1863.02.14
2,854 rows · 23,326 words · 180 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ Νʹ.
Τῆς 14 Φεβρουαρίου 1863.
(Πέμπτη).
Ὥρα 12 τῆς μεσημβρίας.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις, καὶ ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν. Γνωρίζει ἡ Συνέλευσις τὴν πατριωτικὴν διαγωγὴν καὶ τὴν πειθαρχίαν τῶν πληρωμάτων τῶν Ἐθνικῶν πλοίων, μεταξὺ τῶν ὁποίων διακρίνεται ἰδίως τὸ πλήρωμα τοῦ Ἀτμοδρόμονος. Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πληρώματος τούτου διὰ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ δώσουν τὸν ὅρκον ἐνώπιον τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Συνελεύσεως ἐντὸς τοῦ πλοίου. Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀποφασίσω τοῦτο, χωρὶς νὰ ᾖναι γνωστὸν τοῦτο εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ μήπως ὑπάρχῃ καμμία παρατήρησις. Μοὶ εἶπον τὴν Κυριακὴν νὰ γείνῃ τοῦτο.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν διπλωματικῶν σχέσεων ἔχει ἑτοίμους δύω ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν προκαλοῦν συζήτησιν, διότι κατὰ τὸν κανονισμὸν τυποῦνται καὶ διανέμονται, καὶ μετὰ ταῦτα συζητοῦνται. Ὁ Κ. Κωνστάκης ἀναγινώσκει τὴν μίαν ἔκθεσιν (περὶ τῆς διακοινώσεως τῆς Ῥωσσίας ὡς πρὸς τὴν ἐν τοῖς ἀνακτόροις ἀλληλογραφίαν). Πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις Βʹ Ἐθν. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσιν. «Ἡ ἐπὶ τῶν διπλωματικῶν σχέσεων ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀπὸ 25 Ἰανουαρίου (7 Φεβρουαρίου) ἐνεστῶτος ἔτους ἔγγραφον τῆς Α. Ε. τοῦ Πρέσβεως τῆς Α. Α. Μεγαλειότητος Πασῶν τῶν Ῥωσσιῶν, δι’ οὗ ἐξαιτεῖται νὰ ληφθῶσι τὰ ἐν αὐτῷ ὑποδεικνυόμενα μέτρα, λόγῳ δικαίου καὶ διεθνοῦς ἐθιμοταξίας, πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ ἀποῤῥήτου τῆς ἰδιαιτέρας ἀλληλογραφίας τοῦ πρώην Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ Συνέλευσις, μὴ ἐγκρίνουσα νὰ διατηρηθῇ ἀνέπαφος ἡ ἀλληλογραφία αὕτη μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ νέου Ἡγεμόνος, ἢ ν’ ἀποδοθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸν ἐντολοδόχον τοῦ Ὄθωνος, ἤθελε διατάξει νὰ γίνῃ ἡ ἀποσφράγισις καὶ διαλογὴ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἐγγράφων. Ἡ Ἐπιτροπὴ, ἐμπνεομένη ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων, ἅτινα τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος διατρέφει πρὸς εὐεργέτιδα Δύναμιν, τὰ μέγιστα συντελέσασαν εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ, καὶ ἀείποτε ἐκδηλώσασαν τὰς εὐμενεστέρας ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος διαθέσεις, οὐδόλως ἤθελε διστάσει ν’ ἀποφανθῇ συμφώνως μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ῥωσσίας, ἂν λόγοι ὑψηλοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος, συνδεόμενοι μὲ κυριαρχικὰ δικαιώματα, ὧν ἡ μὲν διατήρησις καθίσταται ἀναγκαία, τὸ δὲ κῦρος δυσκόλως δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, δὲν τῇ ἐπέβαλλον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προτείνῃ ἐπιφυλάξεις τινὰς, ὑπαγορευομένας ὑπὸ τῆς φρονήσεως, τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ πρὶν ἢ συμπεράνῃ, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινε καθῆκον νὰ ἐκμελετήσῃ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου τοῦ κόμητος Βλουδὼφ, καὶ ἐξετάσῃ, ἐν πνεύματι ἀμεροληψίας, τὰ ἐξ αὐτοῦ ἀναφυόμενα διάφορα ζητήματα. Εἶναι ἆρα ἀδιαφιλονείκητον καὶ κοινῶς παραδεδεγμένον, ὅτι πᾶσα ἐπιστολὴ ἀνήκει εἰς ἐκεῖνον, πρὸς ὃν ἀπευθύνεται καὶ μετ’ αὐτὸν, εἰς τὸν ὑπογράψαντα; Δὲν δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ κατόχου τῆς ἐπιστολῆς, αὕτη δικαιωματικῶς μεταβαίνει εἰς τὸν διάδοχόν του; Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ὑποθέσει, ὅτι συνεπείᾳ διπλωματικοῦ ἐθίμου, ἰσχύοντος εἰς ὅλας τὰς πεπολιτισμένας χώρας, ἅμα ἀποβιώσαντος μέλους τινὸς βασιλευούσης οἰκογενείας, ἅπασαι αἱ εἰς αὐτὸ ἀπευθυνθεῖσαι ἐπιστολαὶ ὑπὸ ξένων Ἡγεμόνων ἐπιστρέφονται διὰ τῆς ἁρμοδίας Πρεσβείας, τὸ ἔθιμον τοῦτο ἀποτελεῖ κανόνα, εἰς οὐδεμίαν ὑποκείμενον ἐξαίρεσιν; φέρει ὑποχρεωτικὸν χαρακτῆρα; ἐφαρμόζεται καὶ εἰς Ἡγεμόνα ζῶντα καὶ ἐκθρονισθέντα; ἐπεκτείνεται εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις; ἐπικρατεῖ πανταχοῦ καὶ εἰς πᾶν εἶδος πολιτείας; ἰσχύει καὶ μετὰ ἐπανάστασιν προκληθεῖσαν ὑπὸ τῆς συστηματικῆς ἀθετήσεως τοῦ θεμελιώδους νόμου ἀπὸ μέρους συνταγματικοῦ Βασιλέως; Ὅταν δὲ ἰδίως ἐπέλθῃ τοιαύτη τις μεταπολίτευσις, δὲν ἐνδιαφέρεται τὸ Ἔθνος νὰ γνωρίσῃ πῶς διεχειρίζετο τὰ συμφέροντά του ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς, ὁποίας μυστικὰς ἐξωτερικὰς ὑποχρεώσεις ἀνελάμβανεν, ὁποῖα σχέδια παρεσκεύαζε, ὁποίας συμφωνίας συνωμολόγει, ὁποίας ὠφελείας ἐπορίζετο, ὁποίας θυσίας διέπραττε πρὸς βλάβην τυχὸν τοῦ Κράτους; Καθ’ ὅλας δὲ τὰς περιπτώσεις ταύτας, αἱ ἐπιστολαὶ, καί τοι φέρουσαι τύπον ἐντελῶς ἰδιαίτερον, ἐμπιστευτικὸν ἢ ἡμιεπίσημον, δὲν θεωροῦνται κατ’ οὐσίαν ὡς ἀπευθυνόμεναι οὐχὶ πρὸς τὸ ἄτομον, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἠθικὸν πρόσωπον; Ὄπισθεν δὲ τοῦ ἠθικοῦ τούτου προσώπου δὲν παρίσταται φυσικῷ τῷ λόγῳ ἡ Ἐπικράτεια μὲ τὰ κυριαρχικὰ καὶ ἀναλλοίωτα δικαιώματά της; Καὶ τότε ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀποῤῥήτου τῶν ἐπιστολῶν, ἡ ἐφαρμοζομένη εἰς πάντη ἀλλοίας περιστάσεις, δύναται νὰ ἐκμηδενίσῃ τὰ δικαιώματα ταῦτα; Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔκρινεν ἁρμόδιον νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ὁριστικὴν λύσιν τῶν λεπτῶν καὶ σπουδαιοτάτων συνάμα τούτων ζητημάτων, ἀλλ’ ἀνεγνώρισεν, ὅτι μόναι αἱ ἰδιαίτεραι ἐπιστολαὶ αἱ περιστρεφόμεναι εἰς ἀντικείμενα ὅλως ἰδιωτικὰ καὶ ἑπομένως ἀλλότρια πρὸς τὰ πολιτικὰ συμφέροντα καὶ τὰς ὑποθέσεις τῆς Ἑλλάδος, δύναται ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς ὃν ἀπηυθύνθησαν, μετὰ προηγουμένην αὐτοῦ αἴτησιν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἡ ἐπιτροπὴ, μηδόλως ἀμφιβάλλουσα, ὅτι ἡ θρησκευτικὴ εὐλάβεια, μεθ’ ἧς ἐν τῷ βρασμῷ αὐτῷ τῆς ἐπαναστάσεως ἡ ἰδιαιτέρα ἀλληλογραφία καὶ ὅλα τὰ λοιπὰ τοῦ ἰδιαιτέρου γραφείου τοῦ πρώην Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος ἔγγραφα ἐσφραγίσθησαν καὶ ἐφυλάχθησαν, θέλει ἐκτιμηθῆ δεόντως ὑπὸ τῆς Αὐτοκρατορικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀντισταθμίζουσα πρὸς τὸ αἴσθημα τῆς ἁβροφροσύνης τὸ ἀνώτατον τοῦ Κράτους συμφέρον, γνωμοδοτεῖ νὰ μένωσι τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι μεχρισότου ἡ Συνέλευσις, ἐν τῇ κυριαρχικῇ αὑτῆς ἐξουσίᾳ, διατάξῃ ἄλλως. Λέων Μελάς, Λ. Ἰουστινιανός, Δ. Σουλτάνης, Γεώργιος Μ. Ῥοῦφος, Θ. Ἀφεντούλης, Δ. Μπουντούρης, Βλ. Βαλτινός. Ὁ Εἰσηγητὴς Κ. Κωνστάκης.» Ὁ Κύριος Ἀφεντούλης ἀναγινώσκει τὴν ἑτέραν ἔκθεσιν (ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Θεοχάρη περὶ τῆς καταργήσεως τῶν Προξενείων καὶ Πρεσβειῶν). Ἡ ἐπὶ τῶν διπλωματικῶν σχέσεων ἐπιτροπή. «Συνελθοῦσα εἰς τακτικὴν συνεδρίασιν τὴν 12 Φεβρουαρίου, ἐσκέφθη ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Θεοχάρη, πληρεξουσίου Σπετσῶν, περὶ καταργήσεως τῶν ἐν Εὐρώπῃ ἐμμίσθων Πρεσβειῶν καὶ ἦλθεν εἰς τοὺς ἑξῆς συλλογισμοὺς τε καὶ συμπεράσματα. Εἰς τί ἐχρησίμευσαν αἱ ἐν Εὐρώπῃ πρεσβεῖαι μέχρι τοῦδε; Εἰς τί δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι σήμερον; Ἡ ἀπὸ τῶν πρεσβειῶν ὠφέλεια εἶναι τάχα ἀνάλογος πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους ὑπὲρ αὐτῶν; Πᾶσαι αἱ πρεσβεῖαι πρέπει νὰ καταργηθῶσιν, ἢ μόνον τινὲς ἐξ αὐτῶν; Πῶς δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ κατὰ τὰς σήμερον περιστάσεις ἡ τῶν ἐν Εὐρώπῃ πρεσβειῶν ἔλλειψις; Καὶ πρῶτον παρατηρεῖ ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἡ ἱστορία τῶν Πρεσβειῶν μας δὲν ἔχει κατὰ δυστυχίαν νὰ μᾶς παρουσιάσῃ μεγάλας διπλωματικὰς ἐνεργείας ἢ ἀποτελέσματα. Ἐν ἀρχῇ τῆς ἐγέρσεως τοῦ Ἑλλ. Θρόνου αἱ Πρεσβεῖαι συνέστησαν κυρίως, ἵνα ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος πρόσωπα ἔξοχα, καὶ ὧν ἡ παρουσία ἐν Ἑλλάδι δὲν συνέφερεν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν τότε ἰσχύουσαν πολιτικὴν παρ’ ἡμῖν. Ἡ εἰς Ἱσπανίαν ἀποστολὴ τοῦ Μεταξᾶ, ἡ εἰς Μόναχον τοῦ Μαυροκορδάτου, ἡ εἰς Παρισίους τοῦ Κωλέττη, ἡ εἰς Λονδῖνον τοῦ Τρικούπη, ἡ εἰς Πετρούπολιν τοῦ Ζωγράφου, ἡ εἰς Παρισίους τοῦ Καλλέργη, καὶ ἄλλων ἀλλαχοῦ ὡς τὰ πολλὰ ἦσαν εὔσχημοι καὶ εὐπρόσδεκτοι ἀποπομπαὶ ἀπὸ τοῦ πατρίου ἐδάφους τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες χωρὶς νὰ ἰσχύουν ἢ νὰ ἔχουν νὰ προαγάγωσιν ἐκεῖ οὐσιωδῶς τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα, διπλῆν ἐπήνεγκον ζημίαν εἰς τὴν πατρίδα, τὴν μὲν, ἀπὸ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου, τὴν δὲ, ἀπὸ τοῦ ταμείου τῶν πρακτικῶν γνώσεων, ὅσας εἶχον αὐτοὶ πορισθῇ ἀπὸ τῆς μακρᾶς διαχειρίσεως τῶν πραγμάτων ἐν τῇ πατρίδι. Δὲν θέλομεν ἐνταῦθα διὰ παραδειγμάτων νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι κατὰ τὰς μεγάλας διπλωματικὰς δυσχερείας καὶ προστριβὰς τῆς ἡμετέρας πατρίδος μετὰ τῶν Εὐρωπαϊκῶν αὐλῶν αἱ Πρεσβεῖαι μας οὔτε τὸν κίνδυνον νὰ προλάβωσιν ἠδυνήθησαν, οὔτε ἐπιστάντα νὰ ἀποτρέψωσιν, οὐδ’ ὅτι κατὰ τὰς περιστάσεις αὐτὰς αἱ Αὐλαὶ ἐκεῖναι πᾶν ὅ,τι κατώρθωσαν τὸ διεπραγματεύθησαν ἢ τὸ ἐξεβίασαν ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν παρ’ ἡμῖν Πρεσβειῶν των κατ’ εὐθεῖαν. Ἀλλ’ ἂν μέχρι τοῦδε εἰς οὐδὲν μέγα ὠφέλησαν αἱ Πρεσβεῖαι, μήπως ἆρά γε δύνανται σήμερον κἂν νὰ ὠφελήσουν τὴν πατρίδα, σήμερον, ὁπότε πολλαὶ τῶν Εὐρωπαϊκῶν αὐλῶν, καὶ μάλιστα αἱ τῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων κέκληνται ἴσως ὡς ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῆς στάσεως τῆς πατρίδος μας νὰ ἐπιδράσωσιν οὐσιωδῶς ἐπὶ τῆς τύχης ἡμῶν; ἤ, ὅπως ὁμιλήσωμεν καθαρώτερον καὶ συγκεκριμένως, μήπως σήμερον αἱ ἐν Εὐρώπῃ Πρεσβεῖαι ἡμῶν δύνανται νὰ διαπράξουν αὗται ἢ κἂν συντελέσουν εἰς ἐξομάλυνσιν ἢ λύσιν τοῦ περὶ βασιλέως ζητήματος; Καὶ περὶ τούτου ἡ ἐπιτροπὴ ἀμφιβάλλει πολύ. Τὸ περὶ βασιλέως ζήτημα ἢ θὰ λυθῇ παρ’ ἡμῶν αὐτῶν ἢ θὰ λυθῇ, κατὰ σύστασιν μὲν τῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων, ἡμετέραν δὲ αὐτεξούσιον ἀποδοχὴν τοῦ προτεινομένου. Εἰ μὲν τὸ πρῶτον, δύνανται βεβαίως οἱ ἐν Εὐρώπῃ διπλωματικοὶ ἡμῶν πράκτορες νὰ ἐπενεργήσουν τὸ ἐφ’ ἑαυτοῖς εἰς ἀναζήτησιν ἡγεμόνος, ἀλλὰ δύναται ὅμως καὶ ἡ Συνέλευσις, ὅταν τοιαύτης λύσεως παρασταθῇ ἀπόλυτος ἡ ἀνάγκη, νὰ προβῇ εἰς ἐκλογὴν προσώπου ἐπιτηδείου, εἰς ὃ νὰ ἀνατεθῇ ἡ εἰδικὴ αὕτη ἐντολὴ καὶ ἀποστολή. Εἰ δὲ καὶ μέλλουν νὰ μᾶς χειραγωγήσουν εἰς ἀνεύρεσιν ἡγεμόνος αἱ εὐεργέτιδες δυνάμεις, ὃ καὶ πιθανώτατον, τότε βεβαίως αἱ δυνάμεις αὗται, αἱ ἡμῶν χειραγωγοί, δὲν ἔχουν ἀνάγκην τῆς παρ’ ἡμῶν χειραγωγήσεως. Ἔχουν αὗται Πρέσβεις ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐκτάκτους ἀπεσταλμένους, μεθ’ ὧν ἀξιολογώτατα καὶ πληρέστατα δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν· ὥστε καὶ ὡς πρὸς τοῦτο περιτταὶ σχεδὸν ἀποβαίνουσιν αἱ Πρεσβεῖαί μας ἐν τῇ Δύσει. Ἀλλὰ καὶ ἂν κριθῇ ἀναγκαία διὰ τὸ βασιλικὸν ζήτημα ἡ παρουσία διακεκριμένου τινὸς πολίτου Ἕλληνος ἐν Εὐρώπῃ, ἢ καὶ ἂν αἱ παρατυγχάνουσαι Ἑλληνικαὶ ὑποθέσεις ἔχουν ἀνάγκην προστασίας, προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ ά) νὰ σταλῇ εἰς Εὐρώπην πράκτωρ τις ἑλληνικὸς, ὅστις νὰ διαμένῃ ἐν Παρισίοις, ἢ Λονδίνῳ, ἢ ἐν Βρυξέλλαις, καὶ ἐκεῖθεν κατὰ τὰς περιστάσεις νὰ μεταβαίνῃ ὅπου ἡ ἀνάγκη καλέσῃ· βʹ) δὲ νὰ ἀνατεθῶσιν αἱ λοιπαὶ διπλωματικαὶ ἐνέργειαι περὶ τῶν ἐν Εὐρώπῃ Ἑλληνικῶν πραγμάτων εἰς τὰς Πρεσβείας τοῦ φιλελληνικωτάτου βασιλέως τῶν Βέλγων, ὅστις, καθὰ γνωστὸν, διάκειται εἰς φιλικωτάτας σχέσεις πρὸς ὅλας τὰς Αὐλὰς τῆς Εὐρώπης. Αἱ δαπάναι τῶν Πρεσβειῶν πιστεύει ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς ἀπὸ τούτων ὠφελείας· ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι σήμερον κατηναλώθησαν περὶ τὰ 6,000,000 δρ. ὑπὸ τοῦ Κράτους ἄνευ τῶν τόκων, καὶ ἄν τις ζητήσῃ εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν Πρεσβειῶν μας τι ἀντάξιον τῶν δαπανῶν τούτων, ἴσως δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὸ εὕρῃ καὶ νὰ τὸ θέσῃ ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας. Εἰς τὴν κατάργησιν ταύτην δὲν νομίζει ἡ Ἐπιτροπὴ συμφέρον νὰ συμπεριληφθῶσιν αἱ ἄμισθοι Πρεσβεῖαι, καθὸ μηδαμῶς ἐπιβαρύνουσαι τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους — οὔτε ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία, διότι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ αὐτοκρατορίᾳ νὰ προστατεύσῃ πολλὰ καὶ μεγάλα καὶ ποικίλα συμφέροντα, ἅτινα ἐγκαταλειφθέντα εἰς τὴν διάκρισιν τῆς τύχης, καιρίως ἤθελον βλάψει οὐ μόνον τοὺς ὑπηκόους Ἕλληνας κατ’ ἰδίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν τύχην τῆς ὅλης Ἑλλάδος. Ἑπομένως προτείνει ἡ ἐπὶ τῶν διπλωμ. σχέσεων ἐπιτροπὴ νὰ ψηφισθῇ, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Θεοχάρη· 1.) Ἡ κατάργησις τῶν ἐν Λονδίνῳ, Παρισίοις, Τουρίνῳ καὶ Πετρουπόλει τακτικῶν καὶ ἐμμίσθων Πρεσβειῶν. 2.) Νὰ ἀφεθῇ μόνον εἴτις ἄμισθος Πρεσβεία ὁπουδήποτε. 3.) Νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἔμμισθος Πρεσβεία. 4.) Νὰ ὑποβληθῇ δὲ ἁρμοδίως ἡ παράκλησις πρὸς τὸν Βασιλέα τῶν Βέλγων, ὅπως διὰ τῶν Πρεσβειῶν του προστατεύῃ ἑκασταχοῦ τὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους συμφέροντα. Λέων Μελᾶς. Κ. Κωνστάκης. Λ. Ἰουστινιανὸς Δ. Σουλτάνης. Γ. Μ. Ῥοῦφος. Βλ. Βαλτινός. Ὁ εἰσηγητὴς Θ. Ἀφεντούλης.»
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ λέγει ὅτι αἱ τοιαῦται ἐκθέσεις, ἀφ’ οὗ ἀναγνωσθῶσιν, τυποῦνται μὲ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, διανέμονται δὲ εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν πληρεξουσίων τοὐλάχιστον 24 ὥρας πρὸς τῆς συζητήσεως, τῆς ὁποίας τὴν ἡμέραν προσδιορίζει ἡ Συνέλευσις. Λοιπὸν ποίαν ἡμέραν προσδιορίζει ἡ Συνέλευσις πρὸς συζήτησιν;
§5ΤΙΝΕΣ. Τὴν Δευτέραν.
§6ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν Τρίτην.
§7ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅσον τὸ δυνατὸν προτήτερα νὰ συζητηθῇ, διότι, ὡς ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις, αἱ μισθοδοσίαι τῶν Προξένων θὰ παύσωσιν ἀπὸ 1 Μαρτίου.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν δευτέραν.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ὁ Κ. Κανακάρης ἀναγινώσκει πρότασιν τοῦ Κ. Βαλτινοῦ περὶ ἐλαττώσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀνθυπασπιστῶν τῶν μὴ τεχνικῶν ὅπλων καὶ περὶ ἄλλων τινῶν οἰκονομικῶν μέτρων.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Βαλτινὲ, ποίαν ἡμέραν προσδιορίζετε;
§11ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπήν.
§12ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ μὴ κάμω ἑτέραν πρότασιν, παρακαλῶ τὸν Κ. Βαλτινὸν νὰ συγχωρήσῃ νὰ προστεθῇ εἰς τὴν πρότασίν του «καὶ διὰ τοὺς ναυτικούς.»
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ παραπεφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ἐπιτροπὴν, μὲ τὴν παραγγελίαν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐργασίαν. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς τῶν ὅπλων τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ.
§14ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὡς κατεπεῖγον νὰ συζητηθῇ τώρα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις παραδέχεται τὸ κατεπεῖγον αὐτῆς;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὅταν γίνηται δεκτὸν τὸ κατεπεῖγον, ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ μετὰ 24 ὥρας, ἐκτὸς ἂν ἡ Συνέλευσις τὸ ἀποφασίσῃ νὰ συζητηθῇ τώρα.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, τώρα.
§19ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, ἀπὸ μόνην τὴν ἀνάγνωσιν βλέπω ὅτι ἐνοήσατε τὸν σκοπὸν τῆς προτάσεώς μου. Ἔμαθον μὲ λύπην μου ὅτι τὰ διαρπαγέντα ὅπλα ἔγειναν ἀντικείμενον ἐμπορίου καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο κακόν· τὸ πρῶτον δὲν εἶναι τόσον κακὸν, τουτέστι τὸ νὰ μεταφέρωνται εἰς τὰς Ἐπαρχίας, ἀλλὰ τὸ δεύτερον, τουτέστι τὸ νὰ ἐξάγωνται εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν, τὸ θεωρῶ οὐχὶ ἐπιζήμιον, ἀλλὰ καὶ λίαν προσβλητικὸν διὰ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἔθνους. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ψηφισθῇ.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ βάλητε μεγάλην ποινήν.
§21ΚΕΧΑΓΙΑΣ. «Ἄρθρον 1. Ἀπαγορεύεται ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ῥαβδωτῶν ὅπλων.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Παντὸς ὅπλου.
§23ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι περιλαμβάνεται πᾶν ὅπλον· ἐννοῶ τὰ ὅπλα τοῦ στρατοῦ, διότι ἄλλως ἕνας πολίτης ἐξέρχεται καὶ λαμβάνει μαζύ του ἓν ὅπλον τοῦ κυνηγίου.
§24ΧΑΝΤΖΕΡΗΣ. Ὅταν εἴπητε «ὅπλα τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ» τὰ αὐλακωτὰ εἶναι περιττὸν νὰ τὰ εἴπητε.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ εἰδικοὶ ἄνδρες ἂς ὁρίσουν αὐτὴν τὴν φράσιν.
§26ΧΑΝΤΖΕΡΗΣ. Ἐὰν εἴπωμεν ὅπλα τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἢ ἐν γένει ὁπλισμὸν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, περιλαμβάνομεν ὅλα καὶ ξίφη καὶ λόγχας, καὶ πυριτοθήκας, καὶ ὅλα.
§27ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐνταῦθα δὲν κατασκευάζονται ὅπλα, ὅπως ἐξάγωνται· συνήθως ὅμως τὰ ὅπλα τὰ ὁποῖα ἀφηρπάγησαν ἀπὸ τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ, πολλὰ ἐξ αὐτῶν μετεποιήθησαν καὶ ἀπεστάλησαν, ἢ πρόκειται ν’ ἀποσταλῶσιν ἔξω· τί θά γίνῃ δι’ αὐτά; ὑποθέσατε ὅτι πολλοὶ μεταποιοῦν τὴν λαβὴν τοῦ ξίφους ἢ τὴν λεπίδα· τότε εἰς ποίαν τάξιν θὰ τὰ κατατάξητε; Ὅταν λοιπὸν νομίζωμεν ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἔχομεν ἀνάγκην καὶ τῶν ὅπλων τοῦ κυνηγίου, διατὶ νὰ μὴ προσθέσωμεν γενικῶς «πᾶν ὅπλον».
§28ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ παραβαίνωμεν τὸν κανονισμὸν, διότι προέρχονται ἀτοπήματα· διότι ἐὰν ἀνεβάλετο ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως ταύτης, δὲν θὰ εἴχομεν αὐτὴν τὴν μεγάλην φιλονεικίαν.
§29ΧΑΝΤΖΕΡΗΣ. Κύριοι, τὰ ὅπλα τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ καὶ ἐὰν μεταποιηθῶσι γνωρίζονται· λ. χ. μεταποιεῖται τὸ κοντάκιον, γνωρίζεται ὅμως ἀπὸ τὴν κάνην καὶ ἀπὸ ἄλλα διάφορα ὅτι εἶναι τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ φράσις αὕτη «ἀπαγορεύεται ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ τῆς ἀποσκευῆς τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ», διότι διὰ τῶν φράσεων τούτων περιλαμβάνονται πάντα τὰ ὅπλα παντὸς εἴδους, ἔτι δὲ καὶ αἱ παλάσκαι καὶ ὅλα ἐν γένει· καὶ εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξαγωγὴ ὄχι μόνον τῶν ὅπλων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ὁπλισμοῦ.
§30ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι καὶ τῆς Ἐθνοφυλακῆς.
§31ΧΑΝΤΖΕΡΗΣ. Τότε προσθέσατε καὶ «τῆς Ἐθνοφυλακῆς.»
§32ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἄρθρον 1. Ἀπαγορεύεται ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ τῆς ἀποσκευῆς τοῦ τακτικοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ τῆς Ἐθνοφυλακῆς.
§33ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις ὅτι ὁ φύλαξ ἢ οἱοσδήποτε τελωνιακὸς ὑπάλληλος, ὅστις ἤθελε συλλάβει τὸ ἐξαγόμενον, πρέπει νὰ λάβῃ μίαν ἀμοιβήν· αἱ τελωνιακαὶ διατάξεις, προβλέπουσι περὶ τούτου, ἑπομένως εἶναι περιττὸν νὰ τεθῇ εἰς τὸ ψήφισμα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὸ ψήφισμα ὅπως ἀνεγνώσθη νὰ σηκωθῶσιν· (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι) ἡ Συνέλευσις τὸ παρεδέχθη. Ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἀθηνῶν Συνέλευσις.
ΨΗΦΙΖΕΙ.
Ἄρθρον 1. Ἀπαγορεύεται ἡ ἐκ τοῦ Κράτους ἐξαγωγὴ τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ τῆς ἀποσκευῆς τοῦ τακτικοῦ Στρατοῦ καὶ τῆς Ἐθνοφυλακῆς. Ἄρθρον 2. Τὰ συλλαμβανόμενα κατὰ παράβασιν τοῦ πρώτου ἄρθρου δημεύονται· ὁ δὲ ἀποπειραθεὶς τὴν ἐξαγωγὴν των ὑποβάλλεται εἰς πρόστιμον, ἢ χρηματικὴν ποινὴν τριπλασίας ἀξίας τῶν συλληφθέντων. Ἄρθρον 3. Διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ δευτέρου ἄρθρου ἰσχύουσιν ἐν γένει αἱ Τελωνιακαὶ διατάξεις.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δύω αἰτήσεις περὶ ἀδείας ἀπουσίας, ὁ Κ. Δ. Βότσαρης ζητεῖ τριμήνου ἀπουσίας ἄδειαν. Νὰ τοῦ δοθῇ;
§36ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις πρὸ μικροῦ, ὅτι εἰς τὸ προηγούμενον ψήφισμα πρέπει νὰ τεθῇ ἡ λέξις κλινοστρωμνή.
§38ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ῥοντήρης ζητεῖ ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν. Ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν Σωματείων· ὁ Κ. Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον. Πρὶν τούτου ὅμως ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει νὰ ἀναγγείλῃ τι εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§40ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θέλοντες νὰ ἐφαρμόσωμεν ἀκριβῆ οἰκονομίαν, ἡ ὁποία πιστεύω ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι τὸ πρῶτον μέλημά μας, μέχρις ὅτου δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς σπουδαίας καὶ γενικωτέρας ἐλαττώσεις, ἐλάβομεν τὸ ἀκόλουθον μέτρον· ὁσάκις ἀναφαίνεται κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θεωρεῖται περιττὴ μία θέσις, ἀμέσως νὰ προτείνωμεν τὴν κατάργησιν αὐτῆς, πρὸς ἁπλοποίησιν ἀκόμη καὶ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ πραγματοποιοῦμεν οὕτω μίαν τῶν κυριωτέρων ἐν τῷ προγράμματί μας ἀναφερομένων ἀρχῶν. Συνεπείᾳ αὐτῆς ἔρχομαι νὰ σᾶς καθυποβάλω δύο μικρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπαρουσιάσθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν· ἐννοεῖται ὅτι ἀντιπροσωπεύω ἄλλους συναδέλφους, καὶ οὐχὶ εἰδικῶς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι. Ἀνεγνώσθησαν δύο σχέδια ψηφισμάτων ά) περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως ἑνὸς Ὑπουργικοῦ Γραμματέως, προστεθέντος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διὰ θεσπίσματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως, καὶ βʹ) περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ Ὑποδιευθυντοῦ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, δι’ ὁμοίου θεσπίσματος προστεθέντος, καὶ κατετέθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Γενικώτερα μέτρα.
§42ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐξήγησα τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ καθυποβάλωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ὑμῶν πολλὰς τροποποιήσεις τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων· ἵνα φθάσωμεν ὅμως εἰς τὸ τοῖς πᾶσι ποθητὸν ἀποτέλεσμα, ὁσάκις δυνάμεθα νὰ κάμωμεν οἰκονομίαν τινὰ, ἀμέσως τὴν προτείνομεν καὶ τὴν καθιερόνομεν διὰ τῆς ἐγκρίσεώς σας.
§43ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ, τὰ ψηφίσματα εἶναι κατεπείγοντα νὰ ψηφισθῶσιν ἀμέσως.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν.
§45ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ ψηφισθῶσιν ἀμέσως.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι ἕως τώρα ἐζήτησαν τὸν λόγον τέσσαρες ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, θὰ καταντήσωμεν εἰς συζήτησιν· ὁ Κ. πληρεξούσιος Αἰγιαλείας ἔκαμε πρὸ ὀλίγου τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μὴ παραβιάζηται ὁ κανονισμὸς, τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ παραδέχομαι, νομίζω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ δώσῃ τὴν ἔκθεσιν τὸ Σάββατον, καὶ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν καὶ τοῦτο.
§47Β. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐν γένει καὶ ἡμᾶς καὶ τὸ Κράτος ἀπασχολεῖ ἡ ἰδέα τῆς οἰκονομίας. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας καθ’ ἣν συνήλθομεν, αὐτὴν τὴν ἰδέαν ὅλοι ἐφιλοτιμούμεθα ἀπὸ ἐγωϊσμὸν νὰ παρουσιάζωμεν, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐπαρουσίασα δύω προτάσεις τοιαύτας. Διὰ νὰ μὴ καταντήσωμεν, ἂς μοι συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, γελοῖοι, κάθε ἡμέραν νὰ γίνωνται τοιαῦται προτάσεις, ὅλαι αὐταὶ νὰ συγχωνευθῶσιν εἰς ἓν γενικὸν μέτρον, νὰ δώσωμεν καιρὸν καὶ εἰς ἄλλους. Ἐγὼ π. χ. συνέλαβον τὴν ἰδέαν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ στρατοῦ, ἐνῷ ἕτεροι συνέλαβον ἑτέρας ἰδέας· νὰ ὑποχρεωθῇ δὲ ἡ οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ νὰ περιλάβῃ πᾶν εἶδος οἰκονομίας· ἐγὼ ἔδωσα τὴν γενικὴν ἁπλοποίησιν, διότι πιστεύω ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ οἰκονομία. Καθ’ ἡμέραν δὲ νὰ ψηφίζῃ ἡ Συνέλευσις προβιβάζουσα καὶ καταβιβάζουσα εἶναι γελοῖον.
