ὀφείλω νὰ κάμω παρατήρησίν τινα εἰς τὴν Συνέλευσιν· εἰς τὸν κατάλογον τὸν ὁποῖον προχθὲς ἐπαρουσίασα εἰς τὴν Συνέλευσιν, συμπεριέλαβον καὶ 4 ἀξιωματικοὺς, καθ’ ἃς εἶχον πληροφορίας (θόρυβος). Δὲν θέλω νὰ μείνῃ εἰς τὴν κοινωνίαν ὑπόνοιά τις περὶ τῶν ἀνθρώπων, ἀναφέρω τὰ ὀνόματά των κ’ ἐναπόκειται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ν’ ἀποφασίσῃ. Λοιπὸν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι εἶναι ὁ Βλάσσης ὁ Ἴλαρχος, Τουρνάκης λοχαγὸς τοῦ Πυροβολικοῦ, ἕνας Μαγέντης λοχαγὸς τοῦ Πεζικοῦ καὶ ὁ Πονηρόπουλος ὑπὲρ τοῦ ὁποίου, καθόσον μ’ ἐπληροφόρησαν σήμερον, καὶ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Ναυπλίας ἔκαμε ψήφισμα.
§33ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ ΒΙΛΑΕΤΗΣ. Ἀπεφασίσατε ἐν μέρει ἓν ζήτημα, διελύσατε ἓν συμβόλαιον, ἐν μέρει ἀθετήσατε τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν καὶ μᾶς ἀφήσατε εἰς τὴν ὑποχρέωσιν. Μᾶς εἴπατε πρὸ 15 ἡμερῶν νὰ κάμωμεν πρότασιν ν’ ἀθετήσωμεν μίαν ὑποχρέωσιν· τὴν ἐκάμαμεν, ἐτυπώθη, διενεμήθη. Μᾶς ὑποχρεώσατε νὰ πληρώνωμεν 500,000 δραχμάς. Λοιπὸν ἔχετε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ διαλύσητε ὁλοσχερῶς τὸ συμβόλαιον, ἢ ἐν μέρει; ἀποφασίσατέ το· ἔχετε τὴν πρότασιν πρὸ 15 ἡμερῶν· ἀπεφασίσθη 3, 4 φοραῖς νὰ συζητηθῇ· ἰδοὺ ἡ πρότασις, σᾶς ἀνεγνώσθη πρὸ ἡμερῶν.
§34ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἁλωνίζει ὁ κόσμος κ’ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τελειώσωμεν τὰ οἰκονομικά.
§35ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Οἰκονομικώτερον εἶναι αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§36ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Χθὲς διεκόπη ἡ συζήτησις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ σήμερον· αὐτὰ τὰ παρεμπίπτοντα ζητήματα δὲν ἠμποροῦν νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν.
§37ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί θὰ γίνῃ;
§38ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀκολούθως, ἀφοῦ τελειώσῃ τοῦτο.
§39ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Μὰ αὐτὸ τὸ «ἀκολούθως» τὸ εἴπατε δέκα φοραῖς.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλάκις ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ Κύριος Λύσανδρος κ’ εἶχε παράπονα· τῷ ἔδωκα τὸν λόγον διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Συνέλευσις, ἂν πρέπει τώρα ν’ ἀκούσῃ τὴν πρότασίν του.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§42ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Τὴν Δευτέραν θέλετε;
§43ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, τὴν Τετάρτην.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὑπάρχει ἄλλη ἀναφορὰ περὶ μιᾶς ἐκλογῆς τῆς Ἐρετρείας· μ’ ἐφορτώθησαν παραπονούμενοι, διὰ τί δὲν τὴν ὑποβάλλω εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ, κάμνω λόγον περὶ αὐτῆς. Ἐγένετο νέα ἐκλογὴ εἰς τὴν Ἐρέτρειαν· (θόρυβος).
§45ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐῤῥέθη ῥητῶς, ὅτι περὶ τῶν νομίμων ἐκλογῶν, τῶν μὴ εἰσέτι ἐξελεγχθεισῶν, θὰ γείνῃ λόγος καὶ συζήτησις. Πᾶσα ἐκλογή, μὴ γενομένη συμφώνως μὲ τὸ Ψήφισμα τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ἐκλογῆς, γενομένης εἰς περιφέρειαν, ἡ ὁποία ἀνέδειξε πληρεξουσίους τὸν Κ. Κανάρην καὶ λοιπούς. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἄλλης περιφερείας, ἀλλὰ περὶ νέας ἐκλογῆς, καὶ ἀνάγκη ν’ ἀποφανθῆτε· (θόρυβος).
§47ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐνίσταμαι κατὰ πάσης ἐκλογῆς, μὴ γενομένης νομίμως.
§48ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§49ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Κύριοι, διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐκηρύχθη ἔγκυρος ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἐρετρείας, εἶναι ἑπόμενον, ὅτι ἀπεσβέσθη πᾶν δικαίωμα τῶν Ἐρετριέων νὰ ἐκλέξουν νέους πληρεξουσίους, ὥστε ὄχι μόνον εἶναι παράνομον, ἀλλὰ δὲν ἔχουν κἀνὲν δικαίωμα.
§50ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Κύριοι, παρῆλθε τόσος χρόνος πολύτιμος διὰ τὴν πατρίδα, καὶ ἡ Συνέλευσις δὲν ἠδυνήθη νὰ προβῇ εἰς οὐσιωδέστερα ἔργα. Εἶναι φρόνιμον, εἶναι πολιτικὸν νὰ ἐνασχολῆται ἡ Συνέλευσις, εἴτε ἐν γένει, εἴτε διὰ τῶν ἐπιτροπῶν της εἰς προτάσεις καὶ εἰς ἐξετάσεις ἐκλογικῶν ἐγγράφων ἐπὶ ἐκλογῶν, τῶν ὁποίων αἱ περιφέρειαι, ἢ αἱ ἐπαρχίαι ἔχουν ἤδη τοὺς πληρεξουσίους των ἐν τῷ μέσῳ τῆς Συνελεύσεως; Προτείνω νὰ μείνῃ ὡς ἄχρηστον εἰς τὰ ἀρχεῖα.
§51ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τούτοις ἐπειδὴ μοὶ παρεδόθησαν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τί θέλετε νὰ γείνῃ, νὰ τὰ στείλω εἰς τὴν ἐπιτροπήν;
§53ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Εἶναι ἀπαράδεκτα.
§54ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρουσιάζονται ἔγγραφά τινα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν μίαν ἐκλογὴν περιφερείας οἵας δήποτε, ἂν ἡ ἐκλογὴ αὐτὴ ἐνηργήθη ἐντὸς τοῦ νόμου, δὲν δυνάμεθα ἀπ’ εὐθείας νὰ κηρύξωμεν αὐτὴν ἄνομον, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ κηρύττῃ πρὶν νὰ ἐξελέγξῃ τὴν μίαν ἐκλογὴν ἔγκυρον καὶ τὴν ἄλλην ἄκυρον· σύμφωνα μὲ τὸν νόμον καὶ τὸ ψήφισμα πρέπει νὰ παραπέμψωμεν τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ αὐτὴ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν. Τοιαῦται ἐκλογαὶ ἐπαρουσιάσθησαν καὶ ἄλλαι ὡς εἰς τὰ Σωματεῖα, καὶ τινὲς ἐξ αὐτῶν ἐθεωρήθησαν, ὅτι δὲν βασίζονται εἰς τὸν νόμον καὶ τὸ δίκαιον καὶ κατὰ συνέπειαν ἀπεῤῥίφθησαν, ἂν καὶ αὐτὴ δὲν βασίζεται εἰς τὸν νόμον ἡ ἐπιτροπὴ θὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ. Νομίζω δίκαιον νὰ κληρωθῇ.
§55ΠΑΠΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, Κύριοι, πῶς θὰ διακρίνωμεν περιφέρειαν νέων Ψαρῶν καὶ περιφέρειαν Ἐρετρείας, ἐνῷ τὰ νέα Ψαρὰ δὲν εἶναι παρὰ συνοικισμὸς εἰς τὴν Ἐρέτρειαν, καὶ συνεχωνεύθησαν ἐκεῖ καὶ οἱ Ψαριανοί, καὶ ἀπετέλεσαν ἕνα Δῆμον, ἐξ οὗ ἦλθον τέσσαρες πληρεξούσιοι· καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν εἰς τὴν τότε ἐκλογὴν, ἐψηφοφόρησαν καὶ εἰς αὐτὴν, καὶ ζητοῦν τώρα νὰ σφετερισθοῦν καὶ δεύτερον δικαίωμα.
§56ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς παραστήσω ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, καθ’ ὅσον ὁ Κύριος Καραγιαννόπουλος ἄλλως πως τὸ ἐξέλαβεν· ἡ κλήρωσις τῆς ἐκλογῆς εἶναι μία προδικασία περὶ τῆς νομιμότητος αὐτῆς· δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς τὴν κληρωτίδα ἐκλογὴ, ἡ ὁποία δὲν ἔχει βάσιν τὸν νόμον, καὶ τοιοῦτον ζήτημα δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ διόλου τὴν Συνέλευσιν. Ἡ Ἐρέτρεια εἶναι ὁ συνοικισμὸς τῶν πρώτων ἐν Ἑλλάδι ἐλθόντων Ψαριανῶν· οἱ Ψαριανοὶ διὰ τὰς μεγάλας αὐτῶν θυσίας, τὰς ὁποίας προσέφερον εἰς τὴν Πατρίδα, ἠξιώθησαν ὑπὸ τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων νὰ ἔχωσιν ἀριθμόν τινα Πληρεξουσίων. Τοῦτο τὸ δικαίωμα τοῖς διετηρήθη πάντοτε, καὶ σήμερον ἀκόμη βλέπομεν, ὅτι οὗτοι ἔχουν τέσσαρας ἐντίμους Πληρεξουσίους ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ. Σήμερον δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ νέα ἐκλογὴ αὐτῶν, διότι, ἂν σήμερον καθιερώσητε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, αὔριον θὰ ἔρχωνται καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους τοιαῦται κλασματικαὶ ἐκλογαί· ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ὑπέστησαν διπλῆν ἢ τριπλῆν ἀκύρωσιν, ἐκεῖναι νὰ στείλωσι Πληρεξουσίους, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναγνωρίσωσιν τὴν σήμερον ἐκλογικὴν περιφέρειαν, πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἐκλογὴ κατὰ ἐξωτερικοὺς τύπους, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν δέχεται νὰ κληρωθῇ· ὅσοι παραδέχονται νὰ κληρωθῇ, ἂς σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται δύω μόνον). Ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη, λοιπὸν θὰ κατατεθοῦν τὰ ἔγγραφα αὐτὰ εἰς τὰ ἀρχεῖα.
§58ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἕνεκα τῶν περιστάσεων πολλοὶ ἐξ ἡμῶν κατέστημεν ἐνδεεῖς καὶ οὐδόλως ἀπολαμβάνομέν τι ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν μας καὶ φροντίζομεν συζητοῦντες νὰ πράξωμεν τι καλὸν εἰς τὴν Πατρίδα· τὴν αὐτὴν ὁδὸν ὅμως δὲν ἐτήρησαν οἱ πάντες. Μερικοὶ ἐξ ἡμῶν εἴτε ἀπὸ ἔνδειαν, εἴτε ἀπὸ ἰδιοτροπίαν τινα φιλοδοξίας, ἐδέχθησαν θέσεις δημοσίας καὶ ἀπεσύρθησαν εἰς τὰς θέσεις αὐτῶν, παραμελήσαντες τὸ καθῆκον αὐτῶν μὴ προσερχόμενοι εἰς τὰς συνεδριάσεις. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Πληρεξουσίου οὐδόλως συμβιβάζεται μὲ τὴν θέσιν τοῦ ὑπαλλήλου καὶ φέρω περὶ τούτου πρότασιν, πιστεύω δὲ, ὅτι θέλει γίνει παραδεκτή· ἄλλως δικαιοῦται ἡ κοινωνία τὴν λέξιν αὐταπάρνησιν νὰ τὴν συνενώνῃ μ’ ἓν σύμφωνον, τὸ ὁποῖον τὴν καθιστᾷ κακόηχον, ἰδοὺ ἡ πρότασίς μου· (ἐνταῦθα ἀνέγνω ὁ προτείνας τὴν πρότασίν του καὶ κατέθετο αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον.) Πιστεύω, ὅτι αὕτη ἀφορᾷ τὴν ὑπόληψιν τῆς Συνελεύσεως καὶ τὴν οἰκονομίαν καὶ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ τὴν θεωρήσῃ κατεπείγουσαν. (θόρυβος).
§59ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ ὁρίσητε ἡμέραν συζητήσεως.
§60ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διορίζω λοιπὸν τὴν Δευτέραν. Ἐνταῦθα ὁ Κύριος Πρόεδρος προσκαλεῖ τινὰς τῶν Κυρίων Πληρεξουσίων, ἵνα συντάξωσι τὸ ψήφισμα πρὸς τὸν Φρεδερῖκον βασιλέα τῆς Δανίας.
§61ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Κύριοι, πολλὰ ἐλέχθησαν πολλάκις πρὸς τιμωρίαν τῶν πολεμησάντων τὴν ἐπανάστασιν, πρὶν ἢ πραγματοποιηθῇ.
§62ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κύριε Κονταράτε, ἡ Συνέλευσις δὲν μεταβάλλεται εἰς Συνέλευσιν προγραφῶν.
§63ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Δὲν ζητῶ προγραφὰς, ἐγὼ εἶμαι πάντοτε ὑπὲρ τῆς ἀμνηστείας. Οἱ πολεμοῦντες τὴν ἐπανάστασιν σήμερον εἶναι ἄξιοι τιμωρίας; πρέπει νὰ μείνουν ἐλεύθεροι; δὲν ζητῶ προγραφὰς, πρέπει ὅμως νὰ τεθῇ ἕνας χαλινὸς, ναὶ ἢ ὄχι; δὲν συγχωρῶ σήμερον εἰς κἀνένα νὰ προδίδῃ τὴν ἐπανάστασιν, καὶ τοῦ ὀνόματος τῆς ἐπαναστάσεως ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας εἶπον ἐγὼ νὰ μὴ γίνηται χρῆσις. Εἰς τὴν Σύρον ὑπῆρχεν ἕνας Κατσάκος, ὁ ὁποῖος ἦτον ὑπάλληλος ἐμπορικὸς ὅστις τῶν ἀξιωματικῶν ἢ ὑπαξιωματικῶν διῆλθεν ἀπὸ τὴν Σύρον, γνωρίζει τὶ θὰ εἰπῇ Κατσάκος· Κατσάκος θὰ εἰπῇ Σύρος, μολονότι καὶ ἡ Σύρος ἔχει μεγάλα δικαιώματα ἐπαναστατικά· ὑπῆρξα ἐκεῖ 5, 6 μῆνας ἐξόριστος, καὶ ὄχι μόνον τὸν ἑαυτόν του προσέφερεν ἀλλὰ καὶ τὴν περιουσίαν του· εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν, ὅτι χρεωστεῖ πλέον τῶν 7,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐξώδευσε συντρέχων τὸν μὲν καὶ τὸν δὲ καταδιωκόμενον. Εὐδόκησεν εἷς ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ ἕνεκα τῶν ἐπαναστατικῶν λόγων ἔχασε καὶ τὴν ἐμπορικήν του θέσιν, νὰ τὸν διορίσῃ ὑγειονόμον Σύρου, καὶ παύσῃ ἕνα ἄλλον, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει, καθὼς ἔμαθα, τόσον μεγάλη ἀγανάκτησις διὰ τὸ παρελθόν του, ὥστε ἐὰν δὲν ἐπρολάμβανον ἄλλοι ἤθελον τὸν κακοποιήσει· πρό τινος καιροῦ παύεται αὐτὸς καὶ ἐπανέρχεται ὁ ἴδιος, ὅστις ἦτο καὶ προτήτερα, ὑπῆγα καὶ ἐγὼ, καί τινες τῶν Κυρίων ἀξιωματικῶν, ὡμιλήσαμεν εἰς τὸν Κύριον Ὑπουργὸν νὰ τὸ ἀναστείλῃ, σήμερον πάλιν διορίζεται. Ἐννοῶ, ὅτι εἶναι πόλεμος κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως, ὅταν πολεμῶμεν τοιαῦτα πρόσωπα. Τοῦτο κάμνω γνωστόν.
§64ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΣ. Διαβεβαιῶ τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὁ νεοδιορισθεὶς Μεταξᾶς ἐὰν ἐπανέλθῃ εἰς Σύρον, πιστεύω, ὅτι ὄχι μόνον αὐτὸς θὰ ἀποπεμφθῇ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι τοὺς ὁποίους ἀνέχονται χάριν τῆς τάξεως θέλουσι διακινδυνεύσει· εἶναι δὲ καλὸν νὰ προτρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβαίνῃ χάριν τῆς ἡσυχίας τῆς πόλεως μὲ βήματα ἐσκεμμένα.
§65ΖΕΡΒΑΣ. Νὰ ἔλθῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ λόγον δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα (θόρυβος).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου;
§67ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§68ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ποτὲ λόγοι τοιοῦτοι δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ἀπὸ τὸ βῆμα, διότι ἀλλοίμονον.
§69ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ λέγωνται, διότι ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν σέβεται ἑαυτὴν, δὲν πρέπει νὰ τὴν σέβωμαι καὶ ἐγώ.
§70ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Κύριοι, καθ’ ἣν στιγμὴν μᾶς εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων παρεδέχθη τὸ Ἑλληνικὸν στέμμα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔρχεται νὰ λάβῃ τὴν Ἑλληνικὴν τῆς ἐλευθερίας σημαίαν, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ Ἑπτανήσιοι προετοιμάζονται διὰ νὰ ψηφίσωσι τὴν ἕνωσιν τῆς ἑπτανήσου μετὰ τῆς μητρὸς ἐλευθερωμένης Ἑλλάδος, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγὼ εὐγνωμονῶ πολὺ τὸν Βασιλέα τῆς Δανίας διὰ κάθε φροντίδα, τὴν ὁποίαν ἔλαβε διὰ τὴν ἄμεσον ἕνωσιν τῆς ἑπτανήσου μετὰ τῆς μητρὸς ἐλευθερωμένης Ἑλλάδος, προτείνω νὰ σχηματισθῇ πενταμελὴς ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῶν πληρεξουσίων διὰ νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὴν ἑπτάνησον, καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἐθνοσυνελεύσεως, νὰ ἀναγγείλῃ, καθὼς διαλαμβάνεται εἰς τὸ ἑξῆς ψήφισμα «Νὰ σχηματισθῇ πενταμελὴς Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως, ἥτις μεταβαίνουσα ἀμέσως εἰς τὴν Ἑπτάνησον νὰ ἀπαγγείλῃ τοῖς Ἑπτανησίοις ἐν ὀνόματι τῆς Συνελεύσεως τὰ ἑξῆς». ά.) «Μόλις ψηφισθῇ ἡ ἕνωσις παρὰ τοῦ Λαοῦ, ἢ καὶ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, οἱ διὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν Πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου θέλουσιν ἐκλεχθῇ διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας ὑπὸ διπλοῦν ἀριθμὸν τῶν νῦν βουλευτῶν». β.ʹ) Ἅμα ψηφισθῇ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑπτανήσου ἡ ἕνωσις μετὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἡ Γερουσία θέλει παύσει αὐτοδικαίως, διότι οὔτε ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία οὔτε ὡς Κυβερνητικὴ δύναται τοῦ λοιποῦ νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν· οἱ μόνοι Ἔπαρχοι τῶν διαφόρων νήσων θέλουσι τεθῇ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἐν Ἀθήναις ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν». γ.ʹ) «Ἡ Ἑπτάνησος πολιτικῶς ἡνωμένη μετὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἑωσοῦ οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπτανήσου συνεννοηθῶσι καὶ συμπράξωσι μετὰ τῶν πληρεξουσίων τῆς Ἑλλάδος, θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ διοικῆται μὲ τοὺς αὐτοὺς μέχρι σήμερον νόμους της.» Εἶναι ἀληθὲς διὰ τὴν ὥραν ἑνούμεθα πολιτικῶς, διοικητικῶς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἑνωθῶμεν, ἀλλὰ μόνον ὅταν ἔλθουν οἱ πληρεξούσιοι ἐδῶ καὶ συμπράξουν εἰς σύνταξιν τῆς πολιτείας ὅπως πρέπει, ἀλλ’ εἶναι κἄτι ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσιν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἀμέσως ὑπ’ ὄψιν, διότι δύνανται οἱ πληρεξούσιοι νὰ ἐκλεχθῶσι διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὅστις ὑπάρχει τώρα; ὄχι· πρέπει νὰ ᾖναι καθολικὴ ἡ ψηφοφορία.
§71ΛΟΝΤΟΣ. Πόσοι εἶναι οἱ βουλευταί;
§72ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. 42. Αὐτὰ εἶναι τὰ ὁποῖα καθυποβάλλω.
§73ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις.
§74ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Νὰ τυπωθῇ, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ γείνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἡ συζήτησις· μὴ στοχασθῆτε, ὅτι αὐτὴ ἡ πενταμελὴς ἐπιτροπὴ εἶναι τυχαίως πως· μίαν σημαίαν Ἑλληνικὴν βλέπει ὁ Ἑπτανησιακὸς λαὸς, καὶ ἀμέσως φλογίζεται καὶ καίεται, πόσον μᾶλλον νὰ ἴδῃ 5 πληρεξουσίους!
§75ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν δευτέραν νὰ συζητηθῇ.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡμερησία διάταξις εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ σχεδίου περὶ οἰκονομικῶν ἀντικειμένων. Ὁ Κ. Ὀδυσσεὺς εἶχε ζητήσει τὸν λόγον, ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ, ἐπειδὴ ἡ συζήτησις κατ’ οὐσίαν ἔγεινε, νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν μόνον.
§77Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Ἐκ τῶν δύο ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἓν, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, φρονῶ, ὅτι εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον, τὸ μᾶλλον κατεπεῖγον διὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, καὶ ἤδη αὐτὸ ἐτελείωσεν. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον ψήφισμα· τοῦτο δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἐνοικιασθοῦν αἱ πρόσοδοι, τί μέτρα θὰ λάβωμεν διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου. Ἡ ἐνοικίασις τῶν δημητριακῶν καρπῶν δὲν ἀποπερατοῦται, εἰμὴ τὸν μῆνα Ἰούνιον εἰς τὰ τέλη, ὅμως λαμβάνει καὶ ἀπὸ τὰς ἡμέρας τοῦ μηνὸς Ἰουλίου. Ἕως εἰς αὐτὸν τὸν καιρὸν τὸ δημόσιον δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν μοὶ προσεφέρθη τιμὴ, διότι ἠμπορεῖ ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ μὴ κάμῃ καλὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς, καὶ ἠμπορεῖ νὰ προσφέρῃ τιμὴν μέχρι τῶν μέσων τοῦ Ἰουλίου· πρὸ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς δὲν ἠμπορεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν προσεφέρθη τιμὴ, καὶ ἑπομένως ὅτι θέλει νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἀπὸ τώρα ἕως εἰς τὰς 14 Ἰουλίου, ἢ τὰ τέλη, εἶναι εἷς μήν· εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ, φρονῶ, ὅτι ἕκαστος τῶν Κυρίων πληρεξουσίων νὰ μελετήσῃ καλῶς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, νὰ φέρῃ παρατηρήσεις δι’ ἓν ἰδιαίτερον σύστημα εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἤμεθα καλῶς κατηρτισμένοι διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν καὶ τὸ δημόσιον καὶ τοὺς φορολογουμένους, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου καταργήσωμεν τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν εἰς αὐτοὺς, νὰ πληρώνουν τοὺς φόρους εἰς χρήματα. Ἀμέσως αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον σᾶς παρουσιάζεται τόσον εὔκολον, ὥστε ἕκαστος πείθεται, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε, ἀλλ’ ἅμα τὸ μελετήσῃ τις ἐσκεμμένως θὰ ἴδῃ ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μία καταπίεσις αὐθαίρετος διὰ τοὺς φορολογουμένους. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου ἐπὶ 10 ἢ 15 ἡμέρας εἰς τρόπον ὥστε εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ ἕκαστος τῶν Κυρίων πληρεξουσίων νὰ δυνηθῇ νὰ σχηματίσῃ ἴδιον σύστημα, ὥστε καὶ τὸ δημόσιον νὰ μὴ ζημιοῦται καὶ ὁ φορολογούμενος νὰ μὴ καταπιέζεται. Ἐγὼ, Κύριοι, πρὸ παντὸς ἄλλου καὶ ἀπ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπρότειναν ἄλλοι, προτιμῶ τὸ σύστημα τῆς δηλώσεως τῶν κτημάτων, καὶ ἐπὶ τούτου ἔκαμα ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι γνώμη ἰδική μου, τὸ ἐξέλεξα ἀπὸ τὸν πάγιον νόμον, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις περὶ δηλώσεως τῶν περιβολίων καὶ ἐν γένει. Τὸ ψήφισμα αὐτὸ ὑποβάλλω εἰς τὴν Συνέλευσιν, καθὼς καὶ ἄλλοι πληρεξούσιοι δύνανται ἐντὸς αὐτῶν τῶν 15 ἡμερῶν νὰ ὑποβάλωσι διαφόρους γνώμας, εἰς τρόπον ὥστε ἀπὸ τὴν συζήτησιν ὅλων αὐτῶν νὰ ἐξαγάγωμεν ἓν σύστημα σταθερώτερον, τὸ ὁποῖον νὰ περιέχῃ περισσοτέρας ἐγγυήσεις καὶ διὰ τὸ δημόσιον καὶ διὰ τοὺς φορολογουμένους· ἐὰν ὁ Κ. ὑπουργὸς νομίζῃ, ὅτι εἶναι κατεπεῖγον, ὅτι κινδυνεύουν τὰ γεννήματα, ἐγὼ λέγω, ὅτι ὁ δημόσιος πλοῦτος δὲν κινδυνεύει, διότι τώρα τὸ δημόσιον ἔχει ἐπιστάτας καὶ ἐπιτηρητὰς προσωρινούς. Προτείνω λοιπὸν, ὥστε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ δέκα ἡμέρας, καθόσον δὲν διατρέχομεν οὐδένα κίνδυνον, διότι πραγματικῶς ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι Δρακόντειος διὰ τὴν γεωργίαν, καὶ θὰ ἤμεθα ἐδῶ μέσα, ὅταν θὰ κάμωμεν τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ, καὶ θὰ ἴδωμεν στίφη φορολογουμένων νὰ ἔλθουν νὰ μᾶς πνίξουν. Ἰδοὺ διατὶ εἶναι Δρακόντειος, διότι, λέγει, «ὁσάκις δὲν ἐνοικιάζομεν, νὰ λαμβάνεται ἡ ἀναλογία τῶν τεσσάρων ἐτῶν»· ἀλλὰ, Κύριοι, ἐγὼ σᾶς φέρω τὴν ἐπαρχίαν μου· πέρυσιν εἴχομεν εὐτυχίαν μεγάλην, ἐφέτος ὅμως ἐπειδὴ εἴδομεν, ὅτι τὸ βαμβάκιον ἔχει περισσοτέραν τιμὴν, ἀφήσαμεν τὸ σιτάριον καὶ ἐδόθημεν εἰς τὸ βαμβάκιον· σήμερον λοιπὸν, κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον θὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ, θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ περυσινὸν, προπέρσινον καὶ ἀντιπροπέρσινον, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ῥίψῃ τοὺς φόρους αὐτοὺς εἰς τὴν κοινότητα· τώρα ζημιοῦται αὐτὴ ἡ κοινότης, μὴ ἔχουσα καλλιεργημένα τόσα στρέμματα δημητριακῶν καρπῶν ναὶ ἢ ὄχι; βέβαια θὰ ζημιωθῇ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δὲν εἶναι, παρὰ νὰ ῥίπτωμεν τὰ χαράτσια, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε κατελύσαμεν, τὸν κεφαλικὸν φόρον, τόσον νὰ πληρόνῃς σὺ, τόσον ὁ ἄλλος. Προτείνω λοιπὸν, ὥστε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ δέκα ἡμέρας, διὰ νὰ φέρῃ ἕκαστος τῶν Κυρίων πληρεξουσίων ὅποιον σύστημα νομίζει, ὅτι φέρει περισσοτέρας ἐγγυήσεις καὶ διὰ τὸ δημόσιον καὶ διὰ τοὺς φορολογουμένους. Ἐγὼ ὑποβάλλω ἓν ψήφισμα εἰς τὸν Κύριον Πρόεδρον, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἰδικόν μου, ἀλλὰ τὸ ἐπῆρα ἀπὸ τὸν πάγιον νόμον, καὶ τὸ ὁποῖον, νομίζω, ὅτι φέρει τὰς ἐγγυήσεις αὐτάς· εἶναι τὸ ἑξῆς· Ἄρθρον 1. Ὁ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν τμημάτων εἰς ἃ δὲν ἤθελε προσενεχθῆ κατὰ τὰς ἐνεργουμένας δημοπρασίας προσφορὰ ἀνάλογος θέλουν βεβαιωθῆ ὡς ἀκολούθως· Ἄρθρον 2. Πᾶς ἰδιοκτήτης ἢ καλλιεργητὴς οἱουδήποτε κτήματος ὀφείλει νὰ δηλώσῃ ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου εἰς τὸν δήμαρχον τοῦ δήμου ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ ὁποίου κεῖται τὸ κτῆμα τὴν θέσιν καὶ τὴν ὁροθεσίαν αὐτοῦ, τὴν ἔκτασιν του εἰς Β. στρέμματα, τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ τοὐτέστι ἂν ἦναι ἐθνικὸν, ἐθνικοϊδιόκτητον ἢ ἰδιωτικὸν ὡς καὶ τὸ προϊὸν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀφ’ ἧς ἡμέρας δημοσιευθῇ ἐπισήμως ὑπὸ τοῦ Ἐφόρου ἡ μὴ ἐνοικίασις τοῦ τμήματος δήμου τινός· ἐὰν καλλιεργῇ κτήματα εἰς διάφορα χωρία δίδει ἰδιαιτέραν δι’ ἕκαστον χωρίον δήλωσιν. Ἄρθρον 3. Αἱ δηλώσεις συντάσσονται διπλαῖ καὶ ἡ μὲν ἐπιστρέφεται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἢ καλλιεργητὴν ἐπιθεωρημένη ὑπὸ τοῦ δημάρχου, ἡ δὲ κρατεῖται παρὰ τῷ δημαρχείῳ εἰς ὃ σημειοῦνται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον δι’ ἕκαστον προϊὸν καὶ δι’ ἕκαστον χωρίον κατ’ αὔξοντα ἀριθμὸν αἱ δηλώσεις. Ἄρθρον 4. Τὴν τρίτην ἡμέραν τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας τῶν δηλώσεων ὁ δήμαρχος ὀφείλει ἐπὶ ποινῇ παύσεως νὰ παραπέμψῃ τὸ βιβλίον καὶ τὰς δηλώσεις εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον. Ἄρθρον 5. Ὁ Ἔφορος, ὁ Ἔπαρχος, ὁ Δήμαρχος τοῦ οἰκείου τμήματος ὁ εἰδικὸς πάρεδρος καὶ ὁ ἱερεὺς ἑκάστου χωρίου ἢ ὅπου δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος ὁ τοῦ πλησιεστέρου χωρίου συνερχόμενοι εἰς ῥητὴν ἡμέραν προσδιωρισμένην ὑπὸ τοῦ Ἐφόρου καὶ πρότερον κοινοποιουμένην εἰς τὰ ἀνωτέρω μέλη ἐπὶ ἀποδείξει δικαστικοῦ κλητῆρος πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς συγκαλέσεώς των θέλουν προσδιορίσει εἰς εἶδος ἑκάστου φορολογουμένου τὸ ἀποδοτέον ποσὸν τῶν καρπῶν καὶ ἀπαγάγει αὐτὸ εἰς χρήματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁρισθησομένων τιμῶν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ μηνὸς Ἰουλίου. Ἄρθρον 6. Ὅστις τῶν ἰδιοκτητῶν ἢ καλλιεργητῶν παραμελήσῃ νὰ κάμῃ τὴν δήλωσίν του ἐντὸς τῆς ὁριζομένης προθεσμίας ἢ δηλώσῃ ὀλιγώτερον τῆς πραγματικῆς ἐκτάσεως τοῦ κτήματος, ἢ παραστήσῃ τοῦτο ὡς ἰδιωτικὸν ἐνῷ εἶναι ἐθνικὸν ἢ ἐθνικοϊδιόκτητον τιμωρεῖται ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν μέχρις ἓξ μηνῶν, μὲ πρόστιμον δραχ. 50, ὅπερ δίδεται εἰς τὸν ἀνακαλύψαντα τὸ μὴ δηλωθὲν ἀκριβῶς κτῆμα. Ἄρθρον 7. Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ὀφείλει ἅμα πληροφορηθῇ ὅτι κτῆμά τι ἢ μέρος αὐτοῦ ἢ ἡ ἰδιότης του δὲν ἐδηλώθη νὰ διατάξῃ τὴν βεβαίωσιν τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ, τὴν καταμέτρησιν καὶ τὴν ἰδιότητά του. Ἄρθρον 8. Ἡ καταμέτρησις ἐνεργεῖται παρ’ ἐπιστήμονος γεωμέτρου τῇ προσκλήσει τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου ἢ ἀπουσίᾳ ἢ κωλυομένου τοῦ γεωμέτρου καθὼς καὶ ὅπου οὗτος δὲν ἐπαρκεῖ ἡ καταμέτρησις ἐνεργεῖται ὑπὸ πραγματογνωμόνων. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταμετρήσεως ἐγγράφεται εἰς πρωτόκολλον ὅπερ ἔχει ἰσχὺν δημοσίου ἐγγράφου μέχρις ὅτου ἀποδειχθῇ τὸ ἐναντίον καὶ ἐκτελεῖται διοικητικῶς διὰ τὴν ἀπότισιν τοῦ φόρου καὶ τῶν ἐξόδων τῆς καταμετρήσεως. Ἡ ἡμέρα τῆς καταμετρήσεως κοινοποιεῖται εἰ, τὸν ἰδιοκτήτην ἢ καλλιεργητὴν διὰ τοῦ δημάρχου πρὸ 2 ἡμερῶν ἵνα παρευρεθῇ ἂν θέλῃ. Ἄρθρον 9. Δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸ σύστημα τῆς δηλώσεως ὅσοι φορολογούμενοι ἐβεβαίωσαν τοὺς φόρους των διὰ τῶν προσωρινῶν ἐπιστατῶν τοῦ δημοσίου. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 8 Ἰουνίου 1863. Ὑποβάλλω αὐτὸ τὸ σύστημα, καὶ νομίζω, ὅτι ἔχει περισσοτέρας ἐγγυήσεις· ἕκαστος πληρεξούσιος δύναται νὰ φέρῃ καὶ ἄλλο, καὶ μένει εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ παραδεχθῇ οἱονδήποτε θέλει. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§78ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν τὸ θεωρεῖτε ὡς κατεπεῖγον.
§79Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Ὄχι, διότι ἡ ἐνοικίασις τελειόνει περὶ τὰ μέσα Ἰουλίου.
§80ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ κατ’ ἐμὲ θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποῤῥιπτέον ὅλως διόλου, καὶ οὐδὲ ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη διὰ νὰ νομοθετήσωμεν. Τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ βεβαίως στηρίζεται εἰς τὸ σύστημα τοῦ φόρου τῆς διανομῆς· ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει δίκαιον εἰς τοῦτο, ἀλλὰ τὸ διανεμητικὸν αὐτὸ σύστημα ἠμπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῇ ἐπιτυχῶς, ὅταν ὅλα τὰ εἴδη τῆς φορολογίας μιᾶς περιφερείας τεθῶσιν εἰς τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων ἐτῶν καὶ ληφθῇ ὁ μέσος ὅρος, καὶ τότε βεβαίως ὅταν ἔχωμεν τὸ ὅλον τῆς φορολογίας, τὶ πληρόνει ἕνας τόπος εἰς τὸ δημόσιον κατὰ μέσον ὅρον κατ’ ἔτος, τότε τὸ δημόσιον λαμβάνει τὸν μέσον ὅρον αὐτὸν, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰ κτήματα τῶν πολιτῶν καὶ διανέμει τὴν φορολογίαν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν παρουσιάζεται τοιαύτη περίπτωσις. Ἐρχόμεθα εἰς νέον εἶδος φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν· αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ συστήματος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἓν ἢ δύω εἴδη δὲν ἐπιτυγχάνει, διότι πολλοὶ ἐκαλλιέργησαν πρὸ τεσσάρων ἐτῶν δημητριακοὺς καρποὺς, ἤδη δὲ δὲν καλλιεργοῦν, καθὼς μᾶς ἐβεβαίωσε καὶ ὁ προλαλήσας. Ἔπειτα πῶς ἠμποροῦμεν νὰ θέτωμεν ἕνα μέσον ὅρον καὶ νὰ πληρώσουν καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔσπειραν ποσῶς; Δὲν συμβιβάζεται οὔτε εἰς τὸ γενικὸν, οὔτε εἰς τὸ μερικόν· διὰ τῶν προσώπων τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ὁ Κ. ὑπουργὸς εἰς τὸ νομοσχέδιον οὔτε νὰ προσεγγίσωμεν δυνάμεθα εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ἠξεύρετε τὶ θὰ συμβῇ, Κύριοι; Δὲν ἐφάνη ἐνοικιαστὴς εἰς ἕνα δῆμον, καὶ ἤλθομεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τοῦ βʹ ἄρθρου· θὰ συστηθῇ μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸν ἔπαρχον, οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ ἀπὸ τὸν δήμαρχον, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ εἰς τοὺς φορολογουμένους τὴν ἀνάλογον προσφορὰν τοῦ φόρου ἑκάστου· πῶς θὰ τὴν ἠξεύρῃ; Γνωρίζετε βέβαια εἰς ποίαν πολιτικὴν εὑρισκόμεθα· ἂς ἤμεθα ὅλοι μας δίκαιοι· εἴμεθα πληρεξούσιοι, καὶ ἕκαστος θὰ ἔχῃ τὸν δήμαρχόν του ἐκεῖ, καὶ θὰ συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ στείλῃ ἐκεῖ ἕνα οἰκονομικὸν ἔφορον, καὶ δήμαρχον, καὶ ἔπαρχον· ἄρα τὶ ἐξάγεται; Ὅτι αἱ ἀρχαὶ εἶναι ἀπόῤῥοια μιᾶς μερίδος· ὑπάρχει δὲ καὶ μία ἄλλη μερὶς, ἥτις κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἀπέτυχε νὰ στείλῃ πληρεξουσίους· ἐννοεῖται βεβαίως, ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἄνθρωποι, καὶ ἕκαστος θὰ συνετέλεσῃ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν ἀντίθετον μερίδα. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ μέσον νὰ λάβωμεν ἐγγυήσεις ὡς πρὸς τὴν δικαίαν διανομὴν τῆς φορολογίας· ἐκτὸς τούτου εἶναι καὶ ἀδύνατος ἡ ἐξαίρεσις τῆς φορολογίας ἑνὸς ἑκάστου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ παρὸν ἔτος νὰ τὸ διέλθωμεν ὅπως καὶ τὰ λοιπὰ ἔτη· καὶ ἄν τινες δὲν δέχωνται τοὺς προσωρινοὺς ἐπιστάτας, οἱ ὁποῖοι εἶναι παντοῦ διωρισμένοι διὰ νὰ βεβαιώσουν τοὺς φόρους των, ὑπάρχει νόμος νὰ καταδιωχθοῦν οἱ ἀρνούμενοι νὰ πληρώσουν. Παρὰ νὰ προέλθωμεν εἰς ἓν μέτρον τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἐξεγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν κατοίκων εἰς τοιαύτας ἀνωμάλους περιστάσεις προτείνω ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἐντελῶς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ μείνῃ μόνον τὸ ἄλλο διὰ τοὺς ἀνθισταμένους, νὰ ζητήσῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς διὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων του νὰ βεβαιωθοῦν οἱ φόροι ὅπως ἠμπορέσει εἴτε διὰ τῶν δημάρχων εἴτε ὅπως δήποτε, νὰ λάβῃ μίαν βεβαίωσιν καὶ κατόπιν, ἂν δὲν θέλουν νὰ πληρώσουν, νὰ ὑποχρεωθοῦν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐτελείωσεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ συμφώνου τὴν σύνταξιν τοῦ ψηφίσματος· ἂν θέλητε νὰ τὸ ἀκούσητε.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται τὸ ψήφισμα. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις «Θεωροῦσα τὰ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος διατρανωθέντα ὑπὸ τοῦ Μεγαλειοτάτου Βασιλέως τῆς Δανίας Φρεδερίκου τοῦ Ζʹ. αἰσθήματα καὶ τὰς προσπαθείας Αὐτοῦ πρὸς εὐόδωσιν τῶν διαπραγματεύσεων τῶν περὶ τῆς παραδοχῆς τοῦ ἑλληνικοῦ στέμματος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἡμῶν Γεωργίου τοῦ Αʹ.» Ψηφίζει. Αʹ.) «Ἐκφράζει τὰς θερμὰς εὐχαριστίας αὐτῆς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα τῆς Δανίας.» Βʹ.) «Ἀνατίθησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος Ψηφίσματος.»
