1863.05.04
1.670 στίχοι · 13.941 λέξεις · 164 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ϞΔʹ.
Τῆς 4 Μαΐου 1863.
(Σάββατον).
Ὥρα 12.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πληρεξούσιος Κύριος Νικολαΐδης ζητῶν 15 ἡμερῶν ἄδειαν ἀπουσίας καὶ ὁ Κύριος Παλαιολόγος ἑνὸς μηνός.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ τοῖς δοθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς 2 τοῦ μηνὸς τούτου εἶχε φθάσει ἀναφορὰ πρὸς τὸν Πρόεδρον παρά τινος Παπαμιχάλη ἀναφέρουσα, ὅτι μία συμμορία λῃστῶν συνέλαβε τὸν ἀδελφόν του καὶ ζητεῖ 25000 δραχ. ἄλλως τε θὰ τοῦ στείλωσι τὴν κεφαλήν του καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο δημοσία συνεδρίασις τὴν ἔστειλα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐνήργησαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν καὶ διέταξαν τὰ κατάλληλα μέτρα.
§4ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὑπάρχει ὁ αὐτὸς ἀρχηγὸς τοῦ μεταβατικοῦ καὶ ἡ λῃστεία ηὔξησεν. Ἔμαθον ὅτι τὴν ἡμέραν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου οἱ λῃσταὶ ἐχόρευον μετὰ τῶν ἀποσπασμάτων, ἐπίσης εἰς μίαν ἄλλην θέσιν συνέτρωγον καὶ συνέπιον, τόρα πληροφοροῦμαι ὅτι ὁ Κύριος Μίτζας ὁ ὁποῖος διεύθυνε τὸ μεταβατικὸν συνελήφθη, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπιστήσῃ πολὺ τὴν προσοχήν της, διότι εἶναι ἐντροπὴ ὀλίγον μακρὰν ἀπὸ τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν νὰ γίνωνται τοιαῦτα πράγματα, ἐνῷ εἰς ἕτερα μέρη πολὺ μακρὰν ὑπάρχει μεγάλη ἡσυχία.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ φορολογικοῦ Νόμου.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε νὰ συζητήσῃ τὰς ἀναφορὰς τὸ σάββατον.
§7ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ φορολογικοῦ Νόμου, τὴν δὲ τρίτην νὰ συνέλθωμεν ἐκτάκτως, ὅτε μάλιστα δὲν ἔχομεν τακτικὴν Συνεδρίασιν καὶ νὰ συζητήσωμεν τὰς ἀναφοράς.
§8ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἂν ᾖναι ἀναφοραὶ αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν συζήτησιν καὶ ἀνάπτυξιν δυνάμεθα νὰ τὰς ἀναβάλλωμεν δι’ ἄλλην ἡμέραν (θόρυβος) νὰ δαπανήσωμεν μίαν ὥραν ἢ δύο ὅπως ἀκούσωμεν τῶν συμπολιτῶν μας εἶναι καθῆκόν μας (θόρυβος).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀναφορὰ ὑπὸ τοῦ Ῥομπότζη, οἱ ἐπιζῶντες πυρπολισταὶ τῆς νήσου Ὕδρας καὶ Σπετζῶν ἐκθέτοντες τοὺς διαφόρους πρὸς τὴν πατρίδα ἀγῶνας δι’ ἧς ζητοῦσι νὰ τοῖς ἀποδοθῇ ὁ ἀνήκων εἰς αὐτοὺς βαθμὸς τοῦ ὑποναυάρχου.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ἐπιτροπήν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀναφορὰ ὑπὸ Σάββα ὑποπλοιάρχου τοῦ ἀτμοπλοίου «Ὕδρας» ἐκθέτοντος ὅτι καὶ αὐτὸς συνέπραξεν ὡς καὶ ὁ Σαχτούρης καὶ Βρατζάνος εἰς τὸ νὰ ἐπαναστατήσῃ τὸ εἰς τὸ ἀτμόπλοιον ἀπόσπασμα καὶ ζητεῖ νὰ ἀποφασίσῃ καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ ἡ Συνέλευσις ὅ,τι καὶ ὑπὲρ τῶν εἰρημένων.
§12ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ἐπιτροπήν.
§13ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὅσοι ὑπερασπίζονται οὕτω πως τὰς ἀναφορὰς τὰς βλάπτουν ἀντὶ νὰ τὰς ὠφελοῦν, πιστεύω ὅτι ἡ προτεινομένη γνώμη νὰ συνέλθωμεν τὴν τρίτην εἶναι προτιμωτέρα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοὐλάχιστον νὰ συνέλθουν οἱ Κύριοι Πληρεξούσιοι τὴν τρίτην χωρὶς ἄλλο, διότι καὶ τοῦτο εἶναι ἓν καθῆκον δικαιοσύνης καὶ φιλανθρωπίας, καὶ νὰ βάλετε τὴν χεῖρα εἰς τὴν καρδίαν σας. Τόρα θὰ ἀναγνωσθῶσι προτάσεις, εἶναι μία πρότασις τοῦ Κυρίου Σουΐδα, «προσκαλεῖται ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς 30 ἡμερῶν νὰ ἐκδώσῃ τὰ ἐκκρεμῆ παραχωρητήρια τῶν Κρητικῶν γραμματίων.»
§15ΣΟΥΪΔΑΣ. Προτείνω τὴν δευτέραν.
§16ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἐπειδὴ αὐτὸ ἔχει σχέσιν μὲ τὴν πρότασιν περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, λέγω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σουΐδα πρέπει νὰ παρουσιασθῇ εἰς συζήτησιν τότε, ὅτε θὰ παρουσιασθῇ ἡ ἰδική μου πρότασις.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπῆρχεν ἑτέρα πρότασις τοῦ Κυρίου Βροντίση πληρεξουσίου τῆς Κυνουρίας περὶ συστάσεως ἐν Λεωνιδίῳ ὑποτελωνείου Βʹ. τάξεως, ἀντὶ τοῦ ὑπάρχοντος τελωνοσταθμαρχείου. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν προικοκτησιῶν τοῦ Κυρίου Ῥοντίρη. Ὡσαύτως ἑτέρα περὶ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως τοῦ μὴ βεβαιωθέντος φόρου ἐπὶ τῶν ἐλαιῶν τῆς ἐπαρχίας Σπάρτης διὰ τὸ 1862.
§18ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι, ὅλοι βλέπομεν καὶ ὅλοι εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ἐργασίαι πολλαὶ μᾶς περιμένουν· φρονῶ, Κύριοι, ὅτι καὶ καθῆκον ἔχομεν ὡς Πληρεξούσιοι νὰ πραγματευθῶμεν, νὰ σκεφθῶμεν, νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ πολὺ σπουδαίων πραγμάτων, ἀφορώντων τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, ἔχομεν, καθὼς βλέπετε, νὰ συζητήσωμεν τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἠρχίσαμεν καὶ μόλα ταῦτα δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς τελειώσωμεν, ἔχομεν τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος, τὸν ἐκλογικὸν νόμον, καὶ σᾶς λέγω ἐκλογικὸν νόμον, διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐφαρμόσητε αὐτὸν ὅπως συνετάχθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι μέλος, ἂν δὲν ψηφοφορήσητε νόμον περὶ Ἐπαρχιακῶν συμβουλίων καὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, καθόσον οἱ τρεῖς οὗτοι νόμοι εἶναι ἀλληλένδετοι· ὑπάρχουν καὶ ἕτεροι νόμοι οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἰδέαν μου πιστεύω ὅτι συμφέρουν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ συζητηθῶσι καὶ νὰ γείνῃ ἐξέτασις ἐπ’ αὐτῶν· οὗτοι εἰσὶν οἱ περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν νόμοι εἴτε περὶ διανομῆς εἴτε περὶ ἐκποιήσεως, ὀφείλει ἡ Συνέλευσις αὕτη νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸ ἔθνος ὅπως ἡ Συνέλευσις τοῦ 43 εἰς ἓν ψήφισμά της ἐπιβάλλει εἰς τὴν βουλὴν νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς διανομῆς τῶν Ἐθνικῶν γαιῶν· ὅλα ταῦτα ἠμποροῦμεν νὰ τὰ κάμωμεν, ὅταν ἀποφασίσωμεν νὰ ἐργασθῶμεν καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ παρατείνωμεν τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας. Ὁ Κανονισμὸς προσδιορίζει ὡς ὥραν ἐνάρξεως τῶν Συνεδριάσεων τὴν 11, δυστυχῶς μόλις καὶ μετὰ βίας κατορθόνομεν νὰ ἀρχίσωμεν τὴν 1 ὥραν, πιστεύω ὅτι ἅπαντες συναισθάνονται τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντός των, πιστεύω ὅτι οὐδόλως προσβαλλόμεθα, ἐὰν ὑποβληθῶμεν εἰς ἕνα κανόνα καὶ μίαν ποινὴν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς αὐτοὶ ἐπιβάλλομεν, καθήμεθα 5 μῆνας καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς καμμίαν πρακτικὴν ἐργασίαν, μᾶς κατακρίνουν ὅτι δὲν ἐργαζόμεθα, ἠμπορεῖ τοῦτο νὰ ᾖναι μία ἀλήθεια, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ἐπισώρευσις τῆς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως, διότι ἡ Συνέλευσις δὲν ἐκπληροῖ μόνον καθήκοντα συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἐκπληροῖ καὶ καθήκοντα διοικητικὰ καὶ καθήκοντα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Εἶναι πολλοὶ τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐρχώμεθα κατὰ τὴν 8 ὥραν ὥστε μέχρι τῆς 2 νὰ διαλύεται ἡ Συνέλευσις, διότι τότε ἡ ζέστη καθίσταται ἀνυπόφορος ἐδῶ μέσα· ἐὰν συμφωνῆτε εἰς τὴν ἀλλαγὴν τοῦ χρόνου καλῶς, ἄλλως σᾶς παρακαλῶ νὰ ψηφίσητε τὴν πρότασίν μου ταύτην.
§19ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ζητῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ πρότασις.
§20ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δαγρὲ, καμμίαν σπουδαίαν ἐργασίαν δὲν θὰ κάμωμεν.
§21ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ πρότασις δὲν εἶναι οὔτε τῆς ἐποχῆς οὔτε δύναται νὰ ψηφισθῇ παρὰ Συνελεύσεως, ἐπὶ τούτου ὅμως πρέπει νὰ γείνῃ σπουδαία συζήτησις· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἀναβληθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις καὶ νὰ συζητηθῇ μετὰ τὸν φορολογικὸν νόμον.
§22ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ εἰς συζήτησιν. Εἶμαι δὲ πρὸς τούτοις καὶ ἐναντίος αὐτῆς τῆς προτάσεως· ὁ Κύριος Δαγρὲς, ἂν ἐξήταζε βαθύτερον τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Συνέλευσις δὲν ἐργάζεται ὅσον ἔπρεπε νὰ ἐργασθῇ, ἤθελε, νομίζω, εὕρει μίαν τῶν κυριωτέρων ἀφορμῶν τὴν μανίαν τοῦ νὰ κάμνωμεν προτάσεις παρομοίας φύσεως· ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Δαγρὲ θέλει νὰ ἐπιβάλῃ περιορισμὸν ἐπὶ τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως (Θόρυβος). Ἡ πρότασις αὐτὴ λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἀξία συζητήσεως. Ἐὰν, Κύριοι, ἀποφασίσωμεν ἅπαξ νὰ συναισθανθῶμεν τὴν θέσιν μας, νὰ συζητῶμεν ἀκριβῶς καὶ παραιτηθῶμεν ἀπὸ τὴν μανίαν τοῦ νὰ κάμνωμεν καθ’ ἡμέραν προτάσεις, ἡ Συνέλευσις θὰ ἐργασθῇ τακτικῶς καὶ θὰ ἀποφέρῃ καρποὺς ἡ ἐργασία μας, ἄλλως, Κύριοι, ἐργαζόμενοι οὕτω πως, δεικνύομεν, ὅτι οὔτε συζητήσεις γνωρίζωμεν νὰ κάμνωμεν, οὔτε ἑαυτοὺς σεβόμεθα· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ μὴ ἐπέλθῃ καμμία συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοσούτῳ τὴν τρίτην εἶναι καλὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ περὶ τῆς ὥρας.
§24ΖΕΡΒΑΣ. Ποτὲ δὲν καθυστέρησα, εὑρέθην εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις, οὐχ ἧττον ὅμως τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Δαγρὲ θεωρῶ προσβολὴν κατὰ τοῦ Σώματος.
§25ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἐπιτρέψητε, Κύριε Πρόεδρε, συζήτησιν πλέον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ διακόψητε τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ Νόμου διὰ νὰ σᾶς ὑποβάλω ψήφισμα πολὺ σπουδαιότερον καὶ κατεπεῖγον· εὑρισκόμεθα, ὡς ἠξεύρετε, εἰς τοὺς στείρους μῆνας, πάντοτε, οὐχὶ ἤδη μόνον, αἱ εἰσπράξεις δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ ἔξοδα, διὰ τοῦτο καλύπτομεν τὸ ἔλλειμμα διὰ τοῦ ἐναποταμιεύματος, τὸ ὁποῖον μένει εἰς τὸ Ταμεῖον, τὰ δὲ πωλούμενα προϊόντα πρὸ πολλοῦ, ὡς γνωρίζετε, ἐξέλιπον, ἡρπάγησαν· περισσεύματα δὲν μᾶς ἄφησε τὸ παρελθὸν, οἱ εἰσπράξεις καὶ ἡ τακτικὴ ὑπηρεσία διεκόπη ἕνεκα τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα συνέβησαν· ὅ,τι ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔχομεν εὐχάριστον εἶναι ἡ κατὰ τὸν μῆνα αὐτὸν αὔξησις τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων· αὐτὸ εἶναι ἓν μέρος τοῦ ὅλου τῶν εἰσπράξεων. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας, ἐπειδὴ ἔχομεν ἔλλειψιν χρημάτων καὶ ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν, ἠναγκάσθημεν νὰ ἔλθωμεν εἰς ζήτησιν δανείου, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν, διότι τὸ ἄλλο δάνειον δὲν ἐπραγματοποιήθη εἰμὴ κατὰ τὸ ἥμισυ, διότι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι 6,000,000 πραγματοποιούμενα ἤθελον ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἀλλ’ ἐπραγματοποιήθησαν μόνον τρία· ὥστε βλέπετε, ὅτι εἶναι ἕνας ἄλλος τρόπος πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου αὐτοῦ. Λοιπὸν συνήλθομεν καὶ ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς πραγματοποιήσῃ αὐτὸ τὸ δάνειον ἡ Τράπεζα, ἥτις ἐδείχθη πρόθυμος, καθὼς συνήθως, εἰς ὅ,τι ἀποβλέπει τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, καὶ εὔκολος εἰς τὸ νὰ μᾶς παραχωρήσῃ τὴν συνδρομήν της, ἡ ὁποία, τὸ λέγω δημοσίᾳ, μᾶς εἶναι λίαν πολύτιμος· τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστήσεις μου εἰς τὴν Τράπεζαν, ἥτις ἐφέρθη πάντοτε μὲ ὅλην τὸν προθυμίαν. Ἰδοὺ ψήφισμα τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζω καὶ τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ τὸ ἀκούσητε καὶ τὸ κηρύξητε κατεπεῖγον, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἡ πενθημερία λήγει τὴν αὔριον καὶ οἱ στρατιῶται ἔχουν ἀνάγκην. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει· Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ δανείσῃ τῷ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργείῳ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν ἐπὶ ἐτησίῳ τόκῳ 6%. Ἄρθρον 2. Πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ ἀνωτέρω δανείου καὶ τῶν τόκων παραχωρεῖται εἰς τὴν Τράπεζαν ὁλόκληρος ἡ ἐκ τῆς σμύριδος πρόσοδος τοῦ δημοσίου. Ἄρθρον 3. Ἐπομένως μέχρις ἐντελοῦς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου τούτου, πᾶς ὅστις βούλεται ἀγοράσαι οἱονδήποτε ποσὸν σμύριδος παρὰ τοῦ δημοσίου, ὀφείλει νὰ προκαταβάλῃ τὸ ἀντίτιμον αὐτῆς εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης τῆς ὁποίας μόνης ἡ ἀπόδειξις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δικαιολογητικὸν ἔγγραφον εἰς τὸν Τελώνην ἢ ἐπιστάτην, ὅπως παραδώσῃ τὴν σμύριδα. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει καὶ ὁ τελώνης ἢ ἐπιστάτης εἶναι προσωπικῶς ὑπεύθυνος πρὸς τὴν Τράπεζαν διὰ τὸ τίμημα τοῦ παραδοθέντος ποσοῦ καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ ἀγοραστοῦ εἰς ἄλλο παρὰ τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης γενομένη πληρωμὴ εἶναι ἄκυρος καὶ μὴ οὖσα ἀπέναντι τῆς Τραπέζης ἐχούσης τότε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτῆς καὶ πάλιν τὸ τίμημα. Ἄρθρον 4. Μεταβολὴ τῆς διὰ τοῦ ἀπὸ 6 Ἰουλίου 1860 διατάγματος ὁρισθείσης τιμῆς τῆς σμύριδος δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Τραπέζης. Ἄρθρον 5. Μέχρι τῆς ἐντελοῦς ἐξοφλήσεως τοῦ ἀνωτέρου δανείου ὁ ἐπὶ τῆς ἰδιωτικῆς σμύριδος διὰ τοῦ ἀπὸ 2 ἄρθρου τοῦ ἀπὸ 21 Αὐγούστου 1859 ΦΞʹ. Νόμου ὁριζόμενος φόρος ἐξαγωγῆς δὲν δύναται νὰ ἐλαττωθῇ ἄνευ προηγουμένης συνεννοήσεως τῆς Τραπέζης. Ἄρθρον 6. Ἡ προθεσμία τοῦ δανείου τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ τρία ἔτη ἀπὸ σήμερον, δύναται ὅμως τὸ δημόσιον καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως αὐτῆς νὰ πληρώσῃ αὐτό. Πᾶσα ἐκ τῆς προσόδου τῆς σμύριδος γενομένη εἴσπραξις ὑπὸ τῆς Τραπέζης θέλει ἐκπίπτεσθαι ἀπὸ τὸ ἀνωτέρω δάνειον. Προπωλοῦμεν τὴν σμύριδα· ἡ πρόσοδος τοῦ δημοσίου, δηλ. ὅ,τι εἰσπράττομεν ἀπὸ τὴν σμύριδα, ἀντὶ νὰ εἰσάγηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, θὰ εἰσάγηται εἰς τὴν Τράπεζαν μέχρι συμπληρώσεως, ἑπομένως μέχρι τῆς ἐντελοῦς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου τούτου πᾶς ὅστις βούλεται ἀγοράσαι δύναται νὰ προκαταβάλῃ τὰ χρήματα εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ νὰ πράξῃ τοῦτο. Τώρα, Κύριοι, ἡ Τράπεζα ἔχει δανείσει, καθὼς ἠξεύρετε τὸ Δημόσιον μέχρι 2½ ἑκατομμυρίων.