§48ΔΑΓΡΕΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ Κ. Βαλτινὸς, δὲν ἐμποδίζει τὰς γενικὰς οἰκονομίας· ὅταν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ ὅτι εἶναι πρέπον νὰ λείψωσι τινὲς ὑπάλληλοι, δὲν ἀπαιτεῖται νὰ παραπέμπωμεν τὰ πάντα εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ ἀργοπορήσῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§49Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Μεσσηνίας εἶναι ὀρθὴ, δυνάμεθα ὅμως νὰ προβῶμεν· ὁσάκις παρουσιάζηται οἰκονομία ἐφικτὴ νὰ τὴν πραγματοποιῶμεν διὰ τί νὰ μὴ τὴν ὑποβάλωμεν εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Συνελεύσεως ἀμέσως; καὶ καλὸν τοιαῦται προτάσεις νὰ γίνωνται παραδεκταὶ παρὰ τοῦ Σώματος.
§50ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιψηφισθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις ἀμέσως (Θόρυβος).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι ἡ συζήτησις τῶν Σωματείων.
§52ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Νὰ προκαλέσητε, Κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν· δύω προτάσεις ἐγένοντο ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τώρα αὐταὶ αἱ προτάσεις κατὰ τὸν κανονισμὸν πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσι, καὶ ἂν κηρυχθῶσι κατεπείγουσαι, νὰ συζητηθῶσι μετὰ 24 ὥρας ἀπὸ τῆς τυπώσεως· ἀντὶ τούτου ἔχω νὰ προτείνω νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ πολλοὶ δὲν συμφωνοῦσιν, ἑπομένως θὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, καὶ πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα θὰ φθάσῃ, ἀφοῦ δώσῃ τὸν λόγον εἰς τὸν μὲν ἢ εἰς τὸν δὲ· ἢ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἢ θὰ συζητηθῇ, ἢ θ’ ἀποφασισθῇ τὸ κατεπεῖγον, καὶ θὰ παραπεμφθῇ μετὰ 24 ὥρας, μετὰ τὴν τύπωσιν διὰ νὰ συζητηθῇ.
§54ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ προβῶμεν ἀμέσως.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δίδομεν τὸν λόγον.
§56ΔΑΓΡΕΣ. Οἱ πάντες δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ φωνάζομεν, συσταίνοντες τὴν οἰκονομίαν· καθ’ ἡμέραν παρουσιάζονται προτάσεις πότε εἰς τὸ ἓν πότε εἰς τὸ ἄλλο συσταίνουσαι τὴν οἰκονομίαν. Σήμερον ἔρχεται τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν σᾶς λέγουν ὅτι ἡ δεῖνα καὶ δεῖνα θέσις συσταίνεται εἰς τὴν Συνέλευσιν πρὸς κατάργησιν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχει κανονισμός, καὶ λέγει ὅτι, ἐὰν ἡ πρότασις θεωρηθῇ κατεπείγουσα, ἀναβάλλεται καὶ συζητεῖται μετὰ 24 ὥρας· ἐδῶ εἶναι διαφορά, πρῶτον ὅτι ὁ κανονισμὸς λέγει πρότασις πληρεξουσίου· ἂν ὁ Κ. ὑπουργὸς ἔφερε πρότασιν καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ δημιουργήσῃ θέσιν, ἤθελον εἰπεῖ μάλιστα νὰ μὴ παραβιασθῇ ὁ κανονισμός· ὅταν ὅμως ὁ Ὑπουργὸς ἔρχηται καὶ σᾶς προτείνῃ κατάργησιν θέσεως, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, διατί νὰ ἀναβάλλωμεν τοῦτο καὶ ἐπὶ δύω ὥρας· ὅταν τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο δεικνύῃ τὸ παράδειγμα τῆς οἰκονομίας, δὲν πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ λέγῃ σήμερον καὶ αὔριον. Ἐγὼ εὐχαριστῶ τὸν Κ. Ὑπουργὸν καὶ λέγω καὶ αὔριον νὰ μᾶς φέρῃ τοιαύτας προτάσεις. Κύριοι, βλέπετε, ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις καὶ ἀναβολὴ πάσης ἐξετάσεως.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς θέσω τώρα τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μοὶ ὑπαγορεύει ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δαγρὲ, ὅπως τὴν ἐξέθεσε.
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι περιττή· ἂν ἡ Κυβέρνησις θεωρῇ τὴν θέσιν αὐτὴν περιττὴν, ἂς τὴν παύσῃ.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν σχετικῶς πρὸς τὰς εἰδικὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς, διότι φθάνει νὰ τὴν θέσωμεν εἰδικῶς ὥστε νὰ γείνῃ δεκτὴ, διότι ἄλλο κατάργησις θέσεως, καὶ ἄλλο οἰκονομία. Ὡς πρὸς τὸ προκείμενον θὰ ἐρωτήσω, ἐὰν αἱ δύω προτάσεις τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ νὰ γίνωσιν ἀμέσως δεκταί. Ἡ Συνέλευσις παραδέχεται ὡς κατεπεῖγον διὰ νὰ συζητηθῇ ἀμέσως; ὅσοι τὸ παραδέχονται, ἂς ἐγερθῶσι. (σηκώνονται οἱ περισσότεροι) Τότε κατὰ τὸν κανονισμὸν, ἐπειδὴ τὸ κατεπεῖγον ἐγένετο δεκτὸν, πρέπει νὰ συζητηθῇ αὔριον.
§60ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι, σήμερον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν παραδέχηται κατὰ τὸν κανονισμὸν, νὰ συζητηθῶσιν αἱ δύο προτάσεις αὔριον, ὅσοι παραδέχονται νὰ σηκωθῶσιν.
§62ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ παραπεμφθῇ.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλῶς· ὅσοι λοιπὸν παραδέχονται νὰ σταλοῦν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ γνωμοδοτήσῃ, ἂς σηκωθῶσι· (σηκώνονται οἱ περισσότεροι) ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Προσέξατε τώρα εἰς ἓν ἔγγραφον τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ, δι’ οὗ ἀναφέρει, ὅτι ἡ Ἐθνοφυλακὴ τὴν προσεχῆ Κυριακὴν θέλει δώσει τὸν ὅρκον ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Ἀνεγνώσθη τὸ ἔγγραφον. Ἑπομένως ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν Σωματείων.
§64ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ θέμα τῆς συζητήσεως εἶναι πολὺ ὀχληρόν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐκδικάσεως μιᾶς ἐκλογῆς, οὐδόλως ἤθελον ἀναβῆ τὸ βῆμα, ὕστερον ἀπὸ τόσας ἀγορεύσεις τῶν ἐντίμων πληρεξουσίων· ἐπειδὴ ὅμως τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαῖον καὶ κατ’ ἐμὲ ἀντίκειται εἰς τοὺς κειμένους νόμους τῆς ἰσονομίας τῆς πολιτείας, διὰ τοῦτο θέλων νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον καὶ τὸ πρὸς τοὺς νόμους σέβας, ἀπεφάσισα μετὰ λύπης νὰ ἐπιφέρω ἀντιῤῥήσεις τινὰς ἐπὶ μιᾶς προτάσεως τοῦ συναδέλφου μου Κ. Μίλησι. Κύριοι, μετὰ τὴν κατάπτωσιν τῆς Ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας τῆς Μεγάλης, ἐπὶ τέσσαρας αἰῶνας ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἐστέναξεν ὑπὸ τὸν ζυγὸν ἑνὸς βαρβάρου· αἱ γοεραὶ φωναὶ αὐτῆς τῆς φυλῆς, οἱ ὀδυνηροὶ στεναγμοὶ ὑπὸ τὸν ζυγὸν τοῦ βαρβάρου κατέθλιβον αὐτήν· ἑπόμενον ἦτο, ἀφοῦ ὑπέστησαν τὰς συνεπείας τῆς παρακμῆς των, νὰ περιέλθωσι κατόπιν εἰς μίαν γενικὴν σκέψιν, πῶς νὰ λύσωσι τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας καὶ ἐξέλθωσι ν’ ἀναπνεύσωσιν ἐλευθερίαν. Ἅπασα ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ κατὰ τὸ ἔτος 21 τοῦ παρόντος αἰῶνος ἀπεφάσισεν ὡς μία ψυχὴ καὶ ἔῤῥιψε τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον, εἰποῦσα ἢ ἐλευθερία ἢ θάνατος. Καθὼς γνωρίζετε ὅλοι ἀπὸ τὴν νέαν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, πανταχοῦ ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἤγειρε τὰ ὅπλα κατὰ τῆς τυραννίας· ἐγένετο ἡ ἔκρηξις ἐν Μολδοβλαχίᾳ καὶ ἐκεῖθεν, ὡς δι’ ἠλεκτρικοῦ σύρματος μετέβη εἰς τὰς κορυφὰς τοῦ Ταϋγέτου· ἐγένετο, Κύριοι, ἐν ἀκαρεῖ ἡ ἐκπλήρωσις τῆς ἐπαναστάσεως τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς κατὰ τὸ ἔτος 21, ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τὴν ἀρχὴν αὐτῆς, κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, πολλὰ μέρη ἐπαναστατήσαντα δὲν ἠδύνατο νὰ φέρωσιν εἰς πέρας τὸ ἔργον τοῦτο, ἀλλ’ ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν ἐπανάστασιν καὶ νὰ καταθέσωσι τὰ ὅπλα. Κατόπιν ἡ ἐπανάστασις αὕτη περιωρίσθη εἰς στενώτερον κύκλον, περιωρίσθη εἰς τὸν κύκλον τῆς ἐπαναστάσεως, τὸν ὁποῖον ὅλοι μας γνωρίζομεν καὶ ἡ ἱστορία τὸ ἀναφέρει. Καταγινομένων δὲ τῶν Ἑλλήνων εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ μένοντος μέρους τοῦ ἐπαναστατικοῦ, προσῆλθον καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν Ἕλληνες, μερῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπανεστάτησαν, καθὼς καὶ πολλοὶ φιλλέληνες· συνεκροτήθη, οὕτως εἰπεῖν, ἓν Ἔθνος ἐπαναστατικὸν, χωρὶς νὰ ὁρισθῇ καὶ ἀναγνωρισθῇ ἀπὸ τὰς ἄλλας δυνάμεις ὡς Κράτος ἐμπεριεχόμενον εἰς ὅρια διακεκριμένα, ἀλλά, κύριοι, κατὰ τὴν ἐπανάστασιν αὐτὴν, τόσον οἱ τὰ ὅπλα δράξαντες, ὡς καὶ οἱ τὴν πολιτείαν τῆς ἐπαναστάσεως διενεργοῦντες ἐθεώρησαν ἐπάναγκες νὰ συνέλθωσιν εἰς κοινὰς συσκέψεις, καὶ νὰ συσκεφθῶσι περὶ τῆς τύχης των, καὶ περὶ τῶν μέσων τῆς ἀντιστάσεως κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ περὶ διοικήσεως διαφόρων πραγμάτων καὶ ἴσως καὶ περὶ τῆς τελειωτικῆς ἀνεξαρτησίας μας. Συνῆλθε λοιπὸν Συνέλευσις Ἑλληνικὴ, ἥτις μεταξὺ ἄλλων διατάξεων συνέταξε καὶ Νόμους τινὰς περὶ ἐκλογῆς πληρεξουσίων διὰ τὰς ἑπομένας Συνελεύσεις. Διὰ τῶν διατάξεων αὐτῶν, κύριοι, ὡρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν πληρεξουσίων ἑκάστης ἐπαρχίας, ὡρίσθη τὸ εἶδος τῆς ἐπαρχίας τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ὡρίσθησαν αἱ ἰδιότητες καὶ τὰ διάφορα προσόντα, ὅσα ἔπρεπε νὰ ἔχῃ διὰ νὰ γείνῃ ἓν ἄτομον πληρεξούσιος. Παρετήρησα ὅλους αὐτοὺς τοὺς νόμους. Δύω νόμοι ἔγειναν· τὸ ἓν θέσπισμα ἔγεινεν εἰς τὴν ἐν Ἐπιδαύρῳ Συνέλευσιν, τὸ δ’ ἕτερον ἀπὸ τὸν Κυβερνήτην Καποδίστριαν· καὶ εἰς τοὺς δύω αὐτοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους μετὰ προσοχῆς ἀνέγνωσα, δὲν ἀπήντησα εἰς κἀνὲν μέρος τῶν διατάξεων αὐτῶν νὰ κάμωσι διακρίσεις ἰδίας, καὶ νὰ προσφέρωσι δικαιώματα περισσότερα εἰς τὴν μίαν ἐπαρχίαν ἢ εἰς τὴν ἄλλην. Ὁ σκοπὸς τῆς Συνελεύσεως κατὰ τὰ πρῶτα βήματα τοῦ πολιτικοῦ βίου της ἦτο νὰ ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ τὴν δουλείαν ἑνὸς τυράννου, ἔλαβον δὲ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ φιλελεύθερα πολιτεύματα τῆς Δύσεως, κατόπιν δὲ ἐπειδὴ ἤθελον ν’ ἀποῤῥίψωσι καὶ νὰ μὴ παραδεχθῶσι κἀνὲν προνόμιον, συνεμορφώθησαν μὲ αὐτὸ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖον θέλει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἴσους ἐνώπιον τοῦ νόμου. Πᾶς ὅστις θέλει ἀνεξαρτησίαν ἐνώπιον τοῦ νόμου ζητεῖ δικαιώματα ἐξαιρετικά. Παρετήρησαν, κύριοι, ὅτι ἕνεκα τῶν περιστάσεων πολλαὶ ἐπαρχίαι δὲν εἶχον διακριθῆ ὁλοσχερῶς, ὧν καθ’ ὁλοκληρίαν ἦσαν ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῶν Ἑλλήνων ἢ κατείχοντο ἐν μέρει ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς, καὶ περὶ τούτων ὑπάρχει μία διάταξις εἰς ἓν ψήφισμα τοῦ Καποδιστρίου· τὸ ψήφισμα εἶχε ἀρ. 1049, 4 Μαρτίου 1829. Τὸ ψήφισμα αὐτὸ ἀφοῦ ἀναφέρῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀντιπροσώπων, κάμνει λόγον καὶ περὶ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι ὅσαι δὲν ὡρίσθησαν ἐντελῶς, θέλουσιν ἐκλέξει τοὺς πληρεξουσίους αὑτῶν ἐξ οὗ μέρους διατρίβουσιν οἱ πλεῖστοι κάτοικοι τῆς ῥηθείσης ἐπαρχίας. Βλέπετε ὅτι καὶ κατὰ τὴν φοβερὰν ταύτην ὥραν τοῦ πολέμου, ἡ πατρὶς ἡμῶν, οἱ ἄνδρες τοῦ ἀγῶνος, εἶχον ἀνάγκην νὰ κάμωσι νὰ προσφέρωσι τὴν μεγαλειτέραν περιποίησιν εἰς τοὺς συμμετασχόντας εἰς τὴν ἐπανάστασιν καὶ τοὺς συμπολεμήσαντας, ἐθεώρησαν ὅμως ἀπρεπὲς, ἐθεώρησαν ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, ἐναντίον τοῦ αἰῶνος τὸ ν’ ἀποδώσωσι προνόμια· καὶ αὐτοὶ οἱ ἔνδοξοι ὑπέρμαχοι τῆς ἐλευθερίας, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς δούλας ἐπαρχίας, οὐδόλως παρεπονέθησαν· δὲν εἶπον, ἡμᾶς ἀπεκλείσατε τῆς ἀντιπροσωπείας, οὔτε τὸ Μαυροβοῦνι, οὔτε ἡ Μολδοβλαχία, οὔτε αἱ Κυδωνίαι, οὔτε ἡ Χίος, οὔτε κἀνὲν ἄλλο μέρος, μολονότι πολλαὶ αὔτανδροι ἠφανίσθησαν ἀπὸ τὸ πῦρ τοῦ ἐχθροῦ· αἱ Κυδωνίαι π. χ. αὔτανδροι κατεποντίσθησαν, ἡ Χίος ἐπίσης. Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ὑπῆρχεν ἑταιρία διὰ ν’ ἀναστατώσῃ τὴν πόλιν, μάρτυς εἶναι ὁ Πατριάρχης, ὅστις ἀπηγχονίσθη ἐκεῖ, καὶ ὅμως κἀνὲν μέρος ἐξ αὐτῶν δὲν παρεπονέθη, διότι δὲν τοὺς ἐδώσαμεν προνόμια, μόναι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν συνεκροτήθησαν εἰσέτι, καὶ αἱ ἐπαρχίαι αὗται ἦσαν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Κυβερνήτου, ὅτε αὐτὰ τὰ ὁροθέσια τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶχον εἰσέτι ὁρισθῆ ἀπὸ τὴν διπλωματίαν. Βλέπετε ὅτι καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα οὐδὲν προνόμιον ἠνέχθη ἡ πατρὶς ἡμῶν. Ἐρχόμεθα, Κύριοι, εἰς τὴν δευτέραν περίοδον. Μετὰ τὴν περίοδον αὐτὴν τὴν ἐπαναστατικὴν, ἀπεφασίσθη καὶ ἦλθε Βασιλεὺς εἰς τὴν Ἑλλάδα, Βασιλεὺς συνταγματικὸς μέχρι τινος· ὁ ἡγεμὼν αὐτὸς παρεγνώρισε τὴν ἀποστολήν του τὴν συνταγματικὴν, δὲν ἔκαμε λόγον ποσῶς οὔτε περὶ πληρεξουσίων, οὔτε περὶ διατάξεως πῶς νὰ ἔλθουν πληρεξούσιοι, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐποχὴ αὐτὴ εἶναι σκοτεινὴ, δὲν μᾶς παρουσιάζει τίποτε· ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ μὴ ἀναγνωρίσαντος τὴν ἀποστολήν του ἐπέφερε νέαν ἐποχὴν τὴν γʹ. Σεπτεμβρίου, ἡ ἐποχὴ αὐτὴ ἀπεφάσισε μίαν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν· ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις εἴπετο νὰ προσκληθῇ διὰ νομίμων διατάξεων, δι’ ἑνὸς ἐκλογικοῦ νόμου, ἀλλὰ τὸ κατεπεῖγον τῆς περιστάσεως ἐκίνησεν ὑπονοίας κατὰ τοῦ ἡγεμόνος οὐχ ἧττον δὲ καὶ ἐκ διαφόρων ἄλλων περιστάσεων δὲν ἐδόθη ὁ ὑλικὸς καιρὸς εἰς τὸ Ἔθνος, ὥστε νὰ προβῇ εἰς ἐκλογικοὺς νόμους καὶ νὰ συγκαλέσῃ τὴν Συνέλευσιν τὴν Ἐθνικήν. Εὑρεθέντος ὅθεν τοῦ Ἔθνους εἰς μίαν τοιαύτην κατάστασιν κατὰ τὴν μεταβολὴν τὴν γʹ. Σεπτεμβρίου, ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ φέρωσιν ὁπωσδήποτε τοὺς πληρεξουσίους νὰ συγκροτήσωσι Συνέλευσιν καὶ νὰ συντρέξωσι τὴν ἐπανάστασιν· τούτου ἕνεκα κατέφυγον εἰς τὸν τελευταῖον νόμον τὸν προϋπάρχοντα ἐπὶ Καποδιστρίου, οὐχὶ, Κύριοι, διότι ἐθεώρησαν τὸν νόμον αὐτὸν τέλειον, ὄχι, εἶχε πολλὰς ἐλλείψεις, ἡ ἀνάγκη ὅμως ὑπηγόρευσε νὰ κάμωσι χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ νόμου. Δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου συνῆλθε ἡ Συνέλευσις τῆς γʹ. Σεπτεμβρίου, ἔγειναν αἱ ἐκλογαὶ τῶν πληρεξουσίων καὶ κατήρτισαν τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἔθνους ἐν Ἀθήναις. Δὲν ἠξεύρω ποῦ στηριζόμενοι διάφοροι τότε Ἕλληνες περιβεβλημένοι μὲ τὴν ἑλληνικὴν Ἰθαγένειαν, ἔκαμαν μερικὰς ἐκλογὰς ὀνομαζομένας Σωματεῖα· τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις διὰ πολλοὺς λόγους, οὓς εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ πολὺ περισσότερον διὰ τὸν λόγον, ὃν σᾶς ἀνέφερα, ὅτι εἶχεν ἀπέναντι αὐτῆς ἕνα ἡγεμόνα, τοῦ ὁποίου ἡ διαγωγὴ τὴν ἔκαμε νὰ τὸν ἀποπέμψῃ ἐσχάτως ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἠναγκάσθη ν’ ἀναγνωρίσῃ αὐτὰ τὰ Σωματεῖα, καὶ τὰ παρεδέχθη ὡς Σῶμα κυρίαρχον, οὐχὶ διότι ἐστηρίζετο εἰς νόμους, ἀλλὰ διότι δὲν ἦσαν τόσον τὸν ἀριθμὸν, ὅσοι σήμερον παρουσιάζονται. Ἡ Συνέλευσις αὐτὴ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔργων, τὰ ὁποῖα κατήρτισε, μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Ἐθνικοῦ Χάρτου, προέβη εἰς τὴν σύνταξιν ἑνὸς ἐκλογικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας· οὐδὲ ἐκείνη ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἠθέλησε νὰ κάμῃ διακρίσεις τινὰς μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, ὅσοι ἀπέκτησαν τὴν ἰθαγένειαν· ὅλους τοὺς Ἕλληνας τοὺς ἐκήρυξεν ἴσους ἐνώπιον τοῦ νόμου· ἓν προνόμιον ἔκαμε, τὸ ὁποῖον καὶ τότε ἐτάραξε τὴν Ἑλλάδα, ἓν προνόμιον ἐδόθη εἰς τέσσαρα ἄτομα, ἂν καὶ δικαίως ἔπρεπε νὰ δοθῇ· ἐδόθη προνόμιον εἰς τὸν γηραιὸν Μαυροκορδᾶτον, εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐπαναστάσεως Κωλέττην καὶ τὸν Μεταξᾶν· τί ἦτο τοῦτο; ἓν προνόμιον ἁπλούστατον, μία γενικὴ πολιτογράφησις, καὶ ὅμως ταραχὴ ὡς ἐκ τούτου ἐγένετο ἐν Ἀθήναις· διατί, Κύριοι; διότι τὸ ἐθεώρησαν ἀντικείμενον εἰς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, καθ’ οὓς ὅλοι οἱ Ἕλληνες πρέπει νὰ ἤμεθα ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων. Προέβη, κύριοι, καὶ εἰς ἄλλο προνόμιον, κατ’ ἐμὲ, ἄτοπον· ἐχορηγήθη εἰς τοὺς ἐλευθέρους μὲν, μὴ ἀνήκοντα, δὲ εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ἐχορηγήθη τὸ δικαίωμα τοῦ συνοικισμοῦ. Εἶπεν, ὅσοι Θεσσαλοὶ, ὅσοι Ἠπειρῶται, ὅσοι Κρῆτες, ἂν θέλητε ἐκλογικὴν περιφέρειαν, συγκροτήσατε δήμους, ἀποκτήσατε τὸ ἥμισυ τοῦ πληθυσμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ μίαν ἐπαρχίαν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ τότε θὰ δώσητε βουλευτήν. Τὰ δύω ταῦτα προνόμια, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ἡ Συνέλευσις τῆς γʹ. Σεπτεμβρίου, ἐθορύβησαν ὅλον τὸ Ἔθνος. Ἔρχομαι εἰς μίαν ἄλλην ἐποχήν. Ὁ ἡγεμὼν αὐτὸς παρεγνώρισε τὸν ὅρκον του κατόπιν διὰ τῆς καταπατήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ κατέπεσε τοῦ θρόνου, καὶ ἦλθε μία προσωρινὴ Κυβέρνησις. Ἡ 11 Ὀκτωβρίου εἶναι νέα μεταβολὴ, ἥτις ἐγένετο διὰ τῆς ἀποπομπῆς μιᾶς τριακονταετοῦς δυναστείας. Εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συγκαλέσῃ τὸ Ἔθνος ὅπως συγκροτήσῃ τὴν κυριαρχίαν του· ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἔλαβεν αὐτὴν τὴν ἐντολὴν, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅλους τοὺς προσυνταχθέντας ἐκλογικοὺς Νόμους· ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ τροποποιήσῃ τὸν γενικὸν ἐκλογικὸν Νόμον καὶ ἔκαμεν ἓν ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου πάλιν ὑπέπεσεν εἰς διακρίσεις, εἰς προνόμια Τοιουτοτρόπως λοιπὸν, ἀφοῦ εἴχομεν ἓν προνόμοιον τῶν συνοικισμῶν, κάμνομεν ἓν δεύτερον προνόμιον τῶν ὁμογενῶν, τῶν ἀποκτησάντων καὶ ἐχόντων τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, τῶν ἀνηκόντων εἰς μίαν ἐπαρχίαν τοῦ Κράτους, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἢ ν’ ἀναγνωρίζηται ὡς ἰθαγενὴς Ἕλλην, ἐὰν δὲν ᾖναι ἐγγεγραμμένος εἰς ἕνα δῆμον, εἰς μίαν ἐπαρχίαν τοῦ Κράτους. Ὅπου καὶ ἂν ὑπάρχῃ Ἕλλην εἰς τὴν Κίναν καὶ εἰς τὴν Καλλιφρονίαν καὶ εἰς τὴν Αὐστραλίαν, ἐὰν ὑπάρξῃ μὲ Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ὀφείλει νὰ ᾖναι ἐγγεγραμμένος εἰς ἕνα δῆμον, εἰς μίαν ἐπαρχίαν τοῦ Κράτους, τοῦτο κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ μοῦ τὸ ἀναιρέσῃ. Τί θὰ εἴπῃ λοιπὸν ἰθαγενὴς, ἐνῷ ὅλοι ἤμεθα ἰθαγενεῖς;
§65ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τὸ ἐννοήσωμεν. (γέλως).
§66ΖΕΡΒΑΣ. Ἀλλ’ ὅ,τι ἔγεινεν, ἔγεινε, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ πάρωμεν ὀπίσω. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις, μολονότι εἶχεν ὅλους τοὺς νόμους ὑπ’ ὄψιν της, μολονότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰ Σωματεῖα, τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον κατὰ τὴν Συνέλευσιν τῆς γʹ. Σεπτεμβρίου, δὲν ἐτόλμησε νὰ δώσῃ προνόμιον, ἀλλὰ κατήργησε τὸ ἓν προνόμιον καὶ ἔδωσε ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶναι μία γενίκευσις τοῦ πρώτου, ὅπως ἄλλοτε μία Συνέλευσις εἶπεν, ὅτι τέσσαρα πρόσωπα πρέπει νὰ ἔχουν τὴν γενικὴν πολιτογράφησιν, οὕτως εἶπε δι’ ἑνὸς ψηφίσματος ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις, πάντες οἱ Ἕλληνες ἔχουν γενικὴν πολιτογράφησιν, καὶ τὸ γενικὸν κατέστρεψε τὸ μερικὸν, καὶ, γενομένου γενικοῦ τοῦ προνομίου, δὲν εἶναι πλέον προνόμιον, εἶναι δικαίωμα κοινόν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ Κύριος Μίλησις, ὅστις ἔφερε τὴν πρότασίν του καὶ ὑπεστήριξε τὰ Σωματεῖα, μᾶς εἶπεν ὅτι ὁμογενεῖς εἶναι ὅλοι οἱ συναγωνισθέντες· ἐδῶ πρόκειται περὶ τῶν δούλων, μᾶς ἔκαμεν αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Κύριοι, ἀφοῦ κακὴ μοῖρα καὶ ἡ πανοῦργος διπλωματία ἀπεφάσισαν νὰ περιορίσουν τὴν Ἑλλάδα εἰς στενώτατον κύκλον, οὐδὲν μέσον, οὐδὲν δικαίωμα πλέον μᾶς δίδεται νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ συμπράξωμεν ἐπισήμως εἰς τὸ κοινὸν μετὰ τῶν δούλων Ἑλλήνων. Λυποῦμαι, εἴθε νὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν καὶ ἐκεῖνοι ὡς πληρεξούσιοι νὰ συμπαρακαθήσωσι μεθ’ ἡμῶν. Σήμερον δυνάμεθα νὰ κατεδαφίσωμεν τὸ μέγα τεῖχος τῆς διπλωματίας; Ὄχι. Ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ κατεδαφίσωμεν τὸ τεῖχος αὐτὸ, δὲν δυνάμεθα οὔτε νὰ τοὺς συμπεριλάβωμεν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, καὶ δὲν δυνάμεθα ἄνευ κινδύνου οὐχὶ ἐκ μέρους τῶν δούλων ἀδελφῶν μας.... γνωρίζετε τί λέγω. Ἀλλ’ ὁ Κ. Καλὸς, ὁ φίλος μου, μᾶς ἔφερεν ἄλλο ζήτημα· εἶναι δίκαιον, λέγει, εἶναι πρέπον, ἄνδρες τοῦ ἀγῶνος, ἥρωες τῆς ἐπαναστάσεως νὰ μὴ συμπαρακάθηνται εἰς τὰς ἕδρας αὐτὰς σήμερον, ὅτε πρόκειται νὰ συντάξωμεν τὴν πολιτείαν, καθὼς καὶ ἄλλοτε συμπεριελαμβάνομεν ἄλλους γέροντας ἐπαναστάτας, τοὐλάχιστον χάριν δικαιοσύνης καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν; Μάλιστα, Κύριοι, ἦτο εὔκολον καὶ σήμερον ἀκόμη ἠμποροῦσαν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ ἦναι ἐνταῦθα νὰ συμπαρακάθηνται μεθ’ ἡμῶν εἰς τὰς ὥρας αὐτὰς, ἂν ἐδείκνυεν ὁ φίλος μου Καλὸς περισσοτέραν αὐταπάρνησιν καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἔφερε τὸν Νικόλαον Ζέρβαν, τὸν γέροντα αὐτὸν πολεμιστήν. Ἡ ἰδιοτέλεια καὶ ἡ μὴ αὐταπάρνησις τῶν τέκνων των τοὺς καθυστέρησε τὸ νὰ μὴ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον. (Εὖγε). Τῷ ὄντι, Κύριοι, λυποῦμαι καὶ ἐγὼ καὶ λυποῦμαι κατάκαρδα νὰ μὴ βλέπω σήμερον ἐνώπιόν μας ἀνθρώπους τῆς πείρας, ἀνθρώπους τῶν περιστάσεων ἐκείνων, οἵτινες διὰ τοῦ προφορικοῦ λόγου πολὺ ἠδύναντο νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος (θόρυβος). Ἓν μόνον, Κύριοι, μένει ἀκόμη· παρεδέχθημεν δύο, ἤδη ὑποχρεούμεθα νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τρίτον προνόμιον, ἀλλὰ τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἄδικον, ἐναντίον τοῦ νόμου· οὐχ ἧττον ὅμως σήμερον κατ’ ἀνάγκην ἐδέχθημεν τὸ προνόμιον τοῦ συνοικισμοῦ, ἐδέχθημεν τὸ προνόμιον τῆς ὁμογενείας· ἀλλὰ τί μᾶς λέγουν οἱ Κύριοι; Μᾶς φέρουν σήμερον καὶ τρίτον προνόμιον· μᾶς φέρουν τὸ προνόμιον τῶν σωματείων, καὶ διὰ νὰ τὸ ὑποστηρίξουν τί μᾶς λέγουν; Εἶναι ἄλλο πρᾶγμα τὸ ἓν, ἄλλο πρᾶγμα τὸ ἄλλο, καὶ ἄλλο πρᾶγμα τὸ τρίτον. Κύριοι! Καὶ ἐγὼ περιεπλέχθην εἰς τὰς ἐνστάσεις αὐτὰς τῶν ὑποστηριζόντων τὰ Σωματεῖα· δὲν ἠμπορῶ νὰ εὕρω διέξοδον· διότι ἀρκετὴν ὥρα εἰργάσθην νὰ εὕρω τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος καὶ δὲν ἠμπορῶ. Παρετήρησα Σωματεῖον Ἠπείρου, ὁμογένεια Ἠπείρου, συνοικισμὸς Ἠπείρου· παρετήρησα σωματεῖον Καλὸς, συνοικισμὸς Καλὸς, ὁμογένεια Καλὸς, παρετήρησα ἐπὶ τέλους Ἤπειρος Καλὸς (γέλωτες). Ἐὰν εἶχον, Κύριοι, τὸν Λουκιανὸν σήμερον ἐνώπιόν μου, ἤθελεν εὕρει τὴν λύσιν μιᾶς μεγάλης ἀπορίας. Ἠξεύρετε, Κύριοι, καὶ χρησιμεύει κατὰ τοῦτο ὅτι θὰ εὐκολυνθῶμεν εἰς τὴν λύσιν ἑνὸς μεγάλου θρησκευτικοῦ ζητήματος, ἠξεύρετε, ὅτι ἦτο σατυριστὴς καὶ κατόπιν ἦλθε νὰ σατυρίσῃ καὶ τὸν χριστιανισμόν· ἀφοῦ ἤκουσε· «πατὴρ υἱὸς καὶ ἅγιον πνεῦμα, μία οὐσία, μία δύναμις, μία θεότης,» ἀποροῦσε τὶ θὰ εἴπῃ τοῦτο· εἰσῆλθε λοιπὸν εἰς ἕνα λαβύρινθον, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ, ἔλεγεν· «εἷς ἐκ τριῶν καὶ ἐξ ἑνὸς τρεῖς.» Ἰδοὺ λοιπὸν ἐὰν τὸν εἶχον σήμερον, θὰ τῷ ἔλεγον· εἷς ἐκ τριῶν καὶ ἐξ ἑνὸς τρεῖς. Ἰδοὺ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος. Ὥστε, Κύριοι, τὸ πᾶν εἶναι τῶν ἔξω ὁμογενῶν, καὶ ὁ συνοικισμὸς καὶ ἡ ὁμογένεια καὶ τὸ Σωματεῖον· εἶναι ἅπαντα τὸ ἴδιον· κατ’ οὐδὲν διαφέρει τὸ ἓν τοῦ ἄλλου, ἀλλ’ εἶναι μία θεότης, μία δύναμις (γέλωτες). Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἀφοῦ καταχρηστικῶς λέγω ἐδόθησαν δύο προνόμια ἔρχονται σήμερον καὶ ζητοῦν καὶ τρίτον. Ἐὰν οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς δούλας ἐπαρχίας ἔχουν κἄποιον δικαίωμα νὰ ζητήσουν κἄτι τι πρὸς θεραπείαν τοῦ πόνου των διὰ τὴν ἀτυχίαν τῆς πατρίδος των, τοῦ νὰ περικλείωνται εἰς τὰς δούλας χώρας, ἀλλὰ νὰ ᾖναι μόνον ἀπαιτητὸν, ὄχι ὅμως καὶ ἐπιβαρυντικὸν, ἡ ἀπαίτησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ὅριά της. Δὲν τοὺς ἀδικοῦμεν, ἡμεῖς οὐδένα καταδικάζομεν. Ἕκαστος Ἕλλην ἀνήκει εἰς τὰς ἐντὸς τοῦ Κράτους ἐπαρχίας, ἓν μόνον δικαίωμα ἔχει· ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ 10,000 ψυχῶν διὰ νὰ ἐξέλθῃ πληρεξούσιος ἢ βουλευτής. Μέχρι τινὸς εἴχομεν ἓν παράπονον δίκαιον, τὸ παράπονον αὐτὸ ἦτο μία διάταξις τοῦ Νόμου, ἡ ὁποία ὁρίζουσα τὰς ἰδιότητας τοῦ ἐκλεξίμου, ἤθελεν αὐτὸν νὰ ᾖναι κολλημένος εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαρχίας τοῦ δήμου· ἤδη ὅμως ἀφηρέθη καὶ αὐτὸ τὸ κώλυμα. Ἕκαστος Ἕλλην χαίρει τὴν Ἑλληνικὴν Ἰθαγένειαν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγηται εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπου καὶ ἂν ὑπάρχῃ, ὅπου καὶ ἂν ἀναγνωρίσουν τὴν ἱκανότητά του καὶ τὰς ἀρετάς του, δὲν ἐκλείσθη ἡ θύρα εἰς κανένα. Λοιπὸν πρὸς τὶ νὰ παραπονῶνται; ἡμεῖς ἠμποροῦμεν νὰ παραπονώμεθα, διότι δὲν ἔχομεν κᾀνὲν προνόμιον, καὶ ἐλπίζω εἰς τὸ ἑξῆς, ἂν ἀγαπῶσιν αὐτοὶ τὴν πατρίδα, ἐὰν σέβωνται τοὺς Νόμους τῆς πατρίδος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ ζητήσουν. Μοὶ εἶπόν τινες, μὴ ἀναβαίνῃς τὸ βῆμα νὰ κάμῃς λόγον περὶ Σωματείων, θὰ φανῇς ἀντιδημοτικός· ἐγὼ λέγω ὅτι εἶναι ἀντιδημοτικός, ὅστις ὑποστηρίζει τὰ Σωματεῖα, καὶ λέγων Σωματεῖα, ἐννοῶ τὰ προνόμια (ἀποδοκιμασία ἐκ μέρους τοῦ ἀκροατηρίου). Ἐγὼ εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, ἐννοῶ τὴν θέσιν μου τὴν ὀχληρὰν, ἐννοῶ τὴν ἀπαρέσκειαν τῶν ὁμογενῶν. Ἀλλ’ εἶμαι ἤμην καὶ θὰ εἶμαι πάντοτε ἐχθρὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ φέρουν τὴν διάκρισιν μεταξὺ αὐτοχθόνων καὶ ἑτεροχθόνων, καὶ σεῖς παρεπονέθητε ὀνομαζόμενοι ἀπό τινας ἑτερόχθονες, καὶ ἔρχεσθε σήμερον νὰ ζωογονήσητε, νὰ θρέψητε τὴν ἰδέαν διὰ τῶν προνομίων, διὰ τοῦ ἀπαιτητοῦ; Τί ἄλλο ζητοῦν παρὰ τὴν διαίρεσιν εἰς αὐτόχθονας καὶ ἑτερόχθονας; οὐδεὶς δὲν εἶναι οὔτε αὐτόχθων οὔτε ἑτερόχθων· πάντες εἴμεθα Ἕλληνες, πάντες εἴμεθα ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Κ. Μεσσηνέζης ἔψεξε χθὲς τὸ ψήφισμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως λέγων· κακῶς ἐγένετο τὸ ψήφισμα. Κακῶς, κάκιστα, λέγω. Κακῶς, κάκιστα ἐπαναλαμβάνω· διότι, Κύριοι, ἐὰν δὲν ἐγένετο αὐτὸ τὸ ψήφισμα, δὲν ἤθελε φέρει εἰς τοὺς κόλπους μας πληρεξούσιον παραγνωρίσαντα τὴν ἀποστολήν του, παραγνωρίσαντα τὸ ἄσυλον τῆς οἰκίας ἐν καιρῷ νυκτὸς, τὸ ἱερὸν τοῦ ἀτόμου, τὸ ἱερὸν τῆς θέσεως, ἄνδρα περιβεβλημένον, ὡς καὶ ἡμεῖς, μὲ τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους.