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι τὸ παραδέχονται, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ἅπαντες). Παρεδέχθη παμψηφεί. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος Κ. Ἡρ. Πετιμεζᾶς.
§84ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐθεώρησαν ὅλας τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν ἐκτίμησιν καὶ εἰς τὴν διανομὴν τῶν φόρων, ὡς συγκειμένας ἀπὸ ἀνθρώπους πονηροὺς, ἀπ’ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ μεροληπτήσουν, θὰ ἐκδικήσουν πάθη, θὰ ὑπερασπισθοῦν μίαν μερίδα, θὰ καταδιώξουν ἄλλους, τέλος πάντων τοὺς ἐθεώρησαν τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους ὅλους ὡς ἀνθρώπους μὴ ἔχοντας καμμίαν ἠθικήν, ὡς ἀνθρώπους ἀνηθίκους. Εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν θεωρεῖτε ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, ὅλους τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς ὡς ἀνθρώπους μὴ ἔχοντας καμμίαν ἠθικὴν πιστεύω ὅτι οἱονδήποτε νόμον ἐὰν κάμητε δὲν θέλετε ἔχει κἀνὲν ἀποτέλεσμα σύμφωνον πρὸς τὸν σκοπὸν, πρὸς τὸ πνεῦμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήσατε τοὺς νόμους. Σᾶς λέγω λοιπὸν, Κύριοι, πρέπει νὰ ὑποθέσητε ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ διοριζόμενοι ὁπωσδήποτε διὰ νὰ ἐκπληρώσουν μίαν ὑπηρεσίαν ἐπιβεβλημένην αὐτοῖς παρὰ τοῦ νόμου, πρέπει νὰ τοὺς ὑποθέσητε καλοὺς, τοὐλάχιστον πρέπει νὰ προϋπάρχῃ ἡ πρόληψις ὅτι οἱ ὑπάλληλοι θὰ ἐκπληρώσουν τὰ καθήκοντά των κατὰ συνείδησιν, κατὰ τὸ δίκαιον, κατὰ τὸν νόμον, εἰς ἐναντίαν περίπτωσιν, ὁποιονδήποτε νόμον καὶ ἂν κάμητε, δὲν ἔχετε τίποτε, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι προτιμώτερον νὰ ἠθικοποιῶμεν μίαν κοινωνίαν παρὰ νὰ νομοθετῶμεν καθημέραν, διότι οἱ ὑπάρχοντες νόμοι οἱ αὐστηροὶ δὲν ὠφελοῦν τίποτε, τὸ παρελθὸν ἐδίδαξε τοῦτο. Οἱ προλαλήσαντες ὡμίλησαν καὶ ἀπεκάλεσαν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται ὑπὸ συζήτησιν, ἀπεκάλεσαν, λέγω, τὰς διατάξεις αὐτοῦ δρακοντείους, καὶ διατί, Κύριοι; τὰς ἔλεγον δρακοντείους; ἔλεγον ὅτι εἶναι ὑπὲρ τοῦ δημοσίου καὶ κατὰ τῶν φορολογουμένων. Κύριοι, καὶ ἡμεῖς ἐπίσης εἴμεθα προστάται τῶν φορολογουμένων, καθὼς καὶ σεῖς· ἔχετε τὴν βεβαιότητα, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπὶ τοσοῦτον ἐπροστατεύσαμεν τὰ δικαιώματα τῶν φορολογουμένων, ὅσον καὶ σεῖς, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα σήμερον νὰ παρασταθῆτε καὶ νὰ εἴπητε ὅτι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι μαζὺ μὲ σᾶς χθὲς ἐψηφίσαμεν νόμους ἐλαφρυντικοὺς διὰ τοὺς φορολογουμένους, σήμερον δὲ ἐρχόμεθα διὰ δρακοντείων νόμων νὰ ἀφαιρέσωμεν ὅ,τι χθὲς ἀπεφασίσαμεν. Ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται ὑπὸ συζήτησιν· εἶναι τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, καθὼς ἐπροστάτευσεν ἡ Συνέλευσις προχθὲς διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων τὰ συμφέροντα τῶν φορολογουμένων. Τί προϋποθέτει ὁ νόμος αὐτός; Ὁ νόμος αὐτὸς προϋποθέτει τὴν κακὴν θέλησιν, τὴν κακὴν πρόθεσιν ἐκ μέρους τῶν φορολογουμένων διὰ νὰ σφετερισθῶσι τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριοι, δὲν πρέπει τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἐφάνη τόσον ὑποχωρητικὸν, τόσον συγκαταβατικὸν ὥστε νὰ ἐλαττώσῃ κατὰ τὸ ἥμισυ τοὺς φόρους, δὲν πρέπει τὸ δημόσιον εἰς τὴν περίστασιν ταύτην νὰ λάβῃ ὅλα τὰ ἐξασφαλιστικὰ μέσα, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντά του; Ἀνήκω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν τάξιν καὶ τῶν φορολογουμένων καὶ τῶν ἐπαρχιωτῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐνόησα ὅτι διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων ἐπιθυμῶ νὰ σφετερισθῶ ἢ νὰ ἐλαττώσω τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, διότι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου πρέπει νὰ θεωρῶνται ἀπὸ ἕκαστον ἐξ ἡμῶν ὡς ἐδικά μας συμφέροντα, καὶ τότε πιστεύω ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς οἰκοδομοῦμεν καὶ βαδίζομεν. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι κἀνεὶς ἄλλο, παρὰ μόνον καὶ μόνον νὰ προλάβωμεν τὰς ἀθεμίτους συμφωνίας, αἵτινες δύνανται νὰ συσταθῶσι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοπρασιῶν εἰς τὰ διάφορα ἐνοικιαστικὰ Τμήματα πρὸς σφετερισμὸν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἔχει ἐφαρμογὴν ὁ νόμος, καὶ σᾶς ἐρωτῶ, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπετε ἀνθρώπους ἐκ προθέσεως ἐρχομένους νὰ σφετερισθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, δὲν θέλετε νὰ τοὺς τιμωρήσητε; ὄχι νὰ τοὺς καταπιέσητε, νὰ τοὺς τιμωρήσητε, διότι προϋπάρχει ἕνας νόμος; Πότε εἶναι καταπίεσις; ὅταν τις ἐξέλθῃ τοῦ νόμου τῆς πατρίδος του, ὅταν ἐπιβαρύνῃ τὸν πολίτην διὰ πράξεως ἢ τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον ὁ νόμος δὲν διαλαμβάνει, δὲν ὁρίζει· ὅταν ὑπάρχῃ νόμος, δὲν εἶναι πλέον καταπίεσις. Καθ’ ὅλα τὰ παρελθόντα ἔτη, Κύριοι, καθὼς γνωρίζω, διότι ὑπῆρξα ἐνοικιαστὴς εἰς πολλὰ κατὰ συνέχειαν ἔτη, εἰς οὐδεμίαν περίστασιν δὲν ἔμεινε τὸ ἐλάχιστον Τμῆμα ἀνοικίαστον· ποῖος εἶναι λοιπὸν ὁ λόγος σήμερον, ὁ ὁποῖος θὰ προξενήσῃ τὴν ἐνοικίασιν τμημάτων τινῶν, διότι εὑρισκόμεθα κατὰ τὰς παραμονὰς μιᾶς ἐπαναστάσεως καὶ ἂν σήμερον δὲν ὑπάρχῃ ἐπανάστασις; (θόρυβος). Ὄχι κατὰ τὰς παραμονὰς ἀλλὰ κατὰ τὸ τέλος τῆς ἐπαναστάσεως. Ἔκαμα λάθος. Ἴσως ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ κεναὶ κεφαλαί, καὶ ἔχομεν παραδείγματα ὅτι δὲν δέχονται νομάρχας, ἄλλοι δὲν δέχονται ὑγειονόμους, ἄλλοι δὲν δέχονται εἰρηνοδίκας, ἴσως, εἶπον, νὰ ὑπάρχουν κεναὶ κεφαλαὶ νὰ κάμουν ἐκ συστήματος ἕνωσιν ὥστε νὰ σφετερισθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου.
§85ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἔγινε.
§86ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅποιος δὲν δέχεται σήμερον τὸν ὑπάλληλον, τὸν ὁποῖον ἀπέστειλεν ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι πατριώτης, ἀλλὰ εἶναι προδότης· σήμερον τὸ ἔθνος εὑρίσκεται εἰς ἀσθένειαν καὶ δὲν πρέπει νὰ προσαρτῶμεν εἰς αὐτὸ νέας ἀῤῥωστίας. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὴν πρόθεσιν αὐτὴν πρέπει νὰ τὴν τιμωρήσωμεν, δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον διὰ νὰ ἀσφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ἑπομένως ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ νόμου εὑρίσκεται ὅλη ἡ δυνατὴ ἐγγύησις, τὴν ὁποῖαν δύναται νὰ παρουσιάσῃ καὶ ὁ ὑπουργὸς, καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ἡ Συνέλευσις πρὸς ὑποστήριξιν τῶν συμφερόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν φορολογουμένων. Τί μᾶς λέγει, Κύριοι; «Ὁ Ἔπαρχος, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος καὶ ὁ Ταμίας λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ἀμέσως προηγουμένων τεσσάρων ἐτῶν, τὰς ἐπενεχθείσας ἐλαττώσεις διὰ τοῦ περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἐγγείου φόρου διὰ τὸ τρέχον ἔτος ψηφίσματος, καὶ τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ ἰδιοκτήτων καὶ ἐθνικῶν ἀναλογίαν, θέλουν προσδιορίσει εἰς εἶδος τὸ ἀποδοτέον ἐξ ἑκάστου τμήματος ποσὸν καρπῶν καὶ ἀναλογίζει αὐτὸ εἰς χρήματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁρισθησομένων τιμῶν διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τοῦ μηνὸς Ἰουλίου.» Πῶς ἄλλως ἐδύνατο νὰ προσδιορίσῃ τὸν φόρον ἑνὸς ἐνοικιαστικοῦ τμήματος τὸ δημόσιον ἢ δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου; τί θέλετε; Ἐὰν δὲν παραδεχθῆτε αὐτὸ τὸ σύστημα, καὶ θελήσετε νὰ παραδεχθῆτε ἓν σύστημα τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου σᾶς ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Λεβαδείας, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ περιπλανηθῆτε εἰς πελάγη ἀχανῆ ἀπὸ τὰ ὁποῖα οὐδέποτε θέλετε ἐξέλθει· ἂν δὲ θελήσητε ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νὰ ἀναθέσητε εἰς ἐπιστασίαν τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων τοῦ δημοσίου, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας γνωρίζετε ὅτι οἱ ἐπιστάται ἐπλήρονον εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους ἑκατὸν τάλληρα διὰ νὰ διορισθῶσιν ἐπιστάται εἰς ἓν φορολογικὸν Τμῆμα. Ἑπομένως, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς οἱ κύριοι αὐτοὶ σᾶς λέγουν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπαιτουμένην ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, εἰς τὸν ταμίαν, εἰς τὸν ἔπαρχον, εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, εἰς τὸν δήμαρχον καὶ καθ’ ἑξῆς, ἀφ’ ἑτέρου προτείνουν τὸ σύστημα τῶν ἐπιστατῶν· ἀφοῦ εἰς τόσα πρόσωπα ἀνωτέρας θέσεως, ἀνωτέρας κοινωνικῆς ἀξίας, δὲν ἐμπιστεύονται τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ δημοσίου πλούτου, τὴν ἐμπιστεύονται ἔπειτα ἐξαίφνης εἰς ἕνα ἐπιστάτην ὁ ὁποῖος μαζὺ μὲ τὸν φορολογούμενον ἠξεύρετε εἰς ποίας συμφωνίας θέλει ἔλθει μέχρις οὗ θέλῃ ἐκδώσει τὸ διπλότυπον. Προτείνω ὅθεν δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσα, διότι θὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ὅπου δὲν ὑπάρχει ἡ κακὴ πρόθεσις, αἱ ἐνοικιάσεις θὰ γείνουν πλήρεις, πληρέσταται, διότι τί θὰ γίνῃ δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου; Ἀφοῦ ἀναγνωσθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον βλέπετε, πᾶσα κοινότης Κύριοι, θὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς τὸ ποσὸν ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἢ τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξῃ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Τί θὰ γίνῃ τό τε, Κύριοι, ὅταν ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ νόμος, ἐνῷ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν θέλουν ἐξεπίτηδες νὰ παραβλάψουν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου; θὰ στείλουν καθὼς στέλλουν πάντοτε ἀπὸ τὴν κοινότητα τρεῖς ἀνθρώποις νὰ παρασταθοῦν εἰς τὰς δημοπρασίας νὰ προσφέρουν τὸ ἀνάλογον ποσὸν, καὶ οὕτως ἀποφεύγομεν ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ὥστε βλέπετε ὅτι ἡ ἐπίσπευσις τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἔχει αὐτὸν τὸν μεγάλον σκοπὸν, διότι, ὅταν φθάσῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς ἐπαρχίας, βεβαιωθῆτε ὅτι ὅλαι αἱ κοινότητες θὰ σπεύσουν νὰ ἐνοικιάσωσιν εἰς ἀνάλογον ποσότητα, διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει καὶ πιστεύσατε ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς κίνδυνος διὰ νὰ καταπιεσθοῦν οἱ φορολογούμενοι.
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ ζήτημα ἐπιθυμῶ νὰ ἐξετασθῇ μὲ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν καὶ μὲ ὅλην τὴν ἀμεροληψίαν, διότι ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα ἐπίσης, κανεὶς δὲν ἔχει εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν κανὲν ἐνδιαφέρον περισσότερον, ἐπομένως ὅλοι μὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καὶ νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν. Ἐννοῶ, Κύριοι, μίαν δυσκολίαν, ἡ ὁποία παρουσιάζεται εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἡ ὁποία διεγείρει ὅλον αὐτὸν τὸν πάταγον. Ἡ δυσκολία ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι σπουδαία, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν δυσκολίαν ἐγὼ, ἂν θέλετε, δὲν τὴν θέτω ὡς ὅρον ἀναπόφευκτον τῆς παραδοχῆς ἑνὸς μέτρου, βεβαίως ὄχι τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ Κύριος Ὀδυσσέως, δηλαδὴ τῆς παραφράσεως τοῦ παγίου νόμου. Ποία εἶναι ἡ δυσκολία τοῦ μέσου ὅρου; Τί σᾶς λέγουν; ἐνδέχεται, τὸ τρέχον ἔτος κάτοικοί τινες νὰ μὴ ἔσπειραν, περιοχαί τινες νὰ μὴ ἐκαλλιεργήθησαν ἢ νὰ μὴ ἐκαρποφόρησαν, ἂν λάβωμεν τὸν μέσον ὅρον, δύνανται πολλοὶ ν’ ἀδικηθῶσιν· ἀλλὰ, συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω, τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ὁ μέσος ὅρος πολλῶν ἐτῶν ἀποδεικνύει καὶ τὴν γονιμότητα καὶ τὸ ἀγαθὸν τῆς παραγωγῆς οὐχὶ μακρὰν τῆς ἀληθείας, μολαταῦτα διὰ νὰ φύγωμεν καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν δυσκολίαν, διότι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἄδικόν τι, καταργήσατε τὸν μέσον ὅρον καὶ κάμετε ἐκτίμησιν ἰδιαιτέραν δι’ ἕκαστον ὅπως διετάχθη εἰς τὸ ἄλλο ψήφισμα· εἰς τὸ ἄλλο ψήφισμα τί εἴπατε; νὰ ἐκτιμήσετε τὴν παραγωγὴν ἑκάστου κατοίκου χωριστά. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τοῦτο, ὁ μέσος ὅρος ἐτέθη εἰς περιορισμὸν διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἡ ἐκτίμησις μεγάλη ἀπὸ ζῆλον τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, ἢ νὰ μὴ γίνῃ πολὺ μικρὰ ἀπὸ ὑπερίσχυσιν συμφερόντων ἐπιτοπίων, τῆς ἐπαρχίας· ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι, ὅ,τι ἀποφασίσετε, πρέπει νὰ τὸ ἀποφασίσετε σήμερον ἀφεύκτως. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον σήμερον σᾶς εἶπον δὲν εἶναι ἀληθές· ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἶναι τὸ νὰ συγκομίσουν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τοὺς καρπούς των καὶ πρὸ τῆς ἀφίξεως τοῦ Βασιλέως, διότι οὕτως ἐλπίζουν ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς πληρωμῆς φόρων, εἰς πολλὰ μέρη θερίζουν ἁλωνίζουν καὶ συγκομίζουν τὰ πάντα εἰς τὰς οἰκίας μὴ ἐρωτῶντες κανένα, ἢ μὴ θέλοντες ν’ ἀκούσουν κανένα.
§88Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Ἔχομεν τὸ ἄλλο ψήφισμα.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἄλλο ψήφισμα προβλέπει τὴν περίπτωσιν τῆς ἀντιστάσεως, ἀλλ’ ἡμεῖς θέλομεν νὰ προβλέψωμεν καὶ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἄνευ ἀντιστάσεως, ἀλλ’ ἀπὸ ἁπλοῦν φόβον ἡ ἐνοικίασις καὶ ἡ βεβαίωσις δὲν προχωρεῖ, θέλομεν τὴν κατάργησιν τῶν ἐπιστατῶν, ἂν θέλετε σεῖς ἐπιστάτας, εἰπέτε το φανερὰ, ἐγὼ δὲν θὰ δυσκολευθῶ διόλου νὰ τοὺς παραδεχθῶ, εἰς αὐτὸ ἀποφασίσετε, ἀλλ’ εἶμαι ἐναντίος.
§90ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§91ΔΑΓΡΕΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ εἰπῆτε, ἂν ἔχετε ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τούτου, ὅτι γίνονται προσπάθειαι νὰ μὴ γίνουν δημοπρασίαι.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἡ κατάστασις βεβαίως ἡ κακὴ δὲν εἶναι γενικὴ, ἀλλ’ εἴς τινας ἐπαρχίας περιωρισμένας εἶναι δύο εἰδῶν κακὴ κατάστασις ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Εἰς μίαν ἐπαρχίαν, μὲ συγχωρεῖτε νὰ μὴ ἀναφέρω τὰς ἐπαρχίας....
§93ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὰς ἀναφέρετε.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν Σπάρτην ἐξύλισαν κήρυκας ἐπιστάτας, φύλακας δὲν δέχονται, εἰς ἄλλας ἐπαρχίας δὲν ἐξύλισαν δὲν ἔκαμαν τίποτε, ἡ κατάστασις ὅμως τοῦ τόπου εὑρίσκεται ἀνώμαλος ὁπωσοῦν, ὥστε κανεὶς δὲν τολμᾷ νὰ ἐνοικιάσῃ, π. χ. εἰς τὴν Τριφυλλίαν, εἰς τὴν Ὀλυμπίαν, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ τῶν πραγμάτων, οἱ ἄνθρωποι δὲν τολμοῦν, καὶ εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν....
§95ΠΕΤΙΜΕΖΗΣ. Εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν εἶναι ἡσυχία.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν Τριφυλλίαν, εἰς τὴν Ὀλυμπίαν καὶ εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν, τὸ ἐπαναλαμβάνω, οἱ ἄνθρωποι δὲν τολμοῦν νὰ παρουσιασθῶσι νὰ ἐνοικιάσωσι, διότι ἀμφιβάλλουν, ὅτι θὰ δυνηθοῦν νὰ εἰσπράξουν. Λοιπὸν εἰς αὐτὰ τὰ μέρη δὲν ὑπάρχει ἀντίστασις φανερὰ, ἀλλὰ δὲν τολμοῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐνοικιάσουν.
§97ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἰς αὐτὰ τὰ μέρη νὰ πληρώσουν 10%.
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐρωτῶ, εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν θέλετε νὰ διορίσωμεν ἐπιστάτας;
§99ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι!
§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλετε νὰ καθιερώσετε τὸ ἄλλο σύστημα τοῦ παγίου νόμου, ὁ ἐφημέριος καὶ ὁ πάρεδρος νὰ βεβαιώνουν;
§101ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε πρέπει νὰ εὕρετε ἓν ἄλλο σύστημα. Ἢ τὸ σύστημα τῶν ἐπιστατῶν, ἢ βεβαίωσις διὰ τοῦ ἐφημερίου καὶ παρέδρου, αὐτὰ τὰ δύο συστήματα ἰσοδυναμοῦν μὲ τὸ νὰ μὴ βεβαιώσωμεν τίποτε, ἀλλὰ νὰ τὰ μοιράσουν οἱ βεβαιωταὶ καὶ οἱ κάτοικοι. Τρίτον σύστημα ν’ ἀφήσωμεν ὅλως διόλου ἀφορολόγητον, καὶ τέταρτον νὰ δεχθῶμεν τὸ προτεινόμενον σύστημα.
§103ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν δὲν θέλετε αὐτὸ, τότε καταργοῦμεν τὴν φορολογίαν καὶ δὲν πέρνομεν τίποτε.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕως ἐδῶ ἡ συζήτησις ἔλαβεν ἄλλον χαρακτῆρα κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ἐπειδὴ ὁ Κ. ὑπουργὸς ὑποχωρεῖ καὶ λέγει ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νά μορφώσῃ τελειότερον νόμον.
§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶπον αὐτὸ, μία ἐπιτροπὴ ἐπιτόπιος, ἡ ὁποία νὰ βεβαιώσῃ τοὺς φόρους. Ἐγὼ λέγω, ὅτι πᾶσα ἀναβολὴ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου γεννᾷ ζημίας, τὰς ψευδεῖς βεβαιώσεις, εἰς πολλὰς ἐπαρχίας θὰ ἴδητε ἓν πρωτόκολλον ἀπὸ τὸν πάρεδρον καὶ τὸν εἰσπράκτορα ὑπογεγραμμένα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἔχετε ψευδεῖς βεβαιώσεις, εἰς ἄλλα μέρη ἐπιτηδειότερα οἱ χωρικοὶ θὰ δεχθοῦν τοὺς ἐπιστάτας καὶ θὰ βεβαιώσουν ὅπως θέλουν τοὺς φόρους. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος Κ. Διομήδης Κυριακοῦ.
§107ΗΡΑΚ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Καλαβρύτων καὶ ἐξάδελφός μου ἀναβὰς ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀφιέρωσε τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ πολίτου εἰς τὴν τιμιότητα καὶ τὸ ἀνεξάρτητον τοῦ χαρακτῆρος τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν εἶναι μικρὸν τὸ ἐπιχείρημα, εἶναι μέγιστον, ἀλλ’ ἐνθυμίζω εἰς τὸν κ. πληρεξούσιον Καλαβρύτων ὅτι ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν, ὅτι ὅλος ὁ ὄγκος τῆς ἐξουσίας ἐπέρασεν ἀπὸ τὸν τράχηλόν του καὶ τὸν κατεπίεσεν.
§108Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§109ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιθυμῶ καὶ εὔχομαι, διότι ἔρχεται κατόπιν μου καὶ φρονῶ ὅτι δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἀναιρέσῃ τὸν ἰσχυρισμόν μου, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω σήμερον, ἂν αὐτὴ ἡ μορφὴ ἡ ἀποδιδομένη εἰς ὑπαλλήλους τοῦ παρελθόντος δύναται νὰ ἐξαλειφθῇ ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ μέλλοντος. Ἐξηγοῦμαι. Ἐνδέχεται οἱ ὑπάλληλοι τοῦ παρελθόντος νὰ ἠκολούθησαν πολιτικὴν οὐχὶ τόσον συνάδουσαν μὲ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀνεξαρτήτου καὶ τιμίου ὑπαλλήλου· τοῦτο εἶναι συνεπὲς διότι πᾶς ὑπάλληλος εἶναι συντεταγμένος μὲ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ μὲ τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ ὑπουργοῦ ὅστις προΐσταται αὐτοῦ. Καὶ ἂν τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἀναφέρω εἰς τὴν συνήδεισίν σας, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μακρηγορήσω ὑπὲρ τῆς ἰδέας τὴν ὁποίαν ἐκθέτω, πεπεισμένος ὢν ὅτι ἐν συνηδείσει ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι οὕτω συμβαίνει. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ κοινωνία ὀφείλει νὰ πιστεύῃ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ καλούμενοι εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἐπικρατείας, πρέπει νὰ ᾖναι ἄνθρωποι οἵτινες ν’ ἀπολαμβάνωσι τῆς ὑπολήψεως αὐτῆς τῆς κοινωνίας· τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον· ἀλλ’ ἐκ τῶν περιστάσεων, αἵτινες δὲν ἀφίνουν τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν εἰς κανένα ἐξ ἡμῶν, ἀπεδείχθη ὅτι οἱ ὑπάλληλοι διαστρέφουσι πολλάκις τὰ πράγματα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου συμφέροντος ἢ τοῦ ἑαυτῶν καὶ κατεπιέζουσιν ἕνεκα τοῦ ζήλου τοῦ ὑπερβολικοῦ τὸ συμφέρον τοῦ δυστυχοῦς πολίτου. Δὲν θέλω ν’ ἀφαιρέσω τίποτε ἀπὸ τὴν ὑπόληψιν τῶν ὑπαλλήλων, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ὅμως νὰ ἐπιβάλλετε τὰς σκέψεις σας ὡς θετικὰς διότι τὸ ζήτημα εἰσχωρεῖ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου, ὅστις ἐπηρεάζεται καὶ θλίβεται παρ’ αὐτοῦ. Σᾶς ἔφερε δὲ ὡς ἐπιχείρημα, Κύριοι, τὸ ἑξῆς· ἐπειδὴ, εἶπεν, ἡ Συνέλευσις, φρονίμως σκεπτομένη ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῶν πολιτῶν, ἐνόμισε καθῆκόν της ἱερὸν ν’ ἀνακουφίσῃ αὐτοὺς τοὺς πάσχοντας, νὰ σταματήσῃ τοὺς στεναγμοὺς, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὁποίων διετέλουν ἕνεκα τοῦ παρελθόντος, προῆλθεν εἰς ἐλαττώσεις καὶ διὰ τούτων ἐπροστάτευσε τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ προστατεύσῃ τὰ ἰδικά του. Δὲν ἔχει οὕτω, Κύριοι, τὸ ἔθνος συνηγμένον ἐδῶ, καὶ γνωρίζον ἐκ τοῦ σύνεγγυς ὅτι ἡ γεωργικὴ τάξις κατεπιέζετο ἐλεεινῶς ἐκ τῶν παρελθόντων φορολογικῶν νόμων ἐνόμισε καθῆκόν του, ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην οὐχὶ διὰ νὰ προστατεύσῃ συμφέροντα· μοὶ φαίνεται δὲ τολμηρὸν νὰ ἀκούω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πληρεξουσίους λέγοντας ὅτι, ὅπου ὑπάρχουσι νόμοι εἰς τούτους πρέπει νὰ ὑποκύπτῃ τις, ναὶ, Κύριοι, αὐτὴ ἡ ἀρχὴ εἶναι ἀπαραβίαστος ἱερὰ, καὶ διὰ τοῦτο συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ νόμου μετὰ τοσαύτης σπουδῆς, διὰ νὰ γίνῃ τέλειος καὶ ἡ κοινωνία νὰ ὑποκύπτῃ εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ βεβαία ὅτι αἱ διατάξεις του εἰσὶ δίκαιαι, διὰ τοῦτο συζητοῦμεν τὸν νόμον αὐτὸν μετὰ τοσαύτης ἐπιστασίας διὰ νὰ τὸν καταστήσωμεν δίκαιον, διότι ὅπου οἱ νόμοι δὲν εἶναι δίκαιοι, ἐκεῖ κοινωνία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι ἐγείρονται κατὰ τῶν νόμων παράπονα καὶ ἐπέρχεται πάλη κλονίζουσα τὴν ἰσοῤῥοπίαν αὐτῆς. Θιασώτης τῶν ὑπαλλήλων ὁ Κύριος πληρεξούσιος, ἐπὶ τέλους ἐδήλωσεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ἐξ ὄψεως ἐγνώρισεν, ὅτι ἐπιστάται προσέφερον χρήματα εἰς ὑπαλλήλους, καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἐγνώρισα ὅτι ἄπειροι ὑπάλληλοι ἔλαβον χρήματα ὑπὸ κατωτέρων ὑπαλλήλων. Λοιπὸν δὲν μοὶ φαίνεται τόσον ἰσχυρὸς ὁ διϊσχυρισμὸς ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν πλήρη πίστιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, πρέπει νὰ δώσωμεν σεβασμὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ προσέξωμεν νὰ μὴν ἐκτείνωμεν αὐτὴν τὴν πίστιν ἐκεῖ ὅπου προσβάλλονται ἀμέσως τὰ συμφέροντα καὶ ἡ ὕπαρξις αὐτῆς τῆς πίστεως. Διὰ νὰ ἐννοήσετε πῶς ἔχει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ τὸ ἀναγνώσητε, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ Κύριος Ὑπουργὸς σύμφωνα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ οὐχὶ τῶν πολιτῶν, συνέταξεν ἐπιτροπὴν ἐξ ὑπαλλήλων· καὶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς καὶ ὁ πολίτης διὰ νὰ προβλέψῃ περὶ τῶν συμφερόντων του, τί πράττει; Τὴν ἐκ πολιτῶν αὐτὴν ἐπιτροπὴν τὴν διορίζει ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ὑπαλλήλων· ἰδοὺ τί λέγει «Ὁ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν τμημάτων, δι’ ἃ δὲν ἤθελε προσενεχθῆ, κατὰ τὰς ἐνεργουμένας δημοπρασίας, προσφορὰ ἀνάλογος πρὸς τὴν προσδοκωμένην παραγωγὴν, θέλουν βεβαιωθῆ ὡς ἀκολούθως.» Βλέπετε, ὅτι διὰ τούτου ἀφίνει εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐξουσίας ν’ ἀποφασίσῃ πότε ἡ παραγωγὴ εἶναι συμφέρουσα ἢ ὄχι, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἓν ὅριον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ διάνοια. Εἶναι φαινόμενον, Κύριοι, μεταξὺ τῶν νόμων νὰ ὑπάρχῃ ἀοριστία, διότι ἡ ἀοριστία εἶναι χάος, εἶναι δίστομος μάχαιρα εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Λάβετε τοὺς νόμους ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἰς τοὺς νόμους αὐτοὺς ὑπάρχει ὁριστικὴ λύσις, διότι οἱ νόμοι ἐξηγοῦνται κατὰ γράμμα καὶ δὲν ἑρμηνεύονται. Τί λέγει δὲ παρακατιόν; «Ὁ Ἔπαρχος, ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος καὶ ὁ Ταμίας·» ἡ ἐξουσία πανταχοῦ παροῦσα, ὁ πολίτης ἀπομακρύνεται, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν συμφερόντων του, «λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ἀμέσως προηγουμένων τεσσάρων ἐτῶν, τὰς ἐπενεχθείσας ἐλαττώσεις.» Ὅλα, Κύριοι, ἀόριστα. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει· «Μετὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀνωτέρου ποσοῦ, ἐπιτροπὴ, συγκειμένη ὑπὸ τοῦ Ἐπάρχου, τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου καὶ τοῦ οἰκείου Δημάρχου, γνωμοδοτήσει τοῦ εἰδικοῦ παρέδρου, τοῦ ἐφημερίου καὶ τριῶν κατοίκων, ἐκλεγομένων παρὰ τῆς ἀνωτέρω ἐπιτροπῆς, μεταξὺ τῶν μᾶλλον φορολογουμένων...............» Καὶ, Κύριοι, δὲν σᾶς φαίνεται παράξενον καὶ ἐπικίνδυνον, ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐξ ὑπαλλήλων συνισταμένη, νὰ ἐκλέξῃ τοὺς μᾶλλον φορολογουμένους, καὶ δὲν εἶναι φόβος μήπως ἐκλέξῃ φατριαστὰς φορολογουμένους, καὶ οὕτως ἀναθέσῃ εἰς τὸ ἥμισυ τῆς Κοινότητος, τῆς ἐχούσης ἀντίθετα φαινόμενα μὲ τὸ ἄλλο ἥμισυ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουν οἱ φορολογούμενοι, τὴν πληρωμὴν ὁλοκλήρου τοῦ φόρου; Ὅθεν δικαίως φρονῶ, ὅτι οὕτω δὲν ἐξασφαλίζονται τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, ἐνῷ ἐξασφαλίζονται καὶ τὰ τοῦ Δημοσίου. Σήμερον φωνάζουσιν ὑπερασπιζόμενοι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτι προῆλθον εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, διότι εἶχον τοὺς φόβους, ὅτι δὲν θὰ εὕρωσιν ἐνοικιαστὰς, ὅτι ὁ πολίτης καὶ ὁ κάτοικος θὰ ὑποκρύψουν τὴν παραγωγήν των. Αἲ, Κύριοι, αὐτοὶ οἱ πλαστοὶ φόβοι, τοὺς ὁποίους ἤρχισαν νὰ ρίπτωσιν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, πρέπει νὰ σταματήσωσιν. Ἤκουσα πρὸ μικροῦ ἀπὸ ἔντιμον πληρεξούσιον, ἔντιμον ἐξ ἴσου πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰπόντα, ὅτι ἄκρα ἡσυχία καὶ τάξις ἐπικρατεῖ, ὅτι αἱ ἐνοικιάσεις προώδευσαν, καὶ ὅτι ἡ φορολογία ἡ ἐφετεινὴ ὑπόσχεται πλουσιωτέρα καὶ μεγαλειτέρα ἐκείνης τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Νομίζω λοιπὸν ὡς ἐκ τούτου, ὅτι αὐτοὶ οἱ φόβοι ρίπτονται μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἐὰν ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι ἂν μία μερὶς καταπιέσῃ τὴν ἑτέραν, ὅτι τότε βεβαίως θέλουν βλαφθῆ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι πιστεύω, ὅτι ἡ ἀδικουμένη μερὶς θὰ ὑπερασπισθῇ κατὰ τῆς παρανόμου ἐξουσίας τὰ δίκαιά της, καὶ ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φοβοῦνται. Ἐὰν δὲν ἔχετε πόρους νὰ συντηρηθῆτε, δὲν εἶναι ὑπόχρεων τὸ ἥμισυ μέρος τοῦ ἔθνους νὰ σᾶς τοὺς παράξῃ, κάμετε δάνειον τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Ἔθνος, καὶ οὐχὶ νὰ φορτώσητε αὐτὴν τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως τοῦ Ἔθνους· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ περιστάσεις μᾶς ἀναγκάζουν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς ἓν Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ δίδῃ ἀσφαλείας ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ νὰ μὴ δίδῃ εἰς αὐτὸ καὶ τὸ δικαίωμα ν’ ἁρπάζῃ, τοῦτο θέλω τὸ παραδεχθῆ, διότι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ παριστάνωσι τὴν κατάστασιν τὴν σημερινὴν τόσον εἰρηνικὴν καὶ ὁμαλὴν, δὲν θέλω ὅμως νὰ παραδεχθῇ καὶ τὸ ὕψος εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἀναβιβάζουν οἱ ἄλλοι, διότι τοῦτο τὸ ὕψος δὲν εἶναι ἄσκοπον. Ὅθεν συντάσσομαι μετὰ τοῦ Κυρίου Ζέρβα ν’ ἀποῤῥιφθῇ δηλ. τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ προσκληθῇ ἡ ἐπὶ τῶν φορολογικῶν ἐπιτροπὴ νὰ συνεργασθῇ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξασφαλίζῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου οὕτως, ὡς καὶ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν τῆς Πολιτείας.
§110ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, συζήτησις νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ διευθύνῃ ἐν γένει τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἤθελον ἐννοήσει πολὺ καλὰ τὸν ἐξεγερθέντα πάταγον κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐὰν δὲ ἀφ’ ἑτέρου ἐπρόκειτο πάλιν, ὥστε ἡ μὴ ἐπιψήφισις ἢ ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ ἐπιφέρῃ συνάμα καὶ τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς εὐχαρίστησιν τῶν ἐναντίων του, τῶν μὴ φίλων του, ἤθελον ἐννοήσει τὸ σοβαρὸν τῆς γενομένης συζητήσεως ἐπὶ ἀντικειμένου καθαροῦ καὶ πολλὰ εὐκόλου εἰς τὸ νὰ τὸ ἐννοήσῃ πᾶς τις· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι συζητοῦνται μερικὰ πράγματα, μερικοὶ νόμοι, προτείνονται ἀπὸ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ Ὑπουργεῖον καὶ κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ λάβωσι, τὸ αὐτὸ θὰ λάβῃ καὶ ὁ προτείνων Ὑπουργὸς· εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν τὴν θέσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ βλέπω λίαν εὐάρεστον, εἴτε ἐπιψηφιζομένης τῆς προτάσεως, εἴτε ἀποῤῥιπτομένης, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος· ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, γνωρίζων ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του τὴν κατάστασιν εὐαρίθμων τινῶν ἐπαρχιῶν.
