1863.01.07
1,848 rows · 15,412 words · 114 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΖʹ.
Τῆς 7 Ἰανουαρίου 1863.
(Δευτέρα).
Ὥρα 12 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρέ-
θησαν παρόντες πληρεξούσιοι 169. Ἑπομένως ὁ Πρόεδρος ἐκήρυξε τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως.
Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ μὲ ἀκούσητε· σᾶς παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ ἔρχεσθε πάντοτε πρὸ τῆς 11, καὶ κατὰ τὴν 11 νὰ ἀρχώμεθα τῶν συνεδριάσεών μας. Πρόκειται νὰ λάβῃ τὸν ὅρκον ὁ πληρεξούσιος Τήνου Ζαλώνης. Ἐπαρουσιάσθη καὶ εἷς πληρεξούσιος τῶν ὁμογενῶν μας τῆς Σμύρνης, ὁ Κ. Ἰάλεμος. Ἔχω τὸ εἰσιτήριον καὶ πρὶν ὁρκισθῇ παρακαλῶ νὰ ἀκροασθῆτε τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ. Ὁ Μακρῆς ἀναγινώσκει τὸ εἰσιτήριον τοῦτο, ὅπερ ἔφερε τοὺς νομίμους τύπους.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Μαθιουδάκης εἶναι ὁ γραμματεὺς τοῦ Γενικοῦ Προξενείου, ὅστις καὶ διεύθυνεν αὐτὸ ἀντὶ τοῦ Γεν. Προξένου· ὑπάρχει κἀμμία ἀντίῤῥησις;
§3ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, οὐδεμία. Ὁρκίζονται καὶ οἱ δύω.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς ψηφοφορίας περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος καὶ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ μὴ τῶν διαφόρων ἐκλογῶν, τὰς ὁποίας ἔχω ἐδῶ ἀπὸ προχθὲς ἀκόμη σημειωμένας. Μὲ εἶπαν ἀπὸ τὰς ἐπιτροπὰς ὅτι ἔχουν ἀκόμη μίαν ἢ δύω. Ἡ τῆς Κορινθίας ἐτυπώθη ἀπὸ χθές· μὲ τὴν ἔφεραν ἀργὰ εἰς τὴν κατοικίαν μου· ὅσους κλητῆρας εὗρον ἐδῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τοὺς ἐπεφόρτισα καὶ ἀπεστάλη εἰς πολλούς.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν τὴν ἐλάβομεν ὅλοι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§7ΣΠ. ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ἐγώ. Γνωρίζετε Κύριοι, ὅτι ὁ Κύριος Πρόεδρος διέλυσε τὴν συνεδρίασιν, ἀρκετοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς Κυρίους πληρεξουσίους ἀπεχωρήσαμεν. Μετὰ τὴν ἀποχώρησιν......
§8ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν διέλυσε τὴν συνεδρίασιν.
§9ΣΠ. ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ἰδοὺ τὰ πρακτικά (θόρυβος). Τέλος πάντων ἀρκετοὶ πληρεξούσιοι ὑπὲρ τοὺς ἑκατὸν ἀπεχωρήσαμεν, μετὰ δὲ τὴν ἀποχώρησιν ἡμῶν, ὁ εἰσηγητὴς ἀνέγνω τὴν ἔκθεσιν περὶ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς Φθιώτιδος καὶ ἔγεινε ψηφοφορία. Οἱ περισσότεροι δὲν ἠκούσαμεν τὴν ἔκθεσιν, διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἐκ δευτέρου ἀνάγνωσιν αὐτῆς.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, εὐαρεστηθῆτε νὰ ἀκούσητε ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τί συνέβη. Ὁ Κ. Λογιωτατίδης εἶπεν ὅτι διέλυσα τὴν συνεδρίασιν. Μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἐπροσπάθησα κατὰ συνείδησιν νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ θρησκευτικῶς ἐφύλαξα αὐτό. Ἤκουσα μίαν λέξιν ἀπὸ τὸν Κύριον προαγορεύσαντα, εἰπόντα, ὅτι ὁ Πρόεδρος διέλυσε τὴν συνεδρίασιν καὶ κατόπιν ἀνεγνώσθη ἡ ἔκθεσις. Τοῦτο εἶναι κεραυνὸς δι’ ἐμὲ, εἶναι μία κατηγορία κατὰ τοῦ Προέδρου, καὶ εὐαρεστηθῆτε νὰ μὲ ἀκροασθῆτε κατηγορούμενον. Ἦσαν 95 παρόντες πληρεξούσιοι, ἂς τὸ μαρτυρήσουν· ἔλαβα ἀφορμὴν νὰ σᾶς παρακαλέσω πρὸ ὀλίγου διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὸν κανονισμὸν, ἀλλ’ ἀπέφυγα, ἂν θέλετε ἀπὸ λεπτότητα, ἀπὸ ἁβροφροσύνην νὰ παρακαλέσω τοὺς Κυρίους πληρεξουσίους νὰ μὴ διαλύουν μόνοι των τὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ νὰ ζητοῦν τὴν διάλυσιν αὐτῆς ἀπὸ τὸν Πρόεδρον. Ἐνθυμεῖσθε, καὶ εἶσθε μάρτυρες, ὅτι εἰς 4 κατὰ σειρὰν συνεδριάσεις ὁ Πρόεδρος δὲν διέλυσε τὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ διελύθη μόνη της, διότι οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι ἀναχωροῦσι. Προχθὲς τὸ σάββατον συνέβη τοιοῦτόν τι· ἐπειδὴ ἠρωτώμην ἀπό τινας ἂν θὰ συνεδριάσωμεν τὴν αὔριον, δηλαδὴ τὴν χθὲς, ἄλλοι δὲ ἔκαμνον διαφόρους ἐρωτήσεις ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ, ἕνεκα τοῦ θορύβου, ὅστις ἐγίνετο εἰς τὴν κλῆσιν τῶν κυρίων πληρεξουσίων ἐξερχομένων, ἐγὼ ἐπίστευα, ὅτι θὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις, ὅπως ἄλλοτε, σιωπηλῶς, ἀναχωρούντων τῶν πληρεξουσίων. Ἐνῷ ἐπερίμενα τοῦτο, αἴφνης ἠκούσθη φωνὴ «διέλυσε τὴν συνεδρίασιν», τότε λοιπὸν εἶπα, ὅτι διαλύεται ἡ συνεδρίασις, δηλαδὴ μόνη της· αὐτὸ τὸ εἶπα, ἀλλὰ δὲν διέταξα τὴν διάλυσιν, ἡ συνεδρίασις διελύθη παρὰ τὴν θέλησίν μου κατὰ τὸ σύνηθες.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Ἦτο κακὴ συνεννόησις.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δὲν ἦτο κακὴ συνεννόησις. Ἐξῆλθον πολλοὶ πληρεξούσιοι· μετὰ ταῦτα μετὰ παρέλευσιν μόλις ἑνὸς λεπτοῦ εἶδον πλῆθος πληρεξουσίων, καὶ φωναὶ ἔλεγον, ὅτι εἶναι πλήρης ἡ Συνέλευσις, ὅτε καὶ ἐγὼ εἶπον, Κύριοι, εἴμεθα ἀρκετοὶ, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πόσοι εἶσθε. Ἐκάθησα λοιπὸν καὶ ἐμέτρησα 95, κατὰ δὲ τὸν κανονισμόν μας, ἐπειδὴ ἤμεθα τὸ ὅλον ἐν τῇ ἀρχῇ 185 ἐνόμισα ὅτι εἴμεθα πλήρεις. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ἐντὸς τοῦ καθήκοντος τοῦ Προέδρου νὰ διατάξω τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς Φθιώτιδος. Τὴν ψηφοφορίαν πρῶτος ἐγὼ παρεκάλεσα νὰ μὴ γείνῃ δι’ ἀναστάσεως, ἀλλὰ διὰ νὰ κάμνωμεν τὰς πράξεις μας καθαρωτέρας καὶ νομιμοτέρας νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· ἐψηφοφόρησαν λοιπὸν πραγματικῶς 85, δύω δὲ ἀρνηθέντες 87 καὶ 8 οἱ μὴ ψηφοφορήσαντες πληρεξούσιοι τῆς Φθιώτιδος 95. Εἶδα λοιπὸν, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι πλήρης, ὅτι ἐκ τῆς ψηφοφορίας δὲν ἐσχηματίσθη ἡ πλειονοψηφία καὶ διέλυσα τὴν συνεδρίασιν. Λοιπὸν ἂς μὴν ἐκλάβῃ κἀνεὶς ὅτι ἐκ προθέσεως....(θόρυβος).
§13ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι (θόρυβος).
§14ΛΑΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ προχωρήσωμεν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ψηφοφορήσωμεν.
§16ΣΠ. ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Παραξενεύομαι, Κύριε Πρόεδρε, πῶς θέλετε ψηφοφορίαν, ἡμεῖς δὲν ἠκούσαμεν τὴν ἔκθεσιν, πῶς θὰ ψηφοφορήσωμεν! Ἦσαν ἀπόντες, κύριοι, 90 πληρεξούσιοι, οἵτινες θὰ ψηφοφορήσουν σήμερον καὶ πρέπει νὰ ἀκούσουν τὴν ἔκθεσιν (θόρυβος).
§17ΛΑΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις ἂν πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις ἢ ὄχι (θόρυβος).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι· κατὰ τὴν νομολογίαν, τὴν ὁποίαν καθιερώσαμεν ἕως τώρα ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῶν συζητήσεών μας, ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος ἀνεγνώσθη, καὶ καθ’ ἣν ὥραν ἀνεγνώσθη, ἐθεωρεῖτο καὶ ἦτο πλήρης ἡ Συνέλευσις. Νομίζω ἀνακόλουθον, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐμποδισθῇ ὁ λόγος καὶ νὰ μὴ λάβωσι γνῶσίν τινες, ἀλλὰ βλέπω ὅτι εἶναι ἀνακόλουθον νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως, διὰ τοῦτο νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§20ΣΠ. ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τρομερὸν πρᾶγμα, Κύριε Πρόεδρε! πῶς θὰ ψηφοφορήσωμεν! τότε, πρέπει νὰ φύγωμεν ἡμεῖς (θόρυβος).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξῆλθον φωναί τινες διὰ νὰ ἀναγνωσθῇ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις· λέγω ὅτι ἡ ἀνάγνωσις αὐτῆς ἔγεινε, πλήρους οὔσης τῆς Συνελεύσεως, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ.
§22ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, ἐναντίος τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς, μάλιστα προχθὲς παρευρεθεὶς ἔδωκα ψῆφον ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν θέλω ποτὲ νὰ γεννηθῇ ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ κακὰ συμπεράσματα εἰς τὸ μέλλον καὶ διὰ τὸ ὁποῖον θέλομεν μεταμεληθῆ ἡμεῖς αὐτοὶ, ὅταν προοδεύσουν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως. Ἤμην, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς...(θόρυβος)· ὅταν ἐξ αἰτίας τῆς κακῆς συνεννοήσεως πολλοὶ ἀνεχώρησαν καὶ εἶπόν τινες ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς Φθιώτιδος, ἀντέτεινα, Κύριοι, εἶπον ὅτι δὲν εἶναι καλὸν αὐτὸ, ὅτι ἔπρεπε προτήτερα νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι οἱ ἐναπομείναντες ἀπετέλουν τὸν νόμιμον ἀριθμὸν πρὸς συγκρότησιν τῆς Συνελεύσεως· οὗτοι τὶ ἀντέτειναν Κύριοι; λέγουν ὅτι εἶναι πλήρης, ἦλθεν ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ ἀπεδείχθη ὅτι δὲν εἴμεθα πλήρεις· (θόρυβος) ἄλλως, Κύριοι, ἡ ἐκλογὴ, παραδέχομαι ὅτι εἶναι νομιμωτάτη, ἀλλ’ ἡ τιμὴ τῆς Συνελεύσεως ἀπαιτεῖ νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ πάλιν ἡ ἔκθεσις. Τί φοβεῖσθε Κύριοι, τὴν δημοσιότητα; Θὰ ἀναγνωσθῇ μία ἔκθεσις.
§23Κ. ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. Ἡ τιμή μας, Κύριοι, ὑπαγορεύει νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις.
§24Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἰς μάτην συζητοῦμεν. Ὑπάρχει προηγούμενον, τὸ ὁποῖον λύει τὸ ζήτημα ἀφθεντικῶς. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, ἐπεθύμουν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ τὸ ζητήσω διὰ τὸν ἀκόλουθον λόγον. Ἐνθυμηθῆτε, Κύριοι, τί συνέβη ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου. Συνεζητήθη τὸ ζήτημα τοῦ εἰσιτηρίου ἱκανῶς καὶ ἀρκούντως· ὁ Πρόεδρος ἔθεσε τὸ θέμα εἰς ψηφοφορίαν, κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ψήφων δὲν εὑρέθημεν ἔχοντες τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν εἰς τὴν συνεδρίασιν· ἀνεβλήθη διὰ τὴν ἐπαύριον τὸ ζήτημα· ἐὰν, Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ἐπὶ τῇ προτάσει μου ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν πλέον εἰς τὴν συζήτησιν, διότι εἶχε τεθῆ τὸ θέμα εἰς τὴν ψηφοφορίαν· λυποῦμαι, Κύριοι, πολὺ, διότι ὑπάρχει αὐτὸ τὸ προηγούμενον, ἴσως ὑπάρχει συζήτησις, ἥτις ἠδύνατο νὰ γείνῃ ὠφέλιμος. Εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες θέλουν πάντοτε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως. Κατὰ τὴν προκειμένην ὅμως περίστασιν τὸ προηγούμενον εἶναι ὅλως διόλου ἀδύνατον, διότι δεσμευόμεθα ἀπὸ πρᾶγμα ὅλως πρόσφατον, τοῦ Οἰτύλου, καὶ ἀπὸ τὸν κανονισμόν.
§25ΣΠ. ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Πολὺ παράδοξον μοὶ φαίνεται πῶς ὁ Κύριος Βουδούρης κατέφυγεν εἰς τὸ παραδεδεγμένον, ἐν ᾧ τοῦτο δὲν εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ. Εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Οἰτύλου ἦσαν ἅπαντες παρόντες καὶ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἀνεχώρησαν. Ἤδη δὲ ἦσαν ἀπόντες κατὰ τὴν συζήτησιν· κἀμμία συζήτησις δὲν ἐγένετο, μόνον ἀνάγνωσις τῆς ἐκθέσεως καὶ ψηφοφορία, ὥστε τὸ προηγούμενον τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§26ΠΕΤΡΙΝΟΣ. Δύω εἶναι τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λύσωμεν· ά) ἂν προχθὲς, ὅτε ἔγεινεν ἡ ψηφοφορία καὶ ἡ ἀνάγνωσις, τὸ Σῶμα ἦτον ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ. Περὶ τούτου ἀπεφάνθημεν καὶ δὲν φέρω τὸν λόγον περισσότερον. Ἤδη πρόκειται ἂν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἢ μή. Φρονῶ ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἀνεγνώσθη προσηκόντως, διότι ἀπαρτία ὑπῆρχεν· ἀλλ’ ἤδη γίνεται ἔνστασις, καὶ εἷς τῶν συναδέλφων μας λέγει, ὅτι θεωρεῖ, ὅτι εἶναι ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις. Φρονῶ ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, διότι τὸ ζήτημα ἀνεπτύχθη. Παρακαλεῖται λοιπὸν τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐρωτήσῃ τὸ Σῶμα ἂν θέλῃ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἐκθέσεως ἢ ὄχι.
§27Κ. ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριοι, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ὁ Κύριος Πρόεδρος ζητησάσης τῆς Συνελεύσεως ἔκαμε τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν παρόντων ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, καὶ εὗρεν ὅτι ἦσαν παρόντα 95 μέλη.
§28ΣΠ. ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Νὰ μᾶς τὸ ἀποδείξετε, Κύριε Βατικιώτη, ἡ ψηφοφορία ἀποδεικνύει ὅτι ἦσαν 81.
§29Κ. ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ. Μετὰ τοῦτο ἀπεφασίσθη ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐκθέσεως καὶ ἀνεγνώσθη. Ἠρωτήθησαν οἱ παρόντες ἂν ἔχουν ἀντίῤῥησιν καὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχουν κἀμμίαν. Μετὰ ταῦτα προέβη τὸ Σῶμα εἰς ψηφοφορίαν· ἔγεινε τότε παρατήρησις ὅτι διὰ νὰ ἤμεθα ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ πρέπει νὰ ψηφοφορήσουν ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ ἐγκύρου τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς ἐκ τῶν εὑρεθέντων ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου καὶ τῶν μετὰ ταῦτα προσελθόντων· ἑπομένως ὅτι ἔπρεπε νὰ εὑρεθῶσι παρόντες καὶ νὰ ψηφοφορήσωσιν ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ ἐγκύρου 91· ὅλα αὐτὰ ἐγένοντο ὑπὸ τῶν παρόντων μελῶν, καὶ κανεὶς δὲν ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι πλήρης.
§30ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, Κύριε, ἐγὼ ἔκαμα τὴν ἔνστασιν αὐτήν.
§31ΣΠ. ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Θὰ εἴπωμεν, Κύριοι, ἄλλα περὶ τῆς ἐκλογῆς Φθιώτιδος πράγματα, ἅτινα συνέβησαν τὸ Σάββατον, διὰ τοῦτο μὴ καταφεύγετε εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ κανονισμοῦ.
§32Κ. ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ἐπιτρέψητε τώρα τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως, ἐννοεῖται ὅτι ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν, ἐν ᾧ ἤδη ἀπεφάνθη τὸ Σῶμα, ὅτι δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀντίῤῥησις καὶ προέβη εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Κατὰ τὸν κανονισμὸν λοιπὸν ὀφείλομεν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ψηφοφορίαν καὶ τίποτε περισσότερον. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν τώρα νὰ ἀποφανθῶμεν ἂν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἢ ἂν πρέπει νὰ ἀναγνώσωμεν τὴν ἔκθεσιν, διότι θὰ ἀποφανθῶμεν ἐναντίον μιᾶς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως, ἑπομένως πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν ψηφοφορίαν.
§33ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐὰν ἦτο τυπωμένη ἡ ἔκθεσις, ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν γνῶσιν· ἀλλ’ ὅταν δὲν ᾖναι τυπωμένη ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν (θόρυβος) ......
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ θέλοντες τὴν ἐκλογὴν τῆς Φθιώτιδος ὡς ἔγκυρον νὰ σηκωθῶσιν.
§35ΣΠ. ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Διαμαρτυρόμεθα, Κύριε Πρόεδρε!
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις δι’ ἀναστάσεως παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Φθιώτιδος, καὶ ὡς νομίμους πληρεξουσίους τοὺς κυρίους Κ. Δυοβουνιώτην, Τ. Βάσον, Α. Ζητουνιάτην, Δ. Αἰνιᾶνα, Γ. Κρίτσαν, Ἰω. Πέτρου, Β. Μυλωνᾶν, Π. Σκουμπουρδῆν.
§37Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μᾶς ἀφηρπάγη τὸ θέμα, Κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸ ζήτημα, καὶ δὲν ἔχομεν κἀμμίαν γνῶσιν τῆς ἐκλογῆς (θόρυβος).
§38ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔγεινε μία συζήτησις, ἂν πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις ἢ ὄχι, καὶ θέτετε ζήτημα, ἂν ᾖναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογή, Κύριε Πρόεδρε.
