1863.02.20
2,376 rows · 19,914 words · 174 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΝΕʹ.
Τῆς 20 Φεβρουαρίου 1863.
(Τετάρτη).
Ὥρα 12.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν ἔδωκε τὸν ὅρκον ὁ πληρεξούσιος Ἀρτέμιος Μίχου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ τοῦ πληρεξουσίου Εὐρυτανίας, τοῦ καὶ ἀντιπροέδρου ἐκλεχθέντος, δι’ ἧς ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας 15 ἡμερῶν· ὡσαύτως δὲ καὶ ὁ ἕτερος ἀντιπρόεδρος Κ. Πετρινὸς ζητεῖ 15 ἡμερῶν· ὡσαύτως ὁ Κύριος Λιμπέριος Μπενάκης, πληρεξούσιος Καλαμῶν, ζητεῖ μηνιαίαν ἀπουσίας ἄδειαν· νὰ τοῖς δοθῇ;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Πελλάνης, ζητούντων θεραπείαν παρὰ τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῶν κακῶν πράξεων τοῦ Δημάρχου αὐτῶν Φεσουλοπούλου.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀναφορὰ διαφόρων ὑπογεγραμμένων ἐνταῦθα κατοίκων, τῶν δήμων τῆς Τριπόλεως, Γόρτυνος, τοῦ δήμου Τεγέας, δι’ ἧς ζητοῦσι παρὰ τῆς Συνελεύσεως τὴν ἐπάνοδον τοῦ Κ. Χρηστίδου, ὡς πολίτου χρηστοῦ, ἐναρέτου καὶ ὠφελίμου εἰς τὴν πατρίδα.
§6ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅταν συζητηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βουδούρη.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἕτεραι διάφοροι ἀναφοραὶ διαφόρων χηρῶν, ζητουσῶν περίθαλψιν. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ αὗται. Ὑπάρχει ἀναφορὰ τοῦ Κ. Πετσάλη, ὅτι οἱ Κ. Γιαννούλης Πέτρου, Σαλβάγος καὶ.......... ἀπουσιάζοντες δὲν συνέρχονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἵνα συνεργασθῶσιν.
§8ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ σταλῶσιν ἀναπληρωταὶ ἐκ τῶν ἄλλων τμημάτων.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀναφορὰ ὑπογεγραμμένη ἀπὸ διαφόρους ἀξιωματικοὺς δι’ ἧς παραπονοῦνται, ὅτι μετεφέρθησαν καὶ κρατοῦνται εἰς τὸν Ἀκταιωρὸν, ὡς ἔνοχοι ἐσχάτης προδοσίας, καὶ ἐξαιτοῦνται τὴν ταχεῖαν ἀνάκρισιν διὰ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀθωότητός των.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§11ΕΤΕΡΟΣ. Εἰς τὴν ἀνάκρισιν.
§12Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Καὶ ἡμεῖς εἰς τὰ συνωμωτικὰ ἐκάμνομεν τοιαύτας ἀναφορὰς, ἀλλὰ δὲν τὰς ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν ὁ Λαζαρέτος.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀναφορά τις τοῦ Προξένου τῆς Ἀγγλίας, Κυρίου Μέρλυ, ὡς ἀντιπροσώπου τῆς ἐν Λονδίνῳ ἐπιτροπῆς τῶν μετόχων τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825, ἐπισυνάπτει εἰς αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν καὶ ἑτέραν τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς ζητεῖται ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ πρόνοιαν, καὶ νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν τακτοποίησιν αὐτοῦ τοῦ δανείου, ὅπως παγιωθῇ ἡ πίστις τοῦ Ἔθνους.
§14ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπήν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ σχετικὴ πρὸς τὴν ἀνωτέρω τῶν ἀξιωματικῶν, τοῦ Κ. Μοναστηριώτου, δι’ ἧς ἀναιρεῖ τὰ κατ’ αὐτοῦ λεγόμενα (ἀναγινώσκεται).
§16ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§17ΕΤΕΡΟΣ. Καὶ εἰς τὸ τῆς Δικαιοσύνης, διότι οἱ διαδίδοντες τοιαύτας φήμας, αἱ ὁποῖαι ταράττουσι τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου, πρέπει νὰ τιμωρῶνται.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει σχέδιον ψηφίσματος τοῦ Κ. Ἀφεντούλη, δι’ οὗ προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ ἑτέρου ἐν Ἀθήναις Γυμνασίου.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀναφορὰ τοῦ Κ. Κατσικαπῆ, δι’ ἧς προτείνει, ὅτε θὰ συζητηθῇ τὸ περὶ ἐκλογῆς τῶν ἑτεροδημοτῶν ζήτημα, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν ἡμῶν ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τὸ περὶ βασιλέως καὶ αἱ σχετικαὶ προτάσεις τοῦ Κ. Σχινᾶ καὶ Λασκαρίδου. Ἡ ἔννοια αὐτοῦ τοῦ περὶ βασιλέως ζητήματος δὲν εἶναι νὰ ἔλθῃ νὰ προτείνῃ τις τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα, ἀλλὰ μόνον νὰ σκεφθῇ ἡ Συνέλευσις ἐφ’ ἑνὸς μέτρου προκαταρκτικοῦ περὶ τούτου. Ὁ Κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§23ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι, ἀφ’ ὅτου ἐγνώρισα τὸ περιεχόμενον τῶν διπλωματικῶν διακοινώσεων, αἵτινες περιεῖχον τὴν ἀποποίησιν τοῦ τε βασιλόπαιδος Ἀλφρέδου καὶ τοῦ δουκὸς Ἐρνέστου, συνέλαβο τὴν ἰδέαν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς τὴν Συνέλευσιν. Σήμερον ἐπῆλθεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ὀφείλω νὰ κάμω σύντομόν τινα ἀνάπτυξιν τῆς προτάσεως ταύτης. Ἡ ἀνάπτυξις αὕτη, Κύριοι, θέλει εἶσθαι σύντομος, καθὼς εἶπα, καὶ δὲν χρῄζει εὐγλωττίας, οὐδὲ δεινῶν ἐπιχειρημάτων, εἶναι σαφὴς καὶ εὐκατάληπτος, καὶ συνηγορεῖται ὑπό τε τῶν περιστάσεων καὶ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Τὸ θέμα, Κύριοι, εἶναι οὐδὲν ἄλλο εἰ μὴ ἡ πρωτοβουλία, ἢ πρωτοβουλία, ἂν θέλητε, τὸ αὐτόνομον καὶ τὸ αὐτενέργητον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους συνελθόντος ἐνταῦθα διὰ ν’ ἀναπληρώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατήργησε. Βασιλέα κατήργησε καὶ τὴν γενεὰν αὐτοῦ, βασιλείαν ὅμως ὄχι. Τὸ ἔθνος, Κύριοι, ἀπαυδῆσαν ἀπὸ τὴν τριακονταετῆ κακοβασιλείαν, τὴν ἀπὸ Βαυαρίας, μετὰ πολλὰς καὶ ἀτυχεῖς ἀποπείρας κατώρθωσε ν’ ἀποτινάξῃ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν θρόνον, τὸν Ὄθωνα Αʹ καὶ ἔσχατον, ὁμοῦ δὲ καὶ τὴν γενεὰν αὐτοῦ. Ἐθαύμασαν, καθὼς γνωρίζετε, Ἀνατολὴ καὶ Δύσις διὰ τὸ ἀναίμακτον ἐκεῖνο κατόρθωμα· ἡ Εὐρώπη, θαυμάσασα ἐπίσης, κατεσιώπησεν ἐπὶ τῶν συνθηκῶν, αἵτινες ἐξησφάλιζον εἰς τὸν Ὄθωνα καὶ τὴν γενεὰν αὐτοῦ τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, ἀνεγνώρισε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ δικαίου καὶ ἐκήρυξε τὴν μὴ ἐπέμβασιν. Ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις, ἡ συσταθεῖσα μετὰ τὴν μεταβολὴν, ἐντολὴν εἶχε νὰ διατηρήσῃ τὴν εὐνομίαν τοῦ τόπου καὶ τὴν ἐσωτερικὴν ἡσυχίαν αὐτοῦ, καθὼς καὶ εἰς τὰ μεθόρια, καὶ νὰ συγκαλέσῃ ὅσον ταχέως τὴν Συνέλευσιν, τὴν Συνέλευσιν τὴν ἀντιπρόσωπον τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἔθνους· ὁ λαὸς ὅμως τῆς Ἑλλάδος, τὸ μὲν διότι εὕρισκεν ἑαυτὸν διοικούμενον, ἔστω καὶ πρὸς ὥραν κατ’ εὐχὴν, τὸ δὲ διότι ἡ ἔλευσις αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως ἐβράδυνεν, ὥρμησεν εἰς ἐκλογὴν Βασιλέως, καὶ ἀπεφάσισε διὰ μεγάλης καθολικῆς ψηφοφορίας τὸν υἱὸν τῆς κραταιοτάτης Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἐλθοῦσα, ἀνεγνώρισε τὸ μέγα τοῦτο ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, καθὼς εἶπέ τις τῶν πρὸ ἡμερῶν ἀγορευσάντων, παντοδύναμος καὶ ἀκαταμάχητος, δυστυχῶς εἰς ἡμᾶς δὲν εὐωδώθη. Αἱ περιστάσεις οὕτω διέτασσον, καὶ ἂν αἱ εὐρωπαϊκαὶ συνθῆκαι δὲν ἔσωσαν τὸν Ὄθωνα, αἱ εὐρωπαϊκαὶ συνθῆκαι πάλιν μᾶς ἠρνήθησαν τὸν Ἀλφρέδον. Ἡ κραταιὰ ἐκείνη καὶ φιλέλλην Δύναμις, τῆς ὁποίας ἐπιζητοῦμεν τὸν γόνον, ἐκτιμῶσα καὶ ἀνταμείβουσα τὴν διάθεσιν ταύτην, τὴν τόσον ἰσχυρὰν καὶ πανηγυρικὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καὶ συναρμόζουσα δεξιῶς τὸ συμφέρον τῆς πολιτικῆς αὑτῆς μὲ τὸ συμφέρον καὶ τὴν κατεπείγουσαν ἀνάγκην τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, δὲν ἔλειψε καὶ οὕτω νὰ φροντίσῃ περὶ αὐτοῦ, ἐφρόντισε λέγω περὶ ἄλλου ὑποψηφίου· ἀλλὰ κακῇ τύχῃ καὶ ἐδῶ ἐπετύχομεν! ἀπεποιήθη ὁ δοὺξ Ἐρνέστος! Τότε ἠκούσαμεν ἐκείνην τὴν εὐεργετικὴν φωνὴν «ἐκλέξατε Βασιλέα, ὅστις οὔτε διὰ τῆς βίας, οὔτε διὰ διαφθορᾶς θέλει καταπατήσει τὰς ἐλευθερίας.» Μάθημα σοφὸν, τὸ ὁποῖον μᾶς διδάσκει ὅτι, καὶ Βασιλέως καλοῦ ὑπάρχοντος, ὅμως εἰς τὸ Ἔθνος, ὅταν ὁ Βασιλεὺς δὲν μάθῃ τὰς διαθέσεις αὐτοῦ, καὶ οἱ ἐλευθεριώτατοι θεσμοὶ εἶναι ἀνωφελεῖς, καὶ τὸ Ἔθνος ὅταν θέλῃ νὰ δουλωθῇ, τότε μόνον δουλοῦται, καθὼς πάλιν διὰ τῆς συνέσεως καὶ τῆς ὁμονοίας καταγωνίζεται καὶ τὴν βίαν καὶ τὴν διαφθοράν. Παρελθουσῶν λοιπὸν, Κύριοι, ἐκείνων τῶν ἐλπίδων ὅλων, μὲ τὰς ὁποίας παρηγορήθη ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον ὁ πολυπαθὴς οὗτος λαὸς, μένομεν σήμερον εἰς τὸ αὐτὸ τοῦτο σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρέθημεν κατὰ τὴν 11 Ὀκτωβρίου. Καὶ δυνάμεθα νὰ μένωμεν ἐπὶ πλέον ἄρα γε, Κύριοι; Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι οὐδενὸς πληρεξουσίου τῶν ἐνταῦθα παρισταμένων ἡ ἐπαρχία ἐσιώπησε μέχρι τοῦδε περὶ τῆς κατεπειγούσης ἀνάγκης τῆς παρούσης ἐν τῇ Ἑλλάδι. Νομίζω ὅτι ἡ φωνὴ αὕτη εἶναι πάνδημος καὶ πανηγυρικὴ εἰς ὅλον τὸ Ἔθνος· διότι τὸ ἔθνος καθελὸν ὡς εἶπα τὴν κακοβασιλείαν ἐκείνην, δὲν ἐνόησε νὰ μείνῃ ἀβασίλευτον. Γνωρίζομεν τὰς εὐμενεῖς διαθέσεις τῶν τριῶν προστατίδων Δυνάμεων πρὸς ἡμᾶς, γνωρίζομεν ὅτι, ἄλλαι πρὸς ἄλλην φιλοτιμούμεναι, καὶ σήμερον ἀκόμη σκέπτονται περὶ ὑποψηφίου Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς, καθὼς εἶπα, διὰ τὴν παραγγελίαν τὴν ὁποίαν φέρομεν ἐκ μέρους τῶν λαῶν, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύομεν, καὶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτὴν τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν, νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ στέκωμεν ἀργοὶ μὲ τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας, ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς διοργάνωσίν τινων σκέψεων πρὸς τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν ὅλοι. Συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω μετὰ παῤῥησίας, νομίζω καὶ ἄῤῥυθμον καὶ ἀλυσιτελὲς, τὸ νὰ προσκολληθῶμεν εἰς μίαν καὶ μόνην τῶν τριῶν Δυνάμεων, ταύτην ἢ ἐκείνην, διότι τοῦτο ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ τεθῶμεν ὑπὸ τὴν ἀποκλειστικὴ προστασίαν μιᾶς, τὸ ὁποῖον δὲν συμφέρει, οὔτε Εὐρωπαϊκῶς, οὔτε Ἑλληνικῶς, Εὐρωπαϊκῶς μὲν, διότι συγκρούομεν τοὺς τρεῖς φίλους καὶ εὐεργέτας ἡμῶν πρὸς ἀλλήλους, Ἑλληνικῶς δὲ, διότι ψυχραίνομεν τοὺς δύω πρὸς ἡμᾶς. Εἶναι λοιπὸν καιρὸς νὰ μεταβῶμεν ἀπὸ τὰς καθημερινὰς ἀσχολίας, δευτερευούσης ἀξίας, εἰς τὸ μέγιστον καὶ κυριώτατον, καὶ ἐνῷ μὲ διάνοιαν ἰσχυρὰν καὶ μὲ καρδίαν συμπαθεστάτην, καὶ μὲ ὅλας ἡμῶν τὰς δυνάμεις καταγινόμεθα νὰ ῥυθμίσωμεν, καθὼς καὶ εἶναι μεγίστη ἀνάγκη, τὰ οἰκονομικά μας, καὶ εἰς τὸ νὰ συγκροτήσωμεν τὴν διοργάνωσιν τῆς Ἐθνοφυλακῆς, ἥτις εἶναι ἡ μόνη ἐγγύησις τῆς ἐσωτερικῆς ἀσφαλείας, συγχρόνως πρέπει, Κύριοι, νὰ λάβωμεν φροντίδα καὶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Βέβαια δημοκρατικῶς δὲν δυνάμεθα νὰ κυβερνηθῶμεν· παρῆλθον οἱ χρόνοι τῶν ἀρχαίων ἐκείνων ἀνδρῶν, οἵτινες διὰ τῆς ἀνδρίας καὶ τῶν ἀρετῶν καὶ ἑαυτοὺς ἀνέδειξαν, καὶ τὸν μέγαν χείμαῤῥον τῆς Ἀσίας ἀπέκρουσαν ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου ἐδάφους. Ὅταν ἔφθασεν ὁ καιρὸς τῶν μοχθηρῶν δημαγωγῶν καὶ τῶν κακοήθων καὶ πονηρῶν ἐπίσης σοφιστῶν, ἡ Ἑλλὰς, διαιρεθεῖσα, ἔχασε τὰς ἀρετὰς αὑτῆς· καὶ ὁτὲ μὲν οἱ δημαγωγοὶ αὐτοὶ ἐμήδιζον διὰ τοῦ χρυσίου τῶν Περσῶν, ὁτὲ δὲ ἐφιλίππιζον διὰ τοῦ χρυσίου τοῦ Φιλίππου, ὁτὲ δὲ ἐρωμάϊζον· ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἔχωμεν Μοναρχίαν, ἀλλὰ Μοναρχίαν συνταγματικήν. Κύριοι, καθὼς εἶπον, ἡ πρότασίς μου ἀποβλέπει εἰς τὴν σύστασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ λάβῃ ὑπὸ σκέψιν τὴν παροῦσα κατάστασίν μας, τὰς ἐλπίδας ἢ ἄλλας ἀφορμὰς, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐξ Εὐρώπης περὶ ὑποψηφιότητος Βασιλέως, νὰ ἐνεργῇ καὶ αὐτὴ ἀφ’ ἑαυτῆς πρὸς εὕρεσιν ὑποψηφίου, καὶ νὰ μεταδίδῃ ἐκ διαλειμμάτων εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς ἐργασίας αὐτῆς καὶ παρὰ τῆς Συνελεύσεως λαμβάνουσα νέας ἰδέας καὶ ὁδηγίας, νὰ προχωρῇ ἕως οὗ εὕρωμεν καὶ ἐπιτύχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα. Τίς δὲ καὶ ποῖος θέλει εἶσθαι ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδο, καὶ πῶς καὶ πόθεν θὰ τὸν λάβωμεν, καὶ πῶς θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ αἰώνια δικαιώματα τὰ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν θρόνον τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ζῇ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἔν τε ταῖς εὐτυχίαις καὶ δυστυχίαις, ταῦτα θέλουν εἶσθαι ἔργα τῆς ἐπιτροπῆς. Ἂς μὴ παρεξηγηθῶ, Κύριοι, λέγων, ὅτι εἴμεθα σήμερον μόνοι· ἔχομεν τὴν Εὐρώπην κηδομένην ἡμῶν, καὶ μετ’ αὐτὴν προτείνω νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἡμεῖς· λέγω προσέτι ὅτι δὲν εἴμεθα μόνοι, διότι εἴμεθα μετὰ τοῦ Θεοῦ, ἂν θέλωμεν, καὶ τότε εἴμεθα δυνατοί· ὀφείλομεν ἄρα, Κύριοι, καὶ πρὶν καὶ ἀφοῦ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν θέλετε συστήσει, καὶ πρὶν εἰσάξῃ κατὰ πρῶτον εἰς τὸ Ἔθνος τοῦτο τὸ τόσον σπουδαῖον ζήτημα τοῦ Βασιλέως, νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ, καὶ οὐχὶ ἐν παρόδῳ καὶ ἐπιπολαίως, ἀλλ’ ἐμβριθέστατα· «λογισμὸς γὰρ ἀνθρώπων δειλὸς καὶ ἐπισφαλεῖς αἱ ἐπίνοιαι αὐτῶν, ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μενεῖ». Ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς θέλει εἶσθαι, εἶπον, παράλληλος μὲ τὴν σκέψιν καὶ μὲ τὰς μερίμνας ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος τῆς τριμελοῦς Εὐρωπαϊκῆς συμμαχίας· καὶ θέλομεν φροντίσει νὰ μὴ ἀποξενωθῶμεν τῆς ἀναγκαίας ἁρμονίας πρὸς τὰς παρ’ αὐτῶν ἐνεργουμένας φροντίδας, καὶ ἐλπίζω νὰ στεφανώσωμεν τὸν σκοπόν μας διὰ τῆς συνδρομῆς αὐτῶν, καὶ νὰ εὐοδώσωμεν κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν ἡμῶν τὴν ὑψίστην ἡμῶν φροντίδα. Κύριοι, ἐκτὸς τῆς ἐπιθυμίας τοῦ λαοῦ, πρὸς εὕρεσιν καὶ ἀνάκτησιν νέου ἀληθῶς συνταγματικοῦ Βασιλέως εἶναι καὶ ἄλλοι λόγοι οὐχὶ ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι μὲ παροτρύνουσιν. Ἡ περίοδος τοῦ καιροῦ γεννᾷ πολλὰς ἐπιβουλάς· πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν γνωρίζετε ὅλοι τὰς ὑπονοίας καὶ ὑπενεργείας τῆς ἐπιβουλῆς ταύτης, ἐτόλμησάν τινες, ἐμψυχούμενοι καὶ ἀπὸ χαμερπῆ μέσα καὶ ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἤδη ὑπαγορεύονται πέριξ τοῦ Ὄθωνος καὶ τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ, νὰ ἐλπίζουν, ὅτι δύνανται νὰ βαστάξουν τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ μᾶς ἀποστερήσουν τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπαγγέλλεται ἡ μεγάλη αὕτη μεταβολή· καὶ εὑρίσκουν εἴσοδον, Κύριοι, αἱ ῥᾳδιουργίαι αὗται εἰς αὐτὸν τὸν πόθον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ νὰ ἴδῃ τόσον ταχέως Βασιλέα. Εἶναι λοιπὸν καὶ οὗτος λόγος ἰσχυρὸς νὰ μὴ ἀναβάλωμεν, διότι, Κύριοι, οὔτε σπουδαιότερον ἄλλο ἔργον ἐπράξαμεν μέχρι τοῦδε, οὔτε εἰς τὸ ἑξῆς σπουδαιότερον ἄλλο δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, διότι καὶ αὐτὸ τὸ πολίτευμα, αὐτὴ ἡ σύνταξις τῆς πολιτείας μας, ὅσον ἐντελὴς καὶ ἂν ᾖναι, εἰς τὴν ἐνέργειαν θέλει εἶσθαι μηδὲν ἄνευ Βασιλέως. Συμπάρεδρον τούτου, κύριοι, εἶναι καὶ ἡ ἐπιμέλεια τοῦ νὰ ἴδωμεν τὴν ἀδελφὴν Ἑπτάννησον συνηνωμένην μεθ’ ἡμῶν. Θέλομεν παρακαλέσει δεόντως τὴν κραταιὰν ἐκείνην δύναμιν, τὴν προστάτιδα τῶν Ἑπταννησίων, ὅπως φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἐκφρασθεῖσαν παρ’ αὐτῆς γενναίαν ἀπόφασιν περὶ τῆς συνενώσεως ταύτης. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ἡ πολιτικὴ αὐτῆς θέλει κερδίσει μεγάλην συμπάθειαν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ὁ Πλούταρχος λέγει, κύριοι, ὅτι ὁ Μίνως, ὁ παλαιὸς ἐκεῖνος ἰσχυρὸς μονάρχης τῆς Κρήτης, ἐφοβεῖτο μήπως μισηθῇ ἀπὸ τὴν πόλιν ἐκείνην, τὴν ἔχουσαν φωνὴν καὶ μοῦσαν· ἐνόει δὲ τὴν πόλιν Ἀθηνῶν. Οὐδ’ ἡ κραταιὰ Ἀγγλία λοιπὸν, νομίζω, θέλει ἀπαξιώσει τοὺς ἐπαίνους καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον, καίτοι μικρὸν, διασώζει ὅμως καὶ τὴν φωνὴν καὶ τὴν γλῶσσάν του, τὴν ἀπαθανατίζουσαν τοὺς δικαίως ἐπαινουμένους. Ἡ Ἑπτάνησος, κύριοι, ἐκ διαφόρων μεγάλων ἐκτάκτων στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν περιστάσεων, ἀποσπασθεῖσά ποτε τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἔθνους, ἐφύλαξεν ὅμως τοὺς δύω μεγάλους χαρακτῆρας αὐτῆς τὴν θρησκείαν καὶ τὴν γλῶσσαν· ἐγέννησεν ἄνδρας μεγαλοφυεῖς, οἵτινες ὠφέλησαν διὰ τῶν συγγραμμάτων αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀρετῶν τὸ σύμπαν Ἑλληνικὸν Ἔθνος· φρουρεῖται ἀπὸ τρεῖς ἁγνοὺς φρουράρχους, ἕνα εἰς τὴν Κέρκυραν, ἄλλον εἰς τὴν Κεφαλληνίαν καὶ ἄλλον εἰς τὴν Ζάκυνθον, οἵτινες τὴν διεφύλαξαν σώαν καὶ ἀνέπαφον ἐναντίον τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σκότους τῆς Δύσεως καὶ ἰδίως τῆς Ἰταλίας· ὑπέπεσεν εἰς περιπετείας πολλάς· ἀφοῦ ἀπηλλάγη τοῦ Ἑνετικοῦ ζυγοῦ εἶδεν εἰς τὸ ἔδαφος αὐτῆς τὸ Ἑλληνικὸν εἶδε Τούρκους, εἶδε Ῥώσσους, εἶδε Γάλλους καὶ Ἄγγλους καὶ πρὸ 50 ἤδη ἐτῶν δυνάμει συνθήκης Εὐρωπαϊκῆς, γενομένης τότε ἐπ’ ἀγαθῷ αὐτῆς, παρεδόθη εἰς τὴν κραταιὰν προστασίαν τῆς Μ. Βρεττανίας. Ἀλλὰ γνωρίζει, Κύριοι, καὶ αὐτὴ ἡ Ἀγγλικὴ δύναμις πόσος εἶναι ὁ πόθος τῶν ἀδελφῶν ἐκείνων νὰ συνενωθοῦν μεθ’ ἡμῶν, καὶ εἶναι δίκαιος· διότι, λέγουν, ὅταν μὲν παρεδόθημεν εἰς τὴν προστασίαν τῆς κραταιᾶς Ἀγγλίας, ἄλλαι ἦσαν αἱ περιστάσεις, τώρα ὅλως παρακαλοῦμεν αὐτὴν καὶ τὴν Εὐρώπην νὰ μᾶς συνενώσῃ μὲ τοὺς κατοίκους τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, νὰ ἑνώσῃ τὴν τύχην ἡμῶν μὲ τὴν τύχην, τήν τε παροῦσαν καὶ τὴν μέλλουσαν τοῦ Πανελληνίου· καὶ ἐκέρδησαν, κύριοι, ὡς γνωρίζετε, τὴν αἴτησιν αὐτὴν παραδόξως ἀλλ’ ὄχι ἀνεπιτηδείως καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος, τὸ ὁποῖον ὅσον εἶναι προσκεκολλημένον εἰς τὰ ἴδια αὐτοῦ συμφέροντα, τόσον εἶναι κύριοι παραδεδομένον εἰς τὴν ἰσχυρὰν κρίσιν τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Ἀνεγνώρισαν δὲ ταύτας τὰς δικαίας ἀξιώσεις καὶ αὐτοὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἤδη μᾶς ὑπεσχέθησαν τὴν γλυκεῖαν ταύτην εὐεργεσίαν. Μᾶς εἶπεν ἡ μεγάλη ἐκείνη δύναμις, ἐκλέξατε Βασιλέα ὅστις θέλει εἶσθαι εἰς ἐμὲ τὴν Μ. Βρεττανίαν εὐάρεστος καὶ ἔχετε τὴν Ἑπτάννησον. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ ἡ φιλέλληνι ἐκείνη δύναμις, ὅτι θέλομεν ἐκλέξει Βασιλέα δυσάρεστον εἰς αὐτήν; Θέλομεν ἐκλέξει Βασιλέα εὐάρεστον, καὶ εἰς αὐτὴν, καὶ εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν συμμαχίαν. Λοιπὸν δικαιούμεθα νὰ τὴν παρακαλέσωμεν, δυνάμει αὐτῆς τῆς ὑποσχέσεως, νὰ μᾶς παραχωρήσῃ τὴν Ἑπτάννησον. Ἡ ἕνωσις αὕτη, Κύριοι, δὲν εἶναι πάρεργον δι’ ἡμᾶς, διότι κατ’ αὐτὰς τὰς στιγμὰς τῆς σκέψεώς μας περὶ εὑρέσεως Βασιλέως θέλει εἶσθαι μεγάλη βοήθεια εἰς τὴν εὕρεσιν αὐτοῦ, τὸ νὰ ἔχωμεν ἐπικράτειαν πλατυτέραν νὰ προσφέρωμεν εἰς αὐτόν· θέλομεν ἔχει ἀφορμὰς νὰ τὸν προτρέψωμεν καὶ καταπείσωμεν νὰ δεχθῇ εὐκόλως τὸ Ἑλληνικὸν στέμμα· καὶ διὰ τῆς προσθήκης τῶν Ἑπτανησίων θέλομεν ἔχει καὶ τοὺς ἀδελφοὺς ἐκείνους πληρεξουσίους, ἀποστελλομένους ἐκεῖθεν διὰ νὰ συσκεφθῶσι μεθ’ ἡμῶν περὶ τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματός μας. Κύριοι, αὐτὰς τὰς ὀλίγας ἀναπτύξεις ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ σᾶς κάμω ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου· ὅταν ἀξιωθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα τὸ ποθούμενον καὶ τὸ μόνον σήμερον περισπούδαστον εἰς ἡμᾶς, τότε, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ λαλῶμεν μετὰ καλῆς ἐλπίδος καὶ περὶ τῆς μεγάλης ἰδέας, καὶ περὶ τῆς λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἡμεῖς θέλομεν λύσει τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα καὶ οὐχὶ ἡ Εὐρώπη, εἶπέ τις τῶν πρὸ ἡμερῶν ἀγορευσάντων, ἀλλὰ δὲν εἶπε Κύριοι, καὶ τὸ πῶς θέλομεν τὸ λύσει, ἀλλ’ ηὐχαριστήθησαν εἰς τὴν πανηγυρικὴν προφητείαν, ἥτις ἐφελκύει τὰς χειροκροτήσεις, τὴν προσοχὴν καὶ τὴν συμπάθειαν τῶν ἀκροωμένων. Τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα λύεται, Κύριοι, ἀλλ’ οὐχὶ πανηγυρικῶς καὶ πομπωδῶς καὶ ποιητικῶς, ἀλλὰ γεωμετρικῶς, ἀφοῦ προπαρασκευασθῶμεν δεόντως, διὰ τοῦτο δεόμεθα καὶ χρόνου πολλοῦ. Ὅταν ἀποκτήσωμεν, Κύριοι, βασιλείαν ἀξίαν τοῦ ἱεροῦ καὶ μεγάλου σκοποῦ, βασιλείαν ἔχουσαν πνεῦμα συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα φόβου θεοῦ, πνεῦμα ζωῆς, ὅταν προχωρήσῃ ὁ ἡμέτερος λαὸς εἰς τὸν δέοντα τῆς ἠθοποιήσεως βαθμὸν, τότε καὶ μόνον τότε παύει ἡ ἔρημος καὶ ἀνοίγεται ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Κυβέρνημα ὅμως ἄσοφον οὐδέποτε θέλει βαδίσει, οὐδὲ προσεγγίσει εἰς τὸν Οὐρανοπρεπῆ τῆς Ἁγίας τοῦ Θεοῦ Σοφίας ναόν. Βασιλεὺς μικρὸς, ἀπαίδευτος καὶ ἀπρονόητος, ἄρχοντες διεφθαρμένοι, ἰδιοτελεῖς καὶ φατριασταὶ, χαρακτῆρες ἐξηχρειωμένοι, νομοθέται βέβηλοι, κλῆρος ἐξηυτελισμένοι, λαὸς πτωχὸς κατάχρεως καὶ καταβεβλημένος, ξεψυχημένος εἰς τὴν ἀσφυξίαν τῆς ἀκαίρου πολυτελείας, μωροσοφία, δικησισοφία καὶ ἡμιμάθεια, οὐδέποτε θέλουν εἰσελάσει κληρονόμοι εἰς τὴν ἱερὰν πόλιν του Κωνσταντίνου. Κύριοι, ἡ Ἑλληνικὴ ἀνδρία συγκεφαλαιωθεῖσα κατὰ μέσον τοῦ 15ου αἰῶνος εἰς τὸν ἔσχατον Κωνσταντῖνον, ἔπεσεν ἡρωϊκῶς ἐπὶ τῶν Βυζαντίων τειχῶν μετὰ τῆς ἐθνικῆς αὐτονομίας, καὶ ἐτάφη εἰς ἄγνωστον τάφον, ἐγκαταλιποῦσα εἰς χεῖρας τῆς εὐσεβείας τὴν προστασίαν τοῦ Ἔθνους· μετ’ ὀλίγον ἀκτῖνες ἀνδρείας ἐξῆλθον ἐκ τοῦ ἀγνώστου ἐκείνου τάφου καὶ ἐψύχωσαν τοὺς ἀρματωλούς· ἀνεγεννῶντο οἱ στρατιῶται τοῦ Κωνσταντίνου, φέροντες τὴν διαθήκην καὶ τὸ ξίφος αὐτοῦ πρὸς ἀνάκτησιν τῆς αὐτονομίας· ἡ πατρῴα εὐσέβεια περιέθαλπε καὶ συνετήρει τὸ ἔθνος καὶ τὴν θεόσοφον αὐτοῦ γλῶσσαν εἰς τοῦ Κυρίου τῶν δυνάμεων τὰ ἀγαπητὰ καὶ ζωηφόρα σκηνώματα, ἕως οὗ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου· τότε ἠκούσθη φωνὴ σάλπιγγος οὐρανίας «μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος» καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ὁλόκληρον ἐπανέστη καὶ μετὰ μέγαν καὶ πολύαθλον ἀγῶνα ἠλευθερώθη, ἀλλὰ μόνον ὀλιγοστὸν, ὑπεβλήθη δὲ διὰ τὰ ἀνεξιχνίαστα τοῦ θεοῦ κρίματα καὶ τοῦτο καὶ τὰ λοιπὰ αὐτοῦ μέτρα εἰς νέας δοκιμασίας· ἀλλ’ ἂν ἡ θρησκεία καὶ ὁ ἑλληνισμὸς τὸ διέσωσαν καὶ ἀνέστησαν, πάλιν ἡ θρησκεία καὶ ὁ ἑλληνισμὸς θὰ τὸ ἀποκαταστήσουν εἰς τὴν ὁλοκληρίαν, ἀγόμενον ὑπὸ θεοφιλοῦς καὶ μεγαλόφρονος ἡγεμόνος καὶ ἐναρέτων ἀρχόντων, προετοιμασάντων καὶ τὰ ἐφόδια τοῦ ἔργου καὶ τὰς πολιτικὰς συμμαχίας, ἅς ἤθελον τοῖς ὑποδείξει ἡ φύσις τῶν πραγμάτων καὶ ἡ καταλληλότης τῶν περιστάσεων. Κύριοι, θέλω σᾶς ἀναγνώσει τὴν πρότασιν, καὶ θέλετε ἀποφασίσει «Εἰς τὴν ἐκ τῶν τμημάτων ἐκλεχθεῖσαν ἑνδεκαμελῆ ἐπιτροπὴν νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα 11 μέλη, ἐκλεγόμενα ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας.» Κύριοι, προτείνω τὸ κατεπεῖγον· κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν καὶ ἂν ἐγκρίνετε, ἂς διαταχθῇ νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις αὕτη καὶ νὰ διανεμηθῇ· καὶ μετὰ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν 24 ὥρας νὰ εἰσαχθῇ εἰς συζήτησιν διὰ νὰ προβῶμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πρόκειται περὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς κατὰ τὸν κανονισμὸν πρέπει μόνον νὰ γίνῃ ἐρώτησις ἐὰν ὑποστηρίζηται, καὶ ἂν ὑποστηρίζηται καὶ θεωρηθῇ κατεπείγουσα, νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ αὔριον νὰ συζητηθῇ· αὐτὸ εἶναι κατὰ τὸν κανονισμόν, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλος σκοπός· ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις;
§25ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ αὔριον θὰ ἐπανέλθωμεν.
