1863.04.29
2,073 rows · 16,090 words · 106 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ϞΑʹ.
τῆς 29 Ἀπριλίου 1863.
(Δευτέρα).
Ὥρα 12 τῆς μεσημβρίας.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁρκίζεται ὁ πληρεξούσιος Κ. Δημητρακόπουλος.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἀρχίσωμεν. Γνωστοποιῶ, ὅτι κατὰ ἓν τηλεγράφημα κατατεθὲν παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν...
§2ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, Κύριε Πρόεδρε;
§3ΠΟΛΛΟΙ. Τώρα! κ’ ἄλλη μιὰ φορά.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξελέχθησαν ἀπὸ τὴν περιφέρειαν τὴν προξενικὴν Ἀδριανουπόλεως πληρεξούσιοι οἱ Κύριοι Ἀλέξανδρος Ῥαγκαβῆς καὶ Γεώργιος Ῥάλλης. Κατετέθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν δημοτικῶν νόμων, ὁμοῦ μὲ τὸν νόμον τὸν δημοτικόν· εἶναι πολύφυλλος, ἂν θέλητε ν’ ἀκούσητε τὴν ἔκθεσιν καὶ νὰ διατάξωμεν τὴν τύπωσιν.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὅλα νὰ τυπωθοῦν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις μίαν στιγμήν. Ὁ Κύριος Λογιωτάδης ἀναγινώσκει τὴν εἰσηγητικὴν ταύ-
την ἔκθεσιν ὡς ἑξῆς·
ΕΚΘΕΣΙΣ
ἐπὶ τοῦ περὶ δήμων νόμου. Πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴν τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσιν. Ὁ περὶ δήμων νόμος, καίτοι ἔχων σοφὰς καὶ παρ’ ἄλλων ἐθνῶν παραδεδεγμένας διατάξεις, δὲν παρήγαγεν ἐν Ἑλλάδι τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα. Τοῦτο δὲ, ἢ διότι δὲν ἐφηρμόσθη ἀκριβῶς, ἢ διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Πιστεύομεν δὲ τὸ δεύτερον, διότι παρ’ ἡμῖν ἐπικρατοῦσιν ἤθη καὶ ἔθιμα, ἅτινα εἰσὶν ἰσχυρότερα καὶ αὐτῶν τῶν ἐπιβαλλομένων νόμων. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ, μακρὰν τοῦ νὰ θεωρήσῃ τὸν δημοτικὸν νόμον ὡς ἐξοικειωθέντα μετὰ τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, καὶ δυνάμενον ἑπομένως νὰ ὑπάρξῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὡς ἔχει, ἐξ ἐναντίας ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ προβῇ εἰς γενικὴν ἀνάπλασιν αὐτοῦ. Δύω κυριώτερα αἴτια τῆς ἀποτυχίας τοῦ δημοτικοῦ νόμου εὑρίσκει ἡ ἐπιτροπή· 1) τὴν συγκέντρωσιν πάσης τῆς δυνάμεως εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν, καὶ 2) τὴν παραμέλησιν τῆς κοινότητος ὡς ἀτόμου. Ἐπὶ τῶν δύω τούτων ἀντικειμένων προσήλωσε τὴν προσοχήν της καὶ ἐπροσπάθησε νὰ ἐπιφέρῃ θεραπείαν, ἐπὶ τοῦ πρώτου μὲν, καταργοῦσα πᾶν εἶδος διοικητικῆς κηδεμονίας, ἐπὶ τοῦ δευτέρου δὲ, ἀποδίδουσα εἰς τὴν κοινότητα τὸ αὐθύπαρκτον καὶ αὐτοδιοίκητον. Ἡ Ἑλλὰς, ὑποστᾶσα πολλὰς καταδρομὰς, ἐρημώσεις καὶ αἰχμαλωσίας, δὲν ἔχει οὐδὲ τὸ πέμπτον ἴσως τοῦ πληθυσμοῦ, ὃν εἶχεν εἰς ἄλλας εὐτυχεῖς ἐποχάς. Διὰ τοῦτο ἅπασαι σχεδὸν αἱ ἀπαρτίζουσαι τὸ κράτος κοινότητες ἔχουσιν ὀλιγωτέρας τῶν ἑκατὸν οἰκογενειῶν, μόλις δὲ τὸ δέκατον τοῦ ὅλου τῶν κοινοτήτων μέρος σύγκειται ἀπὸ οἰκογενείας πλείονας τῶν ἑκατόν. Ἐνῷ δὲ πολλαὶ μικραὶ κοινότητες ὑπεβλήθησαν εἰς μίαν δημαρχικὴν περιφέρειαν, οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια ἰδία περὶ ἑκάστης αὐτῶν, ἑπομένως οὔτε τὰ περὶ διοικήσεως αὐτῶν, οὔτε τὰ περὶ διαχειρίσεως τῆς περιουσίας των ἐκανονίσθησαν. Ἅπασαι λοιπὸν αἱ μικραὶ καὶ ὑπὸ ἕνα δῆμον κείμεναι κοινότητες διετέλουν εἰς διαρκῆ νάρκωσιν καὶ καχεξίαν καθ’ ὅλην τὴν προλαβοῦσαν μακρὰν περίοδον. Οὐδ’ ὁ ἐκ πολλῶν κοινοτήτων συγκείμενος Δῆμος ἔλαβε, καθ’ ὃ τοιοῦτος, ἀνάπτυξίν τινα, διότι αἱ κοινότητες, αἱ ἀποτελοῦσαι μέρος αὐτοῦ, δὲν συνεχωνεύθησαν, οὐδ’ ἥνωσαν τὴν περιουσίαν των, ἑπομένως οὐδὲ κοινὰ συμφέροντα εἶχον, ἀφοῦ κοινὴν δὲν εἶχον περιουσίαν· ἐνίοτε μάλιστα κοινότητες ὑπὸ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν δῆμον ὑπαγόμεναι εἶχον ἀντίθετα πρὸς ἀλλήλας συμφέροντα. Ὁ δῆμος λοιπὸν κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην ἐφαίνετο ὡς ὄν τι ὑποθετικὸν καὶ μὴ ἔχον πραγματικότητα· ἀφοῦ οὐδεὶς δεσμὸς ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν ἀπαρτιζουσῶν αὐτὸν κοινοτήτων. Οὐδ’ οἱ ἐκ μιᾶς καὶ μόνης κοινότητος συγκείμενοι δῆμοι ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι πρόοδον καὶ πολιτικὴν ἀνάπτυξιν, διότι ὑπῆρχεν ἀκαταμάχητον πρόσκομμα ἡ κηδεμονία τῆς ἐξουσίας, συγκεντρούσης εἰς ἑαυτὴν πᾶσαν δύναμιν, καὶ καταστρεφούσης πᾶσαν ἐνεργείας ἐλευθερίαν. Ἐκ τούτων προέκυψεν, ὥστε οὐδέποτε σχεδὸν ὑπῆρξε δήμαρχος ἐπιτυχὼν διὰ μόνης καὶ ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ λαοῦ. Εἰς τὴν ἀναμόρφωσιν τοῦ νόμου ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὁδηγηθῇ ἀπὸ τὰ ἐπικρατοῦντα ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ ἀπὸ διατάξεις τινὰς, τὰς ὁποίας ἐπὶ τοσοῦτο καθιέρωσεν ὁ χρόνος, ὥστε, καίτοι ἐπὶ τριακονταετίαν ὑπάρχοντος τοῦ δημοτικοῦ νόμου, αὗται διέμειναν ἐν ἰσχύϊ. Ὑπάρχει ἀρχαιόθεν τὸ σύστημα τῆς αὐθυπαρξίας καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν κοινοτήτων, τοσοῦτον δὲ στερεῶς ἐῤῥιζομένον εἰς τὸν τόπον εἶναι, ὥστε οὐδ’ ἡ Ὀθωμανικὴ ἐξουσία προσέβαλεν αὐτὸ ποτέ. Ἑκάστη κοινότης ἀπετέλει μονάδα ἀνεξάρτητον· μόνος δὲ μεταξὺ αὐτῶν δεσμὸς ὑπῆρχεν ὁ τῆς ἐπαρχίας. Οὐδεμία ἑτέρα ἀρχὴ παρενέβαινε. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ θέσῃ ἡ ἐπιτροπὴ ὡς βάσιν τοῦ οἰκοδομήματος αὐτῆς. Ὅ,τι πραγματικῶς ὑπῆρχεν ἐν τῇ κοινότητι, τοῦτο ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ αὐτῇ διὰ νόμου, τροποποιοῦσα μόνον αὐτὸ, καθόσον νέαι περιστάσεις κοινωνικῆς προόδου ἀπῄτουν τοιαύτην τροποποίησιν. Παραδεχθεῖσα ἡ ἐπιτροπὴ ὡς βάσιν τὸ αὐθύπαρκτον καὶ αὐτοδιοίκητον τῶν κοινοτήτων, ὡς τὸ μόνον μέσον ἀναπτύξεως, προόδου καὶ εὐημερίας αὐτῶν, ἐπροσπάθησε ν’ ἀπομακρύνῃ ἀπ’ αὐτῆς πᾶν εἶδος διοικητικῆς κηδεμονίας καὶ ἐπεμβάσεως καὶ νὰ ματαιώσῃ πάντα σκοπὸν συγκεντρώσεως δυνάμεως ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ὡς ἡ οἰκογένεια, ὡς τὸ ἄτομον, οὕτω καὶ ἡ κοινότης ἔπρεπε νὰ ἔχῃ διὰ τοῦ νόμου κανονισμένα καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις της. Ἔπρεπε νὰ σκέπτηται ἡ ἰδία περὶ τῆς ἰδίας αὑτῆς συντηρήσεως, περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως της, περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας της καὶ περὶ τῆς ἀναπτύξεως καὶ προόδου της. Ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ πολιτικοῦ αὑτῆς σταδίου. Ὁ πληθυσμός της εἶναι, ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως τῆς ἐπιφανείας της καὶ τῶν πρὸς συντήρησιν καὶ εὐημερίαν μέσων, μικρότατος, ἑπομένως καὶ αἱ κοινότητες αὐτῆς μικραὶ καὶ ἀσήμαντοι. Ὑπῆρχον ἄλλοτε σημαντικαὶ πόλεις, ὅπου σήμερον καλύβαι μόναι γεωργῶν καλύπτουσι μεγαλοπρεπῆ ἐρείπια. Ὑπάρχουσι λιμένες εὔθετοι, θέσεις πρὸς συνοικισμοὺς ἁρμόδιοι, τόποι δυνάμενοι νὰ χρησιμεύσωσι εἰς σταθμοὺς ἁμαξητῶν ὁδῶν· ὅλα ταῦτα εἰσὶ προσόντα, τὰ ὁποῖα μικρὰν καὶ ἀσήμαντον ἤδη κοινότητα ἐνδέχεται εἰς τὸ μέλλον νὰ καταστήσωσι μεγάλην καὶ ἐπίζηλον πόλιν· ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν εἰς τὴν κοινότητα τὸ ἐνδόσιμον τοῦ νὰ φροντίσῃ ἑκάστη περὶ τῆς προόδου καὶ τοῦ μεγαλείου της. Ἦτο δίκαιον, ἦτον ἀπαραίτητον νὰ χορηγηθῇ τὸ αὐτοδιοίκητον καὶ εἰς τὰς μικρὰς κοινότητας διὰ νὰ λάβωσι τὴν ἕξιν νὰ σκέπτωνται περὶ τῆς ἰδίας αὑτῶν συντηρήσεως καὶ προόδου, διότι αὐταὶ μόναι δύνανται, καὶ ἐπιμελέστερον νὰ σκεφθῶσι, καὶ ἐπιτυχέστερον νὰ ἐκτελέσωσι πᾶν μέσον εἰς τὰ ἴδια ἑκάστης αὐτῶν συμφέροντα ἀναγόμενον. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι καὶ ἔσεται διὰ παντὸς ἔθνος συνταγματικόν. Τὰς ἀρχὰς ταύτας ἀνάγκη νὰ τὰς ἀποκτᾷ ἕκαστος ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ κοινότητι, ἥτις πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κοιτὶς τοῦ συνταγματικοῦ βίου· ἡ δὲ κοινοβουλευτικὴ ἐνέργεια πρέπει νὰ ἀναπτύσσηται ἐν τῇ κοινότητι, καὶ νὰ γίνεται ἐν μικρῷ παρ’ αὐτῇ, ὅ,τι γίνεται ἐν μεγάλῳ εἰς τὸ κέντρον τῆς Ἐπικρατείας, εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Σώματα. Ἐκ τοιούτων ἀρχῶν ἐμπνεομένη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ εἰς τοιαύτας στηριζομένη βάσεις, συνέταξε τὸ παρὸν περὶ Δήμων νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποβάλλουσα εἰς τὴν Συνέλευσιν παραθέτει εἰς ἕκαστον ἄρθρον καὶ τοὺς λόγους, οἵτινες ἰδίως ἔπεισαν αὐτὴν νὰ παραδεχθῇ αὐτὰ, ὁποῖα ὑποβάλλονται. Ἐν Ἀθήναις τὴν 29 Ἀπριλίου 1863. Ὁ Εἰσηγ. τῆς ἐπὶ τῶν δημοτ. νόμων ἐπιτροπῆς.
Δ. ΑΙΝΙΑΝ.
ΣΧΕΔΙΟΝ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
Περὶ συστάσεων τῶν Δήμων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Αʹ.
1. Ἅπαν τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος διαιρεῖται εἰς Δήμους, ἕκαστος δὲ Δῆμος σύγκειται ἐκ μιᾶς ἢ καὶ πλειόνων κοινοτήτων. 2. Κοινότης ἔχουσα πλείονας τῶν πεντακοσίων κατοίκων ἀποτελεῖ ἴδιον δῆμον, μὴ ἔχουσα δὲ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἑνοῦται μετ’ ἄλλων κοινοτήτων καὶ ἀπαρτίζει Δῆμον. 3. Κοινότης ἢ Κοινότητες ἀποτελοῦσαι μέρος Δήμου δύνανται ν’ ἀποσπασθῶσιν καὶ νὰ ἀπαρτίσωσιν ἴδιον Δῆμον· 1) ὅταν συμπληρώσωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν 500 κατοίκων καὶ 2) ὅταν οἱ πλείονες τῶν κατοίκων τὸ αἰτήσωσι παρὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Οὐδεμία περὶ τούτου γνωμοδότησις ἑτέρας τινὸς ἀρχῆς ἀπαιτεῖται. 4. Συνοικισμοὶ ὑπάρχοντες ἤδη, ἢ δυνάμενοι νὰ συστηθῶσιν ἀκολούθως καὶ χωρία ἔχοντα ἀπόστασιν ἀπ’ ἄλλων κοινοτήτων ὑπὲρ τὰς δύω ὥρας, δύνανται ν’ ἀπαρτίσωσι Δῆμον, καί τοι μὴ ἔχοντες τὸν πρὸς σύστασιν Δήμου ἀναγκαῖον ἀριθμὸν τῶν κατοίκων, ὅταν ὑπάρχῃ πιθανὴ ἡ συνοίκησις νέων ἀποίκων καὶ ὅταν ἡ μετ’ ἄλλων κοινοτήτων ἕνωσις δὲν εἶναι οὔτε εὔκολος οὔτε ὠφέλιμος εἰς τὴν κοινότητα ταύτην. 5. Κοινότητες ἑνωθεῖσαι καὶ ἀπαρτίσασαι Δῆμον διατηροῦσιν ἑκάστη ἰδίᾳ ἣν εἶχον πρὸ τῆς ἑνώσεως κοινοτικὴν περιουσίαν καὶ διαχειρίζονται αὐτήν. 6. Δῆμος ἔχων κατοίκους δέκα χιλιάδας καὶ ἐπέκεινα εἶναι πρώτης τάξεως, ἔχων δύο χιλιάδας μέχρι δέκα εἶναι δευτέρας, ἔχων δύο χιλιάδας καὶ κατωτέρω τρίτης. 7. Ὅρια ἑκάστου δήμου θεωροῦνται τὰ ὅρια τῶν ἀπαρτιζουσῶν αὐτὸν κοινοτήτων καὶ ταῦτα ἀποτελοῦν τὴν δημαρχικὴν περιφέρειαν. Ὑπάρχουσαι ἢ ἀναφυησόμεναι περὶ ὁρίων διενέξεις διαλύονται διοικητικῶς, διοριζούσης ἑκάστης τῶν ἐριζουσῶν κοινοτήτων ἀνὰ ἕνα ἢ δύο διαιτητὰς, οἵτινες μετὰ τοῦ ἁρμοδίου Εἰρηνοδίκου ἀποφασίζουσιν· ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως μιᾶς τῶν κοινοτήτων διορίζει τὸν διαιτητὴν ἢ διαιτητὰς ὁ Εἰρηνοδίκης· ἡ ἀπόφασις αὐτῶν ἐκκαλεῖται ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Βʹ.
Περὶ Κοινότητος. 8. Αἱ κοινότητες ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ τῆς συνοικήσεως ἔχουσι κοινὰ δικαιώματα καὶ κοινὰς ὑποχρεώσεις. Αʹ. Δικαιώματα. Ἑκάστη κοινότης ἔχει δικαίωμα· 1) νὰ συγκαλῇ τὰ μέλη αὐτῆς εἰς συνέλευσιν καὶ σκέψιν περὶ τῶν κοινῶν αὐτῆς συμφερόντων· 2) νὰ διοικῆται ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ νὰ διαχειρίζῃ τὴν κοινοτικὴν αὐτῆς περιουσίαν· 3) νὰ ἀποκτᾷ καὶ νὰ ἐκποιῇ περιουσίαν παντὸς εἴδους· 4) νὰ δίδῃ καὶ νὰ λαμβάνῃ δωρεάς· 5) νὰ κληρονομῇ τὴν ἐντὸς τῆς περιφερείας αὐτῆς μένουσαν ἀδιάθετον καὶ ἀδέσποτον περιουσίαν· 6) νὰ διαθέτῃ τὰς περιουσίας τῶν ἐκκλησιῶν καὶ ἄλλων εἰς αὐτὴν ἀνηκόντων καταστημάτων· 7) νὰ κάμνῃ διατάξεις ἀφορώσας τὴν διαχείρισιν τῆς κοινοτικῆς περιουσίας, καὶ 8) νὰ παρίσταται ἐπὶ δικαστηρίου ὡς ἐνάγουσα καὶ ὡς ἐναγομένη καὶ ἐν γένει νὰ χαίρῃ ὅσα δικαιώματα χαίρει καὶ τὸ ἄτομον. καὶ Βʹ. Ὑποχρεώσεις. Τὰ μέλη ἑκάστης κοινότητος ὀφείλουν· 1) νὰ προσέρχωνται εἰς τὰς προσδιωρισμένας κοινὰς συνελεύσεις τῆς κοινότητος, νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς τὴν σύσκεψιν καὶ ἀπόφασιν αὐτῆς, νὰ παραδέχωνται τὰ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας ἀποφασιζόμενα, νὰ ὑπακούωσιν εἰς τὰς διατάξεις καὶ τοὺς κανονισμοὺς τῆς κοινότητος ἢ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς· 2) νὰ συνεισφέρωσιν ἀναλόγως εἰς τὰ ἔξοδα τῆς κοινότητος, ἤτοι τὰ διὰ τὴν διατήρησιν τῶν ἐκκλησιῶν, διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, διὰ τὴν ἀγροφυλακὴν, διὰ τοὺς ὑδρονομεῖς, ὅπου τοιοῦτοι ὑπάρχουσι, διὰ τὰ δικαστικὰ καὶ ἐν γένει τὰ πρὸς συντήρησιν τῆς κοινότητος καὶ βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἀποφασιζόμενα παρ’ αὐτῆς ἔξοδα· 3) νὰ χορηγῶσι διατροφὴν εἰς τοὺς ἐντὸς τῆς κοινότητος γεννωμένους ἀναπήρους καὶ νὰ δίδωσι συνδρομὴν εἰς τοὺς ἐκ περιστάσεων ἢ ἐκ γήρατος, ἢ ἄλλων αἰτιῶν καταστάντας ἀνικάνους πρὸς διατροφὴν ἑαυτῶν κατοίκους τῆς κοινότητος, ὅταν δὲν ἔχωσιν οὗτοι περιουσίαν. 9. Ἑκάστη κοινότης ἐκ τῶν ἀποτελουσῶν μέρος Δήμου διοικεῖται παρ’ ἑνὸς παρέδρου ἐκλεγομένου παρὰ τῶν μελῶν τῆς κοινότητος κατὰ τὸ ἄρθρον.... καὶ ἔχει ἐν τῇ κοινότητι τοιοῦτα καθήκοντα, ὁποῖα ἔχει καὶ ὁ Δήμαρχος ἐν τῷ Δήμῳ. Ἡ δὲ ἐκλογὴ του γίνεται μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Δημάρχου. 10. Εἰς ἑκάστην κοινότητα ὁ ἱερεὺς ἐκλέγεται παρὰ τῶν κατοίκων αὐτῆς τῆς κοινότητος, ὅπου δὲ ἡ κοινότης ὑπάρχει διῃρημένη κατ’ ἐνορίας, παρὰ τῶν ἐνοριτῶν· ὁμοίως καὶ οἱ ἐπίτροποι τῶν ἐκκλησιῶν. Οἱ ἐντὸς τῆς περιφερείας κοινότητός τινος ἔχοντες κτήματα καὶ οἱ καλλιεργηταὶ καὶ ἐνοικιασταὶ τοιούτων κτημάτων ὑπόκεινται εἰς τὰς διατάξεις τῆς κοινότητος, ἐν ᾗ ἔχουσι τὰ κτήματα, ἔχουσιν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὰς συνελεύσεις καὶ νὰ ψηφοφορήσωσι διὰ τὴν ἐκλογὴν ἀγροφυλάκων κτλ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γʹ.
Περὶ ἐκλογέων καὶ ἐκλεξίμων. 11. Ἕκαστος χαίρων δικαιώματα πολίτου Ἕλληνος ἔχει δικαίωμα καὶ ὡς μέλος κοινότητός τινος, ἐὰν, 1) ἐγεννήθη ἐν τῇ κοινότητι ἐκ γονέων ὄντων μελῶν τῆς κοινότητος ταύτης. Τὰ γνήσια τέκνα ὑπάγονται εἰς τὴν κοινότητα τοῦ πατρὸς, τὰ δὲ νόθα εἰς τὴν τῆς μητρός· 2) ἐὰν ἐνυμφεύθη κατὰ νόμον ἐν τῇ κοινότητι· 3) ἐὰν κατὰ τὰς νομίμους διατάξεις ἀπεκατεστάθη ἐν τῇ κοινότητι· 4) ἐὰν κατετάχθη ἐν τῇ κοινότητι· κατατάττονται δὲ τὰ μὲν ἔκθετα τέκνα πρὸ τῆς ἀνακαλύψεως τῶν γονέων των εἰς τὴν κοινότητα, ὅπου εὑρέθησαν καὶ ἀνετράφησαν· ἢ καὶ ταύτης ἀγνοουμένης, ὅπου κατὰ πρῶτον ἀπηντήθησαν· ὅσοι δὲ Ἕλληνες καὶ φιλέλληνες ἀπέκτησαν δικαιώματα Ἕλληνος, εἰς ἥν τινα κοινότητα αἰτήσωσιν. Ὅπερ ἔχει τις δικαίωμα ὡς μέλος κοινότητός τινος, διαρκεῖ ἕως οὗ ἀπολαύσῃ νέον εἰς ἄλλην κοινότητα ἢ δῆμον, καὶ τότε χάνει τὸ παλαιὸν δικαίωμα, ἐκτὸς ἂν, ἐπιφυλαττόμενος αὐτὸ, ἀναφερθῇ ἐγγράφως πρὸς τὴν ἄχρι τοῦδε δημοτικὴν ἢ κοινοτικὴν ἀρχήν του καὶ λάβῃ τὴν συγκατάθεσιν αὐτῆς. 12. Τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν ἀνήκει εἰς πᾶν ἄῤῥεν μέλος τῆς κοινότητος, ἐὰν συνεπλήρωσε τὸ εἰκοστὸν πρῶτον ἔτος τῆς ἡλικίας του. Ἐξαιροῦνται 1) Οἱ κληρικοί. 2) Ὅσοι στεροῦνται τῆς ἐλευθέρας διαχειρίσεως τῆς περιουσίας των. 3) Οἱ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως στερηθέντες διὰ πάντα ἢ προσωρινῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν. 13. Ἕκαστος κάτοικος κοινότητος, ἔχων τὰς ἐν τῷ ἀνωτέρω ἄρθρῳ ἰδιότητας, δύναται νὰ ᾖναι ἐκλέξιμος. 1) Ἂν συνεπλήρωσε τὸ 25 ἔτος τῆς ἡλικίας του. 2) Ἂν ἔχῃ ἐν τῇ κοινότητι μόνιμον κατοικίαν. 3) Ἂν ἔχῃ ἐν τῇ κοινότητι ἀκίνητον τινὰ περιουσίαν ἢ κατοχὴν ἐθνικοῦ κτήματος ἢ καὶ ἐὰν ᾖναι μισθωτὴς ἰδιοκτήτου κτήματος ἢ μετέρχηται ἀνεξάρτητόν τι ἐπιτήδευμα ἢ ἐπάγγελμα. 4) Ἂν γινώσκῃ γράμματα. Μόνον οἱ σύμβουλοι, ἂν καὶ ἀγράμματοι, γίνονται δεκτοὶ εἰς ψηφοφορίαν, ἀλλὰ καὶ τοῦτο διὰ τὴν πρώτην μόνην δεκαετίαν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τοῦ παρόντος Νόμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δʹ.
