1863.04.17
2.365 στίχοι · 19.371 λέξεις · 245 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΠΒʹ.
Τῆς 17 Ἀπριλίου 1863.
(Τετάρτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ῥεβελάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§2ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, προχθὲς μετὰ μίαν ἐπερώτησιν, γενομένην παρὰ τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Πέτρου Μαυρομιχάλη, περὶ τοῦ διορισμοῦ ἑνὸς καθηγητοῦ τῆς Ἰατρικῆς, δηλ. τῆς Ἐγχειριστικῆς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, τῆς ὁποίας ἐπερωτήσεως δὲν εἶχον οὐδεμίαν γνῶσιν, διότι αἴφνης εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν παρατήρησιν νὰ κάμω περὶ τοῦ διορισμοῦ· αἴφνης εἰσελθὼν ἀκούω τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως διαβεβαιοῦντα τὴν Συνέλευσιν ὅτι ὑπῆρχε θέσις νενομοθετημένη, χηρεύουσα πρὸ πολλοῦ καιροῦ, καὶ τὴν ὁποίαν αὐτὸς συνεπλήρωσε. Κατ’ αὐτῆς τῆς διαβεβαιώσεως, ὡς μὴ ἀκριβοῦς, ἐγὼ διεμαρτυρήθην, καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ σήμερον δὲν βλέπω εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτὴν τὴν διαμαρτύρησιν· αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω, δὲν ἔλαβα δὲ τότε τὸν λόγον, διότι ἡ Συνέλευσις εἶπεν ὅτι θεωρεῖ περαιωμένην πᾶσαν συζήτησιν. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν διαμαρτύρησιν δὲν εἶδον κατακεχωρισμένην εἰς τὰ πρακτικά.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ σημειωθῇ τώρα. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ τοῦ Κ. Βατικιώτη, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ 15 ἡμερῶν ἄδειαν ἀπουσίας, καὶ μία τοῦ Κυρίου πληρεξουσίου Κωστῆ ἀπὸ τὴν Σμύρνην, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ μηνιαίαν παράτασιν τῆς ἀδείας αὐτοῦ.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ τοῖς δοθῇ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ τινων φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται, περὶ τοῦ γενομένου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διορισμοῦ τοῦ Κ. Βάστα, ὡς ἐπιτίμου Καθηγητοῦ τῆς Ἐγχειριστικῆς, ἄνευ τοῦ παραδεχθέντος παρὰ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς διαγωνισμοῦ, καὶ ἐξαιτοῦνται τὴν ἀνάκλησιν αὐτοῦ.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ν’ ἀναγνωσθῇ (ἀναγινώσκεται).
§7ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Πόσοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι;
§8ΡΟΥΚΗΣ (Γραμματεύς). Εἶναι ἕως πεντήκοντα.
§9ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς. Ἐνταῦθα ὁρκίζονται οἱ Πληρεξούσιοι Μελετόπουλος καὶ Α. Ζαΐμης.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀναφορὰ τοῦ Προέδρου τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ Ταμείου, δι’ ἧς καταγγέλλει μίαν ἀναφορὰν ἐκ Χαλκίδος περὶ τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων τοῦ ἀπομαχικοῦ ναυτικοῦ Ταμείου ὡς διὰ ῥαδιουργίας χαλκευθεῖσαν, καὶ ἐξαιτεῖται νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἔκθεσις τυπωμένη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Ταμείου. Ὁ πρόεδρος τοῦ Ταμείου εἶναι ὁ Κ. Ζωχιός.
§12ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ κατατεθῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀναφορὰ τοῦ Χριστοφ. Πεῤῥαιβοῦ, ὑποστρατήγου, ἐκθέτοντος, ὅτι μαστίζεται ἐξ ἀσθενείας καὶ δυστυχίας, καὶ ζητοῦντος νὰ τῷ δοθῇ ἡ διακοπεῖσα χορηγία, ἵνα ἐπιζήσῃ ἡμέρας τινὰς ἀκόμη.
§14ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§15ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἶναι μόνον ὁ Πεῤῥαιβός.
§16ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἔγεινε μία πρότασις, ἵνα ληφθῇ πρόνοια περί τινων Γερουσιαστῶν πασχόντων· πότε θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν;
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε ν’ ἀφήσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν, καθ’ ἣν ἡμέραν θὰ συζητήσωμεν καὶ περὶ ἄλλων προσώπων; (θόρυβος). Ὁ ὑποστράτηγος Πεῤῥαιβὸς εἶναι ἀσθενὴς, γέρων ἤδη ἑκατοντούτης (θόρυβος).
§18ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ὁ ἀναφερόμενος, Κύριοι, εἶναι ἀγωνιστὴς, καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τοὺς ἀγῶνας αὐτοῦ οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλα πρόσωπα ἀγωνιστῶν πολλὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον θέσιν εἰς τὴν κοινωνίαν Γερουσιαστοῦ· ἀφίνω τὰ ἐκ τοῦ ἀγῶνος δικαιώματα αὐτῶν, προσέφερον τὴν θέσιν αὐτῶν ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς πατρίδος, ἔχασαν χάριν τῆς πατρίδος τὴν θέσιν των, καὶ εἶχον πάντοτε εἰς τὴν κοινωνίαν φωνὴν ἰσχυρὰν, ψῆφον σοβαράν.
§19ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πῶς τὴν προσέφεραν;
§20ΔΑΓΡΕΣ. Τὴν προσέφεραν, Κύριε Πετσάλη, ἐν πεποιθήσει. Ἐνθυμηθῆτε, Κύριε Πετσάλη, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶπον, ὅτι εἴμεθα ἐπαναστάται, χωρὶς νὰ ὑποστῶσι πληγὰς, χωρὶς ν’ ἀκούσωσι τὴν βοὴν τῆς σφαίρας, χωρὶς νὰ πεινάσωσιν ἐπὶ 9 ἔτη, καὶ μολοντοῦτο εἶπον ὅτι ἔχομεν δικαιώματα, καὶ ἐγὼ αὐτὸς τὸ εἶπον, καὶ εἴπομεν ἡμεῖς οἱ νέοι ἀγωνισταὶ, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν τὰ δικαιώματά μας, καὶ σήμερον ἐπιτρέπει ἡ Συνέλευσις ν’ ἀφήσῃ τὸν Πεῤῥαιβὸν, τὸν Χριστακόπουλον, τὸν Κανάρην, τὸν Γρηγοριάδην, καὶ πόσους ἀξιοτίμους ἀνθρώπους πεινῶντας; φρονῶ ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ὀφείλει νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἔχοντας· ἡ ἐπανάστασις αὐτὴ δὲν ἦλθε νὰ καταστρέψῃ κεκτημένα δικαιώματα, ἀλλὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ δικαιώματα (θόρυβος). Κύριοι, ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ἔχοντες ἀναμφισβήτητα δικαιώματα καὶ ἐν τούτοις στεροῦνται τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Εἶναι ἀχαριστία εἰς τὴν κοινωνίαν, τὸ λέγω ἐν πεποιθήσει, δὲν ἔχω κανένα συγγενῆ, διότι αἱ Τουρκικαὶ σφαῖραι δὲν μοὶ ἄφησαν κανένα νὰ ζήσῃ, ἀλλ’ ὀφείλει ἡ Συνέλευσις νὰ προφθάσῃ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν νὰ συντηρηθοῦν· πῶς θέλετε τώρα, ν’ ἀφήσητε τὸν Πεῤῥαιβὸν καὶ νὰ στείλητε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργεῖον; Προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ δοθῶσι 300 δραχμαὶ εἰς τὸν Πεῤῥαιβὸν (θόρυβος), καθὼς καὶ εἰς τὸν Χριστακόπουλον, Γρηγοριάδην καὶ λοιποὺς ὡρισμένη σύνταξις.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε τὸ γενικὸν μέτρον περὶ Γερουσιαστῶν νὰ συζητηθῇ τὴν Παρασκευήν;
§22ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§23ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ Πεῤῥαιβὸς ἀποθνήσκει εἰς 15 ἡμέρας, πρέπει σήμερον νὰ ἀποφασισθῇ μία βοήθεια.
§24ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δύω λέξεις ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω· οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι καὶ εἰς τὰς ἡμιόνους, αἱ ὁποῖαι μετέφερον τὰ μάρμαρα τοῦ Παρθενῶνος, ἔδωκαν ἰσόβιον σίτησιν, καὶ τὰς ἀπήλλαξαν ἀπὸ τοῦ βάρους. Εἶναι ἀσύγγνωστον ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις νὰ συζητῇ περὶ βοηθείας τοῦ Πεῤῥαιβοῦ, τοῦ συντρόφου τοῦ Ῥήγα τοῦ Φεῤῥαίου· δὲν ὑπάρχει ἄλλος Ἕλλην, ὁ ὁποῖος ἐγνώρισε τὸν Ῥήγαν ἢ ὁ Πεῤῥαιβὸς, καὶ θὰ ἀφήσητε αὐτὸν (θόρυβος).... Εἶναι καὶ ἄλλοι ἀγωνισταὶ, ἀλλὰ τυχαίως ἐκεῖνοι, εἴτε ὡς νεώτεροι εἴτε ὡς ἰσχυρότεροι, δὲν ἀποθνήσκουσιν, ἂν ἀναβληθῇ μέχρι τῆς Παρασκευῆς· θὰ ἔχωμεν βάρος εἰς τὴν συνείδησίν μας, ἂν δὲν τοῦ δώσωμεν ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τοῦ θανάτου του ἄρτον, ἓν ἰατρικὸν, ἕνα ζωμόν· προτείνω ν’ ἀποφασίσῃ ἀμέσως νὰ δοθῇ εἰς τὸν Πεῤῥαιβὸν ἡ ἀμοιβὴ, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανεν ὡς Γερουσιαστής.
§25ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Κύριοι, παραδέχομαι τὴν ἀπόφασίν σας, ὅτι τὴν παρασκευὴν, ἐν γνώσει τῶν πάντων, θὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος ἐν τῇ γενικότητί του, διότι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, ὁ ὁποῖος δὲν δέχομαι νὰ παρουσιασθῶ ἐνταῦθα οὔτε ὡς πτωχὸς, οὔτε ὡς πλούσιος, οὔτε ἔκαμα ἀντάλλαγμα τῆς θυσίας μου μὲ σκοπὸν ἀπολαυῆς τινος, πρεσβεύω τὰ δικαιώματα, καὶ πρεσβεύω καὶ αὐτὴν τὴν ἀνταμοιβὴν εἰς τὴν γενναίαν θέλησιν τοῦ Ἔθνους· ἐπιφυλάττομαι ἐπὶ τοῦ ἐν γένει νὰ ἐκφράσω κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς παρασκευῆς τὴν ἰδέαν μου· λέγω μόνον, ὅτι ὁπωσδήποτε προχθὲς ἡ γενναιότης σας παρεχώρησεν εἰς ἕνα δημοσιογράφον ἀναξιοπαθοῦντα 500 δραχμάς. Σήμερον, Κύριοι, ὅτε πρόκειται διὰ 2 ἢ 3 πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι κατεπείγουσαν ἀνάγκην ὡς τὸν Πεῤῥαιβὸν, ὡς τὸν Χριστακόπουλον καὶ ἄλλους, πρέπει νὰ δοθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωμοδοτεῖ ἡ ἐπιτροπὴ, οὐχὶ καθιεροῦντες τὸ μέτρον αὐτὸ ὡς πρὸς δικαιώματα, παρὰ διὰ μίαν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν χρεωστεῖτε νὰ προσφέρητε πρὸς αὐτούς.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ν’ ἀποφασίσωμεν ἓν ποσὸν διὰ τὸν Πεῤῥαιβὸν καὶ τὴν Παρασκευὴν δι’ ὅλους ὅσοι παραδέχονται....
§27ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Τί λέγει ἡ ἀναφορά του; τί ζητεῖ; Ἀναγινώσκεται ἐκ νέου ἡ ἀναφορά του.
§28ΖΕΡΒΑΣ. (Θόρυβος). Κύριοι, ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαλήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅταν πρόκηται περὶ ἀντικειμένου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται ἡ πατρὶς, δὲν τὸ ἔχετε κτῆμα σεῖς τὸ βῆμα· ὅ,τι εἰς ἄλλον φαίνεται μαῦρον, εἰς ἐμὲ φαίνεται λευκόν. Κύριοι, δὲν ἀρνοῦμαι τὰ δικαιώματα τῶν ἀγωνιστῶν· ἕκαστος, ὅστις ἠγωνίσθη διὰ τὴν πατρίδα, ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ ὅ,τι ἐθυσίασεν· ἐν γένει οἱ Ἕλληνες γνωρίζετε, ὅτι πάντες ἐθυσίασαν, ὁ μὲν ἔδωκεν ὀλίγα, ὁ δὲ πολλά· ἡ ἐπανάστασις ἡ Ἑλληνικὴ, Κύριοι, δὲν ἔγεινεν ἀπὸ μερικοὺς ἀνθρώπους, ἦτο γενικὴ ἐπανάστασις ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ χριστιανικοῦ μέρους τῶν Ἑλλήνων κατὰ τῶν Τούρκων· πᾶς τις, εἴτε μικρὸς, εἴτε μεγάλος, εἴτε πλούσιος, εἴτε πένης συνεισέφερεν ἀναλόγως τῶν δυνάμεών του εἰς τὸν ἀγῶνα. Μόλα ταῦτα, Κύριοι, ὑπάρχουσιν εἰς τὴν κοινωνίαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῶν μεγάλων ἀρετῶν των ἐξέχουσιν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ κοινωνία ἔρχεται νὰ βεβαιώσῃ τὴν ὑπεροχὴν αὐτῶν· τοιοῦτόν τι φαίνεται, ὅτι ἠκολούθησε καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπανάστασιν, ὅλοι ἐν γένει οἱ Ἕλληνες δὲν ἀντεμείφθησαν· ἡ γῆ τῶν πατέρων μας, τὴν ὁποίαν ἥρπασεν ὁ Τοῦρκος μένει καὶ θεωρεῖται κτῆμα Ἐθνικὸν, κἀνεὶς πολίτης δὲν ἀντεμείφθη, ἀλλ’ ἐργάζεται εἰς τὴν γῆν τῶν προπατόρων του καὶ πληρώνει 25%.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ προκείμενον.
§30ΖΕΡΒΑΣ. Εἰς τὸ προκείμενον εἶμαι· λέγω, ὅτι κἀνεὶς δὲν ἐδικαιώθη, μόνον ὀλίγοι ἐπῆραν καὶ ὀλίγοι ζοῦν, κοιμώμενοι πολλάκις ἐξύπνισαν μὲ βαθμοὺς χωρὶς νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν θέλω νὰ κατακρίνω οὔτε αὐτοὺς, δὲν φθονῶ τὴν τύχην αὐτῶν τῶν ὀλίγων, ἀλλὰ λέγω αὐτὰ, διότι τινὲς ἠθέλησαν νὰ εἴπουν ἀχάριστον τὸ Ἔθνος· ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ Κύριος Δαγρὲς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀχάριστον τὸ Ἔθνος, ἐὰν δὲν προλάβῃ ἐκεῖνον τὸν ἀγωνιστὴν τὸν τόσων ἐτῶν, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ὑπογράφεται ὡς ὑποστράτηγος Πεῤῥαιβὸς· ὁ Πεῤῥαιβὸς ἔχει βαθμὸν (θόρυβος).
§31ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ. Εἶναι πάσης ξηροκαμπίας Ὑποστράτηγος.
§32ΖΕΡΒΑΣ. Μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἔπρεπεν ὁ προλαλήσας νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀχαριστία εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι δὲν ἀνταποδίδει δικαιώματα εἰς τοὺς ἀγωνιστάς· ἠμποροῦσε νὰ εἴπῃ φιλανθρωπίας χάριν, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀπὸ διάφορα περιστατικὰ ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ τοῦ βαθμοῦ του καὶ νὰ πάρῃ ἓν φαλαγγητικὸν γραμμάτιον καὶ νὰ τὸ ἐξοδεύσῃ πρόωρα χωρὶς νὰ λάβῃ τὸ μέτρον ὅτι ἠμποροῦσε νὰ ζήσῃ πολὺν καιρὸν, ἢ διότι τὸ γραμμάτιόν του δὲν ἐπέτυχε καλῶς εἰς τὸ νὰ τὸ πωλήσῃ. Δὲν εἶναι ἀχαριστία ἐκ μέρους τῆς κοινωνίας, ἡ κοινωνία ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της εἰς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον καὶ ὁ προλαλήσας ἡμάρτησεν, εἰπὼν, ὅτι· εἶναι ἀχαριστία εἰς τὴν κοινωνίαν εἶναι ἀπροσεξία εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ὑπέπεσεν εἰς τὴν πενίαν· σήμερον ἔχει ἀνάγκην; ἡ Κυβέρνησις φιλανθρωπικῶς φερομένη ἂς τοῦ δώσῃ ὅ,τι εἶναι ἀνάγκη αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι ὅμως νὰ νομοθετήσωμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα. Λοιπὸν τότε, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν τὸν συνταγματικὸν χάρτην, ὁ συνταγματικὸς χάρτης εἶναι εἰς τὸν τόπον του, διότι ἔχομεν τὴν Γερουσίαν, ἥτις ἔχει δικαιώματα κεκτημένα· τί ἀνάγκη λοιπόν! ἡμεῖς τότε εἴμεθα μία βουλὴ (θόρυβος)· ὥστε αὐτὰ δὲν θεωροῦνται πλέον κεκτημένα δικαιώματα.
§33ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Εἶναι δικαιώματα τοῦ ἀγῶνος.
§34ΖΕΡΒΑΣ. Δικαιώματα φιλανθρωπίας πρέπει νὰ δοθῶσι σήμερον· ὅσοι ἀγωνισταὶ δὲν ἐπῆραν, ἐκεῖνοι πρέπει νὰ πάρουν, ὅσοι ἐπῆραν πρέπει νὰ λάβουν δικαιώματι φιλανθρωπίας· καὶ εἰς τοῦτο καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φιλανθρώπως πως φερομένη νὰ ἠμπορέσῃ αὐτὸν τὸν ἀγωνιστὴν νὰ τὸν οἰκονομήσῃ, νὰ μὴ ἀποθάνῃ.
§35ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶναι διὰ τοὺς γερουσιαστὰς ἐν γένει, ἀλλὰ μόνον διὰ τοὺς γερουσιαστὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καὶ ἀγωνισταί.
§36ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δύω λόγους νὰ εἴπω.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ, διότι ἐζήτησαν ἄλλοι τὸν λόγον.
§38ΣΤ. ΜΑΚΡΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι!
§39ΤΙΝΕΣ. Εἴπομεν τὴν Παρασκευὴν, Κύριε Πρόεδρε, νὰ συζητηθῇ.
§40ΜΑΚΡΗΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, δὲν ἐπιδέχεται ἀναβολὴν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· ὁ Χρηστακόπουλος θὰ πέσῃ εἰς τοὺς δρόμους, θὰ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν πεῖναν. Ὁ Πεῤῥαιβὸς εἶναι ζῶν φάσμα τῶν μυθικῶν χρόνων τοῦ Ῥήγα· τὸ γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ Κύριος Ζέρβας ἔχει οὕτως· οἱ Φαλαγγίται αὐτοὶ ἐξεβιάσθησαν ἐπὶ Βαβαροκρατίας καὶ ἔδωκαν εἰς εὐτελεστάτας τιμὰς τὰ γραμμάτιά των ἀντὶ 3,000 ἢ 4,000 δραχμῶν, ἔλαβον μόνον 25%. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐσυκοφαντήθη πολλάκις, ἂς μὴ συκοφαντηθῇ καὶ εἰς τοῦτο, ὅτι ὁσάκις πρόκειται περὶ ἀγωνιστῶν δὲν συγκινεῖται· ὑπάρχουν λείψανα τοῦ ἀγῶνος ὁ Χρηστακόπουλος, ὁ Πεῤῥαιβὸς, καὶ τόσοι ἄλλοι· ὅταν ἀφίνωμεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὸ ζήτημα αὐτὸ, καταντᾷ εἰς τὴν ἄπειρον ἀναβολὴν καὶ δὲν γίνεται τίποτε· διὰ τοῦτο ἡ ἰδική μου ἰδέα εἶναι αὕτη· ὅσα ὀνόματα ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἔχουν κατεπειγούσας ἀνάγκας, ὁ Πεῤῥαιβὸς, ὁ Γρηγοριάδης, ὁ Δυοβουνιώτης, ὁ Χρηστακόπουλος καὶ ἄλλοι, νὰ συστηθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τοὺς ἐξοικονομήσῃ κατὰ τὸ παρὸν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους συμφώνως μὲ τὰς ἀνάγκας των, μέχρις ὅτου ἡ Συνέλευσις λάβῃ ἓν ὁριστικὸν μέτρον δι’ αὐτούς· εἶναι ὁ Χρηστακόπουλος, ὁ Δυοβουνιώτης πέντε, ἢ ἕξ· βεβαιωθῆτε ὅτι ὁ Χρηστακόπουλος θὰ πέσῃ εἰς τοὺς δρόμους ἀπὸ τὴν δυστυχίαν.
§41ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Σοῦτσος, συγγραφεὺς τοσούτων συγγραμμάτων, ὅστις πνέει τὰ λοίσθια.
§42ΜΑΚΡΗΣ. Ἐγὼ θέτω τὸ ἑξῆς ζήτημα.
§43ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὴν Παρασκευὴν νὰ συζητηθῇ· ἔχω καὶ ἐγὼ ψήφισμα περὶ τούτου· ἀφήσατε λοιπὸν νὰ γείνῃ μία γενικὴ συζήτησις περὶ ὅλων.
§44ΜΑΚΡΗΣ. Εἶναι ἀναβολὴ ἐπ’ ἄπειρον, Κ. Πετμεζᾶ. Ἐγὼ θέτω τὸ ἑξῆς ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν· «ἡ Συνέλευσις νὰ παραγγείλῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξοικονομήσῃ ἀμέσως αὐτὰ τὰ πρόσωπα».
§45ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ποῖα πρόσωπα;
§46ΜΑΚΡΗΣ. Τὸν Δυοβουνιώτην, τὸν δεῖνα καὶ τὸν δεῖνα.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται ὅτι τὴν παρασκευὴν νὰ ἐπαναληφθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα γενικώτερον.....
§48ΣΧΙΝΑΣ. Τοῦ Πεῤῥαιβοῦ ἡ βοήθεια νὰ δοθῇ.
§49ΤΙΝΕΣ. Καὶ τοῦ Χρηστακοπούλου, Κύριε Πρόεδρε.
§50ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐὰν ᾖναι νὰ ἀναβληθῇ ἕως εἰς τὴν παρασκευὴν ἡ βοήθεια τοῦ Πεῤῥαιβοῦ, παρακαλῶ, ὥστε καὶ ὁ στόμαχος αὐτοῦ νὰ διαταχθῇ νὰ μὴ πεινάσῃ ἕως τὴν παρασκευήν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν παρασκευὴν, νὰ σηκωθοῦν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Διακόπτω μίαν στιγμὴν τὰ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει κἄτι τι νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§52Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ ἀλλεπάλληλοι ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ πρωΐας μοὶ ἐγένοντο ἐκτὸς τοῦ καταστήματος τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐγένοντο ἀπὸ πλείστων ἐξ ὑμῶν, ἀφοῦ εἰσῆλθον εἰς τὴν Συνέλευσιν, μοὶ μαρτυροῦν τὴν ἀνησυχίαν καὶ τὴν περιέργειαν, τὴν ὁποίαν καὶ ὑμεῖς καὶ τὸ κοινὸν εὐλόγως ἔχει διὰ νὰ μάθῃ τὰς εἰδήσεις, τὰς ὁποίας σήμερον ἔλαβε τὸ ὑπουργεῖον· ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις τινὰς περὶ τῶν εἰδήσεων τούτων, ἵνα καὶ τὴν περιέργειαν ὑμῶν καὶ τὴν ἀνησυχίαν τῶν συμπολιτῶν μας θεραπεύσω. Σήμερον ἀληθῶς, Κύριοι, ἔλαβον τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τῶν ἐντίμων συναδέλφων ἡμῶν, τοὺς ὁποίους ἐξελεξάμεθα ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐπεφορτίσαμεν νὰ μεταβῇ εἰς Κοπεγχάγην διὰ νὰ προσφέρῃ τὸ στέμμα τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν ἐκλεχθέντα ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων· αὐτὸ φέρει ἡμερομηνίαν τῆς 15 Ἀπριλίου. Ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου δὲν ἠδυνήθην νὰ συναγάγω, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἔφθασεν τὴν ἡμέραν ἐκείνην, δηλ. τὴν 15, ἢ τὴν 14 ἢ ἄλλην τινὰ ἡμέραν, διότι τὰ ἔντιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν μοὶ λέγουσι τίποτε περὶ τούτου· ὥστε, ὅ,τι συνάγω ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, εἶναι ἡ εὐχάριστος εἴδησις, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ἤδη εἰς τὴν Κοπεγχάγην· καὶ σᾶς λέγω, Κύριοι, ἡ εὐχάριστος εἴδησις· σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ σημειώσητε τὶν λέξιν ταύτην καὶ νὰ τὴν σταθμίσητε δεόντως, διότι νομίζω, ὅτι ἡ εἴδησις πραγματικῶς εἶναι εὐχάριστος. Τὸ τηλεγράφημα ὅμως τοῦτο, γεγραμμένον διὰ συμβολικῶν ἀριθμῶν, δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ διερμηνευθῇ, διότι ὁμάδες τινὲς ἀριθμῶν εἶναι ἠλλοιωμέναι· ἐπομένως δὲν ἠδυνήθην νὰ συναγάγω μίαν πλήρη ἔννοιαν ἐκ τῶν διαφόρων περιόδων τοῦ τηλεγραφήματος τούτου. Ἀλλαχοῦ δὲ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο περιέχει ὁμάδας ἀριθμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀρχίζουν μίαν ἔννοιαν, ἀλλὰ σταματῶσιν ἐκεῖ, καὶ δὲν τελειόνουν· ἐπομένως δὲν μοὶ ἐγένετο δυνατὸν οὐδὲ κατὰ τὸ μέρος τοῦτο νὰ συναγάγω ἔννοιάν τινα, ὥστε τὸ τηλεγράφημα ἔχει δύω τινὰ ἐλαττώματα, τὸ πρῶτον, ὅτι ἀρχίζει ἐννοίας, τὰς ὁποίας δὲν τελειώνει, τὸ δεύτερον δὲ, ὅτι ἐν τῇ ἐξηγήσει καὶ τῇ ἐκφράσει ἐκείνῃ ἀριθμοὶ ἠλλοιωμένοι, ὁμάδες ἀριθμῶν μεταβεβλημένων, δὲν ἀποτελοῦν μίαν ἔννοιαν. Εὑρίσκονται ἐκτὸς τῶν ἐλλείψεων τούτων καὶ ἄλλαι τινὲς ἐλλείψεις, διότι πραγματικῶς νομίζω, ὅτι τὰ ἔντιμα μέλη, οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν, ἤθελον εἶναι πλέον λεπτομερεῖς εἰς τὴν ἔκφρασιν· ἤθελον μοὶ ἀναγγείλει πότε ἔφθασαν καὶ ἤθελον μοὶ παραστήσει ἀκριβέστερον τὰ πράγματα· διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην, τῇ κοινῇ γνώμῃ τῶν συναδέλφων μου, καὶ παρεκάλεσα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ διατάξῃ ἓν τῶν ἀτμοπλοίων νὰ καταπλεύσῃ εἰς Σύρον ἀμέσως, νὰ μεταφέρῃ ἐκεῖ ἕνα ὑπάλληλον τοῦ ὑπουργείου, ὅστις νὰ μεταφέρῃ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὴν Κοπεγχάγην, νὰ πράξῃ δηλ. τὴν répetition, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν ἓν δεύτερον τηλεγράφημα καὶ θέλω εὑρεθῆ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ σᾶς ἀναγγείλω τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω νὰ ᾖναι εὐάρεστον.