§67ΠΟΛΛΟΙ. Ποῖον ἐννοεῖτε;
§68ΖΕΡΒΑΣ. Νὰ εἰσέλθῃ, Κύριοι, καὶ νὰ ζητήσῃ ἐπί πίνακος τὴν κεφαλὴν ἀνδρὸς, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐτιμήσατε καὶ νὰ τὸν προσφέρῃ εἰς τὰς χεῖρας μιᾶς πολιτικῆς ἡρωδιάδος.
§69ΠΟΛΛΟΙ. Ὀνομάσατέ τον.
§70ΖΕΡΒΑΣ. Εἶναι ὁ Κύριος Κόκκινος.
§71ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§72ΖΕΡΒΑΣ. Λοιπὸν τὸ συμπέρασμά μου εἶναι αὐτό· δὲν εἶμαι ἀποκλειστικὸς, δὲν θέλω ν’ ἀδικήσω τὰς δούλας ἐπαρχίας, ἀπαιτῶ νὰ ἔλθουν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι τοῦ ἀγῶνος νὰ συμπαρευρεθοῦν μαζῆ μας· δὲν θέλω ὅμως ποτὲ νὰ ἔλθουν ὑπὸ τὸ ὄνομα Σωματείων, δὲν θέλω ποτὲ νὰ ἔλθουν ὑπὸ τὴν ἰδιότητα προνομίου. Ἡ Συνέλευσις, Κύριοι, εἶναι κυρίαρχος καὶ ὡς κυρίαρχος τὸ πᾶν δύναται νὰ πράξῃ· δὲν ἔχει εἰς κἀνένα νὰ δώσῃ λόγον παρὰ εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν της. Λοιπὸν, ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι τῳόντι τοιοῦτοι ἄνδρες ἐξῃρέθησαν τῆς εἰσόδου ἐνταῦθα, ἐὰν νομίζωμεν ὅτι ἡ παλαιὰ πεῖρα τῆς ἐπαναστάσεως, αἱ γνώσεις αὐτῆς ἐκ τῶν πραγμάτων δύνανται καὶ προφορικῶς ἀκόμη νὰ μᾶς καθοδηγήσουν εἰς ἓν ὠφελιμώτερον διὰ τὴν πατρίδα γεγονὸς, δυνάμεθα νὰ τοὺς φέρωμεν, ὄχι διὰ τῶν Σωματείων, ὄχι διὰ τῶν συνοικισμῶν, ὄχι διὰ τῶν θεσπισμάτων τῶν ὁμογενῶν, ἀλλὰ νὰ ἐκλεχθῇ μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ νὰ παρατηρήσῃ ποῖος εἶναι ὁ τοιοῦτος, καὶ νὰ τὸν φέρῃ μέσα. Ἐκπληροῦμεν μίαν εὐγνωμοσύνην εἰς αὐτοὺς τοὺς ἄνδρας, διότι ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα· οὐδέποτε ὅμως θ’ ἀνεχθῶ νὰ ἔλθουν διὰ προνομίων· καί διατί τοῦτο; τί παρατηρῶ εἰς τὰ προνόμια; Παρατηρῶ, ὅτι καὶ εἰς τὰ προνόμια ταῦτα ἐγένετο μεγάλη κατάχρησις· πολλαὶ φωναὶ ὑψώθησαν, πολλοὶ πολυτρόπως ἐζωγράφισαν τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, εἶπον ἐπεμβάσεις Προξένων, δωρεὰς χρημάτων, εἶπον, καὶ εἶπον καὶ εἶπον. Καὶ τί ἀκόμη, Κύριοι; Κανεὶς δὲν ἦλθεν ἀπὸ τὰ μέρη αὐτὰ, οἱ πάντες ἐξελέχθησαν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας· ὀλίγιστοι ἦλθον· κατ’ ὀλίγιστον μέρος ἐξετελέσθη τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ εἰς τοὺς ὁμογενεῖς (θόρυβος). Ἔρχομαι λοιπὸν εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτὸ, ὅτι ἐὰν ἔμειναν ἄνδρες τῳόντι σεβαστοὶ, ἄνδρες τῳόντι χρησιμεύσαντες εἰς τὸν ἀγῶνα ἀποτελεσματικῶς, νὰ ἐκλεχθῇ, ἢ νὰ διορισθῇ μία ἐπιτροπὴ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ δυνάμει μιᾶς πράξεως αὐτῆς νὰ τοὺς δεχθῶμεν· (θόρυβος). Εἰς τίποτε δὲν ἀντιβαίνει αὐτὸ· καλήτερον εἶναι αὐτὸ, μυριάκις καλήτερον, παρὰ τὰ προνόμια, ἄλλως τε εἶναι ἄτοπον αὐτοὶ νὰ ἔλθουν μὲ 10 ψήφους κ’ ἐγὼ μὲ 10 χιλιάδας.
§73ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἀναγκάζομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν προσωπικὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπηύθυνεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Κρανιδίου Κύριος Ζέρβας. Ποτὲ, Κύριοι, δὲν ἤθελον μεταβῆ μὲ σκοποὺς, ὁποίους ὁ Κύριος Ζέρβας εὐαρεστεῖται νὰ μοὶ ἀπονείμῃ, διὰ νὰ πειράξω τὴν ἀσφάλειαν τοῦ πολίτου. Ἐὰν, Κύριοι, μία τοιαύτη ἀσεβὴς διάνοια ἤθελε μοὶ ἐπέλθει, ἡ εὐγενὴς τοῦ Πανεπιστημίου νεολαία ποτὲ δὲν ἤθελε ἀνεχθῆ νὰ γείνῃ ὄργανον μιᾶς τοιαύτης διανοίας· αὐτὸ καὶ τοῦτο ἤρκει ν’ ἀποτρέψῃ τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον Κρανιδίου νὰ σχηματίσῃ μίαν τοιαύτην γνώμην πρὶν ἀκούσῃ τί συνέβη. Ἰδοὺ τὶ συνέβη. Ἐγὼ ἡσύχαζον ἐν τῇ οἰκίᾳ μου τὴν νύκτα ἐκείνην ἐν ἀγνοίᾳ ὅλως τῶν συμβαινόντων ἐν τῇ πόλει. Αἴφνης 4 ἐθνοφύλακες τοῦ 4 λόχου τοῦ Πανεπιστημίου, ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον διοικητὴν τοῦ Τάγματος Κύριον Ζουμπούλην, ἦλθον εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ μὲ εἶπον νὰ ἐνδυθῶ τὴν στολήν μου καὶ νὰ ὑπάγω εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὅπου ἦτον ἡ φάλαγξ. Ἐπορεύθην εἰς τὸ Πανεπιστήμιον· ἠρώτησα τὸν ἀξιότιμον Διοικητὴν τοῦ Τάγματος τὶ συμβαίνει· μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι ἔστειλεν εἰς διαφόρους στρατῶνας τῶν διαφόρων ὅπλων δύω ἀξιωματικοὺς, ἂν δὲν λανθάνωμαι τὸν ἀξιότιμον Κύριον Παπαδάκην καὶ Μαμούρην, διὰ νὰ πληροφορηθῇ περὶ τούτου. Ἔμεινα περιμένων τὴν ἐπάνοδον τῶν Κυρίων συναδέλφων μου· παρῆλθεν ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα ὥρα καὶ ἀκόμη δὲν εἶχον ἐπανέλθει· τότε ἐζήτησα ἄδειαν παρὰ τοῦ Διοικητοῦ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μεταβῶ ὁ ἴδιος εἰς τοὺς στρατῶνας καὶ ἀνακαλύψω τὶ ἔτρεχε· μετὰ τεσσάρων λοιπὸν ἐθνοφυλάκων μετέβην εἰς τοὺς στρατῶνας παρὰ τὴν ἀγορὰν καὶ ἐκεῖ ἐπληροφορήθην, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί μας εἶχον ἀναχωρήσει. Ἐπέστρεψα εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ, συμβουλίου γενομένου μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς φάλαγγος ὑπὸ τὴν Προεδρείαν τοῦ Διοικητοῦ, ἀπεφασίσθη, ἵνα ἡ φάλαγξ τοῦ Πανεπιστημίου κηρυχθῇ ὑπὲρ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ μόνης, καὶ νὰ συντελέσῃ ὑπὲρ τῆς τάξεως. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δὲ κοινῶς ἀπεφασίσθη, ὥστε, ὅπου ἠθέλομεν ζητηθῆ πρὸς ἐπικουρίαν τοῦ στρατοῦ, νὰ παράσχωμεν τὴν Ἀκαδημαϊκὴν δύναμιν. Ἐσυστήθη ἀπόσπασμα διὰ νὰ ὑπάγῃ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ πυροβολικοῦ καὶ ἀπεστάλη ὑπὸ τὸν Κύριον Παπαδάκην, ἐζητήθη ἓν ἕτερον ἀπόσπασμα διὰ νὰ συνοδεύσῃ ἀξιωματικοὺς καὶ ἀπόσπασμα τῶν Πυροσβεστῶν. Τοῦ ἀποσπάσματος τούτου ἀνεδείχθην ἐγὼ ἀρχηγὸς, συνέκειτο δὲ ἐν μέρει μὲν ἀπὸ τὸν τέταρτον, κατὰ μέρος δὲ καὶ ἀπὸ τὸν πέμπτον λόχον. Ἐντεῦθεν ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ὑπῆρχε καμμία ἰδέα νὰ προσβάλωμεν οἷον δήποτε πρόσωπον· διότι ἄλλως ὁ τέταρτος λόχος ἤθελε πορευθῆ ὁλόκληρος καὶ οὐχὶ 18 μόνον ἄνδρες· ὥστε τὸ ἀπόσπασμα συνεκροτεῖτο ἀπὸ στρατιώτας τοῦ τετάρτου καὶ πέμπτου λόχου. Ἐπορεύθημεν μετὰ τῶν Πυροσβεστῶν· τὸ ἀπόσπασμα ἐτοποθετήθη ἀπέναντι τῆς οἰκίας τοῦ Κυρίου Βούλγαρη· ἡ θύρα τῆς οἰκίας ἦτο ἠνοιγμένη, τὰ δὲ στόματα τῶν τουφεκίων πολλῶν ἀτάκτων στρατιωτῶν ἦσαν προτεταμένα εἰς τὰ βάθρα τῆς κλίμακος τῆς οἰκίας. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, τίς ἐξ ἡμῶν ἤθελεν εἰσέλθει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Βούλγαρη ἀπέναντι τοσούτων ὅπλων μὲ σκοπὸν κακοποιόν; Ἀνέβησαν οἱ δύω ἀξιωματικοί, ἐζήτησαν δὲ καὶ ἡμᾶς νὰ τοὺς ἀκολουθήσωμεν. (θόρυβος). Ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω εἰς πάντα λόγον. Οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν πυροσβεστῶν οἱ δύω προσκαλοῦσι τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς Πανεπιστημίου Ἐθνοφυλακῆς, τὸν Κύριον Κωνσταντινίδην καὶ ἐμέ, νὰ τοὺς συνοδεύσωμεν ἀναβαίνοντας εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Κυρίου Βούλγαρη. Ἀνέβημεν ἄνευ τινὸς στρατιώτου, διότι οἱ στρατιῶται τόσον τῶν Πυροσβεστῶν, ὅσον καὶ τῆς Πανεπιστημίου φάλαγγος, ἔμειναν ἐκτὸς τῆς οἰκίας, καὶ οὐδὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ἀνέβη. Ἀνέβημεν λοιπὸν οἱ 4 ἀξιωματικοὶ ἐνώπιον 60 στρατιωτῶν ἀτάκτων φουστανελοφόρων, κρατούντων ὅλων τὰ ὅπλα των. Ἐρωτᾷ ὁ ἀξιωματικὸς τῶν Πυροσβεστῶν αὐτούς· εἶναι μέσα ὁ Κύριος Πρόεδρος; Τὸν ἀπαντᾷ ὁ Κύριος Βότσαρης καὶ Βουδούρης. (θόρυβος).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε τὸν ἀγορεύοντα.
§75ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἀπήντησαν λοιπὸν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅτι ὁ Κύριος Πρόεδρος κοιμᾶται, καὶ τί τὸν ζητοῦσι; λέγουν οἱ ἀξιωματικοί, ὅτι εἰς τὴν πόλιν ὑπάρχει κίνησις καὶ στρατοῦ καὶ πολιτῶν, καὶ ἦλθον νὰ ἴδωσι, τί ζητεῖ ὁ Κύριος Πρόεδρος, καὶ ἂν ἔχῃ νὰ δώσῃ διαταγάς. Τότε ὁ Κύριος Βότσαρης ὡμίλησεν ἀλβανιστὶ μετὰ τοῦ ὑποδιευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας Κυρίου Βουδούρη, καὶ, ἀφ’ οὗ ἐτελείωσαν τὴν γενομένην αὐτῶν συνδιάλεξιν, μᾶς εἶπον, ὅτι τὸν Κύριον Πρόεδρον δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν ἴδωμεν. Τοιουτοτρόπως κατέβημεν ὅλοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία ὅλη. Ἠθέλομεν τολμήσει ἡμεῖς μεταξὺ 60 στρατιωτῶν νὰ ἐκτεθῶμεν νὰ συλλάβωμεν τὸν Κύριον Βούλγαρην;
§76Δ. Ν. ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι, ὁ σκοπός, μὲ τὸν ὁποῖον ἦλθον αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί, ἦτο νὰ συλλάβουν τὸν Πρόεδρον. Διότι ἦσαν συνωδευμένοι ἀπὸ τὸν Κύριον Μπούρμπαχην, ὅστις εἶχε συλλάβει τὸν διοικητήν του καὶ ἀπὸ δύω ἄλλους ἀξιωματικοὺς Κροσόπουλον καὶ Μαρκόπουλον, νομίζω. Αὐτοὶ εἶχον κάμει τὴν στάσιν καὶ ἦλθον νὰ συλλάβουν τὸν Πρόεδρον. Αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ἔχω καὶ αὐτὸ ὁμολογῶ.
§77ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὅταν ὁ Πεισίστρατος, Κύριοι, ἠθέλησε νὰ ἐξαπατήσῃ τοὺς Ἀθηναίους, τὰ ὄργανά του καὶ αὐτὸς ἀκόμη ...
§78ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττόν· ἀρκεῖ, δὲν θὰ κάμωμεν συζήτησιν διὰ αὐτό.
§79ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, αἰσθάνομαι, ὅτι δὲν ἔχω τὴν εὐρύτητα τοῦ νοός, ὅπως πραγματευθῶ τὸ περὶ Σωματείων ζήτημα ἀναλόγως τοῦ μεγέθους του. Ὅλα τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους βλέπω περιστοιχοῦντα αὐτὸ, καὶ εἰς τὸν νοῦν μου παρίσταται καὶ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον διὰ χειρὸς κρατούμενα. Φοβούμενος μὴ ἀποπλανηθῶ, νομίζω κατάλληλον νὰ ἐξετάσω αὐτὸ ὑπὸ δύω ἐπόψεις, ὑπὸ τὴν νομικὴν καὶ ὑπὸ τὴν πολιτικήν. Ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν πρὸ πάντων εἶναι ἀνάγκη νὰ πεισθῶμεν, ἐὰν πρόκηται νὰ σεβασθῶμεν δικαίωμα κεκτημένον, καὶ ἂν, παρεκκλίνοντες αὐτοῦ τοῦ σεβασμοῦ, δὲν δεικνύωμεν, ὅτι οὐ μόνον δὲν συμμεριζόμεθα τὸ ἀδελφικὸν αἴσθημα πρὸς τοὺς δι’ ὅλων τῶν θεσμῶν μεθ’ ἡμῶν συνδεδεμένους, ἀλλὰ συγχρόνως, ὅτι τὰ πάντα παρ’ ἡμῖν καταῤῥέουν. Διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἀκρίβειαν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν καὶ κατὰ τὰ τελευταῖον ψήφισμα, καθ’ ὃ συνεκλήθη ἡ Συνέλευσις, καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐννοοῦμεν ὅλοι, καὶ ἡ Συνέλευσις ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἐκφράσῃ περὶ τούτου τὴν διάνοιάν της, ὅτι τὸ ψήφισμα αὐτὸ ἔχει μόνον κανονιστικὴν δύναμιν, κανονίζει τὸν τρόπον τῶν ἐκλογῶν, δὲν περιορίζει ὅμως, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσῃ τοιαύτην κυριαρχικὴν Συνέλευσιν, ὥστε νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὰ τὰ ὅρια τῆς ἀντιπροσωπείας, ἢ νὰ τὰ συστείλῃ καὶ ν’ ἀπονείμῃ τὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ εἰς ὁμάδας, ἢ συλλόγους στερουμένους τοιούτου δικαιώματος, ἢ νὰ παραλείψῃ ὅσους ἀναγνωρίζει ἡ Συνέλευσις ὅτι πρέπει νὰ ἀντιπροσωπεύωνται. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, ὅτι τὸ τελευταῖον ψήφισμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀποτελεῖ θεσμόν. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν λοιπὸν πρὸ αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος, ποία ἦτον ἡ κατάστασις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Πῶς συγκροτοῦνται αἱ ἐθνικαὶ τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεις; Οὐδεὶς νόμος ἐκανόνισέ ποτε τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως τῶν Ἐθνικῶν ἡμῶν Συνελεύσεων· αἱ πρῶται Συνελεύσεις συνεκροτήθησαν παρὰ πάσης τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, συνεκροτήθησαν παρὰ τῶν μαχομένων καὶ παρὰ τῶν σφαζομένων· ὅλοι οἱ πληρεξούσιοι συνῆλθον ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ ἐκεῖ ὁμοῦ ἐκ συμπνοίας, καὶ ἐξετάζοντες ὁ εἷς τοῦ ἄλλου τὴν νομιμότητα, ἄνευ τινὸς κανόνος, ἀλλὰ ἁπλῶς μόνον κατὰ τὸ αἴσθημα, καὶ κατὰ τὸν πατριωτισμὸν, ἐσχημάτισαν τὴν πρώτην Συνέλευσιν τῆς Ἐπιδαύρου. Μετὰ τὴν Συνέλευσιν ταύτην ἐπέρχεται νόμος ἐκλογικὸς, νόμος περὶ παραστάσεως, ὡς ἐλέγετο, νόμος περὶ ἐκλογῆς παραστατῶν, οὐχὶ διὰ τὰς ἐθνικὰς Συνελεύσεις, ἀλλὰ κανονίζων τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς, διὰ τὴν Βουλήν· αὐτὸς ὁ νόμος ἐκδοθεὶς ἐν Ἑρμιόνῃ ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 17 κατεχωρίσθη εἰς τὸν Κώδικα τῶν νόμων, καὶ ἔγεινε δεκτὸς παρὰ τῆς δευτέρας Ἐθνοσυνελεύσεως τῆς ἐν Ἄστρει. Συνῆλθε καὶ ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη Ἐθνοσυνέλευσις ἐν Τροιζῆνι, καὶ πάλιν συνῆλθον κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Γνωρίζομεν πόσαι δυσκολίαι ἀπηντήθησαν, ἕως ὅτου συγκροτηθῶσιν αὐταὶ αἱ Συνελεύσεις, ἕως ὅτου ἀποπερατωθῇ αὐτὸ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀπεπερατοῦτο πάντοτε συμβιβαστικῶς. Μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυβερνήτου οὐδεὶς κανὼν ὑπῆρχε περὶ συγκροτήσεως Ἐθνοσυνελεύσεως· ὅταν δὲ ὁ Κυβερνήτης ἀνεδέχθη τὴν διοίκησιν τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων, ἐν ὥρᾳ κρισίμῳ, ἐν ὥρᾳ τῶν ἐσχάτων κινδύνων, πρὸ πάντων ἐσκέφθη περὶ συγκροτήσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, καὶ ἐζήτησεν, ὥστε ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ ἔχῃ τὰς βάσεις της ἐπὶ ἀντιπροσωπείας κανονικῆς· ἔγεινε λοιπὸν ἔρευνα τότε, πῶς συνεκροτοῦντο αἱ Ἐθνοσυνελεύσεις. Εἰς οὐδένα ἄλλον ἠδύνατο ν’ ἀποτανθῇ, εἰμὴ εἰς τὸ Πανελλήνιον. Τὸ Πανελλήνιον εἶχε διαδεχθῆ πᾶσαν ἀντιπροσωπείαν ὡς σῶμα νομοθετικόν· τὸ Πανελλήνιον ἐν τούτοις δὲν ἠδυνήθη νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὸν Κυβερνήτην, ὁμολογῆσαν, ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχε περὶ τούτου νόμος· ἐντοσούτῳ ἐξήγησε πρὸς τὸν Κυβερνήτην, ὅτι συμπράξει τοῦ Πανελληνίου δύναται νὰ κανονίσῃ νόμον ἐκλογικόν· τὸ Πανελλήνιον κατὰ τὸν ἀρχικὸν σκοπὸν τῆς συγκροτήσεως ἔλαβε τοιαύτην ἐξουσίαν, ὥστε νὰ δώσῃ νομοθετικὴν δύναμιν εἰς τὰς πράξεις τοῦ Κυβερνήτου. Ἔχομεν λοιπὸν τὰ ἔγγραφα καὶ τοῦ Κυβερνήτου πρὸς τὸ Πανελλήνιον, καὶ τοῦ Πανελληνίου πρὸς τὸν Κυβερνήτην. Ἐξ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων πρώτην φορὰν βλέπομεν, πόθεν ἠρύοντο αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας οἱ Ἕλληνες ἐδέχοντο περὶ συγκροτήσεως Ἐθνοσυνελεύσεων. Δὲν ἦσαν μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ γεγραμμέναι· δὲν ὑπῆρχον ὑπὸ τὸ σχῆμα γραπτοῦ νόμου, ἀλλ’ ὑπῆρχον ζῶσαι ἐν τῷ ἐθίμῳ καὶ ἐλάμβανον πλήρη ἀναγνώρισιν, διότι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν συνεκροτήθησαν ὅλαι αἱ Ἐθνοσυνελεύσεις. Πρώτην φορὰν λοιπὸν εὑρίσκομεν εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Πανελληνίου πρὸς τὸν Κυβερνήτην, καὶ εἰς τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον συνεπείᾳ αὐτῆς τῆς ἀπαντήσεως ἐξέδωκεν ὁ Κυβερνήτης τὴν ἀρχὴν περὶ τῶν Σωματείων. Τὰ Σωματεῖα ὀνομάζονται κατ’ αὐτὰς τὰς πράξεις, ἀνοργάνιστοι ἐπαρχίαι. Διακρίνονται λοιπὸν αἱ ἐπαρχίαι εἰς ὠργανισμένας καὶ ἀνοργανίστους· καὶ ὠργανισμέναι μὲν ἦσαν αἱ ἐπαρχίαι αἱ κατεχόμεναι ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν ὅπλων, ἀνοργάνιστοι δὲ αἱ ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ κατεχόμεναι. Περὶ αὐτῶν τῶν ἀνοργανίστων ἐπαρχιῶν σαφῶς κανονίζει τὸ ψήφισμα τοῦ Κυβερνήτου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Πανελληνίου. Ὁσάκις ὑπάρχουσι πολῖται καταγόμενοι ἐκ τοιούτων ἀνοργανίστων πολιτειῶν, αὐτοὶ οἱ πολῖται συνέρχονται, ὅπου εὑρίσκονται, καὶ ἐκλέγουσι τοὺς ἐκλέκτορας, οἱ ἐκλέκτορες συνέρχονται εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ὑπάρχει ἀνώτερος πληθυσμὸς τοιαύτης ἀνοργανίστου ἐπαρχίας, καὶ ἐκεῖ οἱ ἐκλέκτορες ἐκλέγουν τὸν ἀντιπρόσωπον. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ συνεκροτήθη ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ Ἄργους, ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τῆς Προνοίας, ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου. Προσεγγίζομεν λοιπόν, ἐφθάσαμεν μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου. Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς μένει τὸ δικαίωμα τῶν τότε ὀνομαζομένων ἀνοργανίστων ἐπαρχιῶν, νῦν δὲ ὀνομαζομένων σωματείων, μένει αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἀκέραιον, καὶ μένει ἀκέραιον ἐπὶ τοιαύτης συγκροτήσεως Ἐθνοσυνελεύσεων, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ, αἱ Συνελεύσεις πάντοτε ἐκλήθησαν οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν στενῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ συνόλου τῶν συμφερόντων ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Τοῦτο λέγω διὰ νὰ διακρίνω ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν τῶν πραγμάτων, ἥτις νομίζω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν διευκρινίσθη σαφῶς· ἄλλο εἶναι ἡ ἀντιπροσώπευσις ἐν τῇ βουλῇ, ἄλλο εἶναι ἐν Συνελεύσει. Ἄλλος ἄρα ὁ ἐκλογικὸς νόμος πρὸς συγκρότησιν Βουλῆς ἐχούσης ἁπλῶς ἐντολὴν τὸν ἔλεγχον τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων· ἄλλο ὅμως εἶναι αἱ Ἐθνοσυνελεύσεις, αἱ ὁποῖαι πάντοτε ἐν ὥραις κρισίμοις συγκροτοῦνται, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς τύχης ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Ἐφθάσαμεν λοιπὸν μέχρι τῆς 3 Σεπτεμβρίου· καὶ κατὰ τὴν 3 Σεπτεμβρίου εὑρίσκομεν ἐπίσης ἐν ἰσχύϊ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῶν ἄλλοτε ἀνοργανίστων ἐπαρχιῶν, τότε δὲ ὀνομασθέντων σωματείων. Εἰς τί ἀπέληξεν ἡ Συνέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου; Ἡ Συνέλευσις ἐξήτασε τὸ ζήτημα καὶ ὡς πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτῆς συγκρότησιν, καὶ ὡς πρὸς τὴν διαρκῆ κατάστασιν τῆς πολιτείας. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν ἐπαρχιῶν, πρέπει νὰ διατηρηθῇ καὶ ἡ ἀντιπροσωπεία τῶν σωματείων, ἀλλὰ πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ βάσεων πραγματικῶν, πρέπει νὰ διατηρηθῇ οὐχὶ ὡς σκιὰ δικαιώματος, ἀλλ’ ὡς δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ζωτικότητα· διὰ τοῦτο ἐδέχθη, ὅτι καὶ ἐπὶ μονίμου καταστάσεως τῆς πολιτείας, καὶ τότε ἀκόμη πρέπει νὰ δίδηται ἀντιπροσωπεία εἰς τὰ σωματεῖα, ὅταν αὐτὰ δύνανται νὰ ἀπαρτίσουν συνοικισμόν. Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ τῆς 3 Σεπτεμβρίου, ἰδοὺ ἀνοίγονται πάλιν αἱ πύλαι τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἀνοίγονται πάλιν ἐπὶ τοιούτων κρισίμων περιστάσεων, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν πρόκειται μόνον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα οἰκονομικὸν μέτρον, δὲν πρόκειται νὰ δεχθῶμεν τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα μεταῤῥύθμισιν, ἀλλὰ πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς τύχης ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς τύχης ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ὅταν δὲν ἐδόσαμεν τὰ μέσα εἰς τοὺς συνοικισμοὺς νὰ συνοικισθοῦν, καὶ ὅταν αὐτοὶ οἱ συνοικισμοί, μὴ ὑπάρχοντες ἤδη, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ὡς τοιοῦτοι ν’ ἀποστείλωσι ἀντιπροσώπους; Θέλετε μοὶ ἀπαντήσει· καὶ διὰ τὶ δὲν κατηρτίσθησαν; — Διατὶ οἱ Θεσσαλοὶ δὲν ἐσχημάτισαν συνοικισμόν, ὅπως οἱ Κρῆτες; Διατὶ οἱ Ἠπειρῶται, οἱ Μακεδόνες καὶ οὕτω καθεξῆς; Ἀλλὰ τὰς αἰτίας, τὰ προσκόμματα δὲν γνωρίζομεν ἐξ ἴσου ὅλοι; Δὲν γνωρίζομεν ποία εἶναι ἡ αἰτία, ὥστε ἡ Ἑλλὰς σήμερον δὲν ἀκμάζει; Ποία εἶναι ἡ αἰτία, ὥστε ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἀνώτερον καὶ διπλάσιον πληθυσμόν; ὥστε ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἁπανταχοῦ πόλεις καὶ δὲν ἐξετάθη ἡ γεωργία; Θέλετε λοιπὸν νὰ τιμωρήσητε τὰ σωματεῖα, αὐτοὺς τοὺς οἰκιστὰς, διότι δὲν ἐδόθησαν εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα νὰ συνοικισθῶσιν; Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ δημόσιον δίκαιον τῆς Ἑλλάδος, τὸ ἀείποτε παραδεδεγμένον, καὶ παραδεδεγμένον κατὰ τὰς τροποποιήσεις ἐθνοσυνελεύσεως, ἥτις καθιέρωσε τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καὶ πρώτη ἐπεψήφισε συνταγματικὴν ἐλευθερίαν. Ἐὰν τοιαῦτα δικαιώματα σήμερον θεωρήσωμεν, ὅτι κατελύθησαν, δίδομεν κακίστην ἰδέαν περὶ ἡμῶν ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ καθιερωμένα δικαιώματα δύνανται νὰ κινδυνεύσουν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος· ἀλλὰ λέγω δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν ἐξετάζοντες ὑπὸ μόνην τὴν νομικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ὑπὸ τὴν πολιτικὴν ἔποψιν αὐτὸ τὸ τοσοῦτον σπουδαῖον ζήτημα. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως; δὲν εἶναι ὥστε νὰ συνέλθουν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οἱ πληρεξούσιοι ἀντιπρόσωποι ὅλων τῶν στοιχείων τοῦ Ἔθνους; Πῶς δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν γνωστὴν ἰδέαν τῆς ἱκανοποιήσεως ὅλου τοῦ Ἔθνους, ἐὰν δὲν φέρωμεν εἰς συμφωνίαν πᾶν ὅ,τι ὑπάρχει ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ Ἔθνους μερικόν; Ἑκάστη ἐπαρχία ἔχει τὰ ἴδια αὐτῆς συμφέροντα, ἑκάστη γωνία τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ θὰ ἔχῃ δικαίως τὰ τοπικὰ συμφέροντα, καὶ αὐτὰ τὰ τοπικὰ συμφέροντα συνερχόμενα ὁμοῦ εὑρίσκονται εἰς τριβὴν πρὸς τὸν γενικὸν σκοπὸν τοῦ Ἔθνους, πάντοτε διευθυνομένου ὑπὸ ἀνθρώπων, ὑπὸ ὡρισμένων προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀποδώσῃ τις πλήρη γενικότητα, εὐρύτητα νοὸς, ἥτις νὰ ἱκανοποιῇ πληρέστατα τὸν ἐθνικὸν σκοπόν. Ἐκ τοιαύτης ἐπαφῆς καὶ τριβῆς γεννᾶται, ὅπως ἐν τῇ μαθηματικῇ, ὅταν ὑπάρχουν ἐναντίαι δυνάμεις, ἡ διαγέννησις τῶν δυνάμεων, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ λύσις τοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ, ἐξ αὐτῆς τῆς ἀντιθέσεως τοῦ τυπικοῦ σκοποῦ πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον ἐξεγείρεται τὸ δημόσιον πνεῦμα· ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς δεῖνος ἢ δεῖνος γωνίας καὶ ὅλων τῶν Ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, διατὶ νὰ μὴ ἀντιπροσωπευθῶσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰς οὐδεμίαν δύνανται νὰ καταταχθοῦν ἐπαρχίαν, οἵτινες πλανῶνται ἐν τῇ Ἑλλάδι, διότι ἀπώλεσαν τὰς ἑστίας των, καὶ διότι πάντοτε τὰς ἀναζητοῦν; Δὲν εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ συμφέροντος, 12, 20, ἢ 48 ἀτόμων, ἅτινα θέλουν προστεθῆ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, προσφέροντα καὶ αὐτὰ τὴν σύμπραξίν των, δὲν εἶναι αὐτῶν τὸ συμφέρον, ἀλλ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θέλουν ἀντιπροσωπεύσει ἤτοι 200,000 πολιτῶν Ἑλλήνων. Νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀποχρώντως σπουδαῖοι ν’ ἀντιπροσωπευθοῦν; Νομίζετε, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν δὲν ἐμφωλεύει μέγα αἴσθημα, πάντοτε φλέγον, καὶ τοῦ ὁποίου αἱ φλόγες δὲν φαίνονται, ἀλλὰ θερμαίνουν τὰς ἐλπίδας τῶν Ἑλλήνων; Ἀλλ’ ἀκούω προφερομένην τὴν ἔνστασιν, ὅτι, ἰδοὺ τὸ ψήφισμα προέβλεψε δι’ ἄλλου τρόπου, ἀντεκατέστησε τὴν ἀντιπροσωπείαν τῶν Σωματείων διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν προξενικῶν περιφερειῶν. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ ἀντικατάστασις ᾖναι πλήρης· ἐὰν ᾖναι πλήρης, τότε πρέπει νὰ δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν· ἐὰν ὅμως δὲν ᾖναι πλήρης, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀπατῶμεν ἑαυτοὺς, καὶ ἀπατῶντες ἑαυτοὺς κινδυνεύομεν ν’ ἀπατήσωμεν καὶ τοὺς ἄλλους. Ποία εἶναι ἡ ἀντιπροσωπεία τῶν Προξενικῶν περιφερειῶν; Νομίζεται, ὅτι ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις ἀναλαβοῦσα τοιαύτην σοβαρὰν εὐθύνην, ν’ ἀποδώσῃ ἀντιπροσωπείαν εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας τοὺς κατοικοῦντας ἁπανταχοῦ τῆς γῆς, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσε συμφέρον μέγιστον τῆς Ἑλλάδος; Καὶ ποῖον ἦτον αὐτὸ τὸ συμφέρον; Τὸ συμφέρον, ὅπως ἐγὼ τὸ ἐκτιμῶ, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἡ Ἑλλὰς μικρὰ ἐντὸς τῶν ὁρίων της, εἶναι μεγάλη διὰ τῆς δραστηριότητος τῶν Ἑλλήνων, διὰ τοῦ ἐμπορίου, εἶναι μεγάλη διὰ τῆς ναυτιλίας, διὰ τῆς ναυτιλίας παραβαλλόμεθα πρὸς τὰ μεγάλα Εὐρωπαϊκὰ Ἔθνη, καὶ εἶναι ἓν θαυματούργημα τῶν Ἑλλήνων ἐν τῇ σμικρότητί των νὰ δύνανται νὰ πράξουν, ὅ,τι μεγάλα ἔθνη μόλις κατορθώνουν. Ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες, οἱ οἰκιζόμενοι ἁπανταχοῦ τῆς γῆς, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς ἔγεινε μεγάλη διὰ τῶν ἀποικιῶν, κατέκτησεν ὅλα τὰ παράλια τοῦ Εὐξείνου πόντου προβᾶσα μέχρι τῶν Ἡρακλειῶν στηλῶν, καὶ ἔξωθεν αὐτῶν μαντεύσασα τὴν Ἀτλαντίδα, ὅπως ἐκείνη ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς διὰ τῶν ἀποικιῶν ἔλαβε τοιαύτην ἀνάπτυξιν, καὶ σχεδὸν ἦλθεν ἡ στιγμὴ, ὥστε νὰ ἐξελληνισθῇ ὁ κόσμος διὰ τοῦ πολιτισμοῦ της, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ Ἑλλὰς σήμερον, ἀσθενὴς καθ’ ὅλα τὰ λοιπὰ, διὰ μόνης τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου, τῆς ναυτιλίας ἔρχεται εἰς ἅμιλλαν πρὸς τοὺς δυνατοὺς τῆς γῆς. Ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες κινδυνεύουσι νὰ λησμονήσωσι τὴν πατρῴαν γῆν, κινδυνεύουσι νὰ λησμονήσωσι τὰ δεσμά των πρὸς τὴν μητέρα καὶ νὰ ἐκφυλευθοῦν· σχηματίζοντες δὲ μονίμους κατοικίας, πότε ἐν Ἀγγλίᾳ, πότε ἐν Ἀμερικῇ, καὶ πότε ἀλλαχοῦ, δύνανται νὰ ἀποῤῥοφηθῶσιν ὑπὸ πολιτισμοῦ ἰσχυροτέρου τοῦ Ἑλληνικοῦ· ὅταν ὅμως ἀναγγείλωμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἐνθυμούμενοι πάντοτε τὰ τέκνα τῆς πατρίδος, προσκαλοῦμεν αὐτοὺς νὰ συναποφασίσουν μεθ’ ἡμῶν τὴν κοινὴν τύχην, ἰδοὺ πάλιν τὰ δεσμὰ ἀνεγεννήθησαν, ἰδοὺ πάλιν ζωηρὰ τὰ αἰσθήματα αὐτὰ ὑπὲρ ὅλου τοῦ Ἔθνους. Αὐτὴ ἡ ἀντιπροσωπεία, ἥτις εἶναι νέα, δύναται νὰ συναπαντηθῇ μετ’ ἐκείνης τῶν σωματείων; θέλομεν τὸ ἐξετάσει· ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἀναπληροῖ αὐτὴν ἐντελῶς· διότι τίνα σχέσιν ἔχει ἡ δεῖνα περιφέρεια τοῦ δεῖνος σωματείου μὲ τὸ σωματεῖον τῶν Σουλιωτῶν; Ποῦ μετέρχονται τὴν Ναυτιλίαν ἢ τὸ Ἐμπόριον οἱ Σουλιῶται; ποῖον Προξενεῖον δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν ἀντιπρόσωπον αὐτόν; Ἀναγνωρίζων λοιπὸν, ὅτι ὅλως χωριστὴ εἶναι ἡ ἀντιπροσωπεία αὕτη τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν Προξενικῶν περιφερειῶν δὲν λέγω ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα κατὰ τοσοῦτον ὑπερβολικοὶ, ὥστε νὰ λησμονήσωμεν καὶ τὴν ἀμοιβαίαν σχέσιν, ἀλλὰ δὲν πρέπει πάλιν νὰ κλίνωμεν πρὸς τὸ ἄλλο ἄκρον, δὲν πρέπει νὰ παραδοθῶμεν εἰς μόνην τὴν φορὰν ἑνὸς συστήματος ἄνευ διακρίσεως καὶ ἄνευ ἐλέγχου. Ἂς ἐξετάσωμεν τὰς Προξενικὰς περιφερείας καὶ τὰ Σωματεῖα· ὅπου εὑρίσκομεν σχέσιν Σωματείου πρὸς περιφέρειαν γενικοῦ Προξενείου, ὅπου εὑρίσκομεν ὅτι αἱ δύω ἀντιπροσωπεῖαι τείνουν πρὸς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπὸν, αὐτὰς δὲν πρέπει νὰ διακρίνωμεν. Ἔχομεν περιφέρειαν Προξενείου Κρήτης, ἔχομεν τρεῖς ἀντιπροσώπους ἀπεσταλμένους τῆς Κρήτης ἢ δύο, διότι τὸν ἕνα δὲν ἀνεγνωρίσαμεν ὡς στερούμενον τῆς ἰθαγενείας τῆς Ἑλληνικῆς, αὐτοὶ οἱ πληρεξούσιοι Κρήτης βεβαίως ἀναλογοῦν εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Σωματείου· ἤθελεν εἶσθαι ἄδικον καὶ παραγνώρισις παντὸς κανόνος δικαιοσύνης, ἐὰν ἠθέλομεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τοιαύτην ὑπερβολὴν καὶ νὰ εἴπωμεν, ἄλλο εἶναι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Προξενείου καὶ ἄλλη ἡ τοῦ Σωματείου, ὅταν πρόκηται περὶ Κρήτης· τὸ ἀνέφερα ὡς παράδειγμα. Ἀλλὰ τὸ νὰ μοὶ εἴπητε, ἔχομεν πληρεξουσίους Λιβόρνου, Λονδίνου, Τεργέστης, ἄρα αὐτὸς ἀναπληροῖ τὸν Πληρεξούσιον Σουλίου, ἢ τὸν πληρεξούσιον Ἀγράφων ἢ ἄλλου μέρους, μοῦ φαίνεται, ὅτι ἀναμιγνύομεν τὰ πάντα, καὶ ὅτι ἄλλο ἀντ’ ἄλλου μεταχειριζόμεθα. Ἀναπτύσσων τὸ σύνολον τοῦ ζητήματος, ὁμιλῶ ἐν παραδείγματι, ἐξετάζω τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην ἀρχὴν, ἐξετάζω τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην ἀξίωσιν, καὶ παραβάλλων αὐτὰς λέγω, ὅτι εὑρίσκω δίκαιον νὰ περιορίσωμεν τὴν ἀντιπροσωπείαν τῶν Σωματείων, διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν Προξενικῶν περιφερειῶν· ἀλλ’ εὑρίσκω δίκαιον νὰ περιορισθοῦν ὅπου συναπαντῶνται, ὅπου ὑπάρχει σχέσις περιφερείας Προξενικῆς πρὸς τὸ Σωματεῖον. Ὅταν μοὶ λέγητε λοιπὸν ὅτι ὑπάρχουν δύο πληρεξούσιοι Ἠπείρου ἐκ τοῦ Προξενείου Ἠπείρου, θέλω ἐξετάσει ποῖον εἶναι τὸ Σωματεῖον Ἠπείρου, καὶ θέλω εἰπεῖ· ἐπειδὴ ἅπαξ παραδέχομαι τὴν ἀντιπροσωπείαν τῶν Προξενικῶν περιφερειῶν ὡς ἐκπληροῦσαν τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους, στηρίζω τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ κυρῶ, δηλ. ἡ Συνέλευσις· ἀλλὰ δὲν παραβλάπτω τὰ δικαιώματα τοῦ Σωματείου ἐφ’ ὅσον ἤθελον ἔχει δικαίωμα ἀνωτέρου ἀριθμοῦ πληρεξουσίων. Καὶ πάλιν δὲν ἐξήντλησα ὅλην τὴν ἰδέαν μου· εἶπον ὅτι καὶ πολιτικῶς ἤθελεν εἶναι μέγιστον σφάλμα, ἐὰν δὲν ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὴν ἀντιπροσωπείαν τῶν Σωματείων· ἀλλὰ τὴν ἀντιπροσωπείαν ταύτην τὴν ἐστήριξα εἰς τὴν ὕπαρξιν ζωηροῦ στοιχείου τοιούτων Σωματείων, πιστεύων καὶ δεχόμενος, ὅτι ἐντὸς αὐτῶν τῶν στενῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχουν καὶ σώζονται τὰ λείψανα ὅλων ἐκείνων, οἵτινες μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἔδραξαν τὰ ὅπλα ἢ ὑπέστησαν τὰ τελευταῖα δεινὰ χάριν τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως· λέγω δὲ, μόνον ὁσάκις βλέπω τοιαῦτα Σωματεῖα ἔχοντα πάγιον ὕπαρξιν, μόνον τοιούτων Σωματείων δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν Πληρεξουσίους. Καὶ νομίζω ὅτι εὐκόλως εὑρίσκεται τὸ γνώρισμα· τὸ γνώρισμα εὑρίσκεται ὅταν ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου· ἡ Συνέλευσις τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου μᾶς δεικνύει ἐκ πρώτης ἀρχῆς, ποῖα Σωματεῖα ὑπάρχουν ζῶντα, ποῖα διετήρησαν ζωὴν· ὅσα δὲν ἐπέζησαν εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου διστάζω νὰ εἴπω ἂν ἔχουν ζωὴν, ἐὰν ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον ἀντιπροσώπους εἰς τὰς παλαιὰς Συνελεύσεις, ἐὰν αὐτοὶ ἐκεῖνοι διατηροῦν ἀκόμη τὰ αὐτὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς, τὰ ὁποῖα εἶχον τότε. Νομίζω λοιπὸν ὅτι καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον γεννᾶται περιορισμὸς, ὅστις δεικνύει ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς οὐδεμίαν φέρει ὑπερβολὴν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ μεταβάλῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἰσοῤῥοπίαν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως· διότι πρέπει νὰ ἤμεθα προσεκτικοὶ καὶ εἰς τοῦτο, ὥστε νὰ μὴ δώσωμεν τὴν ἰσχὺν εἰς τὸ δεῖνα στοιχεῖον ὑπεράνω ἑνὸς ἄλλου συμφέροντος, ἀλλὰ νὰ ἐξισωθῶμεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ὥστε ὅλοι ὁμοῦ νὰ φθάσουν εἰς ἁρμονικὴν σύμπραξιν, εἰς τοιαύτην κατάστασιν περιέχουσαν τὰ στοιχεῖα τῆς ἰσοῤῥοπίας. Παραδεχόμενοι λοιπὸν ὅτι, πραγματικὰ Σωματεῖα, διατηρήσαντα τὴν ζωὴν καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῶν, εἶναι ἐκεῖνα μόνα, τὰ ὁποῖα ἐδυνήθησαν ν’ ἀποστείλουν πληρεξουσίους εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς 3 Σεπτεμβρίου, συγχρόνως περιορίζομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν πληρεξουσίων αὐτῶν τῶν ἰδίων Σωματείων, τῶν στειλάντων πληρεξουσίους εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς 3 Σεπτεμβρίου, περιορίζομεν αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν, ἀφαιροῦντες ἐξ αὐτῶν τὸν ἀριθμὸν τῶν πληρεξουσίων, τὸν ἀποστελλόμενον ὑπὸ τῶν σχετικῶν προξενικῶν περιφερειῶν. Νομίζω ὅτι δὲν ἐξέρχομαι ἀπὸ τὴν σειρὰν τῶν ἰδεῶν μου, ἐὰν ζητήσω εἰς αὐτοὺς τοὺς κανόνας, εἰς αὐτὰ τὰ δεσμὰ, εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔθεσα εἰς τὸν ἑαυτόν μου, μίαν ἐξαίρεσιν χάριν τῶν καιρῶν, μίαν ἐξαίρεσιν χάριν τοῦ ζωηροτέρου συμφέροντος τῆς Ἑλλάδος, ἐξαίρεσιν, ἥτις νὰ καταδεικνύῃ ὅτι ἔχομεν τὴν συναίσθησιν τῶν μεγάλων συμπαθειῶν, πρὸς ἐκείνους τοὐλάχιστον, οἵτινες ἐλπίζομεν ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἦναι μεθ’ ἡμῶν, καὶ οἵτινες παντὸς ἄλλου προτιμωτέραν ἐλογίσαντο τὴν ἕνωσιν. Ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Βαλτινοῦ, προτείνω νὰ δεχθῶμεν ἀντιπροσώπους τῶν Ἰονίων νήσων. Ἀποτείνοντες ζωηρὰν φωνὴν ἐκ τοῦ βάθους τῆς καρδίας ἡμῶν πρὸς τὰς Ἰονίους νήσους, λέγομεν πρὸς αὐτὰς «ἱερὰ ἑπτὰς, ἀμφιθαλεῖς ἀδελφαὶ, μὲ ἀνοικτὰς ἀγκάλας σᾶς ἀναμένομεν, καὶ διὰ νὰ εἰσέλθητε πλατύνομεν τὰς θύρας». (χειροκροτήματα).
§80ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Ὅλοι οἱ προλαλήσαντες ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος κατέφυγον εἰς θεωρίας, εἰς ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα. Πολλοὶ λαλήσαντες, θέλοντες νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς ἰδέας των, σᾶς ἔφερον δικαιώματα καὶ ἀγῶνας· καὶ ὁ σκοπὸς οὗτος δὲν ἦτον ἄλλο εἰμὴ νὰ σᾶς προκαταλάβωσι δι’ ἐπιδείξεων, ὥστε νὰ ψηφίσητε ὑπὲρ τῶν ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας σᾶς προτείνουν σήμερον. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν οὗτοι ἠθέλησαν νὰ τὸ ἐξετάσουν, καὶ νὰ παρεκτραπῶ ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Δύω εἶναι τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα πρόκειται ἡ Συνέλευσις νὰ ἐξετάσῃ, διὰ νὰ φέρῃ τὴν ἀπόφασίν της· πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι, ἐὰν τὰ Σωματεῖα ἔχωσι δικαίωμα νὰ πέμψωσιν ἐντὸς ταύτης τῆς Συνελεύσεως πληρεξουσίους, καὶ δεύτερον, ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑπάρχῃ κεκτημένον ὥς τινες προτείνουν, ἢ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ἡ αἰτία ἔλλειψε καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ πλέον δὲν ὑπάρχει. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, Κύριοι, τοῦ ὅτι ἐὰν ἔχωσι τὸ δικαίωμα οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἢ τὰ Σωματεῖα αὐτὰ νὰ πέμψωσι πληρεξουσίους εἰς ταύτην τὴν Συνέλευσιν, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ οὔτε λόγους πολιτικοὺς, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ πρὸ ἐμοῦ λαλήσας, οὔτε δικαιώματα ἀγωνιστικά· διότι τὰ δικαιώματα τὰ ἀγωνιστικὰ, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν πρὸ τοσούτων ἐνιαυτῶν, αὐτὰ προσηκόντως ἱκανοποιήθησαν καὶ ἑπομένως πλέον δὲν πρέπει νὰ γίνηται λόγος περὶ τῶν τοιούτων δικαιωμάτων, καὶ μάλιστα τὰ δικαιώματα αὐτὰ τῶν Σωματείων ἱκανοποιήθησαν περισσότερον ἀπὸ πᾶν ἄλλο δικαίωμα. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ, Κύριοι, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου νὰ εἴπω ὅτι, ὅταν κατέφυγον εἰς τοῦτον τὸν τόπον οἱ πρόσφυγές μας ἀδελφοὶ Κρῆτες, ἐγένετο ἓν ψήφισμα ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Καποδιστρίου, καὶ κατὰ συνέπειαν τοῦ ψηφίσματος τούτου ἐδόθη ἀποζημίωσις εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς οἰκογενείας, τὰς καταφυγούσας εἰς ταύτην τὴν ἐλευθέραν γῆν· καὶ ὁ ἐλάχιστος ἀριθμὸς τῶν ἀποζημιώσεων δι’ ἑκάστην Κρητικὴν οἰκογένειαν ἦτο 30 στρέμματα. Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, νομίζετε ὅτι ἡ ἀποζημίωσις περιωρίσθη ἕως ἐδῶ; Ἐνῷ ἔγειναν οἱ τακτικοὶ κατάλογοι κατὰ τὸ 1830 καὶ 31 καὶ ὅλαι αἱ οἰκογένειαι αἱ Κρητικαὶ ἀντεμείφθησαν, τί ἐγένετο μετὰ ταῦτα; Εἰς τὸ ἔτος 1818 συνετάχθη καὶ ἕτερος νόμος.
§81ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Λησμονεῖτε, Κύριε Πετρινὲ, ὅτι ἡ Κρήτη ἐδόθη εἰς ἀντάλλαγμα τῆς Εὐβοίας.
§82ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Ἐξεδόθη λοιπὸν καὶ ἄλλος νόμος τὸ 1818 περὶ ἀποζημιώσεως Κρητῶν. Κύριοι, ποῖος ἦτον ὁ σκοπὸς τῆς ἀποζημιώσεως ἐκείνης, ἥτις ἀπεφασίσθη εἰς τὰ ἔτη 30 καὶ 31; Ὁ σκοπὸς δὲν ἦτο παρὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ ἑκάστη Κρητικὴ οἰκογένεια· ἀλλ’ ἐν τούτοις αἱ οἰκογένειαι τῶν Κρητῶν κατὰ τὸν κανόνα τῆς φύσεως ἐπολλαπλασιάσθησαν, καὶ ἂν ἀπεζημιώθησαν εἰς τὰ 29, 30 καὶ 31, ἐδόθη καὶ ἄλλη ἀποζημίωσις εἰς αὐτούς· ἐκτὸς δὲ τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῆς οἱ Κρῆτες ἔλαβον καὶ τὰ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια· καὶ σήμερον μάλιστα ἐνῷ εἶναι πλῆθος γραμματίων ἐκδεδομένα ὑπὲρ τῶν Κρητικῶν οἰκογενειῶν, εἰς ἄλλους ἀνθρώπους, οἵτινες κατὰ δυστυχίαν ἐγεννήθησαν εἰς τοῦτον τὸν τόπον, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οὐδὲ σπιθαμὴν γῆς, δὲν ἐδόθη οὔτε ἓν στρέμμα γῆς, καὶ εἶναι λυπηρὸν νὰ λέγωμεν σήμερον....
§83ΚΡΙΕΖΗΣ. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου τοῦτο.
§84ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ ταράσσηται ὁ Κύριος Πληρεξούσιος, διότι ἐδῶ εἶναι ὁ καιρὸς τοῦ πράγματος· καὶ μάλιστα ἀπαντῶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς λέγουν ὅτι προσέφερον θυσίας καὶ ἐκδουλεύσεις, καὶ εἰς αὐτοὺς ἔχω σκοπὸν νὰ ἀντιτάξω τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Λέγω λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει πραγματικῶς τὸ ⅕ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος· θὰ εἴπητε βέβαια, πρὸς ποῖον σκοπὸν ἔρχονται αἱ παρατηρήσεις αὐταί; ἔρχονται, διότι αὐτὸ τὸ περὶ ἀποζημιώσεως δικαίωμα ἐδόθη κατὰ τὴν Συνέλευσιν τῆς 3 Σεπτεμβρίου· ἀλλ’ ἄλλα μὲν δικαιώματα ἐπραγματοποιήθησαν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον, τοῦτο δὲ τὸ δικαίωμα εἰσέτι μένει ἀπραγματοποίητον· διότι τότε κατ’ ἐκείνην τὴν Συνέλευσιν δὲν ὑπῆρχεν ἰσοῤῥοπία τῶν δυνάμεων. Θέλετε λοιπὸν νὰ ἀντισοῤῥοπήσουν αἱ δυνάμεις, τότε ἡ διανομὴ τοῦ δικαιώματος ἑνὸς ἑκάστου δὲν θέλει εἶσθαι ἀνάλογος. Ἰδοὺ, Κύριοι, βλέπετε ὅτι πολὺ καλὰ ἐσκέφθην, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε ὅτι εἶμαι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου. Ἀλλὰ μήπως δὲν εἶναι καὶ ἄλλοι λόγοι οἵτινες μὲ κάμνουν νὰ φοβῶμαι ὡς πρὸς τὴν ἰσοῤῥοπίαν τῶν ἐν τῇ Συνελεύσει δυνάμεων; καὶ ποῖος μὲ βεβαιοῖ ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπηρέτησαν τυφλῶς τὸ παρελθὸν, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι δύνανται νὰ εἰσέλθουν πάλιν ὡς πληρεξούσιοι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔῤῥιψαν τὴν δᾷδα τῆς διαιρέσεως, μήπως ἔλθουν καὶ νομοθετήσουν ἕνα νόμον, καὶ ἐνῷ ἄλλοτε μᾶς ἔλεγον ὅτι θέλουν φέρει εἰς τὴν Βουλὴν ἀντὶ Ἑλλήνων Ἄραβας, μήπως φέρουν Ἄραβας. Φοβοῦμαι, Κύριοι, μήπως ἔλθουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐδείχθησαν ἔνθερμοι ὑπερασπισταὶ τοῦ παρελθόντος, καὶ οἱ ὁποῖοι ὡμολόγησαν μάλιστα καὶ ἐδογμάτισαν καὶ ἔλεγον, ὅτι τὰ πάντα ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου προσώπου πρέπει νὰ ἐξέρχωνται, καὶ ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν ὅλοι πρέπει νὰ κλίνουν τὰς κεφαλάς. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φόβοι, οἵτινες μὲ κάμνουν νὰ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν πολὺ εἰς τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ τῆς ἰσοῤῥοπίας τῶν δυνάμεων. Ἀλλὰ ταῦτα ἔχουν χώραν ἐπὶ τοῦ προκειμένου κατὰ τὰς βάσεις τοῦ νόμου; Ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν ἔχουσι χώραν, καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ σχετικῶς μὲ τὸ δίκαιον τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Τὸ δίκαιον, Κύριοι, διὰ νὰ ᾖναι δίκαιον πρέπει νὰ ἐκπορεύηται ἀπὸ τὸν νόμον, πᾶσα ὑποστήριξις μὴ προερχομένη ἀπὸ τὸν νόμον δὲν εἶναι νόμιμος. Τὸ δίκαιον λοιπὸν πρέπει νὰ τὸ σχετίσωμεν κατὰ τὰς βάσεις τοῦ νόμου. Ἐδῶ λοιπὸν συνήλθομεν διὰ νὰ συντάξωμεν τὴν πολιτείαν· ποίας ἀρχὰς πρέπει νὰ συμβουλευθῶμεν; τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας οἱ νομοθέται τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν καθιέρωσαν· πρέπει νὰ συμβουλευθῶμεν τοὺς συγγραφεῖς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, καὶ τοὺς συγγραφεῖς αὐτοὺς ἀξιόλογα, πιστεύω, θὰ μᾶς τοὺς ἐξηγήσουν οἱ Καθηγηταὶ τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου· καὶ εὐτυχῶς ὕστερον ἀπὸ ἐμὲ βλέπω ὅτι θὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν αὐτὴν, ὅστις παραδίδει τὸ συνταγματικὸν δίκαιον. Ἐρωτῶ, Κύριοι, εἰς τὸ συνταγματικὸν δίκαιον ἀπήντησαν ποτὲ τὸ νὰ δύνανται νὰ συνέλθουν πρὸς σύνταξιν πολιτείας πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν οὔτε λαμβάνουσι δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις; εἰς τὸ συνταγματικὸν δίκαιον δὲν ἀπήντησαν οἱ Κύριοι Καθηγηταὶ, ὅτι τὸ σύνταγμα εἶναι ἓν συνάλλαγμα διμερὲς, καὶ εἰς τὴν συνδιαλλαγὴν αὐτὴν συμβάλλονται τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν ὑποχρεώσεις; Πῶς λοιπὸν ἐναντίον τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου θέλουσι σήμερον νὰ μᾶς ὑποσκελίσουν λέγοντες, ὅτι ἕνεκα πολιτικῆς ἀνάγκης θὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὰ δεῖνα Σωματεῖα πρόσωπα, ἀπὸ τὰ ἄλλα Σωματεῖα ἄλλα πρόσωπα, διὰ νὰ καθίσωσιν ὡς πληρεξούσιοι, καὶ ἀποφασίσουν μεθ’ ἡμῶν τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐθνικὰς, τὰς ὁποίας θέλουσι λάβει οἱ λαοὶ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀπέναντι τοῦ ἡγεμόνος, τὸν ὁποῖον θὰ ἐκλέξωσιν; Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀνέγνωσα τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, καὶ δὲν εἶδα, ὅτι κατὰ πολιτικὴν ἀνάγκην πρέπει νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰς Συνελεύσεις καὶ εἰς τὰς βουλὰς ἄνθρωποι μὴ συμβαλλόμενοι. Ἐὰν λοιπὸν, Κύριοι, μοὶ εἴπητε, ὅτι θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τοὺς ἐνδημοῦντας, τοὺς κατοικοῦντας ἐκ τῶν Σωματείων αὐτῶν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, εἰς αὐτὸ ἠμπορεῖτε νὰ ἔχητε δίκαιον, καὶ παρακατιὼν θέλω ἐξετάσει αὐτὸ τὸ ἀντικείμενο· αὐτοὶ τῳόντι εἶναι συμβαλλόμενοι καὶ λαμβάνουν δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις μὲ ἡμᾶς, εἶναι ἴσοι μὲ ἡμᾶς ἐνώπιον τῶν νόμων καὶ ἀξιόλογα δύνανται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἀλλὰ τὸ νὰ μοῦ λέγητε ὅτι νὰ παραδεχθῶμεν ἀνθρώπους τῶν Σωματείων, ὅ ἐστὶ ἐν ὀνόματι τοπικῶν τμημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα, νὰ παραδεχθῶμεν νὰ παρακαθήσουν μεθ’ ἡμῶν εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ νὰ ψηφίσουν τὸ πολίτευμα τοῦ τόπου μας, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσωμεν τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς προσφορὰς τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τὸν φόρον πρὸς συντήρησιν τῆς πολιτείας, νὰ φέρωμεν ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τὸ βάρος αὐτὸ δὲν θέλουν τὸ ὑποφέρει, δὲν τὸ ἐννοῶ. Καὶ θέλετε κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν νὰ παραβιάσωμεν τὸν κανόνα ἐκεῖνον, ὅστις λέγει ὅτι, ὅστις δὲν ὑποφέρει τὸ βάρος μιᾶς ὑποχρεώσεως, ἐκεῖνος δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ αἰσθανθῇ; Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸν κανόνα τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεβλήθησαν, δὲν ἠμποροῦν νὰ καθήσωσι μεθ’ ἡμῶν. Συμβαλλόμενοι εἶναι οἱ Σουλιῶται, οἵτινες κατοικοῦν εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ὡσαύτως οἱ Μακεδόνες, οἱ Θεσσαλοὶ, οἱ κάτοικοι τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, καὶ αὐτοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξουν ἀντιπροσώπους. Ἀλλ’ οἱ Θεσσαλοὶ ἐξέλεξαν Κύριοι, καὶ ἔχομεν τὸν Κύριον Καλαμίδαν μεθ’ ἡμῶν, ἔχομεν τὸν Κύριον Δόσιον, ὅστις ἐξελέχθη ἀπὸ τὴν Νέαν Πέλλην καὶ ἄλλους· καὶ ὅσους δὲν ἔχομεν, εἶναι ἔνοχοι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, διότι δὲν ἐξήσκησαν τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοὺς παρεχώρησε τὸ Ἔθνος. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι δίκαιον δὲν ὑπάρχει ὅλως διόλου τὸ νὰ παραδεχθῶμεν πληρεξουσίους ἐκ τῶν Σωματείων διότι τὸ δίκαιον τοῦτο ἀντίκειται εἰς τοὺς νόμους τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου. Ἂς μοῦ φέρουν λοιπὸν, ἂς μοῦ ἀποδείξουν σήμερον οἱ Κύριοι καθηγηταὶ, ὅτι δύνανται νὰ λάβωσι μέρος εἰς συντακτικὴν Συνέλευσιν ἄνθρωποι μὴ συμβαλλόμενοι, καὶ τότε δύναμαι νὰ παραδεχθῶ νὰ εἰσάξωμεν ὄχι 50, ἀλλὰ καὶ 100 καὶ 200 καὶ 300· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν τὸ ἀποδείξωσιν, ἔχω δικαίωμα νὰ τοὺς εἴπω, ὅτι ὅ,τι θὰ μοῦ εἰπῆτε δὲν εἶναι ἀληθὲς, οὐδὲ ἐντὸς τοῦ Νόμου. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ δικαίωμα τὸ κεκτημένον· ἔχουν τὰ Σωματεῖα, λέγουν, δικαίωμα κεκτημένον, διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῖς ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ τὰς παρελθούσας Ἐθνοσυνελεύσεις. Κύριοι, δὲν ἐγένετο καμμία ῥητὴ ἀναγνώρισις· διὰ νὰ ᾖναι ῥητὴ ἀναγνώρισις πρέπει νὰ ἔρχηται διὰ ψηφοφορίας· ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι καὶ ἂν ἔγεινε ῥητὴ διὰ τῆς παραδοχῆς, τότε κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τὸ πρᾶγμα ἔπρεπε νὰ γίνῃ, καὶ ἠδύναντο νὰ ἔχωσι πληρεξουσίους τὰ Σωματεῖα, διότι ὁ ἀγὼν μέχρι τοῦ ἔτους 1828 ἦτο κοινός, τὰ παθήματα ἦσαν κοινά, αἱ Συνελεύσεις συνεκροτοῦντο ἀπὸ κοινοῦ, καὶ ἑπομένως ἤθελεν εἶσθαι ἐναντίον πάσης πολιτικῆς σκέψεως ν’ ἀποκλείσουν οἱ πληρεξούσιοι τοῦ Πανελληνίου τοὺς Κρῆτας καὶ Θεσσαλοὺς, καὶ Μακεδόνας, καὶ Ἠπειρώτας· διότι τῷ ὄντι ὅλοι ἐπεθυμοῦμεν καὶ εἴχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ μέρη ἐκεῖνα καὶ τμήματα τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ὁμάδα· δι’ αὐτὸν τὸ λόγον τῷ ὄντι ὀρθότατα σκεπτόμεναι αἱ Συνελεύσεις μέχρι τοῦ ἔτους 27, ὅτε ἔγεινεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τῆς Τροιζῆνος, ἐδέχθησαν αὐτοὺς ὡς ἀδελφοὺς, καὶ ἔκαμαν μάλιστα καὶ ἓν ψήφισμα εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς Τροιζῆνος, ἐν ᾧ εἶπον ὅτι αἱ ἐπαρχίαι ὅσαι ἔλαβον τὰ ὅπλα ἀπὸ τοῦ Ἴστρου μέχρι τοῦ Ταινάρου ὅλαι θεωροῦνται ὡς ἐπαναστατικαὶ καὶ ἔχουσι δικαίωμα ν’ ἀποτελῶσι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πολιτείαν. Τοῦτο τὸ ἔκαμαν οἱ πληρεξούσιοι τῶν Συνελεύσεων ἐκείνων, διότι ἤθελον ν’ ἀποδείξωσιν ἐνώπιον τοῦ κόσμου, ὅτι ὑπερασπίζονται τὰ δικαιώματα τῶν ἀδελφῶν Ἑλλήνων. Αὐτὸ τὸ ἴδιον λέγει καὶ ὁ μακαρίτης Καποδίστριας κατὰ τὴν Συνέλευσιν τὴν ἐν Ἄργει, καὶ δι’ ἄλλους λόγους ἰσχυροὺς, διότι ἐνυπῆρχεν ἓν πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν αὐτὴ ἡ ἄστατος διπλωματία, καθὼς εἶπεν εἷς πολιτικός μας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· αὐτὴ ἡ διπλωματία κατὰ τὸ 27 ἔκαμε πρωτόκολλον, δι’ οὗ λέγει ὅτι πάντες, οἵτινες ἔλαβον τὰ ὅπλα κατὰ τῆς Τουρκίας, ὅλοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀνακτήσωσι τὴν ἐλευθερίαν των. Ἤθελεν εἶσθαι λοιπὸν προδότης ὁ μακαρίτης Καποδίστριας, ἐὰν δὲν ἐδέχετο εἰς τὴν Συνέλευσιν τοὺς πληρεξουσίους τῶν σωματείων τότε, διότι ἡ παραδοχὴ αὐτῶν ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ἦτο μία διαμαρτύρησις Ἐθνική. Ἀλλὰ, κύριοι, ὑπάρχουν πλέον αἱ περιστάσεις αὐταὶ, αἱ ὁποῖαι ἔδιδον χώραν τότε, διὰ νὰ στείλωσι πληρεξουσίους τὰ Σωματεῖα; Δὲν ὑπάρχουν. Ἀλλὰ θὰ μὲ εἴπητε τώρα, διὰ τὶ ἡ Συνέλευσις τῆς γʹ. Σεπτεμβρίου παρεδέχθη τοὺς πληρεξουσίους αὐτούς; Τοὺς παρεδέχθη, Κύριοι, διὰ δύω λόγους· κατ’ ἐπιείκειαν καὶ διὰ νὰ τοὺς βάλῃ εἰς τὴν τάξιν, διότι εἰς πᾶσαν ἐποχὴν παρουσιάζοντο 10,15 ψηφοφόροι καὶ ὅμως ἔστελλον ἕνα πληρεξούσιον εἰς τὴν Συνέλευσιν. Θέλετε λοιπὸν τότε νὰ κάμωμεν πληρεξουσίους; Εἴπατε καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας κάθε 100ὰς νὰ στέλλῃ πληρεξούσιον, καὶ τότε εἶναι ἰσοῤῥοπία τῶν δυνάμεων. Λοιπὸν κύριοι, ἡ Συνέλευσις ἡ Σεπτεμβριανὴ ἠθέλησε νὰ τοὺς βάλῃ ῥυθμόν, τοὐτέστι νὰ τοὺς κανονίσῃ καὶ τοὺς εἶπε, «παραχωρῶ δικαίωμα εἰς σᾶς τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἑλλάδι Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι κατάγεσθε ἀπὸ τοὺς τόπους τῶν Σωματείων νὰ κάμητε συνοικισμούς, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἐκλέξητε καὶ ἰδίους ἀντιπροσώπους καὶ νὰ στείλητε καὶ εἰς τὴν Βουλὴν βουλευτάς». Καὶ διὰ νὰ τοὺς κανονίσῃ τοὺς ἔδωκε καὶ προνόμιον ἀκόμη, διότι τοὺς εἶπεν· ἐὰν ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἀξιῶ νὰ δεχθῶ βουλευτὰς ἀπὸ τὴν μικροτέραν ἐπαρχίαν, καὶ ὡς μικροτέραν ἐπαρχίαν ἐθεώρησε τὴν Αἴγιναν, ἔχουσαν 5000 ψηφοφόρους· ἐὰν, λέγει, θέλω 5000 ψηφοφόρους τῆς μικροτέρας ἐπαρχίας διὰ νὰ ψηφοφορήσουν κατὰ πλειονοψηφίαν καὶ μοῦ στείλουν ἕνα βουλευτήν, ἀπὸ σᾶς θέλω τὸν ἥμισυ ἀριθμόν, τοὐτέστι θέλω κατοίκους δήμου ἢ ἐπαρχίας 2,500. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις διὰ νὰ παύσῃ αὐτὸ τὸ προνόμιον καὶ αὐτὰ τὰ λεγόμενα δικαιώματα, τοὺς εἶπεν· «αὐτὸ τὸ δικαίωμα σᾶς δίδω, καὶ ἕως ἐδῶ νὰ παύσητε». Ἐὰν λοιπόν, κύριοι, θέλετε σήμερον πάλιν νὰ ὑπάρχουν προνομιακὰ δικαιώματα, νὰ ἐπαναφέρητε ὀπίσω τὸν μεσαίωνα, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ προνόμια ἐνυπῆρχον μὲν ἀλλὰ κατηργήθησαν ἀπὸ τὰ ἐλεύθερα Ἔθνη, καὶ πλέον δὲν ὑπάρχουν, ἂν θέλετε νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν, καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν τάξιν τῶν προνομίων, δεχθῆτε καὶ σήμερον προνομιακῶς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν Συνέλευσιν. Τὸ κεκτημένον λοιπὸν αὐτὸ δικαίωμα δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ κατηργήθη ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τῆς γʹ. Σεπτεμβρίου. Ποῦ λοιπὸν ὑφίσταται τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ὅταν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐξήσκησαν τὸ δικαίωμά των; Ἀλλὰ γίνεται ἡ ἀντίῤῥησις, «δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν ἐκτὸς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοὺς κατοίκους ἐκείνους τῶν ἔξω ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἐδόθησαν τὰ μέσα διὰ νὰ ἀπαρτίσωσι συνοικισμὸν, δυνάμεθα νὰ τοὺς ἀποκλείσωμεν ἀπὸ τοῦ νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ταύτην»; Ἐγὼ λέγω, κύριοι, καμμία διάθεσις τοῦ παρελθόντος, ὡς πρὸς τοὺς συνοικισμοὺς, δὲν ὑπῆρχεν· ἐξ ἐναντίας μάλιστα, ὅπου ἐζητήθη ὁ συνοικισμὸς ἐγένετο· ἐζητήθη ὁ συνοικισμὸς τῆς Νέας Πέλλης, ἐγένετο· ἐζητήθη ὁ συνοικισμὸς τῶν Θετταλῶν, ὅλαι αἱ εὐκολίαι ἐδόθησαν· ἐζητήθη ὁ συνοικισμὸς τῶν Ψαρῶν, καὶ ἐδόθησαν ὅλαι αἱ εὐκολίαι. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ νὰ μᾶς λέγουν σήμερον, ὅτι δὲν ἔγειναν συνοικισμοὶ, δὲν εἶναι ἀληθὲς, εἶναι σφάλμα τῶν ἰδίων, καὶ τὰ σφάλματα τῶν ἰδίων δὲν πρέπει νὰ καταλογίζωνται εἰς βάρος ἄλλων. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δὲν ἔχουν πλέον δικαίωμα νὰ παραπονεθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξέλεξαν τοὺς πληρεξουσίους των σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ οἱ νόμοι αὐτοὶ εἶναι ἀπὸ Συνέλευσιν, τὴν ὁποίαν ἐσεβάσθημεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι. Ἂν δὲν ἔχωμεν αὐτοὺς τοὺς νόμους, ἠδυνάμεθα καὶ σήμερον νὰ παραδεχθῶμεν ἕνα ἀριθμόν· ἐὰν εἴχομεν ἕνα νόμον προερχόμενον ἀπὸ μίαν Βουλὴν, ἠδυνάμεθα ἀξιόλογα νὰ τὸν παραβῶμεν, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι κατώτερον Σῶμα, καὶ τὸ ἀνώτερον Σῶμα, τὸ Ἔθνος, ἠμπορεῖ ἀξιόλογα ν’ ἀποφασίσῃ, ὅπως θέλει· ἀλλ’ ὅταν τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον εἰς ἄλλην Συνέλευσιν ἀπεφάνθη οὕτω πως, δύναται μὲν μία Συνέλευσις ἑπομένη ν’ ἀνατρέψῃ τὰς πράξεις μιᾶς προλαβούσης, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ λόγους πείθοντας, διὰ νὰ πείσῃ τὸν ἐντολοδόχον λαὸν, ὅτι νομίμως ἔπραξεν. Ἐὰν λοιπὸν ἔχητε τοιούτους λόγους νὰ εἴπητε σήμερον, ὅτι σᾶς ἔπεισαν διὰ νὰ καταστρέψητε τὸν ἐκλογικὸν νόμον τῆς Σεπτεμβριανῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἥτις ἐκανόνισε τὰ δικαιώματα τῶν Σωματείων αὐτῶν, τότε κάμετέ το· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὀρθὸν, ἂν ἔχητε τὴν γενναιότητα νὰ τὸ κάμετε, διότι θὰ δώσητε λόγον εἰς τοὺς ἐντολεῖς σας. Ἡ γνώμη μου λοιπὸν εἶναι, ὅτι τὰ Σωματεῖα δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ στείλωσι πληρεξουσίους. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ὑπάρχοντας εἰς τὴν Ἑλλάδα ξένους, αὐτοὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορήσουν, διότι ἐψηφοφόρησαν εἰς τὰς Ἐπαρχίας των, εἰς τὰς ὁποίας καὶ διαμένουσιν, ἐπικαλοῦμαι τὴν ὁμολογίαν τῶν πληρεξουσίων τῆς Φθιώτιδος καὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ὅπου κατοικοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, καὶ τοῦ φίλου μου κυρίου Καραγιαννοπούλου, καὶ τέλος πάντων ἐπληροφορήθην καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι πληρεξούσιοι τῶν ἐπαρχιῶν μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ὅπου εὑρίσκονται τοιοῦτοι, ὅλοι ἐψηφοφόρησαν. Λοιπὸν πὼς θέλετε, ἐπιτρέπει ὁ νόμος νὰ δώσωμεν εἰς ἕνα τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορήσῃ δὶς ἢ καὶ τρὶς; νὰ μᾶς στείλουν πληρεξούσιον ἕνα ἀπὸ τὸ Σωματεῖον, ἕνα ἀπὸ τὸν συνοικισμὸν καὶ ἕνα ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν; Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν· ἀλλ’ ἐὰν κἀνεὶς συνοικισμὸς ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἔστειλε πληρεξούσιον, αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἀντικείμενον ἰδιαίτερον. Ἐὰν ὁ συνοικισμὸς τῶν Σουλιωτῶν δὲν ἐψηφοφόρησε, χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὡς εὐσυνείδητος ἄνθρωπος, ὅτι πρέπει νὰ στείλῃ πληρεξουσίους· οἱ ἄλλοι ὅμως δὲν ἔχουν κἀνὲν δικαίωμα. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν γνώμην νὰ μὴ τὰ παραδεχθῶμεν.
§85ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Οὐδέποτε, Κύριοι, ἐθαύμασα τὰς παμψηφίας, εἰς καμμίαν περίστασιν δὲν ἤμην θιασώτης τῶν ὁμοφώνων ἀποφάσεων· διότι αἱ ὁμόφωνοι ἀποφάσεις, συνήθως ἐμφαίνουσι πολιτικὸν μαρασμὸν, καὶ ἐνίοτε κατάπτωσιν τῆς πολιτικῆς συνειδήσεως. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἔκτατοι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ σύμπνοια καὶ ἡ ὁμοφωνία ὀφείλουσι νὰ ᾖναι τὸ πρώτιστον μέλημα. Φρονῶ ἑπομένως, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐπὶ τούτου τοῦ ἀντικειμένου, ἡ ἀποφυγὴ πάσης συζητήσεως πρέπει νὰ ᾖναι ἡ πρωτίστη φροντίς μας. Συνεπείᾳ αὐτῆς τῆς πεποιθήσεως ἐνόμιζα ὅτι πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττὴ καὶ ἀνωφελὴς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ἐπλανήθην ὅμως πλάνην μεγάλην. Προτείνω, Κύριοι, ὅπως ἡ Συνέλευσις, σεβομένη προκεκτημένα δικαιώματα, στηριζόμενα εἰς προηγουμένας ἀποφάσεις ἐθνικῶν Συνελεύσεων, ἐκτιμῶσα τοὺς ἱεροὺς πόθους καὶ τὰς ἀκαμάτους ἀποφάσεις τῶν πατέρων μας, πιστοὶ διερμηνεῖς πανελληνίων πόθων καὶ ῥεμβασμῶν, ἀδιστάκτως καὶ ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως, ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιπροσωπείας εἰς τὰ Σωματεῖα, ὅπως τὰ διευκρίνησεν ἡ Συνέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου. Αἰσθάνομαι, Κύριοι, ὅτι οὕτω πράττοντες θέλομεν ἀποφύγει συζητήσεις ἐπὶ λεπτοῦ ἀντικειμένου, καὶ πράξει συμφώνως μὲ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα τοὐλάχιστον δι’ ἐμὲ εἶναι σεβαστὰ, καὶ τὰ ὁποῖα 20 ἐτῶν πεποίθησις ἔτι μᾶλλον καθιέρωσαν. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, τὴν δυσκολίαν τοῦ ἀντικειμένου, ποτὲ ὅμως δὲν ὑπέθετον ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν Σωματείων ἤθελε γίνει ἀντικείμενον συζητήσεως, ἔστω καὶ τῆς ἐλαχίστης. Δὲν ἔρχομαι νὰ προσθέσω τίποτε εἰς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους τόσον ἐμβριθῶς ἐξέφερεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ἀττικῆς· δὲν ἔρχομαι καὶ ν’ ἀντικρούσω ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ προλαλήσας ὑπὸ ταπεινὴν ἔποψιν συζητῶν ἀνέφερεν. Ἔρχομαι μόνον ἐκ προκαταβολῆς ν’ ἀναφέρω τι, ν’ ἀνασκευάσω ἐνστάσεις, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζω ἂν ἤδη ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν παρευρέθην εἰς τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, ἢ τὰς ὁποίας δυνατὸν νὰ κάμῃ τις κατόπιν ἐμοῦ· λαλῶν, ὀφείλω νὰ μὴ κρύψω εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο διήγειρε καὶ κατὰ τὰ 1843, καὶ πρὸ δύω μηνῶν ἀκόμη, δυσκολίας τινὰς ἐκ μέρους μεγάλης φιλικῆς καὶ εὐεργέτιδος Δυνάμεως, ἥτις παρετήρησε φιλικῶς καὶ φιλοφρόνως βεβαίως, ὅτι ἂν ἀντιπρόσωποι ἐπαρχιῶν ἀνηκουσῶν εἰς κράτος γειτονικὸν, ἐπαρχίαι αἵτινες νομίμως εἰς αὐτὸ ἀνήκουσι........
§86ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ. Ἀνόμως.
§87ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Νομίμως μόνον κατὰ τὸ παραδεδεγμένον διεθνὲς δίκαιον· ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ δικαίου καὶ νομίμου. Ἡ ἀναγνώρισις, λέγω, τοιούτων πληρεξουσίων, ἤθελε φέρει εἰς ἀμφιβολίαν καὶ ὑπὸ συζήτησιν τὴν νομιμότητα τοῦ Σώματος τούτου. Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι οἱ διαδόσαντες τοιαύτην ἰδέαν, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ τοιαύτη ἔνστασις ἐγένετο ὑπὸ τὸ κράτος παρεξηγήσεως ἢ πλάνης τινὸς, διότι, ὡς καὶ ἡμεῖς γνωρίζετε, οἱ πληρεξούσιοι τῶν Σωματείων δὲν ἀντιπροσωπεύουσι ποσῶς ἐπαρχίας, εἰς ἄλλο Κράτος ἀνηκούσας, ἀλλ’ ἁπλῶς ἄτομα, τὰ ὁποῖα τὴν σήμερον ἐγκατεστάθησαν ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ μας καὶ διατελοῦσιν ὑπήκοοι Ἕλληνες. Οὐδεὶς, Κύριοι, ξένος τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, οὐδεὶς μὴ ὑπήκοος Ἕλλην, ἐφαντάσθη κἂν ὅτι δύναται διὰ τῆς ψήφου του νὰ ἀντιπροσωπευθῇ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ἀναφέρων τὸ περιστατικὸν τοῦτο τὸ κάμνω, διότι ὤφειλον καὶ ὡς πληρεξούσιος, ἔχων γνῶσιν αὐτοῦ, καὶ ὡς ὑπουργὸς ἀκόμη νὰ μὴ κρύψω, νὰ μὴν ἀποφύγω νὰ φέρω ἐνώπιον ἡμῶν τὰς ἐνστάσεις ταύτας, δίδων ἐν ταυτῷ καὶ τὸν λόγον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἔνστασις αὕτη δὲν ἔχει ὑπόστασιν κατ’ ἐμὲ, ἀφοῦ προφανῶς παρεξηγήθη ὁ ὅρος τῆς ἐνστάσεως. Ἐπεδόθη διακοίνωσις τὴν 12/24 Νοεμβρίου παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ἡ ὁποία καὶ φιλικῶς ἀναφέρει τὴν ἔνστασιν ταύτην. Ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, ὡς προεῖπον, ἡ αἰτίασις αὕτη ἐγένετο ὑπὸ τὸ κράτος ὅλως ἐσφαλμένης ἰδέας, ὅτι δῆθεν οἱ πληρεξούσιοι τῶν Σωματείων ἤθελον ἀντιπροσωπεύσει ἐπαρχίας, ἀνηκούσας κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον εἰς ἄλλο Κράτος. Ταύτην τὴν ἐξήγησιν ὤφειλον ὡς ὑπουργὸς νὰ δώσω, ἂν καὶ πολεμῶν τὸν λόγον τῆς ἐνστάσεως, διὰ νὰ μὴ παραλείψω τὴν ἐκπλήρωσιν ἐπισήμου ὡς ἐκ τῆς σημερινῆς θέσεώς μου καθήκοντος, ἀφίνων εἰς τὸν μετ’ ἐμὲ ἐρχόμενον πληρεξούσιον Σπετσῶν ν’ ἀντικρούσῃ τοὺς λόγους τοῦ προλαλήσαντος. Παρακαλῶ, ἱκετεύω τὸ Σῶμα νὰ μὴ παραγνωρίσῃ καθιερωμένα προηγούμενα, καὶ νὰ παραδεχθῇ ἀδιστάκτως τὴν ἀρχὴν τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν Σωματείων. Πιστεύω ὅτι, οὕτω πράττουσα ἡ Συνέλευσις θέλει διατηρήσει ἀδιαῤῥήκτους τοὺς δεσμοὺς, οἵτινες συνδέουσιν ἅπασαν τὴν ἑλληνικὴν φυλὴν, καὶ νὰ καθιερώσῃ τὴν ἱερὰν ἐκείνην τῶν γονέων μας ἀρχὴν, οἵτινες εἰς ὅλας των τὰς Συνελεύσεις ἐκήρυξαν ὅτι Ἕλληνές εἰσι πάντες οἱ τὸ σύμβολον τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου προφέροντες μὲ τὴν γλῶσσαν τῶν μεγαλουργῶν προγόνων μας. (εὖγε).
§88ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι παρεξετράπημεν, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως, ἀπὸ τὸ ἀληθὲς ἀντικείμενον. Τὸ ἀληθὲς ἀντικείμενον τῆς προκειμένης συζητήσεως εἶναι μία ἰδέα, καὶ ἐν τούτοις ἡ συζήτησις ἔτεινεν νὰ καταστήσῃ προσωπικὸν τὸ ζήτημα.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἦλθεν ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην νὰ ὑποβάλῃ τι σπουδαῖον.
§90ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Λοιπὸν, νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν.
§91ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ (ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ).
Ἡ κατάστασις, Κύριοι Πληρεξούσιοι, τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἔφθασεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ἔχει ἀνάγκην τῆς βαθείας καὶ ταχείας σκέψεως τῆς Συνελεύσεως. Ὅλοι οἱ φόροι τοῦ Κράτους, ὡς ἠξεύρετε, μένουν εἰς κατάστασιν ἀνείσπρακτον, δὲν δύναται σήμερον νὰ εἰσπραχθῇ οὐδεὶς φόρος. Ὡς γνωρίζετε καὶ ἀπὸ τὸν προκάτοχόν μου, σήμερον εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους δὲν ἠμποροῦν νὰ ᾖναι εἰσπραγμέναι, παρὰ μόλις 50, 60 χιλιάδες δραχμῶν· εἰς τὸ ταμεῖο τὸ κεντρικὸν ἐδῶ χθὲς εἴχομεν 100 δραχμάς. Ἀπὸ μερικὰ συναλλάγματα τὰ ὁποῖα ἐτραβήξαμεν ἀπὸ Λονδῖνον ἠμπορέσαμεν νὰ οἰκονομήσωμεν χθὲς καὶ σήμερον τὰς πλέον κατεπειγούσας ἀνάγκας· κἀνένα ἄλλον πόρον δὲν ἔχομεν διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν κατά τι εἰς τὰς ἐπικειμένας ἀνάγκας, τοῦ στρατοῦ περισσότερον, παρὰ μόνον τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας μᾶς ἀφίνει ἡ ἐπικύρωσις τοῦ ψηφίσματος παρὰ τῆς Συνελεύσεως, τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὁ προκάτοχός μου σᾶς ὑπέδειξε πρὸ ἓξ ὀκτὼ ἡμερῶν, ὡς κατεπεῖγον. Διὰ τῆς ἐπικυρώσεως αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἔχομεν τινὰ διαθέσιμα κεφάλαια εἰς διάφορα μέρη ἔξω, τὰ ὁποῖα διὰ συναλλαγμάτων δυνάμεθα νὰ σύρωμεν, ἀκόμη δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν καὶ ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν Τράπεζαν βοήθειαν ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἀνάγκης, ἡ ὁποία δὲν μᾶς περιμένει μήτε τὴν αὐριανὴν ἡμέραν. Ἦλθον λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὴν Σεβαστὴν Συνέλευσιν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὸ πρὸ δέκα ἡμερῶν ἐκκρεμὲς ἀντικείμενον τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ ψηφίσματος τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 δραχμῶν. Ὁ προκάτοχός μου δὲν ἐζήτησε, παρὰ μόνον τὴν κύρωσιν αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος καὶ τὴν ἐπέκτασιν τῆς διαρκείας αὐτοῦ ἐπ’ ἀόριστον, διότι οἱ δύο μῆνες, τοὺς ὁποίους τὸ ψήφισμα προσδιώρισεν ἔληξαν ἤδη ἀπὸ τῆς 21 Ἰανουαρίου. Αὐτὴν τὴν ἀνάγκην ἀνεγνώρισεν ὁ προκάτοχός μου, καὶ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην ἔρχομαι κἀγὼ νὰ ζητήσω ἄνευ περαιτέρω ἀναβολῆς, ἐὰν ᾖναι δυνατόν.
§92ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§93ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶμαι μέλος τῆς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ Συνέλευσις ἔχει παραπέμψει τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐνῷ χθὲς εἴχομεν συνέλθει νὰ ἐνασχοληθῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ σοβαροῦ καὶ σπουδαίου αὐτοῦ ἀντικειμένου, ὁ Ἔφορος τοῦ γραφείου τῆς Συνελεύσεως ἦλθε καὶ μᾶς ἐπῆρε τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ τυπωθοῦν. Νομίζω, ὅτι ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις εἰς τὸν ὀργανισμόν της ἐστοχάσθη, ὅτι ἀπαιτεῖται προσυζήτησις ἐπί τινων σοβαρῶν ἀντικειμένων, περὶ τῶν ὁποίων ἔχει νὰ ἐνασχοληθῇ, δὲν πρέπει ἀκολούθως διὰ τῆς διαγωγῆς της ν’ ἀποδεικνύῃ, ὅτι αἱ προηγούμεναι ἀποφάσεις εἶναι μάταιαι. Χρειάζεται, ἢ δὲν χρειάζεται οἰκονομικὴ ἐπιτροπή; πρέπει νὰ ἐξετάζῃ τ’ ἀντικείμενα, πρέπει νὰ γνωμοδοτήσῃ ἢ πρέπει νὰ μὴ γνωμοδοτήσῃ; Ἐὰν λοιπὸν θέλετε ἐκ τοῦ προχείρου ν’ ἀποφασίσητε, τότε σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ δεχθῆτε τὴν παραίτησιν ἡμῶν ὅλων ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἐπιτροπήν. Αὐτὸ εἶναι τὸ σοβαρώτερον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν μὲ τὸ παρὸν καὶ μὲ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, μὲ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς κοινωνίας· αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν εἶναι ἁπλῶς, ὅτι θὰ χρεωθῇ μὲ 6000000 ἡ Ἑλλάς, εἶναι αἱ συνέπειαι.
§94Δ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ μὴ ἐπιψήφισις σήμερον τῆς προτάσεως παρὰ τῆς Συνελεύσεως ἔχει τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἐντὸς τῆς αὔριον, τῆς μεθαύριον ἢ τῆς ἀντιμεθαύριον, τὰ ὁποῖα συστέλλομαι ἀπ’ ἐδῶ νὰ τὰ φέρω ὑπ’ ὄψιν. Ἀναλογισθῆτε λοιπὸν τὴν σπουδαιότητα τῶν λόγων τοῦ Κυρίου Πληρεξουσίου καὶ τὰς ἰδικάς μου παρατηρήσεις καὶ πράξατε ὅ,τι ἐγκρίνετε· λέγω, ὅτι εἰς τὸ ταμεῖον ὑπάρχουν 100 δραχμαί.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Σήμερον ἀμέσως.
§96ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὴ παρασυρώμεθα, μὴ ἐπηρεαζώμεθα ἀπὸ τὰς ἐντυπώσεις τῶν λόγων. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑπάρξῃ μὲ τὸ δάνειον τῶν 6000000, ἐκ τοῦ ὁποίου ἤδη ἐπραγματοποιήθησαν τὰ ⅔, τὰ 4000000, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οἰκονομικῶς, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄλλους πόρους. Οἱ πόροι λοιπὸν αὐτοὶ εἶναι οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι πραγματοποιοῦνται καθ’ ἑκάστην. Ἐσυστήσαμεν Κυβέρνησιν, ἐὰν ὑπάρχουν προσωριναὶ καὶ κατεπείγουσαι ἀνάγκαι, ἃς ἐνεργήσῃ ὅπως ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἐνεργοῦν, οἰκονομοῦσα αὐτάς. Ἀφοῦ ἔχωμεν καὶ τὸ κατάστημα τῆς Τραπέζης δὲν πρέπει νὰ ἐπισπεύσῃ ἡ Συνέλευσις νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τοῦ δανείου, διότι αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ἠμπορεῖ νὰ καταστρέψῃ τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὸ σᾶς λέγω.
§97ΒΛ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἔφερεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, εἶναι ἀφ’ ἑαυτοῦ του λελυμένον ὑπὲρ τῆς αἰτήσεως τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ· καθ’ ὅσον, ἐὰν διὰ μίαν στιγμὴν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἀρνηθῇ, καθίσταται, οὕτως εἰπεῖν, ζήτημα ὑπουργικὸν, καὶ πρέπει τότε νὰ σκεφθῇ ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία χθὲς διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας συνεκρότησε τὸ Ὑπουργεῖον, πρέπει τότε νὰ σκεφθῇ περὶ ἄλλου. Ἀφ’ ἑαυτοῦ του λοιπὸν εἶναι ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου. Ἀλλὰ Κύριοι, ἐπειδὴ τὸ Ὑπουργεῖον ὁλόκληρον ἦλθε καὶ ζητεῖ νὰ παράσχῃ αὐτῷ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως, προσθέτω ὅτι καὶ τὸ δάνειον τοῦτο, δηλ. καὶ τὴν αἴτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐὰν δεχθῇ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, τίποτε δὲν κατορθοῦται· εἶναι μικρά τις οἰκονομία χρόνου. Ἤλπιζον καὶ ἐπερίμενον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ὁλόκληρον ν’ ἀκούσωμεν μίαν ἄλλην πρότασιν, νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι αἱ Ἐπαρχίαι μόνον κατ’ ὄνομα τάττονται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Κεντρικῆς Κυβερνήσεως· ἤλπιζον νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι οὐδεὶς τῶν ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους ἀναγνωρίζει τὰ κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐπὶ τῶν λαῶν· ἤλπιζον νὰ μᾶς εἴπῃ τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι ἔχει ἀνάγκην μέσων καταλλήλων νὰ πείσῃ, νὰ παραβιάσῃ τοὺς λαοὺς τοὺς ἀπειθεῖς κατὰ τοῦτο, ὅπως δηλαδὴ πληρώσωσι τοὺς φόρους. Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἦλθε, καὶ ἐπειδὴ καὶ τὸ δάνειον ἐγκρίνοντες, καὶ τὴν προθεσμίαν ἐγκρίνοντες καὶ ἕτερον δάνειον ἀκόμη συνομολογοῦντες, τίποτε δὲν κάμνομεν εἰμὴ καιρὸν κερδίζομεν, θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ ὑποβάλλω μία παρεμπίπτουσαν πρότασιν. Προτείνω νὰ διαταχθῇ ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς νὰ στείλῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας ὁλόκληρον τὸν στρατόν· ἔχομεν ἀνάγκην μόνον τῆς Ἐθνοφυλακῆς, ἢ καὶ κἀνενὸς τάγματος νὰ συντηρηθῶμεν ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Ἡ Ἐθνοφυλακὴ, τὸ πυροβολικὸν καὶ τὸ ἱππικὸν ἀρκοῦσι διὰ τὰς τυχαίας περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι εὔχομαι οὐδόλως νὰ μὴ ἀναφανῶσι, τὸ πεζικὸν νὰ διασπαρῇ εἰς τὰς ἐπαρχίας, νὰ συνοδεύσῃ, ὅπως καὶ ἡ χωροφυλακὴ ἐξεπλήρονε πάντοτε τὸ καθῆκον τοῦτο, νὰ συνοδεύσῃ τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας, καὶ διὰ τῆς παρουσίας των, διὰ τῆς νουθεσίας καὶ ἐν ἀνάγκῃ διὰ τῆς βίας νὰ βιάσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς λαοὺς, διότι ἄλλως τίποτε δὲν κατορθόνεται. Δὲν ὑπάρχουν, εἰμὴ αἱ Ἀθῆναι, ἐντὸς τῶν ὁποίων εὑρίσκεται μία ὑποθετικὴ Κυβέρνησις. Ἐὰν δὲν κάμωμεν τοῦτο, σᾶς προλέγω, καὶ εὔχομαι νὰ ψευσθῶ, σᾶς προλέγω, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου αἱ Ἐπαρχίαι οὐδεμίαν διαταγὴν θὰ ἀκούουν, διότι ἀφοῦ δὲν καταβάλλουσι τὸν ὀβολόν των διὰ τὴν γενικὴν συντήρησιν, θὰ εἴπῃ, ὅτι σκέπτονται μεμονωμένως περὶ ἑαυτῶν. Προτείνω τοῦτο, ὄχι βεβαίως νὰ διαταχθῇ, ἀλλὰ νὰ συζητηθῇ.
§98ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀγωνιζώμεθα ποῖος πρῶτος νὰ κατακρίνῃ τὴν κατάστασίν μας καὶ νὰ ἐπιχαίρωμεν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν ἀθλιότητα αὐτῆς. Πρὸς τὶ κάθε ὀλίγον νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις, ὅτι ὅλαι αἱ Ἐπαρχίαι ἔχουν διάθεσιν νὰ χωρισθῶσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν (θόρυβος). Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχῃ ἀκεραία, διότι αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεώς της, καὶ θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐναντίον τῆς θελήσεως καὶ αὐτῶν τῶν ἀπειθησάντων στρατιωτικῶν. Χθὲς, Κύριοι, ἐσχηματίσαμεν μίαν Κυβέρνησιν· ἔρχεται σήμερον ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις καὶ ζητεῖ νὰ ψηφίσητε τὸ δάνειον κατὰ τὸν τύπον καὶ ἐγείρονται χίλιαι ἀντιῤῥήσεις. Διατὶ δὲν ἐπραγματοποιήθη ἐντελῶς τὸ δάνειον; διότι ἐψηφίσθη ἀπὸ μίαν προσωρινὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶχε τότε δικτατορικὴν ἐξουσίαν (θόρυβος). Ἡ Κυβέρνησις χάριν τοῦ δανείου τούτου ἐξέδωκε ψήφισμα, ὅπερ ἔγεινε γνωστὸν εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην, ἤρχισε δὲ καὶ πραγματοποιούμενον τὸ δάνειον. Πῶς λοιπὸν, Κύριε Πετσάλη, μᾶς λέγετε ἤδη «θὰ σκεφθῶμεν ἂν πρέπῃ νὰ τὸ ἐγκρίνωμεν;» Καὶ ποίαν ὑπόληψιν θὰ λάβῃ ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν θέσωμεν ἤδη ὑπὸ ἀμφισβήτησιν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἤρχισεν ἤδη πραγματοποιούμενον, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου τὴν πραγματοποίησιν ἀπετάνθημεν ἤδη εἰς τὴν φιλογένειαν τῶν ὁμογενῶν μας. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου θὰ ἐπουλωθῶσιν αἱ κατεπείγουσαι πληγαὶ, ἀλλὰ διὰ τὸν τύπον πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ σφραγὶς τῆς ὑπὸ τοῦ Ἔθνους ἐπικυρώσεως αὐτοῦ. Αὐτὸ τὸ μέτρον ἐθεωρήθη ἐν ἄλλῳ καιρῷ, πρὶν συνέλθῃ ἡ Συνέλευσις, λίαν ἀναγκαῖον διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ πρέπει ἤδη πάντες νὰ τὸ ἐγκρίνωμεν.