§111ΠΕΤΙΜΕΖΗΣ. Ἔρχομαι νὰ διαψεύσω τὸν Κ. Ὑπουργὸν ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Ἀκαρνανίας, ὅτι ἐκεῖ δὲν πληρόνονται οἱ φόροι· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, σήμερον ἔχω πληροφορίας θετικὰς περὶ τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως, ὅτι ἐκεῖ ἐπαρουσιάσθησαν ἐνοικιασταί.
§112ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠμπορεῖ ὁ Κ. Πληρεξούσιος νὰ διαψεύδῃ ὅσον θέλει, ἐγὼ ὅμως σᾶς διαβεβαιῶ θετικώτατα, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην δὲν ἐπαρουσιάσθησαν ἐνοικιασταὶ, διότι δὲν τολμοῦν νὰ παρουσιασθῶσι.
§113ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ τύχη τοῦ νομοσχεδίου, εἴτε παραδεχθῇ εἴτε μὴ, ἡ θέσις τοῦ ὑπουργοῦ θὰ ᾖναι εὐάρεστος· ἐὰν τὸ ἐπιψηφίσωμεν, ὁ Κύριος ὑπουργὸς θὰ ἐνασμενίζεται, ὅτι προέλαβε μίαν ἐνδεχομένην ζημίαν τοῦ δημοσίου. Μεταβαίνω εἰς τὴν οὐσίαν καὶ ὠφελοῦμαι ἀπὸ μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὁ προλαλήσας ἐξέφρασεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· εἶπεν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι εἶναι καλοὶ καὶ κακοὶ ἀναλόγως τῶν ἐμπνεύσεων, τὰς ὁποίας λαμβάνουν ἀπὸ τὸν προϊστάμενον ὑπουργόν· εἰς τοιαύτην περίστασιν, ἂν τὴν ἰδέαν ταύτην τὴν πρεσβεύῃ ἀληθῶς ὁ Κύριος προλαλήσας, ὀφείλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καθόσον ὁ νῦν ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐμπνέεται ἀπὸ καλὰς ἰδέας, καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ τὸ ἀποδεικνύει, ἑπομένως καὶ οἱ ὑπάλληλοι ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὰς ἰδέας τοῦ ὑπουργοῦ, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐναντίας ἰδέας ἐκείνων, τὰς ὁποίας πρεσβεύει ὁ Κύριος ὑπουργὸς καὶ ἑπομένως οὕτω πῶς ἔχομεν μίαν καλὴν ἐγγύησιν ὑπὲρ τοῦ πολίτου. Παντοῦ εἶπεν ὁ προλαλήσας ὑπάρχει ὁ ὑπάλληλος, καὶ οὐδαμοῦ ὁ πολίτης εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ Κ. προλαλήσας, ὅτι δὲν λαμβάνονται πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ Δημοσίου οἱ ἀτακτοῦντες πολῖται· τὸ μέτρον αὐτὸ δὲν ἐφαρμόζεται εἰμὴ εἰς τὰς Ἐπαρχίας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν καθιστᾷ ἐφικτὴν τὴν ἐνοικίασιν τῶν προσόδων, ἢ ὅπου οἱ φορολογούμενοι δεικνύουσι τάσιν ἀπειθῆ πρὸς τοὺς Νόμους, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ δὲν προσέρχονται διὰ νὰ προσφέρωσι, βλέποντες τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν τοῦ τόπου. Τὰ μέτρα λοιπὸν τὰ προτεινόμενα δὲν θὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ τῶν εἰρηνικῶν καὶ ἡσύχων Ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ κατ’ ὀλίγων Ἐπαρχιῶν δύω ἢ πέντε, εἰς τὰς ὁποίας ἡ βεβαίωσις εἶναι ἀδύνατος· ποῦ στέκει λοιπὸν ἡ ἰδέα τοῦ Κυρίου προλαλήσαντος, ὅτι παντοῦ ὁ ὑπάλληλος, καὶ οὐδαμοῦ ὁ πολίτης; Δύνανται εἰς τοιαύτην περίπτωσιν πολῖται ἀτακτοῦντες νὰ λάβωσι μέρος εἰς βεβαίωσιν φόρων, τοὺς ὁποίους οἱ ἴδιοι θὰ πληρώσωσι; Πολλοὶ εἶπον, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν ἐπικρατεῖ πληρεστάτη ἡσυχία καὶ τάξις, ὅτι παντοῦ ἡ βεβαίωσις γίνεται μὲ τὸν νομιμώτερον τρόπον· ὁ Κύριος ὑπουργὸς φέρων τὸν Νόμον τοῦτον, εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται ἢ περὶ δύω, τριῶν Ἐπαρχιῶν. Εὑρίσκομαι δὲ μὴ σύμφωνος μὲ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, καθόσον ἀφορᾷ τὰς εἰδικὰς διατάξεις, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι θέλομεν ἀποφύγει ὅλην τὴν συζήτησιν καὶ πολλὰς συνεπείας ἂν εἰς τὴν προβλεπομένην περίπτωσιν ἐθέτομεν εἰς ἐνέργειαν, καὶ τὸν ἐφημέριον καὶ Πάρεδρον ἑκάστης κοινότητος.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις;
§115ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι, ὄχι.
§116ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ προλαλήσας Κύριος πληρεξούσιος τῶν Καλαβρύτων εἶπεν, ὅτι ὅλα τὰ ὑπουργεῖα ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν ῥάχην μου καὶ μὲ εὗρον ἀντιπολιτευόμενον. Οὐδόλως ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὑπερασπίσθην τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ παρελθόντος· καὶ πῶς εἶναι δυνατόν, καὶ πῶς ἠδυνάμην νὰ ὑπερασπισθῶ ἐγὼ αὐτούς, τοὺς ὁποίους πάντοτε κατεπολέμησα; καὶ ἂς φέρῃ μίαν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἦμαι πολέμιος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ παρελθόντος· εἶπον, καὶ σήμερον ἀκόμη ἐξακολουθῶ νὰ λέγω καὶ νὰ ὑποστηρίζω, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ παρελθόντος δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πλέον, παρὰ μὲ μικρὰς ἐξαιρέσεις· εἶναι ἤδη γεγυμνασμένοι εἰς τὰς ἕξεις τοῦ παρελθόντος, καὶ ἂς ᾖναι βέβαιος ὁ πληρεξούσιος τῶν Καλαβρύτων, ὅτι οὔτε ἐσύστησά ποτε ὑπάλληλον τοῦ παρελθόντος, οὔτε παρηκολουθούμην ὑπ’ αὐτῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἔδειξα οὐδεμίαν παλινῳδίαν πολιτικὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία πρότασις περὶ ἀναβολῆς· ὅσοι παραδέχονται αὐτὴν νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη.
§118Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριε Πρόεδρε, μὲ ὅλον τὸ σέβας νὰ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν ἐξεφράσθητε καλῶς· ὁ Κύριος Ἡρακλῆς Πετιμεζᾶς ὑπέβαλε πρότασιν ἀναβλητικὴν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν οὕτω πῶς· «ν’ ἀναβληθῇ ἡ ὑπόθεσις, νὰ παραπεμφθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία συνεργαζομένη μετὰ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ νὰ φέρῃ καλητέραν πρότασιν».
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀρκετοὶ ἐξεφράσθησαν· ὑπάρχουν πολλοὶ ἢ ὀλίγοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν ἀναβολήν· ἔκαμα τὴν ἐρώτησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἀπήντησεν ἀρνητικῶς. Θὰ ψηφοφορηθῇ λοιπὸν τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς.
§120ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριε Πρόεδρε, νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας μου εἶπα μίαν πρότασιν, παρακαλῶ νὰ τὴν διατυπώσω καὶ ἐγγράφως καὶ νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§121ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Κ. Ζέρβας ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν, τώρα ὁ Κ. Πληρεξούσιος Καλαβρύτων καὶ ὁ Ζέρβας ἐπρότειναν τὴν ἀναβολὴν μὲ κἄποιας τροπολογίας. Τὸ προεδρεῖον ἔθεσεν εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀναβολὴν, καὶ ἔπεσεν, ἄρα καὶ αἱ τροπολογίαι εἶναι πεσμέναι. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 1. Ὁ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἔγγειος φόρος καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν τμημάτων, δι’ ἃ δὲν ἤθελε προσενεχθῇ, κατὰ τὰς ἐνεργουμένας δημοπρασίας, προσφορὰ ἀνάλογος πρὸς τὴν προσδοκωμένην παραγωγὴν, θέλουν βεβαιωθῆ ὡς ἀκολούθως. Ὁ ἔπαρχος, ὁ οἰκον. ἔφορος καὶ ὁ ταμίας, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ἀμέσως προηγουμένων τεσσάρων ἐτῶν, τὰς ἐπενεχθείσας ἐλαττώσεις διὰ τοῦ περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἐγγείου φόρου διὰ τὸ τρέχον ἔτος ψηφίσματος, καὶ τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ ἰδιοκτήτων καὶ ἐθνικῶν ἀναλογίαν, θέλουν προσδιορίσει εἰς εἶδος τὸ ἀποδοτέον ἐξ ἑκάστου τμήματος ποσὸν καρπῶν καὶ ἀναγάγει αὐτὸ εἰς χρήματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁρισθησομένων τιμῶν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ μηνὸς Ἰουλίου.
§122ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμα χθὲς μίαν πρότασιν καὶ τὴν ἔδωκα.
§123ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Φέρω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου· παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν, ἐπειδὴ, καθὼς προανέφερα ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶναι σκληρὸν νὰ ᾖναι μόνον ὑπάλληλοι, προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Ὑπουργὸς ἔχει σχηματίσει, νὰ σχηματισθῇ οὕτω πως· «ὁ ἔφορος, ὁ ἔπαρχος, ὁ ταμίας καὶ ὁ δήμαρχος.» Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὁ δεύτερος παράγραφος τοῦ ἄρθρου εἶναι πραγματικὸν, νὰ πάρουν τῶν παρελθόντων τεσσάρων ἐτῶν τὰ ἀποτελέσματα νὰ τὰ συνάψουν, καὶ νὰ τὰ διαιρέσουν εἰς τέσσαρα. Ἀλλὰ πρόκειται νὰ γίνῃ ἕνας ἐκπεσμός·
§124ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ὁ μέσος ὅρος θὰ ἐξαχθῇ ἀπὸ τὰ ἐπίσημα βιβλία, ἀπὸ τὰς βεβαιώσεις, αἱ ὁποῖαι λέγουν ὅτι, φέτος ἐβεβαιώθησαν 5 χιλιάδες δραχ. πέρυσι τρεῖς, πρόπερσι 4 κτλ. Ἐπομένως ὁ μέσος ὅρος εἶναι βεβαιωμένος, ἐπειδὴ ὅμως ὁ μέσος ὅρος αὐτὸς θὰ τροποποιηθῇ συνεπείᾳ τῆς ἐλαττώσεως σχετικῶς πρὸς τὴν ἀναλογίαν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, πρὸς τὰς ἰδιοκτήτους γαίας, αὐτὴν τὴν τροπολογίαν εἰμποροῦν νὰ τὴν προσδιορίσουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωρίου, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὴν κατάστασιν τῆς περιουσίας ἐὰν εἶναι ἐθνικὴ ἢ ἰδιόκτητος· λοιπὸν ἂν θέλετε νὰ θέτετε τὸν δήμαρχον σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἐκλέγετε κατάλληλον πρόσωπον δυνάμενον νὰ γνωρίζῃ τὰς ἀναλογίας τῶν γαιῶν, ὅσον ἕνας κάτοικος τοῦ ἰδίου χωρίου. Λοιπὸν λέγω ὅτι εἶναι ἀσφαλέστερον διὰ τοὺς φορολογουμένους, καὶ καλλίτερον νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν βεβαίωσιν ὁ πάρεδρος τοῦ χωρίου καὶ ὁ ἐφημέριος.
§125ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυσκολεύομαι, Κύριοι, νὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ, ἐὰν δὲν εἶχον τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων γνωρίζω· ἰδοὺ διατί· ὑπάρχουν πολλὰ τμήματα τὰ ὁποῖα συμπεριλαμβάνουν ἄλλα 5 ἄλλα 10 καὶ ἄλλα 15 χωρία· λοιπὸν τότε πρέπει νὰ βάλωμεν τοὺς παρέδρους ὅλους, καὶ τοὺς ἱερεῖς τοῦ χωρίου· ἀλλὰ πιστεύω νὰ φθάσωμεν εἰς καλλίτερον ἀποτέλεσμα, ἐὰν ληφθῇ ὁ μέσος ὅρος τὸν ὁποῖον εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὁρίσουν ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ Πάρεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀπὸ αὐτοὺς παρὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους τοὺς ἀγραμμάτους.
§126ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει νὰ προλάβῃ δύο κακὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ λάβωσι χώραν, τουτέστι τὴν ἄρνησιν τῶν φορολογουμένων διὰ τὴν βεβαίωσιν, καθὼς ἀκόμη καὶ τὴν μὴ ἐμφάνισιν ἐνοικιαστῶν, ἠθέλησε διὰ τῶν δύο ψηφισμάτων νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν· καὶ καθόσον μὲν ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, τουτέστιν ὅταν ἀντιστέκωνται οἱ φορολογούμενοι νὰ βεβαιώσουν τὸν φόρον τὸν ὀφειλόμενον, παρεδέχθη τὸ μέτρον τοῦ νὰ συστηθῇ μία ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ βεβαιώσῃ τὸν φόρον καὶ αὐτὸ χθὲς τὸ ἐψήφισεν ἡ Συνέλευσις. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα τὸ αὐτὸ μέτρον νὰ παραδεχθῶμεν καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε παρουσιασθῆ ἐνοικιαστὴς εἰς τμήματά τινα· διότι τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζεται εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ χρειάζεται μεγάλην σκέψιν.
§127ΤΙΝΕΣ. Πάλιν νέαι συζητήσεις!
§128ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σᾶς εἶπα ὅτι ἐπὶ τοῦ ά. ἄρθρου ἐζήτησα τὸν λόγον, παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν, νὰ ληφθῇ μόνον εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν παρουσιασθοῦν ἐνοικιασταί. Λοιπὸν, Κύριοι, ἂν παραδεχθῶμεν τὸ ψήφισμα ὅπως ἔχει, βλέπετε εἰς ποῖα ἀτοπήματα θὰ ὑποπέσωμεν, τοὐτέστι θὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος ἑνὸς ἑκάστου πολίτου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωσεν εἰς διάστημα 4 ἐτῶν. Ἤθελεν εἶναι ὀρθὸν, Κύριοι, τὸ τοιοῦτον, ἐὰν πρῶτον μὲν ἰδιόκτητα ἢ ἐθνικὰ μόνον καλλιεργοῦν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου ἐκείνου, ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅλοι καλλίτερά μου, ὅτι τὸ ἓν ἔτος καλλιεργοῦνται περισσότερα ἐθνικὰ καὶ ὀλιγώτερα ἰδιόκτητα, τὸ ἄλλο ἔτος ἀντιστρόφως· ἑπομένως, μήπως εἶναι χωριστὸς ὁ φόρος ὁ ἔγγειος, καὶ χωριστὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας; Ὄχι· ὑπομονὴ ὅτε ἦτο 10 καὶ 25— τώρα εἶναι 5 μόνον ὁ ἔγγειος, καὶ 15 τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας· εἰς τί λοιπὸν θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ ὁ μέσος ὅρος τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ὅταν αὐτὸς συνίσταται μόνον ἀπὸ δικαίωμα ἐπικαρπίας;
§129ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Εἶναι διακεκριμένον.
§130ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι· ἡ ἐνοικίασις γίνεται, ἔγγειος φόρος καὶ δικαίωμα ἐπικαρπίας τόσαι χιλ. κοιλὰ σίτου· αὐτὸς εἶναι ὁ μέσος ὅρος.
§131ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι μία ἔμμεσος συζήτησις πάλιν.
§132ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ ἴδιος ὑπουργὸς παρεδέχθη τὸ μέτρον τοῦτο τὸ ὁποῖον λέγω ἐγώ. Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ πρέπει νὰ σύγκηται ὄχι ἀπὸ τὸν ἔπαρχον, διότι τί γνώσεις ἔχει, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἔφορον ἢ τὸν ἀντιπρόσωπον αὐτοῦ, τὸν δήμαρχον ἢ τὸν πάρεδρον, καὶ τὸν ἱερέα· αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν, νὰ προσδιορίσουν τὸν ὀφειλόμενον φόρον διὰ τὸ τρέχον ἔτος, χωρὶς νὰ λάβουν βάσιν τὰ παρελθόντα ἔτη, δύνανται ὅμως, κάλλιστα τὸ ἔργον τοῦτο νὰ τὸ ἐκπληρώσουν ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν τὸν καρπὸν, διότι δύνανται νὰ ὑπάγουν εἰς τὰ ἁλώνια, διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἐκτίμησις.
§133ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐὰν δὲν τοὺς δεχθοῦν;
§134ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι λόγος νὰ μὴ τοὺς δεχθοῦν· ἡ ἐκτίμησις λοιπὸν τοῦ ὀφειλομένου φόρου θέλει γίνει ἀπὸ ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἀπὸ τὸν ἔφορον, τὸν δήμαρχον καὶ τὸν ἱερέα.
§135ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑπάγουν εἰς τὸν τόπον νὰ ἐκτιμήσουν;
§136ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὸ δέχεται ὁ Κ. ὑπουργὸς καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκλεισεν ἡ συζήτησις· ἐπαρουσιάσθησαν διάφοροι τροπολογίαι.
§138ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δόσατέ μας τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε, διὰ ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι αἱ θεωρίαι ἀπὸ τὰ πράγματα εἶναι πολὺ μακράν.
§139ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε, Κ. Γόντικα.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὲν θέλουν νὰ προστεθῇ εἰς τὸν ἔφορον, τὸν ταμίαν, καὶ τὸν ἔπαρχον, ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἄλλοι θέλουν νὰ προστεθῇ ὁ πρόεδρος καὶ ὁ ἐφημέριος τοῦ Τμήματος. Αὗται εἶναι αἱ δύο τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι πλησιάζουν εἰς τὸ κείμενον. Εἶναι ὅμως μία ἄλλη τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, ἥτις εἶναι ὅλως διόλου ἀντίθετος εἰς τὸ κείμενον. Θὰ θέσω λοιπὸν αὐτὴν εἰς ψηφοφορίαν ὡς ἀπωτέραν, καὶ ἂν ἀποῤῥιφθῇ, ἐρχόμεθα εἰς τὰς ἄλλας.
§141ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂν τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, θὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔκλεισε πλέον. Ἂν ἐγκρίνετε λοιπὸν τὴν γνώμην μου, παρακαλῶ νὰ μὲ ἐνισχύσητε νὰ μὴ ἐπιτρέψω εἰς οὐδένα νὰ ἀγορεύσῃ, πρὶν ἢ προηγουμένως ἐξηγηθῇ τί σκοπεύει νὰ εἰπῇ ἢ ὅτι προτείνει τὴν δεῖνα τροπολογίαν, καὶ ζητεῖ νὰ τὴν ἀναπτύξῃ.
§143ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνουν οἱ Κύριοι Κεχαγιᾶς καὶ Ὀδυσσέως.
§145ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς ἀποσύρει τὸ νομοσχέδιον;
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§147ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Πρέπει λοιπὸν νὰ προηγηθῇ αὐτό.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι προτιμῶνται. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ τροπολογία τοῦ Κυρίου Κεχαγιᾶ. Προσέξατε, Κύριοι, διὰ νὰ μὴν ἔχετε παράπονον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου προτείνονται δύο τροπολογίαι· κατὰ τοὺς μὲν νὰ προστεθῇ, ὁ Πάρεδρος καὶ ὁ ἐφημέριος, κατὰ τοὺς δὲ ὁ Δήμαρχος, καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν περὶ τοῦ Δημάρχου καὶ Προέδρου. Προσέξατε, Κύριοι, ὅσοι παραδέχονται νὰ προστεθῇ πρὸς τῷ Ταμίᾳ καὶ τοῖς ἄλλοις ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται πολλοί)· ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα· θὰ ἐρωτήσω τὸ ἐναντίον· ὅσοι δὲν παραδέχονται τὸν Δήμαρχον καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, νὰ σηκωθοῦν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Ἀπεῤῥίφθη ἡ τροπολογία, ἡ περιέχουσα τὴν προσθήκην τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Προέδρου. Τώρα θὰ ψηφοφορηθῇ ἡ προσθήκη τοῦ Παρέδρου καὶ τοῦ ἐφημερίου τοῦ οἰκείου τμήματος.
§149ΠΟΛΛΟΙ. Ὁ Εἰδικὸς Πάρεδρος.
§150ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἰς ἓν τμῆμα ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι 10 χωρία.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν, «περὶ τοῦ εἰδικοῦ Παρέδρου καὶ τοῦ ἱερέως τοῦ χωρίου.»
§152ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, γεννᾶται μία ἀμφιβολία ὅτι τὰ τμήματα εἰμποροῦν νὰ σύγκηνται ἀπὸ πολλὰ χωρία, ἐπομένως, ἐὰν ᾖναι πολλοὶ εἰδικοὶ Πάρεδροι, θὰ συμβουλευθῶσιν ἕκαστος εἰδικὸς Πάρεδρος διὰ τὸ χωρίον του καὶ ὁ ἱερεὺς· ὑπάρχει ὅμως μία ἄλλη περίστασις, Κύριε Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προβλέψωμεν· εἴς τινα τμήματα, ὅπου δὲν ὑπάρχουν Πάρεδροι, ἐκεῖ θέλουν λαμβάνει μέρος, ἢ ὁ Δήμαρχος, ἢ ὁ πρῶτος Δημαρχικὸς Πάρεδρος.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς «ὁ Δήμαρχος τῆς πρωτευούσης τοῦ Δήμου, ἢ ὁ Δημαρχικὸς Πάρεδρος, καὶ προσέτι οἱ εἰδικοὶ Πάρεδροι, καὶ οἱ Ἱερεῖς τῶν χωρίων.» Ὅσοι παραδέχονται τὴν προσθήκην ταύτην νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη, Κύριοι· ὅσοι παραδέχεσθε ἤδη τὸ ἄρθρον μὲ τὴν προσθήκην ταύτην...
§154ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ δώσω ἐξήγησιν. Τώρα μετὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ μέσου ὅρου μένει ἀμφισβήτησις μεταξὺ τῶν πολιτῶν, πόσον πρέπει νὰ πληρώσῃ ὁ εἷς καὶ πόσον ὁ ἄλλος· ἐθέσαμεν τὴν ἐπιτροπὴν ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων, διότι ἐπιστεύσαμεν, ὅτι συμφέρον αὐτοὶ δὲν ἔχουν κᾀνὲν ν’ ἀδικήσουν τὸν ἕνα πολίτην ὑπὲρ τοῦ ἄλλου, ἐνῷ, ἐὰν ἐλάμβανον μέρος καὶ πολῖται, αὐτοὶ, ἐπειδὴ ἀνήκουν εἰς μίαν ἰδέαν, φατρίαν, θὰ προσπαθοῦν ὁ εἷς ν’ ἀδικήσῃ τὸν ἄλλον· ἰδοὺ διατὶ ἐθέσαμεν μέσα καὶ κατοίκους διὰ ν’ ἀκούηται ἡ γνώμη αὐτῶν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ δὲν ἔχει πεῖραν, καὶ τὰ φῶτα τῶν κατοίκων θὰ χρησιμεύσουν εἰς τὸν φωτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ἵνα ἐν γνώσει ἀποφασίσῃ. Τινὲς θέλουν νὰ γίνῃ μία ἐπιτροπὴ ἐκ μέρους πολιτῶν τινων, καὶ αὐτὴ ν’ ἀποφασίζῃ κατ’ ἔφεσιν τῆς ἄλλης ἐπιτροπῆς· εἴδομεν ὅμως ὅτι θὰ γίνῃ μία διαδικασία πολὺ ἐκτεταμένη, διὰ τοῦτο εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ μία ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ ν’ ἀκούσῃ τὴν γνώμην πολιτῶν, ἐὰν ὅμως δὲν νομίζετε αὐτὸ τὸ σύστημα καλὸν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ εἶναι ὀρθότατον, τότε εἰμπορεῖτε νὰ βάλετε καὶ τοὺς κατοίκους νὰ ἔχουν ὑποχρεωτικὴν γνώμην.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὸ ἄρθρον μὲ μόνην τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ δεύτερον ἄρθρον. Ἄρθρ. 2. «Μετὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ πληρωτέου ποσοῦ ἐπιτροπὴ συγκειμένη ὑπὸ τοῦ Ἐπάρχου, τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου καὶ τοῦ οἰκείου Δημάρχου, ἐπὶ τῇ προηγουμένῃ γνωμοδοτήσει τοῦ εἰδικοῦ Παρέδρου, τοῦ ἐφημερίου καὶ τριῶν κατοίκων, ἐκλεγομένων παρὰ τῆς ἀνωτέρω ἐπιτροπῆς μεταξὺ τῶν μᾶλλον φορολογουμένων, θέλει διανείμει αὐτὸ εἰς τοὺς φορολογουμένους τοῦ τμήματος, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς κατηγορίας τῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας ἔσπειρον ἕκαστος μὲ δημητριακοὺς καρπούς.» «Ἐὰν ὁ δήμαρχος καὶ οἱ λοιποὶ λαμβάνοντες μέρος ὡς ἀνωτέρω εἰς τὴν κατ’ ἄτομον διανομὴν τοῦ φόρου ἀρνηθῶσι νὰ λάβωσι μέρος, ἡ διανομὴ ἐνεργεῖται ὑπὸ μόνου τοῦ Ἐπάρχου καὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου.» «Κατὰ τῆς διανομῆς ταύτης οὐδεμία προσφυγὴ ἐπιτρέπεται.»
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου;
§157ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὸ ἄρθρον τοῦτο, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ἅπαντες). Παρεδέχθη.
§159ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ συζητηθῇ ἡ αἴτησις τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου τοῦ ψηφίσματος περὶ τῶν 60,000 δραχμῶν· ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Δεληγεώργης, ἂν ὅμως δὲν ᾖναι παρὼν τὸν ἔχει ὁ Κ. Καλός.
§161ΚΑΛΟΣ. Νομίζω κατὰ πρῶτον λόγον πρέπει ὁ Κ. Ὑπουργὸς νὰ ὁμιλήσῃ.
§162ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νομίζω καλὸν ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, εἶναι σπουδαῖον ζήτημα.
§163ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτ.). Ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ἐζήτησε Κύριοι, διὰ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλε χθὲς, ἀφορᾷ γεγονότα, ἀναφερόμενα καθαρῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅθεν κρίνω, ὅτι ἔχω καθῆκον, πρὶν ἢ φέρωσι τὰς σκέψεις των ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τούτου οἱ κύριοι συνάδελφοί μου Πληρεξούσιοι, ὅτι ἔχω, λέγω, καθῆκον νὰ σᾶς ἐκθέσω τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ πίστωσις, πρὸς δὲ νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὰς ἐπὶ τῶν γεγονότων τούτων σκέψεις, αἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν, ὥστε ἐν γνώσει τῶν γεγονότων καὶ τῶν σκέψεων τούτων νὰ φέρητε τὴν ψῆφόν σας ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης. Κατὰ τὴν 16 Μαρτίου τοῦ 1863 ἐζητήθη παρὰ τῆς διευθύνσεως τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἡ ἄδεια διὰ νὰ δοθῶσι θεατρικαὶ παραστάσεις ἐν Ἀθήναις ὑπό τινος ὑπηκόου Γάλλου, τοῦ Κ. Σουλιέ· ἡ δὲ διεύθυνσις τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας κατὰ τὴν 18 Μαρτίου ἔδωκε τὴν ἄδειαν ταύτην. Ὁ Γάλλος ὑπήκοος Κύριος Σουλιὲ, ὅστις, διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου του, ἐζήτησε τὴν ἀστυνομικὴν ἄδειαν καὶ ἔλαβεν αὐτὴν, ὡς σᾶς εἶπον, ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐνέπηξε τὴν σκηνήν του εἰς γνωστὸν ὑμῖν μέρος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ ἤρχισε νὰ δίδῃ εἰς τὸ κοινὸν τὰς παραστάσεις. Κατὰ τὴν 4 Ἀπριλίου τοῦ 1863 μοὶ ἀνεκοινώθη ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας παράπονον τοῦ διευθυντοῦ καὶ ἰδιοκτήτου τοῦ θεάτρου τούτου. Τὸ παράπονον τοῦτο μοὶ ἔφερεν εἰς γνῶσίν μου ἀτοπήματά τινα, λαβόντα χώραν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν παραστάσεων τούτων, καὶ προσέτι διαταγὴν τοῦ διευθυντοῦ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, διὰ τῆς ὁποίας εἶχεν εἰδοποιήσει αὐτὸν νὰ διακόψῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν παραστάσεών του μέχρις ὅτου δώσει περαιτέρω ὁδηγίας. Ὅταν μοὶ ἀνεκοινώθη τὸ παράπονον τοῦτο τοῦ Κ. Σουλιὲ ὑπὸ τοῦ ἐντίμου πρεσβευτοῦ τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων, μοὶ ἐδηλώθη προσέτι, ὅτι ἡ διακοπὴ αὕτη τῶν παραστάσεων τοῦ ὑπηκόου Γάλλου ἐπέφερε ζημίας εἰς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ καὶ ὑπεδεικνύετο, ὅτι ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐπιμένει εἰς τὸ μέτρον τῆς διακοπῆς τῶν παραστάσεων ὁ Κ. διευθυντὴς τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, ὁ Γάλλος ὑπήκοος εἶχε δικαίωμα ν’ ἀξιώσῃ ἀποζημίωσιν. Λαβὼν γνῶσιν τοῦ παραπόνου τούτου, ἔσπευσα νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ συναδέλφου μου Κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξηγήσεις περὶ τῶν αἰτίων καὶ τῶν λόγων τῆς διακοπῆς ταύτης, ἐκ δὲ τῶν ἐξηγήσεων τούτων ἐπληροφορήθην, ὅτι πραγματικῶς ἔξωθεν τοῦ θεάτρου ἔλαβον χώραν μικρά τινα ἀτοπήματα, ὅτι ὁ διευθυντὴς τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας ἔκρινε καλὸν νὰ παραγγείλῃ νὰ διακοπῶσιν ἐπί τινας ἡμέρας αἱ παραστάσεις διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκρίνοντο ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐπὶ τὸ μέλλον τήρησιν τῆς τάξεως καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἡσυχίας, καὶ ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας ἔσπευσε νὰ ἐπιτρέψῃ αὖθις εἰς τὸν Κύριον Σουλιὲ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς παραστάσεις του. Τὴν ἐπιτραπεῖσαν δὲ ταύτην ἐπανάληψιν τῶν παραστάσεων τοῦ Κυρίου Σουλιὲ ἔσπευσα νὰ κάμω γνωστὴν ἀμέσως εἰς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων. Δὲν παρῆλθον 15 ἡμέραι καὶ ὁ διευθυντὴς καὶ ἰδιοκτήτης τοῦ Θεάτρου Κύριος Σουλιὲ ὑπέβαλε παράπονα εἰς τὸν Κύριον Πρέσβυν τῆς Γαλλίας, διὰ τῶν ὁποίων ἐγνωστοποίησεν αὐτῷ, ὅτι λίθοι ἐῤῥίφθησαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ἔξωθεν τοῦ Θεάτρου εἰς τὴν ἐντὸς τοῦ Θεάτρου περιοχὴν, ὅτι ἐκτυπήθησάν τινα πρόσωπα γνωστὰ, ὅτι στρατιῶται καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι εἰσήρχοντο ἄνευ εἰσιτηρίων ἐν τῷ Θεάτρῳ, καὶ ὅτι ἐντὸς τοῦ χώρου τοῦ Θεάτρου δὲν ἐτηρεῖτο ἡ προσήκουσα τάξις. Ὁ Κύριος Σουλιὲ παρίστανεν, ὅτι αἱ πράξεις αὗται, ἐὰν ἐξηκολούθουν, οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες ἦσαν διατεθειμένοι νὰ φοιτῶσιν εἰς τὸ Θέατρον, ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ ἀπέχωσι τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ἐπιθυμίας των ταύτης, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν ἐπήρχετο ζημία εἰς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Ὁ Κύριος Πρέσβυς τῆς Γαλλίας, ἀνακοινώσας μοι ἀμέσως τὸ παράπονον τοῦτο, ἐσύστησε θερμῶς νὰ λάβῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία πρόνοιαν ἵν’ ἀσφαλίσῃ τὴν τάξιν εἰς τὰς θεατρικὰς ταύτας παραστάσεις. Δύω ἡμέραι παρῆλθον, ἡ ἡμέρα τῆς πρώτης Μαΐου, κατὰ τὸ νέον μηνολόγιον, ἤτοι τῆς 19 Ἀπριλίου, ἦτον ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔγραψεν ὁ Κύριος πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας τὴν διακοίνωσιν ταύτην, ἦτον ἡ ἡμέρα τῆς Παρασκευῆς. Παρῆλθον δύω ἡμέραι καὶ τὴν τρίτην Μαΐου ἔλαβον δύω διακοινώσεις, τὴν μίαν περὶ μεσημβρίαν, τὴν ἑτέραν περὶ τὴν ἑσπέραν. Διὰ τῆς πρώτης μοὶ ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ὑπαξιωματικός τις, θέλων νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τοῦ Θεάτρου καὶ ἐμποδιζόμενος, ἔδωκε κτύπημα γρόνθου εἰς ἕνα τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Κυρίου Σουλιέ, ὅτι ὁ Κύριος Σουλιὲ προσέτρεξεν εἰς τὰ ὄργανα τὰ ἐπιτετραμμένα τὴν ἐν τῷ χώρῳ τοῦ Θεάτρου τήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἡσυχίας, ὅτι τὰ ὄργανα ταῦτα τῷ ὑπεσχέθησαν, ὅτι ἤθελον φροντίσει περὶ τῆς τιμωρίας τοῦ ὑπαξιωματικοῦ τούτου, τοῦ γρονθοκοπήσαντος τὸν ὑπηρέτην τοῦ Κυρίου Σουλιὲ, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐξετέλεσαν τὴν ὑπόσχεσίν των ταύτην, διότι ὁ γρονθοκοπήσας ὑπαξιωματικὸς περιεφέρετο μετὰ τοῦτο ἐν τῷ χώρῳ τοῦ Θεάτρου, καὶ ὤφθη καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς παραστάσεως ἐλεύθερος· τότε συνενοήθην μετὰ τοῦ συναδέλφου μου καὶ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀνεύρῃ τὰς αἰτίας τῆς ἀταξίας ταύτης καὶ νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς τιμωρίας τοῦ ἀτοπήματος. Κατόπιν ἔλαβα πρόσκλησιν νὰ παρευρεθῶ εἰς συνεδρίασίν τινα τῶν μελῶν τοῦ διπλωματικοῦ Σώματος, ὅπου ἔμαθον, ὅτι ἐκτὸς τοῦ γεγονότος τούτου, δύω ἄλλοι στρατιῶται, θέλοντες νὰ εἰσδύσωσιν ἐν τῷ Θεάτρῳ διὰ τῆς κοινῆς θύρας καὶ ἐμποδισθέντες, ἀπηυθύνθησαν πρὸς ἄλλην τινὰ θύραν, ἥτις ἦτο ἡ θύρα, ἡ ἄγουσα πρὸς τοὺς σταύλους τῆς θεατρικῆς ταύτης ἑταιρίας, ὅτι ἐκεῖ ἀπωθήθησαν ὑπό τινος Ἄραβος, ὑπηκόου Γάλλου καὶ ὑπηρέτου τοῦ Κυρίου Σουλιέ, ὅτι οἱ στρατιῶται οὗτοι ἐκτύπησαν τὸν Ἄραβα διὰ τοῦ ξίφους των, ὅτι αὐτὸς μὲν κτυπηθεὶς ἐτράπη εἰς φυγήν, αὐτοὶ δὲ ἔδραμον κατόπιν αὐτοῦ, καὶ τέλος, προλαβόντες αὐτὸν ἔν τινι φαρμακείῳ, ἐπανέλαβον νὰ τὸν κτυπῶσιν, ὅτι τέλος εἷς ἀκόλουθος τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας συνετέλεσε ν’ ἀπομακρύνῃ αὐτούς. Αἱ παραστάσεις αὗται, καθ’ ὃν τρόπον ἐγένοντο, μοὶ ἐκίνησαν ἔτι μᾶλλον τὴν περιέργειαν καὶ μοὶ κατέδειξαν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον, διότι παρίστων τὰ γενόμενα εἰς διαστάσεις πολὺ μεγάλας· εἶδον ἀμέσως τὸν Κ. Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶδον καὶ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς ἐθνοφυλακῆς καὶ ἐφροντίσαμεν νὰ λάβωμεν μέτρα περὶ τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην. Δυστυχῶς ἡ ἑσπέρα ἐκείνη δὲν παρῆλθεν ἄνευ νέας ἀφορμῆς δυσαρεσκείας καὶ ἀγανακτήσεως, διότι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην συνέβη, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἡ ἁρπαγὴ τῆς Αὐστριακῆς γυναικὸς, μετὰ τὸ γεγονὸς δὲ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ κατάπαυσις τῶν παραστάσεων τοῦ Κ. Σουλιέ, καὶ ἔκτοτε ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν ἀποκατεστάθη πληρέστατα ἡ τάξις, ἥτις μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐταράσσετο ὑπὸ ἀτακτημάτων λαβόντων χώραν ἐν ταῖς παραστάσεσι ταύταις. Οὕτω μοὶ παρεστάθησαν τὰ πράγματα διὰ τῶν διακοινώσεων, τὰς ὁποίας μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ ὁ ἔντιμος πρεσβευτὴς τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκθέσω τώρα ὑμῖν τὰ πράγματα, ὡς μοὶ παρεστάθησαν ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐξετάσεων, ἀπὸ τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοί μου, κεκλημένοι ἐκ τοῦ καθήκοντός των νὰ φροντίσωσι περὶ τούτων, ἐνήργησαν. Τὸ ἀνακοινωθέν μοι ὑπὸ τῶν συναδέλφων μου τούτων ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεων των μοὶ παρέστησε τὰ ἑξῆς γεγονότα· κατὰ τὰς βεβαιώσεις τὰς ὁποίας ὁ διευθυντὴς τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας ἔδωκε προσκληθεὶς μετὰ τὴν καταγγελθεῖσαν κατάῤῥιψιν ἔξωθεν τοῦ χώρου τῶν παραστάσεων λίθων εἰς τὸν ἐντὸς αὐτῶν χῶρον τοῦ θεάτρου, ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἀληθῶς ἑσπέραν τινὰ ἐῤῥίφθησαν λίθοι τοιοῦτοι· ἐπειδὴ δὲ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Ἀστυνομικὴ ἐξουσία ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη τις νὰ φροντίζῃ περιπολοῦσα τὸν ἐκτὸς τῶν θεατρικῶν παραστάσεων χῶρον, οὐδὲ ἦτον δυνατὸν νὰ μαντεύσῃ προβλέπουσα τοιοῦτον ἀτάκτημα, δὲν εἶχε τάξει περιπολείας εἰς τὰ πέριξ μέρη, οὐδ’ ἐγένετο δυνατὸν ἕνεκα τούτου ν’ ἀνακαλυφθῇ τίς ἦτο ὁ ῥίψας λίθους ἔξωθεν. Μετὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο ὅμως ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ ἔλαβε τὰ ἀναγκαῖα μέτρα ἵνα προλάβῃ τὴν ἐπανάληψιν τοῦ ἀτόπου, ἔταξε πολλὰς περιπολίας καὶ εἰς τὸν ἐκτὸς χῶρον καὶ ἔκτοτε ἡ κατάῤῥιψις λίθων δὲν ἐπανελήφθη. Ἐπὶ τοῦ γρονθοκοπήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ὑπαξιωματικὸς ἔδωκεν εἴς τινα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ διευθυντοῦ καὶ κυρίου τοῦ θεάτρου Σουλιὲ, αἱ παραστάσεις ἀποσπασματάρχου τινὸς ὑπαξιωματικοῦ, αἵτινες διὰ τοῦ φρουραρχείου ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὰς ὁποίας ἔχω προχείρους καὶ κατέθηκα μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων, αἱ παραστάσεις αὗται μαρτυροῦσιν, ὅτι ὁ ὑπαξιωματικὸς οὗτος ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῷ χώρῳ τῶν θεατρικῶν παραστάσεων διὰ νὰ ἐφοδιάσῃ διὰ γραμματίων εἰσόδου στρατιώτας τινὰς ἄλλους, οἵτινες διετέλουν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐντὸς, ἐκπληροῦντες ὑπηρεσίαν· διότι ὅ,τι ἄλλοτε ἐλάμβανε χώραν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν παραστάσεων τῶν Ἰταλικῶν μελοδραμάτων ἐν τῷ θεάτρῳ Ἀθηνῶν, τοῦτο ἐκρίθη ἀναγκαῖον ἐκ συννενοήσεως τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας καὶ τοῦ Φρουραρχείου νὰ ληφθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ θεάτρου τούτου, δηλονότι οἱ διατελοῦντες ἐν ὑπηρεσίᾳ στρατιῶται τῆς φρουρᾶς καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἀστυνομίας νὰ ἐφοδιάζωνται μὲ ὡρισμένον ἀριθμὸν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ὁ Σουλιὲ ἔδιδε· διότι αὐτοὶ δὲν εἰσήρχοντο διὰ νὰ διασκεδάσωσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκπληρώσωσιν ὑπηρεσίαν· οὕτω δὲ δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ εἰσέλθωσιν ἐν τῷ θεάτρῳ ἄλλοι στρατιῶται ἢ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι δωρεὰν, ὑπεκφεύγοντες τὴν πληρωμὴν τῆς εἰσόδου λόγῳ ὅτι ἔχουσιν ὑπηρεσίαν, πράγματι δὲ διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὴν πληρωμήν. Λοιπὸν ὁ ὑπαξιωματικὸς οὗτος εἰσήρχετο διὰ νὰ ἐφοδιάσῃ ἄλλους στρατιώτας διὰ γραμματίων εἰσόδου δοθέντων πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον· ἐβεβαιώθη λοιπὸν, ὅτι ὁ θυρωρὸς τοῦ Κ. Σουλιὲ, ὑπολαβὼν, ὅτι ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ ἄνευ ὑπηρεσίας ἢ λόγου τινὸς, ἀπώθησεν αὐτὸν, ὅτι ὁ ὑπαξιωματικὸς οὗτος ἐρεθισθεὶς, διότι ἀπωθήθη, ἔδωκεν ἕνα γρόνθον εἰς τὸν ὑπηρέτην τοῦ Κ. Σουλιέ.