§53ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις θέλει ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς γενομένας αὐτῷ προχθὲς ἐπερωτήσεις.
§55ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι καλλίτερον, Κύριε Πρόεδρε ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ ἄλλαι ἐργασίαι καὶ ν’ ἀρχίσωμεν τὸν φορολογικὸν νόμον.
§56ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ τελειώσωμεν πρῶτον αὐτό.
§57Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριοι, πρὶν ἢ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὰς γενομένας ἐπερωτήσεις, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω μίαν πρότασιν. Ἡ πρότασις αὕτη ἀφορᾷ τὸν ἐθνικὸν ποιητὴν Σοῦτζον. Εἰς ὑμᾶς εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ ποιητὴς οὗτος πρὸ πολλοῦ ἠσθένησε βαρέως, καὶ ἤδη εὐτυχῶς εὑρίσκεται εἰς ἀνάῤῥωσιν· οἱ ἰατροὶ συνεβούλευσαν αὐτῷ νὰ κάμῃ ἓν ταξείδιον, ἀλλ’ ὁ ποιητής, καθὼς ὅλοι οἱ ποιηταί, εἶναι λίαν πτωχός· γνωρίζετε τὴν ἀρετὴν τοῦ Σούτζου, εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσῃ τις περὶ τοῦ Σούτσου καὶ νὰ εἴπῃ τι περιπλέον. Ἀνεφέρθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐζήτησε συνδρομήν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται εἰμὴ νὰ τὴν χορηγήσῃ, ἀλλὰ προηγουμένως ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Προτείνω λοιπὸν ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡς πληρεξούσιος ἀκόμη εἰς ὑμᾶς νὰ χορηγήσητε εἰς τὸν ποιητὴν Σοῦτζον 2000 δραχμῶν συνδρομήν, συνάμα ἡ Κυβέρνησις θέλει φροντίσει νὰ διευκολύνῃ αὐτοῦ τὸ ταξείδιον εἰς ἓν πλοῖον τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἡμῶν ἑταιρίας. Αὕτη εἶναι ἡ πρότασίς μου. Μὲ εὐχαρίστησιν, Κύριοι, σᾶς ἀναγγέλλω ὅτι καθ’ ὅλον τὸ κράτος ὑπάρχει ἡσυχία καὶ τάξις, εἰς τοῦτο δὲ συνεισέφερε καὶ τὸ ἄκουσμα περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως· μόνον εἰς τὰ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν ἐπιπολάζουν λῃσταί, τρεῖς λῃστρικαὶ συμμορίαι, ἡ πρώτη, συγκειμένη ἐκ δέκα ἀνθρώπων, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων εἶναι εἷς συγγενὴς τοῦ Νταβέλη, ἡ δευτέρα συμμορία σύγκειται ἐκ 5 μέχρι 6 ἀγνώστων, καὶ ἡ τρίτη σύγκειται ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας τοῦ Κυρίου Πετσάλη, καὶ αὐτὴ συνισταμένη ἐκ 5 μέχρις 6. Μὴ ἀμφιβάλλητε, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μέλημα πρώτιστον τῆς ὁποίας εἶναι νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς τάξεως, ἔλαβε τὰ προσήκοντα μέτρα, δηλ. ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν δύναται εἰμὴ χαρτιὰ νὰ γράφῃ,—ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἅμα ἀνηγγέλθη αὐτὴ ἢ ἐκείνη ἡ πρᾶξις ἐκ μέρους τῶν λῃστρικῶν αὐτῶν συμμοριῶν, ἀνέφερε πρὸς τὰς ἁρμοδίας στρατιωτικὰς ἀρχὰς καὶ ἰδίως πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ, καὶ πιστεύει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι αἱ ἀρχαὶ αὗται ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἐνῷ ἦτο χρέος τῆς στρατιωτικῆς ἐξουσίας νὰ καταλαμβάνῃ ἐπικαίρους θέσεις πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς καταδιώξεως καὶ καταστροφὴν τῶν τεράτων αὐτῶν τῆς κοινωνίας, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὰς ἁρμοδίας αὐτὰς ἀρχὰς, ὅτι ἐπίκαιροι θέσεις εἶναι ἡ δεῖνα καὶ δεῖνα καὶ πρέπει νὰ καταληφθῶσιν. Ἀκούσατε, Κύριοι· παρεκαλέσαμεν τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις Δαφνῆ, Σκαραμαγκᾶ, Ἀσπροπύργιον, Σουλιώτου, ἅγιος Μερκούριος, Μεσογείου, Λιώσια κ. λ. π. Τί θέλετε, Κύριοι, περισσότερον νὰ πράξῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν; Ὁ Κύριος Πετσάλης, ὅστις περὶ πολλοῦ ποιεῖται τῆς εὐημερίας τῆς πατρίδος, καθὼς καὶ ὅλοι ἡμεῖς, καλῶς ποιήσας ἔκαμε τὴν ἐπερώτησιν αὐτήν, καὶ ἔλαβε βεβαίως ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ὅτι καὶ δύω ὑπηρέται αὐτοῦ, ὡς ἀνέφερον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ἐτράπησαν εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον. Πιστεύω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεννοήθην πολλάκις καὶ ἐσχάτως, ἐνήργησε καὶ θέλει ἐνεργήσει τὸ καθ’ ἑαυτὸν, διότι εἶναι λίαν πρόθυμος. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἡ Κυβέρνησις, φρονοῦσα, ὅτι διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας ἤθελε συντελέσει πολὺ εἷς ἀξιωματικὸς, ὅστις καὶ ἄλλοτε ἔδειξε δείγματα τοιαῦτα, (ὁ Κύριος Μοίραρχος μέχρι τοῦδε ἐν Θήβαις) ἀνεκάλεσεν αὐτὸν καὶ ἀνέθεσεν εἰς αὐτὸν τὴν καταδίωξιν, ἑπομένως ἐλπίζεται αἴσιον ἀποτέλεσμα κατὰ τῶν ληστρικῶν αὐτῶν συμμοριῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι τόσον φοβεραί.
§58ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ποῖος εἶναι;
§59Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Εἶναι ὁ Μπακάλογλους.
§60ΙΑΛΕΜΟΣ. Καὶ ἄλλη ἐπερώτησις, Κύριε ὑπουργὲ, Σᾶς ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸν Κύριον Δαγρέν.
§61ΔΑΓΡΕΣ. Ἠθέλησα νὰ μάθω προχθὲς, ἂν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ ἠδυνήθησαν νὰ ἀνακαλύψωσι τὸ ἐθνικὸν λεγόμενον κομητάτον, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε διαφόρους προκηρύξεις καὶ προσεκάλει τὸν λαὸν νὰ σφάξῃ, πρὸς δὲ τούτοις καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν τῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ τῶν Μπερναϊκῶν.
§62Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐλυπήθη εἰς ἄκρον, ἅμα ἀνεφάνησαν οἱ λίβελλοι· οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ ἔλαβον πρόνοιαν καὶ ἐνεργεῖται ἀνάκρισις, ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι τοῦδε τίποτε δὲν ἀνεκαλύφθη, διότι, ὡς γνωρίζετε, αἱ τοιαῦται πράξεις δυσκόλως ἀνακαλύπτονται, περὶ δὲ ἀδελφοποιϊῶν δὲν ὑπάρχει ἀκόμη τι ἀνακεκαλυμμένον· ἂν καὶ περὶ τούτου ἐνεργεῖται ἀνάκρισις· ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς δύναται νὰ σᾶς πληροφορήσῃ, ἂν θέλετε νὰ μάθητε, ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης· ἐγκαίρως ἐπελήφθη ἡ ἀνάκρισις τῆς καταδιώξεως καὶ αὐτῶν τῶν ἐγκλημάτων καὶ πιστεύω, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι αἴσιον. Ἡ Συνέλευσις, Κύριοι, καλῶς ποιοῦσα διῃρέθη εἰς τμήματα καὶ ἐργάζεται ἐπὶ διαφόρων νόμων, προπαρασκευάζει τὴν ὕλην καὶ ἐντὸς μικροῦ θέλει συζητήσει διάφορα ζητήματα. Ἐθεώρησα ἐν τούτοις χρέος μου, προλαμβάνων μεγάλους κόπους τῶν ἐπιτροπῶν καὶ τῶν τμημάτων, νὰ κάμω ἓν νομοσχέδιον περὶ γεωργικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει. Εἰς τὸ σχέδιον αὐτὸ κατέγινεν εἷς νέος ἐν Τίρυνθι ὁ διευθυντὴς τοῦ ἀγροκηπίου, ὅστις εἶναι πολὺ πεπαιδευμένος καὶ ἐνάρετος, καὶ φλέγεται ἀπὸ ἐπιθυμίαν νὰ φανῇ συντελεστικὸς εἰς τὴν διάδοσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς Γεωργίας. Ἐγὼ τὸν παρεκάλεσα. Τὸ σχέδιον αὐτὸ συνοδεύεται μὲ τὰς ἀνηκούσας παρατηρήσεις διὰ μιᾶς ἐπίσης ἐκθέσεως· καὶ τὸ σχέδιον καὶ ἡ ἔκθεσις, ἂν ἐπιτρέψῃ ἡ Συνέλευσις, νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, παρ’ ἧς θέλει ἴσως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ θέλει τὴν φωτίσει.
§63ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα μάλιστα.
§64ΛΑΠΑΣ. Ὁ φορολογικὸς νόμος, Κύριοι.
§65ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Σᾶς εἶπον, Κύριε πρόεδρε, ὅτι ἔχω νὰ ἐρωτήσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν περὶ συνωμοσιῶν ἐντὸς τοῦ Ναυτικοῦ καὶ περὶ τυχαίων προβιβασμῶν.
§66ΣΟΥΪΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατόπιν ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν ἐπερώτησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν.
§67ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως νὰ ζητήσετε τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου.
§68ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὰς εἰλικρινεῖς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἐκ τῶν ἐξηγήσεων αὐτῶν δύω τινὰ προκύπτουν· τὸ πρῶτον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ἐπ’ αὐτὸν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, ζητήσας ἀπὸ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς τὸν σκοπόν· τὸ δεύτερον εἶναι ὅτι δὲν θεωρεῖ ἐπίφοβον τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς δημοσίας ἀσφαλείας πέριξ τῆς Ἀττικῆς. Ἐὰν τῳόντι ἐπετύγχανεν ὁ σκοπὸς πάσης Κυβερνήσεως ἐκ τῆς ἐκδόσεως μόνον τῶν διαταγῶν, τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν εἶσθαι τὸ εὐκολώτερον πάντων καὶ ἕκαστος ἠδύνατο νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ καθήμενος ἐντὸς τοῦ δωματίου του· ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ λέγω τὸ νὰ ἐκδίδωνται διαταγαὶ, πρέπει καὶ νὰ ἐκτελῶνται αἱ διαταγαὶ, διότι μὲ μόνας διαταγὰς ἐπαναλαμβάνω δὲν κυβερνῶνται τὰ Κράτη. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς ἀφῆκεν εἰς τὸ σκότος ὡς πρὸς τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν· δὲν σᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐξετελέσθησαν αἱ διαταγαὶ, ἐξηγήθη μόνον πολὺ κοινοβουλευτικῶς λέγων, ὅτι πολὺ ἐλπίζει νὰ ἐκτελεσθῶσιν. Οἱ Ὑπουργοὶ, ὁσάκις ὁμιλοῦν περὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν, ὀφείλουν πάντοτε νὰ ἐκφράζωνται μετὰ θετικότητος καὶ ὁσάκις ἐκφράζονται μετ’ ἀμφιβολίας δηλοῖ τοῦτο μὲ ἁβροφροσύνην, ὅτι δὲν θέλουν νὰ προβοῦν εἰς τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετό τι, ὅθεν περιορίζονται εἰς ἐλπίδας. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅ,τι καὶ προχθὲς, ὅτι ἡ κατάστασις δὲν εἶναι εὐάρεστος ὡς πρὸς τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν καὶ τάξιν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἐλαττωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέδειξεν ὅτι ἔχει ἀρετὰς μεγάλας καὶ τὸ ἀπέδειξεν εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἐποχήν· καὶ δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια, ἡ βασιλεύουσα εἰς τὰς λοιπὰς Ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ὀφείλεται εἰς τὴν εἴδησιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἡγεμόνος.
§69ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι πουθενὰ τάξις καὶ ἀσφάλεια.
§70ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀλλὰ λέγω, Κύριοι, εἶναι τάχα ἀδιάφορον πρᾶγμα, ἀφοῦ ἡ τάξις καὶ ἀσφάλεια βασιλεύει εἰς τὴν λοιπὴν Ἐπικράτειαν, νὰ διοικώμεθα πέριξ ἡμῶν, πλησίον ἡμῶν, νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη κατάστασις, ἥτις, χρεωστῶ νὰ τὸ ὁμολογήσω, οὐδέποτε ὑπῆρξεν εἰς τὴν Ἑλλάδα; διότι ἂν ὑπῆρξαν κατὰ τὸ παρελθὸν ληστρικαὶ συμμορίαι, αὐταὶ συνέκειντο ἀπὸ τοὺς πρώτους εἰς τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο καὶ σήμερον εἶναι τὰ περιτρίμματα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, ἂν κατεβάλλετο ἐλαχίστη προσπάθεια ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπάρξωσι· σᾶς τὸ λέγω τοῦτο μετὰ πάσης βεβαιότητος. Καὶ τῳόντι, Κύριοι, αὐτὴ ἡ ἀφοβία, ἡ ἐνθάῤῥυνσις, ἡ προερχομένη ἀπὸ τὴν ἀτιμωρησίαν εἰς τὸ ἔγκλημα, εἶναι ἐκείνη, ἥτις παρεκίνησεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἴσως ποτὲ δὲν ἐφαντάσθησαν νὰ τραπῶσιν εἰς τὸν ληστρικὸν βίον, νὰ ἐπιδοθῶσιν σήμερον εἰς αὐτὸν χάριν αἰσχροκερδείας· διότι ἔχουν τὴν ἰδέαν, ὅτι, ὅ,τι καὶ ἂν κάμουν εἰς ταύτην τὴν ἐποχὴν, ἐρχομένου τοῦ βασιλέως, θ’ ἀμνηστευθῇ ὁ ἐγκληματίας ἢ θὰ λάβῃ χάριν. Ὡς ἐκ τούτου μάλιστα, Κύριοι, ἐν παρόδῳ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Συνέλευσιν μίαν σημαντικὴν ἔλλειψιν, τὴν ὁποίαν χρεωστῶ νὰ μὴ παραλείψω, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ Συνέλευσις μὴ ἐπιψηφίσασα ἐκείνην τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Σολιώτου, τοῦ νὰ κλείσῃ αὐτὴν τὴν θύραν τῶν ἐλπίδων εἰς τοὺς κακούργους αὐτούς· ἦτον ἓν μέτρον ἀπὸ τὰ σοφώτερα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τοῦτο τὸ Κράτος· διότι ἐπιμένω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀτιμωρησία μόνη καὶ ὄχι ἡ διαφθορὰ εἶναι, ἥτις σπρώχνει αὐτοὺς εἰς αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα· καὶ βεβαίως, ἂν δὲν λάβωμεν αὐτὸ τὸ μέτρον σήμερον, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ὅλοι, ὅσοι εἴμεθα ἐνταῦθα, δὲν ἔχομεν τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, οὔτε ἐνδιαφερόμεθα εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν· πολλοὶ ἐξ ὑμῶν τὰ συμφέροντά των τὰ ἔχουν ἢ ἀλλαχοῦ, ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἢ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν· οἱ πλεῖστοι ὅμως τὰ ἔχομεν ἐντὸς τῶν Ἐπαρχιῶν, καὶ εἴμεθα προσεκτικοὶ εἰς πάντα τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας διὰ νὰ ζητῶμεν τὰ κατάλληλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς ἀποφυγὴν αὐτῶν τῶν κινδύνων· ἐὰν ὅλοι τοὺς ᾐσθανόμεθα, τὸ ψήφισμα αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἐκ τῶν πρώτων, καὶ μάλιστα εἶναι ἀναγκαῖον καὶ ἀναπόφευκτον εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις νὰ ψηφισθῇ, διότι ἡ παρατηρηθεῖσα ἀδιαφορία ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ἠμπορεῖ νὰ χειροτερεύσῃ πολὺ τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Δὲν εἶναι τρεῖς αἱ λῃστρικαὶ συμμορίαι, ὡς σᾶς ἐξέφρασεν ὁ Κύριος Ὑπουργός· νομίζω, ὅτι εἶναι δύω μόνον· ἡ πρώτη, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερε, ἡ τοῦ Νταβέλη, δευτέρα, ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν καὶ δύω ὑπηρέται μου. Σᾶς λέγω δὲ, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἡνώθησαν, εὑρέθην εἰς τὸ κτῆμά μου· ἐγὼ πιστεύσας εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, ὅτι ἤθελον ληφθῆ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐτόλμησα κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν διακοπῶν νὰ ἐξέλθω τῶν Ἀθηνῶν χάριν ἀναπαύσεως διὰ νὰ ὑπάγω εἰς ἓν κτῆμα, τὸ ὁποῖον εἶναι μίαν καὶ ½ ὥραν μακρὰν ἐντεῦθεν. Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ ὑπηρέται μου ἦσαν εἰς τὸ κτῆμά μου, διότι ἔχω πέντε ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους πληρόνω κατὰ μῆνα. Καὶ ἐπειδὴ εἶχον τρεῖς μῆνας νὰ ἐξέλθω τῆς Ἀττικῆς, ἐνδιέτριψα ἐκεῖ ἡμέρας, καὶ μάλιστα ἤμην 1 καὶ ½ ὥραν μαζὶ των εἰς ἐργασίαν τινὰ γεωργικήν, μοὶ ἀπαντοῦσαν πάντοτε μὲ ἔννοιαν. Τὸ πρωῒ μανθάνω ἀπὸ τὸν πρῶτον, τὸν προϊστάμενον, ὅτι αὐτοὶ ἐπῆραν τὰ τουφέκια των καὶ ἀνεχώρησαν, ὡς νὰ ὑπῆγαν εἰς πανήγυριν. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἀρκεῖ τὸ νὰ γράφῃ τις διαταγὰς διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ δημοσίας ἀσφαλείας· αἱ διαταγαὶ ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι σοβαραὶ, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἐκτελῶνται, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ μὴ ἐξεδόθησαν διόλου. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει μία τις ἔλλειψις καὶ αὐτὴ ἀνήκει εἰς τὴν κατάστασιν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν κατάστασιν τῆς Συνελεύσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ κυβερνηθῇ ὁ τόπος· λέγω, ὅτι τὰ ὑπάλληλα ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐκτελοῦν τὰς διαταγάς των, δὲν ὑπείκουν εἰς τὴν θέλησίν της, τὴν περιφρονοῦν· ἐὰν ὑπάρχῃ ἔλλειψις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τόσον εἰς τὴν παροῦσαν ὅσον καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν, εἶναι ὅτι ποτὲ δὲν ἦλθον εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ὑποδείξουν τὴν ἔλλειψιν ταύτην, ἡ Συνέλευσις ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἐν ἀγνοίᾳ τῆς καταστάσεως ταύτης· αὐτὸ εἶναι ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον γνωρίζουν πολλοὶ εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ ᾖναι τελεσφόρα τὰ μέτρα, ἂν δὲν λάβῃ ἡ Συνέλευσις ἕτερον μέτρον κατάλληλον τὸ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κάθηνται εἰς τὰς Ἀθήνας, πληρόνονται ἁδρὰ ἀπὸ τὸ δημόσιον Ταμεῖον καὶ δὲν καταγίνονται διόλου εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἔχομεν 4000 στρατὸν εἰς Ἀθήνας, ἀλλὰ ἡμίσειαν ὥραν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξέλθῃ τις ἔξω τῶν Ἀθηνῶν, καὶ μολοντοῦτο τὸ Ἔθνος ὑποφέρει τὸ δυσβάστακτον βάρος 11 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος χωρὶς νὰ ἤμεθα ἀσφαλεῖς εἰς Ἀθήνας· δὲν εἴμεθα ἀσφαλεῖς εἰς τὰς οἰκογενείας μας, δὲν εἴμεθα ἀσφαλεῖς εἰς τὰς ἀγυιὰς· καὶ τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἴμεθα ἀσφαλεῖς ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως. Ὁ Κ. Γούδας ἰατρὸς βεβαιοῖ ὅτι πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν εἰς τὸν ἐλαιῶνα τῶν Ἀθηνῶν ὑπῆρχον 80 ἄνθρωποι ἔνοπλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπερίμενον διαταγὰς ἀπὸ τὰς Ἀθήνας νὰ ἑνωθοῦν μετ’ ἄλλων, βεβαίως πρὸς σκοποὺς ἐγκληματικούς. Εἶναι κατάστασις πραγμάτων τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ ὑποφέρῃ ἡ Συνέλευσις, εἶναι κατάστασις ἡ ὁποία περιποιεῖ τιμὴν εἰς μίαν Συνέλευσιν ἢ εἰς μίαν Κυβέρνησιν; Κύριοι, ἐνῷ ἐγὼ προχθὲς ἔφερον τὸν λόγον ἐνταῦθα διὰ νὰ προσκαλέσω τὴν προσοχήν σας, ἐγίνοντο νέα ἐγκλήματα πλησίον τῶν Ἀθηνῶν. Ἀφοῦ αὐτοὶ οἱ κακοῦργοι, οἱ λῃσταὶ, προστατεύονται, καὶ χρεωστῶ νὰ εἴπω, ὅτι προστατεύονται—προστατεύονται λέγω ἐν ὅσῳ δὲν λαμβάνονται τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἐξαφανισμὸν, πρὸς περιορισμὸν αὐτῶν—ἀφοῦ αὐτοὶ ἐδολοφόνησαν τὸν αἰχμάλωτον, τὸν ὁποῖον εἶχον εἰς χεῖρας, διότι ἀπαιτοῦσαν, ἐπέμενον εἰς τὴν ἀπαίτησίν των περὶ πληρωμῆς αὐτοῖς 9000 δραχμῶν, ἡ δὲ οἰκογένειά του, ἀφοῦ ἐξεποίησεν ὅλα τὰ κινητὰ, δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ συμπληρώσῃ παρὰ μόνον 4½ χιλιάδας ἀπὸ τὰς ὁποίας δὲν εὐχαριστοῦντο ἀλλ’ εἶπον ὅτι καὶ μία δραχμὴ ἂν λείψῃ, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸν παραδώσουν, καὶ μάλιστα διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν αὐτῶν, εἶπον ὅτι 8999 δραχμὰς ἂν δώσετε, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλευθερώσωμεν τὸν αἰχμάλωτον· ἀφοῦ οἱ συγγενεῖς του, ἡ κυβέρνησις δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ τοὺς βοηθήσῃ, ἵνα πληρώσωσι τοὺς λῃστάς, καθὼς ἔκαμεν ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις τοῦ Ὄθωνος, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἄπρακτοι· μόλις ἀπεμακρύνθησαν καὶ οἱ λῃσταὶ ἐπῆραν τὸν αἰχμάλωτον ὀλίγα βήματα εἰς ἓν ῥεῦμα καὶ ἐκεῖ τὸν ἐκουμπούριασαν καὶ τὸν ἐσκότωσαν, καθ’ ἣν δὲ ἡμέραν ἔκαμον ἐνταῦθα τὴν ἐπερώτησιν ἀπὸ τοῦ βήματος, οἱ αὐτοὶ λῃσταὶ συνελάμβανον τὸν ἕτερον γαμβρὸν τῆς αὐτῆς οἰκογενείας ὁ ὁποῖος ἦτο ἄλλοτε ἰδικός μου ὑπηρέτης καὶ τὸν υἱὸν αὐτῆς, εὑρίσκεται δὲ σήμερον ὁ ἀρχηγὸς τῆς δυστυχοῦς αὐτῆς οἰκογενείας ἐνταῦθα φοβούμενος νὰ ἐξέλθῃ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ Συνέλευσις ὀφείλει σήμερον ἀνυπερβλήτως νὰ ἐκλέξῃ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ τὰ τμήματα, ἓν μέλος ἀπὸ ἕκαστον τμῆμα, διὰ νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ κατάλληλα μέτρα εἰς ἐξασφάλισιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν πέριξ, καὶ αὐτῶν τῶν μέτρων νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἀπὸ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀποδίδω οὔτε ἔλλειψιν προαιρέσεως, οὔτε ἔλλειψιν προθυμίας, δὲν ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν ποῦ ἔγκειται τὸ λάθος, ποῦ ἔγκειται ἡ αἰτία τῆς ματαιώσεως τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει πᾶσα κυβέρνησις νὰ λαμβάνῃ κατὰ τῶν ἐπιθυμούντων νὰ διαταράξωσι τὴν κοινὴν ἡσυχίαν, τότε θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τοὺς λόγους τῆς ἀδυναμίας της. Ἠξεύρω ὅτι εἰς τὰς ἐπαναστάσεις γεννῶνται ποικίλα στοιχεῖα ἀναρχίας, εἶναι ἑπόμενον, δὲν εἶναι ζήτημα αὐτὸ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ κοινωνία καὶ αἱ κυβερνήσεις ἔχουν καθῆκον νὰ παλαίσουν ἰσχυρῶς ἐναντίον αὐτῶν, διότι ἐὰν δὲν γίνῃ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον καὶ κυβέρνησις νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ἐπανάστασις νὰ εὐοδωθῇ· καὶ δὲν ἠμπόρεσα ἀκόμη ἐγὼ νὰ ἐννοήσω ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τὴν γενομένην Ὀκτωβριανὴν ἐπανάστασιν· ἠξεύρω ἐκ τῆς ἱστορίας ὅτι παντοῦ ὅπου ὑπῆρξεν ἐπανάστασις, φυσικὴ συνέπεια αὐτῆς ἦτο πυρετὸς εἰς τὴν διάνοιαν καὶ εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ σώματος. Εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁσάκις ἔγειναν ἐπαναστάσεις ποτὲ δὲν ὑπῆρχον ἰσχυρότεροι οἱ νόμοι, καὶ ἐσωτερικῶς ἡ ἀσφάλεια, καὶ ἐξωτερικῶς ἡ δύναμις αὐτῶν, ποτὲ ἡ Ἀγγλία δὲν ὑπῆρχε μεγαλειτέρα παρὰ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Κρόμβελ· ἕως τότε ἡ Ἀγγλία ἦτο δύναμις τρίτου ἢ τετάρτου βαθμοῦ, ὁ Κρόμβελ ἐδόξασεν αὐτήν. Ποτὲ αἱ κυβερνήσεις ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειάν των δὲν ἐφάνησαν κατώτεραι τῶν περιστάσεων, αἱ κυβερνήσεις πρέπει νὰ φανῶσιν ἀνώτεραι, αἱ κυβερνητικαὶ θέσεις δὲν εἶναι θέσεις αἱ ὁποῖαι δίδονται πρὸς ἱκανοποίησιν προσωπικῶν φιλοτιμιῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ κατέχωνται αἱ θέσεις παρ’ ἀνθρώπων ἱκανῶν, οἱ ὁποῖοι εἰσὶν ἱκανοὶ νὰ ἀφιερώσωσιν εἰς τὸ κράτος καὶ τὴν ἰδίαν των ὕπαρξιν· θεραπεῖαι προσώπων ἠμπορεῖ νὰ γίνωνται εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις, καὶ ἀπορῶ βλέπων τὴν μεγίστην διαφορὰν ἡμῶν ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔθνη· εἰς ἐποχὰς ἀνωμάλους, εἰς ἐπαναστάσεις ποτὲ αἱ κυβερνήσεις δὲν πρέπει νὰ δεικνύωνται ἀνίκανοι· ἐνῷ ἀπαιτούσαμεν ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ Ὄθωνος νὰ ἔρχωνται εἰς τὰς βουλὰς νὰ παραιτῶνται, ἢ νὰ παραιτῶνται ἐνώπιόν του ὁσάκις δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτελέσωσιν ὅ,τι ἡ συνείδησίς των καὶ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπαιτοῦσι, πολὺ περισσότερον ὑπάρχει εἰς τοὺς σημερινοὺς ὑπουργοὺς ἡ ὑποχρέωσις νὰ καθυποβάλλουν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς παραιτήσεις των ἢ νὰ ζητήσουν τὴν ὑποστήριξίν της, ἄλλως λέγω ὅτι ἔγκειται ἐπ’ αὐτῶν μεγάλη εὐθύνη πολὺ μεγαλειτέρα, παρὰ εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις ἡ ἀξιολύπητος, ἡ ἀναξία τῆς ἐποχῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ πρωτεύουσα καὶ τὰ πέριξ, πρέπει νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, πρέπει νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία νὰ συζητήσῃ ἐντὸς τῆς ἡμέρας καὶ νὰ ἀποφασίσῃ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσι, διότι ἠμπορεῖ ἡ κυβέρνησις ὡς μὴ ἔχουσα νομοθετικὴν δύναμιν νὰ ἔχῃ ἀνάγκην μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ ἡ Συνέλευσις, καὶ ἐπειδὴ εἶναι κυρίαρχος, καὶ ἡ Κυβέρνησις μία δύναμις περιωρισμένη, ἡ Συνέλευσις ἔχουσα τὴν νομοθετικὴν δύναμιν καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιβλέψῃ ὑψηλότερα εἰς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἂς ψηφίσῃ μέτρα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ἀναπόφευκτα καὶ ἀναγκαῖα πρὸς καταστολὴν αὐτῶν τῶν κακουργημάτων.