§39ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Κύριοί μου, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν περίληψιν ἀκριβῶς τῶν διαφόρων ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὴν ἐκλογὴν Κορινθίας, πιστεύω, ἐὰν θελήσητε νὰ μὲ ἀκροασθῆτε εὐμενῶς ἐπὶ ὀλίγας στιγμὰς μόνον, νὰ σχηματίσητε πεποίθησίν τινα, ἢ τοὐλάχιστον νὰ τεθῆτε εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ εὑρεθεὶς ἐγνωμοδότησα ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς ὅπως ἐγνωμοδότησα καὶ θὰ γνωμοδοτήσω ἐνώπιόν σας. Πολλὰ λέγονται περὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, πρὸ πάντων ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου· ὑμεῖς ὅμως, Κύριοι, βεβαίως θέλετε ἐξετάσει ἀπαθῶς τὰ ἔγγραφα, τὰς ἀποδείξεις, θέλετε ἐκτιμήσει αὐτὰ μετὰ πολλῆς ἀκριβείας, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον πρόκειται σήμερον οὐχὶ νὰ ἐπικυρώσητε γνωμοδότησιν ἐπιτροπῆς ὑπάρχουσαν, ἀλλ’ οὕτως εἰπεῖν νὰ δικάσητε ἀπ’ εὐθείας τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Εἰς τὴν προκειμένην ἐκλογὴν ὑπάρχουσιν 11 δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν. Θέλω ἐξετάσει πρῶτον τὴν ψηφοφορίαν τῶν ἐκλογῶν τῶν 3 δήμων, τοῦ δήμου Πελλήνης, Τρικκάλων καὶ Φενεοῦ. Εἰς τὸν δῆμον Πελλήνης ἀναντιῤῥήτως ἐγένετο ψηφοφορία κατὰ τὴν ὁμολογίαν καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ μὲ ὅλην τὴν τάξιν μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας, ὅτε ἐτελείωσεν ἡ ψηφοφορία καὶ ἐκλείσθη καὶ ἐσφραγίσθη ἡ κάλπη. Τότε ἀποχωρούσης τῆς ἐπιτροπῆς ἵνα προετοιμάσῃ τὰ πρὸς ἀναχώρησιν μετὰ τῆς κάλπης, αἴφνης ἐγένετο πυροβολισμὸς καὶ ἡ κάλπη ἀνηρπάγη. Μετὰ ταῦτα τὴν εὑρίσκομεν εἰς διαλογὴν ἐν Κορίνθῳ· ὅτε ἡ διαλογὴ τῆς κάλπης ἐγένετο, — καὶ ἐγένετο ἐντὸς τοῦ ναοῦ — τότε ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς παρετήρησεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τῆς ψηφοφορίας δὲν ἐφαίνοντο τὰ ἀντίτυπα τῆς σφραγίδος, ἐπειδὴ τὰ μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἦσαν παρόντα, ὅτι ἦτο καλὸν νὰ μείνῃ κατὰ μέρος ἡ κάλπη μέχρι τῆς διαλογῆς τῶν ἄλλων, καὶ ἀκολούθως ἐμφανιζομένης τῆς ἐπιτροπῆς, προβάλλουν ν’ ἀνοιχθῇ ἡ κάλπη. Τοῦτο ἡ ὁλομέλεια τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν δὲν παρεδέχθη, καὶ ἀπεσφραγίσθη ἡ κάλπη, ἐγένετο ἡ διαλογὴ, καὶ εὑρέθησαν ὡς βλέπετε εἰς τὰ ἔγγραφα 419 ψῆφοι ἐντὸς τῆς κάλπης· ἐξ αὐτῶν ἡ ἐπιτυχοῦσα μερὶς ἔλαβε 258 ἡ δὲ ἀποτυχοῦσα μόνον 181, ἔγεινεν ἄραγε καλπονόθευσις εἰς ταύτην τὴν κάλπην; τοῦτο πιθανὸν, δὲν εἶναι ὅμως καὶ βέβαιον· οὐχ ἧττον ὅμως, ἐπειδὴ καὶ ἐλέχθη ὅτι ἡ κάλπη αὐτὴ ἐνοθεύθη, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία, πρὸς ὥραν λαμβάνω τὰς 258, καὶ τὰς καταλέγω ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες ἔλαβον 181, καὶ ὑπολογίζω, οὕτως εἰπεῖν, τὰς 419 διὰ τὴν ἀποτυχοῦσαν μερίδα. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς ἄλλας δύω κάλπας, εἰς τὴν κάλπην τῶν Τρικάλλων, καὶ εἰς τὴν κάλπην τοῦ δήμου Φενεοῦ. Ἡ ψηφοφορία ἐγένετο ὀλίγον βραδύτερον τῆς προσδιωρισμένης ἡμέρας, τοὐτέστι τὴν 26, διότι ἡ κάλπη παρεδόθη εἰς τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν ἕνεκα περιστάσεων τὰς ὁποίας δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σᾶς ὁρίσωμεν, καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς 26 τὸ ἑσπέρας διὰ τὴν τοῦ Φενεοῦ· ὁπωσδήποτε ἀδιάφορον ἐὰν ἡ ψηφοφορία εἰς αὐτοὺς τοὺς δύω δήμους ἤρχισε βραδύτερον, καθόσον ὅσοι ἔφερον τὰς κάλπας ταύτας δὲν παραπονοῦνται, ὅτι ἐντεῦθεν προέκυψε ζημία, διότι καὶ ἡ Κυριακὴ ἐτηρήθη, καθόσον ἀνέβαλον τὴν ἐκλογὴν τῆς κάλπης τοῦ δήμου Φενεοῦ, εἰς τὴν 29, ὥστε νὰ παρεμπέσῃ καὶ μία κυριακὴ, καὶ διότι οὐδεμία ἔνστασις γίνεται ἐκ τῆς βραδύτητος τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας· ἡ τελευταία ψηφοφορία, ἡ τοῦ δήμου Φενεοῦ, ἐτελείωσεν εἰς τὰς 2 Δεκεμβρίου, τότε ἀνεχώρησεν ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ δήμου Φενεοῦ, ἔλαβε τὴν κάλπην μαζῆ της, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν δῆμον Τρικάλλων καὶ παρέλαβε τὴν κάλπην, καὶ ἐπροχώρησε πρὸς τὴν νέαν Κόρινθον, διὰ νὰ παραδώσῃ τὰς δύω κάλπας. Ἐν ᾧ ἐπλησίαζον καὶ καθὼς λέγουν οὗτοι, τοὐτέστιν αἱ ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαὶ, πρὶν φθάσωσιν εἰς τὴν Νέαν Κόρινθον ἔφιππος χωροφύλαξ ἔφερεν εἰς αὐτοὺς διαταγὴν τοῦ Φρουράρχου, Ἐπάρχου καὶ ὑπομοιράρχου, ἥτις ἔχει, οὕτως· δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὸ ἔγγραφον, ἀλλ’ ἔχω τὰς περιλήψεις «ὅτι αἱ εἰρημέναι ἐπιτροπαὶ δὲν δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Ν. Κόρινθον, συνωδευμέναι ὑπὸ τῶν 50 ὁπλιτῶν· ὅτι δὲ, ἐὰν ἐπιμείνωσι, θὰ ἀναγκασθῶσι διὰ τῆς βίας νὰ ἐγκαταλείψωσι τοὺς ὁπλίτας τούτους». Ἡ διαλογὴ τῶν ἄλλων καλπῶν, ἤρξατο τὴν 6 Δεκεμβρίου. Αἱ κάλπαι ἔφθασαν τὴν ἰδίαν ἡμέραν πλησίον τῆς Νέας Κορίνθου μίαν ὥραν μακράν· ἐκεῖ ἐχάθησαν, τουτέστιν οἱ φέροντες αὐτὰς ἀνεχώρησαν, καὶ οἱ ἄλλοι εἰσῆλθον ἐντὸς τῆς πόλεως· αἱ δὲ κάλπαι, ἀντὶ νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Νέαν Κόρινθον, προσήχθησαν ἐνταῦθα εἰς τὴν Συνέλευσιν· ἂς ἐξετάσωμεν αὐτὰς τὰς κάλπας τί περιέχουσι, μολονότι δὲν τὰς ἠνοίξαμεν· ἀλλὰ θὰ ἰδῆτε, ὅτι ἦτο περιττὸν ν’ ἀνοιχθῶσιν· ἡ κάλπη τοῦ δήμου Τρικάλλων ἔφερε μεθ’ ἑαυτῆς πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας, τοῦτο ἔφερε ψηφοφόρους 3040. Ἐκ πρώτης ἀφετηρίας ἦτο δίκαιον νὰ ἐξετάσωμεν ἂν τῳόντι 3040 ψηφοφόροι ἠδύναντο νὰ ψηφοφορήσωσιν εἰς τὸν δῆμον αὐτόν. Ἐλάβαμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν στατιστικὴν τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ 1861, καὶ βλέπομεν ὅτι ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς εἰς τὸν δῆμον Τρικάλλων εἶναι 5374, ὁ δὲ βουλευτικὸς κατάλογος περιέχει 1800 ψηφοφόρους· ἀμέσως ἐνταῦθα ὑπάρχει μία οὐχὶ πλήρης ἀμφιβολία, ἀλλὰ βεβαιότης, ὅτι ἡ κάλπη αὐτὴ περιέχει ψηφοδέλτια τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀληθῆ· ἀλλὰ τοῦτο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κάμωμεν εἶναι ὅτι τοὺς 1800 τοὺς ὁποίους ὑποθέτομεν ὑπὲρ τῆς μερίδος αὐτῶν, ἂς τοὺς δώσωμεν εἰς τὴν ἀποτυχοῦσαν μερίδα. Λοιπὸν, προσθέτομεν 1800 ὑπὲρ τῆς μερίδος τῆς ἀποτυχούσης εἰς τὸν δῆμον Τρικάλλων. Ἐρχόμεθα εἰς τὸν δῆμον Φενεοῦ, ἐδῶ δὲν ἔχομεν πρωτόκολλον ψηφοφορίας· τοῦτο ἀνελήφθη, τὸ βλέπετε ἀπὸ μίαν ἔκθεσιν· ἀλλὰ καὶ ἐδῶ διατὶ ν’ ἀνοίξωμεν τὴν κάλπην· ἂς λάβωμεν ὅλους τοὺς 1202, καὶ ἂς τοὺς δώσωμεν εἰς ἐκείνους, οἵτινες θέλουν νὰ ἔχουν αὐτὰς τὰς ψήφους ὑπὲρ ἑαυτῶν. Λοιπὸν 1820 ψηφοφόροι τοῦ δήμου Τρικάλλων, 1202 τοῦ δήμου Φενεοῦ, καὶ 258 τοῦ δήμου Πελλήνης διὰ νὰ εἴμεθα ἐντὸς τοῦ δικαίου, ἂν εἴπωμεν δὲ ἐν ἀμφιβολίᾳ ὅτι ἡ κάλπη Πελλήνης ἠνοίχθη, πρέπει νὰ δώσωμεν ὅλον τὸν ἀριθμὸν τὸν περιεχόμενον, δηλ. καὶ τὰς 419 εἰς τὴν ἀποτυχοῦσαν μερίδα, καὶ οὕτω προκύπτει ἓν ποσὸν 3280, τὰς ὁποίας προσθέτομεν εἰς 1240, τὰς ὁποίας ἔλαβεν εἰς τὰς ἄλλας κάλπας κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἡ ἀποτυχοῦσα μερὶς, διότι μόνον ἔλαβεν 611 ψήφους εἰς ἕνα ἐκ τῶν δήμων· τέλος εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον, τὸν ὁποῖον ἔλαβεν ἡ ἀποτυχοῦσα μερὶς εἰς τοὺς 1240, προσθέτω τὰς 3280, καὶ εὑρίσκομεν ποσὸν 4520. Ἐν τούτοις ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς ἐπιτυχούσης μερίδος εἶναι 4735 ψηφοφόροι. Ἐνταῦθα παύω ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω περὶ τῶν τριῶν δήμων. Ἔρχομαι εἰς τοὺς ἄλλους δήμους, ἐξ ὧν προέκυψεν ἡ πλειονοψηφία ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχούσης μερίδος. Ἐνταῦθα ἐγένοντο ἆρά γε ἄτακτα πράγματα, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλο τι, ναὶ ἢ ὄχι; αὐτὸ θὰ ἐξετάσωμεν· πολλὰ ἐλέχθησαν, πολλὰ λέγονται εἰς τὰ ἔγγραφα, οὐχ ἧττον ὅμως ὀφείλομεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰς ἀποδείξεις αὐτὰς, καὶ πρῶτον πάντων νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, πόθεν αἱ ἀποδείξεις αὐταὶ πηγάζουσι. Κύριοι μου, πηγάζουσιν ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐνώπιόν σας, φέροντες μίαν κάλπην τοῦ δήμου Τρικάλλων μὲ 2040 ψήφους, ἐνῷ ὅλοι οἱ ψηφοφόροι ἀναντιῤῥήτως δὲν ὑπερβαίνουσι τοὺς 1800 τοῦ δήμου Τρικάλλων. Ἀμέσως διστάζομεν νὰ σχηματίσωμεν πεποίθησιν ἐκ πρώτης ἀφετηρίας περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν λόγων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσιν, ὅτι εἰς τὰς ἄλλας κάλπας ἐγένετο νόθευσις, οὐχ ἧττον ὅμως πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἕκαστον ἐξ αὐτῶν τῶν ἰσχυρισμῶν, διὰ νὰ σχηματίσωμεν πεποίθησίν τινα· εἰς τὸν δῆμον Κλεωνῶν ἐγένετο ἰσχυρισμὸς ἐκ μέρους τινὸς Χ. Λελέκου, ὅτι τὴν πρώτην ἡμέραν ἐψηφοφόρησαν μόνον 22, ἐνῷ ἦσαν σημειωμένοι εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας 80, ὅτι αὐτὸς ὁ Κ. Λελέκος δὲν ἠδυνήθη νὰ λάβῃ μέρος τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας, διότι ἀπεδιώχθη· τὸ πρῶτον εἶναι ἐντελῶς ψευδὲς, διότι καταδεικνύεται ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ψηφοφορίας, ὅτι εἶναι ὑπογεγραμμένον ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Λελέκου, ὅστις ὑπέγραψε βεβαιῶν, ὅτι τὰ γινόμενα καλῶς ἐγένοντο, ὅτι 80 ψηφοφόροι ἐψηφοφόρησαν τὴν πρώτην ἡμέραν· τὴν δευτέραν ἡμέραν λέγει, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ παρουσιασθῇ, ὅτι ἀπεδιώχθη, καὶ τοῦτο ἀναντιῤῥήτως φαίνεται ψευδὲς, διότι εὑρίσκομεν τὴν ὑπογραφήν του καὶ εἰς τὴν δευτέραν συνεδρίασιν. Ἔρχεται ἔπειτα εἰς τὸν δῆμον Στυμφαλίας ἄλλος ἰσχυρισμὸς σπουδαῖος, ὅτι 200 ψηφοφόροι ἔκ τινος χωρίου Καστανάσης, νομίζω, ἔρχονται διὰ νὰ ψηφοφορήσουν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Καλλιάνην· ἐκεῖ εὗρον εἰς τὸ χωρίον αὐτὸ ὀχυρωμένους τὸν Ἀστυνόμον Δημήτριον Οἰκονομόπουλον, καὶ λειποτάκτας τινὰς —λειποτάκτας λέγουν, δὲν ἠξεύρω διατὶ — καί τινας χωρικοὺς, οὗτοι κατεδίωξαν τοὺς 200 χωρικούς· 200 ἄνθρωποι χωρικοὶ βεβαίως δὲν εἶναι ποσὸν ἀσήμαντον, βεβαίως ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρχῃ ἀπόδειξις αὐτῶν τῶν 200, ἢ τοὐλάχιστον μέρους αὐτῶν, ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔλαβε χώραν, ὅπως ὁ Κ. Λελέκος λέγει. Ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω ἀμφιβάλλω, ἂν καὶ τοῦτο ᾖναι ἀληθές· κατόπιν εἷς ἄλλος ὁ Ἰωάννης Θεοδώρου καὶ Σ. Σταθόπουλος, ἰσχυρίζονται καὶ αὐτοὶ, ὅτι εἰς τὸν δῆμον Σολυγείας συνέβησαν διάφορα ἀτοπήματα· ἀλλὰ καὶ αὐτὰ ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ ὑπογράφουν οἱ ἴδιοι, κἀμμίαν ἔνστασιν δὲν κάμνουν ἐνώπιον τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐρχόμεθα εἰς ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον κατ’ ἐμὲ, βεβαιοῦται ἀπὸ διαφόρους καὶ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ μίαν τινὰ ἀποτυχοῦσαν μερίδα, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι ἡ διαλογὴ εἰς τὴν Νέαν Κόρινθον ἐγένετο τῶν μὲν 4 καλπῶν ἐντὸς τοῦ Ναοῦ, τῶν δὲ ἄλλων 5 ἐντὸς τοῦ στρατῶνος. Πῶς ἐγένετο ἐντὸς τοῦ στρατῶνος; καὶ διατί; ἐνταῦθα ὑπάρχουσι τηλεγραφήματά τινα, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτουσιν, ὅτι ἐφοβοῦντο ἐπίθεσιν· ἰδοὺ τὰ τηλεγραφήματα· τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα εἶναι τοῦ ἐπάρχου Κορινθίας πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἰδοὺ πῶς ἔχουσι «μεγίστη καταβάλλεται προσπάθεια πρὸς διαφθορὰν.... Βεβαίως τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον, βεβαίως διαλογὴ καλπῶν δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐντὸς στρατῶνος· οὐχ ἧττον ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι αἱ περιστάσεις ἦσαν δειναὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Ἐπίσης ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὑπῆρχον ἐπιτροπαὶ συνηγμέναι ἐντὸς τοῦ Ναοῦ, ὅτι αὐταὶ αἱ ἐπιτροπαὶ συνέκειντο ἀπὸ 30 μελῶν, ὅτι οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἐγένετο, ὅτι οὐδὲ εἶπον τὸ παραμικρὸν οἱ ὑπογράψαντες τὰ ἔγγραφα ὅλα ἐν τάξει καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἀμφιβολία τις ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ. Ἄλλη ἔνστασις, ὅτι οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὰς ἐκλογὰς ταύτας δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ λάβωσιν ὡς δήμαρχοι, καθόσον δὲν ἦσαν πλέον δήμαρχοι. Τὰς ἐνστάσεις ταύτας τὰς βλέπετε μάλιστα εἰς τὸ ἔντυπον τῆς ἀποτυχούσης μερίδος. Εἶναι πασίγνωστον, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἔῤῥιψε πολλοὺς ἐκ τῶν δημάρχων, διότι εἶναι τοῦ παλαιοῦ συστήματος. Αὐτοὶ οἱ δήμαρχοι ἐξεπλήρωσαν τὰ καθήκοντά των μέχρι τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῶν, ὅλαι αἱ πράξεις αὐτῶν εἶναι νόμιμοι, καὶ πρέπει νὰ γίνωνται δεκταὶ, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἡ ὑπόνοια, ἂν οἱ ἀντικαταστάται, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν τὴν 19 9βρίου, ἐὰν εἶχον καιρὸν νὰ φθάσουν νὰ ἀντικαταστήσουν αὐτοὺς, ἢ, ἐὰν ὁδηγηθέντες ἀπὸ συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας ἐβράδυναν, τοῦτο εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθημεν νὰ λύσωμεν, καὶ νὰ πείσωμεν τὴν πεποίθησίν μας περὶ αὐτοῦ. Ὁπωσδήποτε ὅμως ΚΚ. διὰ νὰ μὴ καταχρασθῶ τὴν ὑπομονήν σας τελειόνω τὸν λόγον μου, λέγων τὰ ἑξῆς. Εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀκρίβειαν νομικὴν καὶ τάξιν ἐντελῆ εἰς ὅλας τὰς ἐκλογάς. Ὑπάρχουσιν ἀμφιβολίαι καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν ταύτην; βεβαίως· ὑπάρχουσιν ἀποδείξεις; ὄχι· διότι δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν τὰς ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας φέρουσιν ὡς τοιαύτας καὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν ἐπ’ αὐτῶν μίαν ἀκύρωσιν ἐκλογῆς· ὑπάρχουσιν ἀμφιβολίαι, καὶ εἰς τὰς ἀμφιβολίας ταύτας, νομίζω, Κύριοι ὅτι ἡ δικαιοσύνη αὐτὴ ἀπαιτεῖ, ὅτι καὶ αἱ παροῦσαι περιστάσεις ἀπαιτοῦσι τοῦτο περισσότερον καὶ συνᾴδουσι πρὸς τὴν δικαιοσύνην νὰ γνωμοδοτήσωμεν ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς· τοῦτο τὸ ἐπράξατε ἤδη εἰς ἄλλας· ἐν ἀμφιβολίᾳ ἐγὼ ἡ καὶ πλειονοψηφία παρεδέχθη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδωμεν τὴν μαύρην ψῆφον κατὰ μιᾶς ἐκλογῆς· Αὐταὶ αἱ σκέψεις μὲ ἔκαμαν συμφώνως πρὸς τὰ προαποφασισθέντα καὶ πρὸς τὸ σύστημα τὸ παραδεχθὲν παρὰ τῆς ὁλομελείας τῆς Συνελεύσεως νὰ γνωμοδοτήσω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, καὶ αὐταὶ αἱ σκέψεις μὲ φέρουσι νὰ προτείνω σήμερον τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Καὶ χθὲς σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα ἦτο προφανὲς, καὶ φρονῶ, ὅτι οἱ συνάδελφοί μου δὲν θὰ μὲ κάμουν ἁμάρτημα νὰ εἴπω, ὅτι ἀντέστην ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως ὅλων ἡμῶν, καθόσον ὠφείλομεν νὰ σᾶς εἴπωμεν τὴν γνώμην μας ῥητῶς· οὐχ ἧττον ὅμως εὑρέθημεν νὰ ἤμεθα δύω ὑπὲρ καὶ δύω κατὰ τῆς ἐκλογῆς καὶ δύω ἀμφίβολοι, ὁ δὲ ἕβδομος ὁ Κ. Γιουρδῆς ἦτο ἀσθενής.
§40ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Μαυροκορδᾶτε, ἠδυνήθητε νὰ μάθητε, ὅταν ἔφερον τὰς κάλπας αὐτὰς πόσοι ὁπλοφόροι τὰς συνώδευον.
§41ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Δὲν προκύπτει ἀπὸ τὰ ἔγγραφα, Κύριε.
§42ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπέκειτο δηλ. κἀμμία ἐπίφοβος δύναμις;
§43ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὄχι, οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο δὲν προκύπτει.