§164ΤΙΝΕΣ. Καλὰ τοῦ ἔκαμε.
§165Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄλλου γεγονότος, τοῦ λαβόντος χώραν κατὰ τοῦ Ἄραβος ὑπαλλήλου τοῦ Κ. Σουλιὲ, αἱ γενόμεναι ἐξετάσεις ἐβεβαίωσαν, ὅτι δύο στρατιῶται ὑπῆγον ἀληθῶς εἰς τὴν θύραν, τὴν φέρουσαν εἰς τοὺς σταύλους τῶν θεατρικῶν παραστάσεων, ὅτι ἐκεῖ ἀπωθήθησαν ὑπὸ τοῦ Ἄραβος τοῦ φυλάσσοντος αὐτήν· φαίνεται, ὅτι ὁ Ἄραψ οὗτος, εἴτε προκληθεὶς, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ κτυπήσῃ τὸν ἕνα τῶν στρατιωτῶν τούτων διὰ μικροῦ ἐγχειριδίου εἰς τὴν παρειὰν, οἱ δὲ στρατιῶται ὀργισθέντες ἔσυραν τὰ ξίφη καὶ ἐπλήγωσαν κατὰ τὴν κεφαλὴν καὶ τὴν χεῖρα τὸν Ἄραβα τοῦτον. Διά τινων ἐκ τῶν τελευταίων διακοινώσεων, τὰς ὁποίας μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν ὁ ἔντιμος πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ, μοὶ ἐγίνοντο γνωστὰ καὶ ἄλλα τινὰ ἀτακτήματα, τὰ ὁποῖα μοὶ παρεστάθησαν ὡς λαβόντα χώραν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν θεατρικῶν παραστάσεων. Τὰ ἀτοπήματα αὐτὰ ἦσαν, ὅτι ἐτέθη πῦρ εἰς τὴν σκηνὴν τὴν περικαλύπτουσαν τὸ θέατρον τοῦτο ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἐμπρησθῇ, ὅτι ἐκτὸς τούτου ἀπεκόπησαν τὰ σχοινία τὰ περικρατοῦντα ἕνα ἱστὸν, ὁ ὁποῖος ἐκράτει τὴν σκηνὴν ταύτην, καὶ ἕνεκα τούτου κατέπεσεν ὁ ἱστός. Ἐκ τῶν ἐξετάσεων δὲ, τὰς ὁποίας πρὸς ἀνάκρισιν καὶ βεβαίωσιν τῶν γεγονότων τούτων ἔκαμεν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἐξήχθη, ὅτι κατ’ ἀνοχὴν τῶν ἐν τῷ θεάτρῳ τοῦ Κ. Σουλιὲ φοιτώντων καὶ κατ’ ἀνοχὴν τοῦ ἰδίου Κ. Σουλιὲ ἐσυνείθιζον οἱ φοιτῶντες ἐν τῷ θεάτρῳ νὰ καπνίζωσι σιγαρέττα, ὅτι φαίνεται τῶν καπνιζόντων τις κατέῤῥιψεν ἐξ ἀπροσεξίας σιγάρον, ὅτι τοῦτο πραγματικῶς ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ καῇ εἴς τι μέρος ἡ σκηνὴ, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἱ σπεύσαντες νὰ κατασβέσωσι τὸ μέρος τοῦτο τῆς σκηνῆς μὴ γνωρίζοντες τὸν μηχανισμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκρατεῖτο ὁ ἱστὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἦτο προσηρτημένη ἡ σκηνὴ, ἀπέκοψαν τὰ σχοινία τὰ συγκρατοῦντα τὸν ἱστὸν τοῦτον, ὅτι ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν ἡ κατάπτωσις τοῦ ἱστοῦ. Ἡ σειρὰ γεγονότων, ὁποῖα ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω ὡς παρασταθέντα μοι ὑπό τε τοῦ ἐντίμου πρέσβεως τῆς Γαλλίας καὶ ὑπὸ τῶν συναδέλφων μου, τῶν ἐχόντων τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσωσι καὶ ἐξακριβώσωσι τὰ γεγονότα ταῦτα, βεβαίως ἡ σειρὰ τῶν γεγονότων τούτων μὲ ἐκάλει εἰς τὴν κατάταξιν αὐτῶν εἰς διαφόρους κατηγορίας διὰ νὰ δυνηθῶ οὕτω νὰ ἐξάξω καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου, μέλη τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὴν κρίσιν, ἐὰν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας ἐζήτησε διὰ τῶν διακοινώσεών του. Τῶν διακοινώσεων δὲ τούτων ἡ μὲν πρώτη, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὴν 5 Μαΐου κατὰ τὸ νέον μηνολόγιον, ὑπελόγιζε τὴν ἀποζημίωσιν εἰς 20,000 φράγκων, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος πρεσβευτὴς τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων ἐνόμιζεν ὅτι ἐδικαιοῦτο ὁ Κύριος Σουλιὲ ν’ ἀπαιτήσῃ κατὰ συγκατάβασιν, διότι ἡ ζημία αὐτοῦ ἀνέβαινε εἰς πολὺ μεγαλήτερον ποσὸν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ἐὰν ἡ ποσότης αὕτη τῷ ἀπεδίδετο τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἡμέραν, ἢ τὸ πολὺ μετ’ ὀλίγον χρόνον, ὥστε νὰ δυνηθῇ ν’ ἀναχωρήσῃ καὶ νὰ ἐπιχειρήσῃ ταξείδιον εἰς τὴν Τίφλιδα, ὅπου ἐνόμιζεν, ὅτι αἱ παραστάσεις του ἠδύναντο νὰ τῷ φέρωσι κέρδος μεγαλήτερον· ἐπειδὴ ὅμως ἐγώ τε καὶ οἱ συνάδελφοί μου ἠρνήθημεν νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην, διότι ἐφρονοῦμεν ὅτι οὐδ’ ἡμεῖς ἤμεθα πρὸς τοῦτο ὑπόχρεοι οὐδ’ ὁ Κύριος Σουλιὲ εἶχε δικαίωμα, διὰ τοῦτο ἡ δευτέρα διακοίνωσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὴν 29 Μαΐου κατὰ τὸ νέον μηνολόγιον, ὑπελόγιζε τὸ ἀποδοτέον πρὸς ἀποζημίωσιν ποσὸν εἰς μεγαλητέρους ἀριθμοὺς, διότι παριστᾷ τὰς ζημίας τοῦ Κ. Σουλιὲ ἀναβαινούσας εἰς 38 000 φράγκων κατ’ ἐκτίμησιν ἐπιεικῆ καὶ ἀκριβῆ, ἥτις ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Κυρίου Πρεσβευτοῦ, ὅτι ἐκτὸς τούτου ὅμως, ἐπειδὴ ὁ Κ. Σουλιὲ, διαμένων ἐν Ἀθήναις, καὶ προσδοκῶν τὴν ἀποζημίωσιν, ἠναγκάζετο νὰ διατηρῇ ὅλην τὴν θεατρικὴν συνοδίαν καὶ τὸν σταῦλον περιέχοντα 20 ἵππους, ἠναγκάζετο νὰ ὑποβάλληται εἰς ἡμερησίαν δαπάνην, τῆς ὁποίας τὸ ποσὸν μοὶ ὑπεδείκνυεν, ὅτι ἀνέβαινεν εἰς 300 φράγκα καθ’ ἡμέραν, ἐκτὸς τούτου μοὶ παριστάνετο, ὅτι ὠφείλετο ἔτι ἀποζημίωσίς τις διὰ τὸν Ἄραβα τὸν πληγωθέντα, ἡ ἀποζημίωσις δ’ αὕτη μοὶ παριστάνετο, ὅτι ἔπρεπε νὰ ᾖναι 6000 φράγκα (θόρυβος), τὰ ὁποῖα ὑπελογίζοντο, ὅτι ἠδύναντο νὰ φέρωσι 300 φράγκα ἐτήσιον εἰσόδημα· ἀλλὰ μοὶ ἐξηγεῖτο ὅτι 6000 φράγκα δὲν ἀπῃτοῦντο εἰμὴ μόνον ἐν τῇ περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰατρικὴ βεβαίωσις ἤθελε δείξει, ὅτι ὁ πληγωθεὶς Ἄραψ ἤθελεν ἀπολέσει τὴν χρῆσιν τῆς χειρός του καὶ κατασταθῆ ἀνίκανος εἰς ὑπηρεσίαν· διότι ἐν τῇ ἐναντίᾳ περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀπώλεια τῆς χειρός του δὲν ἤθελε βεβαιωθῆ δι’ ἰατρικῶν ἀποδείξεων, τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ἥτις μοὶ ὑπεδεικνύετο ὡς πληρωτέα, ἀνέβαινε μόνον εἰς τὸ ἥμισυ ποσὸν, ἤτοι εἰς 3000 φράγκα. Μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν γεγονότων τούτων, Κύριοι, κρίνω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὴν σειρὰν τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας τὸ Συμβούλιον τῶν Ὑπουργῶν καὶ πρὸ τῆς τελευταίας μεταβολῆς καὶ μετὰ τὴν μεταβολὴν ἔκαμε, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔκρινεν ὅτι καθῆκον εἶχε νὰ μὴν ἀναγνωρίσῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ὑπηκόου Γάλλου. Ὅταν τὸ πρῶτον ἐζητήθη ἡ ἀποζημίωσις τῶν 20000 φράγκων, ἕνεκα τῆς μὴ ἀμέσου πληρωμῆς τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις τοῦ πρὸς ἀποζημίωσιν ζητουμένου ποσοῦ, τὸ Συμβούλιον τῶν Ὑπουργῶν ἐσκέφθη, ὅτι, διὰ νὰ προβῇ εἰς πληρωμὴν ἀποζημιώσεως, εἴτε ὡς ποσοῦ προσδιωρισμένου πρὸς ἱκανοποίησιν ζημιῶν γενομένων, εἴτε ὡς ποσοῦ προτεινομένου πρὸς συμβιβασμὸν, ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ὑπάρχῃ γνωστὸν καὶ βέβαιον, νὰ ὑπάρχῃ ἀνεπίδεκτον πάσης ἀντιῤῥήσεως τὸ δικαίωμα τοῦ αἰτοῦντος τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ· ἐπειδὴ δὲ τὸ Συμβούλιον τῶν Ὑπουργῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν ὑπήκοον τῆς ξένης Δυνάμεως, πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ ὁποίου ἐζητήθη τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐπειδὴ τὸ Συμβούλιον τῶν Ὑπουργῶν ἐσκέφθη, ὅτι ὁ ξένος οὗτος ὑπήκοος δὲν εἶχε δικαίωμα ἀποζημιώσεως διὰ τοῦτο ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἔντιμον Πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας, ἦτον ἀπάντησις καθαρῶς ἀρνητική· καὶ εἰς ἀπάντησιν δὲ τῆς ἀρνητικῆς μου ταύτης προτάσεως ὁ ἔντιμος Πρεσβευτὴς μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ κάμῃ δῆλον, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν εἴκοσι χιλιάδων δὲν τὸ ἐζήτησε πρὸς ἀποζημίωσιν αὐτοῦ· ὅταν δὲ τελευταῖον, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν τελευταίαν ὡσαύτως ἀρνητικὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τὸν ἔντιμον Πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας, ἐπανέλαβε τὴν ἄρνησιν τῆς ἀναγνωρίσεως, τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς ἀποζημίωσιν, διότι, ἀνεγνώριζεν, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν ὁ ξένος ὑπήκοος. Ὑμεῖς μετ’ ὀλίγον θὰ κληθῆτε νὰ φέρητε τὴν ψῆφόν σας ἐπὶ τοῦ συνόλου καὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ διὰ ταύτης τῆς ψηφοφορίας θέλετε ἀποφανθῆ καὶ ἐπὶ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως· πρὸ τῆς στιγμῆς ὅμως ταύτης νομίζω ἀναγκαῖον καὶ καθῆκον συγχρόνως νὰ σᾶς ἐκθέσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ τὴν πρώτην φορὰν ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀποζημίωσιν, καὶ τὴν τελευταίαν. Ἐσκέφθημεν, Κύριοι, ὅτι ἑκάστη ἐπικράτεια ἔχει πρὸς τοὺς ξένους ὑπηκόους τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρέχῃ εἰς αὐτοὺς ἀσφάλειαν ἴσην πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παρέχει πρὸς τοὺς ἰδίους αὑτῆς ὑπηκόους· ἑπομένως ἐπὶ τοῦ Κυρίου Σουλιὲ, ἐλθόντος διὰ νὰ δώσῃ θεατρικὰς παραστάσεις, τὸ συμβούλιον τῶν Ὑπουργῶν τῆς Ἐπικρατείας ἐνόμισεν, ὅτι δὲν μεταβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ Κύριος Σουλιὲ, διατρίβων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀπηύθυνεν αἴτησιν εἰς τὴν διοίκησιν, ἐξαιτούμενος, ἵνα δώσῃ θεατρικὰς παραστάσεις, καὶ ὅτι ἡ χορήγησις τῆς ἀδείας ταύτης ἔκαμεν αὐτὸν νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸ ταξείδιον τοῦτο· τοῦτο ὅμως δὲν περιβάλλει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν μὲ περισσοτέρας ὑποχρεώσεις ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔχει πάντοτε πρὸς πάντα ξένον ὑπήκοον, διότι, κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Νομοθεσίαν, διὰ νὰ δώσῃ τις θεατρικὰς παραστάσεις, ἢ δημόσια θεάματα, ὀφείλει νὰ ἐφοδιάζηται μὲ ἀστυνομικὴν ἄδειαν, σκοπὸς τῆς ὁποίας εἶναι νὰ εἰδοποιῆται ἡ ἀρχὴ, ἡ ἐπιτετραμμένη τὴν πρόληψιν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων καὶ τὴν καταστολὴν αὐτῶν, περὶ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ τόπου τῶν παραστάσεων τούτων, ὥστε νὰ δύνηται νὰ ἐξασκῇ τὴν προσήκουσαν ἐπιτήρησιν πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως καὶ προστασίαν τῶν δημοσίων ἠθῶν· ἡ εἰδοποίησις ὅμως αὕτη, γινομένη πρὸς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν, δὲν μετέβαλε τὴν γενικὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἑκάστη πολιτεία ἔχει πρὸς τοὺς ἀλλοδαποὺς, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι πάντοτε νὰ συμμερίζωνται τὴν τύχην τῶν ἄλλων πολιτῶν τῶν κατοικούντων ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ. Τοσοῦτον μᾶλλον δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβάλῃ τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τὸν Κύριον Σουλιὲ, καθόσον οὗτος, διατρίβων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ λαβὼν τὴν ἄδειαν νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἠγνόει, ὅτι ἐν τῇ Ἑλλάδι ἔλαβε χώραν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀνέτρεψε τάξιν καθεστηκυῖαν ἐπὶ σειρὰν δεκάδων ἐτῶν, καὶ ὅτι, μήπω ἀποκατασταθείσης πλήρους τῆς νέας τάξεως τῶν πραγμάτων, δὲν ἦτο δυνατὸν’ ἀπαιτήσῃ τις τοιαύτην ἐνέργειαν παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅσην εἶναι εὔλογον καὶ πρέπον ν’ ἀπαιτῇ τις παρὰ τῶν Κυβερνήσεων κατὰ ὁμαλὰς περιστάσεις. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως γεγονότα παραπλήσια, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἔφθασαν λαβόντα χώραν καὶ εἰς περιστάσεις ὁμαλὰς καὶ καιροὺς ἁρμονικούς· ἀρκεῖ μόνον νὰ ἐπαναλάβω ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Κύριος Σουλιὲ ἐγίνωσκεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἐτελέσθη ἐπανάστασις ἀνατρέψασα τριακονταετῆ βασιλείαν, ἤρκει μόνον τὸ ἄκουσμα τοῦτο νὰ πείσῃ ἕκαστον, ὅτι βεβαίως ἡ Νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τόσον ἀκμαίαν καὶ ἰσχυρὰν ἐνέργειαν, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζῃ καὶ εἰς τὰ ἴδια μέλη τῆς πολιτείας καὶ εἰς πάντα ξένον τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τις καθῆκον ν’ ἀπαιτήσῃ ἐν χρόνοις ἁρμονικῆς ζωῆς. Ἀφοῦ λοιπὸν, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω, ἡ χορηγηθεῖσα ἀστυνομικὴ ἄδεια πρὸς τὸν Σουλιὲ δὲν μετέβαλε τὰς γενικὰς ὑποχρεώσεις τῆς πολιτείας πρὸς αὐτὸν τὸν ἀλλοδαπὸν, ὑπελείπετο εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ ὑπουργικὸν νὰ ἐξετάσῃ, ἂν εἰς τὸν Κύριον Σουλιὲ παρεχωρήθη ἡ αὐτὴ ἀσφάλεια, ἡ ὁποία καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέλη τῆς κοινωνίας, ἢ ἂν συνέβη κατ’ αὐτοῦ πρᾶξις, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποζημιώσεως. Κρίνω, Κύριοι, περιττὸν νὰ ἐξετάσω τὸ πρῶτον δηλ. ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐξησφάλισε τὸν Κύριον Σουλιὲ, διότι ἀπαντῶσιν αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ σᾶς ἐξέθεσα· ὡς μέλος δὲ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ὑπάρχοντος ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Κυρίου Διομήδους Κυριακοῦ, ὡς μέλος δὲ καὶ τοῦ νῦν ὑπουργείου δὲν δυσκολεύομαι ποσῶς νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι ἀτοπήματα παραπλήσια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν θεατρικὴν παράστασιν τοῦ Κυρίου Σουλιὲ, οὐ μόνον δὲν εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ λάβωσι χώραν καὶ ἐν ὁμαλοῖς καιροῖς, ἀλλ’ εἶναι λίαν πιθανὸν νὰ λάβωσι χώραν ἐν καιροῖς ὡς εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους διατρέχομεν· ἡ κρίσις αὕτη μὲ ἀπαλλάττει τῆς ἀνάγκης νὰ ἐκθέσω ἐν λεπτομερείᾳ σκέψεις πρὸς βεβαίωσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου, πεποιθὼς ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς, ὅτι πρὸς τὸν Κύριον Σουλιὲ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία προσεπάθησε νὰ παράσχῃ τὴν αὐτὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν παρέχει καὶ εἰς τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας· σεῖς εἶσθε παρόντες, ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ ὑμεῖς καὶ πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι καί τοι μὴ ὄντες ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ μὲ ἀκούουσι, θέλουσιν ὁμολογήσει, ὅτι ἡ γνώμη μου αὕτη εἶναι ἀληθής. Ἐπὶ τῆς δευτέρας προτάσεως, Κύριοι, τὸ Συμβούλιον τῶν ὑπουργῶν ἐσκέφθη ὅτι τὸ ζήτημα ἦτον, ἂν κατὰ τοῦ Κυρίου Σουλιὲ ἔλαβον χώραν πράξεις τοιαῦται, αἵτινες ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας αὐτῶν φύσεως ἐπιβάλλωσιν εἰς μὲν τὴν Ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς ἀποζημίωσιν, εἰς δὲ τὸν ἀλλοδαπὸν τὸ δικαίωμα νὰ αἰτήσῃ τοιαύτην· ὁ γενικὸς χαρακτὴρ, τὸν ὁποῖον καὶ ὁ Κ. Σουλιὲ ἀπέδωκεν εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην διὰ τῶν διαφόρων παραπόνων πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας ἦτον, ὅτι ὄργανα τῆς δημοσίου ἐξουσίας ἔπραξαν αὐτὴν, καὶ ὅτι ἐπειδὴ τὰ ὄργανα ταῦτα τῆς δημοσίου ἐξουσίας ἦσαν αὐτουργοὶ πράξεων, αἵτινες ἐπήνεγκον ζημίας εἰς ἀλλοδαπὸν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐπανορθώσῃ ταύτας· καὶ ἐγὼ, Κύριοι, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ οἱ ἔντιμοι συνάδελφοί μου, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δὲν συνῄνεσαν νὰ παραδεχθῶσι τὴν κρίσιν ταύτην, διότι ἐφρονοῦμεν, καὶ ἐξακολουθοῦμεν φρονοῦντες, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δὲν ὑποχρεοῦνται εἰς ἀποζημίωσιν διὰ πράξεις ἐπαγούσας ζημίας, πραχθείσας δὲ παρὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, εἰμὴ, ὅταν αἱ πράξεις αὗται ἐπράχθησαν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τούτων τῆς πολιτείας κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των· ὅταν ὅμως οἱ ἔχοντες ὁποιανδήποτε ἰδιότητα δημοσίαν, εἴτε πολιτικὴν, εἴτε στρατιωτικὴν, εἴτε ἄλλην τινὰ, προβῶσιν εἰς πράξεις, ἐπαγούσας ζημίας, ἀλλὰ τελέσωσιν αὐτὰς οὐχὶ κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὐτῶν, ἀλλὰ κατ’ ἄλλον χρόνον· αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἐνέχονται, διότι καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου ἐνομίσαμεν, ὅτι αἱ τοιαῦται πράξεις εἰσὶ καθαρῶς ἰδιωτικαὶ, ὑποχρεοῦσαι ἄτομα μὴ ἐπιβαρύνουσαι δὲ τὴν Ἐπικράτειαν, τῆς ὁποίας ἐντολοδόχοι εἶναι τὰ ὄργανα ταῦτα· τὰς σκέψεις ταύτας τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔκαμε, στηριχθὲν, οὐ μόνον εἰς τὴν νομολογίαν, τὴν ὁποίαν τὰ δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος πρὸ πολλοῦ ἐδέχθησαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν γνώμην ἀνθρώπων γνωστῶν ἐπὶ ἐπιστημονικῇ μαθήσει καὶ διακεκριμμένων εἰς τὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον. Τὸ Συμβούλιον τῶν ὑπουργῶν σας, Κύριοι, ἠρνήθη τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς ἀποζημίωσιν προσέτι, διότι εὕρισκεν ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀτιμωρησία τῶν πραχθέντων ἐγκλημάτων, ἧς ἕνεκα ἤθελεν εἶσθαι ὑπόχρεως ἡ Ἐπικράτεια. Καὶ ἀληθῶς πᾶσα Ἐπικράτεια ὀφείλει νὰ καταστέλλῃ τὰς πράξεις τὰς ἀξιοποίνους, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν χώραν ἐν αὐτῇ, ἐὰν ὅμως δι’ ἀνοχῆς ἢ δι’ ἀτιμωρησίας πρὸς καταστολὴν τῶν πράξεων ἡ Νομοτελεστικὴ ἀρχὴ παραβαίνῃ τὸ καθῆκον, τότε βεβαίως ἡ Ἐπικράτεια ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώσῃ ἐκείνους, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα ἐβλάφθησαν ἐκ τῶν ἀξιοποίνων πράξεων. Καὶ κατὰ τοῦτο ὅμως τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον δὲν ἠδυνήθη νὰ συμφωνήσῃ πρὸς τὸν ἔντιμον πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας, διότι κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων, ἡ ἐνέργεια τῆς Νομοτελεστικῆς ἐξουσίας ἦλθεν ἀκμαία καὶ ταχεῖα πρὸς καταστολὴν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ ἐντίμου πρεσβευτοῦ ἡ ἐνέργεια δὲν ἐπῆλθεν, ὡς ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ, ταχεῖα, ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μοὶ διεβίβασαν οἱ ἐκ καθήκοντος κεκλημένοι πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων τούτων ἔντιμοι συνάδελφοί μου, καὶ αἱ ὁποῖαι περιέχονται ἐν τοῖς ἐπισήμοις τούτοις ἐγγράφοις, τὰς ὁποίας δ’ ἔσπευσα νὰ φέρω ἐν καιρῷ εἰς γνῶσιν τοῦ ἐντίμου πρεσβευτοῦ, δὲν ἦσαν τοιαῦται, διότι ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἐγγράφου του ὑπ’ ἀριθμὸν 1656 τὴν 23 Ἀπριλίου κατὰ τὸ παλαιὸν μηνολόγιον, δηλ. τῆς 5 Μαΐου, μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι οἱ τρεῖς στρατιῶται, δηλ. ὁ γρονθοκοπήσας τὸν ὑπάλληλον τοῦ Κ. Σουλιὲ καὶ οἱ δύω στρατιῶται οἱ πληγώσαντες τὸν Ἄραβα ὑπηρέτην τοῦ αὐτοῦ Σουλιὲ, συνελήφθησαν καὶ ἐφυλακίσθησαν, ἡ δὲ καταδειχθεῖσά μοι βραδύτης περὶ τὴν σύλληψιν καὶ φυλάκισιν αὐτῶν, περιοριζομένη εἰς χρονικὸν διάστημα μεταξὺ τῶν πράξεων τούτων καὶ τῆς συλλήψεως τῶν αὐτουργῶν καὶ φυλακίσεως αὐτῶν ἀριθμούμενον καὶ προσδιοριζόμενον δι’ ὡρῶν, δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποχὴ πρὸς καταστολὴν τῶν ἀξιοποίνων αὐτῶν πράξεων, ἀλλὰ δίκαιον εἶναι νὰ κριθῇ ὡς ἀποτέλεσμα τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ ἐνέργεια τοῦ κέντρου δὲν δύναται νὰ ᾖναι ταχεῖα καὶ ἄμεσος, οὐδ’ ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος νὰ ᾖναι δραστηρία καὶ ταχεῖα· τὸ διάστημα τοῦτο τοῦ χρόνου περιοριζόμενον εἰς ὥρας τινὰς, εἰς 4 ἢ 5 νομίζω, δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἀπόδειξιν, ὅτι ὑπῆρξεν ἀτιμωρησία ἐγκλήματος. Ἐπίσης Κύριοι, ἡ πρᾶξις ἐκείνη, ἡ ὁποία σᾶς ἐγένετο γνωστὴ καὶ ἥτις ἐκίνησε τὴν ἀγανάκτησιν ἡμῶν τε καὶ ἁπάσης τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἐγένετο ἀντικείμενον δραστηρίων ἐνεργειῶν τῆς Νομοτελεστικῆς ἐξουσίας· διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν, οἱ αὐτουργοὶ τῆς πράξεως ταύτης κατὰ τὸ πλεῖστον συνελήφθησαν καὶ δικάζονται προσεχῶς ὑπὸ τοῦ Κακουργιοδικείου τοῦ ἀρχομένου τῶν ἐργασιῶν του ἐν Σύρῳ κατὰ τὴν 15/27 Ἰουνίου, διότι συνέπεσε μετὰ τῶν στρατιωτῶν, τῶν αὐτουργῶν τῆς πράξεως ταύτης, νὰ ὑπάρχῃ καὶ εἷς πολίτης, ὅστις παρέσυρε τοὺς στρατιώτας εἰς τὴν κοινὴν δικαιοδοσίαν. Μόνοι ἔμειναν ἀτιμώρητοι, Κύριοι, οἱ καταῤῥίψαντες ἔξωθεν λίθους ἐντὸς τοῦ ἐσωτερικοῦ χώρου, ἀλλὰ περὶ τούτων σᾶς ἐξέθηκα ἤδη, ὅτι δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀνευρεθῶσι, διότι τότε ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ δὲν ἐδύνατο νὰ ὑποπτευθῇ ὅτι δύναται νὰ λάβῃ χώραν τοιοῦτόν τι διὰ νὰ φρουρῇ ὅλα τὰ πέριξ τοῦ θεάτρου μέρη. Ἔμεινεν ὡσαύτως ἀτιμώρητος ἡ ἀπόπειρα πρὸς ἐμπρησμὸν τῆς σκηνῆς, διότι δὲν ἦτο ἔργον μεμελετημένον καὶ περιέχον σκοπὸν, ἀλλ’ ἦτον ἀποτέλεσμα ἀπροσεξίας τινὸς ἐκ τῶν καπνιζόντων, καὶ τῆς ἀνοχῆς τοῦ καπνίζειν, ἥτις ἦτον εὐκταῖον νὰ μὴ ἐλάμβανε χώραν. Ἡ κατάῤῥιψις δὲ τοῦ ἱστοῦ ἦτο γεγονὸς τυχαῖον, καὶ προῆλθεν, ὡς ἔφθασα εἰπὼν ὑμῖν, ἕνεκα τῆς ἀγνοίας τῶν δραμόντων νὰ συμπράξωσιν εἰς ἀπόσβεσιν τῆς καιομένης εἴς τι μέρος σκηνῆς, ἀγνοούντων τὸν μηχανισμὸν τὸν περικρατοῦντα τὸν ἱστόν. Τὸ συμβούλιον τῶν Ὑπουργῶν σας ἐσκέφθη, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφίνουν ἀτιμώρητα τὰ ἐγκλήματα καὶ αἵτινες ἐνισχύουσιν οὕτω διὰ τῆς ἀτιμωρησίας τοὺς αὐτουργοὺς εἰς ἐπανάληψιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἐφρονοῦμεν ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ κριθῇ ὑπόχρεως πρὸς ἀποζημίωσιν οὐδὲ δι’ ἔλλειψιν προνοίας πρὸς πρόληψιν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἅπαξ πραχθεισῶν τοιούτων πράξεων· καὶ ἀληθῶς μὲν τὰ ἀποτελέσματα τῶν πρὸς πρόληψιν τῶν πράξεων τούτων μέτρων δὲν φαίνονται διαβεβαιοῦντα τὸν ἰσχυρισμὸν ἡμῶν τοῦτον, ἀλλ’ ὅμως αἱ πράξεις τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διαβεβαιοῦσιν αὐτὸν, διότι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβε χώραν τὸ πρῶτον ἀτόπημα, ἡ Ἀστυνομία καὶ ἡ Στρατιωτικὴ Ἀρχὴ μετεχειρίσθησαν πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ἐπανάληψιν τῶν πράξεων αὐτῶν. Δὲν ἔφθασαν ἀληθῶς εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεζήτουν, ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι θέλετε ἔχει τὴν καλοσύνην νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτον ἕνεκα ἐλλείψεως τῶν καταλλήλων μέτρων, ἀλλ’ ἦτο συνέπεια τῶν χρόνων καὶ τῶν καιρῶν, ἐν οἷς εὑρισκόμεθα· τὸ ἄτακτον δὲ καὶ ἀνώμαλον τῶν χρόνων τούτων εὐκταῖον ἦτο νὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη εἰς τὸν Κ. Σουλιὲ νὰ δώσῃ θεατρικὰς παραστάσεις, καὶ αὐτὸς ὁ Κ. Σουλιὲ ὅστις ἀπεφάσισε νὰ ἔλθῃ διὰ νὰ δώσῃ παραστάσεις καὶ δημόσια θεάματα· τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον τὸ εἶδος καὶ ἡ ποιότης τῶν δημοσίων τούτων θεαμάτων ἐφείλκυεν ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ θεατὰς τῆς Ἀθηναϊκῆς κοινωνίας ἐκ πάντων τῶν στρωμάτων αὐτῆς· ἡ τοιαύτη δὲ συγκέντρωσις παντοίων καὶ πολλῶν ἀνθρώπων ἐξηγεῖ καθαρῶς καὶ ἄλλο φαινόμενον, τὸ ὁποῖον μετὰ θλίψεως εἶδον ὅτι παρεξηγήθη, διότι ὑπελήφθη ἡ ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ κατ’ ἐπανάληψιν διάπραξις ἀτοπημάτων, ὡς ἐκ σκοποῦ κατὰ τοῦ ξένου τούτου ὑπηκόου γενομένη. Αὐτὴ ἦτο ἡ σειρὰ τῶν σκέψεων, αἵτινες ὡδήγησαν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ κατὰ τὴν πρώτην φορὰν, καθ’ ἣν ἠρνήθημεν ὅλως τὴν παραδοχὴν τῶν 20,000 φράγκων, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν· ἀλλ’ ἐνῷ τὰς ἀρνήσεις ταύτας κατ’ ἐντολὴν τῶν συναδέλφων μου ἔγραφον, ἐνεθυμήθην ἐγώ τε καὶ αὐτοὶ, ὅτι εἰς ἐποχὰς καὶ χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους αἱ καρδίαι ὑμῶν τε καὶ τῶν πατέρων ἡμῶν τῶν νεωτέρων ἔπαλλον διὰ τὴν τύχην τῆς πατρίδος καὶ ἐκυμαίνοντο ἐν τῇ ἀβεβαιότητι περὶ τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῶν, εἰς ἐποχὰς καὶ χρόνους, καθ’ οὓς ὁ ἡρωϊσμὸς καὶ ἡ αὐταπάρνησις ἦτο τὸ μόνον ἐφόδιον τῶν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος μαχομένων Ἑλλήνων, φωνὴ ὑπουργοῦ ἠκούσθη, ἐξερχομένου ἐκ τοῦ ὑπουργείου καὶ ἐπερωτῶντος τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου Villèle (Βιλλὲλ). Ἡ φωνὴ αὕτη ἦτο τοῦ Σιατωβριὰν καὶ ἀντικείμενον εἶχε τὰς σφαγὰς καὶ τὰς κακώσεις, τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑφίστατο μαχόμενος. Ἐνεθυμήθην κ’ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου, ὅτι ἐν τῇ γῇ ἐκείνῃ τοῦ πολιτισμοῦ ἑταιρίαι παμπληθεῖς ἐσχηματίσθησαν ἀμέσως εἰς τὸ ἄκουσμα τῶν φωνῶν τῶν Φιλελλήνων καὶ ἐδέχθησαν καὶ τὰ χρήματα τῶν ἀνδρῶν καὶ τὰ κοσμήματα τῶν γυναικῶν διὰ νὰ τὰ στείλωσι πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὐτῶν μαχομένων Ἑλλήνων. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐνεθυμήθην κ’ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου, ὅτι, ὅτε ὠκεανὸς Ἀράβων ἠπείλει νὰ πλημμυρήσῃ τὴν Ἑλλάδα, ὅπλα Γαλλικὰ καὶ Γαλλικὰ στήθη ἐσχημάτισαν φραγμὸν ἀντισταθέντα εἰς τὸν κατακλυσμὸν ἐκεῖνον· ἐνεθυμήθην κ’ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου, ὅτι εἰς ὡραῖον λιμένα ἑλληνικῆς πόλεως ἐν τῷ μέσῳ καπνοῦ, παριστῶντος νέφη θέλοντα νὰ ἀποξηράνωσι τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς θαλάσσης, καὶ ἐν τῷ μέσῳ κρότων καὶ βροντῶν μαρτυρούντων τὴν ἀνατροπὴν τοῦ παντὸς, ὑπεφαίνοντο κυματίζουσαι αἱ παρήγοροι σημαῖαι τῆς Γαλλίας, τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ῥωσσίας, καὶ ὑπὸ αὐτὰς ἀπεφασίζετο ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος· ἐνεθυμήθην ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου, ὅτι, ὅτε τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος διεξεδίκησε δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δυνάμει τῶν κειμένων νόμων εἶχε, καὶ τὰ ὁποῖα ἡ πεσοῦσα δυναστεία εἶχε παραγνωρίσει, ὅτε, λέγω, τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος διεξεδίκει δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Νόμος παρεῖχον αὐτῷ, καὶ ἀνέτρεπε δυναστείαν τριακονταετῆ ἐκθέτον το ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον αὑτοῦ εἰς τὴν ἀβεβαιότητα, ἡ Α. Μ. ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Γαλλίας, ἡ Α. Μ. ἡ χαριτόβρυτος Βασίλισσα τῆς μεγάλης Βρεττανίας καὶ ἡ Α. Μ. ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Ῥωσσίας παρήγγειλαν τοῖς ἀπεσταλμένοις αὑτῶν ν’ ἀναγνωρίσωσι τὰ μετὰ τὸν Ὀκτώβριον ἐν Ἑλλάδι πραχθέντα καὶ τὴν ἕνεκα τούτων χηρείαν τοῦ ἑλληνικοῦ θρόνου. Ἡ διατήρησις τῆς εὐγνωμοσύνης ἡμῶν πρὸς τὰς εὐεργέτιδας Δυνάμεις μᾶς ἐπέβαλε τότε τὸ καθῆκον νὰ μὴ προβῶμεν εἰς περαιτέρω συζητήσεις καὶ νὰ δηλώσωμεν ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις φρονεῖ μὲν ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεως πρὸς ἀποζημίωσιν, διὰ τὸ σέβας δὲ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Γαλλίαν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Α. Μ. τοῦ αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων εἶναι ἑτοίμη νὰ πληρώσῃ τὴν ποσότητα, ἥτις ἤθελε θεωρηθῇ ἁρμόζουσα.