§71ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ ΒΙΛΑΕΤΗΣ. Κύριοι, τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι ἐμβριθέστατον, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, καὶ πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ πατριωτισμός σας καὶ ἡ σύνεσίς σας θέλουν σᾶς φέρει εἰς θέσιν νὰ ἐνεργήσητε τὰ δέοντα, θέλουν σᾶς βάλλει εἰς θέσιν νὰ κατανοήσητε, ὁποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος σήμερον. Ὁ Κύριος Πετσάλης, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος ἔκαμε τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν· «πρὸ δύω μηνῶν ἡ ἡσυχία διεταράχθη, καὶ πολὺ περισσότερον πέριξ τῆς πρωτευούσης». Ὁ δὲ Κύριος Δαγρὲς σᾶς ἐπρόσθεσεν, ὅτι «ἀπό τινος καιροῦ μυστικῶς καὶ κρυφίως ἐν τῷ σκότει τεκταίνονται καὶ διαδίδονται ἰδέαι προκαλοῦσαι τὸ στῖφος διὰ νὰ ὁπλισθῇ μὲ τὰ ἐγχειρίδια διὰ νὰ καταβάλῃ τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος». Τρίτον ἀντικείμενον, ἢ κατηγορία, ὅπως θέλετε, ἐπροτάθη, ὅτι διεδόθη εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι ἐνεργεῖται ἀντεπανάστασις ἀπὸ ἀνθρώπους ἀναδεχθέντας τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ πεπτωκότος Ἡγεμόνος, καὶ ὅτι πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν διενεμήθησαν χρήματα, συνελήφθησαν διάφορα πρόσωπα, παραβιάζεται ἡ ἐχεμύθεια τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ αἴφνης τελειώνει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα χωρὶς κἂν νὰ μάθῃ τι ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας καθῆκον ἦτο νὰ λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα καὶ νὰ εὕρῃ τοὺς καταγγελθέντας ἢ τοὺς καταγγείλαντας· ἦτο καθῆκον της λέγω· καὶ ἐὰν δὲν ἐξεπλήρωσεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τὸ καθῆκόν της καὶ ἐκαλύφθη ἡ ἀλήθεια, ἔπρεπεν ἡ Συνέλευσις νὰ τὴν τιμωρήσῃ δεόντως· ἐὰν τὸ ἐξεπλήρωσε καὶ ἦτο ψεῦδος τὸ θρυλληθὲν, ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ νὰ εὕρῃ πόθεν πηγάζουν αἱ ἐνέργειαι, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ν’ ἀποδείξουν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ἡ ὁμόφωνος ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔκαμε τὴν ἐπανάστασιν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα καὶ ἔρχομαι νὰ τὰ ἀναπτύξω. Ἔρχομαι εἰς τὸ πρῶτον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω πῶς, μολονότι ἔχω πολὺ καλὴν ἰδέαν διὰ τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὰ αἰσθήματά του, δὲν ἠξεύρω πῶς, καὶ πιστεύω ὅτι αἱ ἐξηγήσεις δὲν παριστάνουν τὴν ἰδέαν, ἔλαβε τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον αἰσθάνεται δι’ αὐτὴν τὴν περίστασιν. Σᾶς λέγουν, ὅτι λῃστεῖαι σχηματίζονται, καὶ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν λῃστρικαὶ συμμορίαι περιφέρονται καὶ κάμνουν τοῦτο καὶ τοῦτο, καὶ τί γίνεται; Ἔρχεται ὡσαύτως ὁ Κύριος Πετσάλης καὶ λέγει, ὅτι ἔξωθεν τῶν Ἀθηνῶν συνέλαβον ἀνθρώπους, τοὺς ἐσκότωσαν, καὶ νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν; εἶναι πρώτη φορὰ, ὅπου τὸ ἤκουσα, καίτοι Πληρεξούσιος. Ὁ δὲ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον, σᾶς εἶπον, δὲν ἀδικῶ, σᾶς λέγει, ὅτι ὅ,τι ἀπητεῖτο τὸ ἔπραξε· ἐπροσκάλεσε τὰς ὑπαλλήλους ἀρχὰς, ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ καταληφθοῦν αἱ θέσεις ἐκεῖναι, καὶ τοῦτο ἐγένετο διὰ νὰ καταβάλῃ αὐτοὺς τοὺς κακούργους. Κύριοι, αὑτὴν τὴν φράσιν θὰ τὴν ἐξετάσω, διότι τὴν ἐξήτασα εἰς μίαν ἄλλην περίστασιν, καθ’ ἣν ἦτο δεμένη ἡ γλῶσσα ἑκάστου καὶ ἦτον Ὑπουργὸς ὁ Κύριος Σμόλεντς. Ποτὲ ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, δὲν ἔλαβεν αὐτὴν τὴν μεγάλην ἀδιαφορίαν, ἡ ὁποία τῆς ἐπιβάλλει ἓν στίγμα. Ποτὲ δὲν ἐλάβομεν τὸ θάῤῥος νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν! Καὶ σήμερον ἀκόμη εἴμεθα εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, Κύριοι. Καὶ σήμερον ἀκόμη δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ἐξετάσωμεν διὰ νὰ ἴδωμεν, ποῖα εἶναι τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν αὐτὴν τὴν δυστυχίαν! Κύριοι, εἶναι τὸ μεγαλείτερον ἔγκλημα· ἀφίνομεν ἐκεῖνο τὸ στίγμα, τὸ ὁποῖον ἐπελήφθησαν καὶ οἱ ἔξω ἐχθροὶ ἡμῶν, διὰ ν’ ἀποδείξουν, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι φύσει λησταί· ἐνῷ, ἐὰν ἐξετάσητε τὰς ἀφορμὰς, θέλετε ἴδει, ὅτι ἀνεξαιρέτως ὅλαι αἱ ληστεῖαι ἦσαν ἔργα τῆς ἐξουσίας· διότι οἱ ὑπάλληλοί της δὲν ἦσαν ἄλλο εἰμὴ τύραννοι, δεσπόται οἰκτροὶ, ἀνόητοι, ἐλῄστευον, ἐμάστιζον, ἠτίμαζον· καὶ μόλα ταῦτα οὐδεὶς εὑρέθη νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτοὶ οἱ λεγόμενοι λησταὶ εἶναι οἱ σωτῆρες τῆς πατρίδος καὶ τῶν ἐλευθεριῶν της, διότι ὑπερήσπιζον τὴν ἐλευθερίαν των. Ἡ ἐξουσία ἡ σημερινὴ ἰδοὺ τὶ ἔγκλημα ἔκαμε· συμμερίζεται τὰ ἔργα τῶν προγενεστέρων, ἀφίνει τὰ ἐξαμβλώματα αὐτὰ νὰ ἀνησυχοῦν ἀκόμη τὴν κοινωνίαν. Κύριοι! εἶναι ἐδῶ εἷς ἄνθρωπος, εἷς ἀνακριτὴς λεγόμενος Κηρύκης, ὁ ὁποῖος περιφέρεται εἰς Ἀθήνας, ὁ ὁποῖος ἐπήγαινεν ἐν Ἠλείᾳ εἰς τὴν καλύβην τοῦ τζοπάνη καὶ τοῦ ἔλεγεν «ἐπῆρες χρήματα ἀπὸ τὸν Μπερνάου διὰ νὰ ἐπαναφέρῃς τὸν Ὄθωνα!» Καὶ ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν τὸν εἰσάγει εἰς δίκην διὰ νὰ τοῦ τζακίσῃ τὰ κόκκαλα. Μεταβολὴ δὲν ἔγεινεν εἰμὴ κατὰ τοῦτο μόνον, τὸ νὰ λάβουν μερικοὶ ἄνθρωποι θέσεις καὶ νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ λέγωμέν τινες ὅτι, εἴμεθα κυρίαρχοι. Ἠλλάξαμεν τὴν κατάστασιν τοῦ Ἕλληνος; Ἔπαυσεν ἡ πίεσις; Ἔλαβεν ἐλευθερίαν; Τί ἔγεινε 5, 6 μῆνας; Τίποτε. Λοιπὸν ἡ Συνέλευσις ἔχει τὸ ἁμάρτημα αὐτὸ, διότι δὲν βάζει τὰς Κυβερνήσεις εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ μεταβάλλουν τὴν κατάστασιν ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν ἔγεινεν ἡ ἐπανάστασις. Στρατιωτικοὶ, πολιτικοὶ, οἰκονομικοὶ, δικαστικοὶ δὲν ἠξεύρουν, ὅτι ὁ Ἕλλην εἶναι ἐλεύθερος. Λοιπὸν ἐρωτᾶτε τώρα, διατὶ εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις; Νὰ σᾶς τὸ εἴπω διατί; ἐφούντωσε τὸ κλαδὶ, ὅπου λέγουν. Ἐνόσῳ εἶναι τοιοῦτοι Νομάρχαι, τοιοῦτοι Μοίραρχοι, τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἐνόσῳ εἶναι τοιοῦτοι Ἔφοροι, τοιοῦτοι Ταμίαι, θὰ ᾖναι τοιαῦτα. Ἰδοὺ λοιπὸν λοιπὸν ἡ αἰτία, Κύριοι· μόνον χαριζόμενος ὁ ἕνας Ὑπουργὸς, διότι τοῦ ὡμίλησεν ὁ κουμπάρος του, ὁ ἄλλος, διότι τοῦ ὡμίλησεν ἕνας ἄλλος πράττουν ὅ,τι πράττουν. Αἴ, Κύριοι, εἰς αὐτὸ τὸ μέρος πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὰ αἴτια, καὶ ὅταν ἐξετάσητε τὰ αἴτια, πρέπει νὰ ἐπιφέρετε τὴν δέουσαν θεραπείαν. Ἐγὼ δὲν ἔχω συμπάθειαν, οὔτε συστέλλομαι νὰ ἀποδώσω εἰς καθένα ὅ,τι πρέπει. Ἡ ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις, Κύριοι, εὑρέθη εἰς μίαν ἔκτακτον περίστασιν καὶ δὲν ἠδύνατο οὔτε νὰ ἐνεργήσῃ, οὔτε νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν· ὅ,τι ἔκαμε τὸ ὑπηγόρευσεν ἡ περίστασις· ἀλλ’ ἡ ἑπομένη διατί νὰ ἐπαυξήσῃ, ἂν θέλετε, τὸ κακόν; διατί νὰ διατηρήσῃ τοὺς κακούργους; ἡ δὲ σημερινὴ Κυβέρνησις εἶναι κατὰ τοῦτο κατακριτέα, ὅτι ἀφίνει τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐκληρονόμησε· δὲν εἶναι ἔργον της· ἐνόσῳ ὅμως τὰ ἀφίνει, εἶναι ὑπεύθυνος. Ἐγὼ δὲν θὰ λείψω εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ζητῶ λόγον ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν αὐτήν· κολακεύομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὰς συμπαθείας των· ἐγὼ τὰς ἰδικάς μου τὰς κηρύττω δημοσίᾳ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι σήμερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔχουν τὴν θέλησιν, δὲν ἔχουν τὴν τόλμην· ἔχουν τὴν θέλησιν, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὴν ἐπιμέλειαν διὰ νὰ ἐξετάσουν, τὸ λέγω παῤῥησίᾳ, δὲν ἔρχονται εἰς τὰ πράγματα, διὰ νὰ φέρουν τὴν μάχαιραν ὄχι τοῦ δημίου, ἀλλὰ τοῦ κηπουροῦ, διὰ νὰ κόψουν τὸ ἐπιβλαβὲς καὶ νὰ μείνῃ τὸ ὑγιὲς, ἔχουν ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι τοῦ μεσαιῶνος.
§72ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τί ἐννοεῖς τοῦ μεσαιῶνος;
§73ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Εἶναι λογιώτατοι.— Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον μέρος, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σπουδαῖον, Κύριοι, καὶ ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι, κατ’ ἐμὲ τουλάχιστον, εἶναι τὸ σπουδαιότατον. Ἐκφράζω δὲ τὴν εὐγνωμοσύνην μου εἰς τὸν Κύριον Δαγρὲν, ὁ ὁποῖος ἔῤῥιψεν αὐτὸ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην διὰ νὰ λάβῃ τὰ μέτρα της, νὰ βάλῃ τὸν δάκτυλον εἰς τὸ κεφάλι της. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι, ὅτι ἀπό τινος καιροῦ ἐπανάστασις, διακηρύξεις....
§74ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀντεπανάστασις.
§75ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Τί ἀντεπανάστασις, ἐγὼ τὴν λέγω καταστρεπτικήν· ἀντεπανάστασις εἶναι τὸ νὰ θέλουν νὰ κινήσουν, χωρὶς νὰ ἔχουν τὴν τόλμην καὶ τὸ θάῤῥος νὰ καταδείξῃ τὸν ἐχθρὸν τῆς πατρίδος, θέλουν, λέγω, νὰ ὁπλίσουν τὸν ἀδελφὸν μὲ τὸ ἐγχειρίδιον κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ; Ἡ ἐπανάστασις δὲν κόπτει κεφάλια, δὲν ἔρχεται μὲ δολοφόνον χεῖρα, εἶναι μία φλόξ· ἀλλ’ ἡ φλὸξ φωτίζει καὶ καταστρέφει τὰ κακά· καταστρέφει μὲν πολλὰ χρήσιμα, ἀλλὰ φωτίζει καὶ φέρει πολλὰ καλά. Σᾶς λέγω λοιπὸν ὅτι οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος ὑποσκάπτουν τὰ θεμέλια τῆς ἐλευθερίας· ἐδῶ μέσα μᾶς εἰσῆξαν καὶ ξένους καὶ ἄρχοντας καὶ ἄλλους καὶ ἄλλους. Συνδέονται ὅλοι, Κύριοι, καὶ ὅλοι αὐτοὶ ἐργάζονται ὑπὲρ τοῦ Ὄθωνος. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τοὺς γνωρίζω. Ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω πρὸς αὐτούς Αἴ! εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι τοὺς γνωρίζετε; καὶ διατὶ δὲν ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ τοὺς εἴπητε καὶ νὰ καταδεικνύετε αὐτοὺς τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος διὰ νὰ λάβῃ ἡ κοινωνία τὰ μέτρα της, νὰ ἐκκαθαρίσῃ αὐτὰ τὰ σεσηπότα μέλη, τὰ ὁποῖα κατατρώγουν τὰ σπλάγχνα τῆς κοινωνίας; Ὅταν λοιπὸν σεῖς τοὺς ἠξεύρετε καὶ δὲν τοὺς λέγετε, εἶσθε ἀνόητοι, δὲν ἔχετε τὸ θάῤῥος· καὶ πᾶς μὴ ἔχων τὸ θάῤῥος διὰ νὰ λέγῃ παῤῥησίᾳ τὸν κίνδυνον τῆς κινδυνευούσης τῆς πατρίδος εἶναι ἓν ὂν, ἓν ἐξάμβλωμα, ἓν τίποτε. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζετε, οὔτε ἔχετε τὸ νὰ γενῆτε, μήτε Κάμιλλοι, μήτε Ῥοβεσπιέροι, εἶσθε μηδαμινοὶ ἄνθρωποι καὶ ὁπλίζετε τὴν χεῖρα τοῦ ἀθώου, τοῦ τολμηροῦ μὲν, ἀλλ’ ἀθώου.
§76ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ποῖον ἐννοεῖτε;
§77ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ κάμνουν.
§78ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ παρόντων προσώπων; νὰ μᾶς τοὺς εἰπῆτε (θόρυβος).
§79ΤΙΝΕΣ. Ὁμιλεῖ δευτεροπροσώπως, εἶναι ῥητορικὸν σχῆμα.
§80ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Ἂν τοὺς ἤξευρα, θὰ εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ τοὺς εἴπω· «ἤθελον εἴπει, Κύριε Κατσίνα, ἐσὺ εἶσαι» (θόρυβος). Λοιπὸν, τί βλέπω; Κύριοι, παρατηρήσατε, ὅτι δὲν σᾶς ἀφίνω, οὔτε δισταγμὸν εἰς τὴν ὁμιλίαν μου.
§81ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὤ! διόλου! (γέλως).
§82ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἀποτείνομαι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γράφουν τὰ χαρτιὰ, καὶ νὰ τὸ ἐπαναλάβω, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἀκούσητε καλὰ καὶ θὰ τὸ ἀκούσῃ ὅλος ὁ κόσμος αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ σκότει κάθηνται καὶ κάμνουν χαρτιὰ μὲ τὸν τύπον καὶ λέγουν εἰς τὴν κοινωνίαν· «ἀδελφοὶ ἐχαθήκαμεν, ὑπάρχουν ἐν τῷ μέσῳ σας ἐχθροὶ, ἐπιβουλεύονται τὸ πᾶν» ἀποτείνομαι εἰς αὐτοὺς καὶ λέγω· Κύριοι, γνωρίζετε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, διατί δὲν θέλετε νὰ τοὺς καταγγείλητε; Εἶσθε ἄρα δειλοὶ, εἶσθε μικροὶ ἄνθρωποι. Δὲν τοὺς γνωρίζετε; τότε θέλετε νὰ ταράξητε τοὺς ἀθώους καὶ νὰ τοὺς ὁπλίσητε διὰ τοὺς σκοπούς σας; Μωροὶ ποῦ εἶσθε!» Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ δώσῃ νὰ ἐννοήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν πρέπει νὰ τὸ θεωρήσῃ ἐπουσιῶδες, δὲν πρέπει ν’ ἀφήσῃ αὐτὴν τὴν ἀναίδειαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, ὥστε νὰ βάλλωσι τὴν κοινωνίαν εἰς ἀνησυχίαν, καὶ ἂν θέλητε διὰ τί νὰ μὴ πιστεύσω καὶ νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν φλόγα αὐτὴν θέλουν νὰ ὠφεληθῶσι; Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ τὸ παραλείψῃ τοῦτο ἡ Συνέλευσις καὶ νὰ τὸ θεωρήσῃ ἐπουσιῶδες· ἕκαστος πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ καλῶς καὶ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα. Βλέπετε, Κύριοι, ἓν ἄλλο προγενέστερον, τὰ Βερναϊκά· ἐξ αὐτῶν ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα εἰς τὸ Ἔθνος, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὑπάρχει μερὶς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὑπενεργοῦσι κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἔθνους. Τὸ ἀποτέλεσμα, Κύριοι, τὸ γνωρίζετε, εἴδετε ὅτι δὲν ἐβγῆκε τίποτε, — σεῖς εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ βγῆτε νὰ ὁμιλήσητε, θὰ εἰπῆτε διὰ τί δὲν ἐβγῆκα ἐγώ; Διότι πρώτη φορὰ εἶναι, ὅπου μὲ ἀφήσατε καὶ ὁμιλῶ· (γέλως). Διὰ τί νὰ μὴ προσκαλέσητε σοβαρῶς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην καὶ τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, τὸν καλὸν πατριώτην, νὰ τοῦ εἴπητε, ὅτι καθὼς ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ἔλθῃ ἐδῶ καὶ νὰ ἐκτιμᾷ τὴν κοινὴν γνώμην εἰς 50 ἢ 60 ἀνθρώπους, διὰ τί δὲν ἤρχετο νὰ μᾶς εἴπῃ, ποία εἶναι ἡ κατάστασις αὐτὴ καὶ πόθεν ἐγεννήθη; Ἂν ὁ πατριωτισμός, ἐὰν ἡ ἱκανότης παρίσταται μὲ αὐτὰ τὰ προσόντα, ἐγὼ δὲν ἠξεύρω πλέον τί νὰ εἴπω. Ἄνθρωπος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐνδέχεται .... (θόρυβος) πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος καὶ τὴν ἱκανότητα, δὲν πρέπει νὰ πηγαίνῃ εἰς τὰ ἀνοικτὰ, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὰς αἰτίας καὶ νὰ λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα καὶ οὐχὶ ἐπιπολαίως νὰ γίνεται κατηγορία. Ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν ἔπρεπε νὰ τὴν φέρητε ἐδῶ καὶ νὰ τῆς εἰπῆτε, ἢ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἴδῃ, ὅτι εὑρίσκει ὕλην, ἄλλως νὰ τὴν ἀφήσῃ, ἄλλως νὰ τῆς εἰπῆτε, ὅτι ἀποστρέφω τὸ πρόσωπόν μου.
§83ΖΕΡΒΑΣ. Ἐκεῖνοι οἱ Ὑπουργοὶ ἔπεσαν.
§84ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Ἦλθε, Κύριοι, αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὴν θέσιν μας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐμείναμεν ἕως τώρα. Ἡ θέσις μας εἶναι ἐπικίνδυνος, ἀπαιτεῖ φρόνησιν, ἀπαιτεῖ περίσκεψιν, ἀπαιτεῖ ἐνέργειαν, ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μας, Κύριοι, ἂς εὐχαριστηθῶμεν, ὅτι τὸ κοινὸν δὲν μᾶς ἐλογάριασε τὸ παρελθόν· τοῦ λοιποῦ ὅμως τὸ κοινὸν αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὐχαριστηθῇ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα· ἕκαστος ἐξ ἡμῶν καὶ πατριωτισμὸν ἔχει καὶ νοῦν καὶ πρέπει νὰ σκεφθῇ, ὅτι ἀπὸ αὐτὴν τὴν Συνέλευσιν κρέμαται καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος.
§85ΑΧΟΛΟΣ. Διὰ μίαν τοιαύτην μικρὰν ἐπερώτησιν τοῦ Κυρίου Πετσάλη δὲν πρέπει νὰ χανώμεθα εἰς ἀπεράντους συζητήσεις (θόρυβος).
§86ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Γνωρίζω τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν τοῦ πρώτου λαλήσαντος, τοῦ Κυρίου Πετσάλη, ἔχω καθῆκον νὰ ἐπαινέσω τὴν πρόνοιαν ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὴν πρωτοβουλίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε νὰ φέρῃ ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν τὸ ζήτημα ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐὰν ὑπάρχῃ τι ποθητὸν εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ Ἔθνος, εἶναι ἡ τάξις καὶ ἡ δημόσιος ἀσφάλεια, διότι ἐν αὐτοῖς κεῖται ἡ εὐημερία καὶ ἡ ὕπαρξις τῆς κοινωνίας, ἐξ αὐτῶν ἐξήρτηται ἡ καλὴ ἢ ἡ κακὴ διοίκησις τοῦ τόπου· ἀλλὰ δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ χανώμεθα ὅλως διόλου εἰς θεωρίας, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα εἰς τὴν φύσιν των, πρέπει νὰ ζητήσωμεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ πραχθῇ τοῦτο· καὶ ὅταν πεισθῶμεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατόν τι νὰ πραχθῇ, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ ὑπάλληλος ἢ καὶ αὐτὸς ὁ πολίτης ἀδιαφορῇ, τότε ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶμεν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλωμεν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ὑπάλληλον καὶ τὸν πολίτην ἐνώπιον τοῦ νόμου, διότι, ἂν δὲν γείνῃ τοῦτο, ἡ κοινωνία ἀφ’ ἑαυτῆς ἀποσυντίθεται καὶ δὲν ὑπάρχει· ὁ πρῶτος λαλήσας, Κύριοι, ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἓν παράπονον, θὰ ἐξετάσω, ἂν δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην, τὴν ὑπάρχουσαν, καὶ ἂν δύναται νὰ τὴν ἐνοχοποιήσῃ, ἔστω καὶ ἐπιπολαίως. Ἓν μέγα παράπονον φέρει ὁ Κύριος Πετσάλης, καὶ τί σᾶς λέγει; ὅτι πρὸ πολλοῦ πέριξ τῆς Πρωτευούσης ἡ ληστεία ὕψωσε κεφαλὴν, καὶ ἀπειλεῖ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ πολίτου, πέριξ τῆς Πρωτευούσης ταύτης, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡμεῖς, ἡ κυρίαρχος δύναμις, συνεδριάζομεν, ἡ ληστεία διαπράττει κακουργήματα, τὰ ὁποῖα προσβάλλουσι τὴν ὑπόληψιν τῆς ἐπικρατείας, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὰ διαφιλονεικήσῃ καὶ νὰ τὰ διαψεύσῃ· ὅσα ἀναφέρω εἶναι ἀληθῆ, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐξῆλθεν ἀπὸ τοὺς κόλπους ἡμῶν, ἠδιαφόρησεν ὡς πρὸς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῆς χορηγεῖ ὁ νόμος καὶ τὰ μέσα, νὰ διώξῃ τὸ ἔγκλημα, νὰ τὸ στηλιτεύσῃ καὶ νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἵνα τιμωρηθῇ; Φρονῶ, ὅτι ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν ὑπεράνθρωπον δύναμιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων μέσων καὶ οἱ δύω οὗτοι ὑπουργοὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ὅτι ἔλαβον ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοτε αἱ Κυβερνήσεις ἐλάμβανον πρὸς ἐξόντωσιν τῆς ληστείας, καὶ δὲν ἀμφιβάλλουν, καὶ οἱ ὑπουργοὶ οὗτοι καὶ ὅλη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ ληστεία ἐντὸς ὀλίγου θὰ καταστραφῇ καὶ θὰ εὕρῃ τὴν τύχην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει. Δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ὁμολογήσωμεν μίαν ἀλήθειαν ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ δημοσία τάξις ἐκλονίσθη ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἐντεῦθεν, καὶ ὅτι εἰσέτι ὁ κλονισμὸς αὐτὸς τὴν συνταράττει, δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι καὶ αἱ παρελθοῦσαι Κυβερνήσεις ἠναγκάσθησαν νὰ διορίσωσιν εἰς διαφόρους ἐπαρχίας ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχει, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἡ θέλησις, ἡ ἱκανότης τοὐλάχιστον νὰ διεξαγάγωσι τὸ καθῆκόν των εἰς τὰς δεινὰς περιστάσεις τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἤμεθα τόσον σκληροὶ, ὥστε νὰ ῥίπτωμεν βέλη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῶν Κυβερνησάντων καὶ Κυβερνώντων, χωρὶς νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι καὶ ἡμεῖς αὔριον, ἐὰν κληρωθῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ εὑρεθῶμεν ἠναγκασμένοι νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πορείαν αὐτήν. Τινὲς νομίζουν, ὅτι ἔχουσι τὴν δύναμιν τοῦ Γολιὰθ διὰ νὰ διοικήσωσι τὸ οἰκοδόμημα αὐτὸ καὶ νὰ τὸ φέρωσιν εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια καὶ ὁ νόμος· πρέπει λοιπὸν καὶ εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ νὰ διορθώσουν τὰς ἐλλείψεις πέντε μηνῶν ἐν μιᾷ ἑβδομάδι; Ἀνάγκη πᾶσα, Κύριοι, νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς καιρὸν καὶ ἡσυχίαν διὰ νὰ δυνηθῶσι σκεπτόμενοι νὰ ἀνεύρωσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀσφαλίσωσι καὶ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου καὶ τὴν ἀσφάλειαν αὐτοῦ. Βεβαίως εἷς ὑπουργὸς δὲν πρέπει νὰ θεωρήσῃ ὡς ἐπιτίμησιν μίαν παρατήρησιν ἐγερθεῖσαν ἀπὸ τὸν ζῆλον ἑνὸς ἀνθρώπου, ἵνα τὸν ὑπενθυμίσῃ τὸ καθῆκόν του, τὸ ὁποῖον καὶ τοι ἐνεργούμενον παρ’ αὐτοῦ, νομίζει, ὅτι δὲν ἐνεργεῖται καλῶς· δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν, ὅτι τὴν Κυβέρνησιν ταύτην πρέπει νὰ τὴν θέσωμεν ὑπὸ κηδεμονίαν, διότι δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα ἢ τὴν θέλησιν· δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν, ὅτι ὑποβάλλομεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸν ἔλεγχον ἐπιτροπῆς, διότι τότε εἶναι, ὡς ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην, τότε εἶναι, ὡς ἐὰν θέλωμεν νὰ θέσωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἰς αὐτὴν· καὶ μᾶς κατετάραξε, Κύριοι, ὅλους ἡμᾶς καὶ τὸν Κ. Πετσάλην ἡ εἴδησις ὅτι ληστεῖαι καὶ κακουργήματα διαπράττονται πέριξ τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι ἡ μόνη ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐπράχθησαν τοιαῦτα πέριξ τῆς πρωτευούσης; καὶ ἐλησμονήσαμεν φαίνεται τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐν μὲν τῷ Πειραιεῖ ἐκάθηντο 6000 συμμαχικοῦ στρατοῦ ἐπὶ τῆς κατοχῆς, ἐν δὲ ταῖς Ἀθήναις ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, καὶ ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν ἐξετελέσθη τὸ μέγιστον κακούργημα, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσεν ὁ Νταβέλης;
§87ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν ἔγεινε κατηγορία κατὰ τοῦ ὑπουργείου (θόρυβος).
