1863.01.30
565 rows · 4,539 words · 73 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΛΖʹ.
Τῆς 30 Ἰανουαρίου 1863.
(Τετάρτη).
Ὥρα 12 παρὰ ¼.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἤρξατο ἡ Συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας. Ὁρκίζεται ὁ Πληρεξούσιος.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν ὀλίγα ἔγγραφα ἔχω νὰ ἀπαγγείλω κατατεθέντα εἰς τὸ Γραφεῖον. Ὑπάρχει ἓν ψήφισμα τοῦ Κ. Καλλιγᾶ. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ Πληρεξουσίου Κ. Κεχαγιᾶ περὶ κύρους τοῦ περὶ τῶν 6,000,000 ψηφίσματος τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως μετὰ τροποποιήσεων. Θὰ σημειωθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· μετὰ ταῦτα θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ὁ Κ. Βλάμης ζητεῖ 30 ἡμερῶν ἀπουσίας ἄδειαν, νὰ δοθῇ ἢ μή;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ δοθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πληρεξούσιος Κ. Πλαστήρας ἔχει πρότασιν περὶ διαφόρων πληροφοριῶν, ἀφορωσῶν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, οἰκονομίαν καὶ λοιπά.
§4ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, Κ. Πρόεδρε.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι καιρός.
§6ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὸν Κανονισμόν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι προσδιορίζεται ἡμέρα παρὰ τῆς Συνελεύσεως.
§8ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἐπιμένω μόνον εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν συζήτησιν.
§9ΣΠ. ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Εἶναι πολὺ σπουδαιότερα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνεγνώσθησαν εἰσέτι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα τοῦ Κ. Πλαστήρα πρότασις περὶ διακοινώσεως εἰς τὰς τρεῖς Δυνάμεις, ἐξηγούσης εἰς αὐτὰς τὴν θέσιν μας. Καὶ αὐτὴ ὡσαύτως αὔριον. Ἔχομεν ἑτέραν πρότασιν τοῦ Κ. Πλαπούτα, Πληρεξουσίου Γόρτυνος, δι’ ἧς ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν ἀπουσίας. Νὰ δοθῇ;
§11ΤΙΝΕΣ. Ναί.
§12ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Παλαιολόγος ζητεῖ ἄδειαν 20 ἡμερῶν. Νὰ δοθῇ;
§14ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον ἀντικείμενον ἔχομεν περὶ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως.
§16ΣΠ. ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ὑπεβάλλατε τόσας προτάσεις περὶ καθηκόντων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὑπουργῶν· δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἄλλην Κυβέρνησιν, πρὶν δικασθῇ ἡ παροῦσα. Ὁ Κ. Μακρῆς ἀναγινώσκει τὸ μέρος τῶν πρακτικῶν τῆς χθές, τὸ ἀφορῶν περὶ τῆς χθεσινῆς ἀποφάσεως ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο.
§17ΣΠ. ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Δὲν ἀντιλέγομεν, ἀλλὰ πρῶτον νὰ συζητηθοῦν τὰ περὶ καθηκόντων καὶ εὐθύνης τῆς ἐκλεχθησομένης Κυβερνήσεως.
§18ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἡ πρότασίς μου, Κύριοι, ἀφορᾷ τὴν ἐξαίρεσιν προσώπων τινῶν τοῦ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· θέλω ἀναπτύξει τὴν πρότασίν μου αὐτὴν σήμερον, διότι θὰ ἐκλεχθοῦν τὰ πρόσωπα τῆς Κυβερνήσεως. Γινώσκω, Κύριοι, τὸ μέγεθος τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ῥίπτεται ἐν μέσῳ ὑμῶν. Ὁ λόγος μου, Κύριοι, φέρει ἀκάνθας καὶ τριβόλους· διὰ τοῦτο θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσητε, ἂν οὐχὶ εὐμενῶς, διότι εἶναι τοιοῦτον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον μὲ ἀταραξίαν. Ὑπέθεσάν τινες ὅτι ἐκινήθην εἰς τὴν πρότασίν μου ἀπὸ ἐγωϊσμόν. Οὐχὶ, Κύριοι! ἀπ’ ἐναντίας ἠξεύρω ὅτι θὰ κάμω ἐχθροὺς μὲ τὴν πρότασίν μου. Ἡ πρότασίς μου μὲ ἀπομακρύνει ἔτι μᾶλλον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐκπληρῶ καθῆκον· εἶμαι στρατιώτης· συνείθισα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος καὶ οὐχὶ νὰ ἐκφωνῶ ὡραίους λόγους· ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου, καὶ ἂς γείνῃ ὅ,τι γείνῃ. Ἐπὶ πλέον, Κύριοι, γινώσκω ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶναι ἀπραγματοποίητος, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὴν φέρω ἐν μέσῳ ὑμῶν· τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν ἀθῳότητα τῶν λόγων μου. Εἰς Ναύπλιον, Κύριοι, εἴχομεν ἓν πυροβόλον, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν ἐναντίων ὠνομάσθη ἀράπης· τὸ πυροβόλον τοῦτο ἔστησεν ἕνας ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ Πυροβολικοῦ Πραΐδης, ὅστις τὸ ὑπερησπίσθη μέχρις οὗ ἔλαβε 2 πληγάς. Αὐτὸς ὁ ἀξιωματικὸς οὔτε εἰς τὰς ἐφημερίδας ἔβαλε τὸ ὄνομά του, ἀλλ’ ὡς καλὸς πολίτης καὶ στρατιώτης ἐπανῆλθεν εἰς τὸ σῶμά του. Διὰ τοῦτο φέρω τὸ ὄνομά του, διότι ἐκεῖνος δὲν θέλει νὰ ἀκούηται. Τὸ πυροβόλον