Περὶ ἐκλογικῶν καταλόγων. 14. Ὁ Δήμαρχος εἰς τοὺς ἐκ μιᾶς καὶ μόνης κοινότητος συγκειμένους δήμους καὶ ὁ Πάρεδρος εἰς τοὺς ἐκ πλειόνων κοινοτήτων ἢ ἐνοριῶν συγκειμένους, συμπεριλαμβάνοντες τὸν ἁρμόδιον ἱερέα, συντάττουσι κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Ἰανουαρίου μηνὸς ἑκάστου ἔτους κατάλογον, ἐγγράφοντες πάντας τοὺς ἔχοντας κατὰ τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13 τοῦ παρόντος νόμου τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι κατοίκους τῆς κοινότητος. Τοῦ καταλόγου τούτου ἓν ἀντίγραφον θέλει λάβει ὁ ἱερεὺς διὰ νὰ ἀναγνωσθῇ ἐπ’ ἐκκλησίας τὴν πρώτην Κυριακὴν ἀπὸ τῆς συντάξεως αὐτοῦ. Ἕτερον δὲ θέλει τοιχοκολληθῇ εἰς τὸ δημοσιώτερον μέρος τῆς κοινότητος. Οἱ ἔχοντες τυχὸν ἐνστάσεις κατὰ τοῦ καταλόγου ἀναφέρουσιν αὐτὰς εἰς ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἀπὸ τὸν Δήμαρχον ἢ τὸν Πάρεδρον, τὸν ἱερέα καὶ ἕνα Σύμβουλον δημοτικόν· ἂν δὲ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ κοινότητι πλείονες τοῦ ἑνὸς σύμβουλοι λαμβάνεται ὁ ἔχων τὰς περισσοτέρας ψήφους· ἐὰν δὲ οὐδεὶς τοιοῦτος ὑπάρχῃ, ὁ πρεσβύτερος τῆς κοινότητος. Αἱ ἐνστάσεις ἐγγράφονται εἰς ἐπὶ τούτῳ πρωτόκολλον. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θέλει δικάσει τὴν ἔνστασιν· μετὰ δὲ τὴν ἐκδίκασιν ὁ κατάλογος ἀναγινώσκεται ἐπ’ ἐκκλησίας καὶ τοιχοκολλᾶται, ὡς ἀνωτέρω· ἀντίγραφον δ’ αὐτοῦ πέμπεται ἀπὸ τοὺς Παρέδρους εἰς τὸν Δήμαρχον ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ. Ἐὰν ἔνστασίς τις ἀποῤῥιφθῇ, ὁ ἐνιστάμενος ἐφεσιβάλλει τὴν ἀπόφασιν ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδικείου ἐντὸς 5 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ καταλόγου, ὁ δὲ εἰρηνοδίκης δικάζει αὐτὴν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει καὶ ἐκδίδει ἀπόφασιν, ἣν δημοσιεύει ἐντὸς πέντε ἡμερῶν· τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἀντίγραφον ἀποδίδεται τὸ πολὺ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν εἴς τε τὸν ἐνιστάμενον καὶ εἰς τὸν Δήμαρχον διὰ νὰ γένῃ ἡ διόρθωσις τοῦ καταλόγου, ἂν ὑπάρχῃ πρὸς τοῦτο χώρα· ἡ διαδικασία γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Οἱ κατάλογοι ὅλων τῶν ὑπὸ ἕνα δῆμον ὑπαγομένων κοινοτήτων ἢ ἐνοριῶν, οὕτω διορθωθέντες, καταγράφονται παρὰ τοῦ Δημάρχου εἰς βιβλίον, τυποῦνται καὶ ἀντίτυπα αὐτῶν διανέμονται εἰς τὰς κοινότητας καὶ ἐνορίας, τοιχοκολλῶνται δὲ εἰς τὰ ἐπισημότερα μέρη τοῦ δήμου καὶ ἕκαστος δημότης δύναται νὰ λάβῃ ἀντίτυπον αὐτῶν. Ὁ οὕτω συνταχθεὶς καὶ διορθωθεὶς κατάλογος θεωρεῖται ὁριστικὸς καὶ ἀμετάκλητος, ἐγγράφονται δὲ μόνον ἐν αὐτῷ αἱ συμβαίνουσαι κατ’ ἔτος μεταβολαὶ, οἷον ἀποβιώσεις, ἀπώλεια ἢ ἀπόκτησις ἐκλογικῶν δικαιωμάτων κτλ. 15. Κατὰ τὴν πρώτην ἐκλογικὴν περίοδον, ὅπου ληξιαρχικὰ βιβλία δὲν ὑπάρχουσι, θέλουσι συνταχθῆ ὡς ἑξῆς. Ὁ Δήμαρχος, ἢ ὁ Πάρεδρος μετὰ τοῦ ἱερέως θέλουσι καταγράψει εἰς ἐπὶ τούτῳ βιβλίον ἐν ἰδίᾳ σελίδι καὶ ἐκ προφορικῶν πληροφοριῶν ἑκάστου οἰκογενειάρχου τὸ ὄνομα τὸ ἐπώνυμον καὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ καὶ ὅλων τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας του, σημειουμένης καὶ τῆς ἡμερομηνίας τῆς γεννήσεως αὐτοῦ. Τὰ βιβλία ταῦτα θέλουν παρακατατεθῆ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Εἰρηνοδικείου πρὸς φύλαξιν· ἀντίγραφα δὲ αὐτῶν θέλουν κρατεῖσθαι ἐν τῷ καταστήματι καὶ ἐν τῷ Παρεδρείῳ τῆς κοινότητος ἢ τῆς ἐνορίας πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἡλικίας διὰ μόνας τὰς ἐκλογικὰς πράξεις, μὴ παραβλαπτομένων ἐκ τούτου ἰδιωτικῶν συμφερόντων ἢ δικαιωμάτων τρίτων 16. Πρὸς βεβαίωσιν τῆς ταὐτότητος ὁ Δήμαρχος ὀφείλει νὰ δίδῃ εἰς ἕκαστον ψηφοφόρον πιστοποιητικὸν, ἐν ᾧ θέλει σημειοῦσθαι τὸ ὄνομα, τὸ ἐπώνυμον, ἡ ἡλικία, ἡ κατοικία καὶ ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὁριστικοῦ καταλόγου, ἐν ᾧ εἶναι ἐγγεγραμμένος· τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο θέλει εἶσθαι ἀπόσπασμα ἐκ διπλοτύπου βιβλίου, οὗ τὸ στέλεχος θέλει μένει εἰς τὸ δημαρχεῖον, τὰ δὲ ἀποσπάσματα θέλουν πέμπεσθαι, τριάκοντα ἡμέρας πρὸ τῆς ψηφοφορίας, εἰς τὸν ἁρμόδιον Πάρεδρον ἐπὶ ἀποδείξει παραλαβῆς. Πᾶσα παράβασις τῶν Δημάρχων ἢ τῶν Παρέδρων τιμωρεῖται μὲ πρόστιμον 20–50 δραχμῶν ἐπιβαλλόμενον παρὰ τοῦ εἰρηνοδίκου, ἐπιφυλαττομένης καὶ ποινικῆς καταδιώξεως, ἂν πρὸς τοῦτο ὑπάρχῃ αἰτία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Εʹ.
Περὶ ψηφοφορίας. 17. Ὁ Δήμαρχος, ὡς δημαιρεσιάρχης, ἐκδίδει τὸ περὶ τῆς ἐκλογῆς πρόγραμμα, ὅπερ ἀναγινώσκεται ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις τῶν διαφόρων κοινοτήτων ἢ ἐνοριῶν, ἐπιμελείᾳ τοῦ Παρέδρου, τοιχοκολλᾶται δὲ εἰς τὰ δημοσιώτερα μέρη 5 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας· τὸ πρόγραμμα θέλει ὁρίζει τὸν τόπον, τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ὥραν τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκλογῆς καὶ τὸ πέρας αὐτῆς. Ἡ ἐκλογὴ δὲ ἐνεργεῖται ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἑκάστου δήμου· εἰς τὸν ἐκλογικὸν τόπον μένει διηνεκῶς ἐκτεθειμένος ὁ κατάλογος τῶν ἐκλογέων καὶ ἐκλεξίμων· ἐντὸς τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς καὶ κατὰ τὴν εἴσοδον τοιχοκολλῶνται τὰ ἄρθρα τοῦ παρόντος νόμου ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 189, 190, 191 καὶ 192 τοῦ ποινικοῦ νόμου. 18. Αἱ ἐκλογαὶ διευθύνονται ὑπὸ τριμελοῦς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, ὡς πρόεδρον, καὶ ἐν ἐλλείψει τούτου, ἀπὸ ἕνα Πάρεδρον καὶ ἀπὸ 2 δημοτικοὺς συμβούλους ἐκλεγομένους ὑπὸ τοῦ δημοτικ. συμβουλίου μεταξὺ τῶν πραγματικῶν καὶ ἀναπληρωματικῶν αὐτοῦ μελῶν, τῶν γινωσκόντων νὰ γράφωσι καὶ ν’ ἀναγινώσκωσι. Αἱ συναγωνιζόμεναι μερίδες δύνανται, ἐὰν θέλωσι, νὰ διορίσωσιν ἀντεφορευτικὴν ἐπιτροπὴν ἐκ τριῶν ἀτόμων, ἔχουσαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐφορᾷ ὅλας τὰς πράξεις τῆς ἐκλογῆς. Ἐὰν αἱ ἀνταγωνιζόμεναι μερίδες εἰσὶ πλειότεραι τῶν δύω, ἑκάστη αὐτῶν διορίζει ἀνὰ ἓν μέλος πρὸς σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς. 19. Εἰς τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς ἀνατίθεται ἡ ἀστυνομία τῆς συνεδριάσεως καὶ ἡ διατήρησις τῆς τάξεως. Ἐπὶ δὲ τῶν ἀναφυομένων ζητημάτων ἀποφασίζει ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν, τὸ δὲ μειονοψηφοῦν μέλος καταχωρεῖ τὴν γνώμην του ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ, ὡς καὶ ἡ ἀντεφορευτικὴ ἐπιτροπή. 20. Τόποι ἐκλογικῆς συνεδριάσεως θέλουν εἶσθαι οἱ εὐρυχωρότεροι ἱεροὶ ναοί. Περὶ τῆς ἐκλογῆς κρατεῖται ἀκριβὲς πρωτόκολλον παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐχούσης γραμματέα τὸν δημοδιδάσκαλον, καὶ ἐν ἐλλείψει τοιούτου, ἄλλον τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς. Ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ σημειοῦνται τὸ ὄνομα καὶ ἐπώνυμον τοῦ ψηφοφόρου ὑπὸ αὔξοντα ἀριθμὸν, ὁ ἀριθμὸς τοῦ καταλόγου, εἰς ὃν εἶναι καταγεγραμμένος ὁ ψηφοφόρος καὶ ὁ ἀριθμὸς τοῦ πιστοποιητικοῦ τῆς ταὐτότητος τοῦ ψηφοφόρου. 21. Ἡ ψηφοφορία εἶναι μυστική· γίνεται δὲ διὰ ψηφοδελτίου ἐκ λευκοῦ χάρτου καὶ ἄνευ οὐδενὸς διακριτικοῦ σημείου ἔξωθεν ἢ ἔσωθεν αὐτοῦ· ἐγγράφονται δὲ ἐν αὐτῷ τόσα ὀνόματα, ὅσα εἰσὶ καὶ τὰ ψηφοφορητέα ἄτομα. Ἕκατος ψηφοφόρος ἐγγράφει εἰς τὸ ψηφοδέλτιόν του, ἢ μόνος, ἢ δι’ ἄλλου τῆς ἐμπιστοσύνης του, ἕνα διὰ τὴν θέσιν τοῦ δημάρχου, τοὺς ἀναλόγους δημαρχ. παρέδρους καὶ συμβούλους κατὰ τὸ ἄρθρον (...) ἰδίᾳ δι’ ἑκάστην θέσιν. Τὸ ψηφοδέλτιον παραδίδει διπλωμένον καὶ ἀνυπόγραφον πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅστις μονογραφεῖ αὐτὸ καὶ τὸ ἐπιστρέφει εἰς τὸν ἴδιον ψηφοφόρον, οὗτος δὲ ῥίπτει αὐτὸ εἰς τὴν κάλπην· εἰς ἑτέραν δὲ κάλπην ῥίπτει τὸ πιστοποιητικὸν τῆς ταὐτότητός του. Ψηφοφορία δι’ ἀντιπροσώπων δὲν συγχωρεῖται· ἀπαγορεύεται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῆς ἐκλογῆς ἡ ἐν τῷ ἐκλογικῷ τόπῳ διανομὴ καὶ γραφὴ ψηφοδελτίων. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ψηφοφορίας ἑκάστης ἡμέρας ἥ, τε ψηφοδόχος κάλπη καὶ ἡ τῶν πιστοποιητικῶν τίθενται εἰς ἐπὶ τούτῳ ἑτοιμασμένον σιδηροῦν κιβώτιον, ὅπερ κλειόμενον σφραγίζεται ὑπὸ τῶν βουλομένων ἐκ τῶν παρόντων. Τὸ κιβώτιον δὲ τοῦτο ἔχει τρεῖς κλεῖς, ἐξ ὧν μίαν λαμβάνει ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ, ἑτέραν ἡ ἀντεφορευτικὴ καὶ τὴν τρίτην ὁ δήμαρχος· εἰς δὲ τὴν καθημερινὴν σφράγισιν καὶ ἀποσφράγισιν παρευρίσκεται ὅστις θέλει καὶ ὑπογράφει τὸ περὶ τούτου συνταττόμενον πρωτόκολλον. 22. Παρελθούσης τῆς διὰ τοῦ προγράμματος ὡρισμένης διὰ τὴν ἐκλογὴν προθεσμίας, ἀνοίγεται ἡ κάλπη καὶ γίνεται ἡ διαλογὴ τῶν ψήφων, καταγραφομένων εἰς τὸ δημαιρεσιακὸν πρωτόκολλον καὶ ὅλων τῶν κατὰ τὴν διαλογὴν γενομένων ἐνστάσεων, ἀντιπαραβάλλονται δὲ τὰ ψηφοδέλτια καὶ τὰ πιστοποιητικά. 23. Διὰ νὰ ἔχῃ κῦρος ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀπόλυτος πλειοψηφία τῶν ψηφοφορησάντων· μὴ ὑπαρχούσης τοιαύτης, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἐκλογή· ἰσοψηφίας τυχούσης, ἀποφασίζει ὁ κλῆρος. Ὅπου ἡ ἐκλογὴ ἐγένετο κατὰ τμήματα, ἀντιπαραβάλλονται πρῶτον τὰ ἀποτελέσματα τῶν τμηματικῶν πρωτοκόλλων καὶ ἑπομένως ἐξάγεται τὸ γενικὸν ἀποτέλεσμα, ὅπερ κοινοποιεῖται διὰ τοιχοκολλήσεως· ἕκαστος δὲ τῶν ἐκλεχθέντων εἰδοποιεῖται περὶ τῆς ἐκλογῆς του ἐπὶ ἀποδείξει παραλαβῆς. 24. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς τὰ πρωτόκολλα μένουν τρεῖς ἡμέρας ἐκτεθειμένα εἰς τὸ δημοτικὸν κατάστημα διὰ νὰ δυνηθῶσιν, οἱ μὲν ἐκλογεῖς νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν ἐν αὐτοῖς καὶ νὰ φέρωσι πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τὰς ἐνδεχομένας περὶ τῆς ἐκλογῆς ἐνστάσεις των, οἱ δὲ ἐκλεχθέντες νὰ ἐκθέσωσι τὰς αἰτίας τῆς παραιτήσεώς των, ἂν τυχὸν ἔχωσι τοιαύτας. 25. Οὐδεὶς μὴ ἔχων νομίμους αἰτίας παραιτήσεως δύναται ν’ ἀποποιηθῇ τὴν ὑπηρεσίαν· ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως ἐπιβάλλεται χρηματικὴ ποινὴ 200–400 δραχμῶν παρὰ τοῦ δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν ἐπὶ μηνύσει παντὸς κατοίκου τοῦ δήμου, ὅπου ὑπάρχει ὁ ἐκλεχθείς. Ὡς νόμιμοι λόγοι παραιτήσεως θεωροῦνται· 1) ἐάν τις δὶς ἐξετέλεσε δημοτικὴν ὑπηρεσίαν· 2) ἐὰν ἔχῃ σωματικὴν ἢ νοερὰν ἀνικανότητα· 3) Ἐὰν ἔχῃ ἡλικίαν πλέον τῶν ἑξήκοντα ἐτῶν· 4) ἐὰν ᾖναι ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικὸς ἢ διδάσκαλος σχολείου. 26. Αἱ ἐνστάσεις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς γίνονται ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκθέσεως τοῦ πρωτοκόλλου, πέμπονται δὲ εἰς τὸν Ἔπαρχον, ὅστις, ὡς πρόεδρος, μὲ τὸν εἰρηνοδίκην τῆς πρωτευούσης τῆς Ἐπαρχίας καὶ τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον προέδρων τοῦ Ἐπαρχ. Συμβουλίου συγκροτοῦντες πρωτόδικον δικαστήριον ἐκδικάζουσιν αὐτὰς ἐντὸς πέντε ἡμερῶν καὶ κοινοποιοῦν τὴν ἀπόφασιν εἰς τὸν Δήμαρχον. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην δύναται νὰ ἐκκαλέσῃ πᾶς δημότης, τοῦ ὁποίου ἀπεῤῥίφθη ἡ ἔνστασις, ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως, ἡ δὲ ἔφεσις ἀποτείνεται εἰς τὸν Νομάρχην, ὅστις μετὰ τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ νεωτέρου τῶν πρωτοδικῶν δικάζει ὁριστικῶς καὶ ἀνεκκλήτως. Ἐν δὲ ταῖς ἐπαρχίαις, ἃς διοικεῖ Νομάρχης, ὡς πρόεδρος τοῦ πρωτοδίκου δικαστηρίου θέλει εἶσθαι ὁ εἰρηνοδίκης, μέλος δὲ ὁ ὑπογραμματεὺς τῆς Νομαρχίας· αἱ συνεδριάσεις γίνονται δημοσίᾳ καὶ διὰ πληρεξουσίων. 27. Κοινοποιηθείσης τῆς ἀποφάσεως ταύτης εἰς τὸν Δήμαρχον, οὗτος γνωστοποιεῖ αὐτὴν εἰς τοὺς ἐκλεχθέντας, καὶ, ἂν μὲν ᾖναι ἐπικυρωτικὴ, ἀναλαμβάνουν τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας των, ἐὰν δὲ ἀκυρωτικὴ, ἐπαναλαμβάνεται ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἡ ἐκλογὴ δι’ ὅσον μέρος αὕτη ἠκυρώθη, τὰ δὲ καθήκοντα τοῦ προέδρου τῆς δημαιρεσιακῆς ἐπιτροπῆς μετὰ τῶν δημαρχικῶν ἀνατίθενται εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ Δημοτ. Συμβουλίου καθ’ ἅπασαν τὴν διάρκειαν τῆς νέας ἐκλογῆς. 28. Ὁ δήμαρχος, οἱ πάρεδροι καὶ οἱ σύμβουλοι ὁρκίζονται ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ ἐγκαθιδρύονται ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας των, δίδουσι δὲ, οἱ μὲν Δήμαρχοι καὶ οἱ δημαρχικοὶ Πάρεδροι τὸν ἑξῆς ὅρκον. «Ὀρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα καὶ τὸν Βασιλέα, καὶ ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ὅτι δὲν θέλω καταχρασθῆ ποτὲ τὴν ἐμπιστευθεῖσάν μοι ὑπὸ τῶν δημοτῶν μου ἐξουσίαν εἰς ἴδιον ὄφελος, ἢ χαριζόμενος εἰς ἄλλους, ἀλλὰ θέλω μεταχειρισθῆ αὐτὴν πρὸς μόνον τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Δήμου, ὅτι δὲν θέλω δεχθῆ ποτὲ δῶρα, ἢ ὑποσχέσεις ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, ἀλλὰ θέλω προσπαθήσει ὡς δήμαρχος ἢ δημαρχικὸς πάρεδρος ἢ τῆς κοινότητος νὰ ἀπομακρύνω ἀπὸ τὸν δῆμον πᾶσαν βλάβην καὶ ζημίαν καὶ προάξω τὰ συμφέροντα αὐτοῦ κατ’ εὐχήν.» Οἱ δὲ δημοτικοὶ σύμβουλοι ὡς ἑξῆς. «Ὀρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος ὅτι εἰς ὅλας τὰς ὑποθέσεις τοῦ Δήμου, θέλω δίδει τὴν ψῆφον μου πάντοτε κατὰ συνείδησιν καὶ ἐλεύθερος ἀπὸ πᾶσαν ξένην ἐπιῤῥοὴν, ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν μόνον τοὺς Νόμους τῆς Πατρίδος καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Δήμου, χωρὶς ν’ ἀποβλέψω εἰς ἴδιον συμφέρον ἢ νὰ χαρισθῶ εἰς ἄλλους, καὶ ὅτι θέλω ἐπαγρυπνεῖ εἰς τὸ νὰ μὴ ἐπέλθῃ βλάβη τις ἢ ζημία, ἀλλὰ νὰ δίδηται πᾶσα δυνατὴ ὠφέλεια».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤʹ.
Περὶ δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων τῶν Δήμων. Αʹ. Δικαιώματα. 29. Πᾶς δῆμος ἔχει τὸ δικαίωμα· 1) νὰ ἐνεργῇ κατὰ τοὺς καθεστῶτας Νόμους τὴν κατωτέραν ἐντὸς τῆς δημαρχικῆς του περιφερείας τοπικὴν καὶ ἀγρονομικὴν ἀστυνομίαν· 2) νὰ διοικῇ ἀνεξαρτήτως τὰς ὑποθέσεις του καὶ νὰ διαχειρίζῃ τὴν δημοτικὴν περιουσίαν· 3) νὰ διαχειρίζῃ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τὴν περιουσίαν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων· 4) νὰ ἐκλέγῃ τὰς δημοτικάς του ἀρχάς· 5) νὰ παρίσταται ἐπὶ δικαστηρίου καὶ ὡς ἐνάγων καὶ ὡς ἐναγόμενος, ἐπὶ μὲν τῶν ἐκ πλειόνων κοινοτήτων συγκειμένων Δήμων διὰ μόνην τὴν δημοτικὴν περιουσίαν καὶ τὰς δημοτικὰς ὑποχρεώσεις, ἐπὶ δὲ τῶν ἐκ μιᾶς κοινότητος συγκειμένων Δήμων διὰ πᾶσαν ὑπόθεσιν. Βʹ. Ὑποχρεώσεις. Ἕκαστος δῆμος εἶναι ὑπόχρεως· 1) νὰ χορηγῇ τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς τοπικῆς καὶ ἀγρονομικῆς ἀστυνομίας· 2) ν’ ἀποδίδῃ τοὺς εἰς τὴν δημοτικὴν περιουσίαν ἐπιβαλλομένους φόρους ὡς καὶ πᾶν βάρος αὐτοῦ· 3) νὰ πληρώνῃ μισθοὺς διὰ τοὺς ἀναγκαίους εἰς τὸν Δῆμον ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας· 4) νὰ συστήσῃ καὶ διατηρῇ τὸ προκαταρκτικὸν Σχολεῖον· 5) νὰ καταβάλλῃ τὰ διὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἔξοδα· 6) νὰ πληρώνῃ ὅλα τὰ ἔξοδα, ὅσα ἀπαιτοῦνται πρὸς σύστασιν καὶ διατήρησιν ἀγαθοεργῶν καὶ ἄλλων ἐπωφελῶν καταστημάτων, πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ γεφυρῶν, πρὸς οἰκοδομὴν, ἐνοικίασιν ἢ διατήρησιν δημοτικῶν καταστημάτων καὶ ἐν γένει νὰ ἐκπληρῇ πᾶσαν ἐπιβαλλομένην αὐτῷ ὑποχρέωσιν ἐκ συναλλαγῶν μετ’ ἄλλων ἀτόμων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζʹ.