§88ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀληθὲς τοῦτο, ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε, ὅτι εἷς ἄλλος, ὁ ὁποῖος ἦλθε κατόπιν τοῦ Κυρίου Πετσάλη ἢ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κ. Πετζάλης εἶπεν, ὅτι ἡ ληστεία προστατεύεται, καὶ τὴν λέξιν ταύτην τὴν ἔῤῥιψεν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν ἀορίστως. Δὲν εἶναι κατηγορητήριον τοῦτο, Κύριοι; Ἀφίνει μομφὴν. Ὅταν κατηγορία ῥίπτηται ἀορίστως, ἡ κατηγορία εὐθύνει τοὺς πάντας, τοὺς μὲν, διότι ἴσως ἀποδίδεται εἰς αὐτοὺς ἡ ἐνοχὴ, τοὺς δὲ, διότι δὲν δύνανται νὰ πεισθῶσι, ἂν πράγματι ἡ μομφὴ πρέπῃ νὰ σταθῇ ἐκεῖ ὅπου πρέπει.
§89ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὑπάρχει κατηγορία ἐπίσημος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως;
§90ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ὡμιλήσατε περὶ κατηγορίας ἐπισήμου, καὶ ἐγὼ εὑρίσκομαι ἐν τῷ δικαιώματί μου κατὰ τῆς ἀορίστου ἐκφράσεώς σας νὰ ἀπαντήσω ἀορίστως. Ὁ Κ. Πετσάλης λέγει μίαν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ παραδέχομαι καὶ οἱ πάντες θὰ παραδεχθῆτε, καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι αἱ ὑπάλληλοι ἀρχαὶ δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των ἢ δὲν ἔχουσι τόσον σεβασμὸν, τόσον φόβον πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἀνέδειξεν, ὅσος ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον πρὸς τὸν προϊστάμενόν του, τόσον φόβον, λέγω, ὅσος ἀπαιτεῖται ἀπέναντι τοῦ νόμου ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον. Ἀλλ’ ἀφίνω ἕκαστον ἐξ ὑμῶν νὰ σκεφθῇ, ἐὰν τοῦτο προέρχεται ὁλωσδιόλου ἀπὸ τὴν κακὴν πρόθεσιν τῶν ἀνθρώπων, ἢ προέρχεται καὶ ἀπὸ τὴν περίστασιν τοῦ ἀβεβαίου τῆς ὑπάρξεώς των. Ὁ Κύριος Πετσάλης, ἀγορεύων ἐντεῦθεν, ἔφερεν ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἄφισεν ἐντύπωσιν. Ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὴν ἐποχὴν τοῦ 1625 τῆς Ἀγγλικῆς ἐπαναστάσεως, ἥτις διήρκεσε μέχρι τοῦ 1648, ἔφερεν αὐτὴν τὴν ἐποχὴν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ μέγα ἔθνος ἐκεῖνο ἠδυνήθη νὰ διεξέλθῃ τὴν ἐπανάστασιν ἐντίμως καὶ νὰ προλάβῃ ὅλα τὰ κακὰ καὶ νὰ μεγαλυνθῇ, ὡς σήμερον τὸ βλέπομεν· εἰς τοῦτο ἀπαντῶ, ὅτι καὶ ἐκεῖ μικρὰ κακουργήματα διεπράχθησαν, ἡ ἱστορία τὰ ἀναφέρει· ἀναφέρει μάλιστα, ὅτι καὶ τάφους ἠνέῳξαν νεκρῶν, καὶ τὰ πτώματα ἔσυραν εἰς τοὺς δρόμους, καὶ τότε ἐσταμάτησε τὸ κακὸν, ὅτε ἐκόπη ἡ κεφαλὴ τοῦ ἡγεμόνος, καὶ ὅτε ὁ Κρόμβελ ἀνέλαβε τὴν νέαν τάξιν τῶν πραγμάτων. Δὲν δύναμαι κατὰ συνέπειαν νὰ παραδεχθῶ τὸν σχηματισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ἐπρότεινεν ὁ Κύριος Πετσάλης, διότι τότε εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ θέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν, ὑπὸ κηδεμονίαν. Δὲν ἀρνοῦμαι νὰ παραπονοῦνται καὶ νὰ ὑποδεικνύωσι τὰ μέσα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅσα εἶναι ἱκανὰ νὰ παγιώσωσι τὴν τάξιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἐχειροτονήσαμεν ἡμεῖς, νὰ τὴν θέσωμεν μετὰ ἕνα μῆνα ὑπὸ κηδεμονίαν. Ὁ μετὰ ταῦτα λαλήσας ἐζήτησε ν’ ἀνακαλύψῃ τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ὑπεχρέωσαν τοὺς λῃστὰς νὰ τραπῶσιν εἰς τὸν τοιοῦτον βίον, καὶ ἠκούσατε τὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι θέλει νὰ ἐξαλειφθῇ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα αὐτὸ τὸ στίγμα καὶ νὰ σβεσθῇ ἀπὸ τὸ λεξικὸν ἡ λέξις κακοῦργος. Εἰς τὸν φίλον μου Κύριον Λύσανδρον ἀπαντῶ ὅτι ἡ ἱστορία δίδει σοβαρὰ καὶ ἀδιαφιλονείκητα παραδείγματα ὅτι τὸ κακουργεῖν εἶναι ἔμφυτον (θόρυβος)· σταθῆτε, Κύριοι· τὸ ν’ ἀγαπᾷ τὸν λῃστρικὸν βίον δὲν εἶναι μόνον ἔργον ἀδικημένων, πολλοὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ ἄλλοι μεταξὺ τῆς κοινωνίας εὑρίσκονται, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν ἀδικίας, μόλα ταῦτα προστρέχουσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ ἐκεῖ ζητοῦσι τὴν ἱκανοποίησιν. Ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἀμετάβλητον, ὅτι ὁ ἄνθρωπος γεννᾶται φύσει κακὸς (θόρυβος), καὶ ὅτι, προϊούσης τῆς ἡλικίας, ἡ κακία ἀναπτύσσεται, καὶ τρέπεται πρὸς τὸ ἔγκλημα κατὰ τὴν φάσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει εἰς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν του (θόρυβος). Θὰ σᾶς δώσω παραδείγματα. Πολλάκις ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπελύθησαν κακοῦργοι, οἵτινες ἐστέναζον ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀφηρέθη τὸ φῶς τοῦ οὐρανοῦ ἔδωκαν οὗτοι ἀναφορὰς ἱκετηρίους εἰς τὴν Κυβέρνησιν ζητοῦντες τὴν ἐπιείκειάν των, καὶ ἐτάραξαν πολλάκις τὴν εὐσπλαγχνίαν αὐτῶν καὶ ἔτυχον τῆς χάριτος· πέντε μῆνας ἀπὸ τῆς ἐξόδου των ἐκ τῶν φυλακῶν ἐτράπησαν εἰς τὸ κακουργεῖν, εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον, χωρὶς νὰ τοὺς ἐνοχλήσῃ τίποτε· τοῦτο δὲν ἐπιβεβαιοῖ τὴν ἰδέαν μου; Ἓν μέγα παράπονον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἠγέρθη καὶ ἀπὸ τοὺς δύω πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντας, καὶ τοῦτο εἶναι, διότι ἐντὸς τῆς πρωτευούσης διεσκορπίσθησαν λίβελλοι προκαλοῦντες Σικελικὸν Ἑσπερινόν.
§91ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τούτου.
§92ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀνέγνωσα κἀνένα ἐξ αὐτῶν, οὔτε γνωρίζω πόθεν προέρχονται, οὔτε θέλω νὰ μάθω, διότι προέρχονται ἀπὸ πηγήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν ὑπάρχει ἠθικὴ, ἐθνισμός. Κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι ἔργον ἀνθρωπαρίων ἀνικάνων νὰ σκεφθῶσι περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας, πολὺ δὲ μᾶλλον νὰ σκεφθῶσι περὶ τῶν ἀτόμων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι οἱ λίβελλοι διασκορπίζονται εὐκόλως ἐντὸς μιᾶς πόλεως τόσον ἐκτεταμένης, ὅσον εἶναι ἡ πρωτεύουσα· καὶ ἄλλοτε, ὅτε ὑπῆρχεν ὁ ἐκδιωχθεὶς Βασιλεὺς, ὅτε ἡ ἀστυνομία εἶχε σμῆνος κλητήρων, ὅτε οἱ χωροφύλακες κατεσκόπευον ἀφ’ ὅλας τὰς γωνίας τῶν οἰκιῶν, τὰς ὁδοὺς, καὶ τότε οἱ λίβελλοι διεσκορπίζοντο ἐλευθέρως. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὅλα τὰ σύντονα μέτρα, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ ὁ νόμος· πέπεισμαι, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, διότι ἔρχεται νὰ ταράξῃ τὴν ἡσυχίαν τοῦ πολίτου, νὰ ταράξῃ τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἔθνους εἰς περιστάσεις δεινὰς καὶ ἔρχεται, οὐχὶ φανερὰ, οὐχὶ μὲ τὸ πρόσωπον, ἀλλὰ κρύφα, δειλῶς πέπεισμαι, λέγω, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη θέλει τὸ καταδιώξει, καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ὀργάνων της θέλει τὸ συλλάβει. Φρονῶ λοιπὸν ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει περιορισθῆ εἰς τὸ ἄκουσμα τῶν ὅσων ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ θέλει ἀφήσει τὴν ἐξουσίαν ἀνενόχλητον νὰ καταδιώξῃ τὰ ἐγκλήματα διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ποθητὴν ἡσυχίαν καὶ ἀσφάλειαν εἰς τὸ κράτος.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν πολλοὶ ἕτεροι ἐγγεγραμμένοι διὰ νὰ ὁμιλήσωσι (θόρυβος).
§94ΔΑΓΡΕΣ. Ὑπάρχει ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἀπήντησεν ὁ πρώην ὑπουργὸς, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι κακῶς διεξήχθη ἡ ἀνάκρισις τῶν Βερναϊκῶν.
§95ΠΕΤΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ Κύριος Δαγρὲς ὁμιλεῖ περὶ δεδικασμένου (θόρυβος).
§96ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπιμένω, Κύριοι, εἰς τὸν χωρισμὸν τοῦ ζητήματος, φέρω καὶ πρότασιν. Ἐνταῦθα ὁ Κ. Πετσάλης ἀναγινώσκει τὴν πρότασίν του. Πρότασις τοῦ Κυρίου Πετσάλη. «Νὰ προσκληθῶσιν αὐθημερὸν τὰ τμήματα τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐκλέξωσιν ἑνδεκαμελῆ ἐπιτροπὴν, ἥτις λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις προτείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως μέτρα ἀνάλογα εἰς ἐπάνοδον τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως, ταραχθείσης ὑπὸ τῶν πέριξ τῆς Ἀττικῆς λῃστῶν».
§97ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, δύο ἐπερωτήσεις ἐγένοντο πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· ἡ μία παρὰ τοῦ Κ. Πετσάλη περὶ τῆς ἤδη ἐπιπολαζούσης ἐν Ἀττικῇ λῃστείας, ἡ δὲ δευτέρα παρὰ τοῦ Κ. Δαγρέ. Περιορίζομαι μόνον εἰς τὴν τοῦ Κ. Πετσάλη, ὅστις ὑπέβαλε καὶ πρότασιν. Ἡ ληστεία τῆς Ἀττικῆς λαμβάνει ὁσημέραι σοβαρώτερον χαρακτῆρα· ὅταν τις βλέπῃ νὰ παρατείνεται τὸ κακόν, δὲν δύναται νὰ μὴ σχηματίσῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ γενομένη μέχρι τοῦδε θεραπεία εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὴς, καὶ ἀντὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ἐξ ἐναντίας πολὺ μακρύνεται αὐτοῦ. Δὲν μέμφομαι τὸ ὑπουργεῖον, οὔτε ἔχω σκοπὸν ν’ ἀποδώσω τι, οὔτε ἔλλειψιν, οὔτε ῥαθυμίαν, εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἢ εἰς οἱονδήποτε ὑπουργόν· νομίζω μᾶλλον, Κύριοι, ὅτι τὸ κακὸν προέρχεται ἐκ τῆς ἑξῆς αἰτίας, ἐκ τῆς συχνῆς διαδοχῆς τῶν Κυβερνήσεων. Ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις ἔλαβε καὶ αὐτὴ μέτρα, τὰ μέτρα ἐκεῖνα δὲν ἦσαν κατάλληλα· δυστυχῶς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐπιφορτισμένα πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας, δὲν ἦσαν ξένα τῆς ληστείας, καὶ δύναμαι κατόπιν νὰ σᾶς ἀναφέρω πολλὰ παραδείγματα διὰ νὰ κρίνητε. Ἐπῆλθε κατόπιν τὸ ὑπουργεῖον, τὸ προεδρευόμενον παρὰ τοῦ Κ. Βάλβη· τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ ἐξηκολούθησε τὴν αὐτὴν ὁδὸν, δὲν ἔκαμε σπουδαίαν ἐκλογὴν καὶ ἀκριβῆ προσώπων καταλλήλων πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας· σᾶς ἀναφέρω μάλιστα, ὅτι ὁ σεβάσμιος Κ. Βάλβης περὶ τὰς τελευταίας ἡμέρας, ὅτε κατέθεσε τὴν ἐξουσίαν, ἠδυνήθη νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν, εἰπὼν, πρὸς ἀρχὴν μάλιστα, ὅτι φαίνεται δυστυχῶς ὅτι ἐστείλαμεν τοὺς λῃστὰς νὰ καταδιώξουν τοὺς λῃστάς· σᾶς ἀναφέρω, ἂν θέλετε, καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Κ. Σμόλεντς, ὅστις μετὰ ταῦτα ἔμαθε, ποῖοι ἦσαν ἐπιφορτισμένοι πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας. Ἐπέρχεται τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον. Τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον ἐξακολουθεῖ διὰ τῶν ἰδίων μέσων τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας. Θέλετε τώρα νὰ σᾶς φέρω ἓν μόνον παράδειγμα διὰ νὰ συμπεράνητε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἀποτελεσματικῶς νὰ καταδιωχθῇ ἡ ληστεία; Ποῖος εἶναι ὁ ὁδηγὸς πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας; ἐκεῖνος, ὅστις ἠνδραπόδισε τὸν Βερσῆν, διορισθεὶς παρὰ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ· δὲν σχηματίζετε ἀμέσως τὴν κρίσιν, ὅτι, ἐὰν ἡ ληστεία ἤθελεν ἐκλείψει μετὰ τὸν διορισμὸν τούτου, τοῦ ἀνδραποδήσαντος τὸν Βερσῆν, ὁ καθεὶς ἤθελεν εἰπεῖ, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις νὰ παραβλέψῃ ὡς πρὸς αὐτὸν, ὅταν γίνεται χρήσιμον ὄργανον διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις· ἂν θέλετε, ἠθικῶς δὲν ἔπραξε καλῶς, αὐτὸ εἶναι ἓν σημεῖον ἀδυναμίας τῆς Κυβερνήσεως.
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κ. Καλλιγᾶ, δὲν εἶναι αὐτός.
§99ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι περιττὸν, νομίζω, νὰ σᾶς εἴπω τὰ κύρια ὀνόματα, καὶ ἀποφεύγω νὰ τὰ εἴπω, Κ. Κουμουνδοῦρε· θέλω σᾶς εἰπεῖ διὰ ποίου τρόπου δύναμαι νὰ σᾶς καταδείξω τὰ κύρια ὀνόματα, χωρὶς νὰ γίνῃ λόγος ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει.
§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν νὰ σᾶς εἴπω.....
§101ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ λάβετε τόν λόγον κατόπιν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ πρᾶγμα καθ’ ἑαυτὸ εἶναι ἀνήθικον, ἀλλὰ πολλάκις αἱ Κυβερνήσεις ἐν τῇ ἀσθενείᾳ των εὑρίσκονται εἰς τὴν δυσχερῆ ἀνάγκην νὰ καταφύγωσιν εἰς τοιαῦτα ἀνήθικα μέτρα, ὅταν συντελῶσιν εἰς ἠθικὸν σκοπὸν ἀπαραίτητον, εἰς τὸ νὰ καταστρέψωσι τὴν ὕδραν τῆς ληστείας· ἀλλ’ ὅταν διορίζηται αὐτὸς ὁδηγὸς, καὶ ἡ ληστεία καθ’ ἡμέραν αὐξάνῃ, τὶ συμπέρασμα πρέπει νὰ συναγάγωμεν; ὅτι δὲν εἶναι τὸ κατάλληλον μέτρον, ὅτι κάμνομεν μίαν θυσίαν τῆς ἠθικῆς διὰ νὰ φθάσωμεν τὸν ἠθικὸν σκοπὸν τῆς ἐξαλείψεως τῆς ληστείας, ἀλλὰ φθάνομεν εἰς τὸ ἐναντίον σημεῖον. Θέλετε ἄλλο παράδειγμα; Γίνεται ληστεία ἀπὸ μίαν συμμορίαν ἐν Μεγάροις, μετὰ τὴν ληστείαν ἰδοὺ τὶ συμβαίνει σήμερον· ἀφ’ οὗ πράξουν τὴν ληστείαν, καὶ λάβουν τὸ λάφυρον, τότε προσποιοῦνται, ὅτι προσέρχονται εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ ἡ ἀρχὴ καυχᾶται ὅτι διέλυσε τὴν ληστείαν· ἀλλ’ οἱ λῃσταὶ ἐπανέρχονται εἰς τὴν ἑστίαν των μὲ τὸ λάφυρον· αὐτὸ συνέβη ἐν Μεγάροις· ἀφ’ οὗ ἡ συμμορία διελύθη ἐπὶ 15 ἡμέρας, ἐξῆλθον πάλιν εἰς νέαν ληστείαν. Καὶ ἠξεύρετε πόθεν ἔχει τὸ ὁρμητήριόν της ἡ ληστεία; Ἐκ τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ Κυριάκος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἦτο μέχρι πρὸ 3 ἡμερῶν ἐν Ἀθήναις· οὗτος ἠνδραπόδισε τὸν υἱὸν τοῦ Παπαγεωργίου ἐν Καπανδριτίῳ· ἦτον ἐν τῷ Μενδρεσὲ, ἀπελύθη, περιεφέρετο ἐλεύθερος εἰς Ἀθήνας, καὶ ἐξ Ἀθηνῶν ὡρμήθη εἰς τὴν ληστείαν. Σᾶς λέγω αὐτὸ μόνον ὡς παράδειγμα, καὶ τελευτῶν θέλω σᾶς ἀναφέρει ἄλλου εἴδους παράδειγμα, διὰ νὰ ἴδητε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἠκούσατε, ὅτι ἔλαβε πολλὰ μέτρα, ἀκούσατε τὸ ἀποτέλεσμα· ἐξέρχεται ἀπόσπασμα πρὸς καταδίωξιν, καὶ μετὰ μεγάλης ἀγαλλιάσεως τὸ ἤκουσα, περιμένων ὅτι θὰ ἴδωμεν τὴν ἐξάλειψιν τῆς ληστείας ἐκ τῆς Ἀτικῆς· τὶ πράττει αὐτὸ τὸ ἰσχυρὸν ἀπόσπασμα; καταβαίνει εἰς τὸ Κακοσάλεσι, εἰς τὸ σπουδαιότερον χωρίον τῆς Ἀττικῆς, τὸ ὁποῖον ἐντὸς τῆς Ἀττικῆς διακρίνεται διὰ τὴν ὑποταγήν του εἰς τοὺς νόμους, ὅπου οἱ γεωργοὶ ἐργάζονται πλέον τῶν ἄλλων, καὶ φιλοτίμως, καὶ ὅπου ἡ ληστεία καταδιώκεται· εἰσέρχονται εἰς τὸ χωρίον, σχηματίζουν τετράγωνον, θέτουν τοὺς χωρικοὺς ἐν τῷ μέσῳ, καὶ λέγουν εἰς αὐτοὺς, ποῦ εἶναι οἱ πρόκριτοί σας; Ὑποθέτουν ὅτι ἔρχονται νὰ λάβουν πληροφορίας, οἱ πρόκριτοι ὑποτάσσονται εἰς τὴν διαταγὴν, προσέρχονται εἰς τὸν ἀρχηγὸν, καὶ ἐξέρχονται τοῦ χωρίου μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ· αἴφνης ῥίπτονται χαμαὶ, πληγώνονται, κτυπῶνται μὲ τὰ ὅπλα· καὶ τίς φέρει τὸ ὅπλον ἐναντίον αὐτῶν τῶν προκρίτων; Ὁ λῃστής. Ἔχω μάρτυρα τὸν Κ. Ζέγγελην, ὅστις σήμερον τὸ πρωΐ ἐν τῇ οἰκίᾳ μου εἶδεν αὐτοὺς τοὺς προκρίτους ὅλους, φέροντας τοὺς μώλωπας ἐπὶ τοῦ σώματος καὶ ἔχοντας τὴν κεφαλὴν συντετριμμένην. Διὰ ποίαν αἰτίαν ἐδόθη αὐτὸ τὸ μάθημα εἰς τὸ Κακοσάλεσι; διότι δὲν ἐπεδόθη εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς ληστείας. Ἐκ τούτου εἰμπορεῖτε νὰ συμπεράνητε, ἂν αὐτὰ ᾖναι τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ ὄργανα πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας. Νομίζω, ὅτι τὸ κακὸν εἰμπορεῖ ν’ αὐξηθῇ καθ’ ἡμέραν γεωμετρικῶς, καὶ ν’ ἀπειλήσῃ τὴν ἀσφάλειαν, ὄχι μόνον τοῦ πολίτου, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν καθεστώτων, ἂν δὲν δώσωμεν προσοχήν. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετσάλη εἶναι λίαν σπουδαία, ὅτι τὰ ληφθέντα μέτρα δὲν εἶναι κατάλληλα, διότι τὰ ὄργανα δὲν εἶναι κατάλληλα· νομίζω μάλιστα, τὸ πρῶτον καθῆκον εἶναι νὰ φερθῶμεν αὐστηρῶς· δὲν πρέπει νὰ νομίσωμεν, ὅτι μὲ ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν εἰς ἀπάντησιν, ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν ἥσυχοι, καὶ ὅτι ἱκανοποιήθημεν· δὲν ἱκανοποιούμεθα, ἂν δὲν ἴδωμεν ῥιζικὴν διόρθωσιν, ἥτις νὰ ᾖναι πραγματικὴ, καὶ ὄχι καθὼς μέχρι τοῦδε ἐγένετο, ὥστε οἱ λῃσταὶ νὰ μὴν ᾖναι ὁδηγοὶ, ἀλλὰ νὰ ᾖναι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρέχουν ὅλα τὰ ἐχέγγυα· καὶ ἠμποροῦσα νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι μεταξὺ αὐτοῦ τοῦ ἀποσπάσματος εἶναι ἄνθρωπος, ὅστις ἦτο μὲ τὸν Τζίρον εἰς τὴν Κύθνον· καὶ αὐτοὶ οἱ χωρικοὶ μᾶς ἐρωτοῦν, πρὸς τί ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις; ὅταν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες ἦσαν μὲ τὸν Τζίρον, τοὺς στέλλετε πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας, τότε τί μένει πλέον; διὰ ποίαν αἰτίαν ἐλάβομεν παρ’ αὐτῶν ἐντολὴν, εἰμὴ διὰ νὰ παραστήσωμεν τὴν ἀλήθειαν;
§102ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τακτικὸς στρατὸς εἶναι πρὸς καταδίωξιν;
§103ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τακτικὸς βέβαια παντὸς ὅπλου, ἀλλ’ ἔχουν ὁδηγοὺς λῃστάς. Καταλήγω εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετσάλη· ὁ Κ. Πετσάλης προτείνει νὰ συστήσωμεν ἡμεῖς τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας. Εἰς τοῦτο ἐντελῶς δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν Κ. Πετσάλην. Ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἁρμόδιοι, εἴτε ὅλοι ὁμοῦ σκεπτόμενοι, εἴτε διὰ μιᾶς ἐπιτροπῆς, νὰ φροντίσωμεν περὶ τῶν ληπτέων μέτρων, διότι τότε ἀπαλλάττομεν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον πάσης εὐθύνης· θὰ μᾶς εἴπῃ ἰδοὺ τὰ μέτρα σας· ὄχι, ἐπιθυμοῦμεν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν εὐθύνην, νὰ μὴ ἀφαιρέσωμεν οὐδὲ σταγόνα εὐθύνης ἐκ τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ τροποποιηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετσάλη κατ’ ἄλλον τρόπον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συστηθῇ παρὰ τῆς Συνελεύσεως ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὰ ληφθέντα μέτρα καὶ νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν ποῖα ἦσαν αὐτὰ τὰ μέτρα, καὶ ποία ἡ ἐκτέλεσις ἡ γενομένη συνεπεία αὐτῶν τῶν μέτρων, μίαν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν (Commité d'enquête). Τοῦτο ποσῶς δὲν προσβάλλει τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον, ὅταν ᾖναι λόγος περὶ τοιούτου ζητήματος τῆς κοινῆς ἀσφαλείας, νὰ προτάσσῃ πρὸ παντὸς ἑαυτὸ, καὶ νὰ λέγῃ, «ἡ ὑπόληψίς μου καὶ ἡ ἀξιοπρέπειά μου.» Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκτελεῖ τὰς θελήσεις τῆς Συνελεύσεως· δὲν πρόκειται νὰ καταδείξωμεν πρὸς ἄλλα πρόσωπα, πρὸς τὸν Βασιλέα, ποία εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη μας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ὄχι, Κύριοι, ἡμεῖς εἴμεθα κυρίαρχοι, καὶ ἡμῶν τὰς ἀποφάσεις ἐκτελεῖ τὸ Ὑπουργεῖον. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ φιλοτιμία τοῦ Ὑπουργείου δύναται νὰ τὸ θεωρήσῃ ὅτι κἄπως, δὲν εἰξεύρω, κατὰ ποῖον λόγον, ἐνέχεται· δὲν εἶναι ζήτημα περὶ φιλοτιμίας, ἀλλὰ περὶ ἀσφαλείας, πρέπει νὰ μάθωμεν ἡμεῖς, ἂν συντόνως ἐνεργῆται ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας διὰ τῶν καταλλήλων ὀργάνων, καὶ ἂν δὲν χρησιμεύουν αὐτὰ τὰ ὄργανα μάλιστα πρὸς καταπίεσιν τῶν ἀθώων. Πρὸς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐξεταστικὴν, ἂν γίνῃ τοιαύτη, ὄχι μόνον ἐγὼ δύναμαι νὰ δώσω πληροφορίας καὶ ν’ ἀναφέρω ὀνόματα, ὅπως ἐζήτησεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι μὴ ἀνήκοντες εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ θέλουν ἐξετασθῇ αὐταὶ πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Συνέλευσις. Προτείνω λοιπὸν τὴν σύστασιν μιᾶς πενταμελοῦς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς.