αὐτὸ, Κύριοι, ἔφερε τοσοῦτον κρότον καὶ θόρυβον εἰς τοὺς ἐναντίους, ὥστε ὠνομάσθη ἀράπης. Ἦτο δὲ τοιοῦτος ὁ κρότος, ὥστε καὶ εἰς τὴν Ἑρμιονίδα ἔφθανε, διὸ καὶ οἱ φίλοι μας ἐπαναστάται ἀκούοντες αὐτὸν ἐνόμισαν περιττὸν νὰ ἔλθουν εἰς βοήθειάν μας. Καθὼς, Κύριοι, ἐκεῖνος ὁ ἀράπης ἔφερε τὴν ἔξωσιν τοῦ Ὄθωνος, οὕτω καὶ ἡ σημερινή μου πρότασις θὰ φέρῃ τὴν ἔξωσιν τῶν ὀθωνίσκων. Δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς τὸν ἠθικὸν κόσμον καθὼς καὶ εἰς τὸν φυσικὸν νόμοι τινὲς, οἵτινες διέπουν τὰ πάντα· δυνάμει αὐτῶν τῶν νόμων κινοῦνται τὰ σώματα, δυνάμει αὐτῶν τῶν νόμων κινεῖται ὁ ἠθικὸς καὶ πολιτικὸς κόσμος· αὐτὴ εἶναι μία ἐπιστήμη στηριζομένη εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ φιλοσοφίαν, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἐσχηματίσθη εἰς σῶμα· σήμερον ἤρχισε νὰ σχηματίζηται, ἐτέθησαν τὰ θεμέλια καί συνάζονται τὰ στοιχεῖα, ὥστε θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν ἡ ἐπιστήμη αὐτὴ θέλει εἶσθαι μία ἐπιστήμη ὡς ὅλαι αἱ λοιπαί. Λοιπὸν, Κύριοι, αὐτοὶ οἱ ἠθικοὶ νόμοι ὑπάρχουν. Ἐὰν εἷς ἐπιτήδειος παρατηρητὴς ἐξετάσῃ τὴν πρὸ τοῦ 21 ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, ἤθελε προΐδει τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 21, ἕνας ἄλλος μὲ τὰ 21 ἤθελε προΐδει τὸ τέλος τῶν 33, ἕνας ἄλλος μὲ τὰ 33 ἤθελε προΐδει τὸ 43, ἕνας ἄλλος μὲ τὸ 43 ἤθελε προΐδει τὰ 62. Λοιπὸν, Κύριοι, καθὼς ἠδυνάμεθα νὰ προΐδωμεν τὸ 62, προβλέπομεν καὶ τὴν πρότασίν μου. Ἐκ τούτου καὶ τὸ γνωμικὸν «ὁ ἄνθρωπος κινεῖται καὶ ὁ Θεὸς τὸν ὁδηγεῖ». Καὶ αὐτὰ τὰ δεινὰ, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ὑπεφέραμεν ἀπὸ τοῦ 21–62, καὶ αὐτὴ ἡ ἔλευσις τοῦ Ὄθωνος, ἀντὶ νὰ τὴν θεωρήσωμεν ὡς δεινὸν, εἶναι βέβαια ἓν εὐτύχημα, διότι ἐξήλθομεν ἀπὸ περιπετείας, καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ ἄνθρωπος· κυττάξατε γύρω ὑμῶν· οἱ ἐντρυφῶντες εἰς τὰ ἀγαθὰ, εἰς τὰ πλούτη, εἰς τὴν δόξαν, δὲν ἠξεύρουν νὰ ἐκτιμήσουν αὐτὰ, ὄχι ὅλοι, ἀλλὰ πολλοί· δὲν εἶναι εἰμὴ ἐκ τῶν κόλπων τοῦ λαοῦ οἱ ἐξερχόμενοι μεγάλοι ἄνδρες, διότι αὐτοὶ διέρχονται ἀπὸ περιπετείας πολλάς. Οὕτω λοιπὸν καὶ τὸ ἰδικόν μας πάθημα τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ὄθωνος ἦτον ἀναγκαῖον διὰ νὰ μᾶς δώσῃ μαθήματα. Πιστεύω λοιπὸν ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ πρότασίς μου θέλει καταλήξει εἰς τὴν πραγματικότητα. Τί ζητῶ, Κύριοι; Νὰ ἀπομακρυνθῶσιν οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες ὑπηρέτησαν τὸ παρελθόν· διατί; Ἐδῶ ὅλος ὁ κόσμος ὁμολογεῖ σήμερον, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐκοιμήθη καὶ κατηυνάσθη. Τί ἐγένετο ἐπαναστατικόν; Ποῦ αἱ κοινωνικαὶ ἀναμορφώσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτει ἡ ἐπανάστασις, τὰς ὁποίας ἐζητοῦμεν ὅλοι πρὸ 20 ἐτῶν; Ποῦ αἱ πολιτικαὶ διακηρύξεις, αἵτινες ἤθελον φλογίσει τὰ στήθη μας, διὰ νὰ πράξωμεν, καὶ περαιώσωμεν τὸ ἔργον τοῦ 1821; Δὲν ἐπράξαμεν ἄλλο εἰς τὸ τρίμηνον διάστημα, εἰμὴ νὰ διορίσωμεν, νὰ παύσωμεν, νὰ ἐπεμβῶμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, νὰ σπαταλεύσωμεν τὸν δημόσιον πλοῦτον.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα!
§20ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Δηλαδὴ δὲν ἐπράξαμεν ἄλλο, ἢ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν τετριμμένην ὁδὸν τοῦ Ὄθωνος. Διὰ τί τοῦτο, Κύριοι; Διότι οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες ἐκλήθησαν ἐπὶ κεφαλῆς, συνείθισαν εἰς τὴν ὁδὸν ἐκείνην, δὲν τοὺς φέρω ἐνώπιον ὑμῶν· (χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸ ἀκροατήριον νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὸν νόμον τῆς Συνελεύσεως· νόμος εἶναι νὰ μὴ χειροκροτῇ κἀνείς.
§21ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύω λέξεις ἀπὸ τῆς ἕδρας μου εἰς τὸν ἀγορεύοντα;
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συγχωρεῖται διακοπή.
§23ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Δὲν θέλω νὰ τοὺς ἀδικήσω ἐκείνους, οἵτινες εἶναι κεφαλὴ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς κατηγορουμένους· διότι εἶμαι δίκαιος καὶ ἐπιεικὴς ἐνταυτῷ· διότι δὲν πταίουν αὐτοί, οὔτε οἴδασι τί ποιοῦσι· συνείθισαν οὕτω, καὶ ἡ ἕξις ἐγένετο φύσις, καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀλλάξωσι φύσιν. Ἀκούσατε, Κύριοι, νὰ σᾶς φέρω ἀπόδειξιν πασιφανῆ τῶν λόγων μου. Ὅτε ἦλθον ἐδῶ, μίαν ἡμέραν βλέπω τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐλθόντα εἰς τὴν οἰκίαν μου, καὶ λαβόντα με κατὰ μέρος, μοὶ λέγει· «ἔρχομαι ἀπὸ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ σᾶς προσφέρω χρήματα». Κύριοι, ὅταν ἤκουσα αὐτὸν τὸν λόγον ῥῖγος μὲ κατέλαβε.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε! εὖγε! (χειροκροτήματα ἀπὸ τὸ ἀκροατήριον).