Περὶ τῆς δημοτικῆς περιουσίας. 30. Ὅλη ἡ δημοτικὴ περιουσία, μηδενὸς αὐτῆς μέρους ἐξαιρουμένου, εἶναι ἰδιοκτησία τῆς ὁλομελείας τῶν δημοτῶν. Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγεται καὶ ἡ περιουσία τῶν κατὰ τόπον ἀγαθοεργῶν καταστημάτων. 31. Ὅλη ἡ πρὸς ἄμεσον ἐπιτυχίαν τῶν δημοτικῶν σκοπῶν διωρισμένη καὶ ἀπαραίτητος δι’ αὐτὴν περιουσία εἶναι ἀναπαλλοτρίωτος. Ἡ λοιπὴ περιουσία τοῦ Δήμου ἠμπορεῖ νὰ ἐκποιηθῇ, 1) πρὸς ἐκπλήρωσιν δημοτικῶν ὑποχρεώσεων εἰς ἀναπόφευκτον ἀνάγκην· 2) πρὸς προφανῆ τοῦ Δήμου ὠφέλειαν δι’ οἰκονομικοὺς λόγους· ἢ νὰ διαμοιρασθῇ πρὸς ἐπαύξησιν καλλιεργείας· ἀμφότερα κατὰ τὴν περὶ ἑκάστου αὐτῶν γενομένην διατύπωσιν· ἡ δὲ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία διαχειρίζεται ἐνοριακῶς ὑπὸ τῶν ἐνοριτῶν, οἵτινες διορίζουσι τοὺς ἐπὶ τούτῳ ἐπιτρόπους των. 32. Τὸ εἰσόδημα τῆς ὁλικῆς δημοτικῆς περιουσίας προσδιορίζεται διὰ τὰς ἀφεύκτους ἀνάγκας καὶ ἐπωφελεῖς ἐργασίας τῶν δήμων. Ὅσα μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τούτων περισσεύματα τῶν εἰσοδημάτων τῆς δημοτικῆς περιουσίας ὑπάρξωσιν, ἢ κατατίθενται ὡς κεφάλαια, ἢ χρησιμεύουσι πρὸς σύστασιν νέων ὠφελίμων δημοτικῶν καταστημάτων. Δὲν ἐπιτρέπεται δὲ νὰ διανέμωνται μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Δήμου. 33. Ἕκαστος δῆμος λαμβάνει διὰ τὰς δημοτικὰς ἀνάγκας τὰ πρόστιμα, ὅσα ἐπιβάλλονται παρὰ τῶν ἁρμοδίων δικαστικῶν ἀρχῶν διὰ τὰς ἐντὸς τῆς περιφερείας τῶν Δήμων γενομένας παραβιάσεις ἀστυνομικῶν, φορολογικῶν καὶ λοιπῶν διατάξεων· ὁμοίως τὰ ἐκ πειθαρχικῶν αἰτιῶν ἐπιβαλλόμενα εἰς τοὺς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους πρόστιμα, καὶ ἁπάσας τὰς χρηματικὰς ποινὰς τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς τοὺς δημότας παρὰ τοῦ δικαστηρίου κατὰ τὰς ἐκτεθειμένας περιπτώσεις. 34. Ἂν τὸ εἰσόδημα τῆς ὁλικῆς τοῦ Δήμου περιουσίας καὶ τὰ διαληφθέντα πρόστιμα μετὰ τῶν χρηματικῶν ποινῶν δὲν ἀρκῶσι πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν δημοτικῶν ἀναγκῶν καὶ ὁ σκοπὸς δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ οὐδὲ διὰ κοινῆς ἐργασίας, τὸ ἐλλεῖπον συμπληρόνεται δι’ ἐμμέσων φόρων ἢ δι’ ἀμέσων ἐράνων τῶν δημοτῶν. Ὡς ἔμμεσοι φόροι δημοτικοὶ θεωροῦνται, οἱ ἀπὸ ἀντικείμενα καταναλώσεως δασμοὶ, τὰ ἐκ τῆς ἐκδόσεως ἐπισήμων ἐγγράφων δικαιώματα, τὰ διὰ τὰς γεφύρας καὶ ἁμαξωτὰς ὁδοὺς διόδια, αἱ ἐκ τῶν ἐμπορικῶν πανηγύρεων καὶ τῶν κατ’ αὐτὰς παραπηγμάτων φόροι, τὰ ἐκ τῶν στατήρων, τῶν ἀποθηκῶν, τῶν σφαγείων καὶ κρεοπωλείων δικαιώματα. 35. Ὅλοι οἱ δημόται καὶ ὅλα τὰ ἐντὸς τῆς περιοχῆς τοῦ Δήμου εἰς φόρον ὑποκείμενα πράγματα καθυποβάλλονται εἰς τὴν ἀναλογίαν τῶν δημοτικῶν ἐράνων κατὰ τὰ παρὰ τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐγκριθησόμενα μέτρα, ἅτινα φέρονται ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου συνεπείᾳ ἐνστάσεων. Ὁμοίως παρ’ αὐτοῦ κανονίζεται καὶ ὁ εἰς πρόσωπα, μηδένα φόρον ἔχοντα, ἐπιβαλλόμενος ἔρανος. 36. Οἱ ἄμεσοι καὶ ἔμμεσοι φόροι οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰ 2% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Δὲν ὑπόκεινται εἰς τοὺς προσωπικοὺς ἐράνους· 1) οἱ ἐφημέριοι καὶ οἱ διδάσκαλοι καὶ 2) ἡ δημοτικὴ περιουσία καὶ ἡ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ηʹ.
Περὶ Δημοτικῶν ἐργασιῶν. 37. Οἱ δημόται ὀφείλουν νὰ ἐργάζωνται πρὸς σύστασιν, ἐπισκευὴν καὶ διατήρησιν τῶν ἀναγκαίων δημοτικῶν καταστημάτων, τῶν φρεάτων, τῶν ὁδῶν καὶ γεφυρῶν, τῶν κατὰ τὰ παράλια καὶ τὰ ὕδατα ὑδραυλικῶν ἔργων, καθόσον ἡ περὶ αὐτῶν φροντὶς ἀπόκειται εἰς τὸν Δῆμον, ἔτι δὲ πρὸς διατήρησιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας σύμφωνα μὲ τὸν περὶ Ἐθνοφυλακῆς Νόμον. Περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως θέλουσι συνταχθῆ ἀστυνομικαὶ διατάξεις καὶ ὁρισθῆ ἐν αὐταῖς ἀνάλογον πρόστιμον διὰ τοὺς παραβάτας αὐτῶν. 38. Ὅλοι οἱ δημόται ὑπόκεινται εἰς τὰς διὰ τῶν χειρῶν ἐργασίας, ἐξαιρουμένου τοῦ Δημάρχου, τοῦ Παρέδρου, τῶν Συμβούλων, τῶν Ἐφημερίων καὶ τῶν Διδασκάλων. Ἡ διανομὴ γίνεται κατὰ κεφαλὴν καὶ δὲν ἀποδίδεται ἀντιμισθία. 39. Διὰ τοὺς διαβαίνοντας ἢ σταθμεύοντας στρατιώτας ὁ Δῆμος ἢ ἡ κοινότης ὀφείλει ἰδίαις δαπάναις νὰ χορηγήσῃ οἴκημα ἔχον τὰ ἀναγκαῖα πρὸς κατάλυσιν, οὐδέποτε δὲ ὑποχρεοῦται ὁ πολίτης νὰ δεχθῇ κατάλυμα ἐν τῇ οἰκίᾳ του, εἰ μὴ ἂν δὲν ὑπάρχῃ κοινὸν οἴκημα, ἀλλὰ καὶ τότε δὲν ὑπόκειται εἰς τροφοδοσίαν τοῦ στρατιώτου, χορηγεῖ δὲ μόνον φῶς καὶ θέρμανσιν κατὰ τὰς γενησομένας περὶ τούτου διατάξεις, χορηγεῖ δὲ καὶ τροφοδοσίαν ἐπὶ προηγουμένῃ πληρωμῇ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θʹ.
Περὶ δημοτικῶν ἀρχῶν. 40. Εἰς ἑκάστην δημοτικὴν περιφέρειαν ὑπάρχει εἷς Δήμαρχος, Δημαρχικοὶ Πάρεδροι καὶ δημοτικοὶ Σύμβουλοι, καὶ οἱ μὲν δῆμοι ά. τάξεως ἔχουσιν 6 Δημαρχικοὺς Παρέδρους καὶ 24 Συμβούλους, οἱ δῆμοι βʹ. τάξεως 4 δημαρχικοὺς παρέδρους καὶ 18 Συμβούλους καὶ οἱ τῆς γʹ. τάξεως 2 παρέδρους καὶ 10 Συμβούλους, ἔχουσι δὲ καὶ παραπληρωματικοὺς κατὰ τὸ ἥμισυ τῶν πραγματικῶν. Περὶ Δημάρχου. 41. Ὁ Δήμαρχος εἶναι ἡ πρώτη ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ τοῦ Δήμου, ἐνεργοῦσα καὶ διεκπεραιοῦσα ὅλας τὰς Δημοτικὰς ὑποθέσεις, ἐνεργεῖ τὰ τῆς ἐπιτοπίου ἀστυνομίας εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου κατὰ τοὺς καθεστῶτας Νόμους. Ἐκτελεῖ ὅσα οἱ Νόμοι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τῶν Δήμων καθήκοντα. Ἐκτελεῖ τὰς παρὰ τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητός του ἐκδιδομένας ἀποφάσεις. Ἔχει τὴν ἐπιτήρησιν καὶ διεύθυνσιν ὅλου τοῦ κατὰ τὸν δῆμον διωρισμένου προσωπικοῦ. Διορίζει τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου του καὶ ἄλλους δημοτικοὺς ὑπαλλήλους. Διορίζει ἀστυνόμον, ὅπου ἡ ὕπαρξις τοιούτου θεωρηθῇ ἀναγκαία παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· (ὁ ἀστυνόμος διοριζόμενος δίδει ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ δημάρχου τὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 28 ὁριζόμενον ὅρκον). Ἐπιτηρεῖ καὶ ἐξελέγχει τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα, ἐξετάζων περιοδικῶς τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου καὶ τὴν χρηματικὴν διαχείρισιν αὐτοῦ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Δημάρχου εἶναι διετὴς καὶ ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ παυθῇ, ἐκτὸς ἂν ἐν τῷ μεταξὺ ἀπολέσῃ τὰ πολιτικά του δικαιώματα διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Παρελθούσης τῆς προθεσμίας ταύτης, θεωρεῖται αὐτοδικαίως πεπαυμένος, καὶ πᾶσα πρᾶξις αὐτοῦ θεωρεῖται ἄκυρος καὶ καταγγέλλεται παρὰ παντὸς λαβόντος γνῶσιν αὐτῆς, τιμωρεῖται δὲ καὶ ποινικῶς διὰ πᾶσαν παραιτέρω ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν καθηκόντων καὶ οὐδεμία ἀπαιτεῖται ἄδεια διὰ τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν αὐτοῦ. 42. Οἱ Πάρεδροι ἐν γένει καὶ οἱ σύμβουλοι οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν λαμβάνουσι διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Δύναται δὲ νὰ προσδιορισθῇ ἀποζημίωσίς τις δι’ ἔξοδα καὶ χρονοτριβὰς, ὅταν δι’ ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δήμου ἐξέλθωσι τῶν ὁρίων αὐτοῦ. Περὶ Παρέδρων. 43. Οἱ Πάρεδροι εἰσὶ τοῦ δημάρχου βοηθοὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του καὶ ἀναπληρωταὶ αὐτοῦ κατὰ τὴν τάξιν, ἣν ἔλαχον κατὰ τὴν ἐκλογὴν διὰ τῆς πλειοψηφίας· παύουσι δὲ αὐτοδικαίως ἅμα ἐκπνεύσει ἡ προθεσμία τῆς ὑπηρεσίας των. Περὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. 44. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον βοηθεῖ τὸν Δήμαρχον ὡς συμβουλευτικὴ καὶ συνεπιτηροῦσα ἀρχὴ καὶ ἐπαγρυπνεῖ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ὁλομελείας τοῦ δήμου νὰ δίδηται εἰς αὐτὸν πᾶσα δυνατὴ ὠφέλεια καὶ νὰ ἀπομακρύνηται ἀπ’ αὐτὸν πᾶσα ζημία. 45. Σύσκεψις καὶ ἀπόφασις τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀπαιτεῖται. 1) Εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ· 2) περὶ ἐξετάσεων καὶ ἐκκαθαρίσεων τῶν λογαριασμῶν τοῦ Δήμου καὶ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων· 3) περὶ ἐξελέγξεως τῆς διοικητικῆς διαχειρίσεως τοῦ Δημάρχου· 4) περὶ συντάξεως χρεωλυτικοῦ σχεδίου· 5) περὶ ἀγορᾶς ἢ ἐκποιήσεως ἢ ὑποθηκεύσεως ἀκινήτων κτημάτων τοῦ δήμου ἢ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων· 6) περὶ πολυετοῦς ἢ μονοετοῦς ἐνοικιάσεως κτημάτων ἢ δικαιωμάτων· 7) περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ τρόπου τῆς ἐπικαρπίας καὶ τῆς διαθέσεως αὐτῆς· 8) περὶ νέων οἰκοδομῶν καὶ ἐκτάκτων ἐπισκευῶν· 9) περὶ δανείων ληφθησομένων δι’ ἀνάγκας τοῦ δήμου καὶ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων δοθησομένων εἰς ἑτέρους ἐκ τῆς περιουσίας αὐτῶν· 10) περὶ συμφωνιῶν δι’ ἀποκοπῶν ἢ ἐργολαβίας ἐπὶ δημοτικῶν ἔργων· 11) περὶ κανονισμοῦ τῆς μισθοδοσίας τῶν εἰς τὰς δημοτικὰς ὑπηρεσίας ὑπαρχόντων καὶ περὶ συστάσεως νέων δημοτικῶν ὑπαλλήλων· 12) περὶ διορισμοῦ δημοτικοῦ Εἰσπράκτορος ἢ ἐπιτρόπων τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων· 13) περὶ συστάσεων νέων ἀγαθοεργῶν καταστημάτων ἢ προσδιορισμοῦ εἰσοδημάτων δι’ αὐτά· 14) περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν κτημάτων τοῦ δήμου καὶ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων ἀπὸ τὰ ἐπικείμενα βάρη καὶ περὶ ἐξαλείψεως τῶν ἐπ’ αὐτῶν ὑποθηκῶν· 15) περὶ διαιρέσεως εἰς δήμους ἢ κοινότητας ἢ ἀγαθοεργὰ καταστήματα κοινῆς περιουσίας· 16) περὶ τῶν εἰς βάρος τοῦ δήμου ἀποδοχῶν ὠφελήματος καὶ ἐξόδων ἀγαθοεργοῦ τινὸς καταστήματος· 17) περὶ συστάσεως νέων δημοτ. καταστημάτων· 18) περὶ ἐνεργείας δικαιωμάτων, προτάσεων ἢ εὐχῶν τοῦ δήμου καὶ περὶ χορηγήσεως συντάξεων εἰς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους· 19) περὶ διαφορᾶς ἀναγομένης εἰς τὰ δικαστήρια καὶ περὶ διορισμοῦ δικηγόρου ἢ νομοσυμβούλου· 20) περὶ ἀποστολῆς ἀντιπροσώπων τοῦ δήμου· 21) περὶ συγκαταβάσεως εἰς πληρωμὰς καὶ περὶ χορηγήσεως ἀμοιβῶν καὶ δώρων· 22) περὶ κανονισμοῦ τῶν δημοτικῶν ἐργασιῶν καὶ τῆς διὰ φορτηγῶν ζώων ἢ ὑποζυγίων ἐργασίας· 23) περὶ κανονισμοῦ τῶν δημοτικῶν φυλάκων καὶ περὶ εἰσαγωγῆς μέτρου συνεισφορᾶς διαφέροντος τοῦ συνήθους· 24) περὶ ἐπιβολῆς ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων καὶ περὶ ἀνανεώσεως τῆς ἀφορώσης τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν ἐγκρίσεως. 46. Τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον λαμβάνει μέρος εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ εἰς τὴν διεύθυνσιν αὐτῶν, ἐκλέγει ἕνα Πρόεδρον καὶ ἕνα Πρωτοκολλιστὴν διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας καὶ δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας τῶν παρόντων· ἰσοψηφίας τυχούσης, ἀποφασίζει ὁ κλῆρος. 47. Ὁ Πρόεδρος συγκαλεῖ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἰς συνεδρίασιν καὶ διευθύνει αὐτὸ, συνεννοεῖται προφορικῶς μετὰ τοῦ Δημάρχου, καὶ, χρείας καλούσης, θεωρεῖ τὰ πρακτικὰ τῆς ὑπηρεσίας διὰ νὰ γνωρίζῃ πᾶσαν σπουδαίαν ὑπηρεσίαν καὶ πᾶσαν πρᾶξιν ἀφορῶσαν τὸ συμφέρον τοῦ δήμου καθὼς καὶ τὸ δημοτικὸν Ταμεῖον. 48. Τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον συγκαλεῖται εἰς συνεδρίασιν ἐκτάκτως μὲν, ὁσάκις ὁ Πρόεδρος αὐτοῦ προσκληθῇ εἰς τοῦτο παρὰ τοῦ Δημάρχου, ὁσάκις νομίσῃ ἀναγκαῖον τοῦτο ὁ Πρόεδρος ἢ ὅταν τέσσαρα μέλη τοῦ δημοτ. Συμβουλίου τὸ ζητήσωσι, τακτικῶς δὲ, δὶς τοῦ ἔτους, τὴν πρώτην Κυριακὴν μετὰ τὴν δεκάτην μὲν Μαΐου εἰς ἐξέλεγξιν τοῦ ἀπολογισμοῦ, μετὰ τὴν δεκάτην δὲ πέμπτην Ὀκτωβρίου διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Δημοτ. Συμβουλίου καλεῖται πάντοτε ὁ Δήμαρχος, ἢ ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ. Προκειμένου δὲ λόγου περὶ ὑποθέσεως ἀφορώσης τὴν διαχείρισιν χρημάτων ἀνηκόντων εἰς ἐκκλησίας, ἢ ἐκπαιδευτικὰ καὶ ἄλλα καταστήματα, προσκαλεῖται καὶ ὁ ἐφημέριος τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐκκλησιαστικοῦ καταστήματος, ἢ ὁ προϊστάμενος τῶν ἄλλων καταστημάτων, ἐκτὸς ὅταν ἡ σύσκεψις ἀφορᾷ κατηγορίαν κατὰ τοῦ προσκληθησομένου. Οἱ παρευρισκόμενοι εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα, Δήμαρχοι κτλ. ἐκθέτουσι τὰ ἀντικείμενα τῆς συσκέψεως, κάμνουν προτάσεις, δίδουν τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις, ἀλλὰ δὲν ἔχουν ψήφους εἰς τὰς ἀποφάσεις. Τὸ Συμβούλιον κοινοποιεῖ αὐτοῖς ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν πρὸς γνῶσιν τῶν γινομένων ἀποφάσεων, οὗτοι δὲ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφέρωσι τὰς περὶ τῶν ἀποφάσεων παρατηρήσεις ἢ τὰ κατ’ αὐτῶν παράπονά των εἰς τὸ ἐπαρχ. Συμβούλιον, ὅπερ ἀποφαίνεται· αἱ ἀποφάσεις δὲ τούτου ἐκκαλοῦνται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν δικάζοντος ὡς Ἐφετεῖον· ἀναίρεσις ἐπὶ τῆς ἐκδοθησομένης ἀποφάσεως δὲν ἐπιτρέπεται. Τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον δύναται, ὁσάκις νομίζῃ, ὅτι αἱ παρὰ τῶν εἰρημένων διδόμεναι εἰς αὐτὸ πληροφορίαι δὲν εἶναι ἀποχρῶσαι, νὰ διορίζῃ ἕνα εἰσηγητὴν καὶ νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀπόφασίν του. Διὰ νὰ ἔχῃ κῦρος ἡ ἀπόφασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτοῦ, καὶ ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία τῶν παρόντων ἰσοψηφίας τυχούσης, ἡ ψῆφος τοῦ Προέδρου ἀποφασίζει. 49. Ἡ διάρκεια τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου εἶναι διετής. Ἡ ἐκλογὴ ἐνεργεῖται τὴν τρίτην Κυριακὴν μετὰ παρέλευσιν τῆς νομίμου προθεσμίας, ἐὰν αὕτη δὲν ἐνηργήθη πρότερον· θέλει δὲ ἐνεργηθῆ σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον.... τοῦ νόμου. 50. Ἀπαγορεύεται εἰς πάντα δημοτικὸν Σύμβουλον 1) νὰ παρευρίσκηται εἰς ἀποφάσεις ἐπὶ ἀντικειμένων, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχει ἄμεσον συμφέρον τῶν πράξεων πρὸ τῆς ἐκλογῆς του ἢ μετὰ τὴν ἐκλογήν του, ἢ εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουσι προσωπικὸν καὶ ἄμεσον συμφέρον οἱ μέχρι τρίτου βαθμοῦ συγγενεῖς αὐτοῦ· 2) νὰ παρευρίσκηται εἰς τὴν ἐξέτασιν λογαριασμῶν δημοτικῶν καταστημάτων, εἰς τῶν ὁποίων τὴν διεύθυνσιν καὶ διαχείρισιν αὐτὸς ἔλαβε μέρος· 3) νὰ λαμβάνῃ μέρος ἀμέσως ἢ ἐμμέσως εἰς εἴσπραξίν τινα δημοτικῶν δικαιωμάτων, εἰς προμηθείας ἢ εἰς ὁποιανδήποτε δημοπρασίαν τοῦ δήμου· 4) νὰ παρεμβαίνῃ εἰς τὰς κατὰ τοῦ δήμου δίκας ὡς δικηγόρος ἢ ἐπίτροπος τοῦ ἀντιδίκου. Εἰς τὰς περιπτώσεις 1 καὶ 2 δύναται νὰ προσκληθῇ εἰς τὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ διασαφήσεις. Ὁ παραβάτης ἐκπίπτει αὐτοδικαίως τῆς θέσεώς του, τιμωρεῖται ποινικῶς καὶ ὑποχρεοῦται εἰς ἀποζημίωσιν τοῦ Δήμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι.