§104ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Παρατηρῶ, Κ. Πρόεδρε, εἰς τοὺς λόγους τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ὅτι μόνον πέριξ τῶν Ἀθηνῶν ἐπικρατεῖ αὐτὴ ἡ ἀταξία, εἰς τὰς ἐπαρχίας ὑπάρχει παντοῦ ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια.
§105ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι ἅμα ἴδετε ἐμὲ ἀναβαίνοντα τὸ βῆμα, βεβαίως ἐκουράσθητε, καὶ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἀναχωροῦν, διότι ἀηδιάζουν ἴσως νὰ μὲ ἀκούουν.
§106ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, ὁμίλησον.
§107ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Κύριοι, τὴν τόλμην αὐτὴν μοῦ τὴν δίδει ἡ σιωπὴ τῶν ἐξοχωτέρων ἀνδρῶν τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς, διότι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἠρξάμεθα τῶν ἐργασιῶν, μετὰ λύπης δὲν εἶδον πολλοὺς σπουδαίους ἄνδρας νὰ διακρίνωσι καθαρὰ, ποῖα τὰ οὐσιώδη καὶ ζωτικὰ ζητήματα τοῦ Ἔθνους, καὶ ποῖα τὰ ἐπουσιώδη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀποτραπῶμεν. Ὅταν πρόκηται μόνον περὶ μεταῤῥυθμίσεως Ὑπουργείου καὶ περὶ ἐξελέγξεως ἐκλογῶν, τότε μόνον αἰσθανόμεθα τὸ οὐσιῶδες, καὶ προσερχόμεθα ἅπαντες ἐδῶ, καὶ ζητοῦμεν τὶς πρῶτον νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του εἰς τὸν ἄλλον· ὅταν δὲ πρόκηται περὶ τῶν ζωτικωτέρων ζητημάτων τῆς πολιτείας, τόσον ἐνοχλούμεθα, διότι εἴμεθα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοί ποτε δὲν ὑποφέρομεν, καὶ δὲν ἐστράφημεν νὰ ἴδωμεν, τί ὑποφέρει αὐτὸς ὁ δυστυχὴς καὶ πτωχὸς λαός. Ἦλθε, Κύριοι, σήμερον τὸ σπουδαιότερον καὶ ζωτικώτερον κατ’ ἐμὲ ζήτημα, τὸ ζήτημα περὶ τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἀσφαλείας τοῦ πολίτου· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ πρώτου, ὅστις ἔλαβε τὸν λόγον, ἠγέρθησαν φωναὶ, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα σήμερον ἡ Συνέλευσις θὰ καταναλώσῃ τὴν συζήτησιν, καὶ θὰ ἐξαντληθῇ, καὶ θὰ χάσῃ μίαν ὁλόκληρον ἡμέραν, καὶ αὐταὶ αἱ φωναὶ ὑπεστηρίχθησαν παρὰ πολλῶν συναδέλφων. Εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐνδιατρίψωμεν ἅπαντες, Κύριοι, καὶ μὲ συγχωρεῖτε, μάλιστα, διότι ὁ λαὸς ἀπαιτεῖ παρ’ ἡμῶν τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς του, τῆς ἰδιοκτησίας του, τῆς τιμῆς του, καὶ κατόπιν θέλει τὴν εὐημερίαν διὰ Νόμων. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἐνῷ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἐφέρθη ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τοῦ Ὑπουργείου, δυστυχῶς παρεξηγήθη, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐξελήφθη ἀπὸ τὸν Κ. Ἡρ. Πετμεζᾶν, ἐν ᾧ ἀπὸ κανενὸς τὸν νοῦν δὲν ἐπέρασε, καὶ ἂν ἐπέρασε, κακῶς, ὅτι προκειμένου περὶ μέτρων γενικῶν, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, ὅτι εὑρίσκει τις τὸ συμφέρον εἰς τὴν πτῶσιν ἑνὸς Ὑπουργείου, καὶ ἀνίδρυσιν ἑτέρου· ὄχι, Κύριοι! ὀφείλομεν ὅλοι νὰ ὑποδείξωμεν ἕκαστος τὸ κατὰ δύναμιν, ποῖα τὰ μέσα τὰ κατάλληλα νὰ ἐπαναφέρουν τὴν κλονιζομένην δημοσίαν τάξιν. Τελευταῖος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔλαβε τὸν λόγον ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, ὅστις ἀνέφερε μεταξὺ ἄλλων, ὅτι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταστραφῇ ἡ ληστεία, ὅταν διῶκται αὐτῆς ᾖναι οἱ χρηματίσαντες τοιοῦτοι; Ἐνταῦθα ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος, ἀπὸ τῆς θέσεώς του, εἶπεν ἀντικρούσας, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, ὅπερ λέγει ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζετε ὅτι, ἂν διετάχθη ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτοῦ τοῦ ἀποσπασματάρχου ἀπὸ τὴν Ἀττικὴν, εἶναι τοῦτο δικαιολογία τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρελθούσης ἢ παρούσης; Καὶ δύναταί τις νὰ ἐπιδοκιμάσῃ, ὅτι ἀπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως, ὅτε ἐδιώχθησαν διάφοροι λῃστρικαὶ συμμορίαι, καὶ μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἡμερῶν μετεμελήθησαν πολλὰ πρόσωπα, καὶ προσῆλθον ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ πρώτη Κυβέρνησις, ὄχι μόνον ἠμνήστευσεν αὐτοὺς, εἴτε ἐξ ἀδυναμίας, εἴτε ἐξ ἄλλου, ἀλλὰ καὶ κατέστησεν αὐτοὺς φύλακας, τίνος; τῆς ἀσφαλείας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ διετάραξαν, διέσεισαν; ἔλαβε τοὺς λῃστὰς, τοὺς κατέστησεν ὁδηγοὺς καὶ Ἐθνοφύλακας, διὰ νὰ διατηρήσωσι τὴν ἡσυχίαν καὶ ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν, Κύριοι, αὐτοὶ διετάραξαν. Ἀμφιβάλλουν, Κύριοι, αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις; παράδειγμα ἡ Ἐπαρχία τῶν Θηβῶν, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι ἀντιπρόσωπος. Μέχρι τῆς σήμερον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἵτινες ἐξῆλθον λῃσταὶ, καὶ τί κάμνουσι σήμερον; ἐξακολουθοῦν ἰδιαιτέρως νὰ λῃστεύουν. Τότε μὲ πλειότερον φόβον, σήμερον δὲ μὲ περισσότερον θάῤῥος, διότι φέρουν τὸ ἔνδυμα τῆς ἐξουσίας, διότι λέγονται ὅτι εἶναι ἐθνοφύλακες. Πρὸ μηνὸς, Κύριοι, συνέβη μία αἰχμαλωσία ἀληθὴς πέριξ τῶν Ἀθηνῶν, ὡς σᾶς διεβεβαίωσεν ὁ Κύριος Πετσάλης, καθ’ ἣν συνέβη καὶ φόνος, καὶ μετὰ τὸν φόνον συνελήφθησαν καί τινες ἄλλοι. Θέλετε νὰ μάθητε διὰ ποῖον λόγον ἐφονεύθη ὁ αἰχμάλωτος; Θέλω σᾶς τὸ φανερώσει ἐγὼ, ὅστις εἶμαι τολμηρότερος παντὸς ἄλλου· δὲν ἐφονεύθη διότι δὲν ἔλαβε τὰ λύτρα, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἀνακαλυφθῇ τὸ χαλκεῖον τῶν λῃστειῶν, τὸ ἐν Ἀθήναις ὑπάρχον. Διατί λέγω ἐφονεύθη ὁ Νικολαΐδης, ὁ Γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας; διὰ νὰ μὴν ἀποκαλύψῃ ὅ,τι συνεννοεῖτο ἡ σπεῖρα τοῦ Ὄθωνος μετὰ τοῦ Δερβέναγα Φράταρη. Καὶ ἠξεύρετε πόθεν ἔχω τὰς πληροφορίας αὐτάς; ἀπὸ ὄργανα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἠθέλησεν ἡ παρελθοῦσα καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πληροφορίας. Εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, τρομερὸν ἔμπροσθεν τῶν ὀφθαλμῶν μιᾶς κυριαρχικῆς δυνάμεως νὰ διαπράττωνται τοσαῦτα ἐγκλήματα, καὶ μολαταῦτα νὰ τὰ θεωρῶμεν μηδὲν, καὶ νὰ μὴ φροντίζωμεν περὶ κανενὸς ἄλλου, εἰμὴ περὶ τοῦ τὶς θέλει πέσει καὶ τὶς θέλει γίνει Ὑπουργός. Πᾶν μέτρον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον προτείνεται ὡς συντελεστικὸν διὰ τὴν ἐξαφάνισιν τῆς λῃστείας, τὸ θεωρῶ μηδαμηνὸν ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ ὡραιοτάτου σχεδίου καὶ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν τιμὴν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ πρὸ πολλοῦ ὁ Κύριος Σολιώτης· ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ κατεπείγει· εἶναι βέβαιον καὶ σᾶς τὸ ἐγγυῶμαι ἐγὼ, ὅτι ἡ λῃστεία ἀπὸ σήμερον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θὰ ὑπάρχῃ· σπεύδουν οἱ κακοῦργοι διότι μανθάνουν ὅτι ἔρχεται ὁ Βασιλεύς· καὶ ἂν δὲν σπεύσωμεν ἡμεῖς καὶ ἐπιψηφίσωμεν σήμερον αὐτὴν τὴν στιγμὴν αὐτὸ τὸ ψήφισμα, ἔστω καὶ ἀτελὲς, βεβαιωθῆτε ὅτι θ’ ἀκούσωμεν πολλὰς αἰχμαλωσίας καὶ δυστυχήματα. Ἑπομένως προτείνω εἰς τὴν στιγμὴν νὰ ἐπιψηφίσωμεν αὐτό.
§108ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§109ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μεγάλως, Κύριοι, ἐταράχθημεν, ὅτε ἤρχισεν ἡ συζήτησις περὶ τῶν λῃστειῶν, αἵτινες λαμβάνουν χώραν πέριξ τῶν Ἀθηνῶν· πραγματικῶς ἡ κυριαρχικὴ δύναμις τῆς Συνελεύσεως, καὶ τοῦ ἐντολοδόχου αὐτῆς, δηλ. τῆς Κυβερνήσεως, ἐμπαίζεται εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης· εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς θεραπείας· εἶναι ἀνάγκη πραγματικῶς νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸ παρὰ τοῦ Κυρίου Σολιώτη εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνελεύσεως ὑποβληθὲν ψήφισμα· καὶ ἄλλοτε ἐπελήφθη τὸ αὐτὸ ζήτημα, καὶ εἴπομεν τὴν ἐπαύριον νὰ τὸ ἐπιψηφίσωμεν· τὸ ἐλησμονήσαμεν. Καὶ πραγματικῶς, Κύριοι, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις αὐτὴ, ἐκεῖθεν θέλει σταματήσει τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐγένετο. Θ’ ἀρχίσωμεν νέαν ἐποχὴν λῃστείας καὶ ταραχῶν. Πολλάκις, Κύριοι, ἐδόθησαν καὶ ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος ἀμνηστεῖαι, τίποτε δὲν κατωρθώθη. Ὅσοι εἴμεθα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ὅσοι γνωρίζομεν καλλίτερα τὴν κατάστασιν τὴν ἠθικὴν τοῦ τόπου, θέλετε συνομολογήσει μετ’ ἐμοῦ ὅτι 2 ἢ 3, 5, 10 ἡμέρας μετὰ ταῦτα οἱ ἀμνηστευθέντες ἐπεδόθησαν εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον· εἶχον τὴν τιμὴν πρὸ 9 ἐτῶν, Κύριοι, εἰς τὰ 51, νὰ συνοδεύω τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην ὡς ὑπασπιστὴς, ἠναγκάσθην ἐγὼ ὁ ἴδιος εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν καὶ Εὐρυτανίαν νὰ παρακαλέσω λῃστὰς, τοὺς ὁποίους ἐπροσκάλεσα ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθοῦν τὴν ἀμνηστείαν, ἠναγκάσθην νὰ τοὺς παρακαλέσω καὶ νὰ τοῖς εἴπω· «μὰ τέλος πάντων, παύσατε ἀπὸ τὴν σήμερον, καὶ αὔριον ἀρχίσατε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀμνηστεία. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, Κύριοι, δὲν ἠθέλησεν ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Σολιώτη ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τότε, εἴμεθα ἠναγκασμένοι τώρα νὰ τὴν παραδεχθῶμεν ἄνευ ἀποτελέσματος· λέγω ἄνευ ἀποτελέσματος, διότι ἔπρεπεν ἐξ ἀρχῆς νὰ ψηφισθῇ· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πάμπολλα κακὰ διεπράχθησαν· δὲν λέγω ὅτι δὲν θέλει περιορισθῆ πάλιν ἡ ληστεία καὶ αἱ ταραχαί. Τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ αὔριον, ἀπὸ τὴν σημερινὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου ἀρχίζει νέα ἐποχὴ, καὶ θὰ ἔχωμεν πάλιν ληστείας· διατί; διότι ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτε εἰσήλθομεν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ τολμηρὰ ἔκφρασις, ἀπεμακρύνθημεν, ἢ καλλίτερα, δὲν ἐνοήσαμεν διόλου τὴν ἀποστολήν μας, οὐδαμῶς δὲν ἐσκέφθημεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, στέλλων τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, δὲν τοὺς στέλλει νὰ διαπληκτίζωνται περὶ προσωπικῶν ζητημάτων, ν’ ἀνυψώνωσι καὶ καταβιβάζωσιν ἄτομα. Ἰδοὺ διατὶ, Κύριοι, ἡ ἀμνηστεία, θὰ δοθῇ σήμερον, καὶ αὔριον θ’ ἀρχίσῃ πάλιν ἐκ νέου ἡ ληστεία νὰ νέμηται τὴν Ἑλλάδα. Εἴμεθα εἰς τὸν Ἀπρίλιον, φοβηθῆτε τὸν Μάϊον καὶ Ἰούνιον· ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ἐδῶ εἶναι τὸ ψήφισμα τοῦ Κυρίου Σολιώτη. Τὰ μετὰ ταῦτα ὁ Ἕλλην ἠξεύρει νὰ τὰ γνωρίζῃ, καὶ τὰ ῥίπτει εἰς τὸ ἄδηλον, καὶ ἠξεύρει κάλλιστα, ὅτι ὅσα καὶ ἂν ψηφίσωμεν, ὅσον καὶ ἂν ἀρνηθῶμεν, ὁ Βασιλεὺς ἐν τῷ δικαιώματί του εἶναι ὑπόχρεως νὰ δώσῃ λήθην τῶν παρελθόντων (ἀποδοκιμασίαι).
§110ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§111ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εὔχομαι, Κύριοι, νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ τοῦτο· μὴ ταράττεσθε, Κύριοι, ἐπιθυμῶ νὰ ἔλθῃ ὅσον τάχιον ὁ Βασιλεὺς, νὰ διακριθῶσιν οἱ χαρακτῆρές μας· μὴ ταράττεσθε, Κύριοι, δὲν προσβάλλει ὁ Βαλτινὸς τὴν Βασιλείαν.
§112ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρεξηγήσατε, Κύριε Βαλτινὲ, τὸ ψήφισμα ὅπερ δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ἐμποδίσῃ ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὴν χρῆσιν τῆς ἀμνηστείας ὡς πρὸς τὰ παρελθόντα ἐγκλήματα.
§113ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπιμένω καὶ λέγω....
§114ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Διαμαρτύρομαι, κατὰ τῶν λόγων σου, Κύριε Βαλτινέ.
§115ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἰσερχόμεθα ἐκ νέου εἰς δευτέραν ἐποχὴν ληστρικῶν πράξεων.
§116ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§117ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι οὐδέποτε ἐνοήσαμεν ἡμεῖς διὰ τῆς ἐκλογῆς, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν εἰς τὴν ὀνομασίαν τῶν Κυβερνήσεων, οὐδέποτε ἐνόησαν αἱ μέχρι τοῦδε ὀνομασθεῖσαι Κυβερνήσεις τὴν ἀποστολήν των. Συμφωνῶ πληρέστατα, Κύριοι, μετὰ τοῦ Κυρίου Λυσάνδρου, ὅτι οἱ διοριζόμενοι ὑπουργοὶ, καὶ φοβοῦμαι πολὺ μὴ καὶ οἱ διορισθησόμενοι ἐξακολουθήσωσι τυπικῶς τὰς ἐργασίας των εἰς τὰ Γραφεῖα, καὶ ἐκτελοῦντες τίποτε ἄλλο εἰμὴ τὰς θελήσεις τὰς ἰδικάς μου καὶ τὰς τῶν ἄλλων φίλων εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ὑπαλλήλων. Πραγματικὴν ἀρχὴν, Κύριοι, Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς 11 8βρίου δὲν εἶδον ὅπου καὶ ἂν ἐζήτησα οὐδεμία ἐκ τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες μέχρι τοῦδε ἐξελέχθησαν, ἐνόησε τὴν ἀποστολήν της, ἥτις κατ’ ἐμὲ εἶναι τοῦτο, αὐστηρὰ τήρησις τῶν νόμων καὶ ἐφαρμογὴ αὐστηρὰ τῶν νόμων, αὐστηρὰ τήρησις τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας. Οὐδεὶς τῶν διορισθέντων ὑπουργῶν, Κύριοι, ἦλθεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο νὰ μᾶς εἴπῃ· «ἀναγνωρίζω εἰς ἐμαυτὸν τὴν ἀνικανότητα νὰ ἐπιβάλω εἰς τὴν ταραχώδη αὐτὴν τῆς ἐπαναστάσεως κοινωνίαν». Ἐὰν ὑπάγετε ὅμως εἰς τὰ ὑπουργεῖα, ὅπως πηγαίνομεν ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, ἐὰν ὑπάγετε εἰς τὰς οἰκίας των, σᾶς λέγουν· «τὶ νὰ κάμω, κἀνεὶς δὲν μ’ ἀκούει, εἶμαι τίποτε, εἶμαι διὰ τὸν τύπον». Ἐνταῦθα δὲν ἔρχεται νὰ τὸ εἴπῃ μετὰ θάῤῥους. Ὅστις τυγχάνει τῆς ὑπολήψεως τῆς Συνελεύσεως, Κύριοι, ὑποτίθεται πάντοτε, ὅτι ἔχει τὴν ἠθικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν καὶ μόνην δύναται νὰ διαθέσῃ ἡ Συνέλευσις. Πλησίον τῆς ἠθικῆς αὐτῆς δυνάμεως πρέπει αὐτὸς, ἐὰν δύναται, νὰ διαθέσῃ ὑλικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν θέτων εἰς ἐνέργειαν καὶ ἐφαρμόζων τοὺς νόμους, τίποτε ἄλλο δὲν θὰ χρειασθῇ νὰ φέρῃ τὸ αἴσιον ἀποτέλεσμα τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως. Δὲν λέγετε ὅτι εἶναι ληστεία ἔξω τῶν Ἀθηνῶν; Ἂς ἦναι· ἀφοῦ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἔχομεν κἀμμίαν ἀσφάλειαν, τὶ μὲ μέλλει τὶ γίνεται ὁ χωρικὸς εἰς τὴν Κηφισσιά. Ὑπάρχει ἀσφάλεια εἰς τὰς Ἀθήνας; κἀμμία ἡμέρα δὲν παρέρχεται ἄνευ κακουργημάτων τυχαίων καὶ τρομερῶν. Ποίαν φροντίδα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις; ἐννοῶ ἀπολύτως, διότι σήμερον ἢ αὔριον πίπτει αὐτὴ, ἄλλη θὰ τὴν διαδεχθῇ καὶ αὐτὸν τὸν δρόμον θ’ ἀκολουθήσῃ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μεμφθῶμεν διὰ νὰ ἐκλέξωμεν μίαν Κυβέρνησιν κατάλληλον. Κύριοι, διατὶ ἐταράχθητε δι’ ὅσα εἶπον διὰ τὰ περίχωρα τῶν Ἀθηνῶν; Ἐταράχθη ὁ Κύριος Πετσάλης χθὲς, ὁ φίλος μου, καὶ σπουδαίως ὡμίλησε καὶ ὅλοι συνεταράχθημεν· ἐταράχθη ὅμως, διότι δύο ὑπηρέται του τοῦ ἔφυγαν καὶ μετέρχονται ἀπὸ προχθὲς τὸν λῃστρικὸν βίον, καὶ ἔχει νὰ φοβηθῇ ὑπὲρ τοῦ ἀτόμου του. Θέλετε περισσότερον; ὅταν προχθὲς, δὲν τὸ παραπονοῦμαι, ἐπυροβόλησαν τὸ σπῆτί μου — καὶ ποῖοι; οἱ σκοποὶ οἱ ὁποῖοι ἐφύλαττον τὸ θέατρον τοῦ Σουλιέ, τὶ θέλετε νὰ εἴπητε, ὅταν, καθὼς λέγεται, εἷς στρατιώτης ἐδοκίμασε τὸ σπαθί του καὶ ἀπέκοψε τὴν μύτην ἑνὸς ἑπταετοῦς παιδίου;
§118ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§119ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἄ! μάλιστα! τὶ λέγετε τώρα, διότι τὸ λέγω ἐγώ;
§120ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Ὁ Κύριος Ῥεβελιώτης ὁ λοχαγὸς μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅπως διεδόθη (θόρυβος).
§121ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ Κύριος Ῥεβελιώτης, Κύριε Ἀγγελινίδη, ὁ ὁποῖος εἶναι φίλος μου, ὅταν σᾶς ἔλεγε ταῦτα, δὲν ἤξευρεν, ὅτι ὁ Βαλτινὸς ὡμίλησε μὲ τὸν λοχαγὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διέταξε τὸν σκοπὸν νὰ φυλάττῃ, καὶ δὲν ἤξευρεν, ὅτι ὁ σκοπὸς ὁ ἴδιο, ἐτουφέκισε· δὲν ἤξευρεν, ὅτι ἐπιστολίσθη ἡ θύρα τῆς οἰκίας μου.
§122ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πρόκειται διὰ τὸ παιδί.
§123ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Διὰ τὸ παιδὶ, δὲν ἠξεύρω καλῶς. Ἄλλοι παραπονοῦνται περὶ ἀποπείρας δολοφονίας· ὅλα τὰ ἐξετάζω γενικῶς. Ποία ἀσφάλεια ὑπάρχει εἰς τὰς Ἀθήνας; Δὲν ὑπάρχει ἀσφάλεια εἰς τὰς Ἀθήνας, διότι αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἕως τώρα διωρίζοντο, εἶναι ἀνίσχυροι, εἶναι ἐλεειναί· δὲν κάμνουν τι ἄλλο, παρὰ διορισμοὺς κλητήρων καὶ Ἐπάρχων, τέλος πάντων ὑπαλλήλων. Οἱ δὲ ὑπουργοὶ οἱ ἄλλοι, διότι ἔχω νὰ κάμω καὶ ἐπερώτησιν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, δὲν κάμνουν, παρὰ νὰ προβιβάζουν εἰς τὸ ναυτικὸν πολίτας κατ’ ἀπομίμησιν τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, τῆς προπεσούσης Κυβερνήσεως, δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο. Αἴφνης ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἤθελε νὰ κρύπτῃ εἰς τὸ σκότος τὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἀνακάλυψιν συνωμοσίας, ἡ ὁποία τείνει νὰ φέρῃ εἰς ἀναρχίαν τὸ ἐθνικὸν ναυτικὸν, ὅπως κατὰ δυστυχίαν κατὰ τὴν ἰδέαν τινῶν, δὲν εἶναι εἰς εὐχάριστον κατάστασιν ὁ τῆς ξηρᾶς στρατός. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐπιλέγων φρονῶ ταῦτα· εἶναι ἀνάγκη ὄχι ἐπιτροπῆς, ἡ ἐπιτροπὴ τίποτε δὲν θὰ κάμῃ· πλησιάσατε τοὺς ὑπουργοὺς, ἐρωτήσατέ τους καὶ θὰ σᾶς εἴπουν· «ἂς εἶχον τὴν δύναμιν καὶ σᾶς ἔδειχνα». Τοὺς νόμους ὁ Ναπολέων τοὺς στρατιωτικοὺς δὲν τοὺς ἐσύστησε νὰ τοὺς ἐφαρμόζῃ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης, τοὺς ἐσύστησε διὰ νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τὸν στρατιώτην καὶ νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὸ αὐτὶ τὸν ἀπειθοῦντα καὶ νὰ τὸν τουφεκίζῃ. Λοιπὸν τὶ τοὺς θέλετε τοὺς νόμους ἐν ὥρᾳ εἰρήνης; Τὶ τὸν θέλετε τὸν ἀξιωματικὸν, τὸν ὁποῖον τὸν περιφρονεῖ ἕνας στρατιώτης, νὰ λέγῃ· «ἂς ἔλθῃ ὁ βασιλεὺς νὰ τοὺς δείξωμεν τοὺς μπερμπάντιδες»· τότε ἐγὼ κἀνένα δὲν θέλω τιμωρήσει· τώρα διοικῶ ἓν μικρὸν σῶμα καὶ θέτω κάθε ἡμέραν εἰς τὰς φυλακάς. Κύριοι! Μοὶ λέγετε νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ, καὶ προχθὲς διεπράχθη εἰς τὴν Εὔβοιαν ληστεία, καὶ τὴν ληστείαν αὐτὴν αἱ ἐπιτόπιοι ἀρχαὶ τὴν ἀνεκάλυψαν· δὲν θέλω νὰ στιγματίσω ἄτομον· δὲν θέλω, νὰ εἴπω ἂν καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὴν ἀνάκρισιν δύναται ν’ ἀποδεχθῇ τοῦτο, ταξείδι ἔγεινεν ἀπ’ ἐδῶ, διὰ νὰ καλυφθῇ ἡ ληστεία, καὶ τὸ ταξείδι αὐτὸ τὸ ἔκαμε μέγα πρόσωπον. Λοιπὸν ἐπιμένω καὶ λέγω· ἐὰν δὲν ὀρθοφρονήσωμεν, ἐὰν δὲν ἐννοήσωμεν νὰ σχηματίσωμεν Κυβερνήσεις ἰσχυρὰς καὶ νὰ κρεμῶμεν τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν κάμνουν καλὰ τὸ καθῆκόν των, 100 ψηφίσματα, 100 ἀμνηστείας δόσατε· τίποτε δὲν κατορθώνετε· εἶμαι ἐναντίος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος.