§44ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, καὶ ἐγὼ, ὡς ὁ προλαλήσας, ἀπετέλεσα μέρος τοῦ πρώτου τμήματος τῶν ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ἐπιτροπῶν. Ἐβασάνισα ὡς καὶ ὁ προλαλήσας τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς Κορίνθου. Ἀπὸ τὰ πρῶτα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν ἐνώπιον ἡμῶν, τὰ προσαχθέντα διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, καὶ τὰ προσαχθέντα δι’ ὁδοῦ μὴ νομίμου, κατὰ τὴν ἰδέαν του, ἐσχηματίσαμεν παραχρῆμα ἀντίθετον ἰδέαν ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν ταύτην. Κατὰ συνέπειαν μέχρι τέλους δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν συνεννόησιν καὶ θὰ ἐξηγήσω παραχρῆμα εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ ποίους λόγους δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν προλαλήσαντα ἔντιμον πληρεξούσιον. Κύριοι, ὁ προλαλήσας πληρεξούσιος ἔχει πάντοτε ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι τὰ ἔγγραφα καὶ οἱ τύποι εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις πρέπει νὰ προτάττωνται καὶ ν’ ἀναφαίνωνται ἐπὶ τῆς οὐσίας. Δικαιόνω τὸν ἔντιμον πληρεξούσιον διότι καταγίνεται εἰς δικαστικὰς ὑποθέσεις πρὸ χρόνων καὶ εἰς τὰ δικαστικὰ ἀληθῶς αὐτὴ ἡ ἀρχὴ πρέπει νὰ διατηρῆται. Ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι τὸν προλαλήσαντα δὲν παρακολουθεῖ ἡ πεῖρα τῶν ἐκλογῶν· ποτὲ δὲν ἐξήσκησε δικαιώματα ἐκλογικά, σήμερον δ’ ἐντίμως καὶ δικαίως καθήμενος ἐδῶ ἔρχεται ἀπὸ ἓν μακρυνὸν τῆς Ἑλλάδος μέρος πληρεξούσιος ὀλίγων ψηφοφόρων καλῶς μορφωμένων, ἐξ οὗ ἕπεται ὅτι δὲν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἴδῃ τί δύναται νὰ πραχθῇ ἐπὶ μιᾶς ἐκλογῆς, ἡ ὁποία ἔχει ἐξωτερικὰς περιπετείας. Τούτου ἕνεκα ἐν πλήρει πεποιθήσει καὶ μὲ συνείδησιν ἥσυχον συγχωρῶ τὰς ἰδέας του στηριζομένας εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν τύπων. Ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι αὐτῆς τῆς συμπαθείας ἀπὸ μέρους τοῦ Κ. Μαυροκορδάτου θὰ τύχω καὶ ἐγώ, εὑρισκόμενος εἰς ἀντίθετον θέσιν. Τὸ ἀντικείμενον τοῦτο κατ’ ἐμὴν κρίσιν εἶναι, καὶ νομικὸν καὶ πρακτικὸν, καὶ ἐξηγούμενος ὅσον οὔπω ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐννοηθῶ. Ὅλας τὰς ὑποθέσεις, αἵτινες φέρονται, κύριοι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, τὰς πολιτικὰς ἐννοῶ, ἀνάγκη πᾶσα νὰ τὰς παρακολουθῇ μία συνέχεια τύπων, ὡρισμένων ἀπὸ τὸν νόμον· ἄλλως δὲν δύνανται νὰ φθάνωσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, διότι ἢ κλείεται εἰς αὐτὰς ἡ θύρα, ἢ ἀποβάλλονται, ἂν δὲ ὑπερπηδήσωσι τὰ κωλύματα ταῦτα εἰσέρχονται μὲν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καταστρέφονται. Τοῦτο ὅμως δὲν συμβαίνει καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὅπου τὸ πρόγραμμα τῆς κυβερνήσεως δίδει τὴν πρώτην ὤθησιν. Αὐτὸ τὸ πρόγραμμα εἶναι συνήθως ὡραιότατον· ἐμπεριέχει λέξεις, αἵτινες ἐκ πρώτης ὄψεως πείθουσι τοὺς πάντας, ὅτι οἱ ἐκδώσαντες αὐτὸ εἶναι ἄνθρωποι σεβόμενοι τὰ δίκαια τοῦ πολίτου καὶ ὅτι θὰ προστατεύσωσι κατὰ γράμμα. Δυστυχῶς ὅμως ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι αὐτὰ τὰ προγράμματα δὲν ἐξησφάλιζον τὴν κοινωνίαν ἀπέναντι ἐκείνων, οἵτινες τὰ ἐξέδιδον. Μὴ λησμονήσετε τὸ παρελθόν· καὶ τοῦτο ἔφερεν ἐν μέσῳ τῆς κοινωνίας προγράμματα ὡραιότατα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγνωσις ἀπεδείκνυεν, ἔπειθε παραχρῆμα, ὅτι ἐξήρχοντο ἀπὸ τὰς πεποιθήσεις τῶν ἀρχῶν ἐκείνης. Ἀλλ’ ἐν τούτοις τὰ ἀποτελέσματα διέψευσαν αὐτὸν τὸν τύπον ὅστις ἐφέρετο ἐν τῷ μέσῳ τῆς κοινωνίας ἐπὶ σκοπῷ νὰ ἡσυχάσῃ τοὺς φόβους αὐτῆς καὶ νὰ τὴν ἀδικήσῃ εὐκολώτερον. Αὐτὸ τοῦτο συνέβη καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην. Πρὶν ἀρχίσουν αἱ ἐκλογαὶ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἓν ὡραιότατον πρόγραμμα ἐκυκλοφόρησεν εἰς ὅλην τὴν ἐπικράτειαν· ἔδωκε τὰς γλυκυτέρας ἐλπίδας, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ θέλουσιν ἐνεργηθῆ μὲ τὴν μεγαλητέραν δικαιοσύνην. Ἐν τούτοις γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς ταύτας, ἢ εἰς πολλὰς τῶν ἐκλογῶν τούτων, τὸ πρόγραμμα αὐτὸ δὲν ἐπέτυχε ν’ ἀποκρούσῃ τὴν ἀνομίαν. Δὲν θὰ ἐνδιατρίψω κατὰ συνέπειαν εἰς τὴν ἀριθμητικὴν ἔρευναν, τὴν ὁποίαν ὁ προλαλήσας ἔκαμεν ἐνώπιόν σας, διότι νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα δὲν πρόκειται νὰ λύσωμεν ἀριθμητικὰ ζητήματα, ἀλλὰ ζητήματα προστατεύοντα τὸν νόμον. Καὶ πρέπει νὰ τὰ ἀνάξωμεν ἐκεῖ, διότι οἱ ἀριθμοὶ, εἴτε ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἔρχονται, εἴτε ἀπὸ τὸ ἄλλο εἶναι ἀποτέλεσμα νόθου ἐνεργείας, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Συνέλευσις. Προκηρύττεται, Κύριοι, ἡ ἐκλογὴ, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν σήμερον μὲ τὸ αὐτὸ πρόγραμμα, μὲ τὸ αὐτὸ θέσπισμα, τὸ ὁποῖον περιέβαλεν ὅλας τὰς ἐκλογὰς τοῦ Κράτους· καὶ ἀληθῶς βλέπει τις, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ἡ ἐν Κορίνθῳ, ἠκολούθησε τὴν πορείαν τῶν τύπων τακτικῶς. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὴν πορείαν αὐτὴν εὕρωμεν ὅτι δὲν διετήρησε καὶ τὸν νόμον, τότε νομίζω, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη δὲν εἶναι νόμιμος, ἐπειδὴ ὁ τύπος οὐδόλως δύναται νὰ καθαιρέσῃ τὸν νόμον. Ἔχω ἐδῶ ἓν ἔγγραφον πρὸς τὸ ἐπαρχεῖον Κορινθίας, εἶναι ἐγκύκλιος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐμπεριέχονται τὰ ὀνόματα, ἅτινα ἔπρεπε νὰ ἀντικαταστήσωσι τοὺς δημάρχους, τοὺς ὁποίους μία ἐπανάστασις ἀνέδειξεν, ἢ κατὰ τὸ λέγειν τῶν ἄλλων μία θέλησις ἑνὸς ἀτόμου ἐγκατέστησε μετὰ τὴν ἐπανάστασιν. Ἠξεύρω, ὅτι ἡ νὺξ τῆς 10 πρὸς τὴν 11 8βρίου ἐγέννησε μίαν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη περιεβλήθη ἀπὸ τὸν λαὸν μὲ μίαν ἐξουσίαν, ὅτι τὸ Ἔθνος ἀνεγνώρισεν αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέχρι τοῦ ἑτέρου ἄκρου. Δὲν εἶναι λοιπὸν συγκεχωρημένον εἰς κἀνένα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω τὴν διαταγὴν αὐτῆς ὡς Κυβερνήσεως, διότι εἶμαι ἐπαναστάτης, καὶ ἡ ἐπαρχία ἐν τῇ ὁποίᾳ διεύθυνον τὴν ἐπανάστασιν ἐγὼ, μοὶ ἐχάρισε τὴν ἐμπιστοσύνην νὰ τὴν διοικήσω. Ἐπειδὴ, ἐὰν παραδεχθῶμεν τοῦτο, πολλαὶ διοικητικαὶ ἐπιτροπαὶ σχηματισθεῖσαι κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἤθελεν ῥίψει τὸν κύβον ἐναντίον αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἴσως σήμερον τὸ ἔθνος ἤθελεν εἶσθαι κεχωρισμένον εἰς τμήματα μικρότατα, ἀνεξάρτητα τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο, μὴ δυνάμενα νὰ προστατεύωνται ἀπὸ ἕνα κοινὸν Νόμον, συνέπειαι δὲ τούτου ἤθελεν εἶσθαι ἡ διένεξις, ἡ ἀνωμαλία, προϊὸν δὲ ὅλων τούτων ἡ ἀναρχία καὶ ἡ ἀλληλοσφαγή. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τῆς Κυβερνήσεως ἔφθασεν εἰς τὸν Ἔπαρχον, θέλω ἐντεῦθεν νὰ πορισθῶμεν τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ Ἔπαρχος συνεμορφώθη μὲ τὸ θέσπισμα, ἐὰν πρὸς ὅλα τὰ σημεῖα ἐφήρμοσε τὴν διαταγὴν, ἥτις τῷ ἐστάλη ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἂν τοῦτο ἀποδειχθῇ, τότε βεβαίως κλίνω ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ Κ. Μαυροκορδάτου, μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιθέτως δυστυχῶς εἰργάσθην ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης. Τέσσαρες δῆμοι ἔλαβον τὴν τύχην νὰ δεχθῶσιν ὡς δημάρχους ἁπλοῦς πολίτας ἐπαναστάτας, τοὺς ὁποίους ἔστειλεν ὁ Ἰωάννης Δελιγιάννης διὰ νὰ παραλάβωσι τὰ ἀρχεῖα καὶ νὰ τοὺς διοικήσωσιν κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀναγνωρίζω αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, διότι τοιαῦται ἐγένοντο πολλαί· ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐὰν μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Κυβερνήσεως εἶχε πλέον τὸ δικαίωμα αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ εἴπῃ «δὲν ἀναγνωρίζω τὴν διαταγήν σου, Κυρία Κυβέρνησις, καὶ θὰ ἀκολουθήσω νὰ διοικῶ τὸν τόπον, καθὼς ἡ ἰδική μου ἐπανάστασις ἀπεφάσισεν». Ἀλλὰ τότε φρονῶ, ὅτι ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ δυσάρεστον συμπέρασμα νὰ κηρύξωμεν τὴν ἀντεπανάστασιν κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως. Ἐξεδόθη πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἓν θέσπισμα, τὸ ὁποῖον διώριζε δημάρχους σύμφωνα μὲ τὸν ἐκλογικὸν νόμον πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ὁπωσδήποτε παυθέντων ἐκ συμβούλων ἢ παρέδρων· τοιοῦτοι εἰσὶν οἱ ἐγγεγραμμένοι ἐδῶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Κορίνθου. Δυστυχῶς ὅμως μόνον εἷς ἐξ αὐτῶν κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς ἐστάλη μαζὺ μὲ τὸν γραμματέα τοῦ Ἐπάρχου εἰς τὸν δῆμον, ἐν ᾧ διωρίζετο, νομίζω τῶν Κλεωνῶν, πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ διορισθέντος παρὰ τῆς διοικητικῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπαναστάσεως, καταλαβὼν καὶ διὰ τῆς βίας, ὡς ὁμολογεῖται ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, τὴν θέσιν παρὰ τοῦ πρώτου, ἐπειδὴ ἠγέρθησαν ὑποψίαι εἰς τὸν Κ. Δεληγιάννην, ὅτι οὗτος δὲν ἤθελεν ἀκολουθήσει κατὰ γράμμα τὰς διαθέσεις τῆς μερίδος, ἥτις εἰσέρχεται ὡς ἐπιτυχοῦσα ἐνώπιον ἡμῶν. Λυποῦμαι δὲ, διότι ἐνώπιον ἡμῶν ὁ Κ. Μαυροκορδάτος ἀφηρημένως πως ἐξέθεσε τὸ γεγονὸς τοῦτο, καὶ δὲν ἦλθεν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς τοὺς νομικοὺς ἡ δικαιοσύνη καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς ἕνα μόνον δῆμον ἐξετελέσθη ἡ διαταγὴ, ἀλλ’ εἰς τοὺς τρεῖς ἄλλους δὲν ἐξετελέσθη, ἀλλ’ ἦλθε νὰ πείσῃ τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἐνδεχόμενον δυσκολίαι, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδείξωμεν, νὰ ἔφερον αὐτὸ τὸ δυστύχημα· ὅταν λοιπὸν αἱ δυσκολίαι δὲν ἀπεδείχθησαν ἀπὸ τὸν ἔπαρχον, εἶναι ἆρά γε συγκεχωρημένον νὰ τὰς φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἀφηρημένως καὶ νὰ τὴν πείσωμεν ὑπὲρ μιᾶς ἐκλογῆς, ὑπὲρ τῆς ὁποίας παρημελήθησαν καὶ αὐτοὶ οἱ τύποι, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ὑπὲρ αὐτῆς; Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ προσπάθεια, χάριν σεβασμοῦ πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ μὴν ἔχωμεν σήμερον αὐτὴν τὴν συζήτησιν καὶ αὐτὸ τὸ παράπονον, ἔπρεπε λέγω, νὰ καταβληθῇ προσπάθεια νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ γράμμα αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν. Καὶ λοιπὸν ἐρωτῶ τὸν προλαλήσαντα, δὲν εἶναι δεδομένον νὰ πεισθῇ τις ἐκ τούτου, ὅτι οἱ τρεῖς αὐτοὶ διορισθέντες δήμαρχοι εἶναι παράνομοι, ὅτι αὐτοὶ ἤθελον καταχρασθῆ ἐξουσίαν, ἥτις δὲν τοὺς ἀνῆκεν, πρὸς ὄφελος ἐκείνων οἵτινες τοὺς διώρισαν; δὲν ἦτο πιθανώτερον τὸ συμπέρασμα τοῦτο, Κύριοι, παρὰ τὸ ἄλλο τῆς δυσκολίας, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μία πρόφασις; Ἀλλ’ ἂς εἰσέλθωμεν εἰς ἔρευναν ἄλλου γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ πείσῃ ἀσφαλέστερον ἴσως τὴν Συνέλευσιν, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ τῶν δήμων ἐκείνων, τὰς ὁποίας διεύθυνον αὐτοὶ οἱ ἐγκαθιδρυθέντες πολῖται, οἱ κατὰ τὴν ἰδέαν μου καὶ κατὰ τὴν διαταγὴν τοῦ ὑπουργείου παράνομοι, αὐταὶ αἱ ἐκλογαὶ διελέχθησαν εἰς τὸν στρατῶνα, ὅτι δὲ διελέχθησαν ἐκεῖ βεβαίως ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, Κ. Μαυροκορδάτος δὲν θὰ μοῦ τὸ ἀρνηθῇ, οὔτ’ ἐπίσης, ὅτι ἅπασαι αἱ ἐμπεριεχόμεναι ἐν αὐταῖς ψῆφοι ἐδόθησαν ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχούσης μερίδος, μόλις δὲ ὑπὲρ τῆς ἀποτυχούσης μία, δύω τὸ πολὺ τέσσαρες. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ ἁρπαγὴ τῆς κάλπης τοῦ δήμου Πελλήνης εἶναι πρᾶξις νόμιμος, εἶναι πρᾶξις τὴν ὁποίαν διὰ τῆς ἐπικυρώσεως μιᾶς ἐκλογῆς, ἡ Ἐθνοσυνέλευσις πρέπει νὰ καθιερώσῃ· μόνον ἡ λέξις ἁρπαγὴ δικαιώματος ἀνήκοντος εἰς πολίτην πρέπει νὰ προξενῇ φρίκην εἰς τοὺς ἀκούοντας. Ἐνίστανται, Κύριοι, οἱ προστατεύοντες τὴν ἐκλογὴν λέγοντες, ὅτι αὐτοὶ (οἱ ἀντίθετοι δηλαδὴ) ἥρπασαν τὰς κάλπας δύω δήμων καὶ ἔτρεξαν εἰς τὰ ὄρη, ὅτι τὰς παρεγέμισαν· ἐγὼ δὲν ἀποκρούω αὐτὴν τὴν ἔνστασιν, τὴν παραδέχομαι πληρέστατα, παραδέχομαι μάλιστα, ὅτι τὸ ἐμπεριεχόμενον εἰς τὰς κάλπας αὐτὰς τοῦ Φενεοῦ καὶ τῶν Τρικάλων εἶναι προϊὸν ἀπελπισίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, πόθεν ἐγεννήθη αὐτὴ ἡ ἀπελπισία εἰς ἐκείνους τοὺς δυστυχεῖς καὶ ἀποκλεισθέντας δήμους; Ἐξηγοῦμαι. Ἆραγε εἶναι δίκαιον, εἶναι λογικὸν νὰ στρέψωμεν ὅλην τὴν ἀντιπάθειαν ὅλην τὴν ὀργήν μας εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν τοῦ Φενεοῦ καὶ τῶν Τρικάλων, καὶ νὰ χαρίσωμεν ὅλην τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν πίστιν μας εἰς τοὺς ἐναντίους; ἐννέα κάλπας κατέχουσιν οἱ ἐπιτυχόντες· αὗται συγκεντροῦνται εἰς τὸν ναὸν φεύγουν ἐκεῖ, μεταφέρονται λόγῳ δῆθεν ἀσφαλείας εἰς τὸν στρατῶνα!! διαλέγονται ἐκεῖ!! μήτ’ ἐλαχίστου ὑπάρχοντος φόβου, διότι οὐδόλως δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ δίκαιος φόβος εἰς τοὺς πολλοὺς, ὑπερασπιζομένους καὶ ὑπὸ τῆς δημοσίας δυνάμεως, ἐκ μέρους εὐαρίθμων ἀντιπάλων. Ἐγεννήθη, ἂν ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῶν εἰσιτηρίων τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπει νὰ θεωρῆται εἰσιτήριον τὸ εἰσιτήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δίδεται ἀπὸ ἕνα νομάρχην εἰς ἕνα πληρεξούσιον εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν διελέχθησαν ὅλαι αἱ κάλπαι τῆς ἐπαρχίας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν συζήτησιν, ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Γόρτυνος Κ. Δηλιγιάννης, λαβὼν τὸν λόγον εἶπε· «καὶ τί θέλετε, Κύριοι, νὰ πράξῃ μία Κυβέρνησις, ὅταν ἄνθρωποι κακόβουλοι, οἵτινες ἀπεφάσισαν νὰ ἀλλοιώσουν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ἐκλογῆς, ἁρπάσωσι τὴν κάλπην καὶ πλανηθῶσιν εἰς τὰ ὄρη;» Καὶ τοῦτο ἔφερε, νομίζω, ὡς ἐπιχείρημα, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ προέλθῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, ὡς ἄδικον, καὶ ἐγὼ ἂν ἐνθυμεῖσθε, ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα καὶ ἀντέταξα εἰς αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμὸν καί, χωρὶς νὰ γνωρίζω, εἶπον, ὅτι ἡ ἐξουσία, εἰς τὴν ὁποίαν ἐχορηγήσαμεν τὰ χρήματά μας καὶ τὴν ἐξουσίαν μας, δύναται καὶ πρέπει νὰ ματαιώσῃ αὐτοὺς τοὺς παρατόλμους σκοποὺς, διότι ἠγνόουν τότε ἐὰν αἱ κάλπαι τοῦ Φενεοῦ καὶ τῶν Τρικάλων ἐπλησίασαν τὸν τόπον τῆς διαλογῆς. Τώρα ὅμως, Κύριοι, ἐπανέρχομαι καὶ σᾶς λέγω νὰ μοὶ εἴπητε ἐν συνειδήσει. Δύω κάλπαι φέρονται ἀπὸ τὰς ἐπιτροπὰς εἰς τὸν τόπον τῆς διαλογῆς νὰ καταθέσουν τὸ ἀποτέλεσμά των, συνοδευόμεναι ἀπὸ μίαν βοήθειαν, τὴν ὁποίαν αἱ ἐπιτροπαὶ κατὰ τὸν νόμον ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουν πέριξ αὐτῶν. Ἂν ἐμπεριεῖχον ἀποτέλεσμα κατ’ οὐσίαν ἄνομον, ἤθελον λάβει σήμερον ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸν νόμον, ἀποπεμπόμεναι ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀλλὰ τί συνέβη ἐδῶ; Διὰ τίνα λόγον αἱ κάλπαι αὗται δὲν ἠδυνήθησαν νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον; Κύριοι, ὁ Κ. Μαυροκορδάτος ἀνέγνω πραγματικῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἓν ἔγγραφον ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν φρούραρχον, τὸν ἔπαρχον καὶ τὸν ὑπομοίραρχον Κορινθίας. Παράδοξος πολυτέλεια ὑπογραφῶν! Ἓν ἔγγραφον λέγω, δι’ οὗ διετάσσοντο νὰ σταματήσωσι, τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τὸ μετέφερεν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἢ εἰς τὴν συνοδείαν τῶν ἐπιτροπῶν εἷς χωροφύλαξ, τί δ’ ἔγραφε τοῦτο; «Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθητε εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὅστις εἶναι προσδιωρισμένος ἀπὸ τὸν νόμον, νὰ καταθέσητε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς σας καὶ νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου σας.» Ἐν τίνι δικαιώματι, Κύριοι, ὁ Ἔπαρχος, ὁ ὑπομοίραρχος, ὁ φρούραρχος ἀνεμίχθησαν εἰς ὑπόθεσιν, μὴ ἐπιτετραμμένην εἰς αὐτοὺς καὶ ἥτις κατὰ μέτωπον προσβάλλει τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου; Μὴ ἆρά γε ἡ ἐπανάστασις ἠγωνίσθη διὰ νὰ εἰσάξῃ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἀντὶ νὰ διαῤῥήξῃ τὸ μεσότοιχον ἐκεῖνο, ὅπερ ἄλλοτε ἀπέκλειε τὸν ψηφοφόρον ἀπὸ τοῦ νὰ δίδῃ κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν του τὴν ψῆφόν του; Ἐδῶ λοιπὸν ἐγείρω τὸ παράπονον καὶ τὴν ἔνστασιν κατὰ τῆς παραλόγου ὑποψίας, δι’ ἧς ἔρχονται νὰ καλύψωσι ἐνεργείας παρανόμους, διϊσχυριζόμενοι δῆθεν, ὅτι αὐτοὶ οἱ εὐάριθμοι πολῖται, οἱ συνοδεύοντες τὰς κάλπας ταύτας, ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ ἀπειλήσουν μίαν φρουρὰν, μίαν ὁλόκληρον πόλιν, ὅπου ἦσαν τόσαι ἐπιτροπαὶ παρακολουθούμεναι ἀπὸ τόσους ὁπλοφόρους. Διὰ νὰ καταστρέψω δ’ ἔτι μᾶλλον τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὡς ὅπλον, ὅπως κηρύξῃ αὐτοὺς ταραχοποιοὺς καὶ κακοποιοὺς, κυρίως δὲ ν’ ἀπομακρύνῃ πλέον ἐκ τοῦ τόπου τῆς διαλογῆς τὰς κάλπας ταύτας παρανόμως, σᾶς λέγω ταῦτα· ἐὰν ἀληθῶς ἐπέκειτο αὐτὸς ὁ φόβος κατὰ τὴν διαλογὴν τῶν καλπῶν, δὲν ἐπέκειτο ἆρά γε κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς, ὅπου ἡ δημοσία δύναμις ἦτο διεσκορπισμένη ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας, ὅπου αἱ κάλπαι περιεστοιχίζοντο ἀπὸ ὀλιγωτέρους ἀνθρώπους; Μάλιστα, Κύριοι, αὐτὸς ὁ φόβος ἐπέκειτο ἀληθῶς τότε, ἀλλ’ ἐν τούτοις εἰς κἀνὲν σημεῖον τῆς ἐπαρχίας δὲν ἐπαρουσιάσθη. Ἄρα οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ φέρῃ πρὸς ἀπόδειξιν αὐτῶν τῶν φόβων. Κύριοι, ἐὰν ἐνθυμεῖσθε, πρό τινων ἡμερῶν ἔφερον ἕν παράπονον κατὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, διότι δὲν ἔλαβε πρόνοιαν διὰ μίαν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀναφέρω σήμερον· ὁ Κ. ὑπουργὸς ἀναβὰς τότε τὸ βῆμα ἐνθυμεῖσθε τί σᾶς εἶπεν; Εἶπεν, ὅτι οὔτε κατὰ διάνοιαν συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ νὰ συστήσῃ πρόσωπόν τι, ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ δικαίωμά τι ἀπ’ αὐτοῦ. Ἐσεβάσθην τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξέφερε, τὴν ἐθεώρησα εἰλικρινῆ καὶ δὲν ἀντέβαινον, ἀλλὰ σήμερον, Κύριοι, ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μοὶ εἴπῃ μέχρι ποῦ περιορίζεται τὸ στάδιον μιᾶς ἐκλογῆς. Ἀρκεῖ νὰ τελειώσῃ ἡ ψηφοφορία, νὰ συγκεντρωθῶσιν αἱ κάλπαι διὰ τὴν διαλογὴν, διὰ νὰ ᾖναι τελειωμένη ἡ ἐκλογή. Πᾶσα πρᾶξις, ἡ ὁποία δύναται νὰ συμβῇ ὕστερον ἀπὸ τὰ προλεχθέντα, εἶναι ἆρά γε πρᾶξις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει χαρακτῆρα ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐκλογῆς; Τότε νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐτελείωσεν ἡ ἐκλογὴ, ὅταν ὁ πληρεξούσιος λάβῃ τὸ εἰσιτήριον ἀπὸ τὸν Νομάρχην, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον συζητοῦμεν ἐδῶ ἂν τὰ εἰσιτήρια τῶν πληρεξουσίων εἶναι νόμιμα, καὶ ἂν δὲν ᾖναι νόμιμα, ἀνοίγομεν τὴν θύραν διὰ νὰ ἐξέλθουν τῆς αἰθούσης. Λοιπὸν ἕως ἐδῶ τελευτᾷ τὸ στάδιον ἐκλογῆς. Μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰσιτηρίου ἡ ἐκλογὴ εὑρίσκεται εἰς τὴν πάλην της. Τίς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀνατρέψῃ ὑπὲρ αὐτῆς ἢ κατ’ αὐτῆς τὸν νόμον; Οὐδεὶς κατὰ τὴν κρίσιν μου, διότι ἄλλως ὁ νόμος δίδεται εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν ἀτόμων. Ἐδῶ ἔχω ἓν τηλεγράφημα ἐκδοθὲν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν Κύριον Θεόδ. Δηλιγιάννην ὡς γενικὸν γραμματέα· ἐννοεῖται λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἔργον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον λέγει· «ἐὰν ἀρνοῦνται μεταγαγεῖν κάλπας, προβῆτε εἰς διαλογὴν κτλ.» Ἐδῶ εἰς τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ εὑρίσκω ἕνα ἐάν. Αὐτὸ δίδει ἴσως τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Κ. γραμματέα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀπεφάσισα τελειωτικῶς τοὺς εἶπον, ἐὰν ἀρνοῦνται ἐπὶ τέλους. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν καὶ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον τὸ παραδεχθῶμεν ὡς δικαίωμα, ἐὰν πρέπῃ νὰ καταθέσωμεν τὰ σεβάσματά μας εἰς αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, διότι ἦναι ἔγγραφον τῆς κυβερνήσεως καὶ πρέπει νὰ τὸ σεβώμεθα, εἰπέτε μου τί λέγει αὐτὸ τὸ ἔγγραφον; «Ἐὰν ἀρνοῦνται μεταγαγεῖν κάλπας, προβῆτε εἰς διαλογὴν κτλ.» Ἀλλ’ ἠρνήθησαν αὐτοὶ νὰ μεταγάγωσι τὰς κάλπας; οὐχί· λοιπὸν, ἐν τίνι δικαιώματι ἐπροχώρησαν εἰς τὴν διαλογήν; Τὸ θέσπισμα λέγει ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ διαλογὴ παρ’ ἀφοῦ συναθροισθοῦν ὅλαι αἱ κάλπαι. Ἔκαμον παράπονα περὶ τῆς μὴ παρουσιάσεως τῶν καλπῶν εἰς τὸ σημεῖον τῆς διαλογῆς εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τοὺς ἀπήντησεν, ἐὰν ἀρνοῦνται. Ἔγγραφόν τι σᾶς πληροφορεῖ, ὅτι ἦλθον καὶ ὅτι τοὺς ἠρνήθησαν τὸ δικαίωμα νὰ φανερώσωσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς, μὴ ἐπιτρέψαντες τὴν ἐμφάνισιν τῶν καλπῶν εἰς τὸν τόπον τῆς διαλογῆς· ἐδῶ λοιπὸν βλέπω μίαν ἀντίφασιν, μίαν ἐπέμβασιν οὐχὶ πλέον κατὰ διάνοιαν, ὡς σᾶς εἶπε χθὲς ὁ Κ. ὑπουργὸς, ἀλλὰ πραγματικήν· ὑπὲρ τίνος ἐγένετο καὶ διὰ τίνα λόγον, τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον ἐμοῦ νὰ τὸ ἐξετάσω· τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς κοινῆς γνώμης, τῆς συνειδήσεως καὶ διὰ τοῦτο οὐδένα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου κάμνω λόγον. Θέμα καὶ ἀντικείμενον ἔχω τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ νόμου· ἂν εὕρισκον, ὅτι ὁ νόμος ἐτηρεῖτο ἐπακριβῶς ἤθελον ψηφοφορήσει ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς. Ἀπὸ ἁβροφροσύνην, Κύριοι, δὲν ἐφέρθη ἐνώπιον ἡμῶν ἔκθεσις τῶν ὑπὲρ καὶ τῶν κατὰ τῆς ἐκλογῆς ἀπὸ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, διότι πρὶν εἴχομεν δώσει λόγον νὰ ἐμμείνωμεν νὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν μίαν ἔκθεσιν ἀμφίβολον. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ ὡς ἐπιχείρημα αὐτὴν τὴν ἀμφιβολίαν, τὴν ὁποίαν ἦλθεν ὁ προλαλήσας νὰ ἐνισχύσῃ ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς, διότι ἡ ἀμφιβολία αὕτη εἶναι προϊὸν μιᾶς ἁβροφροσύνης, ὀφειλομένης μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἔπρεπε πιστεύω ὁ Κύριος Μαυροκορδάτος, ὅστις ἦτο εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς νὰ διακοινώσῃ αὐτὸ τὸ περιστατικὸν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐπειδὴ δὲ τὸ ἀπεσιώπησεν, οὐχὶ βεβαίως ἐκ κακῆς προθέσεως, διὰ τοῦτο τὸ ἀνέφερα ἐγώ. Ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ἀνακαλύπτεται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐσφετερίσθη ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τοῦ ἀπαγορεύει τὸ θέσπισμα τῆς Κυβερνήσεως· κατὰ συνέπειαν παρέβη τὸν νόμον, καὶ ὅπου μία ἐξουσία ὑπερβαίνει τὸν νόμον, ἐκεῖ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι παράνομον. Ἀλλὰ, Κύριοι, μὴ τυχὸν περιωρίσθη τὸ κακὸν ἕως ἐδῶ; ὄχι, τὸ κακὸν ἐπροχώρησε περισσότερον. Δὲν ἔχετε κἀνὲν παράδειγμα, οὔτε τῶν ἐκλογῶν τῆς παρελθούσης ἐποχῆς νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι τοιαῦτα καὶ ἄλλοτε συνέβησαν, δηλ. αἱ διαλογαὶ καλπῶν ἀφορῶσαι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς ἐγένοντο ἐντὸς στρατώνων, ἐντὸς ἰδιαιτέρων οἰκημάτων. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπῆρξε παράπονον τοιοῦτον ἐνώπιον τῶν βουλευτικῶν σωμάτων εἰς τὰ παρελθόντα μαῦρα ἐκεῖνα ἔτη, τὰ ὁποῖα διήλθομεν. Καὶ αὐτὰ τὰ παράπονα ἔπρεπε σήμερον ὕστερον ἀπὸ τόσας θυσίας ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας νὰ ἐγείρωνται ἐνώπιον ὑμῶν, ἐνώπιον αὐτῆς τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως; Δὲν ἠξεύρω, δὲν ἠμπορῶ νὰ φαντασθῶ, δὲν εὑρίσκω τὸ δίκαιον, διατί ὁ ἔπαρχος, ὁ μοίραρχος, ὁ φρούραρχος, ὅλοι αὐτοὶ ἐταράχθησαν ὑπὲρ τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον εἶχον εἰς χεῖράς των καὶ ἠθέλησαν νὰ τὸ προφυλάξωσι. Ποῦ ἀλλοῦ ἐφάνη τοιαύτη ἐπέμβασις, Κύριοι; ἐνῷ οὐδεὶς ἐπέκειτο κίνδυνος. Ὑπῆρχον αἱ ἐννέα κάλπαι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τῆς Κορίνθου, ὅτε ἐφέροντο αἱ κάλπαι τῶν δήμων Φενεοῦ καὶ Τρικάλων πρὸς τὴν πόλιν, οἱ συνοδεύοντες αὐτὰς ἀναμφιβόλως ἐγνώριζον, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀντιθέτου μερίδος ὑπῆρχε κατατεθειμένον ἐνώπιον τῆς ἐκκλησίας. Ἐὰν εἶχον αὐτὴν τὴν κακοβουλίαν, ἀφοῦ εἶχον, ὡς λέγουσι, τὴν δύναμιν, δὲν ἠδύναντο νὰ πορευθῶσι καὶ νὰ καταστρέψωσιν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα· ἀλλὰ συνέβη τι τοιοῦτον; ὄχι· πόθεν ἠγέρθη λοιπὸν αὐτὸς ὁ φόβος; ἐδῶ παρακαλῶ τὸν προλαλήσαντα νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἐλησμόνησε καὶ ἓν ἄλλο περιστατικόν· εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπῆρχον φόβου, ἐπειδὴ ἡ ἐκκλησία τῆς πόλεως ἐκείνης ἦτο ἓν παράπηγμα, ἔπρεπε κατὰ συνέπειαν καὶ ἦτο φυσικὸν καὶ δίκαιον αἱ κάλπαι αὗται νὰ μεταφερθῶσιν εἰς ἓν μέρος ἄλλο διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ψῆφος τοῦ πολίτου· καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἶπεν, ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς γεγονὸς, καὶ τοῦ ἀφίνει ἐπὶ μικρὸν ἀμφιβολίαν ἂν ἔπρεπε νὰ γείνῃ, ἢ ὄχι. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ, Κύριοι, μ’ ἔφερεν εἰς ἓν συμπέρασμα, καὶ νομίζω, ὅτι θέλω πείσει τὴν συνείδησίν σας, καὶ ὅτι θέλω κερδίσει τὴν ἀπόφασίν σας ὑπὲρ τῆς γνώμης μου. Ἐκ τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ διαλεχθεισῶν καλπῶν ἔλαβον ψήφους καὶ οἱ ἀντίθετοι. Ἀλλ’ ἐκ τῶν καλπῶν, αἵτινες διελέχθησαν ἐντὸς τοῦ στρατῶνος, μόνον νομίζω εἰς τὸν Κύριον Κανελλόπουλον ἐδόθησαν ψῆφοι ἀπὸ μίαν κάλπην, εἰς δὲ τὴν ἐπιτυχοῦσαν μερίδα ἐδόθησαν ὅλαι αἱ λοιπαί. Κύριοι, ἔχω ἀπόφασιν νὰ καταστρέψω τὸν λόγον, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐνώπιόν μου ἀποφαίνονται, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνείδησίν μου, ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ δικαιώματί μου, καὶ ἐν τῷ δικαιώματι τῆς συνειδήσεώς μου, προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ καταστρέψῃ καὶ ὑπὲρ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης μερίδος μίαν ἐκλογὴν, ἥτις κατὰ δυστυχίαν εἶναι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν νόθος, προσβάλλουσα κατὰ μέτωπον τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον καθιέρωσεν ἡ τελευταία Κυβέρνησις, ἥτις ὑπῆρχε προϊὸν τῆς ἐπαναστάσεως. Γνωρίζω ὅλα τὰ πρόσωπα, ἐπειδὴ ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν, ἥτις συνορεύει μὲ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Κορίνθου, πρὸς ὅλους ἔχω φιλίαν. Μὴ νομίσῃ κἀνεὶς, ὅτι μ’ ἐκίνησεν ἀντιπάθειά τις, ἀλλὰ μόνον τὸ συμφέρον τοῦ νόμου. Δὲν ἐπιθυμῶ ὅμως ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως νὰ καθίσωσιν ἄνθρωποι, κατὰ τῶν ὁποίων ἠγέρθη τὸ παράπονον, ὅτι ὠφεληθέντες ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως ἔλαβον εἰς τὰς χεῖράς των τὴν ἐξουσίαν τοῦ τόπου καὶ ὅτι τὴν διέθεσαν ὑπὲρ ἑαυτῶν. Θέλω νὰ καθίσουν ἐδῶ μετὰ μίαν ἐκλογὴν, τὴν ὁποίαν δύναται ν’ ἀσπασθῇ ἡ Συνέλευσις διὰ μιᾶς ἐπικυρώσεως καὶ νὰ εἴπωσιν, ὅτι εἴμεθα ἀποτέλεσμα μιᾶς ἐκλογῆς, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει πλέον ν’ ἀμφιβάλλετε, ὅτι εἴμεθα προϊὸν τῆς πεποιθήσεως τῆς ἐπαρχίας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσα, καὶ τοὺς ὁποίους θέλουσιν ἐξασφαλίσει ἄλλοι, κατόπιν μου ἐρχόμενοι, ἔχοντες περισσοτέραν πεῖραν περὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ σχηματίσῃ πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι ἐν τῇ ἐκλογῇ τῆς Κορίνθου ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν ἐγένοντο ἐπεμβάσεις, καλπονοθεύσεις καὶ σφετερισμοὶ δικαιωμάτων, προσβαλόντων τὸν νόμον καὶ τὴν Κυβέρνησιν· κατὰ συνέπειαν, πρὸς τιμὴν τῆς ἐπαναστάσεως, ἥτις ἦλθε νὰ καθιερώσῃ τὴν ἐλευθερίαν καὶ ὄχι νὰ τὴν πληγώσῃ ἔτι μᾶλλον, προτείνω τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης, καὶ ὅστις ἔχει ψήφους, ἰδοὺ τὸ στάδιον ἐλεύθερον. Οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους παρουσιάζουν, εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἔπρεπε νὰ πηδήσουν εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀδιακρίτως, δὲν εἶναι συμφέρον εἰς τὴν ἐπανάστασιν· αὐτοὶ οἱ φόβοι δὲν πρέπει νὰ μᾶς ταράττωσιν, εἶναι σπερμολογίαι ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ καλύψουν πράξεις παρανόμους. Τὸ ἔθνος αὐτὸ, Κύριοι, διῆλθεν ἕνα ἀγῶνα τρομακτικὸν, εἶχεν ἐντὸς τῶν σπλάγχνων του τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, ἀντικρύ του τὸν ἐχθρὸν καὶ πανταχόθεν τὴν στέρησιν τῶν μέσων ἀπειλοῦντα αὐτὸ, μ’ ὅλα ταῦτα διῆλθεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς κινδύνους ἀγογγύστως διὰ νὰ φέρῃ αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀπολαμβάνομεν· πρέπει νὰ σταματήσωμεν ἐνώπιον τοῦ νόμου, νὰ τὸν καθιερώσωμεν εἰς τὸ ἔθνος, νὰ βεβαιώσωμεν αὐτὸ, ὅτι ἡ ἐλευθερία του θέλει φυλαχθῆ μετ’ ἀκριβείας καὶ σεβασμοῦ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες θὰ κληθῶσιν, ἢ ἐκλήθησαν νὰ τὸ διοικήσωσι, διότι ἐκεῖ ἔγκειται ἡ ἐγγύησις τῆς ἀσφαλείας, ἡ ἐπανόρθωσις τῆς ἡσυχίας, καὶ τὸ μέλλον, αὐτὸ τὸ μέγα μέλλον, τὸ ὁποῖον προσδοκᾷ ἡ τάλαινα αὕτη πατρίς μας (ἐπιδοκιμασίαι ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον· δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, οὔτε νὰ ἐπιδοκιμάζετε, οὔτε νὰ ἀποδοκιμάζετε.
