1863.02.18
1,826 rows · 14,959 words · 141 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΝΓʹ.
Τῆς 18 Φεβρουαρίου 1863
(Δευτέρα).
Ὥρα 12 καὶ ¼ Μ. Μ. Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ πρεσβύτερος τῶν πληρεξουσίων Κ. Δ. Κριεζῆς.
Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, καταλάβετε τὰς ἕδρας σας· πρόκειται περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου.
§2ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Αὔριον.
§3ΕΤΕΡΟΙ. Σήμερον. Τουλάχιστον νὰ ἐκλέξωμεν μόνον τὸν Πρόεδρον.
§4ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, σήμερον πρόκειται νὰ ἐκλέξωμεν τὸν Πρόεδρον· ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἴμεθα προδιατεθειμένοι καὶ πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν αὐτὸ διὰ τὴν αὔριον, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα μόνον νὰ ἐκλέξωμεν τὸν Πρόεδρόν μας καὶ νὰ τὸ κάμωμεν δι’ ἀναστάσεως.
§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιβαίνει εἰς τὸν Κανονισμόν· διὰ νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου πρέπει προηγουμένως νὰ προσδιορισθῇ ὡς ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως. Προτείνω λοιπὸν νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα πρὸς ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν σήμερον μὲ τὸ ὑπάρχον Προεδρεῖον.
§6ΒΟΥΒΟΥΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρω τί πληρεξούσιοι εἴμεθα, ἂν δὲν γνωρίζωμεν πότε ἔληξεν ὁ χρόνος τῆς Προεδρείας διὰ νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι μας γνωρίζομεν, ὅτι προχθὲς εἶχε 16 ὁ μὴν, χθὲς 17 καὶ σήμερον 18· ὅλοι ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι κατὰ τὴν 18 (θόρυβος). Μὴ μὲ διακόπτετε· ἠθέλησα νὰ εἴπω δύω τρεῖς λέξεις διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὅταν ἦλθα ἐδῶ, προσεκλήθην ἀπὸ τὸν προεδρεύοντα ἀντιπρόεδρον Κ. Μωραϊτίνην, ὅστις μὲ εἶπεν ὡς πρεσβύτερος νὰ λάβω τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἡμερησία διάταξις «α) νέα μηνιαία ἐκλογὴ τοῦ Προεδρείου».
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κανονισμὸς περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 9 λέγει «ὁ Πρόεδρος κηρύττει τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως .... ἀπαγγέλλων δὲ τὸ τέλος, προσδιορίζει συγχρόνως, ἐπινεύσει τοῦ Σώματος, τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως». Ἐρωτῶ τοὺς πληρεξουσίους ἐὰν ὁ Πρόεδρος προχθὲς διαλύων τὴν συνεδρίασιν, προσδιώρισεν ὡς ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προεδρείου.
§9ΔΑΓΡΕΣ. Ἀνάγκη δὲν εἶναι νὰ ὁρισθῇ ὡς ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προεδρείου, διότι Προεδρεῖον μετὰ ἕνα μῆνα δὲν ὑφίσταται. Ὑποτίθεται, καὶ εἶναι ὀρθὸν, ὅτι σήμερον εἶναι διωρισμένη ἡμέρα διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου. Ἐπειδὴ δὲ προχθὲς εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς νέας Κυβερνήσεως καθιερώσαμεν τὸ σύστημα τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας, φρονῶ, ὅτι καὶ τὸν Πρόεδρον σήμερον πρέπει νὰ τὸν ἐκλέξωμεν διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας.
§10ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καθ’ ἑκάστην βλέπομεν καταστρεφομένας τὰς ἀποφάσεις μας· ἡμεῖς εἴπομεν φανερὰν ψηφοφορίαν μόνον διὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§11ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὑπάρχει μία νομικὴ ἀρχὴ λογικωτάτη· ὅταν ὑπάρχῃ προσδιωρισμένη προθεσμία καὶ ἡμέρα διὰ τοῦ κανονισμοῦ πρὸς ἀνανέωσιν τοῦ Προεδρείου, δὲν εἶναι ἀνάγκη, φρονῶ, οὔτε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νὰ σημειωθῇ. Τὴν 17 Ἰανουαρίου ἐκάμομεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, ἔπεται, ὅτι αὐτοδικαίως τὴν 17 Φεβρουαρίου πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τοῦ νέου Προέδρου. Συνέπεσεν ἡ 17 νὰ ᾖναι Κυριακὴ, ἄρα ἡ ἀμέσως ἑπομένη, ἡ σημερινὴ εἶναι ἡμέρα, καθ’ ἣν πρέπει νὰ κάμωμεν τὴν ἐκλογήν. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι λόγος δικαιολογητικὸς νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι. Δὲν γνωρίζομεν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τριῶν ἤδη μηνῶν διευθύνουσι τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματός μας; Δὲν γνωρίζομεν ποῖα εἶναι τὰ κατάλληλα πρόσωπα νὰ προεδρεύσουν εἰς τὸ μέλλον; Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν τὴν ἐκλογὴν δι’ ἀναστάσεως, δὲν λέγω, Κύριοι, ὅτι, ἂν παρεξεκλίναμεν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, παρεξεκλίναμεν, διότι μία κατεπείγουσα ἀνάγκη μᾶς ἔκαμεν· ἀλλὰ νὰ παραβιάζωμεν καθ’ ἑκάστην τὸν κανονισμόν μας, σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ὀλεθριώτατον σύστημα, διότι ἠξεύρετε, τί εἶναι ὁ κανονισμὸς μιᾶς Συνελεύσεως; εἶναι τὸ Σύνταγμα αὐτῆς. Ὅταν ἡ Συνέλευσις λοιπὸν παραβιάζῃ τὸ Σύνταγμά της, νομίζω, ὅτι δὲν διαφέρει πρὸς τοὺς Βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι παραβιάζουν τὸ Σύνταγμα. Καθιερώθη διὰ τοῦ κανονισμοῦ μυστικὴ ψηφοφορία ὡς πρὸς τὰ προσωπικὰ ζητήματα· ἤμην ἐναντίος, ὡμολόγησα τὴν ἧττάν μου, καὶ τὴν ὑφίσταμαι, ἀλλὰ τὴν ὑφίσταμαι, ὡς πρέπει εἰς πολιτικὸν ἄνδρα. Δὲν ἔρχομαι νὰ ζητήσω τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν· ἀλλ’ ἐὰν θέλετε νὰ προβῆτε εἰς φανερὰν ψηφοφορίαν διὰ τὸ Προεδρεῖον, μεταβάλλετε τὸν κανονισμόν σας, ἀλλ’, ἐν ὅσῳ ὁ κανονισμὸς μένει, πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας καὶ οὐχὶ δι’ ἀναστάσεως.
§12ΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ὁ προλαλήσας ἔχει τὸ μεγαλείτερον λάθος· ἡμεῖς προχθὲς εἰς τὴν ψηφοφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐκάμομεν πρὸς ἐκλογὴν τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ συνέπειαν μιᾶς τροπολογίας τοῦ κανονισμοῦ, διϊσχυρίσθη ὁ Κύριος Μίλησις, ὅτι μυστικὴ ψηφοφορία δὲν ὑφίσταται εἰς τὸ Σῶμα.
§13ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου ἂς κάμωμεν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὲν θέλουν νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου σήμερον, οἱ δὲ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον· μία γνώμη ἐλέχθη νὰ γείνῃ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας, αἱ δὲ ἄλλαι διὰ μυστικῆς. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν πρῶτον ἂν δέχεται σήμερον ἢ αὔριον.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Σήμερον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ γείνῃ σήμερον ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη νὰ γείνῃ σήμερον ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου κατὰ τὸν κανονισμόν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 182 ἐψηφοφόρησαν, ἔλαβον ἐξ αὐτῶν ὁ Κύριος Ἀρ. Μωραϊτίνης 149, ὁ Κύριος Λ. Λόντος 15 καὶ ἄλλα πέντε ἓξ ὀνόματα ἀπὸ μίαν ἢ δύω.
§18Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ποῖος ἔλαβε δύω;
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Κατσικαπῆς. Εὑρέθησαν καὶ ἄγραφα· ὥστε κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, ὁ λαβὼν τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν εἶναι ὁ Κύριος Μωραϊτίνης μὲ 149 ψήφους. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Πρέοδρου ὁ νῦν ἐκλεχθεὶς ὡς τοιοῦτος Κύριος Ἀρ. Μωραϊτίνης.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ πολλὴν συγκίνησιν ἤκουσα τὴν ἀπόφασιν τῆς σεβαστῆς ὁμηγύρεως. Ἡ τιμὴ, ἥτις μοὶ ἀπονέμεται, εἶναι ὑπερβάλλουσα, τόσον δι’ ἐμὲ εἶναι πολυτιμωτέρα ἡ ἀξία αὐτῆς, διότι ἐπέρχεται μετὰ δοκιμασίαν, ἥτις ἀνέδειξεν ὅλον τὸ ἀσθενὲς τῶν δυνάμεών μου. Φρονῶ, ὅτι ἴσως ἡ Συνέλευσις ἀπέβλεψε μόνον εἰς τὴν προθυμίαν μου, καὶ ἡ προθυμία εἶναι πράγματι τὸ μόνον προσόν, τὸ ὁποῖον ἐπροσπάθησα νὰ μὴ λείψῃ ἀπ’ ἐμέ. Θεωρῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι παρὰ μία εὐμενεστάτη ἀνοχὴ, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς σεβαστῆς ταύτης ὁμηγύρεως. Θὰ προσπαθήσω νὰ δειχθῶ ἀνώτερος ἐμοῦ, ἐφ’ ὅσον αἱ δυνάμεις καὶ ἡ ὑγεία μου μοὶ τὸ ἐπιτρέψωσι, καὶ παρακαλῶ τὴν Σεβαστὴν Συνέλευσιν νὰ εὐδοκήσῃ νὰ συγχωρήσῃ τὰς ἀκουσίας ἐλλείψεις μου, ἐφ’ ὅσον δύναται· ὁμολογῶ τὴν βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην μου διὰ τὴν ὑψηλὴν τιμὴν, τῆς ὁποίας τὴν ἀξίαν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν ἐκτιμῶ (ἐπιδοκιμασίαι). Ὁ Κύριος Θεοφίλου ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐκλογῆς Ἠπείρου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὡς ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν Ἠπείρου, νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἠπείρου καὶ ὡς πληρεξούσιοι αὐτῆς οἱ Κύριοι Α. Μανάκης καὶ Λ. Καλός.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀναφορά τις ἐξ Ἀγρινίου ἑνὸς Ἀποστόλη περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς Κραβασαρᾶ· ὡσαύτως ἑτέρα τοῦ Κυρίου Παπαδοπούλου ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς γενομένης ἐν Ἰασίῳ, ἀλλ’ ἀκόμη κἀνεὶς ἐκ τῶν πληρεξουσίων ἐκεῖθεν δὲν ἦλθε.
§23Ν. ΚΑΪΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ Κύριος Παπαδόπουλος ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς ἐκεῖ κοινότητος· διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς παραπονοῦνται κατὰ τοῦ Προξένου Σακελαρίου, διότι αὐτὸς ἐπεμβῆκεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, καὶ, ἐνῷ ἀπεπερατώθη ἡ ἐκλογὴ, δὲν ὑπέβαλε τὰ πρακτικὰ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ διέταξε νὰ γείνῃ νέα ἐκλογή.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τὴν παραπέμψωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀναφορὰ ἑνὸς Παλαμᾶ, ἐκ Μεσολογγίου, διὰ τῆς ὁποίας προτείνει δημοκρατικὸν πολίτευμα ἐτήσιον εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὁρίζει καὶ τὰ πρόσωπα τῆς Κυβερνήσεως.
§25ΖΕΡΒΑΣ. Τοιαῦται ἀναφοραὶ δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ὅλως διόλου δεκταὶ, οὐδὲ πρέπει νὰ τὰς λαμβάνῃ καθόλου ὑπ’ ὄψιν ἡ Συνέλευσις. Ὅστις ἔχει γνώμην περὶ δημοκρατίας ἢ περὶ Βασιλείας, ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος.
§26ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἶναι ἐλεύθερον.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἀναφορὰ ἀποτείνεται εἰς τὴν Συνέλευσιν, δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἀποσιωπήσω.
§28ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Συνήθως βλέπομεν ἀναφορὰς παραδόξους ὡς αὐτήν· νὰ ἀναθέσωμεν λοιπὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὁσάκις θεωρῇ ἀναγκαίαν τὴν ἀνάγνωσιν, νὰ παρουσιάζῃ τὴν ἀναφοράν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ τὰ γνωρίζῃ ὅλα. Ὑπάρχει σχέδιον ψηφίσματος τοῦ Κυρίου Καλαμίδα περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ Κύριος Καλαμίδας ἀναγινώσκει τὸ ψήφισμα τοῦτο.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ τμήματα ἐξέλεγξαν τοὺς εἰσηγητὰς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ. Καὶ ἐτυπώθησαν διάφορα ψηφίσματα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Νομίζω πῶς πρέπει νὰ σταλῇ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰσηγητὴν διὰ νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ὑπάρχει ἕτερον ψήφισμα περὶ ἐλατώσεως τοῦ ἐγγείου φόρου· νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπήν. Εἶναι τελευταῖον μία πρότασις τοῦ Κυρίου Ἀφεντούλη· «Ἐπειδή τινες τῶν Κυρίων Πληρεξουσίων ἐξελέχθησαν ὑπὸ πλειόνων ἐπαρχιῶν πληρεξούσιοι, νὰ προσκληθῶσιν, ἵνα εἴπωσιν εἰς τίνα ἐπαρχίαν θέλουν ὁριστικῶς νὰ ἀνάγωνται.»
§31Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τοῦτο πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, διότι τοῦτο τὸ ζήτημα ἀμφισβητεῖται.
§32ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον παρέπεμψεν ὁ προλαλήσας συνάδελφός μου, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἀκόμη δὲν συνέταξε τὸ Σύνταγμα, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ προτείνῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ διάταξις μὴ ψηφισθεῖσα· πρέπει νὰ γείνῃ ἑπομένως συζήτησις περὶ τούτου ἀμέσως.
§33ΔΑΓΡΕΣ. Ἔφερον τὴν πρότασιν τοῦ νὰ μὴ ὑπογράφουν καὶ σημειοῦνται τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προβάλλουν προτάσεις, προκαλεσάσας ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις; — Ὁ κύριος Καλλιγᾶς ἐζήτησε τὸν λόγον.
§35ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι! Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἠκούσαμεν λέξεις τινὰς παρά τινος τῶν ἐντίμων κυρίων πληρεξουσίων, βεβαιωσάντων, ὅτι δῆθεν τὰ ἔγγραφα τοῦ πρώην Βασιλέως, ὅσα ἐσφραγίσθησαν, πλέον δὲν εἶναι ἀκέραια, καὶ ὅτι ἐξ αὐτῶν ὑπεξῃρέθησαν. Ἔρχομαι νὰ βεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν περὶ τοῦ ἐναντίου, ἔχων περὶ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων καὶ ἐγὼ εὐθύνην, ὡς ἀνήκων εἰς τὴν συσταθεῖσαν παρὰ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐσυστήθη ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἐπανάστασιν. Πρὸ τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς εὑρίσκοντο τὰ ἀνάκτορα ὑπὸ τὴν φύλαξιν τοῦ κυρίου Τριγκέτα, ὅστις κατέλαβεν αὐτὰ διὰ τῶν ὅπλων κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐπαναστάσεως. Ὁ κύριος Τριγκέτας, μεριμνῶν περὶ τῆς ἰδίας ὑπολήψεως καὶ τοῦ Ἔθνους εἰς τὸ νὰ μὴ γίνῃ βαρβαρική τις πρᾶξις κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐπαναστάσεως, ἔλαβε πᾶσαν φροντίδα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἀνακτόρων· αὐθωρεὶ ἔγεινεν ἡ σφράγισις ὅλων τῶν δωματίων τῶν ἀνακτόρων καὶ ἐπετέθησαν σφραγῖδες, παρόντος τοῦ κυρίου Τριγκέτα, καὶ παρόντος τοῦ Βένδλαδ, εὑρισκομένου ἀκόμη εἰς τὰ ἀνάκτορα τὴν νύκτα πρὸς τὴν 11 Ὀκτωβρίου, διότι μόνον τὴν ἐπιοῦσαν ὁ Βένδλανδ ἀνεχώρησεν. Κατόπιν ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ διορίσῃ ἐπιτροπὴν, συνισταμένην ἐκ τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ τῶν ἀνακτόρων καὶ ἄλλων τινῶν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀμέσως ἐφρόντισεν, ὥστε νὰ γείνῃ βεβαίωσις περὶ τοῦ ἀκεραίου τῶν σφραγίδων. Αὐτὴ ἡ βεβαίωσις ἔγεινεν ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ τοῦ πρώην πρέσβεως τῆς Βαυαρίας καὶ παρούσης ὅλης τῆς θεραπείας τῶν ἀνακτόρων· ἐβεβαιώθη δὲ, ὅτι οὐδὲ βελόνη ἔλειψε, καὶ ἀπεδόθησαν τὰ ἔπιπλα, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα ἐξησφαλίσθησαν ὅλα· τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν ἐντὸς τῶν διαφόρων δωματίων, εἴτε ἐντὸς τοῦ ταμείου τοῦ πρώην Βασιλέως καὶ τῆς πρώην Βασιλίσσης, εἴτε εἰς ὁποιονδήποτε μέρος τῶν ἀνακτόρων, ἐκτὸς τοῦ γραφείου τοῦ Βένιχ, ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα μετεκομίσθησαν εἰς ἓν δωμάτιον ἐν τῷ αὐλαρχείῳ, ἐτέθησαν εἰς δοχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐσφραγίσθησαν, καὶ ἐκτὸς τούτου ἐσφραγίσθησαν καὶ αἱ θύραι αὐτοῦ τοῦ δωματίου· ἐπίσης ἐσφραγίσθη καὶ τὸ ἰδιαίτερον δωμάτιον, ὅπου ἦτο τὸ ταμεῖον τοῦ Βένιχ· αἱ ἀρχαιότητες ἐδόθησαν εἰς τὴν ἀρχαιολογικὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἀποτεθῶσιν εἰς τὸ Μουσεῖον τῶν ἀρχαιοτήτων, τὰ δὲ νομίσματα εὑρίσκονται ἀκόμη ἐκεῖ, μολονότι προσεκλήθη ὁ ἔφορος τῆς νομισματικῆς συλλογῆς νὰ τὰ παραλάβῃ, ἐπειδὴ δὲν εἶχε σχηματισθῆ ἀκόμη πλήρης ὁ κατάλογος τῶν νομισμάτων, αὐτὰ εὑρίσκονται ἀκόμη μετὰ τῶν ἐγγράφων. Ἐπειδὴ ἐῤῥίφθη ἡ λέξις ἐδῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν περὶ ὑπεξαιρέσεως, ἐδόθη ἀφορμὴ ὥστε χθὲς πάλιν νὰ ἐξετάσωμεν, μὴ τυχὸν λανθάνῃ τὴν προσοχήν μας ὑπεξαίρεσίς τις. Ἐβεβαιώθημεν λοιπὸν, ὅτι τὰ δωμάτια ἦσαν ἐσφραγισμένα καὶ ἀλύμαντοι ὅλαι αἱ σφραγῖδες, καὶ πρὸς τοῦτο ἠνοίξαμεν τὰ δωμάτια ἐντὸς τῶν ὁποίων δὲν εὕρομεν τὴν ἐλαχίστην ὑπεξαίρεσιν, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τὰ ἔγγραφα ὅλα ὑπάρχουν ἐντὸς τῶν ἀνακτόρων. Ἐννοεῖται κάλλιστα, Κύριοι, ὅτι ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ὑπὸ βαρεῖαν εὐθύνην, ἀνήκοντες εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀκόμη δὲν διελύθη, καὶ θέλετε ἐκτιμήσει τὴν πρὸς ἀπαλλαγὴν ἐπιθυμίαν μας, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ φυλάττωμεν ἡμέραν καὶ νύκτα τὰ δωμάτια. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ λάβῃ τὴν φροντίδα νὰ διατάξῃ τὸν τρόπον τῆς φυλάξεως αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, καὶ νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τῆς βαρείας εὐθύνης. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει ἐκτιμήσει τοὺς κόπους καὶ τὰς φροντίδας, τὰς ὁποίας κατέβαλεν ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς κύριος Τριγκέτας, ὅστις ἀπεδείχθη ἄξιος τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους, φροντίσας διὰ παντὸς τρόπου περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν Ἀνακτόρων, ὥστε νὰ μὴ προστριφθῇ ὁ μῶμος εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης ἐπαναστάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐξεθρονίσθη ἡ δυναστεία, ὑπῆρξέ τις, ὁ ὁποῖος ἐβεβήλωσε τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ δὲν ἐσεβάσθη αὐτὴν μὲ θρησκευτικὸν σέβας.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως. Ὁ κύριος Χαλκιόπουλος τὴν ἀναγινώσκει. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις τοῦ πληρεξουσίου Κυρίου Δημητριάδου τῆς 29 Ἰανουαρίου ε. ε., τοῦ πληρεξουσίου Κυρίου Διομήδους Κυριακοῦ τῆς 10 τοῦ παρόντος μηνὸς καὶ τὴν ἀχρονολόγητον τοῦ πληρεξουσίου Κυρίου Ι. Γόντικα, ἐξάγει ὅτι κοινὸς ὡς ἔγγιστα σκοπὸς καὶ τῶν τριῶν τούτων προτάσεων εἶναι ἡ παῦσις τῆς τακτικῆς μισθοδοσίας τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ πολιτικῇ, στρατιωτικῇ ἢ ναυτικῇ διατελούντων πληρεξουσίων, καὶ τὸ ἀσυμβίβαστον τῆς τοῦ πληρεξουσίου ἀξίας μὲ τὴν δημόσιον ἔμμισθον ὑπηρεσίαν κτλ. Ἐπειδὴ οἱ δημόσιοι πολιτικοὶ, στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ ὑπάλληλοι μισθοδοτοῦνται ὑπὸ τῆς Ἐπικρατείας πρὸς ἐκπλήρωσιν δημοσίων καθηκόντων, τῶν ὁποίων ἡ κοινωνία ἔχει ἀναπόφευκτον καὶ ἀπαραίτητον ἀνάγκην, καὶ διὰ τοῦτο, φορολογουμένη, ὑποφέρει τὸ βάρος τῆς μισθοδοσίας των, διατελοῦντες ὅμως ὡς πληρεξούσιοι, καὶ ὀφείλοντες τακτικῶς καὶ διηνεκῶς νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, καὶ νὰ βουλεύωνται, ἐργαζόμενοι προσέτι εἰς τὰ τμήματα ἢ εἰς ἐπιτροπὰς, δὲν δύνανται νὰ ἐκτελῶσι συγχρόνως καὶ τὰ τῆς δημοσίας θέσεώς των καθήκοντα, ἕνεκα τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὁποίων διατηρεῖ αὐτοὺς ἡ ἐπικράτεια ὑπομισθίους· καὶ ἐκ μὲν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων εἰς ἐξαίρεσιν δύνανται ὑπαχθῶσι μόνοι οἱ ἕνεκα διαχειρίσεως χρηματικῆς ὑπεύθυνοι προσωπικῶς ὄντες, διατηροῦντες δὲ ἰδίαις δαπάναις ἀναπληρωτὰς αὐτῶν, οἱ δὲ στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ ὑπάλληλοι, ἀναφαίρετον κτῆμα ἔχοντες τὸν βαθμοῦ αὐτῶν, δικαιοῦνται ἐν πάσῃ καταστάσει νὰ λαμβάνωσιν τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ των· Ἐπειδὴ ὁ τοῦ πληρεξουσίου χαρακτὴρ συμβιβάζεται μὲν μὲ τὸν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὅταν ὁ λαὸς, ἐν γνώσει ὢν ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς διετέλει δημόσιος ὑπάλληλος, ἐξελέξατο αὐτὸν πληρεξούσιόν του, δὲν συμβιβάζεται ὅμως εἰς τὸν πληρεξούσιον τὸν μετὰ τὴν ἐκλογὴν του δεχθέντα δημοσίαν ὑπηρεσίαν, διότι ἂν τοῦτο δὲν συμβιβάζεται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ βουλευτοῦ, πολλῷ μᾶλλον ἀποβαίνει ἀσυμβίβαστον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ πληρεξουσίου, ἔχοντος ὑψηλότερα καὶ σπουδαιότερα καθήκοντα ὑπὲρ τοῦ ἔθνους νὰ ἐκπληρώσῃ· αἱ ὑλικαὶ δὲ καὶ ἠθικαὶ ἀπολαύσεις, αἱ μετὰ τῆς δημοσίας θέσεως συνεπαγόμεναι, κολοβόνουν ὁπωσδήποτε τὴν τοῦ πληρεξουσίου ἀκεραιότητα· τούτου δ’ ἕνεκα Συνελεύσεις ἐθνῶν ἄλλων αὐστηροτάτας ἐγγυήσεις καθιέρωσαν, προθέμεναι ν’ ἀπομακρύνωσιν οὕτω τῆς συνειδήσεως τοῦ πληρεξουσίου πάντα δελεασμὸν, καὶ τὸν ἀπώτατον ἔστω. Ἐπειδὴ ὅμως μέλη τῆς Συνελεύσεως, διὰ τὸ διακεκριμένον αὐτῶν ἀξίωμα, δύνανται ἐν ἐκτάκταις περιστάσεσι νὰ προσφέρωσι δι’ ἐκτάκτων καὶ προσκαίρων ἀποστολῶν πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας, αἵτινες οὐδόλως δύνανται νὰ προσφερθῶσιν ὑπὸ ἰδιωτῶν ἢ ἁπλῶν ὑπαλλήλων· Διὰ ταῦτα ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τὸ ἀκόλουθον ψήφισμα. Ἡ Βʹ. ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει· Ἄρθρον 1. Πᾶς πληρεξούσιος, δημόσιος πολιτικὸς ὑπάλληλος, διορισθεὶς πρὸ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ ὡς τοιούτου, ἀπαγορεύεται, διαρκούσης τῆς παρούσης Συνελεύσεως, νὰ λαμβάνῃ μισθὸν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου ἕνεκα τῆς εἰς ἣν εἶναι διωρισμένος δημοσίας θέσεως· ἐξαιροῦνται μόνοι οἱ ἕνεκα χρηματικῆς διαχειρίσεως ὑπεύθυνοι ὄντες προσωπικῶς, καὶ ἰδίαις δαπάναις διατηροῦντες τακτικοὺς αὑτῶν ἀναπληρωτὰς μὴ ὑπαλλήλους. Ἄρθρον 2. Πᾶς στρατιωτικὸς ἢ ναυτικὸς ὑπάλληλος μέλος ὢν τῆς παρούσης Συνελεύσεως, δὲν συγχωρεῖται κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς νὰ λαμβάνῃ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἄλλον μισθὸν ὁποιονδήποτε, ἢ ἀποδοχὰς ὁποιασδήποτε, ἐκτὸς μόνου τοῦ μισθοῦ τοῦ βαθμοῦ του. Ἄρθρον 3. Κηρύσσονται ἀσυμβίβαστα τὰ καθήκοντα τοῦ πληρεξουσίου μὲ τὰ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου εἰς πάντα πληρεξούσιον διορισθέντα, μετὰ τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ ὡς τοιούτου, εἰς ὁποιανδήποτε πολιτικὴν, στρατιωτικὴν ἢ ναυτικὴν ὑπηρεσίαν. Οἱ τοιοῦτοι ὀφείλουσι νὰ ἐκλέξωσιν ἢ τὸ ἀξίωμα τοῦ πληρεξουσίου ἢ τὴν προσφερθεῖσαν αὐτοῖς δημοσίαν θέσιν· ἄλλως, ἐμμένοντες εἰς ἀμφότερα, ἐκπίπτουσι τοῦ ἀξιώματος τοῦ πληρεξουσίου καὶ κηρύσσονται ἀπαράδεκτοι ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ταύτης. Ἐξαιροῦνται τῆς ἀνωτέρω ἀπαγορεύσεως μόνα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Κυβέρνησιν πρόσωπα, ὡς καὶ οἱ εἰς ἐκτάκτους καὶ προσκαίρους ἀποστολὰς ἀποστελλόμενοι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν πληρεξουσίων. Ἄρθρον 4. Τὸ παρὸν ψήφισμα νὰ δημοσιευθῇ. Τὰ μέλη. Α. Πετσάλης, Κ. Κυριακὸς, Σ. Λ. Ζῶτος, Ι. Α. Πολυχρονιάδης, Ε. Μ. Παρίσης, Β. Θεαγένης. Ὁ Εἰσηγητὴς Π. Χαλκιόπουλος.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις θέλει προσδιορίσει τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ συζητηθῇ, ἀφοῦ προηγουμένως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη, καὶ τοῦτο τοὐλάχιστον 24 ὥρας πρὸ τῆς ἡμέρας, ἥτις προσδιωρίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως διὰ τὴν συζήτησιν.
§38ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Τὴν Πέμπτην.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Πέμπτην. Ὁ κύριος Παρίσης ἀναγινώσκει 1) ἔκθεσιν, δι’ ἧς ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις, ὅτι δέχεται τὴν ὑπὸ τοῦ Γ. Μουσούρου προσφερομένην ποσότητα τῶν δραχ. 4400 καὶ νὰ διαταχθῇ ἡ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον παρακατάθεσις αὐτῶν, ὅπως χρησιμεύσωσι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐθνοφυλακῆς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν· 2) ἑτέραν ἔκθεσιν, δι’ ἧς προτείνει ἵνα παραδεχθῇ ἡ Συνέλευσις ὅπως ὁ Πρόεδρος αὐτῆς διατάξῃ τὴν πληρωμὴν δραχ. 2086 ὀφειλομένων εἰς τὸν ἐργοστασιάρχην τοῦ ἀερίου ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Συνελεύσεως.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθόσον ἀφορᾶ τὴν πρότασιν περὶ τῆς προσφορᾶς τῶν τεσσάρων χιλιάδων δραχμῶν, ἐγὼ εἶπον τότε νὰ κατατεθῶσι τὰ χρήματα εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ἐκεῖ νὰ μείνουν. Ἡ ἔκθεσις τώρα ἀναφέρει, ὅτι πρέπει νὰ δοθῶσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα χρησιμεύσωσι διὰ τὴν Ἐθνοφυλακήν.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἔκθεσιν περὶ ἀερίου, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττόν, δὲν πρέπει νὰ τυπωθῇ, ἀλλὰ νὰ γείνῃ ἡ πληρωμή.
§43ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις, τὴν ὁποίαν δὲν ἀναφέρω, ἀλλὰ εἰς τὸν προτείνοντα δίδω τὸν λόγον ἵνα τὴν ἀναπτύξῃ.
§45ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δι’ ὀλίγων λέξεων θέλω συστήσει τὴν πρότασίν μου. Ἐνηργήθη ἐν Ἀθήναις μία ἐκλογὴ ἑτεροδημοτῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεδείχθη πληρεξούσιος ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς κύριος Παπαδιαμαντόπουλος. Αὐτὴ ἡ ἐκλογὴ ἔμεινεν ἐκκρεμὴς καὶ μένει ἐκκρεμὴς, διότι προηγουμένως πρέπει νὰ λυθῇ ἡ ἀρχὴ, ἂν δύναται νὰ ᾖναι δεκτὸς τοιοῦτος πληρεξούσιος· νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον, ὥστε ἡ Συνέλευσις νὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, νὰ μὴ δείξῃ, ὅτι ἀδιαφορεῖ περὶ τῆς λύσεως αὐτοῦ. Κατ’ ἐμὲ προτείνω νὰ γείνῃ ψηφοφορία περὶ τῆς ἀρχῆς, ἂν δύναται νὰ γείνῃ δεκτὴ μία τοιαύτη ἐκλογὴ, καὶ νὰ προσδιορισθῇ μία ἡμέρα πρὸς τοῦτο.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποία ἡμέρα;
§47ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ Σάββατον.
§48ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μόνον τῶν Ἀθηνῶν;
§49ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μόνον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι! Εἷς πληρεξούσιος ἔκαμε μίαν πρότασιν καὶ προτείνει ὡς ἡμέραν τῆς συζητήσεως τὸ Σάββατον· εὑρίσκετε πρόσκομμα εἰς αὐτό;
§51ΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι.
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κόσμος εἶναι ἄνω κάτω, ἐξακολουθοῦν αἱ συλλήψεις, ἐξακολουθοῦν αἱ καταδιώξεις, θέλω νὰ μάθω τί συμβαίνει.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, κάμνω μίαν παρατήρησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν· κατὰ τὸν κανονισμὸν ἡ ἡμερησία διάταξις πρέπει νὰ ὁρισθῇ πρὶν ἢ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις ἀπ’ αὐτὴν τὴν Συνέλευσιν· αὐτὸ δὲν ἔγεινέ ποτε, διότι ὑπάρχει προθυμία εἰς τὴν διάλυσιν, ὥστε δὲν μένει ποσῶς καιρὸς εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ τὸ ἀναφέρῃ· αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος ἀναγκάζεται μόνος του νὰ τὸ κάμῃ. Ἐὰν θέλετε, κάθε ἑσπέραν νὰ μένωμεν ὀλίγον περισσότερον διὰ νὰ τὴν προσδιορίζωμεν.
§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, κύριοι, ἅπασα ἡ κοινωνία εὑρίσκεται τεθορυβημένη, ὡς ἐκ τῆς ἀνακαλυφθείσης συνωμοσίας κατὰ τῆς καθεστώσης τάξεως τῶν πραγμάτων καὶ περὶ ἐπανόδου τῆς Βαυαρικῆς δυναστείας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Θρόνον. Τὸ παρελθὸν Σάββατον ἐζητήθησαν πληροφορίαι ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐχορήγησε δυστυχῶς πληροφορίας ἀτελεῖς, πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔθεσαν εἰς θέσιν τὴν Συνέλευσιν νὰ ἴδῃ τί συμβαίνει ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Προτείνω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως νὰ προσκληθῇ ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον ἢ σήμερον, ἢ αὔριον, νὰ ἔλθῃ νὰ δώσῃ ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῶν διατρεξάντων κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, περὶ τῶν ἀνακαλυφθέντων συνενόχων εἰς τὴν διαθρυλλουμένην συνωμοσίαν, περὶ τῶν ἐνεργηθεισῶν συλλήψεων καὶ φυλακίσεων στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν, διὰ νὰ εὑρεθῇ καὶ ἡ Συνέλευσις εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ ἂν τῳόντι ὑπάρχει ἀληθὲς ὅ,τι θεωρεῖται κοινῶς ὡς ἀποδεδειγμένον, ὡς ὑπάρχον. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις φρονῶ, ὅτι τίποτε δὲν πρέπει νὰ μείνῃ μυστικόν, τίποτε δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἄγνωστον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει ὁλόκληρον τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ἔθνους, τὴν νομοτελεστικὴν, τὴν νομοθετικὴν καὶ ἐν γένει πᾶσαν ἐξουσίαν· ὅταν οἱ ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν ἐντολὴν ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἐνεργήσουν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δὲν ἔρχωνται νὰ δώσουν αὐθορμήτως, οἴκοθεν λόγον τῶν ἐνεργειῶν, τὸν λόγον τῶν πράξεών των, φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις ὀφείλει νὰ τοὺς προσκαλέσῃ νὰ ἐκπληρώσουν καθῆκον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ἔχουν ὑποχρεωτικῶς.
§55ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Σήμερον νὰ ἔλθουν.
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ἐμάθομεν, ὅτι συνελήφθη καὶ κατεσχέθη ἓν κιβώτιον, ἀποστελλόμενον ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Προξένου τῆς Βαυαρίας εἰς Πειραιᾶ, περιέχον χρήματα καὶ ἔγγραφα· εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ἡ Συνέλευσις, ἐὰν τῳόντι τὸ κιβώτιον αὐτὸ κατεσχέθη, καὶ ἂν τῳόντι περιεῖχεν ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἡ συνωμοσία, περὶ τῆς ὁποίας γίνεται λόγος. Ἐπιθυμῶ προσέτι νὰ μάθω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν τέλος πάντων προέβη καὶ εἰς τὴν ἐνέργειαν κατ’ οἶκον ἐρεύνης ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ προξένου τῆς Βαυαρίας, ὅπερ ὤφειλε νὰ πράξῃ πρὸ πάσης ἄλλης ἐνεργητικῆς πράξεως κατὰ τὴν ἰδέαν μου. Ἂς μάθωμεν τοὐλάχιστον ὅτι δὲν ἔγεινεν ἐγκαίρως Ἐπιθυμῶ προσέτι νὰ μάθω, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κύριος Βουδούρης ἐπιμένῃ εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸ 15 ἡμερῶν τοῦ νὰ ἐπανέλθωσιν ἐν Ἑλλάδι διὰ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως οἱ πρόσφυγες Ἕλληνες, οἱ εὑρισκόμενοι ἐκτὸς τῆς πατρίδος, καὶ ἐὰν ὁ κύριος Βουδούρης ἐπιμένῃ εἰς τὴν πρότασίν του αὐτὴν πρέπει νὰ συζητηθῇ, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν γείνῃ παραδεκτὴ, νὰ σταλῇ ἀτμόπλοιον, διότι ἐνδέχεται νὰ ᾖναι καὶ αὐτοὶ ἀναγκαῖοι.
§57ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου πληρεξουσίου Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν εἶναι ποσῶς κοινοβουλευτική. Ὅταν ἀναθέτῃ τις τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιφυλάττει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐνεργείας. Ἡ Συνέλευσις ἐξέφρασε τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ γείνῃ αὐστηρὰ ἀνάκρισις, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως· ἡ ἀνάκρισις ἐνεργεῖται καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐνεργεῖται· ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὴν περιέργειαν νὰ μάθω, καὶ ἔμαθον, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἐνεργεῖται. Δὲν δυνάμεθα ἐν τῷ μέσῳ αὐτῆς τῆς ἀνακρίσεως νὰ ζητῶμεν καθ’ ἡμέραν λόγον, εἰς ποῖον σταθμὸν εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ ἀνάκρισις· τότε εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἀνάκρισις· καὶ ἀνακάλυψις ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ, πρέπει ἐν πάσῃ ἐχεμυθείᾳ νὰ προβῇ ἡ ἀνάκρισις, καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως νὰ ζητηθῇ παρὰ τῆς Συνελεύσεως τὶ ἀνεκαλύφθη δι’ αὐτῆς τῆς ἀνακρίσεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι κοινοβουλευτικῶς δύναται νὰ ζητηθῇ παρὰ τοῦ ὑπουργείου, ἀφοῦ ἀποπερατωθῇ ἡ ἀνάκρισις, ὁπότε δύναται νὰ φωτισθῇ ἡ Συνέλευσις τὶ ἀπέβη ἐξ αὐτῆς τῆς ἀνακρίσεως· καὶ δὲν ἐννοῶ τὸ νὰ λέγωμεν καθ’ ἑκάστην νὰ ἔλθῃ ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον, δύνασθε νὰ προσκαλέσητε τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν, καὶ ὄχι νὰ ἀπασχολῆτε ὅλον τὸ ὑπουργεῖον κάθε στιγμὴν ἀπὸ τὰ ἔργα του. Ἀφήσατε τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐκτελῇ τὰ ἔργα του, καὶ ὅταν ἔχητε πεποίθησιν, ὅταν ἔχητε ἀποδεδειγμένον τι, ὅταν ἔχητε βάσιμον ὑπόνοιαν, ὅτι ἡ πορεία τοῦ ὑπουργείου εἶναι πλημμελὴς, τότε δύνασθε νὰ τὸ ἀναγγείλητε εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ νὰ γείνῃ περὶ τούτου σκέψις. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ Κ. πληρεξουσίου Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, διότι πρέπει νὰ περιμείνωμεν τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως. Καθόσον δὲ ἀφορᾶ περὶ τοῦ ἂν ἐπιμένῃ ὁ Κ. Βουδούρης εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε, τοῦτο δὲν ἐννοῶ ποσῶς, διότι ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπιμείνῃ ἢ ὄχι, καὶ ἠμπορεῖ νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅταν τὸν προσκαλέσητε· δὲν ἔχω κἀμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς εἴπω ἐὰν ἐπιμένω ἢ δὲν ἐπιμένω, μὲ τοῦτο τῷ δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ μὲ ζητήσητε ἐξήγησιν περὶ τούτου· αὐτὴ ἡ πρότασις ὑπάρχει ἐκκρεμής· θέλετε τὴν πρότασιν; δύνασθε νὰ τὴν υἱοθετήσητε, καὶ ἰδίως νὰ τὴν ὑποστηρίξητε, δὲν τὴν θέλετε δύνασθε νὰ ζητήσητε ν’ ἀποῤῥιφθῇ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποστηριχθῶσι τοιαῦται προτάσεις.
§58Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, διότι διαφωνῶ μετὰ τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος ἐπὶ τῆς γενικῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἔθεσε, καὶ ἐπὶ τοῦ συμπεράσματός του κατά τι, καὶ εὑρίσκομαι εἰς μεγίστην ἀνάγκην τοὺς λόγους τῆς διαφωνίας μου ταύτης νὰ τοὺς ἐξηγήσω εἰς ὑμᾶς. Βεβαίως, ὅταν ἀνατίθεται ἐνέργειά τις εἰς ἀρχὴν, βεβαίως πρέπει νὰ μένῃ ἀκώλυτος εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην διὰ νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της πάντοτε. Ἡ ἐνέργεια τῆς ἀνακρίσεως ἀνήκει εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν· βεβαίως αὕτη πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ ὅλως διόλου ἀνεπηρέαστος, νὰ μὴ τῆς παρεμβάλῃ τις προσκόμματα διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα, διὰ νὰ φέρῃ ὅλην τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της· καὶ τὴν γνώμην μου ταύτην τὴν ὑπεστήριξα χθὲς, ἀντιταχθεὶς καὶ κατὰ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ νὰ διορισθῇ ἐπιτηρητικὴ ἐπιτροπή. Δὲν συμφωνῶ ὅμως, ὅτι διὰ τοῦτο ὄχι μόνον ἡ Συνέλευσις, ἀλλὰ καὶ πᾶν νομοθετικὸν Σῶμα πρέπει ν’ ἀπεκδυθῇ ὅλως διόλου τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν κατὰ διαφόρους στιγμὰς περὶ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἀνάκρισις, καὶ περὶ τοῦ ἀποτελέσματος. Βεβαίως ἐννοῶ, ὅτι ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, εἶναι ὀλίγον πρόωρος, διότι τὸ Σάββατον μόλις ἦλθον οἱ ὑπουργοὶ, καὶ ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὸ φῶς γεγονότα, τὰ ὁποῖα δύνανται ἄνευ βλάβης τῆς ἀνακρίσεως νὰ φέρωσιν εἰς γνῶσιν ἡμῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν Κ. Παπαμιχαλόπουλον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, διότι τὴν θεωρῶ πρόωρον· δὲν πρέπει νὰ δεσμεύσωμεν τὰς χεῖράς μας, νὰ μὴ δύναταί ποτε ἡ Συνέλευσις νὰ ἐπερωτᾷ. Διὰ τοῦτο νομίζω, συμπεραίνων, ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ Κ. Παπαμιχαλοπούλου εἶναι πρόωρος, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν αὐτὴν διά τινα καιρὸν, ἕως ὅτου ἔλθῃ αὐτὴ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς τὰς ἐξηγήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι, ἂν καὶ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, δὲν βλάπτουν τὴν πορείαν τῆς ἀνακρίσεως.