§25ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Καὶ ἐὰν δὲν ἦτον ἡ ἡλικία τοῦ ἀνδρὸς καὶ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἔφερε, κακῶς ἠθέλομεν τελειώσει ἐκείνην τὴν συνέντευξιν. Τὸν εἶπα «σᾶς εὐχαριστῶ, Κύριε Μαγγίνα, διὰ τὴν καλὴν προαίρεσιν ὑμῶν καὶ τοῦ Κ. Προέδρου· ἀλλὰ πτωχὸς εἶμαι· φέρω ἀκόμη τὰ ὑποκάμισα τοῦ Νοσοκομείου· μ’ ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι ὁ τρόπος αὐτὸς δι’ οὗ θέλω λάβει χρήματα». Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, ὅταν διωρίσθην ἀρχηγὸς τῆς Ἐθνοφυλακῆς μετέβην εἰς τὸν προϊστάμενόν μου τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ εἶπα, «Κύριε ὑπουργέ, εἶμαι γυμνὸς, ἔχω ἀνάγκην ὀλίγων χρημάτων». Ἐζήτησα καὶ ἔλαβα 3,000 δρ. μόνον, οὐδὲν πλέον. Κύριοι, βεβαίως ἐγὼ ἔδωκα αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπα ἐδῶ. Ἀλλὰ βεβαίως καὶ ὁ ὑπουργὸς καὶ ὁ Πρόεδρος θέλουν εἰπεῖ ὅτι προσεφέρθησαν πρὸς ἕνα ἐπαναστάτην, γνωρίζοντες τὰς ἀνάγκας του. Δὲν ἔχει οὕτω, Κύριοι· ὁ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκον του, ἐκπληροῖ μόνον αὐτὸ τοῦτο τὸ καθῆκόν του· ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἁρμόδιος νὰ τὴν ἀνεύρῃ. Οὕτω, Κύριοι, γενομένου τοῦ πράγματος, γίνεται ὅ,τι ἐγίνετο καὶ ἐπὶ Ὄθωνος. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, Κύριοι. Φίλος μού τις ἦτο παρὰ τῷ Προέδρῳ μίαν ἡμέραν· ἤκουσεν αὐτὸν ὁμιλοῦντα δυσμενῶς κατ’ ἐμοῦ· ὁ φίλος μου οὗτος μοὶ διεκοίνωσε τοὺς λόγους τοῦ Προέδρου· τῷ εἶπον, ὅτι λυποῦμαι παρὰ πολὺ, ὅτι ὁ Κ. Πρόεδρος ἔχει αὐτὴν τὴν κακὴν ἰδέαν δι’ ἐμὲ, ἀλλὰ βεβαιώσατέ τον, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω τίποτε μαζύ του· ἐὰν μαλόνωμεν, μαλόνομεν διὰ πράγματα τῆς ὑπηρεσίας, διότι ζητῶ ὅπλα καὶ ἄλλα ἀναγκαῖα διὰ τὴν Ἐθνοφυλακήν· ἅμα μοῦ τὰ παραχωρήσῃ εἶμαι φίλος του. Ὁ φίλος τῷ διεκοίνωσεν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ὁ Κ. Πρόεδρος μετ’ εὐμενείας ἤκουσεν αὐτὰ, καὶ λέγει εἰς τὸν φίλον μου νὰ μοῦ εἴπῃ νὰ ὑπάγω, καὶ ὁρίζει μάλιστα καὶ τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ὥραν διὰ νὰ συμβιβασθῶμεν. Εἶπα εἰς τὸν φίλον μου—προέβης παρὰ πολὺ, Κύριε, δὲν σοῦ ἔδωκα τοιαύτην ἐντολήν.
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Θόρυβος).
§27ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε τὸν ῥήτορα.
§28ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Κύριοι, δὲν ἔγεινε τοῦτο μόνον. Μίαν ἄλλην ἡμέραν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας (θόρυβος).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν οὕτω πως.
§30ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἕνας ἄλλος, ἀρχηγὸς σώματός τινος, προσεκλήθη μετά τινας ἡμέρας εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Προέδρου μετὰ τὴν ἐπανάστασιν καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ τὴν ὑποστήριξίν του· ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος τῷ εἶπε· ἐνόσῳ ἡ Κυβέρνησις πράττει καλῶς, ἐνόσῳ χαίρει τὴν κοινὴν γνώμην, θέλει ἔχει τὴν ὑποστήριξίν μου· ἐνόσῳ ὅμως σφάλλει δὲν θὰ τὴν ἔχῃ· πρόσωπα δὲν γνωρίζω, τῷ εἶπεν, ἀρχὰς μόνον. Κύριοι, ὅλα αὐτὰ ἠμποροῦν νὰ ᾖναι ἀθῶα καὶ ἀφίνω εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν. Αὐτὰ ἐξέφερον τὰ χείλη μου, διότι τὰ εἶχον εἰς τὴν συνείδησίν μου. Ἐπειδὴ δὲ δὲν συνετάχθην, ὡς ὁ κύριος Πρόεδρος ἐνόμιζεν, ἐζήτησε τὴν παῦσίν μου, ὅταν ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν φίλον ὅτι δὲν μεταβαίνω εἰς τὸ σπῆτί του διὰ νὰ συμβιβασθῶ τὴν ἐπιοῦσαν (θόρυβος). Κύριοι, ἐπειδὴ τινὲς φοβοῦνται τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, παραλείπω καὶ πολλὰ ἄλλα.
§31ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι! Ὅλα, ὅλα.
§32ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Κύριοι, σᾶς λέγω ἓν μόνον ἀκόμη· ἠξεύρετε ὅτι ἐδῶ μέσα δὲν ἐπέρασα καλὰ μετὰ τοῦ κυρίου Ζαΐμη, ἀλλὰ τιμῶ τὸν ἄνθρωπον καὶ ἀναγνωρίζω εἰς αὐτὸν καὶ τιμὴν καὶ πατριωτισμόν· μὲ ὑπεστήριξεν εἰς τὴν θέσιν μου· διατί; διότι ἤθελεν, ἐπειδὴ προέβλεπεν ἴσως δεινὰ διὰ τὴν πατρίδα, ἤθελε νὰ ὑπάρχῃ μία δύναμις ἰσχυρὰ ν’ ἀντιτάξῃ εἰς τὴν φιλαρχίαν, ἄν ποτε ἐφαίνετο. Παύω αὐτὰ, κύριοι, κ’ ἔρχομαι εἰς γενικώτερα· διατὶ ἡ περιουσία τοῦ ἐκπτώτου ἐπεστράφη εἰς αὐτὸν, ἐνῷ ἡ Συνέλευσις ἔμελλε νὰ συνέλθῃ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας; διατὶ ἡ ἀλληλογραφία ἀκόμη εἰς αὐτὴν τὴν μετέωρον θέσιν νὰ εὑρίσκηται; ὅλα αὐτὰ, κύριοι, προέρχονται, διότι κακῶς συνειθίσαμεν, διότι ἡ ἕξις ἐγένετο φύσις. Διατί ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἀλφρέδου νὰ βραδύνῃ τοσοῦτον; τίς μᾶς βεβαιόνει, ὅτι, ἂν ἐγίνετο πρὸ ἑνὸς μηνὸς, δὲν ἤθελεν ἔχει ἓν ἄλλο ἀποτέλεσμα. Ἡ βραδύτης ἐγένετο ἕνεκεν τῆς ὀλιγωρίας τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ κρίσις μου, Κύριοι· δὲν θέλω νὰ Σᾶς εἴπω διαπραγματεύσεις τινὰς, αἵτινες ἔλαβον χώραν μεταξὺ ἐμοῦ καί τινων ὑπουργῶν, ὡς τῶν Κυρίων Κουμουνδούρου, Ζαΐμη καὶ τούτου τοῦ φίλου μου! περὶ ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ θέλω νὰ Σᾶς εἴπω, ὅτι μόνον αὐτὸ τὸ ἔργον ἔθεσα ἀπ’ ἀρχῆς.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγένοντο ἐκ μέρους μου διαπραγματεύσεις.