§46ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, μετὰ πολλῆς ὑπομονῆς ἠκροάσθη ἡ Συνέλευσις τοῦ λόγου τοῦ προηγουμένως ἀγορεύσαντος. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μοὶ χαρίσητε τὴν ἰδίαν ὑπομονήν. Πρόκειται νὰ ἐκπληρώσω ἓν χρέος, ἓν καθῆκον ἱερόν· δὲν μὲ συνδέει, Κύριοι, οὐδεμία συγγένεια πρὸς τοὺς ἀνταγωνιζομένους· πρὸς οὐδένα ἐξ αὐτῶν ἔχω στενὴν φιλίαν, ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι εἰς τὴν καρδίαν μου, Κύριοι, ὑπάρχει συμπάθεια ὑπὲρ τοῦ Θεοχάρη Ῥέντη, ὑπὲρ τοῦ Ἰωάννου Δεληγιάννη καὶ τῶν συντρόφων των, ἡ συμπάθεια ἥτις γεννᾶται ἐν περιπτώσει κοινῶν ἀγώνων, καὶ κοινῶν κινδύνων. Κατὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου τοῦ παρελθόντος, ἔτους, Κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὴν νομαρχίαν Πατρῶν· ἡ ἐπανάστασις εἶχε διαδοθῆ εἰς δύω νομοὺς, τῆς Ἀκαρνανίας καὶ Ἀχαΐας, ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ λαοῦ ἦτο μέγας, τὸ ἀποτέλεσμα ἐπροβλέπετο αἴσιον· καὶ ὅμως, Κύριοι, εἰς ποίας ἀνησυχίας δὲν ἤμεθα ἀκόμη τότε! καὶ ἐπὶ τῆς Ναυπλιακῆς ἐπαναστάσεως ὁ ἐνθουσιασμὸς ἦτο μέγας, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τῆς συννενοήσεως, ἡ ἔλλειψις τοῦ θάῤῥους, αἱ ἐναντίαι τυχαῖαι περιστάσεις τὸν μὲν ἐνθουσιασμὸν κατέπαυσαν, τῆς δὲ ἐπαναστάσεως ἐκείνης ἔφερον δυστυχῶς τὴν ματαίωσιν. Ἰδίως, Κύριοι, ἐπησχόλουν ἡμᾶς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ πρὸς περιστολὴν τῆς ἐπαναστάσεως· ἤθελεν ἀποστείλει τὸν στρατὸν νὰ μᾶς πολεμήσῃ διὰ τοῦ κύκλου τῆς Πελοποννήσου ἢ ἤθελε διαβιβάσει αὐτὸν διὰ τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, ὅπως ἐπὶ τῆς Ναυπλιακῆς ἐπαναστάσεως; Ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς πρωτευούσης; ποῦ ἦτον ὁ βασιλεύς; Εἰς τοιαύτην εὑρισκόμεθα, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἀμφιβολίαν, ὅτε αἴφνης τὸ δειλινὸν τῆς ἡμέρας ἐκείνης «Ζήτω τὸ ἔθνος χαράσσει ὁ Τηλέγραφος τῆς Κορίνθου» καὶ μᾶς διαβιβάζει τὴν χαρμόσυνον ἀγγελίαν, ὅτι τὸ ἐθνικὸν κίνημα παρεδέχθη καὶ ἡ ἐπαρχία τῆς Κορινθίας. Εἰξεύρετε τίνες ὑπέγραψαν τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο; ὁ Ἰωάννης Δεληγιάννης καὶ Θεοχάρης Ῥέντης. Ναί! οἱ δύω οὗτοι ἐτήρησαν τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν προηγουμένως μᾶς εἶχον δώσει, νὰ μᾶς παρακολουθήσουν εἰς τὸ πρῶτον σημεῖον. Καὶ τὴν ἐτήρησαν, Κύριοι, ἐν ᾧ μόλις 4 μόνον ὥρας ἀπεῖχον τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἦτο κίνδυνος αὐθημερὸν νὰ καταστραφῶσι καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκίαι αὐτῶν, καὶ τὴν ἐτήρησαν, ἐνῷ δὲν εἶχον στρατὸν τακτικὸν νὰ ὑπερασπισθοῦν, δὲν εἶχον φρούριον νὰ κλεισθῶσι δὲν εἶχον πυροβόλα νὰ ἀντισταθῶσι, τὴν ἐτήρησαν ἀπὸ μόνον τὸν ἁγνόν των πατριωτισμόν. Καὶ εἰξεύρετε, Κύριοι, ποῖα ἀποτελέσματα εἶχεν ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη; ἡμᾶς μὲν ἐνεθάῤῥυνεν, μᾶς εἰδοποίησε, ὅτι διὰ τοῦ κύκλου τῆς Πελοποννήσου ἤρχετο ὁ Λαζαρέτος νὰ μᾶς προσβάλῃ, καὶ ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας τὸ ἑσπέρας ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ ἐπανάστασις, οἱ δὲ ἐκ Μεσολογγίου, ἐκ Πατρῶν, ἐκ Ναυπάκτου, ἐξ Αἰγίου ἐλθόντες εἰς Κόρινθον ἐπιβάται εὑρόντες καὶ ἐκεῖ ἐπανάστασιν καὶ φανατισθέντες ὑπὸ ἐνθουσιασμοῦ ἐπέπεσαν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ὡς πεπυρακτωμένοι μῦδροι εἰς τὴν πρωτεύουσαν, καὶ ἔθεσαν τὸ πῦρ εἰς τὴν πυρὰν τῆς ἐπαναστάσεως, ἥτις ἦτον ἑτοίμη, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη ἐκραγῆ. Δὲν σᾶς ἀναφέρω, Κύριοι, ταῦτα πάντα διὰ νὰ ἑλκύσω τὴν συμπάθειαν ἡμῶν ὑπὲρ τοῦ συνδυασμοῦ Δεληγιάννη καὶ Ῥέντη. Εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ εἶναι σεβαστὴ καὶ ἐν τῇ λυπηρᾷ ἀκόμη περιπτώσει, καθ’ ἣν παραλείπων τοὺς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας προκινδυνεύοντας ἐκλέγει ὡς πληρεξουσίους του τὰ ὄργανα τοῦ παρελθόντος. Ὄχι, Κύριοι, ὁ Κ. Δεληγιάννης, ὁ Ῥέντης δὲν ἔχουν ἀνάγκην τῆς συμπαθείας ἡμῶν, ἔχουσιν ἀνάγκην δικαιοσύνης μόνον αὐστηρᾶς καὶ ἀμερολήπτου δικαιοσύνης. Σᾶς ἀνέφερον ταῦτα πάντα ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι μόνον ἡ συμπάθεια, ἡ εὐγνωμοσύνη εἰς τὴν συνδρομὴν, ἣν εἰς κρισίμους περιστάσεις μᾶς ἐχορήγησαν καὶ οὐχὶ πλάγιός τις σκοπὸς μὲ παρεκίνησε νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διότι ταῦτα πάντα ἔχουν μεγίστην ἐπιῤῥοὴν, ὡς θέλετε ἴδει, εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐκλογῆς καὶ εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς πεποιθήσεώς σας. Διὰ τὸν σχηματισμὸν, Κύριοι, μιᾶς πεποιθήσεως, διὰ τὴν ἔκδοσιν μιᾶς ἀποφάσεως, δὲν εἶναι πάντοτε ἀναγκαῖαι αἱ ἀποδείξεις. Ἀρκεῖ πολλάκις, Κύριοι, ἡ κοινὴ κρίσις, ὁ ὀρθὸς νοῦς, τὸ λογικόν. Ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχομεν αὐτὰς τὰς ἐγγράφους ἀποδείξεις τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς, μανθάνομεν μόνον, ὅτι εἰς Κόρινθον ὑπάρχουσι δύω συνδυασμοὶ, ὁ μὲν εἷς σχηματισμένος ὑπὸ τοῦ Δεληγιάννη, Ῥέντη καὶ τῶν συντρόφων του, ὁ δὲ ἄλλος ἀπὸ τὸν Νοταρᾶν, Κανελλόπουλον, καὶ λοιπούς· σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ἐκ προοιμίων νὰ μὲ εἴπητε, ποῖος συνδυασμὸς ἐκ τῶν δύω πρέπει νὰ ἐπιτύχῃ; Ὁ Ῥέντης, Κύριοι, τὸν βίον του ὅλον κατηνάλωσε, καταπολεμῶν τὴν τυραννίαν, ὁ Δεληγιάννης εἶναι κάτοχος μεγάλης περιουσίας, ἣν γενναίως διαχειρίζεται, καὶ ἔχαιρε καὶ προηγουμένως ἄπειρον ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν Κορινθίαν. Μόνος ὁ Δεληγιάννης δὶς ἐξετέθη ὡς ὑποψήφιος Δήμαρχος καθ’ ὅλων τῶν καὶ ἤδη ἀντιπάλων του καὶ ἐπέτυχε, δὲν ἐπροτιμήθη ὅμως εἰς τὴν δημαρχικὴν θέσιν ὑπὸ τοῦ ἐκπτώτου ἡγεμόνος, διότι, ἔλεγεν, ἦτον ὁρμητικοῦ χαρακτῆρος· ὁ Δεληγιάννης, Κύριοι, ἦτον εἷς τῶν 62 βουλευτῶν, καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς βουλῆς ἐκείνης δημοσίως προέπιεν ἐν Τρικκάλοις ὑπὲρ τῶν συντρόφων του. Ὁ Δεληγιάννης, Κύριοι, ἐξ ἀνάγκης συμπεριελήφθη εἰς τὸν συνδυασμὸν τῆς τελευταίας βουλῆς καὶ ἐξελέχθη βουλευτὴς, ἀλλὰ μετὰ περιφρονήσεως ἀπέῤῥιψε τὸν διορισμὸν ἐκεῖνον καὶ ἀπῆλθεν εἰς Κόρινθον ἰδιωτεύων καὶ περὶ ἑνὸς μόνον φροντίζων, περὶ τῆς ἀποπομπῆς τοῦ τυράννου. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, προκειμένου νὰ γείνῃ μία ἐκλογὴ μετὰ μίαν ἐπανάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς τῆς Κορίνθου ἔλαβε μέγα καὶ ἔνδοξον μέρος, ποῖον ἐκ τῶν δύω συνδυασμῶν ἤθελε προτιμήσει ὁ λαὸς οὗτος; Δὲν ἤθελε προτιμήσει ἐκείνους, οἵτινες ἀναλαβόντες τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν αὐτῶν ἔθεσαν εἰς κίνδυνον; Ἡ καὶ πρότερον μεγάλη αὐτῶν ἐπιῤῥοὴ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ παντοδύναμος μετὰ τοιαύτας περιφανεῖς ἐκδουλεύσεις; Δὲν εἶναι αἶσχος νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ γενναῖος, ὁ ἐνθουσιῶν λαὸς τῆς Κορίνθου ἤθελε προτιμήσει τῶν ἀνδρῶν τούτων τοὺς ὑπασπιστὰς τοῦ Ὄθωνος τοὺς εἰς αὐτὸν ἀφοσιωμένους, ἐκείνους, οἵτινες τὴν ἡμέραν τῆς ἐπαναστάσεως εἶχον μεταβῆ μετὰ χρημάτων, ἵνα στρατολογήσωσι πρὸς καταστολήν της, ἐκείνους, οἵτινες διεβίβασαν τηλεγραφικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν προδοσίαν τοῦ Παπαπολίτου; Ὄχι, Κύριοι! εἰς τοιαῦτα αἴσχη ὁ εὐγενὴς τῆς Κορίνθου λαὸς δὲν ὑπέπεσε. Θὰ μᾶς ἀντιτάξουν, ὅτι καὶ εἰς τὸν δεύτερον συνδυασμὸν ὑπάρχει ἓν ὄνομα, ὅπερ ὅλοι ἐκτιμῶμεν, ὁ Λεωτσάκος. Μὴ πλανηθῆτε, Κύριοι· ἐὰν ἐπεθύμει ὁ Λεωτσάκος νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν ἀγῶνα, ἤθελεν ἀποτανθῆ εἰς τὸν Δεληγιάννην, τὸν φυσικὸν σύντροφόν του. Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἐῤῥίφθη εἰς τὸ μέσον ὡς δέλεαρ, διὰ νὰ ἐξαπατήσῃ τὸν λαὸν ὡς κάλυμμα ἵνα καλύψωσι τὴν ἀσχημίαν καὶ γυμνότητά των. Ἀλλ’ ὁ λαὸς δὲν ἠπατήθη. Ἐγένετο ἐκλογὴ, Κύριοι, καὶ ὁ λαὸς μετὰ μεγάλης πλειονοψηφίας ἐξελέξατο τὸν Δεληγιάννην καὶ τοὺς συντρόφους του. Πέντε χιλιάδες ψῆφοι ὑπάρχουσιν εἰς τὰς κάλπας αὐτὰς ἐναντίον χιλίων ἄλλων· ἐδῶ ὅμως ἔρχονται οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν λέγοντες, ὅτι συνέβησαν ἄπειροι ἀνομίαι καὶ ἀτακτήματα. Ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, τοὺς ἰσχυρισμούς των καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι οὐδεμία τῶν ἀταξιῶν αὐτῶν εἶναι ἀληθής· καὶ μόνον μίαν παρανομίαν, μίαν ἀταξίαν ἐὰν εὕρητε, σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογήν· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει κἀμμία. Ἔπαυσαν τοὺς δημάρχους τῆς ἐπαρχίας. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ πρῶτον εἰς τὸ ἔντυπον φυλλάδιον αὐτὸ παράπονον. Ἐννοῶ, Κύριοι, τὸν πόνον των, ἐπεθύμουν βέβαια νὰ διατηρηθοῦν εἰς τὰς θέσεις των οἱ δήμαρχοι, οἱ ὑποκατάστατοι οὗτοι τυραννίσκοι τοῦ Ὄθωνος, τὰ ἐξαμβλώματα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τῆς βίας καὶ καλπονοθεύσεως, τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων κατεθλίβετο καὶ κατεπιέζετο ὁ λαός. Ἀλλ’ ἂν διετηροῦντο οἱ δήμαρχοι, τόσον καλῶς ἤξευρον νὰ διεξαγάγουν τὰς ἐκλογὰς, ὥστε εἰς τὰς θέσεις αὐτὰς θὰ ἤρχοντο οὐχὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ ὅσοι πρὸ χρόνων ἤρχοντο. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρηθοῦν, καὶ ἅμα ὁ λαὸς ἐξηγέρθη, ἡ ὀργὴ αὐτοῦ ἐστράφη κατὰ τῶν δημάρχων ἐκείνων καὶ τοὺς κατήργησεν ἀνέθεσε τὴν ἐξουσίαν εἰς χεῖρας καταλλήλους. Ἐπέμβασις τῆς ἐξουσίας, λέγουν, ἔλαβε χώραν. Εἰξεύρετε ποία εἶναι αὐτὴ ἡ ἐπέμβασις τῆς ἐξουσίας; Ἡ ἐξουσία ἔπαυσεν αὐτοὺς τοὺς δημάρχους τοῦ λαοῦ οὐχὶ πρὸς χάριν τοῦ Δεληγιάννη καὶ τῶν συντρόφων του, ἀλλὰ πρὸς χάριν τῶν ἀντιπάλων αὐτῶν. Ἓν μόνον συνέβη, ἡ παῦσις ἐπῆγε τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἰδοὺ διὰ τί αὐτοὶ οἱ διορισθέντες ἐναντίον τοῦ Κυρίου Δεληγιάννη δὲν ἔλαβον τὴν ἐνέργειαν εἰς τὴν ἐκλογήν. Ἡ αἰτίασις λοιπὸν αὕτη εἶναι ἀποῤῥιπτέα, ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἡ Κυβέρνησις, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἐπολέμησε τὴν ἐπανάστασιν ἐν Κορίνθῳ. Παραπονοῦνται, Κύριοι, κατὰ τοῦ ἐν Κορίνθῳ Φρουράρχου Πατμίου. Δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίζω προσωπικῶς, ἀλλ’ ὅταν μεταβὰς εἰς Ναύπλιον τὸν παρελθόντα Αὔγουστον ἠντάμωσα τὸν Κύριον Μαστραπᾶν, ἵνα σκεφθῶμεν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς συνωμοσίας, τὸν Πάτμιον μοὶ εἶπε, Κύριοι, ὅτι ἐπερίμεναν, ἵνα εὑρεθῶσιν εἰς θέσιν νὰ ἀρχίσωσι καὶ πάλιν τὴν ἐπανάστασιν εἰς Ναύπλιον. Εἶναι λοιπὸν ὁ Πάτμιος συνωμότης καὶ ἐπαναστάτης, ἐννοῶ, ὅτι τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι ἀρεστοὶ εἰς τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν. Δὲν ἐνδιατρίβω, Κύριοι, ἐπὶ τῶν διαφόρων γεγονότων, ἃ προτείνουν κατὰ τῆς ἐκλογῆς ἑκάστου δήμου, διότι ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας Κύριος Μαυροκορδᾶτος, ὁ καὶ εἰσηγητὴς, μὲ τὴν μεγαλητέραν σαφήνειαν καὶ τάξιν τὰ ἐξέθεσεν ἐνώπιόν σας καὶ τὰ ἀπέκρουσε. Συγχωρήσατέ μοι μόνον νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα τινὰ πρὸς ἀντίκρουσιν τοῦ κατόπιν ἀγορεύσαντος. Ἡ κάλπη τῆς Πελλήνης, εἶπε, παρεβιάσθη, Κύριοι. 500 περίπου ψῆφοι εἶναι ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν ψηφοφόρων εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον· μόνον 419 ἐψηφοφόρησαν· εἰς τὴν διαλογὴν πόσους ἔλαβον οἱ ἀντίπαλοι; 184 περίπου. Κύριοι, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν ἤθελον αὐτοὶ νὰ κάμουν καλπονόθευσιν, ἤθελον περιορισθῆ εἰς 490 ψηφοδέλτια, καὶ ἤθελον δώσει τὸ ἥμισυ ἐξ αὐτῶν εἰς τοὺς ἀντιπάλους; Ἐκ τοῦ μειδιάματος ὑμῶν ἐννοῶ τὴν ἀπάντησίν σας. Ὄχι βέβαια. Μοῦ φαίνεται, ὅτι διόλου δὲν εἶχον ἰδέαν νὰ καλπονοθεύσωσι, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ κἀμμία ὑπόνοια περὶ καλπονοθεύσεως. Ἡ ἰδέα τῆς ἁρπαγῆς δὲν ἔπρεπε νὰ ῥιφθῇ εἰς τὸ μέσον. Δὲν ἡρπάγη ἡ κάλπη αὕτη, Κύριοι, ἀλλὰ διεσώθη ἀπὸ τὴν ἁρπαγήν! Ἤθελησαν οἱ ἀντίπαλοι νὰ τὴν ἁρπάσουν, ἀλλὰ τὴν διέσωσαν καὶ τὴν ἔφερον σώαν καὶ ἀμόλυντον εἰς τὴν Κόρινθον. Τὸ φυλλάδιον, Κύριοι, προσβάλλει καὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου τῆς Ζαχώλης, ὅπου ὁ Δεληγιάννης ἐξήσκησεν ἀείποτε ἀπόλυτον ἐπιῤῥοήν. Καὶ ἠξεύρετε τὶ λέγουσι; παρέλαβον τὴν κάλπην καὶ τὴν μετέφερον διὰ θαλάσσης. Καὶ μήπως εἶναι διατεταγμένον νὰ μεταφέρεται διὰ ξηρᾶς; ναὶ, τὴν μετέφερον διὰ θαλάσσης, διότι στίφη ἐνόπλων διέτρεχον τὴν ἐπαρχίαν, καὶ ἠπείλουν τὴν ἁρπαγὴν ὅλων τῶν καλπῶν. Καὶ τὰ στίφη ταῦτα καὶ τώρα ἀκόμη, Κύριοι, περιέρχονται τὴν ἐπαρχίαν, ὑψοῦντα αὐθάδη κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως κεφαλὴν, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἔσπευσεν εἰσέτι ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν ἀποκόψῃ καὶ κατασυντρίψῃ. Ποία δὲ ἡ κατὰ τὴν ἐκλογὴν διαγωγὴ τῶν ἀντιπάλων; Αὐθαιρέτως ἔλαβον εἰς τὴν ἐξουσίαν των τὰς κάλπας δύω δήμων ἀπὸ τὸν ἐπιφορτισθέντα νὰ παραδώσῃ αὐτὰς ἐνωμοτάρχην. Ὑπάρχει ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐνωμοτάρχου, ἥτις λέγει, ὅτι διὰ τῆς βίας ἀφῄρεσαν τὰς κάλπας· τὰς παρέλαβον, καὶ τί ἔκαμον; οὔτε ὁ ἐνωμοτάρχης γνωρίζει, ὅτι τὸν προσκάλεσαν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν ναόν· ὑπῆγε, καὶ ἐντὸς μιᾶς ὥρας εἶχον ῥίψει 450 ὅλα ψηφοδέλτια. Τοῦτο ἀρκεῖ νὰ πείσῃ ἕκαστον, ὅτι οὐδόλως πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως αἱ κάλπαι αὗται. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὴν διαλογήν. Διὰ τί λέγουν νὰ μὴ ἀφήσητε τὴν εἰς τὴν Κόρινθον ἔλευσιν τῶν καλπῶν; καὶ ποῖος τοὺς ἐμπόδισεν; Αἱ ἀρχαὶ φρονίμως ποιοῦσαι ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ ἀποπέμπωσιν ὅλους τοὺς ὁπλοφόρους ὅλων τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν. Μόνον αἱ τῶν ἀντιπάλων ἐπιτροπαὶ ἤρχοντο μετ’ ἐνόπλου κουστοδίας. Ἠθέλατε τοὺς ὁπλοφόρους αὐτοὺς νὰ ἀφήσουν αἱ ἀρχαὶ νὰ περιέρχωνται ἐλευθέρως εἰς τὴν Κόρινθον; καὶ δὲν ἦτον ὑπόνοια σπουδαία συγκρούσεων καὶ διαταράξεως τῆς ἡσυχίας; τί ἔγραψαν, Κύριοι, πρὸς τὰς ἐπιτροπὰς ἐκείνας αἱ ἐν Κορίνθῳ ἀρχαί; Σᾶς προσκαλοῦμεν νὰ μεταβῆτε αἱ ἐπιτροπαὶ μόναι μετὰ τῶν καλπῶν καὶ μετὰ τῆς συνοδίας, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀπεστείλαμεν, τὴν ἰδικήν σας κουστοδίαν διαλύσατέ την. Δὲν ἠθέλησαν ὅμως, Κύριοι, διότι ἄλλον σκοπὸν εἶχον νὰ ἐκτελέσουν, διότι ὁ ἐν Κορίνθῳ ναὸς εἶναι παράπηγμα καὶ τὴν νύκτα πέντε ἄνθρωποι ἠδύναντο νὰ ἐπιπέσουν αἰφνιδίως καὶ νὰ διαῤῥήξουν τὰς κάλπας, καὶ τότε ὅλοι οἱ ἀγῶνες καὶ τὰ ἔξοδα ἤθελον ἀποβῆ εἰς μάτην· δὲν τοὺς ἐσύμφερε βέβαια καὶ ἔφυγον. Τελευταῖος λόγος ὑπῆρχεν, ὅτι ἡ διαλογὴ δὲν ἔγεινεν ἐντὸς τοῦ Ναοῦ. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις τοῦ ναοῦ ἀνίσχυρος, χειμὼν, σκότη τῆς νυκτὸς μεγάλα, σπουδαίας ὑπονοίας παρεῖχον εἰς τὰς ἀρχὰς, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ ἄτοπόν τι, καὶ τὰς ὑπονοίας αὐτὰς τὰς διεβίβασαν ἀμέσως εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐζήτησαν ὁδηγίας. Ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ εὐθύνην αὑτῶν ἔθεσε τὴν φύλαξιν τῶν καλπῶν. Ὅθεν ἐνόμισαν ἀναγκαῖον νὰ τὰς μεταφέρωσιν εἰς τὸν στρατῶνα. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι θανάσιμον ἁμάρτημα ἐκφωνεῖ ὁ προλαλήσας. Ὁ νόμος εἶναι ῥητὸς, ἡ διαλογὴ πρέπει νὰ γείνῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἔγεινεν εἰς τὸν στρατῶνα. Κύριοι, ὁ προαγορεύσας ἐτόλμησε νὰ ἀπευθύνῃ εἰς τοὺς δικαστὰς τὴν μομφὴ, ὅτι περὶ τοὺς τύπους ἀσχολούμενοι ἀδυνατοῦν νὰ ἐμβαθύνουν εἰς τὴν οὐσίαν. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν προλαλήσαντα τὶ σημαίνει ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος ἂν ἐγένετο ἡ διαλογὴ ἐν τῷ στρατῶνι ἢ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ. Ἔχεις νὰ εἴπῃς τι κατὰ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς; 31 μέλη τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν ἦσαν παρόντα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς διαλογῆς, οὐδεμία ὑπόνοια ἠγέρθη, οὐδὲν παράπονον ἐξεφράσθη. Τινὲς τῶν ἀντιπάλων ὑπέγραψαν τὰ πρακτικὰ τῆς διαλογῆς· αὐτοὶ οἱ ἴδιοι λέγουν, ὅτι εἰς τὸν στρατῶνα ἐγένετο ἡ διαλογὴ, δὲν λέγουν ὅμως, ὅτι συνέβη ἕνεκα τούτου ἄτοπόν τι. Ἡ μὴ τήρησις τοῦ τύπου τοῦ Νόμου εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν νομίζω, ὅτι εἶναι δικαιολογημένη. Περαίνων τὸν λόγον μου λέγω, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Κορίνθου ἀπεφάνθη ἐπαξίως τῆς ἐπαναστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐνήργησε, καὶ ἡ ἀπόφασις καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον προσήχθη εἶναι ἡ ἁγνὴ καὶ ἡ καθαρὰ ἀνόθευτος θέλησίς του. Προτείνω τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς.