§27Γ. ΛΑΣΚΑΡΙΔΗΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Σχινᾶ καὶ συγχωνεύω εἰς αὐτὴν καὶ τὴν ἰδικήν μου.
§28ΒΛ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τότε ἡ ἡμερησία διάταξις περὶ τῆς σκέψεως ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ ζητήματος καταστρέφεται, ἀλλ’ ἴσως θέλουν νὰ προτείνουν ἄλλως.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλῃ ἡ Συνέλευσις νὰ προτείνῃ ἄλλως, ἐγὼ λέγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κανονισμός.
§30ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι κατεπείγουσα (θόρυβος).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἐὰν θέλῃ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ ἑπομένως ὅσοι τῶν Κυρίων Πληρεξουσίων φρονοῦν, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει σήμερον νὰ ἐξακολουθήσῃ.....
§32ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ εἶναι ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ, σήμερον ἔγεινεν ἡ ἀνάπτυξις.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπρότειναν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠκούσατε, θὰ τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις.
§34ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα, ἀφοῦ εἶναι ἡμερησία διάταξις σήμερον.
§35ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι ἤδη ἀποφασισμένον, εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον εἶναι πολὺ εὔκολον, τὸ ὁποῖον ἡ Συνέλευσις θὰ λύσῃ· ἐγὼ ἔλθετω μίαν στιγμὴν, τὴν ἰδέαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὡρμήθην ὅταν ἔθεσα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, ἐθεώρησα ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν θὰ ἐνόει νὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ ἄωρον ζήτημα, ἀντικείμενον γενικῆς συζητήσεως, ἐθεώρησα, ὅτι τὸ κύριον ἀντικείμενον ἦτο νὰ σκεφθῶμεν ἐὰν πρόκηται νὰ συστηθῇ μία ἐπιτροπὴ, ὡς περιέχει ἡ πρότασις, δυνατὸν νὰ σφάλλω, ἐὰν ὅμως ἡ Συνέλευσις ἔχῃ ἄλλην ἰδέαν, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, διὰ τοῦτο θὰ ἐρωτήσω αὐτήν. Θεωρῶ, Κύριοι, καὶ τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως σπουδαιότατον καὶ ἄξιον σκέψεως ἀπὸ τοὺς Κυρίους Πληρεξουσίους, δηλ. ἐὰν ᾖναι καλὸν ἀμέσως νὰ ἔλθωμεν εἰς γενικὴν συζήτησιν, θὰ τὸ ὑποβάλλω εἰς τὴν σκέψιν σας.
§37ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ καλλίτερον, ὅσοι ἔχουν προτάσεις νὰ τὰς ἀπευθύνουν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν διπλωματικῶν σχέσεων καὶ νὰ ἡσυχάσουν, ἥτις νὰ φέρῃ μίαν γενικὴν ἔκθεσιν.
§38ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ἑκάστην ἔρχεται ἕκαστος πληρεξούσιος καὶ ὑποβάλλει τὴν πρότασίν του, καὶ μᾶς ψάλλει τὰς προφητείας τοῦ Ἁγίου Βασιλείου· τότε οὐδεμία μένει ἀμφιβολία, ὅτι δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ κάμωμεν βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρός.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, πρῶτον θὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τὸ σχετικὸν μ’ αὐτὴν τὴν πρότασιν, καὶ ἔπειτα θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν διὰ τὸ γενικώτερον αὐτῆς τῆς προτάσεως. Ὁ ὑποβαλὼν αὐτὴν ζητεῖ τὸ κατεπεῖγον, ἐὰν ἐγκριθῇ τὸ κατεπεῖγον, θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ αὔριον θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις αὐτῆς τῆς προτάσεως· λοιπὸν περὶ τούτου θὰ ἐρωτήσω πρῶτον τὴν Συνέλευσιν, ἔπειτα θὰ ἔλθω εἰς ἄλλην ἐρώτησιν, ἀφοῦ ἀποφασισθῇ ἡ τύχη αὐτῆς τῆς προτάσεως· θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν πάλιν, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ γενικὴν συζήτησιν, ἐὰν τὸ θέλῃ κυρίαρχος εἶναι, ἐὰν δὲν τὸ θέλῃ, πάλιν αὐτὴ θὰ τὸ ἀποφασίσῃ.
§40ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι πρὸ τοῦ νὰ ἀποφασισθῇ τὸ κατεπεῖγον, πρέπει νὰ ἀποφασισθῇ, ἐὰν πρέπῃ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἐὰν ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τότε εἶναι τὸ κατεπεῖγον. Ἀφοῦ διωρίσατε ἐπιτροπὴν τῶν διπλωματικῶν σχέσεων, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεθέσατε αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τοὐλάχιστον εἷς λόγος ἀποδεδειγμένος, ὁ ὁποῖος ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον. Νὰ ἔχητε ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἀφαιρῆτε ἔπειτα τὰ καθήκοντα ἀπ’ αὐτὴν, αὐτὸ εἶναι μία σύγχυσις.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς ἐσύστησεν ἐπιτροπὰς, ὁ κανονισμὸς δὲν λέγει, ὅτι πᾶσα πρότασις πρέπει νὰ παραπεμφθῇ, ἐξ ἐναντίας λέγει, ὅτι ὅταν μία πρότασις ὑποβάλληται, καὶ ἡ ὁποία, κατὰ τὸν προτείνοντα, φέρει χαρακτῆρα κατεπείγοντος, δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποφασίσῃ, ἂν τὸ θεωρῇ κατεπεῖγον. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν κατὰ τὸν κανονισμὸν ἐὰν τὴν θεωρῇ τοιαύτην, ἐὰν δὲν τὴν θεωρῇ τοιαύτην, τότε θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ συζητηθῇ.....
§42ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν τὸ σπουδαῖον αὐτὸ ζήτημα περὶ Βασιλέως, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ Κύριος Σχινᾶς, ᾖναι προφητεῖαι τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, ἢ τοῦ ἁγίου Ἱερεμίου (θόρυβος)· ἄλλως νὰ ἀποδοκιμασθῇ ὁ ἀποκαλέσας προφητείαν τὸ σπουδαῖον αὐτὸ ζήτημα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, προσέχετε, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ὅσοι παραδέχονται, ὅτι ἡ ἀναγνωσθεῖσα πρότασις εἶναι κατεπείγουσα, ἂς ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§44ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. (θόρυβος).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀμφίβολον, Κύριοι; ἐγὼ δὲν ἀμφίβαλλον, λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω ἐκ δευτέρου.
§46ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ ἀταξία, ἅμα ὁ Πρόεδρος ἀναγγείλῃ τὸ ἀποτέλεσμα, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλῃ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλον τὸ Προεδρεῖον ἀμφιβάλλει.
§48ΡΗΓΑΣ ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διὰ νὰ φανῇ ἡ γνώμη ἑκάστου, τὸ τί ἤλθομεν νὰ κάμωμεν ἐδῶ νὰ προτείνωμεν Βασιλέα, ἢ νὰ καθήμεθα.
§49ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§50ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Ἐψηφοφορήσατε ἡ εὐγενεία σας τοιουτοτρόπως, καὶ ἡμεῖς ἐψηφοφορήσαμεν διαφορετικά. (θόρυβος).
§51ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡμεῖς κἀνὲν ἀντικείμενον δὲν ἔχομεν νὰ λαλήσῃ ὁ ῥήτωρ, τὸ ἀντικείμενον θὰ ἐπέλθῃ ἔπειτα.
§52ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Τότε μόνον ἔρχονται ἐπὶ τοῦ βήματος πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ νὰ ἀκούσωμεν τί θέλει νὰ εἰπῇ (θόρυβος).
§54ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Δύω λέξεις (θόρυβος).
§55ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ δώσητε τὸν λόγον· ὅταν τὸ θέμα ψηφοφορῆται, δὲν ἐπανέρχεται ἡ συζήτησις.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀκούσωμεν τί θέλει νὰ εἰπῇ ἐπὶ τοῦ θέματος.
§57ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τεθέντος τοῦ θέματος καὶ ἀρξαμένης τῆς ψηφοφορίας, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ δώσητε τὸν λόγον εἰς κἀνένα.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤθελα νὰ ἠξεύρω τί ἤθελε νὰ εἰπῇ, τώρα μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§59ΡΗΓΑΣ ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐμβήκαμεν εἰς πρόσωπα, μία πρότασις ἦλθεν ἐδῶ.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, θὰ ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, προσέξατε εἰς τὸ θέμα. Ὅσοι παραδέχονται, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι κατεπείγουσα, θὰ εἰποῦν ναὶ, ὅσοι δὲν παραδέχονται θὰ εἰποῦν ὄχι.
§61ΒΛ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε, ἐὰν ὑποθέσωμεν μίαν στιγμὴν ἀνθρώπους ἀποφαινομένους ὅτι δὲν εἶναι κατεπεῖγον, ἐννοεῖται ὅτι τότε τὸ Βασιλικὸν ζήτημα δὲν εἶναι κατεπεῖγον.
§62ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἀκούσατε τὸ ἀποτέλεσμα, ἐψηφοφόρησαν 154, εἷς ἠρνήθη ψῆφον, 114 ὑπὲρ τοῦ κατεπείγοντος καὶ 39 κατὰ, ὥστε παρεδέχθη τὸ κατεπεῖγον διὰ ψήφων 114.
§64ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τί ἐννοεῖτε μὲ τὸ κατεπεῖγον;
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ αὔριον νὰ συζητηθῇ.
§66ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, παρακαλῶ νὰ μοὶ χαρίσητε ὀλίγον τὴν προσοχήν σας ἐπὶ ζητήματος λίαν σπουδαίου, ἐπὶ τῆς γενομένης ψηφοφορίας. Ἡ Συνέλευσις ἐκλέγει τὸ προεδρεῖον διὰ τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς, τὸ ὁποῖον συνίσταται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ, ἐὰν τύχῃ ὁ ἀντιπρόεδρος, ἢ καὶ οὗτος ἐὰν δὲν ᾖναι παρὼν, ὁ πρεσβύτερος τῶν συνεδριαζόντων πληρεξουσίων, καὶ τοὺς Γραμματεῖς. Ἡ δὲ τύχη τῶν διασκέψεων τῆς Συνελεύσεως ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς Προέδρους. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, Κύριοι, ἐὰν μία ψηφοφορία γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ψηφολέκται παρακαθήμενοι, οὕτως εἰπεῖν, ἐξελέγχουσι τὸ προεδρεῖον, καὶ ἀναμφιλέκτως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ γνήσιον τῆς ἀποφάσεως· προκειμένου ὅμως περὶ ἀποφάσεως δι’ ἀναστάσεως, ἡ τύχη τῶν σπουδαιοτέρων αἴφνης ζητημάτων ἀφιεροῦται εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ γραφείου. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, Κύριοι, μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ θέματος καὶ τὴν ἀνάστασιν ἀριθμοῦ τινος τῶν πληρεξουσίων, ὁ Πρόεδρος ἀποφαίνεται περὶ τῆς κυρώσεως, οὕτως εἰπεῖν, ἢ μὴ τῆς εἰς ψηφοφορίαν τεθείσης προτάσεως. Ἐὰν τυχαίως ὁ Πρόεδρος, καθ’ ὃ εἶ, δὲν ἔχῃ καθαρὰν πεποίθησιν περὶ τοῦ ἀποτελέσματος, ζητεῖ κατὰ τὸν κανονισμὸν τὴν γνώμην τοῦ γραφείου, καὶ τότε ἡ γνώμη, ἡ ὁποία, οὕτως εἰπεῖν, ἐπεβλήθη εἰς τὸν Πρόεδρον παρὰ τοῦ γραφείου θεωρεῖται ὡς λύουσα τὸ ζήτημα. Ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως ὁ Κύριος Πρόεδρος ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ἀπεφάνθη, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν, ἐγένετο παρὰ τῆς Συνελεύσεως δεκτὸν, αἴφνης τινὲς εἶπον τὸ ὄχι· ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθη ὁ Κύριος Πρόεδρος νὰ ἀμφιβάλλῃ δι’ ἑαυτὸν, καὶ χρώμενος τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς τὸ γραφεῖον ὁ κανονισμὸς, ἠρώτησε τοὺς 4 γραμματεῖς οἵτινες παμψηφεὶ, Κύριοι, εἶπον, ἢ κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅτι ὑπῆρξεν ἀμφιβολία εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἡ δὲ γενομένη ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἔλυσε τὸ ζήτημα καθαρῶς, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ προσκαλούμενος νὰ ψηφοφορήσῃ δι’ ἀναστάσεως, θὰ ἔχῃ μίαν γνώμην, καὶ ἑτέραν, ὅτε θέλει ψηφοφορήσει δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (θόρυβος). Δυοῖν θάτερον, ἢ ἤλλαξαν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τὴν γνώμην, ἢ .... (θόρυβος). Ἐγὼ δὲν ἐθήρευσα ποσῶς θέσιν γραμματέως, ὥστε δὲν κινοῦμαι ἀπὸ πάθος, ἐθήρευσα θέσιν ἀνωτέραν ἀντιπροέδρου (θόρυβος). Ἐγὼ προτείνω, Κύριοι, ἀλλαγὴν τῶν γραμματέων, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων ἐπὶ γραφείου, τὸ ὁποῖον ἐνεργεῖ οὕτω πως. Ὅστις ἔχει νὰ ἀντείπῃ, ἂς ἀντείπῃ (θόρυβος).
§67ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μὴ προσβάλῃς τὸ γραφεῖον.
§68ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ εἶναι ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ.
§69Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Ἂν καὶ ἡ πρότασις..... (θόρυβος).
§70ΔΑΓΡΕΣ. Παρακαλῶ μίαν στιγμὴν· ἐπειδὴ ἔγεινε κατηγορία κατὰ τοῦ Γραφείου, πρέπει νὰ ἀντικατασταθῶσιν οἱ Κύριοι Γραμματεῖς.
§71ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, δὲν τὸ δεχόμεθα.
§72Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Κύριοι ἡσυχάσατε. Ἂν καὶ ἡ πρότασις... (θόρυβος).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης νὰ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι, ὄχι.
§75ΕΤΕΡΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§76Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Ἂν καὶ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Βαλτινοῦ ᾖναι ἐναντία τοῦ κανονισμοῦ, καὶ δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, μ’ ὅλα ταῦτα ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ἐκ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅτι δὲν ἦτο εἰλικρινὴς, ἦτο μεροληπτικὴ, καὶ......
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (πρὸς τὸν Χ. Ὀδυσσέως). Δὲν πρέπει νὰ λάβητε ὑμεῖς τὸν λόγον, θὰ τὸν λάβουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν ἑαυτοὺς προσβεβλημένους.
§78Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Ὄχι, Κύριε Πρόεδρε, ὅταν προσβάλληται τὸ Προεδρεῖον, προσβάλλεται ὅλη ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Συνελεύσεως.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὸν λόγον μου καὶ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§80ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§81ΕΤΕΡΟΙ. Ναὶ, ναί.
§82ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. (γραμματεύς). Ὅστις προσβάλλει τὴν φιλοτιμίαν μου...... (θόρυβος).
§83ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπειδὴ λέγουν, ὅτι προσεβλήθη ἡ φιλοτιμία των παρακαλοῦνται οἱ Κύριοι γραμματεῖς νὰ ἀφήσωσι τὰς ἕδρας των.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς ἀναστάσεως, συμβαίνει τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ εἷς ἀντιλαμβάνεται ἐν πλήρει πίστει, ὁ ἕτερος τὸ ἀντιλαμβάνεται διαφορετικὰ, διότι δὲν δύναται νὰ μετρήσῃ ἀμέσως τὰς ψήφους. Ἑπομένως πολὺ καλὰ ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα ἦτον ἄλλο, καὶ ὁ γραμματεὺς εἶπεν ἄλλο· καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐγεννήθη ἀμφιβολία.
§85ΡΟΥΚΗΣ. (γραμματεύς). Λυποῦμαι πολὺ, Κύριοι, μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Βαλτινοῦ (θόρυβος). Λυποῦμαι πολὺ, ὅτι ὁ κύριος Βαλτινὸς ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ σκάνδαλον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς γενομένης ψηφοφορίας, ἠρώτησεν ὁ κύριος Πρόεδρος, ὁποῖον ὑπῆρξε· καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὅπως ἐδώκαμεν γνώμην. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλοὶ τῶν κυρίων Πληρεξουσίων εἴτε δὲν ἠθέλησαν νὰ σηκωθοῦν, εἴτε ἦσαν ἐναντίοι, δὲν ἠξεύρω.... (θόρυβος). Λέγομεν ὅτι εἴδομεν κατὰ πεποίθησιν. Εἴμεθα ἀληθεῖς πατριῶται, εἴμεθα ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἦλθον ἐνταῦθα, διὰ νὰ ἐργασθῶσι πατριωτικῶς. Λυποῦμαι πολὺ διὰ τὴν κακὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν ὁ κύριος Βαλτινὸς καὶ ὁ κύριος Δαγρὲς περὶ τοῦ γραφείου. Ἡμεῖς ἀνεφέραμεν τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ψευσθῶμεν. Πολλοὺς ἴδομεν, κύριοι, ὅτι παρεδέχθησαν ἕτεροι (θόρυβος). Σᾶς φέρω ἀπόδειξιν, ὅτι κατὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφηφορίας οἱ κύριοι Πληρεξούσιοι Φθιώτιδος ἀνεχώρησαν....... ἐπειδὴ κατέστησαν τὸ ζήτημα, ζήτημα ἐμπιστοσύνης!! Πρόκειται, Κύριοι, ἐνταῦθα περὶ ἐκλογῆς ἡγεμόνος καὶ πρέπει μὲ πολλὴν σύνεσιν νὰ σκεφθῶμεν. Ἐνταῦθα ἐπρόκειτο νὰ ψηφοφορήσωμεν μίαν πρότασιν, ἣν τὸ ἀκροατήριον δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀντιληφθῇ, καὶ ὡς ἐκ τούτου πολλοὶ ἐνόμισαν, ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ λυθῇ ἀμέσως τὸ ζήτημα. Κύριε Βλάση, ἔχομεν μεγαλεῖτερον πατριωτισμόν, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα Ἑλληνόπαιδες, εἴμεθα ἄξιοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα πολυειδῶς (θόρυβος).
§86ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πάντοτε ἐσεβάσθην τὰς πεποιθήσεις τοῦ κυρίου Βαλτινοῦ. Ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ πρώτην φορὰν εἰσῆλθον εἰς κοινοβουλευτικὸν βίον, μολαταῦτα ἀπὸ τὰς σπουδάς μου, ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, συνείθισα εἰς τὴν πειθαρχίαν τῶν πολυμελῶν Σωμάτων, καὶ κανένα οὐδέποτε δὲν διέκοψα, οὐδὲ προσέβαλον ἐντὸς τοῦ Σώματος τούτου. Ἂν καὶ αἱ πεποιθήσεις ἑνὸς ἑκάστου ᾖναι σεβασταί, ὀφείλει ἕκαστος ν’ ἀποδίδῃ δικαιοσύνην καὶ νὰ ἐξετάζῃ καλῶς τὸ πρᾶγμα καὶ ὕστερον ν’ ἀποφανθῇ· ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ λέγω, ὅτι τὸ γραφεῖον δὲν ἦτο ὁλόκληρον σύμφωνον, σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι καὶ οἱ ἀποφανθέντες ὑπῆρχον ἐν ἀμφιβολίᾳ.... Πολλοί, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν γνώμην τοῦ κατεπείγοντος δὲν εἰσηκούσθησαν μολαταῦτα, καὶ τελευταῖον ἐφάνη, ὅτι αὐτὴ ἡ σειρά, (ὁ ῥήτωρ δεικνύει πρὸς τὰ ἀριστερὰ) καθὼς παρετήρησα, ὁλόκληρος δὲν ἐσηκώθη· λοιπὸν δὲν δύνασθε νὰ ἀδικῆτε τὸ γραφεῖον, διότι τῷ ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι. Ὁ Κύριος Πρόεδρος ἴσως ἀντελήφθη καλλίτερον τὸ πρᾶγμα.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παραδέχομαι τοῦτο.
§88ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Λέγω, ὅτι ὁ κύριος Βαλτινὸς πρέπει νὰ ᾖναι λίαν προσεκτικός, διότι οὐδεὶς ἀνέχεται νὰ προσβάλληται κατὰ μέτωπον· ἐγὼ δὲν ἀναβαίνω τὴν ἕδραν μου, ἂν δὲν ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις, ὅτι δὲν ἡμάρτησε τὸ προεδρεῖον.
§89ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Τίποτε δὲν ἔχω νὰ προσθέσω· ἂν δὲν ἀνακαλέσῃ τὸν λόγον του ὁ κύριος Βαλτινός, ἐγὼ εἶμαι παρῃτημένος.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ διακόψωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν· παρακαλῶ ὅλον αὐτὸ τὸ δυσάρεστον συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν, νὰ τὸ ῥίψητε εἰς βάρος μου· θεωρῶ ἐγὼ ἐμαυτὸν ἁμαρτήσαντα, καὶ τότε θὰ παύσουν τὰ πάντα. Σᾶς λέγω, ὅτι, ὅπως ἀντελήφθην ἐγώ, ἀντελήφθη καὶ εἷς τῶν γραμματέων, οἱ ἄλλοι τρεῖς ἀντελήφθησαν διαφορετικά· ἐγὼ λοιπὸν ἔχω τὸ βάρος, καθ’ ὅσον ἐφάνην πολὺ ταχύς· κατὰ τὸ χρέος τὸ ἰδικόν μου ἔπρεπε νὰ μὴ ἐκφράσω γνώμην παρὰ ἀφοῦ συμβουλευθῶ τὸ γραφεῖον κατὰ τὸν κανονισμόν. Τὸ λάθος λοιπὸν εἶναι ἰδικόν μου, καὶ παρακαλῶ νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις.
§91ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῶσιν οἱ γραμματεῖς ἂν ᾖναι ἱκανοποιημένοι.
§92ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἢ τὸ γραφεῖον πταίει, ἢ οἱ πληρεξούσιοι ἤλλαξαν γνώμην.
§93ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. (ἀλλεπαλλήλως). Ἐγὼ ἤλλαξα γνώμην (θόρυβος).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετρινὸς θέλει ἐξηγήσει διατί ἤλλαξε γνώμην.