§34ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐξηγήθην μαζύ σας, σᾶς εἶπα.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν σὲ ἐπροσκάλεσα εἰς κᾀμμίαν ὁμιλίαν.
§36ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Εἶπον, κύριε Κουμουνδοῦρε, ὅτι ἔθεσα ὡς ὅρον αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν δοξάζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ᾖναι κἀνεὶς ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ὑπουργῶν εἰς τὴν μέλλουσαν Κυβέρνησιν. Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἔκαμα τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐνώπιόν Σας. Ἐπὶ τριάκοντα ἔτη διεχειρίσθητε αὐτὴν τὴν δύστηνον Ἑλλάδα; Τὶ ἐπράξατε δι’ αὐτήν; Ἐγένετο ἐμπαιγμὸς τῶν ἐθνῶν! Ὅτε τὸ Ἔθνος ἐβασανίζετο, ὅτε ἡμεῖς ἐφυλακιζόμεθα, ὅτε κατεδιωκόμεθα ἀπηνῶς, σεῖς ἐγράφετε ὑπομνήματα καὶ διακοινώσεις, ῥίπτοντες ἐπὶ τοῦ τραχήλου αὐτοῦ τοῦ δυστυχοῦς Ἔθνους τὰ ἀνομήματα τοῦ Ὄθωνος. Εἶναι ψευδὲς τοῦτο; Καὶ μολαταῦτα δὲν ἀρκοῦνται εἰς αὐτά· θέλουν σήμερον καὶ ἐπὶ τῶν αἱμάτων μας νὰ στήσουν τὴν στήλην τῶν συμφερόντων των καὶ διὰ τὸ μέλλον, ὅτι οἷος δήποτε καὶ ἂν ἔλθῃ ἐδῶ, νὰ εἴπουν «ἡμεῖς σὲ ἐφέραμεν». Λέγω τὶ διανοοῦνται ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπηρέτησαν τὸν Ὄθωνα, αὐτὸ λέγω, οὐχὶ ὅτι θὰ τὸν φέρουν ἐκεῖνοι, θὰ τὸν φέρῃ βέβαια τὸ Ἔθνος· τὶ θὰ εἴπωσιν ὅμως; Τὸ ἠξεύρομεν, κύριοι. Ἐπὶ τριάκοντα ἔτη διεχειρίσθητε τὴν Ἑλλάδα· ἀφήσατε καὶ εἰς τοὺς ἐπαναστάτας ἐπὶ τριάκοντα ἑβδομάδας! Ἐπὶ τριάκοντα μῆνας ἡ νεολαία ἔπραξεν ὅ,τι Σεῖς ἐπὶ τριάκοντα ἔτη δὲν ἠδυνήθητε νὰ πράξητε! Ἐπὶ τριάκοντα ἡμέρας ἐπράξαμεν εἰς τὸ Ναύπλιον ὅ,τι Σεῖς ἐπὶ τρεῖς αἰῶνας δὲν ἠθέλατε δυνηθῆ νὰ πράξητε! Ἐπὶ τριάκοντα λεπτὰ ὁ στρατὸς ἔπραξεν, ὅ,τι Σεῖς ἐπὶ τριακοσίους αἰῶνας δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ πράξητε! Κύριοι, δὲν ὡμίλησά ποτε περὶ ἐπαναστάσεως· εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ὅπου ὁμιλῶ. Ἔδωκα τὴν χεῖρά μου εἰς τοὺς πάντας καὶ διαλογίζομαι καὶ σκέπτομαι μετ’ αὐτῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ μείνωμεν ὅλοι ἐπαναστάται, καὶ οὕτω νὰ μορφωθῶσι καὶ οἱ μὴ ὄντες εἰς τὴν ἐπανάστασιν· ἀλλὰ διὰ νὰ μορφωθῶσι δὲν εἶναι οἱ ἁρμόδιοι νὰ διευθύνωσι τὸν τόπον. Ἡ ἰδική μας ἐπανάστασις, κύριοι, εἶναι, «ἐλευθερία παντοῦ καὶ πάντοτε, δικαιοσύνη, τάξις αὐστηρὰ καὶ ἀκριβὴς ἐκπλήρωσις τοῦ νόμου» αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μας ἐπανάστασις. Δὲν θέλομεν προγραφάς· διὰ τοῦτο θὰ περιορίσω τὴν πρότασίν μου, Κύριοι, δὲν εἶπα αὐτὰ διὰ νὰ κινήσω τὴν χολὴν οὐδενός. Σᾶς εἶπον ὅτι ἔδωκα καὶ δίδω τὰς χεῖρας εἰς τοὺς πάντας. Ἀλλ’ ἂς συνέλθωμεν εἰς ἑαυτοὺς, ἂς πράξωμεν ὅ,τι ἡ συνείδησίς μας μᾶς ὑπαγορεύσει. Ἐκτὸς ὅλων αὐτῶν, κύριοι, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ οἱ ὑπουργοὶ θέλουν καὶ ὀφείλουν νὰ δώσουν λόγον· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἔλεγχος εὑρισκομένων αὐτῶν εἰς τὰ πράγματα; Θέλομεν ν’ ἀπατήσωμεν ἡμᾶς αὐτούς; Νὰ κάμωμεν παρωδίας; Ἂς μένωσιν ἕως ὅτου γείνῃ ὁ ἔλεγχος, καὶ τότε ἂς ἐκλεχθῶσι πάλιν.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν περιορίζετε τὴν πρότασίν σας μόνον εἰς τοὺς παρόντας ὑπουργοὺς καὶ εἰς τὰ παρόντα μέλη τῆς Κυβερνήσεως;
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Κορωναῖον μίαν λέξιν· εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι μετ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ κυρίου Ζαΐμη εἰσῆλθεν εἰς συνδιαλέξεις ἢ διαπραγματεύσεις, ὅπως θέλετε, περὶ τῆς συστάσεως Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργείου. Ἐρωτῶ τὸν κύριον Κορωναῖον νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν αὐτὸς δὲν μὲ ἐπροσκάλεσεν εἰς τὸ δωμάτιον αὐτὸ ἐκεῖ μέσα καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἡ γνώμη του εἶναι νὰ γείνῃ οἷον δήποτε ὑπουργεῖον καὶ αὐτὸς νὰ ᾖναι ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν (θόρυβος).