§47ΓΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἶχον δίκαιον, Κύριοι, εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς προκειμένης ἐκλογῆς νὰ ἐπιμείνω νὰ λάβω πρῶτος τὸν λόγον, διότι προέβλεπον, ὅτι οἱ μέλλοντες μετ’ ἐμὲ νὰ ἀγορεύσωσιν ἤθελον εἰσέλθει εἰς τὴν οὐσίαν καὶ ἑπομένως ἤθελον μοῦ ἀφαιρέσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προεθέμην νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἐσκεπτόμην νὰ πολεμήσω ἐκ προοιμίων τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τοῦτο, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις, ἀφοῦ ἀνέθεσε τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν εἰς ἐπιτροπὰς, ἀνέθεσε μίαν προπαρασκευαστικὴν δικαιωματικὴν ἐξουσίαν εἰς αὐτὰς καὶ ἠθέλησεν, ἀφοῦ αὗται βασανίσουν τὰ πάντα καὶ ἐκφράσωσιν οἱονεὶ μίαν γνώμην, νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ φωτίζωσι μὲ τὴν γνώμην των τὴν Συνέλευσιν· ἡ δὲ Συνέλευσις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς προτεινομένας ἐντεῦθεν ἐνστάσεις, ἐκφέρει τὴν ἀπόφασίν της κατὰ πεποίθησιν, ἥτις τοὐλάχιστον ἂν δὲν δύναται νὰ προσεγγίζῃ πάντοτε εἰς τὴν ἀλήθειαν, τοὐλάχιστον εἰς μίαν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθησαν ὅλοι οἱ αἰῶνες καὶ ὅλαι αἱ Ἐθνοσυνελεύσεις. Μοῦ ἀφῃρέθη, Κύριοι, ἡ οὐσία τοῦ λόγου μου διὰ τί; διότι καὶ τὰ πλειονοψηφοῦντα μέλη καὶ τὰ μειονοψηφοῦντα ἦλθον σήμερον καὶ σᾶς ἐξέθεσαν καὶ τοὺς λόγους των καὶ τὰς ἰδέας των καὶ εἰς ἐμὲ δὲν ἀφῆκαν τὸ στάδιον εὐρὺ νὰ προτείνω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, διότι ὅ,τι ἐβασάνισε καὶ παρετήρησεν, ὅ,τι ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησίν της ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς, δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸ ἐκθέσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἔγγραφον διὰ νὰ δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ φωτισθῶμεν. Ἦλθεν ἡ μία γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐξ ἐφόδου μᾶς ἔφερεν ἄπειρα ἐπιχειρήματα διὰ νὰ ἐπικυρώσωμεν αὐτήν· ἦλθεν ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἄλλη καὶ λέγει, ὅτι δὲν πρέπει ὁ Νόμος νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἀνάγκην. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν ἐξ ἐφόδου σεῖς νὰ φωτισθῆτε περὶ ὅλων τῶν γνωμῶν κατὰ τὴν προκειμένην ἐκλογὴν, ἂν θέλετε μετὰ πεποιθήσεως νὰ ψηφοφορήσητε; ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀμφιβάλλω. Δὲν ἔχω νὰ ἀποβλέψω εἰς τὰ πρόσωπα, δὲν ἀρνοῦμαι τοὺς προσωπικοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι δικαίως ἀνήκουν εἰς τὸν Κύριον Δεληγιάννην. Ἂν μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ ἐκφράσω κἄτι τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ὀλίγον ἐγωϊστικὸν, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω καὶ ἐγὼ ὡς συνωμότης ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς, γνωρίζω τὰς θυσίας τοῦ Κυρίου Δεληγιάννη ἐπὶ τῆς προκειμένης μεταβολῆς· δὲν δύναμαι ὅμως ἀφ’ ἑτέρου ν’ ἀρνηθῶ, ὅτι καὶ εἰς τὸν ἄλλον συνδυασμὸν ὑπάρχουσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα οὐχὶ ὡς ἰδιῶται ὅπως ἐγὼ καὶ ἄλλοι, ἀλλ’ ἀπὸ δικαστικῆς ἕδρας ἐπολέμουν τὸν Ὄθωνα, ἐξέδιδον βουλεύματα καὶ ἔσωζον συνωμότας· εἶναι, Κύριοι, πράγματα, ὅταν θέλουν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ στάδιον τῶν προσωπικῶν. Λοιπὸν παραλείπω καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ, καὶ λέγω τοῦτο· ἐπειδὴ ἡ προκειμένη ἐκλογὴ φέρει ἑκατέρωθεν σπουδαίους λόγους, ἐπειδὴ ἔχει ἀνάγκην μεγάλης καὶ αὐστηρᾶς ἐξελέγξεως, διὰ τοῦτο προτείνω, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδόθη, δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην ἐπιτροπὴν διὰ νὰ φέρῃ γνώμην, καὶ τότε νὰ δώσωμεν ἀπόφασιν.
§48ΑΘΑΝΑΣ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι, πρὶν ἢ ἐξετάσωμεν τὴν ἐκλογὴν τῆς Κορινθίας, ἂν εἶναι νόμιμος ἢ παράνομος καὶ κατὰ συνέπειαν ἔγκυρος ἢ ἄκυρος, ὀφείλομεν πρῶτον νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς ταύτης γενομένη αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι νόμιμος καὶ σύμφωνος πρὸς τὸν κανονισμόν. Ὁ κανονισμὸς ὁρίζει ῥητῶς (ἄρθρ. 28) ὅτι, διὰ νὰ συζητηθῇ μία ἐκλογὴ, πρέπει νὰ συζητηθῇ πάντοτε τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν τῆς εἰς τοὺς πληρεξουσίους διανομῆς τῶν ἐκτυπωθεισῶν ἐκθέσεων. Λοιπὸν ἡ τύπωσις, Κύριοι, δὲν ἀγνοεῖτε πότε ἔγινεν, ὅλοι ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι σήμερον αὐτὴ ἡ ἔκθεσις τυπωθεῖσα ἐδόθη εἰς ὑμᾶς εἰς τὴν θύραν τῆς Συνελεύσεως· πῶς θὰ ἠδυνάμεθα λοιπὸν νὰ τὴν μελετήσωμεν, νὰ κατανοήσωμεν ὅλα αὐτὰ τὰ περιστατικὰ τὰ τόσον περιπεπλεγμένα εἰς αὐτὴν τὴν ἐκλογὴν διὰ νὰ ἐκφέρωμεν ψῆφον σύμφωνον μὲ τὴν συνείδησίν μας! Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, καὶ διὰ τὸ ἀδύνατον τοῦτο ὁ κανονισμὸς ἔθεσεν ὡς ὅρον ἀπαράβατον τῆς συζητήσεως τῆς ἐκλογῆς τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν τῆς τυπώσεως. Τί ἐξάγεται ὅθεν ἐντεῦθεν; ὅτι συζητοῦντες σήμερον περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς τῆς Κορινθίας, παρανομοῦμεν ἡμεῖς καὶ παρανομοῦμεν πρὸς ἕνα κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς χθὲς ἐθέσαμεν. Θεωρῶ λοιπὸν ὡς μὴ ὡρίμως τὴν συζήτησιν γενομένην σήμερον καὶ κατὰ συνέπειαν προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς διὰ τὴν αὔριον τόσον μᾶλλον, διότι εἰς τὴν ἐκλογὴν ταύτην ὑπάρχουσι πολλὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν ἔκθεσιν καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἀνεπτυγμένως ἔγεινε λόγος παρὰ τοῦ προλαλήσαντος, καὶ τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως πρέπει νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσιν ἢ ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ἐκλογῆς. Λόγου χάριν ὁ πρῶτος ἀγορεύσας Κύριος Μαυροκορδάτος ἀνέγνωσε τηλεγράφημα ἢ τηλεγραφήματά τινα, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ὁποίων κἄτι ἐσκέφθην τὸ ὁποῖον ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκομαι, μὲ ἔπεισεν, ὅτι τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἀπέδειξε τὴν παράνομον ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὸ εἶδα καὶ εἶναι λίαν ἐνδεχόμενον νὰ ἔχω λάθος. Ἐπιτρέψατέ μοι λοιπόν, Κύριοι, νὰ ἴδω, ἵνα σᾶς ἀναφέρω τὴν ἀπόδειξιν τῶν λόγων, διὰ τῶν ὁποίων σᾶς ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τῆς ἐκλογῆς ταύτης. Κύριε Μαυροκορδάτε, τὸ τηλεγράφημα ἦτο μέσα εἰς αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, νομίζω ὅτι ἀνεγνώσατε ἓν τηλεγράφημα ἐκ Κορίνθου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναφέρεται, ὡς νομίζω, ὅτι ἡ φρουρὰ Κορίνθου ὑποτίθεται ἁρπάσασα κάλπην. (Ὁ Κύριος Μαυροκορδάτος δεικνύει τὸ τηλεγράφημα.) (Ἀναγινώσκεται τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ ἀνεγνώσθη καὶ προηγουμένως.) Ἰδοὺ τὸ τηλεγράφημα! Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, τί λέγει τὸ τηλεγράφημα! Ἀφοῦ κατεβλήθη μεγίστη προσπάθεια εἰς τὸ νὰ διαφθαρῇ ἡ φρουρὰ Κορίνθου, ἥρπασαν τὰς κάλπας ἀπὸ τὸν ναὸν καὶ ἐξησφάλισαν αὐτὰς ἐντὸς τοῦ κτηρίου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔμεινεν ἐκείνη ἡ φρουρά. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετήσωμεν ὅλα αὐτὰ τὰ χαρτιὰ διὰ νὰ πείσωμεν τὸν ἑαυτόν μας, νὰ πεισθῶμεν ἂν ἡ ἐκλογὴ ἔγεινε πραγματικῶς νόμιμος, καθὼς διϊσχυρίζεται ὁ Κύριος Μαυροκορδάτος, ἢ παράνομος, ὡς ὁ δεύτερος συνάδελφός μου καὶ ἐξάδελφός μου ἐκ Καλαβρύτων διϊσχυρίσθη, διότι τὸ περιστατικὸν αὐτὸ μᾶς δίδει φῶς, ὅτι οἱ ἐκεῖθεν τηλεγραφήσαντες πρὸς τὰ ἐδῶ Ὑπουργεῖα δὲν ἐτηλεγράφησαν ἀκολουθοῦντες τὸ καθῆκον καὶ σεβόμενοι τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σεβασθοῦν, καὶ τοῦτο δεικνύεται ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, διότι ἐνῷ τηλεγραφοῦσιν, ὅτι ἡ φρουρὰ θὰ διαρπάσῃ τὰς κάλπας, ἐξασφαλίζουν αὐτὰς ἐντὸς τῆς φρουρᾶς. Μοὶ φαίνεται λοιπόν, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔφερον, διότι εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶμαι εἰς ἐντελῆ κατάστασιν, μολονότι ἔχω συμφέρον εἰς τὴν ὑπόθεσιν, καθὼς ἔχετε ὅλοι, Κύριοι, νὰ δώσητε τὴν ψῆφόν σας ἢ ὑπὲρ ἢ κατά, ἀλλὰ θέλετε προηγουμένως νὰ φωτισθῆτε καὶ διὰ νὰ φωτισθῆτε εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον.
§49Κ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐκ τῶν ὀλίγων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀριθμοῦσιν ὀλίγων ἡμερῶν κοινοβουλευτικὸν βίον, ἐτήρησα ἄκραν σιωπὴν καὶ ἤθελον τὴν τηρήσει, ἂν δὲν ἐπροβάλλετο ἓν ζήτημα ἐν τῷ μεταξὺ, δι’ ὃ ἀναγκάζομαι προτοῦ νὰ προβῶ νὰ ἀποκρούσω τὴν ἔνστασιν, τὴν ὁποίαν ὁ τελευταῖος λαλήσας ἐπρότεινεν. Εἴμεθα εἰς τὴν ἀκμὴν τῆς μάχης «Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεθαι περὶ πάτρης», δὲν ἔχομεν ἀνάγκην περαιτέρω ἐξετάσεων. Ἂν ἡ ἔνστασις αὕτη ἐπροτείνετο εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως, πρῶτος ἐγὼ ἤθελον τὴν ἀσπασθῆ, ἀλλ’ ἤδη, ὅτε ἀνεπτύχθησαν ὅλα τὰ ὑπὲρ καὶ κατὰ, νομίζω, ὅτι θὰ ματαιοπονήσωμεν, ἂν ἀναβάλωμεν. Ταῦτα λέγω ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν ἔνστασιν. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἀποκριθῶ εἰς τοὺς λοιπούς· λυποῦμαι πολὺ, Κύριοι, διότι τρίτην φορὰν ἐπαναλαμβάνονται λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐξομοιοῦνται μὲ προσκλήσεις πρὸς τὴν φεβρουαρινὴν ἐπανάστασιν. Δὲν ἔχω μόνον τὸ δικαίωμα ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἀδίκως διαβαλλομένην αὐτὴν ἐπανάστασιν· δὲν ἀποδίδω μὲν κακὴν πρόθεσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τοῦ Φεβρουαρίου καίτοι ὀχυρωμένη ἐντὸς φρουρίου, καί τοι ἔχουσα πυροβόλα, καί τοι ἔχουσα ὅλα τὰ μέσα, ἀπέτυχεν ἕνεκα κακῆς συνενοήσεως· Δὲν θεωρῶ τοῦτο ὡς ἀληθὲς ἡ συνενόησις ὑπῆρχε, ἀλλ’ ἐπῆλθε προδοσία, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐπέτυχε. Δὲν κατηγορῶ κἀνένα ὡς προδότην, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐπῆλθε προδοσία. Δὲν ἀπέτυχεν ὅμως, ἐλύθη ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη τοῦ Φεβρουαρίου, καὶ ἐπιφυλάττομαι εἰς ἄλλους καιροὺς νὰ εἴπω τὰς αἰτίας τῆς λύσεώς της. Ναὶ, Κύριοι, ἐπῆλθε προδοσία, διότι ἡ συνεννόησις μεταξὺ τῆς δημοτικωτάτης ταύτης τῶν ἐπαναστάσεων τῆς Ναυπλίας ὑπῆρξε πλήρης, καὶ ἐκρίθη ἀναγκαῖον ἀπὸ ὅλους τοὺς συνωμότας ὅλων τῶν μερῶν νὰ ὑψωθῇ κατὰ πρῶτον ἡ σημαία τῆς ἐπαναστάσεως εἰς τὸ Ναύπλιον, διότι ἔπειτα ἀπὸ μίαν διαφορὰν τριακονταετῆ, ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἀποτυχίαν τόσων προηγουμένων ἐπαναστάσεων, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ ἐπανάστασις νὰ γείνῃ πουθενὰ ἀλλοῦ οὔτε νὰ προκόψῃ διὰ τῶν τηλεγράφων διευθυνομένη. Δὲν κατηγορῶ, Κύριοι, τὸν Κ. Δεληγιάννην, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω, λέγω ὅμως ὅτι ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ναυπλίου δὲν ἠρκέσθη νὰ διευθυνθῇ διὰ τοῦ σύρματος τοῦ τηλεγράφου, ἀλλὰ διὰ τηλεβόλων. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ προσκληθῇ αὕτη ἡ ἐπανάστασις εἰς ἔριδας, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι δικαιότατον πρᾶγμα νὰ μὴ γείνῃ οὐδέποτε ἄλλοτε λόγος περὶ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Ναυπλίου τῆς τόσον σεμνῆς, τῆς ἐπαναστάσεως, ἥτις δὲν κατεδέχθη νὰ εἴπῃ τί πράττετε σεῖς, οἱ ὁποῖοι διευθύνετε τὰ πράγματα. Ὁ Κ. Μαυροκορδάτος εἶπεν ὅτι τρία μέλη ἦσαν κατὰ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς.
§50ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Δύω μόνον, οὐχὶ τρία.
§51Κ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς εἶναι, ἀφίνω τὸ μέρος τοῦτο. Ἓν τῶν κυριωτέρων ἐπιχειρημάτων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι, ὅταν εἰς τοσοῦτον ἀνωμάλους περιστάσεις αἱ ἐκλογαὶ ἐνεργοῦνται, δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωνται· ναὶ, τὸ ἐννοῶ, ἀλλ’ ὑπάρχει τὸ ἐθνικὸν συμφέρον διὰ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται αἱ ἐκλογαί; ἂν ὑπάρχῃ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικὴν, πολιτικὴν πρέπει νὰ μή ἐπαναληφθῇ ἐκλογὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἐπανάστασις εἶναι ὁλόσωμος. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν βλέπω αὐτὸ τὸ συμφέρον καὶ πολλοὶ λέγουσιν, ὅτι δὲν ἐννοοῦσι νὰ κατηγορήσωσι κανένα, ὅτι ἐνεργοῦσιν ὀλιγώτερον τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἐκτὸς τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Τήνου ἔκαμεν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ μερικὰ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προσέφερον μεγάλας ἐκδουλεύσεις, ἔσωσαν τὰς κεφαλὰς τῶν συνομωτῶν, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸν Λεωτσάκον προσεκάλεσε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν συνδυασμὸν διὰ νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν αὐτοῦ, ἐπειδὴ κἀμμίαν ἀνάγκην δὲν εἶχεν ὁ Κουρουσόπουλος νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν τοῦ Λεωτσάκου, αὐτὸς εἶχεν ἴδια κεφάλαια, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι ὀφείλει νὰ συνδυασθῇ μετ’ ἐκείνων τῶν ἀνδρῶν, τῶν ὁποίων ἡ πίστις πρὸς τὴν πατρίδα εἶναι ἀναμφισβήτητος. Εἶχεν ἀνάγκην, Κύριοι, ὁ ἀκροφύλαξ τῆς Κορινθίας Οἰκονομόπουλος νὰ συνδυασθῇ μὲ ἄλλα πρόσωπα, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ; Τί ἀνάγκην εἶχεν ὁ Μάρκελος, ὁ ἐπαναστάτης ἐκεῖνος τῆς ἐπαρχίας, ὁ πολεμήσας ὡς ἐθελοντὴς, ὁ προκινδυνεύσας χιλιάκις, ὁ λαβὼν ὅλας τὰς ψήφους τῆς Σολυγείας; Τί ἀνάγκην εἶχεν αὐτὸ; νὰ ὀχυρωθῇ; Ἡ ἐπανάστασις ἐπιέσθη εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Κορινθίας καὶ ζητεῖται ἡ διέξοδος αὐτῆς εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἐδῶ λήγω εἰς τὰ περὶ ἐπαναστάσεως. Ἂς διευθύνουν ὁπωσδήποτε θέλουν τὰ πράγματα, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, φθάνει νὰ τὰ διευθύνωσι καλῶς. Ἂν λοιπὸν ἡ ἐπανάστασις δὲν εὕρῃ διέξοδον ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ περιβόλου θὰ λυπηθῇ θὰ πενθηφορήσῃ.
§52ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπολέμησε κἀνεὶς Κορίνθιος τὴν ἐπανάστασιν τὸν χειμῶνα;
§53Κ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐπολέμησε..... (θόρυβος) Λοιπὸν, Κύριοι, θὰ ἔμβω εἰς τοὺς λόγους τῆς ἐκλογῆς ἀμέσως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Κ. Γόντικας πληρεξούσιος Γόρτυνος μοὶ εἶπε ποῖος ἐπολέμησε τὴν ἐπανάστασιν τὸν χειμῶνα, λέγω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων ἦτο καὶ ὁ πατὴρ ἑνὸς τῶν ὑποψηφίων τῆς ἀποτυχούσης μερίδος, ὁ Νοταρᾶς, λέγω ὅμως, ὅτι ὁ Νοταρᾶς αὐτὸς ἀπὸ τοῦ Μαΐου εἶχε καταθέσει τὴν παραίτησίν του. Πιθανὸν αὐτὸς νὰ ἐπρόδωκε τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Ὁ υἱὸς τοῦ Νοταρᾶ, ὅστις ἐπροτάθη καὶ ὑπεστηρίχθη κατὰ τὴν ἐκλογικὴν πάλην ὡς ὑποψήφιος πληρεξούσιος τῆς Κορινθίας, καὶ ὅστις ἦτο εἰς Παρισίους τότε, καὶ ἐνθυμηθῆτε, ὅπερ ὁ Κ. Εὐθυμόπουλος εἶπεν, ὅτι προκειμένου λόγου νὰ ὑποστῇ τὸ τέκνον τὰς ἁμαρτίας τῶν γονέων του.......... (θόρυβος)
§54ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν οὐσίαν ...... (θόρυβος).
§55Κ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐκλογὴ λοιπὸν, Κύριοι, λέγω, ὅτι εἶναι ἄκυρος, διότι ἡ διαλογὴ δὲν ἐγένετο εἰς τὸν παρὰ τοῦ προγράμματος καὶ τοῦ νόμου ὁρισθέντα τόπον, εἰς τὸν ναὸν, ἀλλ’ εἰς τὸν στρατῶνα καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι ἐξ ἀνάγκης ἔγεινεν εἰς τὸν στρατῶνα δὲν δύνανται νὰ τὸ δικαιολογήσωσι. Λοιπὸν ἀφοῦ δὲν ἐστάθησαν ἱκανοὶ νὰ ἀποκρούσωσιν 100, 200 ὁπλοφόρους, διότι ἦσαν ὀχυρωμένοι ἐντὸς τοῦ στρατῶνος, δὲν ἦσαν ἱκανοὶ πέριξ τῆς ἐκκλησίας νὰ ἀποκρούσωσι 5 ἀνθρώπους, οἵτινες ἤθελον ὑπάγει νὰ ἀποκρούσωσι τὴν κάλπην; Ἄρα δὲν ἦτο ὁ φόβος· σκοπὸς ἄλλος ὑπῆρχε, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν τολμῶ νὰ εἴπω. Ἡ Συνέλευσις ἂς ἐννοήσῃ ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς αὐτός. Εἶναι λοιπὸν ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ αὐτὴ οὐχὶ κατὰ τύπους. Ὁ τύπος αὐτὸς εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδία οὐσία. Δὲν εἰμπορεῖ κἀνεὶς νὰ τὸν παραβλέψῃ εἰμὴ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἴδῃ θριαμβεύουσαν...........
§56ΑΧΟΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ κατατρίβωμεν τὸν χρόνον μας εἰς πανηγυρικοὺς καὶ εἰς ἐκδουλεύσεις.....