§27ΚΑΛΛΙΓΑΣ. 6 καὶ μὲ τοῦτο 7· ἓν ἑκατομμύριον ἐπὶ ἐνεχύρῳ μετοχῶν, 1,000000 τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, 2500000 ἐπὶ ὑποθήκῃ τοῦ ἐλαιῶνος τῶν Σαλώνων, ½ τοῦ δανείου, γίνονται 5,000,000 καὶ μὲ τὸ παρὸν ἕξ· ἔκαμα λάθος, 6 ἀντὶ 7.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Τράπεζα ἔχει δανείσει ἀρκετὰ χρήματα, ἑπομένως δικαίως ἔπρεπε νὰ φανῇ φειδωλή· ἐζήτησε διὰ τοῦτο ἐγγυήσεις. Κύριοι, ἐγὼ δὲν παρεξενεύθην διόλου, διότι ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐζήτουν εἶναι ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, πρὸς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ Δημόσιον· ἄλλως τε εἶναι ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἀλλοῦ ἐγένετο· εἰς τὴν Γαλλίαν νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 48 ἠθέλησαν νὰ δανεισθῶσι καὶ ὑπεθήκευσαν τὰ ἐθνικὰ δάση, καὶ τοιουτοτρόπως ἠσφάλισαν τοὺς δανειστάς. Διὰ τοῦτο ἡ Τράπεζα ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Δημόσιον εἰδικὸν ἔσοδον εἰς ὑποθήκην, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ σμύρις. Κατὰ τὸν νόμον κᾀνεὶς δὲν δύναται νὰ παραλάβῃ σμύριδα ἀπὸ τὴν ἀποθήκην, χωρὶς προηγουμένως νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ἀντίτιμον καὶ νὰ λάβῃ ἀπόδειξιν, τὴν ἀπόδειξιν αὐτὴν νὰ τὴν παρουσιάσῃ εἰς τὸν ἐπιστάτην καὶ οὗτος νὰ δώσῃ τὴν σμύριδα. Τώρα ἀντὶ τῆς ἀποδείξεως ἀπὸ τὸ ταμεῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν διὰ νὰ βεβαιοῦται, ὅτι τὰ χρήματα ἐδόθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἡ Τράπεζα ἐζήτησε νὰ τῇ παραχωρηθῶσι μερικαὶ ἀσφάλειαι, νὰ ὑπόκηται ὁ ἀγοραστὴς εἰς τὴν ἐκ νέου πληρωμὴν καὶ νὰ ᾖναι ὑπεύθυνος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς πληρωμῆς ἄνευ ἀποδείξεως τῆς Τραπέζης ἔδωκε τὴν σμύριδα. Τοῦτο ἦτο ἀναγκαῖον βέβαια. Ὑπάρχει εἷς νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον προσδιορίζεται ἡ τιμὴ τῆς σμύριδος, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον πωλεῖ, καὶ ἡ τιμὴ προσδιωρίσθη εἰς 11 δραχμάς. Ἡ Τράπεζα λοιπὸν εὐλόγως ἀπῄτησεν, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ κᾀμμία μεταβολή· ἐπειδὴ αὐτὸ τὸ προϊὸν δίδεται ὡς ἐγγύησις, πρέπει ἐπ’ αὐτοῦ νὰ μὴ ἐπέλθῃ κᾀμμία μεταβολὴ, διότι πᾶσα μεταβολὴ ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντά της, ἐπειδὴ ἠδύνατο ἢ νὰ ἀποκαταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἐκποίησιν ἢ νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσόν· π. χ. ἂν προσδιορίσητε τὴν τιμὴν πρὸς 15 δρ. δὲν πωλεῖται, ἂν πωλήσητε τὸ πωλούμενον τὸ ποσὸν εἶναι πολὺ ὀλίγον καὶ τοιουτοτρόπως καὶ ἡ ἐγγύησις οὐδετεροῦται. Ὁ τρίτος ὅρος, τὸν ὁποῖον ἐζήτησεν, εἶναι ὁ ἀκόλουθος· ὑπάρχει, καθὼς ἠξεύρετε, καὶ ἰδιωτικὴ σμύρις· ἐπ’ αὐτῆς ἄλλοτε νόμος τις ἐπέβαλε φόρον, εἶπεν, ὅτι ἡ ἰδιωτικὴ σμύρις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξέλθῃ παρὰ πληρώνουσα φόρον τόσας δραχμάς. Ἡ Τράπεζα λοιπὸν, ἐζήτησεν εἶπον, ἐπίσης νὰ μὴ μεταβληθῇ ὁ φόρος αὐτὸς, διότι πᾶσα μεταβολὴ ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, διότι, ἐὰν ἐλαττώσσητε ἐπὶ ⅑ τὸν φόρον τῆς ἐξαγωγῆς, ἀντὶ 5 δραχ. εἰς 2 ἢ 1, τότε βεβαίως ἡ δημοσία σμύρις δὲν δύναται νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὴν ἰδιωτικὴν, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ Τράπεζα πάλιν ἐβλάπτετο. Ἰδοὺ, Κύριοι, αἱ συμφωνίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἡ Τράπεζα. Δὲν ἐδυσκολεύθην καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ Συνέλευσις δὲν θέλει δυσκολευθῆ διόλου νὰ τὰς παραδεχθῇ, διότι δὲν ἔχουν κᾀνένα ἄλλον σκοπὸν παρὰ ν’ ἀσφαλίσουν τὴν Τράπεζαν, ἥτις θέλει λάβει τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θέλει δανείσει εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐνθυμηθῆτε, Κύριοι, ὅτι ἡ Τράπεζα εἶναι ἰδιωτικὸν κατάστημα, ὅτι ἔχει κεφάλαια ἰδιωτῶν ἐλθόντα ἀπὸ διάφορα μέρη καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι ἰδιῶται δανείζοντες τὴν περιουσίαν των ἔχουν δικαίωμα νὰ ζητοῦν ἀσφαλείας καὶ ἐγγυήσεις. Παρακαλῶ, Κύριοι, ἐπειδὴ βλέπετε, ὅτι αἱ ἀνάγκαι εἶναι κατεπείγουσαι, τὸ ψήφισμα αὐτὸ νὰ τὸ συζητήσητε αὐθωρεί. Δὲν τὸ ἔφερα, Κύριοι, προτήτερα, διότι αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τραπέζης δὲν ἐτελείωσαν προτήτερα· ἅμα ἐτελείωσαν αἱ διαπραγματεύσεις, τὸ ἔφερα. Καθὼς παρετήρησα ἀπὸ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω σήμερον, τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπωλήθησαν 18000 καντάρια· πέρυσι 27000, ἐφέτος μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς ἔχουν πωληθῆ δέκα τρία· ἄλλοτε ἐπωλήθησαν 40000, ἀλλὰ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ καταναλωθῶσι.
§29ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, εἰσπράξεις δὲν γίνονται;
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἅμα ἡ Συνέλευσις εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἐμπιστευθῇ τὸ ὑπουργεῖον, συνεννοήθην ἀμέσως μετὰ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις συντομώτατα ἔθεσεν εἰς τὰς διαταγὰς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων 300 χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐπασχοληθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἑπομένως αἱ ἀρχαὶ ἔχουν διαταγὰς νὰ ἐπισπεύσουν τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Δυσκολίας τινὰς εἰς τὴν εἴσπραξιν, ὄχι ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς κατωτέρους ὑπαλλήλους, ἀπηντήσαμεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν· δὲν μᾶς ἔδωκαν ἀμέσως τὴν συνδρομήν των, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἤρχισαν ἀμέσως αἱ εἰσπράξεις· ἀλλὰ τελευταῖον ἐνησχολήθημεν καὶ διὰ τὴν συνδρομὴν τῆς πρωτευούσης, ὅπου θέλουν ἀρχίσει, ὅσον τὸ δυνατὸν, ταχύτερον αἱ εἰσπράξεις καὶ πιστεύω, ὅτι θέλομεν ἔχει καλλίτερον ἀποτέλεσμα εἰσπράξεων· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτὴν τὴν ἐποχὴν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἰσπράξητε ὅσα μᾶς ἀναγκαιοῦν· αἱ εἰσπράξεις πάντοτε εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν εἶναι ἠλαττωμέναι· μάλιστα, Κύριοι, ἔχομεν τὸ ἄλλο κακὸν, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἐλαττώσεων καὶ δηλώσεις ἀκριβεῖς δὲν ἔγειναν, ὥστε ὁ φόρος τῶυ ζώων εἶναι λίαν ἠλαττωμένος.
§31Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.............
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 600000 δραχ. ὡς ἔγγιστα.
§33ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν γνωρίζω ποίαν ἡ Συνέλευσις θέλει νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν, ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προειδοποιήσω τὴν Συνέλευσιν περὶ ὅρου τινὸς, ὅστις οὐχ ἧττον ἀπεφασίσθη παρὰ τῶν μετόχων τῆς τραπέζης καὶ ἐὰν ὁ ὅρος αὐτὸς παραλειφθῇ, ὑποθέτω, ὅτι εἰς μάτην θέλει ἐνασχοληθῆ ἡ Συνέλευσις περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς τῆς προτάσεως. Ὁ ὅρος εἶναι ὁ ἑξῆς· γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι διὰ δύο λόγους ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε αὐτὴν τὴν πρότασιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὁ ά. λόγος εἶναι διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν νὰ ὑποχρεωθῇ τὸ δημόσιον δι’ ἑνὸς δανείου· νὰ καταστήσῃ τὸ δημόσιον ὑπεύθυνον ἑνὸς δανείου ἄνευ νόμου, ἄνευ πράξεως τῆς Συνελεύσεως δὲν δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο. Ὁ δεύτερος λόγος ὁ ἐπίσης σπουδαῖος εἶναι ὁ ἑξῆς, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἔργων τῆς Τραπέζης, δὲν προβλέπεται ἐκ τοῦ καταστατικοῦ τῆς τραπέζης· ἡ τράπεζα δὲν συνεστήθη πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, ὁ ὀργανισμὸς τῆς τραπέζης προβλέπει ἄλλου εἴδους δάνεια, εἰς ὑποθήκας καὶ προεξοφλήσεις, ὄχι ὅμως τοιαῦτα δάνεια ὡς ἠξεύρετε· ἐδῶ δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἐνεχύρου οὔτε περὶ ὑποθήκης, διότι ἡ Σμύρις δὲν δύναται νὰ δοθῇ ὡς ἐνέχυρον· διὰ νὰ δοθῇ ὡς ἐνέχυρον πρέπει νὰ λάβῃ κατοχὴν ἡ τράπεζα, ἀλλ’ ὅταν μόνον ἡ πρόσοδος δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀπόσβεσιν· καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν αὐτὴ ἡ πρόσοδος μέλλει νὰ λαμβάνηται, αὐτὸς προβλέπεται, ὥστε ἡ καταβολὴ νὰ μὴ γίνηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς τραπέζης. Συμπεραίνετε λοιπὸν δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὅτι διὰ τὴν τράπεζαν ὑπάρχει ἀνάγκη, ἀφοῦ ἐξέρχεται τοῦ καταστατικοῦ διὰ τοιοῦτον δάνειον, καὶ ἐκείνη νὰ προσκαλέσῃ τοὺς μετόχους καὶ νὰ λάβῃ τὴν συγκατάθεσιν αὐτῶν. Τοῦτο ἐγένετο χθές· συνῆλθον οἱ μέτοχοι τῆς τραπέζης, ὑπεβλήθη αὐτῇ ἡ πρότασις καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο, ἀπεφασίσθη νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλος ὅρος, ὅτι αὐτὸ τὸ δάνειον δὲν θέλει γείνῃ ἐφ’ ἅπαξ, ἀλλ’ εἰς τέσσαρας ἴσας δόσεις, ἀνὰ ¼ καθ’ ἕκαστον μῆνα ἀπὸ τῆς σήμερον. Ἡ τράπεζα πρῶτον ἔχει δυσκολίας ἀπὸ τῆς σήμερον νὰ δώσῃ αὐτὸ τὸ δάνειον ὁλόκληρον εἰς τὸ δημόσιον, διότι δὲν ἔχει τόσον ἄφθονον χρηματικὸν, καὶ ἡ τράπεζα σήμερον δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν, ὥστε νὰ διαθέτῃ ὅπως θέλει τὰ χρήματα· τὸ κεφάλαιον τῆς τραπέζης εἶναι 8,000,000 καὶ ὡς πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, ἤδη ἡ τράπεζα ἐδάνεισε πλέον τῶν 5 ἑκατομυρίων ἐκτὸς τῆς ἐπιστροφῆς κληροδοτημάτων, καὶ πρόκειται νὰ δανείσῃ καὶ ἄλλο ἑκατομμύριον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι μέλλει νὰ φθάσῃ τὸ κεφάλαιόν της καὶ διὰ τοῦτο τὸ ποσὸν εἶναι ὑπερβολικὸν ἀναλόγως τῶν δυνάμεών της. Διὰ ποίου μέσου πορίζεται τὰ χρήματα καὶ δίδει δάνεια πλέον τῶν 18 ἑκατομυρίων; πορίζεται τὰ χρήματα πάλιν διὰ δανείων· σήμερον ὅμως αὐταὶ αἱ καταθέσεις ἔπαυσαν ὡς ἐκ τῶν ἀνωμαλιῶν καὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως. Νέα χρήματα λοιπὸν ἡ τράπεζα δὲν δύναται νὰ εὕρῃ, πρέπει νὰ διαθέσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχει· ἀλλὰ διὰ νὰ κάμῃ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς στενοχωρίαν τινα δυσάρεστον, ἥτις θέλει εἶναι δυσάρεστος καὶ δι’ ὅλην τὴν κοινωνίαν, πρέπει νὰ καταφύγῃ εἰς τοὺς ὀφειλέτας της, νὰ προσκαλέσῃ τοὺς ἐμπόρους, ἢ τοὺς ὀφειλέτας της ἐπὶ ὑποθήκῃ· καὶ σήμερον ἡ Τράπεζα δὲν ἐνεργεῖ καταναγκαστικὰ μέτρα, περιμένει νὰ ἔλθουν τὰ πράγματα εἰς ὁμαλωτέραν κατάστασιν, διὰ νὰ μὴ ἐπιφέρῃ βλάβην εἰς τὸν ἰδιώτην. Λοιπὸν ἅμα θέσωμεν τὴν τράπεζαν εἰς οἱανδήποτε θέσιν ὀλίγον ἐπισφαλῆ, θέλει φανῆ αὐστηρὰ εἰς τοὺς ὀφειλέτας της καὶ αὐτὸ θέλει εἶσθαι κοινωνικὴ ζημία. Ἡ τράπεζα λοιπὸν σήμερον δὲν εὐκολύνεται νὰ δώσῃ τὸ δάνειον διὰ μιᾶς, ἀλλ’ ἐκ διαλειμμάτων. Δὲν εἶναι ὅμως μόνη αὐτὴ ἡ σκέψις· ὑπάρχει καὶ δευτέρα σκέψις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐκτιμήσωμεν ὡς λίαν σπουδαία, εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι σχεδὸν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι τὸ τελευταῖον δάνειον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κάμῃ ἡ Τράπεζα εἰς τὸ Δημόσιον καὶ καθεὶς ἐρωτᾷ, τί θέλει συμβῆ ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ὅτε οὔτε ἡ Τράπεζα θέλει εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κάμῃ δάνειον εἰς τὸ Δημόσιον; Ποῦ θέλει εὑρῇ τὸ δάνειον αὐτὸ τὸ Δημόσιον; διότι δὲν πρόκειται τώρα νὰ εὕρῃ τις ἓν μέσον περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ ποῦ θέλει εὑρῇ πρόχειρα χρήματα τὸ Δημόσιον. Ὑπάρχουν ἄλλα καταστήματα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ προσφύγῃ τὸ Δημόσιον διὰ νὰ εὕρῃ ἐν τοῖς Ταμείοις αὐτῶν χρήματα; ἰδιῶται εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ παρέξουν τοσοῦτον δάνειον εἰς τὸ Δημόσιον; Βλέπετε, ὅτι τὸ ἄλλο δάνειον ἀκόμη δὲν ἐπραγματοποιήθη. Καὶ ἐκ τούτων ὅλων ἐξάγεται ὅτι ἐκείνη ἡ ὥρα θέλει εἶσθαι πολὺ δεινὴ διὰ τὸ Δημόσιον, διότι θὰ ἔχῃ πολλὰς ἀνάγκας ἀπαραιτήτους, ὅπως εἶναι ἡ πενθημερία τῆς μισθοδοσίας τῶν στρατιωτῶν. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε νὰ φροντίσωμεν, ὥστε νὰ μὴ ἐξαντλήσωμεν αὐτὰ τὰ μέσα. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἠκούσθησαν καὶ πολλὰ ἁρμόδια πρόσωπα, τὰ ὁποῖα γνωρίζουν, κάλλιον ἐμοῦ τοὐλάχιστον, ποῖαι εἶναι αἱ κατεπείγουσαι ἀνάγκαι τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐξ αὐτῶν ἐμάθομεν, ὅτι, ὅταν δίδωνται 250000 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἐκπληροῦνται αὐταὶ αἱ ἀπαραίτητοι ἀνάγκαι, καὶ τὸ ὑπόλοιπον δύναται κάλλιστα ν’ ἀναπληρωθῇ ἐκ τῶν εἰσπράξεων. Ἡ Τράπεζα ἐνόμιζεν, ὅτι ἤθελε δοθῆ τὸ δάνειον εἰς 3 ἴσας δόσεις, καὶ μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας τὰς σπουδαιοτάτας καὶ προερχομένας ἐκ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἔχει αὐθεντικὴν γνώμην εἰς τοιαῦτα πράγματα, ἐπείσθη ἡ Τράπεζα, ὅτι εἰς 4 δόσεις ἐπαρκεῖ τὸ Δημόσιον. Λέγω λοιπὸν, ὅτι αὗται αἱ 2 σκέψεις ἀρκοῦν νὰ κατανοήσωμεν, ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἐκλείψῃ καὶ εἶναι ἀναγκαῖος καὶ διὰ τὴν Τράπεζαν καὶ διὰ τὸ Δημόσιον· ὥστε πρέπει νὰ γίνῃ μεγάλη φειδωλία εἰς τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὸ ταμεῖον διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐπικίνδυνον στιγμὴν, ὅτε τὸ δημόσιον δὲν θὰ ἔχῃ πλέον ποῦ νὰ κρούσῃ θύραν διὰ νὰ εὕρῃ χρήματα· καὶ μάλιστα πρέπει νὰ σκεπτώμεθα, ὅτι ἡ μεγάλη δαπάνη ὡς ἔγγιστα γίνεται ὡς ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἓν μέρος αὐτῶν τῶν χρημάτων δίδεται ἀνεξελέγκτως, διότι δίδονται διὰ προκαταβολῆς. Ὅταν ὅμως δίδωνται διὰ προκαταβολῆς καὶ ὑπάρχουν πολλὰ χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον, τότε ἴσως δὲν γίνεται μεγάλη προσοχὴ, ὥστε νὰ καταβάλλωνται ὅλαι αἱ ἀναγκαῖαι παρατηρήσεις νὰ γείνῃ σπουδαία διαχείρησις, καὶ νὰ μὴ δίδωνται προκαταβολαὶ μὴ ἀναγκαῖαι. Τοιουτοτρόπως ἐπέρχεται ἡ ἐξάντλησις τοῦ Ταμείου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ Κύριος ὑπουργὸς δύναται νὰ δώσῃ καὶ τὴν ἐξήγησιν, ἂν νομίζῃ, ὅτι μὴ παραδεχομένου αὐτοῦ τοῦ ὅρου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον· ἐγὼ πρέπει νὰ ἐκφράσω τὴν ἀμφιβολίαν· διὰ τὸν ἄλλον λόγον, ὅτι διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον ὑπ’ ἄλλον ὅρον παρὰ τὸν ψηφισθέντα πρέπει ἐκ νέου νὰ συγκαλεσθοῦν οἱ μέτοχοι· πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπέλθῃ μία ἀναβολὴ πολλῶν ἡμερῶν, καὶ ἂν ἐπέλθῃ μία τοιαύτη ἀναβολὴ δὲν πρέπει τις νὰ αἰτιᾶται τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ διότι δὲν ἔγεινε δεκτὸς ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον ἡ Τράπεζα ὥρισε.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἐν γνώσει δὲν ἐσημείωσα αὐτὸν τὸν ὅρον ἐν τῷ ψηφίσματι, διότι τὸν βλέπω ὄχι μόνον μάταιον, ἀλλὰ καὶ καταστρεπτικόν. Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ ἔλθῃ νὰ διδάξῃ τὸ δημόσιον, διότι αὐτὸν τὸν σκοπὸν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἀνέπτυξεν ἐδῶ, θέλει νὰ κανονίσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ τὸ θέση ὑπὸ μίαν κηδεμονίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θέλω συμφωνήσει.