§40ΒΛ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας. Κατεδικάσθην φαίνεται νὰ ἀναβαίνω ἐπὶ τοῦ βήματος, ἵνα πολεμήσω τὸν διεγειρόμενον ἐνθουσιασμόν. Εἶναι καταδίκη δι’ ἐμὲ τοῦτο, διότι ἀπαλλάττομαι τῶν ἐπιδοκιμασιῶν. Κύριοι, μὲ μίαν λέξιν θὰ σαφηνίσω ὅ,τι ὁ Κ. Κορωναῖος ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπε. Κύριοι, καθημερινῶς ἀναβαίνοντες μερικοὶ τὸ βῆμα τοῦτο ῥίπτουσιν ἰδέας, ὁμιλοῦσι περὶ ἐπαναστάσεως· αὔριον Κύριοι θὰ ὁμιλήσωσι περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, περὶ ἐθνοφυλακῆς, πράγματα ὡραῖα καὶ μεγάλα, μεγαλοπρεπῆ, διεγείροντα τὸν ἐνθουσιασμὸν ἁπάντων ἡμῶν, ἀφίνοντα νὰ ὁμιλῇ ἡ καρδία, καὶ οὕτω κερδίζουσι τὴν λεγομένην κοινὴν γνώμην. Κύριοι, οὐδένα ἐγώ, ποτε διακόπτω, ἐπιθυμῶ νὰ μὴ μὲ διακόψῃ κἀνείς. Ἐνθυμεῖσθε τί ἐπρότεινα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κορωναίου, ὅταν εἶπα, ὅτι πάντες ὅσοι ὑπηρέτησαν τὸν Ὄθωνα νὰ μὴ λάβωσι μέρος ὡς ὑπουργοὶ, νὰ μὴ λάβωσι μέρος εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων; ὅταν ἐπρότεινε τοῦτο, ἐγὼ ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ προσθέσῃ καὶ ἕτερον παράγραφον. Συμφωνῶ μὲ τὸν Κ. Κορωναῖον, ἂν τὰ ζητήματα ταῦτα ἐπροτάττοντο εἰς τὸ μέσον διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ πραγματικῶς πατριωτικόν τι ἔργον. Ἐτελείωσε τὴν φράσιν του ὁ Κ. Κορωναῖος μὲ μίαν φράσιν, ὅτι πρέπει ἡ ἐπανάστασις νὰ διευθύνῃ τὰ πράγματα, ἡ ἐπανάστασις νὰ διοικῇ τὸν τόπον. Κύριοι! δὲν ὑπηρέτησαν τὸν Ὄθωνα μόνον οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοί· τὸν Ὄθωνα τὸν ὑπηρετήσαμεν ὅλοι, ἐνόσῳ τὸν ἐνομίζαμεν καλὸν βασιλέα· τὸν Ὄθωνα τὸν ὑπηρετήσαμεν ὅλοι καὶ αὐτὸς ὁ Κ. Κορωναῖος ὡς σωματάρχης. Κύριοι, ὁμιλοῦσι περὶ ἐπαναστάσεως καὶ ῥίπτουσι τὸν δαυλὸν ἐντὸς τοῦ θαλάμου διὰ νὰ πνιγῶμεν ἀπὸ τὸν καπνὸν, ἀλλ’ ἐγὼ προβαίνω ἔτι πλέον, ἀνοίγω τὴν θύραν, ἂς κατακαυθῇ τὸ πᾶν. Ὁ Κ. Κορωναῖος καυχᾶται ὅτι εἶναι ἐπαναστάτης. Κύριοι, ὅταν ὁμιλῶμεν καὶ ἐρχόμεθα μὲ τὴν λέξιν τῆς ἐπαναστάσεως, πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὴν λέξιν, διότι δὲν εἶναι λέξις τυχαία. Δὲν θέλω ποτὲ ἀναγνωρίσει, Κύριοι, ἐπαναστάτην ἄνθρωπον, ὅστις ἀπὸ ἰδιοτέλειαν κινεῖται, ὅπως πολεμήσῃ ὁποιονδήποτε σύστημα. Κύριοι, ἐπαναστάται ὑπάρχουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοί ποτε δὲν ὑπηρέτησαν τὸν Ὄθωνα· δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, διότι εἶμαι ἀξιωματικὸς, καὶ ἀφοῦ ἀπεφάσισα νὰ τὸν ὑπηρετήσω, καὶ ἐγὼ κατηγοροῦμαι. Αἴ! Κύριοι, ἦλθεν ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν ἀρχίζομεν νὰ γνωριζώμεθα. Μᾶς λέγουν ἡ ἐπανάστασις πρέπει νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον, οἱ ἐπαναστάται νὰ λάβωσι τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους. Ποῖοι εἶναι οἱ ἐπαναστάται; Ἡ Ἑλλὰς πρὸ πολλοῦ ἐσκέπτετο περὶ ἀλλαγῆς τοῦ Βασιλέως· διότι ὁ Βασιλεὺς Ὄθων δὲν ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους. Ἐνῷ ὅμως ἡ Ἑλλὰς ἐσκέπτετο, ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι μετὰ τῆς Ἑλλάδος συνειργάζοντο καὶ ἄνθρωποι συνενοῦντες τὰς ἰδιοτελείας των πρὸς τὸν γενικὸν σκοπόν. Ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω τὰς λέξεις ταύτας, διότι ὁ Κ. Κορωναῖος ἔῤῥιψε τὸ προσωπικὸν ζήτημα εἰς τὸ μέσον. Κύριοι κατὰ τὸ 1858 ἀπὸ τῆς, ἂς τὸ εἴπω, ἐξορίας μου, ἀπὸ τῆς εἰς Λαμίαν διηνεκοῦς μου ὑπηρεσίας, ἦλθον τὸν χειμῶνα εἰς Ἀθήνας· ἐκαθήμην εἰς τοῦ ἀδελφοῦ μου τὴν οἰκίαν. Ἅπαξ ἢ δὶς ὁ Κ. Κορωναῖος ἦλθε ζητῶν με, καὶ ἄφησεν ἐκεῖ ἐντολὴν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ μὲ ἴδῃ προσωπικῶς. Μετέβην εἰς τὴν οἰκίαν του, ἐκλείσθη μετ’ ἐμοῦ εἰς ἓν δωμάτιον, μοὶ ὡμίλησε περὶ πατρίδος πολὺ λαμπρὰ καὶ ὡραῖα, οἱ λόγοι του ἐνεχαράχθησαν εἰς τὴν καρδίαν μου. Μοὶ εἶπεν ὅτι πολλοὶ σκέπτονται περὶ τοῦ τί τὸ πρακτέον, μὲ ἠρώτησε δὲ ἂν εἰς ἐνδεχομένην περίστασιν δύναται καὶ ἡ Λαμία νὰ χορηγήσῃ τὴν συνδρομήν της εἰς τὸν ἐθνικὸν σκοπόν. Ἀπὸ φιλοδοξίαν, ἀπὸ ἐγωϊσμὸν ἀπεκρίθην διὰ νὰ μὴ φανῶ κατώτερος, ὅτι ὑπόσχομαι διὰ τὴν Λαμίαν, δὲν συνεφώνησα δὲ, ὁμολογῶ τὴν ἧτταν μου, ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν βίαιόν τι μέσον, πρὶν ἢ ἐξαντληθῇ ἡ συνταγματικὴ ἐπανάστασις, καὶ ὡς τοιαύτην ἐνοῦσα τὴν ἐν τῇ Γερουσίᾳ ἀντιπολίτευσιν, καθόσον ἡ Γερουσία ὡς σῶμα ἀνεξάρτητον καὶ ἰσόβιον ἠδύνατο νὰ κτυπήσῃ τὸν πόδα της. Ὡμιλήσαμεν πολλὰ περὶ τούτου, ὁ ἐπίλογος δὲ ἦτο, ὅτι μοὶ ἔδειξε πολύφυλλον πραγματείαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ τῶν καθεστώτων, περὶ τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος, τὰς