§95ΠΕΤΡΙΝΟΣ. (θόρυβος). Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐγὼ ἤλλαξα γνώμην, ἀλλὰ θὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον. Δὲν τὸ ἔκαμα ἀπὸ.... (θόρυβος).
§96ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν χρειάζεται συζήτησις.
§97ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως μοὶ λέγει νὰ ὁμιλήσω καὶ θὰ ὁμιλήτω· δὲν ἀκούω κἀνένα παρὰ τὴν πλειονοψηφίαν. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὴν συζήτησιν αὐτὴν, τὴν προεκάλεσε μία παρεννόησις (θόρυβος)· ἐδῶ Κύριοι, ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω .... (θόρυβος).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι Πληρεξούσιοι, θὰ ὁμιλήσῃ διὰ τὸν ἑαυτόν του δύω λέξεις.
§99ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Μόνον θὰ ὁμιλήσω εἰς τὸ ζήτημα, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ψῆφόν μου.
§100ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν σᾶς ἠρώτησε κἀνεὶς.
§101ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, παρακαλῶ (θόρυβος).
§102ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν σᾶς κατηγόρησε κἀνεὶς.
§103ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν ἤξευρα, ἂν ἤλλαξαν γνώμην μετέπειτα.
§104ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Τὸ γνωρίζω ἐγώ· τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον· ἂν τὸ ἄφινεν ὁ κύριος Βαλτινὸς εἰς τὴν θέσιν του, δὲν θὰ ἐρχώμεθα εἰς αὐτὰς τὰς διενέξεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἔκαμον νὰ χάσωμεν ἐπὶ ματαίῳ τόσον καιρὸν (θόρυβος μέγας). Ὁ ῥήτωρ διακόπτεται καὶ καταβαίνει τοῦ βήματος.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Σχινᾶ, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§106ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ δευτέρα ἀπόφασις ἂν γείνῃ δεκτὴ, θὰ ᾖναι ἀντιφατικὴ πρὸς τὴν πρώτην.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τοῦ ἡγεμόνος νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἂς προσέλθωσιν οἱ γραμματεῖς εἰς τὰς ἕδρας των.
§108ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἂν δὲν ἐπιδοκιμασθῶμεν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως δὲν προσερχόμεθα.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐπιδοκιμάζῃ.
§110ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Πιστεύω, ὅτι ἡ καλλιτέρα ἱκανοποίησις τοῦ γραφείου θὰ ᾖναι, ἂν ἕνας ἕνας ἐκ τῶν ἀλλαξάντων γνώμην, παρουσιάζηται εἰς τὸ βῆμα καὶ λέγῃ, ἐγὼ ἤλλαξα γνώμην.
§111ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ ἤλλαξα γνώμην, ποτὲ ὅμως ὁ ἀδελφός μου δὲν κατηγορήθη ὡς προδότης.
§112ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἕκαστος πληρεξούσιος ἔχει ἰδίαν πεποίθησιν, δὲν ἔχει νὰ δώσῃ λόγον εἰς κἀνένα.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐπιδοκιμάζῃ τὴν διαγωγὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν γραμματέων (σηκώνονται οἱ περισσότεροι)· ἐπεδοκιμάσθη ἡ διαγωγή των καὶ ἂς προσέλθωσιν εἰς τὰς ἕδρας των. Μεταβαίνομεν τώρα εἰς τὸ πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὸ περὶ ἐκτάκτων μέτρων.
§114Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω, Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως, καθ’ ὅσον συμφωνεῖ πρὸς τὸν κανονισμόν· δὲν θὰ ὁμιλήσω ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι καλὸν, ἀρξαμένη τις συζήτησις νὰ διακόπτηται ἀπὸ παρεμπίπτοντα ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα μετὰ ταῦτα εἰσάγονται, ἐκτὸς κατὰ τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, καθ’ ἣν εἶναι ἀποδεδειγμένον τὸ κατεπεῖγον, διότι, διακοπτομένης συζητήσεώς τινος, ἐννοεῖται, ὅτι ὅλος ὁ χρόνος, ὁ δαπανηθεὶς προηγουμένως εἰς τὴν συζήτησιν, θεωρεῖται ὡς ἀπολεσθεὶς, δὲν ἠμποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐνθυμηθοῦν ὅλα τὰ περιστατικὰ, ὅλους τοὺς λόγους, ὅσοι ἐῤῥέθησαν ἐπὶ μιᾶς συζητήσεως, πολὺ περισσότερον, ὅταν ὑπάρχῃ ἤδη ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, ἤρξατο νὰ συζητῆται, καὶ αὐτὸ ἔχει θέσιν προγενεστέραν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Τὸ ζήτημα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς, ζήτημα πολὺ σπουδαῖον, πολὺ σοβαρὸν, εἶχεν ἀρχίσει νὰ συζητῆται πρὸ ἡμερῶν, καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ ἀνεβλήθη διὰ τὴν σήμερον· χθὲς ἡ ἐπιτροπὴ τῶν εἰσηγητῶν τῶν τμημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα παρεπέμφθη το ἰδικόν μου ψήφισμα καὶ τὸ τοῦ Μαυρομαρᾶ, ἐπαρουσίασε τὴν ἔκθεσιν· ἡ ἔκθεσις ὡς ἠξεύρετε διαιρεῖται εἰς δύω, εἰς τὸ ἀφορῶν τὸ ψήφισμα τοῦ Κυρίου Μαυρομαρᾶ, ὅθεν προηγεῖται τὸ ψήφισμα τοῦ Κυρίου Μαυρομαρᾶ, διότι αὐτὸς ζητεῖ μίαν ἐπιτροπὴν ἐπιτηρητικὴν τῶν ἀνακρίσεων, αἱ δὲ ἀνακρίσεις ὁλονὲν ἐνεργοῦνται· ἠμποροῦμεν νὰ θεωρήσωμεν αὐτὸ ὡς πλέον κατεπεῖγον καὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλησα, τῆς ἐθνοφυλακῆς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἰδικά μου ψηφίσματα, ἐπειδὴ καὶ τὰ τμήματα τῆς Συνελεύσεως δὲν τὰ ἐθεώρησαν κατεπείγοντα, μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος τοῦ Κ. Μαυρομαρᾶ δυνάμεθα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς καὶ μετὰ ταῦτα εἰς τὰ ἰδικά μου ψηφίσματα.
§115ΘΡΑΣ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, κηρυχθεὶς ἐν τῷ τμήματι ἐναντίον τῶν ἐκτάκτων μέτρων, τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουν νὰ μεταβάλουν τὴν καθεστῶσαν ποινικὴν νομοθεσίαν, ἐν οἷς συγκαταλέγω καὶ τὸ μέτρον τοῦ σχηματισμοῦ ἐπιτηρητικῆς τῆς ἀνακρίσεως ἐπιτροπῆς ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, ἔρχομαι ἐν συντόμῳ νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ παροτρύνουν εἰς τὴν ἀπόκρουσιν τοῦ μέτρου τούτου. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ ἔκτακτα μέτρα, εἶναι βέβαια περιττὸν, νὰ γίνῃ λόγος, διότι ταῦτα ἀπεκρούσθησαν ἤδη δι’ ἰσχυροτάτων, ἐπιχειρημάτων ὑπὸ τῶν Κυρίων Δηλιγιάννη καὶ Καλλιγᾶ. Τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, Κύριοι, μένουσιν ἔχοντα ὅλον τὸ κῦρός των καὶ ὅλην τὴν δύναμιν, διότι οἱ πατέρες τῶν προτάσεως περὶ ἐκτάκτων μέτρων δὲν ἠδύναντο νὰ τὰ πολεμήσωσι, νὰ τα καταστρέψουν. Μόνον εἷς λόγος προετάθη παρ’ αὐτῶν, ὁ λόγος τῆς ἀνάγκης. Ἀλλὰ κατὰ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξετέθησαν κατὰ τῶν μέτρων τούτων, δὲν ἠδύναντο νὰ σᾶς ἐκθέσωσιν ἄλλον λόγον· ἀνέμενα τὸν Κύριον Πετσάλην ἴσα ἴσα νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀποκρούσῃ τοὺς λόγους τοὺς τόσον ἰσχυροὺς τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, ἔχων μεγίστην ἀνυπομονησίαν νὰ παραδώσῃ τὰ τέκνα του εἰς γνῶσιν τῆς Συνελεύσεως, ἦλθεν ἁπλῶς εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ μᾶς ἀνέγνωσε τὰ ψηφίσματά του. Ἄλλος λόγος δὲν δύναται νὰ γείνῃ περὶ τούτου πλέον, καθόσον ἡ ἐπιτροπὴ τῶν τμημάτων, ἀναγνωρίσασα τὸ ἄτοπον τῶν τοιούτων μέτρων, ἀπέκρουσεν ὅλα τὰ μέτρα ταῦτα, καὶ υἱοθέτησε μόνον τὴν ἐπιτηρητικὴν τῆς ἀνακρίσεως ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην θεωρῶ ὡς ἀποτελοῦσαν ἓν ἔκτακτον μέτρον καὶ ἑπομένως συνεπιφέρουσαν ὅλα τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα τὰ ἔκτακτα μέτρα συνεπάγουσιν. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, Κύριοι, παραμαρτοῦσιν ὅλαι αἱ κακαὶ συνέπειαι, αἱ ὁποῖαι ἔγκεινται εἰς τὰ ἔκτακτα μέτρα. Ἂς ἐξετάσωμεν δὲ τί εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἡ εἰσηγητικὴ ἐπιτροπὴ τῶν τμημάτων σᾶς προτείνει νὰ ἀποδεχθῆτε; ἡ ἐπιτροπὴ ἡ εἰσηγητικὴ δὲν ἠθέλησε, Κύριοι, νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν οἱ γεννήτερες τῆς προτάσεως ἐπεθύμουν νὰ ἔχῃ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν εἰσηγητῶν, ἀφῄρησε τὴν ἐξουσίαν ταύτην, καὶ διατὶ τὴν ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν ἀρχικὴν πρότασιν; διατί ἀπήλειψε τὸ ἄρθρον 2 τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Μαυρομαρᾶ; διατὶ δὲν τὸ ἀπεδέχθη; δὲν τὸ ἀπεδέχθη διὰ τὸν λόγον τὸν ἑξῆς· διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναμίξῃ τὴν πολιτικὴν εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ὁ κοινὸς δικαστὴς, ὁ συνήθης δικαστὴς ἔχει, Κύριοι, τὰ πάθη του, ἔχει τὰς προλήψεις του, ἀλλ’ ὁ πολιτικὸς δικαστὴς ἔχει καὶ πάθη ἰσχυρότερα καὶ προλήψεις ἰσχυροτέρας καὶ δυνατωτέρας, καὶ κατὰ δυστυχίαν φέρει μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὰ πάθη καὶ τὰς προλήψεις τῆς πολιτικῆς ἀποχρώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει. Ἡ ἐπιτροπή σας λοιπὸν, ὡρίμως σκεπτομένη καὶ μὴ θέλουσα νὰ ἀναμίξῃ τὴν πολιτικὴν εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἀφῄρεσε τὸ ἄρθρον 2 τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Μαυρομαρᾶ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δύναται νὰ διατάττῃ ὅσα ἐγκρίνει μέτρα κατάλληλα πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἀνακρίσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ὡρίμως σκεπτομένη ἀφῄρεσε τὸ ἄρθρον τοῦτο, διότι ἠθέλησε νὰ ἀφήσῃ τὴν δικαιοσύνην ἀτάραχον ἀπὸ τὴν πολιτικήν· ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ, ἣν σᾶς προτείνουσιν ἤδη, τί εἶναι; Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ μία ἐπιτροπὴ, ἥτις θέλει παραλύσει τὴν ἀνάκρισιν, καὶ ἡ ὁποία θέλει βλάψει τὸν κυριώτερον σκοπὸν τῆς ἀνακρίσεως. Θέλει, Κύριοι, βλάψει τὸν κυριώτερον σκοπὸν τῆς ἀνακρίσεως, διότι θέλει παραβιάσει τὸ καλήτερον προσὸν μιᾶς ἀνακρίσεως, τοῦτ ἔστι τὴν ἐχεμύθειαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, θέλετε μοὶ εἰπεῖ, πῶς ἐμπιστεύεσθε εἰς ἕνα ἁπλοῦν ἀνακριτὴν, καὶ δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς ἑπτὰ μέλη, τὰ ὁποῖα θέλουν ἐξέλθει ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ κυριαρχικοῦ τούτου Σώματος; Χωρὶς νὰ γνωρίζω, ποῖα θέλουν εἶσθαι τὰ μέλη ταῦτα, ἐκ τῶν προτέρων ὁμολογῶ ὅλον τὸν σεβασμὸν, ὅλην τὴν ὑπόληψιν, ἣν ἔχω εἰς τὰ μέλη ταῦτα, ἀλλ’ ἡ ὑπόληψις καὶ ὁ σεβασμὸς δὲν δύνανται ν’ ἀναιρέσουν ἕνα κανόνα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἕνα κανόνα, ὅστις εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου· ἡ πρόληψις αὐτὴ δὲν δύναται νὰ ἀναιρέσῃ τὸν κανόνα, ὅτι μεταξὺ μιᾶς πολυμελοῦς ἀνακρίσεως ἡ ἐχεμύθεια εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ. Ὅταν λοιπὸν δὲν δύναται διὰ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐχεμύθεια, θέλετε παραλύσει τὴν ἀνάκρισιν, θέλετε καταστρέψει τὸ καλήτερον προσὸν τῆς ἀνακρίσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, τί σᾶς λέγουν; οἱ κίνδυνοι εἶναι ἐπικείμενοι, οἱ κίνδυνοι εἶναι μεγάλοι· δεύτερος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπροκάλεσα τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς βαυαρικῆς αὐλῆς, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν ἐνόμισα, ὅτι οἱ κίνδυνοι εἶναι τόσον μεγάλοι, τόσον ἐπικείμενοι, ὥστε νὰ προκαλέσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λόγους, ἔχοντας τὸ ἀπελπιστικὸν ὕφος τοῦ Βύρωνος, λόγους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ καταφύγωμεν εἰς ἔκτακτα μέτρα· καὶ ἂς προσέξωμεν, Κύριοι, καλῶς, ὁσάκις ἀναβαίνομεν τὸ βῆμα τοῦτο διὰ νὰ ἐπισύρωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως εἰς τοιούτους κινδύνους, μήπως κατὰ τοῦτο κάμνωμεν κακόν. Ὁ Κύριος Ἡρακλῆς Πετιμεζᾶς σᾶς ἔλεγε, Κύριοι, προχθὲς μίαν ἀλήθειαν ἀναντίῤῥητον «ἄνευ βασίμων καὶ σπουδαίων γεγονότων μὴ ἔρχεσθε, σᾶς ἔλεγε, νὰ ἐκθέτητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου φόβους καὶ κινδύνους, διότι οἱ φόβοι, οἱ κίνδυνοι αὐτοὶ φέρουσι κλονισμὸν εἰς τὴν ἐπανάστασιν»· καὶ ὁ λόγος οὗτος εἶναι ἀληθέστατος. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὁ ὑπάρχων, ὁ κοινὸς παρέχει, ὅτι τὰ μέσα ταῦτα εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ ἀνάκρισις νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος. Φρονῶ δὲ, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν μεταφύτευσιν ξένων νομοθετημάτων ἐντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους, διότι, Κύριοι, τὰ μέτρα αὐτὰ εἶναι ξένα, ἐδανείσθησαν ἀπὸ τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν νομοθεσίαν ἄλλων ἐθνῶν· ἀλλ’ ὁσάκις πρόκειται νὰ καταφύγωμεν εἴς τινα ξένην νομοθεσίαν, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν μας, τὰς παραδόσεις μας, τὰ ἤθη, καὶ τὸν νοῦν τὸν ἐθνικόν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἱστορία, ὅτι αἱ παραδόσεις τῶν Ἑλλήνων ἀποκρούουσι τὰ τοιαῦτα ἔκτακτα μέτρα. Εὑρίσκω, Κύριοι, εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἔθνους μας, ὅτι ἠθέλησαν πάντοτε νὰ ἀφήσουν τὴν πολιτικὴν ξένην ἐντελῶς τῆς δικαιοσύνης, καὶ πρὸς τοῦτο ἔχετε ἓν παράδειγμα ἰσχυρὸν καὶ πρόσφατον. Πρὸ 20 ἐτῶν, Κύριοι, εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν συνῆλθε Συνέλευσις τῶν Ἑλλήνων, Συνέλευσις σπουδαία, ἐμβριθὴς, Συνέλευσις σοβαρὰ, περιέχουσα ὅ,τι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχε διακεκριμμένον ἡ Ἑλλάς· ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἐκείνη συνέταξεν ἓν πολίτευμα, βάσιν ἔχον τὰ πολιτεύματα διαφόρων ἐθνῶν, πεπολιτισμένων, εἰς τὰ συντάγματα τῶν ὁποίων εὗρεν ἡ Συνέλευσις διατάξεις, τῶν ὁποίων ὁ σκοπὸς ἦτον ἡ μετοχὴ τῆς πολιτικῆς εἰς τὴν δικαιοσύνην· τὰ συντάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Συνέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου εἶχεν ὡς βάσιν τοῦ ἔργου της καὶ τοῦ πολιτεύματός της, καθιέρωνον, Κύριοι, διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων τὰ ἐγκλήματα τῆς ἐσχάτης προδοσίας δὲν δικάζονται ὑπὸ τῶν κοινῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ παραδίδονται εἰς τὴν ἐκδίκασιν ἑνὸς πολιτικοῦ Σώματος, εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῆς Γερουσίας. Ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, ὅταν ἐνομοθέτει, εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν νομοθετήματα ἄλλα, καὶ κατὰ τὰ νομοθετήματα ταῦτα τὰ πλημελήματα, αἱ προσβολαὶ τοῦ τύπου κατὰ τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων ἐδικάζοντο, ἢ ἠδύναντο νὰ δικάζωνται, παρὰ τῶν ἰδίων σωμάτων τῶν προσβαλλομένων. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἀπέκρουσε τὰς διατάξεις αὐτὰς, τὰς ἀπέκρουσε. Κύριοι, διότι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη δὲν ἠθέλησε νὰ παρεμβάλῃ τὴν πολιτικὴν εἰς τὴν δικαιοσύνην. Σᾶς ἀναφέρω τὸ παράδειγμα τοῦτο διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι ἡ ἱστορία, αἱ παραδόσεις τοῦ Ἔθνους ἦσαν πάντοτε εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις ἐναντίον τῆς ἀναμίξεως τῆς πολιτικῆς εἰς τὴν δικαιοσύνην· ὅ,τι λοιπὸν ἀντικρούουσιν αἱ παραδόσεις τοῦ Ἔθνους, ἐρχόμεθα σήμερον νὰ καθιερώσωμεν, καὶ φοβοῦμαι Κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἡ Συνέλευσις ἤθελε παραδεχθῆ τοιαύτην ἀρχὴν, μήπως ἀκολούθως ἤθελεν ἀναγκασθῇ νὰ παραδεχθῇ καὶ ἄλλας ἀρχὰς καὶ ἄλλα ἔκτακτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀποκρούω, διότι τὰ ἀπέκρουσεν ἡ συνείδησις τοῦ Ἔθνους πάντοτε. Νομίζω ὅθεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μείνωμεν εἰς τὴν κοινὴν καὶ τὴν συνήθη νομοθεσίαν μας· ἂς ἀφήσωμεν τὴν ἀνάκρισιν ἥσυχον, ἂς ἀφήσωμεν τὴν δικαιοσύνην ἀτάραχον ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς περισπασμοὺς, ἂς ἀφήσωμεν τὴν δικαιοσύνην ἀνεπηρέαστον ἀπὸ τὰς πνοὰς τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης, καὶ ἂς ἤμεθα βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι ταχέως καὶ ἀσφαλῶς ἡ δικαιοσύνη θέλει φθάσει εἰς τὴν ἀνακάλυψιν καὶ εἰς τὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. Ἡ παραδοχὴ ἐκτάκτων μέτρων θέλει ἔχει τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ παρεμβάλωμεν τὴν πολιτικὴν εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὴν δικαιοσύνην ἤρεμον ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὰς προλήψεις μας. Ἂς προσέξωμεν λοιπὸν νὰ μὴ καθιερώσωμεν μίαν ἀρχὴν, διὰ τὴν ὁποίαν βραδύτερα εἶναι πιθανὸν νὰ μετανοήσωμεν. Ἰδοὺ, Κύριοι, οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν νὰ κηρυχθῶ κατὰ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ τῶν εἰσηγητῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον δημιουργεῖται ἐπιτηρητικὴ ἐπιτροπὴ τῆς ἀνακρίσεως.