§35ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποτὲ, μὴ παρεξηγεῖτε.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις, Κύριοι, εἶναι ματαία· τί κάμνετε δι’ αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος; δίδετε ἄδειαν εἰς τὸ δημόσιον νὰ δανεισθῇ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν. Σᾶς ἐρωτῶ ἂν δὲν ἔχῃ ἡ Τράπεζα, δυνάμεθα διὰ τῆς βίας νὰ δανεισθῶμεν; ὄχι. Ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ δανεισθῶμεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἓν ἑκατομμύριον, καὶ ἡ ἀπόφασις δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ πρὸς τὴν Τράπεζαν· ἑπομένως ἂν ἡ Τράπεζα δὲν ἠμπορῇ νὰ τὰ πληρώσῃ ὅλα, καὶ δὲν θὰ ζητηθοῦν διὰ μιᾶς, σᾶς τὸ λέγω ἐπισήμως, ἐνόσῳ τοὐλάχιστον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον ἐγὼ, ἐὰν ἡ Τράπεζα δὲν ἔχῃ χρήματα, δὲν δύναται νὰ δώσῃ διὰ τῆς βίας· ποτὲ δὲν θέλω μία Συνέλευσις νὰ ὑποτάξῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἓν εἶδος κηδεμονίας. Μετὰ τῆς Τραπέζης, Κύριοι, ἔχομεν συννενοηθῆ· ἡ Τράπεζα κατ’ ἀρχὰς συνῄνεσε νὰ δώσῃ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, κατόπιν εἰς αὐτὴν ἐπαρουσιάσθη ἰδέα τοῦ νὰ δοθῇ εἰς τρεῖς δόσεις τὸ ἓν αὐτὸ ἑκατομμύριον· μετὰ ταῦτα ὑπεστηρίχθη ἡ ἰδέα νὰ δοθῇ εἰς 4 δόσεις. Λέγω, Κύριοι, τὸ κατ’ ἐμὲ, ὅτι βεβαίως, οὔτε δυνατὸν εἶναι, οὔτε συμφέρον νὰ ληφθῶσι τὰ χρήματα διὰ βίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀποκρούω αὐτὸν τὸν ὅρον τοῦ νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον, διότι εἶναι μάταιος· θέλω ἐπαναλάβει αὐτὸν, θὰ ἐπιζητήσω τὴν ἐνέργειαν τῆς τραπέζης· καὶ ἂν δώσῃ ἡ Συνέλευσις τὴν ἄδειαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διαπραγματευθῇ ἓν δάνειον πρὸς τὴν Τράπεζαν, τοὺς ὅρους πότε πρέπει νὰ τὰ δώσῃ, καὶ πῶς, εἰς ποίας δόσεις, τοὺς ὅρους αὐτοὺς πρόκειται νὰ τοὺς κανονίσῃ μία κατόπιν συμφωνία καὶ ὄχι μία ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ὁ ὅρος αὐτὸς ἐντὸς τοῦ ψηφίσματος, ὅστις εἶναι προσβλητικός. Ἡ Τράπεζα ἐδίκασεν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν κατ’ ἐρήμην, καὶ, οὕτως εἰπεῖν, μονομερῶς. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μεταβαίνει εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ἀποδεικνύει εἰς αὐτὴν, ὅτι εἰς τέσσαρας δόσεις ἢ εἰς πέντε ἐὰν διαθέσῃ τὰ χρήματα δὲν ὠφελεῖ, δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου· αἱ ἀνάγκαι μένουν ἀνικανοποίητοι· κ’ ἑπομένως δύναται νὰ ᾖναι καὶ συμφέρον, ὥστε ἀντὶ τεσσάρων δόσεων νὰ τὰ διαθέσῃ εἰς τρεῖς· τότε καὶ ἡ Τράπεζα ἠμπορεῖ νὰ ἐνδώσῃ. Διὰ τί νὰ ἐμποδίσῃ ἡ Συνέλευσις τὸ στάδιον αὐτὸ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ δέσῃ τὰς χεῖράς του καὶ νὰ ἠμπορέσῃ ἴσως νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους; Κύριοι, λέγουν, ὅτι 250 χιλιάδες ἦσαν ἀρκετὰ κατὰ μῆνα διὰ τὰς πρώτας ἀνάγκας, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές· θὰ κάμωμεν ἴσως ὅλας τὰς καθυστερήσεις, ὅσας ἠμποροῦμεν· θὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ μετὰ προηγουμένην μελέτην ἀκριβῆ καὶ ἐνδελεχῆ, δὲν πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ἐκ τῶν προτέρων καὶ διὰ μιᾶς, διότι ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἢ ν’ ἀδικήσωμεν, ἢ νὰ χρεοκοπήσωμεν. Τί συνέβη μέχρι τοῦδε; προχθὲς ἐδώσατε 300,000, εἰσεπράξαμεν 100,000, καὶ μολαταῦτα δὲν ἐπαρκέσαμεν διὰ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα. Βλέπετε, λοιπὸν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 250,000, ἠμπορεῖ νὰ μὴ ᾖναι ἀρκετόν· διατί θέλετε νομοθετικῶς νὰ λύσητε αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἐνῷ μὲ τὴν Τράπεζαν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ λύσωμεν; Ἐὰν θέλητε, ἠμπορεῖτε νὰ τὸ κάμητε, ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ δημόσια συμφέροντα. Τὴν δυσκολίαν τῳόντι, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, τὴν προβλέπω καὶ ἐγὼ, καὶ πρὸ ὀλίγου εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ὑπελόγισα, ὅτι ἡ δυσκολία αὕτη θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολλοὺς μῆνας, ὄχι διὰ ἕνα, διὰ δύω, ἀλλ’ ἡ δυσκολία λύεται διὰ χρεωκοπίας; λύηται, ἐὰν ἀρνηθῶμεν τὴν πληρωμήν; αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐὰν λύεται διὰ χρεωκοπίας, τότε ἂς ἀρνηθῶμεν ὁλόκληρον τὴν πληρωμὴν, ἂς πληρώσωμεν ὀλίγους στρατιωτικοὺς καὶ ἂς κηρύξωμεν, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ πληρώσωμεν κανένα ἄλλον, τότε λύομεν αὐτὴν τὴν δυσκολίαν, ἴσως ἐπ’ αὐτῷ τῷ σκοπῷ ἐπροτάθη ὁ περιορισμὸς τῆς δόσεως, ἢ ἡ διαίρεσις τῆς πληρωμῆς τοῦ δανείου αὐτοῦ εἰς τέσσαρας δόσεις. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὴν δυσκολίαν αὐτὴν δὲν πρέπει νὰ λύσωμεν ἀρνούμενοι πληρωμήν· ἐγὼ ἔχω τὴν ἄλλην ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν ἀποκρούοντες τὴν χρεωκοπίαν καὶ ἐμμένοντες πιστοὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν χρεώσεών μας. Ἀλλὰ Κύριοι, πῶς θὰ φθάσωμεν εἰς τοῦτο, ἀφοῦ χρήματα δὲν ἔχομεν, ἀφοῦ πιστωτικὰ ἄλλα καταστήματα δὲν ἔχομεν, ἀφοῦ ἐκτὸς τῆς Τραπέζης δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εὕρωμεν χρήματα καὶ ἡ Τράπεζα δὲν δίδει πλέον; Εἶπεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅτι πιθανὸν νὰ ᾖναι αὐτὸ τὸ τελευταῖον δάνειον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ ἡ Τράπεζα. Κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε, νὰ μὴ ἐξηγήσω τώρα τὴν ἰδέαν μου, ἰδέαν τὴν ὁποίαν μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας θὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν Συνέλευσιν ν’ ἀποφασισθῇ. Κατ’ ἐμὲ νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων αὐτῶν, ἢ ἓν μέρος, εἶναι πολύτιμον, ὄχι διότι θὰ δοθῇ ἓν ἑκατομμύριον, ἀλλὰ διότι θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς βεβαίωσιν τῆς πίστεως τοῦ δημοσίου, ἢ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς πυρὴν, ἐφ’ οὗ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ οἰκοδομηθῇ μία πλατυτέρα ἐνέργεια κυκλοφορίας· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι σήμερον δὲν εἶμαι εἰς θέσιν οὔτε ἠμπορῶ νὰ εἴπω τὴν ἰδέαν μου. Τοιουτοτρόπως, ἐὰν ἐγκρίνητε τὴν ἰδέαν μου, νομίζω, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ δημοσίου μέχρι τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, μὲ οἰκονομίαν καὶ φειδὼ, διοικουμένου τοῦ δημοσίου, θέλουν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἱκανοποιηθῆ, καὶ ἀδικία δὲν θὰ γίνῃ, καὶ οὔτε θὰ κρούσωμεν τὰς θύρας τῆς χρεωκοπίας· κ’ ἐννοῶ χρεωκοπίαν τὴν μὴ πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεών μας· ὅταν δὲν πληρώνητε τὰς ὑποχρεώσεις σας, αὐτὸ καθαρὰ καθαρὰ δὲν εἶναι ἄλλο τίποτε παρὰ χρεωκοπία. Νομίζω, λοιπὸν, ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς δὲν εἶναι ἀναγκαῖος νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ νόμου αὐτοῦ, κατὰ τοσοῦτον μάλιστα, καθόσον δὲν εἶναι ὁ νόμος ὑποχρεωτικὸς εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ θὰ συμφωνήσωμεν μὲ αὐτὴν εἰς πόσας δόσεις πρέπει νὰ πληρώσῃ.
§37ΠΥΡΛΑΣ. Ἡ διάθεσις τῶν δημοσίων προσόδων, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι συγχωρημένον νὰ γίνῃ διὰ δάνειον, διότι αἱ δημόσιοι πρόσοδοι εἶναι ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν ἄλλων δανειστῶν. Ἐὰν ἀρχίσωμεν ἤδη νὰ δώσωμεν ἓν μέρος τῶν προσόδων μας διὰ τὸ δάνειον τῆς Τραπέζης βεβαίως τότε δύνανται οἱ ἄλλοι δανεισταί, τοὺς ὁποίους ἔχομεν καὶ ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 6 ἑκατομμυρίων καὶ ἀπὸ ἄλλα νὰ μᾶς ζητήσουν ἐπίσης ἐγγυήσεις (θόρυβος). Ἡ Τράπεζα δὲν ὡρίσθη διὰ νὰ δίδῃ δάνεια μόνον εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς πολίτας. Τοιουτοτρόπως τὸ δημόσιον σφετεριζόμενον ὅλα τὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης καθυστερεῖ τοὺς ἰδιώτας.
§38ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ θὰ ἔλθω μ’ ἓν λόγιον, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Περικλῆς «παρὰ νὰ πληρώσωμεν νὰ συλλογισθῶμεν πῶς νὰ μὴ πληρώσωμεν»· ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ νὰ τοῦ χορηγήσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ κάμῃ δάνειον διὰ νὰ πληρώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἠκούσατε, ἀφίνων κατὰ μέρος τί θὰ κάμῃ ἡ Τράπεζα μὲ τοὺς ἰδιώτας καὶ τὸ δημόσιον, λέγω ὅτι ὁ τρόπος τοῦ δανείου, ὅπως τὸν ἐνέπτυξεν ὁ Κύριος Ὑπουργὸς, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι παρὰ πολὺ προσβλητικὸν εἰς τὸ ἔθνος, εἶναι ὡς νὰ θεωρῇ χρεωκόπον τὸ ἔθνος καὶ θέλει νὰ ἐξασφαλισθῇ μὲ μεγάλην περιουσίαν. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἔχει, Κύριοι· τὸ ταμεῖον δὲν εἶναι χρεωκόπον, οἱ φόροι ἐπεβλήθησαν καὶ οἱ φόροι θὰ πληρωθῶσι, ἕκαστος τὸ γνωρίζει τοῦτο προέρχεται ἀπὸ τὸν κλονισμὸν αὐτὸν τῆς μεταβολῆς, ἀλλὰ Κύριοι ἀντὶ νὰ συλλογισθῶμεν πῶς νὰ λάβωμεν δάνειον προσβάλοντες τὸ Ἔθνος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ σκεφθῶμεν πῶς νὰ μὴν κάμνωμεν δάνεια καθόλου; (θόρυβος) πῶς ἠμποροῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὸ δάνειον; Κύριοι, ὑπάρχουν ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶναι κατεπείγοντα, τὸ ταμεῖον ὀφείλει νὰ τὰ πληρώσῃ εἰς τὴν στιγμήν, ὑπάρχει ἡ πενθημερία τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Στρατιωτικῶν, τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐννοεῖται, ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ ταμεῖον, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ πιστεύσω, ὅτι οἱαδήποτε δυστροπία καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἐκ μέρους τῶν φορολογουμένων, ὅτι δὲν εἰσπράττει τὸ δημόσιον τόσα χρήματα ὅσα ἀπαιτοῦνται εἰς τὰ ἀναποφεύκτως ἀπαιτούμενα (θόρυβος).
§39ΤΙΝΕΣ. Πόσα εἶναι αὐτά;
§40ΖΕΡΒΑΣ. Ἐπληροφορήθην ἀπὸ τὸν ἴδιον Ὑπουργὸν, ὅτι συνάζει τὸ ταμεῖόν μας ὡς ἔγγιστα 600000 δραχ. κατὰ μῆνα, ἂς μᾶς εἴπῃ λοιπὸν ὁ Κύριος Ὑπουργὸς πόσα εἶναι τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν πενθημερίαν κατὰ μῆνα. (θόρυβος).
§41ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Εἰπέτε μας σεῖς πόσα εἶναι αὐτά.
§42ΖΕΡΒΑΣ. Ἐρώτησα τὸν Ὑπουργὸν καὶ δὲν μοὶ ἀπήντησε.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ζέρβα, εἶπα, ὅτι χθὲς ἐψηφοφορήσατε τὴν νέαν πίστωσιν.
§44ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ πίστωσις εἶναι ὁλόκληρος, ἐμπεριέχει ὅλους τοὺς μισθοὺς τῆς ὑπηρεσίας, ἐγὼ δὲ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶπον, ὅτι τὴν πίστωσιν τὴν ἐδώκαμεν ὑποθέτοντες ὅτι ὑπάρχουν ἀρκετὰ χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον διὰ νὰ πληρωθῇ, ὅταν ὅμως δὲν ἔχῃ χρήματα, πρέπει νὰ πληρώσωμεν τὰ ἀναγκαιότερα χωρὶς νὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ δανεισθῶμεν, διότι τὶ θὰ εἴπῃ ὅταν δὲν εἰσπράττωνται φόροι νὰ πληρώσωμεν ὕστερον καὶ τόκους διὰ τοὺς φόρους τοὺς μὴ εἰσπραχθέντας; (θόρυβος) ἰδοὺ τὶ προτείνω· προτείνω ὅτι τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα νὰ μὴ δοθοῦν εἰς κἀμμίαν ἄλλην ὑπηρεσίαν παρὰ μόνον εἰς τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικοὺς διὰ τὴν πενθημερίαν, ὅσα δὲ πλεονάζουν ἐκεῖνα ἂς πληρωθοῦν ἀναλόγως εἰς τὴν λοιπὴν ὑπηρεσίαν. Ἐφθάσαμεν σήμερον εἰς μίαν κατάστασιν ὄχι χρεωκοπικὴν, ὅπως ὁ Κύριος Ὑπουργὸς θέλει νὰ τὴν παραστήσῃ, εἶναι μία ἀναστολὴ τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων, ἡ ὁποία μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας πιστεύω νὰ παύσῃ (θόρυβος). Λοιπὸν ὅσα περισσεύουν ἀπὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται ἀναποφεύκτως νὰ πληρώσωμεν διὰ τὴν πενθημερίαν, ἐκεῖνα νὰ δοθοῦν διὰ τὴν ὑπόλοιπον ὑπηρεσίαν, ὅσα δὲ λείπουν, ἂς περιμένουν καὶ καὶ οἱ Κύριοι ὑπάλληλοι καὶ ἕνα μῆνα καὶ δύο καὶ τρεῖς χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην οὔτε ἀπὸ τὴν Τράπεζαν νὰ δανεισθῶμεν οὔτε ἀπὸ κανένα ἄλλον· τὶ θὰ πάθουν οἱ ὑπάλληλοι; προχθὲς τὸ προπαρελθὸν ὑπουργεῖον ἔπαυσεν ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ 500 ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τίποτε, ἐκεῖνοι λοιπὸν, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς ὑπηρεσίαν ἐὰν κάμουν καὶ δύο καὶ τρεῖς μῆνας, τὶ θὰ πάθουν, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι βέβαιοι ὅτι θὰ τὰ πάρουν; (θόρυβος) πιστεύω ὅτι οὐδ’ εἷς μὴν θὰ παρέλθῃ καὶ θὰ ἀρχίσουν αἱ εἰσπράξεις καὶ τὸ ταμεῖον θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώνῃ (θόρυβος) ἡμεῖς ἔχομεν ἓξ μῆνας ἐδῶ, ποῖος μᾶς πληρώνει, στενοχωρούμεθα, ἀλλ’ ὑποφέρομεν διὰ τὴν πατρίδα, ἀφίνομεν τὸν τόπον μας, ἀφίνομεν τὰς ὑποθέσεις μας καὶ στενοχωρούμεθα ἐδῶ (θόρυβος). Σᾶς βεβαιώνω ὅτι ὑπάρχουν καλλίτεροι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι περιμένουν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ πληρωθοῦν μετὰ πέντε μῆνας (θόρυβος)· προτείνω λοιπὸν νὰ μὴ γείνῃ κανὲν δάνειον ἀλλὰ μόνον νὰ πληρωθοῦν οἱ ἐν ἐνεργείᾳ στρατιῶται, ὅλοι δὲ οἱ ὑπάλληλοι νὰ πληρωθοῦν τὸ περίσσευμα τῆς εἰσπράξεως. Λοιπὸν ἀποκρούω τὸ δάνειον, διότι εἶναι καὶ προσβλητικὸν εἰς τὸ ἔθνος καὶ τόκους ἀνοήτους θὰ πληρώσωμεν.