Περὶ δημοτικοῦ Εἰσπράκτορος. 51. Ἡ εἴσπραξις τῶν δημοτικῶν χρημάτων καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν ἐξόδων καὶ ὀφειλῶν τοῦ Δήμου γίνεται παρ’ εἰσπράκτορος. 52. Ὁ εἰσπράκτωρ διορίζεται παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ δίδει ἀνάλογον ἐγγύησιν ἐπὶ τῆς ποσότητος, ἥτις ἀνατίθεται εἰς τὴν διαχείρισίν του, δίδει ἐνώπιον τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τὸν ἑξῆς ὅρκον. «Ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν πατρίδα καὶ τὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους, ὅτι θέλω διαχειρισθῆ εὐσυνειδότως τὴν ἐμπιστευθεῖσάν μοι ὑπηρεσίαν εἰσπράττων μόνον τὰ κατὰ Νόμον καὶ ἐνεργῶν τὴν εἴσπραξιν πάντοτε ἐγκαίρως καὶ αὐτοπροσώπως, συντρέχων μετὰ ζήλου εἰς τὴν διατήρησιν καὶ αὔξησιν τῆς περιουσίας τοῦ Δήμου, μὴ ἀρνούμενος οὐδὲ ἀναβάλλων ἄνευ λόγων ἰσχυρῶν οὐδεμίαν ἔννομον πληρωμὴν, καὶ παρουσιάζων εἰς τὰς τεταγμένας προθεσμίας ἀκριβεῖς καὶ εἰλικρινεῖς λογαριασμοὺς τῆς διαχειρίσεώς μου.» 53. Οὔτε δήμαρχος, οὔτε Πάρεδρος, οὔτε Δημοτικὸς Σύμβουλος δύναται νὰ ᾖναι καὶ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ. 54. Ὁ εἰσπράκτωρ πρέπει νὰ ᾖναι κάτοικος τοῦ ἰδίου δήμου, εἰς ὃν διωρίσθη, ὀφείλει δὲ νὰ ἐνεργῇ αὐτοπροσώπως τὴν εἴσπραξιν καὶ νὰ δίδῃ τὰς ἀναγκαίας ἀποδείξεις. 55. Ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ λαμβάνει ὡς ἀντιμισθίαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του ποσοστὸν μὴ ὑπερβαῖνον τὰ 4% ἐπὶ τοῦ ὅλου τῆς πραγματικῆς εἰσπράξεως. Εἰς μεγαλητέρους δήμους δύναται τὸ συμβούλιον νὰ προσδιορίσῃ μόνιμον μισθὸν, ἂν νομίζῃ τοῦτο ἁρμοδιώτερον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δήμου. 56. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ εἰσπράκτορος εἶναι διετής. Παρελθούσης ταύτης, παύει οὗτος αὐτοδικαίως. Ἐὰν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας του ὁ εἰσπράκτωρ λάβῃ ἄδειαν ἀπουσίας, ἢ συμβῇ νόμιμον κώλυμα, ἐκτελεῖ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἕτερος τῆς ἐκλογῆς καὶ ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Παυθέντος δὲ τοῦ εἰσπράκτορος διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἢ παραπεμφθέντος παρὰ τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου ἐπὶ κακουργήματι, τὸ δημοτικὸν συμβούλιον διορίζει ἕτερον. 57. Ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ὀφείλει νὰ ἐνεργῇ μόνον τὰς εἰσπράξεις, ὅπως διαλαμβάνονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἢ διατάττονται παρὰ τοῦ Δημάρχου κατ’ ἀπόφασιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου. Δὲν δύναται δὲ νὰ κάμῃ ἄλλας πληρωμάς, εἰμὴ ὅπως ἂν διαταχθῇ παρὰ τοῦ Δημάρχου ἐπὶ τοῦ ἐγκεκριμένου προϋπολογισμοῦ ἢ κατ’ ἄλλας ἀποφάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, μὴ ὑπερβαινούσας τὸ ποσὸν τῶν ψηφισθεισῶν εἰσπράξεων. 58. Ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ τόσον εἰς τὰς εἰσπράξεις καὶ τὰς πληρωμὰς καθὼς καὶ εἰς τὴν κατάστρωσιν τῶν λογαριασμῶν, τὴν τήρησιν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μερίδων καὶ τὴν λοιπὴν διαχείρισίν του, ὀφείλει νὰ συμμορφώνηται μὲ τὰς διατάξεις τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ ὑποκείμενος εἰς τὰς αὐτὰς εὐθύνας μετὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, μεθ’ ὧν συνεξομοιοῦται, ὡς καὶ εἰς τὰς ἀναλόγους ποινὰς ἕνεκα παραβάσεων ἢ παραμελήσεων περὶ τὴν ὑπηρεσίαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑʹ.
Περὶ τοῦ δημοτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. 59. Ἕκαστος Δήμαρχος τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους συντάττει προϋπολογισμὸν διά τὸ ἀμέσως ἐπερχόμενον ἔτος, ἐν ᾧ θέλει καταγράψει κατ’ ὄνομα· 1) ὅλας τὰς δημοτικὰς εἰσπράξεις, τόσον σταθερὰς καὶ ὡρισμένας, καθὼς καὶ τὰς μὴ σταθερὰς ὁμοίως, ὡς καὶ τὰ περισσεύματα τοῦ παρελθόντος ἔτους. 2) Ὅλας τὰς δημοτικὰς δαπάνας μετὰ τῶν ἀποθεματικῶν κεφαλαίων δι’ ἀπροσδοκήτους περιστάσεις, καὶ 3) Ὅλα τὰ πρὸς ἀπάντησιν τῶν ἐξόδων συντελοῦντα μέσα, ἂν αἱ παροῦσαι πρόσοδοι τοῦ δήμου δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. 60. Ὁ δήμαρχος δημοσιεύει τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τοιχοκολλήσεως καὶ δι’ ἀναγνώσεως ἐπ’ ἐκκλησίας, προσκαλεῖ δὲ διὰ προγράμματος τοὺς δημότας νὰ κάμωσι παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ 15 ἡμέρας, καὶ νὰ ἐκθέσῃ ὁ βουλόμενος ἐγγράφως τὴν γνώμην του ἐπ’ αὐτοῦ καὶ νὰ τὴν παρουσιάσῃ εἰς τὸν δήμαρχον. Οὗτος δὲ, παρελθούσης τῆς προθεσμίας ταύτης, ὑποβάλλει τὸν προϋπολογισμὸν μετὰ τῶν παρατηρήσεων τῶν δημοτῶν εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον. 61. Τὸ συμβούλιον ἐξετάζει ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τὸν προϋπολογισμὸν, συζητεῖ αὐτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον καὶ καταγράφει ἐν τοῖς πρακτικοῖς πᾶσαν αἰτιολογίαν περὶ παραδοχῆς, ἢ ἀποῤῥίψεως, ἢ τροπολογίας ἑκάστου ἄρθρου καὶ κεφαλαίου, σημειουμένης ἐπ’ αὐτοῖς καὶ τῆς τυχὸν ὑπαρχούσης μειονοψηφίας. Γενομένης δὲ τῆς ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου, ἐκτίθεται ὁ ἐγκριθεὶς προϋπολογισμὸς καὶ τὰ πρακτικὰ ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας, καὶ ἕκαστος τῶν δημοτῶν δύναται νὰ λάβῃ ἀντίγραφον αὐτοῦ. Ἐάν τις νομίζῃ ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀποφασίζονται πράγματα πρὸς βλάβην τοῦ δήμου, ἢ ἐναντίον τῶν συμφερόντων κοινότητός τινος τοῦ δήμου, ἢ ἰδιωτικῶν συμφερόντων, δύναται νὰ αἰτήσῃ ἀναθεώρησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ παρὰ τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου. 62. Ὁ Δήμαρχος κατὰ τὸν ἐγκριθέντα προϋπολογισμὸν καὶ ἐντὸς τῶν ὅρων αὐτοῦ διευθύνει τὰ τοῦ δήμου κατὰ τοὺς γενικοὺς περὶ διαχειρίσεως κανονισμοὺς καὶ ἐκδίδει πρὸς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον εἰδικὴν διαταγὴν διὰ πᾶσαν μερίδα εἰσπράξεως, ἢ δαπάνης. Ὁ Δήμαρχος δὲν ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ διατάξῃ δαπάνην μὴ ἀναφερομένην ῥητῶς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἐκτὸς μόνον ὅταν λάβῃ τὴν πληρεξουσιότητα δι’ ἰδιαιτέρων νομίμων ἀποφάσεων τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ὧν ἐπίσημον ἀντίγραφον πρέπει νὰ ἐπισυνάπτηται εἰς πᾶσαν πρὸς πληρωμὴν διαταγήν. 63. Ἂν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἀρνῆται νὰ συνέλθῃ, ἢ συνελθὸν ἀρνῆται νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ διαλύεται, ὁ Δήμαρχος προσκαλεῖ ἕνα ἕκαστον τῶν Συμβούλων ἐπισήμως διὰ νὰ συνέλθωσιν αὖθις πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ λαμβάνει ἐπίσημον ἀπόδειξιν τῆς προσκλήσεως· μὴ κατορθωθείσης οὐδ’ οὕτως τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ Δήμαρχος προσδιορίζει τὰς δημοτικὰς εἰσπράξεις καὶ δαπάνας ἐπὶ τῇ βάσει καὶ ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ π. ε. καὶ ἡ εἴσπραξις καὶ ἡ δαπάνη ἐνεργεῖται ὡς νὰ ἐπεψηφίζετο οὗτος ὑπὸ τοῦ συμβουλίου. 64. Ἐὰν μέχρι τῆς 15 Ὀκτωβρίου τὸ μὲν συμβούλιον δὲν συνέλθῃ, ἢ προσκληθὲν ὡς ἄνω δὲν ἐπιψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ δὲ Δήμαρχος δὲν ὑποβάλλῃ αὐτὸν εἰς τὸ συμβούλιον, ἐπιβάλλεται εἰς ἕνα ἕκαστον αὐτῶν πρόστιμον ἐκ δραχμῶν 20 μέχρις 100 ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου κατ’ αἴτησιν ἑνὸς τῶν δημοτῶν· παρελθούσης ἐπὶ ματαίῳ τῆς ὡρισμένης διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ προθεσμίας, ὁ αἴτιος εἶναι αὐτοδικαίως πεπαυμένος καὶ τιμωρεῖται καὶ ποινικῶς ἐπὶ ἀρνήσει ὑπηρεσίας. Τὰ αὐτὰ πράττονται καὶ ἐπὶ τῶν ἀπολογισμῶν, ὅταν ὁ μὲν δήμαρχος καὶ εἰσπράκτωρ δὲν τοὺς παρουσιάσωσιν, τὸ δὲ συμβούλιον δὲν τοὺς ἐκδικάσῃ κατὰ τὴν προθεσμίαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒʹ.
Περὶ δημοτικοῦ λογαριασμοῦ. 65. Ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ καταγράφει τὸ πολὺ δύω μῆνας μετὰ παρέλευσιν τοῦ ἔτους τὸν δημοτικὸν ἀπολογισμὸν καὶ παραδίδει αὐτὸν εἰς τὸν Δήμαρχον. 66. Ὁ δημοτικὸς λογαριασμὸς καὶ ὁ παρὰ τοῦ Δημάρχου ὕστερον κατεστρωμένος τῆς δημοτικῆς διαχειρίσεως ἐκτίθενται, ἀφοῦ πρότερον δημοσιευθοῦν ἐπὶ ὀκτὼ κατὰ συνέχειαν ἡμέρας, εἰς τὸ δημαρχεῖον πρὸς πληροφορίαν ἑκάστου τῶν δημοτῶν, καὶ ἐξετάζονται ἔπειτα παρὰ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου. Ἕκαστος τῶν δημοτῶν ἐκθέτει ἐπ’ αὐτῶν ἐγγράφως τὴν γνώμην του, ἀμφότεροι δὲ οἱ λογαριασμοὶ καὶ αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἀποφάσεις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ αἱ διάφοροι γνῶμαι τῶν δημοτῶν πέμπονται εἰς τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον πρὸς ἀπόφασιν καὶ ἐξέλεγξιν. 67. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐπαρχ. συμβουλίου γίνεται ἔφεσις παρὰ παντὸς ἔχοντος συμφέρον ὡς καὶ παρὰ τῶν δημοτῶν, ὧν ἡ ἔνστασις ἀπεῤῥίφθη· ἡ ἔφεσις γίνεται ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς τὸν Δήμαρχον κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου καὶ διευθύνεται εἰς τὸ ἁρμόδιον πρωτοδικεῖον, ὅπερ δικάζει ἀνεκκλήτως. 68. Ὅλαι αἱ διὰ λογαριασμὸν τοῦ δήμου ἐνεργούμεναι δημοπρασίαι διευθύνονται ὑπὸ τριμελοῦς ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἐκ τοῦ δημάρχου καὶ δύω μελῶν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, διοριζομένων παρὰ τούτου, παρευρίσκεται δὲ εἰς αὐτὰς ἑκάστοτε καὶ ὁ δημοτ. εἰσπράκτωρ. 69. Εἰς τὰς δίκας τοῦ δήμου ὁ Δήμαρχος ἀντιπροσωπεύει αὐτὸν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων εἴτε ὡς ἐνάγοντα εἴτε ὡς ἐναγόμενον· ὁσάκις δὲ πρόκειται διένεξις μεταξὺ κοινότητός τινος καὶ τοῦ δήμου, τὸ δημοτ. συμβούλιον ἀναθέτει τὴν ἀντιπροσωπίαν εἰς τριμελῆ ἐπιτροπὴν ἐκλεγομένην εἴτε ἐκ τῶν μελῶν του εἴτε καὶ ἐξ ἄλλων ἐκ τῶν τιμιωτέρων καὶ ἱκανωτέρων ἐκλογέων. 70. Ὅταν ἔργον τι ἀφορᾷ τὰ συμφέροντα πολλῶν δήμων, τὰ ἁρμόδια δημοτ. συμβούλια συνεννοοῦνται διὰ νὰ σκεφθῶσι περὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων καὶ περὶ τῆς ἀναγκαίας δαπάνης εἰς ἕκαστον δῆμον. Ἐὰν δὲ ταῦτα δὲν συμφωνήσωσιν, ἕκαστον ἰδίᾳ ἐκθέτει τὴν γνώμην του καὶ διευθύνει αὐτὴν εἰς τὸ ἐπαρχ. συμβούλιον, ὅπερ ἀποφασίζει. 71. Διὰ πᾶσαν παράβασιν τοῦ παρόντος νόμου, καὶ ἰδίως διὰ τὰς περὶ τὰς ἐκλογὰς γενομένας, ἕκαστος δημοτ. ὑπάλληλος καὶ ὑπηρέτης τιμωρεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ Νόμου, ἐὰν δι’ ἰδιαιτέρας διατάξεως δὲν ὡρίσθη ἐν τῷ παρόντι νόμῳ ἰδία ποινή. Καταγγέλεται δὲ παρὰ παντὸς δημότου καὶ εἰσάγεται εἰς δίκην χωρὶς νὰ ἀπαιτῆται ἄδεια τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, δικαζομένων κατὰ προτίμησιν τῶν τοιούτων δικῶν. Ὑπόκειται δὲ καὶ εἰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις πρός τε τὸν Δῆμον καὶ πρὸς ἰδιώτας διὰ πᾶσαν ἐκ τῆς παραβάσεως αὐτοῦ προελθοῦσαν ζημίαν, ἐκτὸς δὲ τούτου στερεῖται καὶ τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων ἀπὸ ἑνὸς μέχρι πέντε ἐτῶν. Ὡσαύτως τιμωρεῖται καὶ ὁ Δημοτικὸς ὑπάλληλος ἢ ὁ ὑπηρέτης, ὅστις ἤθελεν εὑρεθῇ φέρων ὅπλα ἐν τῷ ἐκλογικῷ τόπῳ ἢ ὀχυρώνει οἰκίας πέριξ τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς ἢ ἤθελε μεταχειρισθῆ ἔνοπλον βίαν κατὰ παντὸς ψηφοφόρου κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐκλογῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ Δ. Αἰνιὰν Θ. Πετρινὸς Ἰωάν. Ν. Δεληγιάνης Κ. Δαγρὲς Π. Μανωλίδης Ν. Καΐρης. Παραδεχθεῖσα ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν παρεδέχθη τὸ ἐν χρήσει ψηφοδέλτιον. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς σᾶς εἶναι γνωστὸν, ὀλίγοι εἶναι οἱ γνωρίζοντες γράμματα, καὶ ἐκ τούτου θὰ ὑποχρεόνωνται οἱ ψηφοφόροι νὰ δίδωσι τὰ ψηφοδέλτια εἰς ἄλλους νὰ τὰ συμπληρόνωσι, ἕπεται, ὅτι αὕτη ἡ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀρχὴν, ἣν παρεδέχθημεν, τοῦ νὰ γίνηται μυστικὴ, καθ’ ὅσον αὕτη ἡ διὰ ψηφοδελτίων, λέγω, εἶναι φανερά. Ἐπειδὴ λοιπὸν καὶ ἔχω τὸ παρελθὸν εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ φανερὰ ψηφοφορία καταστρέφει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐκλογέως καὶ ὡς ὑποκείμενος τότε εἰς τὰς καταδιώξεις τοῦ τε δημοσίου καὶ τῶν ἐχόντων ἐπίῤῥοιαν εἰς τὴν τύχην του, διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν ἐπὶ ψηφοδελτίων ψηφοφορίαν καὶ παραδέχομαι τὴν διὰ τῶν φασουλίων, ὅπως ἔχουν καὶ οἱ Ἄγγλοι εἰς τὴν Ἑπτάννησον. Τὸ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς Λύσανδρος Βιλαέτης. Αἰτιολογικὴ Ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν διαφόρων ἄρθρων τοῦ Σχεδίου τοῦ Νόμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Αʹ.
Περὶ συστάσεως τῶν Δήμων. Δύω γνῶμαι ἐπεκράτησαν παρὰ τῇ Ἐπιτροπῇ, οἱ μὲν ἤθελον ὥστε ἑκάστη κοινότης, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ἦτο, ν’ ἀποτελῇ ἴδιον Δῆμον, οἱ δὲ ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ τὸ ὑπάρχον μέγεθος τῶν Δήμων. Μεθ’ ἱκανὴν σύσκεψιν ἐλήφθη τὸ ἑξῆς συμβιβαστικὸν μέτρον. Ἑκάστη κοινότης νὰ κρίνῃ αὐτὴ ἡ ἰδία περὶ τοῦ μεγέθους, ὅπερ πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ Δῆμος, τὸν ὁποῖον θέλει ἀποτελεῖ. Διὰ τοῦτο ἐτέθη ὡς ὅρος κατώτατος τοῦ ποσοῦ τῶν κατοίκων, οὓς πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ μικρότατος Δῆμος, ψυχαὶ πεντακόσιαι, ἀλλὰ δὲν ἐμποδίζονται κοινότητες, ἔχουσαι ὁμοῦ πλειότερον ἀριθμὸν κατοίκων, νὰ διατηρήσωσιν ἴδιον δῆμον, ὅταν νομίζωσιν ὅτι τὰ συμφέροντά των ἀπαιτοῦσι τοῦτο. Καὶ πάλιν δὲν ἐμποδίζονται ν’ ἀποσπασθῶσί τινες ἐξ αὐτῶν, ὅταν νομίσωσι τοῦτο συμφερώτερον. Ἐνόμισεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι μόνον ἡ κοινότης εἶναι ἁρμόδιον πρόσωπον νὰ σκεφθῇ ἂν πρέπῃ νὰ σχηματισθῇ εἰς μέγαν ἢ μικρὸν Δῆμον, διότι αὐτὴ καὶ μόνη ἔμελλε νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς καλῆς ἢ κακῆς ἀποφάσεως αὐτῆς. Δὲν ἠθέλησε δὲ νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ οὐδεμίαν κηδεμονίαν τὴν κοινότητα ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο νομίζουσα, ὅτι τοιαύτη κηδεμονία, ἀντὶ ν’ ἀποβῇ ὠφέλιμος εἰς τὴν κοινότητα, πολλάκις ἕνεκα τῶν παρεμβαλλομένων προσκομμάτων καθίσταται ἐπιζήμιος· καὶ ὑπάρχουν παραδείγματα, ὅτι κοινότητες, καί τοι ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐπροσπάθησαν ν’ ἀποχωρισθῶσι Δήμου τινὸς καὶ ν’ ἀπαρτίσωσιν ἴδιον Δῆμον, καίτοι ἔχουσαι ἀφθόνους δημοτικοὺς πόρους, καί τοι ὑποφέρουσαι ἐκ τῆς ὑπαρχούσης καταστάσεως τοῦ Δήμου, οὐδέποτε ἠδυνήθησαν νὰ κατορθώσωσι τοῦτο ἕνεκα τῶν προσκομμάτων καὶ περιπλοκῶν, ἃς ἔθετεν ἡ ῥᾳδιουργία διὰ τῆς κηδεμονίας. Πολλαὶ μικραὶ κοινότητες δύνανται ν’ ἀποτελοῦν δῆμον, ὑποβαλλόμεναι εἰς εἶδός τι ὁμοσπονδικοῦ συνδέσμου, ἀλλ’ ἔχουν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ν’ ἀπαρτίσωσι καὶ ἴδιον Δῆμον, ὅταν ἔχωσι τὰ προσόντα, ὅσα τὸ τρίτον ἄρθρον τοῦ νόμου προσδιορίζει καὶ ὅταν νομίσωσιν αὗται ὠφελιμωτέραν τὴν σύστασιν ἰδίου Δήμου. Καὶ ὁ ὑπάρχων δημοτικὸς νόμος διαλαμβάνει, ὅτι αἱ κοινότητες αἱ ὑποβαλλόμεναι ἢ ἑνούμεναι μετ’ ἄλλου Δήμου, διατηροῦσι καὶ διαχειρίζονται ἣν εἶχον πρὸ τῆς ἑνώσεως κοινοτικὴν περιουσίαν, ἀλλ’ οὐδὲν εἶπεν οὔτε περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως αὐτῶν, οὔτε περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας των. Ἡ Ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὸ νὰ κανονίσῃ πάντα ταῦτα εἰς ἴδιον Κεφάλαιον. Τὸ περὶ ὁρίων τῶν Δήμων καὶ κοινοτήτων ζήτημα ἐθεώρησεν ἡ Ἐπιτροπὴ σπουδαῖον καὶ ἐνόμισεν ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Νόμου δύναται ν’ ἀπομακρύνῃ τὰς δυσκολίας, νὰ προλάβῃ ἢ καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὰς διενέξεις, ὅσον ἔνεστι ταχύτερον καὶ εὐκολώτερον. Εἶναι δυστυχῶς παραδείγματα, ὅτι διενέξεις περὶ ὁρίων, καί τοι ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀνακρινόμεναι καὶ ἐξεταζόμεναι, οὐδέποτε ἀπεπερατώθησαν. Ἐκ τούτου προκύπτει, ὅτι τὰ πρὸς κανονισμὸν τῶν ὁρίων ὑπάρχοντα ἐν ἰσχύϊ διοικητικὰ μέσα δὲν ἦσαν ὁλοτελῶς πρόσφορα εἰς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν προσδιωρίσθησαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Βʹ.