§116ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν συμφωνῶ, Κύριοι, μὲ τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα κύριον Ζαΐμην. Πρὶν λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐρωτῶ τὸν προαγορεύσαντα νὰ μὲ βεβαιώσῃ ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, ἂν ἐγεννήθη ὑπόνοια ἐγκλήματος ἐσχάτης προδοσίας, ναὶ ἢ ὄχι; Ἀφ’ οὗ, Κύριοι, ἔχομεν μίαν τοιαύτην ὑπόνοιαν ὑπ’ ὄψιν μας, ἥτις ἂν ᾖναι πραγματικὴ, ἂν τῷ ὄντι ἐσκευωρήθη μία τοιαύτη συνωμοσία κατὰ τῆς πατρίδος, θέλωσι νὰ καταστρέψωσι τὸ παρὸν διὰ νὰ φέρωσι τὸ παρελθὸν, ἵνα φέρωσι τὸ ἔθνος εἰς μίαν παραλυσίαν, τὸ πρᾶγμα εἶναι σοβαρὸν, ἀποβλέπει τὸ ὅλον τῆς πολιτείας. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι εἰς πᾶσαν περίστασιν αἱ Συνελεύσεις ἢ τὰ νομοθετικὰ Σώματα δύνανται νὰ ἐκλέξουν μέλη ἑαυτῶν, καὶ νὰ καταστήσουν ἐπιτροπὰς, καὶ νὰ πέμπουν εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶν ἄλλο ἐπάγγελμα δημόσιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὡρισμένον· ἀλλὰ Κύριοι, ὅταν παρεκτρέπηταί τις εἰς ἓν Σῶμα, δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ τηρήσῃ τὴν τάξιν· ἡ τάξις αὐτὴ τηρεῖται εἰς μίαν ἤρεμον κατάστασιν, εἰς μίαν ἀτάραχον πορείαν τῆς πολιτείας. Μᾶς ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας ὅτι καὶ ἡ Συνέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου δὲν συνεμερίσθη ἀποφάσεις τῶν ξένων Συνελεύσεων, αἱ ὁποῖαι εἶπον ὅτι δύνανται νὰ δικάσουν τοὺς παραβάτας τοῦ τύπου κατὰ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ Σώματος. Συμφωνῶ λοιπόν, Κύριοι, καὶ ἐγώ, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις αὕτη ὅτε ἐξέφερε τοιαύτην ἀπόφασιν, ἦτο στερεά, εἶχεν ἐγγυήσεις, εἶχε τὸν ἡγεμόνα· εἰς ἄλλην θέσιν εὑρίσκετο αὐτὴ ἡ Συνέλευσις, εἰς ἄλλην ἡ σημερινή· παραμικρὸς κλονισμὸς δύναται νὰ μᾶς καταστρέψῃ, πρέπει νὰ ἤμεθα ἄγρυπνοι εἰς τὸν παραμικρὸν κλονισμόν, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ ὅλου, περὶ προδοσίας ἐσχάτης κατὰ τῆς πατρίδος. Κύριοι, δὲν εἶμαι σύμφωνος νὰ διορισθῇ τοιαύτη ἐπιτροπή, ὅταν ὅμως αὐτὴ ἡ πολιτεία, καὶ τοῦτο κἀνεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ μοῦ τὸ ἀρνηθῇ, ἔλαβεν ὑπονοίας ὅταν ἡ ἀνάκρισις δὲν βαδίζῃ σύμφωνα μὲ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ὅταν ἡ Συνέλευσις, ὅταν ἐν γένει ἡ κοινωνία βλέπῃ ἐν τῷ νῷ της τοὺς κινδύνους, ὅταν παρετηρήθη παρεκτροπή τις κατὰ τὴν ἀνάκρισιν, ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ προλάβῃ αὐτὴν τὴν ὑπόνοιαν, πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν αὐτὴν ὑπόνοιαν καὶ ὁ λόγος εἶναι πρόδηλος· ἠκούσθη μία φωνὴ «ἐσχάτη κατὰ τῆς πατρίδος προδοσία,» αὐτὴ ἡ φωνὴ πῶς ἐγεννήθη; κατὰ ποίου προσώπου ὑπάρχει ὑπόνοια; βεβαίως διὰ νὰ ἀκουσθῇ μία φωνὴ γενικὴ εἰς τὴν κοινωνίαν αὐτήν, ὅτι καὶ καλὰ προδοσία ὑπάρχει, ἄρα πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ ὕποπτον πρόσωπον. Παρετηρήθη, Κύριοι, ἓν πρόσωπον ξένης διπλωματίας ὡς ὕποπτον, Πρόξενος, Πράκτωρ, καὶ ὅτι κατ’ αὐτοῦ τοῦ προσώπου ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις, καὶ ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἀπεπέμφθη ἐκ τῆς πρωτευούσης, καὶ ὅτι ἀνεκαλέσθη πάλιν ἐκ νέου εἰς ἀνάκρισιν· ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀπείρους ὑπονοίας διήγειρεν ὁ θόρυβος αὐτῆς τῆς συνομωσίας, καὶ εἰς τὸν περίβολον τοῦτον ἀπηύθυνον μίαν ἐρώτησιν εἰς ἕνα τῶν ὑπουργῶν «Κύριε ὑπουργέ, εἰπέτε μας, σᾶς παρακαλῶ διὰ τὶ δὲν ἐταχύνατε ποσῶς τὴν κατ’ οἶκον ἔρευναν τοῦ ὑπόπτου», δὲν μᾶς ἀπήντησε τίποτε. Ἰδοὺ λοιπόν, Κύριοι, ἂν ἦτο σύμφωνος μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἡ ἀνάκρισις, ἂν ἐθεωρεῖτο τοὐλάχιστον κατ’ ἐμέ, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἀπ’ ἀρχῆς ἐβάδιζε τὸν δρόμον της καὶ δὲν παρεξέκλινε κεραίαν, ἔπρεπε, πρὶν ἢ συλλάβουν τὸν ἔνοχον, πρὶν ἢ ἀπευθύνουν τὴν παραμικρὰν κατ’ αὐτοῦ φωνήν, ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ὑπάγουν νὰ ἐξασφαλίσουν αὐτὰ τὰ πειστήρια τοῦ ἐγκλήματος· καὶ ποῦ ἤθελον τὰ εὕρει; ἐντὸς τῆς οἰκίας· πρὶν ἢ τοῦ στείλουν τὴν ἄρσιν τοῦ ἐκτελεστηρίου, ἔστειλαν νὰ τοῦ περικυκλώσουν τὴν οἰκίαν, καὶ συνάμα νὰ τοῦ κοινοποιήσουν τὴν ἀνάκλησιν τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ τὶ συνέβη, Κύριοι; τὸ ἐναντίον, τὸν εἰδοποιοῦν ὅτι ὁ κόσμος λέγει, πῶς εἶσαι ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας, πάρε τὰ μέτρα σου· τοῦ λέγουν, δὲν ἔχεις ἐμπιστοσύνην πλέον νὰ ἦσαι πρόξενος, πάρε τὰ χαρτιά σου. Ὕστερον ἀφοῦ εἶδον τὴν κοινωνίαν, ὅτι ὅλα αὐτὰ οὔτε τὰ ἤκουσεν οὔτε τὰ εἶδε καλῶς, ἂς τὸν πάρωμεν νὰ τὸν ἀνακρίνωμεν πίσω. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ κοινωνία δὲν ζητεῖ ἐπιτροπὴν ἰδίαν, ἀλλὰ λέγει ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν ἔτρεξε τὸν δρόμον της· ποῖος δὲ ὁ λόγος; δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ τὸ εἴπω. Κύριοι, ἡ συνομωσία αὐτὴ δὲν εἶναι ξηρά, δὲν εἶναι γυμνή, δυστυχῶς ἠκούσθησαν ὀνόματα καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης. Προχθές, Κύριοι, ἀνεγνώσθη μία ἐπιστολὴ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπίσης περὶ ἐνεργειῶν ἐσχάτης προδοσίας κατὰ τῆς πατρίδος· τὶ πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ τούτου; δὲν πρέπει, λέγουν, νὰ παρατηρήσωμεν τίποτε, νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἀνάκρισιν νὰ τρέχῃ τὸν δρόμον της· μάλιστα, ἤθελα συμφωνήσει μὲ τοῦτο, ἂν δὲν ὑπῆρχον αἱ ὑπόνοιαι· ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν δικαστικὰς ἀρχὰς, πρόκειται νὰ προλάβωμεν καὶ νὰ βεβαιωθῶμεν διὰ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ά.) ἂν ἦτο ἀληθὴς ἡ ὑπόνοια, βʹ.) ἐὰν ἡ ἀνάκρισις ἐπεραίωσε τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν σύμφωνα μὲ τὸν νόμον καὶ μὲ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ὁ ὑπάλληλος ἔχει· ἄλλως τε, Κύριοι, καὶ ἀνεκαλύφθη τὸ ἔγκλημα; Δὲν δυνάμεθα σήμερον διὰ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ τὸ φέρωμεν εἰς φῶς· ἡ ἐπιτροπὴ θὰ μᾶς δείξῃ, ὁποία ἡ διαγωγὴ τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην (θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε, Κύριοι, διότι κάμνετε τὸν καθένα νὰ εἴπῃ, ὅτι ὅποιος μηγιάζεται, φωνάζει· δὲν εἶναι μικρὸν τὸ πρᾶγμα, σᾶς εἶπα· εἶναι τὸ σημαντικώτατον καὶ τὸ σοβαρώτατον· πρόκειται περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς πατρίδος. Καὶ ἀείποτε ἤμην ἀντιπολιτευόμενος, ποτὲ δὲν ὑπηρέτησα τὸν Ὄθωνα, οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν· ἀείποτε κατεδιώχθην ἀπ’ αὐτόν. Σήμερον εἶμαι ἐπαναστάτης, ὑποστηρίζω τὴν ἐπανάστασιν, καὶ θέλω νὰ ἦναι ἑδραία καὶ στερεὰ καὶ ἀπρόσβλητος· καὶ ὅταν ἀκούωνται φωναὶ ἐσχάτης προδοσίας, δὲν πρέπει νὰ σηκωνώμεθα οὐδὲ νὰ κραυγάζωμεν ἀπὸ τὴν ἕδραν μας, καὶ νὰ ζητῶμεν νὰ ἐμποδίσωμεν τὸν θέλοντα νὰ φέρῃ μίαν ἰδέαν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ τὶ μᾶς εἶπεν ὁ Κύριος προλαλήσας; Πῶς ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν μίαν τοιαύτην ἐπιτροπήν; Βλάπτετε τὴν ἐχεμύθειαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ ἐχεμύθεια κρατεῖται ἀπὸ ἕναν ὑπαλληλίσκον καὶ γραμματίσκον, καὶ φοβεῖσθε νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ στόμα ἑνὸς πληρεξουσίου; Καὶ φοβεῖσθε, ὅτι μέλος τῆς Συνελεύσεως θέλει εἶσθαι τόσον ἄστατον καὶ ἀσύνετον ὥστε νὰ ἀποκαλύψῃ τὰ μυστήρια τῆς ἀνακρίσεως; Αὐτὸ ἤθελεν εἶσθαι ὕβρις καθ’ ὅλης τῆς Συνελεύσεως. Ἔπειτα, Κύριοι, οὐδεμίαν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν δίδομεν εἰς τὰ μέλη αὐτὰ, ἁπλῶς θέλομεν νὰ ἐπιτηρῶσι καὶ νὰ ἐπιβλέπουν, καὶ νὰ ἐξετάζουν αὐτὴν τὴν ἀνάκρισιν, πρὸς δὲ ἐὰν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ὑπαλληλία ὥδευσαν καλῶς εἰς τὰς ἐργασίας των· λέγουν, ἂν κάμωμεν τοῦτο, κατόπιν θὰ προβῶμεν εἰς ἄλλας ἐπιτροπὰς, καὶ θὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς ἐποχὰς τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως. Ὄχι, Κύριοι, τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποπέσῃ εἰς τὸν λάκκον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔπεσε τὸ πρὸ αὐτοῦ. Δὲν πρέπει, λέγει, διὰ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ζητήσωμεν διὰ τῆς ἀνακρίσεως νὰ προβῶμεν καὶ νὰ ἐνεργήσωμεν, διότι εἶναι καὶ ἕνας ἄλλος φόβος· τί ἐννοεῖ μὲ τοῦτο ὁ προλαλήσας; ἢ μήπως ὑπάρχουν οἱ ἔνοχοι καὶ θὰ σηκωθοῦν νὰ μᾶς σφάξουν, ἂν διὰ τῆς ἐπιτροπῆς γίνουν κατάγνωστοι; Δὲν φοβούμεθα τοὺς ἐνόχους· εἴμεθα ἕτοιμοι καὶ τὴν κεφαλὴν μας αὐτὴν νὰ τὴν ῥίψωμεν κάτω ὑπὲρ τῆς πατρίδος· θὰ σταθῶμεν εἰς τὴν ἕδραν μας, Κύριοι, ὁ προδότης εἶναι προδότης ἔχει μόνον τὴν θέλησιν, δὲν ἔχει ὅμω τὴν τόλμην νὰ μὲ εἴπῃ ἐγὼ εἶμαι ὁ προδότης τῆς πατρίδος. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι, Κύριοι, τοὺς ὁποίους εἶχον νὰ εἴπω διὰ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἰς τοιαύτας ἐκτάκτους περιστάσεις, ἂν ὑπῆρξε συνωμοσία, καὶ ὑπόνοια συνωμοσίας ἐν τῷ δικαιώματί της πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους, πρὸς ἀσφάλειαν τῆς ἐλευθερίας μας, πρὸς ἀσφάλειαν τῆς ἐπαναστάσεως, ὄχι μόνον εἶναι θεμιτὸν νὰ κάμῃ μίαν ἐπιτηρητικὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεοῦται ἀπέναντι τῶν ἐντολέων της· διότι αὔριον ἂν συμβῇ τι, χωρὶς ἡμεῖς νὰ ζητήσωμεν ὅλα τὰ προβλεπτικὰ μέτρα, θὰ μᾶς εἴπουν, εἶσθε ἀνάξιοι νὰ διατηρήσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν μιᾷ νυκτὶ ὁ λαὸς καὶ στρατὸς καὶ ὅλον τὸ Ἔθνος ἀνεγνώρισε καὶ ἔκαμε. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ὑπεστήριξα τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ἁπλῶς νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ἀνάκρισιν, οὐχὶ ἀνακριτικήν, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως, καὶ θὰ μᾶς φέρῃ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ μάθωμεν ἐδῶ, ἐὰν διεξήγαγεν αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, ὅπως θέλει ὁ νόμος, καὶ ὅπως ἀπῄτει ἡ περίστασις πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων, διότι, Κύριοι, πολλὰ ὀνόματα ἀκούονται καὶ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν κἄποιαν δύναμιν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ πείσῃ ἐμὲ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι· ἠξεύρετε, ὅτι ἀνήκομεν εἰς παρελθὸν καὶ ἐνεστὼς, διότι αὐτὴ ἡ συνωμοσία δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς ξένα ἄτομα, περιέχει καὶ ἄτομα κατὰ δυστυχίαν ἑλληνικά· λοιπὸν, ὅταν ἅπαξ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ὀνόματα ἑλληνικὰ εἰς αὐτὴν τὴν συνωμοσίαν, εἰς αὐτὴν τὴν προδοσίαν κατὰ τῆς πατρίδος, ποῖος ἠμπορεῖ νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀνακριτὴς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἓν ἄτομον ἑλληνικὸν, μεμυημένον εἰς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἢ καὶ ἕνας ὑπουργὸς, χωρὶς νὰ μὲ βγάλῃ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι καὶ ὅλοι αὐτοὶ εἶναι καθαροὶ καὶ ἁγνοὶ, καὶ ὅτι μὲ ζῆλον, τῆς πατρίδος φειδόμενοι τὸ παρὸν, θὰ ἐξακολουθήσουν καρτεροῦντες νὰ ἀνακαλύψουν τοὺς προδότας καὶ τοὺς ἐνόχους; Ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἀδελφοὶ καὶ συγγενεῖς του, ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ὁ ἴδιος. Διὰ τοῦτο λοιπὸν, Κύριοι, λέγω, ἀνάγκη εἰς αὐτὴν τὴν ἔκτακτον περίστασιν νὰ μὴ ἀκούσωμεν τὸν φίλον μου Κ. Ζαΐμην, ὅστις θέλει τὰ πάντα εἰς τὴν ἀνάκρισιν· αὐτὸ εἶναι εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις. Ὑποστηρίζω νὰ ἐκλεχθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις καθ’ ἡμέραν νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς εἴπῃ, τί κάμνει ἡ ἀνάκρισις.
§117ΚΑΦΕΝΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ μᾶς τὰ λέγῃ;
§118ΖΕΡΒΑΣ. Μάλιστα. Ἐὰν ἠμποροῦσα νὰ σᾶς εἴπω ὀνόματα, ἐγὼ ἠμποροῦσα νὰ σᾶς τὰ εἴπω. Προχθὲς, Κύριοι, ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐκάμαμεν μίαν ἐπανάστασιν, ἥτις λέγουν, ὅτι ὑπεκινήθη ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ὀλίγους ἰσχυροὺς τῆς πατρίδος· θὰ εἰπῇ, ὅτι κάτι τι ἔτρεχε.
§119ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα· τοὐναντίον οἱ τελευταῖοι λόγοι του μὲ ἔπεισαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν σύστασιν ἐπιτροπῆς, ἔστω καὶ ἐπιτηρητικῆς, ἀλλ’ ἐχούσης, καθὼς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἔργον νὰ ἐπιτηρῇ ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἀνακριτικὴν ἀρχὴν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἔρχηται καθ’ ἑκάστην ἐνταῦθα καὶ νὰ μᾶς ἐξηγῇ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ ἀνάκρισις.
§120ΖΕΡΒΑΣ. Εἶπον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ μᾶς λέγῃ, ἐὰν ἡ ἀνάκρισις τρέχῃ τὸν δρόμον της.
§121ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς συστάσεώς της ἂν ἐρωτήσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν τὶ ἔπραξε, θὰ μᾶς ἀπαντήσῃ, ὅτι ἡ ἀνάκρισις τρέχει τὸν δρόμον της· εἶναι ἆρά γε τοῦτο ἀναγκαῖον; Ἐννοήσατε, κύριοι, τὶ θὰ εἴπῃ ἀνάκρισις· ἡ ἀνάκρισις εἶναι ἔργον εἰδικὸν, διὰ τὸ ὁποῖον ἄνθρωποι μὲ πολὺν μὲν νοῦν, ἀλλ’ ἄπειροι τῶν δικαστικῶν πραγμάτων ἠμποροῦν νὰ εἴπουν τὰς μεγαλητέρας βλασφημίας. Δὲν συμβιβάζεται, κύριοι, ἀνάκρισις μὲ πολυπραγμοσύνην· δὲν συμβιβάζεται ἀνάκρισις μὲ δυσπιστίαν πρὸς τὸν ἀνακριτήν· παραλείπω νὰ ἐξηγηθῶ περισσότερον. Βλέπω, κύριοι, μὲ λύπην μου, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς διαμαρτυρόμεθα συχνὰ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὰς συζητήσεις μήτε βῆμα δὲν προβαίνομεν. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἀνακρίσεως ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἐμπνέουν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ τὴν ἐπιχειρήσουν. Τὰ πρόσωπα ταῦτα θὰ ἐπιτηρῶνται κατὰ νόμον, καὶ ἔτι μᾶλλον ὡς ἐκ τῶν δεινῶν περιστάσεων, ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ὑπεύθυνον κύριοι, διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων τούτων, καὶ ἐγνωμοδότησα νὰ μὴ προβῶμεν παντάπασιν εἰς ἔκτακτα μέτρα, διότι ἀφίνω ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον ὑπεύθυνον διὰ πᾶσαν ἐνέργειαν, γενησομένην κατὰ τὴν ἀνάκρισιν, ἐν ᾧ, ἂν ἐπεμβῇ ἡ Συνέλευσις, ἔστω καὶ δι’ ἁπλῆς ἐπιτηρητικῆς ἐπιτροπῆς, οὐδετεροῦται ἢ μετριάζεται ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τοῦ ὑπουργείου τὴν εἰλικρίνειαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ παραδέχομαι, διατὶ ν’ ἀμφιβάλλωμεν ἂν θὰ εὕρῃ τὸν κατάλληλον ἄνθρωπον νὰ ἐνεργήσῃ πιστῶς τὴν ἀνάκρισιν; Διατὶ λοιπὸν νὰ φωνάζωμεν περὶ ἐπιτροπῆς κλπ. ἐνῷ ἡ ἀνάκρισις πρέπει νὰ διεξάγηται μὲ τὴν μεγαλητέραν μυστικότητα καὶ ἑνότητα; Ἀλλ’ ἀμφιβάλλομεν περὶ τῆς εἰλικρινείας ἢ ἱκανότητος τοῦ ἀνακριτοῦ; τότε ἂν δὲν μᾶς ἐμπνέῃ ὁ ἀνακριτὴς, ὁ ὑπουργὸς, ἡ Κυβέρνησις, τὴν ἐμπιστοσύνην, εἰς τὴν στιγμὴν νὰ τοὺς παύσωμεν. Ἰδοὺ ἡ ἀνθρωπίνη καὶ πρακτικὴ θεραπεία· ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι λόγια. Δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ὑπουργεῖον; ἂς τὸ παύσωμεν· ὁ ὑπουργὸς δὲν θὰ ἀναθέσῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν τυχόντα ἀνακριτήν· ὑπ’ εὐθύνην του θὰ ἐκλέξῃ τὸν ἱκανώτατον τῶν ἀνακριτῶν· θὰ τῷ παραγγείλῃ, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας του ὑπάρξεως καὶ περὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς πολιτείας, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμούς του καὶ νὰ κλείσῃ τὰ ὦτά του εἰς εἰσηγήσεις καὶ παρακλήσεις τρίτων· ὁ δὲ ἀνακριτὴς παραλαμβάνει τὸν πιστότερον γραφέα, καὶ εἶναι ὑπεύθυνος αὐτὸς μόνος μετὰ τοῦ γραφέως του, καὶ τῶν ἐπιτηρουσῶν αὐτὸν προϊσταμένων ἀρχῶν, περὶ τῆς διαδόσεως τῶν μυστηρίων τῆς ἀνακρίσεως, περιοριζομένης οὕτω τῆς εὐθύνης εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὸ ἐκλέξαν αὐτοὺς ὑπουργεῖον· ὅταν ὅμως ᾖναι πλείονες οἱ λαμβάνοντες γνῶσιν τῆς ἀνακρίσεως καὶ γνωμοδοτοῦντες, ὅταν θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἑπταμελὴς ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως, ἥτις δὲν ἐξεύρω ἀπὸ ποῖα πρόσωπα θὰ σύγκηται, εἴτε διὰ κλήρου, εἴτε δι’ ἐκλογῆς, τότε δὲν εἶναι μόνον τὸ ὑπουργεῖον ὑπεύθυνον, ἂν δὲν διεξαχθῇ ἡ ἀνάκρισις μεθ’ ὅλης τῆς ἐχεμυθείας καὶ ταχύτητος, τότε θὰ ἐνέχεται καὶ ἡ Συνέλευσις διὰ τῶν ἀνευθύνων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς της. Δὲν βλέπω λοιπὸν τι ὀρθὸν εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς· τὴν θεραπείαν βλέπω εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς δικαιοσύνης, ἢ εἰς ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν. Θέλομεν λοιπὸν καὶ τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ταύτης νὰ τὸ κάμωμεν ὑπουργικὸν ζήτημα; πρέπει νὰ τὸ μεταχειρισθῶμεν ὡς ἀφορμὴν διὰ νὰ κτυπήσωμεν κοινοβουλευτικῶς τὸ ὑπουργεῖον; Ὄχι βέβαια. Ἀλλοῦ, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὸ στάδιον κοινοβουλευτικοῦ πολέμου· ἀφίνω, ὅτι ἐξερχόμεθα τῆς μεγαλοπρεποῦς καὶ εὐθείας ἐθνικῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ βαδίζῃ πᾶσα Ἐθνοσυνέλευσις. Οὐδὲ πόῤῥωθεν δυνάμεθα νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὴν χρῆσιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων· καὶ μόνον ἀπὸ τὰ χείλη δεσποτῶν καὶ τυράννων ἁρμόζει νὰ ἐξέρχωνται τοιαῦται λέξεις, καὶ αὐτοὺς μόνον δικαιολογοῦσιν. Οἱ συνήθεις νόμοι εἰς ἕκαστον ἔθνος στηρίζονται εἰς τὴν φύσιν αὐτὴν τῶν πραγμάτων· κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτῶν ἐξετάζεται ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἁρμόζωσι πρὸς τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦτο καὶ εἰς αὐτὰ τὰ δεσποτικὰ κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ἡγεμόνες ἔχουν πληρεστάτην ἐξουσίαν νὰ συντάξωσι τοὺς νόμους ὅπως θέλουν, ἡ κοινὴ νομοθεσία εἶναι ἡ τῶν τακτικῶν μέτρων, διότι ἡ πεῖρα, φωτιζομένη ἐκ τῆς ἱστορίας, ἀπέδειξεν, ὅτι μόνον τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι πάντοτε τὰ κατάλληλα διὰ τὰ ἔθνη. Τὰ δὲ ἔκτακτα μέτρα ἐλήφθησαν πάντοτε χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ ἡγεμόνος, καὶ οὐχὶ χάριν τῶν λαῶν· καὶ ὅταν λέγω ἡγεμόνα, ἐννοῶ ὄχι μόνον τὸν βασιλέα, ἀλλὰ καὶ τὸν πρόεδρον ἢ ἄλλον κατὰ καιροὺς προϊστάμενον τῆς δημοκρατίας· ἀλλὰ καὶ ὁσάκις πολυμελὴς ἐπιτροπὴ τοῦ ἐκτελεστικοῦ μετεχειρίσθη ἔκτακτα μέτρα, τὸ ἔπραξε χάριν τοῦ ἰδίου της συμφέροντος, ὅπως μᾶς τὸ καταδεικνύει ἡ ἱστορία τῆς δημοκρατικῆς Γαλλίας. Ὅλοι οἱ περιορισμοὶ οἱ μεγάλοι, οἵτινες ἐγένοντο ἐν Γαλλίᾳ ὑπὸ τοῦ μεγάλου Ναπολέοντος, ἐγένοντο ἐπὶ τῷ λόγῳ τοῦ νὰ ἀποτραπῇ δι’ αὐτῶν ἡ καταστροφὴ τῶν καθεστώτων, καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦτο ἀφῄρεσεν ὁ μέγας Ναπολέων πᾶν ἴχνος ἐλευθερίας ἐκ τῆς Γαλλίας, φθάσας ἐν τῇ παντοδυναμίᾳ του μέχρι τοσαύτης τόλμης, ὥστε, διότι ἓν κακουργιοδικεῖον ἠθώωσε τοὺς κατηγορουμένους, ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παραπέμψῃ οὐχὶ μόνον τοὺς ἠθωωθέντας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐνόρκους, οἵτινες κατὰ τὴν ἰδέαν του κακῶς τοὺς ἠθώωσαν, νὰ συνδικασθῶσιν ὡς ἔνοχοι ἀπὸ τὸ ἐφετεῖον τοῦ Aix. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἓν τῶν σκανδαλωδεστέρων παραδειγμάτων τῆς καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῶν νεωτέρων ἡγεμόνων. Ὅλα δὲ ταῦτα τὰ ἔπραττεν ὁ Ναπολέων λόγῳ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ περισταλῶσιν ἄνθρωποι ζητοῦντες νὰ ἀνατρέψωσι τὰ καθεστῶτα. Ἀλλὰ καὶ τὴν σήμερον λόγος περὶ κινδύνου τοῦ νὰ ἀνατραπῶσι τὰ καθεστῶτα γίνεται. Ποία ἀσφάλεια ὑπάρχει, Κύριοι, ὅτι ἂν ἔμβωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τῶν ἐκτάκτων μέτρων, ἐγὼ π. χ. δὲν θέλω καταχρασθῆ τῆς πολιτικῆς μου τὴν σήμερον βαρύτητος, διὰ νὰ ἐνοχοποιήσω τοὺς εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου πολιτικοὺς ἀντιπάλους μου; Τίς σᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι δὲν θέλω ὑποκινήσει φίλους μου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, οἵτινες δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν ἐπιτηρητικὴν ἐπιτροπὴν καὶ πρὸς τὸν ἀνακριτὴν νὰ ἐνοχοποιήσωσι τοὺς ἐχθρούς μου; Ποῖος θέλει μὲ ἐμποδίσει νὰ ἐκμεταλλευθῶ τὴν περίστασιν τὴν σημερινὴν χάριν τῶν ἰδίων μου παθῶν; Ἀλλ’ ἂν δὲν εὑρεθοῦν πληρεξούσιοι νὰ κάμουν τοῦτο, θὰ τὸ πράξουν ἰδιῶται. Λοιπὸν, Κύριοι, πρὸς Θεοῦ μὴ ἐξέλθητε τῆς εὐθείας ὁδοῦ. Εἶναι κάκιστον διὰ τὴν Συνέλευσιν νὰ παρεκτραπῇ τοῦ δικαίου ὡς νομίμου, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἡ ἐπιτυχία τῆς ἀνακρίσεως ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐπιτυχοῦς ἐκλογῆς τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνεργοῦν αὐτήν. Διὰ ταῦτα εἶμαι ἐναντίος εἰς τὸ νὰ συστηθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐπιτροπὴ, ἔστω καὶ ἁπλῶς ἐπιτηρητική.
§122ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ Κύριος Διομήδης Κυριακοῦ, ἠδύνατο νὰ τὰ εἴπῃ, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐκτάκτων μέτρων· ἐδῶ δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ συστάσεως ἐπιτηρητικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ἐνόησα καλῶς τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, εἶναι ὁ ἐφεξῆς· νὰ φροντίζῃ νὰ πληροφορῆται ἀπὸ τὰ διενεργοῦντα τὰς περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἀνακρίσεις πρόσωπα, νὰ πληροφορῆται τὰ διατρέχοντα, καὶ ὁσάκις νομίζῃ ἀναγκαῖον, νὰ δίδῃ τὰς δεούσας πληροφορίας εἰς τὴν Συνέλευσιν. Δύναταί τις νὰ μὲ εἴπῃ, ὅτι τὰς πληροφορίας αὐτὰς ἠμπορεῖ καλλίτερον παντὸς ἄλλου τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δώσῃ. Τοῦτο εἶναι ὀρθὸν, ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται, νομίζω, περὶ ἐμπιστοσύνης τοῦ Ὑπουργείου. Ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς εἶμαι ὑπὲρ τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὅστις ἐψηφοφόρησα ὑπὲρ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, ἄρα δὲν ἔρχομαι νὰ ἀντιπολιτευθῶ ἤδη ὅ,τι πρὸ ὀλίγου περιέβαλον μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην μου, ἀλλὰ λέγω, ὅτι σῴζομεν τὴν ὑπόληψιν αὐτῶν τῶν ἰδίων ὑπουργῶν μὲ τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, καθόσον ἡ σύστασις μιᾶς τοιαύτης ἐπιτροπῆς τοὺς ἀπαλλάσσει πάσης μομφῆς, πάσης ὑπονοίας. Μεταβαίνω εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ λόγου τοῦ ἄλλου προλαλήσαντος Κ. Ζαΐμη, ὅστις εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἤθη μας, τὴν κατάστασίν μας ἐν γένει, καὶ ἀπ’ αὐτὰ ὁδηγούμενοι νὰ προβαίνωμεν εἰς πᾶσαν οἱανδήποτε ἀπόφασίν μας. Τοῦτο ἐξετάζων ὁ προλαλήσας Κύριος Ζαΐμης ὑπῆγεν ὀλίγον τι μακρύτερον, ἀφ’ ὅσον ἔπρεπε νὰ ὑπάγῃ πρὸς ἐξέτασιν· ὀπισθοδρόμησεν ἐπὶ 20 ἔτη, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ τὸ εὕρῃ σήμερον. Κύριοι, μεταξὺ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας προσάπτομεν κατὰ τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι διέφθειρε καὶ ἐξηχρείωσε. Δέον λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν διέφθειρε, καὶ τίνας διέφθειρεν· ἄλλως τε τὸν συκοφαντοῦμεν. Ἐὰν ᾖναι ἀληθὴς ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν κατηγορία, θὰ εἰπῇ, ὅτι ἡμᾶς αὐτοὺς διέφθειρεν, ὅτι ἡμᾶς αὐτοὺς ἐξηχρείωσεν. Ἐγὼ ἔχω διδόμενα νὰ μὴ τὸ φρονῶ, νὰ τὸ πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι μᾶς διέφθειρε καὶ μᾶς ἐξηχρείωσεν· ἑπομένως ἔχω ἄλλα διδόμενα νὰ πιστεύω, ὅτι ἀναχωρῶν δὲν ἐπῆρε μαζύ του τὴν διαφθορὰν καὶ τὴν ἐξαχρείωσιν, τὴν ἄφησεν ἐδῶ, καὶ ζῇ καὶ βασιλεύει ἀντ’ αὐτοῦ ἐδῶ (ἐπιδοκιμασία). Τούτου δοθέντος, νομίζω, ὅτι ὁ θέλων νὰ μᾶς παρουσιάσῃ ὡς ἀγγέλους, νὰ μᾶς παρουσιάσῃ ὡς ἁγίους, καὶ ὁ θέλων ἐν γένει νὰ μᾶς φέρῃ ὑπεράνω πάσης ὑπονοίας, ὑπεράνω πάσης μομφῆς, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ καὶ ἐν ἀγνοίᾳ ἴσως ὑπερασπίζεται τὸν Ὄθωνα.
§123Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί ἐννοεῖτε, ὅτι σεῖς ὑπερασπίζεσθε τὸν Ὄθωνα ἢ ὁ Κύριος Ζαΐμης;
§124ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὄχι, ὁ θέλων νὰ σκέπτηται, ὅτι σήμερον οἱ Ἕλληνες εἶναι ἅγιοι, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀδιάφθοροι, ὅτι εἶναι ἁγνοὶ πατριῶται, νομίζω, ὅτι οἱ θέλοντες τοῦτο ἀνατρέπουν τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδομεν εἰς αὐτὸν, ὅτι κατηγοροῦν τοὺς Ἕλληνας (θόρυβος). Οἱ σημερινοὶ πάλιν, Κύριοι, μολονότι δὲν γνωρίζω τίνες εἶναι......
§125ΗΡΑΚΛ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὀλίγον τι ἀκόμη ἂν προχωρήσητε, διαλύεται αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§126ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τόσον καλλίτερα. Οἱ σημερινοὶ ὑπάλληλοι εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπηρέτουν ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος (θόρυβος). Τώρα δὲν προσβάλλω κἀνένα, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω κἄτι τι. Ἦλθέ ποτε ἐλεγκτής τις εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Δωρίδος διὰ νὰ ἐξελέγξῃ Ταμίαν τινὰ, κατηγορούμενον ἐπὶ διαφόροις ἐγκλήμασιν, ἰδίως ἐπὶ καταχρήσει πολλῶν χρημάτων. Τὸν ἤκουσα ἰδίοις ὠσὶ λέγοντα εἰς ἓν μέρος, ὅτι αὐτὸς ὁ ταμίας εἶναι ἄξιος ἀγχόνης, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀθωότατος. Ἑπομένως ἡ ὑπὸ ἀνάκρισιν ὑπόθεσις ἀφορᾷ χρήματα· εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι τὰ χρήματα εἶναι παντοδύναμα. Ἐνθυμηθῆτε τί εἶπεν ὁ Φίλιππος. Εἶπεν, ὅτι ἐκεῖ ὅπου δὲν δύνανται νὰ εἰσέλθουν μεγάλοι στρατοὶ, ἐκεῖ εἰσέρχεται ὄνος φορτωμένος χρυσόν. Δὲν βλέπω λοιπὸν κατὰ τί προσβάλλομεν ἡμᾶς αὐτοὺς, δὲν βλέπω, κατὰ τί καθάπτομεν τὴν τιμὴν τῶν δικαστῶν αὐτῶν, τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη ἡ ἀνάκρισις, δὲν βλέπω κατὰ τί λείπομεν ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην, μὲ τὴν ὁποίαν περιεβάλλομεν τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον, ἐκλέγοντες μίαν ἐπιτροπὴν ἐπιτηρητικὴν, ἡ ὁποία θὰ φροντίζῃ νὰ πληροφορῆται τὰ διατρέχοντα, καὶ, ὁσάκις τὸ νομίζει εὔλογον, νὰ ἀνακοινώνῃ αὐτὰ εἰς τὴν Συνέλευσιν, διὰ νὰ μὴ συμβαίνῃ τὸ ἄτοπον τῶν συχνῶν ἐπερωτήσεων εἰς τοὺς ὑπουργούς. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ, ὅτι ἡ διακοίνωσις τῶν ὑπὸ ἀνάκρισιν βλάπτει τὴν ὑπόθεσιν. Ἴσα, ἴσα εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ὑπάγεται, ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀνακοινωθῇ τὸ δεῖνα, ἢ τὸ δεῖνα γεγονός.