§45ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολὴν, Κύριοι, διότι νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὰ πολυμελῆ Σώματα ὡς ἐκ τοῦ προχείρου συζητοῦν καὶ ἀποφασίζουν· τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸν ἑαυτόν μου ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι ἐν γνώσει διὰ νὰ ψηφίσω καὶ φρονῶ ὡσαύτως ἡ Συνέλευσις δὲν εἰμπορεῖ νὰ τὸ ἀποφασίσῃ εὐθύς· προτείνω λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν διὰ νὰ λάβωμεν καιρὸν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν.
§46Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ δάνειον αὐτὸ δὲν εἰμπορεῖ παρὰ νὰ γείνῃ δεκτόν· ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχετε ἀνατεθειμένην τὴν κίνησιν τῆς διοικητικῆς μηχανῆς, ἔρχεται καὶ λέγει, ὅτι μετὰ δύο ἡμέρας πρέπει νὰ ἔχῃ τόσα χρήματα, ἄλλως ἡ πενθημερία τοῦ στρατιώτου δὲν θὰ πληρωθῇ, ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου; ὄχι· ἂς ἀναβάλωμεν πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν καὶ ἂς συζητήσωμεν περὶ τοῦ δανείου. Κατὰ δυστυχίαν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τὸ παραδεχθῶμεν· ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν πολλὰ, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι, ὅτι θὰ τὸ δεχθῶμεν. Λυπούμεθα ὅλοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον λυποῦμαι βαρέως, διότι ἡ κατάστασίς μας κατήντησεν εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε ἡ Τράπεζα, πρὸς τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ἐδείχθη πάντοτε εὐμενὲς, δὲν ἀρκεῖται εἰς μόνην τὴν καλὴν πίστιν τοῦ δημοσίου, δὲν ἀναπαύεται εἰς τὴν ἐλπίδα ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ τακτοποιηθοῦν τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους. Ἡ Τράπεζα θὰ ἦτο συγχωρημένη, ἐὰν δὲν εἶχε προφθάσει νὰ συγκαλέσῃ τὸν σύλλογον τῶν μετόχων, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ ἐκτραπῇ τοῦ Καταστατικοῦ αὐτῆς, καὶ τὸ Καταστατικόν της δὲν τῇ ἐπιτρέπει νὰ δανείζῃ ἄνευ ἐγγυήσεων ὡρισμένων· ἀφοῦ ὅμως συνεκάλεσε τοὺς μετόχους, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ Τράπεζα πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἐφάνη τόσον εὐμενὴς, εἶναι ἠθικῶς ἀσυγχώρητος, διότι ῥίπτει ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης, κατ’ αὐτὴν μάλιστα τὴν ἐποχὴν, τὸ στίγμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι δὲν ἔχει πίστιν οὔτε παρ’ αὐτῇ τῇ ἐν Ἀθήναις Τραπέζῃ. Ἐστὲ δὲ βέβαιοι ὅτι αὐτὸ ἔσεται τὸ ἀποτέλεσμα, ὅταν ἡ Ἑλλὰς διὰ τὸ μικρὸν αὐτὸ τὸ δάνειον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ᾖναι ἠναγκασμένη νὰ ἐνεχυριάσῃ τὰς ἐτησίας προσόδους καὶ μεταξὺ αὐτῶν τὴν μᾶλλον βεβαίαν. Θὰ ἦτο μηδὲν σχεδὸν ἐὰν ἐδίδομεν καθ’ ὑπόθεσιν τῶν ἐλαιῶνα ἢ τὰς γαίας τὰς ἐθνικὰς, ἀλλὰ νὰ δώσωμεν τὰ τελωνεῖα ἢ τὴν σμύριδα αὐτὸ εἶναι τρομερόν· ἰδίως δὲ συλλογισθῆτε ὁποίαν φρικτὴν ἐντύπωσιν θὰ κάμῃ εἰς τὸν ἔξω κόσμον, ὁ ὁποῖος εἶναι τόπον λεπτὸς περὶ τὰς οἰκονομικὰς αὑτοῦ κρίσεις. Λέγω ὅμως ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν αἰτουμένην ἄδειαν —καὶ ἂν θέλετε, πρέπει καὶ νὰ εὐχαριστήσωμεν τὴν Τράπεζαν, διότι δὲν ἔχομεν πρόχειρα ἄλλα μέσα, καὶ διότι ἔχετε ἐνώπιόν σας προϋπολογισμὸν ἐξόδων ἀπὸ 24 τόσα ἑκατομμύρια, καὶ ἂν θελήσητε ἀκριβῶς νὰ ἐξετάσητε, εἶναι 26, καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, τί ἔσοδον ἔχετε; ἔχετε ἔσοδον 600,000 δραχ. κατὰ μῆνα κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων τῶν τεσσάρων μηνῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ ἑπόμενοι μῆνες εἶναι πλέον προσοδοφόροι, δίδουν τὸ διπλοῦν. Ἔχομεν 14 λοιπὸν ἑκατομμύρια εἰσοδήματα ἀπέναντι 24 ἑκατομμυρίων ἐξόδων. Θὰ κάμωμεν οἰκονομίαν τὸ πολὺ 3 ἑκατομμυρίων, ἂς κάμωμεν καὶ 4, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἔλλειμμα σημαντικόν· λοιπὸν βεβαίως τὸ δάνειον αὐτὸ θὰ τὸ πραγματοποιήσωμεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τόσον κακῶς ἔχει ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις, προτείνω ν’ ἀποκλείσῃ ἡ Συνέλευσις πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν καὶ νὰ ἐργάζεται ἐπιμόνως καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς μόνα τὰ οἰκονομικά, τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμόν. Ἂς ἀφήσωμεν τὸ σύνταγμα καὶ τὸ πολίτευμα, αὐτὰ εἶναι ἡ ἠθικὴ τροφὴ τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ ἡ ὑλικὴ εἶναι ἡ οἰκονομία, ἡ τακτοποίησις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὁ προϋπολογισμός. Ἡ κατάστρωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλει μᾶς διδάξει ἂν ἔχωμεν ἀνάγκην καὶ ἄλλου δανείου· ἀλλὰ τὴν γνῶσιν ταύτην πρέπει ταχέως ν’ ἀποκτήσωμεν ὅπως προλάβωμεν τὴν φοβερὰν ἐκείνην ἡμέραν, ἣν ἀνέφερεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς. Ἐὰν δὲ αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν εἰργάσθησαν, νὰ παραγγελθῶσι νὰ ἐργασθῶσι. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον προτείνω ὅτι οὐδεμία ἐργασία τῆς Συνελεύσεως ἐπιτρέπεται νὰ εἰσάγεται εἰς συζήτησιν ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος, καὶ ἀποκλειστικῶς νὰ ἐργασθῶμεν εἰς τὰ οἰκονομικά· λέγω δηλ. ἐὰν φέρῃ κἀνεὶς ἓν ψήφισμα, μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία δὲν ἀφορᾷ τοὺς οἰκονομικοὺς νόμους, ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις, ἂν πρέπει νὰ προηγηθῇ. Προσθέτω δὲ ὅτι ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος εἶναι εἰς διαφωνίαν μὲ τὸν Κ. Καλλιγᾶν, καὶ δὲν πιστεύω ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τῳόντι, ἂν ἐπρόκειτο τὸν Μάϊον καὶ Ἰούνιον νὰ εἰσπράξωμεν ἀνὰ 600,000 δρ. (θόρυβος) ὡς μέχρι τοῦδε, βεβαίως δὲν ἤρκουν αὐτῷ αἱ 250 χιλ. δραχ. ἃς ἡ Τράπεζα τῷ προσφέρει κατὰ μῆνα· ἐπειδὴ ὅμως εἰς τὸ ἑξῆς αἱ εἰσπράξεις ἔσονται μεγαλείτεραι, νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τῆς Τραπέζης εἶναι καλλίτερον καὶ αἱ 250 χιλ. ἀρκεταί.
§47ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ Κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύο λέξεις περὶ τῆς ἀναβολῆς. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἤκουσα λέξεις τινὰς παρὰ τοῦ Κ. Δεληγεώργη, αἱ ὁποῖαι, ἂν παρέλθουν ἄνευ ἀπαντήσεως, ἔχουν βαρείας συνεπείας εἰς τὸ νὰ δώσουν ἕνα χαρακτῆρα εἰς τὴν Τράπεζαν, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχει. Ὁ Κ. Δεληγεώργης, καὶ εἷς τῶν προλαλησάντων Κ. Ζέρβας, ἐνόμισαν, ὅτι εἶναι προσβλητικαὶ αἱ ἀξιώσεις τῆς Τραπέζης περὶ ἐξασφαλίσεως, καὶ ὅτι ἡ Τράπεζα ζητοῦσα μίαν ἐγγύησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ δανείου καὶ εἰς τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον συντελεῖ εἰς τὸ νὰ μὴ αὐξάνῃ ἡ ὑπόληψις τῆς Ἑλλάδος· ἀλλὰ λυποῦμαι, λέγω, ὅτι καὶ οἱ δύο περὶ τοιούτου σοβαροῦ πράγματος ὡμίλησαν, ὡς νὰ εἶχον ὁμιλήσει πρώτην φορὰν περὶ τοιούτου πράγματος. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν νὰ ὑποθέσωμεν τὸ δημόσιον τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἐπικράτειαν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι εἶναι πλέον ἀξιόχρεως ἀπὸ τὴν Γαλλίαν, ἢ τὰ λοιπὰ εὐρωπαϊκὰ κράτη. Ἡ Τράπεζα τῆς Γαλλίας καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Ναπολέοντα δὲν δανείζει οὔτε ὀβολὸν ἄνευ ἐγγυήσεως. Ἡ τράπεζα τῆς Γαλλίας πολλάκις δανείζει ἐπὶ ἐγγυήσει δημοσίων ἐγγράφων καὶ ἄλλων κτημάτων τοῦ δημοσίου, καὶ δανείζει ἐπ’ ἀνωτέρῳ τόκῳ, παρ’ ὅ,τι δανείζει εἰς ἰδιώτας· εἰς ἰδιώτας δανείζει ἐπὶ τόκῳ 5%, καὶ εἰς τὸ δημόσιον 6. Καὶ εἰς τὴν Αὐστρίαν — ἡ κατάστασις τῆς Αὐστρίας ἡ οἰκονομικὴ τοὐλάχιστον εἶναι καλλιτέρα ἀπὸ τὴν ἐδικήν μας, διότι δύναται νὰ δανεισθῇ ἐντὸς τοῦ κράτους καὶ μεγάλα ποσὰ — καὶ εἰς τὴν Ῥωσσίαν, εἰς τὴν Πρωσσίαν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν ποτὲ καμμία Τράπεζα δὲν δανείζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἁπλῶς ἐμπιστευομένη εἰς τὸ ἀξιόχρεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἠξεύρετε ποῖαι Τράπεζαι δανείζουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστευόμεναι εἰς τὸ ἀξιόχρεων τῆς Κυβερνήσεως; αἱ Τράπεζαι τῆς Τουρκίας, Τράπεζαι δεσποτικῶν κρατῶν, ὅπου ἡ Τράπεζα θεωρεῖται ὡς κατάστημα τῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν ὅμως ἡ Τράπεζα ᾖναι κατάστημα αὐτοτελὲς, καθὼς ἡ Ἑλληνικὴ, πρέπει νὰ προσέχῃ πολὺ, ὥστε οὐδέποτε νὰ κλονισθῇ, καὶ πάντοτε νὰ διατηρῇ τὴν ὑπόληψίν της ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς ἀκμαίαν· διότι, καθὼς ἠκούσατε, ἔξωθεν ἔρχονται ἑκατομμύρια εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ κατατίθενται ἐπὶ τόκῳ, καὶ ὁσάκις ἐστράφη πρὸς τὰ ἔξω, καὶ ἐζήτησε νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἐνυπόθηκον δάνειον, εὗρεν αὐτοὺς προθύμους. Αὐταὶ αἱ ἀσφάλειαι χρησιμεύουν διὰ νὰ διατηρήσουν τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους, διότι ἅμα ἀκουσθῇ, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔκαμε δάνειον χωρὶς νὰ λάβῃ ἀσφάλειαν ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἐκλονίσθη ἡ ὑπόληψις, τοῦτο δὲν εἶναι προσβολὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ νομίζω, ὅτι ὅστις συμβουλευθῇ τὰς λοιπὰς Τραπέζας τῆς Εὐρώπης, ποτὲ δὲν θέλει ἰδεῖ τοιοῦτόν τι.
§48Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι παράδοξον, Κύριοι, ἂν δὲν ἐνόησα τὴν περὶ δανείων θεωρίαν τῆς Τραπέζης, εἶναι ὅμως παράδοξον πῶς ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅστις παρὼν ἤκουσε τοὺς λόγους μου μὲ παρεξήγησεν.... Προκαλῶ τὸν Κ. Καλλιγᾶν νὰ μοὶ ἀναφέρῃ μίαν περίπτωσιν κατὰ τὸ παρελθὸν, καθ’ ἣν ἐνεχυριάσθη εἰσόδημα τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας πρὸς τὴν Τράπεζαν. Θεωρῶ, ὅτι ἦτο καθῆκον τῆς Τραπέζης νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἐπρόκειτο περὶ ποσοῦ λίαν μικροῦ· διόλου ὅμως δὲν ἠξίωσα νὰ θέσω ἀπόλυτον ἀρχὴν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος χρεωστεῖ νὰ δανείζῃ ἄνευ ἐγγυήσεως, εἶπον μάλιστα, ὅτι προθύμως ἠθέλαμεν τῇ δώσει ὑποθήκας, ἀπέκρουσα ὅμως τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν προσόδων μας ὡς ἐξευτελεστικὴν συμφωνίαν καὶ λίαν ἐπιζήμιον εἰς τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς ἄλλα μεγάλα αὐτῆς πολιτικὰ συμφέροντα τῆς ἡμέρας. Ναὶ, Κύριοι, ἔχομεν ἀφορμὰς πολὺ χειροτέρας κατὰ τῆς Τραπέζης, 500,000 δραχ. ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 6 ἑκατομμυρίων καὶ ἐζήτησεν ὡς ὅρον νὰ μεταῤῥυθμισθῇ τὸ ψήφισμα νέας ζητοῦσα ἐγγυήσεις.
§49ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ τοῦτο ἐπραγματοποιήθη ἐγκαίρως καὶ ὠφέλησε.
§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐπραγματοποιήθη ἐγκαίρως, τὰς ἐδώκατε ἐσχάτως, καὶ δὲν ὠφελήσατε, ἀλλ’ ἐβλάψατε μάλιστα, διότι ὁ κόσμος, μαθὼν ὅτι ἡ Τράπεζα κατεφρόνησε τὸ δάνειον ἐκεῖνο καὶ μόνον ἀφοῦ ἔλαβε νέας ἐγγυήσεις μετέσχεν, ᾐσθάνθη τὸν ζῆλόν του φεύγοντα καὶ ἀπὸ τότε μόλις 100 χιλ. ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸ δάνειον ἐκεῖνο. Αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας τότε σᾶς ἐδώκαμεν, μᾶς ἔβλαψαν. Ἀπ’ ἀρχῆς τὸ ἐπρόβλεψα καὶ ὅταν ἐπὶ τῆς προσωρ. Κυβερνήσεως διεπραγματεύθημεν μετὰ τῆς Τραπέζης νὰ μᾶς δώσῃ ἓν ποσὸν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομ. καὶ μᾶς ἐζήτησε προσθήκην ἐγγυήσεων, ἐγὼ ἀντέστην καὶ συμφωνία δὲν ἐκλείσθη. Μολαταῦτα ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὀφείλομεν χάριτας πρὸς τὴν Τράπεζαν, διότι ἐν ἀπορίᾳ εὑρισκομένους μᾶς δανείζει· μόνον ἠθικῶς τὴν θεωρῶ ἔνοχον, ἀλλ’ αἱ ἰδέαι τῆς ἠθικῆς διαφέρουν ἀπὸ ἀνθρώπου εἰς ἄνθρωπον.
§51ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῆς Οἰκονομίας μᾶς ἐπαρουσίασε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον μετὰ τῆς Τραπέζης ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ παρουσιάζει ὡς κατεπεῖγον, καὶ ἀπαιτεῖ τὴν αὐθωρεὶ ἐπιψήφισιν αὐτοῦ· ἀλλά Κύριοι, ἐκτὸς τῶν λόγων τῶν σπουδαίων, τοὺς ὁποίους προτείνουσιν οἱ προαγορεύσαντες, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους ἕνεκεν τοῦ εἴδους τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας παραχωρεῖ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν διομολόγησιν τοῦ δανείου τούτου, εἶναι καὶ ἕτερος λόγος σπουδαῖος, ὅτι εἷς τῶν Κυρίων πληρεξουσίων, ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μέρος τοῦ συμβουλίου τῆς Τραπέζης ὡς δικηγόρος αὐτῆς, δὲν συμφωνεῖ ὡς πρὸς τοὺς ὅρους τοὺς προτεινομένους, ἀλλὰ θεωρεῖ αὐτοὺς ἀνεπαρκεῖς. Φοβοῦμαι, Κύριοι, μήπως πάθωμεν ἄλλο τι χειρότερον, μήπως ψηφίσωμεν νόμον, καὶ ἡ Τράπεζα δὲν παραδεχθῇ αὐτὸν μὲ τοὺς ψηφισθησομένους ὅρους· (θόρυβος), ὁ Κύριος Ὑπουργὸς παρουσιάζων τὸν νόμον τοῦτον, τὸν δίδοντα τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διομολογήσῃ δάνειον μετὰ τῆς Τραπέζης, λαμβάνει πρόσωπον μεσίτου μεταξὺ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Τραπέζης· τοιαύτην λοιπὸν ἰδιότητα ἔχων ἀπέναντι τοῦ μέλλοντος νὰ συνομολογηθῇ δανείου μεταξὺ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Τραπέζης, χρεωστεῖ ὁ Κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ γνῶσιν ὅλων τῶν βάσεων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ συζητηθῇ ἡ διομολόγησις τοῦ εἰρημένου δανείου· ὅθεν πρὶν συζητηθῶσιν οἱ ὅροι μεταξὺ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ καὶ τῆς Τραπέζης, καὶ τεθῶσιν ὡς ὅροι, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία φιλονεικία δύναται νὰ γίνῃ· δὲν κρίνω καλὸν νὰ παρουσιάζηται ὡς νόμος συζητήσιμος παρ’ ἐθνοσυνελεύσεως, νόμος τοῦ ὁποίου ἡ παραδοχὴ καὶ ἡ ἐκτέλεσις θέλει εὑρεθῆ εἰς ἀμφίβολον θέσιν ἐν περιπτώσει μὴ παραδοχῆς αὐτοῦ ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ ὅρου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο συζήτησις, ὅλοι οἱ ἄλλοι ὅροι εἶναι συμπεφωνημένοι.