Περὶ κοινότητος. Ὑπὸ τὴν ἔκφρασιν κοινότης ἐννοεῖται ἡ τελευταία διοικητικὴ μονὰς, ἐξ ὧν ἀπαρτίζεται τὸ Κράτος. Ἐὰν μία κοινότης ἀπαρτίζῃ Δῆμον, εἰς τὴν περίστασιν ταύτην κοινότης καὶ Δῆμος ταυτίζεται, ὅπου ὅμως πολλαὶ κοινότητες ἀπαρτίζουσι δῆμον, ἑκάστη αὐτῶν ἔχει ἄλλα δικαιώματα καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις παρ’ ὅσας ἔχει ἐν γένει ὁ Δῆμος. Ὅ,τι ἐνταῦθα ἀποδίδεται γενικῶς εἰς τὴν κοινότητα, ἀποδίδεται ὁμοίως καὶ εἰς τὰς ἴδιον Δῆμον ἀπαρτιζούσας κοινότητας, καὶ εἰς τὰς εἰς ἕνα Δῆμον ὑπαγομένας, ὁ τρόπος ὅμως τῆς διοικήσεως διαφέρει τῆς μὲν ἀπὸ τῆς δὲ, διὰ τοῦτο τὰ μὲν καθήκοντα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις εἰσὶ γενικὰ πάσης κοινότητος, εἰς ἕκαστον ὅμως εἶδος αὐτῶν ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως εἶναι διάφορος. Δικαιώματα. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τῶν δικαιωμάτων τῆς κοινότητος, τὸ συνέρχεσθαι ἐν συνελεύσει, εἶναι σπουδαιότατον, ὄχι μόνον διότι ἐμφαίνει τὸ ἐλεύθερον, ἀνεξάρτητον καὶ αὐτοδιοίκητον τῆς κοινότητος, ἀλλὰ διότι δύναται νὰ ᾖναι ἀρχὴ καὶ προγύμνασμα τρόπον τινὰ εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς διασκέψεις. Οὐδὲν εἶδος κηδεμονίας πρέπει νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ νέον. Ὑπῆρξε πράγματι πάντοτε εἰς πᾶσαν κοινότητα, διότι ἐν τοιαύταις Συνελεύσεσιν ἀπεφασίζοντο καὶ ἤδη ἀκόμη κατὰ συνήθειαν ἀρχαίαν ἀποφασίζονται ὅλα τὰ οὐσιώδη ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν κοινότητα. Ἐὰν δὲ εἰς τὰς μεγάλας κοινότητας, τὰς ἀπαρτιζούσας ἴδιον Δῆμον, τὸ περὶ τῶν συμφερόντων τῆς κοινότητος σκέπτεσθαι ἀπεδόθη εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, οὐχ ἧττον ὁ λαὸς διατηρεῖ εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ συσκέπτεσθαι εἴτε περὶ πραγμάτων μὴ ὑποβληθέντων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Συμβουλίου, εἴτε καὶ δι’ ἄλλας ἐκτάκτους περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ σκέψις καὶ ἐνέργεια τῶν Δημοτικῶν ἀρχῶν δὲν ἐξασφαλίζει προσηκόντως τὴν ἐλευθερίαν, τὴν περιουσίαν καὶ τὴν τιμὴν τῶν πολιτῶν. Ἀφοῦ ἐθεωρήθη παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ κοινότης ὡς ἄτομον, ἔπρεπε νὰ τῇ ἀποδοθῶσι καὶ ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ διαλαμβανόμενα εἰς τοὺς παραγράφους 2–8, διότι ἄνευ τούτων δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν ἐκείνην, ἥτις ἀπαιτεῖται πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτῆς συντήρησιν καὶ εὐημερίαν· ὀφείλει ὅμως νὰ ἐξηγήσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ, ποῖοι λόγοι ἔπεισαν αὐτὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν, ἤτοι τὸ νὰ κληρονομῇ ἡ κοινότης τὴν ἐντὸς τῆς περιφερείας αὐτῆς μένουσαν ἀδιάθετον καὶ ἀδέσποτον περιουσίαν, ἐνῷ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀποδίδεται εἰς τὸ δημόσιον δι’ ἑτέρου προϋπάρχοντος Νόμου. Ἡ κοινότης, ἥτις ἀναδέχεται ἐφ’ ἑαυτὴν ὅλα τὰ βάρη τὰ προερχόμενα ἀπὸ τὰ μέλη αὐτῆς, ἤτοι νὰ τροφοδοτῇ καὶ νὰ περιθάλπῃ τοὺς ἀπόρους κατοίκους αὐτῆς κλπ. ἦτον ἑπόμενον νὰ κληρονομῇ καὶ τὴν μένουσαν ἀδέσποτον ἐν αὐτῇ περιουσίαν, διότι ὅστις ἔχει τὰ βάρη, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὰς ὠφελείας. Ἔπειτα ἡ κοινότης δὲν εἶναι εἰ μὴ κλάσμα τῆς μεγάλης μονάδος τοῦ ἔθνους, ἀντὶ λοιπὸν ν’ ἀποδοθῇ τὸ ἀδέσποτον εἰς τὸ ὅλον ἀπ’ εὐθείας, ἀποδίδεται εἰς τὸ κλάσμα, ἤτοι εἰς τὴν κοινότητα καὶ πάλιν δὲν ἀπομακρύνεται τοῦ ἀρχικοῦ προορισμοῦ ἀποδιδομένου εἰς ἑκάστην κοινότητα ἐκείνου, ὅπερ ἔμελλε ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ δημόσιον, τὸ κέντρον ὅλων ἐν γένει τῶν κοινοτήτων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ ἡ διαχείρισις τοῦ ἀδεσπότου γίνεται δυσκολώτερον διὰ τοῦ δημοσίου ἢ διὰ τῆς κοινότητος. Οὔτε ἐν τῷ Δημοτικῷ Νόμῳ, οὔτε ἀλλαχοῦ ὑπάρχει κανονισμένον πῶς ἡ κοινότης, ἡ μὴ ἀπαρτίζουσα ἴδιον δῆμον, νὰ παρίσταται ἐπὶ δικαστηρίου, καὶ ἐκ τούτου πολλὰ συμφέροντα τῶν κοινοτήτων παρημελήθησαν καὶ ἐβλάφθησαν. Τὸ κενὸν τοῦτο ἀναπληροῦται· διὰ τοῦ παρόντος νόμου χορηγεῖται εἰς τὴν κοινότητα τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ παρίσταται ἐπὶ δικαστηρίου καὶ ὡς ἐνάγουσα καὶ ὡς ἐναγομένη. Ὑποχρεώσεις. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τῶν ὑποχρεώσεων τῶν κοινοτήτων ὑπῆρχε πράγματι εἰς τὰς μικρὰς κοινότητας τὰς εἰς δῆμόν τινα ὑπαγομένας, διότι αὗται ἐνήργουν συνελεύσεις περὶ διαφόρων ἀντικειμένων ἀφορώντων τὴν κοινότητα αὑτῶν καὶ ἐξετέλουν τὰ ἀποφασιζόμενα, ἀλλ’ ἔπραττον ταῦτα οἰκειοθελῶς καὶ κατ’ ἔθιμον· ἦτο λοιπὸν ἀναγκαῖον νὰ κανονισθῇ διὰ τοῦ νόμου καὶ ἡ ὑποχρέωσις καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας αὐτῆς, διὰ νὰ μὴ γεννῶνται διενέξεις οὔτε περὶ τῆς ὑποχρεώσεως, οὔτε περὶ τῆς ἐκτελέσεως· τὰ λοιπὰ δύο ἄρθρα 2 καὶ 3 ὑπάρχουσιν εἰς τὸν δημοτ. Νόμον καὶ ἀποδίδονται εἰς τὸν δῆμον, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ἁρμόδιον νὰ θέσῃ ταῦτα εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς κοινότητος, διὰ νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὰς εἴς τινα δῆμον ὑπαγομένας μικρὰς κοινότητας. Ἀφοῦ δὲ αἱ ὑποχρεώσεις αὗται ἀποδίδονται εἰς μικρὰς κοινότητας, ἀναγκαίως ὑπάρχουσι καὶ εἰς τὰς μεγάλας κοινότητας, αἵτινες ἀπαρτίζουσιν ἴδιον δῆμον ἑκάστη. Ἐθεώρησε δὲ ἀναγκαῖον ἡ ἐπιτροπὴ, εἰς δήμους συνισταμένους ἐκ πολλῶν κοινοτήτων, ν’ ἀποδώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας εἰς ἑκάστην κοινότητα ἰδίως καὶ οὐχὶ ὁλικῶς εἰς τὸν δῆμον, διότι τὸ εὐλογώτερον καὶ δικαιότερον εἶναι, ἑκάστη κοινότης νὰ ὑποβάλληται εἰς τὰς ἰδίας αὑτῆς ὑποχρεώσεις, ὡς ἀπολαύει καὶ τῶν δικαιωμάτων της, οὐχὶ δὲ νὰ ἀναμιγνύεται μετὰ τῶν ἄλλων κοινοτήτων, μεθ’ ὧν ἀπαρτίζει τὸν Δῆμον. Ἄρθρον 10. Ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν ἑκάστη κοινότης ν’ ἀπαρτίσῃ ἴδιον Δῆμον, εἰς δὲ τὸν σχηματισμὸν Δήμων ἔπρεπε νὰ συντρέξωσι πολλαὶ μικραὶ κοινότητες, αὗται ἔπρεπε νὰ διοικηθῶσιν ἀφ’ ἑαυτῶν καὶ νὰ διαχειρίζωσι τὴν περιουσίαν των ἀνεξαρτήτως τοῦ Δήμου. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐτέθη τὸ παρὸν ἄρθρον, δι’ οὗ κανονίζεται ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως καὶ ὁ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τῶν κοινοτήτων τούτων. Ἐθεωρήθη πολὺ σπουδαῖον τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὡς προείπομεν, διότι αἱ μικραὶ κοινότητες ἀποτελοῦν ἴσως τὰ ἐννέα δέκατα τῶν κοινοτήτων τοῦ Κράτους, ἔπρεπε δὲ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ μεγίστου τούτου μέρους τοῦ Κράτους, καθόσον μάλιστα ἐκ πείρας ἐγνώσθη πόσην βλάβην εἰς τὸ ἔθνος ἐπέφερεν ἡ παραμέλησις αὕτη. Ἐὰν τακτοποιηθῶσι διὰ τοῦ μέρους τούτου τοῦ νόμου τὰ ἐννέα δέκατα τῶν κοινοτήτων, κατωρθώθη ἡ γενικὴ εὐημερία τοῦ κράτους καὶ θεραπεύεται μία καιρία πληγὴ τοῦ σώματος τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Προβᾶσα ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ λάβῃ καὶ ὅσα μέτρα ἠδύναντο νὰ φέρωσιν εἰς ἐπιτυχίαν τὸν σκοπὸν τῆς μεταβολῆς, ἤτοι τὴν εὐημερίαν τῶν μικρῶν κοινοτήτων τὴν διοίκησιν ἑκάστης μικρᾶς κοινότητος· ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ἀναθέσῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς ἕνα Πάρεδρον ἐκλεγόμενον παρὰ τῆς ἰδίας κοινότητος. Οὐδὲν δικαιότερον τοῦ νὰ ἐκλέγῃ ἡ κοινότης τὸν προϊστάμενον αὐτῆς, οὐδεμία ἔμμεσος ἐκλογὴ, οὐδεμία κηδεμονία ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἄχρι τοῦδε ἐγίνετο ἡ ἐκλογὴ τοῦ Παρέδρου, ἐκτὸς πολλῶν ἄλλων ἀτόπων, ἔχει καὶ τὸ μέγιστον ἁπάντων, ὅτι πολλάκις διωρίζετο Πάρεδρος εἰς κοινότητας, ὅστις οὐδεμίαν εἶχεν ὑπόληψιν ἐν τῇ κοινότητι, ὡς προεῖπον· μάλιστα εἶχεν αὕτη μεγίστην ἀποστροφὴν, ἐκ τούτου δὲ φατριασμοὶ, ἀντεκδικήσεις, καταδρομαὶ τῶν ἀτόμων κτλ. τὰ ὁποῖα ἔφερον εἰς ἀπελπισίαν μέγα μέρος τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἰδιοκτησία ἑκάστης κοινότητος καὶ ἡ διοίκησις λοιπὸν αὐτῆς ὡς καὶ ἡ διαχείρισις τῆς περιουσίας της ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς μόνην τὴν κοινότητα ἢ τὴν ἐνορίαν. Διὰ τοῦτο ὁ διορισμὸς τῶν ἐπιτρόπων ἀνήκει εἰς τὰ μέλη τῆς κοινότητος, ἢ τῆς ἐνορίας, καὶ ταῦτα πρέπει νὰ κάμνωσι τὴν ἐκλογήν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπιτρόπων δύναται νὰ προσδιορίζηται παρὰ τῆς ἰδίας κοινότητος κατὰ τὰ ἱερὰ καταστήματα, κατὰ τὸ πλῆθος τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν, ὡς καὶ κατὰ τὸ εἶδος καὶ τὸ ποσὸν τῆς περιουσίας. Ὁ ἱερεὺς ἢ Ἐφημέριος τῆς κοινότητος πρέπει νὰ ἐκλέγηται παρ’ αὐτῆς τῆς κοινότητος κατοικῶν διαρκῶς καὶ σταθερῶς ἐν αὐτῇ καὶ προοριζόμενος εἰς τοῦτο πρὸ πολλοῦ χρόνου. Εὐχῆς ἔργον ἦτον ἂν ἐκανονίζετο, ὥστε οἱ μετερχόμενοι ἔργον Διδασκάλου εἰς τὰς κοινότητας νὰ χειροτονῶνται ἱερεῖς κατ’ αἴτησιν τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος, διότι τότε ἦτο δυνατὸν νὰ συγχωνευθῇ εἰς ἓν πρόσωπον τὸ ἔργον τοῦ Διδασκάλου καὶ τοῦ Ἐφημερίου, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ θὰ ἦτον ἀρκούντως οἰκονομικὸν διὰ τὴν κοινότητα, ἥτις δὲν θὰ ἐπλήρονε δύω μισθοὺς, θὰ παρεῖχεν ὠφέλειαν ἱκανὴν εἰς τὸ ἄτομον, ὅπερ ἤθελεν ἀναδεχθῇ τὰ δύο ταῦτα ἔργα, καὶ διότι θὰ εἶχεν ὠφελείας τινὰς πλειοτέρας τῆς συνήθους, ἐκτελῶν ἀμφότερα τὰ ἔργα ταῦτα. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἐφημερίου ἀπὸ τὰ μέλη τῆς κοινότητος εἶναι σύμφωνος καὶ μὲ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ κανονίζει τοῦτο ἐν τῷ Νόμῳ πρὸς ἀποφυγὴν σκανδάλων ἢ ἀντιθέτων ἀπαιτήσεων. Ἀλλ’ ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπρόσθεσεν ὅτι, ἀποδιδομένης εἰς τὴν κοινότητα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἐφημερίου, ἦτον ἐπάναγκες νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ὅτι ὁ Ἐφημέριος εἶναι ἰσόβιος καὶ ἀμετακίνητος, ἐὰν δὲν ἀπολέσῃ τὰ προσόντα τοῦ ἱερέως, διότι γνωρίζουσα ἡ κοινότης τὸ σταθερὸν καὶ ἀμετακίνητον τοῦ Ἐφημερίου, ὄχι μόνον κατὰ πρῶτον ἔμελλε νὰ φροντίσῃ διὰ νὰ κάμῃ ἀξίαν καὶ ἁρμόζουσαν ἐκλογὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ μέλλον ἤθελεν ἀποφεύγει πᾶσαν αἰτίαν διενέξεων, καὶ ὁ Ἐφημέριος ἔχων βεβαιότητα διὰ τὸ μέλλον του θέλει προσηλοῦσθαι μετὰ πλείονος ζήλου εἰς τὴν κοινότητα, τὰ δὲ μέλη αὐτῆς θέλει θεωρεῖ ὡς ἴδια τέκνα. Ἐπειδὴ δὲ τὰ μέλη ἑκάστης κοινότητος κάμνουσι διατάξεις περὶ διαφόρων κτηματικῶν ὑποθέσεων, καὶ ἐπειδὴ εἰς πολλὰς κοινότητας ὑπάρχουν κτήματα καὶ ἀτόμων εἰς ἄλλας κοινότητας κατοικούντων, ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ προσδιορίσῃ διὰ τοῦ νόμου, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἰσχύουσι καὶ διὰ τοὺς κατοίκους ἑτέρων κοινοτήτων, ὅσοι ἔχουσι κτήματα ἐν αὐτῇ. Παραχωρεῖται ὅμως εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὰς Συνελεύσεις, νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς τὴν σύσκεψιν καὶ ἀπόφασιν καὶ νὰ δίδωσι τὴν ψῆφόν των· ὀφείλει ἡ κοινότης νὰ προσδιορίσῃ τὸν τρόπον τῆς Συνελεύσεως καὶ τὸν σκοπὸν αὐτῆς καὶ νὰ καταστήσῃ τοῦτο γνωστὸν εἰς τὸ κοινόν, ἀλλὰ καὶ οἱ περὶ οὗ ὁ λόγος κτηματίαι δύνανται ν’ ἀπαιτήσωσιν, ὥστε τοῦτο νὰ κανονισθῇ ἅπαξ διὰ παντός.
ΚΕΦΑΛ. Γʹ.
Περὶ ἐκλογέων καὶ ἐκλεξίμων. Ἄρθρον 12. Τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν ἀπεδόθη εἰς ἅπαντας τοὺς ἔχοντας τὸ εἰκοστὸν πρῶτον ἔτος τῆς ἡλικίας των, ἐὰν δὲν ὑπόκηνται εἰς τὰς ἐξαιρέσεις τοῦ ἄρθρου 13. Ἀπεδόθη δὲ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου εἰς ἅπαντας ὄχι μόνον διότι εἶναι δικαιότερον καὶ δημοτικώτερον, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ ὑπάρχον εἰς τὸν δημοτικὸν νόμον τίμημα ἐπιδέχεται ἀπείρους κιβδηλεύσεις, ἐξ ὧν τοσαῦται ἐγένοντο καταχρήσεις. Ἐθεώρησε λοιπὸν ἀπαραίτητον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ κλείσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν θύραν τῶν καταχρήσεων, τῶν πλαστογραφιῶν καὶ τοσούτων ἄλλων ἐξαχρειωτικῶν τῆς κοινωνίας μέσων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀδύνατον ἦτο νὰ προφυλαχθῇ ἡ κοινωνία, ἂν τὸ μέτρον τοῦτο ἐξηκολούθει νὰ μένῃ εἰς ἐνέργειαν. Μεταξὺ τῶν ἐξαιρέσεων δι’ ἃς στερεῖται ὁ πολίτης τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου ἐπρότειναν μέλη τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἂν δὲν γνωρίζωσι γράμματα· ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία δὲν παρεδέχθη τοῦτο, φοβουμένη μήπως κατά τινας δήμους ἀποστερηθῇ τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου τὸ μεγαλήτερον μέρος τῶν κατοίκων αὐτῶν. Εὐχῆς ἔργον ὅμως ἦτον ἂν ἡ διάταξις αὕτη ἐτίθετο ἐν τῷ νόμῳ ἀπὸ τοῦδε, προσδιωρίζετο δὲ νὰ λάβῃ ἰσχὺν μετὰ δεκαετίαν ὡς ἐγένετο καὶ περὶ τῶν συμβούλων κατωτέρω. Εἰς τὸν ἐκλέξιμον ὅμως ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ χορηγήσῃ πλειότερα προσόντα (ἄρθ. 13) διὰ νὰ ἔχῃ πλειοτέρας ἐγγυήσεις ἡ κοινωνία, καὶ πρῶτον μὲν τὸ τῆς ἡλικίας· ἤθελεν ἴσως ἡ ἐπιτροπὴ ἀπαιτήσει πλειοτέραν ἡλικίαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐζήτησε καὶ τὸν ὅρον τοῦ νὰ γινώσκωσι γράμματα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ συμβιβαζόμενα εὐκόλως ἀμφότερα ταῦτα, διότι μεταξὺ τῶν γεροντοτέρων δὲν ὑπάρχουσι πολλοὶ εἰδότες γράμματα, μεταξὺ δὲ τῶν εἰδότων γράμματα ὀλίγοι εἰσὶν οἱ ἔχοντες πλειοτέραν τῶν εἴκοσι πέντε ἐτῶν ἡλικίαν. Ὑποπτεύουσα ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι δυστυχῶς οἱ μὴ εἰδότες γράμματα ἐνδέχεται νὰ μὴ πλεονάζωσι κατά τινας δήμους, εὑρέθη εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ κάμῃ ἐξαίρεσίν τινα ὡς πρὸς τοὺς συμβούλους, ἂν δὲν γνωρίζωσι γράμματα, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ μίαν δεκαετίαν. Συνιστᾷ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ στενώτατα τὴν παραδοχὴν τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀποκλείοντος τοὺς ἀγραμμάτους, διότι εἶναι ἐντροπὴ μετὰ τεσσαράκοντα ἐτῶν ἐλευθερίαν νὰ ὑπάρχωσιν ἀγράμματοι μεταξὺ τῆς τάξεως τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἀξιοῦσι νὰ διοικήσωσι τοὺς δήμους των.
ΚΕΦΑΛ. Δʹ.
Περὶ ἐκλογικῶν καταλόγων. Ἄρθρον 14. Μὴ γενομένου δεκτοῦ τιμήματος κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι ἁπλοποιήθησαν. Κυριωτέρα ἔνστασις ἐπὶ τῆς συντάξεως αὐτῶν εἶναι ἡ τῆς ἡλικίας, ἀλλ’ αὕτη κανονισθεῖσα ἅπαξ ἢ διὰ τῶν ληξιαρχικῶν βιβλίων, ἢ διὰ τοῦ πρώτου παρὰ τῶν παρέδρων καὶ ἱερέων συνταχθέντος καταλόγου κατὰ τύπον ληξιαρχικὸν, δὲν παρέχει εἰς τὸ μέλλον ἀφορμὰς ἐνστάσεων, διατηρουμένου τοῦ καταλόγου τούτου παρὰ τῷ εἰρηνοδικείῳ, τῷ δημαρχείῳ καὶ τῷ παρεδρείῳ· αἱ λοιπαὶ ἐνστάσεις περὶ διαγραφῆς ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν ἀποβιωσάντων ἢ τῶν ἀπολεσάντων τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως κλπ. ἀποδεικνύονται εὐκόλως· διὰ τοῦτο ἠρκέσθη ἡ ἐπιτροπὴ, ὥστε αἱ ἐνστάσεις αὗται νὰ δικάζωνται ἐφεσίμως παρὰ τοῦ εἰρηνοδικείου, θεωροῦσα ὅτι ὑπάρχουσι παρὰ τῷ εἰρηνοδίκῃ ἱκανὰ ἐχέγγυα περὶ τῆς ὀρθῆς καὶ δικαίας ἐκδικάσεως αὐτῶν ὑπαρχουσῶν ἐπισήμων περὶ αὐτῶν ἀποδείξεων. Προσετέθη μόνον εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο μέτρον τι πρὸς βεβαίωσιν τῆς ταὐτότητος τοῦ ψηφοφόρου. Τὸ ἀναφερόμενον πιστοποιητικὸν, καθ’ ὃν τρόπον διαγράφεται (ἄρθρ. 16), ἀφαιρεῖ πᾶσαν ὑπόνοιαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφοφορήσῃ ἄνθρωπος μὴ ἔχων δικαίωμα ψήφου, ἢ πρὸς ἀναπλήρωσιν ἑτέρου μὴ παρόντος κατὰ τὴν ψηφοφορίαν. Πρὸς ἀκριβῆ δὲ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιβληθῇ καὶ τιμωρία διὰ πᾶσαν ἐνδεχομένην παράβασιν.
ΚΕΦΑΛ. Εʹ.