§124ΑΧΟΛΟΣ. Τὶ ἀπαιτεῖτε λοιπόν.
§125ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀπαιτῶ οἱ ὑπουργοὶ νὰ κρεμῶνται, ἐὰν ᾖναι ἀνίκανοι (θόρυβος).
§126ΣΠΗΛΙΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι! Ἀναντιῤῥήτως ἡ κατάστασις τῆς δημοσίου ἀσφαλείας πέριξ τῆς πρωτευούσης, οἵα ἐξετέθη ἀπὸ τοὺς ἐντίμους προαγορεύσαντας, εἶναι ὄντως ἀξία μεγίστης προσοχῆς· εἶναι ἀξία προσοχῆς ἀντιπροσώπων Ἔθνους, οἵτινες καθῆκον ἔχουσι νὰ μὴ μείνωσιν ἀνάλγητοι πρὸς τοιαῦτα δεινά· ἑπομένως ἀπαιτεῖται βεβαίως νὰ ληφθῶσι μέτρα ἐγγυώμενα περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διότι ἄνευ ταύτης οὐδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καλὸν τῇ πατρίδι· ἀλλ’ ἆρά γε μόνα τὰ μέσα τὰ ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων ἐκτεθέντα, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγγυῶνται περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας; Τὸ κατ’ ἐμὲ λέγω πολλοῦ γε καὶ δεῖ· Κύριοι, ἀνέμενον ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν νὰ ἐκθέσωσιν ἐνταῦθα μέτρα σπουδαῖα, διότι δὲν ἀρκεῖ μόνον κατάληψις σταθμῶν, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἀρκεῖ μόνη ὑπόδειξις τῆς καταλήψεως ταύτης, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ παρακολούθησις τῶν διαταγῶν αὐτῶν, ἵνα βεβαιωθῇ ἡ ἐκτέλεσις· τοῦτο δὲ εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαῖον, καθόσον αἱ διαταγαὶ μένουσαι ἀνεκτέλεστοι, φέρουσι πλειότερον κακὸν, παρὰ ἐὰν δὲν ἐξεδίδοντο παντελῶς. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον Ἀττικῆς, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι συμφέρον νὰ διορίζωνται πρὸς καταδίωξιν λῃστῶν, ἐκεῖνοι, οἵτινες διέπραξαν μέγιστα κακουργήματα, διότι εὐκόλως θὰ ἀναπτυχθῇ εἰς αὐτοὺς πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἐκδικήσεως κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοὺς κατεδίωξαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, πολὺ δριμὺς ἐπῆλθεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ἀττικῆς κατὰ τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, ἀπαιτήσας, ὡς ἐνόησα, ἀπ’ αὐτὰ μόνα τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, Κύριοι, δὲν δύνανται, παρὰ νὰ χρησιμεύσωσι ὡς ὑλικὴ δύναμις ἐν περιπτώσει συμπλοκῆς. Τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα δύνανται νὰ ἐπιτεθοῦν, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι ὅπου περιωρίσθη εἰς μόνην τὴν δημοσίαν δύναμιν ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας, ἐκεῖ ἀπέτυχεν ἡ ἀποκατάστασις τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Πανταχοῦ, Κύριοι, τ’ ἀποτελέσματα ἀπέδειξαν, ὅτι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ κάτοικοι ἐξηγέρθησαν ἐναντίον τῆς ληστείας ἐκεῖ κατεστράφη αὕτη. Εἶναι πρόχειρον παράδειγμα ἡ λῃστρικὴ συμμορία τοῦ Νταβέλη. Ἡ καταστροφὴ τῆς συμμορίας τοῦ Νταβέλη χρεωστεῖται τὸ πλεῖστον εἰς τοὺς κατοίκους· οὗτοι ἐξηγέρθησαν καὶ τὴν κατέστρεψαν, ἡ δὲ δημοσία δύναμις συνετέλεσεν εἰς τὴν καταστροφὴν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα ἐνόσῳ μόνη αὕτη ἐνήργει καὶ δὲν εἶχε τὴν συνδρομὴν τῶν πολιτῶν. Αὐτὸ τοῦτο ἐγένετο καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου, κ’ ἐνῶ ἡ ληστεία ἐσχηματίσθη ἀλλὰ τὴν κατέστρεψαν οἱ κάτοικοι. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν πορίζομαι καὶ τὸ πρόσφατον γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀνήνεγκεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Βάλτου περὶ τῆς ληστρικῆς συμμορίας τῆς Χαλκίδος· κ’ ἐκεῖ αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ τὴν ἀνεκάλυψαν καὶ τὴν κατέστρεψαν. Τὶ ἀπαιτεῖται ἀπὸ στρατιώτας ἀσχέτους μὲ τὸν τόπον, μὴ γνωρίζοντας τὰ ὕποπτα μέρη καὶ μάλιστα, ὅταν ἔχητε ληστὰς ἐπιτοπίους; Πρὸ πάντων ἀποστερήσατε ἀπὸ τοὺς ληστὰς τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως, τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας καὶ ταχέως θέλετε ἔχει τὴν καταστροφήν των· βλέπετε τὰς συμμορίας, αἱ ὁποῖαι συνίστανται, λέγουν, ἀπὸ δέκα· πολλάκις αὐτοὶ οἱ δέκα, γίνονται πλείονες πρὸς ἐκτέλεσιν τολμηροῦ ἐπιχειρήματος, διότι εἰς αὐτοὺς ἀνήκουν πολλάκις καὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι κατὰ μὲν τὸν πλεῖστον καιρὸν μένουν ἥσυχοι, ὁσάκις δὲ ὑπάρχει ἀνάγκη μεγίστης ληστρικῆς συμμορίας πρὸς ἐκτέλεσιν συνενοῦνται· θέλετε τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας; εὕρετε τοὺς τροφοδότας, εὕρετε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δίδουν πολεμοφόδια, καὶ αὐτὰ τὰ εὑρίσκει μία τακτικὴ ἀνάκρισις πολλὰ σπουδαῖα. Τὸ κακὸν εἶναι ἐδῶ. Ἐπιστήσατε ἁρμοδίως τὴν προσοχὴν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν, διότι ἄλλως οὐδὲν δύνασθε νὰ κατορθώσητε· τὸ προταθὲν ψήφισμα περὶ ἀποκλείσεως τῆς ἀμνηστείας ἐκείνων, οἵτινες ἀπὸ τοῦδε ἤθελον πράξει ἐγκλήματα εἶναι μέτρον ἐγγυώμενον περὶ τῆς ἐλαττώσεως αὐτῶν καὶ ἐν γένει περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Χείρονας ἴσως μέτρον τοιοῦτον, Κύριοι, λαμβανόμενον ἀπὸ ἄλλο σῶμα ἠδύνατο τῳόντι νὰ γεννήσῃ συνεπείας, διότι μὴ ἐκτελούμενον ἑπομένως ἠδύνατο νὰ ἐνθαῤῥύνῃ μάλιστα τὸ κακὸν, καθὼς ἄλλοτε ἐνεθάῤῥυνε τοὺς κακούργους ἡ διδομένη ἀμνηστεία. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον μέτρον δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ παρ’ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐξουσίας· μέτρον τοιοῦτον λαμβανόμενον ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως δὲν ἐπιδέχεται οὐδεμίαν μεταβολήν· ἑπομένως ὁ κίνδυνος ἐκλείπει καὶ ἡ πρόληψις τοῦ κακοῦ περὶ οὗ ἔκαμεν λόγον ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Βάλτου προλαμβάνεται. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν ἐπιτροπῆς ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, θεωρῶ τοῦτο καὶ ὡς ἀντικείμενον εἰς τὴν θέσιν τῆς Συνελεύσεως καὶ ὡς δυνάμενον νὰ ἔχῃ πολλὰς σπουδαίας συνεπείας. Ἡ Συνέλευσις ὡς ἐκ τῆς θέσεώς της δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ τὰ κατάλληλα ληπτέα μέτρα. Τὰ μέτρα περὶ δημοσίου ἀσφαλείας πρέπει νὰ ᾖναι τοπικά· δηλ. ἀνάλογα τῶν ἐπιτοπίων περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι διαφεύγουσι τὴν γνῶσιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἄλλως τε ἐπιτροπὴ διοριζομένη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως θέλει ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει αὕτη εὐθύνην ὑπὲρ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας· ἐκτὸς δὲ τούτου θέλετε διατρέξει τὸν κίνδυνον τοῦ ν’ ἀναφανῇ ἐκ μέρους τῶν ὑποδεεστέρων ὑπαλλήλων μία ἀντίπραξις διότι θέλουσι νομίσει οὗτοι, ὅτι προσφέρουσιν εἰς τοὺς προϊσταμένους των καταδεικνύοντες ἀκατάλληλα τὰ ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὑποδειχθέντα μέτρα. Ποτὲ ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ ὑποδείξῃ μέτρα, δύναται δὲ μόνον νὰ συστήσῃ καὶ οὐδαμῶς εἶναι συμφέρον νὰ ὑποδείξῃ καὶ ἀπαιτήσῃ ἀπαραιτήτως τὴν ἐκτέλεσίν των.
§127ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§128ΓΙΟΥΡΔΗΣ. Νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. (θόρυβος). Εἶπέ τις, ὅτι ἓν ἀνώτερον πρόσωπον ἔκαμεν ἓν ταξείδιον εἰς τὴν Εὔβοιαν, καὶ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος· ἐπῆγα μετὰ τῆς οἰκογενείας μου· εἶχε διαπραχθῆ ληστεία εἰς τὰ παράλια τῆς Εὐβοίας, ὅπου εἶχον ἀφαιρέσει ἕως πεντακοσίας δραχμὰς ἀπὸ ἓν πλοῖον. Ὁ δήμαρχος ἐκεῖνος συνέλαβε μερικοὺς ληστὰς καὶ ἐπρόκειτο νὰ συλλάβῃ καὶ ἄλλους· ἀλλ’ ἐκεῖνοι ἐκρύβησαν· τοὺς συλληφθέντας τοὺς ἐξύλισαν μέχρι θανάτου, καὶ τοῦτο ἀπεδείχθη δι’ ἐπισκέψεως τοῦ ἰατροῦ καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ. Διαβαίνων λοιπὸν εἰς τὴν Εὔβοιαν συνεννοήθην μὲ τὸν Εἰσαγγελέα, διότι εἶχον συμφέρον νὰ ᾖναι ὁ τόπος ἥσυχος, νὰ ἀναχωρήσουν αἱ ἀρχαὶ καὶ νὰ τοὺς πείσω νὰ παραδοθοῦν εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Ἐπῆγαν λοιπὸν οἱ τέσσαρες λῃσταὶ καὶ παρεδόθησαν εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Καλὰ ἔκαμα ἢ κακά;
§129ΤΙΝΕΣ. Κάλλιστα.
§130ΓΙΟΥΡΔΗΣ. Καὶ ἂν ἐπήγαινα εἰς τὴν Εὔβοιαν δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, νομίζω, ὅτι ἔκαμα καλὰ, ἀλλὰ δὲν ἐπῆγα δι’ αὐτό.
§131ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ ψήφισμα. (θόρυβος).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι· εἶναι ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἔχει νὰ προτείνῃ κατὰ τοῦ ψηφίσματος. Ὅλοι ὡμίλησαν ὑπὲρ, ἐὰν θέλετε ν’ ἀκούσητε καὶ τὸν Κ. Καλλιγᾶν.
§133ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§135ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, γνωρίζετε ὅτι ἔχω σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐναντίον τοῦ ψηφίσματος· οὐδεὶς ὑποθέτω ὅτι ἀποδίδει εἰς ἐμὲ, ὅτι ἔρχομαι ὁρμώμενος ἐκ τοῦ σκοποῦ νὰ φανῶ ἐπιεικὴς πρὸς τοὺς παραβάτας τοῦ νόμου· ἐξ ἐναντίας νομίζω ὅτι θέλετε δεχθῆ τὸν λόγον μου βεβαιοῦντα, ὅτι τὸ ψήφισμα τὸ θεωρῶ ὅλως ἀνεπαρκὲς εἰς τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐπροτάθη. Τὸ ψήφισμα τοῦτο τὸ ἐξετάζω ἐκ δύω ἐπόψεων, τὸ ἐξετάζω ἐκ τῆς ἠθικῆς ἐπόψεως τὸ ἐξετάζω καὶ ἐκ τῆς πρακτικῆς. Τὸ ψήφισμα τοῦτο περιέχει 3 ἢ 4 διατάξεις· ἡ πρώτη διάταξις αὐτοῦ καὶ ἡ δευτέρα ἀνάγονται εἰς τὴν ἀμνηστείαν καὶ χάριν· ἡ Συνέλευσις μέλλει νὰ ψηφίσῃ, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ δοθῇ ἀμνηστεία οὔτε χάρις εἰς καταδίκους δι’ ὅλα τὰ κακουργήματα τὰ γενόμενα μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως, καὶ δὲν δύναται νὰ γίνῃ οὔτε παρ’ αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως. Κατόπιν ἔρχονται καὶ διατάξεις περὶ τῶν ὑποπεσάντων εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις πρὸ τῆς ἐποχῆς τῆς 11 Ὀκτωβρίου καὶ δεύτερον ἔχει καὶ μίαν διάταξιν, καθ’ ἣν ἐξαιροῦνται τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν ἀνωτέρω ἄρθρων καὶ οἱ αὐτουργοὶ τῶν μέχρι τοῦδε διαπραχθέντων ἐγκλημάτων καὶ πλημμελημάτων. Βλέπετε, ὅτι τὸ ψήφισμα ἐμπεριέχει πολλὰς διατάξεις· μέχρι τοῦδε ἔγινε λόγος περὶ τῆς κυριωτέρας διατάξεως, περὶ τῆς διατάξεως ἤγουν τὴν ὁποίαν ἐθεώρησαν συντελεστικὴν διὰ νὰ ἀποθαῤῥύνουν τοὺς εὑρισκομένους ἤδη εἰς τὴν ὁδὸν τῶν ἐγκλημάτων. Περὶ αὐτῆς νομίζω τῷ ὄντι σπουδαῖον, νὰ ὁμιλήσω καὶ δὲν μᾶς διαφέρει πολὺ, τί θὰ γίνῃ περὶ τῶν καταδίκων πρὸ τῆς 11 Ὀκτωβρίου ἢ τῶν κακουργησάντων μέχρι τοῦδε. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ Κύριος Σιλιώτης, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε τὸ ψήφισμα, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὰς περιστάσεις μεταξὺ τῆς δευτέρας Ὀκτωβρίου καὶ τῆς ἑνδεκάτης. Ἡ ἐπανάστασις εἶναι τῆς ἑνδεκάτης Ὀκτωβρίου, ἐκτὸς ἂν ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰ ἐπαναστατικὰ κινήματα τῆς Ἀκαρνανίας. Λοιπὸν ἀποβλέποντες εἰς τὴν διάταξιν περὶ τῶν κακουργημάτων τῶν διαπραττομένων καὶ διαπραχθέντων ἀπὸ τῆς 11 Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως πρὸς οὓς πρόκειται νὰ γείνῃ ἀπόλυτος ἄρνησις χάριτος καὶ ἀμνηστείας, αὐτὴν πρέπει νὰ λάβωμεν κατὰ δύο τρόπους, ἤτοι ὅτι μέλλει νὰ ᾖναι πραγματικὴ, νὰ ᾖναι ἀληθής. Ἡ Συνέλευσις δὲν ψηφίζει ἐπὶ ματαίῳ, οὐδεὶς μέλλει νὰ ἀνακαλέσῃ ὅ,τι ἐψήφισεν ἡ Συνέλευσις, εἶναι ἀπαρέγκλιτον ὅ,τι ψηφίζει καὶ πρέπει νὰ τὸ λάβωμεν πρῶτον κατὰ τοιαύτην ἔννοιαν. Δεύτερον δυνάμεθα νὰ λάβωμεν αὐτὸ κατὰ τὴν ἐναντίαν. Ἂς λάβωμεν αὐτὸ πρῶτον κατ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ὅτι μέλλει τῷ ὄντι νὰ μείνῃ ἀμετάτρεπτον τὸ ψηφισθὲν παρὰ τῆς Συνελεύσεως, καὶ ὅτι δεσμεύεται ὁ Βασιλεὺς καὶ περὶ χάριτος καὶ ἀμνηστείας διὰ τὰ μέχρι ἐλεύσεώς του· ἐὰν τοῦτο τὸ θεωρήσωμεν ἀπαρέγκλιτον, τί δύναται νὰ συμβῇ καὶ ὁποία ἡ συνέπεια; Ὑποθέσατε ὅτι πλεονάζουν τὰ κακουργήματα, ὅτι δὲν πτοοῦνται οἱ κακοῦργοι, εἶναι τότε πείραμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κάμνομεν, ἓν ψυχολογικὸν μέσον, ἐπενεργοῦμεν διὰ τοῦ φόβου αὐτοῦ, διὰ νὰ ἀποτρέψωμεν διὰ μιᾶς τοιαύτης ἀπειλῆς, ἀλλὰ μήπως πάντοτε ἐπιτυγχάνει ὅστις ἐπενεργεῖ ψυχολογικῶς; Πολλάκις δύναται νὰ ἔχῃ καρδίαν πεπωρωμένην, ἡ ὁποία εἶναι σκληροτέρα τῆς ἀπειλῆς· ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνομεν, ὅτι ἐπλεόνασαν τὰ κακουργήματα, ὅτε ἔφθασεν ὁ Βασιλεὺς, εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται ὅτε πρόκειται περὶ καταδίκης ἀπεράντου πλήθους ἐπὶ ποιναῖς αὐστηροτάταις, αἵτινες ἀπειλοῦν κεφαλὰς, διότι πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ ὅλην τὴν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου, καὶ τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν τῶν ἐγκλημάτων τιμωροῦνται διὰ τῆς κεφαλικῆς ποινῆς; Ἔχει ἡ κοινωνία ἀμέσως πρόχειρον ὅλον τὸν στρατὸν καὶ ὅ,τι ἔχει ἀνάγκην, διὰ νὰ τιμωρήσῃ, διὰ νὰ καταδικάσῃ αὐτοὺς τοὺς ἐνόχους; Διὰ ποίαν αἰτίαν ὑπάρχει τὸ μέτρον τῆς ἀμνηστείας; διότι εἰς τοιαύτας ἐπικινδύνους περιστάσεις, ὅταν μεγάλη ὁμὰς περιλαμβάνεται, καὶ ὅταν ἡ ὁμὰς παραβαλλομένη πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς κοινωνίας, δύναται νὰ φέρῃ εἰς κίνδυνον τὴν κοινὴν ἀσφάλειαν, δὲν εἶναι μοναδικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ εὑρεθῇ εἰς τοιαύτην ἀσθενῆ κατάστασιν, ὅλαι αἱ κοινωνίαι ἔπραξαν τοῦτο εἰς ἀνωμάλους περιστάσεις. Λέγω λοιπὸν, ὅτι φέρομεν εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν εἰς ἐποχὴν, ὅτε θέλομεν νὰ ἴδωμεν, καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ προχωρῇ τὸ Ἔθνος εἰς τὴν εὐόδωσιν τῶν δημοσίων πραγμάτων. Ἐξ ἄλλου μέρους εἶναι δίκαιον, εἶναι ὀρθὸν, ὅτε ἡμεῖς οἱ ἴδιοι μετ’ ὀλίγον διὰ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν μέλλομεν ν’ ἀποδώσωμεν αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα εἰς τὴν Βασιλείαν, νὰ δεσμεύσωμεν αὐτὴν εἰς μίαν ὡρισμένην ἐποχὴν μεγάλων κινδύνων; Ὅτε αὐτὴ ἡ Βασιλεία ἀκόμη δὲν προπαρεσκεύασε τὰς δυνάμεις της, δὲν ἐγνώρισεν ἀκόμη, ποῖα μέσα ἔχει; Ἔπειτα ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐὰν θέσωμεν τοιούτους κακούργους ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν, κακούργους, οἱ ὁποῖοι ἔπραξαν αὐτὰ τὰ τρομερὰ ἐγκλήματα, καὶ οἱ ὁποῖοι οὐδόλως περιμένουν τι ἐκ τῆς κοινωνίας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτὸς τοῦ νόμου, ποία μέλλει νὰ ᾖναι ἡ θέσις αὐτῶν ἀπέναντι τῆς κοινωνίας; Μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς κοινωνίας θέλει ὑπάρχει πόλεμος ζωῆς καὶ θανάτου, τὰ πάντα κινδυνεύουσιν εἰς τὸ ἑξῆς, καὶ δὲν σκέπτονται (θόρυβος μεταξὺ τινων πληρεξουσίων). Δὲν ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω, Κύριοι, μὲ τὴν γνώμην σας, πρέπει νὰ τὴν ἀκούσω, ἀλλ’, ἐνῷ ἐκθέτω τὴν ἰδικήν μου, εἶναι ἀδύνατον νὰ μαντεύσω τὴν ἰδικήν σας. Εἰς τοιαύτην ἐποχὴν, ὅτε ὁ κακοῦργος ἀποκηρύττεται ἀπὸ τὴν κοινωνίαν καὶ εὑρίσκεται εἰς ἔκνομον κατάστασιν τὰ πάντα κινδυνεύει ἀπέναντι αὐτῆς, καὶ δὲν σκέπτεται ἢ πῶς νὰ αὐξήσῃ τὸ λάφυρόν του. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἔχετε εὔκολα τὰ μέσα, νὰ τὸν καταδιώξητε; Δὲν ἔχετε τὰ μέσα εὔκολα· τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀνοικτὰ, ὁπόταν θέλῃ πλησιάζει εἰς τὰ ὅρια, καὶ ἔχει εὔκολον τὴν ἔξοδον, καὶ σᾶς διαφεύγει μὲ τὸ λάφυρόν του. Ἐὰν λοιπὸν θελήσητε τῳόντι ἀπαρεγκλίτως νὰ ψηφίσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος Σολιώτης προτείνει, θὰ ἔχητε ἀπέναντι τῆς κοινωνίας κακούργους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν μετὰ τῆς κοινωνίας κοινὸν, ἢ πόλεμον, πῦρ καὶ ξίφος, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν ὁρίων τῶν Ἑλληνικῶν θέλουν σᾶς ἀπειλεῖ διὰ πολὺν χρόνον, διότι οὐδόλως πρὸς αὐτοὺς θέλετε δώσει ἀμνηστείαν. Θέλετε θέσει τάξιν ἀνθρώπων ἐκτὸς τῶν ὁρίων, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀδιακόπως τὴν Ἑλλάδα πολεμεῖ καὶ θέλουσιν ἐργάζεσθαι ἐναντίον τῶν καθεστώτων διὰ νὰ σαλεύσωσι τὴν δημοσίαν τάξιν· θέλετε θέσει τὴν τάξιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἐκτὸς τῶν ὁρίων, πάντοτε ἀπειλητικῶς φερομένων ἐναντίον τῆς τάξεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ὑποθέσητε τὸ ἄλλο, ὅτι μόνον ἀπειλοῦμεν καὶ μεθαύριον ἀνακαλοῦμεν τὴν ἀπειλὴν, τότε ψηφίζομεν ἁπλῶς διὰ νὰ ἐμπνεύσωμεν τρόμον καὶ μετ’ ὀλίγον, ὅτε παρέλθῃ ὁ κίνδυνος καὶ δὲν ἔχωμεν ἀνάγκην αὐτοῦ τοῦ τρόμου, τότε τὸ ψήφισμα αὐτὸ μένει ἀργόν. Ἐὰν ψηφίσητε, Κύριοι, τοιοῦτόν τι— καὶ λέγω τοῦτο, διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν συνεζητοῦμεν τὸ ψήφισμα τοῦτο εἰς τὸ τμῆμα, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσω πρὸς τοιαύτην σκέψιν, μὲ εἶπον, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἐπέλθῃ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, ἀρκεῖ νὰ δεσμεύσωμεν αὐτοὺς τοὺς κακούργους, καὶ μετὰ ταῦτα τὸ ψήφισμα ἀνακαλεῖται· εἰς τοιαύτας σκέψεις πάντοτε ἀπήντησα, ὅτι εἶναι ἀνήθικοι, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιοι μιᾶς Συνελεύσεως τοιαύτης, ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀλήθειαν, εἶναι ἀνάξιον ν’ ἀπειλῶμεν ἁπλῶς, καὶ ἡ ἀπειλὴ αὐτὴ νὰ ᾖναι τέχνασμα πολιτικόν. Τὸ νὰ ᾖναι ὁ νόμος ἁπλῶς φόβητρον καὶ φάσμα, αὐτὸ εἶναι ἄξιον τῆς ἐποχῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ τέχνη ἡ πολιτικὴ εἶναι τὸ ψεῦδος· εἶναι ἀνάξιον τὸ ψεῦδος τοιαύτης Συνελεύσεως. Τί θέλετε εἰπεῖ εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ὅταν αὐτὴ μεταχειρίζεται τὸ ψεῦδος ὡς πολιτικήν; Ἂν ἐκδίδῃ ἁπλῶς νόμους πρὸς φόβον, καὶ μετὰ ταῦτα δὲν ἔχουσιν ἰσχύν, ἐγὼ λέγω ὅτι ἂν εἰς τὰς σκέψεις τινῶν εἶναι, ὅτι δύναται ν’ ἀνακληθῇ, καὶ οὕτω νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἐκεῖνο τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον σᾶς προεῖπον (θόρυβος) νὰ καταστήσητε ἀμειλίκτους ἐχθροὺς τῆς κοινωνίας τάξιν ὁλόκληρον ἀνθρώπων, ἐὰν ᾖναι εἰς τὰς σκέψεις αὐτῶν, δὲν εἶναι καὶ εἰς τὰς σκέψεις αὐτῶν τῶν ἀπειλουμένων; Δὲν ἔχουσιν οὗτοι ἀρκετὴν εὐφυΐαν νὰ εἴπωσιν, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἁπλῆ ἀπειλή; (θόρυβος)
§136Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαί ποτε νὰ γείνῃ εἰς τὰ τμήματα συζήτησίς τις περὶ τοιούτου πράγματος, εἶναι τέχνασμα τοῦ Κ. Καλλιγᾶ.