§53ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ ὅρος τῆς προθεσμίας δὲν προτείνεται ἀπὸ ἓν πρόσωπον ἀδιάφορον ὡς πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ ἀπὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μέρος τῆς Τραπέζης, σᾶς λέγω, Κ. Ὑπουργέ, ὅτι ὁ λόγος οὗτος εἶναι σπουδαῖος, διότι φοβοῦμαι μήπως εὑρεθῶμεν εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν τοῦ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ματαίῳ νόμον, ὅστις δὲν θέλει λάβει ζωὴν μ’ ὅλην τὴν κατεπείγουσαν συζήτησιν, ὅθεν πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν τοὐλάχιστον ἐπὶ μίαν ἡμέραν τὴν συζήτησιν μέχρις οὗ ὁ Ὑπουργὸς ἔλθῃ εἰς συνεννοήσεις μετὰ τοῦ συμβουλίου τῆς Τραπέζης.
§54ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι πλησιάζομεν νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν θέσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνάγκη θὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ νὰ σκεφθῶμεν καλλίτερον· διότι ἔπρεπε πρὶν ἢ ἔλθῃ ἡ ἀνάγκη νὰ σκεφθῶμεν διὰ νὰ τὴν ἀποκρούσωμεν. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἀπόδειξις τρανωτάτη τῆς δεινοτάτης θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ ἔθνος. Σᾶς λέγει, ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν, καὶ τοῦτο δὲν δύναται νὰ παραλάβῃ, εἰμὴ ἀφοῦ βάλῃ τὴν Σμύριδα ὑποθήκην· ἀφοῦ ἡ σμύρις αὐτὴ δὲν δύναται νὰ δοθῇ εἰς τὸν ἀγοραστὴν (θόρυβος). Τί δὲ προσθέτει ἕν μέλος τοῦ συμβουλίου τῆς Τραπέζης; δὲν σᾶς δίδω χρήματα, εἰμὴ ὅταν ἔχω, καὶ ὅταν θέλω, νὰ τὰ δίδω εἰς τὸν Ὑπουργόν· τοῦτο εἶναι μία προσβολή; Θέλετε τώρα ἀφοῦ σᾶς ἐκθέτει τὴν χρηματικὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους (θόρυβος) νὰ λέγετε «ὄχι, δὲν θέλω νὰ τὰ δώσω, δὲν τοῦ δίδω τὴν ἄδειαν, πρέπει νὰ συζητήσωμεν. Ζητεῖτε ἀναβολὴν, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ εἰπῆτε αὐθωρεὶ νὰ τὰ δώσωμεν καὶ νὰ καθήσωμεν κάτω; Πρέπει νὰ δώσητε Κύριοι τὰ μέσα διὰ νὰ διατηρηθῇ ὁ στρατὸς καὶ ἡ τάξις· (θόρυβος), θέλετε ἀναβολὴν; πολὺ καλὰ, ἀλλὰ........ (θόρυβος). Εἶμαι κατὰ τῆς ἀναβολῆς, καὶ λέγω αὐθωρεὶ νὰ τὸ ψηφίσωμεν, καὶ νὰ καθήσωμεν νὰ ἐργασθῶμεν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος τῆς ἀναβολῆς θὰ ζητήσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως· ὅσοι παραδέχονται τὴν ἀναβολὴν, νὰ σηκωθῶσι (σηκόνονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη. Ἔχει τὸν λόγον, ὁ Κ. Καλός.
§56ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, μετὰ τὴν ἐξιστόρησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Ταμείου, βεβαίως ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς προτάσεως τῆς παραδοχῆς τοῦ δανείου ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν καταστροφὴν τῆς τάξεως· δὲν εἶναι ἄλλως δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τάξιν, καὶ ἄνευ χρημάτων δὲν δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν τὸ κακόν ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ τὸ δάνειον, βεβαιωθῆτε ὅτι ἡ τάξις θέλει διαταραχθῆ, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἀνάγκη τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ. Παραδεχόμενοι τοῦτο, δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν καὶ τὸν ὑπουργὸν ἐλεύθερον. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς, καὶ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι ἐδικαιοῦτο, καὶ ὡς μέλος τῆς Τραπέζης, ὡς αὐτὴ ἡ Τράπεζα ἐδικαιοῦτο, νὰ κάμῃ παρατηρήσεις περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου (θόρυβος). Καὶ πῶς, Κύριοι, μήπως οἱ ἰδιῶται δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ φέρωσι παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ κράτους; Δικαιοῦται ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ἐν ἰδίῳ ὀνόματι, καὶ ὡς πληρεξούσιος, καὶ ἡ Τράπεζα ὡσαύτως, νὰ κάμῃ παρατηρήσεις, διότι καθόσον διαχειρίζονται καλῶς τὰ δημόσια εἰσοδήματα, κατὰ τοσοῦτον ἑδραιοῦται ἡ τάξις· ἐντεῦθεν ὁ Κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔπρεπε νὰ νομίσῃ, ὅτι οἱ λόγοι τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ἔτεινον νὰ καταστρέψωσι τὴν πρότασίν του καὶ νὰ θέσωσιν ὑπὸ κηδεμονίαν τὸν Ὑπουργὸν (θόρυβος)... Ὁ Κ. Καλλιγᾶς, εἶπεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι εἶναι καλὸν αὐτὸ τὸ ποσὸν νὰ μὴ τὸ λάβῃ διὰ μιᾶς, διὰ νὰ εὑρεθῇ οὕτω εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εὕρῃ καὶ ἄλλα μέσα. Τὰ ἔξοδα ἡμῶν ἀναβαίνουσιν εἰς ἓν ἑκατομμύριον καὶ 600,000, αἱ εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου ἀναβαίνουσι κατ’ αὐτοὺς τοὺς τελευταίους μῆνας εἰς 600,000, ἀπολείπεται ἓν ἑκατομμύριον, μὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν, ἂν τὸ λάβωμεν διὰ μιᾶς δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ θεραπεύσωμεν ἢ τὰς ἀνάγκας, ἑνὸς μηνός. Δὲν πρέπει ἢ νὰ ληφθῇ ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ ποσὸν, καὶ πιστεύω ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὸν Κ. Καλλιγᾶν καὶ τοῦτο ἂν δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν Νόμον ἔπρεπε νὰ τὸ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς (θόρυβος), πιστεύω ὅμως ὅτι ἡ Τράπεζα, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν τεθῇ αὐτὸς ὁ ὅρος, θὰ εὐκολύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ἔχει συμφέρον νὰ διατηρηθῇ ἡ δημοσία τάξις. Ἐπίσης λέγω πάλιν, ὅτι καὶ ἂν δὲν ὑπάρξῃ αὐτὸς ὁ ὅρος ἐντὸς τοῦ νόμου, καὶ ἡ Τράπεζα παρουσιάσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δυσκολίας, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς θὰ συμφωνήσῃ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο. Κηρύττομαι λοιπὸν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ δανείου. Ἐπιθυμητὸν ἦτο νὰ ἐλαμβάνομεν αὐστηρὰ μέτρα εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Πρὸς τὸν Κύριον Ὑπουργὸν κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐξόδων αὐτῶν ὑπάρχουν τινὰ τῶν ὁποίων ἡ πληρωμὴ δύναται ν’ ἀναβληθῇ ἐπὶ 1 καὶ 2 μῆνας, τὴν πληρωμὴν τούτων ἑπομένως δύναται ν’ ἀναβάλῃ.
§57ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Μεσολογγίου Κ. Δηληγεώργης ἐξετάζων τὸν περὶ ἐξασφαλίσεως τοῦ δανείου ὅρον ὑπὸ στενὸν κύκλον ἰδεῶν, ἃς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, εὑρίσκει αὐτὸν προσβλητικὸν κατὰ τοῦ δημοσίου. Ἀπέναντι τῆς παρατηρήσεώς του ταύτης ἁρμόζει, νομίζω, ἡ ἑξῆς ἀπάντησις· «ὅτι ἡ πίστις δὲν ἐπιβάλλεται, ἀλλ’ ἐμπνέεται.» Ἂν οἱ μέτοχοι τῆς τραπέζης ἔκριναν ἀναγκαίαν τὴν παραχώρησιν τῆς προσόδου τῆς σμύριδος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν χορήγησιν τοῦ δανείου τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, δὲν δυνάμεθα διὰ τοῦτο νὰ τοὺς κατακρίνωμεν. Ναὶ, ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ πλειότερον ἴσως τοῦ κυρίου Δηληγεώργη νὰ ἔχαιρε πίστιν ἡ Κυβέρνησίς μας καὶ νὰ δανείζηται ἄνευ ἐνεχύρων, ἀλλὰ τίς πταίει διὰ τοῦτο; Αἱ προλαβοῦσαι Κυβερνήσεις εἰργάσθησαν, ὡς εἶναι γνωστὸν, εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς δημοσίας πίστεως, ἥτις ὑπῆρχε μάλιστα καὶ ἐν καιρῷ τοῦ ἀγῶνος, διότι τότε εὕρισκε χρήματα ἄνευ ἐνεχύρων, σήμερον ὅμως ἀδυνατεῖ, διότι δυστυχῶς ἐπὶ 30 ἔτη οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών μας διὰ τὴν συνομολόγησιν τόσων δανείων τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν οὐχὶ εἰς τὰς κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐπικράτειάν μας, καὶ διὰ τοῦτο εἴχομεν καθῆκον ἱερὸν, πρὸς τὸ συμφέρον μας μάλιστα, νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν δανειστῶν μας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, διαφέρει πολὺ ἓν δάνειον γινόμενον ἐκ μέρους τῶν ἰδιωτῶν ἀπὸ τὸ τῆς Τραπέζης, διότι ὁ μὲν ἰδιώτης δανείζων τὰ ἴδια αὑτοῦ κεφάλαια, ἐξετάζει τὴν ἰδίαν αὑτοῦ κατάστασιν, τοὐτέστιν ἂν ἔχῃ τὰ μέσα νὰ χορηγήσῃ τὸ δάνειον, ἐν ᾧ μία τράπεζα κάμνουσα χρῆσιν τῆς πίστεώς της, δι’ ἧς δημιουργεῖ πιστωτικὰ κεφάλαια, ὅπως εἶναι τὰ Τραπεζικὰ γραμμάτια, στηριζόμενα εἰς τὴν πίστιν αὐτῆς ἐκ μέρους τοῦ κοινοῦ, ὀφείλει εἰς πᾶσαν χορήγησιν δανείου νὰ θέσῃ τοιούτους ὅρους, οἵτινες νὰ πείθωσι τὸ κοινὸν περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ δανείου· ἄνευ τούτου ἀδύνατον νὰ κυκλοφορῶσι τραπεζικὰ γραμμάτια, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν ἀναβαίνει εἰς 13 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ὑπάρχει μεταλλικὸν εἰς τὸ Ταμεῖόν της 7 ἑκατομμυρίων, ὅ ἐστὶν ἐδημιούργησεν, ὡς βλέπετε, ἡ Τράπεζα διὰ τῆς πίστεώς της 6 ἑκατομμύρια πιστωτικὰ κεφάλαια, ἅτινα, κυκλοφοροῦντα εἰς τὰς συναλλαγὰς τῶν πολιτῶν, γίνονται πρόξενα ὠφελειῶν καὶ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ εἰς τὸ κοινόν. Ἐνταῦθα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδοξον φαινόμενον συσταῖνον τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης, ὅτι δηλαδὴ, ἐν ᾧ εἰς ἄλλας ἐπικρατείας ἐν καιρῷ ἀνωμάλων περιστάσεων, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα σήμερον καὶ ἡμεῖς, τὸ μεταλλικὸν τῶν Τραπεζῶν ἠλαττώθη σημαντικὰ διὰ τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν τραπεζικῶν αὐτῶν γραμματίων, παρ’ ἡμῖν εὐτυχῶς συνέβη τοὐναντίον, διότι ἀπὸ 6 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὅσα ἦν κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς Μεταπολιτεύσεως, σήμερον ἔφθασαν εἰς 7 ἑκατομμύρια περίπου, μ’ ἄλλας λέξεις, ἐν ᾧ ἡ πίστις τῶν Τραπεζῶν τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν ἐν καιρῷ ἐπαναστάσεων ἐκλονίσθη, τῆς ἡμετέρας Τραπέζης διετηρήθη ἀκμαία· τοῦτο δὲ ὀφείλεται εἰς τοὺς ἀσφαλεῖς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ Τράπεζα χορηγεῖ τὰ δάνειά της, συνάμα δὲ καὶ εἰς τὴν πεποίθησιν τοῦ κοινοῦ περὶ τῆς αἰσίας ἐκβάσεως τῆς ἐπαναστάσεώς μας, σκοπὸν ἐχούσης τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας μας. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ πίστις τῆς Τραπέζης εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἀνθηρὰν κατάστασιν, θὰ ἦτο μέγα σφάλμα καὶ ἐκ μέρους τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ πάντων δὲ τῆς Συνελεύσεως, τοῦ νὰ χορηγηθῇ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος δάνειον ἄνευ ἐξασφαλίσεως, κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ Κυρίου Δεληγεώργη, ἵνα μὴ προσβληθῇ τὸ δημόσιον. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1848 καί τοι χαίρουσα ἑδραίαν πίστιν, εὑρεθεῖσα ὅμως εἰς χρημ. ἀνάγκας προσέφερεν εἰς τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς ὑποθήκην τὰ δάση ἵνα δανεισθῇ 80 ἑκατομμύρια φράγκα· ἔπραξε δὲ τοῦτο, οὐχὶ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς μετόχους τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἰδίως διὰ νὰ ἐμπνεύσῃ πίστιν εἰς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα ἐχορήγησε τὸ δάνειον. Σᾶς φαίνεται λοιπὸν, Κύριοι, προσβολὴ τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι ἡ ἡμετέρα Τράπεζα ἐζήτησεν ἀσφάλειαν διὰ τὴν χορήγησιν τοῦ δανείου τούτου; Τὸ κατ’ ἐμὲ καὶ ἂν ἡ Τράπεζα δὲν ἤθελε ζητήσει τὴν ἀσφάλειαν, ἡ Συνέλευσις ὤφειλε νὰ τὴν χορηγήσῃ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς κοινωνίας καὶ παραδειγματιζομένη ἀπὸ τ’ ἄλλα ἔθνη, ἅτινα σᾶς ἀνέφερε λεπτομερῶς ὁ κύριος Καλλιγᾶς. Ἡ ἡμετέρα Τράπεζα, κύριοι, ἀποκτήσασα πίστιν διὰ τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους χορηγεῖ τὰ δάνεια αὐτῆς, καὶ διὰ τῆς πιστῆς διαχειρίσεως, ἔχει ἤδη εἰς τὴν διάθεσίν της 32 ἑκατομμύρια δραχ. ἅτινα ἀπασχολεῖ εἰς τὴν ἀκίνητον περιουσίαν καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον, πρὸς δὲ ἐχορήγησεν ἱκανὰ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ᾧ ἤρχισε μὲ 4 μόνον ἑκατομμυρίων μετοχικὸν κεφάλαιον. Ὁ Κύριος Δεληγεώργης εἶπε προσέτι, ὅτι ἠδύνατο τοὐλάχιστον ἡ Τράπεζα νὰ ζητήσῃ ὑποθήκην κτημάτων, ὅπως ἔπραξε καὶ διὰ τὰ προηγούμενα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δάνεια· ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο ἔσφαλε, διότι ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ Τράπεζα κατὰ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς δὲν δύναται νὰ χορηγῇ τοιαῦτα δάνεια, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της κεφάλαια προωρισμένα διὰ δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ, ἤτοι καταθέσεις πολυχρονίους· καὶ τοιαῦτα σήμερον δὲν ὑπάρχουσι διαθέσιμα· ἐζήτησε δὲ τὴν πρόσοδον τῆς σμύριδος, διότι ἕκαστος πείθεται ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο ἐντὸς τὸ πολὺ τριῶν ἐτῶν θέλει ἐξοφληθῆ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ τιμήματος τῆς σμύριδος, ὅπερ ἀναβαίνει εἰς 350,000 κατ’ ἔτος· ἐνῷ ἐὰν ἐγίνετο ἐπὶ ὑποθήκῃ, ἤθελε διαιωνισθῆ, διότι γνωρίζομεν πόσον δύσκολος εἶναι ἵνα μὴ εἴπω ἀδύνατος, ἡ ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις τῶν ἐθνικῶν κτημάτων ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης. Ὑπὸ τοιούτους δὲ ὅρους χορηγουμένου τοῦ δανείου τούτου, οὐδόλως θέλει κλονισθῆ ἡ πίστις τῆς Τραπέζης ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ, πειθομένου περὶ τῆς πλήρους ἀσφαλείας τοῦ δανείου. Μεταβαίνω ἤδη καὶ εἰς τὸν ἕτερον ὅρον τοῦ δανείου, ἤτοι τῆς καταβολῆς του εἰς τέσσαρας ἴσας δόσεις, τὸν ἀποκρουσθέντα παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν ὡς ὑπαγορευθέντα ἐκ μέρους τῆς τραπέζης ἀπὸ πνεῦμα κηδεμονίας ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως· ὄχι, Κύριοι, ἡ τράπεζα ἔθεσε καὶ τὸν ὅρον τοῦτον, οὐχὶ διὰ νὰ κηδεμονεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διὰ νὰ προνοήσῃ καὶ πάλιν περὶ τῆς πίστεώς της, διότι ἡ διὰ μιᾶς χορήγησις ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ ὑποψίας εἰς τὸ κοινὸν περὶ τοῦ ἀξιοχρέου τῶν τραπεζικῶν γραμματίων αὐτῆς, ἐνῷ ἡ κατὰ μικρὰς χορήγησίς του ἐν διαστήματι 4 μηνῶν προλαμβάνει πάντα κίνδυνον ἀνησυχίας· πρέπει δὲ νὰ ᾖναί τις λίαν προσεκτικὸς, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς πίστεως ἐν γένει, διότι εἶναι τὸ πλέον φιλύποπτον πρᾶγμα τοῦ κόσμου.........
§58ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§59ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι, κύριοι, καὶ αὐτὸ ἔχει πολλὴν σχέσιν μὲ τὸν ὅρον, περὶ οὗ ἐγένετο πολὺς λόγος, τῆς εἰς 4 δόσεις παραχωρήσεως τοῦ δανείου· ἀλλ’ ἂν θεωρῆτε περιττὴν τὴν ἐξακολούθησιν, παύω, περιοριζόμενος εἰς τὸ νὰ συμφωνήσω καὶ ἐγὼ μὲ τὴν παρατήρησιν τῶν ὑπουργῶν, ὅτι δηλαδὴ περιττὸν εἶναι νὰ τεθῇ ὅρος τοιοῦτος ἐντὸς τοῦ ψηφίσματος, διότι ἡ Τράπεζα, ἥτις πρόκειται νὰ χορηγήσῃ τὸ δάνειον, δὲν ἀναλαμβάνει οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως· ἑπομένως, ἂν ἡ Τράπεζα συμφωνήσῃ καὶ ὡς πρὸς τὸν ὅρον τοῦτον μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τότε θέλει χορηγήσει τὸ δάνειον περιπλέον μάλιστα, ἂν τὰ μέσα τῆς Τραπέζης δύνανται νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν χορήγησιν τοῦ ἐν λόγῳ δανείου ἢ καὶ ἐν ὅλῳ ἢ καὶ ἐν μέρει.