§59ΒΑΣΣΟΣ. Ἐὰν αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα ἦσαν ὁμαλαὶ, ἦσαν ἁπλαῖ, ἦσαν συνήθεις, βεβαίως ἤθελον συμφωνήσει καὶ μὲ ἀμφοτέρους τοὺς δεινοὺς προλαλήσαντας ῥήτορας. Φίλοι τῶν νόμων οἱ προλαλήσαντες, πιστεύω, εἰσὶν ὀπαδοὶ ἑνὸς συστήματος, τῆς συντηρητικότητος, τουτέστι, διὰ νὰ ἐκφρασθῶ καλλίτερον, εἰσὶν ὀπαδοὶ παντὸς παραδεδεγμένου, δὲν θέλουν ν’ ἀπομακρυνθοῦν πάντοτε εἰς ὅλας τὰς ἀγορεύσεις των, νὰ ἀπομακρυνθοῦν οὐδὲ γράμμα ἀπὸ παραδεδεγμένα· ἀλλ’ εὑρισκόμεθα ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις. Κύριοι, εἶναι εἰς γνῶσιν ὑμῶν ὅλων μία σειρὰ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐάν τις θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ μετὰ προσοχῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποπτεύηται πολλὰ πράγματα· κατ’ ἐμὲ τὰ γεγονότα αὐτὰ δὲν εἶναι τυχαῖα, δὲν εἶναι ἁπλᾶ. Ἁπλᾶ ἐὰν ἦσαν, τυχαῖα ἐὰν ἦσαν, ἦτο τοιαύτη συντυχία, τοιαύτη σύμπτωσις, ὥστε κἀνεὶς δὲν δικαιοῦται νὰ ὑποπτευθῇ. Τί γίνεται, Κύριοι; ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ὕδρας, Ὑδραίων μᾶλλον, ἐπειδὴ οὕτω μοὶ ἀρέσκει, ἔρχεται πρὸ ἡμερῶν καὶ μᾶς προτείνει ψήφισμα ν’ ἀνακαλέσωμεν τοὺς ἐξορίστους· παρέρχονται δύω ἡμέραι, γίνεται στάσις εἰς τὴν πόλιν, παρέρχεται ἡ στάσις, γίνεται ὁ πληρεξούσιος οὗτος ὑπουργός· παρέρχονται δύο ἡμέραι ἀπὸ τῆς ὑπουργείας του, ἀνακαλύπτεται συνομοσία κατὰ τῶν καθεστώτων.
§60ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἄρα εἶναι ἔνοχος;
§61ΒΑΣΣΟΣ. Πᾶς τις ἀναβαίνων εἰς τὸ βῆμα τῆς Συνελεύσεως δικαιοῦται νὰ ἐκφράσῃ τὴν πεποίθησίν του, καὶ ἀδιαφορῶ πῶς τὴν ἐκλαμβάνει ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐζήτησα χθὲς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐπιτηρητικὴν ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως, τὴν ἐζήτησα ἐξαιρετικῶς, διατί; διότι δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην, καθὼς εἶπον, εἰς κἀνένα, δὲν θεωρῶ ἐλεύθερον ἐνοχῆς καὶ τὸν ἑαυτόν μου, ἀλλὰ δὲν θεωρῶ ἐπίσης καὶ τὴν Κυβέρνησιν.
§62ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Οὔτε τὴν ἐπιτροπὴν λοιπόν;
§63ΒΑΣΣΟΣ. Θὰ τὴν ἐκλέξῃ ἡ Συνέλευσις (γέλως, θόρυβος). Βλέπω, Κύριοι, τὸν ἔντιμον Μεσσηνίας πληρεξούσιον, ζητήσαντα τὸν λόγον νὰ μὲ ἀντικρούσῃ· μοὶ φαίνεται πολὺ παράδοξον...
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ποῦ τὸ ἠξεύρεις;
§65ΒΑΣΣΟΣ. Τὸ ἠξεύρω ἀπὸ τὴν χθεσινὴν διαγωγήν σας· σᾶς παρουσιάζει ψήφισμα, σᾶς τὸ παρουσιάζει φρικαλέον, σᾶς τὸ παρουσιάζει τρομερὸν, σᾶς παρουσιάζει κίνδυνον τοῦ τόπου· σᾶς λέγει νὰ τὸ ψηφίσητε, καὶ καταψηφίζει κατ’ αὐτοῦ (θόρυβος) Κύριοι, ναὶ, πρέπει νὰ ἔρχωνται οἱ ὑπουργοὶ, πρέπει νὰ ἔρχωνται νὰ μᾶς πληροφορῶσι, καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐζήτησα τὴν ἐπιτροπὴν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν διὰ νὰ δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ μανθάνῃ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν εἰς κάθε στιγμὴν τί συμβαίνει. Θέλω νὰ τὸ ἠξεύρω τοῦτο, εὑρισκόμεθα εἰς πονηροὺς καιρούς Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ ἔλθουν οἱ ὑπουργοὶ τώρα, ἂν ᾖναι δυνατὸν, διὰ νὰ μᾶς εἴπουν, τί γίνεται κάθε ἡμέραν.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Κάθε ὥραν.
§67ΒΑΣΣΟΣ. Κάθε ὥραν. Ἀντὶ νὰ κάμνουν συμβούλια, εἶναι καλλίτερον νὰ ἔρχωνται ἐδῶ νὰ δίδουν λόγον τῶν πράξεών των.
§68ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§69ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν ἐφωτίσθητε παντάπασιν! ἀκούσατε παρακαλῶ, Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ ἡσυχία τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος εἶναι μία ἐκ τῶν πρώτων μεριμνῶν τῆς Συνελεύσεως. Πληροφοροῦμαι, Κύριοι, ὅτι εἰς Ὕδραν συμβαίνουν παρατράγωδα, ὅτι διεταράχθη ἡ ἡσυχία τῆς ἐνδόξου ἐκείνης νήσου, καὶ ὅτι ἐταράχθη ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἤλλαξεν ἡ Κυβέρνησις ἐνταῦθα.
§70ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἆρά γε οὕτως εἶναι!
§71ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Μάλιστα Κύριε!
§72ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ Ὕδρα δὲν ἀντιπροσωπεύει ὅλον τὸ Κράτος.
§73ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ Ὕδρα, αἱ Σπέτσαι καὶ ἄλλαι τινὲς ἐπαρχίαι ἀντιπροσωπεύουν ἕν τι, τὸ ὁποῖον βαρύνει πολὺ εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς ἡσυχίας τῆς ὅλης Ἑλλάδος. Τὴν ἡμέραν ὅθεν, καθ’ ἣν ἤλλαξεν ἡ Κυβέρνησις, μία λέμβος ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ μὲ ἐντολὴν ῥητὴν ἀπὸ πρόσωπον, ἔχον μέρος εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν, νὰ διαταράξῃ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου διὰ τῆς καταλύσεως τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, τὰ ὁποίας κατέστησεν ἡ 10 Ὀκτωβρίου. Ἡ ἡμέρα τῆς 10 Ὀκτωβρίου, Κύριοι, ἐνθουσιάσασα τοὺς λαοὺς, εἰς τὰς πλείστας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους τοὺς ἔφερεν εἰς τὴν θέσιν νὰ καταλύσουν τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς ἑνὸς μαύρου παρελθόντος. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ ἐπαναστατικαὶ δημοτικαὶ ἀρχαὶ δὲν συνεβιβάζοντο μὲ τὰ συμφέροντά τινων, λαβόντων μέρος εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἔπεμψαν λέμβον ἐπίτηδες ἀμέσως νὰ καταλύσωσι τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἡ ἐπανάστασις ἀνηγόρευσε· καὶ ἠξεύρετε διατί, Κύριοι; διὰ νὰ φέρουν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνεβιβάζοντο εὐκολώτερα μὲ τὰς πολιτικάς των ἀρχὰς, νομίσαντες, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ δὲν ἦσαν τίποτε ἄλλο ἢ ὑγειονομικοὶ φύλακες. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παρουσιασθῇ ἐνταῦθα αὔριον καὶ δώσῃ λόγον τί συμβαίνει εἰς τὴν Ὕδραν.
§74ΖΑΚΑΣ. Εἶναι ἄκρα ἡσυχία εἰς τὴν Ὕδραν.
§75ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δικαιοῦσθε νὰ φρονῆτε οὕτω πως· Κύριοι, καὶ μίαν δευτέραν ἐπερώτησιν ἔχω νὰ κάμω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ πολυτεχνικὸν σχολεῖον πρὸ 3 μηνῶν εἶναι διαλελυμένον. Ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώνῃ 27 καθηγητάς.
§76ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διατί δὲν ἐλέγετε καὶ προτήτερα αὐτό;
§77ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τώρα τὸ λέγω, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἠθικὸν πρόσωπον, καὶ ὅτι δὲν παύει καὶ ἡ παροῦσα νὰ ὑπόκηται εἰς τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις τῆς παρελθούσης· ἐπιθυμῶ ὅθεν νὰ ἐρωτήσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν θεωρῇ τὴν πολυτεχνικὴν σχολὴν διαλελυμένην, διατὶ πληρώνει τοὺς καθηγητὰς, ἐὰν δὲ τὸ ἐναντίον, διατὶ δὲν πληρώνει τοὺς καθηγητὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν μικράς τινας μισθοδοσίας προερχομένας ἐκ τῶν συναγωνισμῶν; καὶ διατί δὲν διατάσσει τὴν ἔναρξιν τῶν μαθημάτων τῆς ἀναγκαιοτάτης ταύτης σχολῆς, ἡ ὁποία πολλοὺς νέους ἐμόρφωσε, καί τοι δυστυχῶς διευθυνθεῖσα ἀνικάνως;
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φθάνομεν ἀπὸ ἐρώτησιν εἰς ἐρώτησιν. Ἡ πρώτη ἐρώτησις εἶναι περὶ τῆς συνομωσίας· ἐνόμιζον, ὅτι ὁ Κύριος Θεοχάρης ἤθελε λαλήσει περὶ ἐκείνης, ἀλλ’ αὐτὸς ἐπροκάλεσε νέαν· ἐξηντλήσαμεν τὸ περὶ τῆς πρώτης; λοιπὸν ἐπὶ τῆς πρώτης ἐρωτήσεως ἐὰν δὲν ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις, ἂς ἐξακολουθήσῃ.
§79ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Ἀθηνῶν, ὅστις νομίζω, ὅτι παρεξηγήθη παρὰ τοῦ Κυρίου πληρεξουσίου Γόρτυνος, προτείναντος, ὅτι δὲν ἐννοεῖ, ὅτι δὲν παραδέχεται τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ὑπεβλήθη ἔργον τι εἰς μίαν ἀνάκρισιν, πρέπει νὰ στερηθῇ ἡ Συνέλευσις τοῦ δικαιώματος νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τῶν ὑπουργῶν· δὲν ἐνόει τοῦτο ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, ἐνόει, ὅτι μόλις χθὲς ἐγεννήθη ὑπόνοια περὶ ἀντενεργειῶν κατὰ τῶν καθεστώτων καὶ ἤρχισεν ἡ ἀνάκρισις· τὸ σάββατον ἐζητήθη λόγος περὶ αὐτῶν παρὰ τῶν ὑπουργῶν καὶ μᾶς ἐδόθη. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἔλθῃ πάλιν τὸ ὑπουργεῖον καὶ μᾶς εἴπῃ τι θετικώτερον. Ἐὰν θέλωμεν κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀναβαίνωμεν εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ προσκαλῶμεν νὰ ἐμφανίζεται τὸ ὑπουργεῖον, τότε δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις (θόρυβος).
§80ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ἐκ τῆς ἕδρας του). Δὲν ἐνόησα νὰ ἔλθῃ ἐδῶ τὸ ὑπουργεῖον ὑπόδικον, ἀλλ’ ἐπειδὴ καθεὶς ὑπουργὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ μίαν πληροφορίαν ἐφ’ ἑνὸς ἀντικειμένου ἀφορῶντος τὸν κλάδον του.
§81ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διακηρύξω ἐπισήμως, ὅτι δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τοῦ ὑπάρχοντος ὑπουργείου, καὶ δὲν ἤμην ὀπαδὸς οὔτε τοῦ παρελθόντος, φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θέλω εἶμαι ὀπαδὸς σταθερὸς οὐδ’ ἄλλου νεωτέρου ὑπουργείου, ἂν προμαντεύω τὰ πράγματά μας, διότι βλέπω δυστυχῶς λειψανδρίαν ἀπέναντι τῶν σοβαρῶν περιστάσεών μας. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν πρέπει δωρεὰν νὰ ἀπασχολῶμεν τὸ ὑπουργεῖον καὶ νὰ τὸ ἐξασθενίζωμεν. Δὲν πρέπει νὰ καταναλίσκωμεν τὰς ἰδέας εἰς ἐπερωτήσεις, αἵτινες εἰς οὐδὲν σχεδὸν ἀπολήγουσι. Χθὲς τὸ αὐτὸ συνέβη. Ναί, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμνωμεν ἐπερωτήσεις, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράζωμεν τὰς ἰδέας μας, ἀλλ’ ἐν ἁρμοδίῳ τόπῳ καὶ χρόνῳ πρέπει νὰ τὸ ἐξασκῶμεν· δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ κουράζωμεν τοὺς ἄλλους καὶ νὰ καταναλίσκωμεν ὅλον τὸν καιρόν μας. Πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ μία Κυβέρνησις, ἓν ὑπουργεῖον ἀπέναντι τοσούτων συνεχῶν ἐπερωτήσεων; Ἄλλος λόγος εἶναι, ἂν δὲν ἔχωμεν κἀμμίαν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτήν, τότε πρέπει νὰ τὴν ἀλλάξωμεν. Ἰδοὺ ἡ θεραπεία καὶ εἰς τὰς ἀδιακόπους ἐπερωτήσεις. Ἡ ἀνάγκη τὸ ἀπαιτεῖ, πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὰς μικροφιλοτιμίας καὶ νὰ μὴ κάμνωμεν ἐρωτήσεις καὶ ἀγορεύσεις παρακαίρους ἐνταῦθα, διότι ἡ ἀποστολή μας εἶναι πολὺ σπουδαία.
§82Γ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριοι, δὲν ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι οὔτε ἀπολύτως οὔτε σχετικῶς ἡ Συνέλευσις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ δίδῃ λόγον ἑκάστοτε· ἀλλ’ ὁ Κύριος πληρεξούσιος ἐκ Γόρτυνος ἠθέλησέ πως νὰ παραδεχθῇ αὐτὸ τὸ σχετικὸν δικαίωμα, διότι εἶναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτόν· καθ’ ἃ μὲ διεβεβαίωσεν ἀπὸ τὸ τμῆμα, εἰς ὃ ἀνήκει, συσκεφθεὶς ὡς πρὸς τὰ μέτρα τῆς κοινῆς σωτηρίας δὲν παρεδέχθη τίποτε ἀλλὰ τὴν ἰδέαν νὰ μείνωμεν εἰς τοὺς κειμένους νόμους· ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὡς εἰσηγητὴς ἑνὸς τμήματος καὶ ὡς λαβὼν μέρος εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἀρχὴν, εἰς ἣν συνήλθομεν ὅλοι οἱ εἰσηγηταὶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐγένετο σύσκεψις, ἐλήφθη πρόνοια, καὶ αὔριον θὰ σᾶς ὑποβληθῇ ἡ γνώμη τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῶν μέτρων τῆς κοινῆς σωτηρίας· νομίζω δὲ, ὅτι ἀπεφάνθη ἡ πλειονοψηφία τῶν τμημάτων καθὼς καὶ τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ σήμερον ὅλαι αἱ συζητήσεις τοῦ νὰ κληθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂν ἡ Συνέλευσις ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἢ ὄχι, θὰ ἀποβῶσι μάταιαι, διότι αὔριον θὰ ἰδῆτε τὶ θὰ σᾶς εἴπουν αἱ ἐπιτροπαὶ, καὶ τότε ἡ Συνέλευσις θὰ παραδεχθῇ μίαν ἀρχὴν (θόρυβος). Δὲν εἶμαι τόσον ἄφρων νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, ὅ,τι ἐδέχθησαν αἱ εἰσηγητικαὶ ἐπιτροπαὶ θὰ τὸ παραδεχθῇ καὶ ἡ Συνέλευσις· ἀλλ’ ἀφοῦ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ ἀποτέλεσμα, αὐτὴ θὰ ἀποφασίσῃ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἂν ἀφήσητε τὴν Κυβέρνησιν μέχρι τῆς αὔριον, καθ’ ἣν θὰ σᾶς ἔλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συσκέψεως καὶ τῆς ὡρίμου ἀποφάσεως ὅλων τῶν τμημάτων, τότε θέλετε ἰδεῖ τὸ ἀποτέλεσμα, διότι ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἰργάσθησαν καὶ ἐσκέφθησαν αἱ εἰσηγητικαὶ ἐπιτροπαὶ εἶναι ἡ κοινὴ σωτηρία, εἶναι αὐτὴ ἡ παλινόρθωσις τοῦ Ὄθωνος, καὶ αὐτὸ τὸ ἀπαραβίαστον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως.
§83ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, ὅσοι ἐκλαμβάνουσι τὰς ἐπερωτήσεις ὡς ἄλλο κατηγορητήριον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐκεῖνοι ἴσως δικαιοῦνται νὰ τὰς ἀποκρούωσιν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κάμνουσι κακὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐπερωτήσεων· αἱ ἐπερωτήσεις δὲν γίνονται ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ προσβάληται ἡ Κυβέρνησις, τοῦ νὰ ῥίπτεται μομφὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· αἱ ἐπερωτήσεις γίνονται ἐπὶ παντὸς σπουδαίου ἀντικειμένου πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ φωτισθῇ ἡ Συνέλευσις, καὶ νὰ φωτισθῇ αὐτὴ ἡ κοινὴ γνώμη· πολλάκις δὲ καὶ συχνότατα αἱ ἀπαντήσεις τοῦ ὑπουργείου ὠφελοῦν μᾶλλον τὴν Κυβέρνησιν παρὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἂν ὑπάρχῃ. Προχθὲς, Κύριοι, ἐπὶ παραδείγματι ὅταν ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις εἰς τὸν ὑπουργὸν τοῦ Πολέμου, ὅστις ἠγανάκτησε διὰ τὶ νὰ τὸν ἐρωτήσῃ ἡ Συνέλευσις καὶ νὰ ἀφήσῃ τὰς ἐργασίας του.......
§84ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἠγανάκτησε.
§85ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τῷ ἐγένετο, λέγω, ἡ ἐπερώτησις, ἂν ὁ στρατὸς ὑπετάγη εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἡ ἀπάντησις ποία ἦτον; ὅτι ὁ στρατὸς ἔδωκε τὸν ὅρκον, ἑπομένως, ὅτι ὑπετάγη· σᾶς ἐρωτῶ ποῖον μᾶλλον ὠφέλησε τὴν ἀντιπολίτευσιν ἢ τὴν Κυβέρνησιν; τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔπεισε τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι καμμία ὑποψία δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ· δὲν ἔβλαψε λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τὴν ὠφέλησεν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρουσιάζεται σπουδαιότατον ἀντικείμενον, συνωμοσία κατὰ τῶν καθεστώτων· τὸ ἴδιον ὑπουργεῖον εἶπεν ὅτι διάφοροι καταγγελίαι ἐδόθησαν· ἤθελα συμφωνήσει, ἤθελα ἀρκεσθῆ εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκε προχθὲς ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν σήμερον δὲν ἐδίδοντο ἄλλαι, καὶ βασιμώταται μάλιστα. Προχθὲς, ἐρωτηθεὶς ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶπεν, ὅτι τὸν Πρόξενον τῆς Βαυαρίας ἡ Κυβέρνησις τὸν ἐδίωξεν, ἐν τούτοις σήμερον τί διαδίδεται; ὅτι τὸν συνέλαβον, ὅτι συνελήφθη κιβώτιον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εὑρέθησαν χρήματα καὶ ἔγγραφα καὶ ὅτι συνελήφθησαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν· τὸ θεωρεῖτε μάταιον νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς ἐκεῖνο τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις τὸ ἀνήρεσεν; εἶπεν, ὅτι ἐδίωξε τὸν Πρόξενον καὶ ἐν τούτοις σήμερον μανθάνομεν ὅτι τὸν ἐφυλάκισαν, ὅτι εὑρέθησαν χρήματα· εἶναι λοιπὸν περιττὸν; ὄχι· διότι ἐνδιαφέρει καὶ τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν πατρίδα μας ἐν γένει. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ νὰ ἔλθῃ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς νὰ δώσῃ πληροφορίας· ἐὰν ὅμως εἴπῃ, ὅπως ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ κοινοποιήσῃ ὅσα μέχρι τοῦδε ἔλαβε καὶ ἀνεκάλυψε, φυσικῷ τῷ λόγῳ ἡ Συνέλευσις δὲν θὰ ἀπαιτήσῃ νὰ τὰ κοινοποιήσῃ· ἀλλ’ ἡ ἐκτίμησις δὲν μένει εἰς τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο πληρεξούσιον, ἀλλ’ εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν· ἑπομένως δὲ πρέπει νὰ γίνωμεν ἡμεῖς ὑπουργώτεροι τῶν ὑπουργῶν, νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν συμφέρει· δὲν τὸ ἠξεύρω, Κύριοι· ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον τὸ εἴπῃ, τότε βέβαια θὰ φανῶμεν ἄδικοι καὶ μὴ προστατεύοντες τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, ἂν ἐπιμείνωμεν νὰ τὰ κάμῃ γνωστά.