§57ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ μόνον, Κύριοι, τὰ ὁποῖα παρελείφθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν σκέψιν τῶν Κυρίων πληρεξουσίων. Ὁ εἰσηγητὴς Κύριος Μαυροκορδάτος ἔκαμεν ἀριθμητικούς τινας ὑπολογισμοὺς καὶ ἠθέλησε νὰ καταδείξῃ δι’ αὐτῶν, ὅτι, καὶ ἂν αἱ ψῆφοι αἱ πραγματικαὶ τοῦ δήμου Φενεοῦ καὶ Τρικκάλων καθὼς καὶ τῆς Πελλήνης προστεθῶσιν εἰς τὴν ἀποτυχοῦσαν μερίδα, τὸ ἀποτέλεσμα οὐδόλως ἀλλοιοῦται. Ἐγὼ φέρω εἰς ἀντίκρουσιν τὰ ἑξῆς περιστατικὰ, ἐκ τῶν ὁποίων θέλει πεισθῆ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Σώματος, ὅτι σπουδαιότατα ἀλλοιοῦται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς, ἐὰν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ ὑπολογισμοὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὁ ἔντιμος Κύριος Μαυροκορδάτος ἀναφέρει. Δὲν εἶναι μόνον αἱ ψῆφοι τῶν ἀνωτέρω δήμων, ἀλλὰ θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ ἄλλαι ψῆφοι, αἵτινες κατὰ νόμον δὲν δύνανται νὰ ὑπολογισθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχούσης μερίδος. Εἰς τὸν δῆμον Νεμέας ἐψηφοφόρησαν 35 χωρὶς νὰ βεβαιώσῃ τις, ὅτι εἶχον τὰ παρὰ τοῦ Νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, καθὼς ἐθέσπιζε τὸ Ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶναι ὑπογεγραμμένος κἀνεὶς μάρτυς· 172 ἐψηφοφόρησαν ἄνευ μαρτύρων εἰς τὸν δῆμον Κλεωνῶν· 871 εἰς τὸν δῆμον Στυμφαλίδος μὲ ἕνα καὶ ὄχι μὲ δύω μάρτυρας· καὶ 22 ἐπίσης ἐψηφοφόρησαν μὲ ἕνα μάρτυρα εἰς τὴν Περαχώραν. Ὁ Νόμος ἐδῶ βεβαίως παρεβιάσθη, καθ’ ὅσον τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ὑπογεγραμμένα ἐν τῷ καταλόγῳ τῷ ἐκλογικῷ δὲν ἠδύναντο νὰ ψηφοφορήσωσιν ἄνευ τῆς βεβαιώσεως τῆς ταὐτότητος καὶ τῶν προσόντων πρὸς ψηφοφορίαν διὰ δύω μαρτύρων. Σᾶς εἶπον, ὅτι εἴς τινας δήμους ἐψηφοφόρησαν πρόσωπα μὴ ἐγγεγραμμένα εἰς τὸν κατάλογον χωρὶς νὰ μαρτυρήσῃ οὔτε εἷς μάρτυς· ἐπέρχεται δὲ, ἀφαιρουμένων αὐτῶν τῶν ψήφων, αἵτινες κατὰ νόμον πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν, ἀποτέλεσμα τοιοῦτον, ὥστε ἀναδεικνύονται πληρεξούσιοι οἱ ἀποτυχόντες καὶ οὐχὶ οἱ νομιζόμενοι ὡς ἐπιτυχόντες. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει δὲν ἀναφέρεται τὸ περιστατικὸν τοῦτο, ὅτι εἰς τὴν ἔκθεσίν μας δὲν ἀναφέρομεν τὰ γεγονότα αὐτὰ τὰ πραγματικὰ, ἀλλὰ τοῦτο προῆλθεν ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτίας· ὁ Κύριος Μαυροκορδάτος ἦτον ὁ εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς καὶ, διεξερχόμενος τὰ πρωτόκολλα τῆς ψηφοφορίας, μᾶς ἀνέφερεν, ὅτι ἔν τισι πρωτοκόλλοις ὑπῆρχε μὲν ἡ ἔλλειψις, ὅτι δὲν βεβαιοῦσι τὴν ταὐτότητά τινων ψηφοφόρων δύω μάρτυρες παρὰ εἷς, ἀλλ’ αὐταὶ αἱ ἐλλείψεις εἶναι τόσον ὀλίγαι, ὥστε ἔκρινα περιττὸν νὰ τὰς ἀναφέρω, μᾶς εἶπεν, εἰς τὴν ἔκθεσίν μου. Ἡμεῖς ἐπείσθημεν εἰς τὰς βεβαιώσεις τοῦ εἰσηγητοῦ, ἔλαβα ὅμως σήμερον τὸν κόπον νὰ παρατηρήσω τὰ πρωτόκολλα αὐτὰ καὶ εἶναι, ὅπως σᾶς ἀνέφερα· δὲν σᾶς λέγω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνασθε νὰ ἀντιληφθῆτε, εἶναι ἐδῶ τὰ πρωτόκολλα καὶ παρατηρήσατέ τα, ἐὰν δὲν ὑπάρχουν εἰς τὸν δῆμον Νεμέας 35 ψηφοφόροι χωρὶς νὰ ἔχουν τὰ προσόντα, καθὼς καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερα. Δὲν λέγω, ὅτι ὁ Κύριος Μαυροκορδάτος ἐκ προθέσεως παρέλειψε τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτὴν, ἀλλ’ ἡ ὅρασίς του φαίνεται νὰ μὴ ἀντελήφθη τόσον σπουδαίως, ὅπως δύναται νὰ παρατηρήσῃ τις ὀξυδερκέστερον βλέπων τὰ πράγματα. Συμπεραίνων τὸν λόγον μου, ἀποφαίνομαι κατὰ τῆς προκειμένης ἐκλογῆς, διότι ἐκτὸς τῶν παρατυπιῶν αὐτῶν ἠκούσατε καὶ τοὺς προαγορεύσαντας, ὁποῖοι ἰσχυροὶ λόγοι μᾶς πείθουν κατὰ τῆς ἐκλογῆς.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποφανθῇ ἂν ἐφωτίσθη καὶ οἱ φωτισθέντες νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη.
§59ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῶν ἀγορεύσεων ἐξάγεται τὸ ἀκόλουθον· μία γνώμη ἡ ἀπωτέρα εἶναι νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἐκλογὴ εἰς τὴν ἑπομένην ἐπιτροπήν· δευτέρα, νὰ ἀναβληθῇ, ἀλλ’ ἐπ’ ἀόριστον.
§61ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἀποσύρω τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασίν μου, ἀλλὰ συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Μαυρομαρᾶ, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τὴν ά. εἰς τὴν βʹ. ἐπιτροπὴν διὰ νὰ βασανισθῇ καλλίτερον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ δὲ τρίτη εἶναι ἡ περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ μή. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραπομπὴν τῆς ἐκλογῆς Κορινθίας εἰς τὴν ἀκόλουθον ἐπιτροπὴν νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται ὀλίγοι τινές). Ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη τὴν παραπομπήν. Τώρα πρόκειται περὶ τῆς κυρώσεως ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς.
§63ΠΟΛΛΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Συνέλευσις ἂν παραδέχεται τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§65ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν νὰ σηκωθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι).
§67ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔπρεπε, Κύριε Πρόεδρε, νὰ κάμετε αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ θέλοντες τὴν κύρωσιν νὰ λέγωσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν ὄχι. Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος. Ὁ δὲ Κύριος Λογιωτατίδης, ἐρωτώμενος διὰ νὰ ψηφοφορήσῃ, ἀποκρίνεται «Παραβαλλομένη ἡ ἐκλογὴ ὡς πρὸς τὰς ἐπιψηφισθείσας ἄλλας, εἶναι ἔγκυρος, ναί».
§69ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι προσβολὴ κατὰ τῆς Συνελεύσεως. Νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν λόγον του ἀπὸ τοῦ βήματος! (θόρυβος μέγας καὶ ταραχή).
§70ΣΠ. ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ κατεψήφισα κατὰ πολλῶν ἐκλογῶν, ἃς ἐθεώρουν παρανόμους, αὐταὶ δὲ αἱ ἐκλογαὶ ἐπεκυρώθησαν διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας (θόρυβος), ἥτις δίδει τὸν λοιποῦ τὸν τύπον εἰς τὰς ἐπικυρώσεις (θόρυβος). Λοιπὸν, ἐπειδὴ ἡ Συνέλευσις τὸ ἀπαιτεῖ, ἀνακαλῶ (θόρυβος).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Λογιωτατίδης ἀνεκάλεσε τὸν λόγον του. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 101 ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς, 54 κατὰ καὶ 8 ἠρνήθησαν ψῆφον· πληρεξούσιοι λοιπὸν νόμιμοι εἶναι οἱ Κύριοι Ἰωάννης Δεληγιάννης, Θεοχάρης Ῥέντης, Σωτήριος Ἰωάννου, Νικόλαος Δεληγιάννης, Γεώργιος Πετρούλιας, Ἰωάννης Γιουροῦκος, Σπυρίδων Ζούζουλας.
§73Τ. ΒΑΣΟΣ. Κύριοι ἀντιπρόσωποι, δὲν ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ δεδικασμένου, ἔρχομαι ὅμως νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης νὰ προσάξῃ τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα, ἅτινα δύνανται νὰ ἀποδώσουν εἰς ἄτομον ἐστερημένον τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, τοὐτέστι τὴν τὴν πρὸς τὸν εἰσαγγελέα ἀναφοράν. Ἐγὼ νομικὸς δὲν εἶμαι εἶμαι· οὐχ ἧττον ὅμως ἐξ ἀκοῆς καὶ πείρας γνωρίζω τοὺς τύπους αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους ἴσως ἄλλοι γνωρίζουσι καλλίτερόν μου. Εἷς ἓν τῶν προσώπων, τῶν ἀναγνωρισμένων ἤδη ὡς πληρεξουσίων τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας, διὰ ψηφίσματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως ἀπεδόθησαν τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, ἅτινα τοῦ ἀπεστερήθησαν ἐπὶ πενταετίαν παρὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ψήφισμα τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως ἐξεδόθη παρανόμως· ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τοιοῦτον ψήφισμα· ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ μία διαδικασία, καὶ ν’ ἀκολουθῇ ἡ χάρις αὐτή. Προκαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραδώσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα, καὶ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν εἰς μίαν ἑπομένην συνεδρίασιν ταῦτα. Νομίζω λέγεται ὁ πληρεξούσιος οὗτος Σωτήριος Ἰωάννου.
§74ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως ἐπέχει τόπον Β. Διατάγματος.
§75ΒΑΣΟΣ. Ἐπειδὴ προεκλήθην ἀπὸ ἔντιμον συνάδελφον, λέγω, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως ἐπέχει τόπον διατάγματος. Ἀλλὰ, Κύριοι, διάταγμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, ἂν δὲν προηγηθῇ ἡ προηγουμένη διαδικασία, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἑπομένως καὶ τὸ ψήφισμα τοῦτο φρονῶ. Δὲν τὸ λέγω, Κύριοι, ἀπὸ προσωπικότητα, ἀλλὰ σεβόμενος τὸν νόμον, καὶ φρονῶ, ὅτι πᾶσα πρᾶξις μιᾶς ἐξουσίας πρέπει νὰ ᾖναι νομιμοποιημένη. Ὑποβάλλω τὴν πρᾶξιν ταύτην εἰς ὑμᾶς, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν αἴτησίν μου νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν πρόεδρον, ὅσα πρέπει νὰ νομιμοποιήσωσι τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως.
§76ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριοι, ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ψήφισμα τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἐπέχει τόπον Βασιλικοῦ Διατάγματος διὰ τοῦ ὁποίου πᾶς ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἀκέραιον ἀποκατάστασιν. Ὁ Σωτήριος Ἰωάννου πρὸ πέντε ἐτῶν εἶχε κατηγορηθῆ ἐπὶ δωροδοκίᾳ ἀπὸ φορολογούμενον, καὶ εἶχε καταδικασθῆ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ διπλασίου, ἤτοι καταδικάσθη διὰ πρᾶξιν, εἰς τὴν ὁποίαν πάντες δυνάμεθα νὰ ὑποπέσωμεν, ὑπὸ ἑνὸς ἀντιπάλου κατηγορούμενοι· καὶ ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἀνετράπη διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς Κυβερνήσεως. Τώρα λοιπὸν εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὁ ἀξιότιμος κύριος προλαλήσας ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ὅτι περιλαμβάνεται καὶ τὸ θέσπισμα τοῦτο, ὥστε δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ νὰ προσβάλῃ πρόσωπα.....
§77ΒΑΣΟΣ. Προσβάλλω μόνον τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως.
§78ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νομικῶς τὴν διαδικασίαν αὐτὴν περιλαμβάνει μία διάταξις, τὴν ὁποίαν ἡ Δικονομία περιγράφει· καὶ διὰ τὸ ἓν Κύριοι, καὶ διὰ τὸ ἄλλο, ὅταν δηλαδὴ ἀπ’ εὐθείας ὁ Βασιλεὺς ἢ ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις ἀπονείμῃ μίαν χάριν, ἀναγνωρίζω ὡς ἄδικον αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, ἀπ’ εὐθείας δὲ συνεπεία αἰτήσεως αὐτοῦ τοῦ Σωτηρίου Ἰωάννου ἡ Κυβέρνησις ἡ Προσωρινὴ ἀπένειμεν αὐτὴν τὴν χάριν.
§79Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Δὲν εἶμαι, οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατά· ἔρχομαι μόνον νὰ εἴπω διὰ τί ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκαμε λόγον· διότι δὲν ἐπρόκειτο εἰμὴ νὰ ἀναφέρῃ περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς.
§80Π. ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Προσκαλούμενος, δὲν ἀρνοῦμαι νὰ δώσω τὴν γνώμην μου περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι νέον. Τί ἐγένετο πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως; πολλάκις ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἂν διὰ τοῦ διατάγματος τῆς χάριτος δύναται νὰ χορηγηθῇ καὶ ἡ ἀπόκτησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Εὑρέθημεν πολλάκις διῃρημένοι, ἀλλὰ γνωρίζομεν, ὅτι, ὁσάκις εὑρέθημεν διῃρημένοι, ὑπερίσχυσεν ἡ γνώμη, ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ν’ ἀποκαταστήσῃ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα. Τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας περιορίζονται μέχρι τῆς καταργήσεως τῆς ποινῆς, οὐχὶ καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ταῦτα προβλέπονται ἰδιαιτέρως παρὰ τοῦ νόμου κατὰ ποῖον τρόπον ἀνακτῶνται ἀπολεσθέντα. Καὶ ἑπομένως περιορίζεται ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία εἰς τὸ νὰ μὴ ἀποδώσῃ αὐθαιρέτως πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀπωλέσθη. Καὶ ἐννοεῖτε κάλλιστα, ὅτι ἡ γνώμη αὐτὴ στηρίζεται εἰς τὸν σπουδαῖον λόγον, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα χάριτος ἡ ἀπονομὴ τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, εἶναι μία καταστροφὴ τῆς ὑπολήψεως, ἡ ὁποία ἀφαιρεῖ πᾶσαν ἐμπιστοσύνην τῆς χορηγήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἀπαιτοῦνται νὰ ἐπέλθουν νέαι ἐγγυήσεις καὶ νέα δείγματα, τὰ ὁποῖα νὰ ἐμφαίνωσιν, ὅτι ἐπανῆλθέ τις εἰς τὰς ἕξεις τῆς ἠθικῆς, καὶ τοῦτο γίνεται διὰ διαδικασίας, ἀφοῦ παρέλθωσι τὰ 5 ἔτη καὶ βεβαιώσουν αἱ Εἰσαγγελίαι, ὅτι εἶναι ἄμεμπτος ἡ διαγωγή του καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα. Τότε γίνεται ἐξέτασις παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ἐφετείου καὶ ἀπόφασις, ἥτις ἀποδίδει αὐτῷ τὰ δικαιώματα. Ὡς παράδειγμα ἀναφέρω ἕνα, τὸν ὁποῖον πάντες ἐκτιμῶμεν, ἕνα τῶν πληρεξουσίων, τὸν στρατηγὸν Μακρυγιάννην. Γνωρίζετε, ὅτι καταδικασθεὶς ἐστερήθη οὐχὶ μόνον τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἀλλ’ ὑπέπεσε καὶ εἰς πολιτικὸν θάνατον· ἡ δὲ ἀποκατάστασις αὐτοῦ ἐγένετο διὰ τοιαύτης ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ἔρχεται ἐνταῦθα δεύτερον ζήτημα. Ἡ προσωρ. Κυβέρνησις μεταβάλλει καὶ πολλοὺς νόμους εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα τῆς 10ης 10βρίου; Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀμφισβητοῦσι τὸ δικαίωμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ ἀποδίδῃ ὕπαρξιν κοινωνικὴν εἰς τὸ μέλλον. Καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐξεπλήρωσεν ἔργον πατριωτικὸν, προλαβοῦσα πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς ἀμηχανίαν ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, καὶ νὰ κινδυνεύσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν. Νομίζω, ὅτι ἐπελήφθη τοῦ δικαιώματος τούτου, λόγῳ ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ὅλοι παραδεχόμεθα καὶ ἀναγνωρίζομεν. Ἐρωτᾶται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐξεδόθη ψήφισμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου μετεβλήθη ἡ διάταξις τοῦ Νόμου περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἢ θέσπισμα, τὸ ὁποῖον ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὸ διάταγμα; δηλ. ἐγένετο χρῆσις δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχε μόνον ἡ δικαστικὴ ἀρχή; Ἀλλ’ ἐξεδόθη μόνον θέσπισμα, καὶ ἂν ἐξεδόθη μόνον θέσπισμα, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἄλλην γνώμην, εἰμὴ τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα πολλάκις καὶ διὰ γνωμοδοτήσεως εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀποκατάστασις δὲν στηρίζεται εἰς τὸν Νόμον.
§81ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, παραδόξως ἐγεννήθη ἐνταῦθα ἓν ζήτημα Νομικόν. Δὲν ἐπίστευα νὰ εὑρεθῶ εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸν Κύριον Καλλιγᾶν, τὸν ὁποῖον σέβομαι, ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ ἐγώ. Τὸ δικαίωμα, Κύριοι, τῆς χάριτος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, στηρίζεται ἰδίως εἰς τὴν ἠθικὴν, διότι αἱ μὲν Νομοθεσίαι εἶναι ἀτελεῖς, καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὂν πεπερασμένον· ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι ἐπιβάλλεται ποινὴ πέραν τοῦ δέοντος, καὶ πολλάκις οἱ δικασταὶ καταδικάζουσιν ἕνα ἄνθρωπον ἀθῶον, πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ μία ἀνωτέρα ἐξουσία, ἥτις τὴν μὲν μεγαλειότητα τοῦ νόμου νὰ μετριάζῃ, διὰ δὲ τὸν ἄνθρωπον νὰ τὸν κάμνῃ νὰ διορθώνεται. Ὅλοι λοιπὸν παραδέχονται, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ Βασιλεὺς, ἡ ἀνωτάτη ἐξουσία ν’ ἀπαλάττῃ τὸν κατηγορούμενον ἀπὸ τὰς ποινάς. Ἔπειτα ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ μετεμελήθησαν οἱ καταδικασθέντες. Ἐπίσης λοιπὸν παραδέχονται τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀνεξαιρέτως. Αἱ ποιναὶ αἵτινες ἐπιβάλλονται πολλάκις, ἔχουσι καὶ συνεπείας, τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων· τώρα γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἡ ἀρχὴ, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαλλάσῃ ἀπὸ τὴν ποινὴν, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ χορηγῇ καὶ τὰ δικαιώματα; Τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον παραδεχόμεθα ὡς πρὸς τὴν ποινὴν, τὸν αὐτὸν λόγον πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ὡς πρὸς τὴν χορήγησιν τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἀλλ’ εἰς τὸν Νόμον τὸν ἰδικόν μας δὲν εἶναι ζήτημα, διότι τὸ ἄρθρον 545 λέγει, ῥητῶς, Κύριοι, ὅτι ἡ ποινὴ ἀναιρεῖται ἐντελῶς, ὅταν ἀπαλλαχθῇ τις διὰ Βασιλικῆς χάριτος. Τί ἐννοεῖ, Κύριοι, τό ἐντελῶς; Ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ὅτι ἀπαλλάσσεται καὶ τῶν συνεπειῶν τῆς ποινῆς. Ὑπάρχουν πρὸς τούτοις καὶ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἵτινες ἀποφαίνονται ὑπὲρ αὐτοῦ.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§83ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δύω λέξεις μόνον θὰ εἴπω, καὶ ἠμπορεῖτε νὰ τὴν ἀναβάλητε. Τὸ τελευταῖον, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφάνθη, ὅτι διὰ τῆς Βασ. χάριτος δύναται καὶ πρὶν παρέλθῃ ὁ ὡρισμένος χρόνος νὰ ἀπαλλαγῇ τις τῶν συνεπειῶν τῆς ποινῆς, δὲν εἶναι ἀληθές· ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφάνθη μόνον περὶ τοῦ πολιτικοῦ θανάτου· ὡς Ἀρειοπαγίτης ἠξεύρω ἐγὼ, ὅτι, τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου μεταβληθείσης εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ, θεωρεῖται, ὅτι γίνεται ἀπαλλαγὴ καὶ τῶν συνεπειῶν τῆς ποινῆς τῶν ἰσοβίων δεσμῶν, δηλαδὴ τοῦ πολιτικοῦ θανάτου· ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα τῆς προσωρινῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων δὲν ἀπεφάνθη ἀκόμη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου, ὡς Ἀρειοπαγίτου. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὡς πρὸς τοῦτο· ἠκούσατε τὸν Κ. Καλλιγᾶν, εἰπόντα, ὅτι εἶναι διῃρημέναι αἱ γνῶμαι, ἐὰν διὰ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, Βασιλέως ἢ Ἡγεμόνος ἢ ἄλλης Κυβερνήσεως δύναται ἢ δὲν δύναται ὁ καταδικασθεὶς εἰς ἀτιμωτικὴν ποινὴν, ἐπισύρουσαν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς στερήσεως αὐτῆς καὶ νὰ θεωρηθῇ ἀποκαταστημένος εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν αἱ γνῶμαι εἶναι διηρημέναι καὶ ἡ Συνέλευσις ἐπεκύρωσεν αὐτὴν τὴν ἐκλογὴν, πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι παρεδέχθη τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν, ὅτι δύναταί τις διὰ χάριτος νὰ ἀπαλλαγῇ καὶ τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων (ens), ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, λέγω, τὸ ζήτημα ἐκεῖνο εἶναι, ἐὰν ὁ συνταγματικὸς μάλιστα Βασιλεὺς, διὰ διατάγματος περὶ Βασιλ. χάριτος δύναται νὰ ἀπαλλάξῃ τινὰ τῶν συνεπειῶν τῶν ἀτομικῶν ποινῶν, πρὶν παρέλθῃ ὁ ὡρισμένος χρόνος ἀπὸ τὸν Νόμον, ἀμφισβητεῖται δηλαδὴ, ἂν ὁ Συνταγματικὸς Βασιλεὺς, ἔχων μόνον τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ οὐχὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, δύναται διὰ χάριτος εἰς ὡρισμένην τινὰ περίπτωσιν, νὰ ἀπαλλάξῃ τινὰ τῶν συνεπειῶν τῆς ἀτιμωτικῆς ποινῆς καὶ πρὶν παρέλθῃ ὁ ὡρισμένος χρόνος. Λοιπὸν, ἐρωτῶ, τώρα, ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις θεωρεῖται ὡς ἔχουσα μόνον ὅσα δικαιώματα εἶχεν ὁ συνταγματικὸς Βασιλεὺς, ἢ θεωρεῖται ὡς ἔχουσα δικαιώματα, ὁποῖα εἶχον τὰ 3 νομοθετικὰ σώματα, οὕτως εἰπεῖν; Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν Προσωρινὴν Κυβέρνησιν ἀνετέθη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, δηλ. θεωρεῖται ὡς ἔχουσα τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθέτου, ὁποῖον εἶχον πρὸ αὐτῆς τὰ 3 νομοθετικὰ Σώματα, Βουλὴ, Γερουσία, καὶ Βασιλεύς. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα, ἠδύνατο διὰ πράξεώς της νὰ ἀπαλλάξῃ τῶν συνεπειῶν τῆς ἀτιμωτικῆς ποινῆς τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος. Τὸ ὡμολόγησε καὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς· ἀλλὰ, λέγει, πρέπει νὰ ἴδωμεν, ἂν ἡ πρᾶξις αὐτὴ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως ὀνομάζεται Θέσπισμα ἢ Ψήφισμα. Ἐγὼ δὲν βλέπω νὰ ὀνομάζηται οὔτε Θέσπισμα οὔτε Ψήφισμα. Πρέπει δὲ κατ’ ἐμὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ κάμωμεν ὅ,τι ἐγένετο πρὶν συνταγματισθῇ ἡ Ἑλλάς· τὰ διατεταγμένα, τὰ ἔχοντα ἰσχὺν Νόμων, ἐλέγοντο Διατάγματα, ὡς καὶ τὰ ἔχοντα ἰσχὺν Διατάγματος, ἐκ τοῦ προηγουμένου δὲ ἐξῆγεν ὁ Δικαστὴς, ἂν τὸ Διάταγμα εἶναι Νόμος ἢ Διάταγμα ἁπλοῦν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐκ τοῦ περιεχομένου αὐτῆς τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως ἐξάγεται, ὅτι ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία ἔπραξεν ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις. Διὸ λέγω καὶ ἂν ἔλεγε Θέσπισμα, ἀφοῦ δὲν ὥρισεν ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις τὶ ὀνομάζει Θέσπισμα καὶ τὶ Ψήφισμα, πρέπει πάντοτε νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὸ περιεχόμενον ἑκάστης πράξεως, καὶ κατ’ αὐτὸ νὰ ἀποφαινώμεθα ἐὰν εἶναι Θέσπισμα ἢ Ψήφισμα. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔπραξέ τι ὡς νομοθετικὴ, ἡ πρᾶξίς της εἶναι Νόμος, καὶ ὡς τοιοῦτος ἀπαλλάσσει τῶν συνεπειῶν τῆς ἀτιμωτικῆς ποινῆς. Ἀλλ’ ἰδοὺ τὶ λέγει τοῦτο τὸ προκείμενον ἔγγραφον «Θεσπίζομεν»· ἀδιάφορον εἶναι ἂν λέγῃ θεσπίζομεν ἢ ψηφίζομεν· πρέπει νὰ παρουσιασθῇ μία πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις νὰ λέγῃ, ὅτι, ὅταν λέγω θεσπίζω, ἐννοῶ Διάταγμα, ἐννοῶ νὰ διατάξω ὅ,τι διέταττεν ὁ συνταγματικὸς Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος· ὅταν δὲ λέγω ψηφίζω, ἐννοῶ, ὅτι νομοθετῶ ὅ,τι ἐνομοθέτουν τὰ 3 Σώματα συγχρόνως. Τοιοῦτος Νόμος δὲν ὑπάρχει τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προστρέξωμεν εἰς τὸ περιεχόμενον.