Περὶ ψηφοφορίας. Ἄρθρον 17. Πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ φανερᾶς ἢ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἂν καὶ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἡ ἐκλογὴ τοῦ προϊσταμένου τῆς κοινότητος ὡς καὶ τῆς ἐπαρχίας ἐγίνετο φανερὰ, οὐχ ἧττον ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν παρεδέχθη τὸ σύστημα τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας, θεωροῦσα ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τοῦ λαοῦ οὔτε ἀνεξικακία, οὔτε ἁβροφροσύνη ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν ἀνταγωνισμῶν, ἐνῷ σπανίως εὑρίσκονται μεταξὺ τῶν ἀνωτέρων κοινωνικῶν τάξεων. Ἐνόμισε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι διὰ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας ἀσφαλίζει τὸν χωρικὸν ἀπὸ πᾶσαν ἀντιπάθειαν προερχομένην ἐκ τῶν ἐκλογικῶν ἀνταγωνισμῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ ψηφοδελτίων μεταξὺ ἀγραμμάτων δυσκόλως διατηρεῖται ἡ μυστικότης· μολαταῦτα ἔχων ὁ ψηφοφόρος τὸ δικαίωμα νὰ γράψῃ τὸ ψηφοδέλτιόν του ὄχι ἐν τῷ ναῷ, ἀλλ’ ὅπου θέλει, ὄχι εἰς ὡρισμένον χάρτην, ἀλλ’ εἰς λευκὸν καὶ ἄνευ οὐδενὸς διακριτικοῦ σημείου, δύναται νὰ συντάξῃ αὐτὸ ἐν τῇ οἰκίᾳ του παρ’ ἀνθρώπου τῆς ἐμπιστοσύνης του καὶ νὰ ἐπιδείξῃ αὐτὸ ἐν περιπτώσει δισταγμοῦ εἰς ἕτερον οἰκειότερον αὐτῷ ἄτομον, καὶ οὕτω νὰ βεβαιωθῇ μὲν ὅτι ἐξετελέσθη ἡ παραγγελία του, νὰ διαφύγῃ δὲ τὴν γνῶσιν τοῦ ἐμπεριεχομένου ἀπ’ ἐκείνους, πρὸς οὓς δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ κατασταθῇ γνωστὴ ἡ θέλησίς του. Τινὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπρότειναν τὴν διὰ ψήφων ἢ κυάμων ἐκλογὴν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἐγένετο δεκτὸν παρὰ τῆς πλειονοψηφίας, οἱ προτείνοντες αὐτὸ ἐπεφυλάχθησαν νὰ παρουσιάσωσιν ἐν τῇ Συνελεύσει τὸ περὶ τοιαύτης ψηφοφορίας αὐτῶν σχέδιον. Ἂν καὶ διὰ τῶν ληφθέντων μέτρων ἐπὶ τῆς συντάξεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ τοῦ τρόπου τοῦ ψηφοφορεῖν δὲν φαίνεται πιθανὸν ὅτι θὰ ὑπάρξωσι καταχρήσεις, οὐχ ἧττον ὅμως, διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ ἡ σύστασις ἀντεφορευτικῆς ἐπιτροπῆς. Εὐχῆς ἔργον ἦτο νὰ μὴν ὑπάρξῃ τοιαύτη περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων ἀμφιβολία καὶ νὰ μὴν ὑπάρχῃ ἐν τῷ νόμῳ βεβαίωσις τοιαύτης προθέσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ παρελθὸν δυστυχῶς ἐγκατέλιπε τοσαύτας λυπηρὰς ἀναμνήσεις, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον καὶ τὸ μέτρον τοῦτο. Τὸ ἄρθρον 25 ἀπαιτεῖ ὑποχρεωτικὴν τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς δημοτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ τοιοῦτον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ καθῆκον· διὰ τοῦτο, εἰς τὸν ἀρνούμενον ν’ ἀναδεχθῇ τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ δημοτικὴν ὑπηρεσίαν, ἐτέθη πρόστιμον μέγα, διὰ νὰ ἀποτραπῇ ἕκαστος τῶν ἐκλεχθέντων τοῦ ν’ ἀρνηθῇ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐκ τῆς ἄχρι τοῦδε ὑπαρχούσης σπουδαρχίας περὶ τὰ δημοτικὰ πράγματα, ἔπρεπε πιθανῶς νὰ εἰκάσῃ τις ὅτι τὸ πρόστιμον ἐτέθη ἄνευ σκοποῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ὡρίσθη ἄμισθος, εἶναι ἐνδεχόμενόν τινες, μὴ ἔχοντες τὴν πρόθεσιν νὰ λάβωσι πλαγίας ὠφελείας, νὰ μὴ παραδεχθῶσι τὴν ὑπηρεσίαν, ἢ νὰ περιέλθῃ αὕτη εἰς μὴ κατάλληλα πρόσωπα, ἀποσυρομένων τῶν μὴ σπουδαρχῶν· διὰ τοῦτο ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ τὸ εἰρημένον πρόστιμον. Ἄρθρον 26. Τῶν τυχὸν γενομένων ἐνστάσεων τὴν ἐκδίκασιν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκρινεν εὔλογον ν’ ἀφήσῃ εἰς τὸν ἔπαρχον μόνον ἀφοῦ ἅπαξ δὲν ἐθεώρησε τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν ὡς ἀρκούντως ἐγγυωμένην τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἐκλογῆς· διὰ τοῦτο παρὰ τῷ ἐπάρχῳ συνιστᾷ ἐπιτροπὴν ἥτις συμπράττουσα μετ’ αὐτοῦ παρέχει ἀσφάλειαν ἱκανὴν πρὸς ἀκριβῆ ἀπόδοσιν τοῦ δικαίου. Τινὰ ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεώρησαν πολυσύνθετον καὶ δυσεκτέλεστον τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ἔχει ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ἤθελον νὰ ὑπάρχῃ παρὰ τῷ ἐπάρχῳ ἐπιτροπὴ τετραμελὴς καὶ διοριζομένη παρὰ τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ μελῶν, καὶ ἥτις διαμένουσα διαρκῶς παρ’ αὐτῷ νὰ ἐξετάζῃ καὶ δικάζῃ ὄχι μόνον τὰς ἐνστάσεις ταύτας, ἀλλὰ καὶ ἄλλας δημοτικὰς ὑποθέσεις ἃς ἤθελον ἀναθέσει εἰς αὐτήν. Ἄρθρον 27. Ἐπελθούσης ἀκυρώσεως ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέλαβεν ὅτι αὕτη προέρχεται ἢ ἐξ ἀμελείας ἢ ἐκ κακῆς προθέσεως τοῦ δημαρεσιάρχου, διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβανομένης τῆς ἐκλογῆς, ὁ δήμαρχος δὲν ἦτο πλέον δίκαιον νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὸς αὐτὴν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ διορισθῇ ἕτερος δημαρεσιάρχης — ὁ Πρόεδρος τοῦ δημοτ. συμβουλίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤʹ.
Περὶ τῆς δημοτικῆς ὑπηρεσίας. Ἄρθρον 30 καὶ ἑπόμενα. Εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἀπὸ μίαν κοινότητα ἀπαρτιζομένους ἐφαρμόζονται τὰ περὶ δημοτικῆς περιουσίας ἄρθρα τοῦ νόμου, εἰς τοὺς ἐκ πολλῶν ὅμως κοινοτήτων συνισταμένους, ἑκάστη κοινότης ἔχει χωριστὴν τὴν περιουσίαν της, τὴν διαθέτει καὶ τὴν διαχειρίζει αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, χωρὶς νὰ ἐπεμβαίνῃ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, εἰμὴ καθόσον ὁ νόμος ἐπιβάλλει αὐτῇ ἐπιτήρησίν τινα. Ὅλαι δὲ αἱ εἰς τὸν δῆμον ἐπιβαλλόμεναι διατάξεις δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὡς κανόνες καὶ εἰς τὰς μικρὰς κοινότητας τὰς ὑπαγομένας εἰς τὸν δῆμον καὶ τἀνάπαλιν ὅσα ἐῤῥέθησαν ἐν γένει περὶ κοινότητος ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τοὺς δήμους, οἵτινες συνιστῶνται ἀπὸ μίαν καὶ μόνην κοινότητα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μόνον 33 ἐπεξετάθη τὸ δικαίωμα τῶν δήμων καὶ ἐπὶ ἄλλου εἴδους προστίμων καὶ χρηματικῶν ποινῶν διὰ νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου καὶ νὰ ἐλαφρυνθῶσιν οἱ δημόται ἀπὸ τὴν ἄμεσον φορολογίαν. Ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ καὶ τὸ ἄρθρον 39 περὶ καταλυμάτων τῶν στρατιωτῶν, διότι παρεισέφρυσε κατάχρησις νὰ καταλύωσιν οἱ στρατιῶται εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν καὶ νὰ τροφοδοτῶνται παρ’ αὐτῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως. Τοσοῦτον δὲ εἰσεχώρησεν ἡ συνήθεια αὕτη ἐν τῷ στρατῷ, ὥστε εἰς χωρία ὅπου ἐγένετο φροντὶς οἰκήματος πρὸς κατάλυσιν στρατιωτῶν, οἱ στρατιῶται δὲν παρεδέχθησαν νὰ καταλύσωσιν εἰς αὐτὸ, ἀλλ’ ἐπέμενον νὰ καταλύωσιν ἀναγκαστικῶς εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν διὰ τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ τροφοδοτῶνται δωρεὰν παρ’ αὐτῶν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζʹ.
Περὶ δημοτικῶν ἀρχῶν. Εἰς τὸ ἄρθρ. 40. ὡρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν συμβούλων εἰς πλείονας τῶν ἐν τῷ ὑπάρχοντι δημοτ. νόμῳ ὡρισμένων· ὁ δὲ
λόγος σημειοῦται κατωτέρω (ἄρθρ. 48.)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ηʹ.
Περὶ δημάρχου. Τὰ καθήκοντα τοῦ δημάρχου ὁρίζονται ὡς καὶ εἰς τὸν προλαβόντα νόμον, ἐγένοντο ὅμως αἱ ἑξῆς σπουδαῖαι μεταβολαὶ 1) ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις διωρίσθη διετὴς· 2) τὸ παύειν αὐτοδικαίως ληξάσης τῆς προθεσμίας ταύτης καὶ 3) τὸ νὰ ὑπηρετῶσιν ἀμισθί. Τὸ πρῶτον ἐγένετο, διότι ὁ δήμαρχος ὑπηρετῶν ἀμισθὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς πλείονα χρόνον ὑπηρεσίας, εἰς τὸ δεύτερον προήχθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ τῆς σπουδαρχίας πολλῶν δημάρχων, οἵτινες παρεμβάλλοντες προσκόμματα εἰς τὴν νέαν ἐκλογὴν διαιώνιζον τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ πρὸς σκάνδαλον τῶν ἰδίων δημοτῶν πολλάκις διέμενον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διπλάσιον καὶ τριπλάσιον χρόνον τοῦ κανονισμένου, τὸ τρίτον δὲ, διότι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ εἶχε κατασταθῇ ἀντικείμενον μεγίστης σπουδαρχίας καὶ μόνον χρηματικῆς ὠφελείας. Τινὲς ἐφρόνουν ὅτι ὁ δήμαρχος δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἐκλέξιμος, ἀφοῦ παρέλθῃ ἡ περίοδός του, ἀλλὰ νομίζουσα ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πλέον πολλὰ θέλγητρα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημάρχου ἐνόμισε τοῦτο περιττὸν ἀφίνουσα τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν θέλησιν τῶν Δημοτῶν νὰ ἐκλέξωσιν ἐκ νέου τὸν αὐτὸν Δήμαρχον, ἂν ἔχωσι τοιαύτην ἐπιθυμίαν. Περὶ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἄρθρον 44 καὶ ἑξῆς. Τὸ μέρος τοῦτο τοῦ δημοτικοῦ νόμου τὸ ἐθεώρησε πλῆρες ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ διὰ τοῦτο τὸ παρεδέχθη μὲ μικράς τινας μόνον μεταβολὰς, ἤτοι τὸ νὰ συγκαλῆται τὸ Συμβούλιον ὄχι μόνον κατὰ πρόσκλησιν τοῦ δημάρχου, ἀλλὰ καὶ κατ’ αἴτησιν τοῦ προέδρου ἢ τεσσάρων ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον κατά τινας σπουδαίας περιστάσεις, εἰς ὑποθέσεις ἐναντίον τοῦ δημάρχου νὰ μὴν ἐνεργήσῃ ὁ δήμαρχος τὴν πρόσκλησιν, δὲν ἔπρεπε δὲ ὡς ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τὸ συμβούλιον νὰ ἔχῃ δεδεμένας τὰς χεῖρας. Ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ κανονίσῃ διὰ τοῦ νόμου τὴν ἐποχὴν τοῦ χρόνου, καθ’ ἣν τακτικῶς ὀφείλει νὰ συνεδριάσῃ τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον· (ἄρθρον 48). Ἁρμοδία δὲ ἐποχὴ ἐθεωρήθη ὁ Μάϊος καὶ ὁ Ὀκτώβριος διότι κατὰ τὸν Μάϊον πρέπει νὰ ἐξελέγξῃ τὸν ἀπολογισμὸν, κατὰ τὸν Ὀκτώβριον νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Πρὸς νομιμοποίησιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ἠρκέσθη ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν παρόντων μελῶν, διότι ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν τῶν συμβούλων. Προέβη δὲ εἰς τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συμβούλων θέλουσα νὰ εὐκολύνῃ τὰς συνεδριάσεις τοῦ δημοτ. Συμβουλίου· ὑπαρχόντων πολλῶν συμβούλων ἦτον εὐκολώτερον νὰ συγκαλεσθῶσιν οἱ ἡμίσεις, ἢ ὑπαρχόντων ὀλίγων νὰ συγκαλεσθῶσι τὰ δύο τρίτα. Ἐκτὸς δὲ τούτου εἰς τὸν μεγαλήτερον ἀριθμὸν τῶν συμβούλων εἶναι πιθανώτερον νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ πλειότεροι καλοὶ, καὶ ν’ ἀσφαλισθῶσι καλλίτερον τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου. Ὡς πρὸς τὴν διάρκειαν τοῦ Δημοτ. Συμβουλίου (ἄρθρον 49) καθὼς καὶ τοῦ δημάρχου ὑπῆρξε μεγάλη διαφωνία μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, οἱ μὲν ἤθελον πενταετῆ, οἱ δὲ τετραετῆ, οἱ δὲ τριετῆ τὴν διάρκειαν τῆς δημοτ. ἀρχῆς, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ὥρισεν εἰς διετῆ τὴν δημαρχικὴν διάρκειαν διὰ τὸν λόγον τοῦ ἀμίσθου. Ὁμοίως ἀπεφασίσθη ὥστε ἡ ἰδία διάρκεια νὰ προσδιορισθῇ καὶ διὰ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, ἀλλ’ ἡ μειονοψηφία ἐθεώρησε συμφερώτερον διὰ τὴν καλλιτέραν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τοῦ δήμου νὰ ἀποφασισθῇ ἡ διάρκεια τοῦ συμβουλίου τετραετὴς, νὰ ἀνανεοῦται δὲ μόνον τὸ ἥμισυ τοῦ δημοτ. συμβουλίου κατὰ διετίαν, διὰ νὰ μένωσι πάντοτε ἐν τῷ συμβουλίῳ ἄνθρωποι γνωρίζοντες τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, τὴν τάξιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸν τρόπον τῆς διευθύνσεως αὐτῆς. Τὸ ἄρθρ. 50 ἐτέθη πρὸς πλείονα περιορισμὸν τῶν δημοτ. συμβούλων διὰ νὰ περισταλῇ πᾶσα κατάχρησις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ιʹ.
Περὶ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 52 ὁρίζεται ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ διορίζεται παρὰ τοῦ συμβουλίου, ἀπαλλάξασα ἡ ἐπιτροπὴ τὸν δῆμον τῆς κηδεμονίας, ἐνόμισεν, ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ, διοριζόμενος ἀμέσως παρὰ τοῦ συμβουλίου θέλει εἶσθαι προσεκτικώτερος καὶ ἐπιμελέστερος. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ εἰσπράκτορος ὡρίσθη διὰ τοῦ ἄρθρου 54. Εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ εἰδικότητά τινα, ὡς ὑποβαλλόμενος εἰς τὰς περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διατάξεις καὶ εὐκόλως δὲν ἀντικαθίσταται ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει τρόπος νὰ διαμείνῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διὰ νέου διορισμοῦ ἂν καλῶς ἐπολιτεύθη, ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ παύῃ καὶ αὐτοῦ ἡ ὑπηρεσία αὐτοδικαίως, ἐὰν διὰ τοῦ νόμου παρετείνετο πλειότερον ἡ διάρκεια, ἴσως δὲν ἤθελε καταβάλλει ὅσην ἔπρεπεν ἐπιμέλειαν, μὴ ὑποκείμενος εἰς μεταβολήν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑʹ.
Περὶ δημοτικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀφαιρέσασα ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν κηδεμονίαν, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλῃ πᾶσαν κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔνστασιν ἐνώπιον τοῦ ἐπαρχ. συμβουλίου, ὅπερ παρέχει πλειότερα ἐχέγγυα ἀκριβεστέρας καὶ δικαιοτέρας ἐξελέγξεως ἢ εἰς μόνην τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Ἔδωκε δὲ καὶ πλειοτέραν δημοσιότητα εἰς τὴν παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου συμβουλίου γενομένην ἐξέλεγξιν διὰ νὰ βλέπωσιν οἱ ἐντολεῖς δημόται τίνες τῶν συμβούλων πλειότερον μεριμνῶσι περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου. (Ἄρθρ. 60 καὶ 61). Ἐπιθυμοῦσα ἡ ἐπιτροπὴ νὰ γίνεται ἐγκαίρως καὶ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ δήμου ἔθεσεν ἐν τῷ νόμῳ τὸ ἄρθρον 63 δι’ οὗ ἐνόμισεν ὅτι θέλει κατορθωθῆ ἡ ἔγκαιρος ἐκδίκασις καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Παραδείγματα ἀμελείας, μάλιστα ἐπὶ τῶν ἀπολογισμῶν, ἔπεισαν τὴν ἐπιτροπὴν νὰ θεωρήσῃ ἀναγκαίαν ἣν ὥρισεν ἐν τῷ νόμῳ αὐστηρὰν ποινήν.
ΚΕΦΑΛ. ΙΒʹ.
Περὶ δημοτ. λογαριασμοῦ. Διὰ τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 66 ὁριζομένης ἐξελέγξεως τοῦ ἀπολογισμοῦ καὶ διὰ τῆς δημοσιότητος, ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἀσφαλίζονται ἀρκούντως τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, ὑπέβαλε μολαταῦτα τὰς κατ’ αὐτοῦ ἐνστάσεις εἰς τὸ ἐπαρχ. συμβούλιον, τὴν δὲ ἀπόφασιν τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου ἔκρινεν εὔλογον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ πρωτοδικεῖον. Ὑπάρχει καὶ γνώμη τις νὰ δικάζηται ἡ ἔφεσις ἀπὸ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεώρησεν ἀσφαλεστέραν τὴν παρὰ τοῦ δικαστηρίου τῶν πρωτοδικῶν ἐκδίκασιν. Τὸ ἄρθρον 70 ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, διότι τὰς μεταξὺ κοινοτήτων διενέξεις, τὰς μὴ ὑπαγομένας εἰς τὰ δικαστήρια, ἁρμόδιον ἐθεωρήθη τὸ ἐπαρχ. συμβούλιον, ὅπερ ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐπαρχίαν νὰ διαλύῃ καὶ τὰς μεταξὺ δήμων ἢ κοινοτήτων μὴ δικαστικὰς διενέξεις. Αἱ μεγάλαι κατὰ τὸ παρελθὸν γενόμεναι παραβάσεις τοῦ δημοτικοῦ νόμου, νοθεύσεις καλπῶν καὶ πλαστογραφίαι, ἠνάγκασαν τὴν ἐπιτροπὴν νὰ θέσῃ ἐν τῷ νόμῳ τὸ ἄρθρον 71, δι’ οὗ ὑποβάλλονται αὐστηρόταται ποιναὶ εἰς πάντα δημοτικὸν ὑπάλληλον καὶ ὑπηρέτην. Ἂν καὶ ἀφαιρέσασα ἡ ἐπιτροπὴ πολλὰ τῶν ἄχρι τοῦδε θελγήτρων τοῦ δημοτικοῦ νόμου ἐθεώρησεν οὐχὶ τοσοῦτον πιθανὴν τὴν ἐπανάληψιν τοιούτων παρανομιῶν, οὐχ ἧττον ὅμως ἔκρινεν ἀναγκαῖον καὶ τὴν προσθήκην τοῦ ἄρθρου τούτου διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον. Ἡ Ἐπιτροπὴ Δ. Αἰνιάν, Κ. Δαγρὲς, Ν. Καΐρης, Ι. Ν. Δεληγιάννης, Μ. Καΐρης. Π. Ι. Μανωλίδης. Συμφωνῶν κατὰ τ’ ἄλλα διαφωνῶ μόνον ὡς πρὸς τὴν διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορίαν δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσα εἰς τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος. Τὸ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς Λύσανδρος Βιλαέτης.
§7ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ ὑποβληθὲν ἤδη σχέδιον συνετάχθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ δημοτικοῦ νόμου, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ὡς ἀποτελῶν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι ὑπογεγραμμένον παρ’ ὅλης τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς πλειονοψηφίας, διότι πολλὰ τῶν μελῶν αὐτῶν ἀπουσίασαν, ἢ διότι δὲν ἔδειξαν πολλὴν διάθεσιν, ἢ διότι δὲν τοῖς ἔμεινε καιρὸς νὰ ἐργασθοῦν. Κάμνω γνωστὸν τοῦτο, διὰ νὰ μὴ ἔχουν μερικὰ τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδίου τούτου, διαφορετικὴν γνώμην νὰ ἑτοιμασθῇ καὶ νὰ φερθῇ ἀπὸ τοῦδε, ὥστε νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον φρονῶ, ὅτι πρέπει, καὶ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν, νὰ τὸν συζητήσωμεν ὅσον τάχιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πληρεξούσιος Πατρῶν Κύριος Χαλκιόπουλος ζητεῖ ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν ἀπουσίας.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τῷ δοθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐζήτησε τὸν λόγον.
§11Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἐντιμότατος Κύριος Σκάρλετ, πρέσβυς ἐν Ἑλλάδι τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, μοὶ ἀπέστειλε διακοίνωσιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπαντῶν εἰς τὴν διακοίνωσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ τῷ ἀπευθύνω καὶ διὰ τῆς ὁποίας τῷ διεβίβασα τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, μοὶ ἀπέστειλε, λέγω, διακοίνωσιν καὶ μὲ καλεῖ νὰ φέρω τὸ περιεχόμενον αὐτῆς εἰς γνῶσιν τῆς Συνελεύσεως. Ἐπειδὴ ἡ διακοίνωσις αὕτη εἶναι ἀπάντησις τῆς διακοινώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Κύριον πρέσβυν, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἡ Συνέλευσις νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ φέρω εἰς γνῶσίν της τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα εἰς τὴν πρώτην διακοίνωσιν.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§13Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). (ἀναγινώσκει τὴν ἀπάντησίν του πρὸς τὸν Πρέσβυν μετὰ τῆς διακοινώσεως τοῦ ἰδίου Πρέσβεως ὡς ἀκολούθως). Ἀθήνησι, τῇ 25/7 μαΐου 1863. «Κύριε Πρέσβυ! Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, εἰς ἣν ἔσπευσα νὰ ἀνακοινώσω τὴν διακοίνωσιν, ἣν εὐηρεστήθητε νὰ μοὶ ἀπευθύνητε ὑπὸ χρονολογίαν 4 μαΐου ἀπεφάσισεν ἐν τῇ κατὰ τὴν ἐπαύριον τῆς ἡμέρας ταύτης συνεδριάσει αὐτῆς νὰ μὲ προσκαλέσῃ νὰ σᾶς διαβιβάσω τὴν πρᾶξιν, ἣν ἐψήφισε κατὰ τὴν εἰρημένην συνεδρίασιν καὶ ἥτις ὧδε ἐπισυνάπτεται ἐν Γαλλικῇ μεταφράσει.» «Τὸ καθῆκον τοῦτο ἐκπληρῶν, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, Κύριε Πρέσβυ, ὅτι τὸ ἀποτρόπαιον ἔγκλημα, ὅπερ διεπράχθη κατὰ τοῦ προσώπου αὐστριακῆς τινος γυναικός, ἀνηκούσης εἰς τὴν θεατρικὴν ἑταιρίαν τοῦ Κ. Σουλιὲ, καὶ ὅπερ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ὑμετέραν διακοίνωσιν, διήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τῶν μελῶν πάντων τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ πληθυσμοῦ ὁλοκλήρου τῆς πρωτευούσης.» «Κακούργημα τοιοῦτον, ὅπερ καὶ ἡ φιλανθρωπία καὶ ὁ πολιτισμὸς καταδικάζουσιν, εἵπετο κατὰ φυσικὸν λόγον τόσῳ μᾶλλον νὰ μᾶς λυπήσῃ, τόσῳ μείζονα νὰ διεγείρῃ ἀγανάκτησιν, ὅσῳ ἐπῆλθεν ἵνα διαταράξῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν, αἵτινες ἐπεκράτησαν ἐν τῇ χώρᾳ ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς 11/23 Ὀκτωβρίου, κατέστησαν δὲ ἡμᾶς ἀξίους τῆς τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἐπιδοκιμασίας.» «Αἱ σκέψεις, αἱ ὑπαγορεύσασαι μὲν ὑμῖν τὴν διακοίνωσιν, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποκρίνωμαι, ἀφετηρίαν δὲ προφανῶς ἔχουσαι τῆς Ἑλλάδος τὸ συμφέρον, δεόντως ἐξετιμήθησαν παρά τε τῶν συναδέλφων μου καὶ ἐμοῦ.» Φρονῶ ἐν τούτοις, ὅτι τὰ μεμονωμένα ἐγκλήματα, τὰ διαπραχθέντα παρά τινων ἀκολάστων στρατιωτῶν, οἵτινες γενόμενοι ἐπιλήσμονες τῶν καθηκόντων τοῦ πολίτου καὶ τοῦ στρατιώτου, οὐδὲν ἄλλο κατώρθωσαν ἢ νὰ προσάψωσιν αἶσχος εἰς ἑαυτοὺς καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὑτῶν νὰ ἐπισύρωσιν αὐστηροτάτην τιμωρίαν, δὲν ἤθελεν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ ἔθνος ἀπέναντι τῆς ἀγανακτήσεως, ἣν αἱ ἐγκληματικαὶ αὗται πράξεις γενικῶς διήγειραν καὶ ἥτις τοσοῦτον πανδήμως ἐξεδηλώθη ἀρτίως παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἀπέναντι τῶν δραστηρίων μέτρων, ἅπερ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔλαβε πρὸς σύλληψιν καὶ τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. Ἤδη τὰ μέτρα ταῦτα ἀπέφερον τοὺς καρποὺς αὑτῶν, πάντες σχεδὸν οἱ αὐτουργοὶ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐγκλήματος συνελήφθησαν καὶ παρεδόθησαν εἰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης, εἰμὶ δὲ πεπεισμένος, ὅτι ἡ αὐστηρὰ ὡς πρὸς αὐτοὺς ἐφαρμογὴ τῶν νόμων τοῦ κράτους μεγάλως θὰ συντελέσῃ ὅπως ἐξασφαλισθῶσι τῆς τάξεως ἡ συντήρησις καὶ τὸ πρὸς τοὺς νόμους σέβας, προληφθῇ δὲ ἡ εἰς τὸ μέλλον ἐπανάληψις τοιούτων κακουργιῶν.» «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις περὶ πολλοῦ ποιουμένη τῆς ἐθνικῆς ὑπολήψεως καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου δὲν θὰ παραμελήσῃ κἀνὲν μέσον ὅπως οἱ ἐν Ἑλλάδι διαμένοντες ἀλλοδαποὶ ὑπήκοοι ἀπολαύωσι πληρεστάτης ἀσφαλείας.» Δέξασθε κτλ. Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπάντησις Σκάρλετ. Ἀθήνῃσι, τῇ 8 Μαΐου 1863. «Κύριε! Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀναγγείλω τὴν λῆψιν τῆς ὑπὸ 7 τοῦ ἐνεστῶτος ὑμετέρας διακοινώσεως, εἰς ἣν ἦτο συνημμένη κοινοποίησις ἐκ μέρους τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 4 Μαΐου διακοινώσεώς μου. Παρετήρησα μετά τινος λύπης καὶ ἐκπλήξεως, ὅτι ἐθεωρήσατε τὴν διακοίνωσίν μου ὡς πραγματευομένην μόνον περὶ τῆς γενομένης τὴν νύκτα τῆς 3 τοῦ ἐνεστῶτος βιαιοπραγίας κατ’ αὐστριακῆς τινος γυναικὸς, ἐνῷ, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐν τῇ διακοινώσει ταύτῃ, θὰ ἴδητε, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου ἀναφέρονται εἰς σειρὰν ἐγκλημάτων τῆς αὐτῆς φύσεως, ἅτινα ἔμειναν μὲν ἀτιμώρητα, διεπράχθησαν δὲ εἰς Ἀθήνας καὶ ἀλλαχοῦ ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος ἀρκετὰ παρατεταμένου, ὥστε νὰ ἐμποιήσῃ γενικὸν αἴσθημα φόβου καὶ ἀνησυχίας ὡς πρὸς τὴν προσωπικὴν ἀσφάλειαν καθ’ ὅλην τὴν χώραν. «Χαίρω μανθάνων ἐκ τῆς ὑμετέρας διακοινώσεως, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ μεταχειρισθῇ πᾶσαν αὐτῆς τὴν ἐξουσίαν, ὅπως προλάβῃ τὴν ἐπανάληψιν ἐγκλημάτων τοσοῦτον ἀσχημιζόντων τὸν πολιτισμὸν, καὶ ὅτι οἱ αὐτουργοὶ τῆς μιᾶς τοὐλάχιστον τῶν ὠμοτήτων τούτων εἶναι πιθανὸν νὰ λάβωσι τὴν τιμωρίαν, ἧς εἶναι ἄξιοι. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐὰν καὶ πρότερον ἐλαμβάνοντο ἐγκαίρως ἐντονώτερα Διοικητικὰ μέτρα, τοιαῦται κατὰ τῆς κοινωνίας προσβολαὶ ἴσως θὰ προελαμβάνοντο». «Εἰμὶ βέβαιος, ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ μοὶ ἀποδώσῃ τὴν δικαιοσύνην νὰ πιστεύσῃ, ὅτι οὐδεὶς πλέον, ἢ ἐγὼ, καὶ προσωπικῶς καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Α. Μ. εἰλικρινῶς ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ τὴν ἀγαθὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν τάξιν ἐπικρατούσας ἐν χώρᾳ προωρισμένῃ, ὡς ἐλπίζω, νὰ καθέξῃ εἰς τὸν μέλλοντα χρόνον ἔντιμον θέσιν μεταξὺ τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν καὶ νὰ ἀποδειχθῇ ἀξία τῶν ἐπιφανῶν ὀνομάτων τῶν τὴν ἀρχαίαν αὐτῆς ἱστορίαν κοσμούντων». «Παρακαλῶ νὰ ἀνακοινώσητε τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν». Ὑποσημειοῦμαι, διαβεβαιῶν ὑμᾶς κτλ.