§127Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ τεθλιμμένος ἀναβαίνω τὸ βῆμα σήμερον, διότι ἔρχομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαφωνήσω μὲ τὸν προαγορεύσαντα ἔντιμον συνάδελφόν μου, τὴν λογικὴν τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ὁποίου ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραγνωρίσῃ κἀνεὶς, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ὁποίου θέλω ἐπικαλεσθῆ κατὰ τοῦ συμπεράσματος αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Πρὸ τούτου ὅμως εὑρίσκομαι ἠναγκασμένος ὡσαύτως νὰ ἐξηγήσω τὸν σκοπὸν τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου ἐκ Τήνου Κ. Μαυρομαρᾶ, νὰ καταδείξω ὑμῖν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μέτρου, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐγκρίνῃ αὐτὸ, καὶ ν’ ἀπολήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ἔθεσα. Ἡ σύστασις ἐπιτηρητικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως οὐχὶ βεβαίως ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου Κ. Μαυρομαρᾶς προτείνει αὐτὴν, διότι, ὡς σᾶς ἐξήγησεν εὐγλώττως ὁ Κ. Ζαΐμης, δὲν πρόκειται νὰ ληφθοῦν ἔκτακτα μέτρα, ἀλλ’ ἡ σύστασις ἐπιτηρητικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἡ εἰσηγητικὴ ἐπιτροπὴ διὰ πλειονοψηφίας 5 κατὰ 4 προτείνει εἰς τὴν Συνέλευσιν, σκοπὸν ἔχουσα νὰ καταστήσῃ ἐπιτροπήν τινα πληρεξουσίων, ἐκπορευομένην ἐκ τῆς Συνελεύσεως, νὰ τὴν καταστήσωμεν ἐπιτηρητικὴν καὶ κοινωνὸν τῆς ἀνακρίσεως, βεβαίως ὑποθέτω, ὅτι ἐκ πρώτης ἀφετηρίας ἡ ἀποστολὴ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς φαίνεται πολὺ ἁπλῆ, τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν της φαίνεται πολὺ ἀρεστὸν, διὸ ἡ ἑπταμελὴς ἐπιτροπὴ θέλει συμπληρώσει τὰ κενὰ καὶ τὰς ἐλλείψεις τῆς ἀνακρίσεως· βεβαίως ἀγαθοὶ οἱ δύο ὑπὲρ τὸν ἕνα, ἡ ἐπιτηρητικὴ ὅμως ἐπιτροπὴ, γινομένη κοινωνὸς ὅλων τῶν μυστικῶν τῆς ἀνακρίσεως, ἀκολουθοῦσα πάντοτε τὰ ἴχνη αὐτῆς, προβαίνουσα εἰς πάσας τὰς διακλαδώσεις τῶν ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας οἱ δικασταὶ θέλουν κάμει πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος, φοβοῦμαι, Κύριοι, μήπως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θελήσῃ νὰ διατυπώσῃ εἰς τὸν τύπον τῶν πράξεων τῆς ἀνακρίσεως τὰς ἰδίας πεποιθήσεις· καὶ τί φυσικώτερον πρᾶγμα, Κύριοι, παρ’ ὅταν τίς καλῆται νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ἑνὸς γεγονότος, ν’ ἀκολουθήσῃ αὐτὸ καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις του; τί φυσικώτερον παρὰ ὁ ἁπλούστατος ἐγωϊσμὸς ὁ ἀνθρώπινος νὰ δώσῃ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸ τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον καλεῖται, νομίζει, ὅτι εἶναι χρησιμωτέρα, νομίζει, ὅτι πλέον εἶναι τελεσφόρος καὶ παραγωγὸς τῆς ἀληθείας; τοῦτο συμβαίνει κατὰ φυσικὸν κανόνα, ὁ ὁποῖος εἶναι συνέπεια τοῦ ἀνθρωπίνου ἐγωϊσμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι συνέπεια τῆς πεποιθήσεως περὶ τοῦ ἀληθοῦς καὶ ὀρθοῦ, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἄνθρωπος ἔχει· ἠξεύρετε ποῦ θὰ καταλήξωμεν; Ἑπταμελὴς ἐπιτροπὴ ἐκλεγομένη παρὰ τῆς Συνελεύσεως εἶναι προϊὸν τῆς πλειονοψηφίας, εἶναι ἰδέα τῆς πλειονοψηφίας περὶ τῶν προσώπων, εἶναι ἐμπιστοσύνη περὶ τὸ ἄτομον. Τὸ προϊὸν τοῦτο τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως, Σώματος καθαρῶς πολιτικοῦ, ἄλλην ἔχοντος ἀποστολὴν, ἄλλα ἔχοντος ἔργα, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θέλει βεβαίως ἀκολουθήσει τὰς διευθύνσεις, τὰς τάσεις καὶ τὰς ἰδέας τῆς πλειονοψηφίας· φυσικώτατον πρᾶγμα· καὶ ἂν ὁ ἀνθρώπινος αὐτὸς ἐγωϊσμὸς, ὁ ὁποῖος θέλει ἀκολουθήσει βεβαίως τὰς κινήσεις τοῦ ἀτόμου, ἐὰν μεταφέρῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν τὰς διευθύνσεις καὶ τὰς σκέψεις ἐκείνων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐκπορεύεται, ἠξεύρετε, Κύριοι, ποῦ θὰ καταντήσωμεν; Τὴν ἀνάκρισιν θέλομεν τὴν παραδώσει εἰς χεῖρας τῶν πλειόνων ἐξ ἡμῶν· καὶ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἡ παράδοσις αὕτη θέλει μᾶς φέρει εἰς τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐπιζητοῦμεν. Δὲν εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, μόνον ἡ προδοσία τῆς ἐχεμυθίας τῶν ἀποῤῥήτων τῆς ἀνακρίσεως, ἡ ὁποία ἐπάγεται ὡς ἐλάττωμα τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτηρητικῆς ἐπιτροπῆς· βεβαίως τὸ ἐλάττωμα τοῦτο ματαιόνει τὰς ἐνεργείας τὰς ἀνακριτικὰς, καὶ θέλει καλύψει τοὺς ἐνόχους καὶ τὰ ἔργα τῆς ἀνακρίσεως, εἶναι ἀκόμη καὶ ὁ ἄλλος μεγαλήτερος κίνδυνος καὶ ἐνδέχεται νὰ παρατραπῇ ἐπὶ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἡ πολιτικὴ γραφὶς διαγράφει. Καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι, ποῦ θὰ καταντήσωμεν; θὰ μεταφέρωμεν τὰς πολιτικὰς ἀποχρώσεις μας, τὰς πολιτικὰς διαιρέσεις μας, θὰ τὰς μεταφέρωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐνέργειαν, καὶ θὰ καταντήσωμεν τότε, χωρὶς νὰ θέλωμεν, εἰς τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐκ Ξηροχωρίου μᾶς προτείνει. Τότε θέλομεν καταφύγει εἰς τὰ ἔκτακτα μέτρα. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ζητήματα τόσον ἁπλᾶ κατ’ ἐπιφάνειαν, τοσοῦτον εὔκολα, συμπληρωτέα μόνον ἀτελειῶν ἀνθρωπίνων, αὐτὰ δὲν ἐξετάζονται μετὰ τῆς προσοχῆς ἐκείνης διὰ νὰ ἀνακαλυφθῶσι τὰ ῥιζικὰ καὶ κύρια ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦσι τὰς βάσεις τῆς κοινωνίας μας. Τῇ ἀληθείᾳ δὲν εἶχον κατὰ νοῦν νὰ ἐξετάσω ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τὴν πρότασιν τῆς συστάσεως ἐπιτηρητικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ μὲ προέτρεψε, μὲ ὤθησεν εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην εἷς τῶν πληρεξουσίων τῶν προαγορευσάντων ὁ Κύριος Ζέρβας. Οἱ φίλοι τῶν ὑπόπτων, σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Ζέρβας, ὑποστηρίζουσι τὴν μὴ παραδοχὴν τῆς ἐπιτηρητικῆς ἐπιτροπῆς· ὁ κύριος Ζέρβας διῄρεσε τὴν Συνέλευσιν εἰς ὑπόπτους καὶ μὴ ὑπόπτους, ἀπέδωκε σκοποὺς εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θεωρεῖ φίλους τῶν ὑπόπτων.
§128ΖΕΡΒΑΣ. Παρεξηγήσατε τὸν λόγον μου.
§129Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω σημείωσιν, κύριε Ζέρβα.
§130ΖΕΡΒΑΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα ἀπὸ τὸ βῆμα, καὶ ἤκουσε καὶ τὸ ἀκροατήριον καὶ ἡ Συνέλευσις, δὲν τὸ εἶπον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, μὴ θέλετε νὰ στηρίξητε τὸ θέμα σας εἰς παρεξηγήσεις περιορισθῆτε εἰς τὸ θέμα σας μόνον.
§131Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, πῶς συμβαίνει αὐτὸ τὸ σπάνιον φαινόμενον; Γνωρίζομεν, κύριοι, τὰς διαιρέσεις τοῦ Σώματος τούτου, γνωρίζομεν ποῦ κάθηται ἡ πλειονοψηφία, ποῦ κάθηται ἡ μειονοψηφία. Πῶς ἐδῶ συμβαίνει αὐτὸ τὸ σπάνιον φαινόμενον; οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς τὰ θρανία τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, αὐτοὶ ζητοῦν νὰ ἔλθουν ν’ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ἀνάκρισιν, πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν αὐτό....
§132ΖΕΡΒΑΣ. Καὶ ὁ Κουμουνδοῦρος ὑποστηρίζει τὴν ἐπιτροπήν.
§133ΠΟΛΛΟΙ. Κύριε Ζέρβα, μὴ διακόπτετε κάθε στιγμὴν (θόρυβος).
§134Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Ζέρβα, μόνον εἰς τὴν Ἑρμιονίδα συζητοῦν, καθὼς συζητεῖτε ἡμεῖς. Πῶς συμβαίνει, κύριοι, αὐτὸ τὸ σπάνιον φαινόμενον, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα νὰ ἐπιζητῶσι νὰ ἔλθωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάθηνται εἰς τὴν δεξιὰν πτέρυγα, εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τὴν δικαστικὴν ἐνέργειαν, δηλαδὴ νὰ κληθῶσι νὰ διατυπώσωσι τὰς ἰδέας αὑτῶν, τὰς πεποιθήσεις αὑτῶν, τὰς κρίσεις των ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς δικαστικῆς ἀνακρίσεως; πῶς συμβαίνει τοῦτο; Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ συνεπὲς μὲ τὴν ἀποστολὴν καὶ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων τούτων; Νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω, ἀλλ’ ἐξηγῶν αὐτὸ, θέλω δώσει μίαν γνώμην εἰς ὅλους τοὺς συναδέλφους μου, μίαν γνώμην, ἡ ὁποία ἐκπορεύεται οὐχὶ ἐκ συμπαθειῶν πρὸς πρόσωπον, ἐκ πεποιθήσεων πρὸς πολιτικὰς ἀποχρώσεις, ἀλλὰ μίαν γνώμην, ἡ ὁποία προέρχεται κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, καὶ ἂν ᾖναι ἐσφαλμένη, ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ὑποστηρίξω τὴν κοινὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ διασώσωμεν τὴν πατρίδα ἡμῶν, μὴ εὑρισκομένην οὔτε ἐν ἠρεμίᾳ, οὔτε ἐν ἡσυχίᾳ. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι αἱ πεποιθήσεις ἡμῶν περὶ τῶν Κυβερνητικῶν πρέπει νὰ ᾖναι καθαραὶ, εἰλικρινεῖς, γενναῖαι (ἐπιδοκιμασίαι). Ἐὰν, κύριοι, ποτὲ πεισθῶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δὲν εἶναι οἱ πιστοὶ ἐντολοδόχοι τῶν ἰδεῶν καὶ πεποιθήσεων τῆς Συνελεύσεως, ἢ ὡς ἄτομον νομίσω, ὅτι αὐτοὶ διευθύνουσι τὸ πηδάλιον τοῦ σκάφους τῆς πολιτείας κατὰ διευθύνσεις ἀλλοίας, τότε θέλω ἔχει τὴν τόλμην καὶ τὴν γενναιότητα νὰ θέσω τὸ καθαρώτατον, τὸ ἀπόλυτον, τὸ εἰλικρινέστατον ζήτημα καὶ νὰ τοὺς πολεμήσω ἐδῶ ἀναφανδόν· δὲν θέλω ὅμως ποτὲ μεταχειρισθῆ τὴν μετατροπὴν τῶν ζητημάτων, ζητημάτων, ἅτινα συνδέονται μετὰ ἐξετάσεων γεγονότων, μετὰ συνεπειῶν πολὺ σπουδαίων ἐφ’ ὅλην τὴν πολιτείαν. Τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα καλοῦνται ἑκάστοτε νὰ διαχειρισθῶσι τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἶναι πρόσωπα παροδικὰ, πρόσωπα διαβατικά· σήμερον ἐκάλεσεν ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως ἑπτὰ ἀνθρώπους, μετὰ 15 ἡμέρας τοὺς ἀποβάλλει, ἀλλ’ αἱ συνέπειαι τῶν μέτρων δὲν εἶναι διαβατικαὶ, θέλουσιν ἔχει ἀποτελέσματα, θέλουσιν ἀφήσει ἴχνη, διὰ τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ θρηνήσωμεν ὅλοι. Εἷς τῶν εὐγλώττων συναδέλφων μου ὁ ἐκ Σπετζῶν πληρεξούσιος, εἰδικώτερος ἐμοῦ περὶ τὴν ἐξέτασιν τῶν δικανικῶν πραγμάτων, ἀκριβέστερος ἐμοῦ περὶ τὴν διαγραφὴν τῆς δικαστικῆς πορείας, σᾶς εἶπε, Κύριοι, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ ἀνακρίνειν δὲν εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἕκαστος δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ, πολλῷ μᾶλλον δὲν εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ ἄνθρωπος, ὅστις δὲν ἔχει κύριον ἔργον τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν γενικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος του. Ὁ εἰδικὸς αὐτὸς ἄνθρωπος, ὁ ἀνακριτὴς, βεβαίως ἡ ἱκανότης αὐτοῦ, τὰ προσόντα αὐτοῦ ἐπηρεάζουσιν οὐσιωδῶς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀποτελέσματος· περὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσώπου αὐτοῦ βεβαίως εἶναι ὑπεύθυνος ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς εἰσδύσωμεν εἰς τὸν κύκλον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐὰν ἡμεῖς ἔλθωμεν καὶ καθοδηγῶμεν ἐπιτηρητικῶς ὠθοῦντες, ἢ ἀποτρέποντες τὴν ἀνάκρισιν, ποία θὰ ᾖναι ἡ εὐθύνη τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας; θέλομεν ἡμεῖς πρῶτοι ἔλθει ἐδῶ νὰ ματαιώσωμεν τὴν εὐθύνην αὐτὴν πρὸς βλάβην τῆς ἀνακρίσεως· καὶ ὁ ἀνακριτὴς αὐτὸς, σᾶς εἶπεν εὐγλώττως ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐκ Σπετζῶν, ἐνεργεῖ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη νὰ διοικήσῃ τὴν δικαιοσύνην τοῦ Κράτους, τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος θέλει ἀναπληρώσει ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως ταῦτα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ σύστασις τῆς ἐπιτροπῆς προτίθεται νὰ ἐκπληρώσῃ, νομίζετε, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἐκπληρώσῃ ἀνεπαρκῶς, ὅτι δὲν θέλει ἐκπληρώσει εἰλικρινῶς τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ ἐκπληρώσῃ ἡ ἐπιτροπή; Βλέπετε, λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις τῆς συστάσεως ἐπιτηρητικῆς ἐπιτροπῆς ἔχει μὲν ἄμεσον σκοπὸν τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, ἐπιτηρούσης τὴν ἀνάκρισιν, ἔχει ὅμως τὸ πόῤῥω ἀποτέλεσμα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θέλει ἐκτελέσει πιστῶς τὸ καθῆκόν του. (Θόρυβος). Οἱ καταστρέφοντες, Κύριοι, τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, τὶ ἀποκαθιστᾶτε εἰς τὴν εὐθύνην αὐτήν; Ἀποκαθιστᾶτε τὸ ἀνεύθυνον ἑπτὰ πληρεξουσίων. Θὰ καταστρέψητε λοιπὸν μίαν ἐγγύησιν, ὄχι δι’ ἄλλον σκοπὸν, παρὰ διὰ νὰ μὴ ἔχετε ἐγγύησιν, καὶ καταστρέφετε τὴν ἐγγύησιν, ὄχι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ διὰ νὰ διατυπώσητε εἰς τὴν πορείαν τὴν καθαρῶς δικανικὴν τὸν τύπον, τὰς πράξεις, καὶ τὴν πορείαν ἡμῶν τῶν πολιτικῶν. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι τὰ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ πληρεξούσιος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον διεδέχθην ἐπὶ τοῦ βήματος, σᾶς ἔφερεν, ὑποθέτω, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα δύνανται νὰ τραπῶσι κατὰ τῶν σκέψεων καὶ τῶν συμπερασμάτων αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Βεβαίως θέλει εἶσθαι πολὺ κοπιαστικὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν σκέψιν, τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν, ὅτι ἡ βασιλεία διέφθειρε τοὺς χαρακτῆρας, δὲν θὰ ᾖναι πολὺ ἐπίπονον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ὁρμώμενοι ἀπὸ τὰς ἀρχὰς αὐτὰς, θὰ ἀποτύχητε πανταχοῦ ἔτι μᾶλλον, ἐὰν παραδεχθῆτε καὶ τὴν ἄλλην γνώμην αὐτοῦ, ὅτι τὸ ἔγκλημα ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς ὅλους τοὺς κύκλους καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνωτάτους. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀπέναντι τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν ἔχετε ἴσως αὐτὸ τὸ παρελθὸν συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαιοσύνης. Πρὸ ὀλίγου καιροῦ, Κύριοι, δὲν εἶναι ἴσως 5, ἢ 6 μῆνες, δικαστήριον, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο κοινὸν δικαστήριον, δικαστήριον, τὸ ὁποῖον παρίστατο καὶ ἐκλήθη ὑπὸ ἰδιάζουσαν δικαιοδοσίαν, δικαστήριον, τὸ ὁποῖον εἶχε χαρακτῆρα εἰδικότητος καὶ ἐξαιρέσεως τοῦ γενικοῦ κανόνος, τὸ δικαστήριον τοῦτο, Κύριοι, καίτοι διατελοῦν ὑπὸ τὴν πίεσιν μιᾶς Βασιλείας, καίτοι διατελοῦν εἰς περιστάσεις ἀνωμάλους, εἰς τὰς ὁποίας ἴσως ὤφθησαν καὶ χαρακτῆρες ἰσχυροὶ κλονιζόμενοι, τὸ δικαστήριον τοῦτο εἶχε τὴν παῤῥησίαν, εἶχε τὴν γενναιότητα νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν του κατὰ τῆς θελήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Κύριοι, συνειθίσας νὰ φοβῶμαι καὶ τὴν ἀπόλυτον θέλησιν τῶν πολλῶν, ἀπέναντι τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους αἱ ἀπόλυτοι θελήσεις μὲ ὑποδεικνύουν, ἓν μόνον ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν ἀκριβῆ τήρησιν τοῦ νόμου· αὐτὸς μόνον μοὶ ὑπόσχεται τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας, αὐτὸς μόνον μοὶ ὑπόσχεται τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων μου καὶ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ νόμου· τοῦτο δὲν θέλω ἐγκαταλείψει εἰς οὐδὲν σημεῖον τοῦ βίου μου. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§135Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, πολὺ, διότι ἐπὶ ζητήματος τόσον μεγάλου, ὡς τὸ προκείμενον, προσέφυγον οἱ ῥήτορες, οἱ πραγματευθέντες αὐτὸ, εἰς τὴν εὐγλωττίαν, ἐν ᾧ σήμερον περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἐκλήθημεν, εἰμὴ νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος Ὅταν ἡ πατρὶς κινδυνεύῃ, πρέπει νὰ ἀπαξιοῖ ὁ ῥήτωρ νὰ παρασύρῃ τὴν Συνέλευσιν διὰ τῆς εὐγλωττίας του. Ὁ ῥήτωρ πρέπει ν’ ἀναβαίνῃ τὸ βῆμα εἰς τοιαύτας περιστάσεις ὅπως ἐκφράζῃ τὴν ἀλήθειαν γυμνὴν χωρὶς στοχασμοὺς, χωρὶς θέλγητρα. Μόνη ἡ ἀλήθεια σήμερον, Κύριοι, μόνον τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος πρέπει νὰ μᾶς καθοδηγήσῃ· Ὁ ῥήτωρ δὲν πρέπει νὰ συλλάβῃ τὰς καρδίας, καὶ ἂν θὰ τὰς συλλάβῃ, νὰ τὰς συλλάβῃ μόνον διὰ τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν ἰδεῶν του, οὐχὶ δυνάμει ἄλλης τέχνης. Παρετήρησα, Κύριοι, ὅλους, ὅσοι ἀνέβησαν διαδοχικῶς τὸ βῆμα τοῦτο, ἵνα ὑποστηρίξωσι γνώμην κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπρόσεξα εἰς τὰ ἐπιχειρήματά των, καὶ μεταξὺ τῶν εὐγλώττων ὁμιλιῶν διέγνωσα, ὅτι παραγνωρίζουσι τὴν Συνέλευσι καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῆς, παραγνωρίζουσι τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον ἡ πατρὶς, παραγνωρίζουν, ὅταν ὁμιλοῦν περὶ ἐπεμβάσεως τῆς Συνελεύσεως εἰς τὴν δικαιοσύνην, περὶ ἐμπιστοσύνης τῆς Συνελεύσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἰσχυρίζωνται ὅτι περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἐνασχολεῖσθε, εἰμὴ περὶ ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλησμόνησαν, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐδῶ οὔτε ὡς βουλὴ, οὔτε ὡς γερουσία, ὅτι δὲν ἔχομεν Βασιλέα· ἐλησμόνησαν, ὅτι κατοικοῦμεν ἐντὸς πατρίδος, ἥτις ἔχει ἀνοικτὰς τὰς πύλας πανταχόθεν πρὸς τοὺς ἐχθρούς· ἐλησμόνησαν, ὅτι πᾶς πληρεξούσιος εἶναι καὶ νομοθέτης καὶ ἐκτελεστὴς καὶ βασιλεὺς καὶ στρατιώτης· ἐλησμόνησαν, ὅτι ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ περιβόλου συγκεντροῦνται ὅλαι αἱ ἐξουσίαι, καὶ ὅτι ἡ ἁβροφροσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὸν ὑπουργὸν καὶ τὸν ἀνακριτὴν εἶναι θάνατος τῆς πατρίδος. Δὲν ἦλθον νὰ συζητήσουν, ἂν εἴμεθα ἢ ὄχι εἰς κίνδυνον, δὲν ἦλθον νὰ σᾶς εἴπουν ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν πρέπει νὰ συστηθῇ ἕνεκα τοῦ ἀκινδύνου τῶν περιστάσεων, ἀλλ’ ἦλθον νὰ συζητήσουν τοὺς τύπους, ἦλθον νὰ σώσουν τὴν δικονομίαν! (χειροκροτήματα) Κύριοι, ἡ πρότασις, ἥτις φέρεται διὰ τῶν τμημάτων καὶ τῆς ἐπιτροπῆς εἰς συζήτησιν, ἡ πρότασις αὐτὴ πρόκειται νὰ σώσῃ ἴσως τὴν πατρίδα καὶ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν Συνέλευσιν ἐνώπιον τῶν λαῶν. Ἐλυπήθην σφόδρα, Κύριοι, ὅταν εἷς ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸν ὁποῖον εἰς ὑπερβολὴν ὑπολήπτομαι, ἐνόμισεν ὅτι εἰς δεινὰς περιστάσεις δύναται νὰ ἐπαναπαυθῇ μόνον καὶ μόνον εἰς τὰς ἀρετὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν σᾶς εἶπε προχθὲς «μὴ ἀνησυχῆτε ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀναμφιβόλως εἶναι ὁ καλλίτερος λαὸς τῆς οἰκουμένης· ἔχει τοσαύτας ἀρετὰς, ὥστε δὲν φοβῆταί ποτε, ὅτι θέλει εἰσαγάγει ἐχθροὺς, οἵτινες θὰ ἀφαρπάσουν τὴν ἐλευθερίαν του». Ἰδοὺ διατὶ καταφέρομαι ἐναντίον τῆς εὐγλωτίας εἰς περιστάσεις τοιαύτας· μὲ ἀνοικτοὺς ὀφθαλμοὺς ἐὰν παρετήρει τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἀμέσως ἤθελε διακρίνει, ὅτι ἡ κρίσις του εἶναι ἐσφαλμένη. Διατί; ὁ λαὸς εἶναι ἐνάρετος· ἀλλ’ εἰς τί χρησιμεύουν αἱ ἀρεταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν ἐκεῖνος εἰς ὃ... ἀνέθεσεν ὅλην τὴν ἐξουσίαν, ὅλην τὴν φύλαξιν τῆς ἐλευθερίας του, ὅταν λέγω αὐτὸς κοιμᾶται; Ἐὰν 200 ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐφρόντισαν νὰ προλάβουν τοὺς κινδύνους, πῶς θὰ τοὺς προλάβῃ πλέον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅταν εἰσχωρήσωσιν ἐντὸς τῶν σπλάγχνων του; 200 ἄνθρωποι, οἵτινες εἶναι ἀντιπρόσωποι, καὶ δύνανται νὰ ἐκφωνήσουν τὴν διαταγὴν, καὶ ἀμέσως αὕτη νὰ ἐκτελεσθῇ, ὅταν αὐτοὶ κοιμῶνται, αἱ ἀρεταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ ἔλθουν εἰς ἐπικουρίαν; Ἀλλοίμονον! Δὲν θ’ ἀποδείξωμεν τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ὅτι ἀρεταὶ ὑπάρχουν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ἐπαναστάτης εἶναι ὁ λαὸς, ἀλλ’ οὔτε ἀρετὰς ἔχουσιν οὔτε ἐπαναστάται εἶναι αἱ τάξεις αἱ ἀνώτεραι τῆς κοινωνίας, αἱ τάξεις εἰς τὰς ὁποίας ἡμεῖς εὑρισκόμεθα. Ἀλλ’ ἐὰν κηδώμεθα τῆς ἐπαναστάσεως, πρέπει νὰ φροντίσωμεν οὐχὶ περὶ τῆς δικονομίας, ἀλλὰ περὶ τῆς σωτηρίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, μήπως ἔχωσι κἂν δίκαιον, καταφερόμενοι κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης δικονομικῶς καὶ τυπικῶς; Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, περιορίζει τὰ δικαιώματα τῆς ἐπιτροπῆς εἰς μίαν ἁπλῆν ἐποπτείαν προκειμένου περὶ ἐγκλήματος, ὅπερ χαρακτηρίζει ὡς ἐφεξῆς «ἔγκλημα περὶ διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως καὶ περὶ καθόδου τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος», ἔγκλημα μέγα, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιτυχία θέλει καταστρέψει τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἐπανάστασιν. Εἰς ποῖον, Κύριοι, εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ διεξαγωγὴ τῆς δικαιοσύνης; —Εἰς τὴν Κυβέρνησιν λέγουν. —Ὄχι, δὲν εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνατεθειμένη, ἀλλ’ εἰς δύω πρόσωπα, εἰς ἕνα ἀνακριτὴν καὶ εἰς ἕνα εἰσαγγελέα, διότι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ· τὸ ὑπουργεῖον εἶναι μόνον ὑπεύθυνον κατὰ τοῦτο, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ τοὺς 2 τούτους ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ συλλογισθῆτε, Κύριοι, ἂν αὐτὸ καὶ μόνον δύναται νὰ μᾶς ἀναπαύσῃ· τὸ ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ νὰ τῇ δίδῃ τὴν ὤθησιν καὶ τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον θέλει. Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους θέλει νὰ προλάβῃ ἡ πρότασις, τὸ μέγα αὐτὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καταστρέψῃ τὴν πατρίδα εἶναι ἀνατεθειμένον εἰς 2 ἀνθρώπους! καὶ δειλιοῦν, Κύριοι, δειλιοῦν νὰ δώσουν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ὀνομάσῃ 7 ἀντιπροσώπους, οἵτινες νὰ δέσουν μὲν τὰς χεῖράς των, ἐνώπιον τῆς ἀνακρίσεως ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ ἐμπνέουν εἰς αὐτοὺς τοὺς 2 ἀνθρώπους τὸν τρόμον καὶ τὸ σέβας! Ἔπειτα, Κύριοι, μὴ παραδεχθῆτε τὴν πρότασιν αὐτὴν, δεχθῆτε μᾶλλον τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους σᾶς προτείνουν· ποῦ θὰ καταντήσητε; βεβαίως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ἔχοντες ἐνώπιόν των πάντοτε Κυβέρνησιν, ποτὲ δὲν θὰ ἡσυχάσουν, πάντοτε καὶ καθημέραν θέλουν τὴν ἐρωτᾷ πῶς πηγαίνει ἡ ἀνάκρισις; τί ἀνεκαλύφθη; ψιθυρισμοὶ ἀκούονται ἐπίφοβοι. Ἡ δὲ κυβέρνησις εἰς ὁποίαν θὰ εὑρεθῇ τότε θέσιν; θὰ ἀναγκασθῇ νὰ σᾶς εἴπῃ ὅ,τι γνωρίζει, καὶ γνωρίζει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μάθῃ ἀπὸ τὸ διοικητικὸν ὄργανον, τὸν Εἰσαγγελέα· καὶ θὰ τὸ κάμῃ Κύριοι, ἂν τὸ κάμῃ, παραβιάζουσα τὸ καθῆκόν της, διότι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ ἐρωτᾷ τὸν Εἰσαγγελέα, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἔρχεται νὰ καταθέτῃ τὰς ἀνακρίσεις ἐνταῦθα· καὶ τί θὰ συμβῇ τότε, Κύριοι; θὰ συμβῇ ἴσα, ἴσα, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ἀποκρούοντες τὴν ἐπιτροπὴν, θέλουσι νὰ προλάβουν, ἡ ἐχεμύθεια θέλει καταστραφῆ διότι 250 πληρεξούσιοι, καὶ ἂν κλείσετε τὰ θεωρεῖα, θὰ γνωρίζωσι τὰ συμβαίνοντα εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Διατί λοιπὸν προτείνεται ἡ ἐπιτροπή; διὰ νὰ ἀποφεύγωμεν τὸ ἀτόπημα αὐτό. Προτείνεται ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις θέλει ἐξέλθει ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως ἵνα ἐπιτηρῇ τὴν ἀνάκρισιν, νὰ γνωρίζῃ τί συμβαίνει εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ νὰ κρατῇ τὴν ἐχεμύθειαν ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Συνελεύσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ θέλει εἶσθαι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Συνελεύσεως· δὲν εἶναι ἀνάγκη διόλου νὰ γίνηται ἐπερώτησις εἰς αὐτήν· ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἐπιτηρῇ τὴν ἀνάκρισιν καὶ οὕτως ἡ ἀνάκρισις θέλει προβῆ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ἰδίας Ἐθνοσυνελεύσεως, χωρὶς ἡ ἐχεμύθεια νὰ διακινδυνεύῃ. Δὲν βλέπω ἄλλο μέσον πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἐναντίων, εἰμὴ ἓν καὶ μόνον, νὰ δυνηθοῦν νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐῤῥέθησαν εἶναι ὅλα ψευδῆ, ὅτι ἀναπαυόμεθα ἐπὶ βαθείας εἰρήνης, καὶ ὅτι ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς κοινωνίας δὲν γίνεται ἐνέργεια πρὸς ἀνατροπὴν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸ εἴπῃ· καὶ θαυμάζω πῶς ἐτόλμησαν νὰ συμβουλεύσωσιν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τὴν ἀπραξίαν, ἐνῷ δὲν ἐτόλμησαν νὰ εἴπουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει κατάστασις κινδύνου. Κύριοι, πρὸ καιροῦ εἶχον καταγγελθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὴν Λαμίαν, καὶ ἀπὸ τὴν Ἠλείαν καὶ Μεσσηνίαν καὶ Γορτυνίαν ὑπενέργειαι ἐχθρικαί, ἀλλὰ δὲν ἀπεδειλιάσαμέν ποτε, Κύριοι, καὶ, ὡς πρὸς ἐμὲ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ποτὲ δὲν ἐφοβήθην· διὰ τί; διότι ἐβλέπομεν ὅτι ὑπῆρχεν ἄπειρος σεβασμὸς πρὸς τὴν ἕνωσιν, ὅτι ὑπῆρχεν ἄπειρος σεβασμὸς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐδιοίκει τότε, ἐν ἐλλείψει τῆς Συνελεύσεως (ψιθυρισμοὶ ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Αὐτὴ ἡ ἑνότης ἐμπόδιζεν, ἔφραττε τὴν ὁδὸν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ ἀνατρέψουν τὴν Ἐπανάστασιν. Δὲν εἶπον τίποτε, Κύριοι, διὰ νὰ ἐπαινέσω τὰ πρόσωπα τῆς Κυβερνήσεως· εἶπον ὅτι ὑπῆρχεν ἑνότης τοῦ κόσμου ὅλου, ὅτι δὲν ὑπῆρχον κόμματα, δὲν ὑπῆρχον διαπληκτισμοί, δὲν ὑπῆρχον συμφέροντα φατριαστικά.