§84ΜΩΡΑΙΤΙΝΗΣ. Δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν κἀμμίαν δι’ ἐμὲ ἡ λέξις Ψήφισμα ἢ Θέσπισμα. Θεωρῶ τὴν πρᾶξιν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κρίνῃ τις τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὸν σκοπὸν αὐτῶν· ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ σκοπὸν νὰ ἐκδώσῃ νόμον, φαίνεται καταφατικῶς, κυρίως ἀποβλέπει εἰς γενικὰ ἀντικείμενα. Ὅταν πρόκηται ἡ Κυβέρνησις μόνον νὰ χαρίσῃ τὴν ποινὴν εἰς ἕνα κατάδικον, δὲν ἔχει κατ’ ἐμὲ εἰς τὸν νοῦν νὰ ἐκδώσῃ Νόμον, ἀλλὰ νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα σχετικὸν πρὸς τὸ πρόσωπον αὐτό· ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι αὐτὴ ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι νόμος, εἴτε ὁ Νόμος λέγεται Θέσπισμα εἴτε Ψήφισμα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ δεύτερον ἀντικείμενον, θὰ εἴπω ὅ,τι ἠμπορεῖ τις νὰ εἴπῃ περὶ αὐτοῦ. Ἡ νομοθεσία ἡ ἰδική μας παραδέχεται, ὅτι ἡ ἀνωτάτη ἀρχὴ τοῦ Κράτους δύναται νὰ χαρίσῃ τὴν ποινήν· δὲν προβλέπει ποσῶς τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν, χαρίζουσα τὴν ποινὴν, δύναται συγχρόνως νὰ ἀποκαταστήσῃ καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, τῶν ὁποίων ἐστερήθη ὁ κατάδικος, ἀλλὰ προβλέπει μόνον τὴν περίστασιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων διὰ διατυπώσεών τινων, αἵτινες προηγοῦνται αὐτοῦ τοῦ διατάγματος ἢ τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως· αὐταὶ αἱ διατυπώσεις ἀφορῶσι τὴν ἐγγύησιν τῆς κοινωνίας, δηλ. ἀσφαλίζουσι τὴν κοινωνίαν ἀπέναντι τοῦ καταδικασθέντος, ὅστις πάλιν ἐπανέρχεται εἰς τὴν πολιτικὴν κοινωνίαν μὲ τὰ δικαιώματά του. Ἀπαιτοῦν δηλ. αὐταὶ αἱ διατυπώσεις νὰ ἐξετασθῇ προηγουμένως ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ ἐντὸς τοῦ διαστήματος τῆς πενταετίας, καὶ, ἂν ἡ διαγωγή του ἦναι ἄμεμπτος, τότε δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐξουσία, αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκαταστήσῃ αὐτὸν εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα. Ποῖος δὲ εἶναι ἐπιφορτισμένος νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῆς μεμπτῆς ἢ ἀμέμπτου διαγωγῆς; Τὸ δικαστήριον τῶν ἐφετῶν, ἀφ’ οὗ οἱ εἰσαγγελεῖς ζητήσουν ἀπὸ ὅλα τὰ πρωτοδικεῖα ἐὰν ὑπάρχει κἀμμία ἀναφορὰ ἐναντίον τοῦ καταδικασθέντος ἢ καμμία ἔνστασις κατ’ αὐτοῦ· τότε τὸ δικαστήριον τῶν ἐφετῶν ἐξετάζει ὅλα τὰ ἔγγραφα— καὶ νομίζω καὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν μαρτυρία πρέπει νὰ παρουσιασθῇ—καὶ ἂν ὑποθέτῃ τὸ δικαστήριον τῶν ἐφετῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τι κατὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ καταδικασθέντος, γνωμοδοτεῖ ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὸν εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα. Τότε, ἔχουσα ἡ Κυβέρνησις αὐτὴν τὴν γνωμοδότησιν τοῦ δικαστηρίου, ἐκδίδει τὸ Διάταγμα τῆς ἀποκαταστάσεως. Αὐταὶ εἶναι αἱ διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἡ νομοθεσία διατάττει, δὲν προβλέπει δὲ τὴν περίστασιν τὴν ἄλλην, ὅτι ἀπ’ εὐθείας ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ ἄλλην πρᾶξιν. Τώρα γεννᾶται τὸ ζήτημα· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκδώσῃ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν ἄνευ τῆς προηγουμένης διατυπώσεως, δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχύν; Διάφοροι αἱ γνῶμαι τῶν νομομαθῶν, ἑπομένως δὲν εἰμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω τίποτε καὶ σχηματίσατε καὶ σεῖς τὴν πεποίθησίν σας.
§85ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Συμφωνῶ κατ’ οὐσίαν μὲ τὸν προλαλήσαντα Κ. Παπαδιαμαντόπουλον, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀνασκευῆς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ λαλήσαντος πληρεξουσίου πρὸ τοῦ Κ. Μωραϊτίνη, ὅτι δηλαδὴ ὁ βασιλεὺς τῆς Συνταγματικῆς ἡμῶν πολιτείας εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ καταργῇ διὰ τῆς χάριτος τὰς διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως καταψηφισθείσας ἀνικανότητας. Ὄχι, τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν τὸ εἶχεν, οὐδὲ θὰ τὸ ἔχῃ ὁ αὔριον ἐλευσόμενος νέος Βασιλεὺς, ὅστις εὔχομαι νὰ ᾖναι νοημονέστατος, ἀλλὰ πάντοτε θὰ ᾖναι φίλαρχος ὅπως ὅλοι οἱ ἡγεμόνες· ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἡγεμόνα τοῦ νὰ δύναται διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, τὴν ὁποίαν ἀφαρπάζει εὐκόλως ὁ ὑπουργὸς, νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν κοινωνίαν, ἤτοι νὰ ἀποκαταστήσῃ εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἐστέρησεν αὐτῶν μία δικαστικὴ ἀπόφασις. Δυστυχῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ ἄλλα κράτη τὰ ἠπειρωτικὰ δὲν ἐπικρατεῖ θεωρητικῶς ἄλλη νομολογία παρὰ ἡ Γαλλική· αὐτὴ δὲ πιστεύσατε ὅτι ἀποτελεῖ ὁπλοθήκην λίαν ἐπικίνδυνον, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ σύρῃ ὅπλα καὶ ὑπὲρ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, διότι στηρίζεται εἰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, πολλαὶ τῶν ὁποίων ἔχουν τὴν πηγήν των εἰς τὴν ἀπόλυτον μοναρχίαν. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἀκυρωτικοῦ τῆς Γαλλίας, θέλομεν εὕρει ἄπειρα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ἡ νομολογία, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀποτανθῶμεν, εἶναι ἡ ἀγγλικὴ καὶ ἐν μέρει ἡ Βελγική. Ἀλλ’ ἡ Ἀγγλικὴ γλῶσσα δὲν εἶναι γνωστὴ εἰς πολλοὺς καὶ δὲν ἔχει ἡ νομολογία τῆς Ἀγγλίας τὸν τύπον τὸν ἐπιστημονικὸν, ὥστε νὰ ὠφελῶνται πολλοὶ ἐξ αὐτῆς. Ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι δύναται ὁ συνταγματικὸς Βασιλεὺς νὰ καταπατήσῃ διὰ τῆς χάριτος θεσμοὺς, οἵτινες συνέχονται μὲ τὴν ὕπαρξιν τὴν ἔντιμον τοῦ ἀνθρώπου· ὄχι· ὁ Βασιλεὺς καὶ πᾶς ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον δικαίωμα. Πολλάκις ὅμως ἐπλανήθημεν καὶ ἡμεῖς δι’ ἀποφάσεων δικαστικῶν ἐπεκτείναντες αὐτὸ τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὸν Βασιλέα. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, Κύριοι, μεταβάλλεται τὸ ζήτημα. Ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ δὲν ἦτον ἁπλῶς ἐκτελεστικὴ ἀπέναντι ἄλλης νομοθετικῆς, ἀλλὰ περιεῖχεν ἐν ἑαυτῇ καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἐκτελεστικήν· ἑπομένως ἐν τῷ δικαιώματί της, τὸ ὁποῖον πηγάζει ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως, ἠδύνατο νὰ προβῇ καὶ εἰς τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ἄρα ἐν τῇ γενικῇ ταύτῃ ἰδιότητί της ἐξέδωκεν ἓν τοιοῦτον διάταγμα, ἤτοι τὴν πρᾶξιν διὰ τῆς ὁποίας ἀπήλλαξε τῆς ἀνικανότητος τὸν Κύριον Σωτήριον Ἰωάννου· ἀδιάφορον δὲ ἂν τὰς πράξεις της ὠνόμασεν αὐτὴ ἡ ἰδία θεσπίσματα ἢ ἁπλᾶ ψηφίσματα, ἀδιάφορον ἂν τὰς συνυπέγραφον ἢ οὔ οἱ ὑπουργοί.
§86ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὅλα τὰ ψηφίσματα τῶν Κυβερνήσεων εἶναι ὑποχρεωτικὰ διὰ τὸ ἔθνος καὶ τὴν Συνέλευσιν;
§87ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸ καθῆκον τὸ ἀνώτατον τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος ἐπεξέτεινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν ὡς ἐκ τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως. Ἂν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε καλὴν ἢ κακὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, τοῦτο εἶναι ζήτημα κατ’ οὐσίαν ζήτημα ἐξελέγξεως τῆς διαγωγῆς της, ἣν καὶ ἐγὼ αὐτὸς κατακρίνω· εἶχε τὴν ἁρμοδιότητα νὰ ἐνεργήσῃ, ἄρα ἡ πρᾶξις εἶναι κατὰ τύπους νόμιμος, καὶ δὲν πρέπει ἡ Συνέλευσις παρέργως νὰ ἀνατρέψῃ μίαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ δώσῃ τότε εἰς τὴν ἀπόφασίν της ἀναδρομικὴν δύναμιν κατὰ κεκτημένου ἀτομικοῦ δικαιώματος.
§88ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει αὐτὴ ἡ πρᾶξις;
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει 10 Νοεμβρίου.
§90Τ. ΒΑΣΟΣ. Ἐγὼ ἔφερα εἰς τὴν Συνέλευσιν ἓν ζήτημα, τὸ ἔφερα πολὺ πρακτικὰ, πολὺ χαμηλὰ οὕτως εἰπεῖν, διότι ἀπὸ ἐμὲ βεβαίως δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν οἰκείαν θέσιν του τὸ ζήτημα· οἱ νομοδιδάσκαλοι ὅμως οἱ ὑπάρχοντες εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ ὕψωσαν τόσον ὑψηλὰ, ὥστε τὸ ἔκαμαν ἓν ζήτημα νομικόν. Αὐτὸ ἐγὼ δὲν τὸ παραδέχομαι. Ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης τῆς ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως προεκάλεσεν ἓν θέσπισμα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τοῦ ὁποίου χαρίζει τὰ πολιτικὰ δικαιώματα εἰς ἕνα πολίτην, εἰς τὸν Σωτήριον Ἰωάννου. Ὑπάρχουν νόμοι κείμενοι τῆς πολιτείας, οἵτινες λέγουν» δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἷς πολίτης εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα διὰ διατάγματος εἴτε διὰ θεσπίσματος». Πότε ὅμως, Κύριοι; Ἀφοῦ προηγηθῇ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο. Ἐγὼ λέγω, Κύριοι, ἐάν δὲν ἔλαβε χώραν ἡ διαδικασία, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ νόμος, θὰ κατηγορήσω τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης, ὅτι παρηνόμησε. Τοῦτο μόνον ἦλθον νὰ εἴπω. Τὸ θέσπισμα ἐξεδόθη, εἶναι τετελεσμένον, οὐχ ἧττον ὅμως εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης· παρηνόμησε, καὶ ἂν δὲν προσάψῃ τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα εἰς τὴν Συνέλευσιν, εἶναι παρανομία.
§91ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρετήρησα, Κύριοι, ὅτι συμφωνοῦμεν εἰς τὸ κυριώτερον μὲ τοὺς προλαλήσαντας· ὁ Κ. Καλλιγᾶς ὡμολόγησεν, ὅτι δύναται νὰ μεταβάλῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν ὑπάρχοντα νόμον καὶ ἔχει μόνον νὰ δώσῃ λόγον εἰς ἓν Σῶμα ἀνώτερον αὐτῆς καὶ τοιοῦτον Σῶμα εἶναι τὸ τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ δὲν ὑπεστήριξεν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι θεωρεῖ αὐτὴν ὡς πρᾶξιν ὁποῖον ἦτο ἐπὶ τῆς ἀπολύτου μοναρχίας ἐν Ἑλλάδι τὸ διάταγμα τὸ μὴ ἔχον ἰσχὺν νόμου (θόρυβος).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, παρακαλῶ νὰ καθήσητε, νὰ μὴ ὑποπέσωμεν εἰς ὅ,τι ὑποπτευόμεθα κάθε ὥραν.
§93ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κ. Μωραϊτίνης περιωρίσθη μόνον νὰ εἴπῃ τί γίνεται, ἰσχύοντος τοῦ νόμου πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως, τί ἀπαιτεῖ ἡ ποινικὴ δικονομία νὰ προηγῆται πρὶν ἢ προηγηθῇ Β. Διάταγμα περὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ καταδικασθέντος εἰς στέρησιν τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων. Λέγω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀναμφίβολον, ὅτι ἡ προσ. Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόησέ ποτε νὰ ἐξασκήσῃ δικαιώματα ἐκτελεστικῆς, ἀλλὰ νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅσοι δὲ νομίζουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνήργησεν ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία ἀλλὰ μόνον ὡς ἐκτελεστικὴ, αὐτοὶ κατ’ ἐμὲ δὲν νομίζουν ὀρθῶς.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη;
§95ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§96ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Εἶναι ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως θὰ ἔχῃ προδικαστικὴν δύναμιν· κατόπιν θὰ ἔλθουν καὶ ἄλλα τοιαῦτα ζητήματα· ἐγὼ δὲν ἤκουσα αὐτὴν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπιστήμης ἀκόμη, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναβληθῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§97ΚΑΣΤΑΝΑΚΟΣ. Ἀσπάζομαι τὴν ἰδέαν τοῦ πληρεξουσίου, ὅστις εἶπε νὰ ἀναβληθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη δι’ αὔριον διὰ νὰ μὴ πάθωμεν ὅ,τι καὶ εἰς τὸν Σταθόπουλον, ὅπου ἡ Συνέλευσις μετεμελήθη.
§98ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν!
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ νομίζοντες, ὅτι ἐφωτίσθησαν, νὰ σηκωθῶσιν. (Ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη.
§100ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ζητήματος τὸ Σῶμα εἰς ψηφοφορίαν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός, διὰ τῆς ἀναστάσεως λοιπὸν δὲν ἐξεύρομεν ἐὰν ἦναι τώρα 91.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι εἶναι 140 παρόντες.
§102ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῆς συζητήσεως τρεῖς γνῶμαι ἐξάγονται, μία νὰ ἀποκλεισθῇ καὶ νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ἰσχυρὸν τὸ ἔγγραφον τὸ ἀπονέμον τὰ πολιτικὰ δικαιώματα.
§104ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ζητήματα νομικὰ δὲν πρόκειται νὰ λύσωμεν, μόνον ἐὰν ἔχει τὰ προσόντα ἢ ὄχι.
§105ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Πρὸ τῆς θέσεως τῶν ζητημάτων θὰ ἐρωτηθῶμεν ἂν ἐφωτίσθημεν καὶ τοῦτο δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη διὰ πλειονοψηφίας, ὅτι ἐφωτίσθη. Τώρα νὰ ἀποφανθῇ ἂν ἔχει τὰ προσόντα τοῦ πληρεξουσίου ὁ μέχρι τοῦδε ....
§107ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Μὰ περιφρονεῖτε τὴν γνώμην μας καὶ τὸν κανονισμὸν, Κύριε Πρόεδρε, (θόρυβος). Εἰς πᾶσαν ψηφοφορίαν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς πλειονοψηφία τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν παρόντων κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου. Τὸ ἂν ἐφωτίσθημεν εἶναι μία ἀπόφασις. Ὁ Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι εἴμεθα τώρα 150 διὰ νὰ ᾖναι λοιπὸν νόμιμος ἡ ἀπόφασις μὲ τοὺς 150 πρέπει νὰ ᾖναι ὑπὲρ τῆς ἀποφάσεως ὅτι ἐφωτίσθημεν τὸ ἥμισυ τῶν ἐξ ἀρχῆς. Διὰ τοῦτο λοιπὸν θέλομεν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἀπόφασιν ἐὰν ἐφωτίσθημεν ἢ ὄχι (θόρυβος).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι ἐρωτᾶτε τὸν Πρόεδρον, ἀλλὰ κἀνεὶς δὲν ἔχει τὴν ὑπομονὴν νὰ τὸν ἀκροασθῇ. Ἰδοὺ τί τρέχει· 179 πληρεξούσιοι ἦσαν σήμερον ὅλοι παρόντες. Ἐξ αὐτῶν αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἀντελήφθην καὶ ἄλλοι δύω ὅτι ἤμεθα παρόντες 150. Εἶμαι πεπεισμένος εἰς τὴν δι’ ἀναστάσεως ἤδη γενομένην ψηφοφορίαν ὅτι ἦσαν τὰ ⅔ τῶν παρόντων, ἐὰν θέλετε πιστεύσατέ με.
§109ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Διὰ νὰ καθαρισθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ, πρέπει νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ νὰ ψηφοφορήσῃ τὸ ½ πλέον ἑνὸς τῶν ὅσοι ἦσαν παρόντες κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου· δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ὁρίσῃ ἐπακριβῶς τὸ Προεδρεῖον, εἰμὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Συνέλευσις αὐτὴν τὴν πρότασιν; (θόρυβος) θελήσατε νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ δεδικασμένον· αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐκάμετε εἰς τὸ Προεδρεῖον, δὲν φαίνονται ἰσχυραὶ, διότι ἐπείσθην, ὅτι ἦσαν πλέον τῶν ⅔.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ ψυχὴ τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἡ παῤῥησία· παρακαλῶ τοὺς ἐπιμείναντας νὰ μὴ ψηφοφορήσωμεν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ λάβωσι τὴν καλοσύνην, καὶ συγκατατεθῶσι, διὰ νὰ πεισθῇ καὶ ὁ κόσμος, ὅτι κάμνομεν τὰς ἐργασίας μας καθαρὰς, ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἂν ἐφωτίσθη ἢ ὄχι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ. Λοιπὸν οἱ νομίζοντες ὅτι ἐφωτίσθησαν νὰ λέγωσι ναί, οἱ δὲ μὴ ὄχι. Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκ τῆς ψηφοφορίας δὲν ἐπῆλθεν οὐδὲν ἀποτέλεσμα, ἀνεβλήθη αὕτη διὰ τὴν ἐπαύριον.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε διὰ σιτηρέσιον τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἥτις φρουρεῖ ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Συνελεύσεως, μίαν πίστωσιν ἐκ 2,000 δραχμῶν.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, πρέπει νὰ δώσωμεν, ἀλλ’ αὔριον.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρα 6 καὶ 5 λ. μ. μ.)