§99ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, ἐφωτίσθημεν, ν’ ἀναγνωσθῇ.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ὑπάρχει ἤδη πρότασις περὶ τούτου τῶν ΚΚ. Ἐμπειρίκου, Μίλησι καὶ Κεχαγιᾶ, οἱ ὁποῖοι ἔφερον τροπολογίας. Λοιπὸν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἐδῶ ἁπλῶς (θόρυβος).
§101ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§102Δ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἰδιαιτέρως ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰς τροπολογίας τοῦ Κυρίου Κεχαγιᾶ, συνωμίλησα μαζί του ἀρκετὴν ὥραν καὶ ἔμεινα σύμφωνος μετ’ αὐτοῦ, ὅτι δύναται νὰ παραδεχθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰς τροποποιήσεις αὐτοῦ, χωρὶς βλάβην τῆς ὑπολήψεως τοῦ δημοσίου. Ἀναγινώσκει τὸ ψήφισμα ὡς ἑξῆς. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει· Ἄρθρον 1. Τὸ διὰ τοῦ ἀπὸ 21 Νοεμβρίου 1862 ψηφίσματος τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως προκηρυχθὲν δάνειον ἐν δραχμῶν 6,000,000 κυροῦται ὡς δημόσιον χρέος ὑπὸ τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις. Ἄρθρον 2. Ἡ πρὸς ἐγγραφὴν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου προθεσμία παρατείνεται μέχρις ἐξαντλήσεως αὐτῶν. Ἄρθρον 3. Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ ἀπὸ 21 Νοεμβρίου π. ε. ψηφίσματος ἀπονεμητέα διὰ λαχνοῦ εἴς τινας τῶν ὁμολογιῶν ἀμοιβὴ (lot) ἐκ δραχ. 60,000 καταργεῖται, ἀντ’ αὐτῆς δὲ χορηγεῖται ἐφ’ ὅλων τῶν ὁμολογιῶν ἴση ἀμοιβὴ (prime, 20% ἤτοι δρ. 20 ἐφ’ ἑκάστην ὁμολογίαν. Ἡ ἀμοιβὴ αὕτη πληρόνεται, κατὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν, ὅπως ὁρίζει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ἰδίου ψηφίσματος. Ἄρθρον 4. Αἱ διὰ κληρώσεως γινόμεναι ἑκάστοτε ληξιπρόθεσμοι ὁμολογίαι, μετὰ τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον τοῦ παρόντος ψηφίσματος ὁριζομένης ἀμοιβῆς, ὡς καὶ τὰ παραρτήματα ἐν γένει τῶν ὁμολογιῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ληξιπροθέσμου τόκου, εἶναι δεκταὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ πᾶσαν πρὸς αὐτὸ πληρωμήν. Ἄρθρον 5 Αἱ μὴ ληξιπρόθεσμοι ὁμολογίαι εἶναι δεκταὶ πρὸς ἐξόφλησιν χρεῶν πρὸς τὸ δημόσιον ἐκ τῶν μέχρι τοῦ 1858 καθυστερουμένων, κατὰ τὸν ΧΚΗʹ. ἀπὸ 25 Ἰουλίου 1861 νόμον, καὶ πρὸς ἀγορὰν γαιῶν καὶ φθαρτῶν κτημάτων διὰ τὸ ἥμισυ μόνον τοῦ ἀντιτίμου. Οἱ κάτοχοι τῶν τοιούτων ὁμολογιῶν δὲν δικαιοῦνται πρὸς ἀπόληψιν τῆς ἀμοιβῆς, οὔτε τοῦ τόκου διὰ τὸ ὀλιγώτερον τοῦ ἔτους χρονικὸν διάστημα. Αἱ οὕτω περιερχόμεναι εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου ὁμολογίαι δὲν ὑποβάλλονται εἰς κλήρωσιν. Ἄρθρον 6. Αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τούτου ἐκδίδονται ἀνώνυμοι, ἢ ὀνομαστικαί, κατ’ αἴτησιν τοῦ δανειστοῦ· αἱ τελευταῖαι μεταβιβάζονται δι’ ἁπλῆς ὀπισθογραφήσεως ἄνευ εὐθύνης. Ἄρθρον 7. Αἱ διὰ τοῦ παρόντος μὴ τροποποιούμεναι διατάξεις τοῦ ἀνωτέρω ψηφίσματος μένουσιν ἐν ἰσχύϊ.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐπιθυμῶ νὰ ῥυθμίσωμεν τὴν συζήτησιν αὐτὴν συμφώνως μὲ τὸν κανονισμόν· ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν θεωρῇ κατεπεῖγον αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§104ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα εἶναι τὸ βʹ ζήτημα, θέλετε νὰ τυπωθῇ ἀμέσως;
§106ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§107ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Νὰ τυπωθῇ ἀπόψε, καὶ αὔριον νὰ συζητηθῇ.
§108ΠΟΛΛΟΙ. Τώρα.
§109ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὴν ἀρχὴν τὴν παραδεχόμεθα, ἀλλὰ τὰ καθέκαστα πρέπει νὰ συζητηθῶσι.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε, σκεφθῆτε ὅλοι καλῶς τὸ πρᾶγμα, τὸ ἀντικείμενον εἶναι κατεπεῖγον, ἀλλ’ εἶναι καὶ σπουδαῖον· λοιπὸν κατὰ τὸν κανονισμόν, ἐὰν παραδεχθῆτε τὸ κατεπεῖγον, ἡ διάταξις εἶναι νὰ τυπωθῇ καὶ τὴν ἐπαύριον νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Τώρα θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν σήμερον θὰ τυπωθῇ καὶ αὔριον θὰ συζητηθῇ, ἢ ἐὰν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις σήμερον ἀμέσως.
§111ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Διϊσχυρίσθη ὁ Κύριος Πετσάλης πρὸ ὑμῶν, ὅτι παραβιάζεται ὁ κανονισμὸς, διότι ἡ πρότασις δὲν καθυπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν· δὲν ὑπάρχει τοιοῦτόν τι· ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι αἱ ὑποβαλλόμεναι προτάσεις παραπέμπονται εἰς τὰς ἐπιτροπάς· ἀλλ’ ἡ προκειμένη πρότασις ὑπεβλήθη πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ πρὸ ἡμερῶν εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ συζήτησις, καὶ μάλιστα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔρχεται σήμερον τὸ Ὑπουργεῖον καὶ λέγει, αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν πρὸ καιροῦ, αἱ ὁποῖαι ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς κατεπείγουσαι, πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῶσι, διότι ὑπάρχει κίνδυνος. Τίποτε ὀρθότερον, τίποτε συμφωνότερον, καὶ μὲ τὸν κανονισμὸν καὶ μὲ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, δὲν ὑπάρχει, παρὰ νὰ τὰς συζητήσωμεν ἀμέσως.
§112ΔΡΟΣΟΣ. Ἐὰν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἦναι ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Μίλησι περὶ ἁπλῆς ἐπικυρώσεως τοῦ δανείου, τώρα ὅμως παρουσιάζονται τροπολογίαι. Ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ ἐπικυρώσεως καὶ περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας, καὶ ἐγὼ, καὶ, ὡς νομίζω, καὶ ὅλη ἡ Συνέλευσις, ἤθελε τὸ παραδεχθῆ ἀμέσως, ἐπειδὴ ὅμως παρουσιάζονται τροπολογίαι, αἵτινες εἶναι πολὺ σπουδαῖαι, νομίζω, ὅτι πρῶτον πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως καὶ ἔπειτα νὰ ἀποφασίσωμεν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἶναι τοῦτο· θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τοῦ συνόλου καὶ τῶν λεπτομερειῶν, δηλαδὴ κατ’ ἄρθρον; ὅσοι θέλουν τοῦτο θὰ σηκωθῶσιν, ὅσοι θέλουν τὸ ἐναντίον διὰ τὴν αὔριον ἐκεῖνοι δὲν θὰ σηκωθοῦν. Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται, ὅτι νὰ συζητήσωμεν ἀμέσως καὶ τὸ σύνολον, καὶ ἕκαστον ἄρθρον, παρακαλῶ νὰ σηκωθοῦν, (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη νὰ συζητηθῇ σήμερον.
§114ΔΡΟΣΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπεφασίσθη νὰ προβῶμεν, τότε ν’ ἀρχίσῃ κατ’ ἄρθρον ἡ συζήτησις.
§115ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ ἔντιμος Πληρεξούσιος Σπετσῶν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπε, καὶ δικαίως, ὅτι ὅποιος ὁμιλεῖ, πρέπει ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἕκαστον ἡμῶν ἀρκετὴν δόσιν πατριωτισμοῦ· καὶ τῳόντι εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ πατρίς, αὐτὸ δὲν εἶναι πλέον ἀρετὴ εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ εἰς τὸν Πληρεξούσιον, ἀλλ’ εἶναι καθῆκον. Ὅταν ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπέσπευδεν ἡ Κυβέρνησις, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν ἐκινήθην ἀπὸ κἀνὲν αἴσθημα δυσμενείας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶμαι ἐκ τῶν ὀλίγων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν συντηρήσει πᾶσαν Κυβέρνησιν, καὶ θέλω πάντοτε τὴν συνδρομήν μου εἰς τὴν ὑποστήριξιν πάσης Κυβερνήσεως ἐξερχομένης ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ἐτόλμησα, Κύριοι, νὰ ὑποβάλλω ταπεινῶς εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως μίαν τοιαύτην πρότασιν, τὸ ἔκαμα τοῦτο, διότι εἰς αὐτὸ μὲ ὡδήγει ἡ συνείδησίς μου, διότι ἔβλεπον παραβιαζομένην μίαν ἀπόφασιν προηγουμένην τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐζήτησε τὴν γνώμην μιᾶς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν διώρισε, καὶ ἡ ὁποία, βεβαίως, ἐξετάζουσα ἀταράχως, ἡσύχως, ἐσκεμμένως τὸ ζήτημα, ἠμποροῦσε νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν ἓν συμπέρασμα καθαρόν. Μολοντοῦτο σεβόμενος τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως καὶ τὸ κατεπεῖγον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς τῆς προτάσεως, ἔρχομαι μὲ τὸ αὐτὸ σέβας καὶ μὲ τὸ αὐτὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τῶν προτάσεων τῶν ὑποβαλλομένων εἰς συζήτησιν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μόνον ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις μὲ τὴν δικτατορικὴν ἐξουσίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἦτο περιβεβλημένη, ἠδύνατο νὰ ἐκδώσῃ τοιοῦτον νόμον, καὶ νὰ ὑποχρεώσῃ τὸ Κράτος. Αὐτὴ ἡ ἐπίσπευσις τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ ψηφίσματος, δὲν βλέπω εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα πρακτικὸν δύναται νὰ μᾶς φέρῃ. Δὲν ζητεῖται ἁπλῶς ἡ ἐπικύρωσις τοῦ ψηφίσματος τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τὸ ψήφισμα τὸ ὑποβαλλόμενον σήμερον φέρει τροπολογίας ἐπὶ τῶν διατάξεων τῆς πράξεως ἐκείνης. Κύριοι, τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον παρατείνει τὴν προθεσμίαν, αὐτὸ εἶναι ἀνεπίδεκτον συζητήσεως· ἡ προθεσμία, ἡ ὁποία ἐτάχθη, ἦτο νὰ προκαλέσῃ μίαν ἅμιλλαν εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπεδαψίλευε τὸ ψήφισμα τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως. Δυστυχῶς ἡ πρόβλεψις αὕτη δὲν ἐφάνη πραγματοποιητέα, δὲν ἀνταπεκρίθησαν δηλαδὴ τὰ ἀποτελέσματα μὲ τὰς προσδοκίας τῶν συνταξάντων τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν τὸ 2 ἄρθρον, λέγω, ὅτι τίθεται ἐκτὸς πάσης διαμφισβητήσεως· ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ 3 ἄρθρον. Κύριοι, εἶναι περίεργον, ὅτι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ὑποβαλλομένου ψηφίσματος μεταβάλλει ὅλως διόλου τὴν φύσιν τοῦ δανείου· δὲν εἶναι πλέον δάνειον, ἢ ἐὰν τὸ θεωρήσωμεν δάνειον, διότι ἀπαιτεῖται εἰς αὐτὸ μία ἐξόφλησις, εἶναι ἓν δάνειον προεξοφλήσεως, μὲ ἄλλας λέξεις οἱ προκαταβάλλοντες σήμερον τὰ χρήματα αὐτῶν εἰς ἀγορὰν ὁμολογιῶν δὲν κάμνουν ἄλλο παρὰ νὰ πληρώσουν ἓν μέρος χρημάτων, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν πρώτην περίστασιν, ἥτις θὰ τῆς παρουσιασθῇ διὰ νὰ ἐνεργήσουν πληρωμὰς εἰς τὸ δημόσιον νὰ δώσωσι τὸ δάνειον, μὲ ἄλλας λέξεις, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μία προεξόφλησις τῶν μελλόντων εἰσοδημάτων τοῦ κράτους, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι σύστημα οἰκονομίας. «Ἄρθρον 4. Αἱ διὰ τῆς κληρώσεως γενόμεναι ἑκάστοτε ληξιπρόθεσμοι ὁμολογίαι μετὰ τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον τοῦ παρόντος ψηφίσματος ὁριζομένης ἀμοιβῆς, ὡς καὶ τὰ παραρτήματα ὅλων ἐν γένει τῶν ὁμολογιῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ληξιπροθέσμου τόκου, εἶναι δεκταὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ πᾶσαν πρὸς αὐτὸ πληρωμήν.» Κύριοι, Καθὼς παρέστησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὑρισκόμεθα εἰς μίαν φανερὰν δυσχέρειαν οἰκονομικὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι προσωρινὴ καὶ τῆς παρούσης στιγμῆς. Αὐτὴ ἡ δυσχέρεια κατὰ δυστυχίαν θὰ ἐξακολουθήσῃ, ἕως οὗ φθάσωμεν εἰς μίαν ὁμαλωτέραν κατάστασιν. Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς δυσχερείας τί γίνεται; δυνάμει αὐτῆς τῆς διατάξεως προδιατίθετε τὰ μέλλοντα εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, ὥστε μᾶς καταδικάζουν νὰ μεταβαίνωμεν ἀπὸ δυσχερείας εἰς δυσχέρειαν. Λέγω, ὅτι ἐὰν τὸ δάνειον ἠμπορῇ νὰ δικαιολογηθῇ κατά τι καὶ νὰ ψηφισθῇ ὡς κατεπεῖγον, αὐτὴ ἡ διάταξις ὅμως εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία φέρει τὴν ἀνατροπὴν, τὴν διατάραξιν πάσης ἀρχῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους· ἐννοῶ πολὺ καλὰ νὰ ὑπάρξῃ ἓν δάνειον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ προθεσμίας ληξιπροθέσμους· ἀλλ’ ἠξεύρετε, ὅτι ὑπάρχουν καὶ πολλὰ τοιαῦτα δάνεια εἰς τὸ Κράτος, καὶ μολοντοῦτο αὐτὰ, ἐπειδὴ τὸ Κράτος δὲν εὑρέθη εἰς κατάστασιν νὰ τὰ ἀποτίσῃ, δὲν ἐδυσκόλευσαν τὴν κατάστασιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἐννοῶ· ἡ Κυβέρνησις ἠμπόρεσε πάντοτε ν’ ἀντιπαραταχθῇ εἰς τὰς παρουσιαζομένας ἀνάγκας. Τούτου ὅμως γινομένου, ὅπως πρόκειται νὰ γείνῃ, ἡ ἀμηχανία ἡ οἰκονομικὴ διοργανίζεται ἐν τῷ νόμῳ, ἑπομένως οὔτε προϋπολογισμὸς δύναται νὰ συνταχθῇ. Ὁ προϋπολογισμὸς θὰ συνταχθῇ ἐπὶ εἰσπράξεων πιθανῶν, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἐπὶ τῶν δαπανῶν ἔχομεν νομίμους φόρους· ὅταν αὐτοὶ οἱ φόροι δὲν εἶναι πρᾶγμα, δὲν θὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ ταμεῖον, ἀλλὰ θὰ ἐξοφληθοῦν μὲ ὁμολογίας. Παρατηρήσατε, ὅτι κἀμμία Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ βάλλῃ βάσιν εἰς τὰ ἔσοδά της.
§116ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πρ’ ὑπολογισμὸς δὲν συνετάχθη ἀκόμη, ὅταν συνταχθῇ, θὰ ἴδωμεν (θόρυβος).
§117ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅμως ἐγὼ, Κύριοι, ἀντιτείνω μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις μου, μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις τοῦ λόγου μου, ἐναντίον αὐτῆς τῆς διατάξεως· καὶ λέγω, ὅτι τὸ ψήφισμα, ὅπως εἶχεν ἐκδοθῇ παρὰ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, ἦτο πολὺ ἀσφαλέστερον, παρ’ ὅτι εἶναι αὐτὸ τὸ δάνειον· τόσον δὲ περισσότερον λέγω, ὅτι καταστρέφεται τὸ δάνειον, καθ’ ὅσον ὑπάρχει μία ἄλλη διάταξις, ἡ ὁποία καθιστᾷ αὐτὸ τὸ δάνειον ἴσον μὲ τὰς μακαρίτιδας ὁμολογίας ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως αἱ ὁποῖαι ἦσαν δεκταὶ εἰς ἀγορὰν ἐθνικῶν κτημάτων. Τὸ δάνειον ἐκεῖνο σύστημα τῆς ἐντελοῦς παραλυσίας πρόκειται σήμερον νὰ μᾶς εἰσάξουν κατὰ τὸ 1863. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ἀπέναντι ταύτης τῆς ἀμηχανίας τῆς οἰκονομικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ τὴν ὁποίαν ἐβεβαίωσεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη νὰ παραδεχθῇ τὸ δάνειον, πρέπει νὰ παραδεχθῇ τοιοῦτον, ὅπως ὑπάρχει παρὰ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν δένει τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δένει τὰς χεῖρας τοῦ Ἔθνους, δὲν ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις· δὲν λέγω, ὅτι τὸ δάνειον εἶναι μία πρόκλησις εἰς τὴν φιλογένειαν τῶν ὁμογενῶν τῶν εὑρισκομένων ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκτός. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι λοιπὸν, διότι κανεὶς ἄλλος, παρὰ τοιοῦτοι ἄνθρωποι ἠμποροῦν νὰ ἐξαγοράσουν τὸ δάνειον, βεβαίως δὲν θέλουν θεωρήσει ὡς ἓν δέλεαρ εἰς τὸν πατριωτισμόν των, εἰς τὴν προθυμίαν των, αὐτοὺς τοὺς περιορισμοὺς, οἱ ὁποῖοι τίθενται κατὰ τῆς ἐλευθερίας τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν προσόδων της. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ θεωρῶ ἀποῤῥιπτέας αὐτὰς τὰς προτάσεις.
§118ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω τὴν πρότασιν περὶ κυρώσεως τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 μέ τινας τροποποιήσεις, προέβλεπον τὴν ἀνάγκην, τὴν στιγμὴν δηλ. καθ’ ἣν ἠθέλομεν εὑρεθῇ εἰς ἣν κατάστασιν σήμερον εὑρέθημεν. Δυστυχῶς ὅμως ἄλλα ἀντικείμενα ἀπησχόλησαν τὴν Συνέλευσιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐσυζητήθη, καὶ συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα, δὲν ἐδόθη ὁ ἁρμόδιος καιρὸς διὰ νὰ τὸ μελετήσουν οἱ ΚΚ. Πληρεξούσιοι. Τόσον περισσότερον τὸ ὁμολογῶ, καθόσον ὁ προλαλήσας δὲν κατενόησε τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπρότεινα διὰ τῆς προτάσεώς μου· δὲν τὰς κατενόησε, διότι τὸ 3 ἄρθρον, περὶ τοῦ ὁποίου ἰδίως ἔκαμε λόγον, κάθε ἄλλο τι εἶναι, κάθε ἄλλο τι διατάττει, παρ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποπτεύθη. Εἶπεν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται, τ. ἔ. τὸ δάνειον τῶν 6,000,000, δὲν εἶναι δάνειον, εἶναι τῆς ἡμέρας, διότι τὴν ἐπιοῦσαν ἠμπορεῖ νὰ ἀκυρωθῇ, τ. ἔ. ὅτι οἱ δανεισταὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ δίδουν τὰς ὁμολογίας των εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ πᾶσαν πρὸς αὐτὸ πληρωμήν. Βεβαίως ἐννοεῖται, ὅτι αὐτὸ τὸ δάνειον ἀπέναντι 21,000,000, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει κατ’ ἔτος τὸ δημόσιον, ἀμέσως ἐξοφλεῖται. Ἐὰν τοιοῦτος ὅρος ὑπῆρχεν εἰς τὴν πρότασίν μου, ἤθελον συμφωνήσει μὲ τὸν προλαλήσαντα, ὅτι δὲν εἶναι πλέον δάνειον, παρὰ εἶναι ἓν προσωρινὸν, εἶναι 3, 4 μηνῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω, Κύριοι Πληρεξούσιοι. Τὸ ἄρθρον 3 ἰδοὺ τὶ λέγει. «Αἱ διὰ τῆς κληρώσεως γινόμεναι ἑκάστοτε ληξιπρόθεσμοι ὁμολογίαι μετὰ τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον τοῦ παρόντος ψηφίσματος ὁριζομένης ἀμοιβῆς, ὡς καὶ τὰ παραρτήματα ὅλων ἐν γένει τῶν ὁμολογιῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ληξιπροθέσμου τόκου, εἶναι δεκταὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ πᾶσαν πρὸς αὐτὸ πληρωμήν.» Διὰ νὰ κατανοήσητε τὴν διάταξιν αὐτὴν συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως. Τὶ λέγει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ψηφίσματος τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως; Ἀνέγνω αὐτό. Βλέπετε, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ψηφίσματος τῆς Κυβερνήσεως προβλέπει τὴν ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν, ὄχι ὅλων καθὼς ὑπέθεσεν ὁ προλαλήσας, ἀλλὰ τοῦ μέρους τοῦ χρεωλυσίου 1% ἐπὶ τῶν 60,000 δρ. Λοιπὸν εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν πληρώσει τὸ δημόσιον ταμεῖον οἱ κομισταὶ τῶν ὁμολογιῶν, νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα, διὰ πᾶσαν πρὸς τὸ δημόσιον πληρωμὴν, νὰ δίδουν τὰς ὁμολογίας των. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὰ 6,000,000, εἶναι αἱ 60,000 δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι πληρόνονται. Δὲν βλέπω λοιπὸν κατὰ τί ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἠμπορεῖ νὰ συγχισθῇ. Οὐδόλως· διότι, ὅπως κατ’ ἔτος ἡ Κυβέρνησις συντάττουσα τὸν προϋπολογισμὸν λαμβάνει ἀφ’ ἑνὸς πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ ἔσοδα καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ ἔξοδα, θὰ πληρώνῃ μόνον ὡς χρεώλυτρον 60,000 δραχμὰς, ὡς τόκον 60,000 καὶ δι’ ἀμοιβὴν 60,000, τὸ ὅλον 180,000 δραχμῶν. Τί θὰ εἰπῆτε Κύριε Πετσάλη;
§119ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅτι δὲν θὰ πληρωθοῦν.
§120ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, διότι τότε ἀμέσως θὰ καταστραφῇ τὸ δάνειον (θόρυβος). Ἐὰν πρόκηται ἡ Συνέλευσις νὰ κυρώσῃ νόμον περὶ δανείου, δὲν πρέπει ὁλοτελῶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἔνστασις ἢ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ προαγορεύσας· διότι καθὼς σᾶς εἶπον, δὲν θὰ ἐπιφορτίζηται τὸ δημόσιον ταμεῖον, παρὰ μὲ τὸν τόκον καὶ μὲ τὸ χρεώλυτρον τοῦ δανείου τούτου. Κύριοι, ἴσως θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις προσβάλλει τὴν πίστιν τοῦ δημοσίου. Συμφωνῶ μάλιστα, τὴν προσβάλλει· ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ προηγούμενα μᾶς κάμνουν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ πᾶν ἄλλο ἐφρόντισε, παρὰ διὰ τὴν δημοσίαν πίστιν· εἰργάσθη πῶς νὰ τὴν καταστρέψῃ. Συγκρίνατε τὴν σημερινὴν ἐποχὴν, μὲ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπαναστάσεώς μας, ὅτε τὸ ἔθνος εὑρίσκετο εἰς ἀπείρους ἀνωμαλίας, ὅταν δὲν ἐγνώριζε τὸ μέλλον του, τότε εὑρέθησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶχον πίστιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἐδάνεισαν. Σήμερον 6,000,000 ζητεῖ καὶ δὲν εὑρίσκονται, τί θὰ εἰπῇ τοῦτο; ὅτι αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις, διὰ πᾶν ἄλλο ἐφρόντιζον παρὰ διὰ τὴν δημοσίαν πίστιν, ὅτι αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις κατέστρεψαν τὴν δημοσίαν πίστιν. Μὴ σᾶς φανῇ παράδοξον, ἐὰν ἐσκέφθημεν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τοὺς δανειστὰς καὶ νὰ τοὺς κάμωμεν νὰ παραδεχθοῦν τὰς ὁμολογίας μας. Μάλιστα ἐὰν εἴχομεν πίστιν καὶ ἐγὼ ἤθελον τὸ θεωρεῖ περιττόν. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ διάταξις οὐδόλως δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, εὐχῆς ἔργον ἦτο νὰ μὴ εἴχομεν ἀνάγκην αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἔρχομαι Κύριοι, εἰς ἐξήγησιν τῆς ἄλλης ἀσφαλείας, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἰδέαν μου θεωρῶ ἀναγκαίαν, εἶναι δὲ ἡ ἑξῆς· «Ἄρθρον 5. Αἱ μὴ ληξιπρόθεσμοι ὁμολογίαι εἶναι δεκταὶ πρὸς ἐξόφλησιν χρεῶν πρὸς τὸ δημόσιον ἐκ τῶν μέχρι τοῦ 1858 καθυστερουμένων, κατὰ τὸν ΧΚΗʹ ἀπὸ 25 Ἰουλίου 1861 νόμον καὶ πρὸς ἀγορὰν φθαρτῶν κτημάτων διὰ τὸ ἥμισυ μόνον τοῦ ἀντιτίμου. Οἱ κάτοχοι τῶν τοιούτων ὁμολογιῶν δὲν δικαιοῦνται πρὸς ἀπόληψιν τῆς ἀμοιβῆς, οὔτε τοῦ τόκου διὰ τὸ ὀλιγώτερον τοῦ ἔτους χρονικὸν διάστημα». Αὐτὴν τὴν ἀσφάλειαν τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν· διότι τί πρόκειται νὰ γείνῃ, ἐὰν εὕρωμεν δανειστάς, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ κάμουν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος; Πρόκειται ὀφειλέται τοῦ δημοσίου νὰ συμψηφίσουν τὸ χρέος αὐτῶν. Ἐὰν σήμερον ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε αὐτὰ τὰ καθυστεροῦντα, δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προστρέξῃ εἰς αὐτὸ τὸ δάνειον. Οἱ κάτοικοι γνωρίζετε, ὀφείλουν πρὸς τὸ δημόσιον δι’ ἀγορὰν κτημάτων, δι’ ἐνοικιάσεις καὶ διὰ πολλὰ εἴδη χρεῶν καὶ τὰς ὁμολογίας αὐτὰς δύνανται οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου νὰ τὰς μεταχειρίζωνται πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν, τοὐτέστιν ἐγὼ ὀφείλω 500 δραχμάς, ὅταν ὁ ταμίας μὲ προσκαλέσῃ νὰ πληρώσω παλαιὸν χρέος, νὰ δύναμαι νὰ τὰς πληρώσω μὲ 500 δραχμῶν ὁμολογίας τοῦ δανείου· αὐτὸ συμβαίνει διὰ τὰ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια. Ἐκτὸς λοιπὸν τῶν καθυστερούντων, λέγω, ὅτι πρέπει ἐπίσης νὰ ἦναι δεκταὶ καὶ δι’ ἀγορὰν φθαρτῶν κτημάτων, ὅταν λάβῃ τὸ μέτρον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκποιήσῃ κτήματα, ἀλλὰ διὰ τὸ ἥμισυ· τοὐτέστιν ἀγοράζω κτῆμα 10,000 δραχμῶν, ἐὰν πρόκηται νὰ πληρώσω ἀμέσως τὰ χρήματα νὰ δώσω τὸ ἥμισυ εἰς μετρητὰ καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς ὁμολογίας τοῦ δανείου· εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις εἰς θέσιν νὰ ἐκποιήσῃ ἓν μέρος κτημάτων, διότι ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, δὲν θέλει νὰ ὑστερήσῃ ὅλον τὸ ἀντίτιμον τῶν κτημάτων, ὅταν πληρωθῇ μ’ ὁμολογίας, ἀλλὰ τὸ ἥμισυ ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ μὲ χρήματα καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ μὲ ὁμολογίας, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μία ἔμμεσος ὑποθήκη τῶν κτημάτων. Κύριοι, εἰς δυσχερεῖς περιστάσεις, αὐταὶ αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ἔχουσαι πίστιν μεγάλην, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφέρουν ἐκτάκτως μεγάλας ἐγγυήσεις, ὡς π. χ. ἡ Γαλλία κατὰ τὸ 1818 εὑρεθεῖσα εἰς δυσχερῆ οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἠναγκάσθη νὰ δανεισθῇ 150,000,000 καὶ ἠξεύρετε τί ἔκαμεν; ἔκαμεν ἐκποίησιν τῶν δασῶν μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξωνήσεως. Βλέπετε, ὅτι μία Γαλλία, ἡ ὁποία ἔχει βεβαίως μεγάλην πίστιν, εὑρέθη εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην· λοιπὸν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀπολαύσουν αἱ ὁμολογίαι, δὲν εἶναι, παρὰ τῆς ἀνάγκης, εἶναι μία ἔμμεσος ὑποθήκη τῶν κτημάτων, ὥστε εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ἐκποιήσῃ κτήματα, νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ κομισταὶ τῶν ὁμολογιῶν νὰ προσφέρουν τὸ ἥμισυ τοῦ ἀντιτίμου εἰς ὁμολογίας. Μὲ αὐτὸ, κύριοι, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ἐξασφαλίσω, τὸ δάνειον· διότι, πρό τινων μηνῶν ἐξεδόθη τὸ ψήφισμα, καὶ ἐν τούτοις βλέπετε, ὅτι ἐλάχιστον τοῦ δανείου αὐτοῦ ἐπραγματοποιήθη, ἤτοι μόλις 2,000,000, καθὼς ἤκουσα, ἀλλ’ ἠξεύρετε ἀπὸ ποῖα χρήματα; ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὰ χρήματα τῶν ταμείων τῶν συντάξεων· ὀλίγοι λοιπὸν, εἴδατε, ἐφάνησαν πρόθυμοι διὰ ν’ ἀγοράσουν ὁμολογίας.
§121ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβουν μέρος εἰς τὸ δάνειον, ἀλλὰ περιμένουν τὴν ἔγκρισιν.