§137ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ δὲν ὥρισα πρόσωπα.
§138ΖΕΡΒΑΣ. Εἶναι προσβολὴ τὴν ὁποίαν κάμνετε κατὰ Πληρεξουσίων.
§139ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι δύω τρόποι συζητήσεως, νὰ ἔρχεταί τις μὲ μικρὰν καὶ στενὴν ἰδέαν, καὶ μόνην ταύτην νὰ φέρῃ ἐπὶ τοῦ βήματος, ἄλλος δὲ εἶναι νὰ ἐξετάζῃ τὸ ζήτημα ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις. Μοὶ λέγετε, ὅτι προσέβαλα Πληρεξουσίους, ἐνῷ ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ ἀτόμων, ἔγεινε συζήτησις ἐντὸς τοῦ τμήματος, ἐγὼ ἀνέφερα καὶ αὐτὴν τὴν ἔποψιν καὶ δὲν ἀπεδοκιμάσθη· ἐὰν νομίζῃ ἡ Συνέλευσις, ὅτι εἶπα λέξιν τινὰ προσβλητικήν, δύναμαι νὰ τὴν ἀνακαλέσω· νομίζετε, ὅτι εἶναι ἄτοπον ν’ ἀναφέρω, ὅτι ὑπάρχει καὶ τοιαύτη σκέψις, νομίζετε, ὅτι τὴν ἀποδίδω εἰς τὴν Συνέλευσιν; Δὲν τὴν ἀποδίδω εἰς κἀνένα, ἐπιθυμῶ μάλιστα νὰ τὴν ἀποδοκιμάσῃ, ὡς τὴν ἀπεδοκίμασεν ἀπ’ ἀρχῆς ὁ φίλος μου Κύριος Ζέρβας, τὸν ὁποῖον πολὺ ὑπολήπτομαι.
§140ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§141ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶπόν τι προσβλητικόν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸ ἀνακαλέσω. Κύριοι, ἀποκρούω τὸ ψήφισμα διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξέθεσα, διότι τὸ θεωρῶ, ὅτι ὡς ἀπειλὴ ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐπιφέρῃ τὸν ψυχολογικὸν ἐκεῖνον τρόμον, τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ ἐνσπείρωμεν ἢ δύναται ν’ ἀποχωρήσῃ μίαν τάξιν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους νὰ καταστήσῃ ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἔπειτα ἀντιπράττομεν εἰς τὸ Βασιλικὸν προνόμιον, τὸ ὁποῖον μέλλομεν νὰ καθιερώσωμεν.
§142ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τώρα ἐνόησα.
§143ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ πρὶν ἀκόμη συνάψωμεν τὸ συνάλλαγμα, ἐπιβάλλομεν ὅρον· λέγω, ὅτι δὲν θέλω νὰ περιορισθῶ εἰς τοῦτο μόνον, ἀποκρούων τὸ ψήφισμα, καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐπιθυμῶ, ἐὰν ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν ἡ Συνέλευσις νὰ ὑποδείξω ἄλλον τρόπον διὰ τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων καταστέλλεται ἡ παράβασις τῶν νόμων καὶ ἡ πρὸς τὸ κακουργεῖν τάσις δὲν εἶναι πολλὰ, ἓν καὶ μόνον ὑπάρχει, ἡ τιμωρία· σήμερον πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὰ 99% τοῦ Ποινικοῦ νόμου ἀργοῦν, καθεύδουν διὰ πολλοὺς λόγους· ἂν δυνάμεθα νὰ ἐξυπνίσωμεν τὸν νόμον, ἐὰν τὸν ἀνεγείρωμεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ληθάργου, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συλλογισθῶμεν διὰ τοιαῦτα μέσα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν μᾶλλον ὡς ἔμπλαστρα, ἢ ὡς μέσα θεραπείας, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ὅλως προβληματικά. Νομίζω, ὅτι ἦτον εὔκολον νὰ κινήσωμεν τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην· παρὰ πολλῶν ἤκουσα, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον· κατὰ τὴν κρίσιν μου αἱ δυσκολίαι δὲν εἶναι μεγάλαι, ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν θέλησιν ἡμῶν, καὶ ἐξαρτῶνται ἐκ μικρᾶς τινος διορθώσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται ταχύτερον νὰ βαδίσῃ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη· καθόσον ἀφορᾷ τὰ πλημμελήματα, περὶ αὐτῶν δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι μεγάλη φροντὶς, διότι ταῦτα, ὡς ἔγγιστα, καταδιώκονται. Παρατηρῶ, ὅτι τὰ πλημμελειοδικεῖα ἐργάζονται, καὶ ἂν θέλητε εἰς τὰς ἐπαρχίας πολὺ περισσότερον, ἢ εἰς τὴν πρωτεύουσαν· ἐν τούτοις τὰ κακουργοδικεῖα ἀργοῦσι, καὶ τοῦτο ἕνεκα τῆς δυσκολίας τῆς συνθέσεως αὐτῶν. Ἡ σύνθεσις αὐτῶν, ὅπως γίνεται κατὰ τὸν ἡμέτερον νόμον, ἀπαιτεῖ μεγάλας προπαρασκευὰς, πρέπει νὰ παρέλθωσι 2, 3 μῆνες διὰ νὰ συγκροτηθῇ κακουργοδικεῖον. Εἰς ἄλλα Ἔθνη τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων συγκροτεῖται ἐν ἀκαρεῖ, καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα, ἐὰν δὲν συγκροτῆται ἐν ἀκαρεῖ, καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς· δικάζουσι πολῖται, δικάζουσι μάλιστα κατὰ τὰς ἐντυπώσεις, δικάζουσι μάλιστα περισσότερον κατ’ ἐκείνην τὴν γενικὴν αἴσθησιν ἥτις γεννᾶται μετὰ τὴν πρᾶξιν τοῦ κακουργήματος. Ὅταν προσφάτως δικάζωσιν οἱ ἔνορκοι σπανίως γίνεται ἀθώωσις ἐνόχου.
§144ΠΕΤΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Συνέστη κακουργοδικεῖον.
§145ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν παρέρχηται χρόνος καὶ ὁ Κύριος Πέτρος Μαυρομιχάλης λέγῃ, ὅτι συνέστη κακουργοδικεῖον, ἀπαντῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι πρὸ 7 ἢ 8 μηνῶν δὲν συνέστη κακουργοδικεῖον, καὶ ὅταν μόλις μετὰ 8 μῆνας συνιστᾶται δικαστήριον ἐνόρκων, παρέρχεται ἡ ἐντύπωσις, ἔρχονται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι οὔτε εἴδησιν ἔχουν, οὔτε γνωρίζουν τὴν ἀγανάκτησιν τῆς κοινωνίας ἐκ τῆς κακούργου πράξεως, καὶ ὑπὸ αὐτὴν τὴν ψυχολογικὴν ἔποψιν (θόρυβος), καὶ δυστυχῶς περιστοιχοῦνται τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων μᾶλλον ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ τῶν κακούργων, ἢ ὑπὲρ τοῦ νόμου. Λέγω, ὅτι τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων δὲν ἐκπληροῖ τὸν σκοπόν του, δὲν ἐπιτυγχάνει βεβαίως ἡ καταδίκη τοῦ ἐνόχου· εἰς τὰ ἄλλα Ἔθνη ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλλαμβάνεται τὸ ἔγκλημα καὶ δικάζεται, κατὰ τὴν ἡμετέραν ὅμως νομοθεσίαν εἶναι ἀδύνατον, διότι ὁ νομοθέτης ἡμῶν ἔδειξε δυσπιστίαν πρὸς τοὺς ἐνόρκους, ἠθέλησε νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, ἠθέλησε νὰ προΐδῃ, ποῖοι ἄνθρωποι μέλλουν νὰ ἔλθουν ὡς ἔνορκοι καὶ νὰ προπαρασκευάσῃ τὴν σύνθεσιν τοῦ δικαστηρίου. Ποῖα εἶναι τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐνέπνευσαν τὴν δυσπιστίαν αὐτὴν τοῦ νομοθέτου πρὸς τὴν κοινωνίαν, ὥστε δὲν ἀφίνει ἐλεύθερον τὸν κλῆρον, θέλει νὰ ἀπομακρύνῃ, ὡς ἔγγιστα, τὸν μεγαλήτερον ἀριθμὸν τῶν ἐνόρκων, καὶ ν’ ἀφήσῃ τὸ ἐλάχιστον μέρος, καὶ νὰ σχηματίσῃ τοιοῦτον δικαστήριον, περὶ τοῦ ὁποίου εἰκάζει τί μέλλει νὰ πράξῃ· διὰ τί νομίζετε, ὅτι τοσάκις ἔγινεν ἡ καταδίκη τοῦ τύπου; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον διότι προπαρασκευάζεται τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων. Ἰδοὺ πῶς προπαρασκευάζεται τὸ δικαστήριον, οἱ πλεῖστοι τὸ γνωρίζουσιν, ἐν συνόψει ὅμως θέλω σᾶς εἰπεῖ πῶς προπαρασκευάζεται. Ἠξεύρετε, ὅτι συνιστῶνται κατάλογοι τῶν ἐνόρκων, οἱ δὲ κατάλογοι τῶν ἐνόρκων περιέχουσι τοὺς ἔχοντας τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου, ποίαν ἄλλην ἐγγύησιν θέλει ἡ κοινωνία; Διὰ τί λοιπὸν δὲν προσκαλοῦνται; Ὄχι, πρέπει νὰ συνέλθουν τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια νὰ σχηματίσουν ἐκ 30 καταλόγους, καὶ εἰς τούτους νὰ προσθέσῃ ἕτερα 30 ὀνόματα ὁ Νομάρχης, καὶ ταῦτα τὰ ἑξήκοντα ὀνόματα προσθετόμενα εἰς ὅλους τοὺς νομοὺς τῆς περιφερείας ἐφετῶν σχηματίζουν τὸν κατάλογον, ἐκ τοῦ ὁποίου τὸ δικαστήριον τῶν ἐφετῶν κληροῖ τοὺς ἐνόρκους. Ἔρχεται λοιπὸν πρῶτον τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον, συνθέτον τὸν κατάλογον κατ’ ἀρέσκειαν, καὶ προσδιορίζει τὰ πρόσωπα, ἴσως περὶ ὅσων ἔχει ἐγγύησιν, ἔρχεται ὁ νομάρχης ἔπειτα καὶ ἔχει ἴσον δικαίωμα πρὸς τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον καὶ προσθέτει τοὺς 30, καὶ ἔχομεν εἰς ἑκάστην περιφέρειαν ἐφετῶν 300 ἐνόρκους, τῶν ὁποίων τοὺς 150 ἔδωκεν ὁ νομάρχης, ἐξ αὐτῶν κληροῦνται οἱ τακτικοὶ, καὶ δίδεται δικαίωμα εἰς τὸν εἰσαγγελέα νὰ ἐξαιρέσῃ ἕξ, καὶ δύναται νὰ ἐξαιρέσῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐνέγραψαν τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια, καὶ οὕτω σχηματίζεται δικαστήριον ἐνόρκων, ὅπως παρεσκευάσθη ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπέμβῃ τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον καὶ ὁ νομάρχης εἰς ταῦτα; Καμμία, τοῦτο εἶναι πρόνοια τοῦ νομοθέτου· πρόνοια διὰ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ νὰ παρεμβάλῃ τὴν ἐνέργειαν αὑτῆς εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων. Τί συνέβη ὅμως; Συνέβη, ὅτι πρακτικῶς δὲν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἡ πρόνοια τοῦ νομοθέτου· δὲν δύναται νὰ κατορθώσῃ ὁ νομοθέτης, ὥστε νὰ συγκροτηθῇ δικαστήριον ἐνόρκων συγκείμενον μόνον ἐξ αὐτῶν τῶν 30 τακτικῶν, τῶν ὁποίων τὸ πλεῖστον προέρχεται ἐκ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, διότι ἡ περιφέρεια τῶν ἐφετῶν εἶναι ἀπέραντος, εἶναι ἀδύνατον εἰς τὸν κάτοικον τῆς Θήρας νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ εἰς τὸν κάτοικον τοῦ Βάλτου εἰς τὴν Σύρον. Συμβαίνει ὥστε τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων νὰ συγκροτῶνται ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ κακουργοδικείου κατοικούντων. Τὸ ἀποτέλεσμα ἔψευσε τὸν νομοθέτην, καὶ κατέστησε τὴν πρόνοιαν τοῦ νομοθέτου ὅλως περιττήν. Ἐν τοσούτῳ χάριν αὐτῆς τῆς προνοίας τοῦ νομοθέτου, τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων δὲν συγκροτοῦνται ταχέως, εἶναι ἀδύνατον νὰ συγκαλεσθῶσι πρὸ 3, 4 μηνῶν, καὶ ὄχι μόνον ἀπέτυχεν, ὥστε ἐπέρχεται ἡ τιμωρία (claudo pede) χωλῷ ποδὶ ἀλλὰ συγχρόνως γίνεται καὶ ἀδικία πρὸς τὸν κατηγορούμενον, ὁ κατηγορούμενος σήπεται ἐντὸς τῶν φυλακῶν καὶ εἴδομεν παραδείγματα ἐπὶ ἓν δύω ἔτη νὰ σήπωνται κατηγορούμενοι ἐντὸς τῶν φυλακῶν, διότι δὲν δύνανται νὰ συγκροτηθῶσι ταχέως δικαστήρια ἐνόρκων· νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἐξαλείψωμεν ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς συνθέσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁπλούστατον, ὅταν εἴπωμεν διὰ δύω διατάξεων, ὅτι ἡ περιφέρεια ἑκάστου κακουργοδικείου εἶναι περιφέρεια πρωτοδικῶν, ὅτι ἡ κλήρωσις γείνεται ἐκ τοῦ καταλόγου αὐτῆς τῆς περιφερείας, χωρὶς νὰ συμπράξωσιν οὔτε Ἐπαρχιακὰ συμβούλια, οὔτε Νομάρχης, καὶ ὁσάκις εἶναι ἀνάγκη, οὐχὶ καθ’ ἑκάστην τριμηνίαν, ἀλλ’ ὅταν τύχῃ περίστασις νὰ δύναται νὰ συγκροτηθῇ δικαστήριον ἐνόρκων, τότε ὡπλίσαμεν τὴν δικαιοσύνην, ἐθέσαμεν τὸ ξίφος εἰς τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης τεθηγμένον, δυνάμενοι ἀμέσως νὰ συγκαλέσωμεν δικαστήριον ἐνόρκων καὶ νὰ καταδικάσωμεν τότε, ὅπως δήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἀνώμαλος ἡ κατάστασις τῆς κοινωνίας· ὅσον δήποτε καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ κακούργημα ἔχει ὑψώσει τὸ μέτωπον, εἶναι ἀδύνατον οἱ ἔνορκοι ν’ ἀθωώσωσι τὸν ἔνοχον.
§146ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῦ θὰ τὸν εὕρωσι;
§147ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν τὸν συλλάβωσι.
§148ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῖος θὰ τὸν συλλάβει;
§149ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ δημοσία δύναμις. Ἐνταῦθα μοὶ ἐδείξατε μίαν δυσκολίαν, ἡ ὁποία, ἂν ἦτο ἀληθὴς ἐν μέρει, καθίσταντο περιττὰ ὅσα εἶπα. Πῶς θὰ συλλάβωμεν τὸν κακοῦργον; Σᾶς λέγω, ὅτι ἐντὸς πολλῶν φυλακῶν τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχουσι κακοῦργοι, καὶ ἐντὸς τῶν φυλακῶν τῶν Ἀθηνῶν. Τί δέ συμβαίνει; Ἐπειδὴ δὲν δικάζονται, δὲν συνέρχεται δικαστήριον, γείνεται ἐπιείκεια πρὸς αὐτούς· ἐγὼ σᾶς ἀναφέρω τὸ παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ Κυριάκου τὸν ὁποῖον ἀνεφέρατε ἐσεῖς ὁ ἴδιος.
§150ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν τὸν ἀνέφερα ἐγώ.
§151ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔπειτα, ὅτε συνεκροτήθη λῃστρικὴ συμμορία ........ (θόρυβος). Σήμερον αὐταὶ αἱ φυλακαὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ κρατήσουν ἐπὶ πολὺν καιρὸν αὐτοὺς τοὺς κακούργους, φεύγουν, καὶ δὲν δύνανται νὰ τοὺς κρατήσουν, διότι δὲν ὑπάρχει δικαστήριον ἐνόρκων, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτηρῆτε τοὺς συλληφθέντας· καθημέραν συλλαμβάνονται κακοῦργοι, ἀλλὰ σήμερον ἡμεῖς ἠρνήθημεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας (θόρυβος), ὅλαι αἱ λῃστρικαὶ συμμορίαι τῶν Θηβῶν διελύθησαν, καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὰς οἰκίας των, ποῖος σᾶς ἐμποδίζει νὰ τοὺς συλλάβητε;
§152ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πῶς θὰ τοὺς συλλάβουν;
§153ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διὰ τῆς ἐνόπλου δυνάμεως.
§154ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι διὰ τὰ συμβαίνοντα πέριξ τῶν Ἀθηνῶν.
§155ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ Κύριος Πετσάλης τὸ ἐν ἀρχῇ αἰτεῖται. Βεβαίως ὅταν στέλλετε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εὐκόλυνον τὴν ἀπόδρασίν των δὲν δύνασθε ποτὲ νὰ τοὺς συλλάβητε. Λέγω λοιπὸν ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ συστηθῇ ἐν ἀκαρεῖ τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, δὲν ὑπάρχει καμμία δυσκολία, καὶ σήμερον νὰ δικάσῃ καὶ καταδικάσῃ, οὕτως εἶμαι βέβαιος ὅτι τοσαῦται λῃστεῖαι αἱ ὁποῖαι ταράττουν τὴν κοινωνίαν, καὶ ἐπιβάλουν χεῖρα εἰς τὴν περιουσίαν καὶ τιμὴν τοῦ πολίτου ἀδύνατον νὰ ὑπεκφύγωσι τὸ δικαστήριον· ἂν ὅμως μετὰ τὴν πρᾶξιν μετὰ δέκα μῆνας ἔλθετε νὰ τοὺς δικάσετε, σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ τοὺς καταδικάσετε. Νομίζω ὅτι συμφερώτερον εἶναι ἀντὶ νὰ δεχθῶμεν αὐτὸ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν μέλλομεν νὰ καθιερώσωμεν ὡς πρὸς τὰς προνομίας τὰς βασιλικὰς τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ φέρῃ εἰς κίνδυνον τὴν κοινωνίαν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἐπιφέρῃ τὸ ψυχολογικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἀπειλῆς καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ᾖναι ἀξιόμεμπτον ἂν ἦτον ἁπλῶς πρὸς ἀπειλὴν ἢ ἐγένετο μὲ πνεῦμα ἀνακλήσεως, νομίζω συμφερώτερον νὰ ἐπιτείνωμεν τὰ μέσα τῆς δικαιοσύνης, νὰ εὐκολύνωμεν τὴν συγκρότησιν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων καὶ νὰ ῥυθμίσωμεν ὥστε τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων καθ’ ἑβδομάδα νὰ συγκροτῶνται ἅμα συλληφθῇ ὁ ἔνοχος καὶ παραπέμπεται. Σᾶς λέγω ὅτι ἀπὸ τὸ δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν τῶν Ἀθηνῶν παρεπέμφθησαν εἰς τὰ κακουργοδικεῖα πέραν τῶν 100 ἀτόμων εὑρίσκονται δὲ εἰς πολλὰς φυλακὰς, τῆς Χαλκίδος, τοῦ Μεσολογγίου τῆς Λαμίας εἰς προφυλάκισιν. Ἀνέφερα περὶ τούτου, διότι ἂν ἐνθυμεῖτε ἡ Συνέλευσις, ὡς μαρτυρεῖ ἡ ἡμερησία διάταξις, ὅταν ἐπρότεινα τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ τοῦ ὀργανισμοῦ ἐδέχθη ἡ Συνέλευσις νὰ συζητηθῇ συνάμα μετὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Κ. Σολιώτου, καὶ τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον τότε περὶ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων· διὰ τοῦτο ἐτόλμησα νὰ τὰ ἑνώσω· τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν νομίζω χρησιμώτερον ἐκεῖνο.
§156Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ, ἀλλὰ τὸ ἓν δὲν ἀποκλείει τὸ ἄλλο.
§157ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δύναμαι νὰ ἀναγνώσω τὴν πρότασιν, ἥτις θὰ ᾖναι βραχεῖα· «ἐν Ἀθήναις κτλ. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει Ἄρθρ. 1. Εἰς τὴν περιφέρειαν ἑκάστου Δικαστηρίου Πρωτοδικῶν συγκροτεῖται κατὰ πᾶσαν τριμηνίαν τοὐλάχιστον Δικαστήριον Κακουργιοδικῶν, ἡ δὲ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἄρχεται ἡ συνεδρίασις αὐτοῦ, προσδιορίζεται παρὰ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν τοὐλάχιστον ὀκτὼ ἡμέρας πρότερον καὶ δηλοποιεῖται δημοσίως κατὰ τὸν ἐν τοῖς ἄρθροις 33 καὶ 36 τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ ὡρισμένον τρόπον. Ἄρθρ. 2. Ὀκτὼ ἡμέρας τοὐλάχιστον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τοῦ ἐνόρκου Δικαστηρίου, ἐπὶ δημοσίᾳ συνεδριάσει, παρόντος καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν βάλλει εἰς τὴν κληρωτίδα ὅλα τὰ ὀνόματα τῶν πολιτῶν, ὅσα εὑρίσκονται ἐγγεγραμμένα εἰς τοὺς καταλόγους τῆς περιφερείας τῶν Πρωτοδικῶν τοὺς κατὰ τὰ ἄρθρα 18 καὶ 51 τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ διορθωθέντας. Ἄρθρ. 3. Ὁσάκις δὲν συσταίνεται Κακουργοδικεῖον ἐντὸς τῆς περιφερείας Πρωτοδικῶν, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ καλέσῃ καὶ τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὴν ἁρμοδιότητα ἄλλου Κακουργιοδικείου ἐντὸς τῆς αὐτῆς περιφερείας Ἐφετῶν. Ἄρθρ. 4. Πᾶν ὅ,τι ἀντιβαίνει εἰς τὸ παρὸν ψήφισμα καταργεῖται.
Π. ΚΑΛΛΙΓΑΣ.
§158Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Προσόντα δὲν χαίρουν αὐτοὶ οἱ ἔνορκοι;
§159ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅπως σχηματίζεται ὁ κατάλογος.
§160ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ μένῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Νομάρχην;
§161ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι καταργεῖται.,
§162ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ποία εἶναι ἡ διαφορὰ Κ. Καλλιγᾶ;
§163ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τρεῖς μῆνες ἀπαιτοῦνται, καθὼς ἦτο πρῶτον, καὶ τώρα ἀπαιτοῦνται 8 ἡμέραι.
§164ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Κύριοι δὲν εἶμαι ποσῶς ἐναντίος τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Καλλιγᾶ περὶ συστάσεως τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὴν πρότασιν ταύτην θεωρῶ ἄσχετον μὲ τὸ περὶ χορηγήσεως ἀμνηστείας ψήφισμα, προτείνω νὰ παραπεμφθῇ ὡς χωριστὴ πρότασις εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Σήμερον μὲ λύπην μου παρετήρησα, ὅτι τινὲς ἐφώναζον, ὅτι κατατρίβομεν τὸν καιρὸν εἰς τὰ τοιαῦτα ζητήματα· βλέπομεν ὅλοι τὰς πληγάς μας, ἀντὶ νὰ μεταχειριζώμεθα μέσα πρὸς θεραπείαν, τὰ μεταχειριζόμεθα ῥίπτοντες αὐτὰ πρὸς βάρος τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων. Προτείνω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ψηφίσματος. Διὰ τοῦ ψηφίσματος τούτου ἐνόησα νὰ λάβωμεν τὰ πολλαπλασιαζόμενα ἐγκλήματα, νὰ δώσωμεν καιρὸν μετανοίας εἰς τὰ ἀπεπλανημένα μέλη τῆς κοινωνίας ἡμῶν, καὶ συγχρόνως ἐξασφαλίζοντες τὴν κοινωνίαν ἀπέναντι τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν κακουργημάτων αὐτῶν νὰ δειχθῶμεν ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς καταδίκους, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπανάστασις ἀπέλυσε τῶν φυλακῶν· διότι ἀφοῦ αὐτοὶ μείνουν ἐλεύθεροι, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τὴν μέλλουσαν ἀποκατάστασιν τῆς τύχης των μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως, θὰ προτιμήσουν τὸν ληστρικὸν βίον. Ἄρθρον 1. Ὅσα πλημμελήματα ἢ κακουργήματα διαπραχθῶσιν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος ψηφίσματος μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ Βασιλέως ἀποκλείονται πάσης ἀμνηστείας. Ἐπειδὴ κἀνεὶς νόμος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν, φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ ψηφίσῃ νόμον, ὅστις νὰ ἔχῃ μίαν ὀπισθενεργὸν δύναμιν μέχρι τῆς 10 8βρίου τοῦ 62 καὶ τὰ ἑξῆς. Ἄρθρον 2. Οἱ αὐτουργοὶ τῶν ἐν τῷ ἀνωτέρω ἄρθρῳ ἐγκληματικῶν πράξεων κρίνονται προσέτι διὰ παντὸς ἀνάξιοι πάσης βασιλικῆς ἢ κυβερνητικῆς χάριτος. Ὁ ὅρος αὐτὸς ἐτέθη διὰ νὰ τοὺς ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐρχομένου τοῦ Βασιλέως θέλουν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας ἢ τῆς χάριτος. Ἄρθρον γʹ. «ἐξαιροῦνται τῆς ἀμνηστείας κτλ. Ἄρθρον 3. Ἐξαιροῦνται τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν ἀνωτέρω ἄρθρων οἱ αὐτουργοὶ τῶν ἀπὸ 4 Ὀκτωβρίου 1862 μέχρι σήμερον διαπραχθέντων πλημμελημάτων ἢ κακουργημάτων, ἐὰν ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος προσέλθωσιν ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων τοῦ Κράτους ἀρχῶν, χωρὶς ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ὑποπέσωσιν εἰς νέαν τινὰ ἐγκληματικὴν πρᾶξιν.» Ἐξαιροῦνται τῆς ἀπαγορεύσεως, οὐχὶ δὲ καὶ ἀπολαμβάνουσιν ὑποχρεωτικῶς τῆς ἀμνηστείας· εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἀφίνομεν ἐλευθέραν τὴν κοινωνίαν διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τοὺς καταδιώξῃ δικαστικῶς, τοὺς ἀφίνομεν μὲν τὸ δικαίωμα νὰ προσέλθουν ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν καὶ νὰ ὑποταχθῶσιν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων· ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι δύνανται νὰ τύχωσιν ἀμνηστείας ἢ χάριτος, ἂν δὲν θέλωσιν, ἡ κοινωνία δύναται νὰ μεταχειρισθῇ ὅλα τὰ μέσα πρὸς καταδίωξίν των. Ἄρθρον δʹ. «χαρίζεται τὸ ὑπόλοιπον κτλ. Ἄρθρον 4. Χαρίζεται τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς τῶν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπολυθέντων καταδίκων ἀπὸ τῆς 2 Φεβρουαρίου μέχρι τῆς 12 Ὀκτωβρίου 1862. Ἐξαιροῦνται τῆς χάριτος ταύτης, ὅσοι μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος διαπράξωσι νέον πλημμέλημα ἢ κακούργημα.» Αὐτὴν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἴσως πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἐθεωρήσατε ὡς λίαν ἐπιεικῆ, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προτείνω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως, διότι ἡ ἐπανάστασις, καθὼς ὅλοι γνωρίζομεν, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἀπέλυσεν ὅλους τοὺς καταδίκους ἐκ τῶν φυλακῶν· οἱ κατάδικοι αὐτοὶ δὲν εἶναι ὀλίγοι, εἶναι πολυάριθμοι, ἐξησκημένοι εἰς τὸν βίον τοῦ κακούργου καὶ τοῦ ληστοῦ· αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐν τῇ ἀβεβαιότητι τῆς μελλούσης των τύχης, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχουν, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ Βασιλεὺς, δὲν εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ προτιμήσουν τὸν βίον τοῦ ληστοῦ, ἐνῷ, χαριζομένης τῆς ποινῆς αὐτῶν, δύνανται νὰ τραπῶσιν εἰς τὸν ἥσυχον βίον ἐν τῇ κοινωνίᾳ· ἑπομένως, Κύριοι, ὁπότε οἱ δυνάσται τῶν ἐθνῶν εἰς ὡρισμένας ἐποχὰς τοῦ βίου των ἔχουν τὸ δικαίωμα, π. χ. εἰς τὰς εἰκοσιπενταετηρίδας των, εἰς τὴν ἀνάβασίν των ἐπὶ τοῦ θρόνου, νὰ χαρίζουν ποινὰς εἰς τὰ μέλη τῆς κοινωνίας, τὰ ὁποῖα περιέπεσαν εἰς κακουργήματα, διατί οἱ λαοὶ εἰς τὰς ἐποχὰς τῆς ἀναγεννήσεώς των, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Ἑλλὰς, νὰ μὴ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς μεγαλοδωρίας εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ὁπότε μάλιστα τοῦτο συντελεῖ εἰς τὴν εὐημερίαν αὐτῶν; ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν ἐγένετο τὸ ψήφισμα. Σᾶς παρέστησεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅτι περιορίζεται τὸ βασιλικὸν δικαίωμα· λέγω ὄχι· ὁ Βασιλεὺς, πρὶν ἢ πατήσῃ τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κεκτημένα δικαιώματα ἐπὶ τοῦ παρελθόντος· ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς συντάσσεται μετὰ τοῦ ἔθνους· ἂν ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς τοῦ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος, τοῦ στεροῦμεν ἓν δικαίωμα, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ κυριαρχία ὑπάρχει εἰς τὸ ἔθνος. Προτείνω λοιπὸν διὰ τοὺς λόγους τούτους τὴν καθ’ ὁλοκληρίαν παραδοχὴν τοῦ ψηφίσματος.