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι! κατεχόμενος ὑπὸ τῆς ἰδίας ἀγανακτήσεως, ὑπὸ τῆς ὁποίας καὶ σεῖς χθὲς κατείχεσθε διὰ τὰ ἀνακαλυφθέντα ἐν τῇ πρωτευούσῃ καί τὰ διαδιδόμενα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἐπαρουσιάσθην ἐνώπιόν σας καὶ παρεκάλεσα καὶ ἐγὼ νὰ λάβητε μέτρα πλέον σύντονα καὶ δραστήρια διὰ νὰ προλάβετε τὸ κακόν· εἶπον τότε, κύριοι, ὅτι ἔφθασεν ἡ κακοβουλία καὶ μέχρις αὐτοῦ τοῦ βαθμοῦ, ὥστε νὰ ἀποδίδουν ἐνοχὴν καὶ εἰς μέλη τῆς Συνελεύσεως. Τί εἶπον λοιπὸν; εἶπον, ὅτι οὐδὲν προνόμιον, οὐδεὶς λόγος, οὐδεμία δύναμις πρέπει, ἂν τὰ μέλη αὐτὰ ὑπάρχουν τυχὸν ἔνοχα, νὰ τὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν πέλεκυν τῆς δικαιοσύνης· διὰ τοῦτο ἐπρότεινα τὴν σύστασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἥτις σκοπὸν εἶχε, καὶ αὐτὰ ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένα, ἥτις σκοπὸν εἶχε νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς ἀνακρίσεως ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν κατηγοροῦνται μέλη τῆς Συνελεύσεως, καὶ αὐτὴ συλλέγουσα τὰς ἐνδείξεις καὶ τὰς ἀποδείξεις νὰ τὰς εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Αὐτὴ ἦτο, Κύριοι, ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ χθὲς ἔκαμα, ζητήσας συγχρόνως καὶ τὴν παραπομπὴν αὐτῶν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Μετὰ ταῦτα ἦλθε μία πρότασις ἄλλη, ἥτις ἀπαιτεῖ τὴν σύστασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἐπιτηρούσης τὴν ἀνάκρισιν, καὶ διαταττούσης συγχρόνως· ἡ πρότασις αὕτη ζητεῖ μίαν ἐπιτηρητικὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως, εἰς τὴν ὁποίαν δίδει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ καὶ μέτρα· ὑπάρχει σχέσις καμμία μεταξὺ αὐτῆς τῆς προτάσεως καὶ τῆς ἰδικῆς μου; Ὅταν ἐγὼ εἰς τὴν νέαν αὐτὴν πρότασιν, εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει σήμερον νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν προσεχῆ δευτέραν, εἶπον κἄτι τι ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα. Κύριοι, ὅποιος ἰσχυρίζεται τὸ ἐναντίον, ὅποιος μετὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα δημοσίως λεχθέντα, ἐπικένει, κύριοι, νὰ μοῦ ἀποδίδῃ μομφὰς, τὰς ὁποίας οὐχὶ ἐμὲ, ἀλλὰ τὸν κοινότερον ἄνθρωπον τὸν προσβάλλουν, αὐτὸς, κύριοι, ἂν τὸ κάμῃ ἐν γνώσει, ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ τῷ ἀποδώσητε τὸ ὄνομα, τοῦ ὁποίου εἶναι ἄξιος· ἂν τὸ κάμῃ ἐν ἀγνοίᾳ, λέγει, ὅτι ἕνας πληρεξούσιος δὲν ἠμπορεῖ ἐν ἀγνοίᾳ καὶ ἐπιπολαίως νὰ ἔρχηται ἐνώπιόν σας, καὶ νὰ προσβάλῃ ἕνα ἄλλον.
§87Τ. ΒΑΣΣΟΣ. Προτείνω νὰ ἀναιρεθῇ ὁ λόγος του καὶ ἡ πρότασίς του ἀπὸ τὴν στενογραφίαν.
§88ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι τυπωμένη ἡ πρότασίς του.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι τῳόντι ἡ πρότασίς μου τυπωμένη καὶ ἀφίνω τὴν Συνέλευσιν ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει ἐπ’ αὐτῆς. Κύριοι, εἶμαι κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Παπαμιχαλοπούλου, διότι νομίζω λίαν ἐπιβλαβὲς νὰ ἔλθῃ ἡ ἐξουσία ἐνώπιόν σας καὶ νὰ ἀνακαλύπτῃ τὰ μυστήρια τῆς ἀνακρίσεως· τοιουτοτρόπω, ἴσα ἴσα ἐμποροῦμεν νὰ φυγαδεύσωμεν τοὺς κακούργους νὰ καταστρέψωμεν τὰ ἴχνη τοῦ ἐγκλήματος. Καὶ ἀκούσατε, κύριοι, πῶς σᾶς φέρουν τὴν πρότασιν αὐτὴν; ἐνῷ πρόκειται περὶ τῆς ὑπάρξεως ὅλης, σᾶς φέρουν τὴν πρότασιν ὡς πρότασιν ἐμπιστοσύνης· καὶ ὡς τοιαύτην τὴν ἀποκρούω.
§90ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§91ΕΤΕΡΟΙ. Ναί.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν ἔφερεν ὁ Κύριος πληρεξούσιος Φθιώτιδος (θόρυβος). Ἀνάδοχος εἶναι ἡ Συνέλευσις, ἥτις δὲν ἐπεθύμει νὰ φέρῃ τὰς φατρίας, ἀλλ’ ἐπεθύμει νὰ τηρηθῇ ὁμόνοια.
§93ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ θέσις τῆς Συνελεύσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν θέσιν τῶν βουλῶν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Ἡ Συνέλευσις, καὶ τοῦτο θέλω τὸ εἰπεῖ ἐκ προιμίων, διότι κατόπιν θέλω ἐν μέρει ἐλθεῖ εἰς τὴν ἐνέργειάν μου ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, ἡ Συνέλευσις εἶναι κυρίαρχος, εἶναι ὁ βασιλεὺς, ὁ διορίζων καὶ παύων τοὺς ὑπουργούς. Δὲν εὑρίσκεται λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ πλαγίως ζήτημα ἐμπιστοσύνης οὔτε κατόπιν πλαγίως νὰ ζητῇ νὰ ἐξάγῃ συμπεράσματα, ἐὰν τῳόντι ἓν ὑπουργεῖον ἢ μία κυβέρνησις χαίρῃ ἢ ὄχι τὴν ἐμπιστοσύνην της· ὅταν πρόκηται νὰ τὸ κάμῃ, πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ ῥητῶς, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις της.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ ῥητῶς καὶ νὰ τὸ ἀποφασίσῃ ῥητῶς· τὸ λέγω τοῦτα, διότι κατὰ δυστυχίαν ἐξακολουθοῦν νὰ παρεξηγοῦν διαφόρους ὁμιλίας καὶ προτάσεις ἐντεῦθεν, νομίζουν, ὅτι μία πρότασις καὶ μία ὁμιλία ἐντεῦθεν ἔχει σκοποὺς οὐχὶ τοὺς κυρίους, ἀλλὰ νὰ πολεμήσῃ ἢ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ὑπουργεῖον, περὶ τούτου ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως δὲν εἰμπορεῖ νὰ πρόκηται, ἡ Συνέλευσις ὅ,τι θέλει τὸ ἀποφασίζει ὡρισμένως, ὅταν δὲ ἀποφασίζῃ ὡρισμένως, εἶναι κυρίαρχος νὰ ὁμιλῇ ὅπως θέλει μὲ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι παρὰ ὑπάλληλοι τοὺς ὁποίους αὐτὴ διορίζει· ἐπαναλαμβάνω τοῦτο, διότι κατὰ δυστυχίαν συνέβη εἰς τὸν κύριον Μαυροκορδᾶτον χθές· διάφοροι ὁμιλίαι καὶ προτάσεις παρεξηγήθησαν, ἐνῷ βεβαίως δὲν εἶχον τὸν σκοπὸν ὅπως ταῖς ἀπεδόθη. Εἶμαι λοιπὸν ὑπὲρ τῶν ἐπερωτήσεων.
§97ΒΛ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τίθενται αἱ ἐπερωτήσεις εἰς ψηφοφορίαν.
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρὼν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν θέλητε νὰ δώσῃ πληροφορίας.
§100Ι. ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι, ἅμα τὸ ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος, ἔλαβε γνῶσιν ἂν καὶ ἐπιπολαίως περὶ διατρεχόντων σχεδίων, ἐνόμισε καθῆκόν του, ἂν καὶ δὲν εἶχε τὸν καιρὸν οὐδὲ ἐγνώριζεν ἐκ τῶν προτέρων ὁποία ἦτον ἡ κατάστασις τῆς ἀσφαλείας τοῦ τόπου, νὰ λάβῃ ἀσφαλιστικὰ μέτρα πρὸς πρόληψιν παντὸς ἀπευκταίου· ἐντεῦθεν προῆλθεν ἡ ἀνάκλησις τοῦ ἐκτελεστηρίου τοῦ Κυρίου Μπερνάου καὶ ἡ ἀπέλασις αὐτοῦ· ἐπειδὴ δὲ οἱ φόβοι οὗτοι ἐφαίνοντο, ὅτι ἐλάμβανον ὑπόστασίν τινα, ἐνόμισε καθῆκόν της νὰ διατάξῃ τὰς ἁρμοδίας δικαστικὰς ἀρχὰς νὰ προβοῦν εἰς ἀνακρίσεις· ἐκεῖνοι ἐνεργοῦν τὸ καθῆκόν των. Νομίζω, ὅτι ἡ δημόσιος ἀσφάλεια καὶ ἡ ἐν γένει ἀνακάλυψις τοῦ ἐγκλήματος, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτον, ἀπαιτεῖ ὥστε αἱ ἀνακρίσεις νὰ μὴν ἐκτίθενται δημοσίᾳ, διότι τοιουτοτρόπως δὲν δύναται νὰ ἀνακαλυφθῇ, τὸ ἔγκλημα ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτον οὔτε νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἔνοχος. Διαβεβαιῶ ὅμως τὴν Συνέλευσιν ὅτι δὲν ὀφείλει νὰ δώσῃ πίστιν τοσαύτην εἰς τὰ διαθρυλλούμενα, καθότι αὐτὰ δὲν εἶναι ἀληθῆ, ὅπως παρίστανται εἰς τὸ κοινόν. Ὑπάρχουν ὑπόνοιαί τινες καὶ ἡ ἀνάκρισις προβαίνει εἰς ἀνακάλυψιν τοῦ ἐγκλήματος ὄχι μόνον ἐδῶ ἀλλὰ καὶ παντοῦ· ἡ Κυβέρνησις διέταξεν, ὥστε αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ καὶ αἱ διοικητικαὶ νὰ ἐπιληφθοῦν τοῦ ἀντικειμένου, καί, ὅπου εὕρωσιν ἔγκλημα ἢ ὕπαρξιν ἐγκλήματος, νὰ τὸ καταδιώξουν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις, ἥτις ἔμεινεν ἐκκρεμὴς εἶναι ἡ τοῦ Κυρίου Θεοχάρη περὶ τῶν διατρεξάντων εἰς Ὕδραν καὶ περὶ τοῦ Πολυτεχνείου.
§102ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ὕδρας δύω λέξεις θὰ εἴπω. Οὐδὲν ἔκτακτον συνέβη εἰς Ὕδραν, ἐκτός τινος μικροῦ ἀντικειμένου ἀστείου ἂν θέλετε· ἄνθρωποι ἐλθόντες ἐξ Ὕδρας σχετικοί μου μὲ ἐπληροφόρησαν, ἅμα τοὺς ἠρώτησα, διότι εἶχον μάθει καὶ ἐγὼ, ὅτι ἔγειναν σπουδαῖαι δῆθεν ἀταξίαι, ὅτι τίποτε δὲν συνέβη παρ’ ὅτι ἔκαμαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ πάσχα μετὰ τὴν ἀνάστασιν κάμνουν, δηλ. ἔκαψαν ἐκεῖ ἕνα ἀντερὶ, ἕνα τσουμπὲ (γέλως). Τίποτε ἄλλο δὲν συνέβη καὶ εἶναι τὰ πράγματα ἐκεῖ ἐν πλήρει τάξει καὶ ἡσυχίᾳ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγινώσκει ἔκθεσιν μετὰ σχεδίου ψηφίσματος, δι’ οὗ ἐγκρίνεται πρᾶξίς τις τῶν μετόχων τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπιτρέπουσα εἰς τὸν Διοικητὴν αὐτῆς νὰ λάβῃ ἤδη ὁμολογίας 500,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 6,000,000 καὶ ἀκολούθως ἕτερον ποσὸν, ἐὰν κυρωθῇ.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὸ ψήφισμα, ὅπως ἀνεγνώσθη νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις τὸ παρεδέχθη.
§104ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡ ζητηθεῖσα πίστωσις, ἐπειδὴ ἐτυπώθη, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ τὴν ἐγκρίνῃ ἐπειδὴ διενεμήθη.
§105ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον λοιπὸν εἶναι τὸ πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§107ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐπιθυμῶ νὰ ἀκολουθήσω μὲν μίαν τάξιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ λυποῦμαι, ὁσάκις ἔρχονται πληρεξούσιοι καὶ ζητοῦν τὸν λόγον, διὰ νὰ εἴπωσί τι οὐσιῶδες· ἀλλ’ ὅταν μοὶ λέγουν, ὅτι ἔχουν νὰ εἴπουν κάτι τι περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν ἠμπορῶ νὰ τοὺς ἀφαιρέσω τὸν λόγον.
§109ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Τεκμήρια ἀλλεπάλληλα, περὶ προδοσίας καὶ ἐπιβουλῆς, ἔρχονται τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου· τὴν στιγμὴν ταύτην θὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν ἐπιστολὴν ἐξ Ἀστακοῦ· εἶναι ἐπιστολὴ, ἥτις ἔρχεται σήμερον, ὅταν παρεσκευάζετο καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις ἡ ἐπανάστασις.
§110ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ποίαν ἡμερομηνίαν ἔχει;
§111ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Εἶναι τῆς 14. Φεβρουαρίου. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν.) «Οἱ ἐν Ζακύνθῳ μένοντες ἐξόριστοι, οἵτινες εἶναι οἱ ΚΚ. Δημ. Βότσαρης, Α. Βαλτινὸς, συνεννοούμενοι μετ’ ἄλλων ἐν Ἀκαρνανίᾳ, ἐνεργοῦσιν ἐπανάστασιν πρὸς ἐπάνοδον τοῦ Ὄθωνος.......
§112ΠΟΛΛΟΙ. Ποῖος γράφει;
§113ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Βλέπετε τὸ γράμμα, εἶναι Βασίλειος Ῥοντήρης, ὁ ἀδελφὸς ἑνὸς ἀγαπητοῦ συναδέλφου μας. Κύριοι, πολλὰ καὶ διάφορα ἐῤῥέθησαν πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον πάντων δὲν ἐῤῥέθη· μία ὁμόφωνος φωνὴ ἀκούεται πανταχόθεν, τί γινόμεθα; ἐρωτῶσιν οἱ πάντες. Τί ἐστί, τί γινόμεθα; σημαίνει, ὅτι πάσχομεν καὶ ὅλοι τὸ γνωρίζομεν· ἔχομεν ἀνάγκην λοιπὸν διαγνώσεως τοῦ κακοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου πάσχομεν. Εἴμεθα προϊὸν μιᾶς ἐπαναστάσεως· ἰδοὺ ἡ ἀρχή μας. Τί ἐστὶν ἐπανάστασις; ἐδῶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῶν Κυρίων πληρεξουσίων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετήσωμεν τί εἶναι ἡ ἐπανάστασις, καὶ τί εἶναι ἡ ἐπανάστασις ἡ ἐδική μας. Ἀπὸ τῆς διαγνώσεως τοῦ αἰτίου, τὸ ὁποῖον μᾶς παρήγαγε τὸ κακὸν, θέλομεν ἀντλήσει τὴν θεραπείαν μας. Πᾶσα ἐπανάστασις, ὡς ὅλοι γνωρίζετε, εἶναι νέα ζωὴ, ὁμοιάζει τὸ νεογνὸν, τὸν νέον ἄνθρωπον, ὅστις ἔχει ἀνάγκην τροφῆς καὶ περιποιήσεως διὰ νὰ ἀνατραφῇ, διὰ νὰ ἡλικιωθῇ καὶ ἀνδρωθῇ. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον γενικὸν γνώρισμα, ἡ γενικὴ ὁμοιότης ὅλων τῶν ἐπαναστάσεων· ἀλλ’ οὐδεμία ἐπανάστασις ὁμοιάζει τὴν ἄλλην. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ μελετήσωμεν τὴν ἐπανάστασιν τὴν ἡμετέραν.
§114ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὴν ἠξεύρομεν.
§115ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Δὲν θέλετε λοιπὸν νὰ ὁμιλήσωμεν;
§116ΤΙΝΕΣ. Νὰ ὁμιλήσητε πρακτικῶς καὶ οὐχὶ μὲ τὸν οὐρανὸν καὶ μὲ τὰ ἄστρα.
§117ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Τότε παραιτοῦμαι.
§118ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσητε.
§119ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καλεσθέντες ἐνταῦθα ὀφείλομεν πρῶτον νὰ μελετήσωμεν κατὰ βάθος τὴν ἐπανάστασιν, ἥτις μᾶς ἔφερε· καὶ ἐξακολουθῶ· θέλω ἐκθέσει τὰς σκέψεις μου. Ἡ ἐπανάστασις ἤρξατο, ἢ μᾶλλον ἐπανελήφθη ἀπὸ τοῦ 43· ἦτο μία ἐπανάστασις κατὰ τοῦ συστήματος, ἂν ἐνθυμῆσθε, τοῦ κυβερνητικοῦ τοῦ Ὄθωνος, ἐπανάστασις ἠθική. Ἡ ἐπανάστασις αὕτη δὲν ἐτελείωσε, μετ’ ὀλίγα ἔτη ἐγεννήθη ἐπανάστασις κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Ὄθωνος καὶ αὕτη συνεπληρώθη κατὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου· νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἴμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ πῶς θὰ πραγματοποιηθῇ; εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετήσωμεν τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὸ ἐμελέτησε, καὶ ἡ διόρθωσίς του θέλει φέρει τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐπαναστάσεως· ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις δὲν δύναται νὰ μένῃ ἀργὴ, ἔχει ἀνάγκην τροφῆς καθ’ ἡμέραν, καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τῇ δίδωμεν καθ’ ἡμέραν τὴν ἀναγκαίαν, τὴν ἀπαιτουμένην τροφὴν, ἄλλως ἡ ἐπανάστασις θὰ ἀποθάνῃ ἀπὸ ἀτροφίαν, ἢ ἐξαγριωθεῖσα θὰ ἁρπάσῃ, ὅπου εὕρῃ τὸ προστυχόν. Μέχρι τοῦδε δυστυχῶς ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἐβαδίσαμεν τὴν ὁδὸν αὐτὴν, ἢ ὅτι πολὺ ὀλίγον ἐπράξαμεν, καὶ διὰ τοῦτο εὑρισκόμεθα, ὅπου εὑρισκόμεθα· θέλω νὰ σᾶς ἀπαλλάξω ἀπὸ τὴν ἀνησυχίαν, θέλω περάνει τὸν λόγον μου, περιοριζόμενος εἰς τὰς γενικὰς αὐτὰς ἐκφράσεις χωρὶς νὰ ἔλθω εἰς λεπτομερείας, καὶ χωρὶς νὰ προτείνω μέτρα τινὰ, ἀρκούμενος εἰς ὅ,τι ἄλλοτε ἐπροτάθησαν καὶ ἐξετέθησαν ἐνώπιόν σας· θέλω λοιπὸν σᾶς παρακαλέσει, Κύριοι, νὰ μὴ θεωρήσητε μὲ ἀδιαφορίαν τὰ συμβαίνοντα, ἀφορμὴν λαβὼν καὶ ἐκ τῶν τελευταίων αὐτῶν περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα ἐνισχύουσι τὰς πεποιθήσεις μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου, θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ μὴ ἦσθε πολὺ ἀδιάφοροι, ὥς τινες ἐκ τῶν συναδέλφων ἐπίστευσαν καὶ ἠθέλησαν νὰ διϊσχυρισθοῦν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ προχθὲς, σήμερον ἀκόμη. Ἡ θέσις μας, ἡ θέσις τῆς πατρίδο εἶναι δύσκολος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τύχης τῆς πατρίδος.
§120ΠΕΤΙΜΕΖΗΣ. Τί ἐννοεῖτε, Κύριε Πλαστήρα, λέγοντες, ὅτι τὸ κίνημα παρεσκευάζετο εἰς Ἀθήνας καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας;
§121ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἐννοῶ, ὅτι ὅ,τι ἐγένετο ἐνταῦθα εἶχεν ἄμεσον σχέσιν καὶ μὲ τὴν Ἀκαρνανίαν καὶ μὲ τὸ Γύθειον καὶ μὲ τὴν Λακωνίαν, καὶ μὲ τὴν Ναυπακτίαν, ὅπου ἐγένοντο προχθὲς 150 ἀδελφοποιΐαι.