§166ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἄρχομαι, Κύριοι, ὅθεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέληξε τὸν λόγον του· τοῦτο δὲ, διότι σύμφωνος κατὰ τὰ λοιπὰ, διαφωνῶ πρὸς αὐτὸν, καθόσον διακρίνω δύω τινὰ, ἅτινα κακῶς κατ’ ἐμὲ ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἐταύτισε· διακρίνω τὸ μέγα καὶ εὐγενὲς τῆς Γαλλίας ἔθνος, τὸν φιλέλληνα τοῦτον καὶ ἔνδοξον λαὸν, ὅστις καὶ πρὸ τοῦ 1789, κυριώτερον δὲ μετὰ ταῦτα, ἐτάχθη ὡς πρόσκοπος τῶν κοινωνικῶν ἀναμορφώσεων, καὶ ἔκτοτε φέρει, ὡς εὐθαρσὴς στρατιώτης, ἀναπεπταμένην τὴν σημαίαν τοῦ πολιτισμοῦ. Διακρίνω, λέγω, τὸ γένος τοῦτο τὸ μέγα τὴν ἀποστολὴν καὶ τὰ φρονήματα αὑτοῦ, τῆς τύχης καὶ τῆς διαγωγῆς ἑνὸς ἀγύρτου, ἑνὸς τυχοδιώκτου· τούτου ἕνεκα δὲν θέλω ποτὲ, ὡς ὁ Κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς, ταυτίσει τὸ ζήτημα τοῦτο μετὰ τῶν ζητημάτων εἰς ἃ ἐνδιαφέρεται ἡ Γαλλία· θεωρῶ πάντοτε τὴν Γαλλίαν ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ καὶ ὑψηλῇ περιωπῇ, ἥτις τῇ ἁρμόζει· θέλω τιμήσει πάντοτε τὴν σημαίαν αὐτῆς, ὅταν τὴν βλέπω ἀποβαίνουσαν εἰς τὸ Πεταλίδι, ὅταν τὴν βλέπω καταναυμαχοῦσαν τοὺς στόλους τοῦ τυράννου ἐν τῷ Ναυαρίνῳ· ἐκεῖ, ἐκεῖ ἀναγνωρίζω τὴν σημαίαν, ἥτις ἐκυμάτισεν ἐφ’ ἁπασῶν σχεδὸν τῶν πρωτευουσῶν τῶν δυναστῶν, οἵτινες ὠνειρεύθησαν νὰ φράξωσι τὴν ὁδὸν, ἣν τὰ εὐγενῆ τέκνα τῆς Γαλλίας, οἱ σκαπανεῖς οὗτοι τοῦ στρατοῦ τῶν σπορέων τοῦ νέου πολιτισμοῦ, διήνοιγον ἐνώπιον αὐτῶν· δὲν θέλω ὅμως ποτὲ ταπεινώσει αὐτὴν, ὅπως τὴν ἐκλάβω ἐκπροσωπουμένην ὑφ’ ἑνὸς σχοινοβάτου, τὸ φαῦλον αὑτοῦ ἐπάγγελμα περιάγοντος ἐν ξέναις ἐπικρατείαις. Ἀλλ’ ὁ σχοινοβάτης οὗτος ἔτυχεν ὢν Γάλλος· ἔστω, ἀλλ’ εἶναι ἁπλοῦς ἰδιώτης, καὶ ὡς τοιοῦτος ἐνταῦθα παρίσταται· δὲν ἐνδιαφέρεται λοιπὸν ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ τῆς Γαλλίας ἡ τιμή. Πᾶσαν θυσίαν βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ θυσίαν ἡ Ἑλλὰς, ὤφειλε νὰ τὴν κάμῃ ὑπὲρ τῆς Γαλλίας· μίαν μόνον θυσίαν καὶ ὑπὲρ αὐτῆς ἔτι δὲν πρέπει νὰ κάμῃ, τὴν θυσίαν, τῆς τιμῆς της. Ὅ,τι λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς δὲν ὀφείλει οὐδὲ πρὸς αὐτὴν τὴν Γαλλίαν, τίς θέλει τολμήσει ν’ ἀπαιτήσῃ ὑπὲρ ἑνὸς Γάλλου σχοινοβάτου; Ὁ Κύριος Πρέσβυς τῆς Γαλλίας, φρονῶ, ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, δὲν ἐφέρθη μεθ’ ὅλου τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ πρὸς ἔθνος πεπολιτισμένον καὶ αὐτόνομον· καὶ τοῦτο θέλω ἀποδείξει. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὲ ἀκούσῃ μεθ’ ὑπομονῆς, διότι ἂν ῥήσεις τινὰς τοῦ λόγου μου ἀποσπάσῃ, εὐκόλως δύναται νὰ τὰς παρεξηγήσῃ· τὴν παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσῃ μέχρι τέλους, καὶ θέλει ἰδεῖ, ὅτι γνωρίζω, καί τοι ὑπὲρ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος μου συνηγορῶν, νὰ περιορισθῶ ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς ἐπιστημονικῆς καὶ κοινοβουλευτικῆς ἐπικρίσεως, πρὸς δὲ καὶ ὅτι θέλω σεβασθῆ τὴν εὐεργέτιδα πρὸς τὴν Ἑλλάδα Δύναμιν, ἣν ἐκπροσωπεῖ ὁ Κύριος Βουρὲ, θέλω δὲ σεβασθῆ ἴσως καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον. Καὶ εἰ μὲν, Κύριοι, οἱ λόγοι μου πείσωσι τὴν Συνέλευσιν, θέλω λογίζεσθαι ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, διότι κατώρθωσα νὰ πείσω τὸ μέγα τοῦτο τῆς Ἑλληνικῆς αὐτονομίας Συνέδριον, εἰ δὲ δὲν πείσωσιν αὐτὴν, οἱ λόγοι μου δὲν θέλουσιν ἔχει ἄλλην βαρύτητα, παρὰ τὴν ἀτομικὴν ἐμοὶ καὶ μόνῳ, χωρὶς διόλου δι’ αὐτοὺς νὰ ἐνέχηται ἡ Συνέλευσις· διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι πλήρη ἐλευθερίαν λόγου. Ποῖος ὁ σκοπὸς, Κύριοι, τῶν διαρκῶν πρεσβειῶν; Ἀπὸ τῆς συνθήκης τῆς Βεστφαλίας, τουτέστι πρὸ 2 καὶ ἐπέκεινα αἰώνων, αἱ σχέσεις τῶν ἐθνῶν ἐγένοντο ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον σφιγκτότεραι, τὰ συμφέροντά των συνεδέθησαν ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον, καὶ ἡ ἀνάγκη διαρκῶν πρεσβειῶν κατέστη ταῖς πᾶσι προδηλοτάτη καὶ διὰ τοῦτο καθιερώθη. Αἱ διαρκεῖς λοιπὸν Πρεσβεῖαι ἔχουσι σκοπὸν νὰ στερεώσωσι τὰς φιλικὰς σχέσεις τῶν ἐπικρατειῶν, οὐχὶ δὲ ποτὲ νὰ γίνωνται ὄργανα ἀντεγκλήσεων πολλάκις παραλόγων· οἱ Πρέσβεις μάλιστα τῶν μεγάλων Δυνάμεων πρέπει νὰ ὦσι πολὺ μετριώτεροι τῶν ἄλλων περὶ τὰς ἐκφράσεις των, πραγματοποιοῦντες οὕτω τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπιστήμης, ὅτι τὰ μικρὰ ἔθνη ἰσοκυριαρχοῦσι τοῖς μεγάλοις, ὅπως ἐν εὐνομουμένῃ πολιτείᾳ ὁ γίγας δὲν ἀπολαύει πλειόνων τοῦ πυγμαίου ἐλευθεριῶν. Διατί δὲ εἶπον, ὅτι δέον νὰ ὦσι μετριώτεροι περὶ τὰς ἐκφράσεις των; Διότι ἐν τῇ ἐπάρσει τῆς δυνάμεως αὑτῶν δύνανται νὰ παραγνωρίσωσιν, ὅτι, ἂν ὁ ἀσθενὴς δὲν ἔχῃ ἴσας τῷ ἰσχυρῷ δυνάμεις, ἔχει τοὐλάχιστον ἴσα πρὸς αὐτὸν δικαιώματα. Τοιαύτη δὲ ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, ἀπέναντι τῆς μεγαλοδυνάμου Γαλλίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅπως ἠθέλομεν μεμφθῇ ἄνδρα τινὰ ῥωμαλαῖον, ἀκμαῖον τὸ σῶμα καὶ τὴν ἀλκὴν, ἐὰν προσέβαλλε παιδίον ἀδύνατον, οὕτω δυνάμεθα νὰ μεμφθῶμεν καὶ ἄνδρα ἐκπροσωποῦντα ἰσχυρὸν γίγαντα, ὅταν κάμνῃ ἐπίδειξιν τῆς δυνάμεως αὑτοῦ πρὸς ἔθνος ἀσθενὲς, μὴ δυνάμενον ἐκ τῶν ἴσων ν’ ἀποδώσῃ τῷ ἀδικοῦντι τὴν ὕβριν. Μάλιστα δὲ, Κύριοι, τοὺς λόγους μου τούτους θέλω ὑποστηρίξει διὰ λόγων ἐπισήμων μεγάλης ἐπίσης δυνάμεως· θέλω στηρίξει ἐπὶ διακοινώσεως ὑπουργοῦ, ὅστις μακρὸν διήνυσε πολιτικὸν βίον καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀνεγνωρίζετο ὡς ὁ Νέστωρ τῆς Δυτικῆς διπλωματίας· εἶναι οὗτος ὁ κόμης Νεσσελρώδ. Κατὰ τὰ 1849, στάσις τις συμβᾶσα ἐν Λιβόρνῳ προὐκάλεσε τὴν ἐνέργειαν τοῦ Μεγάλου Δουκὸς τῆς Τοσκάνης· προσεβλήθη δὴ τότε ἡ πόλις, καὶ κατὰ τὸν βομβαρδισμὸν της ὑπέφερον καταστήματά τινα Ἀγγλικά. Ἡ Ἀγγλία τότε, ἐπαιρομένη ἐπὶ τῇ δυνάμει της, (ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, ὁ Ἀντιπρόεδρος Κύριος Ἡρ. Πετιμεζᾶς), καὶ μεταφέρουσα εἰς τὴν νεωτέραν ἱστορίαν, τὸ λόγιον, ἐφ’ ᾧ ἐναβρύνοντο οἱ παλαιοὶ Ῥωμαῖοι «Civis Romanus sum», οἵτινες ἐνόμιζον ὅτι ἀπέναντι τῆς φράσεως ταύτης ἔπρεπε νὰ κλίνῃ γόνυ πᾶσα ἡ ἀνθρωπότης τῆς ὑφηλίου, ἡ Ἀγγλία, λέγω, μεταστρέφουσα ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ λόγιον τοῦτο, ἠξίου ὅτι πᾶς Ἄγγλος ὁπούποτε καὶ ἂν εὑρίσκετο ἐξεπροσώπει τὴν Ἀγγλίαν, ὅ,τι δήποτε δ’ ἂν ἐπάθαινεν, ὑβρίζετο ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ ἡ Ἀγγλία. Ἐζήτει λοιπὸν αὕτη παρὰ τοῦ Δουκὸς τῆς Τοσκάνης ἀποζημιώσεις δι’ ὅσα ἔπαθον οἱ Ἄγγλοι ὑπήκοοι· ὁ Δοὺξ τῆς Τοσκάνης, ἐν τῇ ἀσθενείᾳ του, μὴ θέλων νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις ταύτας τοῦ Ἄγγλου ὑπουργοῦ, ἐπεκαλέσθη τὴν μεσολάβησιν τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Αὐστρίας· ὁ Αὐτοκράτωρ τὴν ἠρνήθη, διότι, εἶπε, δὲν ἤθελε δεχόμενος μεσολάβησιν ἐπὶ τοιαύτης περιπτώσεως νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀνεγνώριζε κατ’ ἀρχὴν, ὅτι δικαιωματικῶς εἷς πολίτης ἰσχυροῦ ἔθνους δύναται νὰ ζητῇ ἀποζημιώσεις παρὰ τῆς τοπικῆς Κυβερνήσεως, ἂν συμβῇ νὰ πάθῃ τι ἐν ἄλλῃ ἐπικρατείᾳ. Ὁ κόμης Νεσσελρὼδ, προσκαλούμενος νὰ γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἔκαμε τὴν διακοίνωσιν αὐτὴν, τῆς ὁποίας θέλω σᾶς ἀναγνώσει περικοπάς τινας. Ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη ἐστάλη πρὸς τὸν λόρδον Παλμερστῶνα, ὑπουργὸν τότε τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, περὶ τὰ τέλη Μαΐου τοῦ 1850. Ἀκούσατε, Κύριοι, πόσον σαφῶς ὁ μέγας οὗτος διπλωμάτης ἔθεσε τὸ ζήτημα καὶ τὸ ἔλυσε προσφυέστατα κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης τῶν διεθνῶν νομίμων. «Ὅταν τις ἀποκατασταίνηται ἐν ἄλλῃ χώρᾳ ἐκτὸς τῆς ἰδίας αὑτῷ πατρίδος, εἰκάζεται, ὅτι ἀποδέχεται νὰ ὑποβάλῃ ἑαυτὸν εἰς πάντα τυχὸν κίνδυνον, εἰς ὃν ἡ χώρα ἐκείνη ἤθελεν ἐκτεθῇ. Καὶ δικαίως· διότι ἐν τίνι λόγῳ ὁ ξένος οὗτος ἤθελεν ἀξιοῖ δικαίωμα ἀποζημιώσεως ἐπὶ τυχαίαις ζημίαις, μάλιστα δ’ ἀφοῦ ἡ Τοσκανικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ ταῖς ὁμοίαις δὲν ἀποζημιοῖ τοὺς ἰδίους αὑτῆς ὑπηκόους;» Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν ὁ Κύριος Σουλιὲ ἐζήτησε κατὰ τὸν Μάρτιον, τοὐτέστιν ἐν ἐποχῇ ἔτι ἀνωμάλω καὶ ἐπαναστατικῇ διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Ἀστυνομίας, ἵνα συστήσῃ ἐνταῦθα σχοινοβατικὰ καὶ ἱππικὰ θεάματα· ἐγνώριζεν ἄρα, ὅτι ἤρχετο ἐν τόπῳ κυμαινομένῳ εἰσέτι ἐν κινδύνοις, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ τύχη ἤρτητο μετέωρος, διότι δὲν εἴχομεν εἰσέτι Βασιλέα· δὲν ἠγνόει λοιπὸν ὅτι ἔδει αὐτὸν ἀποδέχεσθαι καὶ εἶναι ἐν ἴσῃ μοίρᾳ κινδύνων τοῖς τε λοιποῖς τῶν παρεπιδημούντων ξένων καὶ τοῖς ἰθαγενέσιν Ἕλλησι. Καὶ τῳόντι, Κύριοι, πᾶσα ἐπικράτεια ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κλείσῃ τὰς πύλας αὑτῆς εἰς τοὺς ξένους· τοῦτο εἶναι δικαίωμα ἐγκείμενον τῇ ἐθνικῇ παντὸς Ἔθνους κυριαρχίᾳ, οὐδεμία ὅμως ἐπικράτεια ποιεῖται τούτου χρῆσιν, οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ Σινικοῦ Κράτους σήμερον ἐξαιρουμένου, διότι εἶναι ἐναντίον τοῦ πολιτισμοῦ, ἐναντίον τῆς λογικῆς· εἶναι ὡσεὶ ἕκαστος πολίτης ἐλεύθερος, ἅτε ἀπολαύων τοῦ ἀσύλου τῆς κατοικίας του, ἤθελε, τῷ δικαιώματί του τούτῳ χρώμενος, κλείσει τὰς θύρας τῆς οἰκίας του ἵνα μὴ δέχηται τοὺς φίλους του. Ἀλλ’ ὁ παρεπιδημῶν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ προστασίαν τὸ πολὺ πολὺ ἴσην τῇ προστασίᾳ, ἣν ἀπονέμει καὶ ἀσφαλίζει ἡ Κυβέρνησις τοῦ τόπου πρὸς τοὺς ἰδίους αὑτῆς ὑπηκόους. Ἐὰν λοιπὸν πολίτης τις Ἕλλην ἤθελε πάθῃ ὅσας ζημίας, ὅσας προσβολὰς ἔπαθεν ὁ Κ. Σουλιὲ, ὁ πολίτης οὗτος, ὁ Ἕλλην, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ζητήσῃ ἀποζημιώσεις, ἢ ἤθελε τῷ χορηγεῖσθαι ἁπλῶς τὸ μέσον, ὃ ἔχει πᾶς ἄνθρωπος, νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν πρὸς τοῦτο τεταγμένην ἐξουσίαν τῶν δικαστηρίων; Τοῦτο ἔπρεπε νὰ κάμῃ καὶ ὁ Κ. Σουλιὲ, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμεν ἐνθαῤῥυνόμενος ὅτι εἶναι Γάλλος, ὅτι «Civis Francus est». Ἀλλ’ ἔτι πρὸς, ἐνόμισεν ἐν τῇ αὐθαδείᾳ αὑτοῦ, ὅτι τῷ ἔδιδε τὸ δικαίωμα ὁ τίτλος οὗτος νὰ ὑβρίσῃ τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἦλθε διὰ νὰ λάβῃ τὸν ὀβολὸν τοῦ Ἕλληνος ἐπὶ τῇ πομπεύσει τῶν αἰσχροτήτων του. Παρέλειψεν, ὁ Κ. ὑπουργὸς ν’ ἀναγνώσῃ ὑμῖν τὴν περικοπὴν ἐκείνην τοῦ Σουλιὲ τούτου πρὸς τὸν Πρέσβυν τῆς Γαλλίας, ἀλλ’ ὁ Κ. Βουρὲ δὲν ὤφειλεν ἄραγε νὰ δειχθῇ ἁβροφρονέστερος τοῦ σχοινοβάτου, καὶ διαμειβόμενος πρὸς τὸν Κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ἡμῶν τὴν ἐπιστολὴν ταύτην τοῦ Σουλιὲ ἐν ἀντιγράφῳ ν’ ἀπαλείψῃ τὴν ὑβριστικὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα περικοπὴν ἐκείνην; Θέλετε ν’ ἀκούσητε, Κύριοι, πόσον ὑβριστικὴ εἶναι αὐτὴ ἡ περικοπή;
§167ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§168ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Πόσον ὁ Κ. Πρέσβυς ἥμαρτε διαμειμφθεὶς αὐτὴν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν; Ἀκούσατε· ἰδοὺ αὕτη· «Ἐλπίζω, Κ. Πρέσβυ, ὅτι, ἀναγνωρίζοντες ὑμεῖς τὸ δίκαιον τῆς ἀπαιτήσεώς μου, θέλετε εὐαρεστηθῆ νὰ προστατεύσητε αὐτῆς καὶ νὰ γίνητε ὁ συνήγορος παρὰ ΜΙΑ Κυβερνήσει (auprès d’ un gouvernemnet, οἱ εἰδότες τὴν Γαλλικὴν ἐννοοῦσιν ὁποία καὶ ὁπόση περιφρόνησις περιέχεται ἐν αὐτῷ καὶ μόνῳ τῷ ἀριθμητικῷ un μιὰ),» τὴν ὁποίαν ἡ ὑπεροχή Σας καὶ ὁ φόβος μὴ ὑποπέσῃ εἰς τὴν δυσμένειαν τοῦ Αὐτοκράτορος (ὁποία ἀναίδεια! ἡ δυσμένεια τοῦ Ναπολέοντος θέλει ἐνσκήψει ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα δι’ ἕνα ἱππαγωγὸν, οἷος ὁ Σουλιέ!) «θέλουσιν ἴσως ἀνακαλέσει εἰς τὸ καθῆκόν της εὐκολώτερον παρὰ ἁπλοῖ λόγοι δικαιοσύνης καὶ φιλανθρωπίας». Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἔπρεπεν ὁ Κ. Πρέσβυς τῆς Γαλλίας νὰ διαμειφθῇ τοιαῦτα ἔγγραφα, πρὸς Κυβέρνησιν Ἔθνους πεπολιτισμένου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἡ Γαλλία ἠγωνίσθη, διὰ τὴν σωτηρίαν, διὰ τὴν ἐλευθέρωσιν τοῦ ὁποίου ἔχυσε τὸ πολύτιμον αἷμα τῶν τέκνων της; Ὁ Κ. ὑπουργὸς, πολὺ καλῶς παρετήρησεν εἰς τὸν Κ. Πρέσβυν, πόσον ἀδικεῖ αὐτὸς ἑαυτόν· ἀλλ’ ὁ Κ. Πρέσβυς διὰ λέξεων ἐπίσης, οὐχὶ τόσον συμφώνων πρὸς τὸ διπλωματικὸν ὕφος, οὐ μόνον δὲν ἀνεγνώρισε τὸ διπλωματικὸν τοῦτο παράπτωμά του, ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον ἐξετραχύνθη ἔτι μᾶλλον ἐν ταῖς μεταγενεστέραις διακοινώσεσί του. Ἀλλ’ ἀφίνω τὸν ἀμετάπειστον πρὸς τὸ ὀρθὸν καὶ σεμνὸν καὶ δίκαιον Κ. Βουρὲ καὶ ἐξακολουθῶ τὰς ἀρχὰς, ἃς διαλαμβάνει ἡ διακοίνωσις τοῦ κόμητος Νεσσελρὼδ πρὸς τὸν Κύριον Παλμερστῶνα. «Δὲν εἶναι ἐνταῦθα λόγος, περὶ ποσοῦ μᾶλλον ἢ ἧττον μεγάλου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀρχῆς, ἣν ἡ Αὐτοῦ Αὐτοκρατορικὴ Μεγαλειότης δὲν ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ, ἤτοι περὶ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς οἱασδήποτε ἀποζημιώσεως ἀξιουμένης ὡς νόμιμον δικαίωμα, μάλιστα δὲ διὰ τῆς βίας, καθόσον ἤθελεν εἰκασθῆ ὡς σιωπηρῶς κυρόνων αὐτὴν, ἐὰν παρεῖχε τοῖς διαφερομένοις τὴν μεσολάβησίν του, κἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Ἀγγλία ἤθελε συναινέσει ν’ ἀποδεχθῇ αὐτήν.» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ Ῥωσσία, ἀποδοκιμάζει τὴν ἀρχὴν αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν, οὐδόλως δ’ ἐξετάζει τὸ ποσὸν, διότι εἶναι ἀδιάφορον, Κύριοι, ἂν ζητῆται παρ’ ἡμῶν 20 ἢ 40 δραχμῶν ἢ χιλίων, ἢ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ποσόν· ἡ ἀρχὴ εἶναι ἡ αὐτὴ, εἶναι ἀναλλοίωτος, ἀποζημίωσις δὲν ὀφείλεται οὔτε μικρὰ, οὔτε μεγάλη. Κατωτέρω λέγει, «Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Λονδίνου ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος τῶν σπουδαιοτάτων διὰ τὴν αὐτονομίαν τῶν Ἐπικρατειῶν τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἠπείρου. Καὶ τῳόντι ἂν τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἡ Ἀγγλία ἀποπειρᾶται ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ καθιερώσῃ ὡς πρὸς τὴν Νεάπολιν καὶ τὴν Τοσκάνην, ἐγίνετό ποτε ἀποδεκτὸν ὥς τι προηγούμενον (précédent), ἤθελεν ἀποβῆ διὰ τοὺς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν παρεπιδημοῦντας Ἄγγλους ὑπηκόους κατάστασίς τις ὅλως ἐξαιρετικὴ, ὑπερμέτρως ὑπερτεροῦσα τὰ δικαιώματα, ὧν ἀπολαύουσιν αὐτοὶ οἱ ἰθαγενεῖς τῶν ξένων ἐπικρατειῶν, ὡς καὶ διὰ τὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες δέχονται αὐτοὺς, μία θέσις ἀνυπόφορος (une situation intolérable). Παρακαλῶ, ἐπιστήσατε τὴν προσοχήν σας, Κύριοι, ἀληθῶς τοιαῦται ἀξιώσεις κατασταίνουσι τὴν θέσιν τοῦ ξενίζοντος ἀνυπόφορον. Πῶς γὰρ οὔ; ὁσάκις ἤθελε παρουσιάζεσθαι ἐνώπιον τῆς Ἀστυνομίας Ἄγγλος τις ὑπήκοος, ἡ Ἀστυνομία ἔπρεπε νὰ φοβῆται ὅτι, ἐὰν αὔριον ἰθαγενής τις δικαίως ἢ ἀδίκως ῥαπίσῃ αὐτὸν, ἢ ῥίψῃ τὸν πῖλόν του, ἢ δὲν τὸν δεχθῇ ἐν τῇ ἁμάξῃ του, ὅπως τὸν μεταφέρῃ εἰς Πειραιᾶ, τὸ τοιοῦτον γενήσεται ἀντικείμενον Πρεσβευτικῆς ἢ Ὑπουργικῆς διακοινώσεως, ὅτι δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ ἔλθῃ στόλος, ὅστις δύναται νὰ κανονοβολήσῃ διὰ τῶν τηλεβόλων τῶν τρικρότων τῆς Ἀγγλίας τὰς ἐπιθαλασσίους πόλεις μας, ἢ νὰ θέσῃ εἰς εἱργμὸν ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ παράλια. Λοιπὸν πᾶς Ἄγγλος, ἀντὶ νὰ ᾖναι φίλος καὶ ξένος, ἤθελεν εἶσθαι φόβητρον, ἤθελεν εἶσθαι πρόσωπον, ὅπερ ἔπρεπε ν’ ἀποφεύγωσιν ὅλοι ὡς ἀποφώλιον τέρας, νὰ μὴ τὸν πλησιάζῃ τις, ἤθελεν ἐν ἑνὶ λόγῳ εἶσθαι μυριοκέφαλός τις ὕδρα, κατὰ τῆς ὁποίας, ἐάν τις ὕψωνε μίαν ῥάβδον, ἤθελον ὑψωθῆ μυρίαι λόγχαι ἐναντίον αὐτοῦ τε καὶ τῆς Πατρίδος του. Ὄχι, Κύριοι, δὲν πρέπει τοιοῦτόν τι νὰ καθιερωθῇ, οὐδ’ ἀνεκτὸν εἶναι νὰ ἔχῃ ὁ ξένος ἄλλα δικαιώματα, παρὰ τὰ δικαιώματα, ἅπερ ἐγγυᾶται εἰς αὐτὸν ὁ πολιτισμὸς, καὶ τὰ ὁποῖα ἀσφαλίζουσιν αὐτῷ οἱ νόμοι τῆς πολιτείας. Τὸν ἀρέσκουσιν οἱ νόμοι τῆς πολιτείας; ἂς ἔλθῃ, ἄλλως ἂς ὑπάγῃ εἰς τὸ καλὸν, ἢ ἂς κάμνῃ ὅ,τι πολλοὶ Ἄγγλοι περιηγηταὶ ἰδιότροποι, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ μὴ χάσωσιν ἐν τῷ μέσῳ τῶν ὁδῶν καὶ τῶν κυναρίων καὶ τοῦ βορβόρου τῆς πρωτευούσης τῶν Σουλτάνων τὴν περὶ Κωνσταντινουπόλεως κατ’ ἴνδαλμα μαγικὴν καὶ ἐξαισίαν ἰδέαν, διαβαίνουσι τὸν Βόσπορον, οὐδόλως δ’ ἐξέρχονται ἐπὶ τῆς ἀκτῆς. Ἐξακολουθῶ, Κύριοι, τὴν ἀνάγνωσιν τῆς διακοινώσεως τοῦ Κόμητος Νεσσελρὼδ· «ἀντὶ νὰ θεωρῆται, ὡς μέχρι τοῦδε, οἷόν τι εὐεργέτημα διὰ τοὺς τόπους ἔνθ’ ἀποκατασταίνονται καὶ ὅπου φέρουσι μετὰ τοῦ πλούτου αὑτῶν καὶ τῶν βιομηχανικῶν των μέσων ἕξεις ἠθικῆς καὶ τάξεως, αἵτινες τοσοῦτον ἐντίμως διακρίνουσι τὸν Ἀγγλικὸν λαὸν, ἡ παρουσία των ἤθελεν ἀποβαίνει διηνεκὲς ἀτόπημα, καὶ ἔν τισι περιπτώσεσιν ἀληθής τις μάστιξ (un veritable fléau).» Ἐσημειώσατε βεβαίως, ὡς ἐγὼ, Κύριοι, τὴν ἐκφραστικωτάτην ταύτην ῥῆσιν, ὅτι τοιούτων ξένων ἡ παρουσία ἤθελεν εἶσθαι ἀληθής τις μάστιξ διὰ τὸν τόπον. Βλέπετε λοιπὸν διὰ ποίων λέξεων αὐστηρῶν ὁ τόσον πεπειραμένος περὶ τὸ διπλωματικὸν ὕφος Κόμης Νεσσελρὼδ χαρακτηρίζει τὰς τοιαύτας ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας ἤθελον ἐγείρει ξένοι ὑπήκοοι; Καὶ σημειώσατε, ὅτι οἱ ὑπήκοοι οὗτοι εἶχον ὑπάγει καὶ ἐγκατασταθῇ ἐν Τοσκάνῃ ἐν ἐποχῇ τάξεως καὶ εὐνομίας, καὶ οὐχὶ ἐν στιγμαῖς ἐπαναστατικαῖς. Οἱ Ἄγγλοι οὗτοι ὑπήκοοι εἶχον μεταφέρει ἐκεῖ τὸν πλοῦτον καὶ τὴν βιομηχανίαν των, ἴσως ἐπλούτισαν τοὺς κατοίκους τῆς χώρας, ἦσαν ἐν ἄλλοις λόγοις ἀπόστολοι πολιτισμοῦ καὶ παροχεῖς εὐημερίας τῷ τόπῳ. Ἀλλ’ ὁ Σουλιέ; ... Ὁ Τύπος ὅλος κατεξανέστη τότε κατὰ τοῦ τυχοδιώκτου τούτου σχοινοβάτου, κατὰ τοῦ θεατρώνου τούτου τῶν κακοηθεστάτων παραστάσεων. Ὅλοι ἐζήτησαν νὰ κλεισθῇ τὸ θέατρον τοῦτο, τί λέγω θέατρον; τὸ ἀληθὲς θέατρον σχολεῖόν ἐστιν ἠθικῆς, ἐν αὐτῷ διδάσκονται τὰ κάλλιστα διδάγματα, ἐν αὐτῷ θεατρίζεται ἡ κακία. Κατὰ τοῦ Σουλιὲ ὅμως καὶ τῶν ἑταιρῶν του ἐξηγέρθη ἡ κοινὴ ἀγανάκτησις· μαρτύρομαι ὅσους ἐξ ὑμῶν ἔχετε οἰκογενείας, καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἄν τις ἐξ ὑμῶν ἐπάτησε τὸν πόδα του, ἢ ἔφερε τὴν σύζυγόν του ἢ τὴν θυγατέρα του, ἵνα ἴδωσι τὰ διαδραματιζόμενα ἐν τῷ χαμαιτυπείῳ τοῦ Σουλιέ.
§169ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, εὖγε.
§170ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἔρχεται τὴν ἐπιοῦσαν, δίκην ἀγύρτου, δίκην ἀνθρώπου ἐπιζητοῦντος νὰ λάβῃ τὴν ἀναπλήρωσιν ὅσων ἡ συνείδησις ἡμῶν δὲν μᾶς ἐπέτρεψε νὰ τῷ δώσωμεν. Δὲν ὑπήγαμεν εἰς τὸ θέατρόν του νὰ τῷ δώσωμεν τὸν ὀβολόν μας, αὐτὸς ζητεῖ ἀπὸ τὸ πτωχὸν ἐθνικὸν ταμεῖόν μας νὰ λάβῃ ἱκανὰς χιλιάδας δραχμῶν· διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς πεπολιτισμένα ἴσως ἔθνη νὰ δείξῃ τὰ κάλλιστα θεάματά του; ὄχι, ἦλθεν ἐξ Αἰγύπτου καὶ ἔμελλε δι’ ἡμῶν νὰ ὑπάγῃ εἰς τοὺς Πέρσας καὶ Ἀρμενίους νὰ δείξῃ τοῖς θεωμένοις τὰς αἰσχρότητας τοῦ Καρακιόζη, τὰς ἑταιρικὰς σκηνὰς τῶν μετ’ αὐτοῦ. Ἰδοὺ ποῖοι εἶναι ἄξιοι θεατῶται τοῦ Σουλιέ! Ἔστω· οἱ Σουλτάνοι καὶ οἱ Πασσάδες τῆς Τουρκίας καὶ Περσίας ἂς βλέπωσι τὰ τοιαῦτα θεάματα. Ἂς εὐωχῆται ἐν αὐτοῖς ἡ ἀγενὴς τῶν τοιούτων φαντασία, ὅσον θέλει, ἀνίκανοι οἱ θηλυδρίαι καὶ ἀνάξιοι οὗτοι ἀπόγονοι τοῦ Μιθριδάτου καὶ τοῦ Τιγράνου, τοῦ Ἀρταουάσδου καὶ τοῦ Ἡρώδου, νὰ ἐννοήσωσιν, ὡς ἐκεῖνοι, τὰς τραγῳδίας τοῦ Εὐριπίδου καὶ τοῦ Σοφοκλέους, ἂς θεῶνται ἀντὶ Ἰάσωνα τὸν Τραλλιανὸν πρωταγωνιστοῦντα ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς δράμασι, τὸν Σουλιὲ καὶ τὴν Φρύνην θυγατέρα του καὶ τὰς περὶ αὐτὴν Λαΐδας ἀσχημονούσας. Εὔχομαι δὲ, ὅπως τὸ ἐν Ἀθήναις γενόμενον ἀποβάλῃ τὰ τοιαῦτα θεάματα διὰ παντὸς μακρὰν τῆς πατρίδος ἡμῶν.
§171ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, εὖγε· (χειροκροτήσεις).
§172ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὁ Κόμης Νεσσελρὼδ ἐπιφέρει· «ὁ Αὐτοκράτωρ δὲν δύναται ν’ ἀσπασθῇ τοιαύτην θεωρίαν· οὐδέ «δέχεται συμβιβασμὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἣν ἐξέθετο. Ὅθεν καὶ ἂν ὑπῆρξε διατεθειμένος νῦν τε καὶ πάλαι νὰ δεχθῇ εὐμενῶς τοὺς ἀπὸ τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους, διὰ τὸν χαρακτῆρα τῶν ὁποίων γνωστὴ εἶναι ἡ ἣν τρέφει ὑπόληψις, ἐὰν ἀπαιτήσεις ὅμοιαι ἐκείναις, αἵτινες ἀπηυθύνθησαν τῇ Τοσκάνῃ καὶ Νεαπόλει ἠδύναντο νὰ ὑποστηριχθῶσι διὰ τῆς βίας, εὑρεθήσεται ὅμως ἐν τῇ ἀνάγκῃ νὰ ἐξετάσῃ καὶ καθ’ ὁριστικώτερον νὰ προσδιορίσῃ τρόπον τοὺς ὅρους, ἐπὶ τοῖς ὁποίοις θέλει τοῦ λοιποῦ συναινέσει νὰ δέχηται ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ αὐτοῦ τοὺς Ἄγγλους ὑπηκόους καὶ ἐπιτρέπῃ αὐτοῖς τό τε δικαίωμα τοῦ διαμένειν καὶ τὸ τοῦ κτᾶσθαι ἰδιοκτησίας ἐν Ῥωσσίᾳ». Καὶ τοιαύτη μὲν ἡ ἔμφρων καὶ πρὸς τὰς αἰωνίους καὶ ἀμεταπτώτους ἀρχὰς τοῦ λογικοῦ δικαίου καὶ τὰς ἀποδεδεγμένας βάσεις τῶν διεθνῶν νομίμων σύμφωνος διακοίνωσις τοῦ μεγάλου τῆς Ῥωσσίας καὶ πρόμου τῶν τῆς Ἑσπερίας Εὐρώπης διπλωμάτου. Νῦν δ’ ἐπιλαμβάνομαι νὰ ἐλέγξω καὶ κατακρίνω ἐν μέρει τὸν ἡμέτερον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν, διότι δὲν ἀνέπτυξεν ἀρκοῦσαν εὐστάθειαν κατὰ τῶν πρὸς τὰς παραλόγους ἀπαιτήσεις παραλογωτέρων ἀντεγκλήσεων τοῦ Κυρίου Βουρέ. Ἐγὼ, τὸ τέκνον τῆς Ἑλλάδος τῆς δούλης, ἔσχον τὴν εὐτυχίαν ν’ ἀνατραφῶ ἐν Γαλλίᾳ· ἐκεῖ ἐν τῇ μητροπόλει τῶν φώτων ἐπὶ ἑπτὰ ὅλα ἔτη ἐγαλακτουχήθην ἀπὸ τῶν μαστῶν τῆς σοφίας της, ἐκεῖ ἐπὶ ἑπτὰ ὅλα ἡ νεανική μου καρδία ἐμεγαλύνθη ἀρδευομένη ἀπὸ τῶν διαυγεστάτων ναμάτων τῆς ἐλευθερίας, καὶ τὰς ὀλίγας μου γνώσεις ἐκεῖθεν ἠρύσθην. Σέβας καὶ ἀγάπην παιδὸς πρὸς τὴν ἐκθρέψασαν αὐτὸν τίτθην τελῶ τῇ Γαλλίᾳ. Ἂν ζητήσῃ παρ’ ἐμοῦ τὸ αἷμά μου, τῆς τὸ δίδω, διότι εἰς αὐτὴν τὸ ὀφείλω μετὰ τὴν μητέρα μου Ἑλλάδα· ἂν ἡ θυσία τῆς μικρᾶς μου περιουσίας τῇ ἐχρησίμευε, λαβέτω καὶ ταύτην ἡ Γαλλία, ἡ θυσία τῆς τιμῆς μου ὅμως, οὔτε αὐτῇ νὰ χρησιμεύσῃ δύναται, οὔτ’ ἐγὼ τὴν κάμνω. Ἂν ὁ Θεὸς δὲν μὲ ἠξίου νὰ γεννηθῶ Ἕλλην, εὐκταῖον ἦν ἐμοὶ εἰ ἐγεννώμην Γάλλος, καὶ ἤθελον καυχᾶσθαι ἐπὶ τῇ Γαλλικῇ ἐθνότητι. Ὡς θετὸν λοιπὸν τέκνον τῆς Γαλλίας διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς διακοινώσεως ταύτης τοῦ Πρέσβεως τῆς Γαλλίας, διότι τὴν πλήρη ἔχω πεποίθησιν ὅτι καὶ ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως θέλει ἀποδοκιμασθῆ, παρὰ δὲ τοῦ ἐνδόξου Γαλλικοῦ ἔθνους πολλῷ μᾶλλον. Ἂν μοί ἦτο ἐπιτετραμμένον ν’ ἀναφέρω ἄλλας περιστάσεις, ἠδυνάμην νὰ ἐκθέσω, ὅτι καὶ ἄλλοτε, κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους εὑρέθην εἰς θέσιν, ὑπὲρ Γάλλου τινὸς κατὰ τοῦ Κ. Βουρὲ συνηγορῶν, νὰ παραστήσω διὰ μιᾶς ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμα, τὸν αὐθαίρετον καὶ ὅλως Ἀσιατικὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὁ Κ. Βουρὲ ἑρμηνεύει τὸ διεθνὲς δίκαιον, ἡ δ’ ἔκθεσίς μου ἐπεδοκιμάσθη ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ὁ Κ. Βουρὲ ἀπεδοκιμάσθη, ὡς ἔμαθον διὰ τὸν ἀπότομον τρόπον, ὃν μετῆλθε πρὸς τὸν Γάλλον πολίτην καὶ ἀνεκλήθη· ἀλλ’ ἐπισυμβάσης ἐν τῷ μεταξὺ τῆς τοῦ Ὀκτωβρίου ἐπαναστάσεως, καὶ διὰ τοῦτο μὴ δυναμένης πλέον τῆς Γαλλίας νὰ διαπιστεύσηται νέον Πρεσβευτὴν ἐν Ἑλλάδι, ἐξηκολούθησε νὰ μένῃ ὁ Κ. Βουρὲ μέχρι τῆς ἀναλήψεως τῶν διπλωματικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο Ἐπικρατειῶν.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἰδιωτικὰ δὲν ἀναφέρονται, καὶ παρακαλῶ νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ θέμα.