§136ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κ. Πρόεδρε! τὸ ἀκροατήριον νὰ ἡσυχάζῃ καὶ νὰ μὴ ἐπιδοκιμάζῃ, μήτε νὰ ἀποδοκιμάζῃ, δὲν εἶναι συγχωρημένον.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ ἐκκαθαρισθῇ τὸ ἀκροατήριον αὐτό.
§138ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἶναι ὁ υἱὸς τοῦ Κ. Καλαμίδα.
§139ΕΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΘΕΩΡΕΙΟΥ. Ψεύδεσαι, Κύριε!
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξέλθῃ πάραυτα ὁ φωνάξας.
§141ΕΠ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλά, Κύριοι, ἀφοῦ παρῆλθεν αὐτὴ ἡ πρώτη περίοδος τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἄπειρα ζητήματα ἐτέθησαν ἐπὶ τῆς τραπέζης, τὸ ζήτημα τῆς ἐξουσίας, τὸ ζήτημα τοῦ Βασιλέως ἰδίως, ἄπειρα συμφέροντα πολιτικά, τότε καὶ ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν ἐξώρμησαν εἰς τὸ φανερὸν οἱ ἐχθροὶ τῆς Πατρίδος· ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, Κύριοι, ἐγεννήθη ἡ ἀνάγκη νὰ καταβληθῇ ἐπιμόνως ἡ φροντὶς τοῦ Ἔθνους, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἐν Ἑλλάδι, εἰμὴ ἁγνοὶ Ἕλληνες, νὰ μὴν ὑπάρχωσι διόλου προδόται. Εἰς τοὺς διαπληκτισμοὺς τῶν κομμάτων εἶναι λίαν προσεκτικοὶ οἱ ἐχθροὶ τῆς Πατρίδος, διότι τότε μόνον εὑρίσκουν τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἰσπηδήσουν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, δίδοντες τὴν χεῖρα πότε εἰς τὸ ἓν κόμμα καὶ πότε εἰς τὸ ἄλλο, οὐδὲν ἄλλο ἐπιζητοῦντες εἰμὴ τὰς ἀταξίας καὶ τὰς ἀνατροπάς. Διὰ τοῦτο, ἂν τὴν σήμερον ὑπάρχῃ τοιαύτη προδοτικὴ ἐνέργεια, τὴν σήμερον τὴν φοβοῦμαι. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὴν δημοσιευθεῖσαν προχθὲς ἐπιστολὴν ἐκ τῆς κυανῆς βίβλου; ἐνθυμεῖσθε, κατ’ αὐτὴν, ὅτι ἡ διπλωματία ἔμαθεν, ὅτε εἴμεθα εἰς τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἐπαναστάσεως ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ Νοεμβρίου, ὅτι ὑπῆρχε κόμμα ἐν Ἑλλάδι, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν δυναστείαν τοῦ Ὄθωνος· ἡ ἐπιστολὴ ἐδημοσιεύθη καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητος. Εἴδομεν ἐσχάτως, Κύριοι, πολλὰ γεγονότα, εἴδομεν ἐπιστολὰς ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, τὰς ὁποίας ὁ λαὸς ἀπέστειλεν εἰς τοὺς πληρεξουσίους του ἐνταῦθα· εἴδομεν ἐκ τῶν πράξεων τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἅμα ἐγκαταστᾶσα συνέλαβε στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικοὺς, ὅτι δὲν εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι κινδύνου. Καὶ νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἰς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις, ὅτε ἀναπεπταμένας ἔχομεν τὰς θύρας τῆς πολιτείας πρὸς ὅλους τοὺς ἐχθροὺς, τὸ νὰ μὴ λάβωμεν τοὐλάχιστον τὸ ἁπλούστατον τοῦτο μέτρον, τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ἀνακρίσεως, ἥτις θέλει καταστήσει ἰσχυρὰν καὶ τολμηρὰν τήν τε ἀνάκρισιν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ θέλει προφυλάξει τὴν ἐχεμύθειαν, τρομάξει τοὺς ἐχθροὺς καὶ δικαιώσει τὴν Συνέλευσιν ἀπέναντι τῶν λαῶν, διὰ τὴν διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν δεικνύουσιν οἱ πληρεξούσιοι αὐτῶν, σκεπτόμενοι ἀγρύπνως καὶ ἐμβριθῶς περὶ τῆς τύχης του, εἶναι ἀνάξιον τῆς ἐντολῆς μας. Πρὶν δὲ τελειώσω σᾶς ὑπενθυμίζω ἓν καὶ μόνον, Κύριοι, ὅτι ὁ κίνδυνος, ἂν ἀποῤῥίψητε τὰ προτεινόμενα μέτρα, αὐξάνει ἐκ τούτου καὶ γίνεται πολὺ μεγαλεῖτερος· ἴσα ἴσα εἰς τὸ ἑξῆς θέλουσι γείνει αὐθαδέστεροι οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος· θέλουσιν εἰπεῖ, «ἰδοὺ προχθὲς εὑρέθημεν μὲ τὰ ὅπλα εἰς τὰς χεῖρας, μᾶς εἶδον, ἡ ἀνάκρισις ἐπελήφθη τοῦ ἐγκλήματός μας, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις, καίτοι προκειμένου περὶ ἐσχάτης προδοσίας, περὶ διαλύσεως αὐτῆς τῆς ἰδίας, περὶ καθόδου τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος, δὲν ἠξίωσε νὰ λάβῃ κανὲν ἔκτακτον μέτρον! ἂς προθῶμεν· ἀρκεῖ μόνον νὰ δυνάμεθα εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ καταστρέψωμεν τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὸν πατριωτισμὸν δύω ἀνθρώπων, ἑνὸς εἰσαγγελέως καὶ ἑνὸς ἀνακριτοῦ.» Ἐκτὸς δὲ τούτου, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ μόνης τῆς ἀνακρίσεως τῆς ἐνταῦθα ἡ ἐπιτήρησις αὐτῆς τῆς ἀνακρίσεως εἶναι ἐπιτήρησις ὅλων τῶν προδοτῶν, ὅπου δήποτε καὶ ἂν εὑρίσκωνται, ὅλων τῶν ἀνακρίσεων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, διότι τὸ κέντρον τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν εἶναι πάντοτε εἰς τὰς πρωτευούσας· καὶ δὲν ἔχω τὴν παραμικρὰν ἀμφιβολίαν, Κύριοι, ὅτι κατασταίνοντες τολμηροτέραν τὴν ἀνάκρισιν διὰ τῆς ἐπιτηρήσεως ἡμῶν τῶν ἰδίων, ὅτι θέλομεν κατορθώσει ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἐννοήσωμεν ποῦ καὶ ποῦ ὑπάρχουν τοιαῦτα σπέρματα ἀντεπαναστατικὰ, ποῦ καὶ ποῦ διενεργοῦνται, ἢ διενηργήθησαν ἔργα ἐναντία τῆς καθεστώσης τάξεως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἤθελον παραμελήσει τὸ ἱερώτερον τῶν καθηκόντων μου ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ πολίτης, τὸ νὰ ἀγρυπνῶ διὰ νὰ φυλάξω τὴν πατρίδα κινδυνεύουσαν, καὶ νὰ μὴ ὀκνῶ νὰ ἐκτελέσω ὅ,τι τὸ συμφέρον τοῦ τόπου μου καὶ τῆς πατρίδος μου ἀπαιτεῖ, ἀφοῦ μάλιστα μοὶ κατηγγέλθη ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἡ πατρίς μου κινδυνεύει, ἂν ἤθελον δειλιάσει ν’ ἀποδεχθῶ τόσον ἁπλοῦν ἔκτακτον μέτρον. Προτείνω, ἂν δὲν δεχθῆτε τὸ ψήφισμα, ὅπως ἐν ἀρχῇ ἐπροτάθη, μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νὰ ᾖναι συγχρόνως ἐνεργὸς, τοὐλάχιστον τὴν ἐπιεικῆ καὶ μετρίαν πρότασιν τῶν τμημάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς ἐπρότειναν ἐπιτήρησιν ἁπλῆν, καὶ τίποτε περισσότερον.
§142ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἐδικαιοῦτο νὰ δείξῃ δυσπιστίαν κατὰ τῆς εὐγλωττίας καὶ ἐδικαιοῦτο, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξαίρεσιν αὐτῆς ἐκ τοῦ βήματος μόνον, ὅστις ἠδύνατο πρὶν ἀναβῇ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ καταθέσῃ τὸ φυσικὸν τοῦτο δῶρον. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ προλαλήσας καὶ τὸν ἐπαινῶ· ἐθεώρησεν ὅτι εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον τῆς Πατρίδος ἔπρεπε νὰ σιγήσῃ πᾶσα τέχνη τοῦ λόγου· καὶ ἐγὼ λέγω πᾶσα τέχνη νὰ σιγήσῃ, ἀλλ’ ἡ φωνὴ τῆς καρδίας πρέπει νὰ γίνῃ ἔτι ἰσχυροτέρα. Βλέπετε κίνδυνον τῆς Πατρίδος, βλέπετε τὸν κίνδυνον ἐπικείμενον καὶ θέλετε νὰ σώσητε τὴν Πατρίδα· καὶ τί προτείνετε διὰ νὰ τὴν σώσητε; Ἑπταμελῆ ἐπιτροπήν! Ἐκ μιᾶς ἑπταμελοῦς ἐπιτροπῆς σήμερον κρέμαται ἡ Πατρὶς, καὶ ὅταν σήμερον ἐκ μιᾶς ἑπταμελοῦς ἐπιτροπῆς κρέμαται ἡ Πατρὶς, μ’ ἐρωτᾶτε διὰ τί δὲν ἐμπιστεύομαι εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, διατί ἐπαινῶ τὰ προτερήματα αὐτοῦ; Συγχωρήσατέ με νὰ ἐπαναπαύωμαι περισσότερον εἰς τὰ προτερήματα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ παρὰ εἰς τὴν ἑπταμελῆ ἐπιτροπήν σας (χειροκροτήματα). Μὲ ἀδικεῖτε, ὅτι κολακεύω τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἀποδίδω προτερήματα ἀνώτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔχει. Ὄχι! ποτὲ δὲν μὲ ἠκούσατε νὰ ἐπαινέσω τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ὑπὲρ πάντα ἄλλον· ἐὰν ἐνθυμῆσθε καὶ εἰς προγενεστέραν ἀγόρευσίν μου εἶπον ὅτι δυπτυχῶς ἐρχόμεθα τελευταῖοι εἰς τὸν πολιτισμὸν καὶ κατέχομεν κατωτάτην βαθμίδα, ἀλλὰ δὲν ἐνοήσατε τὸ βάθος τῆς ἰδέας μου· σᾶς εἶπον ὅτι εἶμαι τέκνον τοῦ ΙΘʹ. αἰῶνος, ὅτι κατ’ αὐτὸν εἰσῆλθεν εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν νέον πρόσωπον, ὁ λαός· καὶ ὅτι ἀποσπασθέντες ἀπὸ τοῦ λαοῦ, εἶσθε μηδέν· ὅσας ἐπιτροπὰς θέλετε, σχηματίσατε, ὅσας Συνελεύσεις θέλετε, συναγείρατε, ὅταν ἦσθε μετὰ τοῦ λαοῦ, εἶσθε ἀκίνδυνοι, οὐδένα ἔχετε νὰ φοβηθῆτε· δὲν εἶναι πλέον ὁ λαὸς, ὅπως ὁ λαὸς τῆς ἀρχαίας τραγῳδίας, ἱστάμενος καὶ κινούμενος δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ ἐκφράζων γνώμας, ὄχι εἶναι ὁ πρωταγωνιστής· ἡ ἰδέα αὐτοῦ τοῦ αἰῶνος εἶναι ὁ λαὸς ὡς ἐθνικὴ ἑνότης ἀδιάσπαστος. Διατρέξατε τὴν ἱστορίαν δὲν εὑρίσκετε εἰς τὴν ἀρχαιότητα τὸν λαὸν ὡς ἐθνικὴν ἑνότητα, τὸν εὑρίσκετε κατὰ πόλεις, ὡς δῆμον, ἢ ὡς ὄχλον ἢ εὑρίσκετε τὴν κατάκτησιν καταβάλλουσαν τὰς ἐθνικότητας· εὑρίσκετε τὴν Ῥώμην ὑποτάσσουσαν τὸν κόσμον, εὑρίσκετε εἰς τὸν Μεσαιῶνα παντοῖα σχήματα πολιτειῶν, τὰ ὁποῖα δὲν στηρίζονται εἰς τὸν λαὸν, σήμερον ἡ πολιτεία εἰς μόνον τὸν λαὸν στηρίζεται, καὶ εἰς μόνον τὸν λαὸν στηρίζεται ὡς εἰς ἐθνικὴν ἑνότητα. Προτάττω τὴν ἰδέαν μου, διότι εὑρίσκομαι πολέμιος πρὸς τὴν σχολὴν ἐκείνων, οἵτινες ἀπό τινος καιροῦ ἐπαγγέλλονται νὰ μεταβάλλωσι τὸ πνεῦμα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῶν γνώμας καὶ νομίζουν ὅτι δικαιοῦνται νὰ μεταχειρισθῶσι καὶ βίαια μέσα διὰ νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα διεύθυνσιν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν· ἐνομίσατε ὅτι διετηρήθη ἡ ἐπανάστασις μόνον διότι ὑπῆρχε πίστις καὶ ἑνότης εἰς τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν, διστάζω νὰ τὸ πιστεύσω. Ἡ ἐπανάστασις κατίσχυσε, διότι ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος τὴν ἠσπάσθη. Ἡ Ἑλληνικὴ ἐπανάστασις ἔφθασεν ἕως αὐτὴν τὴν στιγμὴν, διότι ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος τὴν ἤθελε καὶ ἐπεθύμει μεταβολὴν δυναστείας πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν μεγάλων αὐτοῦ σκοπῶν, αὐτὴ ἡ ἐλπὶς διατηρεῖ ἀκόμη τὴν ἐπανάστασιν ἀκμαίαν καὶ ἕως οὗ εὑρίσκῃ τὴν διέξοδόν της οὐδένα κίνδυνον φοβοῦμαι, οὔτε τὰ ξένα χρήματα, οὔτε τὰ ξένα μέσα· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι εἶναι τὸ νὰ νομίζωμεν, ὅτι εἴμεθα κατά τινα βαθμὸν ἀνώτεροι τῶν ὁρίων μας καὶ ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἄξιοι ἀνωτέρας ἐμπιστοσύνης καὶ ὅτι ὅστις δὲν ἀποδίδει εἰς ἡμᾶς τὴν πλήρη πίστιν εἶναι ἐχθρὸς τῆς πατρίδος· φοβοῦμαι ἐκείνους, οἵτινες ὁσάκις ἔχουν πολιτικὸν ἀντίπαλον, θέλουσι νὰ τὸν χαρακτηρίσωσιν, ὅτι εἶναι προδότης, ὅτι μετά τινος ἐχθροῦ ἐργάζεται, ἢ ὑπηρετεῖ οἱονδήποτε σχέδιον ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοιαῦτα διαδίδουσι, διεγείροντες ὑπονοίας, κατασκευάζοντες φάσματα καὶ παντοίους μύθους· καὶ δυστυχῶς προχθὲς ἐγεννήθη συζήτησις, ἥτις καὶ ἐμὲ παρέσυρε· τοσαῦτα ἤκουσα ἐξ αὐτοῦ τοῦ βήματος, ὥστε καὶ ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ὑπάρχει μέγα τι εἰς τὴν πόλιν, ὅτι τὸ κακὸν πανταχοῦ εἰσέῤῥευσε καὶ εἰσέβαλε καὶ ἐντὸς αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως. Ἐν τοιούτῳ κινδύνῳ ἔῤῥιψα καὶ ἐγὼ, ὅπως ῥίπτει ὁ ναύκληρος ἐν ὥρᾳ τρικυμίας, μίαν σανίδα καὶ εἶπον, ἰδοὺ μία ἐπιτηρητικὴ ἐπιτροπή. Αὐτὴν τὴν σανίδα συνελάβετε καὶ ἐπ’ αὐτῆς πλέετε εἰσέτι, καὶ ἐν τούτοις ἐπῆλθε γαλήνη, τὰ φάσματα παρῆλθον· ποῦ εἶναι ὁ κίνδυνος; Ποῦ εἶναι αἱ ἐκδηλώσεις, ποῦ αἱ ἀποβάσεις, ποῦ αἱ εἰσβολαὶ, ποῦ τὰ πάντα; Ἐπειδὴ ὁ κίνδυνος ἐν τοῖς πράγμασι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος, ὁποῖος ὑπάρχει ἐν τῇ φαντασίᾳ, θέλετε διὰ παντὸς τρόπου νὰ τὸν κατασκευάσετε, καὶ διὰ ν’ ἀνακαλυφθῇ, λέγετε ἂς δημιουργηθῇ, ἂς ὑπάρξῃ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία αὐτὸ τὸ τέρας νὰ τὸ γεννήσῃ, νὰ δείξῃ ὅτι, ὁ Δούρειος ἵππος εἶναι ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος· καὶ τί ἤκουσα σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἀνάκρισιν; Μοὶ λέγετε, ἐν ὥρᾳ κινδύνου τῆς Πατρίδος συλλογίζεσθε τοὺς δικονομικοὺς τύπους; λοιπὸν τὰς πρώτας ἐγγυήσεις τοῦ πολίτου, αὐτὰς τὰς γρανιτικὰς στήλας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐρείδεται ἡ ἐλευθερία, τὰς ὀνομάζετε δικονομικοὺς τύπους, αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας κατεπάτησεν ἡ πεσοῦσα δυναστεία! Καὶ σεῖς ὁ ὁποῖος μετ’ ὀλίγον, ὅταν ἔλθῃ ὁ θεμελιώδης νόμος, θέλετε θέσει ὡς θεμελιώδη ἀρχὴν τὴν δεῖνα καὶ δεῖνα ἐγγύησιν, ὡς δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων, ὡς δικονομίαν θέλετε ὀνομάσει ταῦτα καὶ τότε; ὡς ἁπλοῦν ζήτημα Δικονομίας; Δὲν εἶναι ζήτημα δικονομίας, δὲν εἶναι ζήτημα ὁποῖον τὸ παριστάνουν τυπικὸν, εἶναι ζήτημα οὐσιαστικώτατον. Βεβαίως ἐν ὥρᾳ ἐσχάτου κινδύνου, ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν τὰ πάντα γέμουν συνωμοσιῶν, καθ’ ἣν νομίζομεν, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ, εἰς τὰς ὁποίας ἐνεπιστεύθητε τὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης τὴν διοίκησιν, εὑρίσκονται μεμολυσμέναι, εἰς τοιαύτην ἐσχάτην κατάστασιν ἐννοῶ νὰ μοὶ προτείνετε νὰ ἔλθῃ ἡ Συνέλευσις νὰ ἰδῇ τὸ μέγεθος τοῦ κινδύνου, νὰ τὸ καταμετρήσῃ καὶ νὰ σκεφθῇ πῶς δύναται νὰ τὸ προλάβῃ· ἀλλ’ ὅταν οὐδὲν παρίσταται, ὅταν οὐδὲν ἄλλο ἔχωμεν ἢ ὅ,τι πάντοτε συμβαίνει εἰς μίαν ἐπανάστασιν, νομίζω, ὅτι εἶναί τι ἔκτακτον. Πῶς ἠμπορεῖτε νὰ ὀνομάσητε, ὅτι εἶναι ἔκτακτον μετὰ μίαν ἐκθρόνισιν, ὅτε εἶναι ἀνοικτὸν τὸ στάδιον εἰς πᾶσαν ὑποψηφιότητα καὶ εἰς πᾶσαν ῥᾳδιουργίαν; Καὶ τί νομίζετε, ὅτι, ἂν, πρόξενος ἀνήκων εἰς τὴν δύναμιν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ὁ γόνος ἐξεθρονίσθη, διαδίδῃ ὅσα δύναται ὑπὲρ ὑποψηφιότητος αὐτῆς τῆς δυνάμεως, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἔσχατος κίνδυνος τῆς πατρίδος; Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἕνας πρόξενος τῆς Βαυαρίας ἠδύνατο ν’ ἀποπλανήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἠδύνατο νὰ μεταβάλλῃ τὰ αἰσθήματά του, λέγω, εἰς μεγίστην εὑρίσκεσθε πλάνην· δὲν κινδυνεύει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, κινδυνεύουν μόνον ὅσοι παραδίδονται εἰς ὁρμὴν φαντασίας, τὴν ὁποίαν δὲν ὑποβάλλουν εἰς τὴν σκέψιν των. Μοὶ λέγετε, ὅτι διανέμονται χρήματα· ναὶ τὰ Βαυαρικὰ χρήματα δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ ἑλληνικὰ βαλάντια, ἀλλὰ βαυαρικὸς οἶκος δὲν εἰσέρχεται εἰς τὴν ἑλληνικὴν καρδίαν! (γέλως). Τί ἀπέδειξε λοιπὸν καὶ τοῦτο; Ἀπέδειξε τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν αὐτοῦ τοῦ ἡγεμόνος ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ αἰσθήματος, ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν αἴσθημα διατηρεῖται ἀκμαῖον, καὶ ὅταν διατηρῆται τοιοῦτον, πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν πρὸς αὐτὸ πλήρη ἐμπιστοσύνην. Μὴ νομίσετε, ὅτι τὸ πᾶν τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, ὅτι μόνον ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ὑπάρχουν ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις, καὶ ὅλα τὰ αἰσθήματα· εἴμεθα κοινωνοὶ τῶν αἰσθημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μετέχομεν καὶ ἡμεῖς κατὰ τὸν αὐτὸν βαθμὸν καὶ ὅπως ἡμεῖς αἰσθανόμεθα βαθέως τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος, οὕτω αἰσθάνονται τὸ συμφέρον ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πάντες ὅσοι καλοῦνται εἴτε εἰς ὑπηρεσίαν οἱανδήποτε, εἴτε εὑρίσκονται μεταξὺ τῶν τάξεων τοῦ λαοῦ· ἀπέχω τοῦ νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα τὰ ὀρθὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν πρὸ ἐμοῦ ὅσοι κατέδειξαν, ὅτι πᾶσα ἀνάμιξις ἡμῶν εἰς τὰ δικαστήρια δὲν δύναται ποτὲ νὰ φέρῃ αἴσιον ἀποτέλεσμα καὶ ὅτι θέλομεν παρασυρθῆ ἐκτὸς τῆς τροχιᾶς καὶ ἡ δικαιοσύνη θέλει παρατραπῆ τῆς ἀληθοῦς αὐτῆς πορείας καὶ θέλει ἀπαντήσει μέγιστα προσκόμματα ὡς πρὸς τὴν ταχύτητα καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐχεμύθειαν. Ἡμεῖς ὅμως θέλομεν λάβει κάκιστον ἐνδόσιμον νομίζοντες, ὅτι δυνάμεθα νὰ γείνωμεν καὶ δικασταὶ καὶ ἴσως μεταχειρισθῶμεν τὴν δικαιοσύνην ὡς ὅπλον πολιτικῆς. Περιοριζόμενος εἰς ταῦτα, ἐλπίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει ἀποδείξει διὰ τῆς ψήφου, ὅτι ἀποδοκιμάζει πᾶν τοιοῦτον μέτρον.