§122ΠΕΤΙΜΕΖΗΣ. Σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ εἰς Ἀκαρνανίαν διότι εἶναι ἡ πρώτη ἐπαρχία, ἥτις ἔλαβε τὰ ὅπλα κατὰ τοῦ Ὄθωνος.
§123ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ὁ Γεροθανάσης αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος, ὁ θιασώτης τοῦ Ὄθωνος· λοιπὸν δὲν εἶναι διόλου παράξενον νὰ συνεννοῆται μὲ τοὺς ἐν Ἑπταννήσῳ διαμένοντας ἐξορίστους· δύναμαι ὅμως ἀπὸ τοῦδε νὰ διαβεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι πᾶν κίνημα τοιοῦτον ἐν Ἀκαρνανίᾳ θέλει πνιγῆ ἅμα τῇ γεννήσει του· διότι τὸ ἐπαναστατικὸν πνεῦμα διατηρεῖται ἀκμαῖον ἐν Ἀκαρνανίᾳ, καὶ ὅλοι οἱ φίλοι μας θέλουν τὸ κτυπήσει κατακέφαλα.
§124ΗΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀπό τινος καιροῦ ἀπεφάσισα νὰ μὴ ἀναβαίνω εἰς τὸ βῆμα, διότι ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔρχηται κἀνεὶς, καὶ νὰ ῥίπτῃ ἐν τῷ μέσῳ τῆς Συνελεύσεως περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται παραχρῆμα νὰ βεβαιώσῃ, διότι οὕτω, Κύριοι, ἀφίνει ἓν χάσμα μέγα, διότι εὑρισκόμεθα εἰς ἐπαναστατικὴν κατάστασιν, καὶ πᾶς λόγος, ὅστις ἔρχεται ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, χωρὶς νὰ ὑποστηρίζηται ἀπὸ γεγονότα πραγματικὰ, καὶ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως γεννᾷ τὸν θόρυβον, καὶ ἐκτὸς ἀφίνει ἐντυπώσεις ὀλεθρίας. Ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν εἰς τὸν πληρεξούσιον, τὸν ἐκ Ναυπακτίας, κύριον Ῥοντίρην, τὸν ἀδελφόν του δὲν τὸν γνωρίζω. Εἰς χεῖρας τοῦ πληρεξουσίου τούτου εὑρίσκεται μία ἐπιστολή· ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἀνεγνώσθη ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ τί περιέχει; Ἀφηρημένα τινὰ περιστατικά. Ἆρά γε εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἡ Συνέλευσις, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἰσχύῃ, ὅταν καθ’ ἑκάστην φέρωνται ἐνώπιόν της τοιαῦτα ἀόριστα γεγονότα, ζητοῦντα τὴν ἀπόφασίν της; Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσωμεν οὕτω συζητοῦντες ἐδῶ, δὲν θέλομεν φθάσει ποτὲ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, ματαιοπονοῦμεν ἐδῶ, καὶ ὅτι ἀδίκως οἱ ἐκτὸς ἡμῶν περιμένουσι νὰ ἐπιβοηθήσωμεν εἰς τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Τώρα, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν ἐπήρχετο εἰς γνῶσίν μου περιστατικόν τι, δυνάμενον νὰ διαταράξῃ τὴν κοινὴν ἀσφάλειαν, νομίζετε, ὅτι ἦτο τὸ καθῆκόν μου νὰ περιορισθῶ εἰς μίαν ἁπλῆν κοινοποίησιν πρὸς ἕνα φίλον μου καὶ συνάδελφον διὰ μιᾶς καὶ μόνης ἐπιστολῆς; Τοῦ πολίτου τὸ καθῆκον δὲν εἶναι αὐτὸ, ὁ πολίτης, ὅταν περιορίζηται μόνον εἰς ἐπιστολὰς δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον εἰς τὴν πατρίδα, ἔχει δικαίωμα ἀπὸ τὸν νόμον νὰ καταδιώξῃ τὸ ἔγκλημα, ὅταν φαίνηται, νὰ τὸ καταμηνύσῃ εἰς τὴν δημοσίαν ἀρχὴν, καὶ νὰ καταδιώξῃ αὐτὸ σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Λοιπὸν πρὸς τί καταφεύγουν εἰς τὰς ἐπιστολάς; Ἔχω ἀπὸ τὰς 10 8βρίου ὅπου εὑρίσκομαι εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ποτὲ δὲν ἔλαβα τοιαύτην ἐπιστολήν. Ἐὰν ἐλάμβανον δὲν ἤθελον δώσει κἀμμίαν ἐπισημότητα, πολὺ περισσότερον δὲν ἤθελον τολμήσει νὰ τὴν φέρω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ ἀποδείξω κινδύνους, καὶ ὅτι ἡ δημόσιος ἀσφάλεια καὶ ἡ ἐπανάστασις κλονίζεται. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ἂν ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἤρχετο πρὸς ἐμὲ, τί νομίζετε, ὅτι ἤθελον πράξει; Νομίζετε, ὅτι ἤθελον τὴν φέρει εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ τὴν ἀναγνώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ νὰ τὴν ἀκούσῃ ὅλον τὸ ἀκροατήριον, τὸ ὁποῖον πέριξ ἡμῶν ἵσταται καὶ οὕτω νὰ κλονισθῇ καὶ ἡ ὕπαρξις ἑκάστου καὶ ἡ διάνοια; Ὄχι! Ἤθελον διευθυνθῆ μὲ τὴν ἐπιστολὴν εἰς τὰς χεῖρας πρὸς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν, καὶ ἤθελον τῷ παραστήσει ὅσα ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ περιεγράφοντο, ἤθελον τὸν παρακαλέσει νὰ μὲ εἴπῃ, ἐὰν τὰ γραφόμενα ἔχωσιν ἀληθείας, ἂν τὰ γνωρίζῃ, ἢ ἂν διατελῇ ἐν ἀγνοίᾳ τοιούτων περιστατικῶν καὶ ἤθελα ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὴν τελευταίαν περίστασιν, ἤθελα παροξύνει τὸν πατριωτισμόν του, ἤθελον τὸν παρακαλέσει νὰ καταβάλῃ ὅλας του τὰς ἐνεργείας καὶ φροντίδας διὰ ν’ ἀποκόψῃ τὰς ἐνεργείας ταύτας τὰς ἀντεθνικὰς, διὰ ν’ ἀνακαλύψῃ καὶ συλλάβῃ τοὺς ἐνεργοῦντας αὐτάς, οὐδέποτε ὅμως ἤθελον τὴν φέρει ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρὸ πάντων ἡμεῖς οἱ Πληρεξούσιοι πρέπει νὰ ἤμεθα εἰς αὐτὰ φειδωλοί, διότι ἂς μὴ πιστεύσῃ κἀνεὶς, ὅτι ὅλοι δὲν ὁρμώμεθα ἀπὸ τὰ αὐτὰ πρὸς τὴν Πατρίδα αἰσθήματα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἴμεθα πάντες ἐδῶ ὅλοι οἱ ἐπαναστάται, ἔχομεν συμφέροντα πολὺ περισσότερα ἀπό τινας ἄλλους, οἵτινες ἠσπάσθησαν τὴν ἐπανάστασιν καὶ τὴν ὑπερησπίσθησαν, διότι ἡ δυναστεία τοῦ Ὄθωνος θέλει κινδυνεύσει τὴν ὕπαρξιν τὴν ἀτομικὴν τῶν ἐπαναστατικῶν. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡμεῖς μένομεν ἀδιάφοροι εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα; Ἀλλὰ δὲν κατακρίνω τὰς προσπαθείας, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ προσπάθειαι ἔρχονται ἀπὸ τὸν μυχῶν τῶν αἰσθημάτων πρὸς τὴν Πατρίδα. Ἀλλὰ θέλω αἱ προσπάθειαι αὗται, πρὶν φθάσωσιν εἰς τὸ βῆμα, νὰ βασανίζωνται καὶ μελετῶνται, νὰ ἔρχωνται κύριαι, καὶ οὐχὶ ἀφηρημέναι. Πρὸ μικροῦ συνεζητοῦμεν ἐδῶ ἄλλο ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἐπίσης εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν· καὶ ἀπὸ μὲν τὴν δεξιὰν πλευρὰν ἤρχοντο φωναὶ, αἵτινες ἐπεδίωκον μέτρα ἔκτακτα διὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἡσυχίαν τοῦ Κράτους, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἤρχοντο ἀντίθετοι φωναί· καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι; καὶ αἱ μὲν καὶ αἱ δὲ ἀπέβλεπον εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, μὲ τὴν διαφορὰν μόνον, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ προφυλάξουν τὰ μέτρα τῆς ἀνακρίσεως, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ᾖναι σκεπασμένα, διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ καταδιώξουν ἐπιτηδείως τὸ ἔγκλημα, οἱ δὲ ἄλλοι ἀπὸ τὸν αὐτὸν ζῆλον ὁρμώμενοι καὶ πρὸς τὸ αὐτὸ σημεῖον ἀποβλέποντες, νομίζουν, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα πρέπει νὰ δοθῶσι σκεπασμένα πρὸς τὸ παρὸν, διὰ νὰ δύναται κάτωθεν αὐτῶν ἡ ἀνάκρισις νὰ προχωρήσῃ καὶ συλλάβῃ ἐπ’ αὐτοφώρῳ τὸ ἔγκλημα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὅλοι πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν καὶ πρὸς τὸ αὐτὸ σημεῖον ἀποβλέπουσι, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀπαιτῶμεν βεβαίως νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, διότι νομίζω, ὅτι τὰ βίαια μέτρα, καὶ ἰδίως ὅταν ἀφορῶσι τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν, δὲν δύνανταί ποτε νὰ φθάσωσιν εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα, διότι, Κύριοι, καθὼς σᾶς προεῖπον, ἤκουσα ἐγὼ σήμερον νὰ λέγουν ἀνεκαλύφθη ἓν κιβώτιον τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχει 100 ὀκάδας λίρας. Ἐξυπάσθην, ὅταν ἤκουσα αὐτό, εἶπα, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ εὑρέθησαν τόσα χρήματα· τί πληροφοροῦμαι; ὅτι εὑρέθησαν 13 χιλ. δραχμαὶ μόνον, δηλ. 1000 φλωριὰ καὶ ἀπ’ αὐτὰ τὰ αὐστριακά· ἔπρεπε λοιπὸν ἀπὸ τὴν προκατάληψιν τῆς πρώτης ἰδέας καὶ πληροφορίας νὰ ἔλθω ἐδῶ καὶ νὰ εἴπω; Κύριοι, ἐχαθήκαμεν, ἡ δημόσιος ἀσφάλεια καταστρέφεται, διότι εἰς τὸ ξενοδοχεῖον τῶν ξένων εὑρέθη ἓν κιβώτιον, τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχει 200 χιλ. λίρας; ἑπομένως διὰ νὰ ὑπάρχουν τόσα χρήματα ἐδῶ εἰς τὴν κατοικίαν ἑνὸς πράκτορος, βεβαίως ἄλλα τόσα ἢ καὶ περισσότερα ἐσκορπίσθησαν καὶ ὁ κίνδυνος ἐξετάνθη. Δὲν εἶναι συγχωρημένον, διότι μετὰ 5 λεπτὰ ἤθελεν ἔλθει ἕνας ἄλλος καὶ ἤθελεν εἰπεῖ, ὅτι τὸ εἶδες εἰς τὸν ὕπνον σου, διότι τὸ πραγματικὸν εἶναι 1000 φλωρία. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ τὰ ἀόριστα πράγματα, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον νὰ ἀναβῶ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἂν τῆς φέρω ζωντανὸν τὸν κίνδυνον, διότι ἄλλως ματαιοπονοῦμεν· ἰδοὺ διατί ἐγὼ ἐν πεποιθήσει σᾶς λέγω καὶ ἐν συνειδήσει ὁμολογῶ, ὅτι ἤρχισα νὰ κουράζωμαι· διότι τώρα ἔχομεν 60 ἡμέρας ὅπου κοσμοῦμεν τὸν ὁρίζοντα τῆς Ἀττικῆς καὶ τί ἐκάμομεν; καὶ ἡμεῖς δὲν ἠξεύρομεν.
§125ΒΛ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Πρώτην ἡμέραν ἤθελα νὰ φύγω ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, καὶ βλέπω, ὅτι ἔκαμα καλὰ, ὅτι δὲν ἔφυγα, διότι ἀναβὰς ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ὁ Κ. Πλαστήρας ἀπέδωκεν εἰς τὸν ἀδελφόν μου προδοσίαν κατὰ τῆς πατρίδος.
§126ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Δὲν εἶναι ἀλήθεια.
§127ΒΛ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἶναι τόσον βέβαιον, ὥστε τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἔπρεπε νὰ τὴν φέρῃ ὁ Κ. Ῥοντήρης, διότι ἀπὸ τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κ. Ῥοντήρη γράφεται, καὶ εἰς αὐτὸν στέλλεται. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδέποτε οὐδεμίαν στιγμὴν εὑρέθην πολιτικῶς σύμφωνος μὲ τὸν ἀδελφόν μου τὸν πρώην ὑπασπιστὴν τοῦ πεσόντος Βασιλέως Ὄθωνος· ἀνετράφην εἰς ἄλλας σχολὰς, ἄλλας ἰδέας ἀντελήφθη ὁ εἷς καὶ ἄλλας ὁ ἄλλος· εἶναι θετικὸν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ τώρα ζῶν μακρὰν τῆς πατρίδος του, ζῇ μακρὰν αὐτῆς, οὐχὶ κινούμενος ἀπὸ ἰδέας ἀντεπαναστατικὰς, ἀλλὰ ζῇ μακρὰν, διότι τὸν παρέσυρεν ὁ χείμαῤῥος τῆς ἐπαναστάσεως, ὅστις ἐξεδίωξε τότε τὸν Βασιλέα. Κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, καὶ δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω, ὅτι καίτοι ὑπηρετῶν τὸν Ὄθωνα ὁ Ἀθαν. Βαλτινὸς ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ἐμφύλιον πόλεμον. Ὁ Ἀθαν. Βαλτινὸς ἐστάλη ἀπὸ τὸν τότε πολέμιον Ὄθωνα εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Ἀκαρνανίας, ὅπως στρατολογήσῃ κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως· εἶδε τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ ἀνεχώρησεν ἐντὸς ἀτμοπλοίου ἐθνικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεζήτει τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος· τὸν εὗρεν ἀποχαιρετήσαντα τὸν Πειραιᾶ, καὶ εἰς τὰ Ἀμπελάκια καταφυγόντα ἐντὸς ἀγγλικοῦ πλοίου· ἐκεῖ περιέμενεν ὁ Ὄθων τὸν Ἀθ. Βαλτινὸν, ὅπως ἀνάψῃ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, καὶ ἀνεχώρησεν, ὅτε ὁ Ἀθ. Βαλτινὸς τοῦ εἶπε, «Μεγαλειότατε, δὲν ἔχεις παρὰ νὰ φύγῃς, διότι ὅπου καὶ ἂν ὑπάγῃς, καὶ αἱ γυναῖκες μὲ τὰς ῥόκας εἶναι ἕτοιμαι νὰ σὲ διώξωσιν.» Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Ἀθ. Βαλτινὸς μένει ἐκεῖ εἰς Μόναχον, δὲν εἶναι εἰς Ζάκυνθον; εἶναι ψευδέστατον, προδότης δ’ αἴσχιστος ὁ γράψας τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην· ὁ γράψας ὤφειλε νὰ σέβηται τὰ ὀνόματα· πολλοὶ γνωρίζουσι τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀνθρώπου· εἶπον ἐντὸς τοῦ τμήματος, ὡς καὶ εἰς δύω ὑπουργοὺς, οἵτινες ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου μοὶ ὡμίλησαν, ὅτι δὲν ἤθελον διστάσει νὰ ζητήσω τὴν σύλληψιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν ν’ ἀτιμάζουν ξένα ὀνόματα· ἤθελον ἀπαιτήσει τὴν σύλληψιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ῥίπτουσι τυχαίως τὰ ὀνόματα τῶν ἄλλων εἰς τὸ κοινὸν ὄνειδος. Κύριοι, καὶ τὰ ῥίπτουσιν οὐχὶ οἱ γράψαντες τὴν ἐπιστολὴν, διότι ἴσως ἐγένοντο ἀθῶα θύματα, καὶ ἐῤῥίφθη οὐχὶ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Ἀθανασίου Βαλτινοῦ, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα· καὶ δὲν εἶναι πολὺ παράδοξον ν’ ἀκούσητε καὶ τὰ ἰδικά σας, διὰ νὰ παραπείσωσι τοὺς πολίτας, ὅτι ἐργάζονται ὑπὲρ τοῦ Ὄθωνος αὐτοὶ ἐκεῖνοι ὅσοι ὑπῆρξαν ἐπαναστάται· λέγω λοιπὸν περὶ τοῦ ἀδελφοῦ μου, ὅτι ὑπάρχει εἰς Μόναχον διὰ τὰς ἀφορμὰς, τὰς ὁποίας ἔχει· τὸν παρέσυρεν ὁ ῥοῦς τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ νομίζει, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἔλθῃ· περιμένει δὲ, μέχρις οὗ ἔλθῃ νέος Βασιλεὺς καὶ ἐπανέλθῃ· λυποῦμαι, διότι δὲν μὲ ἤκουσε νὰ ἐπανέλθῃ ἀπὸ τοῦδε, διότι νομίζω καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐπανερχόμενον ἤθελε τὸν μεταχειρισθῆ εἰς θέσεις ἐμπιστοσύνης, διότι ἔχει ἀνεπίληπτον χαρακτῆρα.