§122ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πολὺ καλά· ἀλλὰ δὲν περιωρίσθην μόνον εἰς τὴν ἀσφάλισιν· ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ἐπιφέρω καὶ μίαν τροποποίησιν ὡς πρὸς τὰ ὠφελήματα τοῦ δανείου τούτου. Διὰ νὰ ἐξηγήσω τὴν ἰδέαν μου αὐτὴν, θὰ μοὶ συγχωρήσητε νὰ εἴπω προηγουμένως, τί διατάττει τὸ ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως· προσδιορίζει 6% διὰ τόκον, καὶ 1% διὰ χρεώλυτρον· ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ τόκου ἔδωσε καὶ ἓν τοῖς ἑκατὸν ἀμοιβήν· δὲν εἶναι ἀμοιβὴ, εἶναι λαχνὸς, εἶναι τυχαῖον κέρδος· οἱ Γάλλοι τὸ διακρίνουν διὰ τῆς λέξεως lot, ἀμοιβὴν δὲ ὀνομάζουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδουν εἰς ὅλας ἐν γένει τὰς ὁμολογίας (prime). Τὸ ψήφισμα μεταχειρίζεται τὴν λέξιν ἀμοιβὴν, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν μεταχειρισθῇ, καθόσον πρόκειται αἱ 60,000 δραχ. νὰ διανέμωνται εἴς τινας ὁμολογίας, ὅσας ἤθελεν εὐνοήσει ἡ τύχη κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς κληρωτίδος πρὸς ἀπόσβεσιν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ συντάξας τὸ ψήφισμα ἐξετίμησε τὸ ἓν τοῖς ἑκατὸν ἀντὶ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν τόκου, τοὐτέστιν εἶπε, 6% διὰ τόκον καὶ 1% δι’ ἀμοιβὴν, ἤτοι 7. Ὄχι Κύριοι, ἡ ἀμοιβὴ τοῦ ἑνὸς ἰσοδυναμεῖ μὲ 3% τόκου, καὶ λάβετε ὑπομονὴν νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω. Τὸ δάνειον θὰ ἐξωφληθῇ χρεωλυτικῶς, ἑπομένως ἐὰν εἰς τὸ πρῶτον ἔτος, ὅταν δηλ. εἶναι 6,000,000 πραγματοποιημένα, θὰ δώσῃ 60,000 δραχ. τότε κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ἀναφέρει τὸ ψήφισμα θὰ δώσῃ 1% καὶ 6 διὰ τόκον 7. Ἀλλ’ ὅσον προβαίνει ὁ χρόνος ἐλαττοῦται τὸ κεφάλαιον, διότι ἐντὸς 34 ἐτῶν θὰ ἐξοφληθῇ· τί θὰ συμβῇ; Ὑποθέσατε ὅτι μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν τὸ δάνειον θὰ περιορισθῇ εἰς 3,000,000· ἐπὶ τῶν 3,000,000 ἂν δώσῃ τὰς 60,000 εἶναι δύω τοῖς ἑκατόν· ὅταν περιορισθῇ εἰς 1,000,000 εἶναι 6% καὶ οὕτω καθεξῆς, ὥστε κατὰ μέσον ὅρον τὸ 1% ἀμοιβῆς ἰσοδυναμεῖ μὲ 3%, μὲ ἄλλους λόγους προσφέρεται τόκος 9%. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἔκαμα σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ 6% καὶ 1% δι’ ἀμοιβὴν, καὶ εὗρον ὅτι θὰ πληρώσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς διάστημα 34 ἐτῶν διὰ τόκους 8,028,000, καὶ δι’ ἀμοιβὴν 2,040,000, τὸ ὅλον 10,068,000, ἐνῷ ἐὰν ἦτο 1% προσέτι τόκος, ἤθελε πληρώσει ἐκτὸς τῶν 8,000,000 μόνον 700,000· παρατηρήσατε, 700,000 εἶναι τὸ ⅓ περίπου τῶν 2,040,000· ὥστε εἶναι 9% καὶ οὐχὶ 7%· τί λοιπὸν προτείνω ἐγώ; ὄχι νὰ αὐξήσωμεν τὸν τόκον ἀπὸ 6 εἰς 7, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωμεν τὸν τόκον ὅπως εἶναι 6%, καὶ νὰ δώσωμεν ὀνόματι καὶ πράγματι ἀμοιβὴν εἰς ὅλας τὰς ὁμολογίας 2% καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν 34 ἐτῶν, ὅτε θὰ ἐξοφληθῇ τὸ δάνειον, τουτέστιν, ὅστις θὰ δώσῃ 100 δραχμὰς, θὰ λαμβάνῃ τὸν τόκον του καὶ ὅταν πληρωθῇ ἡ ὁμολογία του, ἀντὶ τῶν 100 θὰ λάβῃ 120. Ἴσως φανῇ μεγάλον τὸ ποσὸν, ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι πολὺ οἰκονομικώτερον, ἀφ’ ὅτι προτείνει τὸ ψήφισμα, διότι 20% ἐπὶ ὅλου τοῦ κεφαλαίου, δὲν εἶναι εἰμὴ 1,200,000, ἐνῷ κατὰ τὸ ψήφισμα θὰ πληρώσωμεν 2,040,000· βλέπετε εἶναι μία οἰκονομία 800,000 δραχ. Καὶ ἄλλη οἰκονομία· τὰ 20% θ’ ἀρχίσῃ ἀπὸ μικρὸν ποσὸν καὶ κατόπιν θ’ αὐξάνῃ· ἐνῷ κατὰ τὸ ψήφισμα, ἡ πρώτη δόσις θὰ ᾖναι 60,000 καὶ ἡ τελευταία ἐπίσης 60,000. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι συνηθέστατον· πρὸ 8 μηνῶν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις συνωμολόγησε δάνειον ἐπὶ τοῦ ὁποίου πληρώνει τόκον 4,5%, ἐξέδωκε δὲ ὁμολογίας 500 φράγκων, καὶ τὸ ἔκαμε διὰ ν’ ἀνοιχθῇ στάδιον διαπραγματεύσεως τῶν ὁμολογιῶν μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δίδει ὁ κεφαλαιοῦχος καὶ τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ὅταν πληρωθῇ ἡ ὁμολογία του. Ἑπομένως ἐὰν παραδεχθῇ ἡ Συνέλευσις τὴν πρότασίν μου τοῦ νὰ δοθῇ ἴση ἀμοιβὴ ἐπὶ ὅλων τῶν ὁμολογιῶν 20%, ἀνοίγεται στάδιον διαπραγματεύσεως τῶν ὁμολογιῶν ἀπὸ τοῦ 100–120· διότι ἄλλως ποτὲ δὲν ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ τις 105 ἢ 110, διότι φοβεῖται μήπως κληρωθῇ ἡ ὁμολογία καὶ χάσῃ τὸ περιπλέον. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλος λόγος πολὺ σπουδαιότερος· τὸ σύστημα τῶν λαχνῶν δὲν τὸ βλέπω, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, πολὺ ἠθικόν — εἶναι σύστημα τὸ ὁποῖον πρώτη ἡ Αὐστρία εἰσήγαγε, τὸ παρεδέχθη καὶ ἡ Γαλλία, οὐχὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ μόνον ἡ πόλις τῶν Παρισίων ἢ καὶ ἑταιρίαι τινὲς, οὐδέποτε ὅμως ἡ Κυβέρνησις — δὲν θεωρῶ ὀρθὸν νὰ εἰσάξωμεν εἰς τὴν ἰδικήν μας ἐπικράτειαν αὐτὸ τὸ σύστημα τῶν λαχνῶν· ἐπειδὴ δὲ ἐπέρχεται καὶ μία οἰκονομία, τουτέστιν ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου, φρονῶ ὅτι εἶναι προτιμωτέρα ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου, νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀμοιβὴν καὶ νὰ χορηγήσωμεν 20% ἴσην ἀμοιβήν. Ἀλλ’ ἡ ἔνστασις ἥτις δύναται νὰ γίνῃ, τί θὰ γείνῃ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖον ἠγόρασαν ὁμολογίας; εἶναι ἀξία μελέτης. Ἐπειδὴ τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ πραγματοποιηθέντος δανείου ἀνήκει εἰς τὰ ταμεῖα τῶν συντάξεων, εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ διευθύνοντες τὰ ταμεῖα αὐτῶν, περισσότερον θὰ προτιμήσουν τὸ σταθερὸν ὄφελος ἀπὸ τὸ τυχαῖον. Ἀλλά, Κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω ἕν τι σχετικόν· δὲν εἶναι βέβαια τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον θά οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας μας, τὸ μεγαλείτερον μέσον νὰ προλάβωμεν τὴν δυσχερῆ οἰκονομικὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, εἶναι νὰ προβῶμεν εἰς αὐστηρὰν οἰκονομίαν.
§123ΔΡΟΣΟΣ. Τοῦ πληρεξουσίου Παρνασίδος αἱ προτάσεις περὶ τοῦ δανείου εἶναι προσβλητικαὶ τῆς δημοσίας πίστεως, εἶναι ἀδικαιολόγητοι, εἶναι ἄδικοι· εἴκοσι ἔτη παρῆλθον ἀφοῦ ἤρχισε, καίτοι περιωρισμένως, νὰ λαμβάνῃ τὸ ἔθνος μέρος εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν πραγμάτων, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ εἴκοσιν ἐτῶν διάστημα καμμίαν ὑποχρέωσιν ἄφησεν ἀνεκτέλεστον, κανὲν χρέος ἄφησεν ἀπλήρωτον. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον αὐτῆς τῆς καταδίκης τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐπρότεινεν ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι μόνον προσβλητικαὶ δὲν εἶναι δὲ πραγματικαί. Μέχρι τοῦδε ἔλαβον 1,400,000 δραχμῶν ὁμολογίας εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ ἐξωτερικὸν, εἶναι δὲ προσέτι ἐγγεγραμμένοι διὰ 500,000 περίπου δραχμάς, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ δανείου ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Εἶδα πολλὰ ἔγγραφα καὶ ἀπὸ τὸ Λονδῖνον καὶ ἀπὸ Κωνσταντινούπολιν καὶ ἀπὸ Ὀδυσσὸν καὶ ἀπὸ πολλὰ ἄλλα μέρη καὶ ἐπίσημα καὶ ἰδιαίτερα, διὰ τῶν ὁποίων μόνον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ δανείου ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ζητοῦν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν ἐγγυήσεων τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ Κ. πληρεξούσιος Παρνασίδος· λέγει, αἱ ληξιπρόθεσμοι ὁμολογίαι νὰ συμψηφίζωνται μὲ χρέη εἰς τὸ δημόσιον· ἀμέσως Κύριοι ἡ ὑπόνοια ὅτι τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του. Ἀλλὰ μήπως δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ὅστις φέρει εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα; ὑποθέσατε Κύριοι, ὅτι ἐγὼ χρεωστῶ εἰς τὸ δημόσιον, ἠμπορεῖ ἕνας, ὅστις ἔχει ὁμολογίας, νὰ μεταβιβάσῃ εἰς ἐμὲ τὰς ὁμολογίας του, καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους νὰ παρουσιασθῶ εἰς τὸ ταμεῖον καὶ νὰ εἴπω, ἰδοὺ πληρόνω τὸ χρέος μου μὲ τὰς ληξιπροθέσμους ταύτας ὁμολογίας· ἀλλὰ θέτουν ἐδῶ τὴν διάταξιν ἀντίστροφον διὰ νὰ προσβάλλουν τὴν δημοσίαν πίστιν (θόρυβος)· ἐὰν ἐννοῆτε μόνον ἐκεῖνον, ὅστις ὀφείλει εἰς τὸ δημόσιον, τότε τὸ δικαίωμα τοῦ συμψηφισμοῦ εἶναι πολὺ περιωρισμένον, τότε ἀποκλείονται ὅσοι ἔλαβον μετοχάς, δὲν εἶναι δὲ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου.
§124ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αἱ ὁμολογίαι κατὰ τὴν πρότασίν μου εἶναι ἀνώνυμοι.
§125ΔΡΟΣΟΣ. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἄλλην ἐγγύησιν ἣν ζητοῦν· λέγουν ὅτι αἱ μὴ ληξιπρόθεσμοι ὁμολογίαι νὰ ἦναι δεκταὶ εἰς ἐξόφλησιν χρεῶν πρὸς τὸ δημόσιον καὶ εἰς ἀγορὰν ἐθνικῶν κτημάτων. Πρῶτον παρατηρήσατε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐγγύησις αὕτη δὲν εἶναι πραγματικὴ, διότι ἐξομοιοῦνται αἱ ὁμολογίαι μὲ τὰ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια καὶ μὲ τὰς ὁμολογίας τῆς Τραπέζης τοῦ Κυβερνήτου, αἱ ὁποῖαι ὑποτιμοῦνται 50 καὶ 60 τοῖς ἑκατόν. Ἐκτὸς δὲ τούτου αὐτὴ ἡ διάταξις θὰ φέρῃ τὴν ἀνωμαλίαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει συντάξει τὸν ὑπολογισμὸν καὶ θέλει σημειώσει εἰς αὐτὸν τὰς 480,000 τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου καὶ πολλὰς ἄλλας ἀνάγκας, ἀφ’ ἑτέρου, ἂν οἱ πόροι δὲν ἐπαρκοῦν, θὰ ὑπολογίσῃ πρόσοδον ἀπὸ ἐκποίησιν κτημάτων καὶ ἀπὸ τὰ καθυστερούμενα μέχρι τοῦ 58 διὰ τῶν μὴ ληξιπροθέσμων ὁμολογιῶν. Ὅταν ὅμως ἐκ τοῦ δανείου ἀφαιρεῖται ἡ ἐκ τῶν κτημάτων καὶ τῶν καθυστερουμένων πρόσοδος, καὶ ἐπέρχεται ἔλλειμμα ἀναπόφευκτον ἀφαιρεῖτε τὰ ἐκ τῶν χρημάτων, καὶ τῶν προσόδων μέχρι τοῦ 58 ὀφειλόμενα. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζει 3,000,000 ἐκ τῶν δύω τούτων προσόδων καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ καλύπτει δαπάνας τινὰς τοῦ Κράτους. Ὅταν ἀφαιρεθῶσιν ἐξ αὐτῶν 1,500,000 ἀπὸ τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων καὶ 400,000 ἀπὸ τὰ καθυστερούμενα χρέη τότε, πῶς θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους;
§126ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἂς κάμῃ τὸν λογαριασμόν του ὁ Ὑπουργός.
§127ΔΡΟΣΟΣ. Ἔρχεται ἔπειτα τὸ περὶ ἀμοιβῆς. Κύριοι, ἡμεῖς ψηφίζομεν δάνειον ἰσόποσον, μᾶς δίδουν 100 δραχ. καὶ 100 δραχ. ὁμολογίαν δίδομεν· εἶναι πολλὰ κράτη μεγάλα καὶ ἰσχυρὰ, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν ὀλιγώτερον ἀπὸ 100 καὶ δίδουν ὁμολογίας δι’ ἑκατόν· ἂν λοιπὸν τὸ ψήφισμα ἐχορήγησε μίαν ἀμοιβὴν, αὐτὴν δὲν πρέπει νὰ τὴν κατακρίνητε, ἐδῶ δὲν πρέπει νὰ ζητῆται οἰκονομία, ἑπομένως δὲν πιστεύω νὰ γίνῃ παραδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ πληρεξουσίου Παρνασίδος, ἀλλ’ ἂν γίνῃ, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ μέτρον τοῦτο καὶ εἰς τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα ἐπραγματοποιήθησαν μέχρι τοῦδε, διότι θὰ δώσωμεν ὀπισθενεργὸν δύναμιν καὶ θὰ προσβάλωμεν δικαίωμα κεκτημένον. Λέγει ὅτι αὐτὴ ἡ ἀμοιβὴ εἶναι ἧττον ὠφέλιμος, τῆς ἀμοιβῆς, ἣν προτείνει τῶν 20%. Εἷς δίδει 100 δραχμὰς καὶ λαμβάνει μίαν ὁμολογίαν, ἔχει ἠσφαλισμένον τὸ κεφάλαιον τῶν 100 δραχμῶν καὶ τὸν τόκον 6% κατ’ ἔτος δι’ ὅσα ἔτη ἡ ὁμολογία του δὲν θὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν κληρωτίδα· ὅταν δὲ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν κληρωτίδα, ἐὰν αὕτη τύχῃ ἀπὸ τὰς πρώτας, ἔχει τὰς 100 δραχμὰς καὶ τὸν τόκον 6% ἐτησίως, καὶ προσέτι λαμβάνει ἀπὸ 5,000 δραχμὰς μέχρι 500· δὲν πιστεύω λοιπὸν νὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος νὰ προτιμήσῃ τὰ 20% δι’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ δανείου ἀντ’ αὐτῆς τῆς ὠφελείας. Ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας, ὅτι κατὰ τὸ 48 ἐπώλησαν εἰς τὴν Γαλλίαν ἐθνικὰ δάση· αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, ἀλλὰ συγχρόνως ἔκαμον δάνειον ἐπὶ μόνῃ τῇ βάσει τῆς δημοσίας πίστεως, χωρὶς κἀμμίαν ἄλλην ἐγγύησιν· Ἐὰν ὅμως, Κύριοι, ἠθικόν τι πρόσωπον ὑπὸ μόνον αὐτὸν τὸν ὅρον θέλει νὰ μᾶς δανείσῃ καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ δανεισθῶμεν, τότε μὲ λύπην μου θὰ εἴπω, ἂς κάμωμεν αὐτὴν τὴν θυσίαν τῆς προσβολῆς τῆς δημοσίας πίστεως, διὰ νὰ λάβωμεν τὸ δάνειον.
§128ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν ἀρκετά.
§129ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι, εἰς τὸ 4 ἄρθρον τοῦ παρόντος ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, φαίνεται, ὅτι κατὰ τὴν πρότασίν του ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἦλθεν εἰς μίαν ἐξήγησιν, καὶ νομίζω, παραδέχεται ὅτι καθόσον ἀφορᾷ αὐτὰ τὰ κτήματα, ὅταν πωληθῶσιν εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐξοφλῶνται διὰ τοῦ ½. Ἔρχομαι νὰ ἀντικρούσω τὴν ἰδέαν αὐτήν καθόσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου, ἐπειδὴ ἀποβλέπει τὸ παρελθὸν δὲν εἶναι τόσον ἐπιζήμιον, διότι αἱ ὁμολογίαι, τὰς ὁποίας θὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον διὰ τὰ παρελθόντα χρέη, δύναται μετὰ ταῦτα νὰ τὰς δώσῃ καὶ εἰς ἄλλους, καὶ τὰ παρελθόντα χρέη ποτὲ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν προϋπολογίζονται ἀπέναντι ἐξόδων. Καθόσον ἀφορᾷ ὅμως τὰ μέλλοντα, ἕκαστος Ὑπουργὸς, Κύριοι, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ συντάττῃ προϋπολογισμόν· τοῦτον τὸν συντάσσει ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσοδημάτων καλυπτομένων διὰ τῶν ἐξόδων. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος θὰ ἔχῃ 200,000 ἔσοδον ἀπὸ ἐκποίησιν φθαρτῶν κτημάτων, καὶ ἀπέναντι θὰ ἔχῃ ἓν ἔξοδον, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ὅταν λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντὶ νὰ λάβῃ 200,000, θὰ λάβῃ εἰς συμψηφισμὸν ὁμολογίας, τί θὰ τὰς κάμῃ αὐτὰς τὰς ὁμολογίας; ἀπὸ τὰς ὁμολογίας αὐτὰς ὑπάρχουν 4,000,000 εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀποῤῥιφθῇ αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει περὶ τῶν φθαρτῶν κτημάτων. Ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ τὸ Ἔθνος εἰς χρηματικὰς δυσκολίας μεγαλειτέρας, καὶ νὰ πωλήσῃ κτήματα περισσότερα. Εἶμαι λοιπὸν ὑπὲρ τῆς ἀπολείψεως αὐτοῦ τοῦ μέρους τοῦ ἄρθρου «καὶ πρὸς ἀγορὰν φθαρτῶν κτημάτων διὰ τὸ ἥμισυ τοῦ ἀντιτίμου,» δηλαδὴ τοῦ τελευταίου μέρους τοῦ 5 ἄρθρου. Συλλογισθῆτε μήπως πωλήσωμεν κτήματα καὶ λάβωμεν ὁμολογίας ἀντὶ χρημάτων.
§130ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἐθνικὸν, ὁπωσδήποτε εἶναι ζήτημα ἐπαναστατικόν. Μεταξὺ τῶν πολλῶν συμφορῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ Ἔθνος εἶναι καὶ ἡ πτῶσις τῆς δημοσίου πίστεως ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς· ἐνθυμοῦμαι ὅτι μὲ μεγάλην μου θλίψιν ἀνέγνωσα εἰς ἐφημερίδας ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἀπεύθυνον εἰς τὸ Ἔθνος ἕνεκα τῆς κακῆς πίστεως τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, λοιπὸν ὅτι τὸ Ἔθνος ἔχει καὶ αὐτὸ τὴν ὑποχρέωσιν ὅτι τιμᾷ καὶ σέβεται τὰ χρέη του, καὶ ὅτι ὁπωσδήποτε θέλει καὶ ἀναγνωρίζει τὴν δημοσίαν πίστιν. Προτείνω τοῦτο, Κύριοι, διότι τὸ δάνειον αὐτό, κατ’ ἐμέ, κατὰ μέγα μέρος εἶναι γεγονός· προϋπῆρξεν ἓν συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἐκυκλοφόρει, καὶ δυνάμει αὐτοῦ διάφοροι κεφαλαιοῦχοι ἐπίστωσαν τὴν Ἑλλάδα. Τονίζω τὴν λέξιν αὐτὴν, τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἦτον αὐτὴ ἡ ἐπανάστασις, αὐτὴ ἡ Ἑλλάς, ἐξήσκει ὁλόκληρον τὴν Ἐθνικὴν Κυριαρχίαν. Ὅσοι ἔδωκαν χρήματα δὲν τὰ ἔδωκαν εἰς τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς, εἰς τὸ Ἔθνος· ἐγὼ ὅμως ἤθελον προτείνει ἔνστασιν κατὰ τῆς Συνελεύσεως, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα σήμερον ἡ Συνέλευσις διὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν ἤδη, νὰ σκεφθῇ, ἀλλὰ παρεμπιπτόντως εἶπα ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα, διότι εἶναι ἐξουσία· ἡ Συνέλευσις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν μου, διότι ἡ Συνέλευσις ἕνα μόνον πρᾶγμα δὲν δύναται νὰ κάμῃ, δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸν ἄνδρα εἰς γυναῖκα· ἀλλ’ ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἀναφαίρετος, ἡ ἀκίνητος περιουσία δὲν ἀπαιτεῖ περισσότερον συμβιβασμὸν ἀπὸ ἡμᾶς, παρὰ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα καθιερώθησαν. Διὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἕως τώρα ἐδόθησαν ὡς δάνειον εἰς τὴν Κυβέρνησιν δυνάμει αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον εἶναι νόμος, δὲν εἰμποροῦμεν νὰ φέρωμεν οὐδεμίαν τροποποίησιν, καὶ θὰ μένωμεν ἁπλῶς εἰς τοῦτο, νὰ κηρύξωμεν τὸ ψήφισμα ὅπως ἔχῃ. Τρέχει μία ἰδέα, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἦτο δικτατορία, καὶ πρέπει νὰ τὴν καθιερώσωμεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Μὲ μίαν λέξιν, Κύριοι...
§131ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§132ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους εἶναι πάντοτε ζῶσα, ἑδραία εἰς τὸν λαὸν, καὶ ἀσκεῖται παρ’ ὁποιασδήποτε Κυβερνήσεως· ἦσαν ἀποῦσαι ἡ Βουλὴ, ἡ Γερουσία, ὁ Βασιλεὺς, καὶ τὰ πάντα ἔλαβον τὴν ἕδραν αὑτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ ψήφισμα αὐτὸ εἶναι πλήρης νόμος. Σήμερον ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀκυρώσωμεν καὶ τοὺς νόμους καὶ τὰ ψηφίσματα, ἀλλὰ τὴν πρόθεσιν δὲν τὴν ἔχομεν· ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ δικτατορία δὲν εἶναι ἐνταῦθα, παρὰ μόνον ὅταν ἐξασκῆται ὑφ’ ἑνὸς προσώπου, τὸ πρόσωπον δὲ αὐτὸ τόρα εἶναι ἅπασα ἡ κυριαρχία. Κύριοι, ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν εἴπομεν διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδόθη, ἐκπληροῦμεν ἐντίμου χρεώστου καθῆκον νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις, ὑποσχόμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ τὸ πληρώσωμεν· ὡς πρὸς τὸ μέλλον ὅμως ἔπρεπεν ἴσως νὰ ἤμεθα μᾶλλον ἐλεύθεροι. Λέγω, Κύριοι, ὅτι τὰ χρήματα εἶναι ἀναγκαῖα ὁπωσδήποτε, διότι εἶναι ἡ δημόσιος ἀσφάλεια αὐτὴ ἡ ἰδέα, αὐτὴ εἶναι ἡ ζωὴ, ἡ ἰδιοκτησία ἡμῶν τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ ἔθνους· τὰ χρήματα εἰς ἐπανάστασιν εἶναι τὸ πᾶν, εἶναι ὁ Βασιλεὺς ἐρχόμενος, καὶ ὁ τρόπος τοῦ πῶς θὰ ἔλθῃ ὁ Βασιλεὺς, διότι ἀπὸ τὰ χρήματα ἐξαρτᾶται ἡ δημόσιος ἀσφάλεια καὶ ἀπὸ ταύτης ὅλα τὰ πράγματα, ἂς μὴ κυτάζωμεν ὡς ὁ στραβὸς τὸν ἥλιον, καὶ νὰ ψάχνωμεν ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ νὰ κάμωμεν μίαν ἔνστασιν. Προετάχθην εἰς αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι μὲ ἔκαμε μεγάλην ἐντύπωσιν, πῶς ὁ πρῶτος ἀγορεύσας ἔκαμε μεγάλον κρότον καὶ ἔστησε συζήτησιν ἐπὶ τοῦ 4 ἄρθρου. Τὸ 4 ἄρθρον λέγει, ὅτι δύναται ὁ κάτοχος ὁμολογιῶν νὰ προτείνῃ συμψηφισμόν· εἰξεύρετε τί εἶναι αὐτό; Διὰ τοῦ νόμου τῶν καθυστερούντων τοῦ 37 διεγράφη ἓν προνόμιον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ὁ συμψηφισμὸς, ἄρθρον 11 αὐτοῦ τοῦ νόμου, αὐτὸ εἶναι ἓν προνόμιον τὸ ὁποῖον καὶ τὸ δημόσιον, τὸ πολιτικὸν δίκαιον, τὸ κοινὸν δὲν τὸ παραδέχεται. Ἔχω νὰ λάβω ἐγὼ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν 1000 δραχμὰς, ἔχει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ ἐμὲ ἄλλας τόσας, ἔχει τι ἄτοπον νὰ φέρωμεν ἕνα συμψηφισμὸν ἀμέσως καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὔτε νὰ λάβῃ οὔτε νὰ δώσῃ; δὲν εἶναι λοιπὸν, ἂν διαγράφηται ἓν δικαίωμα ὑπὲρ τοῦ πιστωτοῦ, ἐκτὸς τοῦ κοινοῦ δικαίου, καταργεῖται προνόμιον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Κύριοι, δὲν πιστεύω κανεὶς νὰ διστάζῃ δι’ αὐτὸ διὰ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον πρὸς κύρωσιν τοῦ ψηφίσματος καὶ τῆς τροπολογίας. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου Πετσάλη, ἢ τὸν δεύτερον λόγον, τὸν ὁποῖον ἀντιτάττει κατὰ τοῦ δανείου, ὅτι δηλ. τρέχει ἕνα κίνδυνον, ἐὰν προϋπολογίζοντες ὅτι θὰ ἔχωμεν ἔσοδα 28 ἑκατομμύρια νὰ ἔχωμεν μόνον 25, ἐνῷ ἔχομεν ἀνάγκην 28 ἑκατομμυρίων μετρητῶν διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, καὶ τότε θὰ εἰσπράξωμεν ὀλιγώτερον, διότι, πωλουμένων φθαρτῶν κτημάτων, ἀντὶ νὰ λαμβάνωμεν χρήματα θὰ λαμβάνωμεν ὁμολογίας, καὶ 2 πράγματα θὰ συμβοῦν· ά) ὅταν τὸ δημόσιον δὲν προϋπολογίζῃ τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς πωλήσεως φθαρτῶν κτημάτων, καθόσον ἡ ὑπηρεσία συντηρεῖται διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, βʹ) τοιαύτη πώλησις δὲν γίνεται κατὰ ἑκατομμύρια. γʹ) Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο περισσότερον. Σήμερον, ἀπὸ τοῦ 53, ἢ καὶ πρότερον δὲν ἠξεύρομεν, δὲν γνωρίζομεν, ὅτι τοιαῦται ὁμολογίαι τρέχουν κατὰ χιλιάδας ἔξω; Πωλεῖ τὸ δημόσιον ἑκάστοτε, καὶ ἀντὶ νὰ λάβῃ χρήματα, λαμβάνει πάλιν χαρτιὰ, καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦλθε ποτε εἰς καμμίαν δυσχέρειαν· αἱ ὁμολογίαι αὗται εἶναι τὰ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια· πωλουμένων φθαρτῶν κτημάτων δίδονται δι’ ὁμολογιῶν χρήματα, καὶ δὲν γνωρίζω τὸ ποσόν. Ἀλλ’ ἡ τροπολογία αὕτη, μοὶ ἀρέσει, ἰδιαζόντως διὰ μίαν ἄλλην οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἤθελον ἐπιθυμήσει· κατὰ τὴν τροπολογίαν, ἂν πωληθῶσι ἑνὸς ἑκατομμυρίου κτήματα, θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ λάβωμεν 500,000 τοῖς μετρητοῖς, καὶ οὐχὶ καθυστερούμενα, καὶ 500,000 εἰς ὁμολογίας· ἀντὶ τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν σήμερον, ἂν πωλήσωμεν τὰ φθαρτὰ κτήματα εἰσάγεται ἓν σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν ἔχει πολλὰ χρήματα. Μόνον θὰ ἐπιμείνω κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ ὡς πρὸς τὴν διάκρισιν τοῦ 1%, τὸ ὁποῖον ὅλοι χαρακτηρίζουν ὡς ἀμοιβὴν, καὶ ἄλλοι ὡς λαχνὸν· ἡ θεωρία τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ ἐσκέφθην, ὅτι εἶναι ὡραία, καὶ ὅτι φέρει μίαν οἰκονομίαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 1 ἑκατομμυρίου· ἀλλ’ ἀπολύτως μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο τὸ σύστημα δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν, διότι ἀδικοῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐπίστωσαν εἰς κρισίμους περιστάσεις· εἶναι 2 ἑκατομμύρια δραχ. καὶ τὸ ὅλον εἶναι 6 ἑκατομμύρια. Διὰ τὰ 2 ἑκατομμύρια νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ ψήφισμα· διὰ τὸ ἐπίλοιπον, ὅμως εἶναι φανερὸν, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἔκαμεν ἓν λάθος καὶ εἴμεθα εἰς θέσιν καὶ πρέπει νὰ τὸ διορθώσωμεν.
§133ΒΛ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ οὐδόλως θὰ ἐπέμβω εἰς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τοῦ δανείου, διότι δὲν θέλω νὰ κατασταθῶ γελοῖος, καθ’ ὅσον δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος, ἀλλὰ φρονῶ ὡς πρὸς τὸ παρὸν νὰ σταματήσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καθ’ ὅσον δὲν βλέπω τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον εἶδε τὸ ὑπουργεῖον ὁλόκληρον, λέγον, ὅτι τὸ ταμεῖον δὲν ἔχει χρήματα, δὲν ἔχει εἰμὴ 100 δραχμὰς, καὶ ὅστις ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἂς μὴ κρυπτώμεθα, Κύριοι, τρέχει καὶ ζητεῖ χρήματα ἐκεῖ ὅπου ὑποτίθεται ὅτι δύνανται νὰ εὑρεθῶσι λόγῳ δανείου, εἰς τὴν Τράπεζαν· δὲν θέλω διόλου νὰ ἐπέμβω, ἐὰν συμφέρουν οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει τὸ ψήφισμα. Τὸ ὑπουργεῖον βεβαίως δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Τράπεζαν παρακατατεθειμένα χρήματα, τὰ ὁποῖα πιστεύω ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις πρὸ παντὸς ἄλλου δύναται νὰ τὰ δανεισθῇ, ἀναλαμβάνουσα αὐτὴ τὴν εὐθύνην νὰ τὰ ἀποδώσῃ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, Κύριοι, διαχειρίζεται πρὸς 4, ἢ πρὸς 4½, ἢ πρὸς 5% διάφορα κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα διάφοροι Ἕλληνες ὁμογενεῖς ἀπέστειλαν διὰ διαφόρους σκοποὺς, εἰς τὴν Τράπεζαν. Κύριοι, εἶναι παρακατατεθειμένα χρήματα, ἂν δὲν σφάλλω, τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἤδη τὸ μικρὸν κεφάλαιον τῶν Ναυτικῶν συντάξεων καὶ ἀναβαίνουσιν εἰς δραχμὰς περὶ τὰς 500,000. Ἄλλοτε ἐλέχθη παρὰ τοῦ Κυρίου Μπούμπουλη ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν τῶν χρημάτων· ἐγὼ ἔδωσα εἰς αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τότε τὸ ὄνομα δήμευσις. Τὰ χρήματα ταῦτα διαχειρίζεται ἡ Τράπεζα καὶ κερδίζει 13,15% καὶ δίδει μόνον 5%· διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ ἐγγυηθῇ εἰς τοὺς μετόχους, λαμβάνουσα τὰ χρήματα, τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον ὑπόσχεται 6%· καὶ πιστεύω ὅτι οἱ μικροὶ κεφαλαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι ἀπαρτίζουν τὸ κεφάλαιον τοῦτο, δύνανται νὰ ἔχωσι καὶ πρέπει νὰ ἔχωσι περισσοτέραν πίστιν εἰς τὸ Ἔθνος, παρὰ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καλύπτονται ὑπὸ τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν καὶ κερδοσκοποῦσι. Δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν, καὶ οἱ πρώην ὑπουργοὶ δύνανται νὰ μᾶς δώσουν καλλιτέρας πληροφορίας, ὅλα τὰ ποσὰ ταῦτα ἀναβαίνουσιν εἰς 1½ ἢ 2 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ἴδια θὰ μᾶς δανείσῃ ἡ Τράπεζα μὲ τόκον περισσότερον. Κύριοι, δὲν φθάνει τοῦτο, θέλουσι νὰ ἐγγυηθῶμεν διὰ φθαρτῶν κτημάτων καὶ μᾶς τὸ λέγουσι μετὰ παῤῥησίας. Ἐχάθη ἡ δημοσία ἐν Ἑλλάδι πίστις καὶ οἱ Ἕλληνες ἐμπιστεύονται εἰς τὴν Τράπεζαν, εἰς τὰ χαρτιὰ αὐτὰ, τὰ παλιόχαρτα. Κύριοι, δύναται ἡ Τράπεζα νὰ ἐγγυηθῇ ὅτι σήμερον, ἂν παρουσιασθῶσι, δύναται νὰ τὰ ἐξοφλήσῃ; εἰς τὰ 1848 ἤθελον νὰ τὴν δοκιμάσωσι καὶ ἔτρεμε σύσσωμος, ὑπεχρέωσε τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νόμον, δι’ οὗ ἐδεσμεύετο εἰς τὸ μέλλον πᾶσα ἐξέλεγξις. Κύριοι, μὴ τρέχωμεν, τὸ δάνειον θὰ συνομολογηθῇ, διὰ τὶ μᾶς πιάνωσιν ἀπὸ τὸν λαιμὸν; ἀλλὰ πρὶν συνομολογηθῇ τὸ δάνειον, προτείνω ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ ὡς δάνειον τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι παρακατατεθειμένα εἰς τὴν Τράπεζαν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῶν Ναυτικῶν συντάξεων καὶ ἀπὸ τὰ κληροδοτήματα, καὶ λαμβάνουσα ἡ Κυβέρνησις τὰ χρήματα ταῦτα ἔχει καιρὸν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον μὲ συνθήκας ἐντίμους, ἐντὸς τῶν ὁποίων οὐδόλως νὰ παραδεχθῶμεν τὰ φθαρτὰ κτήματα. Θέλετε, Κύριοι, νὰ φθάσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν πώλησιν τῶν φθαρτῶν κτημάτων διὰ νὰ ἀποτίσῃ τὸ χρέος της; Προτείνω λοιπὸν, νὰ σταματήσῃ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ δανείου, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν παραλαβὴν τῶν χρημάτων αὐτῶν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρενέπεσεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ δανείου μία ἄλλη πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως καὶ περὶ τοῦ νὰ λάβωμεν αὐτὰ τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν Τράπεζαν. Εἶχον λάβει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῶν εἰδικῶς, οἱ Κύριοι Βούδουλης, Κεχαγιᾶς καὶ Δεληγιάννης. Ὑποστηρίζεται αὐτὴ ἡ πρότασις;
§135ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§136ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ μία πρότασις παρεμπίπτουσα ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τῆς προηγουμένης.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον προκύπτει, εἶναι νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν θέλῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης νὰ προβῇ ἡ συζήτησις.