ΣΚΑΡΛΕΤ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προβῶμεν λοιπὸν, Κύριοι, εἰς τὴν ψηφοφορίαν· ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ μίαν στιγμὴν νὰ ψηφίσητε αὐτὴν τὴν πίστωσιν τοῦ γραφείου διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς τούτου.
§15ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κατόπιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι μία ἔκθεσις σύντομος, ἂς ἀναγνωσθῇ. Ὁ Κύριος Μπουκαούρης ἀναγινώσκει αὐτὴν ὡς ἑξῆς. Πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσιν. «Ἡ οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸν ὑπὸ τοῦ Κ. Προέδρου διευθυνθέντα αὐτῇ ἀπολογισμὸν τῶν δαπανῶν τοῦ Μαρτίου, παρατηρεῖ ὅτι προϋπολογίσθησαν διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον δραχ. 11262, ἐδαπανήθησαν δὲ δραχ. 9801, ὥστε μένει περίσσευμα ἐκ δραχ. 1461». «Ἐπειδὴ δὲ λήγει ἤδη καὶ ὁ μὴν Ἀπρίλιος, διὰ τὰς δαπάνας τοῦ ὁποίου ἀπαιτοῦνται καθ’ ὑπολογισμὸν δραχμαὶ δέκα χιλιάδες (10,000), ἡ οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ ἀφαιροῦσα ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ τὰς πλεονασάσας ἐκ τοῦ παρελθόντος μηνὸς δραχ. 1461 ἀνήγει εἰς τὸ Προεδρεῖον πίστωσιν ἐκ δραχ. 8539 διὰ τὰς δαπάνας τοῦ λήγοντος μηνὸς Ἀπριλίου». «Καὶ ἐπειδὴ μέχρι τῆς ἐγκρίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸν μῆνα Μάϊον ἐνδέχεται νὰ λάβωσι χώραν δαπάναι, ὧν ἐπείγει ἡ πληρωμή, προτείνομεν νὰ δοθῇ πίστωσις μέχρι χιλίων πεντακοσίων (1500) δραχμῶν ἀπέναντι τῶν ἐγκριθησομένων δαπανῶν τοῦ ἐλευσομένου Μαΐου». «Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπαναλαμβάνει νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Κλητήρων ὡς καὶ τῶν Γραφέων, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ὑπεράριθμον ὡς ἔχει σήμερον». Ἡ ἐπιτροπή.
ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ, Σ. ΖΩΤΟΣ, Ι. Α. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ,
ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ ΒΙΛΑΕΤΗΣ, Γ. Α. ΠΕΡΩΤΗΣ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς βλέπετε, εἶναι δύω ἀντικείμενα, ἡ πίστωσις διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, ὅστις ἐτελείωσε, καὶ πρὸς τούτοις νὰ δοθῇ καὶ ἓν μέρος πιστώσεως διὰ τὸν Μάϊον.
§18ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἴσως δύνασθε νὰ ἠξεύρετε ὡς Πρόεδρος, ἐὰν ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἶναι ἀναγκαία, ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ οἱ ὑπάρχοντες πλεονάζουν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι γνώμης νὰ μείνουν τὰ πράγματα, ὅπως ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μοῦ δίδεται αὐτὴ ἡ πίστωσις;
§22ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἄρχεται ἡ ψηφοφορία· προσέξατε εἰς τὴν ἐκφώνησιν τῶν ὀνομάτων, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ψηφοφορία εἶναι φανερά. Ἐνταῦθα ἐνεργεῖται ἡ ψηφοφορία περὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰ κανονισμένα, μετὰ τὸ πέρας δὲ αὐτῆς ὁ Πρόεδρος ἐκήρυξε τὸ ἀποτέλεσμα ὡς ἑξῆς·
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ὡς ἠκούσατε, 233· ἓν εὑρέθη λευκὸν ὅλως διόλου, τὸ 226. Πρόκειται νὰ ἐκφράσητε τὴν γνώμην σας ἐπὶ δύω ψηφοδελτίων, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐδῶ· τὸ ἓν εἶναι τοῦ Κυρίου Οἰκονομίδου, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ κύριον ὄνομά του. Εἰς τὴν Συνέλευσιν δὲν ὑπάρχει παρὰ εἷς Οἰκονομίδης Πληρεξούσιος, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει τὴν ὑπογραφήν του.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι ἔγκυρον (θόρυβος).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει εἷς ἢ δύω, οἱ ὁποῖοι κάμνουν ἔνστασιν, ὅτι εἶναι ἄκυρον, διότι δὲν φέρει τὸ κύριον ὄνομα αὐτοῦ· διὰ τοῦτο θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν......
§27ΖΕΡΒΑΣ. Τὰ πρακτικὰ λέγουν, ὅτι ψηφοδέλτιον, τὸ ὁποῖον δὲν φέρει ἐντελῶς τὸ ὄνομα καὶ τὸ ἐπώνυμον εἶναι ἄκυρον.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι! (θόρυβος).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ Κύριος Ῥοῦκης καὶ ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι εἶναι ἄκυρον (θόρυβος). Κύριοι, ἰδοὺ τὸ ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος τὸ σχετικὸν, τὸ ἀπαντῶν εἰς τὸν Κύριον Ζέρβαν. «Πᾶν ψηφοδέλτιον μὴ φέρον ἔξωθεν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ψηφοφοροῦντος Πληρεξουσίου θεωρεῖται ἄκυρον».
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἀκούσατε τὰ διατρέχοντα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ψηφοδελτίου. Τὸ ψήφισμα λέγει, ὅτι πρέπει νὰ φέρῃ τὴν ὑπογραφήν του· αὐτὸ φέρει τὸ ὄνομα «Οἰκονομίδης». Ὁ Κ. Οἰκονομίδης λέγει ὅτι εἶναι ἡ ὑπογραφή του. Ὅσοι λοιπὸν παραδέχονται τὸ ἔγκυρον αὐτοῦ τοῦ ψηφοδελτίου, ἐκεῖνοι νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Εἰς τὸ ἄλλο ψηφοδέλτιον ὑπάρχει ἡ ὑπογραφὴ πλήρης· ὑπάρχουν καὶ ὀνόματα ἀπέναντι ὅλων τῶν ὑπουργῶν ἐκτὸς ἑνὸς, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀπέναντι τὸ ὑπουργεῖον. Ὅλα τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἄντικρυ τὸ ὑπουργεῖον ἀφοροῦν αὐτὰ τὰ ὑπουργεῖα, Οἰκονομικῶν, Στρατιωτικῶν, Ἐξωτερικῶν, Ναυτικῶν, Παιδείας καὶ Δικαιοσύνης, τὸ ὅλον 6. Ἓν ὄνομα εἶναι ἄνευ ὑπουργείου. Τὸ ὄνομα Ἀνδρέας Αὐγερινὸς, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀπέναντι τὸ 7ον ὑπουργεῖον.... (θόρυβος). Ὑπάρχει λοιπὸν ἀμφισβήτησις;
§31ΤΙΝΕΣ. Ὄχι!
§32ΕΤΕΡΟΙ. Ὑπάρχει.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν.
§34ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὸ ψήφισμα λέγει ῥητῶς, ὅτι «πᾶν ψηφοδέλτιον, τὸ ὁποῖον δὲν φέρει τὰ ὀνόματα τοῦ Προέδρου καὶ 7 ὑπουργῶν εἶναι ἄκυρον» (θόρυβος).
§35ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν Κύριοι, ὅσοι θεωροῦν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὄνομα τοῦ Ἀνδρέου Αὐγερινοῦ ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κ’ ἑπομένως θεωροῦν ἔγκυρον καὶ αὐτὸ τὸ ψηφοδέλτιον..... (θόρυβος). Ὅσοι θεωροῦν ἔγκυρον τὸ ψηφοδέλτιον τοῦτο νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται πολλοὶ)· ἀμφιβάλλουν τινὲς· λοιπὸν τὸ ἀνάπαλιν.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν Κύριοι, ὅσοι παραδέχονται ὅτι τὸ ψηφοδέλτιον εἶναι ἔγκυρον θὰ εἴπουν ναὶ, οἱ ἄλλοι ὄχι.
§39ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατε τὸ ψήφισμα Ὁ Κύριος Μίλησης ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος «πᾶν ψηφοδέλτιον μὴ φέρον ἔξωθεν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ψηφοφοροῦντος Πληρεξουσίου, ἐντὸς δὲ αὐτοῦ ἅπαντα τὰ ὀνόματα τῶν ἐκλεκτέων προσώπων, θεωρεῖται ἄκυρον» (θόρυβος).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὸ ἔγκυρον θὰ εἴπουν ναὶ, ὅσοι τὸ ἄκυρον ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας: ἐπὶ τοῦ ἐγκύρου, ἢ μὴ, τοῦ ψηφοδελτίου. Ἐψηφοφόρησαν 199, δύω ἠρνήθησαν ψῆφον· 115 εἶπον ναὶ δηλαδὴ ἔγκυρον καὶ 80 ὄχι· ὥστε εἶναι ἔγκυρον διὰ ψήφων 115 κατὰ 80. Λοιπὸν νὰ προστεθοῦν τὰ ὀνόματα τοῦ ψηφοδελτίου. Ἔχει τὸν ἀριθ. 34. Πρόεδρος Ῥοῦφος· τῶν Οἰκονομικῶν Ἀλ. Κουμουνδοῦρος, τῶν Ἐσωτερικῶν Α. Αὐγερινὸς, τῶν Στρατιωτικῶν Κορωναῖος, τῶν Ἐξωτερικῶν Δεληγιάννης, τῶν Ναυτικῶν Κανάρης, τῆς Παιδείας Καλλιφρονᾶς, τῆς Δικαιοσύνης Αἰνιάν. Λοιπὸν τώρα νὰ γείνῃ ἡ διαλογή. Ἐγένετο ἡ διαλογὴ παρὰ τῶν Γραμματέων.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ ἀποτέλεσμα· ἐψηφοφόρησαν 233 δηλαδὴ ψηφοδέλτια ὑπάρχουν 233· ἑπομένως ἡ πλειονοψηφία εἶναι 117.
§43ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Περιλαμβάνεται καὶ τὸ λευκόν;
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιλαμβάνεται. Ὡς Πρόεδρος ὁ Κύριος Ῥοῦφος ἔλαβε 230. Ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος ἔλαβεν 118· ἑπομένως πλειονοψηφίαν, ὁ Κύριος Δρόσος 113. Τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ Κύριος Λόντος ἔλαβε 118, δηλαδὴ πλειονοψηφίαν, ὁ Κύριος Γ. Πετιμεζᾶς 112. Ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ Κύριος Θ. Δηλιγιάννης ἔλαβεν 118 πλειονοψηφίαν· ὁ Κύριος Καλλιγᾶς 113. Ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὁ Κύριος Καλλιφρονᾶς 119 πλειονοψηφίαν, ὁ Κύριος Π. Ἀναστ. Μαυρομιχάλης 111. Τῶν Στρατιωτικῶν ὁ Βότσαρης 121, πλειονοψηφίαν, ὁ Κ. Κορωναῖος 110. Τῆς Δικαιοσύνης ὁ Κ. Πλατὺς 120 πλειονοψηφίαν, ὁ Κ. Αἰνιὰν 109. Ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν οὐδεὶς ἔλαβε πλειονοψηφίαν· ὁ Κ. Κανάρης ἔλαβεν 115, ὁ Κ. Βουδούρης 97· ὥστε εἶναι τὸ μόνον ὑπουργεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γίνῃ ἐκ νέου ψηφοφορία.
§45ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (θόρυβος).
§46ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον.
§47ΕΤΕΡΟΙ. Τώρα, τώρα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁρκισθῶσιν οἱ πλειονοψηφοῦντες, διότι ὁ Μητροπολίτης περιμένει ἐνταῦθα.
§49ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἔνστασις νὰ μὴ ὁρκισθῶσιν μέχρις οὗ ἔλθῃ καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, προτείνω νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἄνευ Προέδρου.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν 2 ζητήματα. ά) τὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ βʹ) ἂν πρέπῃ νὰ ὁρκισθῶσιν οἱ ἄλλοι ὑπουργοὶ, μὴ ὄντος παρόντος τοῦ Προέδρου.
§51ΜΑΚΡΗΣ. Ἕως οὗ ἔλθῃ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προτείνω νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ ὁ ὑπάρχων ἤδη Διομήδης Κυριακοῦ (θόρυβος).
§52ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὁ πρεσβύτερος τῶν ἐκλεχθέντων ὑπουργῶν δύναται νὰ γίνῃ πρόεδρος (θόρυβος).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τὸ ά) ζήτημα εἶναι, ἂν θὰ ὁρκισθῶσιν οἱ λαβόντες ἤδη πλειονοψηφίαν, μὴ παρόντος τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ βʹ) ἂν πρέπῃ νὰ προεδρεύσῃ ὁ ὑπάρχων ἤδη Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· ὅστις ἔχει ἑτέραν γνώμην, ἂς τὴν εἰπῇ (θόρυβος).
§54ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, Κύριοι, τί πρόκειται νὰ γίνῃ, ἀφοῦ ὁ νεοεκλεχθεὶς πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ὑπάρχει ἐνταῦθα; Ἔχω τὴν ἰδέαν μου, Κύριοι· ἐν νομιμότητι οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ ἐλέγξῃ προτείνοντα, ὅτι ἀπόντος τοῦ Προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως θέλει τὸν ἀντικαταστήσει (θόρυβος ἀριστερὰ). Ὁ μέχρι τοῦδε ὑπάρξας Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν νεοεκλεχθέντα, διότι εἶναι διὰ τῆς ψήφου σας ἐῤῥιμένος τῆς θέσεώς του, εἶναι ἁπλοῦς πληρεξούσιος, ἴσος μὲ ἐμὲ, ἴσος μὲ ὅλους. Δὲν δύναται νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ ὁ γεροντότερος, διότι ἔχομεν τὸ ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζομεν τὰ καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως· καὶ τὸ ψήφισμα λέγει οὕτως «οὐδεμία πρᾶξις ὑπουργοῦ τινος ἰσχύει ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ»................
§55ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου τῆς Συνελεύσεως δὲν συμβιβάζονται 2 θέσεις.
§56ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἂν καταδικάσωμεν, Κύριοι, τὸν γεροντότερον τῶν ἐκλεχθέντων ὑπουργῶν νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἀπόντα Πρωθυπουργὸν, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ εἴπωμεν «τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προΐσταται ὁ γεροντότερος τῶν ἄλλων καταδικάζεται εἰς πλήρη ἀπραξίαν, διότι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ γεροντοτέρου αὐτοῦ ὑπουργοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κλάδον τοῦ ὑπουργείου του, ἔχει κῦρος· δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τίποτε καὶ ὁ κλάδος του πίπτει εἰς ἀχρηστίαν. Ἑπομένως, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις ἐν τῷ δικαιώματί της ἢ δύναται νὰ προβῇ εἰς ἐκλογὴν νέου Προέδρου, ἢ θέλει ἐπαναφέρει εἰς ἑαυτὴν τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· εἰς ἑαυτὴν δὲ πάντοτε ἐπαναφέρει τὴν ἰσχὺν, ὅταν τὴν παραδίδῃ εἰς τὸν Πρόεδρόν της. Καὶ ἄλλοτε ἐδώκαμεν ὅλην τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸν Πρόεδρον· ἐνθυμηθῆτε τὴν 9 Φεβρουαρίου, ὅτε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως (θόρυβος ἀριστερὰ) ἐδώκαμεν τὰ 7 ὑπουργεῖα.
§57ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν θὰ τὴν κάμετε πάλιν τὴν 9 Φεβρουαρίου.
§58ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν τὴν κάμνομεν, ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς δὲν θὰ κάμετε ἄλλην Ἀπριλιάτικην (θόρυβος). Τελειόνων τὸν λόγον μου λέγω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὸ ἑσπέρας τοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑπάρχῃ. Προτείνω καὶ πάλιν τὸν Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἀντικαταστήσῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως. Πρὸς δὲ τούτοις λέγω νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καθ’ ὃν τρόπον ἐψηφοφορήσαμεν προκειμένου λόγου περὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν Βότζαρη.
§59ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριοι, οὐδεμία τῶν γνωμῶν τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ δύναται νὰ ἔχῃ λογικὴν ὑπόστασιν, διότι, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει, ὅτι πρέπει νὰ προεδρεύσῃ ἐπὶ τοῦ νεωστὶ ἐκλεχθέντος ὑπουργείου ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, ἐλησμόνησεν, ὅτι ὑπάρχει ῥητὸν ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει εἰς ὅλα τὰ μέλη τὰ ἀπαρτίζοντα τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀποτελοῦν μέρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· κατὰ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ οὔτε ὁ Πρόεδρος, οὔτε οἱ ἀντιπρόεδροι δύνανταί ποτε νὰ ἀποτελέσωσι μέρος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ σᾶς ὑπενθύμισε μίαν ἀνώμαλον ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Συνέλευσις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· τὴν ἐνθυμούμεθα, διότι πραγματικῶς ἐκυβερνήσαμεν ἡμεῖς αὐτοὶ, ὡς ἡ Convention τῆς Γαλλίας, ἐπί τινας ἡμέρας τὸ Ἔθνος τοῦτο, διότι ἐμείναμεν ἄνευ Κυβερνήσεως· τότε δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὸ Κράτος εἰς παραλυσίαν· ἤδη ὅμως ἔχομεν πραγματικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἔχει καὶ ἐνεργεῖ ὅλας τὰς πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ θεωρεῖται ὑφισταμένη, μέχρις οὗ ἀναλάβῃ τὰ ἔργα της ἡ νέα Κυβέρνησις· αὕτη δὲ ἡ νέα δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἔχει νόμιμον κῦρος καὶ ὕπαρξιν πρὶν ὁρκισθῇ· ὅταν ὁρκισθῇ, τότε θεωρεῖται ὑπάρχουσα, καὶ τότε ἐκλείπει ἡ ἰσχὺς τῆς παλαιᾶς. Λοιπὸν ἕπεται ὡς ὀρθοτέρα λύσις τοῦ ζητήματος, ἂν λάβωμεν κατὰ γράμμα τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ψηφίσματος, ἡ ἑξῆς «ἐπειδὴ ὁ ἐκλεχθεὶς πρόεδρος εἶναι ἀπὼν, δὲν δύνανται τὰ μέλη τὰ παρόντα τοῦ ὑπουργείου νὰ ὁρκισθῶσι μέχρις οὗ ἔλθῃ ὁ Πρόεδρος ἐκεῖνος.» (θόρυβος) Λοιπὸν κατ’ αὐστηρὰν ἑρμηνείαν, ἂν πρέπῃ νὰ ἀκολουθήσωμεν κατὰ γράμμα τὸ ψήφισμα, οὐδεμία πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἔχει κῦρος, ἂν δὲν ᾖναι εἷς πρωθυπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακείου, ὁ ὁποῖος νὰ προσυπογράφῃ τὰ διατάγματα. Δὲν δυνάμεθα τώρα δὲ νὰ προβῶμεν εἰς οὐδεμίαν ἀπόφασιν, ἐνόσῳ δὲν ἔλθῃ ἐκεῖνος ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ἀφήσωμεν τὴν παλαιὰν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργῇ μέχρις οὗ ἔλθῃ ὁ νέος πρόεδρος. (Θόρυβος) Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν, ἥτις εἶναι λογικὴ, στενοχωρεῖσθε νὰ τὴν παραδεχθῆτε· τότε δὲν μένει ἄλλη λύσις παρ’ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν παρεδέχθησαν πανταχοῦ καὶ πάντοτε, ὅτι, ὁσάκις δὲν ὑπάρχει πρόεδρος, ἀνατίθεται ἡ προεδρεία εἰς τὸν γεροντότερον. Ἄλλως δὲ, ἂν θέλετε νὰ μεταβάλετε τὸ ψήφισμα διὰ μιᾶς νέας ἀποφάσεως, τότε παύουν ὅλαι αἱ συζητήσεις. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, ἢ πρέπει νὰ περιμένετε τὸν Πρόεδρον καὶ τότε νὰ ἀναδεχθῇ ὁρκιζόμενον τὸ νέον ὑπουργεῖον, ἢ νὰ ἀναθέσετε τὴν πρωθυπουργίαν εἰς τὸν γεροντότερον τῶν ὑπουργῶν· ἑτέρα λύσις δὲν ὑπάρχει.