§128ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Κύριοι, ἔχουν τινὲς τὴν ἀδυναμίαν, καὶ δὲν πρέπει νὰ τοὺς κακίσωμεν διὰ τοῦτο, νὰ αἰσθάνωνται πολὺ δυνατὰ τὴν στοργὴν πρὸς τὴν ἐπανάστασιν. Δυνατώτερα ἀπὸ ἐμὲ ἔτυχε νὰ αἰσθάνεται τὴν στοργὴν αὐτὴν ὁ φίλος μου Εὐθύμιος Πλαστήρας· τὴν ἐπιστολὴν, περὶ ἧς ὁ λόγος, τὴν ἔλαβα ἐγὼ καὶ τὴν ἔλαβα αὐτὴν τὴν στιγμὴν· τὴν ἀνέγνωσα μὲ ἀταραξίαν, τὴν ἀνεκοίνωσα καὶ εἰς τὸν ἐκ παίδων φίλον μου Κύριον Εὐθύμιον Πλαστήραν. Ἐταράχθη αὐτὸς ἀμέσως, ἦλθεν ἐδῶ καὶ σᾶς ἀνήγγειλεν ἕνα τινὰ κίνδυνον. Ἐὰν ἔχωσιν οἱ ἄλλοι πλειότερον φλέγμα, δύνανται νὰ τὸ ἔχωσι, ἡμεῖς ὅμως δὲν τὸ ἔχομεν εἰς τοιοῦτον βαθμόν· ἐὰν πατὴρ ἴδῃ κιλυνδούμενον τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸ χεῖλος μιᾶς ἀβύσσου, ἐκβάλλει γοερὰς φωνὰς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀπαθής· τοῦτο συνέβη, Κύριοι, εἰς τὸν Κ. Πλαστήραν, τοῦτο συνέβη εἰς ἡμᾶς. Ἦλθον ἐδῶ, Κύριοι, νὰ καυχηθῶσί τινες, ὅτι εἶναι ἐπαναστάται, ἐπαναστάται προχθεσινοὶ, ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας ἐπαναστάται! ἐὰν ἔλθωμεν ἐδῶ νὰ ἐκτυλίξωμεν αὐτὸν τὸν κατάλογον, θὰ ἰδῶμεν πότε ὁ Πλαστήρας ἦτο εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ πότε ὁ Ῥοντήρης ἔῤῥιπτε τὸ πρῶτον πυροβόλον κατὰ τοῦ Ὄθωνος ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Στρατάρχην Θ. Γρίβαν, ἔτι κατὰ τὸ 1844. Κύριοι, τὶ ἔπρεπε νὰ κάμω, ὅτε μὲ ἀνήγγειλεν ὁ ἀδελφός μου ἕνα κίνδυνον εἰς τὴν πατρίδα; ἔπρεπε νὰ σιωπήσω, λέγουσι τινες· ὄχι! λέγω ἐγώ. Μάλιστα, δὲν εἶχον τὴν τόλμην νὰ φέρω συζήτησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν περὶ ἀντικειμένου τοιούτου, μάλιστα δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶχον τὸν πατριωτισμὸν εἰς αὐτὸν τὸν βαθμὸν ἀνεπτυγμένον, ὅπως ἔτυχε νὰ τὸν ἔχῃ ὁ Κ. Πλαστήρας, νὰ φέρω μίαν συζήτησιν διὰ νὰ εἴπωσί τινες τόσον ἀναιδῶς, ὅτι εἶναι προδότης ὁ γράψας τὴν ἐπιστολὴν· δὲν ἤθελον νὰ προσφέρω θυσίαν τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀδελφοῦ μου· μὲ λείπει αὐτὸς ὁ πατριωτισμὸς, ἀλλὰ ὁ Κ. Πλαστήρας μὲ συνήρπαξε, ἔλαβε τὴν ἐπιστολὴν, καὶ ἐπήδησεν εἰς τὸ βῆμα καὶ γίνεται ἤδη ὁ ἀδελφός μου θῦμα. Ἡ ἐπιστολὴ δὲν λέγει, ὅτι ὁ Βαλτινὸς εἶναι προδότης, λέγει, ὅτι γίνεται αὐτὸ καὶ αὐτό. Καὶ τὶ νομίζει ὁ Κ. Βαλτινὸς, ὅτι θὰ τὸν θεωρήσωμεν εἴδωλον καὶ θὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας νώπιόν του; εἶναι καὶ ἄλλα ὀνόματα μεγαλείτερα ἐν τῇ ἐπιστολῇ, εἶναι τὸ ὄνομα Βότσαρις· καὶ ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ μεγάλου Βοτσάρεως ἐφύτρωσεν ἡ ἐλευθερία κατὰ μέγα μέρος, ἣν σήμερον ἀπολαύομεν. Εὑρέθη ὅμως πλημμελὴς ὁ υἱός του καὶ εἶναι ὕποπτος ὁ ἄνθρωπος· ἐγὼ δὲν τὸν εἶπα ποτὲ προδότην· δὲν κατηγορεῖ τὸν ἀδελφόν του Ἀθ. Βαλτινὸν, ὅτι ὑποκινεῖ στάσιν, ἀλλὰ τὸ λέγει ὡς εἴδησιν, γράφει πρὸς τὸν ἀδελφόν του· ἄλλως τε εἶναι γνωσταὶ αἱ δοξασίαι τοῦ Ἀθανασίου Βαλτινοῦ· ὑπηρέτησε πάντοτε τὸν Ὄθωνα μετὰ ἀφοσιώσεως. Σκέπτεται ἤδη, ὅταν ἔλθῃ ὁ Βασιλεὺς, νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡμεῖς ἐδῶ δὲν εἴμεθα τίποτε; Ἡ Ἑλλὰς ὑπάρχει δι’ αὐτοῦ τοῦ Σώματος τοῦ σεβαστοῦ, καὶ ὄχι διὰ τοῦ Βασιλέως. Ὅστις εἶναι γενναῖος πατριώτης καὶ ἀληθὴς, σήμερον ἔρχεται, καὶ ὄχι, ὅταν τὰ λάφυρα ῥίπτωνται πλουσιοπάροχα ἀπὸ τῆς αὐλῆς εἰς τοὺς αὐλοκόλακας καὶ τοὺς ἀληθεῖς προδότας. Γνωρίζετε μόνον νὰ ῥίπτητε σκάνδολα· ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας διατελῶ καθήμενος ἐν γωνίᾳ τινὶ, ἐν θλίψει καὶ ἐν ῥεμβασμῷ· δὲν πρέπει νὰ σιωπήσω ὅ,τι γνωρίζω. Λέγω, ὅτι εἰς τὸν Πλάτανον εἰς τὴν πατρίδα μου ὅλοι οἱ συγγενεῖς μου εἶναι Ὀθωνισταὶ, προέπινον εἰς ὑγείαν τοῦ Ὄθωνος. Κατὰ τὴν ἐπανάστασιν μὲ ἔσυραν εἰς τὸ στρατόπεδον ἐπὶ τῶν ὤμων των, σήμερον ὅμως ἔπιον εἰς ὑγείαν τοῦ Ὄθωνος· τί πταίω ἐγὼ ἂν αὐτοὶ ὑπέπεσον εἰς τοιοῦτον ἔγκλημα· ἂς ἔλθωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, ἂς καταδικασθῶσι· σήμερον τὸ φίλτρον τῆς πατρίδος εἶναι ἀνώτερον παντὸς φίλτρου συγγενικῶν δεσμῶν. Κύριοι, μὴ τρέχωμεν, μὴ νομίζωμεν, ὅτι ἡ ἐργασία μας ἡ σημερινὴ εἶναι σπουδαιοτέρα, ὅταν συντάττωμεν νόμους· εὑρισκόμεθα εἰς στάδιον πολὺ ἐπικίνδυνον· τὸ σπουδαιότερον καθῆκόν μας εἶναι ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος. Χρήματα πολλὰ, πάντες γνωρίζετε, ἐχύθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐργάζονται ἵνα φέρουν ἀποτέλεσμα· ὑπεκκαίεται φλὸξ, ἡ ὁποία δύναται νὰ φέρῃ μίαν ἔκκρηξιν, ἡ ἐντολή μας εἶναι νὰ συντηρήσωμεν τὴν ἐπανάστασιν, νὰ προλάβωμεν πᾶν ὅ,τι ἐπίκειται προδοτικὸν κίνημα· ταῦτα πάντα ἐνεργοῦσιν οἱ πρὶν ὑπηρέται τοῦ πεπτωκότος συστήματος· 1000 δήμαρχοι ὑπάρχουσιν εἰς ὅλον τὸ κράτος, οἱ ὁποῖοι ἀδιακόπως ἐνεργοῦσι καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπαχύνθησαν μὲ τὴν προδοσίαν, μὲ τὰ χρήματα τοῦ Ὄθωνος καὶ ὑμεῖς θὰ σεβασθῶμεν τὰ ὀνόματα (εὖγε) τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου! Ἐὰν ὅλοι ἐδῶ δὲν καταθέσωμεν τὴν κοινὴν πεῖραν καὶ ὅ,τι καθεὶς γνωρίζει καὶ αἰσθάνεται, δὲν θέλομεν φθάσει εἰς ὅ,τι προτιθέμεθα. Σπεύσατε νὰ συνέλθωμεν νὰ ἀφήσωμεν τοὺς λόγους τοὺς πλαγίους, νὰ σχηματίσωμεν πεποίθησιν, ὅτι κίνδυνος ὑπάρχει· δὲν λέγω ποία εἶναι ἡ θεραπεία, παρακαλῶ μόνον νὰ συναισθανθῶμεν τὸν κίνδυνον, καὶ τὸ ἑσπέρας νὰ μὴ κοιμώμεθα ἥσυχοι, ἀλλ’ ἕκαστος εἰς τὴν κλίνην του νὰ στριφογυρίζῃ ἄγρυπνος ἕως τὴν αὐγὴν καὶ νὰ ἐνθυμῆται, ὅτι, ὅταν κινδυνεύῃ ἡ πατρίς του, κινδυνεύει ὁ οἶκος, ἡ σύζυγός του, τὰ τέκνα του, κινδυνεύει ἡ ζωὴ τῶν φιλτάτων του, ἡ τιμὴ αὐτῶν, καὶ τότε ἡ θεραπεία εὑρίσκεται. Κύριοι! διαμαρτύρομαι, ὅτι ὁ ἁγνότερος πατριωτισμὸς ἠνάγκασε τὸν ἀδελφόν μου νὰ γράψῃ αὐτὸ τὸ γράμμα. Διαμαρτύρομαι, ὅτι ὁ Κ. Πλαστήρας ἀπὸ φλόγα πατριωτισμοῦ καιόμενος ἦλθε καὶ ἀνέγνωσε τὸ γράμμα. Τὸ γράμμα αὐτὸ εἶχέ τι, τὸ ὁποῖον βεβαιοῦται πανταχόθεν· εἶναι βέβαιον, ὅτι μετέβη εἰς Κάλαμον ὁ Γεροθανάσης ἐκλαμβάνει ὁδηγίας· αὐτὸ τὸ ἐβεβαίωσε καὶ ὁ Κ. Τσέλιος, ταῦτα εἶπον, καὶ μένει εἰς ἡμᾶς νὰ κρίνητε καὶ νὰ σκεφθῆτε ὅ,τι καλὸν διὰ τὴν πατρίδα.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ ἐκκρεμὲς ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις περὶ ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς, Ὅστις θέλει νὰ ἀγορεύσῃ ἔχει τὸν λόγον.
§130ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε προτοῦ νὰ συμβοῦν αἱ τελευταῖαι ἀταξίαι ἀνθρώπων, αἱ ὁποῖαι ἐπροκάλεσαν τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ κυβερνητικοῦ μας συστήματος, διεθρυλλοῦντο πολλά τινα, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ μὲν ἔδιδε πίστιν, ὁ δὲ οὐδαμῶς· ἀλλ’ ὅμως οἱ περισσότεροι, ὅσοι ἔτυχον νὰ ἐπιζήσωσιν εἰς ἐπαναστατικοὺς καιροὺς, οἱ περισσότεροι, ὅσοι εἶχον ἀναγνώσει ἱστορίας καὶ ἄλλων ἐπαναστάσεων, εἶδον ἐν τοιούτοις καιροῖς, ὅτι οὐδὲν εἶναι ἀπίθανον· τὰ πάντα δύνανται νὰ συμβῶσιν, δι’ ὃ ὁ φρόνιμος ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ προλαμβάνῃ τοὺς κινδύνους προτοῦ αὐτοὶ ἐπέλθωσι· διὰ τοῦτο ὁ Κύριος Πετσάλης τότε, ἂν ἐνθυμῆσθε, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Συνέλευσιν νομοσχέδιον περὶ ἀρχηγοῦ ἐθνοφυλακῆς καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ἐκλογῆς φρουράρχου τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως· ὅλοι συναισθανόμεθα τὴν ἀνάγκην τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς, ὅλοι ὁμολογοῦμεν, ὅτι δικαίως ὀφείλει ἡ Συνέλευσις νὰ ἔχῃ τὸν φρούραρχόν της ὡρισμένον. Ἂν τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ νομοσχέδια ἔμελλον νὰ συζητηθῶσι, καὶ ἡμεῖς ὠφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ φρουράρχου καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἐὰν ἐξετελοῦμεν τὴν ἀπόφασίν μας ἀπὸ τότε, ἀναντίῤῥητον εἶναι καὶ εἰμπορεῖ τις νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι τὰ συμβάντα δὲν ἤθελον συμβῆ, ὅπως συνέβησαν. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐκτιμήσω τὰ συμβάντα· ἡ μόνη ὅμως δύναμις, ἥτις ἐναπέμεινε, τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία ἐνυπῆρχεν εἰς τὰς Ἀθήνας πρόθυμος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν τῆς κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν φρούρησιν τῆς Συνελεύσεως, ἦτον ἡ ἐθνοφυλακή· λέγω ἡ ἐθνοφυλ. λέγω ἡ μεγαλειτέρα δύναμις, διότι ὑπῆρχε καὶ ἄλλη, ὁ στρατὸς, ὑπῆρχεν ἡ χωροφυλακή· καὶ ὅμως κατὰ δυστυχίαν, εἰς ἐκείνην τὴν ἡμέραν τῶν ταραχῶν καὶ ὁ στρατὸς διῃρημένος εὑρέθη καὶ ἡ χωροφυλακὴ ἄπρακτος, ἡ δὲ μεγάλη δύναμις, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ ἡ Συνέλευσις, εὑρέθη ἄνευ ἀρχηγοῦ, καὶ ἤμεθα ἐκτεθειμένοι ἡμεῖς, τὸ κυρίαρχον Σῶμα τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν πρώτην τῶν τυχόντων προσβολὴν καὶ ἐξευτέλισιν· παρῆλθεν ὁ κίνδυνος, ἡμεῖς δὲ πᾶν ἄλλο ἐσκέφθημεν, παρὰ πῶς νὰ διοργανώσωμεν τὴν ἐθνοφυλακήν· τοῦτο δὲν θὰ εἰπῇ τίποτε ἄλλο, εἰμὴ, ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ὁ κίνδυνος, ὅλοι θορυβούμεθα καὶ, ἀνακατευόμεθα, καὶ ἄλλος ἄλλα προβάλλει· ὅταν παρέλθῃ ὁ κίνδυνος, λησμονοῦμεν καὶ αὐτὸν καὶ τὰς ἀποφάσεις μας καὶ οὐδὲ γνωρίζομεν τὸ λόγιον τοῦτο, «δὶς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρὸς σοφοῦ,» δύω φορὰς νὰ τὴν πάθωμεν δὲν μοῦ ἀρέσκει· ἐνδέχεται νὰ τὴν πάθωμεν καὶ τρίτην φορὰν, καὶ τίς οἶδεν, ἂν ἔλθωμεν εἰς τὸν δρόμον τῶν μεταπολιτεύσεων, ποῦ θὰ σταθῶμεν κυλινδούμενοι; ἤθελε συμπεράνει κἀνεὶς, ὅτι μετὰ τὰ γεγονότα ἠθέλαμεν σπεύσει νὰ ἐκλέξωμεν φρούραρχον τῆς Συνελεύσεως, νὰ διοργανώσωμεν τὴν ἐθνοφυλακὴν, διότι εἶναι ἡ μόνη ἀπομείνασα δύναμις ἡ ἰσχυροτέρα, δὲν τὸ ἐπράξαμεν ὅμως. Καὶ φαίνεται, ἴσως σκέπτονται τινὲς, ὅτι καλὸν εἶναι ἡ θύρα αὕτη τῶν βιαίων μεταπολιτεύσεων νὰ μείνῃ ἀνοικτή. Κύριοι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ φρούραρχος τῆς Συνελεύσεως, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐθνοφυλακὴ, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ στρατὸς, ὅταν ἡ χωροφυλακὴ ἐγκλείεται εἰς τὸν στρατῶνα, ὡς προχθὲς, ὅτε εἶναι ἀνοικταὶ αἱ πύλαι καὶ δύνανται νὰ ἔλθωσι νὰ μᾶς δώσωσιν ἓν λάκτισμα καὶ νὰ μᾶς ἐκβάλουν ἔξω, διὰ νὰ μὴ συμβαίνουν ταῦτα, διὰ νὰ μὴ ἐμπίπτωμεν εἰς ἀστασίαν ἀποφάσεων, διὰ νὰ μὴ φαινώμεθα ἐλαττωματικοὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀναγκαίαν φρούρησιν, διὰ νὰ ἤμεθα ἀνεπηρέαστοι νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, διὰ νὰ ἔχωμεν δύναμιν ἀξιόμαχον, τὴν ὁποίαν νὰ μεταχειριζώμεθα κατὰ παντὸς ἔξωθεν διενεργοῦντος διὰ νὰ ματαιώσῃ αὐτὸ τὸ ἔργον καὶ παρὰ πολὺ πιστεύω αὐτὰς τὰς μηχανοῤῥαφίας τοῦ ἐκπτώτου ἡγεμόνος καὶ τῶν ἀποστόλων του· διὰ ταῦτα πρέπει λοιπὸν νὰ διοργανίσωμεν τὴν ἐθνοφυλακὴν πρὸ παντὸς ἄλλου, πρέπει νὰ φρουρήσωμεν καὶ τὸν ἑαυτόν μας· καὶ μὴ νομίσῃ τις, ὅτι εἶναι ἐγωϊσμὸς, ἂν ζητῶμεν τοῦτο, θέλομεν μόνον νὰ προφυλάξωμεν τὴν κεφαλὴν, διότι ὑποτίθεται, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι ἡ κεφαλὴ, καὶ ὅταν φρουρῆται ἡ κεφαλὴ καὶ τὸ λοιπὸν σῶμα εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν. Πρέπει λοιπὸν χωρὶς μεγάλων συζητήσεων ὁ Πρόεδρος νὰ διατάξῃ νὰ ἐκλέξωμεν τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἐθνοφυλακῆς ἐκ τῆς Συνελεύσεως· ἀφοῦ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τοῦ ἰδίου ἑαυτοῦ μας, πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν φρούρησιν τῆς Συνελεύσεως εἰς ἕνα ἄνθρωπον οἱονδήποτε. Ἂς ἐκλέξωμεν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτός. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς πρέπει μόνον νὰ ἔχῃ συστατικά τινα, δὲν πρέπει νὰ ᾖναι εὐάλωτος εἰς τὴν μηχανοῤῥαφίαν τῶν κομμάτων, δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύῃ ὄργανον πρὸς κομματικοὺς σκοποὺς, πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ αὐτιά του σφαλιστὰ, ὁ ἀρχηγὸς πρέπει νὰ ᾖναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ δύναται νὰ διοργανίσῃ τὴν ἐθνοφυλακὴν καὶ νὰ τὴν καταστήσῃ ἀξιόμαχον σῶμα· ἂς σκεφθῶμεν ποῦ δυνάμεθα νὰ τὸν εὕρωμεν ἐγκλείοντας εἰς τὸν ἑαυτόν του αὐτὰς τὰς τρεῖς ἰδιότητας. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ὁ τοιοῦτος ἄνθρωπος δὲν δύναται ποτὲ νὰ παράσχῃ τὴν δύναμιν αὐτὴν ὡς ὄργανον κομματικῶν σκοπῶν.