§165Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ θέσητε τότε καὶ τοὺς ὑποδίκους.
§166ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Σύμφημι, μάλιστα· ἰδοὺ τὸ προσθέτω.
§167ΖΕΡΒΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἐφύγαμεν ὅλως διόλου ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεως· ἡ ἐπερώτησις ἐστηρίζετο εἰς τὸ ὅτι ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας δὲν γίνεται ἀπὸ τὰ ὄργανα τὰ ἐπιτετραμμένα τὴν καταδίωξιν· αὐτὴ, νομίζω, ἦτο ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ ὁ ὑπουργὸς ἦλθε καὶ ἀπήντησε, καὶ κατόπιν ἄλλοι εἶπον, ὅτι ὑποστηρίζεται ἀπ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας· αὐτὸ ἦτο, καὶ ἐδῶ ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν· καὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅστις ὡμίλησε τρεῖς ὥρας, μᾶς ἔφερε νέους νόμους· τὰ μέσα τῆς θεραπείας εἶναι αὐτὰ, δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ ἀνεύρῃ ποῖοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἐπιτετραμμένοι;
§168ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν Κ. Ζέρβαν, ἐπαναλέγω ὅσα καὶ ἐξ ἀρχῆς εἶπον· ἂν ἡ Κυβέρνησις, Κύριε Ζέρβα, δὲν ἦναι ἰσχυρὰ, ἂν τὰ ὑπ’ αὐτῆς ἐκλεγόμενα ὄργανα ἢ διατασσόμενα μέτρα δὲν ἐπαρκῶσι πρὸς ἐξόντωσιν τοῦ κακοῦ, τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ παραδεχθῶμεν ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀνεξαρτήτως θὰ συντελέσῃ πολὺ εἰς τὸν μετριασμὸν τῶν κακουργημάτων, ὄχι δὲ νὰ ληφθῇ ἡ περίστασις αὕτη τῆς κοινῆς σωτηρίας ὡς μέσον ἀλλαγῆς τοῦ Ὑπουργείου· δὲν σᾶς ἀρέσκει τὸ Ὑπουργεῖον; δυνάμεθα χωρὶς νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα τῆς κοινῆς ἀσφαλείας καὶ νὰ φορτώσωμεν ἐπὶ τῆς ῥάχεως αὐτοῦ ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀλλαχοῦ τὰς αἰτίας, νὰ φέρωμεν καθαρὰν πρότασιν περὶ ἐκλογῆς καὶ περὶ σχηματισμοῦ νέας Κυβερνήσεως.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις ἀφορᾷ ἕνα κίνδυνον σχετικὸν πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν· εἶπον, ὅτι εἰς τὰ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας δὲν ὑπάρχει δημοσία ἀσφάλεια, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου. Τοῦτο ἦτο τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως· τινὲς ἐπρότειναν ἓν μέσον, τὴν σύστασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς· ἄλλοι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Κ. Σολιώτου. Λοιπὸν, ἐὰν νομίζῃ ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ διακοπῇ, καὶ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς ψηφοφορίαν τὰς γενομένας προτάσεις, ἡ πρώτη εἶναι, ἐπιψήφισις τῆς ἐπιτροπῆς (θόρυβος). Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκεν εἰς τὸν Κ. Πετμεζᾶν τὴν ἐντολὴν νὰ προτείνῃ τινὰς διασαφήσεις ὡς πρὸς τὰ γενόμενα ἐν τῷ Κακοσαλεσίῳ.
§170ΗΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ ἑξῆς· ὅτι τὰ συμβάντα ἐν Κακοσάλεσι δὲν ἡρμηνεύθησαν ἀληθῶς, ὡς συνέβησαν, ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως· ὅσα δὲ εἴπω εἰς τὴν Συνέλευσιν εὐθύνουσι τὸν Κ. ὑπουργὸν, διότι δὲν εἶναι ἰδικά μου. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοῦ εἶπεν, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἀπόσπασμά τι μεταβατικὸν, συλλαβὸν καὶ συνοδεῦον ἐνταῦθα λῃσταποδόχους......
ΣΑΡΑΒΑΣ, ΚΟΚΚΙΝΟΣ, ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΑΛΛΟΙ.
Ἀντιπροσωπεία δὲν ἐπιτρέπεται, Κ. Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ ἴδιος ὑπουργός.
§171ΗΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐπιφυλάττομαι λοιπὸν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν Κ. Καλλιγᾶν, ὡς πληρεξούσιος· ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ μὲ διακόψητε τώρα, ἀλλ’ ἐξ ἀρχῆς.
§172ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Σᾶς διεκόψαμεν, διότι εἴπατε, ὅτι δὲν ἔχετε τὴν εὐθύνην.
§173ΗΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πολὺ καλὰ, ὡς πληρεξούσιος λοιπὸν ἐπιφυλάττομαι νὰ σᾶς δώσω λόγον ἀκολούθως (καταβαίνει τοῦ βήματος).
§174ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὄχι, ἂν θέλετε καὶ τώρα.
§175ΗΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ Κακοσάλεσι δὲν ἔλαβον χώραν τὰ πράγματα, ὅπως τὰ διηγήθησαν, ἀλλ’ ὅπως θὰ τὰ διηγηθῶ ἐγώ. Πρὸ ἡμερῶν ἀπόσπασμά τι στρατιωτικὸν, συνοδεῦον ἐνταῦθα λῃσταποδόχους τινὰς καὶ συνενόχους κακουργημάτων, διήρχετο ἀπὸ τὸ Σάλεσι, ὅτε φθάσαντες ἐκεῖ εἰς ὥραν πολὺ προκεχωρημένην τῆς ἡμέρας, ἢ νὰ εἴπω καλλίτερον ἐν ὥρᾳ νυκτὸς, ἐζήτησαν ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς νὰ διέλθωσι τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῆς νυκτὸς εἰς μίαν οἰκίαν, πρῶτον, διότι ἦσαν ἀπηυδισμένοι ἀπὸ τὴν ὁδοιπορίαν, καὶ δεύτερον διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἀσφαλῶς ἠδύναντο νὰ ἐξασφαλίσωσιν εἰς μίαν οἰκίαν αὐτοὺς τοὺς ἐνόχους, τοὺς ὁποίους εἶχον, καὶ τοὺς ὁποίους ἔφερον ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης· ὅταν ἦλθον ἐκεῖ, δὲν τοὺς ἐδέχθησαν καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ὁδοιπορήσωσι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς νυκτὸς, καὶ ἕνεκα ἀνάγκης νὰ φθάσωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας, διότι εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη καθ’ ὁδὸν δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξασφαλίσωσι τοὺς ἐνόχους· τοῦτο τὸ διεκοίνωσαν εἰς ἄλλο τι μεταβατικὸν ἀπόσπασμα παραπονούμενοι τρόπον τινά· τὸ δεύτερον αὐτὸ μεταβατικὸν ἀπόσπασμα μετέβη εἰς τὸ χωρίον, ἐζήτησε καταλύσεις, διευθύνετο δὲ ἀπὸ τὸν ὑπομοίραρχον Μποῦσκον, καὶ ἀπὸ ἕνα ἀνθυπασπιστὴν τοῦ πεζικοῦ· τότε λοιπὸν οἱ ἀποσπασματάρχαι ἔκραξαν τοὺς προκρίτους τοῦ χωρίου καὶ παρεπονέθησαν, καὶ εἶπον, ὅτι ἡμεῖς τρέχομεν τὴν περιφέρειαν τῶν Ἀθηνῶν, διὰ νὰ καταδιώξωμεν τοὺς λῃστὰς, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἐνοχλοῦν, καὶ δὲν εὑρίσκομεν ἀπὸ σᾶς κἀμμίαν προστασίαν, τότε μᾶς κόπτετε τὸ θάῤῥος καὶ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον, αὐτοὶ δὲ οἱ διάφοροι πρόκριτοι δὲν ἐδέχθησαν νὰ δώσωσι συνδρομήν· ἦλθον εἰς λόγους, διεπληκτίσθησαν καὶ ὅσα εἶπεν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, εἶναι ἀληθῆ.
§176ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τί; ποῦ τοὺς ἐκρέμασαν;
§177ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἐκρέμασαν, ὄχι ὅμως καὶ νὰ τοὺς βάλλουν εἰς τετράγωνον. Αὗται εἶναι αἱ πληροφορίαι. Θέλω συμφωνήσει πληρέστατα καὶ ὑποστηρίξει οἱανδήποτε πρότασιν καὶ ἂν ὑποβάλητε ἐδῶ, ὅταν ἡ ἀνάκρισις ἀποδείξῃ, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον καταγγείλητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑπῆρξεν ἀληθές.
§178ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἦλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν οἱ ἄνθρωποι καὶ τοὺς ὡδήγησα ἐκεῖ μάλιστα ἐγώ.
§179ΗΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αὗται εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· ἐγὼ περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων δὲν γνωρίζω, εἶναι ἡ εἰσαγγελία· ἐνώπιον αὐτῆς δύνανται νὰ τρέξωσι καὶ νὰ λάβωσι δικαιοσύνην. Δὲν θέλω ἐγὼ νὰ καθιερώσω τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ μεταβατικὸς δύναται νὰ παραβιάσῃ τὸ ἄσυλον τοῦ πολίτου, ὅτι ὁ μεταβατικὸς δύναται νὰ καταπιέσῃ καὶ ἀδικήσῃ τὸν πολίτην. Ἄπαγε, Κύριοι, ἔχω τὴν τόλμην νὰ ἀποκρούσω αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τὴν ὁποίαν θεωρῶ τὸ μεγαλείτερον κακούργημα. Σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν πρέπει νὰ πηδήσῃ ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ πολίτου εἰς τὴν Συνέλευσιν· πρέπει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα· καὶ ἂν ἱκανοποίησις δὲν δοθῇ, καὶ ἂν, ἀφοῦ διατρέξῃ τὰ κανονισμένα στάδια τῆς δικαιοσύνης, θεραπείας μέσον δὲν εὑρεθῇ, τότε νομίζω, ὅτι εἶναι ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη· ἂν ὅμως ἀποδειχθῇ...........
§180ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡμεῖς ἀνεφέραμεν ἁπλῶς τὸ γεγονὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ περιμένομεν τὴν ἐνέργειάν της διὰ τὰς κατ’ ἀθώων καὶ ἐντίμων πολιτῶν κακοποιήσεις τῶν μεταβατικῶν.
§181ΗΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἔχω ὑπόληψιν εἰς ὑμᾶς, καὶ νὰ πιστεύω τοὺς λόγους σας. Σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι καθὼς εἰς ὅλα τὰ μέρη διεξάγονται αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα, οὕτω πρέπει καὶ ἐδῶ νὰ τὰ ἐπιληφθῇ ἡ δικαιοσύνη· καὶ ὅταν δὲν φέρῃ αὐτὴ τὴν θεραπείαν, τότε ἂς ἔλθῃ ὁ Καλλιγᾶς νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη παρεβίασε τὰ καθήκοντά της. Λέγω λοιπὸν τώρα, ὅτι, ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ διέπραξαν τοιοῦτον ἀνοσιούργημα, εἶμαι ὁ πρῶτος, ὅστις θὰ ζητήσω τὴν καταδίκην των· λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον λέγει, ὅτι ἔχει ἀντιθέτους πληροφορίας.
§182Μ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν κατηγγέλθη αὐτὴ ἡ πρᾶξις ἐδῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀνεφέρθη ὡς ἓν ἱστορικὸν γεγονός.
§183ΗΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ ἐννοώμεθα· δὲν κατηγγέλθη, μάλιστα· ἀφίνουν ὅμως μίαν μομφὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἦλθα νὰ δικαιολογήσω καὶ ἐξαλείψω, χωρὶς νὰ ὑποστηρίξω τὸ ἔγκλημα· εἶμαι ἐχθρὸς τοῦ ἐγκλήματος, καὶ θέλω τὸ καταδιώξει μὲ τὴν ψῆφόν μου, ὡς καὶ ὑμεῖς.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε, Κύριοι Πληρεξούσιοι, νὰ προβῶμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα.
§185ΜΠΟΥΣΚΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι νὰ ὁμιλήσουν, Κύριε Πρόεδρε.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλῃ ἡ Συνέλευσις ἂς ἀκούσῃ καὶ ἄλλους.
§187ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, ἀρκεῖ.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπὶ λόγῳ, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἰς τὰ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας διακινδυνεύει, ἐπροτάθησαν τρία μέσα θεραπευτικά, ἢ τοὐλάχιστον συντελεστικὰ πρὸς ἐπάνοδον τῆς ἀσφαλείας αὐτῆς· τὸ ἓν εἶναι ἀνεξάρτητον τοῦ ἄλλου, δὲν εἶναι τὸ ἓν τροπολογία τοῦ ἄλλου· τὸ ά. εἶναι ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς διὰ μιᾶς προτάσεως τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, εἰς ἣν συγκατετάχθη καὶ ὁ Κ. Πετσάλης. Τὸ βʹ. μέσον εἶναι τὸ ψήφισμα τοῦ Κ. Σολιώτη, τὸ γʹ. εἶναι ἡ σύστασις κακουργιοδικείων διὰ τρόπου συντομωτέρου καὶ εὐκολωτέρου.
§189ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος θὰ ὁμιλήσω.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου; τὸ πρῶτον εἶναι ἡ σύστασις Ἐπιτροπῆς.
§191ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ κἀνένα.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε τὸ 2ον εἶναι τὸ ψήφισμα τοῦ Κυρίου Σολιώτη. Ὑποστηρίζει λοιπὸν κἀνεὶς τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς;
§193ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§194ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν ᾖναι ὑπογεγραμμένη ἀπὸ δύω, τότε εἶναι αὐθυποστήρικτος· ὅταν ᾖναι ἀπὸ ἕνα, τότε πρέπει νὰ τὴν ἀποσύρῃ.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀποσύρει.
§196ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε μάλιστα.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δεύτερον εἶναι τὸ ψήφισμα τοῦ Κυρίου Σολιώτη, τὸ ὁποῖον εἶναι γενικῶς συζητημένον· τώρα πρόκειται κατ’ ἄρθρον· ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν συνεζητήθη· ἂν θέλετε νὰ τὸ συζητήσωμεν κατ’ ἄρθρον, θὰ ἐνεργήσω συμφώνως μὲ τὸν κανονισμόν· θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν θέλῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν· ἂν ἀποφασίσῃ τοῦτο, ἐννοεῖται κατὰ τὸν κανονισμόν μας ὅτι παρεδέχθη τὴν ἀρχήν· ἂν δὲν προβαίνῃ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἀποῤῥίπτεται. Αὐτὸν τὸν τρόπον ἔχει ὁ κανονισμός.
§198ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§199ΚΑΛΟΣ. Νὰ τεθῇ κατὰ πρῶτον, ἂν παραδέχεται ἡ Συνέλευσις τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Σολιώτου.
§200ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· ὁ Κύριος Πρόεδρος καλῶς ἔθεσε τὸ ζήτημα.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ, ἂν θέλετε νὰ τὸ ἀλλάξητε, καλά, ἰδοὺ τὸ ἄρθρον. «Κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ἡμέραν ἄρχεται ἡ συζήτησις, περιστρεφομένη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως. Μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς γενικῆς συζητήσεως, ἡ Συνέλευσις ἀποφαίνεται δι’ ἀναστάσεως ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἂν θέλῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἐν περιπτώσει ἀρνητικῆς ἀποφάσεως ὁ Πρόεδρος κηρύττει, ὅτι ἡ πρότασις δὲν ἐγένετο δεκτή. Ἂν ἀπ’ ἐναντίας ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις νὰ προχωρήσῃ, ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις, περιστρεφομένη ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου τοῦ σχεδίου καὶ ἐπὶ τῶν συνεχομένων μετ’ αὐτῶν τροπολογιῶν.» Λοιπὸν νομίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ πορεία τῆς συζητήσεως. Λοιπὸν Κύριοι, θὰ ἐρωτήσω δι’ ἀναστάσεως τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν θέλῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ προταθέντος παρὰ τοῦ Κυρίου Σολιώτου ψηφίσματος. Ὅσοι παραδέχονται νὰ προβῇ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος τούτου, ἐκεῖνοι νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Τώρα λοιπὸν νὰ ἀναγνωσθῇ πρῶτον ὅλον τὸ ψήφισμα καὶ ἔπειτα κατ’ ἄρθρον.
§202ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι κατεπείγει ἡ συζήτησις τοῦ φορολογικοῦ νόμου· παρεδέχθημεν ἤδη σχεδὸν τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως αὐτῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ προηγηθῇ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως τοῦ ψηφίσματος τούτου ἡ ἐπιψήφισις τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ μετ’ αὐτὸν ἀμέσως τὸ προκείμενον ψήφισμα.
§203ΠΟΛΛΟΙ. Παρεδέχθη ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις.
§204ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Ἔχω ἔνστασιν ἐπὶ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως ἵνα προηγηθῇ, ὡς εἶπον, ἡ τοῦ φορολογικοῦ νόμου ἐπιψήφισις.
§205ΠΟΛΛΟΙ. Μὰ, ἀπεφασίσθη. (θόρυβος).
§206ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις θὰ διαρκέσῃ 4 ἡμέρας (θόρυβος) καὶ ὑφίσταται ἀνάγκη ἀπόλυτος διότι πρόκειται νὰ διαταχθῶσιν αἱ δημοπρασίαι.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔννοια τῶν παρατηρήσεων τοῦ Κυρίου Ζατουνίτου εἶναι ν’ ἀναβληθῇ.
§208ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, νὰ τελειώσωμεν.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ψήφισμα. Ἀναγινώσκεται τὸ ψήφισμα τοῦ Σολιώτου.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Λόντος ἔχει τὸν λόγον.
§211ΑΝ. ΛΟΝΤΟΣ. (θόρυβος). Ἐὰν ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις, ἐπειδὴ τὸ νομοθέτημα εἶναι νέον καὶ δὲν τὸ ἐπεξειργάσθημεν ἰδίᾳ ἕκαστος, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Συνέλευσις, νὰ τὸ ἀναβάλωμεν. (θόρυβος).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Προτείνεται ἀπό τινας ἡ συζήτησις αὕτη νὰ μὴ γίνῃ σήμερον, ἀλλὰ τὴν παρασκευὴν (θόρυβος). Εἰδοποιῶ τὴν Συνέλευσιν, ὅτι αὔριον κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲν εἶναι ἐργάσιμος ἡμέρα.
§213ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ συνέλθωμεν ἐκτάκτως. (θόρυβος).
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ὅλα θ’ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις, ἀλλ’ εἴτε αὔριον συνεδριάσωμεν, εἴτε τὴν παρασκευὴν, γνωστοποιῶ προσέτι, ὅτι ἔχει νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας (θόρυβος).
§215ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰπέτε εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀκόμη, ὅτι θερίζουν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ φορολογήσωμεν· χρήματα δὲν ἔχομεν (θόρυβος).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος τούτου ἀναβάλλεται διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν· (θόρυβος).
§217ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις τοῦ φορολογικοῦ νόμου κατεπείγει, προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐργασθῇ αὔριον χάριν τῶν δημοσίων πραγμάτων.
§218ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρῶτον νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν διὰ τοῦτο, ἂν θέλῃ νὰ ἐργασθῶμεν καὶ αὔριον. Λοιπὸν, ὅσοι παραδέχονται, ὅτι αὔριον νὰ γίνῃ δημοσία συνεδρίασις....
§220ΤΙΝΕΣ. Διὰ τὸν φορολογικὸν νόμον· (θόρυβος).
§221ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀναγκαιοτάτην τὴν παραδοχὴν τοῦ ψηφίσματος, τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ τοῦ Κυρίου Σολιώτου, καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω ἐκτεταμένως ἵνα καταδείξω πόσον θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν χανόμεθα, ἐὰν μετὰ 2–3 ἡμέρας ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα αὐτοῦ, ἀφοῦ παρεδέχθημεν τὴν ἀρχήν του, ἂς ἐπιψηφίσωμεν λοιπὸν τὸν φορολογικὸν νόμον· διότι καὶ τὸ θέρος εἰς πολλὰ μέρη ἀρχίζει καὶ μετ’ αὐτὸ ἐπανερχόμεθα ἀμέσως εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ ψηφίσματος.
§222ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Γνωρίζει ἡ Συνέλευσις, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ἔχουν σπουδαιοτάτας ἐργασίας· (θόρυβος).
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ὅλα αὐτὰ οἴκοθεν τὰ γνωρίζει· ἕκαστος λοιπὸν ἄνευ συζητήσεως ἠμπορεῖ νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν. Λοιπὸν ὅποι παραδέχονται, ὅτι αὔριον νὰ γίνῃ δημοσία συνεδρίασις, ἐκεῖνοι νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἀπεφασίσθη καὶ δι’ αὔριον συνεδρίασις. Λοιπὸν τώρα πρόκειται τὸ δεύτερον ζήτημα, ἐὰν ἡ Συνέλευσις παραδέχηται τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως κατ’ ἄρθρον τοῦ προκειμένου ψηφίσματος. Τώρα δι’ αὔριον ἢ διὰ τὴν παρασκευήν;
§224ΤΙΝΕΣ. Τὸ σάββατον.
§225ΕΤΕΡΟΙ. Μετὰ τὸν φορολογικὸν νόμον ἀμέσως· (θόρυβος).
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, νὰ μὴ συγχύσωμεν τὰ πράγματα. Πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις κατ’ ἄρθρον. Λοιπὸν, ὅσοι θέλουν ν’ ἀναβληθῇ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις, δηλ. νὰ μὴ γίνῃ τώρα, ἐκεῖνοι νὰ σηκωθῶσιν. (Εἶναι ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).
§227ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Εἶναι μερικοὶ πληρεξούσιοι, τῶν ὁποίων αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἐπεκυρώθησαν ἀκόμη· αὐτοὶ νὰ φύγουν.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι ὑπάρχουν εἰς τὸν περίβολον πληρεξούσιοι, τῶν ὁποίων αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἐξελέχθησαν, νὰ χωρισθοῦν διὰ νὰ μὴ φαίνωνται οὔτε καθήμενοι, οὔτε ἐνιστάμενοι.
§229ΤΙΝΕΣ. Ἕνας εἶναι.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, ὅσοι παραδέχονται ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος, νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη ἡ ἀναβολή. Τώρα εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ὅσοι παραδέχονται, ὅτι αὔριον νὰ συζητηθῇ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο.....
§231ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τὸν φορολογικὸν νόμον.
§232ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ προτείνω ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς ἐλεύσεως....
§233ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου.
§234ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ὁ φορολογικὸς νόμος εἶναι ἔργον ὄχι ὡρῶν ἀλλ’ ἡμερῶν.
§235ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Τὸ ψήφισμα τοῦτο παρεδέχθη ὁμοφώνως ἡ Συνέλευσις, ἅμα εἰσήχθη (θόρυβος). Εἶναι λοιπὸν κατεπεῖγον καὶ ἔτι μᾶλλον, ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὸ σύνολον, αὔριον λοιπὸν νὰ συζητηθῇ κατ’ ἄρθρον.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω λοιπὸν τὸ ζήτημα σχετικῶς μόνον μὲ τὸν φορολογικὸν νόμον. Ὅσοι θεωροῦν, ὅτι εἶναι τόσον κατεπείγουσα ἡ συζήτησις αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος, ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἐπέλθῃ μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου, ἐκεῖνοι θὰ εἴπουν, «αὔριον νὰ συζητηθῇ».
§237ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, Κ. Πρόεδρε (θόρυβος).
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται....
§239ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (Ἐγείρονται πολλοὶ ζητοῦντες δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅσοι παραδέχονται τὸ νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ φορολογικοῦ νόμου θὰ εἴπουν ναὶ, οἱ ἄλλοι ὄχι (θόρυβος).
§241ΖΕΡΒΑΣ. Ἀλλέως νὰ τεθῇ τὸ θέμα.... (θόρυβος).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέτω κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κ. Ζέρβα τὸ θέμα ἁπλούστερον. Ὅσοι θέλουν νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ψηφίσματος κατ’ ἄρθρον, ἐκεῖνοι νὰ εἴπουν ναὶ, οἱ ἄλλοι θὰ εἴπουν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§243ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἴμεθα πλήρεις, λείπουν 5.
§244ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ δημοσιευθοῦν τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔφυγον. Ὁ Κύριος Πρόεδρος παραγγέλλει τῷ Κ. ἐφόρῳ τῆς Συνελεύσεως, νὰ συγκρίνῃ τοὺς καταλόγους καὶ νὰ δημοσιεύσῃ τὰ ὀνόματα τῶν ἀναχωρησάντων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, αὔριον νὰ ἐκλέξητε καὶ γραμματεῖς, διότι μόνος μου δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐπαρκέσω καὶ εἰς τὰ γραφικὰ ἀντικείμενα. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 παρὰ 10.
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Τηλ. Ῥούκης.