ὁποίας, ἐὰν ἀνεγίνωσκον ἀπὸ τότε, ἀπὸ τότε θὰ ἤμην ἐπαναστάτης. Ἐρωτῶ τότε τὸν Κ. Κορωναῖον, δὲν θὰ τὰ τυπώσῃς; μὲ εἶπεν, ἂν τὰ τυπώσω, θὰ ᾖναι 300 σελίδας· θὰ τὰ τυπώσω δὲ, ἂν δὲν ἐκπληρωθῇ ἡ ὑπόσχεσις ὅτι τὴν 29 Ἰανουαρίου καλοῦμαι εἰς ἐνέργειαν· σημειωτέον ὅτι ἦτον ἐν ἀργίᾳ (θόρυβος). Λοιπὸν, Κύριοι, ἂς μὴ ὀνομαζώμεθα ἐπαναστάται πάντες, ἂς μὴ λέγωμεν ἐπαναστάτας πάντας. Τὸ ἔθνος, Κύριοι, προετοιμασθὲν ἀπὸ τὰς διαφόρους δοκιμασίας, τὰς ὁποίας ἡ διοίκησις τοῦ ἔθνους ἐπέφερεν, ἀνηγέρθη, καὶ ἰδοὺ ὁ θρόνος τοῦ Ὄθωνος κατέπεσεν. Εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι πολλαὶ δοκιμαὶ ἐγένοντο πρὸς κατάπτωσιν τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος. Ἀπέτυχον δὲ, διότι τὸ ἔθνος δὲν εἶχεν ἐννοήσει τὰ συμφέροντά του καλῶς· μόλις ἐβρόντησε τὸ πυροβόλον τῆς 4 Ὀκτωβρίου, καὶ ἰδοὺ τὸ ἔθνος ὡς ἀστραπὴ ἀνωρθώθη καὶ κατέσεισε τὸν θρόνον τοῦ Ὄθωνος. Οἱ ἐπαναστάται θέλουν νὰ διοικήσουν τὸν τόπον. (Θόρυβος). Προκαλῶ τοὺς πάντας, Κύριοι, ὅσοι θέλουσι νὰ μὲ πολεμήσωσιν, ἐδῶ νὰ μοὶ εἴπωσιν, ἂν ὑπῆρξεν ἐπανάστασις ἰδεῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ποία εἶναι ἡ ἐπανάστασις; ἔχομεν πολλὰς ἰδέας νὰ ἐξασκήσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἡ Ἑλλὰς διεμαρτυρήθη τοὐλάχιστον μόνον κατὰ τοῦ Ὄθωνος. Τοῦ εἶπε, δὲν διοικεῖς καλὰ, συνωμολόγησες σύνταγμα, τὸ ὁποῖον κατεπάτησες· δὲν ὑπάρχει ἐπανάστασις ἰδεῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἔχομεν νὰ πολεμήσωμεν εὐγένειαν, οὐδὲ ἀριστοκρατίαν· οὐδεὶς ἐπαναστάτης· τὸ ἔθνος μᾶς ἀπέστειλε, πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἀποστολὴν, αὕτη δὲ εἶναι τὸ νὰ εὕρωμεν βασιλέα, ἀλλ’ ἐὰν ἐνταῦθα ἐρχώμεθα ἕκαστος μὲ ἄλλον σκοπὸν, σᾶς ὑπόσχομαι, ἐὰν σεῖς ἦσθε βασιλικοὶ ἐγὼ θὰ γείνω ὀλιγαρχικὸς, ἐὰν σεῖς ἦσθε ὀλιγαρχικοὶ, ἐγὼ θὰ γείνω δημοκράτης, ἐὰν σεῖς ἦσθε δημοκράται, ἐγὼ θὰ γείνω κοινωνιστής. Ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τῶν ἰδεῶν ἑνὸς ἑκάστου· δὲν πρόκειται νὰ πλάσωμεν τὴν Ἑλλάδα ὀλιγαρχίαν, δημοκρατίαν, ἢ ὁτιδήποτε, ἤλθομεν νὰ μείνωμεν πιστοὶ εἰς τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἐδώκαμεν· θέλομεν βασιλέα, καὶ βασιλέα συνταγματικόν· αὐτοῦ ἂς περιορισθῶμεν· δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς ἐπαναστάτης εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ ἀπετινάξαμεν τὸν ζυγόν· καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς ἐπαναστάτης, δὲν ἐννοῶ ποῖος θὰ λάβῃ τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους παρὰ οἱ Ἕλληνες. Ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἕκαστος, ὅταν ἀνεδέχετο διοίκησίν τινα, ὑπηρέτει τὴν πατρίδα καὶ οὐχὶ τὸν Ὄθωνα, καθὼς τὸν ἐπέτρεπεν ἡ συνείδησίς του.
§41ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν Ὄθωνα ὑπηρέτει, κύριε, καὶ ἠμπορῶ νὰ σοῦ τὸ ἀποδείξω.
§42ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸν ὑπηρέτουν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κύριος Κορωναῖος, ἀφοῦ ἀνέπτυξε τὴν πρότασίν του ὑπὸ τὸν πρῶτον ὁρισμὸν, ἔπειτα τί μᾶς λέγει; ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου. Κύριοι, ἠξεύρετε πῶς εἶναι τοῦτο; ὅπως τὸ λεγόμενον γαλιστὶ «pardon» καὶ τὸ ὁποῖον ἑλληνιστὶ θέλει εἰπῇ, «συγχώρησέ μου·» τοῦ πατεῖ τὸ πόδι μὲ στὸν κάλο καὶ τοῦ λέγει συγχώρησέ μου. Ἀφοῦ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐπαναστάται, ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ περὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, λέγων· «Οὐδεὶς, κύριοι, ἐκ τῶν ὑπαρχόντων κυβερνητῶν, ἢ ὑπουργῶν, δύναται νὰ ἐκλεχθῇ, ἢ ψηφοφορηθῇ μέλος τῆς κυβερνήσεως μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τῆς λογοδοσίας.» Καὶ πότε μᾶς ἔρχεται ἡ πρότασις αὕτη; ὅτε χθὲς ἐψηφίσατε ἐναντίον τῆς προτάσεώς μου, ὅτε εἶπον ὡς καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν ἔπρεπεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιχειρήσωμεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Κυβερνήσεως, πρὶν κανονίσωμεν τὰ καθήκοντα αὐτῆς, πρὶν ἐπικυρωθῇ νόμος περὶ εὐθύνης καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Παρεδέχθημεν χθὲς, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ψηφισθῶσι τὰ πρόσωπα· ἐγὼ εἶπον, πῶς θέλετε νὰ διοικήσῃ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, ἂν αὔριον τοῦ ἐπιβάλλετε ὅρους στενούς; — Ἂς παραιτηθῇ, ἀπεκρίθητε τότε· Μεταξὺ τῶν κυβερνητῶν σήμερον τῆς Ἑλλάδος, δυνάμεθα ν’ ἀναγνωρίσωμεν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ προσβάλῃ, εἶναι γηραιά τις κεφαλή· κατηγορήσατέ με, ὡς Καναριστήν.