§131ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶμαι φίλος τῶν βιαίων μεταβολῶν, οὐδέποτε ὑπεστήριξα, οὐδὲ θέλω ὑποστηρίξει ποτὲ πορείαν ἔκνομον· ζητῶ τὰς βελτιώσεις ἐν τῇ συντηρήσει τῶν καλῶς κειμένων, οὐδὲ πτοοῦμαι πολὺ ἀπὸ φόβους, τοὺς ὁποίους ἔξαψις φαντασίας, ἢ παρεξήγησις γεγονότων πλάττει πολλάκις καὶ προσάγει πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν. Λέγω συμφωνῶν μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος, ὅτι ἡ Ἐθνοφυλακὴ, ἡ παριστῶσα τὴν ἐθνικὴν δύναμιν, εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων καὶ ἰσχυροτέρων μέσων, δι’ ὧν θέλομεν κατορθώσει τὴν συντήρησιν τοῦ ἐνεστῶτος· αὕτη εἶναι φύλαξ πιστὸς τῆς παρακαταθήκης, τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος μᾶς ἔδωκε καὶ τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ κρύψωμεν ὡς τάλαντον, ἀλλὰ νὰ καλλιεργήσωμεν καὶ γονιμοποιήσωμεν. Ἡ Ἐθνοφυλακὴ, περὶ ἧς ἔχομεν χρηστὰς ἐλπίδας καὶ γνώμας, περὶ ἧς πολλάκις ἐσκέφθημεν, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεβλέψαμεν εἰς ἡμέρας κρισίμους, εἶναι ἡ μόνη ἐν τῷ ἔθνει ὑπάρχουσα δύναμις· ὅταν λοιπὸν πρόκηται περὶ ταύτης, νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ συνεισφέρω τὸν μικρὸν ὀβολόν μου εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν κατ’ αὐτὴν, εἰς τὴν διοργάνωσιν τὴν τελειοτέραν, τὴν χρησιμωτέραν. Ἡ ἐπιθυμία αὕτη μὲ καλεῖ καὶ σήμερον εἰς τὸ βῆμα. Ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων καὶ οἱ δῆμοι ὅλοι, οἵτινες ἔχουσι πληθυσμὸν μέγαν, διότι δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχουσι πολλὰ κέντρα πληθυσμοῦ, ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων εἰς τὴν Ἐθνοφυλακὴν ἔστειλε πληθὺν ἀνθρώπων· ὁ πληθυσμὸς αὐτὸς βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀποτελέσῃ ἕνα ὅλον στρατόν· ὑποδιαιρεῖται εἰς διάφορα σώματα· τὰ σώματα ταῦτα πρέπει νὰ τείνωσι πρὸς τὸ αὐτὸ κέντρον· ἡ ἐνέργεια αὐτῶν καὶ ἡ ὑπηρεσία πρέπει ν’ ἀπολήγωσιν εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπόν. Προσέτι ἡ Ἐθνοφυλακὴ, θεσμοθέτημα νωπότατον, θεσμοθέτημα νέον, ἔχει ἀνάγκην διοργανώσεως, ἔχει ἀνάγκην ὑποστηρίξεως καὶ συνδρομῆς διὰ νὰ παραγάγῃ τοὺς γλυκεῖς καρπούς της καὶ διὰ νὰ κατασταθῇ πεποίθησις ἀκράδαντος εἰς τὴν καρδίαν παντὸς, λιμὴν, ὑπισχενούμενος γαλήνην καὶ ἀσφάλειαν, ἡ Ἐθνοφυλακὴ εἶναι θεσμοθέτημα ἀπολύτως ἀναγκαιότατον εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν. Συνομολογῶ μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος, ὅτι ἡ ἔλλειψις κέντρου ἑνότητος, ἡ ἔλλειψις ἑνότητος ἐνεργείας, ἡ ἔλλειψις προνοίας διαρκοῦς καὶ φροντίδος ἀγρύπνου ὑπὲρ τῆς Ἐθνοφυλακῆς, εἶναι ἔλλειψις, εἰς τὴν ὁποίαν δύναται νὰ προσκόψῃ ἡ βελτίωσις αὐτῆς, ἡ πραγματοποίησις τοῦ σκοποῦ αὐτῆς, ἡ ὑπηρεσία ἡ χρησιμωτέρα, τὴν ὁποίαν ἡ πατρὶς εἰς τὰς ἀνωμάλους περιστάσεις ἀπαιτεῖ παρ’ αὐτῆς καὶ προσδοκᾷ παρ’ αὐτῆς. Τὸ πρόβλημα λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη εἰς ἡμᾶς, ἐὰν πρέπῃ νὰ συγκεντρωθῶσιν εἰς ἓν κέντρον αἱ περὶ τῆς Ἐθνοφυλακῆς φροντίδες, ἂν πρέπῃ ἀπὸ τοῦ κέντρου αὐτοῦ νὰ ἐξέρχηται μία γενικὴ ὤθησις, ἡ ὁποία νὰ διευθύνῃ τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς ὑπηρεσίας τῆς Ἐθνοφυλακῆς, τὸ πρόβλημα, λέγω, τοῦτο λύεται, καὶ ἐγὼ, ὡς ὁ προαγορεύσας, καταφατικῶς λέγω καὶ καθαρῶς, ὅτι ἡ ὕπαρξις μιᾶς ἀρχῆς διοικούσης, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτηρῇ τὴν φροντίδα τῆς βελτιώσεως, τῆς διοργανώσεως καὶ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος εἶναι ἀναγκαία. Οἱ Ἐθνοφύλακες εἶναι πολῖται, ὑπηρετοῦντες τὴν πατρίδα ἐνόπλως· ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν βεβαίως προκαλεῖται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ἀρχήν. Ἡ πρώτη ὤθησις λοιπὸν, ἡ γινομένη εἰς τὸ σῶμα τοῦτο τῶν ἐνόπλων πολιτῶν, ἐκπορεύεται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ἀρχὴν, ἥτις εἶναι ἐπιτεταγμένη νὰ μεριμνᾷ ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας· ἀλλ’ ἡ ὤθησις αὐτὴ διὰ ν’ ἀπολήξῃ εἰς τὰ διάφορα ἄτομα, τὰ ὁποῖα καλοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσι, πρέπει νὰ φθάσῃ εἰς τὸ κέντρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περὶ αὐτὸ συγκεντρόνει καὶ συνέχει τὰ ἄτομα ταῦτα· τὸ κέντρον τοῦτο εἶναι ἡ ἀρχηγία τῆς Ἐθνοφυλακῆς. Ἀλλ’ οἱ πολῖται, ἔνοπλοι ὑπηρετοῦντες, διὰ νὰ ὑπηρετήσωσι πρέπει νὰ λάβωσι τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους τοῦ στρατιώτου, καὶ δὲν ἀρκοῦσι μόνοι αὐτοὶ οἱ τύποι, πρέπει ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς γνώσεις ἐκείνας καὶ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται ἀπολύτως διὰ νὰ ὑπάρξῃ πρόληψις περὶ τῆς ἐπιτυχοῦς χρήσεως τῶν ὅπλων, διὰ νὰ ὑπάρξῃ πρόληψις περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα εἶναι ἡ στρατιωτικὴ ἄσκησις, ἡ στρατιωτικὴ διοργάνωσις, καὶ αἱ δύω αὐταὶ θέλουσιν εἶσθαι πληρέστεραι, ὅταν φροντίζῃ περὶ τούτων εἷς ἄνθρωπος, ὅταν συνταυτίζῃ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τὴν βελτίωσιν τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ, μὲ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἐθνοφυλακῆς. Συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἐθνοφυλακῆς, τρέπομαι ἐπὶ τοῦτο ὑπὸ διαφόρους σκέψεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιζητῶ νὰ φέρω ἀμέσως θεραπείαν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Κύριοι, ἡ σκέψις, τὴν ὁποίαν ὁ προλαλήσας σᾶς προτείνει, εἶναι ἡ σκέψις, πόθεν θέλει ἐκλεχθῆ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐθνοφυλακῆς; Τί φυσικώτερον βεβαίως ἢ νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, τὴν παριστῶσαν τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἔθνους, τὴν περικλείουσαν πᾶσαν δύναμιν ἐν τῇ πολιτείᾳ, τὴν ἔχουσαν τὸ καθῆκον τοῦ νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος; τί φυσικώτερον λοιπὸν παρὰ ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἀρχηγὸν αὐτῆς; Εἰς τὴν σκέψιν ταύτην ἀντιτάσσω ἄλλην, τὴν ὁποίαν ἤκουσα, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκλέξῃ ἀρχηγὸν τῆς Ἐθνοφυλακῆς, καὶ ν’ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν δικαίωμα καὶ καθῆκον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξάσκησις συνδέεται μὲ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἰδίου αὐτῆς καθήκοντος; Ἀλλὰ νὰ ἐκλέξῃ αὐτὸν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία; πῶς νὰ ἀφήσῃ ἡ Συνέλευσις τοσοῦτον σπουδαίας ὑποθέσεως τὴν διάταξιν εἰς ἄτομα ἀναλαβόντα πρόσκαιρον ἐντολὴν, εἰς ἄτομα διαβατικά; Καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην σκέψιν ἀφίνων, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ νομοθετῇ τις, ὅταν ᾖναι ἀνάγκη νὰ μεταβάλῃ τὰ κείμενα τῶν νόμων, ἢ ὅταν οἱ ὑπάρχοντες νόμοι δὲν προβλέπωσι. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν νόμος ῥητὸς πληρῶν τὸ κενὸν, περὶ τῆς πληρώσεως τοῦ ὁποίου ἐκλήθητε νὰ σκεφθῆτε σήμερον. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι νόμος περὶ Ἐθνοφυλακῆς ἐψηφίσθη περὶ τὰ μέσα τοῦ παρελθόντος ἔτους· ἡ ἐποχὴ καὶ οἱ χρόνοι, ὑφ’ οὓς ὁ νόμος συνετάχθη καὶ ἐψηφίσθη, ἐνετύπωσαν ἐπ’ αὐτοῦ τὴν σφραγῖδα τῶν σκέψεων, αἱ ὁποῖαι τότε ἐπεκράτουν. Οἱ χρόνοι ἐκεῖνοι παρῆλθον καὶ ἡ ὕπαρξις τῆς Ἐθνοφυλακῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶχε γεννηθῆ καὶ πλασθῆ, παρεστάθη ἐπικειμένη. Ἐνθυμοῦμαι τὴν τρίτην ἡμέραν τῆς ἐπαναστάσεως, πλῆθος πολιτῶν, ἡ ἡμίσεια πόλις περιεφέρετο εἰς τὰ δημόσια καταστήματα, εἰς τὰς κατοικίας τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐζήτουν ὅπλα διὰ νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα νὰ τηρήσωσι τὴν ἡσυχίαν καὶ ὑποστηρίξωσι τὴν τάξιν κατὰ τῆς ἀταξίας. Ἡ ἄμεσος ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἦτον ἀδύνατος, τόσῳ μᾶλλον καθόσον αἱ ἰδέαι καὶ σκέψεις, τῶν ὁποίων τὸ κράτος ἀνεγνώρισεν ἡ μεταβολὴ, καθίστων τὸν νόμον τοῦτο πολὺ ἐλαττωματικόν. Ἐπῆλθεν ἡ μεταβολή· ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις, θελήσασα νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην, ἐνόμισεν ἀναπόφευκτον ν’ ἀφήσῃ τὴν μελέτην τοῦ νόμου ἐπὶ ἄλλους καιροὺς καὶ ἐξέδωκε ψήφισμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψε καὶ ἐδέχθη τὴν ἑκουσίαν ὑπηρεσίαν τῶν πολιτῶν ὡς ἐθνοφυλάκων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἐσχηματίσθησαν τὰ τάγματα τῆς ἐθνοφυλακῆς, τὰ ὑπάρχοντα ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὡς καὶ τὰ διοργανούμενα εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους. Αἱ ἀνωμαλίαι ἐκεῖναι τῶν ἡμερῶν ἐκείνων παρῆλθον, καὶ ἡ Κυβέρνησις κατόπιν ἐσκέφθη περὶ τῶν νόμων περὶ ἐθνοφυλακῆς, καὶ ἐφρόντισε νὰ μεταβάλῃ αὐτοὺς καὶ νὰ ἐπιθέσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν σφραγῖδα τῶν κρίσεων καὶ τῶν σκέψεων, αἵτινες ἔπρεπε νὰ ἐπικρατήσωσι μετὰ τὴν μεταβολήν. Ἐξέδωκε τὴν 5 Δβρίου, καθ’ ὃν χρόνον ἐξήσκε νομίμως τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ψήφισμα νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτροποποίει τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰ μέσα τοῦ παρελθόντος ἔτους εἶχεν ἐκδοθῆ. Κατὰ τὸ ψήφισμα αὐτὸ, ἡ ἐθνοφυλακὴ εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐσχηματίσθησαν, ἢ θέλουσι σχηματισθῆ τάγματα περισσότερα τοῦ ἑνὸς, ἡ ἐθνοφυλακὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ τάγματα αὐτά· ἀλλὰ ταῦτα δὲν μένουσι κεχωρισμένα ἀπ’ ἀλλήλων καὶ αὐθύπαρκτα, διότι τότε θὰ διασπασθῇ ἡ ἑνότης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ εἰς τὴν διοργάνωσιν τῶν ταγμάτων τούτων. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, τὰ πλείω τοῦ ἑνὸς τάγματα συνενοῦνται μετ’ ἀλλήλων, καὶ ἀποτελοῦσι φάλαγγα· ἀλλ’ ἡ φάλαγξ, σῶμα μέγα, δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀδιοίκητος· ὁ νόμος τῆς 5 Δεκεμβρίου προέβλεψε περὶ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, ἠκολούθησε δὲ πιστότατα τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἄνδρες ἀπαιτοῦσι, τὴν ὑπὸ τῶν μελῶν τοῦ σώματος ἐκλογήν. Δὲν ἀπομακρύνομαι ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ διοίκησις σώματος τῆς ἐθνοφυλακῆς πρέπει νὰ ᾖναι προϊὸν τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν διοικητῶν τοῦ σώματος τούτου, καθὼς ἐκεῖνοι εἶναι ἐπίσης προϊὸν τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἀποτελούντων τὸ διοικούμενον σῶμα ἀτόμων· καθὼς λοιπὸν ἐκανόνισεν ὡς λοχαγοὺς τῆς ἐθνοφυλακῆς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἢ πολίτας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἤθελον περιβάλει μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην των οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ λόχου, καὶ ἀνέθηκεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοῦ νὰ ἐκλέξωσι τὸν λοχαγὸν, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀρχῆς, στηριζόμενος ὁ νόμος, ἐκάλεσεν ὡς διοικητὰς τοῦ τάγματος ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον ἐκπορευθῆ ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἤθελον ἀποτελεῖ τὸ τάγμα. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, οἱ ταγματάρχαι τῶν ταγμάτων τῆς ἐθνοφυλακῆς καὶ ἀριθμὸς ἴσος πρὸς αὐτοὺς λοχαγῶν, τοὺς ὁποίους ἤθελον προσδιορίσει οἱ ἐκλογεῖς ἀξιωματικοὶ ἑκάστου τάγματος, ἀποτελοῦντες ἕνα ἐκλογικὸν σύλλογον, ἐὰν φέρ’ εἰπεῖν ἔχετε δέκα τάγματα, τὰ ὁποῖα ἠθέλατε ἑνώσει εἰς μίαν φάλαγγα, ἔχετε ὡς ἐκλογεῖς τοὺς δέκα ταγματάρχας καὶ δέκα λοχαγοὺς, ἕκαστον δὲ τῶν δέκα λοχαγῶν θέλουσιν ἐκλέγει οἱ ἀξιωματικοὶ ἑκάστου τάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ λοχαγὸς αὐτός, ὁ ἐκλογικὸς αὐτὸς σύλλογος θέλει ἐκλέγει τρία πρόσωπα ὑποψήφια διὰ τὴν θέσιν διοικητοῦ τῆς φάλαγγος, ἐξ αὐτῶν δὲ τῶν τριῶν προσώπων ὁ νόμος ἀφίνει εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίσῃ τὸν διοικητὴν τῆς φάλαγγος. Ἡ βάσις λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος παραδέχεται, θεωρήσας ἁρμοδίαν εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ διοικητοῦ τῆς φάλαγγος τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐκπηγάζει ἀπὸ τὴν σκέψιν, ὅτι ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ἡ μᾶλλον προσφυὴς πρὸς διάπραξιν τῶν περὶ τούτου· ἀλλὰ δὲν ἀφῆκεν εἰς αὐτὴν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ περιώρισε, διότι ἔθηκεν ὅριον τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ταγματαρχῶν καὶ τῶν λοχαγῶν, τοὺς ὁποίους οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ σώματος ἤθελον ἐκλέξει πρὸς τοῦτο. Ἡ ἀρχὴ λοιπόν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ συντάκτης τοῦ νόμου τῆς 5 Δεκεμβρίου ὡρμήθη, ἦτον ὅτι ἐθεώρησεν ὡς ἰδιάζουσαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ διορίζειν τοὺς φαλαγγάρχας τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἀλλὰ δὲν ἀφῆκε τὸ δικαίωμα τοῦτο αὐθαίρετον, τὸ περιώρισε δι’ ὁρίων στενωτάτων, διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ταγματαρχῶν καὶ τῶν λοχαγῶν τῶν ἐκλεχθησομένων ὑφ’ ἑκάστου τάγματος. Τὴν διαταγὴν ταύτην τοῦ νόμου ὑποστηρίζων, Κύριοι, ἐξάγω ἐν τῇ ἀσθενείᾳ τῶν σκέψεών μου, ὅτι ἀμφότεροι οἱ λόγοι οὗτοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὰς διατάξεις ταύτας εἰς τὸν συντάκτην τοῦ νόμου, ὅτι ἀμφότεροι οἱ λόγοι εἶναι ὀρθοί. Ἡ ἐθνοφυλακὴ καλεῖται ἰδίως διὰ νὰ φροντίσῃ καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας· τὸ καθῆκον τοῦτο, Κύριοι, ἔγκειται εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν· ἑπομένως ἐὰν ἀπ’ αὐτὴν τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα θέλουν χρησιμεύσει εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἡ ἀποστολὴ αὐτῆς ἀνέθηκεν εἰς αὐτὴν, ἠθέλομεν τῆς ἀφαιρέσει, Κύριοι, τὴν δύναμιν καὶ τὴν εὐκολίαν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της· φυσικώτατον δικαίωμα τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι νὰ προσδιορίζῃ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα μέλλουσι νὰ συμπράξωσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς αὐτήν. Ἠθέλετε δὲ τῆς ἀφαιρέσει τὰ νεῦρα τῶν δυνάμεών της, ἠθέλετε τῆς ἀφαιρέσει κυριωτάτην ἐξουσίαν, ἄν τῆς ἐπιβάλητε τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἀποφασίσητε, ὅτι ἄλλη τις δύναμις ἔπρεπε νὰ τῆς ἐπιβάλλῃ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἤθελον τῆς χρησιμεύσει πρὸς τὸν σκοπόν της. Ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν ἀφῆκεν ἀπόλυτον τὴν ἐξουσίαν ταύτην, τὴν περιώρισε δι’ ὁρίων· οἱ διοικοῦντες σώματα πολυπληθῆ στρατιωτικὰ πρέπει νὰ συνδέωνται διὰ δεσμῶν πεποιθήσεως καὶ ἐμπιστοσύνης μετ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θέλουσι διοικήσει· ἡ πεποίθησις, ἥτις ἔχω περὶ ἐκείνου, ὅστις θέλει μοῦ ἀφήσει τὸ πρόσταγμα, ἡ πεποίθησις αὕτη ἥτις μοῦ γεννᾷ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸν, αὐτὴ μὲ κάμνει καὶ γενναιότερον καὶ ἐπιμονώτερον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, καὶ προθυμώτερον καὶ πιστότερον καὶ ἀκριβέστερον. Τὴν ἐμπιστοσύνην ταύτην μετὰ πολλῆς φροντίδος αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τῆς 5 Δεκεμβρίου ἀπῄτησαν, ἀναθεῖσαι εἰς τοὺς ταγματάρχας καὶ τοὺς λοχαγοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξωσι τοὺς ὑποψηφίους, καὶ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἵνα διορίσῃ τὸν διοικητὴν τοῦ τάγματος. Ὑποθέτω, ὅτι πρέπει νὰ τελειώσω· συμπεραίνω λοιπὸν, ὅτι, ἀναγνωρίζων τὴν ἀνάγκην ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς, δὲν εὑρίσκω ἀνάγκην νὰ μεταβληθῶσι τὰ νενομοθετημένα· ὑποστηρίζω δὲ αὐτὰ, κατὰ τὰ ὁποῖα τὰ ὑπάρχοντα τάγματα τῆς ἐθνοφυλακῆς ἐν τῷ δήμῳ τῶν Ἀθηνῶν ἀποτελοῦσι φάλαγγα τῆς ἐθνοφυλακῆς, τῆς δὲ φάλαγγος ὁρίζεται ἀρχηγὸς, ὅστις διορίζεται μὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκ τριῶν ὑποψηφίων, τοὺς ὁποίους ἐκλέγουσιν οἱ ταγματάρχαι τῶν ταγμάτων τῆς ἐθνοφυλακῆς, καὶ ἴσος ἀριθμὸς λοχαγῶν, τοὺς ὁποίους πρὸς τοῦτο ἐκλέγουν οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ταγμάτων.
§132ΒΛ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὁ πρώην ἐμοῦ λαλήσας ἀνέπτυξε λίαν λογικῶς καὶ ἴσως κατέπεισέ τινας, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς πρέπει νὰ μένῃ εἰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, πάντοτε ὅμως μὲ τοὺς περιορισμούς, τοὺς διὰ τοῦ νόμου διαγραφομένους. Ἡ ἐθνοφυλακή, Κύριοι, πάντοτε καὶ πανταχοῦ παρεξηγήθη· μόνοι οἱ βασιλεῖς τὴν ἐνόησαν καὶ τὴν ἐπολέμησαν. Ἔργον τῆς ἐθνοφυλακῆς εἶναι νὰ ἵσταται μεταξὺ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν εἶσθαι· οὐδέποτε, εἰμὴ τυπικῶς μόνον ὑπήκουσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκτελοῦσα τὰ στρατιωτικὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν, οὕτως εἰπεῖν, τῇ ἐπιβάλλει, καὶ τοῦτο μόνον, ὁσάκις τὰ νομίζει σύμφωνα μὲ τὰς ἐλευθερίας τὰς ἐθνικάς. Ἀπόδειξις τῶν λεγομένων μου εἶναι, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς ὀνομασίας τοῦ δεκανέως ἡ ἐθνοφυλακὴ δὲν ἐμπιστεύεται εἰς τὴν ἐξουσίαν τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς· προκειμένου περὶ ἐθνοφυλακῆς Κράτους βασιλευομένου, τοὺς ὀνομάζει αὐτὴ ἡ ἐθνοφυλακὴ δι’ ἐκλογῆς, καὶ τοὺς ὀνομάζει δι’ ἐκλογῆς αὐτῆς, διότι ἡ προϊσταμένη ἀρχή, ἡ ἐξουσία εἶναι κάτι τὶ διαφορετικὸν ἀπὸ τὸ ἔθνος. Ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον, Κύριοι, νὰ ψηφοφορηθῇ ἕτερος νόμος ἐθνοφυλακῆς, ἤθελον προσπαθήσει νὰ σᾶς πείσω, ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτα τῶν ἐθνοφυλάκων μετέβησαν καὶ διὰ τὴν ὀνομασίαν τοῦ δεκανέως, τοῦ λοχαγοῦ καὶ λοιπῶν εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ σώματος τούτου, εἰς τὴν ἐθνοφυλακήν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔγεινε, καὶ τὸν ὁποῖον ἀναμιμνήσκει ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λοιποὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, πάντοτε ἐγεννήθη ἀπὸ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν εἶπον, ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ βλέπει ἀπέναντι αὐτῆς τὴν ἐξουσίαν καὶ τῆς λέγει στάσου, εἶμαι ἕτοιμος νὰ σὲ πολεμήσω, ὅταν νομίσω, ὅτι καταπατεῖς τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἤδη, Κύριοι, Βασιλεία δὲν ὑπάρχει, ἤδη ὑπάρχει ἡ Ἐθνοσυνέλευσις. Τινὲς ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἀγορεύσεώς μου θέλουν νομίζει, ὅτι καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα, διότι ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα δὲν εἶναι Βασιλεία, δὲν ὑπηρετεῖ παρὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, καὶ ὅ,τι καὶ ἂν πράξῃ ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὴν ἐθνοφυλακὴν, θέλει τὸ πράξει ἐν ὀνόματι τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτως· ἀφίνω κατὰ μέρος τὰς ὀνομασίας τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν, ἔρχομαι εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ δημιουργήσεως θέσεως ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος, ἤθελον πολεμήσει τὴν ἰδέαν ταύτην, ὡς τὴν ἐπολέμησα καὶ ἄλλοτε, πρόκειται μόνον περὶ ἀρχηγοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη, ἐὰν μήποτε ἐκβιασθῇ ἡ ἐθνοσυνέλευσις θέλει προέρχεσθαι ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς ἐθνοσυνελεύσεως, ἐκ τῆς γνώμης τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐθνοσυνελεύσεως. Οὐδεμία ὅμως ἐγγύησις ὑπάρχει, ὅτι ἅμα ἀναλάβῃ τις τὸ πηδάλιον τῆς κοινωνίας, δὲν δύναται νὰ σκεφθῇ περὶ ἑαυτοῦ· ἡ Ἐθνοφυλακὴ κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ μένῃ μετέωρος, ἐὰν ᾖναι ἡ ἔκφρασις αὕτη ἀτυχὴς, μὲ συγχωρεῖτε, πρέπει νὰ μένῃ ἕτοιμος νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἤθελε παραγνωρίσει τὰ καθήκοντα. Οὐδέποτε λοιπὸν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις πρέπει νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ὀνομάζει, τὴν κυριαρχίαν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ διευθύνειν τὰ ὅπλα τῆς πατρίδος, αἴφνης καὶ κατὰ τῆς πατρίδος. Κύριοι, ἐξηγοῦμαι ἐπὶ τοῦ πράγματος. Προχθὲς ἀκόμη ἐλάβετε παραδείγματα, τὰ ὁποῖα θὰ στηρίξουν τοὺς λόγους μου. Εἴχομεν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις ἐθεωρήθη, ὅτι ἔχασε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κόσμου· τὴν κυβέρνησιν αὐτὴν τὴν ἐπολέμησαν. Ἡ κυβέρνησις αὕτη ἠδύνατο ἢ δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ οἱαδήποτε μέτρα πρὸς στήριξιν ἑαυτῆς, ἐὰν εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν ἐθνοφυλακήν. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τὴν ἐῤῥίπτομεν, ἡμεῖς ἐδῶ ἐψηφίζομεν ψήφισμα κατὰ τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἡ κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ διαχειρίζεται τὴν ἐθνοφυλακὴν πρὸς στήριξιν ἑαυτῆς· θέλετε μὲ ἀντείπει, ὅτι δὲν ὑπάρχει κυβέρνησις, ἐὰν δὲν τὴν θέλῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ὑπάρχει, πίπτει τότε, ὅταν ἢ ὑπακούῃ ἢ νικᾶται παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, δύναται ὅμως νὰ ὑπάρξῃ καὶ παρὰ τὴν θέλησίν της, καὶ νὰ πολεμηθῇ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἡ ἀνωτάτη ἀρχὴ τῶν ὅπλων τῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἐστὲ βέβαιοι, δὲν πρέπει νὰ ἀποῤῥέῃ ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποῤῥέῃ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν· ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ἐκλέγῃ τὸν ἀρχηγὸν καὶ νὰ μὴ περιορίσῃ τὸ ζήτημα μόνον ἕως ἐκεῖ· ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἂν ᾖναι δυνατὸν, πρέπει νὰ περιφρονῇ καὶ αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν, πρέπει νὰ ἔχῃ σχέσεις ἀπ’ εὐθείας μὲ μόνην τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν διὰ τοῦ προεδρείου. Μὴ τρέχωμεν, ὅ,τι χθὲς ἐπεθύμουν, δυνατὸν νὰ τὸ ἐπιθυμήσουν καὶ αὔριον, καὶ εὔχομαι νὰ ψευσθῶ. Μὴ τρέχῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, καὶ ἄλλοτε παλαίουσα τὴν κυβέρνησιν, δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐθνοφυλακῆς πρέπει νὰ ἀνήκῃ μόνον εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ παρ’ αὐτῆς νὰ λαμβάνῃ τὰς διαταγὰς καὶ τίποτε ἄλλο. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν διοργάνωσιν τοῦ σώματος τούτου βεβαίως θὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὴν κυβέρνησιν ἀλληλογραφικῶς καὶ ὅ,τι δήποτε θέλετε. Συμφωνῶ λοιπὸν μὲ τὸν πρῶτον λαλήσαντα περὶ ἀρχηγείας τῆς ἐθνοφυλακῆς τῶν Ἀθηνῶν, καὶ προτείνω οὐχὶ μόνον νὰ ἐκλέγηται παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἀλλὰ καὶ ταὐτοχρόνως νὰ λυθῇ οὕτω πως τὸ ζήτημα, ὅτι διαταγὰς θὰ λαμβάνῃ μόνον παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως διὰ τοῦ Προεδρείου· δὲν δύναται δὲ οὐδεὶς νὰ μὲ πολεμήσῃ, φρονῶ τοὐλάχιστον, μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀφαρπάζομεν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἐθνοφυλακὴ νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἀρχηγόν της, ἔστω καὶ νὰ ὑποδείξῃ τρεῖς ἀρχηγούς, ὡς διϊσχυρίσθη ὁ πρὸ ἐμοῦ λαλήσας. Τοῦτο ἐγένετο ὑπὸ τῆς βασιλείας· ἀλλὰ κακῶς ἀντεγράφη παρὰ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, διότι ἤδη τὸ ἔθνος ἐνταῦθα διὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὑπάρχον δύναται νὰ ἐπέμβῃ καὶ εἰς τοὺς διορισμοὺς τοῦ δεκανέως καὶ τῶν ἄλλων βαθμοφόρων, διότι οὐδόλως δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι οἱ παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὀνομαζόμενοι εἰς ὁποιανδήποτε θέσιν ἐν τῇ ἐθνοφυλακῇ δύνανται νὰ μὴ γίνωσι δεκτοὶ παρὰ τῆς ἐθνοφυλακῆς, διότι τότε ἡ ἐθνοφυλακὴ δὲν ἀσπάζεται τὰ παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως γιγνόμενα.