§60ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν Κ. Πρόεδρε.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ῥυντήρης ἔχει μίαν πρότασιν.
§62ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ κηδεία τοῦ ὑποστρατήγου γέροντος Πεῤῥαιβοῦ· ἂν θέλῃ ἡ Συνέλευσις νὰ συνοδεύσουν τὸν νεκρόν του 4 ἢ 5 πρόσωπα κατ’ ἐκλογὴν, ὅπως θέλει.
§64ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Κατὰ κλῆρον.
§65ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ Κ. Ζέρβας νὰ ὑπάγῃ.
§66ΜΑΚΡΗΣ. Καὶ ὁ Κ. Λύσανδρος.
§67ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἀστεϊζώμεθα εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, κάμετε μίαν κλήρωσιν Κ. Πρόεδρε.
§68ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀνομάσατε ὑμεῖς, Κύριε Πρόεδρε, οὓς θεωρεῖτε καταλλήλους νὰ πορευθῶσιν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν.
§70ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐφωτίσθη.
§72ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἷς ἐκ τῶν ἀγορευσάντων εἶπε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἰδέαν μου προσβάλλει τὸ ἔθνος, ἂν συγχωρῆτε νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§73ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ κλήρωσις τῶν μελλόντων νὰ συνοδεύσωσι τὴν κηδείαν τοῦ ἀποβιώσαντος ὑποστρατήγου Πεῤῥαιβοῦ. Ὁ Κ. Βαλτινὸς ἐκφωνεῖ τὰ ὀνόματα τῶν κληρουμένων, ὡς ἑξῆς· Ν. Ζέρβας, Κωνστ. Λεκάτης, Δανόπουλος.
§74ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ τελευταῖος.
§75ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Π. Δεληγιάννης, Μοσχάτος, Δομενεγίνης, Πλαστύρας.
§76ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ καὶ οὗτος.
§77ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐπαμ. Δεληγεώργης.
§78ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Κ. Πρόεδρε, θὰ τολμήσω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ἐπιτροπὴ λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ συνοδεύσῃ τὴν κηδείαν τοῦ Στρατηγοῦ, θέλει εἶσθαι ἔντιμον, ἅμα ἐπιστρέψωμεν εἰς τὴν οἰκίαν τῆς χήρας, νὰ ἀναγγείλωμεν ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐψήφισε μίαν σύνταξιν ὑπὲρ αὐτῆς.
§79ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἡ πρότασις, ἥτις ἐγένετο, εἶναι νὰ δοθῇ ἡ σύνταξις τοῦ βαθμοῦ χήρας ὑποστρατήγου.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν παραδέχεται νὰ ψηφισθῇ ἡ σύνταξις, ἡ ὁποία δίδεται εἰς χήραν ὑποστρατήγου (θόρυβος).
§81ΔΟΜΕΝΕΓΙΝΗΣ. Ἐὰν ἡ σύνταξις δὲν ἐγκριθῇ, τοὐλάχιστον μία βοήθεια.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν.
§83ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἔχω μίαν ἀμφιβολίαν· ὑπάρχει χήρα Πεῤῥαιβοῦ;
§84ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὑπάρχει, Κ. Πρόεδρε, εἶδα τὰ προσκλητήρια.
§85ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, λέγω, ὅτι ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων ζητημάτων, πρέπει νὰ δίδηται καιρὸς εἰς τοὺς πληρεξουσίους· γίνεται μία μεγάλη ἀταξία εἰς τὴν συζήτησιν· ἔχομεν ἓν νομοσχέδιον, τὸ φορολογικόν· διακόπτομεν αὐτὸ καὶ ἔρχεται ἡ σύνταξις.
§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖος πληρεξούσιος δὲν αἰσθάνεται ἐνδομύχως, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ σύνταξις; τὰ Σώματα τὰ Νομοθετικὰ, τὰ ὁποῖα συνίστανται ἀπὸ ἀνθρώπους, ἔχουν καὶ συγκινήσεις.
§87ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ στιγμιαῖαι συγκινήσεις δὲν ὠφελοῦν (θόρυβος).
§88ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἡ ἱστορία δὲν συζητεῖται, Κύριοι.
§89ΠΟΛΛΟΙ. Ἐρωτήσατε τὴν Συνέλευσιν, Κ. πρόεδρε.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται νὰ ψηφισθῇ εἰς τὴν χήραν τοῦ Πεῤῥαιβοῦ ἡ σύνταξις χήρας ὑποστρατήγου, ἐκεῖνοι νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη· λοιπὸν εἰς τὸ προκείμενον, Κύριοι.
§91Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρὶν ἔλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, χρεωστῶ νὰ διαψεύσω γεγονότα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρωσι κακὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸ κοινόν. Ἐῤῥέθη, ὅτι τὸ δημόσιον ἐδανείσθη ἀπὸ τὴν Τράπεζαν 7 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν· ἄλλοι τὸ κατεβίβασαν εἰς 6 ἑκατομμύρια. Δὲν εἶναι ἀληθές· τὸ δημόσιον ἐδανείσθη ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐπὶ μὲν τῆς πεπτωκυίας δυναστείας 2½ ἑκατομ. δραχμῶν, διὰ τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ἐνέχυρον τὰς μετοχάς του εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ τὸ ἓν ἑκατομμύριον καὶ ὑπεθήκευσε τὸν ἐλαιῶνα τῆς Παρνασίδος διὰ τὸ 1½· 300,000 δραχμὰς ἀνεδέχθη τότε ἡ Κυβέρνησις διὰ λογαριασμὸν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, καὶ ἀπήλλαξε τοιουτοτρόπως τὴν ἑταιρίαν ἀπὸ τὸ εἰς τὴν Τράπεζαν χρέος της· τὸ ὅλον γίνεται 2,800,000. Αὐτὸ εἶναι τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον ἔλαβε ἡ πεπτωκυῖα δυναστεία ἀπὸ τὴν Τράπεζαν. Ἡ Κυβέρνησις ἡ προσωρινὴ λαμβάνει μόνον τὸ δάνειον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον νὰ ψηφίσητε, τὸ ἓν ἑκατομμύριον καὶ τίποτε πλέον. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἔλαβε τὸ δημόσιον χρήματα, ἀλλὰ δὲν ἐδανείσθη· ἔλαβε 500,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψηφίσατε ἀπὸ τῶν κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι χρήματα τῆς Τραπέζης· ἔλαβε 500,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἡ Τράπεζα ἔλαβε μετοχὴν εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον· δὲν εἶναι δάνειον χωριστὸν, εἶναι μετοχαὶ, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἡ Τράπεζα εἰς τὸ δάνειον· ὥστε ἂν προσθέσητε καὶ αὐτὰς τὰς δραχμὰς γίνονται 3,800,000 δραχμάς.
§92ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Λοιπὸν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν δανείζεται τὸ δημόσιον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν;
§93ΛΕΒΙΔΗΣ. Καθὼς σᾶς λέγω, εἶναι πρώτη φορά. Αὐτὰς τὰς διασαφήσεις ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ κάμω διὰ νὰ μὴ κάμουν οἱ λόγοι αὐτοὶ κακὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸ κοινόν· αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον. Τὸ δεύτερον εἶναι ὅτι ἐπῆραν ὡς θετικὸν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου εἶναι 600,000 δραχμαὶ τὸν μῆνα. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἐφέτος τὸ 1863, τὸ ἀποτέλεσμα τῶν 4 μηνῶν εἶναι 600,000 ἀλλὰ δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ ᾖναι τὸ αὐτὸ εἰσόδημα· διότι μέχρι τοῦ Ἰουνίου αἱ εἰσπράξεις δὲν εἶναι, εἰμὴ μόνον τοῦ χαρτοσήμου, καὶ ἄλλων τινῶν, αἱ μεγάλαι εἰσπράξεις ἄρχονται κατὰ τὸν Ἰούλιον, ὅτε εἶναι ἡ σταφὶς, οἱ ἐλαιῶνες, οἱ ἀμπελῶνες, τὰ δέκατα ἐν γένει, τὰ ὁποῖα εἶναι 8½ ἑκατομμύρια· (θόρυβος) λέγω, ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα πρέπει νὰ προσέχωμεν, ὅταν τὰ λέγωμεν, διότι κάμνουν κακὴν ἐντύπωσιν. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Κατὰ σύμπτωσιν τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης εὑρέθησαν νὰ συνταυτίζωνται εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἡ Τράπεζα, καθὼς πολὺ ὀρθῶς σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δώσῃ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν εἰς τὸ δημόσιον, καὶ δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, καὶ δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς, ὅτι ἔχει εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ δὲν δύναται νὰ ἐξαγάγῃ ἓν ἑκατομμύριον, εἴτε εἰς μέταλλον, εἴτε εἰς γραμμάτια, διότι καθεὶς κυττάζει καὶ τὸ ἴδιόν του συμφέρον. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος λέγω, ὅτι συνταυτίζονται καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, διότι, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ μῆνες αὐτοὶ εἶναι στεῖροι. Λοιπὸν, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν ἄλλους πόρους νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας μας πρέπει νὰ λογαριάσωμεν, αὐτοὶ οἱ στεῖροι μῆνες μέχρι τίνος μηνὸς προχωροῦν, καὶ ἑπομένως νὰ οἰκονομήσωμεν αὐτὸ τὸ πρόχειρον ἐπιβοήθημα, νὰ τὸ διαιρέσωμεν εἰς τόσους μῆνας, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ καταστείλωμεν τὰς μὴ κατεπειγούσας πληρωμάς. Λέγω λοιπὸν, ὅτι καὶ ἂν ἡ Τράπεζα δὲν ἤθελε ζητήσει αὐτὸ, ἔπρεπε νὰ τὸ ζητήσῃ ἡ Συνέλευσις, διότι δὲν ἔχομεν ἄλλο μέσον, αὐτὸ εἶναι τὸ τελευταῖον καταφύγιον, καὶ πλέον ἡ Τράπεζα δὲν θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς δώσῃ ἄλλα, καὶ μᾶς τὰ δίδει εἰς 4 δόσεις. Λοιπὸν μία Συνέλευσις, ἥτις σκέπτεται ὀρθῶς, πρέπει νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκτὸς τῶν τακτικῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἔχω, ἔχω καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιβοήθημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τὸ διαμοιράσω εἰς τοὺς μῆνας αὐτοὺς, καθ’ οὓς τὰ εἰσοδήματά μου εἶναι μικρὰ, ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ Αὔγουστος, ὅτε τὰ εἰσοδήματα αὐξάνουν. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς εἶναι ἀναγκαῖος. Λυποῦμαι πολὺ, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλ’ ὡς πληρεξούσιος χρεωστῶ νὰ κάμω τὸ καθῆκόν μου. Λέγω ὅ,τι εἶπον χθὲς τὸ ἑσπέρας εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς Τραπέζης, ὅτι πρέπει νὰ δοθοῦν εἰς 4 δόσεις· ὁμολογῶ, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἔκαμε τὴν πρότασιν ταύτην, ἤμην ἐγὼ, καὶ ἔκαμα αὐτὴν τὴν πρότασιν ὄχι ὡς διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος εἰς τὴν Τράπεζαν μετόχων τῆς Τραπέζης. Ἔλαβα πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι ἡ Τράπεζα, ὡς ἐκ τοῦ καταστατικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει, καὶ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον συνέπεσε χθὲς νὰ ὑποβληθῇ, ἔλαβον, λέγω, ἀφορμὴν νὰ ἴδω καὶ νὰ πεισθῶ, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ διὰ μιᾶς αὐτὸ τὸ δάνειον· ἀφ’ ἑτέρου, ὡς Διευθυντὴς τοῦ Λογιστηρίου ἔκαμα τὴν σκέψιν, ὅτι πρέπει ν’ ἀναλογίσωμεν αὐτὸ τὸ ποσὸν εἰς 4 μῆνας, καὶ ἑπομένως εἰς τοὺς τρεῖς ὅρους ἐζήτησα νὰ τεθῇ καὶ τέταρτος, ἐζήτησα δηλαδὴ νὰ τεθῇ 4 μῆνας ἀντὶ 3. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, ἐὰν αἱ 250,000 θὰ ἐξαρκέσουν· λέγω, ὅτι πολὺ πιθανὸν νὰ ἐπαρκέσουν, καὶ πολὺ πιθανὸν ὄχι. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ Κυρίου Ζέρβα, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ὅλα τὰ ἔξοδα κατὰ μέρος, καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ στρατοῦ. Ὁ Κύριος Ζέρβας δὲν γνωρίζει, ὅτι κατεπείγοντα ἔξοδα δὲν εἶναι μόνον ἡ πενθημερία τοῦ στρατοῦ, ἔχομεν καὶ ναυτικὸν, ἔχομεν ζωοτροφίαν αὐτῶν, ἔχομεν ἀστυνομίαν, ἔχομεν φυλακὰς, ὅπου ὑπάρχουν φυλακισμένοι καὶ πρέπει νὰ τοὺς θρέψωμεν· αὐτὰ εἶναι ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀναβάλῃ μία Κυβέρνησις. Λοιπὸν δὲν εἶναι μόνον ὁ μισθὸς τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἔξοδα. Ἀφ’ ἑτέρου, ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι 600000 δραχμαὶ ὑπάρχουν δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ κατεπείγοντα ἔξοδα· ἐρωτῶ τὸν Κύριον Ζέρβαν, εἶναι εὔκολον ἀπὸ 42 Ταμεῖα τοῦ Κράτους νὰ μεταφερθοῦν χρήματα ἐκεῖ, ὅπου αἱ ἀνάγκαι εἶναι μεγαλείτεραι; Διὰ νὰ μεταφερθῇ ἓν ποσὸν ἀπὸ ἓν Ταμεῖον εἰς ἄλλο, καὶ μάλιστα διὰ θαλάσσης, χρειάζονται πολλάκις 2 ἢ 3 μῆνες. Δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ῥίπτωμεν λέξεις ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ δὲν πρέπει μὲ αὐτὰς νὰ ῥίπτωμεν μῶμον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν φροντίζει περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ὡς πρὸς τὴν προσβολὴν, ἥτις ἔγεινε, μοὶ φαίνεται, καθ’ ἑνὸς Καθηγητοῦ τοῦ πανεπιστημίου, χρεωστῶ νὰ βεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν, ὅτι δέν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ Καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου καθὼς καὶ τῶν Σχολείων πληρόνονται τοὺς μισθούς των εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνός. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον ἔχει νὰ λάβῃ ἀκόμη τὸν Μάρτιον μῆνα, τὸ Διδασκαλεῖον δὲν ἐπληρώθη, τινὲς δικαστικοὶ ὑπάλληλοι εἰς τὴν Πρωτεύουσαν ἐπίσης δὲν ἐπληρώθησαν· ἀφίνω εἰς τὰς Ἐπαρχίας, ὅπου εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ἔχουν νὰ λάβουν καὶ 3 μηνῶν μισθοὺς· ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις βλέπετε, ὅτι προτιμᾷ τὰς κατεπειγούσας ἀνάγκας, καὶ ἀκολούθως, καθόσον εὐκολύνεται, οἰκονομεῖ καὶ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους· καὶ ὅταν σᾶς τὸ λέγω, πρέπει νὰ μὲ πιστεύσετε, διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω.
§94ΖΕΡΒΑΣ. Μᾶς εἴπατε, ὅτι δύο μῆνας θέλουν νὰ ἔλθουν τὰ χρήματα ἀπὸ τὰ Ταμεῖα· εἰπέ μου ἀπὸ πόσα Ταμεῖα πρέπει νὰ ἔλθουν τὰ χρήματα εἰς δύο μῆνας;
§95ΛΕΒΙΔΗΣ. Τώρα, νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ καὶ αὐτὸ, Κύριε Ζέρβα· ἔχω τὸ σύστημα, ὅταν εἷς εὑρίσκηται εἰς τὸ βῆμα καὶ ὁμιλῇ, ποτέ μου νὰ μὴ τὸν διακόπτω, καὶ παρακαλῶ, οἱοσδήποτε ἀπὸ τοὺς πληρεξουσίους θέλει, νὰ μὲ εἴπῃ πότε τὸν διέκοψα· λοιπὸν, ὅ,τι ἔχετε νὰ ἀπευθύνητε, νὰ τὸ ἀπευθύνητε χωρὶς νὰ φωνάζητε. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι εἰς Σαντορίνην ἀτμοκίνητον τῆς ἑταιρίας δὲν προσορμίζεται, ἴσως εἰς 2 μῆνας μίαν φορὰν ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ πλοῖον εἰς τὴν διάθεσίν της· ἀλλὰ πολλάκις ἔχει ἄλλας ὑπηρεσίας, τότε ὄχι μόνον δύω, ἀλλὰ καὶ 3 μῆνες παρέρχονται διὰ νὰ ἔλθουν τὰ χρήματα. Λοιπὸν, Κύριοι, λέγω, ὅτι, ἂν ἡ Τράπεζα ἐπιμένῃ νὰ τεθῇ εἰς τὸ ψήφισμα ὁ ὅρος αὐτὸς, δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ προσβλητικὸς διὰ τὸ δημόσιον, εἴτε διὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀτομικῶς, διότι, ὡς εἶπα εἰς τὴν ἀρχὴν, κατὰ περίστασιν συνέπεσεν αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Τραπέζης νὰ συμφωνοῦν πληρέστατα μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Τράπεζα ἐπιμένῃ, πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ δεχθῇ τὸν ὅρον αὐτὸν. Ἐὰν δὲν ἐπιμένῃ, τότε ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν δύναται νὰ τὸν περιλάβῃ εἰς τὸ μετὰ τῆς Τραπέζης συμβόλαιον, ὅπερ πρόκειται νὰ συνταχθῇ μετὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ ψηφίσματος·
§96ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, Κύριε Πρόεδρε.
§97ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἐπιμένω, οὐδὲ ἔκαμα πρότασιν νὰ τεθῇ ὁ ὅρος αὐτὸς ἐντὸς τοῦ ψηφίσματος· τὸ ἀνήγγειλα μόνον, ὡς μίαν προειδοποίησιν· ὥστε ἂν τυχὸν ὁ Κύριος ὑπουργὸς κατὰ τὸ ψήφισμα ἀπαιτήσῃ τὸ δάνειον καὶ ἀποτύχῃ, νὰ γνωρίζῃ ἡ Συνέλευσις ὅτι προῆλθε, διότι ὁ Κύριος ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ περιλάβῃ ὅρον, τὸν ὁποῖον ἐζήτησεν ἡ Τράπεζα.
§98ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§99ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη, ὁ Κύριος Ῥοντήρης εἶπε καλλίτερα, ὅ,τι ἤθελα νὰ εἴπω ἐγώ.