§174ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐντὸς τοῦ προκειμένου, δὲν εἶναι ἰδιωτικόν.
§175ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Πέποιθα λοιπὸν, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ὡς ἐπετίμησε τὸν ὑπάλληλόν της Κ. Βουρὲ διὰ τὸν αὐθαίρετον πρὸς τὸν Γάλλον πολίτην τρόπον του, οὕτω δὲν ἤθελεν ἐπιδοκιμάσει τὴν διαγωγὴν, ἣν ἐτήρησεν οὗτος πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἂν ὁ ἡμέτερος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς ἔσπευδε ν’ ἀποστείλῃ ἀντίγραφα τῶν ὑπὲρ τοῦ Σουλιὲ διακοινώσεων τοῦ Κ. Βουρὲ, συνωδευμένα μετὰ τῶν δεουσῶν παρατηρήσεων, πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Σχέσεων ὑπουργεῖον τῆς Γαλλίας. Ἀλλ’ ὁ Κ. Πρέσβυς τῆς Γαλλίας δὲν ἠρκέσθη μόνον εἰς τὰς διακοινώσεις ὑπὲρ τοῦ σχοινοβάτου, ἀλλ’ ὡς τις ἀνθύπατος τῆς Ῥώμης ἐξέλαβεν, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτείνῃ, λίαν ἀτόπως κατ’ ἐμὲ, τὰς παρατηρήσεις του καὶ ἐπὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ διακόσμου τῆς πολιτείας ἡμῶν. Εἰς ἓν τῶν ἐγγράφων τούτων, τὰ ὁποῖά εἰσι πλήρη μομφῆς καὶ παραστάσεων ἀλλοτρίων τῶν ἔργων ἑνὸς Πρέσβεως, ὁ Κ. Βουρὲ παρεκβαίνων τοῦ καθήκοντός του, ἐκηρύχθη κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, κατακρίνει τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ καὶ ἐπιτιμᾷ οὕτως ὁ ξένος οὗτος ὑπάλληλος τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως. Ἢ πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ὁ Κ. Βουρὲ εἶναι παντελῶς ἄμοιρος τῶν στοιχειωδεστάτων ἀρχῶν τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν, ἢ πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἐκτοξεύει κατὰ τῆς Ἑλλάδος τὴν μεγίστην τῶν ὕβρεων. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὸν Κ. Βουρὲ, εἶναι ὁ ὑποθάλπων καὶ ὑποκινῶν τὰς τοιαύτας πράξεις. Ἐδῶ εἶναι τὸ ἔγγραφόν του· ἀλλ’ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, ἐσύγχυσε τὰ ἔγγραφα εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἤθελον ἀπασχολήσει πολὺ τὴν Συνέλευσιν ἵνα τὸ εὕρω καὶ τὸ ἀναγνώσω· πιστεύω ὅτι πλεῖστοι τῶν Κ. πληρεξουσίων διῆλθον τὰ ἔγγραφα αὐτὰ καὶ, ὡς ἐμὲ, τὰς ἀτόπους ἐκείνας ῥήσεις παρετήρησαν, ἐφ’ ᾧ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν των.
§176ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§177ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Εἶναι τοῦτο ὕφος διπλωμάτου ἀπεσταλμένου; Καὶ ἂν ὁ Κ. Πρέσβυς εἶχε δικαίωμα νὰ προστατεύσῃ τὸν Γάλλον ὑπήκοον, οὐχὶ ὡς ἔπρεπε νὰ προστατεύσῃ αὐτὸν ἐν Ἑλλάδι, ἤτοι ἐν πολιτείᾳ μετεχούσῃ τοῦ κοινοῦ διεθνοῦς τῆς Εὐρώπης δικαίου, ἀλλ’ ἐν Τεχεράνῃ, ἐρωτῶ, ἠδύνατο ὁ Κ. Βουρὲ ν’ ἀποδώσῃ τοσοῦτον ἀποτόμως τῷ Σάχῃ τῆς Περσίας κακὰ διαβούλια; ὄχι βέβαια. Ἐν δὲ ταῖς Χριστιανικαῖς τῆς Εὐρώπης πολιτείαις κατὰ τίνας περιπτώσεις λέγει ἡ ἐπιστήμη, ὅτι ἄρχεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπ’ εὐθείας μεσολαβήσεως τῶν ξένων Δυνάμεων πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἰδίων ὑπηκόων; Οἱ πάντες συμφωνοῦσιν, ὅτι ἄρχεται ἅμα τῇ ἀρνησιδικίᾳ· ὅταν μία Κυβέρνησις προφανῶς ἀρνησιδικῇ, ὅταν ὁ ξένος, προσφυγὼν εἰς τὴν προστασίαν τῶν ἐγχωρίων νόμων, εὗρεν αὐτοὺς κωφεύοντας εἰς τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου του· ὅταν κρούσας τὰς θύρας ὅλων τῶν δικαστηρίων τοῦ τόπου εὗρεν αὐτὰς κεκλεισμένας, τότε, πλὴν τότε μόνον ἄρχεται διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἧς εἶναι πολίτης, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπεμβάσεως· τότε μόνον ἄρχεται τὸ δικαίωμα τῆς διαμαρτυρήσεως· τότε μόνον ἄρχεται τὸ δικαίωμα τῆς ζητήσεως ἱκανοποιήσεως· ἀλλὰ καὶ τότε, Κύριοι, μεσολαβῶν δὲν ἀλλάζει φωνὴν ὁ Πρέσβυς, οὐδ’ ἐκτραχηλίζεται, ἀλλ’ εἶναι πολὺ μετριώτερος. Τί πρέπει νὰ εἴπῃ; ἂν ἱκανοποίησις κατὰ τοὺς κειμένους νόμους δὲν δοθῇ εἰς τὸν παθόντα καὶ ἀδικηθέντα ὑπήκοον τῆς Δυνάμεως, ἣν ἐκπροσωπῶ, παρακαλῶ τὸν Κύριον ὑπουργὸν νὰ μοὶ στείλῃ τὰ διαβατήριά μου, διότι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψω τὸν τόπον. Ἄλλως ὅμως ἔκρινε καλὸν νὰ πολιτευθῇ ὁ Κύριος Βουρέ· ἀφοῦ ἐπέδωκε δέκα ἔγγραφα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἡμῶν, καὶ ἐν ἑκάστῳ αὐτῶν ἐπὶ μᾶλλον ἐκτραχύνεται καὶ λαλεῖ, ὅπως ἐλάλουν οἱ Ὕπατοι καὶ οἱ ἀνθύπατοι ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς ἰσχύος τῶν Ῥωμαίων, ὁ Κύριος Πρέσβυς μένει μ’ ὅλα ταῦτα Πρέσβυς, καὶ γίνεται εἰρηνοδίκης, ἀποπειρᾶται συμβιβασμούς· ἢ ὥς τις μεσίτης ἐμπορικῶν συναλλαγῶν προσπαθεῖ διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὰ μεσιτικά του νὰ συμφωνήσῃ τοὺς συναλλαττομένους. Οὕτω καὶ ὁ Κύριος Βουρὲ, γράφει ὅτι διὰ τῆς μεσολαβήσεώς του εἰς εἴκοσι χιλιάδας φράγκων ὁλικὴν ἀποζημίωσιν ἀρκεῖται ὁ Σουλιὲ, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τῷ πληρωθῶσιν ἀμέσως, ἄλλως ἀποσύρει τὴν πρότασίν του. Ταῦτα δὲ πάντα εἰσὶ γεγραμμένα εἰς ὕφος πολὺ ἀπολειπόμενον τοῦ εἰθισμένου διπλωματικοῦ ὕφους, ὥστε ἕκαστος ἐρωτᾷ, ἂν ὁ Κύριος Βουρὲ ᾖναι ἐμπορομεσίτης ἢ Αὐτοκράτορος κραταιοῦ Πρέσβυς, διαπεπιστευμένος πρὸς αὐτόνομον καὶ φίλον Ἔθνος· ἂν ἐκπροσωπῇ τὴν ἔνδοξον καὶ ἀγέρωχον τῆς Γαλλίας σημαίαν, ἢ εἶναι κοινὸς μεσίτης διὰ νὰ συμβιβάζῃ ἰδιωτικὰς ὑποθέσεις. Ὁ Κύριος Ἰάλεμος ἰδοὺ μοὶ ὑποβάλλει τὸ ἀνωτέρω περὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν χωρίον τῆς διακοινώσεως τοῦ Κυρίου Βουρέ· «Εἶναι ἀνάγκη ἆρά γε ἐν ἐγγράφῳ, προωρισμένῳ ἴσως νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν δημοσιότητα, νὰ ἐξέλθω τῆς ὑποθέσεως, ἣν διαπραγματεύομαι, ὅπως εἴπω, ὁποῖα παράδοξα συμφέροντα, καὶ ἴσως ἐναντία εἰς τὴν εὐδαιμονίαν τοῦ τόπου τούτου, ἀπῄτουν ὅπως ὁ Κύριος Βότζαρης γίνῃ, καὶ γείνῃ αὖθις ἐκ δευτέρου ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν;» Καὶ, Κύριε Βουρὲ, τί σοι μέλει; ἐν τίνι δικαιώματι ἐπεμβαίνεις εἰς τῆς Συνελεύσεως τὰς ἀποφάσεις καὶ ἐξελέγχεις τὰς πράξεις τοῦ κυριαρχικοῦ τούτου Σώματος, καὶ οἱονεὶ ἀπὸ τῶν ὀπῶν τῶν κλείθρων τῆς πολιτικῆς τῶν Πληρεξουσίων κατασκοπεῖς, ὅπως ἀποκαλύψῃς ποῖα τὰ ἐλατήρια τὰ κινοῦντα τοὺς ψηφοφορήσαντας τὸν Κύριον Βότσαρην ὡς ὑπουργόν; ἐν τίνι δικαιώματι ἀναμιγνύεσαι εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τοῦ τόπου τούτου; Ἡ Συνέλευσις ηὐδόκησε νὰ ἐκλέξῃ αὐτὸν τὸν ἀνίκανον ἄνθρωπον, τὸν νωθρὸν, τὸν κακὸν, τὸν, δὲν εἰξεύρω τί, ἤθελησε νὰ τὸν ἐκλέξῃ καὶ τὸ δεύτερον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ τοῦτο τί πρὸς σέ; Εἶχες ἐντολὴν τοιαύτην παρὰ τοῦ Αὐτοκράτορός σου; Γνωρίζεις, Κύριε Πρέσβυ, τί ἐστι διπλωματικὸν ὕφος; Γινώσκεις ὁποίας προόδους ἔκαμεν ἡ ἐπιστήμη τῶν διεθνῶν νομίμων, καὶ ὅτι μία ἀρχὴ νέα ἐνεγράφη ἐν τῷ Κώδηκι τοῦ νέου τῆς Εὐρώπης διεθνοῦς δικαίου, καὶ ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη καθιερώθη δι’ ἐπισήμου συνθήκης, ἐγράφη διὰ τῶν αἱμάτων, ἅπερ ἐχύθησαν ἐπὶ τοῦ μεγάλου πολέμου τῆς Ῥωσσίας; Ποίαν δὲ ἀρχὴν καθιέρωσαν τότε αἱ Δυνάμεις; τὴν λογικὴν ἐκείνην καὶ ἀπαράγραπτον, ἣν πρὸ πολλοῦ ἡ ἐπιστήμη τοῦ Δημοσίου δικαίου ἔθετο, ὅτι ἕκαστον ἔθνος αὐτοκυριαρχοῦν ἐν τῇ χώρᾳ του δικαιοῦται καὶ νὰ διακοσμῇ τὰ καθ’ ἑαυτὸ ὡς βούλεται, μηδεμιᾶς ξένης Δυνάμεως δικαιουμένης νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ αὐτοῦ πράγματα. Ἅγιον καὶ εὐγενὲς τὸ ὑπὲρ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς ἀνθρωπότητος χυνόμενον αἷμα! Εὐγνωμοσύνης φόρον τελοῦσι τὰ ἔθνη πρὸς τὴν Γαλλίαν, τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Σαρδηνίαν, διότι ἄμεσος καὶ πρώτη συνέπεια τῆς μεγάλης ταύτης ἀρχῆς ὑπῆρξεν ἡ πραγματοποίησις τῶν πόθων τῶν δυναστευμένων λαῶν δὲ τὰ διεσπασμένα· καὶ βίᾳ κεχωρισμένα ἀπ’ ἀλλήλων μέλη μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐθνότητος συσσωματοποιοῦνται καὶ κοινὰς τὰς τύχας των ἔχουσιν· οἱ ξένοις δουλεύοντες δυνάσταις λαοὶ κατακερματίζουσι τὰς ἁλύσεις των· τὰ δ’ ὑπὸ ἐπιόρκους βασιλεῖς δυσφοροῦντα ἀποδιώκουσιν αὐτοὺς, καὶ οἱ ἔκπτωτοι οὐδὲ κἂν οἰκτιρμοῦ ἄξιοι κρίνονται, κλαίουσι μόνοι, οὐδεὶς δ’ εὐκαιρεῖ κἂν ἵνα παρηγορήσῃ αὐτούς. Τὸ ἐν τῇ κυριαρχίᾳ ἑκάστου ἔθνους τελεσιουργηθὲν ἀμέσως ὡς καλῶς γενόμενον ἀναγνωρίζεται παρ’ ὅλων τῶν λοιπῶν ἐθνῶν. Τοιαύτη ἀρχὴ εὐγενὴς εὐλόγως ἐγένετο ἡ κορωνὶς τῶν διεθνῶν σχέσεων τὴν σήμερον. Ταύτην τὴν ἀρχὴν τῆς μὴ ἐπεμβάσεως εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῶν ξένων ἐπικρατειῶν πράγματα ἐσεβάσθη ἆρά γε ὁ Κύριος Πρέσβυς; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἐὰν, Κύριοι, ἤμην ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἤθελον αὐτὰ δὴ ταῦτα τὰ ἔγγραφα ἀποστείλει πρὸς τὸ ἐν Παρισίοις ὑπουργεῖον, ἐγὼ δὲ παύσει νὰ ἔρχωμαι εἰς σχέσεις μετὰ Πρέσβεως, ὅστις δὲν γνωρίζει τὸ διπλωματικὸν ὕφος καὶ τῆς διεθνοῦς ἁβροφροσύνης τὴν ἐθιμοταξίαν. Ἂς ὑπήγαινε δὲ τότε ὁ Κύριος Βουρὲ νὰ δικαιωθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του, καὶ ν’ ἀναλάβῃ ἐν Παρισίοις τὴν χροιὰν τοῦ Εὐρωπαίου διπλωμάτου, χροιὰν, ἣν ἴσως διὰ τὸ μακρὸν τῆς διαμονῆς του ἐν Περσίᾳ, ἀπέβαλεν. Ἐκεῖ, ἐν Παρισίοις, ἤθελε διδαχθῇ τὴν γλῶσσαν, ἣν ὁμιλεῖ ἡ εὐγενὴς καὶ μεγάλη Γαλλία πρὸς τὰ ἔθνη τὰ ἀσθενῆ, πρὸς τὰ ἔθνη ἅπερ ἀγαπῶσιν αὐτὴν, ἀσπάζονται αὐτὴν καὶ τὸν πολιτισμὸν καὶ τὰ φῶτά της, καὶ ἐν παντὶ καιρῷ ἠξεύρουσι νὰ τῇ ἀποδίδωσι τὸν φόρον τῆς εὐχαριστίας των, ὅπως καὶ ἐσχάτως ἡ Συνέλευσις ἡμῶν δι’ ἐπισήμου ψηφίσματος τὸν ἀπέδωκεν· (εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἐκεῖ ὁ Κύριος Πρέσβυς θέλει ἰδεῖ, ὅτι ἡ πατρίς του εἶναι καὶ ἔσται ἡ χώρα, ὅπου ἠχὼ εὑρίσκει πάντοτε τοῦ ἀσθενοῦς ἡ φωνὴ, καὶ ὅτι, ὡς ἦν, ἔστι καὶ ἔσται ὁ τόπος τῶν εὐγενῶν αἰσθημάτων καὶ τῆς καλῆς ἐν ἔργοις τε καὶ λόγοις συμπεριφορᾶς (εὖγε! εὖγε!). Ἀπέδειξα, νομίζω, καὶ διὰ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐπιστήμης τοῦ Δημοσίου δικαίου καὶ διὰ τῶν Συνθηκῶν, καὶ διὰ τῆς πρὸς τὸν Λόρδον Παλμερστῶνα ἐπισήμου διακοινώσεως τοῦ Κόμητος Νεσσελρὼδ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἀπαιτήσεως, ἣν ἤγειρεν ὁ Κύριος Βουρέ. Τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ῥωσσίας εἶναι πολύτιμον· τὸ ἔγγραφον τοῦτο κατὰ θείαν τινὰ ἀληθῶς μοῖραν ἐφύλαξα ἀπὸ τοῦ 1850. Εἶχον τότε τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῆς ἕδρας τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν, τὸ ἐσημείωσα, ὡσανεὶ προεγνώριζον, ὅτι μετὰ 13 ἔτη ἤθελέ μοι παρουσιασθῆ ἡ περίπτωσις νὰ κάμω χρῆσιν αὐτοῦ. Ἠκούσατε πῶς ὁ Κόμης Νεσσελρὼδ ἔκρινε περὶ τῶν τοιούτων ἀπαιτήσεων, καὶ σημειώσατε, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀνάγεται εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου, ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ τῆς μὴ ἐπεμβάσεως ἀρχὴ δὲν ἦτον εἰσέτι γενικῶς ἀποδεδεγμένη καὶ δι’ ἐπισήμου Συνθήκης καθιερωμένη· εἰς ἐποχὴν τέλος, ὅτε παροιμιῶδες ἦν τὸ ἰταμὸν καὶ ἀγέρωχον τοῦ κολοσσοῦ τῆς Ἄρκτου. Καὶ ὅμως αὐτὴ ἡ ἰσχυρὰ Ῥωσσία τί γράφει; Ἐὰν ἐπιμένῃ, λέγει, ἡ Ἀγγλία εἰς τὴν παράδοξον ἀπαίτησιν, ἐὰν ἐπιμένῃ, ὥστε οἱ πολῖταί της νὰ εὑρίσκωνται εἰς μίαν ἔκτακτον ὁλωσδιόλου θέσιν, ὁ Αὐτοκράτωρ θέλει ἀναγκασθῆ νὰ θέσῃ ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους θέλουσι γίνεσθαι δεκτοὶ τοῦ λοιποῦ οἱ Ἄγγλοι ὑπήκοοι ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ του· μὲ ἄλλους, λόγους ὁ Κόμης Νεσσελρὼδ ἀπειλεῖ τὴν Ἀγγλίαν, καὶ τῇ λέγει· ἢ ἀνακαλεῖς τὰς ἀξιώσεις σου αὐτὰς, ἃς ἐγείρεις κατὰ τῆς μικρᾶς Τοσκάνης καὶ τῆς ἀσθενοῦς Νεαπόλεως, εἰδεμὴ θέλω ἐξωθήσει τοὺς Ἄγγλους ὑπηκόους τῆς ἐπικρατείας μου. Καὶ ἔκαμνε καλὰ καὶ πολὺ καλὰ, διότι ἄλλως ἤθελον εἶσθαι οὗτοι, ὁπούποτε ἂν εὑρίσκοντο, διηνεκὴς ἀφορμὴ συγκρούσεως τῶν ἐθνῶν πρὸς ἄλληλα. Ἀλλὰ τὰ ἐφ’ ὧν ἡ Ῥωσσία ἐπισήμως, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐν Γαλλίᾳ διὰ τοῦ τύπου, ἴσως δὲ καὶ διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ, κατεμέμφοντο τὴν Ἀγγλίαν, θέλει καταδεχθῆ σήμερον νὰ πράττῃ ἡ εὐγενὴς Γαλλία δι’ ἕνα Σουλιὲ, ἢ δι’ ἕνα Ἄραβα, ὁ ὁποῖος ὑβρίσας ἐῤῥαπίσθη ὑφ’ ἑνὸς ὑπαξιωματικοῦ Ἕλληνος; Ἐὰν αὐτὸ τὸ μαῦρον πρόσωπον ἔμελλε νὰ μεταβληθῇ εἰς ἓν φάντασμα, ὅπερ νὰ σείῃ ἐν τῇ παλάμῃ του τὴν φοβερὰν τῆς Γαλλίας ῥομφαίαν, ἤθελα λυπηθῆ διὰ τὴν ταπείνωσιν τῆς Γαλλίας, οὐχ ἧττον ὅμως ἤθελα προτρέψῃ τὴν Ἑλλάδα νὰ περιχαρακωθῇ ἐν τῷ δικαίῳ της, νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἄρνησιν πάσης οἱασδήποτε ἀποζημιώσεως, καὶ ἂν ἡ Γαλλία ἤθελε καταδεχθῆ δι’ αὐτοὺς νὰ προβῇ μέχρι τῆς βίας, τότε, πλὴν τότε μόνον, νὰ ὑποκύψῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Γαλλίας, διότι, ὅ,τι ἐντίμως δύναται νὰ δώσῃ ὁ ἀσθενὴς πιεζόμενος ὑπὸ τοῦ ἰσχυροῦ, τοῦτο ἀτίμως δίδεται ὅταν, πρὶν ἢ γείνῃ κατ’ αὐτοῦ χρῆσις τῶν βιαίων μέτρων, πρὶν ἢ διαμαρτυρηθῇ ὑπὲρ τοῦ δικαίου του, εἰς τὴν πρώτην ἀπαίτησιν τοῦ ἰσχυροῦ ἑκουσία προσφέρει· (μάλιστα· εὖγε, εὖγε). Ἰδοὺ ἡ πρότασίς μου. «Ἡ Συνέλευσις ἀποφαίνεται, ὅτι οὐδεμία ὀφείλεται ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀποζημίωσις τῷ Λ. Σουλιὲ, ἐπιφυλασσομένου αὐτῷ τοῦ δικαιώματος νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ ἁρμόδια δικαστήρια.» Ἡ πρότασίς μου, ὡς βλέπετε, Κύριοι, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ δημοσίου δικαίου· δὲν ἀρνησιδικοῦμεν πρὸς τὰ ξένα ἔθνη, προσφέρομεν πρὸς τοὺς ὑπηκόους τῶν ξένων δυνάμεων ἴσην προστασίαν ἐκείνῃ, ἧς ἀπολαύουσιν οἱ ἰθαγενεῖς Ἕλληνες. Ἐρχόμενος πᾶς ξένος ἔν τινι ἐπικρατείᾳ ὑποβάλλεται εἰς τοὺς νόμους τοῦ τόπου, οἱ νόμοι μάλιστα τοῦ τόπου εἶναι πάντοτε αὐστηρότεροι πρὸς τοὺς ξένους παρὰ πρὸς τοὺς ἡμεδαπούς· μόνον παρὰ τοῖς βαρβάροις τῆς Τουρκίας καὶ ταῖς τῶν Ἀσιατικῶν καὶ Ἀφρικανῶν ἐθνῶν πολιτείαις αἱ Συνθῆκαι δίδουν εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς πλείονα δικαιώματα παρ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἡμεδαποί· ὅλαι ὅμως αἱ πεπολιτισμέναι ἐπικράτειαι δίδουν ὀλιγώτερα τοῖς ξένοις· ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ προσθέτω, ὅτι ἀπαραλλάκτως τῇ Γαλλικῇ Νομοθεσίᾳ ἔχει καὶ ἡ ἡμετέρα ὡς πρὸς τὰς περὶ ξένων διατάξεις. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ ἐνταῦθα πολιτεία τοῦ σχοινοβάτου τούτου ὑπῆρξεν ἆρα γε ὅσον ἔδει εἰλικρινὴς καὶ τιμία; Ὄχι, μυριάκις ὄχι. Ἀπόδειξιν δὲ φέρω, ὅτι ὁ Σουλιὲ ἐζήτει ἀφορμὴν διὰ νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν στρεψοδικίαν, τὴν ἑξῆς· ὑπῆγεν εἷς ὑπαξιωματικός, ὡς ἐπληροφόρησεν ἡμᾶς ὁ Κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργός, διὰ νὰ ζητήσῃ εἰσιτήρια, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ περισσοτέρα τάξις, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ Σουλιὲ, οὗτος ὅμως ὕβρισεν ἀδικαιολογήτως τὸν ὑπαξιωματικὸν αὐτόν· τί λοιπὸν ἔπρεπεν οὗτος νὰ κάμῃ; ἢ ἔπρεπεν ὁ ὑπαξιωματικὸς ἐκεῖνος ν’ ἀτιμάσῃ τὴν Ἑλληνικὴν στρατιωτικὴν στολήν του, ἢ ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἓν μάθημα, καὶ πολὺ καλὰ ἔκαμε νὰ τὸ δώσῃ (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἄραψ· καὶ ἐκεῖνος ἐνόμιζε, ὅτι εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν τρίχρουν καὶ λαμπρὰν σημαίαν τῆς Γαλλίας, καὶ ὅτι ἦτο ἀντιπρόσωπός της, ἄσχημος τῳόντι ἀντιπρόσωπος, διὰ τοῦτο ὕβρισε τὸν ἄλλον ὑπαξιωματικόν. Κύριοι, ἔκαμε καὶ οὗτος, ὅ,τι ἔκαμε καὶ ὁ πρῶτος, καὶ πολὺ καλὰ ἔπραξεν, ὡς καὶ ὁ ἄλλος. Τώρα λοιπὸν, πάντα ταῦτα ἐπαναλαμβανόμενα τί μὲ κάμνουν νὰ ὑποθέσω; ὅτι ἦτο προμελέτη ἐκ μέρους τοῦ Σουλιὲ ἵνα προκαλέσῃ αὐτὸς καὶ οἱ ἄνθρωποί του τὰς προσβολὰς διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποζημίωσιν· ἀπόδειξις δὲ τῶν λόγων μου τρανωτέρα, ὅτι ταῦτα συνέβαινον τὴν προτεραίαν τῆς λήξεως τῆς ἀδείας του διὰ τὰς θεατρικὰς παραστάσεις, ἐπειδὴ ἔμελλε τὴν ἐπιοῦσαν ν’ ἀναχωρήσῃ διὰ τὴν Τίφλιδα τῆς Περσίας. (Ἐνταῦθα ὁ Κ. Καλλιγᾶς προσέρχεται εἰς τὸ Προεδρεῖον ὅπως ἐγγραφῇ ἵνα λάβῃ τὸν λόγον). Ὁ Κύριος Καλλιγᾶς θὰ ἔλθῃ βλέπω ὑπερασπιστὴς τοῦ Κ. Σουλιὲ καὶ τοῦ Κ. Βουρὲ, παρακαλῶ, Κ. Πρόεδρε, νὰ μὲ ἐγγράψητε ὅπως αὖθις λάβω τὸν λόγον κατόπιν τοῦ Κ. Καλλιγᾶ (ἀποτεινόμενος πρὸς τὸ Προεδρεῖον). Τέλος, Κύριοι, ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἐπελάθετο νὰ Σᾶς ἀναφέρει τὴν νομολογίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μόνον τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ὅλων τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἐνέχονται, εἰμὴ δι’ ἐκείνας τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων των, ἃς οὗτοι ἤθελον πράξει ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν καθηκόντων των. Ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν στρατιωτῶν τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ὑποθέσωμεν αὐτοὺς ἀρξαμένους χειρῶν ἀδίκων, δὲν ἦτο βεβαίως, οὔτε ἡ τραυμάτισις τῆς χειρὸς τοῦ ἄραβος, οὔτε ἡ ἀπαγωγὴ ἐκείνης τῆς γυναικὸς, οὔτε τὰ ἄλλα ἀτοπήματα. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν τοῖς εἶχε βεβαίως δώσει τοιαύτην ἐντολὴν, ἄρα δὲν ἐνέχεται· ἀλλὰ, καὶ ἂν ἐνείχετο, ἔπρεπε νὰ ἐνέχηται, ὅπως ἐνέχεται καὶ ἐντὸς τῶν ἄλλων πολιτειῶν πᾶσα ἐγχώριος Κυβέρνησις. Ὅταν ἀξιῶ ἐμαυτὸν ἠδικημένον παρά τινος ὑπαλλήλου, τί κάμνω; ζητῶ τὴν θεραπείαν τοῦ ἀδικήματος, καὶ ἐὰν δὲν μοὶ δοθῇ προσφεύγω εἰς τὸν δικαστήν· αὐτὸ τοῦτο ἔπρεπε νὰ κάμῃ καὶ ὁ Κ. Σουλιὲ καὶ ὄχι νὰ προσφύγῃ ὑπὸ τὰς μεγάλας πτέρυγας τοῦ ἀετοῦ τῆς Γαλλίας, ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ πρὸς ἕνα δικηγόρον παρὰ τοῖς Ἑλληνικοῖς δικαστηρίοις, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἐξ ὅλων τούτων, Κύριοι, προκύπτει, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ δειχθῇ ἀληθῶς καὶ καθαρῶς Ἑλληνική· πρέπει σαφῶς καὶ ῥητῶς νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀσπάζομαι τὰς διακοινώσεις σου, καθ’ ὅσον δι’ αὐτῶν προήσπισας τῆς ἐθνικῆς τιμῆς (εὖγε), ὑπηρέτησας ὡς ἄξιος ὑπουργὸς, ἓν καὶ μόνον ὅμως δὲν δέχομαι, μίαν καὶ μόνην σου πρᾶξιν ἀποδοκιμάζω, τὴν τελευταίαν σου προσφορὰν, τὴν τελευταίαν σου πρότασιν, ὅτι χάριν τῆς ὀφειλομένης εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν Γαλλίαν ἡ Ἑλλὰς, καί τοι πενομένη, καί τοι ἐστερημένη μέσων, δίδει τὸν ὀβολὸν, ὃν μετὰ κόπου συνεισφέρει αὐτῇ ὁ γεωργὸς διὰ τοῦ ἱδρῶτός του, ὁ ναύτης διὰ τῶν κινδύνων του. Ὄχι Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ δώσῃ τὸν ὀβολόν της, διότι ὁ ὀβολὸς οὗτος ἔσται τὸ χρῆμα τῆς ἀτιμίας τῆς Ἑλλάδος· ἐὰν δεχθῇ ἡ Συνέλευσις νὰ δώσῃ τὸν ὀβολὸν αὐτόν, ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἀτιμίαν τῆς Πατρίδος μας. Δέομαι αὐτῆς νὰ μὴ δεχθῇ τὴν αἰτουμένην πίστωσιν, οἱ ἀγύρται δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶσι τὸν ὀβολὸν τοῦ γεωργοῦ μας, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωσι τὸν ἄρτον μας καὶ τὸν ἱδρῶτά μας, καὶ τοῦτο ἐνῷ οὐδ’ αἱ συντάξεις τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ὑπὲρ Ἑλλάδος ἀγωνισαμένων διὰ τὴν ἀπορίαν τοῦ Ἐθνικοῦ Ταμείου πληρώνονται (εὖγε! εὖγε!). Ἐὰν ἡ Γαλλία θέλῃ παρ’ ἡμῶν δείγματα τῆς εὐγνωμοσύνης μας, μάλιστα εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τῇ παράσχωμεν καὶ ὅσα θέλει, πρῶτος ἐγὼ αὐτὸς τῇ προσφέρω τὸ αἷμά μου, τὴν περιουσίαν μου τὴν ζωήν μου· τὴν τιμήν μου ὅμως ἢ τὴν τιμὴν τῆς Πατρίδος μου οὐδέποτε. (ῥαγδαῖα χειροκροτήματα).
§178Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§179ΒΑΣΟΣ. Διατὶ πάλιν ὁ ὑπουργός; Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις, ἐὰν ὡς προνομιοῦχος ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ πάντοτε τὸν λόγον;
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς δὲν ἐζήτησε ν’ ἀναλάβῃ τὸν λόγον διὰ ν’ ἀντικρούσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τοὺς προαγορεύσαντας, ἐνόμιζεν, ὅτι παρατροπάς τινας τοῦ λόγου πρέπει νὰ τὰς σταματίσῃ.
§181ΒΑΣΟΣ. Μὰ δὲν εἶναι δουλειά του (θόρυβος).
§182ΠΟΛΛΟΙ. Πῶς δὲν εἶναι;
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν, ἐπειδὴ ὁ Κύριος ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι ἐντὸς τοῦ δικαιώματός του εὑρίσκεται νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον, ν’ ἀπαντήσῃ προσφάτως εἰς τὸν λόγον τοῦ προαγορεύσαντος, διότι ἐνδεχόμενον νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις δυσχεραίνεται, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν ἐξαιρετικῶς, ἐὰν νομίζῃ ἀναγκαῖον, νὰ δοθῇ ὁ λόγος.
§184ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐξαιρετικῶς ὁ Κύριος ὑπουργὸς.....
§186ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀποφάσεως.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἀντίδρασις;
§188ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἔχετε τὸν λόγον.
§190Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔρχομαι ν’ ἀμφισβητήσω τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν συνείδησιν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν ἐμαρτύρησεν ὁ προαγορεύσας διὰ τοῦ μακροῦ λόγου του· ἐλπίζω, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀγαπᾷ ἐξ ἴσου τὴν πατρίδα του, ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλετε μοὶ κάμει τὴν ἐπιεικῆ χάριν ν’ ἀναγνωρίζητε ὅτι καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ μου ὅμοια αἰσθήματα ὑπάρχουσιν· ἐπεθύμουν ὅμως ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ ἤκουον, πρὶν ἀναβῶ τὸ βῆμα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχω καὶ ἀφοῦ ἀνέβην νὰ φέρω τὴν ἐξήγησιν ταύτην καὶ νὰ τὴν ἀκούσητε πάντες ὑμεῖς καὶ πάντες οἱ περὶ ὑμᾶς, ὅτι, ὅταν δὲν πρόκηται περὶ ζητήματος ἀφορῶντος καθαρῶς τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος ἡμῶν, πρέπει μετὰ προφυλάξεως καὶ τὰς λέξεις ἡμῶν νὰ σταθμίζωμεν καὶ τὰς προτάσεις νὰ ῥυθμίζωμεν. Βεβαίως, Κύριοι, εἶναι πολὺ τολμηρὸν νὰ ἔλθω νὰ συζητήσω πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος καὶ ἐδίδαξε τὸ δίκαιον τῶν Ἐθνῶν καὶ ἐπαγγέλλεται τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον ἐγὼ πολλάκις σᾶς ὡμολόγησα τὴν ἀπειρίαν μου περὶ τὸ εἶδος τοῦτο τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας· ἃς μὲ συγχωρήσῃ ὅμως νὰ φέρω ἔγγραφα ἀναιροῦντα τοὺς διϊσχυρισμοὺς του. Ἀμφισβήτησεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας πληρεξούσιος ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι, ὅταν ἀντιπρόσωπος ξένης δυνάμεως φρονῇ, ὅτι ἔχει δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν ὑπηκόου του, ἠμφισβήτησεν, ὅτι τὸ δικαίωμά του τοῦτο δύναται ὁ ἀντιπρόσωπος οὗτος τῆς ξένης δυνάμεως νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ διὰ καταναγκασμοῦ. Σᾶς φέρω ὄχι παλαιὰ παραδείγματα· δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ, ν’ ἀναμνησθῶ χρόνους παρελθόντας· σᾶς φέρω τὸ τελευταῖον παράδειγμα τῆς Βρασιλίας, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας ἐνόμιζεν, ὅτι ἔχει δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Βρασσιλίας ἠρνεῖτο· ὑπῆγε καὶ τὸ ἐξετέλεσε μόνος του· ἑπομένως ἡ ἀπαίτησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος πρεσβευτὴς τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων ὑπέβαλε καὶ τὴν ὁποίαν ἠμφισβήτησα κατ’ οὐσίαν, κατὰ τύπον τὴν βλέπω αἰτιολογημένην, στηριζομένην ἐπὶ τοῦ διεθνοῦς δικαίου· τὴν ἀμφισβητῶ κατ’ οὐσίαν, διότι ἄλλως ἀντελήφθην ἐγὼ τῶν γεγονότων, ἄλλως ὁ ἔντιμος πρεσβευτής, διότι ἄλλας ἔφερε κρίσεις ἐπὶ τῶν γεγονότων ἐκεῖνος, ὡς ἀντιληφθεὶς αὐτῶν ἄλλως, καὶ ἄλλας ἔφερα ἐγώ· ἀλλὰ κατὰ τύπον τὴν θεωρῶ ὅλως στηριζομένην ἐπὶ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, οὔτε ἠδυνάμην κατὰ τοῦτο νὰ διαφωνήσω μετ’ αὐτοῦ· ἀλλὰ λέγω, ὅτι προέβη εἰς προτάσεις ἀποζημιώσεων, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ προβῇ. Ἐπεθύμουν νὰ διακρίνητε εἰς πᾶσαν περίστασιν ἐπὶ ζητημάτων παραπλησίων, νὰ διακρίνητε ὅλως διόλου τὴν πορείαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦσιν ἐν ὀνόματί σας, ἀπὸ τὴν οὐσίαν τῶν ζητημάτων τούτων· ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ ἐμαυτὸν καὶ πάντες οἱ συνάδελφοί μου ὑπὸ τὸν ἔλεγχόν σας· εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ὑποκύψωμεν εἰς πᾶσαν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῆς πορείας ἡμῶν ἠθέλατε κάμει, παρακαλοῦμεν ὅμως νὰ χωρίσητε τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ φέρητε καθαρῶς τὴν ἀπόφασίν σας, νὰ μὴ ἀμφισβητήσητε ὅμως τὸ συμπέρασμα τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου· ἡ ἀμφισβήτησις τοῦ συμπεράσματος τούτου, συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐκφράσω ἐλευθέρως καὶ εἰλικρινῶς τὴν πεποίθησίν μου, ἡ ἀμφισβήτησις τοῦ συμπεράσματος τούτου δὲν ἤθελεν εἶσθαι ὀρθὴ πρᾶξις.