§143ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶμαι παρεσκευασμένος ν’ ἀνασκευάσω τὸν εὔγλωττον προαγορεύσαντα, διότι πρὸ 24 ὡρῶν εὑρίσκομαι ἐνασχολημένος εἰς ἄλλα ἔργα, καὶ διότι ἡ πρότασις περὶ ἧς πρόκειται δὲν εἶναι ἐδική μου. Θέλω προσπαθήσει λοιπὸν νὰ φέρω καὶ ἐγὼ μερικὰς παρατηρήσεις ἐκ τοῦ προχείρου εἰς τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως. Παρατηρῶ ἐκ πρώτης ὄψεως μίαν διαφορὰν μεγάλην μεταξὺ τῶν προσώπων τῶν ὁμιλησάντων ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς προτάσεως, ἡ διαφορὰ αὕτη πηγάζει ἀπὸ τὴν διαφορὰν τῶν ἀρχῶν καὶ τῆς θέσεώς των ὡς πρὸς τὴν Ἐπανάστασιν, τόσον σχετικῶς πρὸς τὸ παρελθὸν, ὅσον σχετικῶς πρὸς τὸ παρόν. Ὅταν λάβῃ ἡ Συνέλευσις ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀρχὰς αὐτῶν ἐπὶ τοῦ παρελθόντος καὶ τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται ἀπέναντι τῆς σημερινῆς καταστάσεως, βεβαίως θὰ εὕρῃ διαφορὰς μεταξὺ αὐτῶν, καὶ μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δεικνύουσι περισσοτέραν προσπάθειαν διὰ νὰ προλάβωσι τὰ ἐγκλήματα κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ κατὰ τῆς Πατρίδος. Ὁ πρῶτος λαλήσας, ὁ ἔντιμος Πληρεξούσιος Καλαβρύτων, θέλων νὰ προκαταλάβῃ τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως ἰσχυρίσθη, ὅτι τὰ τμήματα ἀπέκρουσαν τὰ ψηφίσματά μου. Δὲν εἶναι παντάπασιν ἀληθὲς, τὰ τμήματα ἐπρότεινον μόνον προσωρινὴν ἀναβολὴν, καὶ τὰ ἐθεώρησαν ἀναγκαῖα νὰ συζητηθῶσιν ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσιν. Ἐπαρουσίασαν βεβαίως τὴν ἀρχὴν διὰ νὰ τὴν ἀποκρούσουν· δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ὑποστηρίξω τὴν χρησιμότητα αὐτῆς, ὅθεν σήμερον ζητῶ νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπ’ ἐκεῖνο τῆς προτάσεως περὶ ἧς πρόκειται· ἐπὶ τοῦ παρόντος θέλω περιορισθῆ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτηρητικῆς ἐπιτροπῆς. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὅσοι ἐλάλησαν κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἀνεχώρησαν ἀπὸ ἐπιχειρήματα πρακτικὰ, ἔχοντα πρακτικὴν ἀξίαν· ἕκαστος ἔπλασε μὲ τὴν φαντασίαν του ἕνα λόγον· διότι, ὅταν ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀναλύσωμεν, τὰ βασανίσωμεν, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι δὲν εἰσὶ παρὰ φάσματα. Διὰ τί σᾶς τρομάζει ἡ προσέλευσις μιᾶς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ἀνάκρισιν; μήπως ἡ ἀνάκρισις ἐνεργεῖται πράγματι μυστικὴ κατὰ τὸν Νόμον; Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, καὶ ὡς δικαστικὸς ἄνθρωπος, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου τὰ γραφεῖα τῆς εἰσαγγελίας συγκροτοῦνται ἀπὸ πλείονα ἄτομα, ὅλα ταῦτα τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχωνται καὶ νὰ ἐπιτηροῦν τὴν ἀνάκρισιν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὅταν πρόκηται περὶ σπουδαίου ἐγκλήματος, δυνάμει τοῦ Νόμου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν ἐνεργουμένην ἀνάκρισιν ὑπὸ τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων, διότι ὁ νόμος ἀποδίδει εἰς αὐτὸν πλήρη ἐμπιστοσύνην, καὶ διότι τῷ ἐπιβάλλει ἰδιαίτερον καθῆκον ἐποπτείας καὶ διευθύνσεως. Διὰ τί νὰ φοβηθῶμεν, ἐὰν 5 ἢ 7 ἄτομα ἀντικαθιστῶσιν αὐτὸ τὸ σῶμα τῶν ἀνωτέρω εἰσαγγελικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται εἰς τὴν ἀνάκρισιν διὰ νὰ ἐνεργήσωσιν ἐπὶ σοβαρῶν ἐγκλημάτων τὸ καθῆκον τῆς ἐπιτηρήσεως; Πότε δὲ τοῦτο; Εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ὅτε πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐχαλάρωσεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς νομικοὺς δεσμοὺς, ὅλην τὴν ἰσχὺν τοῦ Νόμου· δὲν πρέπει νομίζω περὶ τούτου ν’ ἀμφιβάλλητε, οὔτε εἶναι κανεὶς, ὅστις δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι σήμερον δὲν ὑπάρχει οὔτε ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς, οὔτε ἡ τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία ὑπῆρχε πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ὅτι διάφορα ἐγκλήματα πράττονται, διότι αἱ ἀνακριτικαὶ καὶ δικαστικαὶ ἀρχαὶ δὲν δύνανται νὰ ἐνεργήσωσι μὲ τὴν δραστηριότητα καὶ αὐστηρότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ἐνήργουν πρότερον. Τί πρόκειται νὰ γίνῃ διὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις μέλλει νὰ ἐπιτηρῇ τὰς πράξεις τῆς ἀνακρίσεως; νὰ δοθῇ ὤθησις εἰς μεγαλειτέραν ἐνέργειαν, νὰ σχηματισθῇ γενικῶς τὸ ἐνδόσιμον, ὅτι ἡ Συνέλευσις τοῦ Ἔθνους ἐνδιαφέρεται μεγάλως κατὰ τῶν ἐγκλημάτων, δι’ ἃ γίνονται αἱ ἀνακρίσεις. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ἐπειδὴ τινες ἐπαρουσιάσθησαν ἐνταῦθα ὡς προστάται τοῦ Ὑπουργείου, καὶ κάμνουν πολὺ κακὰ νὰ παρουσιάζουν τοιαῦτα ζητήματα ὡς ὑπουργικὰ, ἐνῷ ταῦτα ἀφορῶσι τὸ δημόσιον συμφέρον, λέγω, τινὲς ἐνόμισαν, ὅτι τὸ προκείμενον προσβάλλει τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον· νομίζω ὅτι τοιαύτη ἐπιτροπὴ δίδει μεγαλειτέραν ἠθικὴν δύναμιν εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συναισθάνεται τότε ὅτι ἔχει τὴν Συνέλευσιν συμπράττουσαν εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἀνατρέψωσι τὴν ὑπάρχουσαν τάξιν, καὶ ἐπαπειλήσωσι τὴν κοινωνίαν. Αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις θέλει ἐνεργεῖ μὲ μεγαλειτέραν ἀπόφασιν, ἐὰν πρόκηται νὰ ἀποσοβήσῃ κινδύνους· καὶ αὐτὸς ὁ ἀνακριτὴς θὰ φιλοτιμηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ καλλίτερον τὸ καθῆκόν του. Δὲν βλέπω διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς ἐπιτροπῆς καμμίαν ζημίαν ὡς πρὸς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν κοινωνίαν. Τί ἀνέμιξαν ἐδῶ τὴν πολιτικὴν μὲ τὴν δικαιοσύνην, τί μετεχειρίσθησαν ἐκείνους τοὺς τύπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἐνταῦθα καμμίαν ἐφαρμογήν, σήμερον δὲν πρόκειται, εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν πραγμάτων νὰ παραδεχθῶμεν ἐξαιρετικὰ μέτρα δικαιοσύνης, ὅλη ἡ κατάστασίς μας ὑπάρχει ἀνώμαλος, διότι πᾶσα ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία ὑπάρχει συγκεντρωμένη εἰς χεῖρας τῆς Συνελεύσεως. Δὲν εἶναι μόνον νομοθέται οἱ πληρεξούσιοι, δὲν εἶναι Κυβερνῆται, εἶναι καὶ δικασταὶ, καὶ ἠμποροῦν οἱ ἴδιοι ν’ ἀνακρίνουν καὶ νὰ δικάσουν χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ μᾶς παρουσιάσουν, διότι τότε ὑπάρχει ὁ λόγος αὐτὸς ὅταν ὑπάρχῃ διῃρημένη ἡ ἐξουσία καὶ δὲν ὑπάρχει συγκέντρωσις. Ἡ σημερινὴ περίστασις εἶναι ἔκτακτος, οὐδεμίαν ἐφαρμογὴν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἀρχὴ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωμεν τὴν πολιτικὴν εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον πολλοὶ ἐκ τῶν πολιτικῶν δημοσιογράφων τῆς Γαλλίας. Ἑπομένως αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ κάμῃ, παρὰ νὰ ἐπιβλέπῃ· θὰ εἶναι εἰς κατάστασιν ἀδρανείας, αὐτὴ δὲν ἔχει καθῆκον νὰ ἐνεργήσῃ παρὰ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ὄχι νὰ βιάσῃ τὸν ἀνακριτὴν, ὄχι νὰ διατυπώσῃ τὰς ἰδέας αὐτῆς εἰς τὸν ἀνακριτὴν, διότι τὰ τμήματα ἀφῄρεσαν τὸν δεύτερον § καὶ περιώρισαν τὸ ἔργον αὐτῆς μόνον εἰς τὴν ἐπιτήρησιν. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ἠθικὴ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἀπαιτεῖ, διὰ νὰ ᾖναι βεβαία μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἀνακρίσεως, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς, προκειμένου ἐγκλήματος ἐσχάτης προδοσίας, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ παρασύρῃ καὶ τὴν ἐπανάστασιν καὶ τὴν πατρίδα εἰς βάραθρον, ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των· αὐτὴν τὴν ἐγγύησιν ζητεῖ ἡ Συνέλευσις. Τί εἶπεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Σπετσῶν; ὅτι εἶναι ἅπαν τὸ ὑπουργεῖον ὑπεύθυνον. Καὶ ἠμποροῦμεν διὰ τοῦτο νὰ μένωμεν ἥσυχοι; ἢ μήπως εὑρισκόμεθα εἰς κατάστασιν ὁμαλὴν διὰ νὰ φέρωμεν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ τὸ δικάσωμεν, διότι, ἂν ἀνατραπῇ ἡ κοινωνία, ποῦ θὰ τρέξωμεν νὰ ζητήσωμεν αὐτοὺς τοὺς ὑπουργοὺς, διὰ νὰ τοὺς ὑποβάλωμεν εἰς ἀνάκρισιν; ποῦ θὰ ἔλθωμεν νὰ τοὺς δικάσωμεν ἐδῶ ἢ ἀλλοῦ; δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ συναπαντήσῃ τότε ὁ εἷς τὸν ἄλλον. Ὅταν μοὶ λέγετε ἂν σφάλλουν οἱ ὑπουργοὶ, ἐγὼ δὲν θεωρῶ, ὅτι θὰ σφάλλουν, οὔτε ὅτι θὰ παρατρέξουν τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ τὰ πράγματα εἶναι πολλάκις ἀνώτερα τῆς ἀνθρωπίνης προνοίας, ὅταν δὲν ληφθῶσι κατάλληλα μέτρα Οἱ ὑπουργοὶ ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, ἔδωκαν διαταγὰς εἰς τὸν ἀνακριτὴν, οὗτος ἐνεργεῖ τὰ ἔργα του. Ἡ ἐνέργεια τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, περιορίζεται εἰς τὸ νὰ διατάξῃ μόνον. Ἂν δὲν ἤθελον ληφθῆ ὅλα τὰ μέτρα εἰς μίαν περίστασιν ἐπικίνδυνον, καὶ οὕτω τὰ περιστατικὰ ἔλθωσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ ἀνατρέψωσι τὴν ὑπάρχουσαν τάξιν, ἐπαναλαμβάνω ποῦ θὰ εὕρωμεν τὸν ὑπουργὸν νὰ τὸν δικάσωμεν· συμπεραίνω, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν ἡ εὐθύνη τοῦ ὑπουργείου μὲ τὴν πρόληψιν τῶν κινδύνων. Ἐὰν οἱ κίνδυνοι προλαμβάνωνται ἢ ὄχι μὲ αὐτὸ τὸ μέτρον τῆς ἐπιτηρήσεως, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσωμεν αὔριον. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἐγὼ ἐζήτησα περισσότερα μέτρα, ὁ Κ. Μαυρομαρᾶς ὀλιγώτερα· ἐγὼ θὰ μείνω εἰς τὴν σκέψιν μου. Μοὶ κακοφαίνεται, ὅτι διὰ νὰ μᾶς ἀποτρέψωσιν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἁπλῶς, μᾶς ἐπηρεάζουν μὲ μερικὰ φάσματα, τὰ ὁποῖα συχνάκις μᾶς παρουσιάζουν διὰ νὰ τρομάζουν ἀσθενεῖς συνειδήσεις, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἑνὸς τόσον ἀσχέτου πρὸς αὐτὰ μέτρου. Σᾶς εἶπον διὰ νὰ σᾶς ἀποτρέψουν ἀπὸ πᾶν μέτρον, φυλαχθῆτε, σταθῆτε προσεκτικοὶ, μείνατε εἰς τὰ παλαιὰ, ἐνῷ τὸ παλαιὸν δὲν ὑπάρχει, διότι, ἂν τὰ παλαιὰ ὑπῆρχον, δὲν θὰ εἴχομεν Συνέλευσιν· ὅλα αὐτὰ εἶναι νέα καὶ ἔκτακτα, καὶ ἑπομένως εὑρισκόμεθα εἰς ἔκτακτον ἐποχὴν, καὶ ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν. Ὁ Κ. πληρεξούσιος Σπετσῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι ὅλα ταῦτα διὰ νόμων γίνονται. Ἐγὼ λέγω, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν εἶναι νόμος πολὺ σεβαστότερος παρ’ ὅλους τοὺς παρελθόντας. Τί ἄλλο σᾶς εἶπον; ὅτι ὁ Ναπολέων διὰ τῶν ἐκτάκτων μέτρων κατέστρεψε πᾶν ἴχνος ἐλευθερίας· καὶ ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ αὐτοκρατορία ἡ ἀπόλυτος, ἢ δεσποτικὴ τοῦ Ναπολέοντος, πρὸς τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ἔκτακτα, τὰ ὁποῖα καὶ μιὰ ὁμαλὴ καὶ ἐλευθέρα κατάστασις πραγμάτων δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ, ἐνόσω ταῦτα ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ἀνάγκης προσκαίρων περιστάσεων; Τὰ ἔκτακτα μέτρα ὑπῆρχον πρὸ τοῦ Ναπολέοντος καὶ τὰ εἶχον παραδεχθῆ ὅλαι αἱ Συνελεύσεις, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἄνευ αὐτῶν, ἡ Γαλλία δὲν ἤθελέ ποτε δυνηθῆ ν’ ἀποσοβήσῃ τοὺς μεγάλους κινδύνους· καὶ ἂν δὲν ἦσαν ἀναπόφευκτα ἡ φρόνησις καὶ ὁ πατριωτισμὸς τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων δὲν ἤθελε τὰ παραδεχθῆ. Ὅταν πρόκηται περὶ μεγάλων κινδύνων τῆς πατρίδος τὰ ἄτομα δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἐνώπιον τῆς γενικῆς της ἰδέας· ὅταν πρόκηται περὶ μεγάλων περιστάσεων, πρέπει νὰ ἐκλείπῃ τὸ ἀτομικὸν συμφέρον. Σᾶς λέγω τώρα, κύριοι, ὅτι κάμνουν πλάσματα διὰ νὰ φθάσουν ταχύτερον εἰς τὸν σκοπὸν, ὁ εἷς λέγει τὸ ἓν, ὁ ἕτερος τὸ ἄλλο· κἄποιος σᾶς εἶπε, φοβοῦμαι μήπως αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ διατυπώσῃ τὰς ἰδέας της, τὰς πεποιθήσεις της, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἀπαύγασμα τῆς Συνελεύσεως, θὰ ἐξέρχηται ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ δὲ πλειονοψηφία θὰ ἐπιβάλλῃ αὐτὴ τὸ πνεῦμά της εἰς τὴν ἀνάκρισιν· κίνδυνος μέγας! ἡ πλειονοψηφία θὰ ἀποφασίζῃ ὅλα, θὰ τὴν παρασύρῃ. Ἐγὼ ἤθελον φοβηθῆ πολὺ διὰ τὸν ἑαυτόν μου ἀλλὰ βλέπω τόσας Ὀβιδείους μεταβολὰς εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὥστε δὲν ἐγνώρισα εἰσέτι τὸν χαρακτῆρα τῶν ἀτόμων· τὴν μίαν ἡμέραν βλέπω νὰ κάθηνται εἰς τὴν δεξιὰν, τὴν ἑτέραν εἰς τὴν ἀριστερὰν, χάρις εἰς τὴν φιλοδοξίαν των οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει. Θὰ ὑπῆρχε κίνδυνος εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ, ἂν αἱ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως φατρίαι εἶχον σταθερότητα, ὅπερ δὲν θὰ ὑπάρξῃ καὶ δι’ αὐτὸ δὲν σκέπτομαι. Ἀποκρούω, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸν λόγον, ὅτι οὐδεμίαν ὠφέλειαν θὰ παρέξῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἀνάκρισιν· διότι αὐτὴ δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν καὶ ἔπειτα ἐδῶ ἔχομεν ἀνθρώπους πολὺ κηδομένους περὶ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος. Ἡμεῖς δὲν ἐμποδιζόμεθα κατὰ πᾶσαν σχεδὸν στιγμὴν νὰ φέρωμεν ἐνταῦθα τοὺς ὑπουργοὺς νὰ δίδωσι λόγον καὶ θὰ φοβηθῶμεν νὰ φέρωμεν αὐτὰ τὰ ἄτομα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ τοὺς ζητήσωμεν λόγον; Αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα φέρουν, δὲν ἔχουν κἀμμίαν πρακτικὴν ἀξίαν ὡς πρὸς τὴν λύσιν τοῦ προκειμένου ζητήματος. Κἀνεὶς ἐκ τῶν προλαλησάντων δὲν ἔφερε λόγους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν πρακτικὴν ἀξίαν· ἂν μὲ ἔπειθον, ἐγὼ ἤθελον ψηφοφορήσει κατὰ. Κύριοι, θεωρῶ πολὺ ἄτοπον, ὄχι ἄτοπον, πολὺ ἐπικίνδυνον, τὸ νὰ θωπεύωμεν καὶ νὰ κολακεύωμεν τὸν λαὸν ἀπὸ τοῦ βήματος. Εἶναι τινὲς, οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα· πρόκειται περὶ σχήματος Κυβερνήσεως, πρόκειται περὶ ζητήματος Κυβερνητικοῦ ἐπικαλοῦνται τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ. Νομίζω, ὅτι τοῦτο πράττοντες προσβάλλουσι τὴν αὐθεντίαν τῆς Συνελεύσεως, θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς αὐτὴν τὸν σάλον τῶν παθῶν ἐντὸς τοῦ ὁποίου κυμαίνονται τὰ Ἔθνη ἐν καιρῷ ἐπαναστάσεως. Ἐξ ἐναντίας χρεωστοῦμεν νὰ ὑψώσωμεν πάντοτε τὴν αὐθεντίαν τῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ τὴν ἐπιβάλλωμεν εἰς τὸν λαὸν, τότε εἶναι ἀνεξάρτητος ἡ Συνέλευσις. Πρόκειται περὶ καταδιώξεως συνωμοσιῶν, καὶ μᾶς προτάττουσι τὰ στήθη τοῦ λαοῦ, ὡς ἂν οὗτος ἦτο καταδικασμένος νὰ ζῇ εἰς τὸ «τὶς εἶ», νὰ ᾖναι μὲ τὸ ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας πάντοτε καὶ νὰ φυλάττῃ ἡμᾶς. Ἐνῷ γνωρίζομεν, ὅτι ὁ λαὸς δὲν εἶναι παρεσκευασμένος εἰς τὰ ὅπλα καὶ ὅτι ἀρκετὰ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του ἐπὶ 3 μῆνας, πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωμεν νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τῆς ὑλικῆς του ὑπάρξεως. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ᾖναι αἰωνίως εἰς τὰ ὅπλα· πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ τὸν ἐξασφαλίσωμεν ἀπὸ τῶν συνωμοσιῶν παρὰ ν’ ἀναθέτωμεν εἰς αὐτὸν αὐτὸ τὸ βάρος. Βλέπετε, ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει διαφορὰ γνωμῶν καὶ τοιαῦται διαφοραὶ κατὰ δυστυχίαν ἐπαρουσιάσθησαν ἀνέκαθεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον εἰς παρομοίας περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα. Ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατεδίωκον τοὺς συνωμότας, καὶ ἕτεροι, οἵτινες ἐν καλῇ πίστει πολλάκις τοὺς ὑπερησπίσθησαν· τὸ κατ’ ἐμὲ, λέγω τὸ ἐναντίον ἡ συνωμοσία πρέπει νὰ καταδιωχθῇ, οἱ συνωμόται νὰ καταδικασθῶσιν, ἐὰν τοιοῦτοι ἀποδειχθῶσιν. Ἐὰν εἰς τὴν Ῥώμην ἡ Γερουσία ἐπείθετο εἰς τοὺς φρονίμους λόγους τοῦ Κικέρωνος καὶ ἐπρολάμβανε καὶ ἐτιμώρει τὴν συνωμοσίαν τοῦ Κατιλίνα, ἐὰν ὁ χαρακτὴρ τῶν Ῥωμαίων Γερουσιαστῶν δὲν ἦτο διεφθαρμένος ἀπὸ τὴν φιλαρχίαν, ὥστε νὰ ὀλιγωρῶσι τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἡ βιαία κατάλυσις τῆς δημοκρατίας ἐκείνης καὶ ἡ ἀντικατάστασις ἐξουσίας δεσποτικῆς καὶ αὐθαιρέτου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπήδησαν καὶ τέρατα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάμνησις καὶ σήμερον μᾶς φέρει φρίκην, ἤθελε βραδύνει περισσότερον· καὶ ἡ δημοκρατία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπλήρωσε τὸν κόσμον ὅλον μὲ τὰ κολοσσιαῖα ἔργα, κινοῦσα τὸν θαυμασμὸν ἤθελε διατηρηθῆ περισσότερον χρόνον. Ἐὰν ὁ Μάρκος Ἀντώνιος δὲν ἐπαρουσιάζετο εὐπατρίδης μὲ τὴν εὐγλωττίαν του, μὲ τὸ ὄνομά του, μὲ τὴν νεότητά του νὰ ὑπερασπίσῃ τὰς συνωμοσίας καὶ νὰ σώσῃ τοὺς αἰτίους ἀργότερα δὲν ἤθελον παρουσιασθῆ αἱ προγραφαὶ τοῦ Σύλλα καὶ τοῦ Μαρίου. Ἐὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἦταν οἱ Κλέωνες καὶ οἱ Δημάδαι, οἱ ὁποῖοι νὰ θωπεύουν τὸν λαὸν καὶ νὰ τὸν κολακεύουν νὰ μὴ ἀκούῃ οὐδεμίαν φωνὴν πατριωτικὴν, ἐὰν οἱ κόλακες τοῦ Μακεδόνος δὲν ἤθελον ἀποδιώξει πᾶσαν πατριωτικὴν φωνὴν, ἐὰν ὁ φόβος δὲν κατελάμβανεν ὅλους τοὺς πολίτας καὶ αὐτὸν τὸν Δημοσθένην, καθότι, ὅταν ὁ Ἀλέξανδρος εἰσέβαλλεν εἰς τὴν Φωκίδα, καὶ ὁ κῆρυξ ἠγέρθη ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ εἶπε «τίς ἀγορεύειν βούλεται», οὐδεὶς εὑρέθη νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν προκειμένων τῇ πολιτείᾳ συμφερόντων.
§144ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθῆ, παραμορφόνετε τὴν ἱστορίαν.
§145ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, ἐλθὲ νὰ τὰ εἴπῃς ἀπὸ τὸ βῆμα. Κύριοι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπαθεν ὁ Δημοσθένης τότε, φοβοῦμαι μὴ τὸ πάθωμεν πολλοὶ ἐξ ἡμῶν τώρα, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν (θόρυβος)· πολὺ φοβοῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τοὺς αὐτοὺς κινδύνους, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν οὕτω φοβούμενοι, θὰ ὑπερισχύσῃ ἡ ἐπανάστασις νὰ μᾶς ἐπιβάλλῃ σιωπήν· νομίζω, ὅτι οἱ ὀπαδοὶ τῆς προτάσεως θὰ τὸ πάθωσιν εἰς ἄλλην θέσιν... Ἐγὼ δὲν θέλω, Κύριοι νὰ ἀποδώσω ἔλλειψιν πατριωτισμοῦ εἰς κανένα, δὲν θέλω ν’ ἀποδώσω κακὴν πίστιν, ἴσως ἔχουν ἄλλοι καλοὺς σκοποὺς, βεβαίως ἐπιθυμοῦν τὸ δημόσιον συμφέρον, καὶ εἰς τὰς πεποιθήσεις αὐτῶν στηριζόμενοι ἀποκρούουσι τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰ ἔκτακτα μέτρα· τοῦτο προέρχεται βεβαίως ἀπὸ τὴν διαφορὰν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐκτιμῶσι τὰς περιστάσεις· νομίζω, ὅτι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν λογικὴν οἱ ἀποκρούοντες τὰ ἔκτακτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἡ ἱστορία ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ μάλιστα τῆς Γαλλίας, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ περιστάσεις, ὁ πολιτισμὸς, οἱ ἄνθρωποι διαφέρουσιν ἀπὸ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἡμεῖς εὑρισκόμεθα, ἠμποροῦμεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν ἱστορίαν αὐτῆς, ἥτις εἶναι πολὺ πρόσφατος, καὶ εἶναι μέγα τόλμημα εἰς ῥήτορα τῆς Συνελεύσεως νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἤξευρον τὶ ἔκαμνον, ὅτι δὲν ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν οὐδὲ τὰ συμφέροντα τοῦ ἀτόμου, οὐδὲ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, καὶ ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ σοφώτεροι καὶ γνωρίζομεν καλλίτερα πῶς νὰ προλάβωμεν τοὺς κινδύνους, προχθὲς ἀκόμη συνῆλθε μία Συνέλευσις εἰς τὴν Γαλλίαν τοῦ 48, καὶ παρεδέχθη καὶ ἐκείνη τὰ ἔκτακτα μέτρα, καὶ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, καθιέρωσε νόμον τακτικὸν εἰς ἔκτακτον κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἀφοῦ διωργάνωσε τὴν πολιτείαν, τοὺς ἔδωκεν εἰς τὸ κράτος τοιοῦτον νόμον, ὥστε αὐτοὶ οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους κακῶς ποιοῦντες οἱ ἀντιπρόσωποι χαρακτηρίζουσιν ὡς ἀτάκτους, εἶναι τακτικοὶ εἰς τὰ λοιπὰ ἔθνη, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι· ἐπὶ δύο ἔτη οἱ Ἄγγλοι, ὅταν συνελάμβανον Ἀμερικανοὺς, τοὺς ἐκρέμων εἰς τὰ πανιὰ, διότι τοὺς ἐθεώρουν ὡς ἀποστάτας· μετὰ ταῦτα οἱ Ἄγγλοι συναισθανθέντες, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπέκτησαν δικαιώματα ἐπὶ τῆς διαρκείας τοῦ πολέμου, ἔπαυσαν νὰ τοὺς συλλαμβάνωσι Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη εἶχον αὐτοὺς τοὺς νόμους· καὶ τὰ ἔκτακτα μέτρα δὲν ἀποβλέπουσιν εἰμὴ στάσεις ἐνόπλους· λοιπὸν λέγω, ὅτι οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀποκρούουσι τὰ μέτρα δὲν στηρίζονται εἰς οὐδένα λόγον, ὅταν πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ Κυβέρνησις ἰσχυρὰ, Κυβέρνησις νόμιμος, Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν κοινωνικὸν σκοπὸν, ἡ ὁποία νὰ δώσῃ ἰσχὺν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ Ἡγεμόνος· καὶ ὄχι νὰ λάβωμεν κατὰ τύχην ὁποιονδήποτε, πρέπει ταύτην νὰ ἐνισχύσωμεν διὰ τῶν ἐκτάκτων μέτρων, διότι ἄλλως δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν οὔτε τὴν κοινωνίαν, οὔτε τὸ ἄτομον.
§146ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, ἐφωτίσθημεν.