§60ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ ΒΙΛΑΕΤΗΣ. (θόρυβος) Κύριοι, ὅσον θορυβεῖτε τοσοῦτον χάνομεν τὸν καιρὸν καὶ δὲν κάμνομεν τίποτε· Τί σᾶς εἶπε, Κύριοι, ὁ προλαλήσας; νὰ ἀλλάξητε μορφὴν Κυβερνήσεως, νὰ θέσητε τὴν προεδρείαν εἰς ἕνα τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ὑπουργῶν.
§61ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἂν δὲν ἔλθῃ ὁ νέος Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ὁρκισθῇ τὸ ὑπουργεῖον καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὰ ἔργα του, (θόρυβος)· ἂν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ ὁρκισθῇ καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὰ ἔργα του, τότε εἶπον νὰ ἀνατεθῇ ἡ προεδρεία εἰς τὸν γεροντότερον τῶν ὑπουργῶν.
§62ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπε λοιπὸν νὰ ἀλλάξητε μορφὴν Κυβερνήσεως. (θόρυβος ἀριστερά) Μὴ φωνάζετε, Κύριοι, τὸ καταστατικὸν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι 7 ὑπουργοὶ καὶ ἕνας πρόεδρος ἄνευ χαρτοφυλακείου διὰ νὰ ὑπογράφῃ τὰς πράξεις· ὁ Κ. Μαυρομαρᾶς λέγει, «δότατε τὸν χαρακτῆρα αὐτὸν τοῦ προέδρου εἰς ἕνα τῶν ὑπουργῶν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ»· δὲν εἶναι τοῦτο μία μεταβολὴ μορφῆς Κυβερνήσεως; Σᾶς εἶπεν ἓν ἄλλο τὸ ὁποῖον εἶναι πρωτοφανὲς εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν Συνελεύσεων, ὅτι ἀφοῦ παρεδέχθημεν τὴν παραίτησιν μιᾶς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐξελέξαμεν ἄλλην, καὶ ἐκηρύξαμεν τὸ ἀποτέλεσμα, νὰ τὴν σταματήσωμεν καὶ νὰ δώσωμεν τὴν ἐξουσίαν εἰς ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἐδέχθημεν τὴν παραίτησιν· δὲν γνωρίζω ποῦ εὗρε αὐτὴν τὴν λογικήν· ἂν συμφέρῃ εἰς σᾶς νὰ κάμητε αὐτὸ, εἰς ἡμᾶς δὲν συμφέρει. Λέγω λοιπὸν ὅτι εἰς ἡμᾶς δὲν μένει ἄλλο νὰ πράξωμεν παρὰ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ παρελθὸν, ὅτε εἰς ἔκτακτον περίστασιν ἀνεθέσαμεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὁλόκληρον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Προέδρου τῆς Συνελεύσεως (θόρυβος).
§63ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§64ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ τακτικώτερον εἶναι τὸ ἑξῆς· τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον σύγκειται ἀπὸ 7 ὑπουργοὺς, μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ Προέδρου δύναται νὰ προεδρεύσῃ ὁ γεροντότερος. Τώρα γεννᾶται τὸ ζήτημα πῶς ἠμπορεῖ ὁ ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Συνελεύσεως, καὶ νὰ ὑπογράφῃ ὡς πρωθυπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου καὶ νὰ ἐνεργῇ εἰς τὸν κλάδον του. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δυνάμεθα νὰ τὸ οἰκονομήσωμεν, καθ’ ὅτι δὲν ἔχομεν καὶ πολλὰς ἡμέρας νὰ περιμείνωμεν· 2 ἡμέραι ἀρκοῦν νὰ ἔλθῃ ὁ Πρωθυπουργός· εἰς τὰς 2 αὐτὰς ἡμέρας ὁ γεροντότερος τῶν ὑπουργῶν νὰ προεδρεύσῃ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ μὴ ἐνεργήσῃ τι εἰς τὸν κλάδον του πλέον τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας (θόρυβος).
§65ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ Κ. Βαλτινός. Ἡ γνώμη τοῦ Κυρίου Χρηστοπούλου καὶ τοῦ Κ. Μαυρομαρᾶ μᾶς φέρουν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται οὐχὶ μόνον εἰς τὸ γράμμα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ θεσμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου καθιερώσαμεν τὸν ἰσχύοντα τρόπον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν λειτουργίαν μὲ τοὺς ὑπουργούς· ἡ ἐνέργεια τοῦ Προέδρου συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἐμποδίζῃ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τῶν ὑπουργῶν ὀργώντων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας· ὁ Πρόεδρος, τίθεται ὡς ἔφορος, ὡς ἐπόπτης, οὕτως εἰπεῖν, τῆς διευθύνσεως τῆς πολιτείας, ἀποτρέπων τοὺς κινδύνους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἀπὸ τὴν ὁρμὴν τῆς πολιτικῆς διοικήσεως δύνανται νὰ προέλθωσι. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ ἑνώσωμεν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ὑπουργεῖον τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ χωρὶς νὰ παραγνωρίσωμεν οὐσιωδῶς, χωρὶς νὰ ἀθετήσωμεν καὶ ἔργῳ καὶ λόγῳ τὴν τάσιν ἐκείνην, ἥτις προΐσταται εἰς τὴν σύνταξιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀντιλέγουσιν ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Προέδρου τῆς Συνελεύσεως ὡς Προέδρου Κυβερνήσεως ἀντίκειται εἰς τὸν κανονισμόν. Κύριοι, ὁ κανονισμὸς δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἐπικρατέστερος τοῦ πνεύματος τῆς τάσεως τῶν θεσμῶν, ὁ κανονισμὸς δύναται νὰ μεταβληθῇ, ἐνῷ ἡ φύσις τῶν θεσμῶν δὲν ἐπιδέχεται μεταβολήν· ἄλλως εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ὁ Πρόεδρος εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν δὲν δύναται νὰ μετέχῃ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἡ προκειμένη περίστασις, Κύριοι, χωρὶς νὰ ᾖναι ἀνώμαλος εἶναι ἔκτακτος, διότι ὁ Πρόεδρος εἶναι ἀπών· τὸ ἔκτακτον τοῦτο δικαιούμεθα οὐχὶ νὰ τὸ θεραπεύσωμεν, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀναπληρώσωμεν, καὶ φρονῶ, ὅτι ἀναπλήρωσιν λογικωτέραν, συμφωνοτέραν πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν καθεστώτων θεσμῶν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπινοήσωμεν. Προτείνω ἑπομένως ὡς πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως.
§66ΞΥΔΑΚΤΥΛΟΣ. Δὲν εἰμπορῶ, Κύριοι, νὰ ἐννοήσω πῶς ὁ νομομαθὴς Κύριος Κόκκινος ὁ καὶ καθηγητὴς ἦλθε νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν ἰδέαν, ἡ ὁποία λέγω, ὅτι εἶναι σφαλερά· καὶ μὲ αὐτὰς τὰς συζητήσεις, Κύριοι, καταβιβάζομεν τὴν ἐπανάστασιν (θόρυβος). Δὲν εἰμπορῶ νὰ ἐννοήσω ποῖοι φόβοι μᾶς ταράττουσιν, ὥστε νὰ ἀναλάβῃ τὴν προεδρείαν εἷς τῶν γεροντοτέρων· πρὸς τί, Κύριοι, τόσαι συζητήσεις, ἐνῷ τὸ ἔθνος ὅλον καθ’ ἡμέραν ὁπλίζεται διὰ τὴν τάξιν τῆς ἐπαναστάσεως—τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ὑψοῦται μέχρι νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἡ ὁποία δοξάζεται εἰς τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον;
§67ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Εἰς τὸ προκείμενον.
§68ΞΥΔΑΚΤΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ὁ Κύριος Κόκκινος θέλει νὰ ἀναθέσῃ τὴν προεδρείαν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως Μωραϊτίνην, τὸν ὁποῖον τὰ μέγιστα σέβομαι, ἐνῷ εἶναι ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ. Κύριοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ προτείνωμεν τόδε· μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου Ῥούφου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι μακρὰν, διότι μόλις μετὰ δύο ἡμέρας δύναται νὰ ἔλθῃ, δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν τὴν προεδρείαν εἰς τὸν ἴδιον Πρόεδρον (θόρυβος) εἰς τὸν ἀξιότιμον Κύριον Διομήδην (θόρυβος). Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ γνώμη μου. Πρὸς τούτοις προτείνω, ὅτι πρέπει νὰ ὁρκισθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ σήμερον καὶ νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι ὑπέβαλον προτάσεις, ἂς τὰς διατυπώσουν ἐγγράφως· ὁ Κύριος Ἀγγελινίδης ἔχει τὸν λόγον.
§70ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν προαγορεύσαντα νὰ μείνῃ εἰσέτι ὁ μέχρι τοῦδε ὑπάρχων· προσθέτω δὲ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ὅτι ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως εἶναι μόνος, δὲν ἔχομεν οὔτε ἀντιπροέδρους, οὔτε τίποτε.
§71ΠΟΛΛΟΙ. Ἔχομεν γεροντοτέρους.
§72ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ ὑπουργοὶ παρῃτήθησαν· ἡ Συνέλευσις ἐξελέξατο εἰς ἀντικατάστασιν νέον Πρόεδρον, νέους ὑπουργούς. Τίποτε φυσικώτερον δὲν φαίνεται εἰς τὴν κεφαλήν μου, εἰμὴ μέχρις ὅτου ἔλθωσιν οἱ ἐκλεχθέντες νὰ ἀντικαταστήσωσι τοὺς πρώτους, νὰ μείνωσιν οὗτοι εἰς τὰς θέσεις των. Ὑποθέσατε ὅτι ὑπάρχει Δικαστήριον, Πρόεδρος καὶ Δικασταί· ἐν ὅσῳ δὲν κοινοποιηθῇ ἡ ἀντικατάστασις εἰς τὸν Πρόεδρον, μένει οὗτος, ἕως ὅτου ἔλθῃ ἐκεῖνος, ὅστις θέλει τὸν διαδεχθῇ. Δὲν μοὶ φαίνεται ἄλλο φυσικώτερον, εἰμὴ νὰ μείνῃ ἡ Κυβερνῆτις ὑπὸ τὴν Προεδρείαν τοῦ Κ. Διομήδους, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ νέος Πρόεδρος.
§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἠγέρθη ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὸ ἀκριβὲς τῆς διαλογῆς τῶν ψηφοδελτίων· ἐνεργηθείσης ἐξελέγξεως ἐκ μέρους τινῶν Πληρεξουσίων συμπεριλαμβανομένου καὶ ἐμοῦ, παρετηρήθη ὅτι ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἔλαβε ψήφους 115 καὶ ὄχι 118.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι τώρα καιρός.
§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι αἶσχος εἰς Συνέλευσιν νὰ ἀνέχηται τοιαῦτα πράγματα ἐν γνώσει (θόρυβος μέγας).
§76ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ἐνόμισεν ὁ Κύριος Παπαμιχαλόπουλος ὅτι εἶναι ἡ ἀποθήκη Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὡς φαίνεται.
§77ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι! Εἶχον πολλάκις ἀναγνώσει εἰς τὴν ἱστορίαν πόσον τυφλώττει ὁ φατριασμὸς τοὺς ἀνθρώπους! Ἐν τῇ νεανικῇ μου δὲ ἀπειρίᾳ μοὶ ἐφαίνοντο παράδοξα τὰ ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἀναγινωσκόμενα. Ἔπρεπε νὰ καταβῶ εἰς τὴν πολιτικὴν παλαίστραν, διὰ νὰ μὲ διδάξῃ ἡ πεῖρα τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τοῦ ὀλεθρίου φατριασμοῦ. Ἡ τύχη, Κύριοι, μὲ ἔφερε νὰ ἦμαι εἰς τὸ Γραφεῖον κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας, ὅτε ὁ Κύριος Πρόεδρος μοὶ ὑπέβαλεν ἕνα κατάλογον διὰ νὰ κρατήσω σημείωσιν τῶν ψήφων, καὶ εὑρέθην νὰ κρατῶ σημείωσιν τῶν δύω ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐννοεῖται ὅτι ἐκράτησα τὴν σημείωσιν ὅπως ἔπρεπε νὰ τὴν κρατήσω, ὅπως ἔπρεπε νὰ τὴν κρατήσῃ πᾶς ἄνθρωπος σεβόμενος ἑαυτόν. Δὲν δύναμαι οὔτε νὰ φαντασθῶ, πῶς ἄνθρωπος σπουδαῖος, σεβόμενος ἑαυτὸν, ἠμπορεῖ νὰ διανοηθῇ μόνον, καὶ ὄχι νὰ ἐνεργήσῃ τὸ ταπεινὸν μέσον, τὸ ὁποῖον ἐπενόησεν ὁ ἔντιμος Πληρεξούσιος Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Ἀπηριθμήσαμεν τὰς ψήφους, καὶ εὑρέθη λαβὼν ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος 117 ψήφους. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας μοὶ ἐγένοντο παρατηρήσεις (προσάγεται ἡ κάλπη).
§78ΠΟΛΛΟΙ. Πρὸς τὶ ἐφέρθη ἡ κάλπη; εἶναι περιττὸν, δὲν γίνεται ἐξέλεγξις.
§79ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι, Κύριοι! Θὰ ζητήσω τώρα ἐγὼ τὴν ἐξέλεγξιν.
§80ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττόν! δὲν κάμνομεν νέαν ἐξέλεγξιν.
§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι αἶσχος εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι αἶσχος εἰς σέ! (θόρυβος μέγας καὶ ταραχή· ὁ Πρόεδρος κρούει τὸν μέγαν κώδωνα).
§83ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκούσῃ.
§84ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν ἔχω κᾀμμίαν πίστιν, ὅτι ἐντὸς αὐτῆς τῆς κάλπης εἶναι τὰ ἴδια ψηφοδέλτια.
§85ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Τὰ ἐνόθευσεν ὁ Κύριος Παπαμιχαλόπουλος (θόρυβος).
§86ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετὰ τὸν θόρυβον, τὸν ὁποῖον ἐπροκάλεσαν αἱ ἐπανειλημμέναι ὕβρεις τοῦ Πληρεξουσίου τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἐπαναλαμβάνω τὴν ὁμιλίαν ἀπ’ ἐκεῖ ὅπου τὴν ἄφησα. Λέγω, ὅτι μετὰ τὴν διαλογὴν, ἐπειδὴ μοὶ ἐγένοντο παρατηρήσεις, τῶν μὲν λεγόντων ὅτι αἱ ψῆφοι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τὸν Κύριον Κουμουνδοῦρον ἦσαν 118, τῶν δὲ ἰσχυριζομένων ὅτι ἦσαν 114, ἐφρόντισα νὰ ἐρωτήσω τὸν Κύριον Γραμματέα, ὅστις παρεκάθητο καὶ ἐκράτει σημείωσιν τακτικὴν ὅλων τῶν ὀνομάτων· ἀφ’ οὗ δὲ ὁ Γραμματεὺς ἔκαμεν ἅπαξ, δὶς καὶ τρὶς τὴν ἀπαρίθμησιν, μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι.
§87ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς ἐκρατεῖτε τὸ τακτικὸν πρωτόκολλον;
§88ΜΙΛΗΣΗΣ. Μάλιστα· ἐπάνω μου δὲ ἐκάθηντο δύω ψηφολέκται, παρ’ ἐμοὶ ἐκάθητο, ὡς εἶπον, ὁ Γραμματεὺς, ὅστις ἐκράτει τακτικὴν σημείωσιν ὅλων τῶν ὀνομάτων, τὰ ὁποῖα ἦσαν γεγραμμένα εἰς ἕκαστον ψηφοδέλτιον. Οὐδεὶς τῶν ψηφολεκτῶν ἔκαμεν ἐπὶ τέλους ἔνστασιν, ὁ δὲ Γραμματεὺς εὑρέθη σύμφωνος· ὅταν ὁ Κύριος Πρόεδρος ἀνήγγειλε τὸ ἀποτέλεσμα κᾀνεὶς δὲν εὑρέθη ὁ ἀντιλέγων· ὕστερον δὲ, ἀφ’ οὗ ἡ κάλπη ἀπεσύρθη, δὲν ἠξεύρω πῶς τοῦ κατέβη ἡ ἰδέα νὰ ἔλθῃ αὐτὸς ὁ Κύριος, καὶ μὲ τόνον φωνῆς ἀνθρώπου, ὀργιζομένου δῆθεν κατὰ πράξεως ἀτίμου, νὰ ῥίψῃ κατὰ πρόσωπον ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε τὴν ὑπόληψίν του διὰ πράξεων ἐντίμων, νὰ ῥίψῃ τὸ αἶσχος τῆς ἀτιμοτέρας πράξεως! Περιφρονῶ, Κύριοι τὴν ὕβριν, διότι ἔρχεται ἀπὸ πολὺ χαμηλά.
§89ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, εὖγε!
§90ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ὡς ἰδιώτης πάντοτε περιεφρόνησα τὴν συκοφαντίαν καὶ τὴν ὕβριν, καὶ εἰς τὸν δημόσιον βίον θὰ τὴν περιφρονῶ. Ἐπεθύμουν ὅμως, Κύριοι, νὰ γείνῃ μία ἐξέλεγξις, διότι δὲν ὑποθέτω ποτὲ ὅτι θὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος, ὡς λέγουν τινὲς, νὰ ἔχῃ τόσον ἄτιμον διάθεσιν, ὥστε διὰ φατριαστικοὺς σκοποὺς νὰ νοθεύσῃ τὴν κάλπην! Παρακαλῶ εὐσεβάστως τὴν Συνέλευσιν διὰ τὴν ὑπόληψιν καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ Γραφείου καὶ τὴν ἰδίαν της ὑπόληψιν, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς κάλπης. (Θόρυβος)
§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ παρενοήσατε· εἶπα λάθος (θόρυβος).
§92ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, βλέπω ὅτι ἄφησαν τὸ στάδιον τῆς συκοφαντίας καὶ μετέβησαν εἰς τὸ στάδιον τῆς πλάνης· καὶ ἐδῶ δὲν ἔχουν δίκαιον, ἰδοὺ διατί· διότι αὐτὴ ἡ ἀντίῤῥησις μοὶ ἐγένετο κατ’ ἀρχὰς ἀπὸ ἕνα τῶν ψηφολεκτῶν, τὸν Κύριον Γκολεμᾶν· εἰς τοῦτον ὅμως ἀπέδειξα διὰ τοῦ καταλόγου καὶ ἐπείσθη ὅτι δὲν εἶχον καταλογισθῆ οἱ ἀριθμοὶ τῶν ψηφοδελτίων τῶν μὴ ἀναγνωσθέντων, τὸ 226 δὲν εἶχε περασθῆ, καθὼς καὶ τὸ 31, ὅπερ ἐπεράσθη ἀκολούθως· ὥστε δὲν ἔχουν δίκαιον, οὔτε καταφεύγοντες εἰς πλάνην ἢ σφάλμα. Λοιπὸν, Κύριοι, ἢ ἐπισήμως πρέπει νὰ ὁμολογήσωσιν ὅτι ἐξηπατήθησαν, καὶ ὅτι ἐξ ἀπάτης ἀπέδωκαν καὶ εἰς τὸ Γραφεῖον, τοῦ ὁποίου ἀπετέλουν μέρος, καὶ εἰς ἐμὲ αὐτὸν μίαν ταπεινὴν μομφὴν, τῆς ὁποίας δὲν εἶμαι ἄξιος, ἢ πρέπει νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἐξέλεγξιν ἡ Συνέλευσις, διότι δὲν ἀνέχομαί ποτε νὰ διατελῶ ὑπὸ μομφὴν τόσον ἄδικον καὶ ταπεινωτικήν.
§93ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἅμα ἔδωκα τὸ ψηφοδέλτιόν μου, ἀνεχώρησα, καὶ ἀπῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν μου, ὥστε κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς διαλογῆς δὲν ἤμην ἐνταῦθα· ἑπομένως δὲν ἐγνώριζα οὔτε ἂν ὁ πολιτικὸς φίλος μου Κύριος Μίλησης εἶχε λάβει μέρος εἰς τὸ Γραφεῖον, οὔτε ἂν ἐκράτει σημειώσεις. Ἐπανῆλθον μετὰ τὸ τέλος τῆς διαλογῆς, εἰς τὸ τέλος τῆς ψηφοφορίας περὶ τοῦ ἐγκύρου, ἢ ἀκύρου ἑνὸς ψηφοδελτίου. Εἷς ἐκ τῶν Κυρίων Πληρεξουσίων ἔκαμεν εἰς ἐμὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι συμβαίνει μία διαφωνία μεταξὺ τῶν σημειώσεων, τὰς ὁποίας ἐκράτουν αὐτοί.
§94ΠΟΛΛΟΙ. Ποῖοι εἶναι;
§95ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κύριος Πύρλας καὶ ἄλλοι τινές· ἀναφέρω ὅμως ὀνομαστὶ τὸν Κύριον Πύρλαν. Μετὰ τὴν παρατήρησιν ταύτην πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἐθεώρησαν καλὸν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ψηφοδέλτια καὶ νὰ τὰ ἐξελέγξωμεν· ἐγὼ, ὁ Κύριος Κ. Πετσάλης, ὁ Μιχαηλίδης καὶ ὁ Πύρλας ἐπήραμεν τὴν κάλπην μέσα καὶ ἐξητάσαμεν τὰ ψηφοδέλτια, καὶ εἴδομεν ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου περιείχετο εἰς 115· ὑπεθέσαμεν ὅτι συνέβη λάθος. Κατόπιν μανθάνω ὅτι ἐκτὸς τῆς κάλπης εὑρίσκονται ἐπὶ τοῦ Προεδρείου καὶ ἄλλα 3 ἢ 5.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρία.
§97ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περιέχοντα καὶ αὐτὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον τὰ δύω, τὸ ἓν εἶναι λευκόν.
§99ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν καὶ αὐτὰ τὰ ὀνόματα περιείχοντο ἐντὸς τῆς κάλπης, βεβαιωθῆτε ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο τὸ ὑπάρχον. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὁ Κύριος Μίλησης ἀδίκως παραπονέθη κατ’ ἐμοῦ καὶ μὲ ἀπεκάλεσε συκοφάντην· τὴν ἰδιότητα τοῦ συκοφάντου τὴν ἀπέκρουσα πάντοτε.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐτελείωσεν αὐτὸ τὸ ζήτημα· τώρα εἰς τὸ προκείμενον. Ὡς πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα, παρακαλῶ, ἔχω δύω προτάσεις γεγραμμένας, αἱ δύω εἶναι σύμφωνοι, ἡ μία τοῦ Κυρίου Ζέρβα καὶ τοῦ Πλαστήρα· «Τὸ ἐκλεχθὲν Ὑπουργεῖον ἐνεργεῖ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ μέχρι τοῦδε Προέδρου, μέχρις οὗ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντα τῆς Προεδρείας ὁ νέος Πρόεδρος». Ἡ ἄλλη εἶναι ἡ τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ· «ἀπόντος τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ διεύθυνσις τοῦ ὑπουργείου ἀνατίθεται προσωρινῶς εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως, ὅστις θέλει προσυπογράφει τὰς ὑπουργικὰς πράξεις». Αὐταὶ λοιπὸν αἱ δύω εἶναι αἱ προτάσεις· θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Συνελεύσεως τὴν πρώτην· νομίζω ὅτι δι’ ἀναστάσεως πρέπει νὰ γείνῃ.
§101ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται αὐτὴν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν πάλιν θὰ σᾶς ἀναγνώσω, ἐκεῖνοι θὰ σηκωθοῦν. Ἰδοὺ ἡ πρότασις· «Τὸ ἐκλεχθὲν ὑπουργεῖον ἐνεργεῖ ὑπὸ τὴν Προεδρείαν τοῦ μέχρι τοῦδε Προέδρου μέχρις οὗ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντα τῆς Προεδρείας ὁ νέος Πρόεδρος.» Ὅσοι παραδέχονται αὐτὴν τὴν πρότασιν νὰ σηκωθοῦν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Λοιπὸν τώρα ἂς προσέλθουν νὰ ὁρκισθῶσιν οἱ Ὑπουργοί. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ ὁρκωμοσία τῶν ἄρτι ἐκλεχθέντων ὑπουργῶν ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου.
§103ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ ἐκλεχθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§105ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, (ὥρα 7 παρὰ 25 μ.μ.).
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Τηλ. Ι. Ῥούκης.