§138ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§139ΕΤΕΡΟΙ. Ναί.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ προκαλεῖ τὸ ζήτημα, ἂν θ’ ἀνασταλῇ ἡ συζήτησις.
§141ΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ἡ συζήτησις θὰ ἐξακολουθήσῃ· ἡ πρότασις τοῦ Βαλτινοῦ δὲν ἀναστέλλει τὴν συζήτησιν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω, ἐὰν, συνεπείᾳ τῆς παρεμπιπτούσης προτάσεως τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ, πρόκηται ν’ ἀνασταλῇ ἡ συζήτησις περὶ δανείου. Δὲν πρόκειται νὰ ἀναπτυχθῇ κατ’ οὐσίαν ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ, τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἠμπορῇ ν’ ἀναστείλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ δανείου διὰ νὰ συζητηθῇ κατ’ οὐσίαν ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Βαλτινοῦ· λοιπὸν «οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι πρέπει ν’ ἀνασταλῇ ἡ συζήτησις.....
§143Β. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν διὰ μίαν στιγμὴν, ἐὰν ἡ Συνέλευσις εἴπῃ ὅτι ἔπειτα ἔχομεν καιρὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, καὶ ἑπομένως ἐὰν ἐπικυρωθῇ τὸ ψήφισμα ὅπως παρουσιάζεται, δὲν ἀπαλλάσσεται τὸ Ἔθνος ἀπὸ ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐγὼ πρὸς στιγμὴν θέλω νὰ τὸ σώσω. Ἡ πρότασίς μου λέγει· ἔχομεν χρήματα σήμερον, καὶ ἔχομεν καιρὸν αὔριον νὰ σκεφθῶμεν περὶ δανείου.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Οἱ παραδεχόμενοι κατὰ τὴν παρεμπίπτουσαν πρότασιν τοῦ Κ. Βαλτινοῦ ν’ ἀνασταλῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἤτοι ἐπὶ τοῦ δανείου, ἐκεῖνοι νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρεται εἷς), ἡ Συνέλευσις ἀπέῤῥιψε τὴν ἀναβολή.
§145ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐὰν παραδεχθῶσί τινες τῶν προτάσεων τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, δὲν ἐθεώρησα ὅτι προσβάλλεται ἡ δημοσία πίστις, διότι ἐνόμισα τὸ ἐναντίον μᾶλλον, ὅτι ἔρχεται μία Συνέλευσις καὶ διὰ μιᾶς ἐξασφαλίσεως ὅπου δίδει, καὶ εἰς ἐκείνους ὅπου ἔλαβον τὰ 2 ἑκατομμύρια, καὶ εἰς ἐκείνους ὅπου θὰ λάβουν τὰ 4, λέγει, ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ τὰ πληρώσῃ.
§146ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, εἶμαι κατὰ τῶν τροπολογιῶν ἐὰν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἄλλως δὲν οἰκονομεῖται ἡ κατεπείγουσα ἀνάγκη αὐτὴ καὶ ὅτι μᾶς ἀπειλεῖ κίνδυνος, ἂν σᾶς βεβαιώσῃ τοῦτο ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἄνευ τῆς παραδοχῆς αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν χρήματα, τότε εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποφύγετε τὸν προσωρινὸν κίνδυνον. Δὲν εἰξεύρετε, Κύριοι, πόσον θὰ διαρκέσῃ ἡ παροῦσα κατάστασις· εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, αὐξάνουν καθὼς ἠξεύρετε τὰ ἔξοδα, καὶ ἐλαττοῦνται αἱ εἰσπράξεις, καὶ οὕτω συνέβη παντοῦ, καὶ παντοῦ εὑρέθησαν εἰς τὰς δυσχερείας, εἰς ἃς καὶ ἡμεῖς σήμερον. Ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἐκάμαμεν, καὶ ὅστις παρουσιάζεται σήμερον δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ θεραπεύσῃ καὶ τὰς παρούσας, καὶ τὰς μελλούσας ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἀλλὰ νὰ οἰκονομήσῃ τὴν προσωρινὴν ἔλλειψιν, διὰ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καιρὸν, ἕως οὗ ἐπανέλθῃ πλήρης ἡ τάξις, καὶ ἐπαναληφθοῦν αἱ τακτικαὶ ἐργασίαι, ἕως οὗ τὰ πράγματα ἐπανέλθουν εἰς τὴν κατάστασιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀνεχωρήσαμεν, τοὐτέστι τὰ ἔσοδά μας νὰ ἐπαρκοῦν εἰς τὰ ἔξοδά μας· ὅταν ἐκάμαμεν τὸν Νόμον αὐτὸν, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, μόνον πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν χρήματα· καὶ τώρα, ἂν σᾶς εἴπουν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν χρήματα ἄνευ τῆς παραδοχῆς τῶν τροπολογιῶν, πρέπει νὰ δεχθῆτε αὐτάς. Κύριοι, ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν σᾶς φέρουν, θὰ ἀσφαλίσῃ ἴσως ἓν ἑκατομμύριον ἢ 1½ καθὼς πιστεύω.
§147ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ τὰ τέσσαρα.
§148ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι μία βεβαίωσις, τὴν ὁποίαν ἤθελον δεχθῆ ὡς ἀληθῆ, ἐὰν ὁ δίδων μ’ ἔδιδε καὶ τὰς περὶ τούτου ἐγγυήσεις. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας σᾶς ζητοῦν, δὲν θὰ σᾶς ἀσφαλίσουν παρὰ 1,000,000· διότι μέχρι τοῦδε τοιαύτας ἐγγυήσεις ζητοῦσι· δεύτερον, διότι πολλαὶ τῶν ἐγγυήσεων αὐτῶν εἶναι μάταιαι, καὶ ἐγένοντο διὰ νὰ πλανήσουν τὸ κοινὸν, καὶ ἀκούσατε, ἐπειδὴ ἐδῶ πρόκειται νὰ ψηφήσητε σπουδαῖα πράγματα. Τί εἶναι; Κύριοι, ἡ περὶ ληξιπροθέσμων ὁμολογιῶν τροπολογία; Αὐταὶ πρέπει νὰ χρησιμεύωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν χρεῶν μέχρι τοῦ 58. Ἠξεύρετε ὅτι αὐτὰ τὰ χρέη εἷς νόμος συνταχθεὶς κατὰ τὸ 62 τὰ κατήντησεν μὴ ἀπαιτητὰ, διότι ὅλα τὰ χρέη αὐτὰ τὰ κατέστησεν ἀμφισβητήσιμα ὁ νόμος αὐτός· ἑπομένως αὐτὰ τὰ χρέη, μέχρις οὗ διέλθουν αἱ ἀμφισβητήσεις, καὶ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐνώπιον τῶν Διοικητικῶν ἀρχῶν (θόρυβος). Ὁ νόμος αὐτὸς ἔλεγεν· ἔχεις τὸ δικαίωμα ἅμα ῥίψῃς μίαν ἀναφορὰν εἰς τὴν ἀρχὴν, νὰ μὴ πληρώσῃς καὶ νὰ σᾶς εἴπω τί συνέβη; εἰς τὴν Μεσσηνίαν συνέβη ὥστε οἱ ὀφειλέται νὰ παραπονοῦνται καὶ νὰ μὴ πληρώνουν αὐτὰ τὰ χρέη διότι ὁ εἷς ἔλεγε περὶ τοῦ ἰδίου δήμου προκειμένου, πῶς αὐτὸ τὸ ἔτος ἐστάθη τρομερὰ καταστροφὴ εἰς τὸ χωρίον ἕνεκεν ἀνομβρίας, εἰς τὸ ἕτερον τοῦ αὐτοῦ δήμου ἕνεκεν πολυομβρίας ἔκαμε μίαν τρομερὰν καταστροφήν. Δεύτερον λάβετε ἀνὰ χεῖρας τοὺς ἀπολογισμούς· ἐκεῖ θὰ ἴδητε τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ εἶναι μηδαμιναὶ, καλυπτόμεναι ἀπὸ τὰ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια· ποῖος ἑπομένως ἔχων φαλαγγιτικὸν γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον ἠγόρασε μὲ 40%, θέλει πληρώσει μὲ ὁμολογίας ἀγορασθησομένας ἀντ’ 100 δραχμῶν, ὧν προβλέπεται ἔκπτωσις; ὥστε βλέπετε, Κύριοι, μίαν ἐγγύησιν, ἥτις εἶναι ματαία (θόρυβος). Κύριοι, βλάπτετε τὴν τιμήν σας, καὶ προσέξατε· διότι, ὅταν προσκαλῆτε τὸν κόσμον νὰ σᾶς δανείσῃ καὶ τοῦ ὑπόσχεσθε, πρέπει νὰ τοῦ δίδετε ἐγγυήσεις σπουδαίας. Ἓν Ἔθνος δὲν πρέπει νὰ ὑπόσχηται ἐγγυήσεις ψευδεῖς· ἂν θέλετε, κάμετέ το, ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ, παρὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατ’ αὐτῶν τῶν ἐγγυήσεων.
§149ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πολὺ ὑπερήφανος φαίνεσθε ἀπόψε, Κ. Κουμουνδοῦρε.
§150ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ζητοῦν σχετικῶς πρὸς αὐτὰ τὰ κτήματα εἶναι καὶ θεωρητικῶς σόλοικος, κατ’ ἐμὲ, καὶ ἐναντία τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Τί σκοπεύει τὸ νομοσχέδιον; ζητοῦμεν ἓν δάνειον. Ποῖα εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ δανείου καὶ φόρων; Διὰ μὲν τὸν φόρον ἀναλαμβάνετε ὅλον τὸ βάρος ἀμέσως, καὶ ἱκανοποιεῖτε ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας· διὰ δὲ τοῦ δανείου οἰκονομεῖτε τὰς ἀνάγκας σας, ἀλλὰ μεταβιβάζετε ἓν μέρος τῶν βαρῶν καὶ εἰς τὸ μέλλον προσδιορίζοντες τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ εἰς προθεσμίας μακρὰς, εἰς τὰς δυσκόλους περιστάσεις, εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἔθνη ἀγωνίζονται. Δὲν θέλω τόρα νὰ ἐγείρω ἐνώπιόν σας μεγάλην ἀμφισβήτησιν μεταξὺ δανείου καὶ φόρου, ὁποῖον πρέπει νὰ προτιμηθῇ· ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ἀμφισβητεῖται εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, ὅτι αἱ ἀνάγκαι, ὡς ἡ παροῦσα, αἵτινες γεννῶνται διὰ συμβεβηκότα τοιαῦτα, πρέπει νὰ ἱκανοποιῶνται διὰ δανείων. Τόρα ἐὰν δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν, χάνει τὴν φύσιν του θεωρητικῶς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον, κατὰ τὴν φύσιν τοῦ δανείου θέλετε νὰ λάβετε 6,000,000 καὶ νὰ τὰ πληρώσητε εἰς 34 ἔτη, ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ νὰ τὰ πληρώσητε ὅλα διὰ μιᾶς, ἂν πωλήσητε ὅλα τὰ κτήματά σας, προετοιμάζοντες τὸ μέλλον σας· τὸ σύστημα τῶν δανείων εἶναι ἀποτελεσματικὸν καὶ ὀρθὸν, ἀλλὰ τότε βλέπετε, δὲν κάμνετε ἓν δάνειον κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ βάλλετε ἕνα φόρον· διότι πωλοῦντες τὰ κτήματά σας σκέπτεσθε νὰ οἰκονομήσετε ἀνάγκας κατεπειγούσας· ἀλλὰ καθὼς ὅταν δὲν ἔχητε πόρους νὰ τὰς ἱκανοποιήσητε, θέλει ἐπιβάλλει φόρους, τοιουτοτρόπως, ἀντὶ νὰ κάμετε ἓν δάνειον, θεωρητικῶς καθιεροῦτε μίαν ἐπιβολὴν φόρου· ἀλλ’ ἠμπορεῖ τότε νὰ γείνῃ καὶ κίνδυνος· κατὰ δυστυχίαν, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐναντίον τῆς καθ’ ἡμῶν δυσπιστίας ἓν κατάστημα ἀπολαμβάνει εὐρυτάτης πίστεως, διότι διὰ τὴν ἔμφρονα διοίκησίν του, ἐστάθη λίαν ὠφέλιμον καὶ εὐεργετικὸν εἰς τὸ ἔθνος, οὐχὶ μόνον διότι ἔφερε κεφάλαια εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ διότι ἐχρησίμευσε καὶ ἱκανοποίησε πολλὰς ἀνάγκας. Ἐνθυμεῖσθε, πρὶν τοῦ καταστήματος, πόσον ὑψηλοὶ ἦσαν οἱ τόκοι. Ἡ τράπεζα λοιπὸν ἐστάθη εὐεργετικὴ, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν, Κύριοι, καὶ διότι ἐχρησίμευσεν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος ὡς κατάστημα ἀπολαμβάνον πληρεστάτης ὑπολήψεως καὶ ἐμπιστοσύνης καὶ διὰ τὸν ἔσω καὶ διὰ τὸν ἔξω κόσμον· διὰ τοῦτο, ἀντὶ νὰ κατηγορῶμεν, πρέπει νὰ ἐπαινῶμεν τὴν Τράπεζαν.
§151ΚΩΝ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔκαμε σκελετὸν τὴν Ἑλλάδα.
§152ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ Κύριοι, εὔχομαι ἡ κατάστασις ἡ δύσκολος, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ἤδη, εὔχομαι νὰ παρέλθῃ λίαν συντόμως ν’ ἀπακατασταθῶσι τὰ πράγματα, νὰ λάβωσι τὴν ἰσχύν των οἱ νόμοι, καὶ νὰ ἠμπορέσῃ τέλος ἡ κοινωνία νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἡσυχίαν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ πληροῦται τὸ ταμεῖον. Ἀλλά, Κύριοι, ἠμπορεῖ νὰ μὴ συμβῇ τὸ ἐναντίον· σεῖς, ὡς φρόνιμοι ἄνθρωποι, καὶ τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς πρέπει νὰ τὰς λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Ἠμπορεῖ νὰ ἀργήσῃ κατὰ δυτυχίαν καιρόν τινα ν’ ἀποκατασταθῶσι τὰ πράγματα, ἠμπορεῖ ἀκόμη νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐλπὶς τοῦ κυρίου Καλλιγᾶ· διότι κύριοι, κἀνὲν διδόμενον δὲν ἔχω, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον· (θόρυβος) καὶ ἐὰν εὑρεθῆτε εἰς αὐτὴν στενοχωρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ τώρα, ἐὰν εὑρεθῆτε εἰς ἔλλειψιν χρημάτων, τί θὰ γείνετε; αὐτὰ τὰ ὀλίγα κτήματα, τὰ ὁποῖα ἠμπορούσατε νὰ διαθέσητε εἰς τὰς ἀνάγκας σας, αὐτὰ τὰ παραδίδετε (θόρυβος). Ὁμιλῶν περὶ ἐκποιήσεως, ἐννοῶ τὸ ἀδύνατον νὰ τὰ διαθέσετε. Διότι ὅταν, κύριοι, παραδεχθῆτε, ὅτι τὰ χρέη αὐτὰ ἠμποροῦν νὰ ἐξοφλῶνται μὲ τὰ ὁμόλογα, τότε ἐξεποιήσατε ἀπὸ τοῦδε τὰ κτήματα αὐτά. Καὶ τοιουτοτρόπως, κύριοι, εἰς ἀνωμάλους περιστάσεις ἐχάσατε ἕνα καὶ μόνον πόρον, τὸν ὁποῖον ἔχετε· διότι φόρους δυσκολεύεσθε νὰ εἰσπράξητε, πίστιν δὲν ἔχετε, αὐτὴν τὴν ὀλίγην περιουσίαν εἴχετε διὰ νὰ καλύψητε τὴν ἐσχάτην ἀνάγκην, καὶ αὐτὴν τὴν οὐδετερώνετε. Ἰδοὺ διατί νομίζω, ὅτι, προβλεπτικῶς σκεπτόμενοι περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους, δὲν πρέπει νὰ στέρξητε τόσον ταχέως· καὶ διατί; διότι ἂν λάβετε 1,000,000 δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου, θέλετε δεσμεύσει μεγίστην περιουσίαν, διότι ὁ νόμος δὲν θὰ λάβῃ περιστοτέραν ἔκτασιν, ἐλπίζω ὅμως τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ τοῦ νόμου περὶ δανείου ἐκ τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ μεγαλοδωρίας τῶν Ἑλλήνων τῶν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος· καὶ δι’ αὐτοὺς κύριοι, δὲν εἶναι ἐγγύησις (θόρυβος).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι!
§154ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν αὐτοὶ κύριοι δὲν φλέγωνται ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸν, τοῦ ὁποίου ἕως τώρα ἄπειρα ἔδωσαν δείγματα, ἐὰν, κύριοι, σκοπὸν δὲν ἔχουν εἰμὴ τὴν ἀσφάλειαν τῶν χρημάτων των καὶ νὰ κερδοσκοπήσωσιν, αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δίδετε, δὲν θὰ ὠφελήσουν. Ἕνας καθήμενος εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ δανείζων τὴν Ἑλλάδα 5,000 δραχμῶν, δὲν τὸ κάμνει διὰ τὴν ἐγγύησιν αὐτὴν δὲν θὰ εὕρῃ ἐδὼ νὰ λάβῃ 5,000 δραχ. κτήματα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δίδετε μίαν ἐγγύησιν ματαίαν, διότι ἀπὸ τὰ ξένα μέρη δὲν ἐζήτησαν τροποποιήσεις (θόρυβος). Καὶ ὅταν δὲν ἔχετε κἀμμίαν τοιαύτην αἴτησιν, διατὶ δωρεὰν νὰ λάβετε αὐτὸν τὸν μέγαν κίνδυνον, καὶ ν’ ἀπαλλοτριώσητε ἀπὸ τοῦδε τὴν μόνην περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχετε; ἂν θέλετε, ἠμπορεῖτε νὰ τὸ κάμετε.
§155ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διότι δὲν ἐπραγματοποιήθη τὸ δάνειον.
§156ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐπραγματοποιήθη, διότι δὲν ἐνεκρίθη ἔτι καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν αὐτῶν τῶν ἐγγυήσεων, ἂν θέλητε ἑπομένως νὰ ἐπιβάλητε ἐγγυήσεις, μὴ ἐπιβάλετε τοιαύτας ἐπιβλαβεῖς. Ἰδοὺ κύριοι, διατὶ εἶμαι ἐναντίος αὐτῆς τῆς ἐγγυήσεως, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνω, θεωρητικῶς μεταβάλλει τὴν φύσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ πρακτικῶς εἶναι ἐπικίνδυνος. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει διὰ τὸ παρελθὸν νὰ παραδεχθῆτε καὶ τὴν τροπολογίαν τὴν ἀφορῶσαν τὴν αὔξησιν τοῦ τόκου. Κύριοι, κυριαρχίαν κᾀνεὶς δὲν ἔχει νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν περιουσίαν καὶ μέχρις αὐτοῦ σταματᾷ πᾶσα κυριαρχία· μία κυριαρχία ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον, ἡ τοῦ Δικαίου· ἑπομένως ὁποιανδήποτε μεταφορὰν θέλετε νὰ κάμητε εἰς τὴν περιουσίαν, ὅταν ἡ μεταβολὴ εἶναι ἐναντία, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε κἀμμίαν μεταβολὴν, προλαμβάνω τὴν ἀντίκρουσιν τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ, ἐκτὸς μιᾶς περιστάσεως ὅπως γίνεται καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην, τὸ νὰ εἴπητε κάμνω αὐτὴν τὴν μεταβολὴν, ὅστις θέλει, ἂς τὴν δεχθῇ. Κύριοι, τότε ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν μεταβολὴν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν δικαιώματα καὶ κατέχουν τὰς ὁμολογίας, ἐρωτηθῶσιν ἢ εὑρεθῶσιν εἰς ἀνάγκην νὰ λάβουν τὰ χρήματά των· ἀλλὰ εἰς τοιαύτην περίστασιν εἶναι καὶ ἄτοπον καὶ κακὸν διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ τόπου νὰ παρουσιασθῆτε ἐνώπιον τοῦ κόσμου μὲ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν πίστιν σας, μὲ τὸ ὁποῖον ἠθελήσατε νὰ ἑλκύσητε τὰ ξένα κεφάλαια, νὰ παρουσιασθῆτε, λέγω, καὶ εἴπητε δὲν ἠξεύρομεν τί κάμνομεν; Ποῖος δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι ἠμπορεῖτε μεθαύριον νὰ κάμητε μίαν ἄλλην; Μολαταῦτα, ἐὰν τῷ ὄντι εἶναι ἀνάγκη, τότε κάμετε αὐτὴν τὴν μεταβολὴν διὰ τὸ μέλλον, καὶ τότε ἔχετε δύω νόμους διὰ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι ἄτοπον. Κύριοι, πρόκειται σήμερον ὄχι νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα θεωρητικῶς, διότι οὕτω δὲν ἔχει κἀμμίαν ἀξίαν· ὑπὸ τὴν πρακτικὴν ἔποψιν τὸ ἐξετάσαμεν καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, καὶ ἐδέχθημεν αὐτὸ τὸ σύστημα διὰ πολλοὺς λόγους· εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν Γαλλίαν, ἥτις κατήρτισε ἓν πολὺ σπουδαῖον καὶ μέγα Ἐθνικὸν κατάστημα τῆς χρηματικῆς πίστεως δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος, οὐχὶ μόνον εἰς τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐνήργησεν ἡ πόλις τῶν Παρισίων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ...... (θόρυβος)· δι’ ἄλλους λόγους ἐπέτυχε βέβαια, διότι εἰς τὴν Γαλλίαν ἔδωσε πλείονα πίστιν· καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι Πληρεξούσιοι, ὅτι εὕρισκε πραγματικὰς δυσκολίας αὐτὸ τὸ κατάστημα εἰς τὸ νὰ προοδεύσῃ, ἐν ὅσῳ δὲν ἐτίθετο ὑπὸ τὴν ἄμεσον προστασίαν τῆς Γαλλίας καὶ ἐν ὅσῳ ἐπὶ κεφαλῆς δὲν ἐτίθετο εἷς ἄνθρωπος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ὃν καὶ διὰ τὰ φῶτά του καὶ διὰ τὴν τιμιότητά του εὗρεν ἐγγυήσεις τὸ δημόσιον πνεῦμα; ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, μετὰ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα εἰς τὴν Γαλλίαν, μ’ ἐβεβαίωσεν ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα ἐπέδρασεν εἰς τὸ κερδοσκοπικὸν πνεῦμα· διὰ τοῦτο, Κύριοι, χωρὶς νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ πρᾶγμα αὐτὸ, ἐνομίσαμεν ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ ἠδύνατο καλλίτερον νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ δανείου. Ἦλθε τῳόντι, Κύριοι, ὅταν ἐσυζητοῦμεν τὸ σχέδιον αὐτὸ, ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐπρότεινεν ὁ Κύριος Βαλτινὸς, ἆρα γε τότε δὲν ἦτο καλὸν τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐντὸς τῆς Τραπέζης, νὰ τὰ δανεισθῇ τὸ δημόσιον; Ἡ ἰδέα αὐτὴ ἀπεκρούσθη διὰ δύω λόγους, διότι ἐλέγαμεν ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ ἀπεστάλησαν μὲ ῥητὴν ἐντολὴν νὰ κατατεθῶσιν εἰς ἓν κατάστημα, καὶ τὸ κατάστημα αὐτὸ δὲν ἠμποροῦσε βεβαίως ἕως τώρα νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον κάμνει τὸ δημόσιον· δεύτερον διότι τὰ κληροδοτήματα αὐτὰ εἶχον ἕνα ὡρισμένον σκοπόν· καὶ τὰ κληροδοτήματα ταῦτα βεβαίως, Κύριοι, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὰ μεταχειρισθῆτε, διότι αὐτὸ θέλει προσβάλλει τὴν ἀξιοπρέπειάν σας. Οὐχ ἧττον ὅμως, Κύριοι, λέγουσιν, ὅτι τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν κατετέθησαν δι’ ὡρισμένον σκοπὸν, δηλαδὴ ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ὁ τόκος ἔχει μίαν ὡρισμένην ἀποστολὴν, ἐκεῖνα τὰ χρήματα, λέγετε, ἠμποροῦσαν νὰ χρησιμεύσουν εἰς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, διότι τὸ κεφάλαιον πάντοτε μένει. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὴ ἡ ἰδέα δὲν παρεδέχθη. Ἰδοὺ, διατὶ νομίζω ὅτι αἱ τροπολογίαι αἱ παρουσιασθεῖσαι δὲν εἶναι ὀρθαὶ, κατ’ ἐμὴν κρίσιν.
§157ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν δι’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ πραγματευθῶμεν αὐτὸ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου· λέγω ὅτι ἂν δὲν ἐθεωροῦσα αὐτὸ τὸ δάνειον νὰ μᾶς ἐκβάλῃ κατὰ μέγα μέρος ἀπ’ αὐτὴν τὴν θέσιν, δὲν ἤθελα τὸ προτείνει.
§158ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται, ὅτι ἐφωτίσθησαν, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν. (Ἐγείρονται ἅπαντες).
§160Κ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ (Γραμματεύς). Ἀναγινώσκει τὰ ἄρθρα τοῦ ψηφίσματος. Ἄρθρον 1. Τὸ διὰ τοῦ ἀπὸ 21 Νοεμβρίου 1862 ψηφίσματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως προκηρυχθὲν δάνειον ἐκ δραχμῶν 6,000,000 κυροῦται ὡς δημόσιον χρέος ὑπὸ τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις.»
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μὲ τὴν ἀρχὴν ὅτι θὰ ὑπάρχουν τροποποιήσεις νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. «Ἄρθρον 2. Ἡ πρὸς ἐγγραφὴν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου προθεσμία παρατείνεται μέχρις ἐξαντλήσεως αὐτῶν.»
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ νὰ σηκωθῶσιν· (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. «Ἄρθρον 3. Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ἀπὸ 21 Νοεμβρίου π. ε. ψηφίσματος ἀπονεμητέα διὰ λαχνοῦ εἴς τινας τῶν ὁμολογιῶν ἀμοιβὴ (lot) ἐκ δραχμ. 60,000 καταργεῖται, ἀντ’ αὐτῆς δὲ χορηγεῖται ἐφ’ ὅλων τῶν ὁμολογιῶν ἴση ἀμοιβὴ (prime) 20%, ἤτοι δραχ. 20 ἐφ’ ἑκάστην ὁμολογίαν. Ἡ ἀμοιβὴ αὕτη πληρόνεται κατὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν, ὅπως ὁρίζει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ἰδίου ψηφίσματος.»
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ ὑπάρχει μία τροπολογία τοῦ Κ. Ῥοντήρη νομίζω. «Ἡ ὡς ἄνω τῆς ἀμοιβῆς τροποποίησις ἀφορᾷ μόνον τὰ δάνεια τὰ ἐκτελεσθησόμενα μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος ψηφίσματος.»
§164ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροποποίησις διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἐπὶ 2,000,000 τὰ ὁποῖα ἐπραγματοποιήθησαν, θὰ δίδωνται 60,000 κατ’ ἔτος (θόρυβος). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας ἐννοεῖ ὁ Κύριος Ῥοντήρης, ὅτι ἐπίσης 60,000 δραχ. θὰ δίδωνται διὰ λαχνοῦ.
§165ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κατ’ ἀναλογίαν (θόρυβος).
§166ΕΤΕΡΟΣ. Δὲν εἶναι τροπολογία· εἶναι προσθήκη (θόρυβος).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 ὅπως ἀνεγνώσθη ἂς ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη. Ἄρθρον 4. (τὸ ὁποῖον γίνεται 3). Αἱ διὰ τῆς κληρώσεως γενόμεναι ἑκάστοτε ληξιπρόθεσμοι ὁμολογίαι ὅλων ἐν γένει αὐτῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ληξιπροθέσμου τόκου, δίδονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ πᾶσαν πρὸς αὐτὸ πληρωμήν.»
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ νὰ σηκωθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. «Ἄρθρον 5. (γινόμενον 4.) Αἱ μὴ ληξιπρόθεσμοι ὁμολογίαι εἰσὶ δεκταὶ πρὸς ἐξόφλησιν χρεῶν πρὸς τὸ δημόσιον ἐκ τῶν μέχρι τοῦ 1858 καθυστερούντων κατὰ τὸν ΧΚΗʹ. ἀπὸ 25 Ἰουλίου 1861 νόμον καὶ πρὸς ἀγορὰν φθαρτῶν κτημάτων διὰ τὸ ἥμισυ μόνον τοῦ ἀντιτίμου.»
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἐρωτήσω διακεκριμένως, τὸ μὲν ἀφορᾷ μίαν ἐγγύησιν διὰ τὰ καθυστεροῦντα, τὸ δὲ μίαν ἐπιφύλαξιν διὰ τὸ μέλλον. Λοιπὸν νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ 1 ἐδάφιον. (Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἐδάφιον μέχρι τοῦ «ἀπὸ 25 Ἰουλίου 1861 Νόμου.»)
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ, ἂς ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Συνέλευσις τὸ παρεδέχθη. Ἐὰν ἦναι δεκτὸν «καὶ πρὸς ἀγορὰν φθαρτῶν κτημάτων διὰ τὸ ἥμισυ τοῦ ἀντιτίμου» θὰ ἐρωτήσω τώρα.
§171ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οἱ κύριοι, πρὸ πάντων ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ὑπέθεσαν ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης πρόκειται νὰ πωλήσωμεν κτήματα.
§172ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι (θόρυβος).
§173ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶπον εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἀναγκασθῇ (θόρυβος).
§174ΠΟΛΛΟΙ. Ἐρωτήσατε, κύριε Πρόεδρε.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ αὐτὸ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου περὶ φθαρτῶν κτημάτων, ὅπως ὑπάρχει εἰς τὴν τροπολογίαν, ἂς ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη. «Οἱ κάτοχοι τῶν τοιούτων ὁμολογιῶν δὲν δικαιοῦνται πρὸς ἀπόληψιν τοῦ τόκου διὰ τὸ ὀλιγώτερον τοῦ ἔτους χρονικὸν διάστημα.»
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, νὰ σηκωθῶσι· (σηκώνονται πολλοί). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. «Αἱ οὕτω περιεχόμεναι εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου ὁμολογίαι δὲν ὑποβάλλονται εἰς κλήρωσιν.»
§177ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ εἶναι περιττόν. «Ἄρθρον 6. (τὸ ὁποῖον γίνεται 5) Αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τούτου ἐκδίδονται ἀνώνυμοι, ἢ ὀνομαστικαὶ, κατ’ αἴτησιν τοῦ δανειστοῦ. Αἱ τελευταῖαι μεταβιβάζονται δι’ ἁπλῆς ὀπισθογραφήσεως ἄνευ εὐθύνης.»
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ἂς ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. «Ἄρθρον 7. (τὸ ὁποῖον γίνεται 6) Αἱ διὰ τοῦ παρόντος μὴ τροποποιούμεναι διατάξεις τοῦ ἀνωτέρω ψηφίσματος μένουσιν ἐν ἰσχύϊ.»
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ἂς ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ἑπομένως ἀνεγνώσθη ὡς ἑξῆς τὸ ψήφισμα. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει. «Ἄρθ. 1. Τὸ διὰ τοῦ ἀπὸ 21 Νοεμβρίου 1862 ψηφίσματος τῆς Προσ. Κυβερνήσεως προκηρυχθὲν δάνειον ἐκ δρ. 6,000,000 κυροῦται ὡς δημόσιον χρέος ὑπὸ τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις· Ἄρθρ. 2. Ἡ πρὸς ἐγγραφὴν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου προθεσμία παρατείνεται μέχρις ἐξαντλήσεως αὐτῶν. Ἄρθρ. 3. Αἱ διὰ τῆς κληρώσεως γινόμεναι ἑκάστοτε ληξιπρόθεσμοι ὁμολογίαι, ὡς καὶ τὰ παραρτήματα ἐν γένει αὐτῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ληξιπροθέσμου τόκου, εἶναι δεκτὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ πᾶσαν πρὸς αὐτὸ πληρωμήν. Ἄρθρ. 4. Αἱ μὴ ληξιπρόθεσμοι ὁμολογίαι εἶναι δεκταὶ πρὸς ἐξόφλησιν χρεῶν πρὸς τὸ δημόσιον ἐκ τῶν μέχρι τοῦ 1858 καθυστερούντων, κατὰ τὸν ΧΚΗʹ. ἀπὸ 25 Ἰουλίου 1861 νόμον Οἱ κάτοχοι τῶν τοιούτων ὁμολογιῶν δὲν δικαιοῦνται πρὸς ἀπόληψιν τοῦ τόκου διὰ τὸ ὀλιγώτερον τοῦ ἔτους χρονικὸν διάστημα. Ἄρθρ. 6. Αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τούτου ἐκδίδονται ἀνώνυμοι, ἢ ὀνομαστικαὶ, κατ’ αἴτησιν τοῦ δανειστοῦ· αἱ τελευταῖαι μεταβιβάζονται δι’ ἁπλῆς ὀπισθογραφήσεως ἄνευ εὐθύνης. Ἄρθρ. 7. Αἱ διὰ τοῦ παρόντος μὴ τροποποιούμεναι διατάξεις τοῦ ἀνωτέρω ψηφίσματος μένουσιν ἐν ἰσχύϊ».
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις (ὥρα 7 καὶ ¾).
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΙΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Δ. Βρατσάνος.