§43ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐγείνατε τώρα Καναριστής;
§44ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μάλιστα διότι πάντοτε μοὶ ἀρέσκει νὰ λαμβάνω τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα μοὶ δίδει ὁ ἐχθρός. Καταδικάσατε, Κύριοι, τὸν Κανάρην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκλεχθῇ μέλος τῆς κυβερνήσεως, καταδικάσατέ τον· ἐὰν ἡ ἔκφρασις τῆς προτάσεως ταύτης, Κύριοι, ἦτο εἰλικρινὴς δὲν ἤθελε φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα ὁ κύριος Κορωναῖος νὰ εἴπῃ· οἱ λοιποὶ τῶν Ἑλλήνων εἶναι χαμερπεῖς, κακοήθεις, τρεῖς αἰῶνας δὲν ἐκάματε τίποτε, ἀφήσατε ἡμᾶς ἐπὶ τριάκοντα ἡμέρας νὰ σώσωμεν, νὰ μεγαλύνωμεν τὴν Ἑλλάδα. Ἀποφασίσατε, κύριοι, κατὰ τῆς ὁλοψηφίας τοῦ ἔθνους, ἔπειτα ἐπικυρώσατε τὴν πρότασιν ταύτην, ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι χαμερπὲς, κακόηθες, τὴν ὁποίαν παμψηφεὶ παραδεχθῆτε, καὶ θὰ ἔχετε τὰς ἀρὰς τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου, ὅτι ὅσοι κατώρθωσαν, ὅσοι ἔλαβον τὰ ὅπλα κατὰ τοῦ Ὄθωνος, ἐκεῖνοι μόνοι εἶναι οἱ Ἕλληνες, οἱ καθαροὶ, οἱ ἀμόλυντοι καὶ ἱκανοὶ διὰ νὰ σώσωσι τὴν Ἑλλάδα.
§45ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Θ’ ἀπαντήσω, Κύριοι, εἰς τὰ προσωπικά. Ὁ Κύριος Βαλτινὸς εἶπεν, ὅτι πάντες ὑπηρετήσαμεν τὸν Ὄθωνα, ἀλλ’ εἴχομεν τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων ἡμῶν; Οἱ ὑπουργοὶ εἶχον τὴν εὐθύνην· αὐτοὺς μόνους ἐξῄρεσα, αὐτοὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς των ἐξετέλουν τὰς θελήσεις τοῦ Ὄθωνος, ἐνῷ ἠδύναντο νὰ μὴ ὑπογράψωσιν· ἐγὼ ὁ ὑποδεέστερος καὶ οἱ ἄλλοι μέχρι τοῦ ἁπλοῦ στρατιώτου καὶ μέχρι τοῦ κλητῆρος, ὁποίαν εὐθύνην εἴχομεν; δὲν εἴχομεν νὰ πράξωμεν ἄλλο, εἰμὴ νὰ ἐκτελῶμεν διαταγάς. Τὸ σύνταγμα ἀπέδωκεν εὐθύνην εἰς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ οὐχὶ εἰς ἄλλον τινά. Ἂν, Κύριοι, ἰδιοτέλεια τοιαύτη ὑπῆρχεν ἀπὸ μέρους μας δὲν ἤθελον κάμει τοιαύτην πρότασιν, λίαν ἀκανθώδη. Τὸ καθῆκόν μου τὸ ἐξεπλήρωσα πάντοτε· ἐὰν ἐγὼ εἶχον ἰδιοτέλειαν ἤθελον περιληφθῆ εἰς τοὺς νῦν καὶ τοὺς παρελθόντας ὑπουργούς· ἂς εἴπωσιν, ἂν τὸ ἔπραξα. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, ὅτι δὲν μ’ ἐπροκάλεσε· δὲν εἶμαι δικηγόρος, εἶμαι στρατιώτης εὐθύς, ὁ Κύριος Λόντος ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ μοὶ ἔκαμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν· ἐδὼ δὲν ἀποδίδω μῶμον εἰς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, ἀλλὰ τοῦ τὸ λέγω, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἔχω ἰδιοτέλειαν. Ὁ Κ. Βαλτινὸς ἀντέταξε κατ’ ἐμοῦ προσωπικὰ, λίαν προσωπικά. Ἠξεύρετε ποῖος εἶναι ὁ κύριος Βαλτινός; ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω· εἶναι ἐξαίρετος ἀξιωματικός· ἐγὼ ἤμην πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτε ἐξητάσθη εἰς τὸ σχολεῖον καὶ τὸν διέκρινα μεταξὺ τριῶν συμμαθητῶν του· ἔλαβε τὸν τελευταῖον ἀριθμὸν ἐναντίον τῆς θελήσεώς μου· ἐγὼ τὸν ἐπροστάτευσα κ’ ἐπρότεινα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σταλῇ εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ νὰ σπουδάσῃ, καὶ κατώρθωσα νὰ ὑπάγῃ διὰ νὰ μὴ ὑποφέρῃ, διότι ἦτο ἀσθενὴς, καὶ ἠμπορῶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ πρότασίς μου αὕτη ἔσωσε καὶ τὴν ζωήν του καὶ τόν ἐμόρφωσε καὶ τὸν βλέπομεν καλὸν ἀξιωματικὸν, καλὸν στρατιώτην. Λοιπὸν ὕστερον ἀπὸ ὅλα ταῦτα χωρὶς νὰ ἔχῃ καμμίαν ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ εἴπῃ τοιαῦτα, λέγει ὁ κύριος Βαλτινὸς, ὅτι τὴν 25 Ἰανουαρίου ἤθελα λάβει τόν διορισμόν μου· εἶναι λανθασμένος ὁ κύριος Βαλτινός· ἐὰν ἤμην τοιοῦτος δὲν ἤθελον ἐξακολουθήσει νὰ κάμω τὴν ἐπανάστασιν καὶ νὰ συνωμοτῶ. Δὲν εἶπον νὰ κληθῶμεν ἡμεῖς οἱ ἐπαναστάται, εἶπον νὰ κυβερνᾷ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ σᾶς λέγω ποία εἶναι ἡ ἐπανάστασις ἡ ἰδική μας· ἐλευθερία παντοῦ, δημοσία τάξις, ἐκτέλεσις ἀκριβὴς τῶν νόμων. Δὲν ἐνόησα τὸ ἔθνος ἐὰν ἐξαιρῶ τινὰς, ὄχι, τὸ γνωρίζετε καλῶς· οἱ λόγοι μου εἶναι καθαροὶ, πρόσωπα ἐξῄρεσα, καὶ ὄχι διὰ νὰ προγράψω, ἀλλὰ μόνον νὰ μείνωσι κατὰ μέρος. Προτάττω τὸν βίον μου ὅλον εἰς τὴν κρίσιν σας· τὸ μέτωπόν μου εἶναι καθαρὸν, διὰ τοῦτο καὶ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ φωνάζω. Προχθὲς, κύριοι, οἱ φοιτηταὶ μοὶ ἔφερον ἕνα χάρτην εἰς τὸν ὁποῖον ἐξέφραζον τὰς εὐχαριστήσεις των· τὴν πρωτοχρονιὰν μοὶ ἔφερον καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς ἓν βιβλίον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπογεγραμμένα τὰ ὀνόματά των· εἶπον, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος νὰ θέσετε 2,000,000 νομισμάτων καὶ ἀπὸ τὸ ἕτερον αὐτὸ, ἤθελον προτιμήσει αὐτό. Σήμερον, Κύριοι, βλέπετε, ὅτι ὁσάκις λαμβάνω τὰς ἐπιδοκιμασίας σας, ἐὰν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος μοὶ φέρετε τὸν κόσμον ὅλον ὡς ἀντάλλαγμα, δὲν ἤθελον ἀνταλλάξει αὐτὰς μὲ ὅλον αὐτὸν τὸν κόσμον.