§133ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ ἐθνοφυλακὴ τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἔχει ἀνάγκην, ἐπαίνων· ἔδειξεν, ὅτι αἰσθάνεται τὸν προορισμόν της, καὶ ὁ προορισμό της ἐμπεριέχεται εἰς ἐκεῖνο τὸ Λατινικὸν λόγιον. Quis nescit datos ne serviant enses. «Τίς δὲν γνωρίζει, ὅτι τὰ ὅπλα ἐδόθησαν, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ δουλεία.» Ἡ Ἐθνοφυλακὴ εἶναι ὁ ἔνοπλος στρατιώτης τῆς ἐλευθερίας, καὶ τὸν προορισμόν του ἐκπληροῖ, ὅταν πάντοτε τὰ ὅπλα μεταχειρίζηται πρὸς στήριξιν τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῆς τάξεως. Ἀμέτοχος εἰς τὰς πολιτικὰς φατρίας, μὴ λαμβάνουσα μέρος οὔτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς κυβερνήσεως, οὔτε κατὰ τῆς ἄλλης ἡ ἐθνοφυλακὴ, ἀλλὰ μόνον ἀποβλέπουσα εἰς τὴν στήριξιν τῶν ἐλευθεριῶν, καὶ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως, τοιαύτη ἐθνοφυλακὴ βεβαίως ἔχει ἀνάγκην καὶ ἰδίου ὀργανισμοῦ, ὥστε νὰ ἐκπληροῦται τὸ πνεῦμα τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐθνοφυλακήν· ὁ ὀργανισμὸς τῆς Ἐθνοφυλακῆς εἰς τοῦτο, κύριοι, πρέπει ν’ ἀποβλέπῃ, ὥστε νὰ μὴ ἀπαντᾷ προσκόμματα αὐτὸ τὸ ἐλεύθερον καὶ πρόθυμον πνεῦμα τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ εὑρίσκηται ἕτοιμον εἰς τὴν στιγμὴν τοῦ κινδύνου. Ποῖος εἶναι ὅμως ὁ φυσικώτερος τρόπος, ὥστε οἱ πολῖται, οἱ ἔχοντες τοιαύτην προθυμίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν μεγάλου καὶ σοβαροῦ καθήκοντος, νὰ εὑρίσκωσιν ἀμέσως ἀνθρώπους, ὁδηγοῦντας αὐτοὺς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ; Ὁ μόνος τρόπος εἶναι, ὅταν αὐτὰ τὰ πρόσωπα, αὐτοὶ οἱ διευθύνοντες τὴν Ἐθνοφυλακὴν, προέρχωνται ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐκλογῆς, εἶναι πρόσωπα τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐμπιστοσύνης, ἐξερχόμενα ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης, καὶ πάντοτε συμβαδίζοντα μὲ ὅλον τὸ σῶμα, μεθ’ ὅλης τῆς φάλαγγος. Προτάσσων αὐτὰς τὰς ἰδέας, ἐξηγῶ, νομίζω, ἐξ ὑπαρχῆς ὅτι συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου πληρεξουσίου Γόρτυνος· ἐξηγῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ, ὅτι δύναται νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ ἀρχηγείου τῆς Ἐθνοφυλακῆς ἄλλως, ἢ ὅταν ἡ ἐκλογὴ προέρχηται ἐξ αὐτῆς τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἐξ αὐτῆς τῆς φάλαγγος. Εἶναι τὸ ἀνώτερον δεῖγμα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον χρεωστοῦμεν εἰς τὴν Ἐθνοφυλακὴν, ἀφοῦ ἀναγνωρίζομεν καὶ παρεδέχθημεν, ὅτι ἐδείχθη ἀξία αὐτῆς τῆς ἐμπιστοσύνης. Πᾶσα ἀρχηγία, ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν τῆς πρωτευούσης, γεννᾷ ψυχρότητα καὶ δεικνύει, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλήρης πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνη. Ἀλλ’, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ πρὸ ἐμοῦ λαλήσας ἔντιμος πληρεξούσιος Βάλτου, ὅτι ὅλαι αἱ ἐξουσίαι ἀπεῤῥίφθησαν ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, καὶ οὐδεμία πλέον δύναται νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν, ἐὰν ἐξ αὐτῆς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως δὲν ἀποῤῥέῃ, αὐτὸ τὸ ἀξίωμα δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι πᾶσα τοιαύτη ἐξουσία πρέπει ἀμέσως ἐκ τῆς ψήφου αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως ν’ ἀποῤῥέῃ. Ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ καταστήσῃ καὶ ἐμμέσως τὴν γέννησιν ὁποιασδήποτε ἐξουσίας, καὶ ν’ ἀναθέσῃ εἰς οἱονδήποτε σύλλογον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει ἐμπιστοσύνην τὴν ἐκλογήν. Δὲν ἕπεται λοιπὸν, διότι ἀναθέτομεν εἰς τὸν σύλλογον τῆς Ἐθνοφυλακῆς, οὕτω συγκροτημένον ἐκ τῶν ταγματαρχῶν καὶ ἰσαρίθμων λοχαγῶν, δὲν ἕπεται, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐξουσία δὲν ἀποῤῥέει ἐκ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως· ἐὰν ὅμως θελήσωμεν τοσοῦτον στενῶς νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀξιοτίμου Πληρεξουσίου Βάλτου, φοβοῦμαι, ὅτι θὰ καταστήσωμεν καὶ ἄλλην ἀρχὴν, ἡ ὁποία κινδυνεύει νὰ παραγνωρίσῃ τὸν προορισμόν της καὶ τὴν ἀποστολήν της, λέγω, ὅτι κινδυνεύει, διότι θὰ νομίσῃ, ὅτι εἶναι ἀρχὴ παράλληλος, οὕτως εἰπεῖν, τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχει τὴν αὐτὴν δύναμιν, προελθοῦσα ἐκ τῆς αὐτῆς πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐκ τῆς αὐτῆς πλειονοψηφίας προελθοῦσα Κυβέρνησις καὶ ὅτι ἑπομένως ἔχει χρέος καὶ καθῆκον νὰ ἐπιτηρῇ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπιτιμᾷ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ διευθύνῃ καὶ τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν φοβοῦμαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ Κύριος Πληρεξούσιος Βάλτου, ὅτι δῆθεν ὁ τοιοῦτος θὰ διευθύνῃ τὴν ἐθνοφυλακὴν μὲ τὸν μικρὸν δάκτυλον καὶ θὰ τὴν διευθύνῃ ὅπου αὐτὸς θέλει καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θέλει. Δὲν εἶναι ἡ ἐθνοφυλακὴ στρατὸς ὑποτεταγμένος μὲ ἄκραν, μὲ τυφλὴν πειθαρχίαν εἰς τὰ νεύματα τοῦ ἀρχηγοῦ, δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν Ἀρχηγὸν ἡ Ἐθνοφυλακὴ, ὅταν παρέχῃ αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς τὰ ἐχέγγυα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς ἐθνοφυλακῆς· ὅταν ὅμως ὁ ἀρχηγὸς ἔχῃ σκοποὺς ἰδίους, ἅμα φανῇ, ὅτι σκοποὺς φιλοδόξους ἐπιδιώκει, ἡ ἐθνοφυλακὴ ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς θὰ τὸν ἐγκαταλείψῃ καὶ θὰ μείνῃ μόνος. Δὲν φοβοῦμαι εἰμὴ τοῦτο μόνον τὸ δυσάρεστον ἐκείνην τὴν στιγμὴν, ὅτι ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἡ Ἐθνοφυλακὴ ἐστερημένη τοῦ ἀρχηγοῦ δὲν θὰ ὑπηρετῇ μετὰ τῆς αὐτῆς ἑνότητος. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ μεταδώσωμεν τοιαύτην ἐσφαλμένην ἰδέαν εἰς τὸν νοῦν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος μέλλει νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐθνοφυλακῆς, πρέπει ἐξ ἐναντίας νὰ τῷ δώσωμεν ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ συνδεθῇ μὲ τὸ αἴσθημα τῆς ἐθνοφυλακῆς, τὸ αἴσθημα ὑπὲρ τῆς τάξεως, ὅτι οὐδέποτε πρέπει νὰ νομίσῃ, ὅτι δύναται νὰ διευθύνῃ τὴν ἐθνοφυλακὴν πρὸς οἱονδήποτε σκοπὸν καὶ νὰ νομίζῃ κατὰ τὴν κρίσιν του, ὅτι εἶναι κύριος τῆς ἐθνοφυλακῆς καὶ ὅτι δύναται νὰ θέσῃ τὸ βάρος τῆς γνώμης του εἰς τὴν πλάστιγγα τῶν δημοσίων πραγμάτων· δὲν πρέπει αὐτὸς νὰ ζητήσῃ, ὥστε νὰ ῥέπῃ ἡ λύσις τῶν δημοσίων πραγμάτων κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην, τολμῶν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, εἴτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν· πρέπει νὰ μείνῃ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς διενέξεις, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται, εἴτε μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Συνελεύσεως, εἴτε μεταξὺ τῶν διαφόρων γνωμῶν ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, πάντοτε οὐδέτερος, μόνον καθῆκον ἔχων νὰ ἐργάζηται ὑπὲρ τῆς τάξεως. Πρὶν ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον ἡμῶν, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς τῶν Ἀθηνῶν, συνερχομένων τακτικῶς εἰς σύλλογον, καὶ παρ’ ὅλων ἤκουσα τὴν εὐχὴν τῆς συστάσεως ἀρχηγείου τῆς ἐθνοφυλακῆς· τοσοῦτον αἰσθάνονται τὸν πόθον νὰ ὑπηρετήσουν πιστῶς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ὥστε ὅλοι ἐξέφρασαν, ὅτι δὲν θέλουν νὰ ἐκφράσουν γνώμην, οὔτε νὰ προτείνουν πρόσωπα διὰ τὴν ἀρχηγείαν τῆς ἐθνοφυλακῆς· πάντες ὁμοφώνως ἐδήλωσαν, «ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς πᾶσαν ἀπόφασιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ χύσωμεν καὶ τὴν τελευταίαν ῥανίδα τοῦ αἵματός μας πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς· μόνην εὐχὴν ἀποτείνομεν πρὸς τῇ Συνέλευσιν, ὥστε νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς συστάσεως αὐτοῦ τοῦ ἀρχηγείου». Καὶ νομίζω, καθὼς λέγεται, ὅτι ὑπάρχει προγενεστέρα ἀναφορὰ πολλῶν αἰτούντων τὴν σύστασιν τοῦ ἀρχηγείου τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ὅπως σήμερον εἶναι τὸ τάγμα τῆς ἐθνοφυλακῆς τῶν Ἀθηνῶν, δὲν ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς, διότι τὰ τάγματα αὐτὰ ἐξέλεξαν τοὺς ἀξιωματικοὺς μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχουν ταγματάρχας τῆς ἐκλογῆς των, ἔχουν προγυμναστάς· οἱ προγυμνασταὶ οὗτοι διορίζονται κατὰ πρότασιν, νομίζω, τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ οἱ διοριζόμενοι πρὸς τοῦτο δὲν εὑρίσκονται εἰς σχέσιν καὶ συνάφειαν μετὰ τῶν ταγμάτων· δὲν δύναται νὰ σχηματισθῇ ἐκείνη ἡ ἑνότης τοῦ πνεύματος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τοῦ διευθύνοντος τὸ τάγμα καὶ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ τάγμα ἐθνοφυλάκων. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅπως ἐτροποποιήθη παρὰ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως· καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ τροποποίησις.....................
§134ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀνεκλήθη.
§135ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἀνεκλήθη, ὑπάρχει ὁ νόμος τῆς ἐθνοφυλακῆς, ὅπως ἐψηφίσθη ὑπὸ τῶν βουλῶν. Ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις δι’ ἑνὸς ψηφίσματος ἐπέφερε τροποποιήσεις εἰς τὸν νόμον, συγχρόνως ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις συνέστησε διὰ θεσπίσματος, οὐχὶ κατ’ ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος, συνέστησε τὸ ἀρχηγεῖον τῆς ἐθνοφυλακῆς. Μετὰ ταῦτα κατήργησε τὸ ἀρχηγεῖον αὐτό, ἀλλὰ δὲν κατήργησε καὶ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν εἰς τὸν ἀρχικὸν νόμον τῆς ἐθνοφυλακῆς. Μένει λοιπὸν σήμερον ὁ νόμος τῆς ἐθνοφυλακῆς, καὶ αἱ τροποποιήσεις, αἱ γενόμεναι διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ. Αἱ τροποποιήσεις νομίζω, ὅτι σήμερον ἐπαρκοῦν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐθνοφυλακῆς, διότι δίδουν τὰ μέσα εἰς ἕκαστον τάγμα νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἴδιον αὐτοῦ ταγματάρχην· ἐπίσης καὶ οἱ ταγματάρχαι μετ’ ἰσαρίθμου ποσοῦ λοχαγῶν ἐκλέγουν τὸν φαλαγγάρχην, ὁ ὁποῖος δὲν φαίνεται, ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος, ὡς θέλουν νὰ τὸν παρουσιάσουν, δὲν ἔχει ἄλλην διεύθυνσιν, εἰμὴ μόνον τῆς ἐθνοφυλακῆς τῶν Ἀθηνῶν. Ὅταν λοιπὸν δίδωμεν τα μέσα εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν νὰ ἔχῃ ἰδίαν τὴν ἐκλογὴν, ἐννοεῖτε κάλλιστα, ὅτι ἱκανοποιοῦμεν καὶ τὴν φιλοτιμίαν αὐτῆς, καὶ ὅτι διὰ τοιαύτης ἐκλογῆς θὰ εὑρεθοῦν τῳόντι ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῶν σχέσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἕκαστος ἐν τῇ ἐθνοφυλακῇ ἀναγνωρίζει εὐκόλως, ὡς παρέχοντα τὰ ἐχέγγυα τῆς τάξεως. Εἶναι κατάλληλος ἡ ἐθνοφυλακὴ ἑκάστου τάγματος νὰ ἀνεύρῃ ποῖος δύναται νὰ ἔχῃ περισσότερον ζῆλον ὑπὲρ τῆς τάξεως, καὶ ἐπίσης ὅταν συνέλθουν αὐτοὶ οἱ ταγματάρχαι μετ’ ἰσαρίθμων λοχαγῶν, αὗται θέλουν εἶσθαι εἰς κατάστασιν νὰ ὑποδείξουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τρία πρόσωπα, παρέχοντα μᾶλλον παντὸς ἄλλου αὐτὰ τὰ ἐχέγγυα τῆς τάξεως, καὶ διὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς Κυβερνήσεως θέλει ἐπέλθει ἄλλο ἀποτέλεσμα εὐάρεστον, δηλαδὴ ἁρμονία μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως. Πρέπει μάλιστα ἡμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ προβλέψωμεν νὰ ὑπάρχῃ ἡ πλήρης ἁρμονία, ὥστε ὅλοι ὁμοῦ νὰ συνεργάζωνται πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, νὰ μὴ διεγείρωνται ὑπόνοιαι καὶ φιλοτιμίαι καὶ φιλοδοξίαι. Ἐξ ἐναντίας, ὅταν ἡμεῖς θελήσωμεν νὰ ἐκλέξωμεν αὐτὸν τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐθνοφυλακῆς, τότε θὰ ὑπάρχουν διάφοροι καὶ πολλοὶ ὑποψήφιοι, οἵτινες θέλουν ἐπιζητήσει τὰς ψήφους μας. Ὁ ἀρχηγὸς προελθὼν ἐκ πλειονοψηφίας, θέλει εἶσθαι δυσάρεστος πρὸς ἑτέραν μειονοψηφίαν, καὶ ἐννοεῖτε ἀμέσως, ὅτι ἐχαράχθη εἰς αὐτὸν πολιτικὴ γραμμή. Ἂν θέλετε νὰ μὴ χαράξωμεν εἰς αὐτὸν πολιτικὴν γραμμὴν, ἀφήσατε κατὰ μέρος τὴν Συνέλευσιν, καὶ τὴν διὰ τῆς Συνελεύσεως ἐκλογήν· καὶ ἀφήσατε, ἅμα ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν, αὐτὴ ἡ ἰδία νὰ ὑποδείξῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὰ πρόσωπα, τὰ μᾶλλον παρέχοντα ἐχέγγυα τάξεως.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι νὰ λαλήσουν περὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς.
§137ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ μία ἔκθεσις νὰ ἀναγνωσθῇ.
§139ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ αὐταὶ αἱ ἐκθέσεις μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τυποῦνται καὶ διανέμονται, εἶναι καλὸν νὰ ἀναγνωσθῇ ἀπόψε, ὥστε νὰ μείνῃ καιρὸς νὰ τυπωθῇ αὔριον. Ὁ Κύριος Κωνσταντῖνος Πετσάλης ὡς μέλος τῆς εἰσηγητικῆς τῶν τμημάτων ἐπιτροπῆς ἀνέγνω ἔκθεσιν ἐπὶ τῶν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τμημάτων ὑποβληθεισῶν προτάσεων περὶ ἐκτάκτων μέτρων.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις, νομίζω, θὰ ᾖναι ά) ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀντιπροέδρων καὶ γραμματέων· β) ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν πίστωσιν συζήτησις. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 6 μ. μ.).
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΙΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Γ. Μ. Ῥοῦφος.