§191ΒΑΣΣΟΣ. Νὰ μᾶς ἐξηγηθῆτε σαφέστερα.
§192Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κ. πληρεξούσιε ἐκ Φθιώτιδος, μὲ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἀκολουθήσητε εἰς τὸ βῆμα. Ἐὰν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου νομίζῃ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, ἂς ἔλθῃ αὔριον δι’ ἐπερωτήσεως νὰ φέρῃ κατηγορίαν καὶ ἡμεῖς βεβαίως θέλομεν εἶσθαι ἕτοιμοι, παρακαλῶ νὰ τὸ πιστεύσητε, διότι ὁρμώμεθα ἰδίως ἀπὸ τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὁρμᾶσθε εἰς τὰς σκέψεις ταύτας, ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς πρὸς τὴν πατρίδα ὀφειλομένης ἀγάπης. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἐπαναλαβὼν τὰς αὐτὰς περίπου σκέψεις ἐπὶ τῶν ἀφηρημένων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξέθηκα, τὰς σκέψεις λέγω, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω, ἤθελε μόνον νὰ ὁρμηθῇ ἀπὸ τῶν σκέψεων τούτων καὶ νὰ τὰς ἐπαναφέρῃ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ δείξῃ τὴν γνῶσίν του ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων. Οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν πρὸς ἀποζημίωσιν, καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸ ἀποδείξῃ, διότι πρὸ τοῦ Κ. πληρεξουσίου τὸ ὑπεστηρίξαμεν ἡμεῖς· τὸ μόνον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἴσως ἀντικείμενον ἀντιῤῥήσεως, ἦτο ἴσως τὸ συμπέρασμά μας ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι πρὸς πληρωμὴν τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ· ἐὰν ὁ Κ. πληρεξούσιος εἶχεν ἀντιῤῥήσεις πρὸς τὴν σκέψιν ταύτην, ἠδύνατο νὰ φέρῃ τοὺς λόγους του· ὑπὲρ τῆς σκέψεως ὅμως ταύτης, τὴν ὁποίαν ἔφερα, οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἠδύνατο νὰ ἀντιτάξῃ ὁ Κ. πληρεξούσιος ὑποθέτω, ὅτι ἤθελον εἶσθαι πολλὰ ἀτυχεῖς, καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ πιστεύσω ὅτι οἱ λόγοι δὲν ἤθελον εἶσθαι πολὺ πειστικοὶ, διότι ἡ ἐντολὴ, μὲ τὴν ὁποίαν διὰ τῆς ψήφου της μὲ περιέβαλεν ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις, μὲ ἔθηκεν εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ὅτι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεχρέωσαν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον εἰς τὰς σκέψεις αὐτὰς, ἐστηρίζοντο ἐπὶ πραγμάτων καὶ γεγονότων.
§193ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν πιστεύετε, ὅτι ἡ αὐλὴ τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων θὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν ἄλλην ἀπὸ τὴν νόμιμον διὰ τὸν κύριον αὐτόν. Ἐὰν θέλῃ νὰ καταβιβασθῇ ὁ αὐτοκράτωρ τῶν Γάλλων μέχρις ἑνὸς Σουλιέ (θόρυβος).
§194ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα, ὅτι εἶμαι πεπεισμένος πληρέστατα, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Αὐτοκράτωρ τῶν Γάλλων, καθὼς καὶ ἡ Α. Μ. ἡ χαριτόβρυτος Βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας, καθὼς καὶ ἡ Α. Μ. ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Ῥωσσίας, οὐδέποτε θέλουν ὑποστηρίξει ἀξιώσεις μὴ στηριζομένας εἰς τὸ δίκαιον· ἀλλ’ ἀπαντῶ, ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα ἄλλως τὰ ἀντιλαμβάνονται πολλάκις οἱ ἄνθρωποι καὶ ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς ἀντελήφθημεν αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἄλλως, παρ’ ὅτι ἀντελήφθη ὁ ἔντιμος πρεσβευτὴς τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων, νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν ἀντιβαίνει εἰς τοὺς κανόνας τῆς φύσεως καὶ διὰ τῆς διαφορᾶς ταύτης ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτὸς δύναται νὰ προῆλθεν εἰς συμπεράσματα καὶ κρίσεις ὅλως διόλου ἀντιθέτους πρὸς τὰ συμπεράσματα καὶ τὰς κρίσεις, τὰς ὁποίας κάμνομεν. Ἐνῷ λοιπὸν ἐπεφέραμεν μόνον ἀντίῤῥησιν πρὸς τὸ τελευταῖον συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἀπάντησίν μας πρὸς τὸν ἔντιμον πρέσβυν τῆς Γαλλίας ἀνεκοίνωσα, συμπέρασμα κατὰ τὸ ὁποῖον ἐμαρτύρησα ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἑτοιμότητα πρὸς πληρωμὴν τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ, ἐπιμένων πάντοτε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ δικαίου καὶ τῆς ὑποχρεώσεως, ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἐξέτεινε τὸν λόγον ἐπὶ γεγονότα, ἐπὶ θεωρίας καὶ ἰδέας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠμφισβητήθησαν, καὶ τὰς ἐξέθηκε διὰ τρόπου, τοῦ ὁποίου ηὐχόμην νὰ μὴ ἔκαμνε χρῆσιν· ἡ κρίσις τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἕνεκα τῶν ὁποίων τοῦτο εἶπεν, ὅτι εἶναι ἕτοιμον νὰ προβῇ εἰς τὴν πληρωμὴν, αἱ κρίσεις αὗται στηρίζονται ἐπὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἴσως ἦτο εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ καλλίτερον ἀφ’ ὅτι ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος· δὲν ἦτο ἀποτέλεσμα ὑπεροχῆς ὅμως τοῦ συμβουλίου τῶν ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς ἰδιαιτέρας θέσεως, τῶν ἰδιαιτέρων καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐκλήθησαν οὗτοι νὰ ἐκπληρώσωσιν, ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι δὲν θέλει δυσαρεστηθῇ τις ἐξ ὑμῶν, ἐὰν τυχὸν δὲν ἔχῃ τὴν αὐτὴν σκέψιν μὲ ἡμᾶς. Χρεωστῶ, Κύριοι, πρὶν καταβῶ ἐντεῦθεν, χρεωστῶ νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ· πρὸ τούτου ὅμως χρεωστῶ ἀκόμη νὰ σᾶς ἐξηγήσω, ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε τὰς σκέψεις καὶ τὰς κρίσεις, τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον τὸ τωρινὸν καὶ τὸ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ· ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν ἐξήτασε τοὺς λόγους καὶ τὰς ἐπιστημονικὰς θεωρίας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ὡρμήθημεν ν’ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ εὐθὺς προέβη εἰς τὴν ἀποζημίωσιν ξένων ὑπηκόων καὶ μολαταῦτα, μολονότι τοιοῦτον προηγούμενον ὑπῆρχε καὶ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ἕκαστος νὰ μεταχειρισθῇ, μολαταῦτα ἐνομίζαμεν ὅτι καθῆκον εἴχαμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰς ἐναντίας σκέψεις, δὲν ἐφθάσαμεν δὲ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα, διότι μετεβάλομεν γνώμην, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦμεν ὑποστηρίζοντες τὴν αὐτὴν γνώμην μέχρι τέλους. Εἶμαι ἕτοιμος, Κύριοι, καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου, δὲν θέλομεν τελείως βαρυθυμήσει, ἐὰν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἡ ψῆφός σας ἐπέλθῃ ἐπιβαρύνουσα καὶ καταδικάζουσα τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· θέλομεν ἀποχωρήσει μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς παραστήσω, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος καὶ τῆς Ἐπικρατείας ἀπαιτεῖ νὰ μὴ ἀμφισβητήσητε πολὺ τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησίς σας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Γαλλικὴν Πρεσβείαν.
§195ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ τῆς γενικῆς χαρᾶς, τὴν ὁποίαν διήγειρεν ἡ ἐπιτυχία τῆς δικαιοτέρας τῶν ἐπαναστάσεων, ἡ πρώτη Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον ν’ ἀφήσῃ νὰ ὑποστῶσι μικράς τινας ζημίας ξένοι· ἐπρόκειτο δὲ περὶ ζημιῶν θετικῶν, ὄχι περὶ ἀπωλείας κέρδους, ἐπρόκειτο περὶ ζημίας, λαβούσης χώραν κατὰ τὴν νύκτα τῆς ἐπαναστάσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἠρνήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως ἐγγράφως καὶ προφορικῶς, ἀλλά, λόγῳ συνδρομῆς, λόγῳ εὐσπλαγχνίας, συνέτρεξε ζημίας τινάς. Ἐπαναλέγω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐνόμιζον πρέπον νὰ ὑποστῶσι ζημίας ξένοι τινὲς ὑπήκοοι ἐν τῷ μέσῳ τῆς γενικῆς ἀγαλλιάσεως, τῆς γενικῆς χαρᾶς. Ἀλλὰ δὲν ὑπέστη ὕβρεις, οὐδέποτε ἔγγραφον τοιοῦτον ἐκοινοποιήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἥτις διετήρησε τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἔθνους καὶ ἑαυτῆς.
§196ΚΑΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἐξιστόρησιν τῆς ὑπὸ τὴν σκέψιν σας ὑποθέσεως ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ μετὰ τὴν παρ’ ἄλλων ἐξέτασιν τῶν ἐγγράφων τοῦ Κυρίου Πρέσβεως τῆς Γαλλίας, θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὸ αὐτὸ ζήτημα, ἤτοι ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως ζητῆται ἡ ἀποζημίωσις· ὅστις μόνον μικρὸν βλέμμα ῥίψει ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, θέλει πεισθῆ, ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν καὶ τὸ ἄδικον ὑπὲρ ἐκείνου· τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σήμερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δικαίου, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, τῆς Πατρίδος ἡμῶν, καὶ πρὸ πάντων τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης. Ἐάν, Κύριοι, ἠθέλατε λάβει τὸν κόπον καὶ τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀναγνώσητε ἐσκεμμένως τὰ ἔγγραφα τοῦ Κυρίου Πρέσβεως, ἠθέλατε ἰδεῖ, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ πράξῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἢ νὰ ἐνδώσῃ, καὶ ὅμως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, ζητήσασα διὰ λόγων ἰσχυρῶν, διὰ τῶν νόμων αὐτῶν, οἵτινες ἰσχύουσι καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ν’ ἀποδείξῃ πόσον εἶναι ἄδικος ἡ ἀπαίτησις τοῦ Κυρίου Πρέσβεως τῆς Γαλλίας, καὶ ὅμως δὲν κατίσχυσαν αἱ παραστάσεις της. Ὁ Κύριος Πρέσβυς, μὴ ἔχων λόγους ἰσχυρούς, ἀπέσυρεν ἐπὶ τέλους τὴν ἀπαίτησίν του καὶ εἶπεν, ὅτι θέλει ἀποταθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, ἀπετάθη πραγματικῶς καὶ αὕτη διέταξεν αὐτὸν νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποζημίωσιν κατ’ ἐντολὴν τῆς Αὐτοκρατορικῆς Κυβερνήσεως. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὄχι πλέον ὁ Κύριος Πρέσβυς, ἀλλ’ ἡ Αὐτοκρατορικὴ Κυβέρνησις ἀπαιτεῖ τὴν ἀποζημίωσιν· ἀφοῦ αὕτη τὴν ζητεῖ πρέπει νὰ τὴν δώσωμεν· ἓν μόνον ἀπομένει εἰς ἡμᾶς, ἀσθενεῖς ἀπέναντι ἰσχυρῶν, καὶ μὴ δυναμένους ν’ ἀρνηθῶμεν, νὰ φέρωμεν εἰς τὴν δημοσιότητα πάντα τὰ διατρέξαντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ὁ Κόσμος ὅλος ἂς κρίνῃ, ἐὰν δικαίως ἢ ἀδίκως ὑπεβλήθημεν εἰς ἀποζημίωσιν. Ὁ Κύριος Πρέσβυς τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων ἀποδίδει εἰς τὴν Ἑλλάδα πολλὰ κακά, διαπραχθέντα δῆθεν ἀπὸ τῆς μεταβολῆς. Ἐὰν ὁ Κύριος Πρέσβυς τῆς Γαλλίας ἤθελεν ἀναγνώσει τὸν συμπολίτην του Capefique καὶ τὸν κατὰ τὸ 1848 Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας ἐν Παρισίοις Normamby, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ διεπράχθησαν τρομερὰ ἐγκλήματα. Μόλις εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἐπανάστασις τῆς 22 Φεβρουαρίου 1848, καὶ πλῆθος λαοῦ ὥρμησε πρὸς τὸ palais royal, καὶ διήρπασε τὸ κατάστημα τοῦ ὁπλοποιοῦ Lepage· ἀπέβαλον οἱ ἐργάται Γάλλοι ἅπαντας τοὺς ξένους ἐργάτας ἀπὸ τὰ διάφορα καταστήματα· ἐζήτησαν νὰ κρατήσωσι καὶ αὐτὰ τὰ λείψανα τῶν ἐργασιῶν των, τὰ εἰς τὰ ταμιευτήρια κατατεθειμένα. Τὴν 25 Φεβρουαρίου 1848 ἐθνοφύλακες καὶ στρατιῶται μετέβησαν εἰς τὴν ἔπαυλιν τοῦ πρώην Βασιλέως Φιλίππου, Neuilly, καὶ ἀφοῦ διήρπασαν πᾶν ὅ,τι ὑπῆρχεν ἐν τῷ Παλατίῳ καὶ εἰς τὰς ὀλίγας οἰκίας τῶν κατοίκων, ἔβαλον πῦρ καὶ κατέκαυσαν αὐτό. Μετέβησαν ἀκολούθως εἰς τὴν Sourène, ἐξοχὴν τοῦ μεγάλου καὶ τότε καὶ σήμερον τραπεζίτου Ῥοτσχὶλδ, καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ ἐμπρήσωσι καὶ ταύτην, ἂν δὲν ἐδίδοντο αὐτοῖς 50,000 φράγκα. Καὶ στρατιῶται καὶ ἐθνοφύλακες οὐχὶ μόνον κατὰ τῶν φανῶν τῆς πόλεως ἐσκόπευον διὰ τῶν ὅπλων των, ἀλλὰ καὶ κατὰ πολλῶν διαβατῶν, καὶ ὅμως οὔτε οἱ γράψαντες περὶ τῶν συμβάντων τούτων οὔτε ἄλλοι κατηγόρησαν ἅπαν τὸ Γαλλικὸν Ἔθνος ὡς βάρβαρον καὶ κακοῦργον, ὡς ὁ Κύριος Πρέσβυς μὲ ἄλλας λέξεις θέλει νὰ χαρακτηρίσῃ ἡμᾶς. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ὅπου ἀλλαχοῦ ἂν ἐπέλθῃ τοιαύτη μεταβολὴ, εἶναι ἑπόμενον νὰ λάβωσι χώραν ἀταξίαι καὶ κακουργήματα. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις εἶναι ἄνθρωποι μοχθηροὶ, διαπράττουν διάφορα κακουργήματα, φρονοῦντες, ὅτι ἐν τῇ ἐπαναστάσει πᾶν ὅ,τι πράξωσι δὲν καταδιώκεται, καὶ ἄλλοι, οἵτινες νομίζουσι τὴν περίστασιν κατάλληλον νὰ πράττωσιν ἀνομίας, οὐδεὶς ὅμως, καὶ πολὺ μᾶλλον Πρέσβυς τόπου, ἔνθα τοιαῦτα πολλάκις διεπράχθησαν, δικαιοῦται ν’ ἀποδίδῃ τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα εἰς ἅπαν τὸ ἔθνος, καὶ νὰ ἐξυβρίζῃ τὴν Κυβέρνησίν του. Δὲν ἐκτείνομαι περαιτέρω, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ προτείνω ὑμῖν, ἀφοῦ ἡ τελευταία τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Γαλλίας ἀπαίτησις στηρίζεται εἰς ἐντολὴν Αὐτοκρατορικὴν, νὰ δεχθῆτε τὴν ζητουμένην ἀποζημίωσιν, νὰ ἐπιβάλητε δὲ εἰς τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τῆς Αὐτοκρατορικῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀλληλογραφίαν, καὶ νὰ δημοσιεύσῃ ταύτην διὰ μιᾶς τῶν ἐν Παρισίοις ἐκδιδομένων ἐφημερίδων, καὶ διὰ τῆς Βελγικῆς Ἀνεξαρτησίας.
§197ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐρωτῶ ἂν ἐπληρώθη κἀνὲν ποσὸν εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
§198Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διαβεβαιῶ τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἀπέναντι τῶν ἀπαιτήσεων τούτων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος, δὲν ἐπληρώθη οὐδὲν ποσὸν ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ταμείου.
§199ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ, Κύριοι, τὸ προκείμενον ζήτημα διὰ μακρῶν ἐσυζητήθη, θὰ περιορισθῶ ἀπολύτως εἰς ὅτι ἀναπόφευκτον εἶναι νὰ ἐξετασθῇ πρὶν ἡ Συνέλευσις φθάσῃ εἰς ψηφοφορίαν. Πρὸ παντὸς ἄλλου, Κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς τίθεται τὸ ζήτημα παρὰ τοῦ Κ. Πρέσβεως τῆς Γαλλίας· πρέπει δὲ ν’ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν ταύτην, διότι παρετήρησα, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς καὶ ὁ προλαλήσας, δὲν ἔθεσαν αὐτὸ, ὡς τὸ θέτει ὁ Κ. Πρέσβυς· ἡ δὲ διαφορὰ εἶναι ἄπειρος. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θεωρεῖ, ὅτι τὸ δίκαιον τοῦ Κ. Πρέσβεως στηρίζεται εἰς τὸ συμβὰν, ὅτι ἄνθρωποι ἐκπροσωποῦντες τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διέπραξαν τὰ ἐγκλήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖται ἀποζημίωσις. Ἀλλὰ Κύριοι, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι, ἂν ὁ Κ. Πρέσβυς τῆς Γαλλίας ἤθελε περιορισθῆ εἰς τοῦτο καὶ μόνον, δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς ἀπαιτήσεις ἀποζημιώσεως ἐκ μέρους τῆς Αὐτοκρατορικῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν εἷς ἰδιώτης βλάπτηται, ὁ Κ. Πρέσβυς τῆς Γαλλίας γνωρίζει ὅτι τὰ δικαστήρια θέλουν δικάσει τὸν βλάψαντα, ἡ δὲ ἀγωγὴ τῆς ἱκανοποιήσεως θὰ ἀπευθυνθῇ κατὰ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἔβλαψεν· εἰ δὲ ἡ βλάβη ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐξουσίας, πάλιν τὰ δικαστήρια θέλουσι δικάσει, ἡ δὲ ἀγωγὴ θέλει ἀποταθῇ κατὰ τοῦ δημοσίου. Αὐτὰς τὰς ἀρχὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰς ἀγνοῇ ὁ Κ. Πρέσβυς τῆς Γαλλίας· καὶ τῳόντι δὲν ἐπέτρεψε τῷ Σουλιὲ νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, ὅπως ἀπαιτήσῃ τὴν ἀποζημίωσιν ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸν λόγον, ὅτι θεωρεῖ τὴν δικαιοσύνην ἐκλιποῦσαν ἀπὸ τοῦ ἔθνους τούτου, διότι αὐτὴ ἡ ἐπικράτεια εἶναι συνένοχος εἰς τὰ ἀδικήματα. Εἰς τὴν τελευταίαν διακοίνωσίν του ἀναφέρει· «Τὰ δικαστήρια δικάζουσι τὰ συνήθη γεγονότα, ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ ἀδυναμία δικαιοσύνης συνεπείᾳ ἐνοχῆς τῆς ἐπικρατείας, ἡ ἐπέμβασις ἐπιτρέπεται». Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι λίαν ὀνειδιστικὴ ἡ πληρωμὴ τῆς ἀποζημιώσεως, ἡ ὁποία ζητεῖται. Ἡ παραδοχὴ τοῦ ἔθνους, ἡ συγκατάθεσις αὐτοῦ, εἰς τὸ νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις εἰς τὸν Σουλιὲ δυνάμει τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ Κ. Πρέσβυς τῆς Γαλλίας εἰς μέσον, εἶναι λίαν ὀνειδιστικὴ, προστρίβει εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος μῶμον ἀνεξάλειπτον. Ἴσα ἴσα δὲ, διότι πρόκειται περὶ τοιαύτης μομφῆς, περὶ τοιαύτης κηλίδος, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔσφαλε νὰ μὴ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως πρὶν στείλῃ τὴν τελευταίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν Κ. Βουρέ, διὰ τῆς ὁποίας προσφέρεται εἰς τὴν πληρωμήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ τελευταία αὕτη διακοίνωσις τοῦ Κ. Δηλιγιάννη περιλαμβάνει ἀνασκευὴν λεπτομερῆ λογικὴν καὶ ὑπὸ πολλοῦ πατριωτισμοῦ ἐμπνευμένην ὅλων τῶν θεωριῶν καὶ ὅλων τῶν λόγων τοῦ Κ. Πρέσβεως τῆς Γαλλίας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ βάσις τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Γαλλίας εἶναι τοιαύτη, ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπῃ τὸν τελευταῖον λόγον, νὰ προσφέρῃ τὴν πληρωμὴν, πρὶν φέρῃ τὸ περὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐπαναστάσεως ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ ἂν ἀκόμη ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ πληρωμὴ ἦτον ἀναπόφευκτος. Παρεκτὸς τούτου ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις, γνωρίζω κάλλιστα, πόσον ἐταράχθη ἐπὶ τοῖς γενομένοις κατὰ τῆς Αὐστριακῆς, ἔπρεπε νὰ συμπεράνῃ, ὅτι τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα τῆς φρίκης, τὴν ὁποίαν ἐπροξένησεν ἡ πρᾶξις αὕτη εἰς αὐτὸν καὶ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος καὶ τὴν Συνέλευσιν, ἤθελε προξενήσει καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις κρατεῖ τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος εἰς χεῖράς του, εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, τοῦ ὁποίου τὴν κοινὴν γνώμην ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ποιῆται περὶ πολλοῦ· ἑπομένως ὤφειλε νὰ δημοσιεύσῃ διὰ τὸ εὐρωπαϊκὸν κοινὸν τὰς δικαιολογίας, τὰς ὁποίας ἀντέταξεν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Γαλλίας, ἰδίως μάλιστα ἀφοῦ ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶδε τὰς διακοινώσεις τῆς τε Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας δημοσιευμένας διὰ τοῦ Μηνύτορος. Αἱ διακοινώσεις αὗται ἔχρῃζον ἀνασκευῆς, διότι, οὔτε ἀκριβῆ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων περιέχουσαι καὶ λίαν εὐγλώττως καὶ τεχνηέντως συντεταγμέναι, ὑπεστήριζον θαυμασίως τὰς κρίσεις τῶν Κυρίων Πρέσβεων περὶ τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων, τὰς τόσον ὀλεθρίας καὶ ψευδεῖς. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον νομίζω, διότι ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προέλθῃ ἀμέσως εἰς τὴν πληρωμὴν, χωρὶς νὰ μεσολαβήσῃ καιρὸς μεταξὺ τοῦ ἀξιολόγου ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον περιεῖχε τὴν ἀπολογίαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῆς προσφορᾶς τῆς ἀποζημιώσεως· τοῦτον δὲ τὸν καιρὸν ἔπρεπε νὰ διαθέσῃ ἡ Ἑλλὰς ὅπως προσφύγῃ εἰς ἓν ἐκ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθησαν πάντοτε αἱ Κυβερνήσεις, ὅταν ἦλθαν εἰς διαφωνίας καὶ ἔριδας, καὶ μάλιστα αἱ μικρότεραι ἐπικράτειαι, ὅταν ἔρχωνται εἰς ἔριδας πρὸς τὰς μεγαλειτέρας. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι πρὶν νὰ σύρῃ τὸ ξίφος ἡ ἀπαιτοῦσα παρά τινος ἐπικρατείας δύναμις ἱκανοποίησιν, τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν ἔχει πολλοὺς τρόπους, ὥστε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν χύσιν τοῦ ἀνθρωπίνου αἵματος. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προσεπάθησε πρὸ μικροῦ μὲ πολλὴν εὐγλωτίαν ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι τὸ σύρειν τὸ ξίφος εἶναι δίκαιον ἀναγνωρισμένον ὑπὸ τῶν ἐθνῶν· ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀμφιβάλλῃ ὁ Κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι καμμία Κυβέρνησις πολιτισμένη δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ, πρὶν ἐξαντλήσει τὰ διαλλακτικὰ μέσα, καὶ πρὶν ἡ πεφωτισμένη γνώμη τῶν Εὐρωπαίων ἀποφασίσῃ ὅτι ἔχει τὸ δίκαιον ὑπὲρ αὑτοῦ· ἴσως ἴσως, διότι ἡ Ἑλληνικὴ ἐπικράτεια ἦτον ἀδύνατος, ἔπρεπεν ἔτι περισσότερον νὰ ἐκτιμήσῃ τοῦτο ὁ ἡμέτερος Ὑπουργός. Καὶ διατὶ, Κύριοι, ἐνόμισα ἀναγκαῖον ὅτι πρέπει νὰ σᾶς εἴπω τὰς ἰδέας μου ταύτας; ἆρα διότι νομίζω ὅτι ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι κατώτερός τινος ἐξ ἡμῶν εἰς τὸν πατριωτισμὸν, ἢ ὅτι ὀλιγώτερον ἡμῶν φροντίζει περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, καὶ ἦλθα ἐπὶ τούτοις νὰ τὸν ἐλέγξω; ὄχι· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς θέλει λυπηθῆ, ὅταν, ἐρχόμενος ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, βλέπῃ ὅτι ἔδεσεν αὐτῆς τὰς χεῖρας, διότι δὲν δύναται πλέον ἡ Συνέλευσις νὰ σκεφθῇ ὅπως ἠδύνατο, ἂν δὲν ἤθελε μεσολαβήσει ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως ὅτι προσφέρει τὰ χρήματα. Τί θέλετε ἡ Συνέλευσις νὰ εἴπῃ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀπέκρουσε μὲν τὴν αἴτησιν, ἀλλὰ πρὶν ἐξαντλήσῃ τὴν ὕλην προσέφερε τὰ χρήματα; Τί θέλετε νὰ εἴπῃ ἡ Συνέλευσις, ὅταν ἡ ἀντιπροσωπεύουσα αὐτὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν Κυβέρνησις ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασιν; Οὐδέποτε πρέπει νὰ καταδεχθῆτε ν’ ἀναιρέσετε τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως· ἀφοῦ ἡ Γαλλία δὲν πείθεται νὰ παύσῃ ἐπεμβαίνουσα ὑπὲρ τοῦ ὑπηκόου αὑτῆς, ἐδυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν μεσολάβησιν τρίτης δυνάμεως, καὶ εἶμαι πολὺ βέβαιος, ὅτι ἡ τρίτη δύναμις ἤθελε πείσῃ τὴν Γαλλίαν, ὅτι παρεξήγησαν εἰς αὐτὴν τὰ πράγματα· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἀπέφραξε πλέον τὸν δρόμον. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ προσφυγὴ εἰς τὸν Αὐτοκράτορα, ἥν τινες προτείνουν, δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰ ἔθιμα τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν καὶ τοὺς κανόνας, οἵτινες διέπουν τὰς σχέσεις τῶν Συνελεύσεων καὶ τῶν Κοινοβουλίων πρὸς τὰς Κυβερνήσεις των καὶ τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ τὶ ἀτοπώτερον παρὰ ἡ Συνέλευσις ὅλη νὰ αἰσθάνηται τὸ ἄδικον, νὰ τὸ αἰσθάνηται δριμύτατον, διότι προστρίβεται τοιαύτη μομφὴ ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ μολαταῦτα νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν τιμήν της! Ἀλλὰ Κύριοι, ἐὰν ἡ Συνέλευσις νομίζῃ, ὅπως νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τώρα πλέον κανὲν ἐκ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἄνευ τῆς διακοινώσεως ταύτης ὑπῆρχον εἰς τὴν ἐξουσίαν μας, τοὐλάχιστον εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια ἡμῶν ἡ ἐθνικὴ ἀπαιτεῖ ἵνα ἡ ψήφισις τῆς πιστώσεως μὴ γίνῃ ἁπλῶς καὶ καθαρῶς. Τὸ ζήτημα φέρεται ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἀπόφασις τοῦ Ἔθνους, δὲν εἶναι ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ κηρύξῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἔχει· ἂν δὲ θὰ ἐπιψηφίσῃ τὴν πίστωσιν, πρέπει νὰ ψηφίσῃ συγχρόνως καὶ πρότασιν εἰδικήν. Ἡ ψήφισις τῆς πιστώσεως πρέπει νὰ γίνῃ ἔμμεσος, πρέπει νὰ εἴπῃ, «ἀποκρούω ὁλοτελῶς τὴν προσβολὴν τῆς τιμῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἀποκρούω τὴν ὕπαρξιν τῶν γεγονότων, ὅπως ἐτέθησαν παρὰ τῶν ξένων πρέσβεων· δὲν ἀναγνωρίζω οὐδόλως δικαίωμα ἀποζημιώσεως, διότι δὲν ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐξέλειπεν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, οὔτε ἔχω κανὲν ἐνδόσιμον, ὅτι ἡ ἐπικράτεια ἐνέχεται εἰς τὰ ἐγκλήματα ταῦτα· μολαταῦτα ψηφίζω τὴν πρότασιν, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω διατί.» Ἀποκρούω τὴν θεωρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι σώζεται ἡ τιμὴ ἡ Ἑλληνικὴ διὰ τῆς κατὰ κόρον ἐπαναλήψεως εὐγνωμοσύνη καὶ εὐγνωμοσύνη, διότι κανεὶς δὲν πρέπει νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἡ Εὐρώπη μᾶς ἐκτιμᾶ, ὅταν ἡμεῖς δὲν ἠξεύρωμεν νὰ σεβασθῶμεν τὰ δικαιώματά μας, εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ὁποίων ἐκείνη συνετέλεσεν. Ἡ Εὐρώπη ἔχυσε τὸ αἷμά της ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος οὐχὶ τυχαίως, ἀλλ’ ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι, βασίλειον γενομένη, θέλει εἶσθαι ἀξία νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ νὰ σεβασθῇ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν αὐτονομίαν της, ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐννοήσῃ ὅτι αἱ ἰδιότητες αὗται οὔτε αὐξάνουν οὔτε μειοῦνται ἀναλόγως τῆς δυνάμεως τῶν ἐπικρατειῶν. Ὅταν ὅμως βλέπῃ τὴν Ἑλλάδα ταπεινουμένην ἐνώπιον τῶν κοινοτέρων ἰδεῶν ἀκαταπαύστως καὶ καθημερινῶς, ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι ἡ ἰδέα τῶν Εὐρωπαίων περὶ Ἑλλάδος ἔσεται μικρά· τὸ δὲ κακὸν ἔσεται μέγα, ἐὰν κατὰ τὴν πρώτην ἀνατολὴν τῆς νέας ταύτης ἐποχῆς τῆς Ἑλλάδος δείξῃ ἡ Συνέλευσις ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐξακολουθεῖ τὴν πορείαν τοῦ παρελθόντος. Εἶναι περιττὸν, Κύριοι, νὰ ἐπιμείνω εἰς τὰς ἀποδείξεις τῆς ἀδικίας, ἀφοῦ τόσα ἐῤῥέθησαν καὶ ἀφοῦ τὸ ἄδικον εἶναι τόσον φανερὸν, ὥστε οὐδεὶς ἀπορεῖ, οὔτε περὶ τῶν λόγων, οὔτε περὶ τοῦ μεγέθους αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑποστηρίζω πρότασιν περὶ ἐμμέσου παραδοχῆς τῆς πιστώσεως, διὰ τοῦτο συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγας τινὰς λέξεις. Ὁ Κ. Βουρὲ εἰς τὴν τελευταίαν διακοίνωσιν τῆς 29 Μαΐου, ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς διατυπώνει τὸ δίκαιον τοῦ ὑπηκόου του· «πολλὰ ὑπεσχέθητε, λέγει, καὶ ὑμεῖς καὶ ἡ Συνέλευσις περὶ καταδιώξεως καὶ τιμωρίας, ἀλλὰ μέχρι τῆς 23 τρέχ. ἀκόμη ἐπεριμέναμεν ἀνωφελῶς.» Ὁ Κ. Βουρὲ δεινῶς λανθάνεται ἐν τῇ διακοινώσει του, θέτων βάσιν, ἡ ὁποία προφανῶς δὲν εἶναι ἀληθής· ὅταν δὲ ἡ βάσις δὲν ᾖναι ἀληθὴς, καὶ ἡ ἀπαίτησις εἶναι ἄδικος· καὶ λυποῦμαι διότι ἐν τῇ τελευταίᾳ διακοινώσει τοῦ Πρέσβεως φαίνεται, ὅτι καὶ ὁ Αὐτοκράτωρ ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐνέκρινε τὴν διαγωγὴν τοῦ Πρέσβεως καὶ τὴν ἀπάντησιν αὐτοῦ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πολὺ πρὸ τῆς 23 Μαΐου ἔγραψε πρὸς τὸν Κύριον Βουρὲ, ὅτι ὅλοι συνελήφθησαν πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς δικαιοσύνης, ὅτι δύο στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι προσέβαλαν τὸν Ἄραβα, ἐτιμωρήθησαν ἀπὸ τὸ Στρατοδικεῖον (νομίζω ὅτι ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν ἐτιμωρήθη μὲ δύο ἐτῶν φυλάκισιν·) ὅτι οἱ προσβαλόντες τὴν τιμὴν τῆς Αὐστριακῆς συνελήφθησαν εὐθὺς ἀμέσως· ὅτι ἡ ἀνάκρισις δραστηρίως ἐνεργεῖται, καὶ ὅτι προσδιωρίσθη καὶ τὸ δικαστήριον τῆς ἐκδικάσεως τῶν κατηγορουμένων, τὸ κακουργιοδικεῖον Σύρου, οὗτινος αἱ συνεδριάσεις ἄρχονται τὴν 15/27 Ἰουνίου καὶ τοῦ ὁποίου πρωτίστη δίκη ἔσεται αὐτή· ὅτι τέλος ὁ κτυπήσας μὲ τὸν γρόνθον τὸν ὑπηρέτην τοῦ ῥουλιὲ εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακάς. Καὶ μολαταῦτα ὁ Κύριος Βουρὲ, γράφων τὴν 29, ἀποφαίνεται «ὅτι ἀνωφελῶς περιέμενε τὴν ὑπόσχεσιν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συνελεύσεως». «Ἄλλως, προσθέτει ὁ Κ. Βουρὲ, ἡ εὐθύνη εἶναι μεγίστη τῶν ὑπουργῶν διὰ τὴν ἀνοχὴν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπράχθησαν ἀτιμωρητεὶ ἐπὶ ἕνα μῆνα ὅσα ὁ ποινικὸς νόμος διαλαμβάνει ἐγκλήματα· ἐλπίζω, προσθέτει, καλλιτέραν ἐν Ἑλλάδι ἐποχὴν καὶ πιστεύω ὅτι θέλουσι τιμωρηθῆ οἱ πταίσαντες, ἀλλὰ τοιαύτη βραδεῖα τιμωρία εἰς τί ὠφελεῖ;» Ὁ Κ. Βουρὲ ἐκτὸς ὅτι ἀρνεῖται γεγονότα ἐπίσημα, προχείρως ἀποδεικνυόμενα ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν ἡμερομηνιῶν τῶν διαμειφθέντων ἐγγράφων, πλανᾶται καὶ περὶ τὸ δίκαιον, διότι ἡ θεωρία του εἶναι ἐσφαλμένη καὶ σόλοικος· ὁ Κ. Βουρὲ, νομίζει ὅτι οἱ ξένοι ὑπήκοοι ἔχουν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῶσι ταχυτέραν τὴν τιμωρίαν τῶν γενομένων κατ’ αὐτῶν ἐγκλημάτων, ὄχι μόνον παρ’ ὅσον οἱ ἡμεδαποὶ δύνανται ν’ ἀπαιτήσωσιν, ἀλλὰ ταχυτέραν παρ’ ὅσον οἱ νόμοι μας ἐπιτρέπουν. Ὁ Κύριος Βουρὲ ἀξιοῖ ὅτι ἔπρεπε νὰ ᾖναι δικασμένοι οἱ προσβαλόντες τὴν τιμὴν τῆς Αὐστριακῆς, ἐνῷ ἡ ὑπόθεσις κατὰ τὴν κοινὴν καὶ τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν μας ἀνάγεται εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον, καὶ κακουργιοδικεῖα δὲν ὑπάρχουν ἀκόμη, διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἄρχεται ἡ περίοδος αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ Κ. Βουρὲ ὁμιλεῖ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ὡς ἄτομον, διότι ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία εἶναι μήτηρ τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ δὲν ἔπρεπε τοιαύτας νὰ πρεσβεύῃ ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἡ Γαλλία ἀποκρούει. Παρ’ ἐκείνης ἐδιδάχθημεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δικάζωμεν τοὺς ἀνθρώπους ἀναπολογήτους, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραβιάζωμεν τοὺς νομίμους τύπους χάριν λόγων ἰδιαιτέρων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνιστῶμεν ἐξαιρετικὰ δικαστήρια, χάριν ἀτόμων ἢ ἕνεκα φόβου, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ἄνευ προνομίων. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ἐγνωρίσαμεν μετὰ τῆς ἀνεξαρτησίας μας τὸν πολιτισμὸν τοῦ νεωτέρου κόσμου, τὴν νομοθεσίαν αὐτοῦ ἠσπάσθημεν, καὶ ταύτην ἀδιακόπως ἐφαρμόζομεν· δὲν ἔπρεπεν ὁ Κ. Βουρὲ νὰ ἐκπλαγῇ, ἂν μὲ τὸν πολιτισμὸν τοῦτον ἀνατραφέντες, ἀξιῶμεν τὰ ἴσα τῇ πατρίδι του. Ὡς εἶναι λοιπὸν τοῦ Κ. Βουρὲ ἄδικος κατὰ τὰ πράγματα ἡ ἀπαίτησις, οὕτως εἶναι ἄδικος καὶ κατὰ θεωρίαν. Les etrangers, λέγει ὁ Martens, n'ont aucun droit de demander, qu’ on étabbissent en leuz faveur des tribunaux particuliers. ou des commissions particulières, on que leurs causes soient jugées les premières; ils doivent se contenter d’ être traités à l’ égal des sujets naturels. «Οἱ ξένοι δὲν ἔχουσι κἀνὲν δικαίωμα νὰ ζητῶσι τὴν σύστασιν εἰδικῶν ἐπιτροπῶν ἐξαιρετικῶς ὑπὲρ αὑτῶν, οὔτε νὰ δικάζωνται πρῶται αἱ ὑποθέσεις αὐτῶν· χρεωστοῦν νὰ εὐχαριστηθῶσιν, ὅταν προσφέρωνται πρὸς αὐτοὺς ὅπως πρὸς τοὺς ἡμεδαπούς» Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς ἀρχῆς ἂν εὐθύνεται τὸ δημόσιον, ὅταν ὁ ξένος προσβάλλεται ὑπὸ ὀργάνου τινος τῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἀμφισβητεῖται τὸ δεύτερον μέρος τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον ὑπερασπίζεται ὁ Κ. Βουρὲ, τὸ δίκαιον τοῦ ἐπεμβαίνειν. Ὁ Κ. Βουρὲ, ἀδικεῖ τὴν Ἑλλάδα, ἀδικεῖ τὴν ἐπανάστασιν. Ὑπάρχουσι περιπτώσεις ἐξαιρετικαὶ, καθ’ ἃς οἱ ξένοι προσφεύγουσιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις αὑτῶν, ἀλλὰ πότε; ὅταν ἀρνῆται εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνην ὁ τόπος, ὅταν γίνηται προσφυγὴ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ τὰ δικαστήρια φανῶσι τοσοῦτον ἀχρεῖα, ὥστε ὅλας τὰς θύρας τῆς δικαιοσύνης σκανδαλωδῶς ἀποκλείσωσιν εἰς τὸν ξένον. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὶ παρατηρῶ εἰς τὴν διακοίνωσιν τοῦ πρέσβεως τῆς Γαλλίας; μόλις ἐῤῥίφθη ὁ πρῶτος λίθος κατὰ τῆς σκηνῆς αὐτοῦ τοῦ θεατρώνου, καὶ παρευθὺς ἡ πρώτη διακοίνωσις τοῦ Κ. Βουρὲ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν ἀπαιτεῖ ἀποζημιώσεις. Ἀπαιτεῖ ἀποζημιώσεις πρὸς κοινὸν σκάνδαλον, διότι δι’ αὑτῆς καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν, ὅτι εἰς τὸν λαβόντα ἄδειαν τοῦ μετελθεῖν βιομηχανίαν τινα ξένον δὲν δύναται ἡ ἀστυνομία ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν περαιτέρω ἐξακολούθησιν, καὶ ἂν ἡ ἐξάσκησις αὕτη διαταράττῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ ἂν ἡ ἄδεια δὲν ὁρίζῃ χρόνον διαρκείας! καὶ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ ξένου δουλόνει τὴν ἐπικράτειαν εἰς αὑτὸν, ἐκτὸς ἐὰν τὸν ἀποζημιώσῃ μέχρι λεπτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, ὁ Σουλιὲ εἶχε δικαίωμα ἀγωγῆς κατὰ τοῦ δημοσίου· ἀλλὰ δὲν προσφεύγει εἰς τὰ δικαστήρια, διότι ἐμποδίζει αὐτὸν ὁ πρέσβυς του, πρὸς τὸν ὁποῖον εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς προσέφυγε, ἐνῷ τὸ δικαίωμα αὐτό δὲν τὸ εἶχεν, εἰμὴ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τοῖς ξένοις παρέχει ἐν Ἑλλάδι ἡ δικαιοσύνη. Δὲν εἶχε δὲ ἀφορμὴν οὐδεμίαν ὁ Κ. Βουρὲ νὰ πιστεύῃ, ὅτι τὰ δικαστήρια ἤθελον ἀδικήσει τὸν ξένον· διότι, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ δικαστήρια ἐν Ἑλλάδι μεροληπτοῦσι, μεροληπτοῦσιν ὑπὲρ τῶν ξένων καὶ οὐχὶ κατ’ αὑτῶν. Αὐτὸ τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τῆς φιλοξενείας ἀπαντᾶται ποῦ καὶ ποῦ καὶ εἰς τὰ δικαστήρια, ὅπερ εἶναι μία μεγάλη ἀπόδειξις, ὅτι ὁ πολιτισμὸς εἰς τὸν Ἕλληνα εἶνε φύσις καὶ συγγεννᾶται μετ’ αὐτοῦ. Ποτὲ, Κύριοι, δὲν ἔγεινε διακοίνωσις ἢ παράπονον ἔκ τινος Δυνάμεως ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ ἀρνήσει δικαιοσύνης πρὸς τοὺς ξένους. Τὴν δικαιοσύνην τὴν δικαστικὴν, τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστῶν, ποτὲ δὲν ἔλαβον καμμίαν ἀφορμὴν νὰ κατηγορήσωσιν. Οἱ ξένοι ἐν Ἑλλάδι εὑρίσκονται ἄριστα, διότι ἔχουν πολλὰ περισσότερα προνόμια, παρὰ εἰς ἄλλα μέρη. Οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους πληρώνουν, εἶναι καὶ ὀλιγώτεροι καὶ πολὺ κατώτεροι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους πληρώνουν ἀλλαχοῦ. Ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἔθνος, ἐπὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν δὲν ἐξασκεῖ τὸ παραμικρὸν προνόμιον, δὲν φέρει τὸ μικρότερον βάρος, ἐνῷ τοιαῦτα δικαιώματα ὑπάρχουν εἰς πολλὰ ἔθνη· ὑπῆρχον δὲ καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν μέχρι τοῦ 1819. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης γνωρίζω, ὅτι τὴν εὐθύτητα τῶν Ἑλλ. δικαστηρίων τοσοῦτον ἐκτιμῶσιν οἱ ξένοι, ὥστε ἐγὼ αὐτὸς ὑπερασπίσθην δίκας ἐνώπιον τῶν ἐνταῦθα δικαστηρίων μεταξὺ ἀλλοδαποῦ καὶ ἀλλοδαποῦ, οἵτινες ὑπέβαλον τὰς διαφορὰς αὐτῶν εἰς τὰ ἐν Τουρκίᾳ προξενικὰ ἡμῶν δικαστήρια καὶ ἔπειτα κατ’ ἔφεσιν καὶ κατ’ ἀναίρεσιν ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ μετριοπάθεια, ἡ εὐγένεια καὶ ἡ σύνεσις τοῦ τε λαοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐπαναστάσεως κατέστησαν τὴν ἐπανάστασίν μας ἀνωτέραν τῶν ἀπευθυνομένων ἤδη κατ’ αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Κυρίου Βουρβὲ προσβολῶν. Ὁ δὲ ἰσχυρισμὸς τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποζημιώσεως, εἶναι ἀνυπόστατος, διότι αὕτη πρὸς τιμὴν τῆς Ἑλλάδος ἐπλήρωσε μόνον ἀμέσους καὶ μικροῦ λόγου ἀξίας ζημίας, ἐπισυμβάσας τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλ’ ἄνευ ἐπεμβάσεως καὶ ἑκουσίως. Ὀκτὼ μῆνας, Κύριοι, διατελοῦμεν ἐν ἐπαναστάσει, ὁ τόπος μας, ἕνεκα τῆς θέσεώς του βρίθει ἀπὸ ξένους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐξαπλωμένοι εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος· ὁ τόπος εἶναι ἀφύλλακτος, διότι δὲν ἔχομεν τὰς δυνάμεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐν ὁμαλῇ καταστάσει, καὶ μολαταῦτα ποῖαι ζημίαι κατεφέρθησαν κατὰ τῶν ξένων; Ἄν ἐξετάσητε τὸν βίον τὸν ἐπαναστατικὸν τῆς Ἑλλάδος, δὲν θέλετε ἀπαντήσει αὐτὰς τὰς βιαιοπραγίας, εἰμὴ μόνον εἰς τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν πραγματευόμεθα. Ἀλλά, Κύριοι, ὅταν ὁ Κ. Βουρβὲ εἶχεν ἐνώπιόν του τοιαύτην ἐπανάστασιν, τόσον ἠθικὴν, τόσον μεγαλοπρεπῆ, ἥτις δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἀπέσπασε ἐκ τῶν χειλέων του ἐπαίνους ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, δὲν ἔπρεπε νὰ καταδεχθῇ νὰ ἀποδώσῃ τοιαύτην κακοτροπίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Σουλιέ· ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἐκ φύσεως τὸ κινητὸν αὐτὸ κατάστημα τοῦ Σουλιέ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ προκαλῇ ἀταξίας τοιαύτας, ἐν ὥρᾳ μάλιστα ἀνωμάλῳ, ἐν ὥρᾳ ἀβεβαιότητος, καθότι μέχρι πρὸ μικροῦ δὲν ἠξεύραμεν, ἂν θὰ ἔχωμεν Βασιλέα ἐν ὥραις τοιαύταις, ἐν τῷ μέσῳ τόσων καὶ τόσων ἐξωτερικῶν ῥαδιουργιῶν διόλου παράξενον, ἂν ἐξετράπησαν εἰς ἐγκλήματα ἄνθρωποι τῆς ἐξουσίας, διότι καὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι εἶναι, ἰδίως πρὸς αὐτοὺς στρέφονται αἱ ῥαδιουργίαι τῶν ἐπιβουλευομένων τὴν ἐπανάστασίν μας· ἐνίοτε δὲ τὰ ἐγκλήματα συμβαίνουν καὶ κατὰ σύμπτωσιν, ἀλλά, Κύριοι, ποτὲ δὲν διενοήθη ἡ ἱστορία νὰ καταδικάσῃ τὰς τοιαύτας ἐποχὰς τόσον ὀνειδιστικῶς. Ὁ Κ. Βουρβὲ στηρίζεται προσέτι εἰς τὸ ὅτι ἡμεῖς ἐκαλέσαμεν τὸν Σουλιὲ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνει, Κύριοι, εἰς τὰ ἔγγραφα του πολλάκις, διότι λέγει, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν τὸν προεκαλέσαμεν, ἀνεδέχθημεν τὴν εὐθύνην διὰ πᾶσαν βλάβην, ἥτις ἤθελε συμβῆ κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀξιόλογα σᾶς ἀπέδειξεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ὁ Κ. Σουλιὲ δὲν ἦλθε κατὰ πρόσκλησιν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Ἀστυνομία ἔλαβεν ἀναφορὰν, τὴν ἐνέκρινε, διόλου δὲν ἐφρόντισε νὰ μάθῃ, ἂν ὁ Σουλιὲ ἦτον ἐδῶ ἢ εἰς τὴν Ἀφρικήν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, Κύριοι, ἡμεῖς συνειθίζομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ μετρῶμεν τὸν βίον τῶν ξένων, εἰμὴ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐμφανισθῶσιν ἐν μέσῳ ἡμῶν, διότι δὲν παρεδέχθημεν τὸ σύστημα τὸ Αὐστριακόν. Μᾶς ἐζήτησεν ἕνας ξένος τὴν ἄδειαν νὰ ἔλθῃ νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ἐπάγγελμα του ἐν Ἑλλάδι· τῷ ἠνοίξαμεν τὰς πύλας· ἀλλὰ ὅλοι μας μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἴδομεν, ὅτι ἡ διαμονή του ἦτο σκανδαλώδης, τῷ ἀπηγορεύσαμεν τὰς παραστάσεις δυνάμει τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ἀπέλασιν τῶν ξένων, ὁσάκις ἡ παρουσία των διαταράττει τὴν ἡσυχίαν. Ἀλλ’ ὁ ἴδιος Πρέσβυς τῆς Γαλλίας ἐπεμβαίνει τότε, οὐχὶ βεβαίως ἀπειλῶν, ἀλλ’ εἰδοποιῶν ὅτι, ἐὰν τῷ ἀπαγορεύσητε τὰς παραστάσεις, θέλετε τῷ χορηγήσει 20 χιλ. δραχ. δι’ ἔξοδα τῆς ἀναχωρήσεως. Καὶ ἡ Κυβέρνησις πεποιθυῖα, ὅτι ὁ Σουλιὲ πλέον καὶ ὁ Κ. Πρέσβυς ἀναδέχονται ἐν γνώσει τῶν ἐνδεχομένων πᾶσαν εὐθύνην, τῷ ἐπέτρεψε νὰ μείνῃ. Καὶ πραγματικῶς, Κύριοι, ἐὰν ὑπῆρχε πρὶν ἡ παραμικρὰ πραγματικὴ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν τῷ ἀπηγόρευσε τὴν περαιτέρω ἐξακολούθησιν τῶν παραστάσεων, ἀφοῦ ὅμως τῇ μεσολαβήσει τοῦ Πρέσβεως ἐπέτρεψεν αὐτῷ νὰ μείνῃ, πᾶσα εὐθύνη ἐξέλιπεν· ὁ Σουλιὲ καὶ ὁ Πρέσβυς ἐγνώριζαν, ὅτι εἰς τὰς ἐπαναστάσεις αἱ Κυβερνήσεις δὲν εἶναι κύριαι τῆς θελήσεώς των, καὶ ὅταν κατ’ αὐτὰς κινδυνεύῃ αὐτὸ τὸ καθεστώς, αὐταὶ αἱ Συνελεύσεις καὶ αἱ Κυβερνήσεις, ἡ ἐπιμονὴ ἀμφοτέρων ν’ ἀνακληθῇ τὸ συνετὸν μέτρον τῆς Ἀστυνομίας, ὅπερ ἤθελε προλάβει ἐνδεχομένας ζημίας, ἐναργῶς ἀποδεικνύει, ὅτι ἀνεδέχθησαν πάντα κίνδυνον. Ὅθεν τὸ θάῤῥος, μὲ τὸ ὁποῖον κατόπιν ἦλθον εἰς μέσον ζητοῦντες ἀποζημιώσεις, εἶναι ἀδικαιολόγητον. Εἶναι, νομίζω, Κύριοι, περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσω. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ Συνέλευσις, ἠναγκασμένη οὖσα νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ὑπόσχεσιν τῆς Κυβερνήσεώς της, χρεωστεῖ συγχρόνως διὰ μιᾶς τροπολογίας νὰ διατυπώσῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὴν ἐπιψήφισιν ταύτην τὴν κάμνει ἀποκρούουσα τήν τε περὶ δικαίου θεωρίαν τοῦ Κ. Πρέσβεως καὶ τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ περὶ τῶν γεγονότων, καθὼς προσέτι τὸν προστριβόμενον εἰς τὴν ἐπικράτειαν καὶ τὴν ἐπανάστασιν μῶμον.
§200ΤΙΝΕΣ. Διατυπώσετέ την, Κ. Δεληγεώργη.
§201ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§203ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§204ΕΤΕΡΟΙ. Τώρα.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ καθίσητε, διότι θὰ ἐρωτήσω, καὶ ἐπὶ τῇ ἀποφάσει τῆς Συνελεύσεως θὰ διαλύσω τὴν συνεδρίασιν.
§206ΒΑΣΣΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀναβληθῇ· ἂν ὅμως ἡ Συνέλευσις ἐκουράσθη, νὰ θεωρηθῇ ἡ αὐριανὴ συνεδρίασις συνέχεια τῆς παρούσης.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετέ μου τὴν χάριν, Κύριοι, νὰ καθήσετε διὰ νὰ σᾶς ἐρωτήσω. Ὅσοι δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τῆς προκειμένης ὑποθέσεως σήμερον, νὰ σηκωθῶσι.
§208ΤΙΝΕΣ. Νὰ μᾶς ἐρωτήσητε, ἂν ἐφωτίσθημεν.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω. Ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον, νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται οἱ ὀλιγώτεροι). Δὲν παρεδέχθη.
§210ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡ. Πρὶν ἐρωτήσητε, Κ. Πρόεδρε, τὴν Συνέλευσιν, ἂν ἐφωτίσθη ἢ ὄχι, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύω λέξεις πρὸς ἀντίκρουσιν τοῦ Πληρεξουσίου Μεσολογγίου, ὅστις ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ ἔλλειψιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι τρίτη φορὰ, καθ’ ἣν θὰ λαλήσετε, καὶ ἐκφράζονται ἀντιῤῥήσεις, θὰ προκαλέσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως.
§212ΒΑΣΣΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ δώσητε τὸν λόγον εἰς τὸν Κ. Ὑπουργὸν, διότι δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖτε, Κύριοι, νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν ἐφωτίσθη ἢ ὄχι;
§214ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Οἱ ὑπουργοὶ ἐξαιρετικῶς ἔχουσι τὸν λόγον, ὁσάκις τὸν ζητήσωσιν.
§215ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡ. Εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδειξε μεγάλην ἔλλειψιν· τὴν ἔλλειψιν ταύτην τὴν ἀναιρῶ δημοσίως καὶ ζητῶ τὸν λόγον πρὸς τοῦτο.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διατείνεται ὅτι ἔχει λόγους τινὰς νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν λόγον, ὃν ἐξεφώνησεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ προαγορεύσας, λόγους, οἱ ὁποῖοι καὶ τὸ ζήτημα θὰ διευκολύνωσι καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως θὰ ὑπερασπίσωσι καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον τοῦτο.
§217ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ προεδρεῖον, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς ὑπουργούς· οἱ ὑπουργοὶ δύνανται καὶ 10κις νὰ λαλήσωσιν, ἂν νομίζωσιν ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς. «Οἱ ὑπουργοὶ δύνανται, ὁσάκις θέλουσι, νὰ ζητῶσι τὸν λόγον;»
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι δίκαιον ἡ Συνέλευσις νὰ δώσῃ καὶ ἐκ τρίτου εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸν λόγον (θόρυβος). Κύριε Σαρίπολε, βλέπετε ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει νὰ ἀπολείπῃ τὸν λόγον ἀπὸ τὸν Κ. Ὑπουργόν· πρέπει λοιπὸν νὰ τὴν ἐρωτήσω.
§219ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπως τὸ θέτετε ὑμεῖς εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως, δὲν ἔχει καλῶς. Ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι οὐδεὶς τῶν πληρεξουσίων δύναται νὰ λάβῃ δὶς τὸν λόγον, ἂν δὲν τῷ ἐπιτρέψῃ ἡ Συνέλευσις. Τοῦτο εἶναι ἀληθὲς ὡς πρὸς τοὺς πληρεξουσίους. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς εἶναι μία διάταξις ἀνωτέρα πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔρχονται μόνον διὰ νὰ ἐκφράσωσι γνώμας, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως· ἑπομένως καὶ δεκάκις ἂν ᾖναι ἀνάγκη ἕνας ὑπουργὸς ν’ ἀναβῇ τὸ βῆμα, εἰμπορεῖ νὰ τὸ λάβῃ. Θέτω λοιπὸν τὸ ἑξῆς ζήτημα· «οἱ ὑπουργοί, ὁσάκις νομίζουν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητήσωσι τὸν λόγον, εἰμποροῦν, ἢ ὄχι;»
§220ΒΑΣΟΣ. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐζήτησε ν’ ἀντείπῃ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ Κύριος Δεληγεώργης, καὶ εἰς κάθε ἕνα, ὅστις ἤθελε διαδεχθῆ τὸν ὑπουργὸν, καὶ βεβαίως ἢ τὸν ἐλέγξει ἢ ὄχι, πάλιν ὁ Κύριος ὑπουργὸς θὰ ζητήσῃ νὰ τὸν ἀντικρούσῃ, καὶ τοιουτοτρόπως ἐγὼ δὲν θὰ εἰμπορέσω νὰ κατακρίνω ὅσα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος.
§221Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κατεκρίθην ἀπὸ τὸν Κύριον Δεληγεώργην, Κύριε Πρόεδρε, ὡς παραλείψας πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ὤφειλον ὡς ὑπουργὸς νὰ κάμω. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις δὲν ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναιρέσω τὴν κατάκρισιν, δύναμαι βεβαίως διὰ τῆς δημοσιογραφίας, ἀλλὰ θέλω εἰπεῖ πάντοτε ὅτι ἡ Συνέλευσις μὲ ἠδίκησε.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι πρέπει ἀφεύκτως νὰ τῷ δοθῇ ὁ λόγος.
§223ΠΟΛΛΟΙ. (Ἀριστερόθεν) ὄχι, ὄχι.
§224ΕΤΕΡΟΙ. Ἐρωτήσατε τὴν Συνέλευσιν.
§225ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ ἂν ᾖναι τοιοῦτον ζήτημα σπουδαῖον καὶ ἐθνικὸν, ἀναμιγνυόμενον μὲ ζητήματα πολιτικὰ, πρέπει ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ ὑπόθεσις. Τὸ ζήτημα ἐνδιαφέρει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους, καὶ παρακαλοῦμεν πολὺ νὰ μὴ τὸ ἐμπερδεύσωμεν μὲ ζητήματα πολιτικὰ, νὰ μᾶς ἀφήσουν νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας, ὅπως ἕκαστος αἰσθάνεται, Δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ ὑπουργὸς καὶ ὅστις θέλει· εἶναι ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἡ λύσις θὰ χρησιμεύσει διὰ τὸ μέλλον, λοιπὸν νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ὑπουργός.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν τρὶς δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ τις τὸν λόγον· οἱ ὑπουργοὶ ὅμως πρέπει νὰ λαλῶσι πάντοτε.
§227ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Μοὶ φαίνονται, Κύριοι, παράδοξοι οἱ δισταγμοὶ τινων Κυρίων οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν εἰσέτι, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως καὶ ἐπικρίσεως τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως συνδέεται στενῶς μὲ τὸ ἱερὸν δικαίωμα τοῦ ἀπολογεῖσθαι, καὶ ἀρνοῦνται τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπολογεῖσθαι, ἐν ᾧ οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ.
§228ΤΙΝΕΣ. Καὶ ἡμεῖς δὲν τὸ ἀμφισβητοῦμεν.
§229Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐκ Μεσολογγίου κατέδειξεν ὡς ἔλλειψιν τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν ἐφρόντισε νὰ διαφωτίσῃ τὸ κοινὸν τῆς Εὐρώπης περὶ τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος, καθ’ ὃν χρόνον τὰ δημοσιευθέντα διπλωματικὰ ἔγγραφα παρέστησαν τὴν κατάστασιν ἡμῶν ἐλεεινὴν εἰς τὰ ὄμματα τῆς Εὐρώπης. Ἰδοὺ ἡ μομφὴ, ἥτις μοὶ ἀπεδόθη καὶ τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ τὴν ἀποκρούσω, διότι τὸ καθῆκον τοῦτο ἐξεπλήρωσα περισσότερον παρ’ ὅσον μοὶ ἐπέτρεπον αἱ περιστάσεις, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀντιπροσωπεύεται οὐδαμοῦ τῆς γῆς ὑπὸ πολιτικῶν πρακτόρων. Λυποῦμαι ὅμως διότι ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐκ Μεσολογγίου ἴσως ἐνδεχόμενον νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου τοῦτο, καὶ ὅτι, ἂν οὐχὶ ἄλλω, ὑπάρχουσιν ἀρκετοὶ φιλέλληνες ἐν τῇ Δύσει νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος· πολὺν καιρὸν χάνει εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐφημερίδων, καὶ δὲν θὰ τῷ διαφεύγουν τὰ ὅσα ἐγράφησαν εἰς διαφόρους ἐφημερίδας, ὄχι μόνον εἰς τὰς δύω πρωτευούσας μεγαλοπόλεις τῆς Δύσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς Ἐπαρχίας· συνηγοροῦσι δὲ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅλα τὰ φύλλα τοῦ Γαλλικοῦ καὶ Ἀγγλικοῦ τύπου.
§230Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Κύριος Δεληγιώργης ἀγορεύων εἶπεν ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ πλέον τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσιν· σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ λύσητε αὐτὴν τὴν ἀπορίαν, τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδωκε τοιαύτην ὑπόσχεσιν.
§231ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Λυποῦμαι, Κύριε συνάδελφε, διότι δὲν ὠφελήθητε ἀπὸ τὴν εὐκαιρίαν τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν· ἀναγνώσατέ τα καὶ θὰ ἴδητε τὶ ἔγραψεν ἡ Κυβέρνησις.
§232Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ἔγγραφα, καθ’ ὅσον ἐγὼ δὲν τ’ ἀνέγνωσα.
§233ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ Κύριος Ῥήγας, κατόπιν ὁ Κύριος Βάσος.
§235ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§236Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε, ὁ Κύριος Δεληγιάννης δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἀπαντήσῃ, ἢ τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν ἐνόησα Παρακαλῶ, ἐπειδὴ δὲν ἔχω γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ πολλοὶ δὲν τὰ γνωρίζουν, νὰ ἀναγνωσθῶσι.
§237ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι ὅλα.
§238Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ σχετικά.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ Κύριος Βάσος, ὅστις ἔχει τὸν λόγον, παραιτηθέντος τοῦ Κυρίου Ῥήγα.
§240ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἠκούσθησαν τόσαι φωναὶ ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀληθές· ἀλλὰ καὶ ἄλλοι λέγουν, ὅτι δὲν ἐφωτίσθησαν· ἔπειτα ἔδωκα τὸν λόγον καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν ἀνακαλέσω.
§242ΒΑΣΟΣ. Δύο ἀντικείμενα, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον.
§243ΠΟΛΛΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, παρῆλθε πλέον ἡ ὥρα, εἶναι ἤδη 5, αὔριον νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§244ΒΑΣΟΣ. Δύο ἀντικείμενα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον· Αʹ. ἐὰν ὁ τρόπος τῆς ἀπαιτήσεως ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου Πρέσβεως τῆς Γαλλίας εἶναι νόμιμος καὶ Βʹ. ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἐξεπλήρωσε πᾶν ὅ,τι ὤφειλε νὰ ἐκπληρώσῃ. Δὲν ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ὡς πολλοὶ τῶν προλαλησάντων ἔπραξαν, ἐὰν ὁ Κύριος Σουλιὲ ἔχει δίκαιον ἢ ὄχι· διότι δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποπέσω εἰς τὸ ἴδιον σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν ὁ ἔντιμος πρέσβυς τῆς Γαλλίας, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δικαίωμά μου, ἐὰν ἔχει δίκαιον ἢ ἄδικον, οἱ νόμοι διαχαράττουν τὴν ὁδὸν, διὰ τῆς ὁποίας εἰμπορεῖ τις νὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ ὁ Κύριος Πρέσβυς τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀποζημίωσιν, εἶναι ὁ τρόπος, ὅστις ἀναγνωρίζεται καθ’ ὅλα τὰ πολιτισμένα ἔθνη εἰς ὁμοίας περιστάσεις. Ἡ ἀλληλογραφία, Κύριοι, ἡ λαβοῦσα χώραν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Πρέσβεως τῆς Γαλλίας, εἶναι μακρὰ· εἶχον τὴν ὑπομονὴν νὰ τὴν ἀναγνώσω ὅλην. Εἶδον, Κύριοι, νὰ καθιεροῦται εἰς τὰ ἔγγραφα αὐτὰ μία ἀνήθικος προστασία ἀρχῆς, δικαιώματος τῆς ἰσχύος καὶ τίποτε ἄλλο. Εἶδα μίαν ἀρχὴν, καθιερουμένην ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦτον τῆς Γαλλίας, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε εἰμπορῶ νὰ φαντασθῶ, ὅτι μία Κυβέρνησις πολιτισμένου ἔθνους δύναται νὰ ζητήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου ἔθνους ἀδυνάτου· ἀνεγνώρισα, Κύριοι, τὸ δικαίωμα, ἀνεγνώρισα τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Πρέσβεως τῆς Γαλλίας μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον. Ἀλλὰ Κύριοι, ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζει τὰς ἀπαιτήσεις ταύτας ὁ Πρέσβυς τῆς Γαλλίας, εἰς πολλὰ μέρη δὲν εἶναι ἀληθής· δὲν ἀρκεῖ ὅτι δὲν εἶναι δικαία, ἀλλὰ ψευδὴς βάσις· καὶ ἐπὶ ψευδοῦς βάσεως στηριζόμενος ἔχει ἀπαιτήσεις. Ἰδοὺ, Κύριοι, πρῶτον εἰς μίαν τῶν διακοινώσεών του πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν λέγει, ὅτι εἷς ὑπαξιωματικὸς, εἷς στρατιώτης τοῦ ἱππικοῦ, κτυπήσας ἄλλον ἀξιωματικὸν εἰς Πειραιᾶ, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ ἴδιος ἀξιωματικὸς εἶδε τὸν στρατιώτην αὐτὸν, μηδεμίαν ὑποστάντα τιμωρίαν, μηδεμιᾶς καταδιώξεως ἐκ μέρους τῆς ἐξουσίας γενομένης κατ’ αὐτοῦ. Θέλει νὰ παραστήσῃ ὁ Κύριος Πρέσβυς, ὅτι μία σειρὰ ἐγκλημάτων διαπράττεται. Τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ τὸ γνωρίζω, διότι ἐκλήθην συνήγορος τοῦ στρατιώτου εἰς τὸ Στρατοδικεῖον καὶ ὑπῆγα, ἀλλ’ ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ ἐν Ἀθήναις Στρατοδικείου ὑπ’ ἀριθ. 4. διὰ τῆς ὁποίας ὁ Στρατιώτης οὗτος ἐδικάσθη, κατεδικάσθη, καὶ παρεπέμφθη εἰς τὰς φυλακὰς, διὰ τῆς ἀπὸ 2 Ἀπριλίου ἡμερησίας διαταγῆς τοῦ Φρουραρχείου· ἰδοὺ βλέπετε, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὐταὶ, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ Κύριος Πρέσβυς, δὲν εἶναι ἀληθεῖς. Καὶ ἄλλως ὁ Κύριος Πρέσβυς διατείνεται ὅτι ἡ τελευταία διακοίνωσίς του εἶναι κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεώς του· βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἔδωκε τὴν ἐντολὴν ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν μὴ οὐσῶν ἀληθῶν. Κύριοι, ἡ Κυβέρνησίς μας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεθέσαμεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ ἂν καὶ πολλάκις, Κύριοι, ἐγένοντο παρατηρήσεις δίκαιαι καὶ ἐπερωτήσεις εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, οὐδέποτε ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδέποτε ἀπεκρίθη ἄλλως, ἢ ὅτι, ἅμα τελειώσουν αἱ διαπραγματεύσεις θέλει καταθέσει τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§245Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποτὲ δὲν μὲ ἠρώτησαν.
§246ΒΑΣΣΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ἠρώτησα, ἰδιαιτέρως, λέγω, ὄχι ἐπισήμως· ἐν τῷ μεταξὺ, Κύριοι, τὶ μανθάνω; δὲν δύναταί τις νὰ εὐθύνεται, εἶναι ἀληθὲς, ἀλλὰ μία φήμη τοιαύτη πλανᾶται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πλαγίως ὑπεσχέθη εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Γαλλίας, ὅτι θὰ ψηφισθῇ ἡ ἀποζημίωσις αὕτη, καὶ τὶ, Κύριοι; ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ὁ πρέσβυς τῆς Γαλλίας ἔλαβε χρήματα 20000 περίπου φράγκων ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν εἰς τὸν Κ. Σουλιὲ ὑπ’ εὐθύνην του.
§247Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς· ἀνεφέρατε τὰς φράσεις τῶν τριόδων.
§248ΒΑΣΣΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι, καθὼς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τῶν τριόδων, εἰς τὰς ὁποίας ἡμεῖς συχνάζομεν, διότι δὲν ἀγαπῶμεν τοὺς μαγείρους τῶν πρεσβειῶν, εἴμεθα ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ καὶ πάντοτε μὲ τὸν λαὸν ζῶμεν. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὶ ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις σήμερον; Ἔρχεται καὶ φέρει τετελεσμένην τὴν ὑπόθεσιν. Ἐν τίνι δικαιώματι, Κύριοι ὑπουργοὶ, ἐτελειώσατε μίαν ὑπόθεσιν καὶ μᾶς τὴν ἐφέρατε σήμερον; διὰ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς δεινὴν θέσιν; ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, σεῖς, οἵτινες ἐγείνατε διὰ τῆς ψήφου μας, ἔρχεσθε καὶ μᾶς φέρετε μίαν ὑπόθεσιν τετελεσμένην νὰ μᾶς εἰπῆτε· «εἶσθε ὑποχρεωμένοι πλέον νὰ τὴν ἐπιψηφίσητε.»
§249Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν τῇ εὐθύνῃ ἡμῶν.
§250ΒΑΣΣΟΣ. Ἦτο εἷς τρόπος ὑπεκφυγῆς, ἦτο εἷς τρόπος πλάγιος τῆς ἐξουσίας, διὰ νὰ κερδίσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, διότι εἶχε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ τὸ κερδίσῃ. Τὶ λέγουσι, Κύριοι, οἱ ὑπουργοί; ὅτι ὑπ’ εὐθύνην των ἔκαμαν τὴν πρᾶξιν. Ἐὰν ἠδυνάμην, ἤθελον μὲν ἀναγνωρίσει τὴν πρᾶξίν Σας, ἐπειδὴ ὤφειλον νὰ τὴν ἀναγνωρίσω, ἤθελον ὅμως σᾶς καταδικάσει, διότι ἀνεγνωρίσατε μίαν πρᾶξιν, ἥτις προσβάλλει τὴν ἐθνικὴν τιμήν. Ἐὰν ὑποκύπτετε εἰς τὴν βίαν, ἔπρεπε νὰ τὸ εἰπῆτε, ὡς τὸ λέγει ἡ πρότασίς μου, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω τώρα. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν δυστυχῶς κατὰ τὰ ἔθιμα τὰ συνταγματικὰ ὀφείλομεν νὰ τὴν παραδεχθῶμεν, εἶναι Κυβέρνησις, ἥτις ἐγένετο διὰ τῆς ψήφου μας, ἄρα αἱ πράξεις της εἶναι πράξεις, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ τὰς ἀναγνωρίσωμεν· ὅταν ὅμως ᾖναι κακαὶ, ὀφείλομεν τοὺς ὑπουργοὺς νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν.
§251ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀναγνωρίσωμεν πᾶσαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἠδυνάμεθα τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν κηρύξωμεν παράνομον καὶ ἀνίκανον.
§252ΒΑΣΣΟΣ. Εὐτυχῶς, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις ἀπαρτίζεται ὑπὸ πολλὰς ἱκανότητας, ἄτομα, ἂν θέλετε, νομομαθείας, ἀπὸ ἄτομα, ἅτινα γινώσκουν, ὅσα ἐγὼ δὲν γινώσκω, καὶ ἐφρόντισα νὰ τὰ μάθω διὰ νὰ σκεφθῶ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Κύριοι, ἐὰν ἔχῃ ἀπαιτήσεις τινας ὑπήκοος ξένης δυνάμεως, ὑπάρχει ἓν δίκαιον, τὸ ὁποῖον διέπει τὰ ἔθνη· ἀλλὰ πρὸ ἐμοῦ εἰδήμονες περὶ τὰ νομικὰ ἀρκούντως ὡμίλησαν περὶ τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὤφειλεν ἡ ἐξουσία νὰ βαδίσῃ καὶ νὰ μὴ παρεκκλίνῃ ποσῶς ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως· ἀλλὰ τὶ σᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν; σᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ ν’ ἀναιρέσῃ τὸν Πληρεξούσιον τοῦ πανεπιστημίου σᾶς ἔφερεν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὴν ὑπόθεσιν τῆς Βρασιλίας. Κύριε ὑπουργὲ, διατὶ δὲν ἔπραξες, ὅ,τι ἔπραξεν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Βραισιλίας; διατὶ δὲν ἐμιμήθης καὶ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔδειξεν εἰς τὸν ἐν Λονδίνῳ πρέσβυν; ἔδωκε τὰ χρήματα, ὑπερασπίσθη ὅμως τὴν ἐθνικὴν τιμήν.
§253Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζετε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ πρέσβεως τοῦ Λονδίνου; εἶναι ὅμοιαι περιστάσεις;
§254ΒΑΣΣΟΣ. Δὲν εἶναι ὅμοιαι ἀλλ’ ὠφείλατε νὰ μιμηθῆτε τὸ παράδειγμα, νὰ εἰπῆτε δὲν ἐνδίδω παρὰ μόνον εἰς τὴν βίαν.
§255ΔΑΓΡΕΣ. Αὐτὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς.
§256ΒΑΣΣΟΣ. Διατυπόνω μίαν πρότασιν τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπιψηφίσῃ (θόρυβος).
§257ΤΙΝΕΣ. Μολοντοῦτο τὰ χρήματα τὰ δίδετε.
§258ΒΑΣΣΟΣ. Λέγω, ἐὰν εἶχον 200 πλοῖα καὶ 500,000 λόγχας, δὲν τὰ ἔδιδον! ἐπειδὴ δὲν τὰ ἔχομεν ὅμως, δι’ αὐτὸ τὰ δίδω.
§259ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον· νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ, διότι τὸ ζήτημα λαμβάνει παρὰ πολὺ μεγάλην σπουδαιότητα.
§260ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει ν’ ἀκούσητε τὸν ἀγορεύοντα, καὶ ἀφοῦ τελειώσῃ, τότε σᾶς ἐρωτῶ καὶ τότε ἠμπορῶ νὰ διαλύσω τὴν Συνεδρίασιν.
§262ΒΑΣΣΟΣ. Δὲν ἐπιμένω εἰς τὸ δίκαιον, διότι ὁ Κ. Σουλιὲ ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ δίκαιον, δὲν εἶμαι ἁρμόδιος.
§263ΔΑΓΡΕΣ. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδία λέγῃ, ὅτι ἀναγνωρίζει, ὅτι δίκαιον δὲν ὑπάρχει, καὶ ὅταν ὁ πρέσβυς λέγῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς θεωρεῖται ὑπόλογος νὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ, σᾶς ἐρωτῶ ἠμπορεῖ μία Κυβέρνησις ὡς Κυβέρνησις ν’ ἀρνηθῇ; ὡς Πληρεξούσιος ἠμπορεῖ, ὡς Κυβέρνησις ὅμως δὲν ἠμπορεῖ.
§264ΒΑΣΣΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι διὰ ν’ ἀποφανθῇ τις, ἐὰν ἔχῃ δίκαιον ὁ Σουλιὲ ἢ ὄχι, δὲν δύναται, διότι, ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι ὁ Σουλιὲ ἔκαμεν ἀγωγὴν καὶ τὸν ἐδικαίωσε τὸ δικαστήριον, τότε ἠδύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι εἶχε δίκαιον, ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν, δι’ αὐτὸ δὲν ἔβαλα τὴν φράσιν αὐτήν· ὡς πρὸς ἐμὲ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον.
§265ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις δι’ αὔριον. (Ὥρα 5 καὶ 5 Μ. Μ.)
Ὁ Πρόεδρος
ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ.
Οἱ Γραμματεῖς Λ. Σωμάκης.