§100ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἐτέθην εἰς θέσιν ἀντίπαλον πρὸς τὴν Τράπεζαν σήμερον, διότι δὲν ἐπεθύμουν διόλου νὰ κλονισθῇ ἡ ὑπόληψις τοῦ καταστήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἀναμφιβόλως εἶναι χρησιμώτατον εἰς τὸν τόπον, καὶ παρέσχεν ἀπείρους ἐκδουλεύσεις. Ἀλλὰ μερικὰ πράγματα, λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκ μέρους τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς Τραπέζης, δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῶσιν ἄνευ ἀνασκευῆς· φέρ’ εἰπεῖν, τὸ ὅτι ἡ Τράπεζα κατ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐπολιτεύθη, ὅπως ἐπολιτεύθη καὶ ἐζήτησε τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησε, διότι ἡ Ἑλλὰς κατέστρεψε τὴν πίστιν αὐτῆς κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ διότι εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ἐνώπιον τοῦ κόσμου εὑρίσκεται καὶ σήμερον! Εὐθὺς ἀμέσως διαψεύδονται αἱ αἰτιάσεις αὗται ἐκ τῆς ἀνυψώσεως τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων, τὰ ὁποῖα πρότερον ἦσαν εἰς τὸ μηδενικὸν, καὶ ὄχι πολὺν μετὰ τὴν ἐπανάστασιν καιρὸν ἀνέβησαν ὑπὲρ τὰ 20%, σήμερον δὲ ἔφθασαν εἰς 33%. Λοιπὸν ὅτι δήποτε καὶ ἂν συνέβη κατὰ τὸ παρελθὸν, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἡ Τράπεζα παρακαλεῖται παρὰ τοῦ ἔθνους νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομήν του, εὑρίσκει κατὰ 33% τὴν τιμὴν καὶ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος ὑψωμένας. Δεύτερον, παρ’ ὅλου τοῦ κόσμου ἐξετιμήθη ἡ μεταβολὴ ἣν ἐτελέσαμεν ὡς μεταβολὴ ἐπαγγελλομένη μέλλον μέγα καὶ εὐτυχὲς εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Τράπεζα νὰ τὸ διαμφισβητῇ· ἑπομένως καὶ ἂν κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε πίστιν, αὐτὸ καὶ μόνον ἤρκει νὰ πείσῃ τὴν Τράπεζαν ν’ ἀναπαυθῇ εἰς μόνην τὴν ὑπόσχεσιν τῆς Ἑλλάδος, προκειμένου περὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, καὶ ἐπαναλαμβάνω ἀπειράκις περὶ ἑνὸς ἑκατομ., διότι παρετήρησα, ὅτι τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἔκαμε καὶ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, διέστρεψαν ἀμφότεροι τοὺς λόγους μου διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ τοὺς ἀναιρέσουν! Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ Τράπεζα δὲν ἠκολούθησεν αὐτὸν τὸν δρόμον κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐὰν ᾖναι βέβαιον, ὅτι ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὴν ἐπανάστασιν δὲν ἐκλονίσθη ἀλλὰ μάλιστα ηὔξησε, δὲν ἐννοῶ διατὶ δὲν τὴν ἐμπιστεύεται ἡ Τράπεζα, ἥτις ἐδάνεισε κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1862 ὑπὲρ τὰ 2½ ἑκατομ. εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην.
§101ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπὶ ὑποθήκῃ.
§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ματαίως μὲ διεκόψατε διότι εἶπον, ὅτι δὲν ἤθελον κατακρίνει τὸν Τράπεζαν ἂν δὲν ἐζήτει ἐγγυήσεις μὲ τὴν καταστροφὴν τῆς πίστεως καὶ ὑπολήψεως τῆς Ἑλλάδος· δὲν ἤθελον ἐξεγερθῆ ἂν ἐζήτει τὸν ἐλαιῶνα ἢ τὰς ἐθνικὰς γαίας ὡς ὑποθήκην· ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ τὴν τροφὴν τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας δηλ. τῆς καθημερινῆς ζωῆς νὰ βάλῃ, εἰς ἐγγύησιν εἶναι ἀπόδειξις τῆς μεγαλητέρας δυσπιστίας! διότι γίνεται ἐπὶ μικροῦ ποσοῦ καὶ ἀπὸ μέγα κατάστημα, καὶ εὐχαριστῶ τὸν Κ. Κεχαγιᾶν, ὅστις ἦλθεν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ μᾶς διαλύσῃ μίαν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἔῤῥιψεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς· κατ’ αὐτὸν, μεθ’ ὅλα ὅσα ἔχει δανεισμένα εἰς ἰδιώτας καὶ εἰς τὸ δημόσιον, μένουν εἰς τὴν Τράπεζαν 9 ἑκατομμύρια διαθέσιμα.
§103ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι διαθέσιμα.
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν δὲν ἐξηγήθητε καλῶς ἢ δὲν σᾶς ἐνόησα. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἔχει κἀμμίαν σημασίαν ὅταν φέρω τὰς ἰδίας πράξεις σας ὅταν σᾶς δεικνύω, ὅτι εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ὑπῆρχε Κυβέρνησις ζῶσα διὰ τῆς σπατάλης καὶ τῆς διαφθορᾶς, καὶ καταστρέψασα ἕνεκα τούτου τὴν πίστιν τῆς Κυβερνήσεως ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς τὴν ἐδανείζετε, ἤδη δὲ βλέπω, ὅτι καίτοι περαιωθείσης τῆς ἐπαναστάσεως, διότι ὁ Βασιλεὺς εἶναι εἰς τὰ πρόθυρα, δυσπιστεῖτε περὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ φοβηθῶ τὸ λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσα. Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, ἀπὸ τοῦ 33 δὲν συνῆψε κανὲν δάνειον· κατὰ συνέπειαν ἀποκρούω τὴν μομφὴν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸν ἔξω κόσμον ἐφάνη κακῆς πίστεως, εἰς τὰς πληρωμάς της δὲν ἐφάνη ποσῶς κακῆς πίστεως ἡ Ἑλλὰς καὶ ὅστις θέλει νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν Ἑλλάδα, δὲν πρέπει νὰ τὴν ἐκτιμήσῃ ἐπιπολαίως, διότι ὑπάρχουν ἄπειρα αἴτια, τὰ ὁποῖα τὴν δικαιολογοῦν· ἡ Ἑλλὰς ποτὲ δὲν καθυστέρησεν ὁσάκις εἶχε τὰ μέσα, μόνον ἀπὸ ἀδυναμίαν καθυστέρησεν. Ἐδάνεισαν ἰδιῶται πολλὰ ἑκαττομμύρια δραχμῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ τὰ ἐδάνεισαν εἰς ἓν Κράτος ἀπέραντον, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτον ἀποκατεστημένον, καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι τὰ ἐδάνεισαν ὄχι ἐπ’ ἐλπίδι ὠφελείας, τὰ ἐδάνεισαν μᾶλλον ἀπὸ ἐπιθυμίαν συνδρομῆς. Ἐξ ὅλου αὐτοῦ τοῦ μεγάλου Κράτους, ἔμεινε μικροτάτη τις γωνία καὶ ἐγεννήθη ἡ ἀξίωσις τὸ ὅλον χρέος ἐκεῖνο νὰ βαρύνῃ τὴν μικρὰν αὐτὴν γωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκληροδοτήθη, ἅμα μετεβλήθη εἰς βασίλειον, ἡ ὑποχρέωσις νὰ μὴ πληρώσῃ τὸ χρέος ἐκεῖνο· διότι ἀμέσως ἐβαρύνθη μὲ 60,000 000 δραχμῶν, χρέος ἄλλο προνομιοῦχον, ὅπερ οὔτε κᾂν τὸ εἶδεν ἡ Ἑλλὰς, διότι ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ 11,000,000 διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν της, καὶ τὰ ἐπλήρωσεν εἰς τὴν Τουρκίαν, καὶ διότι ἠναγκάσθη ν’ ἀγοράσῃ τὴν ἐλευθερίαν της ὑπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξαντλήσῃ ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ δάνειον εἰς ξενικὸν στρατὸν καὶ εἰς ὑπηρεσίας ξενικῶν συμφερόντων! Συνέστησεν ἓν μόνον χρέος ἡ Ἑλλὰς ἔκτοτε, τὸ χρέος πρὸς τὴν Βαυαρίαν, ἀλλὰ ποῖος ἐξ ἡμῶν, ἢ ποῖος ξένος, γνωρίζων τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα, ἠμπορεῖ νὰ ὀνομάσῃ τὸ χρέος ἐκεῖνο χρέος; Δὲν εἶναι χρέος· δὲν εἶναι χρέος, ὅταν ἔχῃ νὰ λάβῃ τις ἀπὸ τὸν δανειστήν του πλειότερα ὅσων τοῦ ὀφείλει. Καὶ, Κύριοι, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν λόγων μου τούτων σᾶς ἐνθυμίζω, ὅτι ὁσάκις εἶχεν ἡ Ἑλλὰς χρήματα πάντοτε ἐπλήρωσε τὰ χρέη της μέχρι τοῦ 43, ὅτε ἐλάμβανεν ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρὸν χρήματα ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν, ἐπλήρωνε τακτικώτατα τὰς δόσεις τοῦ χρέους τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Δὲν ἔπαυσεν ἢ κατὰ τὸ 43, διότι δὲν ἦτο πλέον εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ. Διότι λοιπὸν ἦτον ἀδύνατον εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη, ἡ Ἑλλὰς νὰ πληρώσῃ, διὰ τοῦτο δὲν ἐπλήρωσε, καὶ ὅταν τις τίμιος ὀφειλέτης ἐν ἀδυναμίᾳ δὲν πληρώνῃ, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ χάσῃ τὴν πίστιν του, καὶ ἡ Ἑλλὰς δὲν τὴν ἔχασεν· ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἅμα ἔφυγε τὸ σύστημα ἐκεῖνο τῆς διαφθορᾶς καὶ σπατάλης, ἀμέσως ἡ ὑπόληψίς του ἀνωρθώθη.
§105ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἐννοῶ, διότι προτήτερα συνηγορεῖτε...
§106ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐξηγηθῆτε λοιπὸν νὰ σᾶς ἀπαντήσω· μοὶ φαίνεται, ὅτι ὅλοι μὲ ἐνόησαν.
§107ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ τράπεζα κατὰ συνέπειαν, ἡ ὁποία συνομολογῶ μετὰ τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, ὅτι μιᾶς μόνης ἰδιότητος στερεῖται τοῦ νὰ ᾖναι δεκτικὴ ἐμπνεύσεων, ἡ τράπεζα, ἐὰν ἤθελεν ἐκτιμήσει τὰ πράγματα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἤθελεν εὕρει, ὅτι οὐδὲν αὐτῆς συμφέρον κινδυνεύει· ἤθελεν εὕρει, ὅτι ἡ πρᾶξίς της εἶναι πρᾶξις πολὺ θλιβερὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν εἰς αὐτὴν ἐπιμένῃ. Ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς κατέγεινε πολὺ ν’ ἀποδείξῃ πῶς ἡ Τράπεζα ὠφελίμως καὶ ὑπὸ ὅρους πολὺ καλοὺς συνεφώνησε τὸ δάνειον· συνομολογοῦμεν πάντες, ὅτι ἡ τράπεζα πρὸς τὸ συμφέρον της ἐσκέφθη ἄριστα· δὲν ἐδώκαμεν, λέγει, τὸ δάνειον ἐπὶ ὑποθήκῃ, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν προσόδων δάνεια ἐξοφλοῦνται εὐκολώτερον καὶ διότι τὸ προκείμενον δάνειον στηρίζεται ἐπὶ ἀσφαλεστάτης χρηματικῆς προσόδου, ἥτις θέλει πληρόνεται εἰς 4 δόσεις κατ’ ἔτος. Πρέπει νὰ γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἀπαλλοτριοῦμεν τὸν καλλήτερον πόρον τοῦ δημοσίου, διότι χωρὶς νὰ ἐξοδεύωμεν τίποτε, ἀπολαμβάνομεν 200 χιλιάδας ἢ τριακοσίας κατ’ ἔτος, χωρὶς τίποτε νὰ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ αὐτὸν, διότι ἡ κατανάλωσις τῆς σμύριδος ἐπηρεάζεται ἀπὸ περιστατικὰ σπανιώτατα καθὼς ἀπὸ ἕνα πόλεμον καὶ μίαν διατάραξιν τῆς Εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἐσκέφθη ἄριστα πρὸς τὸ συμφέρον της· πρέπει ὅμως νὰ συνομολογήσουν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ὑπὲρ τῆς Τραπέζης, ὅτι ἠθέλαμεν καὶ ἡμεῖς θεωρηθῆ ὑπὲρ τὸ δέον πρὸς τὴν Τράπεζαν ἁβρόφρονες, καὶ τῶν συμφερόντων μας καταφρονηταὶ, ἐὰν πράγματα τόσον φανερὰ, τόσον ἐπιζήμια ἠθέλαμεν χάριν τῶν ἐκδουλεύσεων, τὰς ὁποίας ἡ Τράπεζα προσέφερεν εἰς τὸ Ἔθνος, τὰ ἀποσιωπήσει.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, θὰ βαδίσω κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ· πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει διάφορα ἄρθρα. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν εὐαρεστῆται νὰ προβῇ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἐὰν ἀποῤῥίψῃ τοῦτο, ἐννοεῖται, ὅτι ἀποῤῥίπτει τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν τὸ παραδεχθῇ, θ’ ἀναγνωσθῇ ἕκαστον ἄρθρον. Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθοῦν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)· παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ δανείσῃ τῷ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείῳ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν ἐπὶ ἐτησίῳ τόκῳ 6%.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει κἀμμία ἀντίῤῥησις;
§111ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη τὸ ἄρθρον.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§114ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ὄχι «ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν» ἀλλὰ «ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον»· εἶναι λάθος.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι δὲν εἶναι λάθος· «ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν», διότι ἡ Τράπεζα κατὰ τὸ καταστατικόν της δὲν δύναται νὰ δανείσῃ. Ἀναγινώσκεται τὸ δεύτερον ἄρθρον. Ἄρθρον 2. Πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ ἀνωτέρω δανείου καὶ τῶν τόκων παραχωρεῖται εἰς τὴν Τράπεζαν ὁλόκληρος ἡ ἐκ τῆς σμύριδος πρόσοδος τοῦ Δημοσίου.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὸ δεύτερον ἄρθρον, νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ τρίτον ἄρθρον. Ἄρθρον 3. Ἑπομένως μέχρις ἐντελοῦς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου τούτου, πᾶς ὅστις βούλεται ἀγοράσει οἱονδήποτε ποσὸν σμύριδος παρὰ τοῦ δημοσίου ὀφείλει νὰ προκαταβάλῃ τὸ ἀντίτιμον αὐτῆς εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης, τῆς ὁποίας μόνης ἡ ἀπόδειξις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δικαιολογητικὸν ἔγγραφον εἰς τὸν Τελώνην ἢ Ἐπιστάτην, ὅπως παραδώσῃ τὴν σμύριδα. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει καὶ ὁ Τελώνης ἢ ὁ Ἐπιστάτης εἶναι προσωπικῶς ὑπεύθυνος πρὸς τὴν Τράπεζαν διὰ τὸ τίμημα τοῦ παραδοθέντος ποσοῦ καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ ἀγοραστοῦ εἰς ἄλλο παρὰ τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης γενομένη πληρωμὴ εἶναι ἄκυρος καὶ μὴ οὖσα ἀπέναντι τῆς Τραπέζης, ἐχούσης τότε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτοῦ καὶ πάλιν τὸ τίμημα.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὸ ἄρθρον νὰ σηκωθοῦν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη καὶ αὐτό. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὰ ἄρθρα 4, 5 καὶ 6, ὡς εἶχον.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη λοιπὸν τὸ σύνολον. Τώρα προβαίνομεν εἰς τὸν Φορολογικὸν Νόμον.
§119ΚΑΛΟΣ. Νὰ καθήσουν οἱ Κύριοι Πληρεξούσιοι, νὰ μὴ φύγουν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνιστῶ εἰς τοὺς Κυρίους Πληρεξουσίους νὰ μὴ ἀναχωρήσουν διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ἀτελεῖς εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ὁ Κύριος Πετρινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§121ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Ἐξακολουθῶ, Κύριοι, τὴν ὁμιλίαν μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τοῦ φόρου τῶν ἐλαιῶν, καὶ θ’ ἀρχίσω ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον χθὲς κατέληξα.
§122ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μάθω, ἐάν τινες ἐξ ἡμῶν τῶν Πληρεξουσίων εἴμεθα εἵλωτες καὶ οἱ ἄλλοι εὐγενεῖς· καὶ ἡμεῖς μὲν καθήμεθα μέχρι τοῦ τέλους τῆς συζητήσεως, οἱ δ’ ἀποχωροῦσιν ὅταν θέλωσιν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνίοτε ἐξέρχονται διὰ μικράν τινα ἀνάπαυσιν.
§124ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Κύριοι, λοιπὸν τὰ ἀντικείμενα πρέπει νὰ τὰ συντέμνωμεν· τῷ ὄντι καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ παρεκταθῶ, καθόσον μάλιστα εἶμαι σύντομος εἰς τὰς ἀγορεύσεις μου· μόνον ἀντικείμενον ἔχω ὑπ’ ὄψιν ν’ ἀντικρούσω μίαν πρότασιν τοῦ Κυρίου Κεχαγιᾶ, καὶ κατὰ συνέπειαν μίαν ἄλλην τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ, καὶ τρίτην πρότασιν τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ. Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς τελευταίας. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προκαταρκτικῶς ἤθελε νὰ μᾶς πείσῃ νὰ μὴ ἤμεθα ὑπὲρ τῶν ἐλαττώσεων ἐν γένει, διότι εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν τότε, ἐὰν παραδεχθῶμεν ἐλαττώσεις, νὰ ὑποστηρίξῃ προτάσεις τινὰς φορολογικάς. Αὐτὸ τὸ ἴδιον ἀντικείμενον διεπραγματεύθη καὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς καὶ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς. Ἐγὼ, Κύριοι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμόν μας, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀναβιβάσωμεν πλέον τῶν 20 ἑκατομμυρίων, ἢ ἐὰν τὸν ἀναβιβάσωμεν κἄτι τι περισσότερον, τότε ὑπάρχουν ἄλλαι περιπτώσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἠμποροῦμεν ν’ ἀναπληρώσωμεν τὸ ἔλλειμμα· π. χ. ὁ Κ. Κεχαγιᾶς προτείνει ἓν νομοσχέδιον, κατὰ συνέπειαν τοῦ ὁποίου θέλει νὰ βάλωμεν αὔξησιν φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, καὶ θέλει, ὥστε πᾶσα κατοικία, εἴτε ἐνοικιάζεται, εἴτε δὲν ἐνοικιάζεται, αὐτὴ ἡ κατοικία τοῦ πολίτου νὰ ὑπόκειται εἰς ἕνα φόρον.
§125ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ ἐπιβολῆς νέων φόρων.
§126ΜΙΛΗΣΗΣ. Περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐλαιῶν πρόκειται.