§46ΔΑΓΡΕΣ. Παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ προσωπικὰ καλήτερον.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Συνέλευσις, ἂν ἐφωτίσθη.
§48ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα, μάλιστα.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, καθήσατε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κορωναίου· «ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ὑπαρχόντων κυβερνητῶν ἢ ὑπουργῶν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ, ἢ ψηφοφορηθῇ μέλος τῆς κυβερνήσεως ἢ ὑπουργὸς μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τῆς λογοδοσίας.»
§50ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ· ἐπὶ τῆς προτάσεως δὲ αὐτῆς δὲν ἔγεινε συζήτησις.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κορωναίου λέγουσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§52ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἔδωκα προχθὲς πρότασιν καὶ παρακαλῶ νὰ χωρισθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα (θόρυβος).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθη κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρότασις νέα.
§54ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν θέλομεν νέαν πρότασιν· πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ.
§55ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐγὼ ἀνακαλῶ τὴν πρότασίν μου.
§56ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι! ὄχι!
§57ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὅταν ἀνακαλῆται μία πρότασις καὶ τὴν υἱοθετήσῃ ἕνας ἄλλος, τότε ψηφοφορεῖται.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀνεκλήθη. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κυρ. Κορωναίου λέγουσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Ἐνταῦθα γίνεται ψηφοφορία.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγγέλλεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Κορωναίου· ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κορωναίου διὰ ψήφων 149, κατὰ 24, ἀρνηθέντων νὰ ψηφοφορήσωσι 5, ἑπομένως ἡ πρότασις αὕτη ἀπεῤῥίφθη, καὶ προχωροῦμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσωπικοῦ τῆς κυβερνήσεως Ἐνταῦθα ἐνεργεῖται κατὰ τὰ προαποφασισθέντα ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἡ ἐκλογὴ τῶν τριῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ψηφοφορήσαντες περὶ ἐκλογῆς τῶν προσώπων τῆς κυβερνήσεως ἦσαν 215, ἐκ τούτων ἔλαβον ψήφους ὁ Κ. Δημήτριος Βούλγαρης 151, ὁ Κ. Ῥοῦφος 114, ὁ Κ. Κανάρης 90, ὁ Κ. Δημ. Γρίβας 58, ὁ Κ. Ῥήγας Παλαμήδης 35, ὁ Κ. Τρικούπης 28, ὁ Κ. Γεώργιος Α. Πετιμεζᾶς 28, ὁ Κ. Βάλβης 26, ὁ Κ. Μωραϊτίνης 23, ὁ Κ. Διομήδης Κυριακοῦ 10, ὁ Κ. Α. Λόντος 4, κτλ. Ὅθεν ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος ἔχομεν κατὰ τὸ παρὸν μέλη τῆς κυβερνήσεως κατ’ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τοὺς ΚΚ. Δημ. Βούλγαρην καὶ Βενιζέλον Ῥοῦφον.
§61ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Προτείνω τὴν δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορίαν ἐξαιρετικῶς ὑπὲρ τοῦ Κανάρη (θόρυβος)
§62ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ τηρηθῇ ὁ κανονισμός· δὲν δεχόμεθα δι’ ἀναστάσεως· θέλομεν ψηφοφορίαν. (θόρυβος)
§63ΧΑΡΑΛ. ΟΔΥΣΣΕΥΣ. Οὔτε δέχεται ὁ Κανάρης παραβίασιν τοιαύτην (θόρυβος).
§64ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Αὔριον. (θόρυβος)
§65ΕΤΕΡΟΣ. Ὄχι, ἀμέσως, δὲν θέλομεν συνδυασμούς. Ἐνταῦθα ἐνεργεῖται κατὰ τὸν κανονισμὸν νέα ψηφοφορία διὰ τὸ τρίτον μέλος τῆς κυβερνήσεως.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῆς δευτέρας ψηφοφορίας ὁ Κ. Κωνσταντῖνος Κανάρης ἀνεδείχθη μέλος τῆς κυβερνήσεως ψηφοφορησάντων 192, ἐκ τῶν ὁποίων ἔλαβε ψήφους 160. (χειροκροτήσεις ῥαγδαῖαι) Ὅθεν ἀνεδείχθη δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας· ὁ δὲ Κ. Ῥήγας Παλαμήδης ἔλαβε 13, ὁ Κ. Τρικούπης 1, ὁ Βάλβης 1, Πετμεζᾶς 6, Δημητρακαράκος 1, Γρίβας 6. Ἐνταῦθα ὁ γραμματεὺς Κ. Βρατσάνος ἀναγινώσκει τὴν παραίτησιν τοῦ Κυρίου Κανάρη ἀπὸ τῆς θέσεως ὡς μέλους τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἑξῆς. Πρὸς τὴν ἐν Ἀθήναις Βʹ. ἐθνικὴν Συνέλευσιν. «Ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας μου διὰ τὴν τιμὴν, μὲ τὴν ὁποίαν μὲ περιέβαλεν ἐκλέξασά με μέλος τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησίν μου ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ ὑποφαίνομαι εὐσεβάστως.» Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Ἰανουαρίου 1863.
Κ. ΚΑΝΑΡΗΣ.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἡ Συνέλευσις δὲν τὴν δέχεται.
§68ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται, Κύριοι, ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐκλογῆς τῆς Καρυστίας. (θόρυβος)
§70ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Συνεδρίασις νὰ διαλύσω τὴν συνεδρίασιν;
§72ΑΠΑΝΤΕΣ. Μάλιστα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις διαλύεται. (ὥρᾳ 5 καὶ 20.)