§148ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐφωτίσθητε σεῖς, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω περισσότερα φῶτα, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπομονὴν, νὰ περιμένητε καθὼς ἐπερίμενον καὶ ἐγὼ καὶ ἤκουσα μετὰ προσοχῆς καὶ ὑπομονῆς. Βεβαίως καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ τὸ κοινὸν γνωρίζει, ὅτι ἐγὼ δὲν καταγίνομαι ἀπὸ καιροῦ εἰς τὰ ἔργα τὰ δικηγορικὰ διὰ νὰ ἦμαι δικαστὴς, ῥήτωρ, ὡς οἱ προλαλήσαντες, οἵτινες μεταξὺ των προσεπάθουν ὁ εἷς τοῦ ἄλλου νὰ καταπλήξῃ τὴν εὐγλωττίαν· τοῦτο μὲ ἐλύπησε, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ἤθελεν ἔλθει ὁμιλῶν ὑπὲρ τῶν πραγμάτων, καὶ ἤθελεν ἔλθει νὰ καταδείξῃ γυμνὰ τὰ πράγματα καὶ νὰ μὴ τὰ περιβάλλῃ μὲ εὐγλωττίαν δι’ ἧς νὰ προσπαθῇ νὰ συγκινήσῃ τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸ ἀκροατήριον· ἐγὼ θὰ ἔλθω εἰς τὰ πράγματα. Ὅσοι ἐλάλησαν ὑπὲρ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅλοι ἦλθον ἐδῶ ἐν τῷ μέσῳ αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ λαοῦ, ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ ἄτομα, ἅτινα εὑρίσκονται ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως· δὲν πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν πολλὴν ἐμπιστοσύνην, καθότι ὁ ἀναχωρήσας ἐκ τοῦ ἑδωλίου τούτου ἡγεμὼν εἰς τίποτε δὲν καταγίνεται, παρὰ πῶς νὰ μᾶς διαφθείρῃ καὶ νὰ μᾶς καταστήσῃ ἀνικάνους τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα ἔρωτος, μὲ ἄλλους λόγους διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἰδέαν των, ἔστησαν, Κύριοι, μίαν κλίμακα καὶ ἀνέβησαν τὰς βαθμίδας τὴν μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης, καὶ μίαν ἄφησαν χωρὶς νὰ τὴν πατήσωσιν· ἤθελον τοὺς παρακαλέσει ν’ ἀναβῶσιν αὐτὴν τὴν βαθμίδα, καὶ πολὺς λόγος ἐγένετο μὴ ἐπ’ αὐτῆς τῆς βαθμίδος ἐκάθητο ἡ ἐπιτροπὴ, ἣν θέλετε νὰ ἐξάξητε ἀπὸ τὸ μέσον αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως· ἔρχεσθε εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ὑποπτεύεσθε ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας καὶ θέλετε ἁγνὴν καὶ καθαρὰν τὴν ἐπιτροπὴν τῶν 7 ἀνθρώπων, οὓς θὰ θέτητε ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης, καὶ δὲν φοβεῖσθε μὴ ἡ διαφθορὰ, ἣν ὁ ἡγεμὼν παρέχει, δὲν περιβάλλῃ καὶ ταύτην τὴν ἐπιτροπήν; Ἀλλ’ ἐδῶ βλέπετε, ὅτι οἱ ὑπερασπιζόμενοι τὸν σχηματισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν, ἀναπολήσατε εἰς τὴν μνήμην σας τὸν λόγον τοῦ Κ. Δεληγεώργη καὶ θέλετε ἀνακαλύψει ἐκεῖ μίαν εὐρυεστάτην ὑπεκφυγὴν, ἣν θέλετε εὑρεῖ γυμνὴν καὶ παχυλὴν εἰς τοὺς λόγους τοῦ πρὸ μικροῦ καταβάντος τὸ βῆμα τοῦτο· ὁ Κ. Δεληγεώργης σᾶς εἶπε, θέλετε σχηματίσει ἐπιτροπὴν καὶ θέλετε τὴν ἀφήσει ἐλευθέραν διὰ νὰ ἤμεθα ἐξησφαλισμένοι, δὲν θὰ τὴν φέρωμεν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καθ’ ἑκάστην νὰ δίδῃ λόγον, διότι τότε τὰ μυστήρια τῆς δικαιοσύνης παραλύουν, ἀλλ’ ὁ τελευταῖος σᾶς εἶπε, διατί ταράττεσθέ τινες πιστεύοντες, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπερ φέρω ἐνώπιόν σας, εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ζήτημα ὑπουργικόν· ἡμεῖς ἴσα ἴσα θέλομεν νὰ σηκώσωμεν αὐτὴν τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, θέλομεν νὰ τὴν ῥίψωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἣν ἑκάστοτε νὰ φέρωμεν ἐδῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ν’ ἀνακινῇ τὴν πορείαν τῆς ἀνακρίσεως, βλέπετε, ὅτι ἤρχισαν ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτων ἰδεῶν διὰ νὰ μᾶς ἀποπλανήσωσι, διὰ νὰ μᾶς ἁρπάσωσι τὸν σχηματισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ Κ. Πετσάλης πολὺ πικραμένος εἶναι, διότι τὰ ἔκτακτα μέτρα, ἅτινα ἐπρότεινε, δὲν τὰ ἠσπάσθη ἡ Συνέλευσις, δὲν τὰ υἱοθέτησε, διὰ νὰ τὰ ἀναδείξῃ εἰς τὴν κοινωνίαν, ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ λέγει εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι κακὸν ἐπράξατε, ὅτι εἰς αὐτὰ κεῖται ἡ ἀλήθεια· ἔρχεται νὰ ἐλέγξῃ ἐκείνους, οἵτινες εἶχον ἀντιθέτους ἀρχὰς, ἔρχεται ἀρυόμενος τὰς πεποιθήσεις του ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως καὶ πρὸ μικροῦ ἤθελε νὰ ἐλέγξῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν τὰς παραδέχονται. Λοιπὸν, Κύριε Πετσάλη, θιασώτα τῶν Γαλλικῶν πράξεων, ποῖον εἶναι τὸ παράδειγμα ὅλων αὐτῶν τῶν ἔργων τῆς Γαλλικῆς μεταπολιτεύσεως; ποῖον εἶναι τὸ παράδειγμα τῶν τελευταίων πράξεων τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Γαλλίας; Νὰ σοὶ τὸ εἴπω ἐγώ· εἶναι ὁ αὐτοκράτωρ Ναπολέων, ὁ ὁποῖος κάθηται ἐπὶ τοῦ θρόνου, εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος κατέστρεψεν ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα. Ἐκ τούτου, Κύριε Πετσάλη, προκύπτει, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ ἐπανάστασις, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ φέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον προσεδόκα ἡ Γαλλία. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι ἡμεῖς, ἴσα, ἴσα πρὸς τὴν Γαλλικὴν ἱστορίαν ἀποβλέποντες, νὰ παρακολουθῶμεν τὰς φρενοτροπίας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, καὶ νὰ ῥίψωμεν τὸ ἔθνος εἰς τὴν χρῆσιν τῶν ἐκτάκτων μέτρων. Αἲ, Κύριε Πετσάλη! Θέλεις νὰ ἴδῃς τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκτάκτων μέτρων; λάβε τὴν καλοσύνην νὰ περιέλθῃς τὴν Πελοπόννησον, καὶ ἐκεῖ θὰ ἀπαντήσῃς τοὺς θρήνους, τοὺς ὁποίους ἐπροξένησαν τὰ ἔκτακτα δικαστήρια τοῦ Ὄθωνος, ἐκεῖ θὰ ἴδῃς ἀκόμη τὴν λύπην, τὴν ὁποίαν ἐνέπνεεν ὁ τρόμος εἰς τὰς καρδίας οἰκογενειῶν, τὰ τέκνα, τῶν ὁποίων τὰ ἔκτακτα ἐκεῖνα δικαστήρια παρανόμως ἔθαψαν δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Ἐκτιμῶ τὰ φῶτά σας, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ τὰ συνδέητε μὲ τὴν πεῖραν, πρέπει περισσότερον νὰ βασανίζητε τὰ πράγματα, παρὰ τὰς ἰδέας, παρὰ τὰ δείγματα ἐν τοῖς δικαστηρίοις τῶν ἐθνῶν. Ὅταν κατὰ πρώτην φορὰν, Κύριοι, ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Χαλκίδος ἀναβὰς τὸ βῆμα τοῦτο, κατέθεσε τὰ περὶ ἐκτάκτων μέτρων ψηφίσματά του, ἐγένετο ἂν ἐνθυμῆσθε μία συζήτησις καὶ μία νευρώδης ὑπεράσπισις τῶν κειμένων νόμων κατὰ τῶν ἐκτάκτων μέτρων τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Ἀθηνῶν, Κ. Καλλιγᾶ, ὅστις ἔπεισε καὶ τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸ ἀκροατήριον· καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι ἐστηρίζετο καὶ εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ εἰς τὸ δίκαιον· καὶ ἠξεύρετε τί ἤκουσα, Κύριοι, ὅταν ἀνέφερεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὸν μεγαλεπίβουλον ἐκεῖνον ἄνδρα τῆς Ἰταλίας, τὸν Καβοὺρ, ὅστις δὲν ἀπέβλεψεν εἰς αὐτὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀποκρούει ἡ σημερινὴ ἐποχὴ, ὁ σημερινὸς αἰὼν; ἤκουσα νὰ λέγῃ τις ἐκ τῶν καθισμάτων ἐκεῖ, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν Καβούρ. Αἲ, Κύριοι! καὶ ἆρά γε δὲν εἶναι φόβος, διότι δὲν ἔχομεν ἄνδρα τοιοῦτον νὰ δώσωμεν εἰς τὰς χεῖράς του τὴν δίστομον μάχαιραν τῶν ἐκτάκτων μέτρων, ἐὰν δὲν ἔχητε κἄποιον νὰ προστατεύσῃ τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος καὶ νὰ διευθύνῃ αὐτήν; καὶ δὲν φοβεῖσθε, διότι δὲν ἔχετε Καβοὺρ, νὰ δώσητε εἰς χεῖρας ἐπιτροπῆς ἐκτάκτου μίαν δίστομον μάχαιραν, νὰ τὴν κινήσῃ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ νὰ μᾶς κατασπαράξῃ; Εἷς ἄλλος, ῥήτωρ ἔντιμος, κατόπιν τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ, ἤκουσα νὰ προσβάλλῃ τὴν φιλοσοφίαν καὶ τὴν ἀλήθειαν· καὶ τί ἄλλο εἶναι ἡ φιλοσοφία, παρὰ ἡ μήτηρ τῶν ἐπιστημῶν; καὶ τί εἶναι ἐπιστήμη, παρὰ ἁγνὴ καὶ καθαρὰ ἡ ἀλήθεια; καὶ πῶς τολμᾷ τις νὰ ἔλθῃ νὰ προσβάλλῃ τὴν ἀλήθειαν, τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς στηρίζεται πᾶσα κοινωνία; Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπερπηδήσητε ὅλα τὰ ὅρια διὰ νὰ φθάσητε εἰς τὸν πόθον, τὸν ὁποῖον ἔχετε εἰς τὰ ἔκτακτα μέτρα. Πρέπει καὶ ἡ φιλοσοφία νὰ κύψῃ τὸν αὐχένα της, καὶ ἡ ἱστορία ἀλλεοτρόπως νὰ ἐξηγῆται. Ἀλλ’ ὅ,τι δὲν δύναμαι νὰ χωνεύσω, Κύριοι, καὶ τὸ ὁποῖον πιστεύω, ὅτι δὲν ἐχώνευσεν οὔτε αὐτὴ ἡ Συνέλευσις, εἶναι τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα τοῦ τελευταίου λαλήσαντος· ἠξεύρετε τί ἀπήντησεν, ὑποστηρίζων τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς ὁ Κύριος Πετσάλης; Αἲ, Κύριοι! θέλετε, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἐκάμομεν ὑπεύθυνον, νὰ μένῃ ὑπεύθυνον, καὶ δὲν συμφέρει καλλίτερον νὰ θέσωμεν ἐπιτροπὴν, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ σηκώσωμεν τὴν εὐθύνην του; Καὶ ἂν, Κύριοι, δὲν προλάβωμεν τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ ἐπιτηρήσῃ τὴν ἀνάκρισιν, ποῦ θέλομεν εὕρει αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον τὸ ὑπεύθυνον νὰ τὸ δικάσωμεν, ἐὰν ἀμελήσωμεν πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὁπόταν ἐπέλθῃ τὸ φάσμα τὸ μελετώμενον τῆς ἀντεπαναστάσεως, καὶ παραλύσῃ ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας; Αἲ, Κύριοι! καὶ μήπως αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἐπήραμεν ἀπὸ τὸν δρόμον; καὶ μήπως αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν συνίσταται ἀπὸ μέλη ἀνήκοντα εἰς τὴν Συνέλευσιν; καὶ μήπως ἡ Κυβέρνησις δὲν παριστάνῃ αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν σεῖς θέλετε νὰ καθιερώσητε ἐκ δευτέρου; καὶ πῶς καλλίτερον ἀσφαλίζεσθε μὲ 7 παρὰ μὲ 8 μέλη, τὰ ὁποῖα ἔχετε; Δὲν φοβοῦμαι οὔτε τὰ ἔκτακτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε, οὔτε τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε, ἀλλὰ πρέπει νὰ φοβοῦμαι, καὶ φοβοῦμαι, ἠξεύρετε τί; μήπως αὐτοὶ οἱ ἐνθουσιασμοὶ μᾶς ὠθήσωσι πέραν τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σταθῇ τὸ Ἔθνος, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ σώσῃ τὴν ὕπαρξίν του. Ἀποκρούω αὐτὴν τὴν ταχύτητα, καθόσον ἀφορᾷ τὴν δικαιοσύνην, διότι ἡ δικαιοσύνη δύναται ἐνώπιον αὐτῆς τῆς ταχύτητος νὰ καταῤῥεύσῃ· ἀποκρούω ἔτι μᾶλλον τὴν ὑποψίαν καὶ τοὺς δισταγμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔχουν πολλοὶ καὶ ἔρχονται νὰ ἐκφράσουν κατὰ τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως, καὶ οἵτινες ἐνδεχόμενον νὰ ᾖναι πολὺ ἱκανώτεροι, πολὺ τιμιώτεροι ἀπὸ ἐμέ· εἶναι λυπηρὸν νὰ ἐκφράσωμεν αὐτοὺς τοὺς φόβους πρὸς συμπολίτας. Ὁ Κύριος Πετσάλης, τὸν ὁποῖον μεθ’ ὑπομονῆς ἐγὼ ἤκουσα, συνειθίζει πάντοτε νὰ χλευάζῃ καὶ τὰς ἰδέας καὶ τὰς πράξεις τῶν ἄλλων· ἔῤῥιψεν ἓν σκάνδαλον ἀρκετὰ σπουδαῖον ἐν μέσῳ ἡμῶν. Ἤθελε νὰ μᾶς παραστήσῃ, ὅτι δὲν ἔχομεν οὔτε ἀρχὰς οὔτε φρονήματα, ὅτι κυμαινόμεθα ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τὸν εἴπω, ὅ,τι καὶ ἀρχαὶ καὶ φρονήματα ὑπάρχουσι, καὶ κρίσις μεγαλειτέρα τῆς ἰδικῆς του ὑπάρχει· ἐδῶ καὶ θὰ τὸν ἀποδείξω ἀμέσως, ὅτι μὲ ἠλεκτρικὴν ταχύτητα ἀπὸ τὸν βόρειον πόλον μὲ ἔφερεν εἰς τὸν νότιον.
§149ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ ἀπὸ τὸν νότιον εἰς τὸν βόρειον.
§150ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, καταστρέφων τὸν λόγον μου, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀποκρούσῃ τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς, διότι, ὅσον καὶ ἂν σᾶς τὴν παριστάνουν στενὴν, ἐπειδὴ ἐπιτηρεῖ τὴν δικαιοσύνην, ἔχει μεγίστην ἀξίαν καὶ μεγίστην βαρύτητα. Προσέξατε μήπως σᾶς ἀπατήσῃ ἡ ἰδέα, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ οὐδὲν μέγα ἔργον, διότι ἐπιβλέπομεν δικαιοσύνην, καὶ κἀνένα ἄλλο ἀντικείμενον δὲ τρομάζει τὸν πολίτην, παρὰ τὸ ἀντικείμενον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ καθιερώσῃ τὰ δικαιώματά του, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τιμήν του, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν ἐθνισμόν του· τὸ ὁποῖον, λέγω, ἀντικείμενον ἀντικρύζει κατὰ μέτωπον τὴν δικαιοσύνην· καὶ ὅταν ὁ Κύριος Πετσάλης μεταβῇ ἡσύχως εἰς τὴν οἰκίαν του, ἐκεῖ ἐν ἀνέσει συλλογιζόμενος καὶ μὲ ψυχρὸν αἷμα, θὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ θὰ πεισθῇ ὅτι πλανᾶται.
§151ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν. (θόρυβος).
§152ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Κύριοι, ἠναγκάσθην νὰ καταταχθῶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διότι πάντοτε δὲν εὗρον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εἰλικρίνειαν (θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε, σταθῆτε νὰ σᾶς εἴπω πράγματα. Ἠναγκάσθην νὰ καταταχθῶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διότι δὲν εὗρον, Κύριοι, τὴν εἰλικρίνειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω διὰ πραγμάτων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε ποτὲ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν εἰλικρίνειαν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι, ὅταν ὁ Πληρεξούσιος Ἀττικῆς Κ. Κολιάτσος ἐκατηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐνθαῤῥύνει τὴν Ἐθνοφυλακὴν, δὲν τῆς δίδει ὅπλα, ὅτι δὲν συσταίνει τὴν Ἐθνοφυλακὴν ἐξ ἐπίτηδες, τί σᾶς εἶπε τότε ὁ Ὑπουργός; Σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχομεν ὅπλα, καὶ ὅλοι ἡμεῖς εἴπαμεν, βεβαίως, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχῃ ὅπλα, δὲν ἔχει νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἐθνοφυλακήν· ἐν τούτοις τί ἀποδεικνύεται κατὰ τὴν ἔνδοξον μεταπολίτευσιν τῆς 9 Φεβρουαρίου, ὅτι εἶχεν ὅπλα, ὅτι ὅλοι οἱ πολῖται ἔχουν ἀπὸ τρία ὅπλα, διότι ἔκλεψαν τὰς ἀποθήκας· βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν ἦτον ἀληθές.
§153ΠΟΛΛΟΙ. Καὶ τί σχέσιν ἔχει; (θόρυβος).
§154ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δυσπιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὁ Κύριος Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἤθελε νὰ δώσῃ τὰ ὅπλα εἰς τὴν Ἐθνοφυλακήν. Ἀλλά, Κύριοι, ἐπερωτᾶται ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τὸν ἔντιμον Πληρεξούσιον Δαγρὲν, ὅτι εἰς τὴν Μεσσηνίαν ἐνεργεῖται ἀντεπανάστασις· ἐντὸς 5 ἡμερῶν λέγει, ἔχομεν ἀντεπανάστασιν. Τί μᾶς λέγει ὁ Ὑπουργός «ψεῦμα»· (θόρυβος). Θέλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις σᾶς γελᾷ.
§155ΚΑΦΕΝΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ὄχι· δὲν μᾶς γελᾷ, ν’ ἀνακαλέσῃς τὸν λόγον σου· τί λόγος εἶναι αὐτός;
§156ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Καὶ ὅλοι παρεξήγησαν τὴν ἐπερώτησιν τοῦ Δαγρὲ, εἶπον, ὅτι εἶναι σκόπιμος, ὅτι τὴν ἔβγαλεν ἐπίτηδες. Ἀλλὰ τί γίνεται; Ἀμέσως μετὰ 5 ἡμέρας σηκώνεται ἡ σημαία τῆς ἀντεπαναστάσεως.
§157ΚΑΦΕΝΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ποῦ εἶναι ἡ ἀντεπανάστασις;
§158ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Ἐρωτήσατε τὸν Κύριον Δαγρέν· ἐδῶ εἶναι ὁ Δαγρὲς καὶ ἂς μὲ διαψεύσῃ· τοῦ δίδω τὸ δικαίωμα. Τί γίνεται ἔπειτα; Ἀνακαλύπτεται συνωμοσία κατὰ τῶν καθεστώτων· δὲν εἶναι Ἕλληνες οἱ συνωμόται, δὲν εἶναι ὅλοι· ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν, ἂν οὐχὶ τὴν ἔλευσιν τοῦ Ὄθωνος, τοὐλάχιστον βεβαίως τὰ διαδοχικὰ δικαιώματά του, καὶ πνέουν ἐκδίκησιν καθ’ ἡμῶν, διότι δὲν κατέχουν τὰς ἕδρας τῶν Πληρεξουσίων· εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐκπίπτουν εἰς πάθη· τὸ πάθος μᾶς ἔκαμε νὰ τρέξωμεν καὶ μακρύτερα. Τί σᾶς λέγεται, Κύριοι; σᾶς λέγεται, ὅτι ὁ Βερνάου, πρόξενος τῆς Βαυαρίας μοιράζει χρήματα· ποία Κυβέρνησις ἠμποροῦσε τὸν Βερνάου αὐτὸν, ἀφοῦ μοιράζῃ χρήματα, ἀφοῦ εἰδοποιήθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δύο συναλλάγματα ἐστάλησαν ἀπὸ τὴν πατρίδα τοῦ Ὄθωνος 80,000,000 δραχμῶν καὶ ἐξαργυρόνονται, δὲν λαμβάνει πρόνοιαν ἀμέσως νὰ τὸν συλλάβῃ, καὶ νὰ τὸν κάμῃ κατ’ οἶκον ἔρευναν; (θόρυβος). Βλέπετε λοιπὸν, ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ τί μᾶς λέγει; ὅτι τὸν ἐδιώξαμεν τὸν Βερνάου, καὶ ἐπείσθημεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἔφυγε, καὶ ὁ Βερνάου εἶναι ἐδῶ· καὶ ἡ Κυβέρνησις βλέπετε, ὅτι δὲν ἐνήργησε τίποτε. Κατ’ οἶκον ἔρευνα δὲν ἐνεργήθη. Λέγομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησε τὰ καθήκοντά της, καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνήργησε τίποτε. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξέθεσε τὴν ἀλήθειαν, ὡς ὁ Κύριος Ζαήμης εἶπεν, ὅτι ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ λέγωνται τυχαῖα, ἀλλὰ πρέπει νὰ λέγωνται γεγονότα· ἐν τούτοις ὅσαι ἐπερωτήσεις βέβαιαι ἐγένοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ποτὲ δὲν μᾶς εἶπον τὴν ἀλήθειαν. Μᾶς λέγουν, πῶς λοιπὸν τώρα ἡμεῖς θέλομεν νὰ φρουρήσωμεν τὸ ἔθνος μας ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως; (θόρυβος). Ἐνθυμεῖσθε εἰς τὴν συνωμοσίαν τοῦ Μαΐου, τὴν ἐνθυμεῖσθε; Ἐνθυμεῖσθε εἰς τὰ βουλεύματα τοῦ συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅπου ἀναφέρεται, ὅτι εἶναι συνωμόται καὶ οἱ Γερουσιασταί. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὰ ὀνόματα αὐτὰ δὲν ἐλέγοντο ἐκεῖ μέσα. Διατί τοὺς ἔκρυψε τὸ συμβούλιον; Σήμερον τίς ἠξεύρει, ὅτι μεταξὺ ὑμῶν δὲν θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐπήραμεν μεταξὺ ἡμῶν χρήματα, καὶ τὸ συμβούλιον αὐτὸ θέλει νὰ κρύψῃ τὰ ὀνόματα; Κύριοι, δὲν πείθομαι ποτὲ, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν Ἑλλήνων, καὶ ὅτι οἱ Κύριοι Πληρεξούσιοι ἔλαβον χρήματα διὰ νὰ ἐπαναφέρουν τὸν Ὄθωνα ἢ νὰ διατηρήσουν τὰ διαδοχικὰ δικαιώματά του· διότι, ἂν καὶ ἡμεῖς εἴπωμεν, ὅτι διατηροῦμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Βαυαρικοῦ οἴκου, δὲν θὰ μᾶς ἀκούσῃ ὁ λαός. Λοιπὸν δὲν πείθομαι, ὅτι αὐτοὶ ἐπῆραν χρήματα διὰ νὰ διατηρήσουν τὰ διαδοχικὰ δικαιώματα τοῦ Βαβαρικοῦ οἴκου, ἐπῆραν ὅμως χρήματα διὰ τὴν τσέπην των, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος Πληρεξούσιος Καλλιγᾶς· αὐτοὺς θέλω νὰ τοὺς παραδώσω εἰς τὴν κοινὴν γνώμην· εἶναι καθῆκον τῆς ἀνακρίσεως νὰ τοὺς ἀνακαλύψῃ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν θὰ φέρῃ ὀνόματα, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην ὀνομάτων· διότι μόνη ἡ ἰδέα χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα, μόνον αὐτὸ εἶναι ἔγκλημα προδοσίας· εἶναι μεγαλείτερον ἔγκλημα αὐτό. Κύριοι, ἀκούσατε καὶ ἓν ἄλλο σπουδαιότερον. Φίλος μού τις σήμερον μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν ἀνάκρισιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως βιάζεται νὰ παραιτηθῇ, ἐὰν δὲν τῷ ἐπιτρέψουν τὴν ἄδειαν νὰ συλλάβῃ τινὰ ἄτομα (θόρυβος). Λέγω λοιπὸν, ὅτι αὐτὸς ὁ ἀνακριτὴς βιάζεται νὰ παραιτηθῇ, ἐὰν δὲν τὸν ἐπιτρέψουν νὰ συλλάβῃ μερικὰ ἄτομα. Δὲν πιστεύω, Κύριοι. Ἀλλ’ εἷς πληρεξούσιος μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἄδειαν διὰ τὴν σύλληψιν· λέγω ὅτι ἔχομεν μεγάλην ἀνάγκην· διότι ἐὰν ἐνεργήσῃ παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, τότε τὸν παύει καὶ ἀποθνήσκει τῆς πείνης (θόρυβος). Δὲν τὸ παραδέχομαι, τὸ ἀποκρούω. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ἐὰν αὐτὸς ὁ ἀνακριτὴς ἔχῃ τὴν τόλμην, δὲν τὸν ἀφίνει ὁ προϊστάμενός του, ἢ τὸ Ὑπουργεῖον, ἢ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος· ἐὰν εἶχε τὴν τόλμην νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του, καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι παραιτοῦμαι, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν μὲ ἄφησε νὰ συλλάβω αὐτοὺς καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τὸ ἐννοῶ. Τότε ἠμποροῦμεν νὰ καθήσωμεν κατηγορούμενον τὸ Ὑπουργεῖον ὁλόκληρον· ἀλλ’ ἐὰν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ᾖναι ἀσθενοῦς χαρακτῆρος καὶ ὑποκύψῃ καὶ παρασιωπήσῃ, τότε, τί γίνεται; καλύπτεται τὸ ἔγκλημα. Διὰ τοῦτο λοιπὸν, διότι φοβεῖσθε μίαν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ σκέπτηται καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι ὁ Χαράλαμπος τοῦ Λαμπράκη ἔλαβε χρήματα;...
§159ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον!
§160Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Εἶναι πολὺ σπουδαῖον, Κύριε, πατριῶτα! Θέλω λοιπὸν τὰ μέλη αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἵστανται μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συνελεύσεως, καὶ νὰ ἐπιτηροῦν ἁπλῶς διὰ νὰ γνωστοποιήσουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπῆραν χρήματα.
§161ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἀνέβην διὰ νὰ ἐπιφέρω γνώμην τινὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἀλλ’ ἀνέβην μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ διαψεύσω λόγους τινὰς, λεχθέντας ἐνταῦθα, προσάπτοντας κηλίδα τινὰ, καθόσον ἀφορᾷ τὴν πορείαν τῆς ἐξουσίας πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ προδοθέντος ἐγκλήματος. Ἐλέχθη, ὅτι δῆθεν ὁ ἀνακριτὴς, διότι δὲν εἰσακούεται νὰ συλλάβῃ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἔνοχα τοῦ ἐγκλήματος αὐτοῦ, ζητεῖ τὴν παραίτησίν του· αὐτὸ εἶναι ψεῦδος. Διαβεβαιῶ τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἔδωκα ῥητὴν ἐντολὴν εἰς αὐτὸν τὸν ἀνακριτὴν νὰ ἐνεργήσῃ αὐστηρῶς τὰ καθήκοντά του.
§162ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν (θόρυβος).
§163ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Φέρω, Κύριοι, μίαν σκέψιν ἐν δυσὶ λέξεσιν, θὰ σᾶς τὴν καθυποβάλλω.
§164ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, ἐφωτίσθημεν.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν ἐφωτίσθη.
§166ΑΝΤΥΠΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (θόρυβος).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, ἐκεῖνοι ἂς ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ἅπαντες). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μή.
§169ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὑπάρχουν τὰ καθήκοντά της;
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις περὶ τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτηρητικῆς ἐπιτροπῆς.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω δι’ ἀναστάσεως....
§172ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἀνεγνώσθη, ἐκεῖνοι θὰ εἴπουν ναὶ, ὅσοι δὲν τὴν παραδέχονται θὰ εἴπουν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 162, 69 ὑπὲρ τῆς ἐπιτροπῆς, 92 κατὰ, ὥστε δὲν παρεδέχθη διὰ ψήφων 92 κατὰ 69, ἡ σύστασις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ συνεδρίασις διαλύεται, ὥρα 7 παρὰ 25.
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Γ. Μ. Ῥοῦφος.