§127ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Οἱ Κύριοι αὐτοὶ εἶπον, ὅτι τότε μόνον δέχονται τὰς ἐλαττώσεις, ὅταν ἐπιφυλαχθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ γείνῃ ἐπιβολὴ αὐτῶν τῶν φόρων. Λοιπὸν σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐννοῶ καμμίαν ἐπιφύλαξιν, ἀλλὰ τώρα θ’ ἀποφασίσωμεν μόνον περὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τὰ περαιτέρω θ’ ἀποφασίσωμεν ὕστερον.
§128ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§129ΚΑΣΤΑΝΑΚΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν εἶμαι σύμφωνος νὰ ἐλαττωθοῦν οἱ φόροι ἐφ’ ὅλων τῶν προϊόντων διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς, τοῦ ὅτι, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, θὰ μείνῃ μέγα κενὸν, καὶ κατὰ συνέπειαν μὲ τοὺς νέους φόρους δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ πληρώσωμεν τὸ κενὸν αὐτὸ, τοῦ ὅτι θὰ μείνῃ τὸ δημόσιον χρεώστης 1, 2, ἢ 3 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ δὲν μὲ μέλλει δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα· ὅ,τι, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, μὲ ταράττει εἶναι αὐτὸ, καὶ λέγω, ὅτι ἡ μέλλουσα Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ αὐξήσῃ αὐτοὺς τοὺς φόρους καὶ κατὰ συνέπειαν, ὅπως ἡ διαβολὴ δὲν παύει, θὰ γεννηθῇ μία διάστασις μεταξὺ τοῦ νέου Ἡγεμόνος καὶ τοῦ Ἔθνους, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον φρονῶ κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ὅτι εἶναι πολὺ δυσάρεστον. Ἄρα πρέπει νὰ σκεφθῇ ἡ Συνέλευσις διὰ νὰ μὴ κάμῃ ἓν μέγα κακὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι δύσκολον ν’ ἀναπληρωθῇ. Οἱ χθὲς λαλήσαντες Κύριοι Κουμουνδοῦρος καὶ Ζέρβας ἐπεσφράγισαν τὸ κενὸν αὐτὸ καὶ εἶπον, ὁ μὲν Κ. Κουμουνδοῦρος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πιθανὸν νὰ μὴ συμπληρώσωμεν τὸ κενὸν μὲ τοὺς νέους φόρους· οὐχ ἧττον ὅμως πρέπει νὰ πράξωμεν δικαιοσύνην καὶ νὰ ἐλαττώσωμεν καὶ τοὺς ἄλλους φόρους· ὁ δὲ Κ. Ζέρβας τί εἶπε; Δὲν πειράζει λέγει, ἂς δανεισθῶμεν καὶ 10 καὶ 20 καὶ 30 ἑκατομμύρια ἀκόμη, ὅπου εἶναι τὰ 200, ἂς ᾖναι καὶ 230 ἑκατομμύρια, ἕως οὗ νὰ δώσωμεν ἀνακούφισιν εἰς τὴν γεωργίαν καὶ τότε θὰ ἐλαφρωθῶμεν νὰ πληρώσωμεν. Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω δημόσιον ἢ ἰδιώτην, ὁ ὁποῖος ἀπολαμβάνει 10 καὶ δαπανᾷ 15, ἂν δύναται νὰ σωθῇ καὶ νὰ μὴ ναυαγήσῃ.
§130ΤΙΝΕΣ. Εὖγε!
§131ΠΥΡΛΑΣ. Τὴν πρώτην πρότασιν περὶ ἐλαττώσεως τῶν φόρων τῆς γεωργικῆς τάξεως ἐποίησεν ἡ ἐπὶ τῆς γεωργίας ἐπιτροπή. Ἡ αἰτία, ἥτις ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον τοῦτο, ὑπῆρξεν ἵνα ἀνακουφισθῇ ἡ τάξις αὕτη τῶν γεωργῶν, ἥτις οὐ μόνον ἀναλόγως τῶν ἄλλων τάξεων ἐφορολογεῖτο περισσότερον, ἀλλὰ καὶ τὰς μεγαλειτέρας καταπιέσεις ὑφίστατο ὑπὸ τῶν ἐπὶ τῆς φορολογίας ὑπαλλήλων, καὶ ἔτι μεγαλειτέρας ὑπέστη κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος. Ἡ ἐπὶ τῆς γεωργίας ἐπιτροπὴ προτείνουσα τὴν ἐπὶ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐλάττωσιν οὐδέποτε ἐθεώρησεν ὅτι ἡ μείωσις αὕτη θὰ ἦναι πάγιος, ἀλλὰ μόνον κατὰ τὸ ἐνὸν ἔτος, κατὰ δὲ τὰ ἑπόμενα ἐλπίζει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄλλο σύστημα καταλληλότερον, καὶ εὔχεται ἵνα ἴδῃ τὴν κατὰ στρέμμα φορολογίαν, ὡς γίνεται ἤδη ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Οὕτω δὲν ἐθεώρησεν ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἔμελλε νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τ’ ἄλλα προϊόντα, διότι ἡ ἔλλειψις τῶν ἐσόδων ἔσεται μεγάλη καὶ ἡ ἀναπλήρωσις δυσχερής, ἐν ᾧ διὰ μόνης τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ τῶν ζώων αἱ δημόσιοι πρόσοδοι δὲν ἐλαττοῦνται πλέον τῶν δύο ἑκατομμυρίων. Πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ τούτου δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ αὔξησις τοῦ τελωνιακοῦ φόρου ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς πολυτελείας, οἷον μεταξωτῶν καὶ ἄλλων κοσμημάτων· διότι ὁ φόρος πρέπει νὰ δίδεται ἐκ τοῦ περισσεύματος τῶν ἀπολαβῶν, καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων πρὸς διατήρησιν τοῦ ἀτόμου, διὰ τοῦτο οὔτε ὁ βοῦς, οὔτε τὰ πρὸς γεωργίαν μεταχειριζόμενα παρὰ τοῦ ἀτόμου φορολογοῦνται. Ἀλλ’ ἂν ταῦτα δὲν φορολογῶνται, πολὺ περισσότερον ἀφορολόγητος ἔσεται ἡ οἰκία, ἥτις ἐστὶ τὸ πρώτιστον ἀναγκαῖον διὰ τὸ ἄτομον· διότι αὕτη καὶ αὐτὸ προφυλάττει ἐκ τῆς ἐπιῤῥοῆς τῆς ἀτμοσφαίρας, καὶ πρὸς ἀποθήκην τῶν τῆς γεωργίας ὡς καὶ πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ ἀτόμου χρήσιμός ἐστι. Πᾶν ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ ἀτόμου ὀφείλει ἡ κοινωνία νὰ παρέχῃ, καὶ ἵνα ἐκτελῇ τὰ τῆς ἀσφαλείας, ἐτάχθη φόρος ἐκ τοῦ περισσεύματος τῶν ἀπολαβῶν, διότι οὐδεὶς δικαιοῦται ν’ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων πρὸς διατήρησιν τοῦ ἀτόμου. Ὁ φόρος πρέπει νὰ δίδεται ἐκ τοῦ κέρδους τῶν εἰσοδημάτων, εἴτε ἐκ τῆς γῆς, εἴτε ἐκ τῆς βιομηχανίας καὶ τέχνης. Ὅστις λοιπὸν ἀπολαμβάνει, ἐκεῖνος πληρόνει φόρον ἀναλόγως τῆς ἀπολαβῆς, ὁ μηδόλως ἀπολαμβάνων οὐδένα φόρον πληρόνει, ὁ κατοικῶν ἐν τῇ ἰδίᾳ οἰκίᾳ οὐδὲν ἀπολαμβάνει, ἄρα οὐδὲν πληρόνει. Μόνον ὅταν ἐνοικιάζηται ἡ οἰκία ὀφείλει φόρον. Ἄλλως ἀντὶ νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν λαὸν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐγγείων φόρων, θέλομεν δυσαρεστήσει αὐτὸν, διότι προσθέτομεν νέους φόρους, καὶ εἰς ἐποχὴν μάλιστα ἀνώμαλον.... Οὐδὲν δυσαρεστεῖ περισσότερον, οὐδὲν κινεῖ μεγαλείτερον τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ, παρὰ ἡ ἐπιβολὴ νέων φόρων, ὅσον μικροὶ καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι· αἱ πλεῖσται ἐπαναστάσεις ἐγένοντο ἐκ τοιαύτης αἰτίας, καὶ αὐτὴ ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις ἐκ τοῦ πρωτοφανοῦς νόμου περὶ χαρτοσήμου ἐγεννήθη. Εἷς ἱκανὸς λειτουργὸς καὶ ἐπιδέξιος οἰκονομολόγος δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὰ πάντα. Ὁ Σούλλης, φίλος τοῦ Ἑῤῥίκου Δʹ, γενόμενος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἠδυνήθη μὲ μόνον 30 ἑκατομμύρια νὰ οἰκονομήσῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ εἰς διάστημα δέκα ἐτῶν νὰ πληρώσῃ 200,000,000 φράγγα δημόσιον χρέος καὶ νὰ ἔχῃ περίσσευμα 30 ἑκατομμύρια.
§132ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Διὰ τὸ λάδι πρόκειται.
§133ΕΤΕΡΟΣ. Μὰ δὲν ἔχει λάδι εἰς τὴν Τρίπολιν· ἔχετε λάδι εἰς τὴν Τρίπολιν;
§134ΠΥΡΛΑΣ. Ἔχομεν· (θόρυβος) ὁ φόρος πρέπει νὰ δίδεται ἐκ τοῦ περισσεύματος ἑκάστου πολίτου, καὶ ὄχι ἐκ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων πρὸς διατήρησιν ἑκάστου, ἑπομένως ὁ φόρος δὲν δύναται νὰ δοθῇ δι’ ὅλα τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος εἰσπράττει πρὸς διατήρησιν ἀπόλυτον ἑαυτοῦ (θόρυβος), διὰ τὰς οἰκοδομὰς δὲν δύναται κανεὶς νὰ πληρώσῃ φόρον.
§135ΤΙΝΕΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§136ΠΥΡΛΑΣ. Ἕκαστον ἄτομον δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ φόρον παρὰ ἐκ τοῦ περισσεύματος τῶν ὠφελειῶν του. Ἡ κατοικία χρησιμεύει πρὸς διατήρησιν τοῦ ἀτόμου (θόρυβος, ὁ ῥήτωρ καταβαίνει τοῦ βήματος.)
§137ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι! ὑπέβαλον χθὲς πρότασιν περὶ ἐλαττώσεως γενικῆς ἐφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν προϊόντων ἐκτὸς τῶν δημητριακῶν καρπῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισεν. Ἡ πρότασίς μου αὕτη συνίσταται, ὅτι ὁ ἔγγειος φόρος ἐφ’ ὅλων τῶν προϊόντων νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 7%. Διὰ τὶ, Κύριοι, ὑπέβαλον αὐτὴν τὴν γενικὴν πρότασιν; διότι πολὺν οἰκονομίαν θὰ ἔχωμεν, ἐὰν ψηφοφορήσωμεν ἐν γένει. Σᾶς εἶπε ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἀντικρούων τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ὅτι ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν ἄλλων προϊόντων καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν ἀμπέλων δὲν στηρίζεται εἰς τὸ 10%. Δὲν εἶναι ὀρθόν· πολλοὶ ἔχουν τὴν ἰδέαν, ὅτι στηρίζεται εἰς 7% καὶ διὰ τοῦτο λέγουν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐλαττώσωμεν καὶ τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων. Ἀπόδειξις τρανὴ τούτου εἶναι τὸ ἑξῆς· ἰδοὺ, σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἰδίαν κλίμακα· λέγει εἰς τὴν πρώτην τάξιν ἡ πρόσοδος μέχρι 10 δραχμῶν, θέλει πληρώνει 70 λεπτὰ· Ἐπειδὴ πρέπει νὰ πάρωμεν τὸν μέσον ὅρον ἀπὸ 1 δραχμὴν μέχρι τῶν 10, ἑπτὰ δραχμαὶ ἂν ὑπολογισθῶσι κατὰ μέσον ὅρον, 7 ἐπὶ 7=49, εἰς τὴν δευτέραν τάξιν ἀπὸ 10 δραχ. ἕως 20 ἐπιβάλλεται 1 καὶ 50, ὁ μέσος ὅρος μεταξὺ τῶν 10 δραχ. καὶ 20 εἶναι 15 δρ. πρὸς 10% εἶναι 2 καὶ 50 ἄρα πρὸς 10% εἰς τὴν τρίτην 21–30 εἶναι 1 καὶ 50, ὁ μέσος ὅρος εἶναι 25 δραχ. πρὸς 10% φέρουν 2 καὶ 50. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ὅλα τὰ προϊόντα φορολογοῦνται, ὡς βλέπετε, πρὸς 10% καὶ ὄχι ὀλιγώτερον, διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν γενικὴν πρότασιν περὶ ὅλων τῶν προϊόντων· ἀλλ’ εἶναι καὶ ὁ λόγος ὅτι συγκρούονται τὰ τοπικὰ συμφέροντα, ἕνας ἔχει ἀμπέλους, ἄλλος ἔχει ἐλαίας, ἄλλος δημητριακοὺς καρπούς· ὅταν λοιπὸν πρόκειται περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἐλαίου, οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, δὲν θέλουν νὰ κάμουν ἐλάττωσιν· θέλω λοιπὸν ἡ ἀρχὴ αὕτη νὰ παραδεχθῇ. Δὲν κρύπτομαι, Κύριοι, ἂν θέλετε γενικὴν ἐλάττωσιν πρέπει νὰ τὴν κάμωμεν.
§138ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Βέβαια· ἡ ἐπανάστασις ἦλθε διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ ὅλας τὰς τάξεις.
§139ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν ἡ Συνέλευσις παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου, τότε δὲν θὰ χρονοτριβῶμεν ὁλοτελῶς, διότι ἅμα ἐρχόμεθα εἰς κάθε ἄρθρον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 7%, θὰ προσδιορίζεται ἡ ἐλάττωσις.
§140ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἔχομεν καὶ τὰς ἁλικάς.
§141ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ φόρος τῶν ἁλικῶν εἶναι προνόμιον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἐμπόρευμα.
§142ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§143ΚΑΛΟΣ. Ἐναντιοῦμαι εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κεχαγιᾶ, διότι ἡ Συνέλευσις δὲν πρέπει ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἐλαττώσῃ 7%.
§144ΔΑΓΡΕΣ. Ὀφείλω, Κύριε, νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Συνελεύσεως μίαν πρότασιν τὴν ὁποίαν πρὸ πολλοῦ ἔκαμα. Ἐπειδὴ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ ἐλαττώνει τοὺς φόρους εἰς 7%, ὡς πρὸς τὰ κουκούλια ἐπρότεινα πρὸ ἡμερῶν πρότασιν, ἡ ὁποία πιστεύω ὅτι δὲν θέλει ἀποκρουσθῆ, διὰ τῆς ὁποίας δὲν ἐλαττόνω τὸν φόρον τῶν κουκουλίων, ἀλλὰ μεταβάλλω τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, (θόρυβος).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἴμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§146ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τοῦ ὅλου.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἔγεινε μακρὰ συζήτησις καὶ θεωρητικὴ καὶ πρακτικὴ ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ Νόμου, τοῦτο ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις, ὅτι νὰ προβῶμεν κατ’ ἄρθρον, καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἠρχίσαμεν ἀπὸ τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ διῃρέσαμεν μάλιστα· πρῶτον εἰς τὸ περὶ ἐγγείου φόρου, καὶ εἰς τὸ περὶ ἐπικαρπίας· τώρα γίνεται ἡ πρότασις, νὰ ἐλαττωθῇ ἐν γένει ὁ φόρος εἰς 7%, εἶναι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν παραδέχονται αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, διότι ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τινὰ ἄρθρα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν συμβιβάζεται αὐτὸς ὁ ἀριθμός.
§148ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (θόρυβος). Λέγω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν θέτετε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν, πρέπει νὰ ψηφοφορήσητε ἄρθρον κατ’ ἄρθρον, παράγραφον πρὸς παράγραφον.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν. Ὅσοι ἐκ τῶν Κ. Πληρεξουσίων παραδέχονται νὰ μὴ συζητηθῇ κατ’ ἄρθρον, ἀλλ’ ἐν γένει δι’ ἑνὸς ὅρου γενικοῦ ἐφ’ ὅλων τῶν ἀντικειμένων, ἂς σηκωθῶσιν. (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Τώρα θὰ προκαλέσω ἀντίθετον ψηφοφορίαν....
§150ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι δὲν παραδέχονται νὰ ψηφοφορηθῇ ἕνας γενικὸς ὅρος δι’ ὅλα τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνοι νὰ σηκωθῶσιν (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Λοιπὸν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ὅσοι παραδέχονται νὰ ψηφοφορηθῇ γενικὸς ὅρος δι’ ὅλα τὰ ἀντικείμενα θὰ εἴπωσι ναὶ, οἱ δὲ ἄλλοι ὄχι· ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος ἐφ’ ὅλων τῶν ἀντικειμένων....
§152ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Εἰς δύο ψηφοφορίας δὲν δύνασθε νὰ ὁρίσητε δύο ἀντικείμενα.
§153ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὸ 7% ἐννοεῖ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος κατὰ τὸ ⅓.
§154ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι, ἀκριβῶς διὰ τὸ ⅓.
§155ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι φοβοῦμαι μὴ παρεξηγηθῇ ἡ πρότασις αὕτη, καὶ ὑποθέσωσί τινες πῶς κατὰ γράμμα ἐφαρμόζεται (ταραχώδεις διάλογοι μεταξὺ διαφόρων πληρεξουσίων, κρούεται ὁ μέγας κώδων).
§156ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. (ἀναβαίνει ἐπὶ τοῦ βήματος).
§157ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι ἀρκοῦσα ἡ συζήτησις.
§158ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Τόρα μένει ἡ διατίμησις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμετε καὶ τότε (θόρυβος) τόρα τὸ νὰ λέγῃς ὅτι ναὶ μὲν δέχομαι τὸ 7% ἀλλὰ νὰ πληρόνω 150 δραχ. τὴν χιλιάδα· ἀλλ’ 150 δραχ. εἶναι ἡ δικαία τιμὴ (θόρυβος). Σᾶς κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ἂν παραδεχθῆτε τὸ 7%, δὲν πρέπει νὰ ὁρίσητε τὰς 10 δραχ. εἰμὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς εἰς τὴν ὁποίαν πωλεῖται (θόρυβος).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, τελειόνουν ὅλα.
§160ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν δὲν γείνῃ δεκτὴ, ἐννοεῖται ὅτι θὰ ψηφοφορηθῇ κατ’ ἄρθρον, λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν θὰ εἴπωσι ναὶ, ὅσοι δὲν τὴν παραδέχονται θὰ εἴπωσι ὄχι.
§162ΤΙΝΕΣ. Τὴν πρότασιν κατ’ οὐσίαν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ οὐσίαν τὴν πρότασιν τὴν ἠκούσατε· λοιπὸν ὅσοι θέλουν κατ’ ἄρθρον θὰ εἴπωσι ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 157· ὑπὲρ τοῦ ναὶ 93, ὑπὲρ τοῦ ὄχι 63 καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον· ὥστε ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 93. (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 5½ μ. μ.)
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Τηλ. Ι. Ῥούκης.